Κυριακή του Τυφλού (Ίωάν. 9, 1-38)
Περί αχαριστίας και δειλίας
ΕΙΝΑΙ αξία επαίνου ή προθυμία σας, αγαπητοί μου, να ακούτε ορθόδοξο διδασκαλία. Μα ποιος θα είναι ό διδάσκαλος σας; Σήμερα διδάσκαλος δεν θα είμαι ούτε εγώ ό μικρός ούτε κάποιος εκ των μεγάλων πατέρων της Εκκλησίας. Σήμερα διδάσκαλος όλων μας θα γίνει ό τυφλός του ευαγγελίου. Ένας άνθρωπος με σβησμένα μάτια, αγράμματος, πού δεν φοίτησε σε σχολές και πανεπιστήμια. Άλλα «τα μωρά του κόσμου έξελέξατο ό Θεός ίνα τους σοφούς καταισχύνη» (Α' Κορ. 1,27). Ό τυφλός επαίτης γίνεται διδάσκαλος στους σοφούς του κόσμου και προ της θεραπείας του αλλά και μετά την θεραπεία του. Προ δε τής θεραπείας του για να διόρθωση την αχαριστία μας, μετά δε την θεραπεία του για να διόρθωση τη δειλία μας.
Στην εποχή μας πολλοί παραπονούνται ότι είναι φτωχοί. Άλλα να ό τυφλός με την καθαρή φωνή του κράζει• Όχι δεν είστε φτωχοί, έχετε πλούτο- είστε όμως αχάριστοι.
Πράγματι, αδέρφια μου, είμεθα πλούσιοι. Έχουμε εν πρώτοις ένα θησαυρό ανεκτίμητο πού λέγεται υγεία και δεν αγοράζεται με τίποτα. Φαντασθείτε π.χ. να έρθει ό μαμωνάς κρατώντας λίρες και να πει• «Θα δώσω τις λίρες σ' εκείνον πού θα καθίσει να του βγάλω τα μάτια». Ποιος το δέχεται; Κανείς• εκτός αν τρελάθηκε άπ' την πλεονεξία.Άρα λοιπόν τα μάτια είναι ένας πλούτος ανεκτίμητος. Είσαι πλούσιος, αδελφέ μου, διότι έχεις μάτια, έχεις αυτιά, έχεις σκέψη, έχεις συνείδηση, έχεις μνήμη. Είσαι πλούσιος προ παντός, διότι έχεις σωτήρα το Χριστό. Για όλα αυτά πες ένα ευχαριστώ.
Μια φορά, σε ήμερες θλιβερές, ένας ιεροκήρυκας βρέθηκε σ' ένα από τα ευλογημένα χωριά της Μακεδονίας μας πού είχε καεί. Μάζεψε τους απλοϊκούς εκείνους Χριστιανούς, τους πραγματικούς Έλληνες, κάτω από ένα πλατάνι και άρχισε να τους αναπτύσσει το ρητό «Εν παντί ευχαριστείτε» (Α Θεσ 5,18). Τότε μια γυναικούλα άρχισε τους μορφασμούς και τον διέκοψε• γιατί ήρθε από την πόλη, αυτός πού δέ' γνώρισε καταστροφή, να τους πει να ευχαριστούν το Θεό. —Τι να ευχαριστήσω, παππούλη, είπε, πού δέ' μου 'μεινε τίποτα, ούτε καλύβι ούτε δεκάρα;... Ό ιεροκήρυκας βρέθηκε σε δύσκολη θέση. Μα να πιο κάτω ένα παιδάκι ξυπόλητο έπαιζε κοντά στο ποταμάκι. Γυρίζει λοιπόν και ρωτάει• —Τίνος είναι το παιδάκι; Άπαντα ή γυναίκα —Δικό μου. —Α, ωραία για φαντάσου λοιπόν, ότι έρχεται ένας Αμερικάνος, σου χτίζει αντί για το καλύβι μια πολυκατοικία, με ασανσέρ, κρεβατοκάμαρες, σαλόνια..., με όλα τα καλλυντικά και τις καραμπογιές, κ' επί πλέον σου δίνει και μερικά στρέμματα γης για να τα καλλιεργείς• δίνεις εσύ εις αντάλλαγμα όλων αυτών το παιδί σου; —Όχι, ποτέ! —Επομένως είσαι πιο πλούσια άπ' αυτόν. Γι' αυτό «ευχαριστείτε» το Θεό «εν παντί». Ευχαριστείτε για ό,τι έχετε και δεν έχετε. Ό τυφλός λοιπόν μας διδάσκει να μην είμαστε αχάριστοι. Γι' αυτό, όταν βλέπετε τυφλό, να καλλιεργείτε στην ψυχή σας τρία αισθήματα. Πρώτον συμπάθεια, διότι αυτός στερείται ένα πλούτο πού έχουμε εμείς, τα μάτια• το μάτι είναι ή τελειότερα φωτογραφική μηχανή. Δεύτερον ευγνωμοσύνη, διότι ορισμένοι τυφλοί έχασαν το φως τους στον πόλεμο (θυμάμαι τώρα σ' ένα χειρουργείο της Κοζάνης ένα παλικάρι 23 ετών με σβησμένα τα μάτια• έχασε το φως του για την πατρίδα, για να είμεθα σήμερα ελεύθεροι). Αίσθημα λοιπόν συμπαθείας, αίσθημα ευγνωμοσύνης σ' αυτούς, αλλά και αίσθημα μετανοίας για μας, για όσα αμαρτήματα κάνουμε έχοντας τα μάτια μας. Ό καθένας μας θα δώσει λόγο και για τις ματιές. Άνθρωπε μου, δεν σου 'δωσε ό Θεός τα μάτια για να γίνονται παγίδες. Ή Γραφή φωνάζει• «Οι οφθαλμοί σου ορθά βλεπέτωσαν» (Παρ. 4,25). Να έχεις μάτια αγίων και αγγέλων, όπως τα πολυόμματα Χερουβίμ και Σεραφείμ. Άλλα που! Ό ένας έχει μάτια αλεπούς, ό άλλος μάτια χοίρου..., και κανείς μάτια Ευαγγελίου. Κλείνουμε τα μάτια μας στο νόμο του Θεού, και τ' ανοίγουμε στην ασχήμια, σαν άλλοι Χαμ (8λ. Γεν. 9,20-27), γινόμεθα Χαμίται. Θα 'ρθη —αλίμονο— καιρός, πού οί τυφλοί θα 'ναι ευτυχισμένοι, διότι δεν θα βλέπουν τις αθλιότητες.
Μέχρι εδώ ό τυφλός ήταν διδάσκαλος και ελεγκτής της αχαριστίας μας• τώρα γίνεται διδάσκαλος και ελεγκτής της δειλίας μας.
Ήταν Σάββατο όταν ό Χριστός τον θεράπευσε, και ό νόμος έλεγε• «'Έξ ημέρας έργα και ποιήσεις πάντα τα έργα σου• τη δε ήμερα τη εβδόμη Σάββατα Κυρίω τω Θεώ σου» ("Εξ. 20,9-10• Δευτ. 5,13-14). Την εντολή αυτή οι νομικοί και θεολόγοι της εποχής εκείνης την διαστρέβλωναν. Ενώ δόθηκε για ν' αναπαύει, αυτοί την έκαναν κορδέλα για να δένουν τον άνθρωπο. Εάν το Σάββατο έπιανε φωτιά το σπίτι σου, απαγορευόταν να τη σβήσεις• εάν πονούσε το μάτι σου, απαγορευόταν να τ' αγγίξεις, για να μην κάνης εργασία! Και να ό Χριστός, εις πείσμα τους, σκύβει κάτω, κάνει λάσπη, και αγγίζει ένα πρόσωπο πού δεν είχε βολβούς, για να κάνη να φυτρώσουν μάτια. Και φύτρωσαν! Οι νομικοί είχαν τώρα μπροστά τους δύο πράγματα μία «παράβαση» και ένα θαύμα πού έλαμπε σαν ήλιος. Και οι μοχθηροί, αντί να χαρούν τον ήλιο, κολλάνε στην «παράβαση» και πετούν την «τορπίλα» τους• «είναι αμαρτωλός!» (Ίωάν. 9,16,24). Ακούγοντας αυτό ό κόσμος δείλιαζε. Διότι όποιος τολμούσε να ομολογήσει το Χριστό, γινόταν «αποσυνάγωγος» (έ.ά. 9,22), κάτι τρομερό τότε, μια τιμωρία πού κλιμακώνετο σε τρία στάδια. Πρώτα σε έδιωχνε ή γυναίκα σου τριάντα μέρες άπ' το σπίτι. Εάν δέ' μετανοούσες, μαζευόταν ή κοινότης και σε αφόριζε. Και τρίτον απαγορευόταν να σου δώσει κανείς ψωμί, νερό, ό,τι δήποτε. Το μόνο πού απέμενε στον αποσυνάγωγο ήταν ή ν' αυτοκτονήσει ή να φυγή έξω από τα σύνορα.
Μέσα στο κλίμα αυτό της φοβίας ακούστηκε μια φωνή αληθείας. Δεν ήταν ούτε κάποιος μορφωμένος ούτε κάποιος πλούσιος ούτε άλλος ισχυρός. Ήταν ό τυφλός. Αυτός, μπροστά στους εχθρούς, μαρτυρεί την Αλήθεια, μαρτυρεί για το Χριστό. Παρά την απειλή του αποσυναγώγου δεν τον αρνείται, δεν τον προδίδει. Διαφώνησε ένας με όλους, μια αγία διχόνοια.
Υπάρχει κακή ομόνοια και καλή διχόνοια. Κακή ομόνοια ήταν όταν π.χ. κάτω από το πραιτόριο όλοι μαζί φώναζαν για το Χριστό, «Άρον άρον, σταύρωσαν αυτόν» (Ίωάν. 19,15). Θέλετε και καλή διχόνοια; Στην Αθήνα τω 406 π.Χ. δίκαζαν οκτώ Αθηναίους στρατηγούς, τους νικητάς της ναυμαχίας των Αργινουσών, διότι δεν φρόντισαν να περισυλλέξουν τους ναυαγούς. Όλοι σύμφωνοι να τους καταδικάσουν εις θάνατον. Ένας διαφωνεί, ό Σωκράτης. Υψώνει το ανάστημα του και προτείνει να τους στεφανώσουν. Έτσι κι ό τυφλός• πού είναι μάλιστα ηρωικότερος κι άπ' το Σωκράτη. Ό Σωκράτης ήταν φιλόσοφος και ζούσε σε δημοκρατικό πολίτευμα• ό τυφλός; αμόρφωτος και αδύνατος. Για αυτό τα διδάγματα του είναι πιο βαρυσήμαντα.
«Μη νομίσητε ότι ήλθον βαλείν ειρήνη επί την γήν ούκ ήλθον βαλείν ειρήνη, άλλά μάχαιραν»(Ματθ. 10,34-35), είπε ό Χριστός. Πρόσεξε, αδελφέ μου, γιατί έρχονται περιστάσεις πού θα κριθής, θα κριθή ή σωτηρία σου. Πρέπει τότε να χωρίζεις άπ' αυτούς πού μπορεί να σε καταστρέψουν. Ζείτε έγγαμο βίο έχετε ομόνοια• άλλ' εάν υποτεθεί ότι ό ένας από τους δύο συζύγους προτείνει κάτι πού αμαυρώνει το κάλλος της αρετής, τότε ό άλλος μη προτίμηση το ταίρι του από το Χριστό. «Ό φιλών» άνθρωπον «υπέρ έμέ ουκ έτσι μου άξιος» (Ματθ. 10,37). Δεν πήρες τη γυναίκα ή τον άντρα για την κόλαση αλλά για τον παράδεισο. Διαφώνησε! Στη Φλώρινα παλαιότερα, όταν το υπουργείο επέβαλε στις μαθήτριες να εμφανισθούν με σορτς στις γυμναστικές επιδείξεις, ακούστηκε αγία διαφωνία• ό γυμνασιάρχης διάβασε την εγκύκλιο, αλλά 3-4 αγνά κορίτσια, πραγματικές Ελληνίδες, είπαν "Όχι, δέ' δεχόμαστε να ξεγυμνωθούμε μπροστά μάτια άλλων...
Ω αγία διαφωνία! Σάς ερωτώ, αδελφοί μου' διαφωνήσατε ποτέ για μεγάλα θέματα; Αν διαφωνήσατε, είστε μιμητά! του τυφλού. Υπάρχει διαφωνία στο σχολείο, στο στρατό, και στην εκκλησία. Μάλιστα• θα υπάκουης με τυφλή υπακοή στον επίσκοπο σου —«Πείθεσθε τοις ηγουμένοις υμών»(Έβρ. 13,17)—, εάν κ' εκείνος υπάκουη στο Χριστό, εάν έχει το Ευαγγέλιο στο κεφάλι του. Άλλ' εάν το βάλει κάτω από τα πόδια, τότε αλτ! Δεν θα επιτρέψεις ποτέ να κάνη το Ευαγγέλιο και το Πηδάλιο πατητήρια.
Χριστιανέ μου, είσαι ζωντανό ψάρι ή ψόφιο; Εάν είσαι ζωντανός, τότε κόντρα στο ρεύμα «Άντίστητε τω διαβάλω, και φεύξεται άφ' υμών» (Ίάκ. 4,7). Εμπρός, σύρε το ξίφος και πόλεμο!Έργα.Και ποιο ΕΙΝΑΙ το μεγαλύτερο έργο;Ή ομολογία της ορθοδόξου πίστεως.
επίσκοπος Αυγουστίνος
Απομαγνητοφωνημένη ομιλία η οποία έγινε στην αίθουσα του συλλόγου «Ιωάννης ο Βαπτιστής». Αθηνών την 25-05-1952. Καταγραφή και σύντμησης 5-6-2005
Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.
Σάββατο, Μαΐου 19, 2012
Κυριακή του Τυφλού (Ίωάν. 9, 1-38) Περί αχαριστίας και δειλίας + Μητροπολίτης Φλωρίνης Αυγουστίνος
ΚΗΡΥΓΜΑ ΣΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ ΕΛΛΗΝΟΡΘΟΔΟΞΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ ΑΓΙΟΥ ΒΑΡΝΑΒΑ
Η Ο Μ Ο Λ Ο Γ Ι Α Τ Ο Υ Τ Υ Φ Λ Ο Υ
«οὔτε οὗτος ἥμαρτεν οὔτε οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἀλλ’ ἵνα φανερωθῇ τά ἔργα τοῦ Θεοῦ ἐν αὐτῷ.» (Ἰωαν. θ΄ 3)
Ο ΓΕΝΝΗΜΕΝΟΣ ΤΥΦΛΟΣ: Ὁ τυφλός ἄνθρωπος καθισμένος καθημερινά στήν ἄκρη τοῦ δρόμου ἁπλώθει ἱκετευτικά τό χέρι μέ ἀνοιχτή τήν παλάμη καί στηρίζεται στά αἰσθήματα ἀγάπης, φιλανθρωπίας καί συμπόνοιας τῶν συνανθρώπων του. Νά ὑπενθυμίσουμε ὅτι τότε δέν ὑπῆρχαν συστήματα φιλανθρωπίας ὀργανωμένα, ὅπως τά γνωρίζουμε σήμερα, μήτε ἀπό τό κράτος μήτε ἀπό ἰδιῶτες. Ὅποιος ἦταν σέ κατάσταση δυστυχίας καί ἀνάγκης ἐξηρτᾶτο ἀπό τήν καλή θέληση τῶν ἄλλων. Τό κεντρικό πρόσωπο τοῦ εὐαγγελίου τῆς ἡμέρας εἶχε γεννηθεῖ τυφλός.
Η ΑΠΟΡΙΑ ΤΩΝ ΜΑΘΗΤΩΝ: Οἱ Μαθητές τοῦ Κυρίου ἐνώπιον τῆς θέας τοῦ τυφλοῦ ἐρωτοῦν τόν Κύριο νά μάθουν, ἄν ἡ τύφλωση τοῦ ἀνθρώπου ὀφείλετο στίς προσωπικές του ἁμαρτίες ἤ σ’ ἐκεῖνες τῶν γονιῶν του, ὥστε νά γεννηθεῖ αὐτός τυφλός. Ὁ Κύριος ἀπάντησε πρός τούς Μαθητές ὅτι ἡ πάθηση αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου δέν ὀφειλόταν οὔτε στίς προσωπικές του ἁμαρτίες οὔτε σ’ ἐκεῖνες τῶν δικῶν του. Τότε γιατί γεννήθηκε τυφλός; Ἡ ἀπάντηση δόθηκε «ἵνα φανερωθῇ τά ἔργα τοῦ Θεοῦ ἐν αὐτῷ» (Ἰωαν. θ΄ 3) Τό πρόσωπο τούτου τοῦ τυφλοῦ ἀνδρός ἐπρόκειτο νά χρησιμεύσει ὡς τό δοχεῖο τῆς ὑποδοχῆς τῆς ἐνεργείας τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ. Τό σχόλιο τοῦ Κυρίου δέ μᾶς λέγει ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτός ἦταν ἀναμάρτητος. Ἡ πάθησή του ὅμως δέ συνδεόταν μέ τίς ἁμαρτίες του.
ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΗΣ ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ: Ὁ Κύριος μετά ἀπό σύντομη προετοιμασία τῶν Μαθητῶν καί τῶν λοιπῶν ἀκολούθων του προχωρεῖ στό νά ὑπενθυμίσει ὅτι Ἐκεῖνος ἐπιβάλλεται νά ἐπιτελεῖ τά ἔργα τοῦ Θεοῦ, ἐφ’ ὅσον διαρκεῖ τό φῶς τῆς ἡμέρας, γιατί ἔρχεται ἡ νύχτα, καί ἡ συνέχιση τῆς ἐργασίας μέσα στό σκοτάδι, ἀποβαίνει δύσκολη. Κάτω ἀπό τόν ὅρο ἡμέρα ὁ Κύριος ἐννοεῖ τήν παρούσα ζωή. Κάτω δέ ἀπό τόν ὅρο νύκτα ὑπαινίσσεται τό τί ἀκολουθεῖ μετά θάνατο. Ὕστερα ἀπό αὐτά ὁ Κύριος φτύνει στό χῶμα, κατασκευάζει πηλό, χρίει τίς κόγχες τῶν ματιῶν τοῦ τυφλοῦ καί τόν στέλνει στήν κολυμβήθρα τοῦ Σιλωάμ γιά νά νιφτεῖ. Ἀφοῦ ὁ τυφλός νίφτηκε τά μάτια του ἔλαβαν φῶς καί ἔτσι κυκλοφοροῦσε χωρίς τήν ἀνάγκη βοηθείας καί ἀπολαμβάνοντας τούς καρπούς τῆς εὐεργεσίας τοῦ Κυρίου.
ΟΙ ΑΝΤΙΔΡΑΣΕΙΣ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ: Ὁ τυφλός ἦταν σέ ὅλους τούς ἀνθρώπους τοῦ τόπου καλά γνωστός. Τώρα πού ὁ χῶρος ὅπου καθόταν παρουσιάζεται ἄδειος, οἱ ἄνθρωποι τόν ἀναζητοῦν καί σχολιάζουν τί ἀπέγινε. Ὅταν δέ τόν βλέπουν μπροστά τους ἀμφιβάλλουν ἄν εἶναι ὁ ἴδιος. Ἐκεῖνος τούς βεβαιώνει ὅτι πράγματι εἶναι ὁ πρώην τυφλός. Τότε ζήτησαν νά μάθουν τίς λεπτομέρειες τῆς θεραπείας του. Ἐκεῖνος τούς διηγήθηκε τά σχετικά καί τούς φανέρωσε ὅτι κάποιος ἄνθρωπος μέ τό ὄνομα Ἰησοῦς τοῦ ὑπέδειξε τί νά κάμει καί ἐγένετο ὑγιής.
Ο ΤΥΦΛΟς ΚΑΙ ΟΙ ΦΑΡΙΣΑΙΟΙ: Τό θαῦμα τῆς θεραπείας τοῦ τυφλοῦ ἔτυχε νά γίνει ἡμέρα Σάββατο. Αὐτό ἐνόχλησε τούς Φαρισαίους καί τούς ἔδωσε ἀφορμή νά κατακρίνουν τόν Κύριο σάν καθαιρέτη τῆς ἀργίας τοῦ Σαββάτου. Τό ὅτι ἕνας δυστυχισμένος μέχρι χθές συνάνθρωπός τους, ἀπό σήμερα εἶχε φῶς στά μάτια του, δέν τούς χαροποιοῦσε οὔτε τούς συγκινοῦσε. Τούς ἐνδιέφερε πιό πολύ ἡ τυπολατρία καί ὄχι ἡ εὐεργεσία πρός τόν ἄνθρωπο. Ζήτησαν νά μάθουν τά σχετικά μέ τή θεραπεία τοῦ τυφλοῦ ὄχι ἀπό ἐνδιαφέρον ἀλλά γιά νά βροῦν σημεῖα νά κατακρίνουν καί νά φθονήσουν. Ὁ τυφλός ὅμως τούς ἀπαντᾶ ἁπλά, καθαρά καί ἀπροσποίητα. Αὐτοί δέν εἶναι μαθημένοι νά κινοῦνται σέ τέτοια πλαίσια. Γιά τοῦτο καί δέν ἦταν καθόλου εὐχαριστημένοι μέ τήν ἐξέλιξη τῶν πραγμάτων.
ΟΙ ΓΟΝΕΙΣ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ: Οἱ Φαρισαῖοι δέν ἀρκέσθησαν στό νά ἀνακρίνουν καί νά κατακρίνουν τόν τυφλό. Θέλησαν νά δημιουργήσουν ζήτημα μέ τούς γονεῖς του. Ἐπειδή ὅμως οἱ γονεῖς τοῦ τυφλοῦ ἐγνώριζαν τίς διαθέσεις τῶν Φαρισαίων, στήν ὁμολογία τους φανέρωσαν μόνο ὅτι ὁ τυφλός ἦταν πράγματι ὁ υἱός τους ἀλλά ἀπέφυγαν νά ἀναφέρουν ὅτι γνώριζαν τό θαῦμα τοῦ Κυρίου. Εὔσχημα παρέπεμψαν τούς Ἰουδαίους στόν τυφλό γιά νά τούς ἀπαντήσει στίς ἀπορίες τους, γιατί φοβόντουσαν ὅτι θά τούς κήρυσσαν ἀποσυνάγωγους, θά τούς ἀπέβαλλαν ἀπό τή Συναγωγή. Ἤδη οἱ Φαρισαῖοι εἶχαν προαποφασίσει νά κηρύξουν ἀποσυνάγωγο ὅποιον ὁμολογοῦσε ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ὁ Μεσσίας.
Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΤΥΦΛΟΥ ΚΑΙ ΦΑΡΙΣΑΙΩΝ: Ὅταν οἱ Φαρισαῖοι δέν ἠδυνήθησαν νά βγάλουν ὁποιαδήποτε λόγια ἀπό τό στόμα τῶν γονιῶν τοῦ τυφλοῦ κάλεσαν γιά δεύτερη φορά τόν ἴδιο. Τοῦ συνέστησαν νά δοξολογήσει τό Θεό. Ἀξίωσαν δέ ὅτι ὁ Χριστός – ἀπέφυγαν νά τόν ὀνομάσουν – ἦταν ἁμαρτωλός. Τότε ὁ τυφλός μέ θάρρος καί παρρησία τούς εἶπε: ἄν ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἁμαρτωλός ἐγώ δέν τό γνωρίζω. Γνωρίζω μόνο ὅτι πρίν ἤμουν τυφλός καί τώρα βλέπω. Προχώρησαν ἔπειτα νά ζητήσουν νά ἀκούσουν καί πάλι τίς λεπτομέρειες τοῦ θαύματος. Ὁ πρώην τυφλός τούς ἀρνήθηκε ἀξιώνοντας ὅτι «σᾶς εἶπα ἤδη, γιατί ἐρωτᾶτε πάλιν; Μήπως σκέπτεσθε νά τόν ἀκολουθήσετε καί ἐσεῖς;» Τότε θύμωσαν, τόν ἔβρισαν καί τόν ἔδιωξαν.
Ο ΘΕΡΑΠΕΥΘΕΙΣ ΚΑΙ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ: Πολύ σύντομα ὁ Κύριος ἔμαθε γιά τή συμπεριφορά τῶν Φαρισαίων ἀπέναντι στόν πρώην τυφλό. Τόν ἀναζήτησε, τόν βρῆκε καί συνομίλησε μαζί του. Τόν ρώτησε: «Σύ πιστεύεις εἰς τόν υἱόν τοῦ Θεοῦ;» Ὁ ἄνθρωπος εἶπε: «καί τίς ἐστι, Κύριε, ἵνα πιστεύσω εἰς αὐτόν;» Ὁ Κύριος τοῦ εἶπε: «καί ἑώρακας αὐτόν καί ὁ λαλῶν μετά σοῦ ἐκείνος ἐστιν». Αὐτός τόν ὁποῖον ἔχεις δεῖ καί αὐτός ὁ ὁποῖος συνομιλεῖ μαζί σου Ἐκεῖνος εἶναι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἄνθρωπος περιχαρής ἔκαμε τήν ὡραία ὁμολογία του: «πιστεύω, Κύριε· καί προσεκύνησεν αὐτῷ». (Ἰωαν. θ΄ 38) Ὁ πρώην τυφλός ἐκδήλωσε τήν πίστη του στό πρόσωπο τοῦ Μεσσία Χριστοῦ καί γονυπετής τόν ἐλάτρευσε. Κύριε, μέγα σου τό ἔλεος δόξα σοι!
Κυριακή του τυφλού (Ιω. θ', 1-38) π. Χερουβείμ Βελέντζας
Ιω. 9, 1-38
Συνάντησαν στο δρόμο, ο Ιησούς και οι μαθητές Του, έναν εκ γενετής τυφλό. Και η πρώτη απορία των μαθητών ήταν “Κύριε, ποιός αμάρτησε, αυτός ή οι γονείς του, για να γεννηθεί τυφλός;”. “Ούτε αυτός, ούτε οι γονείς του”, απαντά ο Χριστός, “αλλά για να φανερωθούν τα έργα του Θεού”. Και αφού με το σάλιο Του έφτιαξε πηλό, τονίζοντας ότι Αυτός ο ίδιος είναι το φώς του κόσμου, τον έβαλε επάνω στα μάτια του τυφλού και του είπε να πάει να πλυθεί στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ. Ο Κύριος επαναλαμβάνει μπροστά στα μάτια των μαθητών Του το έργο της Δημιουργίας, αποδεικνύοντας έμπρακτα ότι είναι ο Υιός και Λόγος του Θεού. Τόσο μεγάλο είναι το θαύμα, ώστε ακόμα και οι γείτονες του πρώην τυφλού, αδυνατούν να πιστέψουν ότι είναι το ίδιο πρόσωπο. Τον ρωτούν επανειλημμένα να τους εξηγήσει πώς, ενώ δεν είχε μάτια, τώρα έχει και βλέπει. Κι εκείνος, με απλότητα τους διηγείται το περιστατικό και με πίστη ομολογεί ότι ο Ιησούς, που τον θεράπευσε, είναι Προφήτης, δηλαδή απεσταλμένος του Θεού.
Κι ενώ ο σωματικά τυφλός τώρα βλέπει, οι γραμαμτείς και οι Φαρισαίοι εμμένουν στην πνευματική τους τύφλωση, διώχνοντας από τη συναγωγή όποιον τολμούσε να ομολογήσει τον Χριστό. Αρνούνται αρχικά το θαύμα, καλούν τους γονείς του τυφλού για να βεβαιωθούν ότι πράγματι γεννήθηκε τυφλός, και τέλος κατηγορούν τον Χριστό ως αμαρτωλό, επειδή έφτιαξε πηλό την ημέρα του Σαββάτου. Στην τύφλωσή τους και την πόρωση της καρδιάς τους, ο μόνος που τολμά να αντισταθεί και να επιχειρηματολογήσει είναι ο θεραπευθείς τυφλός. “Δεν δέχεστε τον Ιησού ως απεσταλμένο του Θεού”, τους απαντά, “εκείνο όμως που γνωρίζουμε όλοι είναι ότι ο Θεός δεν ακούει τους αμαρτωλούς, αλλά τους θεοσεβείς. Και από τη στιγμή που πραγματοποίησε ένα τόσο μεγάλο και πρωτάκουστο θαύμα, δεν μπορεί να μην προέρχεται από τον Θεό”.
Η πνευματική όμως τύφλωση, η οποία πάντοτε συνοδεύεται από τον εγωισμό, υπαγορεύει στους φαρισαίους να εκφραστούν υπεροπτικά: “εσύ, που γεννήθηκες μέσα στην αμαρτία, τολμάς να μας διδάσκεις;” και με τα λόγια αυτά τον έδιωξαν από τη συναγωγή. Όταν άκουσε ο Ιησούς ότι τον έδιωξαν από τη συναγωγή, τον συνάτησε και τον ρωτά: “πιστεύεις στον υιό του Θεού;” -”και ποιός είναι, Κύριε, για να πιστέψω σε αυτόν;”, ρωτά εκείνος. Και όταν ο Χριστός αποκαλύπτεται πλέον στον πρώην τυφλό, τότε εκείνος αναφωνεί “Πιστεύω, Κύριε” και Τον προσκυνάει.
Το κύριο νόημα της σημερινής Ευαγγελικής περικοπής, που αποτελεί και τον λόγο για τον οποίο η Εκκλησία μας την έχει συμπεριλάβει στον κύκλο των Κυριακών του Πεντηκοσταρίου, είναι τα λόγια του Χριστού, ότι “ὅταν ἐν τῷ κόσμῳ ὦ, φῶς εἰμι τοῦ κόσμου”. Ο Χριστός είναι το φως του κόσμου, είναι εκείνος που μπορεί να ανοίξει τα πνευματικά μας μάτια, ώστε να δούμε την πραγματική διάσταση και κατάσταση της ψυχής μας. Οι φαρισαίοι, παρόλο που καθημερινά μελετούσαν το λόγο του Θεού, από τη στιγμή που δεν δέχονται τον Ιησού αποδεικνύονται τυφλοί και παράλογοι, θεωρούν την αλήθεια και το φως του Χριστού ως απειλή, αμφισβητούν τα θαύματά Του, απιστούν και Τον αρνούνται. Οι ταπεινοί ψαράδες πάλι, από τη στιγμή που γνωρίζουν τον Χριστό, μετετρέπονται σε κήρυκες της Αληθείας, σε Αποστόλους του Ευαγγελίου. Και όχι μόνο αυτοί, αλλά κάθε άνθρωπος που έρχεται σε επαφή με το Χριστό και Τον γνωρίζει, απολαμβάνει αυτού του φωτισμού, όπως φαίνεται χαρακτηριστικά από τις διηγἠσεις του Ευαγγελίου και από τους βίους των Αγίων.
Αυτό ακριβώς το νόημα έχει και η φράση του Χριστού, ότι δηλαδή είναι το φως του κόσμου, όταν και εφόσον βρίσκεται στον κόσμο. Δεν εννοεί εδώ ο Χριστός τη φυσική Του παρουσία. Αλλά την αποδοχή του προσώπου Του και των λόγων Του από τον κόσμο, από την κοινωνία, από τον κάθε άνθρωπο. Για να φωτισθεί ο κόσμος, πρέπει να έρθει ο Χριστός. Για να φωτιστεί πνευματικά ο κόσμος δεν αρκούν οι σοφοί και οι τεχνοκράτες, αλλά χρειάζεται να έλθει το αληθινό Φως, είναι ανάγκη να Τον προσκαλέσουμε και πάλι στη ζωή μας, να Του ανοίξουμε τις θύρες και τα παράθυρα της καρδιάς μας, για να την φωτίσει και να τη ζεστάνει.
Σε μια εποχή που η κοινωνία παραπαίει ανάμεσα στην αδικία, την ατομοκεντρικότητα και την πνευματική σύγχιση, το μεγαλύτερο έλλειμμα είναι αυτό του πνευματικού πλούτου, το έλλειμμα της αγάπης και της γνώσεως του Θεού. Αν θέλουμε να αλλάξει η ζωή μας, και μαζί με εμάς σταδιακά όλος ο κόσμος, τότε οφείλουμε να ανακαινίσουμε τον έσω άνθρωπο, να προσκαλέσουμε και να δεχτούμε τον Αναστάντα Κύριο Ιησού Χριστό, που είναι η οδός και η αλήθεια και η ζωή.
Πρωτότυπο κείμενο από Απλά & Ορθόδοξα - π. Χερουβείμ Βελέτζας: http://xerouveim.blogspot.com/2010/05/9-5-2010.html#ixzz1vGEXFy4k
Κυριακή του τυφλού (Ιω. θ', 1-38) κήρυγμα εκ της Ιεράς Μητροπόλεως Κυδωνίας και Αποκορώνου
«Οὔχ οὗτος ἤμαρτε οὔτε οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἀλλ’ ἴνα φανερωθεῖ τό ἔργο τοῦ Θεοῦ ἐν αὐτῷ».
