Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τρίτη, Μαΐου 15, 2012

Όσιος Παχώμιος ὁ Μέγας, 15 Μαΐου.



Ὁ Ὅσιος Παχώμιος γεννήθηκε τὸ 292 μ.Χ. στὴν Κάτω Θηβαΐδα τῆς Αἰγύπτου ἀπὸ γονεῖς εἰδωλολάτρες καὶ ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Κωνσταντίνου τοῦ Μεγάλου (306 – 337 μ.Χ.). Στὸ στρατό, στὸν ὁποῖο κατετάγη, γνωρίσθηκε μὲ Χριστιανοὺς στρατιῶτες καὶ διδάχθηκε ἀπὸ αὐτοὺς τὰ τῆς Χριστιανικῆς πίστεως. Ὅταν δὲ ἀπολύθηκε ἀπὸ τὶς τάξεις τοῦ στρατοῦ, ἐγκατέλειψε τὸν κόσμο καὶ ἀφοῦ μετέβη στὴν Ἄνω Θηβαΐδα, βαπτίσθηκε καὶ ἐκάρη μοναχός.

Ἐπιθυμώντας μεγαλύτερη ἡσυχία, γιὰ νὰ ἀφοσιωθεῖ στὴν ἐρημικὴ ζωὴ καὶ τὴν ἄσκηση, κατέφυγε στὴν ἔρημο καὶ ἐτέθη ὑπὸ τὴν πνευματικὴ καθοδήγηση τοῦ περίφημου ἡσυχαστοῦ Παλάμονος ( 12 Αὐγούστου), τοῦ ὁποίου ἔγινε τέλειος μιμητής.
Μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ πνευματικοῦ του πατέρα, περὶ τὸ 320 μ.Χ., κατέφυγε σὲ ἔρημο νησίδα τοῦ Νείλου, στὴ νῆσο Ταβέννη τῆς Ἄνω Θηβαΐδος, ὅπου βοηθούμενος καὶ ἀπὸ τὸν ἀσπασθέντα τὸ μοναχικὸ σχῆμα ἀδελφό του Ἰωάννη, ἵδρυσε μικρὴ μονή.
Ἡ φήμη τῆς ἁγιότητας καὶ τῆς συνέσεώς του, εἵλκυσε πολλοὺς μοναχούς, ἐξαιτίας δὲ τούτου ὁλοένα καὶ μεγάλωνε τὴ μονή του, ὥστε σὲ διάστημα ὀλίγων ἐτῶν αὐτὴ νὰ ἀριθμεῖ περισσότερους ἀπὸ 14.000 μοναχούς. Ἔτσι ὁ Ὅσιος Παχώμιος ἔγινε ἕνας ἀπὸ τοὺς μεγάλους οἰκιστὲς καὶ ἀσκητὲς τῆς ἐρήμου.
Ὁ Ὅσιος Παχώμιος θεωρεῖται θεμελιωτὴς τῆς κοινοβιακῆς ὀργανώσεως τῶν ἀσκητῶν. Ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὴ Λαυσαϊκὴ Ἱστορία, βιβλίο ποὺ ἔγραψε ὁ Παλλάδιος περὶ τὸ 420 μ.Χ., οἱ μοναχοὶ τοῦ Παχωμίου, ποὺ ὀνομάζονταν Ταβεννησιῶτες, ζοῦσαν ἀνὰ τρεῖς σὲ μικρὰ οἰκήματα. Ὁ Ὅσιος Παχώμιος ἐπέβαλε στοὺς μοναχοὺς κοινὴ προσευχὴ κάθε πρωὶ καὶ βράδυ (συνολικὰ βέβαια οἱ μοναχοὶ προσεύχονταν, σύμφωνα μὲ τὸν Κανόνα, δώδεκα φορὲς τὴν ἡμέρα καὶ δώδεκα τὴ νύχτα), κοινὴ ἐργασία, κοινὰ ἔσοδα, κοινὲς δαπάνες, κοινὰ γεύματα καὶ ὁμοιόμορφη ἐνδυμασία. Τὰ γεύματά τους ἀποτελοῦνταν ἀπὸ φυτικὲς τροφὲς καὶ τυρί. Κατ’ αὐτὰ οἱ μοναχοὶ δὲν μιλοῦσαν μεταξύ τους καί, γι’ αὐτό, συνεννοοῦνταν μὲ νεύματα. Κάλυπταν δὲ τὰ πρόσωπά τους κατὰ τέτοιο τρόπο, ὥστε νὰ μποροῦν νὰ βλέπουν μόνο τὴν τράπεζα. Ἡ ὁμοιόμορφη στολή τους ἀποτελεῖτο ἀπὸ τὰ ἑξῆς ἐνδύματα: λινὸ χιτώνα («λεβιτωνάριο»), ποὺ ἔφθανε λίγο κάτω ἀπὸ τὰ γόνατα καὶ ζωνόταν μὲ ζώνη, λευκὸ μαλλοφόρο ἔνδυμα αἰγὸς ἢ προβάτου («μηλωτή»), ἐπίσης ζωσμένο, ποὺ ἔφθανε ὡς τὰ γόνατα καὶ εἶχε τὴ μαλλοφόρο ὄψη πρὸς τὰ ἔξω, κωνοειδὲς κουκούλιο, ποὺ στὸ πίσω μέρος ἔφθανε ὡς τοὺς ὤμους, καὶ μικρὸ λινὸ ὠμοφόριο («μαφόριον» ἢ «μαφόριον»), ποὺ κάλυπτε συνήθως τὸν αὐχένα καὶ τοὺς ὤμους. Ὑποδήματα σπανίως χρησιμοποιοῦσαν.
Οἱ Ταβεννησιῶτες μοναχοὶ κοιμοῦνταν καθήμενοι καὶ κοινωνοῦσαν τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων κάθε Σάββατο καὶ Κυριακή. Διαιροῦνταν σὲ εἴκοσι τέσσερα τάγματα, καθένα ἀπὸ τὰ ὁποία χαρακτηρίζονταν μὲ ἕνα γράμμα τῆς ἀλφαβήτου, ἀνάλογα μὲ τὴν κατάσταση καὶ τὸν τρόπο συμπεριφορᾶς ἐκείνων ποὺ τὸ ἀποτελοῦσαν.
Πνεῦμα ὀργανωτικὸ καὶ ἀπαράμιλλος στὴν καθοδήγηση καὶ διακυβέρνηση προσώπων καὶ πραγμάτων, κατόρθωσε νὰ διατηρήσει μεταξὺ τοῦ πλήθους τῆς περὶ αὐτὸν ἀδελφότητας πειθαρχία καὶ ἀγάπη, φροντίζοντας ὡς φιλόστοργος πατέρας γιὰ τὶς πνευματικὲς καὶ ὑλικές τους ἀνάγκες, διὰ δὲ τῶν σοφῶν συμβουλῶν του καὶ τοῦ παραδείγματός του νὰ τοὺς ἐνθερρύνει στὸν ἀγῶνα πρὸς τὴν ἁγιότητα. Λόγω τῆς θεοσεβείας καὶ τῆς θεοφιλοῦς δράσεώς του ὁ Ὅσιος Παχώμιος προικίσθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ διὰ τῆς χάριτος τῆς θαυματουργίας καὶ ἐπιτέλεσε πλεῖστα ὅσα θαύματα.Τὸ 348 μ.Χ. περιποιούμενος ὁ ἴδιος τοὺς μοναχοὺς ποὺ ἀσθένησαν ἀπὸ πανώλη, ἀρρώστησε καὶ ὁ ἴδιος καὶ μετὰ ἀπὸ λίγο πέθανε. Τὸν Ὅσιο Παχώμιο διαδέχθηκε στὴν ἡγουμενία τῆς μονῆς ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος ὁ Ἡγιασμένος ( 16 Μαΐου).

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.Ἀγελάρχης ἐδείχθης τοῦ Ἀρχιποίμενος, Μοναστῶν τᾶς ἀγέλας Πάτερ Παχώμιε, πρὸς τὴν μάνδραν ὁδηγῶν τὴν ἐπουράνιον, καὶ τὸ πρέπον ἀσκηταῖς, ἐκεῖθεν σχῆμα μυηθείς, καὶ τοῦτο πάλιν μυήσας· νῦν δὲ σὺν τούτοις ἀγάλλῃ, καὶ συγχορεύεις ἐν οὐρανίαις σκηναῖς.


Κοντάκιον Ἦχος β’. Τὴν ἐν πρεσβείαις.Τὴν τῶν Ἀγγέλων ἐν σώματι πολιτείαν, ἐπιδειξάμενος Παχώμιε θεοφόρε, τούτων καὶ τῆς εὐκλείας ἠξίωσαι, τῷ τοῦ Δεσπότου θρόνῳ, σὺν αὐτοῖς παριστάμενος, καὶ πᾶσι πρεσβεύων θείαν ἄφεσιν.

Μεγαλυνάριον.Πάχος ἀπορρίψας τὸ γεηρόν, πρὸς γνόφον εἰσέδυς, τῶν ἀΰλων θεωριῶν· ὅθεν ἐκομίσω, τὰς θεογράφους πλάκας, Παχώμιε παμμάκαρ, ζωῆς τῆς κρείττονος.

Δευτέρα, Μαΐου 14, 2012

Ἕνα θαυμαστό γεγονός. Ὁ ἀσπασμός τῆς χειρός τοῦ Γέροντος Βησσαρίωνος τοῦ Ἀγαθωνίτη ἀπό τόν Γέροντα Κύριλλο


πηγή

Τὸ θαυμαστὸ αὐτὸ γεγονὸς  τὸ διηγήθηκε ὁ ἴδιος ὁ Γέροντας Κύριλλος, πρὶν μερικὰ χρόνια, μπροστὰ ἀπὸ τὴ λάρνακα τοῦ ἄφθαρτου Γέροντα Βησαρίωνος στὴν Ἱερὰ Μονὴ Ἀγάθωνος στὴν Οἴτη.
Παρόντες ἦταν, ἐκτὸς ἀπὸ ἐμένα, τὴν ἀδελφή μου Σοφία, τὸ σύζυγό της Κωνσταντῖνο, καὶ   ὁ Καθηγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἀγάθωνος Γέρων Δαμασκηνός. Ἐπίσης, ὁ συνοδὸς τοῦ Γέροντος Κυρίλλου πατὴρ Γαβριήλ, νῦν Καθηγούμενος τῆς Μονῆς Ὁσίου Δαβίδ, καὶ ὁ ἱερέας τῆς Ὑπάτης Δημήτριος Καραγιάννης.
Λίγο ἐνωρίτερα εἴχαμε τελέσει, ὅλοι μαζί, Θεία Λειτουργία  στὸ μετόχι τοῦ Μεγάλου Μετεώρου στὴν Ὑπάτη καὶ εἴχαμε μαζί μας τὴν τιμία Κάρα τοῦ Ὁσίου Δαβίδ. Τὴν εἶχε φέρει ὁ Γέροντας μὲ τοὺς πατέρες στὴ Λαμία.
Ἐκεῖ, μπροστὰ στὸ ἱερὸ σκήνωμα τοῦ Ὁσίου Βησσαρίωνος, ὁ Γέροντας μας διηγήθηκε τὰ ἀκόλουθα:
Πρὶν λίγα χρόνια,  ὄχι μακριὰ ἀπὸ τὸ χρόνο τῆς ἀνακομιδῆς τοῦ ἄφθaρτου λειψάνου τοῦ  Ὁσίου Βησσαρίωνος, ὁ Γέροντας Κύριλλος εἶχε τὴν ἐπιθυμία  καὶ προσῆλθε στὴ Μονὴ Ἀγάθωνος γιὰ νὰ προσκυνήσει τὸ ἱερό λείψανο.
Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη τό σκήνωμα τοῦ  Ὁσίου ἦταν μὲν στὸ ἴδιο σημεῖο (στὸ ἀριστερὸ παρεκκλήσι τοῦ Καθολικοῦ) ἀλλὰ χωρὶς τὴ μεταγενέστερη γυάλινη κάλυψη – προθήκη τοῦ ξύλινου κουτιοῦ, ὅπου άρχικά ἐναποτέθηκε.  Ἔτσι μποροῦσε κάποιος νὰ ἀσπασθεῖ  ἀπευθείας  τὸ σκήνωμα χωρίς την παρεμβολή της γυάλινης προθήκης.





Ὁ Γέροντας Κύριλλος ἤθελε νὰ ἀσπασθεῖ τὸ χέρι τοῦ Ὁσίου ποὺ κρατάει σφικτά τὸ μικρὸ Εὐαγγέλιο, ἤδη ἀπὸ τὸ χρόνο τῆς ταφῆς του.
Πλησίασε, λοιπὸν, μὲ εὐλάβεια πρὸς τὸ ἱερὸ λείψανο καὶ μὲ πίστη εἶπε παρακλητικὰ πρὸς τὸν Ὅσιο :  Ἅγιε Βησσαρίων, δὲν φθάνω νὰ σὲ ἀσπασθῶ (ὁ Γέροντας ἦταν κοντὸς καὶ δυσκίνητος καὶ τὸ σκήνωμα τοποθετημένο ψηλὰ γι’ αὐτόν). Δός μου, σὲ παρακαλῶ,  τὸ χέρι σου νὰ τὸ φιλήσω.

Ὁ Ὅσιος ἄνοιξε τὸ χέρι του, ἄφησε τὸ Εὐαγγέλιο, καὶ ὁ πατὴρ Κύριλλος, ἐντελῶς φυσικότατα, ἔλαβε τὸ χέρι του μὲ τὸ δικό του χέρι. Τὸ σήκωσε στὸ ὕψος τοῦ στόματός του, σὰν νὰ ἦταν ἕνα  σῶμα ζωντανὸ μὲ ἐλαστικότητα, τὸ ἀσπάσθηκε μὲ σεβασμὸ καὶ τὸ ἄφησε στὴν ἀρχική του θέση. Ὁ Ὅσιος ξανάπιασε τὸ Εὐαγγέλιο καὶ ἔκτοτε ἐξακολουθεῖ νὰ τὸ κρατάει σφικτά.
Μέγας εἶ Κύριε, καὶ θαυμαστὰ τὰ ἔργα σου καὶ οὐδεὶς λόγος ἐξαρκέσει,πρὸς ὕμνον τῶν θαυμασίων σου.