Οἱ θλίψεις καί οἱ στεναχώριες δέν ἔρχονται πάντοτε στή ζωή μας ὡς τιμωρία τῶν ἁμαρτιῶν μας. Γιά τοῦτο καί ὀφείλουμε νά μήν κατακρίνουμε τούς ἄλλους ὡς μεγάλους ἁμαρτωλούς ἐπειδή θλίβονται στή ζωή τους.
Ὁ Χριστός καλεῖ τούς μαθητές του νά προσέξουν ὄχι τά αἴτια τῆς πάθησης τοῦ ἐκ γενετῆς τυφλοῦ, ἀλλά τό σκοπό πού ἐπέτρεψε ὁ Θεός τοῦτο γιά νά φανερωθεῖ τό ἔργο του, ἔργο παντοδυναμίας καί ἄπειρης ἀγαθότητας.
Ἡ θεραπεία τοῦ τυφλοῦ εἶναι πιά χειροπιαστή φανέρωση τῆς δυνάμεως τοῦ Θεοῦ πού χρησιμοποιεῖται ὑπέρ τοῦ ἀνθρώπου.
Ὁ Χριστός ἔρχεται στόν κόσμο ὄχι νά γίνει ἀποδεκτός ὡς ἐπίσημος ἀπεσταλμένος μέ τελετές καί φιέστες, ἀλλά γιά νά ἐπιτελέσει ἔργο θαυμαστό καί μεγάλο, τή λύτρωση καί τή σωτηρία τοῦ κόσμου καί τοῦ ἀνθρώπου.
Τό θαῦμα τῆς θεραπείας τοῦ ἐκ γενετή τυφλοῦ ἀποτελεῖ ἐπίσης σύμβολο πνευματικοῦ φωτισμοῦ πού ὁ Χριστός ὡς φῶς τοῦ κόσμου μεταδίδει.
«Ὁ λαός ὁ καθήμενος ἐν σκότει εἶδε φῶς μέγα». Ἐξάλλου ἡ θεραπεία τοῦ τυφλοῦ εἶναι κάτι ἁπλό, τό πιό σύνθετο καί δύσκολο εἶναι ἡ θεραπεία τοῦ ἀνθρώπου πού βρίσκεται βουτηγμένος στό ἠθικό σκοτάδι. Ἔτσι ἐνῶ τά πράγματα πηγαίνουν πολύ καλά γιά τόν ἐκ γενετή τυφλό βρίσκει τό φῶς τῶν ὀφθαλμῶν, κάποιοι ἄλλοι μένουν στό δικό τους σκοτεινό κόσμο οἱ ὁποῖοι καί ἀμφισβητοῦν τό θαῦμα καί ξεκινοῦν τίς ἀνακρίσεις. Σ’ αὐτό τόν σκοτεινό κόσμο δέν βρίσκεται μόνον ἡ ἄρχουσα Ἰουδαϊκή τάξη, βρίσκονται συνάμα οἱ γείτονες, οἱ γνωστοί ἀκόμα καί οἱ γονεῖς τοῦ τυφλοῦ.
Κανένας δέ συμμερίζεται τήν χαρά τοῦ τυφλοῦ γιά τήν ἀποκατάσταση τῆς ὑγείας του καί ὄχι μόνον ἀλλά κατασκευάζουν κατηγορίες κατά τοῦ Ἰησοῦ. Εἶναι ἄθεος γιατί δέν τηρεῖ τήν ἀργία τοῦ Σαββάτου. Οἱ ἴδιοι οἱ γονεῖς τοῦ ἀρνοῦνται νά βεβαιώσουν ὅτι ὁ τυφλός πού θεραπεύτηκε εἶναι τό παιδί τούς ἐπειδή φοβοῦνται μή χάσουν τή θέση τούς στό συνέδριο.
Ὅμως ἐκεῖ πού περισσεύει ἡ ἁμαρτία πλεονάζει ἡ χαρά τοῦ Θεοῦ. Ὁ τυφλός δέν ξαναβρῆκε μόνο τό φυσικό του φῶς, κυριολεκτικά ἀναγεννᾶται καί τώρα μέ τά μάτια τῆς ψυχῆς τοῦ βλέπει αὐτά πού δέν μποροῦν νά δοῦν οἱ ἀνοικτομάτηδες νομοδιδάσκαλοι τοῦ μωσαϊκοῦ νόμου. Ἔχει ὁμολογήσει δημοσίως τόν Χριστό ὡς προφήτη καί εἶναι ἕτοιμος καί γιά ἄλλα μεγαλύτερα ἅλματα ἀναγνώρισης τοῦ Θεοῦ ὡς Θεοῦ ἀληθινοῦ.
Τά μηνύματα τοῦ ἁγίου εὐαγγελικοῦ ἀναγνώσματος πού ἀκούσαμε σήμερα ἐδῶ στή λειτουργία τῆς ἁγίας μας Ἐκκλησίας εἶναι πολλά καί μεγάλα ξεχωριστῆς σημασίας γιά ὄλου μας.
Οἱ ἁμαρτίες μας δέν ἐμποδίζουν τό Θεό νά βρίσκεται κοντά μας, πολύ περισσότερο δέν ἐμποδίζουν ἐμᾶς νά βρισκόμαστε κοντά στό Θεό.
Οἱ ἀσθένειες, τό κακό γενικότερα ἀκόμα καί ὁ θάνατος δέν ἔρχονται πότε ἀπό τό Θεό ὡς τιμωρία γιά τίς ἁμαρτίες μας. Ὁ Θεός δέν εἶναι τιμωρός ἀλλά πατέρας γεμάτος στοργή, ἔγνοια καί ἀγάπη γιά ὅλους μας.
Οἱ σκοπιμότητες τά, τά συμφέροντα, ὁ καιροσκοπισμός εἶναι καταστάσεις πού ἔχουν καθαρό δαιμονικό χαρακτήρα καί οἱ ὁποῖες ὄχι μόνο δέν ἑνώνουν, διχάζουν καί ἀποστασιοποιοῦν τούς ἀνθρώπους ἀκόμα καί τούς πιό κοντινούς μας, τούς πιό κολλητούς μας, γονεῖς, συγγενεῖς, γείτονες, γνωστοί. Οἱ γονεῖς τοῦ τυφλοῦ μας δίνουν δυστυχῶς αὐτό τό ὀδυνηρό μάθημα πού τόσο εὔκολα ἀρνοῦνται τήν ταυτότητα τοῦ παιδιοῦ τους.
Ὁ μεγάλος κίνδυνος εἶναι ὁ φανατισμός καί ἡ ἐσωστρέφεια, καταδικάζουν ὄλους τούς ἄλλους ἀναίτια καί ἀνεύθυνα καί ὑπερτιμοῦν καί ἐξυψώνουν τόν ἑαυτό τούς δήλ. τό ἐγώ τους, πιό πάνω ἀπό ὅλους καί τόν ἴδιο τό Θεό. Οἱ νομοδιδάσκαλοι τοῦ μωσαϊκοῦ νόμου βρίσκονται σέ αὐτή τήν ἀπομόνωση ἀπό τό Θεό καί τόν κόσμο καί τήν τακτική τους συνεχίζουν οἱ ψευτοευσεβηστές καί αἱρετικοί, γενικότερα οἱ ἐχθροί του Θεοῦ δήλ. οἱ ἐχθροί του ἀνθρώπου.
Τό μεγάλο μήνυμα στό ὁποῖο θέλουμε νά μείνουμε εἶναι ἡ συμπεριφορά τοῦ Χριστοῦ. Βλέπει τόν τυφλό. Δέν τόν ξεπερνᾶ. Τόν προσεγγίζει. Τοῦ χαρίζει τό φῶς του, τόν ζωογονεῖ, τόν φωτίζει, τόν ἀναγεννᾶ. Ἡ ἀγάπη καί ἡ στοργή τοῦ Θεοῦ πάντοτε σέ κάθε περίσταση λειτουργοῦν
Πρωτ. Στυλιανός Θεοδωρογλάκης
Ὁμιλία εἰς τὸν τυφλόν (Ἰω. 9, 1-5) -Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος
«Καί διερχόμενος ὁ Ἰησοῦς εἶδεν ἄνθρωπον τυφλόν ἐκ γενετῆς. Καί ἠρώτησαν αὐτόν οἱ μαθηταί του, λέγοντες· Διδάσκαλε, ποῖος ἥμαρτεν, αὐτός ἤ οἱ γονεῖς του, ὥστε νά γεννηθῇ τυφλός;»
1.«Καί διερχόμενος ὁ Ἰησοῦς εἶδεν ἄνθρωπον τυφλόν ἐκ γενετῆς». Ἐπειδή εἶναι πάρα πολύ φιλάνθρωπος καί φροντίζει διά τήν σωτηρίαν μας καί θέλων νά κλείσῃ τά στόματα τῶν ἀχαρίστων, δέν παραλείπει νά κάνῃ ἀπό ἐκεῖνα πού ἔπρεπε νά κάνῃ καί ἄν ἀκόμη κανείς δέν τόν ἐπρόσεχεν. Αὐτό λοιπόν γνωρίζων καλά καί ὁ προφήτης ἔλεγεν· «Διά νά δικαιωθῇς μέ τούς λόγους σου καί νά νικήσῃς μέ τήν κρίσιν σου» (Ψαλμ. 50,6). Διά τοῦτο λοιπόν καί ἐδῶ, ἐπειδή δέν ἐδέχθησαν τό ὑψηλόν νόημα τῶν λόγων του, ἀλλά τόν ὠνόμασαν καί δαιμονισμένον καί ἐπεχείρουν καί νά τόν φονεύσουν, ἀφοῦ ἐξῆλθεν ἀπό τόν ναόν, θεραπεύει τόν τυφλόν, καί καταπραύνων τήν ὀργήν των μέ τήν ἀπουσίαν του καί μέ τήν πραγματοποίησιν τοῦ θαύματος μαλακώνων τήν σκληρότητα καί τήν ἀσπλαχνίαν των καί κάμνων πιστευτούς τούς λόγους του· καί τό θαῦμα πού κάμνει δέν εἶναι τυχαῖον, ἀλλά τότε συνέβη διά πρώτην φοράν. Καθ̉ ὅσον λέγει· «Ποτέ πρίν δέν ἠκούσθη, ὅτι ἤνοιξε κάποιος τούς ὀφθαλμούς τυφλοῦ ἐκ γενετῆς» (Ἰω. 9,32)· διότι ἴσως κάποιος νά ἤνοιξε τούς ὀφθαλμούς τυφλοῦ, ἐκ γενετῆς ὅμως ὄχι ἀκόμη. Καί τό ὅτι ἐξελθών ἀπό τόν ναόν, ἦλθεν ἐπίτηδες νά κάνῃ τό θαῦμα γίνεται φανερόν ἀπό τό ἑξῆς· αὐτός δηλαδή εἶδε τόν τυφλόν, καί δέν προσῆλθε πρός αὐτόν ὁ τυφλός, καί μέ τόσην προσοχήν τόν εἶδεν, ὥστε καί εἰς τούς μαθητάς νά κάνῃ ἐντύπωσιν. Ἐξ αἰτίας αὐτοῦ λοιπόν ἔσπευσαν νά τόν ἐρωτήσουν· διότι, βλέποντες αὐτόν νά τόν βλέπῃ μέ τόσην προσοχήν, ἐζητοῦσαν νά μάθουν, λέγοντες· «Ποῖος ἥμαρτεν, αὐτός ἤ οἱ γονεῖς του;». Ἐσφαλμένη ἡ ἐρώτησις· διότι πῶς ἦτο δυνατόν ν̉ ἁμαρτήσῃ πρίν γεννηθῇ; πῶς δέ, ἄν ἡμάρτησαν οἱ γονεῖς του, ἦτο δυνατόν αὐτός νά τιμωρηθῇ; Διατί λοιπόν ἔκαμαν αὐτήν τήν ἐρώτησιν; Πρίν ἀπό αὐτό τό θαῦμα, θεραπεύων τόν παράλυτον, ἔλεγεν· «Νά ἔγινες ὑγιής· μή ἁμαρτάνῃς εἰς τό ἑξῆς» (Ἰω. 5,14).
Αὐτοί λοιπόν ἀντιληφθέντες ὅτι ἐκεῖνος ἔγινε παράλυτος ἐξ αἰτίας τῶν ἁμαρτιῶν του, τοῦ λέγουν· «Ἔστω, ἐκεῖνος ἔγινεν παράλυτος ἐξ αἰτίας τῶν ἁμαρτημάτων του, δι̉ αὐτόν ὅμως τί θά ἠμποροῦσες νά εἰπῇς; αὐτός ἥμαρτεν; Ἀλλά δέν ἠμπορεῖς νά τό εἰπῆς, διότι εἶναι τυφλός ἐκ γενετῆς. Μήπως ὅμως ἥμαρτον οἱ γονεῖς του; Ἀλλ̉ οὔτε αὐτό, διότι τό παιδί δέν τιμωρεῖται διά τάς ἀδικίας τοῦ πατρός του» Ὅπως ἀκριβῶς λοιπόν, βλέποντες κάποιο παιδί νά εὑρίσκεται εἰς ἀθλίαν κατάστασιν, λέγομεν, «Τί θά ἠμποροῦσε κανείς νά εἰπῇ δι̉ αὐτό; τί ἔκαμε τό παιδί»; χωρίς νά ἐρωτῶμεν, ἀλλά ἐκφράζομεν ἀπορίαν, ἔτσι λοιπόν καί οἱ μαθηταί, δέν τό ἔλεγον αὐτό τόσο ὑπό μορφήν ἐρωτήσεως ἀλλά ἀπορίας. Τί ἀπαντᾶ λοιπόν ὁ Χριστός; «Οὔτε αὐτός ἥμαρτεν, οὔτε οἱ γονεῖς του». Αὐτό δέ δέν τό λέγει ἀπαλλάσσων αὐτούς ἀπό τάς ἁμαρτίας (Διότι δέν εἶπεν ἁπλῶς, «Οὔτε αὐτός ἥμαρτεν, οὔτε οἱ γονεῖς του», ἀλλά ἐπρόσθεσεν, «Διά νά γεννηθῇ τυφλός»), ἀλλά γιά νά δοξασθῇ ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ· ἡμάρτησε βέβαια καί αὐτός καί οἱ γονεῖς του, ἀλλά δέν προέρχεται, λέγει, ἀπό αὐτήν τήν αἰτίαν ἡ τύφλωσις.
Αὐτά δέ τά ἔλεγεν ὄχι γιά νά δείξῃ αὐτό, ὅτι δηλαδή αὐτός μέν δέν ἐτυφλώθη δι̉ αὐτήν τήν αἰτίαν, ἐνῶ ὡρισμένοι ἄλλοι ἐτυφλώθησαν ἐξ αἰτίας αὐτῶν τῶν αἰτιῶν, ἐξ αἰτίας τῶν ἁμαρτιῶν τῶν γονέων των· καθ̉ ὅσον δέν εἶναι δυνατόν ν̉ ἁμαρτάνῃ ἄλλος καί νά τιμωρῆται ἄλλος. Διότι ἐάν τό παραδεχθῶμεν αὐτό, κατ̉ ἀνάγκην θά παραδεχθῶμεν καί ἐκεῖνο, ὅτι δηλαδή ἡμάρτησε πρίν γεννηθῇ. Ὅπως ἀκριβῶς λοιπόν εἰπών, ὅτι «οὔτε αὐτός ἥμαρτεν», δέν ἐννοεῖ αὐτό, ὅτι δηλαδή εἶναι δυνατόν ἐκ γενετῆς ν̉ ἀμαρτήσῃ καί τιμωρηθῇ, ἔτσι εἰπών· «Οὔτε οἱ γονεῖς αὐτοῦ», δέ ἐννοεῖ αὐτό, ὅτι δηλαδή εἶναι δυνατόν νά τιμωρηθῇ ἐξ αἰτίας τῶν γονέων του· καθ̉ ὅσον διά τοῦ Ἰεζεκιήλ ἀναιρεῖ αὐτήν τήν σκέψιν «Ὁρκίζομαι εἰς τόν ἑαυτόν μου, λέγει ὁ Κύριος, ὅτι δέν θά λέγεται αὐτή ἡ παροιμία, οἱ πατέρες ἔφαγον ἄγορα σταφύλια καί ἐμωδίασαν τά δόντια τῶν παιδιῶν των» (Ἰεζ. 18,3´2). Καί ὁ Μωϋσῆς δέ λέγει· «Δέν θά ἀποθάνῃ ὁ πατέρας ἐξ αἰτίας τοῦ υἱοῦ του» (Δευτ. 24,16). Καί διά κάποιο βασιλέα λέγεται ὅτι, δι̉ αὐτόν τόν λόγον δέν τό ἔκαμεν αὐτό, φυλάσσων τόν νόμον τοῦ Μωϋσέως (Δ´ Βασ. 14,6). Ἐάν δέ λέγῃ κάποιος, πῶς λοιπόν ἐλέχθη «Αὐτός πού καταλογίζει ἁμαρτίας γονέων εἰς τά τέκνα μέχρι τρίτην καί τετάρτην γενεάν»; (Δευτ. 5,9) ἐκεῖνο θά ἠμπορούσαμεν νά εἰποῦμεν, ὅτι ἡ ἀπόφασις αὐτή δέν ἐλέχθη δι̉ ὅλους, ἀλλά δι̉ ἐκείνους πού ἐξῆλθον ἀπό τήν Αἴγυπτον. Αὐτό δέ πού ἐννοεῖ εἶναι τό ἑξῆς· Ἐπειδή αὐτοί πού ἐξῆλθον ἀπό τήν Αἴγυπτον εἶχον γίνει μετά τά σημεῖα καί θαύματα χειρότεροι ἀπό τούς προγόνους των πού δέν εἶδαν κανένα ἀπό αὐτά, τά ἴδια, λέγει, θά πάθουν πού ἔπαθον ἐκεῖνοι, ἐπειδή διέπραξαν τά ἴδια παραπτώματα. Καί τό ὅτι ἐλέχθη δι̉ ἐκείνους θά τό διαπιστώσῃ κανείς ἐάν ἐξετάσῃ ἀκριβέστερον τό χωρίον.