Γεώργιος Ἀποστολάκης
Δικαστικὸς Λειτουργὸς
Τρίκαλα
 


Υ.Γ.
Ὁ παριστάμενος  στὴ σκηνὴ αὐτὴ πατὴρ Δημήτριος Καραγιάννης, ἐφημέριος Ἁγίου Νικολάου Ὑπάτης, ὡς δόκιμος ὑμνογράφος, δὲν παρέλειψε νὰ ἐξιστορήσει τὸ θαυμαστὸ αὐτὸ γεγονός, κατὰ τὸ ὁποῖο ὀφθαλμοφανῶς κατελύθησαν οἱ φυσικοὶ νόμοι, στὴν Ἱερὰ  Ἀσματικὴ  Ἀκολουθία ποὺ  πρόσφατα συνέθεσε πρὸς τιμὴν τοῦ Ὁσίου Βησσαρίωνος. 
Στὸ Μεγάλο Ἑσπερινὸ σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ προσόμοια (πρὸς τό: Χαίροις ἀσκητικῶν) ἀναφέρει τὰ ἑξῆς:
 
Ὤφθη θαῦμα φρικτὸν διά σοῦ, ὅτε τὴν χεῖρα τῷ αἰτήσαντι  ἔδωκας (ἢ ὅτε τὴν χεῖρα τῷ Κυρίλλῳ προσέφερες) τοῦ θείου σκηνώματός σου χαριτοβρύτου, σεπτοῦ, εὐλαβείας χάριν τοῦ ἀσπάσασθαι καὶ νῦν ἐπληρώθησαν τὰ ψαλμῶν θεῖα λόγια τὰ τοῦ Προφήτου, ἃ ἐν Πνεύματι ἔφησεν ὅτι δίκαιοι τοῦ θανάτου οὐ γεύσονται. Ὅθεν τὴν χαριτόβρυτον κυκλοῦντες, μακάριε, λάρνακα πάντες αἰτοῦμεν τῶν πρεσβειῶν σου τάς χάριτας καὶ γὰρ ἡ δικαίου ἐξισχύει μεσιτεία πολλὰ πρὸς Κύριον.

Ποινή φυλάκισης 2,5 χρόνων στον Αρχιεπίσκοπο Αχρίδος Ιωάννη

πηγή
arh-jovan-vi
Το Δικαστήριο της πόλης Βέλες επιβεβαίωσε σήμερα ποινή φυλάκισης 2,5 χρόνων σε βάρος του προκαθήμενου της Ορθόδοξης Αρχιεπισκοπής της Αχρίδας κ. Ιωάννη (κατά κόσμο Ζόραν Βρανίσκοφσκι), για υπεξαίρεση 250.000 ευρώ από τα κονδύλια της αποκαλούμενης "Μακεδονικής Ορθόδοξης Εκκλησίας", το διάστημα που ο Βρανίσκοφσκι ήταν μητροπολίτης της Εκκλησίας αυτής.
Το δικαστήριο είχε επιβάλει ερήμην την ίδια ποινή στον Βρανίσκοφσκι, το 2009.
Ο Βρανίσκοφσκι αμφισβήτησε τις κατηγορίες σε βάρος του, τις οποίες χαρακτήρισε "αβάσιμες" και "κατασκευασμένες" και υποστήριξε ότι η δίωξή του έχει πολιτικό χαρακτήρα.
Επικαλέστηκε, μάλιστα, την τελευταία έκθεση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ για τις θρησκευτικές ελευθερίες στην ΠΓΔΜ, στην οποία σημειώνεται ότι η άρνηση των αρχών της ΠΓΔΜ να αναγνωρίσουν την Ορθόδοξη Αρχιεπισκοπή της Αχρίδας δεν συνάδει με το σεβασμό των θρησκευτικών ελευθεριών.
Ο Αρχιεπίσκοπος Ιωάννης αποπέμφθηκε το 2002 από τις τάξεις της αποκαλούμενης "Μακεδονικής Ορθόδοξης Εκκλησίας" διότι είχε υποστηρίξει συμβιβαστική πρόταση για την εξεύρεση λύσης στη διαφορά μεταξύ της Σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησίας και της αποσχισθείσας "Μακεδονικής Ορθόδοξης Εκκλησίας".
Η συμβιβαστική εκείνη πρόταση είχε απορριφθεί από την Εκκλησία της ΠΓΔΜ, η οποία και απέπεμψε τον Ιωάννη από τους κόλπους της.
Αμέσως μετά την αποπομπή του, ο κ. Ιωάννης προσχώρησε σε κοινωνία με τη Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία, και προχώρησε στην επανίδρυση της "Ορθόδοξης Αρχιεπισκοπής της Αχρίδας" στην ΠΓΔΜ (έτσι λεγόταν επισήμως μέχρι το 1967 η μετέπειτα αποκαλούμενη "Μακεδονική Ορθόδοξη Εκκλησία") και ορίστηκε αρχιεπίσκοπός της.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία της ΠΓΔΜ αποσχίσθηκε το 1967 από τους κόλπους του Σερβικού Πατριαρχείου και κήρυξε το αυτοκέφαλό της με την ονομασία "Μακεδονική Ορθόδοξη Εκκλησία", η οποία δεν αναγνωρίζεται από καμία Ορθόδοξη Εκκλησία του κόσμου.
Ο Ιωάννης, το 2005, καταδικάστηκε από τις αρχές της ΠΓΔΜ και εξέτισε ποινή φυλάκισης οχτώ μηνών σε φυλακή των Σκοπίων για "υποδαύλιση θρησκευτικού και εθνικού μίσους" στην ΠΓΔΜ.
Η "Ορθόδοξη Αρχιεπισκοπή της Αχρίδας", επικεφαλής της οποίας είναι ο κ. Ιωάννης και η απήχησή της είναι περιορισμένη στην ΠΓΔΜ, δεν αναγνωρίζεται από τις αρχές και η δράση της είχε θεωρηθεί ότι είναι "πειλητική" για τη χώρα.

Αρχιμ. Κύριλλος Κωστόπουλος, Ο παραλογισμός της αυτοκτονίας


πηγή

Ο ΠΑΡΑΛΟΓΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑΣ
Γράφει ο Αρχ. Κύριλλος Κωστόπουλος, Ιεροκήρυκας Ι. Μ. Πατρών
Δρ Θεολογίας, Καθηγητής ΕΑΠ (ΣΕΠ)
Καθημερινή είναι η διαπίστωση ότι ο σύγχρονος κυρίως άνθρωπος βιώνει τη δίνη του παραλόγου. Άλλο σκέπτεται, άλλο πιστεύει, άλλο λέγει, άλλο πράττει. Επαληθεύεται δηλαδή η ρήση του Camus ότι βρισκόμαστε σε ένα «θέατρο του παραλόγου».
Και τούτο για τον λόγο ότι στην εποχή μας όλες οι ανθρώπινες αξίες καταρρίπτονται. Ηθικές αξίες, θρησκευτικές αλήθειες, επιστημονικές και κοινωνιολογικές πεποιθήσεις – πού άλλοτε ήταν η βάση της ανθρώπινης δραστηριότητας – γίνονται όλα αντικείμενο χλεύης και αυστηρής κριτικής. Πραγματικά βιώνουμε το «θέατρο του παραλόγου»...

Αν παραλογισμός θεωρείται η συνειδητοποίηση των «non sens» (χωρίς νόημα) ανθρωπίνων ενεργειών, τότε όλα στην ζωή είναι εκτός του χώρου της λογικής και άρα ά-σκοπα. Για τον λόγο αυτό η «λογική» κατάληξη της «άσκοπης» αυτής ζωής είναι – κατά τον μηδενιστή Schopenhauer – η αυτοκτονία.
Η αυτοκτονία στις ημέρες μας τείνει να γίνει συρμός με την δικαιολογία της οικονομικής κρίσεως.
Ωστόσο, το πρόβλημα της αυτοκτονίας είναι παλαιό. Εισήλθε στο γίγνεσθαι του ανθρώπου από τη στιγμή, κατά την οποία αυτός πίστεψε ότι είναι κυρίαρχος της ζωής του και επομένως μπορεί να την τερματίσει όποτε αυτός το θελήσει και κρίνει ότι είναι επιβεβλημένο.
Πολλοί φιλόσοφοι της Αρχαιότητας υποδεικνύουν την αυτοκτονία ως πράξη ηρωισμού και όχι δειλίας, όπως οι Στωικοί, ο Ηγησίας ο Πεισιθάνατος (εξ ου και η επωνυμία του) κ.ά. Αλλά και σύγχρονοι φιλόσοφοι είναι υποστηρικτές της ανωτέρω θέσεως και υπέρμαχοι της αυτοκτονίας. Αναφέρουμε μερικούς, όπως τον Hume, τον Voltaire, τον Schopenhauer και τον Morselli.
Παράλληλα, πολλοί είναι οι φιλόσοφοι – τόσο της Αρχαιότητας, όσο και νεώτεροι – οι οποίοι απεδοκίμασαν την απονενοημένη αυτή πράξη, ως αθέμιτη, όπως οι Ορφικοί και οι Πυθαγόρειοι, αλλά και οι Kant, Fichte, Heger κ.άλ.. Ο Πλάτων λέγει χαρακτηριστικά: «Αδικεί την ψυχήν αυτού ο εαυτόν βιαζόμενος, θέτων γαρ πρωίμως τέρμα εις τον βίον αυτού, εμποδίζει αυτήν βελτιωθήναι. Αναγκαζομένη δε η ψυχή να καταλίπη βία το σώμα πριν ή καθαρθή πλήρως εκ της κακίας, ου δύναται δεκτή γενέσθαι εις τον καθαρόν από κακών τόπον» (Θεαίτ. 177a.3). Σύμφωνα με τον ίδιο φιλόσοφο, ο άνθρωπος οφείλει να μη βιάζεται να εξέλθει του βίου, αλλά να υπομένει «εάντ’ εν πενία γίγνηται, εάντ’ εν νόσοις ή τινι άλλω των δοκούντων κακών, ως τούτω ταύτα εις αγαθόν τι τελευτήσει ζώντι ή και αποθανόντι» (Πολιτ. 613a.5).
Ο δε Αριστοτέλης αποδοκιμάζει κι αυτός την αυτοκτονία ως πράξη δειλίας μάλλον ή ανδρείας. Τονίζει: «Το δ’ αποθνήσκειν φεύγοντα πενίαν ή έρωτα ή τι λυπηρόν ουκ ανδρείου, αλλά μάλλον δειλού, μαλακία γαρ το φεύγειν τα επίπονα» (Ηθ.Νικομ. 1116a, 12). Και αλλού: «Φαύλοι βροτών γαρ του πονείν ησσώμενοι, θανείν ερώσιν» (Ηθ. Ευδ. 1230a1).
Παρόμοια και η Ιουδαϊκή θρησκεία καταδικάζει την αυτοκτονία ως αντικείμενη στην εντολή του Θεού «ου φονεύσεις». Γράφει ο Ιώσηπος: «Η αυτοχειρία και της κοινής απάντων ζώων φύσεως αλλότριον και προς τον κτίσαντα θεόν ημάς εστιν ασέβεια» (Περί του Ιουδ. Πολ. 3, 369, 1).
Στον Χριστιανισμό ο πιστός γνωρίζει πλέον την ουσία του πράγματος. Και αυτή είναι μία· ότι η αυτοκτονία δεν είναι η λύση. Και δεν είναι η λύση για δύο λόγους:
Πρώτον, η ανθρώπινη ύπαρξη δεν είναι αυτοδημιούργητη και ως εκ τούτου δεν είναι ο άνθρωπος εκείνος που έδωσε την ζωή στον εαυτόν του. Επομένως, δεν νοείται η αφαίρεση της ζωής, την οποία έχει δώσει άλλος και όχι ο ίδιος ο άνθρωπος. Και αυτός ο Άλλος είναι ο Δημιουργός Τριαδικός Θεός.
Δεύτερον, ο άνθρωπος – κατά την αποκαλυφθείσα από τον Ίδιο τον Αυτοαποκαλυφθέντα Θεάνθρωπο Κύριο αλήθεια – υπάρχει οντολογικά και μετά τον τερματισμό αυτής της πρόσκαιρης ζωής. Άρα είναι αυτονόητο ότι ο αυτόχειρας δεν λύει ουσιαστικά και τελεσίδικα το υπάρχον πρόβλημά του. Τουναντίον το επεκτείνει και πέρα από αυτή την ζωή, καθιστώντας το αιώνιο.
Κατά τον 2ο αιώνα οι Χριστιανοί κατά την διάρκεια των διωγμών δεν προέβαιναν σε ομολογία πίστεως, εάν δεν ερωτώντο, για να μην εκθέσουν σε κίνδυνο τη ζωή τους και λογισθεί τούτο ως αυτοκτονία. Εκτός, βεβαίως, μερικών εξαιρέσεων, για τις οποίες απεφάνθη η ιδία η Εκκλησία.
Ο ιερός Χρυσόστομος, εκπροσωπώντας την γενικότερη εκκλησιαστική αντίληψη, χαρακτηρίζει την αυτοκτονία ως έγκλημα βαρύτερο και πιο αξιόποινο από τον φόνο: «Ο βιαίω θανάτω καταλύων το ζην, εγκληματίας εστί και βδελυρός. Διό ο Θεός τους αυτοκτονούντας κολάζει... και πάντες βδελυττόμεθα» (PG 61, 618). Ο δε 14ος κανόνας του Αγ. Τιμοθέου, ο οποίος έλαβε οικουμενικό κύρος από τον 2ο κανόνα της ΣΤ΄ Οικουμενικής Συνόδου, απαγορεύει να τελεσθεί μνημόσυνο υπέρ των αυτοχειριασθέντων.
Η άποψη των Αγίων Πατέρων περί αυτοκτονίας εδράζεται επί της Αγίας Γραφής. Γράφοντας ο Απόστολος των Εθνών Παύλος στους Κορινθίους τονίζει: «Ει τις τον ναόν του Θεού (δηλαδή το σώμα του) φθείρει, φθερεί τούτον ο Θεός» (Α΄Κορ. 3, 17). Τούτο σημαίνει, ερμηνεύει ο ιερός Χρυσόστομος, αιώνια κόλαση. Και αυτό γιατί είμαστε μέλη του Σώματος του Χριστού: «ότι μέλη εσμέν του σώματος αυτού (του Χριστού)» (Εφεσ. 5, 30).
Η λύση, λοιπόν, στο κάθε μορφής πρόβλημα – έστω σοβαρό – δεν είναι δυνατόν να βρίσκεται στην αυτοκτονία, αλλά στη ζωή και στην αλήθεια. Και όπως πρέπει να γνωρίζουμε, η αυτοζωή και η αυτοαλήθεια είναι ο Ιησούς Χριστός. Αυτός μας χάρισε τη ζωή αυτή. Αυτός είναι ο κύριος της ζωής και του θανάτου, αφού με τον επί του Σταυρού θάνατό Του θανάτωσε τον θάνατον.
Για τον λόγο αυτό ο άνθρωπος πρέπει να είναι, ως στρατιώτης Χριστού, πιστός στο καθήκον του, φρουρός του πολύτιμου δώρου της ζωής και να πορεύεται με υπομονή και ελπίδα μέχρι του υπό του Ιδίου του Θεού τεταγμένου χρόνου της αποδημίας του στην ουράνια πατρίδα.
(Δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα «Πελοπόννησος» των Πατρών στις 13/5/2012)

Διαμαρτυρία γιά τίς σχολικές ἐπισκέψεις σέ ἰουδαϊκές συναγωγές



 ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΣΧΟΛΙΚΕΣ ΕΠΙΣΚΕΨΕΙΣ ΣΕ ΙΟΥΔΑΪΚΕΣ ΣΥΝΑΓΩΓΕΣ
-ΕΚΚΛΗΣΗ ΠΡΟΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΥΣ ΚΑΙ ΓΟΝΕΙΣ
ΝΑ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΣΟΥΝ ΤΟ ΥΠΕΡΤΑΤΟ ΑΓΑΘΟ ΟΛΩΝ
ΤΗΝ ΣΩΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ ΚΑΙ ΤΗΝ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ!

Λέγομαι Μ.Σ. καί εἶμαι ἐκπαιδευτικός σέ Γυμνάσιο τῆς Δυτικῆς Θεσσαλονίκης ( τά στοιχεῖα μου θά τεθοῦν στή διάθεση ὅποιου παραλήπτη αὐτοῦ τοῦ μηνύματός μου ἐπιθυμήσει ).
Σήμερα 10-5-2012, τό Σχολεῖο μου πραγματοποίησε «ἐκπαιδευτική» ἐπίσκεψη τῆς Α’ Τάξης στά πλαίσια τοῦ μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν, στήν Ἰουδαϊκή Συναγωγή τῆς Θεσσαλονίκης καί θά ἐπακολουθήσει τήν ἐπόμενη βδομάδα ἐπίσκεψη καί τῆς Β’ Τάξεως.
Αὐτές οἱ ἐπισκέψεις ξεκίνησαν νά πραγματοποιοῦνται τά τελευταῖα χρόνια ἀπό τά Δημοτικά, ἀλλά ἀκόμη καί ἀπό τήν Θεολογική Σχολή τοῦ Α.Π.Θ.
Τό Ὑπουργεῖο Παιδείας καί μέ εὐθύνη τοῦ Παιδαγωγικοῦ Ἰνστιτούτου τά τελευταῖα χρόνια, μετατρέπει ὡς γνωστόν τό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν ἀπό Ὀρθόδοξο Χριστιανικό, σέ θρησκειολογικό, προβάλλοντας ὅλες τις θρησκεῖες ὡς «σωστές» καί «ἀθῶες» κι ὄχι ὡς αἱρετικές καί ἀντίχριστες, δημιουργώντας στά μυαλά καί στίς ψυχές τῶν ἀνυποψίαστων μαθητῶν, ἕναν ἀχανή ὠκεανό ἐπιτρεπόμενων ψευδοπίστεων, ἀπό τίς ὁποῖες κάποια στιγμή κοντινή ἤ μακρινή, θά κάνουν προσωπική ἐπιλογή ζωῆς, παρούσης καί αἰωνίου!
Κι ὅλα αὐτά συμβαίνουν, τή στιγμή πού τό 98% τῶν Ἑλλήνων εἴμαστε Χριστιανοί Ὀρθόδοξοι καί ταυτόχρονα μέ τίς κατά καιρούς προπαγάνδες κι ἀπειλές γιά ἀπομάκρυσνη Ἁγίων Εἰκόνων ἀπό τά Σχολεῖα, τήν κατάργηση τῆς πρωινῆς προσευχῆς, τῆς ἀφαίρεσης τῆς τιμημένης Ἑλληνικῆς σημαίας ( μέ τόν Σταυρό ), τήν μείωση ὡρῶν διδασκαλίας τῶν Θρησκευτικῶν καί τή μετατροπή τους ἀπό ὑποχρεωτικό μάθημα σέ προαιρετικό κλπ.
Ἡ ἀποχριστιανοποίηση τῶν Ἑλλήνων παιδιῶν – νέων καί τῶν Σχολείων μέ διάφορες μεθόδους ( ἀνεξέλεγκτη λαθρομετανάστευση καί πολυπολιτισμικότητα, «μετάλλαξη» τῶν Θρησκευτικῶν, ἀλλοίωση τῆς ἱστορίας μας καί συστηματική λήθη της, ψυχοβλαβεῖς τρόποι νεανικῆς διασκέδασης κι ὄχι ψυχαγωγίας, ἐξαθλιωμένα πνευματικῶς καί ἠθικῶς Μ.Μ.Ε., στημένες κατηγορίες καί λασπολογίες κατά τῆς Ἐκκλησίας καί τῶν προσώπων της, γενική χαλάρωση τῶν ἠθῶν κλπ ), εἶναι ἕνα καλά στημένο σχέδιο τῆς Νέας Τάξης Πραγμάτων, πού στοχεύει στήν χειραγώγηση τῶν ἀνθρώπων ἀπό τή νεαρή τους ἡλικία. Κι αὐτό, γιατί ἡ παιδική ἡλικία ἐνδείκνυται γιά νά διαμορφώσει τά πιστεύω ( ἤ τήν ΑΠΙΣΤΙΑ ), τά ἤθη ( ἤ τήν ΑΝΗΘΙΚΟΤΗΤΑ ) καί τά ἰδεώδη ( ἤ τήν ΑΝΙΔΕΟΤΗΤΑ ) τῶν αὐριανῶν πολιτῶν μίας κοινωνίας! Τά παιδιά εἶναι ἀκόμη ἄδεια δοχεῖα, πού εὔκολα θά γεμίσουν μέ ὅ,τι τούς «σερβίρουν», καλό ἤ σαθρό. Οἱ ἐνήλικες εἴμαστε κατασταλλαγμένοι καί παγιωμένοι σέ ἀπόψεις καί τρόπους ζωῆς, δύσκολα μεταβαλλόμαστε. Τά παιδιά εἶναι εὔκολη λεία πρός διαμόρφωσιν κατά τό δοκοῦν. Κατασκευάζοντας λοιπόν νέες φουρνιές ἀνθρώπων μέ «χαλαρά» ἤθη, μέ συγκεχυμένες και συγχυσμένες ἰδεολογίες καί προπαντός χωρίς ΟΡΘΗ ΠΙΣΤΗ στόν ἕναν καί μοναδικό Θεό Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστό.Eἶναι ἡλίου φαεινότερον, ὅτι θἀ ἀποτελέσουν εὔκολα ἐλεγχόμενες «ἀνθρωποειδεῖς ἀγέλες», γιά νά τίς ἐκμεταλλεύονται πρός ἱκανοποίησιν τῶν δόλιων, ἄρρωστων καί ἀνθρωποκτόνων συμφερόντων τους, οἱ κοσμοκράτορες!
Ἡ παγκόσμια καί εἰδικότερα ἡ ἐθνική μας κατάσταση πού ἀντιμετωπίζουμε ἰδιαίτερα σ’ αὐτήν τήν γενικότερη περίοδο κρίσεως ( ὄχι μόνο οἰκονομικῆς, ἀλλά κυρίως πνευματικῆς, κοινωνικῆς καί ἠθικῆς ), ἀποτελεῖ τρανταχτή ἀπόδειξη ὕπαρξης καί ἐνέργειας τῶν σκοτεινῶν σχεδίων αὐτῶν πού κινοῦν τά νήματα τῶν λαῶν. Τά νούμερα καί οἱ στατιστικές σέ ὅ,τι ἐλεεινό καί τρισάθλιο, πρέπει νά προβληματίσουν καί τόν πιό ἄθεο ἀκόμη ( ΑIDS, κλοπές, βιασμοί, ναρκωτικά, πορνεία, ἀπάτες καί ἡ λίστα εἶναι μακρά…)!
Οἱ ἐνστάσεις μου στό Σχολεῖο ἀπέναντι σέ Δ/ντη, τό σύνολο τῶν συναδέλφων καθηγητῶν καί τῶν Θεολόγων, ὥστε νά ἀποφευχθεῖ μία τέτοια ἐπίσκεψη, ἀπέβησαν ἄκαρπες. Μονάχα ὁ Σύλλογος Γονέων καί Κηδεμόνων ἔφερε ἀντίρρηση, ἀλλά δέν ὀργανώθηκε σωστά πρός ματαίωσιν τῆς ἐπίσκεψης.
Τά παιδιά στήν πλειοψηφία τους ἀκατήχητα καί ἐπαναπαυόμενα στίς «αὐθεντίες» καθηγητῶν καί γονέων τους πού δέν ἀντιδροῦν ( ἀπό ἀδιαφορία, ἄγνοια ἤ φόβο ), ὑποσυνείδητα θεωροῦν ὡς κάτι τό φυσιολογικό τήν ἐπίσκεψη, ἀφοῦ τήν προσυπογράφουν μέ τήν ἀνοχή τους οἱ «μεγάλοι». Ἐξάλλου στό βιβλίο τῶν Θρησκευτικῶν, ὅπως ἀνέφερα καί παραπάνω, διδάσκονται ἐλαφρᾷ τῇ καρδία καί οἱ ἄλλες θρησκεῖες.
Τό εὔλογο ἐρώτημά μου σέ αὐτό τό σημεῖο εἶναι: ΤΑ ΙΟΥΔΑΪΚΑ ΣΧΟΛΕΙΑ ΕΠΙΣΚΕΠΤΟΝΤΑΙ ΤΙΣ ΟΡΘΟΔΟΞΕΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΕΣ ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ;ΓΙΑΤΙ ΤΕΤΟΙΑ ΙΔΙΑΙΤΕΡΗ ΠΡΟΤΙΜΗΣΗ ΣΤΟΝ ΙΟΥΔΑΪΣΜΟ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΙΘΥΝΟΝΤΕΣ ΜΑΣ;
  • Μήπως ἐπειδή ἡ Συναγωγή εἶναι ἐωσφορική, μιᾶς πού ἀπαρτίζεται ἀπό τούς κατά κόσμον ΣΤΑΥΡΩΤΕΣ τοῦ Χριστοῦ;
  • Μήπως ἐπειδή ΔΕΝ ΠΙΣΤΕΥΟΥΝ ὅτι ὁ Μεσσίας ἦλθε κι ἄς τούς εὐεργέτησε πρώτους μέ τά τόσα θαύματα πού ἔκανε σ’ αὐτόν τόν ἄπιστο λαό;
  • Μήπως ἐπειδή μᾶς ΕΤΟΙΜΑΖΟΥΝ ΤΟΝ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΨΕΥΔΟΜΕΣΣΙΑ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟ ΤΟΥΣ;
  • Μήπως ἑπομένως ἐπειδή ἀποτελοῦν ΤΟΥΣ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟΥΣ ΕΧΘΡΟΥΣ ΚΙ ΑΡΝΗΤΕΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ;

  • Παρακαλῶ τούς εὐλαβεῖς συναδέλφους δασκάλους καί καθηγητές, νά μήν ὑπογράφουν τά πρακτικά αὐτῶν τῶν ἐπισκέψεων, νά ἀντιδροῦν καί νά νουθετοῦν ἐν Κυρίῳ τούς συλλειτουργούς τους, στά σχολικά περιβάλλοντα στά ὁποία ἐργάζονται.
  • Παρακαλῶ ἰδιαιτέρως τούς Γονεῖς τῶν παιδιῶν, νά συνειδητοποιήσουν ποιόν κίνδυνο διατρέχουν οἱ ψυχές τῶν βλασταριῶν τους καί νά πιέζουν τούς Δ/ντες τῶν σχολείων τους, ὥστε νά ἀκυρώνουν τέτοιου εἴδους ἐπισκέψεις. Ἤ ἄν αὐτό δέν εἶναι ἐφικτό, νά ἀπομακρύνουν τά παιδιά τους ἀπό τήν συμμετοχή τους στήν ἐξόρμηση, εἴτε μέ παραμονή τους στό Σχολεῖο, εἴτε μέ ἀπουσία τους τήν ἡμέρα πού εἶναι προγραμματισμένη νά γίνει.
  • Ντρέπομαι καί αἰσθάνομαι ἀμήχανα νά παρακαλέσω τούς συναδέλφους Θεολόγους ( ἐγώ δεν εἶμαι Θεολόγος ), νά κάνουν αὐτό πού εἶναι αὐτονόητο: ΝΑ ΜΗΝ ΠΡΟΔΙΔΟΥΝ ΤΗΝ ΠΙΣΤΗ ΤΟΥΣ ΜΕ ΑΜΑΡΤΩΛΕΣ ΣΥΓΚΑΤΑΘΕΣΕΙΣ - ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΕΙΣ!
Ἄν δέν ἀκολουθοῦν σ’ αὐτές τίς ἐπισκέψεις οἱ μαθητές καί ἀντιδράσουν κυρίως οἱ γονεῖς συνεργούντων καί τῶν ἐκπαιδευτικῶν, αὐτές οἱ ἐπισκέψεις θά ναυαγήσουν ἀπό μόνες τους, ὅσα χαρτιά κι ἄν στέλνει τό Ὑπουργεῖο Παιδείας στούς Θεολόγους καί στά Σχολεῖα, πού τίς δρομολογοῦν μέ πρόσχημα γνωσιολογικά ὑποχρεωτικό. Τό Σύνταγμά μας, κατοχυρώνει τήν Πίστη μας!
Κλείνοντας, μέ πόνο καρδίας θέλω νά πῶ αὐτό: νά μή γίνουμε κι ἐμεῖς ἀρνητές τοῦ Θεοῦ! Δέν ὑπάρχει χειρότερο πρᾶγμα ἀπό αὐτό. Δέν εἶναι κάτι τραγικώτερο, ἀπό τό ἀναγκάσουμε ἕναν ΥΠΕΡΟΧΟ ΘΕΟ νά μᾶς ἐγκαταλείψει, ἐπειδή ἐμεῖς δέν Τόν θέλουμε καί νά πεῖ καί σέ μᾶς:
Ἱερουσαλήμ Ἱερουσαλήμ, ἡ ἀποκτέννουσα τούς προφήτας καί λιθοβολοῦσα τούς ἀπεσταλμένους πρός αὐτήν! ποσάκις ἠθέλησα ἐπισυνάξαι τά τέκνα σου ὅν τρόπον ὄρνις τήν ἑαυτῆς νοσσιάν ὑπό τάς πτέρυγας, και οὐκ ἠθελήσατε! ἰδού οὐ μή με ἴδητε ἔως ἄν ἥξη ὅτε εἴπητε· εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
( Λουκ. 13: 34,35 )