Διά ποῖον λόγον λοιπόν ἐγεννήθη τυφλός; «Διά νά φανερωθῇ ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ», λέγει. Νά καί πάλιν ἄλλη ἀπορία, ἐάν λοιπόν δέν ἦταν δυνατόν νά φανῇ ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ χωρίς τήν τιμωρίαν αὐτοῦ. Βέβαια δέν ἐλέχθη αὐτό, ὅτι δέν ἦτο δυνατόν (διότι ἦτο δυνατόν), ἀλλά διά νά φανερωθῇ καί εἰς αὐτόν. Τί λοιπόν, λέγει, ἠδικήθη διά τήν δόξαν τοῦ Θεοῦ; Ποίαν ἀδικίαν; εἰπέ μου· διότι ἐάν ἤθελεν οὔτε κἄν θά τόν ἔφερεν εἰς τήν ζωήν. Ἐγώ ὅμως λέγω, ὅτι καί εὐηργετήθη ἀπό τήν τύφλωσιν, καθ̉ ὅσον ἀνέβλεψε μέ τούς ἐσωτερικούς ὀφθαλμούς· διότι τί ὠφελήθησαν οἱ Ἰουδαῖοι ἀπό τούς σωματικούς ὀφθαλμούς; (διότι ἐτιμωρήθησαν χειρότερα, ἀφοῦ ἐτυφλώθησαν ὡς πρός τούς ἐσωτερικούς ὀφθαλμούς)· ποία δέ ἡ βλάβη εἰς αὐτόν ἀπό τήν τύφλωσιν; Διότι μέ τήν τύφλωσίν του αὐτήν ἀνέβλεψεν. Ὅπως ἀκριβῶς λοιπόν τά κακά δέν εἶναι κακά, δηλαδή τά κακά τῆς παρούσης ζωῆς, ἔτσι οὔτε τά ἀγαθά δέν εἶναι ἀγαθά, ἀλλά κακόν εἶναι μόνον ἡ ἁμαρτία, ἐνῶ ἡ τύφλωσις δέν εἶναι κακόν. Αὐτός δέ πού τόν ἔφερεν εἰς τήν ζωήν ἀπό τήν ἀνυπαρξίαν, ἐξουσίαν εἶχεν καί νά τόν ἀφήσῃ εἰς αὐτήν τήν κατάστασιν. Μερικοί δέ λέγουν, ὅτι αὐτή ἡ φράσις δέν ἔχει αἰτιολογικόν χαρακτῆρα, ἀλλ̉ ἐκφράζει τό ἀποτέλεσμα, ὅπως ἐπί παραδείγματι ὅταν λέγῃ· «Ἐγώ ἦλθα εἰς αὐτόν τόν κόσμον διά κρίσιν, διά ν̉ ἀποκτήσουν τό φῶς των ἐκεῖνοι, πού δέν βλέπουν καί νά γίνουν τυφλοί αὐτοί πού βλέπουν», (Ἰω. 9, 39) (καί ὅμως δέν ἦλθεν δι̉ αὐτόν τόν λόγον, διά νά γίνουν δηλαδή τυφλοί αὐτοί πού βλέπουν). Καί πάλιν ὁ Παῦλος λέγει· «Αὐτό πού εἶναι δυνατόν νά γίνῃ γνωστόν περί τοῦ Θεοῦ τούς εἶναι φανερόν, ὥστε νά εἶναι ἀδικαιολόγητοι» (Ρωμ. 1, 19-20) (ἄν καί βέβαια δέν ἐφανέρωσε εἰς αὐτούς τά περί ἑαυτοῦ δι̉ αὐτόν τόν λόγον, διά νά στερηθοῦν τήν ἀπολογίαν, ἀλλά διά νά τύχουν ἀπολογίας). Καί πάλιν ἀλλοῦ λέγει· «Ὁ νόμος δέ ἐδόθη διά νά πλεονάσουν τά παραπτώματα» (Ρωμ. 5,20) (μολονότι βέβαια δέν εἰσῆλθεν εἰς τήν ζωήν τῶν ἀνθρώπων δι̉ αὐτόν τόν λόγον, ἀλλά διά νά ἐμποδισθῇ ἡ ἁμαρτία).
2. Βλέπεις εἰς ὅλας τάς περιπτώσεις ὅτι ὁ προσδιορισμός δεικνύει τό ἀποτέλεσμα; Διότι ὅπως ἀκριβῶς ἕνας ἄριστος οἰκοδόμος, τό μέν ἕνα τμῆμα τῆς οἰκίας τό κατασκευάζει, τό δέ ἄλλο τό ἀφήνει ἀτελείωτον, ὥστε μέ τό ὑπόλοιπον νά ἀπολογηθῇ πρός αὐτούς πού δέν πιστεύουν δι̉ ὅλον τό ἔργον του, ἔτσι καί ὁ Θεός, ὡσάν μίαν οἰκίαν ἑτοιμόρροπον, συγκολλεῖ τό σῶμα μας καί τό τελειοποιεῖ, θεραπεύων τήν ξηράν χεῖρα, δίδων ζωήν εἰς παράλυτα μέλη, θεραπεύων τούς χωλούς, καθαρίζων τούς λεπρούς, θεραπεύων τούς ἀσθενεῖς, καθιστῶν ἀρτιμελεῖς τούς ἀναπήρους, ἐπαναφέρων εἰς τήν ζωήν ἀπό τόν θάνατον τούς νεκρούς, διανοίγων τούς ὀφθαλμούς τῶν τυφλῶν καί δίδων ὀφθαλμούς εἰς ἐκείνους πού δέν ἔχουν, καί διορθώνων ὅλα αὐτά, πού ἦσαν ἀτέλειαι τῆς ἐκ φύσεως ἀσθενείας, ἐδείκνυε τήν δύναμίν του. Εἰπών δέ, «Διά νά φανερωθῇ ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ», ἐννοεῖ τόν ἑαυτόν του καί ὄχι τόν Πατέρα, διότι ἡ δόξα ἐκείνου ἦτο φανερά. Ἐπειδή λοιπόν ἤκουον ὅτι ὁ Θεός ἔπλασε τόν ἄνθρωπον ἀφοῦ ἔλαβε χῶμα ἀπό τήν γῆν, διά τοῦτο καί αὐτός ἔπλασε καθ̉ ὅμοιον τρόπον τό χῶμα· διότι τό νά εἰπῇ, ἐγώ εἶμαι ἐκεῖνος πού ἔλαβον χῶμα ἀπό τήν γῆν καί ἔπλασα τόν ἄνθρωπον, ἐφαίνετο ὅτι δυσαρεστοῦσε τούς ἀκροατάς, ἀποδεικνυόμενον ὅμως αὐτό ἐμπράκτως, δέν θά ἐνοχλοῦσε πλέον αὐτούς.
Διά τοῦτο λοιπόν καί αὐτός, ἀφοῦ ἔλαβε χῶμα καί τό ἀνέμειξε μέ τό πτύσμα, ἐφανέρωσε μέ τήν ἐνέργειάν του αὐτήν τήν κρυμμένην δόξαν του· διότι δέν ἦτο μικρή δόξα τό νά θεωρηθῇ αὐτός δημιουργός τῆς κτίσεως· καθ̉ ὅσον ἀπό αὐτό ἠκολούθουν καί τά ἄλλα καί ἀπό τό ἐπί μέρους ἐγένετο πιστευτόν τό ὅλον·διότι ἡ πίστις διά τό μεγαλύτερον ἔργον του, ἐπεβεβαίωνε καί τό μικρότερον· καθ̉ ὅσον ὁ ἄνθρωπος εἶναι τό πολυτιμώτερον ἀπό ὅλα τά ὄντα τῆς κτίσεως, καί ἀπό τά μέλη μας πολυτιμώτερος εἶναι ὁ ὀφθαλμός. Διά τοῦτο ἔδωσε τό φῶς εἰς τούς ὀφθαλμούς ὄχι ἔτσι ἁπλῶς, ἀλλά μέ ἐκεῖνον τόν τρόπον· διότι ἄν καί εἶναι μικρόν τό μέλος αὐτό ὡς πρός τό μέγεθος, ἀλλ̉ ὅμως εἶναι ἀναγκαιότερον ἀπό ὅλα τά μέλη σώματος. Καί αὐτό δηλῶν ὁ Παῦλος, ἔλεγεν· «Ἐάν εἰπῇ ἡ ἀκοή, ἐπειδή δέν εἶμαι ὀφθαλμός, δέν ἀνήκω εἰς τό σῶμα, μήπως παύῃ, ἐξ αἰτίας αὐτοῦ, νά ἀνήκῃ εἰς τό σῶμα;» (Α´ Κορ. 12,16). Διότι ὅλα τά μέλη τοῦ σώματός μας εἶναι ἀπόδειξις τῆς σοφίας τοῦ Θεοῦ, πολύ περισσότερον δέ ὁ ὀφθαλμός. Καθ̉ ὅσον αὐτός διακυβερνᾷ ὁλόκληρον τό σῶμα, αὐτός δίδει τό κάλλος εἰς ὅλον τό σῶμα, αὐτός στολίζει τό πρόσωπον, αὐτός εἶναι ὁ λύχνος ὅλων τῶν μελῶν· διότι αὐτό πού εἶναι ὁ ἥλιος διά τήν οἰκουμένην, αὐτό εἶναι ὁ ὀφθαλμός διά τό σῶμα. Ἄν σβήσῃς τόν ἥλιον, ὅλα τά κατέστρεψες καί τά ἀνέτρεψες· ἄν σβήσῃς τούς ὀφθαλμούς καί τά πόδια εἶναι ἄχρηστα καί τά χέρια καί ἡ ψυχή· διότι χάνεται ἡ γνῶσις ἀχρηστευομένων αὐτῶν· καθ̉ ὅσον δι̉ αὐτῶν ἐγνωρίσαμεν τόν Θεόν· «Διότι τά ἀόρατα τοῦ Θεοῦ βλέπονται καθαρά ἀπό τότε πού ἐκτίσθη ὁ κόσμος διά μέσου τῶν δημιουργημάτων» (Ρωμ. 1,20). Ἑπομένως δέν εἶναι ὁ ὀφθαλμός μόνον λύχνος εἰς τό σῶμα, ἀλλά περισσότερον ἀπό τό σῶμα εἶναι λύχνος τῆς ψυχῆς. Καί ἀκριβῶς λοπόν διά τοῦτο ἔχει τοποθετηθῆ, ὡσάν ἀκριβῶς εἰς κάποιαν βασιλικήν θέσιν, εἰς τό ὑψηλότερον μέρος τοῦ σώματος καί προΐσταται τῶν ἄλλων αἰσθήσεων. Αὐτόν λοιπόν διαπλάσσει.
Εἰς τήν συνέχειαν, διά νά μή νομίσῃς ὅτι ἔχει ἀνάγκην ἀπό ὕλην ὅταν δημιουργῇ, καί διά νά μάθῃς ὅτι οὔτε καί εἰς τήν ἀρχήν εἶχεν ἀνάγκην ἀπό πηλόν (διότι αὐτός πού ἔφερεν εἰς τήν ὕπαρξιν τάς σπουδαιοτέρας οὐσίας πού δέν ὑπῆρχον, πολύ περισσότερον ἐδημιούργησεν αὐτήν χωρίς νά ὑπάρχῃ ὕλη), διά νά μάθῃς λοιπόν, ὅτι αὐτό δέν τό κάμνει ἀπό ἀνάγκην, ἀλλά διά νά διδάξῃ ὅτι αὐτός εἶναι ὁ ἀρχικός δημιουργός, ἀφοῦ ἄλειψε τόν πηλόν εἰς τούς ὀφθαλμούς εἶπεν· «Πήγαινε καί πλύσου», διά νά γνωρίσῃς, ὅτι δέν ἔχω ἀνάγκην ἀπό πηλόν διά νά ἀνοίξω τούς ὀφθαλμούς, ἀλλά διά νά φανερωθῇ μέ αὐτήν τήν ἐνέργειάν μου ἡ δόξα μου. Τό ὅτι λοιπόν ὁμιλεῖ περί τοῦ ἑαυτοῦ του γίνεται φανερόν ἀπό τό ὅτι, ἀφοῦ εἶπεν, «Διά νά φανερωθῇ ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ», ἐπρόσθεσεν· «Ἐγώ πρέπει νά ἐκτελῶ τά ἔργα ἐκείνου πού μέ ἔστειλεν»· δηλαδή, ἐγώ πρέπει νά φανερώσω τόν ἑαυτόν μου καί νά πράξω ἐκεῖνα πού ἠμποροῦν νά ἀποδείξουν ὅτι πράττω τά ἴδια μέ τόν Πατέρα, ὄχι παρόμοια, ἀλλά τά ἴδια, πρᾶγμα πού ἀποδεικνύει εἰς μεγαλύτερον βαθμόν ὅτι εἶναι ὅμοια ἀκριβῶς τά ἔργα του μέ τά τοῦ Πατρός, καί τό ὁποῖον λέγεται ἐπί τῶν πραγμάτων ἐκείνων πού δέν διαφέρουν καθόλου. Ποῖος λοιπόν θά ἀμφισβητῇ εἰς τό ἑξῆς, βλέπων αὐτόν νά ἠμπορῇ νά πράττῃ τά ἴδια μέ τόν Πατέρα; διότι δέν ἔπλασε μόνον ὀφθαλμούς, οὔτε ἤνοιξεν, ἀλλά καί ἐχάρισε καί τήν ὅρασιν, πρᾶγμα πού σημαίνει ὅτι ἐνεφύσησε καί ψυχήν· καθ̉ ὅσον ἐάν ἐκείνη δέν ἐνεργῇ, ὁ ὀφθαλμός, καί ἄν ἀκόμη εἶναι ὑγιέστατος, δέν θά ἠμπορέσῃ ποτέ νά ἰδῆ τίποτε. Ὥστε καί τήν ἐνέργειαν τῆς ψυχῆς ἐχάρισε καί ἔδωσεν εἰς τό μέλος τά πάντα, καί ἀρτηρίας καί νεῦρα καί φλέβας καί αἷμα καί ὅλα τά ἄλλα, ἀπό τά ὁποῖα ἀποτελεῖται τό σῶμα μας.
«Ἐγώ πρέπει νά ἐργάζωμαι ἐν ὅσῳ ἀκόμη εἶναι ἡμέρα». Τί θέλουν νά εἰποῦν αὐτοί οἱ λόγοι; ποίαν σημασίαν ἔχουν; Πολλήν. Διότι αὐτό πού λέγει ἔχει τήν ἑξῆς σημασίαν· «Ἕως ἡμέρα ἐστίν»· Ἐν ὅσῳ ἀκόμη ἠμποροῦν οἱ ἄνθρωποι νά πιστεύουν εἰς ἐμέ, ἐν ὅσῳ συνεχίζεται αὐτή ἡ ζωή, πρέπει νά ἐργάζωμαι. «Ἔρχεται νύξ (δηλαδή ὁ μέλλων καιρός), ὁπότε κανείς δέν ἠμπορεῖ νά ἐργάζεται». Δέν εἶπεν, ὁπότε ἐγώ δέν ἠμπορῶ νά ἐργάζωμαι, ἀλλά «ὁπότε κανείς δέν ἠμπορεῖ νά ἐργάζεται», δηλαδή, τότε πού δέν θά ἰσχύῃ πλέον ἡ πίστις, οὔτε οἱ κόποι, οὔτε ἡ μετάνοια. Τό ὅτι βέβαια ἔργον ὀνομάζει τήν πίστιν, γίνεται φανερόν ἀπό τήν ἐρώτησιν πρός αὐτόν· «Τί θά κάνωμεν, διά νά ἐκτελέσωμεν τά ἔργα τοῦ Θεοῦ;» (Ἰω. 6,28). Ἀπαντᾶ· «Αὐτό εἶναι τό ἔργον τοῦ Θεοῦ, διά νά πιστεύσετε εἰς αὐτόν πού ἀπέστειλε ἐκεῖνος» (Ἰω. 6,29). Πῶς λοιπόν αὐτό τό ἔργον «δέν ἠμπορεῖ κανείς νά τό πράξῃ τότε»; Διότι τότε οὔτε ἡ πίστις ἰσχύει, ἀλλ̉ ὅλοι θά ὑπακούσουν εἴτε τό θέλουν εἴτε ὄχι. Διά νά μή εἰπῇ λοιπόν κάποιος ὅτι αὐτό τό κάνει ἀπό φιλοδοξίαν, δεικνύει ὅτι ὅλα τά κάνει ἀπό ἐνδιαφέρον δι̉ αὐτούς πού ἔχουν τήν δυνατότητα μόνον ἐδῶ νά πιστεύσουν, καί δέν ἠμποροῦν πλέον ἐκεῖ νά ἔχουν καμμίαν ὠφέλειαν. Διά τοῦτο δέν ἔκαμεν αὐτό πού ἔκαμεν ἀφοῦ ἦλθε πρός αὐτόν ὁ τυφλός.
Τό ὅτι βέβαια ἦτο ἄξιος μέν νά θεραπευθῇ καί, ἐάν ἔβλεπεν, θά ἐπίστευε καί θά προσήρχετο, καί, δέν θά ἔδειχνεν ἀδιαφορίαν καί πάλιν ἐάν ἤκουεν ἀπό κάποιον πού ἦτο ἐκεῖ, γίνεται φανερόν ἀπό τά ἑξῆς, ἀπό τήν ἀνδρείαν καί τήν ἰδίαν τήν πίστιν του· καθ̉ ὅσον φυσικόν ἦτο νά σκεφθῇ καί νά εἰπῇ· Μά τί τέλος πάντων σημαίνει αὐτό; ἔκαμε πηλόν καί ἤλειψε τούς ὀφθαλμούς μου καί μοῦ εἶπε· «Πήγαινε καί πλύσου». Δέν ἠμποροῦσε νά μέ θεραπεύσῃ καί μετά νά μέ στείλῃ εἰς τήν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωάμ; Πολλές φορές ἐπλύθην ἐκεῖ μαζί μέ ἄλλους πολλούς καί δέν εἶδα καμμίαν ὠφέλειαν· ἐάν εἶχε κάποιαν δύναμιν θά ἠμποροῦσε νά μέ θεραπεύσῃ παρόντα, πρᾶγμα πού καί ὁ Νεεμάν ἔλεγε πρός τόν Ἐλισσαῖον· καθ̉ ὅσον καί ἐκεῖνος, λαβών ἐντολήν νά ὑπάγῃ καί νά λουσθῇ εἰς τόν Ἰορδάνην δυσπιστοῦσε, καί ὅλα αὐτά τήν στιγμήν πού τόση φήμη ὑπῆρχε περί τοῦ Ἐλισσαίου(Δ´ Βασ. 5, 10-11). Ἀλλ̉ ὅμως ὁ τυφλός δέν ἠπίστησεν οὔτε ἔφερεν ἀντίρρησιν οὔτε ἐσκέφθη μέσα του· Τί τέλος πάντων σημαίνει αὐτό; ἔπρεπε νά ἀλείψῃ τούς ὀφθαλμούς μου μέ πηλόν; αὐτό περισσότερον τυφλώνει· ποῖος ποτέ ἀνέβλεψε μέ αὐτόν τόν τρόπον; Ἀλλά τίποτε ἀπό αὐτά δέν ἐσκέφθη. Εἶδες πίστιν σταθεράν καί προθυμίαν; «Ἔρχεται ἡ νύκτα». Δείχνει μέ αὐτό ὅτι καί μετά τήν σταύρωσίν του πρόκειται νά συνεχίσῃ τήν πρόνοιάν του διά τούς ἀσεβεῖς καί νά ἐπιστρέψῃ πολλούς εἰς τήν πίστιν· διότι ἀκόμη εἶναι ἡμέρα. Μετά δέ ἀπό αὐτό τούς ἀπομακρύνει τελείως. Καί θέλων νά δηλώσῃ αὐτό, ἔλεγεν· «Ὅσον καιρόν εἶμαι εἰς τόν κόσμον, εἶμαι τό φῶς τοῦ κόσμου»· πρᾶγμα πού ἔλεγε καί πρός ἄλλους· «Πιστεύετε ἐν ὅσῳ τό φῶς εἶναι μαζί σας» (Ἰω. 12,36).
3. Καί διατί λοιπόν ὁ Παῦλος τήν μέν παροῦσαν ζωήν ὠνόμασε νύκτα, τήν δέ μέλλουσαν ἡμέραν; Δέν ἀντιτίθεται πρός τόν Χριστόν, ἀλλά λέγει τά ἴδια, ἄν καί ὄχι μέ τά ἴδια λόγια, ἀλλά μέ τό ἴδιο νόημα· καθ̉ ὅσον λέγει· «Ἡ νύκτα ἐπροχώρησε, ἡ δέ ἡμέρα ἐπλησίασεν» (Ρωμ. 13,12). Διότι νύκτα ὀνομάζει τήν παροῦσαν ζωήν δι̉ ἐκείνους πού κάθονται εἰς τό σκότος, ἤ συγκρίνων αὐτήν μέ ἐκείνην τήν ἡμέραν, ἐνῷ ὁ Χριστός νύκτα ὀνομάζει τήν μέλλουσαν ζωήν λόγῳ τοῦ ὅτι δέν συγχωροῦνται τότε τά ἁμαρτήματα, ὁ Παῦλος ὅμως ὀνομάζει τήν παροῦσαν ζωήν νύκτα ἐπειδή εὑρίσκονται μέσα εἰς τό σκότος αὐτοί πού ζοῦν μέσα εἰς τήν κακίαν καί τήν ἀπιστίαν. Ἀπευθυνόμενος πρός πιστούς, ἔλεγεν· «Ἡ νύκτα ἐπροχώρησεν, ἡ δέ ἡμέρα ἐπλησίασεν», καθ̉ ὅσον πρόκειται νά ἀπολαύσουν ἐκεῖνο τό φῶς, καί νύκτα ὀνομάζει τόν παλαιόν βίον· διότι λέγει· «Ἄς ἀποβάλωμεν τά ἔργα τοῦ σκότους» (Ρωμ. 13,12). Βλέπεις πού λέγει δι̉ ἐκείνους ὅτι εἶναι νύκτα; Διά τοῦτο λέγει· «Ἄς συμπεριφερώμεθα σεμνά, ὅπως ὅταν εἶναι ἡμέρα» (Ρωμ.13,13) διά νά ἀπολαύσωμεν ἐκεῖνο τό φῶς. Διότι, ἐάν αὐτό τό φῶς εἶναι τόσον ὡραῖον, σκέψου πόσον ὡραῖον θά εἶναι ἐκεῖνο· ὅσον δηλαδή ἀνώτερον εἶναι τό φῶς τοῦ ἡλίου ἀπό τό τοῦ λύχνου, τόσον καί πολύ περισσότερον ἐκεῖνο εἶναι ἀνώτερον ἀπό αὐτό. Καί διά νά δηλώσῃ αὐτό, ἔλεγεν ὅτι «ὁ ἥλιος θά σκοτισθῇ» (Ματθ. 24,29), δηλαδή ἐξ αἰτίας ἐκείνης τῆς ἀφθόνου λαμπρότητός του οὔτε ὁ ἥλιος θά φανῇ. Ἐάν δέ τώρα δαπανῶμεν ἀμέτρητα χρήματα διά νά ἔχωμεν φωτεινάς καί εὐαέρους οἰκίας κτίζοντες αὐτάς καί ταλαιπωρούμενοι, σκέψου πῶς πρέπει νά μεταχειριζώμεθα τά σώματα διά νά οἰκοδομήσωμεν λαμπράς οἰκίας εἰς τούς οὐρανούς, ὅπου ὑπάρχει τό ἀπερίγραπτον ἐκεῖνο φῶς· διότι ἐδῶ μέν γίνονται καί μάχαι καί φιλονικίαι διά τά σύνορα καί τούς τοίχους, ἐνῷ ἐκεῖ δέν ὑπάρχει τίποτε τό παρόμοιον, οὔτε φθόνος οὔτε κακολογία, καί κανείς δέν θά φιλονικήσῃ μαζί μας διά σύνορα κτημάτων. Καί αὐτήν μέν τήν οἰκίαν εἴμεθα ἀναγκασμένοι νά τήν ἐγκαταλείψωμεν ὁπωσδήποτε ἐνῷ ἐκείνη θά παραμείνῃ διαρκῶς· καί αὐτή μέν κατ̉ ἀνάγκην καταστρέφεται ἀπό τόν χρόνον καί ὑφίσταται μυρίας ζημίας, ἐνῷ ἐκείνη μένει αἰωνίως ἄφθαρτος· καί αὐτήν μέν δέν ἠμπορεῖ πτωχός νά τήν οἰκοδομήσῃ, ἐνῷ ἐκείνην μπορεῖ νά τήν οἰκοδομήσῃ καί μέ δύο ὀβολούς, ὅπως ἀκριβῶς ἡ χήρα. Διά τοῦτο λυποῦμε ὑπερβολικά, διότι ἄν καί εὑρίσκονται ἔμπροσθέν μας τόσα ἀγαθά, ραθυμοῦμεν καί ἀδιαφοροῦμεν, καί πράττομεν μέν τά πάντα διά νά ἔχωμεν ἐδῶ λαμπράς οἰκίας, ἀδιαφορῶμεν ὅμως καί δέν φροντίζομεν νά ἀποκτήσωμεν εἰς τούς οὐρανούς ἔστω καί μικρόν κατάλυμα.
Εἰπέ μου λοιπόν, πού θά ἤθελες νά ἔχῃς οἰκίαν ἐδῶ; ἆρά γε εἰς τήν ἐρημίαν ἤ εἰς μίαν ἀπό τάς μικράς πόλεις; Ἐγώ τουλάχιστον δέν τό νομίζω, ἀλλά θά ἤθελες νά ἔχῃς εἰς τάς βασιλικωτάτας καί μεγάλας πόλεις, ὅπου ὑπάρχει περισσότερον ἐμπόριον καί μεγαλυτέρα πολυτέλεια. Ἀλλ̉ ἐγώ σέ ὁδηγῶ εἰς μίαν τέτοιαν πόλιν, τῆς ὁποίας τεχνίτης καί δημιουργός εἶναι ὁ Θεός. Ἐκεῖ σέ παρακαλῶ νά κτίζῃς καί νά οἰκοδομῇς μέ ὀλιγώτερα χρήματα καί ὀλιγώτερον κόπον. Ἐκείνην τήν οἰκίαν τήν οἰκοδομοῦν τά χέρια τῶν πτωχῶν καί αὐτό πρό πάντων εἶναι οἰκοδομή· διότι αὐτά πού γίνονται τώρα εἶναι δείγματα τῆς πιό φοβερᾶς παραφροσύνης. Καθ̉ ὅσον ἐάν κάποιος σέ ὡδήγει εἰς τήν περσικήν γῆν διά νά ἰδῇς τά ἐκεῖ καί νά ἐπανέλθῃς καί εἰς τήν συνέχειαν σέ διέτασσε νά κτίσῃς οἰκίαν, ἆρά γε δέν θά ἀπέδιδες εἰς αὐτόν τήν πιό χειροτέραν ἀνοησίαν, μέ τό νά σέ διατάσσῃ νά κάμνῃς ἀσκόπους δαπάνας; Πῶς λοιπόν κάμνῃς τό ἴδιο πρᾶγμα εἰς τήν γῆν, τήν ὀποίαν μετά ἀπό ὀλίγον θά ἐγκαταλείψῃς;
Ἀλλά, λέγει, θά τήν ἀφήσω εἰς τά παιδιά μου. Ὅμως καί ἐκεῖνα μετά ἀπό ὀλίγον ἀπό σένα θά τήν ἐγκαταλείψουν, πολλές φορές δέ καί πρίν ἀπό σένα, καί ὁμοίως καί οἱ μετά ἀπό ἐκείνους. Καί αὐτό τό πρᾶγμα γίνεται εἰς σέ αἰτία ἀπογοητεύσεως, ὅταν δέν ἰδῇς τούς κληρονόμους σου νά κατέχουν αὐτά. Ἐκεῖ ὅμως τίποτε παρόμοιον δέν εἶναι δυνατόν νά φοβηθῇς, ἀλλά μένει σταθερά αὐτό πού ἀπέκτησες καί εἰς ἐσένα καί εἰς τά παιδιά σου καί εἰς τά ἐγγόνια σου, ἄν ἐπιδείξουν τήν ἰδίαν ἀρετήν. Τήν οἰκοδόμησιν ἐκείνης τῆς οἰκίας τήν κάμνει ὁ Χριστός· ἐάν οἰκοδομῇς ἐκείνην δέν εἶναι ἀνάγκη νά ὁρίζῃς ἐπιστάτας, οὔτε νά φροντίζῃς, οὔτε νά μεριμνᾷς· διότι ὅταν ὁ Θεός ἀναλάβῃ τό ἔργον τί χρειάζεται ἡ φροντίς; Ἐκεῖνος τά συγκεντρώνει ὅλα καί κτίζει τήν οἰκίαν. Καί δέν εἶναι αὐτό μόνον τό ἀξιοθαύμαστον, ἀλλ̉ ὅτι αὐτός ἔτσι οἰκοδομεῖ αὐτήν, ὅπως ἀρέσει εἰς ἐσένα, ἀλλά καί περισσότερον ἀπό αὐτό πού σοῦ ἀρέσει καί ἀπό αὐτό πού θέλεις· διότι εἶναι τεχνίτης ἄριστος καί φροντίζει πάρα πολύ διά τά συμφέροντά σου. Καί ἄν εἶσαι πτωχός καί θελήσῃς νά οἰκοδομήσῃς αὐτήν τήν οἰκίαν κανείς δέν θά σέ φθονήσῃ οὔτε καί θά σέ κακολογήσῃ· διότι κανείς δέν τήν βλέπει αὐτήν ἀπό ἐκείνους πού φθονοῦν, ἀλλ̉ οἱ ἄγγελοι πού γνωρίζουν νά χαίρωνται μέ τά ἰδικά σου ἀγαθά. Κανείς δέν θά ἠμπορέσῃ νά ἐξουσιάσῃ αὐτήν, διότι κανείς δέν κατοικεῖ πλησίον της ἀπό αὐτούς πού πάσχουν ἀπό παρόμοια νοσήματα. Γείτονας ἐκεῖ ἔχεις τούς ἁγίους, τούς περί τόν Παῦλον καί Πέτρον, ὅλους τούς προφήτας, τούς μάρτυρας, τό πλῆθος τῶν ἄγγελων καί τῶν ἀρχαγγέλων.