Γέροντας Παϊσιος: Κοιμίζουν τον κόσμο



20120514-215311.jpg
Σε συνέχεια του άρθρου που μόλις δημοσιεύσαμε για τα ορθόδοξα blog και το “κακό” που κάνουν…
…το παρον κείμενο περιλαμβάνει ορθοτερη χρήση των ομοιωματικών κατά την άποψή μας…
- Γέροντα, πώς θα βοηθηθούν οι άνθρωποι µε τόσα πού γίνονται στον κόσµο;
- Εκείνος πού θέλει να βοηθηθεί, βοηθιέται µε τιποτένια πράγµατα. Π.χ. κουνιέται ένα κανδήλι ή κουνιέται ό ίδιος ολόκληρος µε έναν σεισµό και συνέρχεται. Όσοι δεν πιστεύουν, γίνονται χειρότεροι, όταν ακούν ότι θα γίνει πόλεµος ή κάποια καταστροφή. «∆ώσ’ του, σού λέει, να γλεντήσουµε, γιατί χάνουµε την ζωή», οπότε το ρίχνουν τελείως έξω. Άλλοτε ακόµη και οι αδιάφοροι, όταν άκουγαν λ.χ. ότι θα γίνει πόλεµος, συνέρχονταν και άλλαζαν ζωή. Τώρα είναι πολύ λίγοι αυτοί. Παλιά το έθνος µας ζούσε πνευµατικά, γι’ αυτό και ό Θεός το ευλογούσε και οι Άγιοι µάς βοηθούσαν µε θαυµαστό τρόπο, και νικούσαµε τους εχθρούς µας, οι όποιοι πάντοτε ήταν περισσότεροι από εµάς. Σήµερα λέµε πώς είµαστε Ορθόδοξοι, άλλα δυστυχώς συχνά µόνον το όνοµα «Ορθόδοξος» έχουµε και όχι ζωή ορθόδοξη. Ρώτησα έναν Πνευµατικό µε κοινωνική δράση, µε ένα σωρό πνευµατικοπαίδια κ.λπ.: «Τι ξέρεις για µία βλάσφηµη ταινία;». «∆εν ξέρω τίποτε», µού είπε. ∆εν ήξερε τίποτε και είναι σε µεγάλη πόλη. Κοιµίζουν τον κόσµο. Τον αφήνουν έτσι, για να µη στενοχωριέται και να διασκεδάζει. Μην τυχόν πεις ότι θα γίνει πόλεµος ή ότι θα γίνει ή ∆ευτέρα Παρουσία και γι’ αυτό πρέπει να ετοιµασθούµε, µην τυχόν στενοχωρηθούν οι άνθρωποι. Σαν µερικές γριές πού λένε «µη µιλάς για θάνατο· µόνο για χαρές και για βαφτίσια να µιλάς», σαν να µην τις περιµένει θάνατος. Έτσι νιώθουν µία ψεύτικη χαρά. Ενώ, αν σκέφτονταν ότι το τάδε γεροντάκι πού έµενε λίγο πιο κάτω πέθανε χθες, ό άλλος είναι στα τελευταία του και θα πεθάνει, µεθαύριο θα γίνει τού τάδε το µνηµόσυνο πού ήταν και πολύ νεότερος από αυτές, θα σκέφτονταν τον θάνατο και θα έλεγαν: «Πρέπει να εξοµολογηθώ, να ετοιµασθώ πνευµατικά, γιατί µπορεί κι εµένα σε λίγο να µε καλέσει ό Χριστός για την άλλη ζωή». ∆ιαφορετικά, έρχεται ύστερα ο θάνατος και τις παίρνει ανέτοιµες. “Άλλοι πάλι από… «καλωσύνη» λένε: «Στους αιρετικούς µη λέτε ότι είναι στην πλάνη, για να δείξουµε αγάπη». Και έτσι τα ισοπεδώνουν όλα. Αν ζούσαν αυτοί στα πρώτα χρόνια τού Χριστιανισµού, δεν θα είχαµε ούτε έναν Άγιο. Έλεγαν τότε στους Χριστιανούς: «Ρίξε µόνο λιβάνι στην φωτιά και µην άρνήσαι τον Χριστό». ∆εν το δέχονταν. «Κάνε µόνον πώς ρίχνεις». ∆εν το δέχονταν. «Μη µιλάς για τον Χριστό και πήγαινε ελεύθερος σε άλλο µέρος», και δεν το δέχονταν. Σήµερα βλέπεις έναν νερόβραστο κόσµο.
Απο το βιβλίο Πνευματική Αφύπνιση – Λόγοι Β´

Ὅμιλία ἐγκωμιαστική στόν ἀπόστολο Παῦλο- Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος


1.-. Τί τέλος πάντων εἶναι ὁ ἄνθρωπος καί πόση εἶναι ἡ εὐγένεια τῆς δικῆς μας φύσης καί πόσο ἱκανό στήν ἀρετή εἶναι αὐτό τό ὄν, μᾶς τό ἔδειξε περισσότερο ἀπ᾿ ὅλους τούς ἀνθρώπους ὁ Παῦλος. Καί τώρα σηκώνεται, ἀπό ἐκεῖ πού ἔχει φθάσει, καί μέ καθαρή φωνή πρός ὅλους ἐκείνους πού κατηγοροῦν τή φύση μας ἀπολογεῖται γιά χάρη τοῦ Κυρίου, προτρέπει γιά ἀρετή, κλείνει τά ἀναίσχυντα στόματα τῶν βλάσφημων καί ἀποδεικνύει ὅτι δέν εἶναι μεγάλη ἡ διαφορά ἀνάμεσα στούς ἀγγέλους καί στούς ἀνθρώπους, ἄν θέλουμε νά προσέχουμε τόν ἑαυτό μας. Γιατί χωρίς νά ἔχει ἄλλη φύση, οὔτε νά ἔχει λάβει ἄλλη ψυχή, οὔτε νά κατοίκησε σ᾿ ἄλλο κόσμο, ἀλλά ἄν καί ἀνατράφηκε στήν ἴδια γῆ καί τόπο καί μέ τούς ἴδιους νόμους καί συνήθειες, ξεπέρασε ὅλους τούς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἔζησαν ἀπό τότε πού ἔγιναν οἱ ἄνθρωποι. Ποῦ εἶναι λοιπόν ἐκεῖνοι πού λέγουν, ὅτι εἶναι δύσκολο πράγμα ἡ ἀρετή καί εὔκολο ἡ κακία; Γιατί ὁ Παῦλος τούς ἀντικρούει λέγοντας· «Οἱ θλίψεις μας πού γρήγορα περνοῦν, προετοιμάζουν σ᾿ ἐμᾶς σέ ὑπερβολικά μεγάλο βαθμό αἰώνιο βάρος δόξας» (Β´ Κορ. 4, 17). Ἐάν ὅμως τέτοιες θλίψεις περνοῦν εὔκολα, πολύ περισσότερο οἱ φυσικές ἡδονές. Καί δέν εἶναι μόνο αὐτό τό θαυμαστό του, ὅτι δηλαδή ἀπό πολλή προθυμία δέν αἰσθανόταν τούς κόπους του γιά τήν ἀρετή, ἀλλ᾿ ὅτι ἀσκοῦσε αὐτήν χωρίς ἀμοιβή.


Ἐμεῖς βέβαια δέν ὑπομένουμε κόπους γι᾿ αὐτήν ἄν καί ὑπάρχουν ἀμοιβές. Ἐκεῖνος ὅμως καί χωρίς τά ἔπαθλα τήν ἐπιζητοῦσε καί τήν ἀγαποῦσε, καί ἐκεῖνα πού θεωροῦνταν ὅτι εἶναι ἐμπόδιά της τά ξεπερνοῦσε μέ κάθε εὐκολία. Καί δέν ἐπικαλέσθηκε οὔτε τήν ἀδυναμία τοῦ σώματος, οὔτε τήν τυραννίδα τῆς φύσης, οὔτε τίποτε ἄλλο. Ἄν καί εἶχε ἀναλάβει μεγαλύτερη φροντίδα ἀπό τούς στρατηγούς καί ὅλους τούς βασιλεῖς τῆς γῆς, ἀλλ᾿ ὅμως κάθε ἡμέρα ἦταν ἀκμαῖος, καί ἐνῶ οἱ κίνδυνοί του ἐπαυξάνονταν, διέθετε νεανική προθυμία. Γιά νά δείξει αὐτό ἀκριβῶς ἔλεγε, «Ξεχνώντας τά ὅσα ἔγιναν στό παρελθόν καί φροντίζοντας γιά ἐκεῖνα πού εἶναι μπροστά μου» (Φιλιπ. 3, 14). Καί ἐνῶ περίμενε τό θάνατο, καλοῦσε σέ συμμετοχή τῆς ἡδονῆς αὐτῆς λέγοντας, «Χαίρετε καί νά χαίρεστε μαζί μου» (Φιλιπ. 2, 18). Καί ἐνῶ τόν ἀπειλοῦσαν κίνδυνοι καί προσβολές καί κάθε ἀτιμία, πάλι σκιρτοῦσε· καί ὅταν ἔγραφε τήν ἐπιστολή στούς Κορινθίους ἔλεγε, «Γι᾿ αὐτό καί εὐφραίνομαι σέ ἀσθένειες, σέ προσβολές, σέ διωγμούς» (Β´ Κορ. 12, 10). Καί τά ὀνόμασε αὐτά ὅπλα τῆς δικαιοσύνης, ἀποδεικνύοντας ὅτι καί ἀπό αὐτά εἶχε πολύ μεγάλες ὠφέλειες καί ἀπό παντοῦ ἦταν ἀκατάβλητος στούς ἐχθρούς του. Καί ἐνῶ παντοῦ τόν βασάνιζαν, τόν περιφρονοῦσαν, τόν κακολογοῦσαν, σάν νά βάδιζε σέ θριάμβους καί νά ἔστησε σταθερά τρόπαια σ᾿ ὅλα τά σημεῖα τῆς γῆς, ἔτσι ὑπερηφανευόταν καί εὐχαριστοῦσε τό Θεό λέγοντας· «Ἡ εὐχαριστία ἀνήκει στό Θεό ὁ ὁποῖος πάντοτε μᾶς ὁδηγεῖ σέ θρίαμβο» (Β´ Κορ. 2, 14).


2.-. Καί τήν κακοποίηση καί τήν προσβολή γιά τό κήρυγμα ἐπιζητοῦσε περισσότερο ἀπ᾿ ὅσο ἐμεῖς τήν τιμή, καί τό θάνατο ἀπ᾿ ὅσο ἐμεῖς τή ζωή, καί τή φτώχεια ἀπ᾿ ὅσο ἐμεῖς τόν πλοῦτο, καί τούς κόπους περισσότερο ἀπ᾿ ὅσο ἄλλοι τίς ἀνέσεις, καί ὄχι ἁπλά περισσότερο, ἀλλά πολύ περισσότερο, καί τή λύπη περισσότερο ἀπ᾿ ὅσο ἄλλοι τή χαρά, καί τό νά εὔχεται γιά τούς ἐχθρούς περισσότερο ἀπ᾿ ὅσο τό νά τούς καταριοῦνται οἱ ἄλλοι. Καί ἀνάτρεψε τήν τάξη τῶν πραγμάτων, ἤ καλύτερα ἐμεῖς τήν ἀνατρέψαμε, ἐκεῖνος ὅμως, ὅπως τή νομοθέτησε ὁ Θεός, ἔτσι τή φύλασσε. Γιατί ὅλα αὐτά ἦταν σύμφωνα μέ τή φύση, ἐκεῖνα ὅμως ἀντίθετα. Ποιά εἶναι ἡ ἀπόδειξη; Τό ὅτι ὁ Παῦλος, ἄν καί ἦταν ἄνθρωπος, ἀκολουθοῦσε περισσότερο αὐτά παρά ἐκεῖνα. Ἕνα μόνο πράγμα ἦταν φοβερό γι᾿ αὐτόν καί ἀπόφευγε, τό νά ἀντιμάχεται τό Θεό, καί τίποτε ἄλλο. Ὅπως βέβαια τίποτε ἄλλο δέν τοῦ ἦταν ποθητό, ὅσο τό νά ἀρέσει στό Θεό. Καί δέ λέγω τίποτε ἀπό τά παρόντα, ἀλλά οὔτε καί ἀπό τά μέλλοντα. Καί μή μοῦ πεῖς τίς πόλεις καί τά ἔθνη καί τούς βασιλεῖς καί τά στρατόπεδα καί τά χρήματα καί τίς σατραπεῖες καί τίς δυναστεῖες, γιατί οὔτε ἱστό ἀράχνης τά θεωροῦσε αὐτά. Ἀλλά σκέψου αὐτά πού ὑπάρχουν στούς οὐρανούς καί τότε θά καταλάβεις τή σφοδρή ἀγάπη πού εἶχε γιά τό Χριστό. Γιατί ὁ Παῦλος γι᾿ αὐτήν τήν ἀγάπη δέ θαύμασε οὔτε τήν ἀξία τῶν ἀγγέλων, οὔτε τῶν ἀρχαγγέλων, οὔτε τίποτε ἄλλο παρόμοιο.


Εἶχε μέσα του πιό μεγάλο ἀπ᾿ ὅλα, τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ καί μαζί μέ τοῦτο θεωροῦσε τόν ἑαυτό του τόν πιό εὐτυχισμένο ἀπ᾿ ὅλους. Καί χωρίς αὐτό, δέν ἐπιθυμοῦσε νά γίνει ἕνας ἀπό τίς κυριότητες, οὔτε ἀπό τίς ἀρχές καί ἐξουσίες (ὀνομασίες ἀγγελικῶν ταγμάτων), ἀλλά μαζί μέ τήν ἀγάπη αὐτήν ἤθελε περισσότερο νά εἶναι ἀνάμεσα στούς τελευταίους καί τούς κολασμένους, παρά χωρίς αὐτήν ἀνάμεσα στούς πρώτους καί τιμημένους. Γιατί κόλαση γι᾿ αὐτόν ἦταν μία, τό νά χάσει τήν ἀγάπη αὐτήν. Αὐτό ἦταν γιά τόν Παῦλο γέεννα, αὐτό τιμωρία, αὐτό ἄπειρα κακά· ὅπως ἀκριβῶς καί ἀπόλαυση, τό νά πετύχει τήν ἀγάπη. Αὐτό ἦταν ἡ ζωή του, αὐτό ὁ κόσμος του, αὐτό ὁ ἄγγελός του, αὐτό τά παρόντα, αὐτό τά μέλλοντα, αὐτό βασιλεία, αὐτό ὑπόσχεση, αὐτό τά ἄπειρα ἀγαθά. Καί κάθε ἄλλο πού δέν ὁδηγοῦσε ἐδῶ, δέν τό θεωροῦσε οὔτε δυσάρεστο, οὔτε εὐχάριστο. Ἔτσι ὅμως περιφρονοῦσε ὅλα τά ὁρατά, ὅπως τό σάπιο χόρτο. Καί οἱ τύραννοι καί οἱ πόλεις πού ἄφριζαν ἀπό θυμό τοῦ φαίνονταν ὅτι εἶναι κουνούπια, ἐνῶ ὁ θάνατος καί οἱ τιμωρίες καί τά πάρα πολλά βασανιστήρια τοῦ φαίνονταν παιδικά παιχνίδια. Ἀλλά βέβαια τά ὑπόφερε γιά τό Χριστό.