Διά τοῦτο λοιπόν ὅλα αὐτά τά ὑπάρχοντά μας ἄς τά προσφέρωμεν εἰς τούς πτωχούς , διά νά ἐπιτύχωμεν ἐκείνας τάς σκηνάς, τά ὁποίας μακάρι νά ἐπιτύχωμεν ὅλοι ἡμεῖς μέ τήν χάριν καί φιλανθρωπίαν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, διά τοῦ ὁποίου καί μετά τοῦ ὁποίου ἀνήκει εἰς τόν Πατέρα δόξα συγχρόνως καί εἰς τό ἅγιον Πνεῦμα εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Ἡ θεραπεία τοῦ τυφλοῦ Κυριακή τοῦ τυφλοῦ του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Εδέσσης Πέλλης και Αλμωπίας κ.κ. Ιωήλ
«Εἶδεν ἄνθρωπον τυφλὸν ἐκ γενετῆς»
Ἡ θεραπεία τοῦ ἐκ γενετῆς τυφλοῦ εἶναι ἕνας φοβερὸς ἔλεγχος γιὰ τοὺς Φαρισαίους ποὺ δὲ θέλουν νὰ παραδεχθοῦν τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ. Πρὶν ἀπὸ τὸ μεγάλο αὐτὸ γεγονὸς ὁ Χριστὸς ἔκανε ἕνα μεγάλο διάλογο μὲ τοὺς Γραμματεῖς καὶ Φαρισαίους. Στὸ διάλογο αὐτὸ ὁ Κύριος τοὺς εἶπε: «ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, πρὶν Ἀβραὰμ γενέσθαι ἐγὼ εἰμὶ" (Ἰω. 8,58). Ἐξαγριωμένοι τότε οἱ Ἰουδαῖοι, ἐπειδὴ δὲν κατάλαβαν τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ, σήκωσαν λίθους γιὰ νὰ Τὸν κτυπήσουν (ὅπ. π. στίχ. 59). Ὁ Χριστός, γιὰ νὰ καταπραΰνει τὸ θυμὸ τους ἐκρύβη καὶ ἐξῆλθεν ἐκ τοῦ ἱεροῦ» (ὅπ. π.). Μετὰ τὸ γεγονὸς αὐτὸ συνάντησε τὸν ἐκ γενετῆς τυφλὸ καὶ τὸν θεράπευσε, γιὰ νὰ γίνει ἡ ἴασή του ἐκτὸς τῶν ἄλλων καὶ μία ἀπάντηση στοὺς ἐχθρούς του, ποὺ ὑποτιμοῦσαν τὸ πρόσωπό Του.
Ὁ ἐκ γενετῆς τυφλὸς
Οἱ μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ νόμιζαν πὼς ἢ αὐτὸς ἁμάρτησε ἢ οἱ γονεῖς του γιὰ νὰ γεννηθεῖ τυφλός. Στὴ συνέχεια ὅμως ὁ Κύριος ἀποκλείει καὶ τὸ ἕνα καὶ τὸ ἄλλο. Γεννήθηκε τυφλὸς γιὰ νὰ φανερωθεῖ ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἀντίληψη τῶν μαθητῶν εἶναι ἐσφαλμένη, γιατί πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ πέσει κάποιος στὴν ἁμαρτία πρὶν νὰ γεννηθεῖ; Μόνον οἱ εἰδωλολάτρες εἶχαν τέτοιες δοξασίες καὶ τέτοια ἀνόητα δόγματα. Ὁ Κύριος εἶναι κατηγορηματικός. Κάθε ἕνας εἶναι ὑπεύθυνος γιὰ τὰ δικά του ἁμαρτήματα. Ἡ ἁμαρτία ποὺ διαπράττουμε εἶναι ἐκείνη ποὺ μᾶς ταλαιπωρεῖ. Ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας γράφει πὼς ἡ ὠφέλεια στὸν ἄνθρωπο εἶναι μεγάλη, ὅταν γνωρίζει τὴ σωστὴ διδασκαλία τοῦ Θεοῦ. Δὲν πέφτει σὲ σφάλματα οὔτε ἑρμηνεύει λάθος τὰ γεγονότα.
Ὁ τρόπος τῆς θεραπείας τοῦ τυφλοῦ
Ἀξιοθαύμαστος εἶναι ὁ τρόπος θεραπείας τοῦ τυφλοῦ. Μποροῦσε ὁ Χριστὸς νὰ τὸν θεραπεύσει διὰ λόγου χωρὶς νὰ χρησιμοποιήσει πηλὸ καὶ νὰ τοῦ ἀλείψει τὰ μάτια. Πρῶτα πρῶτα ἤθελε νὰ τοῦ διεγείρει τὴν πίστη. Ἔπειτα, μὲ τὴν πράξη Του αὐτὴ ἔδειξε τὴ δημιουργική Του δύναμη. Ὅπως ἕνας οἰκοδόμος τὴν μισοτελειωμένη οἰκία του τὴ συμπληρώνει (κτίζοντας μὲ νέα ὑλικά), ἔτσι καὶ ὁ Χριστὸς στὸ θαῦμα τοῦ τυφλοῦ «τὸ σῶμα τὸ ἡμέτερον συγκολλᾶ καὶ ἀναπληροῖ», δηλαδὴ συμπληρώνει τὶς ἀτέλειες τοῦ σώματός μας, γράφει ὁ Χρυσόστομος. Μὲ χῶμα δημιούργησε τὸν Ἀδάμ, μὲ χῶμα δημιούργησε καὶ τὰ μάτια τοῦ τυφλοῦ. Μετά, κατὰ τὴν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου τοῦ εἶπε νὰ πάει νὰ πλύνει τὸ πρόσωπό του στὴν κολυμβήθρα τοῦ Σιλωάμ. Ὁ τυφλὸς ὑπάκουσε ἀμέσως. Μέχρι νὰ πάει στὴ δεξαμενὴ ἀπὸ τὸ σημεῖο ποὺ τὸν διέταξε ὁ Κύριος, ἀσφαλῶς θὰ συνάντησε πολλοὺς ἀνθρώπους ποὺ θὰ τὸν ρωτοῦσαν ποῦ πάει καὶ γιατί ἔχει λάσπη στὰ μάτια του. Ἤθελε ὁ Κύριος νὰ γίνει τὸ σημεῖο ἐνδεικτικώτερο. Μετὰ τὴν θεραπεία θὰ ξαναγύριζε πάλι ἀπὸ τὸν ἴδιο δρόμο καὶ θὰ γινόταν κατὰ κάποιο τρόπο μία λιτάνευση τοῦ σημείου, θὰ γινόταν γνωστὸ τὸ θαῦμα χωρὶς εἰδικὴ σύσταση καὶ διάδοση. Βέβαια καὶ οἱ συνεχεῖς ἀνακρίσεις ποὺ κάνανε στὴ συνέχεια οἱ Φαρισαῖοι, χωρὶς νὰ τὸ θέλουν, κάνουν γνωστὸ σ’ ὅλους τὸ θαῦμα. Ὅπως λέγουν οἱ Πατέρες, ὁ Θεὸς «ἐκ τῶν ἐναντίων τὰ ἐνάντια κατασκευάζει», θεραπεύτηκε ὁ τυφλὸς μὲ τὴ ζωοποιὸ ἐνέργεια τοῦ Κυρίου.
Ἡ πνευματικὴ Σιλωὰμ
Ὁ Κύριος εἶναι ἡ πνευματικὴ πέτρα καὶ ἡ πνευματικὴ κολυμβήθρα τοῦ Σιλωὰμ ποὺ καθαρίζονται ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες οἱ ἄνθρωποι. Ὁ Χριστὸς εἶναι ἕνας μεγάλος χείμαρρος ποὺ δρόσισε καὶ ἀνέψυξε ὅλους τοὺς ἀνθρώπους. Στὶς πάσης φύσεως ἀρρώστιες μας, συμβουλεύει ὁ Μ. Βασίλειος, ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς γιατροὺς νὰ καταφεύγουμε στὴ θεία χάρη. Ἡ μεγάλη τραγωδία τοῦ ἀνθρώπου, λέγει ἕνας Ἐπίσκοπος, εἶναι ἡ ἁμαρτία του. Ὄχι ἁπλῶς ὅτι ἁμάρτησε, ἀλλ’ ὅτι ἡ ἁμαρτία του «μένει». Στὴ διαμάχη μεταξὺ τυφλοῦ καὶ Φαρισαίων δὲν εἶναι ἡ ἀνεύρεση τῆς ἀλήθειας, ἀλλὰ ἡ ἁμαρτία. Δὲν ἐνδιαφέρονται τόσο γιὰ τὴν ἀργία τοῦ Σαββάτου, ἀλλ’ ὅτι θίγεται ὁ ἐγωισμὸς τῶν Φαρισαίων. Ὁ ἐγωισμός μας δὲ μᾶς ἀφήνει νὰ παραδεχθοῦμε τὶς ἐνέργειες καὶ τὰ θαύματα τοῦ Θεοῦ. Βλέπουμε τὰ μικρὰ καὶ ἀφήνουμε τὰ μεγάλα. Ἐγκλωβίζεται ἡ καλή μας θέληση καὶ ἀρνούμεθα νὰ παραδεχθοῦμε τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ σέ μᾶς. Στὸ βάθος πιστεύουμε μόνον στὸν ἑαυτό μας καὶ στὰ χαρίσματά μας.
Ἀδελφοί μου,
Ἂς σπάσουμε αὐτὸ τὸ σύμπλεγμα τοῦ ἐγωισμοῦ μας κι ἂς παραδεχθοῦμε τὰ σφάλματά μας, ἂς ἀφήσουμε τὸ Θεὸ νὰ ἐνεργήσει ἐπάνω μας ὅπως Αὐτὸς γνωρίζει καὶ μὲ ὅποιον τρόπο θέλει. Ἐὰν γίνουμε ὄργανο γιὰ νὰ φανερωθεῖ ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ, τότε ἂς ὑποστοῦμε καὶ τὶς μεγαλύτερες θυσίες.
Ἡ Κυριακὴ τοῦ τυφλοῦ Antony Metropolitan of Sourozh
Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Στὸ τέλος τοῦ σημερινοῦ ἀναγνώσματος, ὑπάρχουν λέξεις ποὺ τὶς προσπερνᾶμε πολὺ συχνά. Ὁ τυφλός λέει στὸν Χριστό, «Καὶ ποιὸς εἶναι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ;» κι ὁ Χριστὸς ἀπαντᾶ «Τὸν ἔχεις δεῖ, εἶναι ἐκεῖνος ποὺ μιλάει μαζὶ σου».
Γιὰ μᾶς, οἱ πρῶτες αὐτὲς λέξεις εἶναι τόσο φυσικές· τὸ πρῶτο γεγονὸς στὴν ζωή μας, τὸ πρῶτο γεγονὸς σὲ μιὰ συνάντηση εἶναι ὅταν δοῦμε ἕνα πρόσωπο, ἀλλά τὶ θαῦμα ἦταν γι’ αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο ποὺ δὲν εἶχε ξαναδεῖ τίποτα στὸν κόσμο καὶ ὁ ὁποῖος μὲ τὸ ἄγγιγμα τοῦ ζωοδότη Χριστοῦ, ξαφνικὰ βλέπει! Κι τὸ πρῶτο πρόσωπο ποὺ εἶδε ἦταν ὁ Κύριος καὶ Θεός Του, ὁ Χριστὸς, ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ.
Θυμᾶμαι ἕναν Ρουμάνο συγγραφέα νὰ λέει στὴν βιογραφία του, πόσο καθοριστική, πόσο βαθειὰ ἐντύπωση τοῦ ἔκανε τὸ πρόσωπο τοῦ πρώτου ἀνθρώπου ποὺ θυμᾶται. Θυμᾶται τὸν ἑαυτό του σὰν παιδί, καὶ ἐπάνω του τὸ ἀνείπωτα ὄμορφο πρόσωπο τοῦ πατέρα του ὁ ὁποῖος ἦταν ἱερέας, νὰ τὸν κοιτάζει, μὲ ὅλη τὴν ἀνθρώπινη ἀγάπη, μ’ ὅλη τὴν τρυφερότητα, ὅλο τὸ βάθος μιᾶς ἀνθρώπινης ματιᾶς. Καὶ λέει ὅτι αὐτὴ ἦταν ἡ πρώτη εἰκόνα του, ἡ εἰκόνα ποὺ ἕνα ἀνθρώπινο πρόσωπο μπορεῖ νὰ ἔχει ὅταν φωτίζεται ἀπὸ μιὰν ἐσωτερικὴ ἀγάπη, μιὰ κατανόηση, ἕνα βάθος καὶ τὴν αἰωνιότητα, μιὰ εἰκόνα Θεοῦ. Ἐδῶ αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος εἶδε τὸν Θεὸ μὲ τὰ χαρακτηριστικά Ἐκείνου ποὺ ἦταν Θεὸς καὶ ποὺ εἶχε γίνει Υἱὸς τοῦ Ἀνθρώπου.
Θὰ ἤθελα νὰ ἑστιάσω τὴν προσοχή σας σὲ κάτι διαφορετικό. Σὲ μιὰ ἄλλη περίπτωση ποὺ διαβάζουμε στὴν ἱστορία τοῦ παραλυτικοῦ ποὺ θεραπεύτηκε ἀπὸ τὸν Χριστό· καὶ ἡ Ἐκκλησία, ψάλλοντας ὕμνους στὸν Θεὸ γι αὐτή τὴν περίπτωση λέει, «Καθὼς αὐτὸς ὁ ἄνδρας δὲν βρῆκε κανέναν νὰ δείξει ἔλεος, συμπόνια, ἐνδιαφέρον, ὁ Υἱὸς τῆς Μαρίας, ὁ ἴδιος ὁ Θεός, ἔσκυψε νὰ τὸν συναντήσει στὴν ἀνάγκη του» Ἐπειδὴ αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος δὲν βρῆκε ἄλλον ἄνθρωπο νὰ τοῦ δείξει εὐσπλαχνία, νὰ δείξει συμπόνια, νὰ τὸν νοιαστεῖ, ὁ Θεὸς ἦλθε σ’ αὐτόν. Τώρα ζοῦμε σ’ ἄλλη ἐποχή, ζοῦμε σὲ καιροὺς ποὺ ὁ Θεὸς ἔχει πράγματι γίνει ἄνθρωπος καὶ ζεῖ ἀνάμεσα μας, κι ἀκόμα περισσότερο: μᾶς ἔκανε ζωντανὰ μέλη τοῦ σώματος Του, μιὰ σαρκωμένη, συγκεκριμένη παρουσία τῆς Ἐνσάρκωσης Του, ναοὺς τοῦ Πνεύματος, τόπο τῆς Παρουσίας Του. Τώρα κάθε ἄνθρωπος ποὺ βρίσκεται σὲ ἀνάγκη μπορεῖ τὴν ἴδια στιγμὴ νὰ βρεῖ στὸν καθένα ἀπὸ μᾶς κάποιον ποὺ κινεῖται ἀπὸ συμπόνια, ποὺ ἔχει μάθει τὸ ἔλεος καὶ κατάλαβε ἀπὸ τὸν Θεὸ ποὺ ἔγινε ἄνθρωπος, καὶ τὴν ἴδια στιγμή, ταυτόχρονα, καθὼς μᾶς συναντᾶ, θὰ μποροῦσε νὰ δεῖ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ στὰ μάτια μας, καὶ νὰ ἀντιληφθεῖ, τὴν ἐνεργή, ἐφευρετική, δημιουργικὴ ἐνέργεια τῆς θεϊκῆς εὐεργεσίας στὰ λόγια μας καὶ τὶς πράξεις μας.
Ἀπὸ τότε ποὺ ἦρθε ὁ Χριστὸς στὸν κόσμο, ἦλθε καὶ γιὰ τὸν ἄνθρωπο ὁ καιρός· ἀλλὰ ὄχι γιὰ τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἀποκόπηκε ἀπὸ τὸν Θεό, ποὺ χωρίστηκε ἀπὸ Αὐτόν, ἔγινε ξένος γι’ Αὐτόν, ἀλλὰ μία ὑπέροχη περίοδος ὅπου στὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου, σ’ ἐκείνους ποὺ ἔχουν ἀνακαλύψει τὸν Χριστό, ποὺ πίστεψαν σ’ Αὐτόν, ποὺ ἔγιναν ἕνα μὲ Ἐκεῖνον - ἐκεῖνοι στοὺς ὁποίους ἔχει ἐμπιστευθεῖ τὴν φροντίδα τοῦ κόσμου Του – οἱ ἄνθρωποι μποροῦν νὰ δεχτοῦν μαζὶ τὴν θεία καὶ τὴν ἀνθρώπινη εὐσπλαχνία καὶ νὰ γνωρίσουν τὴν ἀνθρώπινη συμπόνια, τὴν ἀγάπη, τὴν χαρά.
Δὲν εἶναι αὐτὸ ἕνα σπουδαῖο κάλεσμα, δὲν εἶναι κάτι ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ μᾶς κάνει ἱκανούς γιὰ μεγάλα πράγματα; Ὁ χρόνος τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ χρόνος τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἕνας, ὄχι μόνο μέσα ἀπὸ τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ καὶ μέσα ἀπὸ τὴν μυστηριακὴ σαρκωμένη παρουσία ποὺ ὁ καθένας μας συμβολίζει, ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ στὴν σάρκα, στὴν ἀνθρώπινη συμπόνια, στὴν ἀνθρώπινη ἀγάπη, κι αὐτό εἶναι μιὰ σοβαρὴ ἀξίωση καὶ μιὰ πρόκληση ποὺ τὸ Εὐαγγέλιο μᾶς παρουσιάζει. Ἔχουμε γιὰ τὸν πλησίον μας καὶ γιὰ ὅσους βρίσκονται πιὸ μακριὰ, αὐτὸ τὸ εἶδος τῆς ἀνθρωπιᾶς; Νέα ἀνθρωπιά, νέα πλάσματα, νέοι ἄνθρωποι μὲ μιὰ φρεσκάδα μιᾶς ζωῆς ἀνακαινισμένης, τῆς ζωῆς τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο ποὺ καλούμαστε να γίνουμε.