3.-. Γιατί τότε τά δεχότανε μέ χαρά αὐτά καί στά δεσμά του ἔτσι ὑπερηφανευόταν, ὅπως δέ θά ὑπερηφανευόταν ὁ Νέρων ὅταν εἶχε στό κεφάλι του τό βασιλικό διάδημα. Καί ἔμεινε στή φυλακή, σάν νά ἦταν ὁ οὐρανός, καί δεχόταν τά κτυπήματα καί τίς μαστιγώσεις πιό εὐχάριστα άπό ἐκείνους πού ἁρπάζουν τά βραβεῖα. Καί τούς πόνους ἀγαποῦσε ὄχι λιγότερο ἀπό τά ἔπαθλα, θεωρώντας τούς πόνους ὅτι εἶναι ἔπαθλο. Γι᾿ αὐτό καί τούς ὀνόμαζε χάρη. Πρόσεχε ὅμως. Ἔπαθλο ἦταν, τό νά πεθάνει καί νά εἶναι μαζί μέ τό Χριστό, τό νά παραμείνει ὅμως στή ζωή, ἦταν αὐτός ὁ ἀγώνας. Ἀλλ᾿ ὅμως αὐτό προτιμᾶ περισσότερο ἀπό ἐκεῖνο καί λέγει ὅτι τοῦ εἶναι ἀναγκαιότερο. Τό νά ἀποχωρισθεῖ ἀπό τό Χριστό, ἦταν ἀγώνας καί κόπος, ἤ καλύτερα περισσότερο ἀπό ἀγώνα καί κόπο· τό νά παραμένει μαζί του, ἦταν ἔπαθλο. Αὐτό ὅμως προτιμᾶ περισσότερο ἀπό ἐκεῖνο γιά χάρη τοῦ Χριστοῦ.


Ἀλλά θά μποροῦσε ἴσως νά πεῖ κανείς, ὅτι ὅλα αὐτά τοῦ ἦταν εὐχάριστα γιά χάρη τοῦ Χριστοῦ. Αὐτό λοιπόν λέγω καί ἐγώ, ὅτι δηλαδή ἐκεῖνα πού γιά μᾶς εἶναι αἰτία λύπης, αὐτά προκαλοῦσαν σ᾿ ἐκεῖνον μεγάλη εὐχαρίστηση. Καί γιατί λέγω τούς κινδύνους καί τίς ἄλλες ταλαιπωρίες; Ἀφοῦ πραγματικά ἦταν σέ διαρκή λύπη· γι᾿ αὐτό καί ἔλεγε· «Ποιός ἀσθενεῖ καί δέν ἀσθενῶ καί ἐγώ μαζί του; ποιός σκανδαλίζεται καί δέν δοκιμάζομαι καί ἐγώ; » (Β´ Κορ. 11, 19). Ἀλλ᾿ ὅμως καί τή λύπη θά μποροῦσε νά πεῖ κανείς ὅτι εἶχε σάν εὐχαρίστηση. Γιατί πολλοί καί ὅταν χάσουν τά παιδιά τους καί τούς ἐπιτρέπεται νά θρηνοῦν, παρηγοροῦνται· ὅταν ὅμως ἐμποδίζονται, στενοχωροῦνται. Ἔτσι λοιπόν καί ὁ Παῦλος, κλαίοντας νύκτα καί ἡμέρα, παρηγοροῦνταν. Γιατί κανένας δέν πένθησε ἔτσι τά δικά του κακά, ὅπως ἐκεῖνος τά ξένα. Πῶς λοιπόν θεωρεῖς ὅτι συμπεριφέρεται, ἀφοῦ οἱ Ἰουδαῖοι δέ σώζονται, γιά νά σωθοῦν αὐτοί, ὅταν εὔχεται νά ἐκπέσει αὐτός ἀπό τήν οὐράνια δόξα; Ἑπομένως εἶναι φανερό ὅτι τό νά μή σωθοῦν αὐτοί ἦταν πολύ χειρότερο γι᾿ αὐτόν. Γιατί ἄν δέν ἦταν χειρότερο, δέν θά εὐχόταν ἐκεῖνο (Βλ. Ρωμ. 9, 3), ἀφοῦ τό προτίμησε σάν ἐλαφρότερο καί πού ἔχει μεγαλύτερη παρηγοριά. Καί ὄχι ἁπλῶς ἤθελε, ἀλλά φώναζε λέγοντας, «Ὅτι ὑπάρχει μέσα μου λύπη καί ἀδιάκοπος πόνος στήν καρδιά μου» ( Ρωμ. 9, 2).


Αὐτό λοιπόν πού ὑπόφερε καθημερινά, σχεδόν, γιά ὅλους τούς κατοίκους τῆς οἰκουμένης, καί γιά ὅλους μαζί, καί γιά τά ἔθνη, καί γιά τίς πόλεις καί γιά τόν καθένα χωριστά, μέ ποιόν θά μπορέσει νά τόν συγκρίνει κανείς; μέ ποιό σίδηρο; μέ ποιό διαμάντι; Τί θά μποροῦσε νά ἀποκαλέσει κανείς τήν ψυχήν ἐκείνη; χρυσή ἤ ἀδαμάντινη; γιατί ἦταν σκληρότερη ἀπό κάθε διαμάντι καί πολυτιμότερη ἀπό τό χρυσάφι καί τίς πολύτιμες πέτρες. Θά ξεπεράσει λοιπόν τήν ἀντοχή τοῦ διαμαντιοῦ καί τήν ἀξία τοῦ χρυσοῦ. Μέ ποιό λοιπόν στοιχεῖο θά μποροῦσε νά τήν συγκρίνει κανείς; Μέ κανένα ἀπό αὐτά πού ὑπάρχουν. Ἄν ὅμως ὁ Χριστός μποροῦσε νά γίνει διαμάντι καί τό διαμάντι χρυσός, τότε κάπως θά μπορέσει νά τή συγκρίνει μέ τήν εἰκόνα τους.


4.-. Ἀλλά γιατί νά τήν συγκρίνω μέ διαμάντι καί χρυσό; Σύγκρινε ὅλο τόν κόσμο, καί τότε θά δεῖς ὅτι ἡ ψυχή τοῦ Παύλου ἔχει περισσότερη ἀξία. Γιατί ἀφοῦ γι᾿ αὐτούς πού διακρίθηκαν φορώντας γιά ροῦχα δέρματα ζώων καί ζώντας σέ σπήλαια καί σέ τρύπες τῆς γῆς λέγει ὁ Παῦλος τοῦτο (Βλ. Ἑβρ. 11, 38), πολύ περισσότερο θά μπορούσαμε ἐμεῖς νά τό ποῦμε γι᾿ αὐτόν, ἐπειδή πραγματικά ἦταν πιό ἄξιος ἀπ᾿ ὅλους. Ἐάν λοιπόν ὁ κόσμος δέν ἦταν ἰσάξιος τοῦ Παύλου, ποιός ἦταν ἰσάξιός του; μήπως ὁ οὐρανός; Ἀλλά καί αὐτό εἶναι μικρό. Γιατί ἀφοῦ αὐτός ἀπό τόν οὐρανό καί τά εὑρισκόμενα στούς οὐρανούς προτίμησε τήν ἀγάπη τοῦ Κυρίου, πολύ περισσότερο ὁ Κύριος πού εἶναι τόσο ἀγαθότερος ἀπ᾿ αὐτόν, ὅσο ἡ ἀγαθότητα ἀπό τήν πονηρία, θά τόν προτιμήσει αὐτόν ἀπό ἄπειρους οὐρανούς. Γιατί δέν μᾶς ἀγαπᾶ μέ ὅμοιο τρόπο, πού ἐμεῖς τόν ἀγαποῦμε, ἀλλά τόσο περισσότερο, ὅσο οὔτε μέ λόγια δέν εἶναι δυνατό νά τό παραστήσουμε.


Πρόσεχε λοιπόν γιά πόσα τόν θεώρησε ἄξιο καί πρίν ἀπό τή μέλλουσα ἀνάσταση. Στόν Παράδεισο τόν ἅρπαξε, στόν τρίτο οὐρανό τόν ἀνέβασε, τοῦ φανέρωσε τέτοια ἀπόρρητα, τά ὁποῖα δέν ἐπιτρέπεται σέ κανένα ἄνθρωπο νά πεῖ. Καί πολύ σωστά. Γιατί ἐνῶ βάδιζε στή γῆ, σάν νά περιπολοῦσε μαζί μέ τούς ἀγγέλους, ἔτσι ἔκαμε τά πάντα, καί ἐνῶ εἶχε θνητό σῶμα, παρουσίαζε τήν καθαρότητα τῶν ἀγγέλων, καί ἐνῶ ὑπέκειτο σέ τόσες ἀνάγκες, προσπαθοῦσε νά μή φανεῖ καθόλου κατώτερος ἀπό τίς οὐράνιες δυνάμεις. Γιατί πραγματικά σάν ἀσώματος περιφρονοῦσε τούς πόνους καί τούς κινδύνους, καί σάν νά κέρδισε ἤδη τόν οὐρανό, περιφρονοῦσε τά γήινα, καί σάν νά συναναστρεφόταν μαζί μ᾿ αὐτές τίς ἀσώματες δυνάμεις ἔτσι ἦταν σέ διαρκή ἐγρήγορση.


Βέβαια πολλές φορές ἄγγελοι ἀνέλαβαν νά προστατεύουν διάφορα ἔθνη. Ἀλλά κανένας ἀπό αὐτούς τό ἔθνος, πού τοῦ παραδόθηκε, δέν τό φρόντισε ἔτσι, ὅπως ὁ Παῦλος ὁλόκληρη τήν οἰκουμένη. Καί μή μοῦ πεῖς ὅτι ὁ Παῦλος δέν ἦταν αὐτός πού τά ἔκαμνε, καθόσον καί ἐγώ τό ὁμολογῶ. Γιατί καί ἄν δέν ἦταν αὐτός πού τά ἐκτελοῦσε αὐτά, ἀλλά οὔτε ἦταν τόσο ἀνάξιος τῶν ἐπαίνων γι᾿ αὐτά, ἀφοῦ ἑτοίμασε τόν ἑαυτό του τόσο ἄξιο αὐτῆς τῆς μεγάλης χάρης. Ὁ Μιχαήλ ἀνάλαβε τό ἔθνος τῶν Ἰουδαίων (Βλ. Δαν. 12, 1 καί 10, 13.21), ὁ Παῦλος ὅμως τή γῆ καί τή θάλασσα καί τό κατοικούμενο μέρος καί τό ἀκατοίκητο. Καί αὐτά δέν τά λέγω μέ σκοπό νά προσβάλλω τούς ἀγγέλους, μακριά ἀπό μιά τέτοια σκέψη, ἀλλά γιά νά ἀποδείξω ὅτι εἶναι δυνατό, ἐνῶ εἶναι κανείς ἄνθρωπος, νά εἶναι μαζί μ᾿ ἐκείνους καί νά στέκεται κοντά τους. Καί γιά ποιό λόγο δέν ἀνέλαβαν αὐτά οἱ ἄγγελοι; Γιά νά μήν ἔχεις καμία δικαιολογία ὅταν εἶσαι ἀδιάφορος, οὔτε νά καταφεύγεις στή διαφορά τῆς φύσης ὅταν παραμένεις ἄπρακτος. Ἄλλωστε καί τό θαῦμα γινόταν μεγαλύτερο. Πῶς λοιπόν δέν εἶναι θαυμαστό καί παράξενο, ὁ λόγος πού ἔβγαινε ἀπό ἀνθρώπινη γλώσσα νά διώχνει τό θάνατο, νά συγχωρεῖ ἁμαρτίες, νά διορθώνει τήν ἀνάπηρη φύση καί νά κάνει οὐρανό τή γῆ;


5.-. Γι᾿ αὐτό ἐκπλήσσομαι μέ τή δύναμη τοῦ Θεοῦ, γι᾿ αὐτά θαυμάζω τήν προθυμία τοῦ Παύλου, ἐπειδή δέχτηκε τόση χάρη, ἐπειδή ἔκαμε τέτοιον τόν ἑαυτό του. Καί σᾶς παρακαλῶ νά μή θαυμάζετε μόνο, ἀλλά καί νά μιμεῖσθε τό παράδειγμα αὐτό τῆς ἀρετῆς, γιατί ἔτσι θά μπορέσουμε νά λάβουμε τά ἴδια μ᾿ ἐκεῖνον στεφάνια. Ἐάν ὅμως ἀπορεῖς ἀκούοντας ὅτι, ἄν κατορθώσεις τά ἴδια, θά πετύχεις τά ἴδια μέ τόν Παῦλο, ἄκουσε αὐτόν νά λέγει τά ἑξῆς· «Ἔχω ἀγωνισθεῖ τόν καλό ἀγώνα, ἔχω φθάσει στό τέλος τοῦ δρόμου, ἔχω διαφυλάξει τήν πίστη. Λοιπόν μοῦ ἐπιφυλάσσεται τό στεφάνι τῆς δικαιοσύνης, πού θά μοῦ δώσει σάν ἀνταμοιβή ὁ Κύριος, ὁ δίκαιος κριτής, κατά τήν ἡμέρα ἐκείνη· καί ὄχι μόνο σ᾿ ἐμένα, ἀλλά καί σ᾿ ὅλους πού ἔχουν ἀγαπήσει τήν ἐμφάνισή του» (Β´ Τιμ. 4, 7-8).