Ἄς προβληματιστοῦμε πάνω σ’ αὐτό, ἄς πάρουμε μιὰ ἀπόφαση, ἄς κάνουμε μιὰ κίνηση κι ἄς γίνουμε μιὰ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ὄχι μόνο μὲ τὴν ἀγάπη νὰ λάμπει στὰ μάτια μας, ὄχι μόνο μὲ τὰ λόγια ποὺ θὰ ποῦμε, ἀλλὰ ἐπίσης σὲ κάθε ἐνέργεια καὶ πράξη, τότε ὁ ἀνθρώπινος χρόνος θὰ γίνει ἡ ἡμέρα τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, ἡ ἡμέρα τοῦ Κυρίου. Ἀμήν
Χριστός Ἀνέστη! Ἀληθῶς Ἀνέστη!
Ἀπόδοση Κειμένου: www.agiazoni.gr
Πρωτότυπο κείμενο
SUNDAY OF THE MAN BORN BLIND
14 May 1972
14 May 1972
In the name of the Father, the Son and the Holy Ghost.
At the end of today's reading, words stand that we pass by very often. The blind man says to Christ, "And who is the Son of God?" and Christ answers, "You have seen Him and He is speaking to you".
For us, the first words are so natural; the first event of our life, the first event of a meeting is that we see a person, but what was this wonder of this man who had never seen anything in the world and who, touched by the life-giving hand of Christ, of a sudden saw! And the first person he saw was his Lord and his God, Christ, the Son of Man.
I remember a Romanian writer telling us in his biography what definitive, what profound impression the face of the first man he remembers made. He remembers himself as a child, and over him - the inexpressibly beautiful face of his father who was a priest, looking at him, with all human love, with all the tenderness, and all the depth of a human gaze. And he says that this was a first vision for him in the icon which a human face can be when it is lit from inside by love and by understanding, by depth and by eternity, a vision of God. Here this man saw God in the features of Him who was God and who had become the Son of Man.
I would like to attract your attention also to something different. On another occasion we read the story of a paralytic healed by Christ; and the Church, singing the praises of God on that occasion says, "As this man found no one to show mercy on him, the Son of Mary, God Himself, stooped down and met his need". Because this man had not found another man to show mercy, to show compassion, to show concern, God has come down to him. Now we live in another time, we live in the time with God truly having become man in our midst, and more than this: He has made us to be living members of His body, an incarnate, concrete presence of His Incarnation, the temples of the Spirit, the place of the Presence. Now any man who is in need should at the same time find in each of us a man stirred to compassion, taught mercy and understanding by God become Man, and at the same time, simultaneously, meeting with us, he should be able to see the love of God in our eyes and to perceive the active, imaginative, creative action of divine charity in our words and in our deeds.
Since Christ has come into the world, the time of man has come; but not of man as severed from God, separated from Him, alien to Him, but a wonderful time when in man, in those who have discovered Christ, who have believed in Him, who have become one with Him - those men to whom God has entrusted the care of His world - people can both receive divine and human mercy and see human compassion, human love, human joy.
Is not this a great call, is not that something which should make us capable of great things? The time of God and the time of man is one, not only in the incarnate Son of God, but in this mysterious incarnate presence which each of us represents, the presence of God in the flesh, in human compassion, in human love, and this is an earnest claim and a challenge which the Gospel presents us with. Are we to one another and to those further afield that kind of humanity? New humanity, new creatures, new men with the newness of a renewed life, the life of God. This is what we are called to be.
Let us then reflect on it, make a decision, make a move and become an icon, a vision of God, not only in the shining of love in our eyes, not only in the words we speak, but also in every action and deed, so that the time of man should have become the day of the Son of Man, the day of the Lord. Amen.
CHRIST IS RISEN! HE IS RISEN INDEED!
Τὰ φῶτα καὶ τὸ Φῶς Κυριακή του Τυφλού - Αρχιμανδρίτης Νικάνωρ Καραγιάννης
Ἡ σημασία τοῦ φωτὸς κυριαρχεῖ καὶ στὴ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπὴ τῆς τελευταίας Κυριακῆς τῆς πασχαλινῆς περιόδου, τῆς Κυριακῆς πρὶν ἀπὸ τὴν Ἀνάληψη. Ἀνάσταση, φῶς καὶ ζωὴ εἶναι θεμελιώδεις ἀλήθειες τὶς ὁποῖες διακήρυξε τὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα τῆς Κυριακῆς τοῦ Πάσχα. Φῶς σημαίνει ζωὴ καὶ σκοτάδι θάνατος καὶ φθορά.
Τὸ θαῦμα τῆς θεραπείας
Ἡ θεραπεία τοῦ ἐκ γενετῆς τυφλοῦ, ἂν καὶ ἀποτελεῖ ἕνα ἀπὸ τὰ πολλὰ θαύματα ποὺ πραγματοποίησε ὁ Χριστός, ἔχει κάποια ἰδιαίτερα θεολογικὰ χαρακτηριστικά. Ὁ διάλογος τοῦ Χριστοῦ μὲ τοὺς μαθητές Του γιὰ τὴν αἰτία τῆς ἀρρώστιας, καὶ τὴ σχέση της μὲ τὴν ἁμαρτία. Ὁ συγκεκριμένος χρόνος τῆς θεραπείας καὶ τὸ νόημά της (χρήση πηλοῦ, δημιουργία-ἀναδημιουργία). Ἡ συμπεριφορὰ τῶν γονέων τοῦ θεραπευμένου τυφλοῦ (φόβος-οὐδετερότητα). Ἡ ἀντίδραση καὶ ἡ ἄρνηση τῶν φαρισαίων μπροστὰ στὸ ὁλοφάνερο θαῦμα (προκατάληψη - ἐμπάθεια). Τὸ θάρρος καὶ ἡ ὁμολογία πίστεως τοῦ τυφλοῦ (φῶς -ἀλήθεια), εἶναι ἀξιοπρόσεκτα στοιχεῖα τῆς εὐαγγελικῆς διήγησης.
Μαζὶ μὲ ὅλα αὐτά, ὅμως, ἀποκαλύπτεται ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι τὸ φῶς τοῦ κόσμου. Πέρα καὶ πάνω ἀπὸ τὴ σωματικὴ τύφλωση, ὁ Χριστὸς θεραπεύει τὴν πνευματικὴ τυφλότητα. Διαλύει τὴ σύγχυση καὶ τὰ σκοτάδια τῆς ἁμαρτίας. Εὔκολα καταλαβαίνουμε ὅτι τὸ θαῦμα τῆς θεραπείας τοῦ τυφλοῦ δὲν περιορίζεται στὴν ἀποκατάσταση τῆς ὅρασης, ὅσο σημαντικὸ καὶ ἂν εἶναι αὐτό. Τὸ θαῦμα, ἴσως, ποὺ δὲν φαίνεται εἶναι πιὸ βαθὺ καὶ οὐσιαστικό. Εἶναι ὁ ἐσωτερικὸς φωτισμός, ποὺ θεραπεύει καὶ ἀποκαθιστᾶ τὴν πνευματικὴ τύφλωση.
Πόσο εὔστοχα ἕνας ὕμνος τῆς ἡμέρας ὑπογραμμίζει αὐτὴ τὴν ἀλήθεια, ὅταν λέει: «Δικαιοσύνης ἥλιε νοητέ, Χριστὲ ὁ Θεός, ὁ τὸν ἐκ μήτρας τὸ φῶς ἐστερημένον διὰ τῆς Σῆς ἀχράντου προψαύσεως φωτίσας κατ' ἄμφω, καὶ ἡμῶν τὰ ὄμματα τῶν ψυχῶν αὐγάσας υἱοὺς ἡμέρας δείξω, ἵνα πίστει βοῶμεν σοι, πολλή Σου καὶ ἄφατος ἡ εἰς ἡμᾶς εὐσπλαγχνία, φιλάνθρωπε δόξα σοι»• Ἥλιε νοητέ τῆς δικαιοσύνης Χριστέ, ἐσὺ ποὺ μὲ τὸ ἄχραντό Σου ἄγγιγμα φώτισες σωματικὰ καὶ πνευματικὰ τὸν ἐκ γενετῆς τυφλό, φώτισε καὶ τὰ μάτια τῶν ψυχῶν μας, κᾶνε μας υἱοὺς ἡμέρας, ὥστε μὲ πίστη νὰ δοξάζουμε τὴ μεγάλη καὶ ἀνέκφραστη φιλανθρωπία Σου. Τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ διαπερνᾶ τὸν κόσμο. Φανερώνει τὸ βάθος τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης. Ἀποκαλύπτει τὸν προορισμὸ καὶ τὴν ἀποστολὴ τοῦ ἀνθρώπου, καὶ τὸ σκοπὸ ὅλων ὅσα ὑπάρχουν.
Τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ
Ὅταν φωτιζόμαστε ἀπὸ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, σὲ μία τέτοια θέα τοῦ ἑαυτοῦ μας καὶ τῆς δημιουργίας, γεμίζουμε ἐλπίδα καὶ χαρά. Ἔστω καὶ ἂν μοιραζόμαστε μὲ τοὺς συνανθρώπους μας τὴ γήινη «μοίρα», τὴν κοινὴ φύση τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης καὶ ζωῆς, παρόλα αὐτά, ὅλα ἀλλάζουν καὶ μεταμορφώνονται μέσα μας. Ἀνατέλλει ἡ «καινὴ κτίση καὶ ζωή», δηλαδὴ μία καινούργια προοπτικὴ καὶ δυναμική. Χαρές, λύπες, ἐλπίδες, ἀγωνίες, θεραπεῖες, ἀρρώστιες, ἀκόμη καὶ ὁ θάνατος, σηματοδοτοῦν τὸ τέρμα τῆς προσωρινότητας, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀρχὴ τῆς αἰωνιότητας. Εἶναι ἡ προσδοκία νὰ ζήσουμε μία διαφορετικὴ πραγματικότητα καὶ κατάσταση ζωῆς, ὅπου δὲν θὰ ὑπάρχουν δάκρυα, θλίψεις καὶ στεναγμοί. Αὐτὸς εἶναι ὁ φωτισμὸς ποὺ ἀποκαλύπτει ὁ ἀναστημένος Χριστὸς μέσα στὴν Ἐκκλησία.
Αὐτὸ τὸ φῶς τοῦ Ἀναστημένου Χριστοῦ, δὲν εἶναι ἕνα φυσικὸ φαινόμενο ποὺ μποροῦμε νὰ ἀποδείξουμε μὲ ἱστορικὰ τεκμήρια, λογικὰ ἐπιχειρήματα καὶ θεολογικὲς ρητορεῖες. Εἶναι αὐτὸ ποὺ τὸ Εὐαγγέλιο παρουσιάζει σὰν μία ἀπὸ τὶς πολλὲς καὶ ποικίλες «ἀντιφάσεις» τῆς χριστιανικῆς πίστης, ὅταν λέει ὅτι «εἰς κρῖμα ἐγὼ εἰς τὸν κόσμον τοῦτον ἦλθον, ἵνα οἱ μὴ βλέποντες βλέπωσιν καὶ οἱ βλέποντες τυφλοὶ γένωνται» (Ἰω. 9,39). Ἐγὼ ἦρθα, γιὰ νὰ φέρω σὲ κρίση τὸν κόσμο ἔτσι, ὥστε αὐτοὶ ποὺ δὲν βλέπουν νὰ βροῦν τὸ φῶς τους, καὶ ἐκεῖνοι ποὺ βλέπουν νὰ ἀποδειχθοῦν τυφλοί. Ἡ ἐπικαιρότητα αὐτῆς τῆς φράσης τοῦ Χριστοῦ εἶναι αὐτονόητη. Ἀναρίθμητοι ἄνθρωποι τυφλωμένοι ἀπὸ τὰ πολλὰ «φῶτα» τοῦ πολιτισμοῦ, τῆς γνώσης, τῆς ἀνάπτυξης καὶ τῆς προόδου, μέσα στὴν ἐγωιστική τους ἐμπάθεια ἀδιαφοροῦν, ἀμφισβητοῦν καί, τελικά, ἀρνοῦνται τὸ φῶς τοῦ Ἀναστημένου Χριστοῦ. Οἱ ἄνθρωποι προτιμοῦν τὰ δικά τους φῶτα, τὶς δικές τους κοσμοθεωρίες καὶ ἰδεολογίες, ἐγκλωβίζονται μέσα στὴ λογική τους καὶ ἀσφυκτιοῦν.
Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, Θεὸς καὶ ἄνθρωπος, ζωὴ καὶ θάνατος, θὰ παραμένουν πάντοτε σκοτεινὰ αἰνίγματα ποὺ φωτίζονται μόνο ἀπὸ τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὸ τὸ φῶς ποὺ ἔκανε τὸν τυφλὸ ὄχι μόνο νὰ δεῖ τὸν κόσμο, ἀλλά, κυρίως, νὰ κατανοήσει τὸν προορισμὸ τὸ δικό του καὶ κάθε ἀνθρώπου, ποὺ δὲν βρίσκεται πουθενὰ ἀλλοῦ παρὰ μόνο «ἐν τῷ Θεῶ». Ἀμήν.
Κυριακή τοῦ Τυφλοῦ - + Μητροπολίτης Σερβίων καί Κοζάνης Διονύσιος
Μὲ ἀφορμὴ τὴ θεραπεία στὰ Ἱεροσόλυμα τοῦ ἐκ γενετῆς τυφλοῦ, ἄνοιξε μία διαμάχη μεταξὺ τῶν ἠθικὰ καὶ πνευματικὰ φθαρμένων ἀνθρώπων καὶ τῆς ἀλήθειας· ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς βρέθηκε πάλι ἀντιμέτωπος μὲ τοὺς ἐχθρούς του. Πνευματικὰ καὶ ἠθικὰ φθαρμένοι εἶναι οἱ χαλασμένοι μέσα τους ἄνθρωποι, ἐκεῖνοι ποὺ γιὰ διάφορες αἰτίες, δὲν σκέφτονται καὶ δὲν αἰσθάνονται σωστά. Ἡ διαμάχη αὐτή, ποὺ θὰ μπορούσαμε ἀλλιώτικα νὰ τὴν ὀνομάσουμε περιπέτεια τῆς ἀλήθειας, δὲν εἶναι ἡ πρώτη οὔτε ἡ τελευταία· εἶναι ἡ ἴδια πάντα καὶ τότε καὶ τώρα, μεταξὺ ἐκείνων, ποὺ «ἐν ὀνόματι» τῆς ἀλήθειας πολεμοῦν τὴν ἀλήθεια καὶ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ποὺ ὁ ἴδιος εἶναι ἡ ἀλήθεια. Στὴ διαμάχη αὐτὴ καὶ τὸν αἰώνιο πόλεμο τῆς ἀλήθειας μποροῦμε νὰ περιγράψουμε τοὺς ἑκατέρωθεν μαχητές, ὅπως τοὺς βλέπουμε στὴ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπή.