Βλέπεις πῶς ὅλους τούς καλεῖ στήν ἴδια κοινωνία; Ἐπειδή λοιπόν ὑπάρχουν τά ἴδια γιά ὅλους, ἄς φροντίσουμε ὅλοι νά γίνουμε ἄξιοι τῶν ἀγαθῶν τά ὁποῖα μᾶς ἔχει ὑποσχεθεῖ. Καί ἄς μή δοῦμε μόνο τό μέγεθος καί τήν ἔκταση τῶν κατορθωμάτων, ἀλλά καί τό πάθος τῆς προθυμίας, μέ τήν ὁποία ἀπέσπασε τόση χάρη, καί τή συγγένεια τῆς φύσης, γιατί εἶχε ὅλα αὐτά τά κοινά μ᾿ ἐμᾶς. Καί ἔτσι καί τά ὑπερβολικά δύσκολα θά μᾶς φανοῦν εὔκολα καί ἐλαφρά, καί ἀφοῦ κοπιάσουμε στό σύντομο αὐτό χρόνο, θά φορέσουμε τό ἄφθαρτο καί ἀθάνατο ἐκεῖνο στεφάνι, μέ τή χάρη καί τή φιλανθρωπία τoῦ Kυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, στόν ὁποῖο ἀνήκει ἡ δόξα καί ἡ δύναμη τώρα καί πάντοτε, καί στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

 


Πρωτότυπο κείμενο

Ἐγκώμιον εἰς τὸν ἅγιον ἀπόστολον Παῦλον λόγος β

2.1 Τί ποτέ ἐστιν ἄνθρωπος͵ καὶ ὅση τῆς φύσεως τῆς ἡμετέρας ἡ εὐγένεια͵ καὶ ὅσης ἐστὶ δεκτικὸν ἀρετῆς τουτὶ τὸ ζῶον͵ ἔδειξε μάλιστα πάντων ἀνθρώπων Παῦλος· καὶ νῦν ἕστηκεν͵ ἐξ οὗ γέγονε͵ λαμπρᾷ τῇ φωνῇ πρὸς ἅπαντας τοὺς ἐγκαλοῦντας ἡμῶν τῇ κατασκευῇ ἀπολογούμενος ὑπὲρ τοῦ Δεσπότου͵ καὶ προτρέπων ἐπ΄ ἀρετῇ͵ καὶ τὰ ἀναίσχυντα τῶν βλασφήμων ἐμφράττων στόματα͵ καὶ δεικνὺς ὅτι ἀγγέλων καὶ ἀνθρώπων οὐ πολὺ τὸ μέσον͵ ἐὰν ἐθέλωμεν προσέχειν ἑαυτοῖς. Οὐ γὰρ ἄλλην φύσιν λαχών͵ οὐδὲ ἑτέρας κοινωνήσας ψυχῆς͵ οὐδὲ ἄλλον οἰκήσας κόσμον͵ ἀλλ΄ ἐν τῇ αὐτῇ γῇ καὶ χώρᾳ καὶ νόμοις καὶ ἔθεσι τραφείς͵ πάντας ἀνθρώπους ὑπερηκόντισε τοὺς ἐξ οὗ γεγόνασιν ἄνθρωποι γενομένους. Ποῦ τοίνυν οἱ λέγοντες ὅτι δύσκολον ἡ ἀρετή͵ καὶ εὔκολον ἡ κακία; Οὗτος γὰρ ἀντιφθέγγεται τούτοις͵ λέγων· Τὸ παραυτίκα ἐλαφρὸν τῆς θλίψεως καθ΄ ὑπερβολὴν εἰς ὑπερβολὴν αἰώνιον βάρος δόξης κατεργάζεται. Εἰ δὲ αἱ τοιαῦται θλίψεις ἐλαφραί͵ πολλῷ μᾶλλον αἱ οἴκοθεν ἡδοναί. 

2.2 Καὶ οὐ τοῦτο μόνον ἐστὶν αὐτοῦ τὸ θαυμαστόν͵ ὅτι περιουσίᾳ τῆς προθυμίας οὐδὲ ᾐσθάνετο τῶν πόνων τῶν ὑπὲρ τῆς ἀρετῆς͵ ἀλλ΄ ὅτι οὐδὲ ἐπὶ μισθῷ ταύτην μετῄει. Ἡμεῖς μὲν γὰρ οὐδὲ μισθῶν προκειμένων ἀνεχόμεθα τῶν ὑπὲρ αὐτῆς ἱδρώτων· ἐκεῖνος δὲ καὶ χωρὶς τῶν ἐπάθλων αὐτὴν ἠσπάζετο καὶ ἐφίλει͵ καὶ τὰ δοκοῦντα αὐτῆς εἶναι κωλύματα μετὰ πάσης ὑπερήλατο τῆς εὐκολίας· καὶ οὔτε σώματος ἀσθένειαν͵ οὐ πραγμάτων περίστασιν͵ οὐ φύσεως τυραννίδα͵ οὐκ ἄλλο οὐδὲν ᾐτιάσατο. Καίτοι καὶ στρα τηγῶν καὶ βασιλέων ἁπάντων τῶν ὄντων ἐπὶ γῆς μείζονα φροντίδα ἐγχειρισθείς͵ ἀλλ΄ ὅμως καθ΄ ἑκάστην ἤκμαζε τὴν ἡμέραν. Καὶ τῶν κινδύνων ἐπιτεινομένων αὐτῷ͵ νεαρὰν ἐκέκτητο τὴν προθυμίαν͵ καὶ τοῦτο δηλῶν ἔλεγε· Τῶν μὲν ὀπίσω ἐπιλανθανόμενος͵ τοῖς δὲ ἔμπροσθεν ἐπεκτεινό μενος· καὶ θανάτου προσδοκωμένου͵ εἰς κοινωνίαν τῆς ἡδονῆς ταύτης ἐκάλει λέγων· Χαίρετε καὶ συγχαίρετέ μοι· καὶ κινδύνων ἐπικειμένων καὶ ὕβρεων͵ καὶ ἀτιμίας ἁπάσης͵ ἐσκίρτα πάλιν͵ καὶ Κορινθίοις ἐπιστέλλων ἔλεγε· Διὸ καὶ εὐδοκῶ ἐν ἀσθενείαις͵ ἐν ὕβρεσιν͵ ἐν διωγμοῖς· 

2.3 Καὶ ὅπλα δὲ αὐτὰ δικαιοσύνης ἐκάλεσε͵ δεικνὺς ὅτι καὶ ἐντεῦθεν τὰ μέγιστα ἐκαρποῦτο͵ καὶ τοῖς ἐχθροῖς πάντοθεν ἀχείρωτος ἦν· καὶ πανταχοῦ μαστιζόμενος͵ ὑβρι ζόμενος͵ λοιδορούμενος͵ ὥσπερ ἐν θριάμβοις ἐμπομπεύων͵ καὶ τὰ τρόπαια συνεχῆ πανταχοῦ γῆς ἱστάς͵ οὕτως ἐκαλ λωπίζετο͵ καὶ χάριν ὡμολόγει τῷ Θεῷ λέγων· Χάρις δὲ τῷ Θεῷ τῷ πάντοτε θριαμβεύοντι ἡμᾶς. Καὶ τὴν ἀσχη μοσύνην καὶ τὴν ὕβριν τὴν διὰ τὸ κήρυγμα μᾶλλον͵ ἢ ἡμεῖς τὴν τιμὴν ἐδίωκε͵ καὶ τὸν θάνατον͵ ἢ ἡμεῖς τὴν ζωήν͵ καὶ τὴν πενίαν͵ ἢ τὸν πλοῦτον ἡμεῖς͵ καὶ τοὺς πόνους μᾶλλον͵ ἢ τὰς ἀνέσεις ἕτεροι͵ καὶ οὐχ ἁπλῶς μᾶλλον͵ ἀλλὰ πολλῷ μᾶλλον͵ καὶ τὸ λυπεῖσθαι πλέον͵ ἢ μᾶλλον͵ ἀλλὰ πολλῷ μᾶλλον͵ καὶ τὸ λυπεῖσθαι πλέον͵ ἢ τὸ χαίρειν ἕτεροι͵ τὸ ὑπερεύχεσθαι τῶν ἐχθρῶν μᾶλλον͵ ἢ τὸ κατεύχεσθαι ἕτεροι. Καὶ ἀντέστρεψε τῶν πραγμάτων τὴν τάξιν͵ μᾶλλον δὲ ἡμεῖς ἀντεστρέψαμεν͵ ἐκεῖνος δέ͵ ὥσπερ ὁ Θεὸς ἐνομοθέτησεν͵ οὕτως αὐτὴν ἐφύλαττε. Ταῦτα μὲν γὰρ κατὰ φύσιν ἅπαντα͵ ἐκεῖνα δὲ τοὐναντίον. Τίς τούτων ἀπόδειξις; Παῦλος͵ ἄνθρωπος ὤν͵ καὶ τούτοις ἐπιτρέχων μᾶλλον ἢ ἐκείνοις. 

2.4 Ἓν τούτῳ φοβερὸν ἦν μόνον καὶ φευκτόν͵ τὸ προσ κροῦσαι Θεῷ͵ ἕτερον δὲ οὐδέν· ὥσπερ οὖν οὐδὲ ποθεινὸν ἄλλο τι͵ ὡς τὸ ἀρέσαι Θεῷ· καὶ οὐ λέγω τῶν παρόντων οὐδέν͵ ἀλλ΄ οὐδὲ τῶν μελλόντων. Μὴ γάρ μοι πόλεις εἴπῃς καὶ ἔθνη καὶ βασιλεῖς καὶ στρατόπεδα καὶ ὅπλα καὶ χρήματα καὶ σατραπείας καὶ δυναστείας· οὐδὲ γὰρ ἀράχνην ταῦτα εἶναι ἐνόμισεν· ἀλλ΄ αὐτὰ τὰ ἐν τοῖς οὐρανοῖς τίθει͵ καὶ τότε αὐτοῦ ὄψει τὸν σφοδρὸν ἔρωτα τὸν πρὸς τὸν Χριστόν. Οὗτος γὰρ πρὸς ἐκεῖνο τὸ φίλτρον͵ οὐκ ἀγγέλων ἀξίαν ἐθαύμασεν͵ οὐκ ἀρχαγγέλων͵ οὐκ ἄλλο τοιοῦτον οὐδέν. Τὸ γὰρ ἁπάντων μεῖζον εἶχεν ἐν ἑαυτῷ͵ τὸν τοῦ Χριστοῦ ἔρωτα· μετὰ τούτου πάντων ἑαυτὸν μακαριώτερον εἶναι ἐνόμισε. Καὶ τούτου χωρίς͵ οὐδὲ τῶν κυριοτήτων καὶ τῶν ἀρχῶν καὶ τῶν ἐξουσιῶν γενέσθαι ηὔχετο͵ ἀλλὰ μετὰ τῆς ἀγάπης ταύτης ἐν ἐσχάτοις εἶναι ἐβούλετο μᾶλλον καὶ τῶν κολαζομένων͵ ἢ ταύτης χωρίς͵ τῶν ἄκρων καὶ τῶν τιμωμένων. 

2.5 Κόλασις γὰρ ἐκείνῳ μία͵ τὸ τῆς ἀγάπης ταύτης ἀπο τυχεῖν. Τοῦτο αὐτῷ γέεννα͵ τοῦτο τιμωρία͵ τοῦτο μυρία κακά͵ ὥσπερ καὶ ἀπόλαυσις͵ τὸ ταύτης ἐπιτυχεῖν· τοῦτο ζωή͵ τοῦτο κόσμος͵ τοῦτο ἄγγελος͵ τοῦτο παρόντα͵ τοῦτο μέλλοντα͵ τοῦτο βασιλεία͵ τοῦτο ἐπαγγελία͵ τοῦτο τὰ μυρία ἀγαθά. Ἕτερον δὲ οὐδὲν τῶν μὴ φερόντων ἐνταῦθα͵ οὔτε λυπηρόν͵ οὔτε ἡδὺ εἶναι ἐνόμιζεν· ἀλλ΄ οὕτω κατεφρόνει τῶν ὁρωμένων πάντων͵ ὡς τῆς κατασηπο μένης βοτάνης. Τύραννοι δὲ αὐτῷ͵ καὶ δῆμοι θυμοῦ πνέοντες͵ κώνωπες εἶναι ἐδόκουν· θάνατος δὲ αὐτῷ καὶ πνέοντες͵ κώνωπες εἶναι ἐδόκουν· θάνατος δὲ αὐτῷ καὶ τιμωρίαι καὶ μυρίαι κολάσεις͵ παίδων ἀθύρματα· πλὴν εἴ ποτε διὰ τὸν Χριστὸν ὑπέμενε. Τότε γὰρ καὶ ταῦτα ἠσπά ζετο͵ καὶ εἰς τὴν ἅλυσιν οὕτως ἐκαλλωπίζετο͵ ὡς οὐδὲ τὸ διάδημα Νέρων ἐπὶ τῆς κεφαλῆς ἔχων· καὶ τὸ δεσμω τήριον δὲ ᾤκει͵ ὡς αὐτὸν τὸν οὐρανόν͵ καὶ τραύματα καὶ μάστιγας ἐδέχετο ἥδιον τούτων τῶν τὰ βραβεῖα ἁρπαζόν των· καὶ τοὺς πόνους ἐφίλει τῶν ἐπάθλων οὐχ ἧττον͵ ἔπαθλον τοὺς πόνους εἶναι νομίζων· διὰ τοῦτο καὶ χάριν αὐτοὺς ἐκάλει. 