Πρῶτος στὸ πεδίο τῆς μάχης, ἀνδρεῖος καὶ ἀνυποχώρητος, εἶναι ὁ «ποτέ» τυφλός. Δὲν εἶδε μόνο τὸ φυσικὸ φῶς, ἀλλὰ ἔλαμψε μέσα του καὶ τὸ φῶς τῆς ἀλήθειας. Μάχεται ἀποφασιστικὰ καὶ ἡ στάση του εἶναι ἡ μαρτυρία γιὰ τὴν ἀλήθεια. «Ἀνθρωποςλεγόμενος Ἰησοῦς πηλὸν ἐποίησε καὶ ἐπέχρισέ μου τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ εἶπε μου ὕπαγε εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωὰμ καὶ νίψαι. Ἀπελθὼν δὲ καὶ νιψάμενος ἀνέβλεψα». Τίποτε περισσότερο καὶ τίποτε λιγότερο δὲν λέγει ἀπ’ ὅ,τι ἔγινε, ἀπ’ ὅ,τι αὐτὸς ὁ ἴδιος εἶδε καὶ ἔζησε. Εἶναι σὰν καὶ νὰ ἀντιμετωπίζει τοὺς ἐχθρούς τῆς ἀλήθειας καὶ νὰ πολεμᾶ ὄρθιος. Ἡ μαρτυρία του εἶναι σαφής, προσωπικὴ καὶ ἀναμφισβήτητη· «Ἐνιψάμην καὶ βλέπω… Προφήτης ἐστίν… Ἕν οἶδα ὅτι, τυφλὸς ὤν, ἄρτι βλέπω…». Στὸν ἴδιο τόνο καὶ μὲ τὴν ἴδια αἴσθηση τῆς ἀλήθειας θὰ μιλοῦν καὶ θὰ γράφουν ὕστερα οἱ Ἀπόστολοι. Ὁ Πέτρος καὶ ὁ Ἰωάννης ἀπτόητοι καὶ μὲ παρρησία ἔλεγαν πρὸς τοὺς ἀρχιερεῖς· «Οὐ δυνάμεθα ἡμεῖς ἃ εἴδομεν καὶ ἠκούσαμεν μὴ λαλεῖν». Δὲν μποροῦμε ἐμεῖς ἐκεῖνα ποὺ εἴδαμε καὶ ἀκούσαμε νὰ μὴν τὰ κηρύττουμε. Αὐτὴ εἶναι ἡ μαρτυρία Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἡ μαρτυρία καὶ ἡ ὑπεράσπιση τῆς ἀλήθειας, γιὰ τὴν ὁποία ὁδηγοῦνται στὸ μαρτύριο μέχρι θανάτου οἱ Ἅγιοι. Αὐτὴ εἶναι ἡ τιμιότητα καὶ ἡ εἰλικρίνεια τῶν ἀνθρώπων τοῦ Θεοῦ, ποὺ βλέπουν καὶ ὁμολογοῦν τὴν ἀλήθεια, ὡς γεγονὸς στὰ πράγματα καὶ ὡς ἐμπειρία μέσα τους. Αὐτὴ εἶναι ἡ πίστη, τὸ κήρυγμα καὶ ἡ λατρεία τῆς Ἐκκλησίας, ἡ μαρτυρία δηλαδὴ γιὰ τὰ πρόσωπα καὶ τὰ γεγονότα τῆς θείας Οἰκονομίας. Ἡ Ἐκκλησία δὲν κηρύττει καὶ δὲν ἑορτάζει ἰδεολογία, ἀλλὰ πρόσωπα καὶ γεγονότα.
Δεύτεροι στὸ πεδίο τῆς μάχης γιὰ τὴν ἀλήθεια εἶναι οἱ δειλοὶ· ἐκεῖνοι ποὺ βλέπουν τὴν ἀλήθεια, μὰ δὲν τολμᾶνε νὰ δώσουν γι’ αὐτὴν μαρτυρία. Αὐτοὶ τώρα εἶναι οἱ γονεῖς τοῦ τυφλοῦ, ποὺ δὲν παίρνουν πάνω τους τὴν εὐθύνη τῆς ἀλήθειας. Δὲν τὴν ἀρνοῦνται, μὰ καὶ δὲν τὴν ὁμολογοῦν, «Οἴδαμεν ὅτι οὗτος ἐστιν ὁ υἱὸς ἡμῶν καὶ ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη. Πῶς δὲ νῦν βλέπει οὐκ οἴδαμεν… Αὐτὸς ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε». Ἡ ἀπάντηση αὐτὴ τῶν γονέων τοῦ τυφλοῦ εἶναι σωστὴ καὶ λογική. Ἀλλ’ ὅμως τὸ ἱερὸ κείμενο ἐξηγεῖ τὸ βαθύτερο λόγο, γιὰ τὸν ὁποῖο οἱ γονεῖς ἀπάντησαν ἔτσι. «Ταῦτα εἶπον οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ὅτι ἐφοβοῦντο τοὺς Ἰουδαίους· ἤδη γὰρ συνετέθειντο οἱ Ἰουδαῖοι, ἵνα ἐὰν τὶς ὁμολογήσῃ Χριστόν, ἀποσυνάγωγος γένηται». Τέτοιους ὑπερασπιστὲς τῆς ἀλήθειας βρίσκομε παντοῦ καὶ πάντα· «οἴδαμεν» καὶ «οὐκ οἴδαμεν». Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀδάπανη καὶ ἀνώδυνη μαρτυρία Ἰησοῦ Χριστοῦ· τίποτε δὲν στοιχίζει νὰ ξέρεις καὶ νὰ μὴν ξέρεις, νὰ λὲς καὶ νὰ μὴ λές, νὰ πολεμᾶς καὶ νὰ μὴν κινδυνεύεις. Τὸ πιὸ ἀηδιαστικὸ γιὰ τὴν πίστη καὶ γιὰ τὴ μαρτυρία τῆς ἀλήθειας εἶναι νὰ εἶσαι οὔτε ζεστὸς οὔτε ψυχρός, ἀλλὰ χλιαρός, καθὼς ἀκριβῶς εἶναι γραμμένο στὴν Ἀποκάλυψη γιὰ τὸν ἄγγελο τῆς Λαοδικείας. «Οἶδα σου τὰ ἔργα, ὅτι οὔτε ψυχρὸς εἶ οὔτε ζεστός· ὄφελον ψυχρὸς ᾖς ἢ ζεστός. Οὕτως ὅτι χλιαρὸς εἶ καὶ οὔτε ζεστὸς οὔτε ψυχρός, μέλλω σε ἐμέσαι ἐκ τοῦ στόματός μου».
Τρίτοι στὸ πεδίο τῆς μάχης εἶναι οἱ ἐχθροί τῆς ἀλήθειας, οἱ ἀπὸ διάφορες αἰτίες καὶ σκοποὺς χαλασμένοι ἄνθρωποι, ποὺ δὲν μποροῦν καὶ δὲν θέλουνε νὰ δοῦν τὴν ἀλήθεια. Εἶναι οἱ ἀντίχριστοι ὅλων τῶν αἰώνων, ποὺ στὸν καιρὸ μας ἔχουν πληθυνθεῖ. Αὐτοὶ εἶναι ἀσκημένοι καὶ ξέρουν καλὰ τὴν τακτική τοῦ πολέμου ποὺ κάνουν· πολεμοῦν τὴν ἀλήθεια, «ἐν ὀνόματι τῆς ἀληθείας». Εἶναι τάχα οἱ φύλακες τῆς ἀλήθειας, ποὺ τὴν ὑπερασπίζουν μὲ ἠχηρὰ καὶ μεγάλα λόγια. Εἶναι πολὺ γνωστὴ αὐτὴ ἡ μεγαλόστομη δῆθεν ὑπεράσπιση τῆς ἀλήθειας. Στὴν οὐσία καὶ πραγματικὰ εἶναι συγκάλυψη καὶ ἄρνηση τῆς ἀλήθειας. Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι τῶν μεγάλων συνήθως ἀξιωμάτων, καθὼς γράφει ὁ Ἀπόστολος, εἶναι οἱ «μόρφωσιν ἔχοντες εὐσεβείας, τὴν δὲ δύναμιν αὐτῆς ἠρνημένοι». Δείχνουν πὼς ὑπερασπίζουν τὴν ἀλήθεια, μὰ τὴν ἀλήθεια δὲν τὴν ξέρουν, μὰ δὲν θέλουν οὔτε κι ὁ λαὸς νὰ τὴν μάθει. Δὲν ὑπερασπίζουν τὴν ἀλήθεια, μὰ παλεύουν νὰ κρατήσουν τὰ ὁποιαδήποτε ἀξιώματά τους καὶ τὴ θέση τους στὴ συνείδηση τοῦ λαοῦ. Εἶναι στ’ ἀλήθεια οἰκτροὶ καὶ τραγικοὶ ἄνθρωποι. Ἂς μὴν πηγαίνει ὁ νοῦς μας πουθενὰ ἀλλοῦ ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Γιὰ μᾶς ὁμιλοῦμε, γιὰ τοὺς χριστιανοὺς εἶναι ὁ λόγος, γιὰ τὸν κλῆρο καὶ γιὰ τὸ λαό. Ὅσοι εἴμαστε χριστιανοὶ ἂς προσέξουμε τί στάση παίρνομε ἀπέναντι στὸ Χριστό, ποὺ εἶναι ἡ ἀλήθεια. Ἂς προσέξουμε ἀκριβῶς σὲ τοῦτο, ὅτι ἡ ἀλήθεια δὲν εἶναι φιλοσοφικὴ ἔννοια καὶ ἰδεολογία, ἀνθρώπινη ἀνακάλυψη καὶ γνώση, ἀλλὰ ἡ ἀλήθεια εἶναι προσωπικὴ πραγματικότητα καὶ ἀποκάλυψη Θεοῦ. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός, καθὼς ὁ ἴδιος μαρτυρεῖ γιὰ τὸν ἑαυτὸ του· «Ἐγὼ εἰμί… ἡ ἀλήθεια».
Τίποτε δὲν εἶναι πιὸ μισητό, ἀλλὰ καὶ πιὸ ἐπικίνδυνο, παρὰ τὸ ψέμα «ἐν ὀνόματι» τῆς ἀλήθειας. Νὰ βάζεις μπροστὰ τὴν ἀλήθεια, γιὰ νὰ καλύψει τὸ ψέμα. Νὰ δείχνεις ἅγιος, γιὰ νὰ σκεπάσεις τὴν ἀσέβειά σου· νὰ φωνάζεις τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ καλύψεις τὴν παρουσία τοῦ διαβόλου. Καὶ εἶναι πιὰ τόσο συνηθισμένο αὐτὸ στὸν καιρό μας, ποὺ μᾶς χρειάζεται πολλὴ προσοχὴ καὶ ἄσκηση, γιὰ νὰ μπορέσουμε νὰ συνεννοηθοῦμε οἱ ἄνθρωποι μεταξύ μας. Ἔγινε τέχνη καὶ ἐπιστήμη, ἐπάνω στὴν ὁποία στηρίζεται ἡ μεγάλη κακία τοῦ αἰώνα, ἡ προπαγάνδα, ἡ πολιτικὴ καὶ ἡ διπλωματία. Ποιὰ εἶναι τέλος πάντων ἡ ἀλήθεια; Ὅ,τι γίνεται στὸν κόσμο κι ὅ,τι λέγεται, ὅλα «ἐν ὀνόματι τῆς ἀληθείας», γιὰ τὴν ἐλευθερία καὶ γιὰ τὴν εἰρήνη τῶν λαῶν. Μὰ εἶναι βέβαιο πὼς ὅσο περισσότερο φωνάζομε κάποια ἱερὰ ὀνόματα, τόσο λιγότερο στὰ πράγματα. Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς στὸν καθέναν, ποὺ μάχεται καὶ φωνάζει δῆθεν γιὰ τὴν ἀλήθεια, κάνει μία ἐρώτηση, ὅμοια κάπως μ’ ἐκείνη ποὺ ἔκανε στὸν «ποτὲ» τυφλὸ· «Σὺ πιστεύεις εἰς τὴν ἀλήθειαν;». Ἡ ὅποια ἀπάντησή μας δὲν θὰ στηρίξει οὔτε καὶ θὰ κλονίσει τὴν ἀλήθεια. Θὰ δείξει ὅμως ἂν ἐμεῖς πιστεύουμε στὴν ἀλήθεια καὶ τὴν προσκυνοῦμε· ἂν εἴμαστε πραγματικὰ ἐλεύθεροι. Γιατί ἐλεύθερος εἶναι ὅποιος πιστεύει στὸν Ἰησοῦ Χριστό, καθὼς ὁ ἴδιος τὸ εἶπε· «γνώσεσθε τὴν ἀλήθειαν καὶ ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς». Ἀμήν.
Man born blind (John IX, 1-35)-Anthony Metropolitan of Sourozh
In the Name of the Father, the Son and the Holy Ghost.
Before his meeting with Christ the blind man had never seen anything. Everything was dark, he had to guess at things, to explore them by touch, to use his imagination. He had no clear authentic image of things. Then he met Christ, and Christ opened his eyes. And what was the first thing this man saw? The face of Christ, His gaze; the face of God become man, the divine gaze full of attentive, compassionate love resting on him, on him alone out of the whole crowd. Straight away he came face to face with the living God and encountered the miracle which so astonishes us: that God can focus His attention on each one of us - as on the lost sheep - and not see the crowd but see the one and only person. After that the man probably surveyed everything around him, and what he had known by description, by hearsay, became reality - "now I see".
It happens at the present time also; it can happen to each one of us. Like the man born blind we live most of our lives on alms, we sit like beggars at the roadside holding out a hand in the hope that someone will notice, if not us at least our hand, and give us something to sustain us for the next few hours at any rate. Such sustenance comes for us in the form of a friendly gaze resting upon us, a word spoken to us, a kindness done to us. But all this still leaves us by the roadside, blind and begging for help.
When Christ was passing another blind man, Bartimeus, that one did not wait for the Saviour to come up to him and ask him if he wanted to be saved, if he wanted his sight. As soon as he sensed that something unusual was happening in the noisy crowd, and in answer to his question was told who was passing by, he began to shout for help. True, people tried to stop him; true, a slight doubt may have crept into his mind, was it worth shouting, calling for help, would the Lord hear, would He respond to such a trifling need as his? He went on clamouring for help because his suffering was so great, his need was so desperate. He was prepared to push past the people, fight his way through the crowd in order to reach God and be heard by Him.
If only we could realise how blind we are! If only we could realise that our knowledge of life, not only eternal, divine life, but earthly life, depends almost entirely on hearsay, that the life around us is dim and ghostly because we are blind, or (like the other blind man in the Gospel, not immediately cured by Christ) see things in a mist. If only we could remember what the Saviour tells us about the beauty and the glory of both eternal and earthly life and not be satisfied with our blindness, how earnestly would we try to detain Christ, so that He might pierce us with His gaze and speak His sovereign, healing, life-giving word to us. Then indeed we might see the astonishing beauty of Christ's face, the fathomless beauty of the divine gaze resting upon us with mercy and compassion and tenderness. We use our eyes so easily, but we see little, and that superficially. Let us seek the vision that can be ours only, when our hearts become bright and pure. Blessed are the pure in heart for they shall see God; and in the brilliance of God's presence we might see each other, each one either illuminated by God's love, shining with the glory of eternal life, or else wounded, darkened, expecting from us not just alms but the surrender of our whole life through love in order that he might receive sight, that to him also the Kingdom of Heaven might already be revealed on earth. Amen.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη
Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...
-
Αναγέννηση του ανθρώπου – Αναγέννηση του Γένους! Η 25η Μαρτίου, αγαπητοί μου, από την δημιουργία του πρώτου ανεξάρτητου Ελληνικού Κράτους...
-
« Τήν Βηθλεέμ ἀφέμενοι, τό καινότατον θαῦμα, πρός Ἰορδάνην δράμωμεν, ἐκ ψυχῆς θερμοτάτης, κἀκεῖσε κατοπτεύσωμεν τό φρικτόν Μυστήριον· θεοπ...
-
αντιγραφή απο Ένας λαμπρός Κληρικός,ένας φίλος και αδελφός "έφυγε" αργά εχθές το βράδυ για το αιώνιο ταξίδι που οδηγ...
-
Ἂς προνοήσει ὁ καθένας γιὰ τὴν ἐπιβίωση τὴν δική του καὶ τῶν δικῶν τοῦ χωρὶς νὰ ξεχνᾶμε ὅμως καὶ τὴν κουβέντα τοῦ Πατροκοσμᾶ :...
-
Χριστούγεννα: αποδοχή πάσης της ανθρώπινης ετερότητας ή πρόσληψη θέωσης; Είναι γεγονός το οποίο λειτουργεί συνειρμικά κ...
-
Επτά μικρούς, μα συγκλονιστικούς λόγους είπε ο Χριστός επάνω στον Σταυρό, δίνοντας στους ανθρώπους κάθε εποχής τη δυνατότητα να κάνουν νέε...
-
Μια νέα υβριστική σελίδα για την Ορθοδοξία και τον Μοναχισμό εμφανίστηκε στο FACEBOOK ------ http://www.facebook.com/ GerontasMaipr...
-
Ναι καρδούλα μου! Υπάρχει ο Άη - Βασίλης! Ευλογία φέρνει, όχι παιχνίδια - δεν είναι άγιος του εμπορίου, αλλά του παραδείσου!... O O...
-
῾Η προσέλευση τῶν Χριστιανῶν στό μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας συνιστᾶ τή μεγαλύτερη κατάφαση καί ἀποδοχή τοῦ γεγονότος τῆς ᾽Ενανθρ...
-
Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...