2.6 Σκόπει δέ. Ἔπαθλον ἦν͵ τὸ ἀναλῦσαι καὶ σὺν Χριστῷ εἶναι͵ τὸ δὲ ἐπιμεῖναι τῇ σαρκί͵ ὁ ἀγὼν οὗτος· ἀλλ΄ ὅμως τοῦτο μᾶλλον αἱρεῖται ἐκείνου͵ καὶ ἀναγκαιό τερον αὐτῷ εἶναί φησι· τὸ ἀνάθεμα ἀπὸ Χριστοῦ γενέσθαι͵ ἀγὼν ἦν καὶ πόνος͵ μᾶλλον δὲ καὶ ὑπὲρ ἀγῶνα καὶ πόνον· τὸ εἶναι μετ΄ αὐτοῦ͵ ἔπαθλον. Ἀλλὰ τοῦτο μᾶλλον αἱρεῖται ἐκείνου διὰ τὸν Χριστόν. Ἀλλ΄ ἴσως εἴποι τις ἂν ὅτι πάντα ταῦτα διὰ τὸν Χριστὸν ἡδέα αὐτῷ ἦν. Τοῦτο γὰρ καὶ ἐγώ φημι͵ ὅτι ἅπερ ἀθυμίας ἡμῖν αἴτια͵ ταῦτα ἐκείνῳ μεγάλην ἔτικτεν ἡδονήν. Καὶ τί λέγω κινδύνους καὶ τὰς ἄλλας ταλαιπωρίας; Καὶ γὰρ ἐν ἀθυμίᾳ διηνεκεῖ ἦν· διὸ καὶ ἔλεγε· Τίς ἀσθενεῖ͵ καὶ οὐκ ἀσθενῶ; τίς σκανδαλίζεται͵ καὶ οὐκ ἐγὼ πυροῦμαι; Πλὴν εἰ καὶ τὴν ἀθυμίαν ἡδονὴν ἔχειν εἴποι τις ἄν. Πολλοὶ γὰρ καὶ τῶν τέκνα ἀποβαλόντων͵ συγχωρούμενοι μὲν θρηνεῖν͵ παραμυθίαν λαμβάνουσι· κωλυόμενοι δέ͵ ἀλγοῦσι· καθάπερ οὖν καὶ ὁ Παῦλος͵ νυκτὸς καὶ ἡμέρας δακρύων͵ παραμυθίαν ἐλάμβανεν· οὐδεὶς γὰρ οὕτω τὰ οἰκεῖα ἐπέν θησε κακά͵ ὡς τὰ ἀλλότρια ἐκεῖνος. Πῶς γὰρ οἴει δια κεῖσθαι αὐτὸν Ἰουδαίων οὐ σωζομένων͵ ἵνα σωθῶσιν͵ εὐχόμενον ἐκπεσεῖν τῆς ἄνωθεν δόξης; Ὅθεν δῆλον ὅτι τὸ μὴ σώζεσθαι αὐτοὺς πολλῷ χαλεπώτερον ἦν. Εἰ γὰρ μὴ χαλεπώτερον͵ οὐκ ἂν ηὔξατο ἐκεῖνο· ὡς γὰρ κουφό τερον εἵλετο͵ καὶ μᾶλλον ἔχον παραμυθίαν· καὶ οὐχ ἁπλῶς ἐβούλετο͵ ἀλλὰ καὶ ἐβόα λέγων· Ὅτι λύπη μοί ἐστι͵ καὶ ὀδύνη τῇ καρδίᾳ μου. 

2.7 Τὸν οὖν καθ΄ ἑκάστην͵ ὡς εἰπεῖν͵ ὑπὲρ τῶν τὴν οἰκουμένην οἰκούντων ἀλγοῦντα͵ καὶ ὑπὲρ ἁπάντων κοινῇ͵ καὶ ἐθνῶν͵ καὶ πόλεων͵ καὶ ὑπὲρ ἑνὸς ἑκάστου͵ τίνι ἄν τις δυνηθείη παραβαλεῖν; ποίῳ σιδήρῳ; ποίῳ ἀδάμαντι; Τί ἄν τις ἐκείνην καλέσειε τὴν ψυχήν; χρυσῆν͵ ἢ ἀδα μαντίνην; καὶ γὰρ ἀδάμαντος ἦν παντὸς στερροτέρα͵ καὶ χρυσοῦ καὶ λίθων τιμίων τιμιωτέρα· κἀκείνης μὲν οὖν τῆς ὕλης τὴν εὐτονίαν παρελάσει͵ ταύτης δὲ τὴν πολυτέλειαν. Τίνι ἂν οὖν τις αὐτὴν παραβάλοι; Τῶν μὲν οὐσῶν οὐδε μιᾷ. Εἰ δὲ χρυσὸς ἀδάμας γένοιτο͵ καὶ ἀδάμας χρυσός͵ τότε ὁπωσοῦν αὐτῶν τεύξεται τῆς εἰκόνος. Ἀλλὰ τί μοι δεῖ παραβάλλειν ἀδάμαντι καὶ χρυσῷ; Τὸν κόσμον ἀντίθες ἅπαντα͵ καὶ τότε ὄψει καθέλκουσαν τοῦ Παύλου τὴν ψυχήν. Εἰ γὰρ περὶ τῶν ἐν μηλωταῖς καὶ σπηλαίοις καὶ ἐν μικρῷ μέρει τῆς οἰκουμένης διαπρεψάντων τοῦτό φησιν ἐκεῖνος͵ πολλῷ μᾶλλον περὶ αὐτοῦ ἂν εἴποιμεν ἡμεῖς͵ ὡς ὅτι πάντων ἀντάξιος ἦν. Εἰ τοίνυν ὁ κόσμος αὐτοῦ οὐκ ἄξιος͵ τίς ἄξιος; τάχα ὁ οὐρανός; Ἀλλὰ καὶ τοῦτο σμικρόν. Εἰ γὰρ αὐτὸς οὐρανοῦ μετὰ τῶν ἐν τοῖς οὐρανοῖς προετίμησε τοῦ Δεσπότου τὴν ἀγάπην͵ πολλῷ μᾶλλον ὁ Δεσπότης ὁ τοσοῦτον αὐτοῦ ἀγαθώτερος͵ ὅσον πονηρίας ἀγαθότης͵ μυρίων αὐτὸν οὐρανῶν προτιμήσει. Οὐ γὰρ ὁμοίως ἡμᾶς φιλεῖ͵ καθάπερ ἡμεῖς αὐτόν͵ ἀλλὰ τοσούτῳ πλέον͵ ὅσον οὐδὲ λόγῳ παραστῆσαι ἔνι. 

2.8 Σκόπει γοῦν ἡλίκων αὐτὸν καὶ πρὸ τῆς μελλούσης ἠξίωσεν ἀναστάσεως. Εἰς παράδεισον ἥρπασεν͵ εἰς τρίτον ἀνήγαγεν οὐρανόν͵ ἀπορρήτων ἐποίησε κοινωνὸν τοιούτων͵ ἃ μηδενὶ τῶν τὴν ἀνθρωπίνην λαχόντων φύσιν θέμις εἰπεῖν. Καὶ μάλα εἰκότως· καὶ γὰρ ἐν γῇ βαδίζων͵ ὡς μετὰ ἀγγέλων περιπολῶν͵ οὕτως ἔπραττεν ἅπαντα· καὶ σώματι θνητῷ συνδεδεμένος͵ τὴν ἐκείνων καθαρότητα ἐπε δείκνυτο͵ καὶ ἀνάγκαις τοσαύταις ὑποκείμενος͵ ἐφιλονείκει τῶν ἄνω δυνάμεων μηδὲν ἔλαττον φανῆναι. Καὶ γὰρ ὡς πτηνὸς τὴν οἰκουμένην διέδραμε͵ καὶ ὡς ἀσώματος πόνων ὑπερεώρα καὶ κινδύνων͵ καὶ ὡς τὸν οὐρανὸν ἤδη λαχὼν͵ κατεφρόνει τῶν ἐπὶ γῆς͵ καὶ ὡς μετ΄ αὐτῶν ἀναστρεφό μενος τῶν ἀσωμάτων δυνάμεων͵ οὕτω διηνεκῶς ἐγρη γορὼς ἦν. Καίτοι γε ἄγγελοι πολλάκις ἐνεχειρίσθησαν ἔθνη διάφορα· ἀλλ΄ οὐδὲ εἷς αὐτῶν τὸ ἔθνος͵ ὃ ἐνεπιστεύ θη͵ οὕτως ᾠκονόμησεν͵ ὡς Παῦλος τὴν οἰκουμένην ἅπασαν. Καὶ μή μοι λέγε ὅτι Παῦλος οὐκ ἦν ὁ ταῦτα οἰκονομῶν· καὶ γὰρ καὶ αὐτὸς ὁμολογῶ. Εἰ γὰρ καὶ μὴ αὐτὸς ἦν ὁ ταῦτα ἀνύων͵ ἀλλ΄ οὐδὲ οὕτως ἐκτὸς ἦν τῶν ἐπὶ τούτοις ἐπαίνων͵ ἐπειδὴ ἑαυτὸν οὕτω κατεσκεύασεν ἄξιον τῆς τοσαύτης χάριτος. Ὁ Μιχαὴλ τὸ τῶν Ἰουδαίων ἔθνος ἐνεχειρίσθη. Παῦλος δὲ γῆν καὶ θάλατταν͵ καὶ τὴν οἰκουμένην͵ καὶ τὴν ἀοίκητον. 

2.9 Καὶ ταῦτα οὐκ ἀγγέλους ὑβρίζων λέγω͵ μὴ γένοιτο͵ ἀλλὰ δεικνὺς ὅτι δυνατὸν ἄνθρωπον ὄντα μετ΄ ἐκείνων εἶναι͵ καὶ ἐγγὺς αὐτῶν ἑστάναι. Καὶ τίνος ἕνεκεν οὐκ ἄγγελοι ταῦτα ἐνεχειρίσθησαν; Ἵνα μηδεμίαν ἀπολογίαν ἔχῃς ῥᾳθυμῶν͵ μηδὲ εἰς τὴν διαφορὰν τῆς φύσεως κατα φεύγῃς καθεύδων· ἄλλως δὲ καὶ τὸ θαῦμα μεῖζον ἐγίνετο. Πῶς γὰρ οὐ θαυμαστὸν καὶ παράδοξον͵ ἀπὸ γλώττης πηλίνης ἐκπηδῶντα λόγον͵ θάνατον φυγαδεύειν͵ ἁμαρτή ματα λύειν͵ πεπηρωμένην διορθοῦν φύσιν͵ καὶ τὴν γῆν ἐργάζεσθαι οὐρανόν; Διὰ τοῦτο ἐκπλήττομαι τοῦ Θεοῦ τὴν δύναμιν͵ διὰ ταῦτα θαυμάζω τοῦ Παύλου τὴν προθυ μίαν͵ ὅτι τοσαύτην ὑπεδέξατο χάριν͵ ὅτι τοιοῦτον παρε σκεύασεν ἑαυτόν. 

2.10 Καὶ ὑμᾶς παρακαλῶ μὴ θαυμάζειν μόνον͵ ἀλλὰ καὶ μιμεῖσθαι τὸ ἀρχέτυπον τοῦτο τῆς ἀρετῆς· οὕτω γὰρ δυνησόμεθα τῶν αὐτῶν στεφάνων κοινωνῆσαι ἐκείνῳ. Εἰ δὲ θαυμάζεις ἀκούων ὅτι͵ τὰ αὐτὰ κατορθώσας͵ τῶν αὐτῶν ἐπιτεύξῃ͵ ἄκουσον αὐτοῦ ταῦτα λέγοντος· Τὸν ἀγῶνα τὸν καλὸν ἠγώνισμαι͵ τὸν δρόμον τετέλεκα͵ τὴν πίστιν τετήρηκα· λοιπὸν ἀπόκειταί μοι ὁ τῆς δικαιοσύνης στέφανος͵ ὃν ἀποδώσει μοι Κύριος ὁ δίκαιος κριτὴς ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ· οὐ μόνον δὲ ἐμοί͵ ἀλλὰ καὶ πᾶσι τοῖς ἠγαπηκόσι τὴν ἐπιφάνειαν αὐτοῦ. Ὁρᾷς πῶς πάντας εἰς τὴν αὐτὴν κοινωνίαν καλεῖ; Ἐπεὶ οὖν ἅπασι πρόκειται τὰ αὐτά͵ πάντες σπουδά σωμεν ἄξιοι γενέσθαι τῶν ἐπηγγελμένων ἀγαθῶν· καὶ μὴ μόνον τὸ μέγεθος καὶ τὸν ὄγκον τῶν κατορθωμάτων ἴδωμεν͵ ἀλλὰ καὶ τὸν τόνον τῆς προθυμίας͵ δι΄ ἧς τοσαύτην ἐπεσπάσατο χάριν͵ καὶ τὸ τῆς φύσεως συγγενές· τῶν γὰρ αὐτῶν ἡμῖν ἐκοινώνησεν ἁπάντων. Καὶ οὕτω καὶ τὰ σφόδρα δυσκατόρθωτα͵ ῥᾴδια ἡμῖν φανεῖται καὶ κοῦφα͵ καὶ τὸν βραχὺν τοῦτον καμόντες χρόνον͵ τὸν ἀγήρω καὶ ἀθάνατον ἐκεῖνον στέφανον φοροῦντες διατελέσομεν͵ χάριτι καὶ φιλανθρωπίᾳ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ͵ ᾧ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Οἱ συνέπειες τῆς Ἀναστάσεως στὴν καθημερινὴ ζωή π.Ἰωνᾶς Μοῦρτος





Ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι τὸ πιὸ σημαντικὸ μήνυμα στὴ ζωή μας. Ἂς προσπαθήσουμε νὰ τὸ δοῦμε ὄχι μόνο ἀπὸ τὴν θεολογικὴ - θρησκευτική του πλευρά, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ὀπτικὴ γωνία τοῦ κοινοῦ, τοῦ καθημερινοῦ ἀνθρώπου.

Ὅπου καὶ νὰ κοιτάξω στὴν ζωή μου βλέπω τὸν θάνατο νὰ παραμονεύει. Πρῶτα-πρῶτα ὅλοι ξέρουμε ὅτι εἶναι αὐτὸς ποὺ ἔχει τὸν τελευταῖο λόγο, ὁ τελικὸς νικητής. Τὸ ξέρει καὶ τὸ ξέρουμε ὅτι δὲν θὰ τοῦ ξεφύγουμε στὸ τέλος.

Στὸ διάβα στῆς ζωῆς μου βιώνω πολλοὺς θανάτους πρὶν ἀπὸ τὸν τελικό. Τὸ θάνατο τῶν ἐλπίδων μου καὶ τῶν προσδοκιῶν μου γιὰ μιὰ καλλίτερη ζωή. Τὴν ἀποτυχία πολλῶν σχεδίων. Ἡ ζωή μας εἶναι τόσα ὄνειρα, τόσες ὡραῖες προσδοκίες, ἀλλὰ οἱ πιὸ πολλὲς πεθαίνουν, δὲν πραγματοποιοῦνται, καὶ τελικὰ ἀφήνουν τὴν πίκρα, ἢ τὴν δικαιολογία τῆς συνθηκολόγησης, ὅτι ἔτσι εἶναι ἡ ζωή.

Τὸν διακρίνω νὰ ἀρχίζει νὰ ροκανίζει τὴν δύναμή μου, τὴν νιότη μου, πιὸ πολὺ τὴν διανοητική μου ἱκανότητα. Προσπαθεῖ νὰ σβήσει τὴ μνήμη μου. Ἀσπρίζει τὰ μαλλιά μου. Δὲν μὲ ἀφήνει νὰ βλέπω τὸν κόσμο.

Πολλὰ θὰ μποροῦσα νὰ πῶ ἀλλὰ ἴσως δὲν χρειάζεται, ὅλοι μας ξέρουμε πῶς εἶναι τὸ ἄσχημο πρόσωπο τοῦ θανάτου (Χεμινγουέι). Καὶ ἂν πεῖ κανείς, δὲν μὲ νοιάζει μπορῶ νὰ τὸν κοιτάζω κατάματα, μὲ περιφρόνηση καὶ εἰρωνεία, καὶ νὰ τὸν φτύσω καταπρόσωπο τὴν ὥρα ποὺ θὰ μοῦ παίρνει τὴ ζωή, θὰ τὸ καταλάβαινα, ξέρω τί θὰ πεῖ νὰ πεθαίνεις μὲ ἀξιοπρέπεια τουλάχιστον, ὁ Ἀλμπὲρ Καμὺ τὸ ἐξέφρασε τόσο ὄμορφα, ὅμως καὶ πάλι μὲ νικᾶ.

Ὁ θάνατος αὐτῶν ποὺ ἀγαπῶ εἶναι πιὸ ὀδυνηρός. Πῶς θὰ ἀντέξω νὰ πεθαίνει ὅτι ἀγάπησα; Πόσο ὀδυνηρὸ εἶναι νὰ πεθαίνουν τὰ λουλούδια, νὰ πεθαίνει κάθε ὀμορφιά! Πολὺ περισσότερο εἶναι τρομερὸ νὰ πεθαίνει τὸ πρόσωπο ἢ τὰ πρόσωπα ποὺ ἀγαπῶ. Ὅτι ἀγαπῶ εἶναι αὐτὸ ποὺ στοιχειοθετεῖ τὴν ζωή μου. Εἶναι αὐτὸ ποὺ τῆς δίνει νόημα. Ἡ ζωή μου εἶναι μιὰ σχέση. Τελικὰ ὁ ἄλλος ἢ ἡ ἄλλη εἶναι ἡ ζωή μου. Ἡ φιλοσοφία τὸ λέει τόσο ὡραία. Ἡ ζωή μου εἶναι μιὰ σχέση ἕνας διαρκὴς διάλογος μὲ τὸν ἄλλο. Ἀκόμα καὶ ἡ σκέψη δὲν εἶναι παρὰ ἕνας διάλογος. Πεθαίνοντας ὁ ἄλλος πεθαίνω καὶ ἐγὼ σιγὰ-σιγά. Γιατὶ σταματοῦν πιὰ οἱ σχέσεις μου. Ἡ μοναξιὰ μὲ κυριεύει.

Ἡ ὀσμὴ τοῦ θανάτου κρύβεται παντοῦ καὶ ἀναδύεται τὴ νύχτα ποὺ κι αὐτὴ εἶναι ἕνας θάνατος. Ὁ Χεμινγουέι τὴν περιγράφει μὲ ἄφθαστο τρόπο στὰ λόγια τῆς Πίλαρ...

Τώρα μπορῶ νὰ δῶ γιατί ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι τόσο σημαντικὴ γιὰ τὴ ζωή μου. Ἐπειδὴ Αὐτὸς ἀναστήθηκε θὰ ἀναστηθῶ καὶ ἐγώ. Μὰ τί λέγω; Θὰ ἀναστηθεῖ τὸ πρόσωπο ἢ τὰ πρόσωπα ποὺ ἀγάπησα. Θὰ ἀναστηθεῖ γιατὶ ἀνέστη ὁ Χριστός. Θὰ ἀναστηθεῖ καὶ θὰ γίνει τέλειο, θὰ μοιάζει μὲ τὸν Χριστό.

Ἐπειδὴ ὁ Χριστὸς ἀναστήθηκε σωματικά, ἡ ἀνθρώπινη φύση εἶναι γιὰ πάντα ἑνωμένη μὲ τὸν Θεό, καὶ ποτὲ πιὰ δὲν θὰ χωρίσει. Ἡ πτώση μου, δὲν μπορεῖ νὰ ἀλλάξει τὸ γεγονὸς αὐτὸ μὲ τίποτα. Αὐτὴ εἶναι καὶ ἡ βαθιὰ σημασία τοῦ δόγματος τῆς Χαλκηδόνος, τῆς 4ης Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Πρὶν ἀπὸ τὴν πτώση, ἡ ἀνθρώπινη φύση δὲν ἦταν ἑνωμένη μὲ τὸ Θεό, καὶ μὲ τὴν πτώση εἰσῆλθε ἡ κατεύθυνση πρὸς τὸ μηδέν, τὸ εἶναι πρὸς θάνατον. Μὲ τὴν ἀνάσταση καὶ τὴν ἀνάληψη, ἡ φύση μας εἶναι ἑνωμένη μὲ τὸν Θεό, ἀτρέπτως ἀδιαιρέτως, ἀσυγχύτως καὶ ἀχωρίστως. Ὁ Χριστὸς δὲν μᾶς σώζει μόνο ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες μας, θὰ ἀρκοῦσε ἡ ἁπλὴ συγνώμη του γιὰ αὐτό. Μὰ ἦρθε καὶ νίκησε τὸ θάνατο. Γιατί αὐτὸ εἶναι τελικὰ τὸ πιὸ σημαντικό.

Μερικοὶ σὰν γνήσιοι ὀπαδοὶ τοῦ Πλάτωνα λένε ὅταν πεθαίνει κανείς: «Πρέπει νὰ χαίρεσαι γιατί ἡ ψυχή του εἶναι κοντὰ στὸ Θεό». Ὅμως τότε τί νόημα ἔχει ἡ ἀνάσταση; Ὄχι! Ὁ θάνατος εἶναι κάτι ποὺ πρέπει νὰ κλάψουμε, μᾶς καλεῖ νὰ κλάψουμε ἡ νεκρώσιμη ἀκολουθία τῆς Ἐκκλησίας.

Ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ὄχι μόνο εἶναι ἡ ἐγγύηση τῆς ἀνάστασης αὐτῶν ποὺ ἀγαπῶ ἀλλὰ καὶ μιᾶς ἄλλης ποιότητας ζωῆς. Γιατὶ τώρα ἡ ἀνθρώπινη φύση εἶναι γιὰ πάντα ἑνωμένη μὲ τὸν Θεό, ἀχώριστα καὶ ἀσύγχυτα. Εἶναι τὸ ἔσχατο μυστήριο, τὸ μυστήριο τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ἄλλο νὰ ἀγαπᾶς κάτι, πχ. τὸ σκύλο σου καὶ ἄλλο νὰ γίνεσαι σκύλος. Ἄλλο τὸ συναίσθημα καὶ ἄλλο τὸ νὰ γίνεσαι ἕνα μὲ κάτι. Τὸ ἴδιο ἔκανε ὁ Θεὸς γιὰ μᾶς. Γιατὶ μᾶς ἀγαπᾶ. Μᾶς ἀγαπᾶ χωρὶς κανένα λόγο, καμία ἀναγκαιότητα, οὔτε γιατί τὸ ἀξίζουμε ἡ ὄχι.

* * *

Τὸ σῶμα τοῦ ἀναστημένου Χριστοῦ εἶναι ἡ εἰκόνα τοῦ μέλλοντος αὐτῶν ποὺ ἀγαπῶ καὶ τοῦ δικοῦ μου βέβαια. Τέλειο, πέρα ἀπὸ κάθε ἀνάγκη, πάνω ἀπὸ τοὺς νόμους τῆς φύσης, τῆς βαρύτητας τῆς ἀνάγκης κτλ. Ἔτσι θὰ εἶναι καὶ τὸ σῶμα μας, μιὰ τέλεια ὀμορφιὰ μέσα στὸ φῶς τοῦ Θεοῦ.

Θὰ μοῦ ἔλεγε ὁ φίλος μου ἀπὸ τὴν Κίνα, ὅτι γιὰ μένα δὲν ἔχει σημασία ὁ θάνατος, ἀφοῦ ἐγὼ πιστεύω στὴν μετεμψύχωση. Ὅμως τελικὰ μήπως ἡ μετεμψύχωση δὲν εἶναι ὁ χειρότερος, θάνατος; Γιατὶ μὲ τὴν μετεμψύχωση δὲν μπορῶ νὰ ἀγαπήσω γιὰ πάντα. Πῶς μπορῶ νὰ πῶ σὲ αὐτὴν ποῦ ἀγαπῶ, σὲ ἀγαπῶ γιὰ πάντα; Δὲν μπορῶ νὰ πῶ γιὰ πάντα, γιατὶ σὲ αὐτὴ τὴ ζωὴ σὲ ἀγαπῶ, ἀλλὰ στὴν ἄλλη μετεμψύχωση θὰ ἀγαπῶ μιὰ ἄλλη, ἄλλοτε θὰ εἶμαι ἄνδρας γυναίκα, ζῶο. Συνεπῶς ἡ ποιότητα τῶν σχέσεών μου εἶναι πολὺ χαμηλή.

Θὰ ἔλεγε κανεὶς ὅτι δὲν πειράζει αὐξάνονται οἱ ἐμπειρίες μου, ὡριμάζω μέσα σὲ τόσες μετεμψυχώσεις. Ὅμως ἀκόμα κι ἂν παρακάμψουμε τὸ πρόβλημα τοῦ ποιὸς εἶμαι τελικὰ ἐγώ, τί εἶναι αὐτὸ ποὺ λέει ὅτι εἶμαι ἐγὼ σὲ κάθε μετεμψύχωση, πάλι δὲν παύει νὰ εἶναι φανερὴ ἡ ἔλλειψη τῆς τέλειας ἀγάπης, ἀφοῦ χρησιμοποιῶ τὸν ἄλλο ἔστω γιὰ τὴν τελείωσή μου, ἀλλὰ δὲν μπορῶ νὰ ἑνωθῶ μαζί του τελικά. Κι ἂν ἑνωθῶ θὰ ἑνωθῶ περιστασιακά. Πόσο νιώθουν ὅλοι αὐτὸ τὸ βαρὺ καὶ βουβὸ θάνατο στὴν ἀνατολικὴ φιλοσοφία... Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἡ προσπάθεια γιὰ τὸ σπάσιμο τοῦ ὀδυνηροῦ κύκλου τῆς μετεμψύχωσης. Τὸ σταμάτημα τῶν ζωῶν ποὺ εἶναι θάνατοι. Εἶναι φοβερὸ νὰ ξέρεις ὅτι ἡ ζωὴ εἶναι τελικὰ ἕνας θάνατος. Ὁ Σὰρτρ εἶπε, μᾶς ἔδειξε, πὼς ὁ ἄλλος εἶναι ἡ κόλασή μου, γιατὶ βλέπω σὲ αὐτὸν τὸν περιορισμό μου, ἡ μετεμψύχωσή μου δείχνει πὼς ἡ ἴδια ἡ ζωὴ εἶναι ὁ θάνατος ἀφοῦ τελικὰ δὲν μπορῶ νὰ ἀγαπῶ γιὰ πάντα. Ὅμως ὅταν σπάσει ὁ κύκλος τῶν μετεμψυχώσεων, τί γίνεται; Ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει τὸ πρόσωπο ὑπάρχει μόνο μιὰ γενικὴ κατάσταση ποὺ ὀνομάζεται εὐτυχία. Ὅμως δὲν εἶναι ἀγάπη. Πρῶτα γιατί δὲν ὑπάρχει σάρκα, καὶ ἐγὼ ξέρω ὅτι ἀγαπῶ ἀνθρώπους μὲ σάρκα καὶ μετὰ γιατί δὲν ὑπάρχει Θεὸς συνεπῶς δὲν ὑπάρχει προσωπικὴ ὕπαρξη τέλεια καὶ γιὰ πάντα.

Ὁ Θεὸς εἶναι ἀγάπη, ὄχι μόνο ἔχει ἀγάπη ἀλλὰ εἶναι ἀγάπη. Ἐγὼ μπορεῖ νὰ ἔχω λίγη ἀγάπη ἀλλὰ δὲν εἶμαι ἀγάπη. Ὁ Θεὸς εἶναι ἀγάπη γιατὶ εἶναι κοινωνία τριῶν προσώπων, Πατὴρ Υἱὸς Ἅγιο Πνεῦμα. Ἂν ἕνα πρόσωπο ἀπὸ αὐτὰ δὲν ὑπάρχει δὲν ὑπάρχει Θεός, δὲν ὑπάρχουν καὶ τὰ ἄλλα δύο. Ὅμως ἂν δὲν ὑπάρχει ὁ φίλος μου, ἢ ἂν δὲ μὲ ἀγαπᾶ κάποιος, ἐγὼ θὰ ὑπάρχω. Ὁ Θεὸς μᾶς καλεῖ σὲ αὐτὸ τὸν τρόπο τῆς ὕπαρξης. Τὸ νὰ ὑπάρχουμε στὴν νιρβάνα, εἶναι ἀκόμα τὸ νὰ ὑπάρχουμε μέσα στὸν κτιστὸ κόσμο, χωρὶς τὴν δυνατότητά του νὰ ὑπάρχουμε ἐπειδὴ συνυπάρχουμε ὅπως ὑπάρχει ὁ Θεὸς καὶ ὅπως μᾶς κάνει δῶρο αὐτὸ τὸν μοναδικὸ τρόπο ζωῆς.

Καὶ ἐπειδὴ δέχομαι αὐτὸ τὸ δῶρο τοῦ Θεοῦ μπορῶ νὰ ἀγαπῶ κάποιον γιὰ πάντα.

Ὅταν λοιπὸν θὰ στολίζω μὲ λουλούδια τὸν ἐπιτάφιο, τὸ φέρετρο τοῦ Χριστοῦ, καταλαβαίνω ὅτι τὰ λουλούδια δὲν ἔχουν πιὰ τὴν ὀσμὴ τοῦ θανάτου ἀλλὰ τὴν εὐωδία τοῦ παράδεισου. Γιατὶ ἀκόμα κι αὐτά, ὁλόκληρη ἡ κτίση θὰ ζήσει, ἀφοῦ τελικὰ τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ποὺ φέρει ὅλη τὴν κτίση, ζεῖ μέσα στὴν τελειότητα τοῦ Θεοῦ. Τώρα πιὰ ἀκόμα καὶ ὁλόκληρη ἡ κτίση μπορεῖ νὰ ἐλπίζει. Ὁ Παῦλος ποὺ ἄκουσε τὸ κρυφὸ κλάμα καὶ τὸ στεναγμὸ τῆς κτίσης ὅλης, ἀλλὰ καὶ ὅλοι οἱ μεγάλοι δάσκαλοι τῆς Ἀνατολῆς, ποὺ ἀναζητοῦν τὴν τελειότητα στὸ δρόμο τῆς ἁρμονίας τῆς φύσης, - ἁρμονίας ποὺ πρὶν δὲν ὑπῆρχε γιατί πίσω ἀπὸ τὴν ὀμορφιὰ κρύβεται ὁ θάνατος- μόνο τώρα μποροῦν νὰ μοῦ ποῦν γιατὶ τὰ ἄνθη τῆς κερασιᾶς εἶναι ὄμορφα.

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...