Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τρίτη, Μαΐου 22, 2012

Βάζουμε στοίχημα;




  Μια ζωή τρωγόταν ο μπάρμπα-Γιάννης κι’ ο δάσκαλος. Του σχολαρχείου ήταν ο πρώτος, αλλά με πίστη βουνό. Ο δεύτερος, δάσκαλος με προοδευτικές αντιλήψεις και δεν το ‘κρυβε πως ήταν μαρξιστής και δεν πίστευε αυτά, που πίστευαν οι παλιοί, σαν τον μπάρμπα-Γιάννη. Κοντοχωριανοί και φίλοι χρόνια. Κι αντίθετοι απ’ την ρίζα στις ιδέες.
— Μωρέ δεν τα παρατάς αυτά τα συναξάρια και τις άλλες φυλλάδες, πού διαβάζεις, τον πείραζε. Ξύπνα μπάρμπα-Γιάννη, ο άνθρωπος πάτησε στο φεγγάρι κι’ εσύ διαβάζεις ακόμα παραμύθια!
— Παραμύθια είναι αυτά, πού πιστεύεις και λες, εσύ, αξιοθρήνητε. Και είσαι και δάσκαλος και στραβώνεις και τα μικρά παιδιά, με τις δήθεν, προοδευτικές σου ιδέες, πού αντί να πάνε τον άνθρωπο μπροστά, τον πάνε πίσω στα σκοτάδια! Κρίμα σε σένα και στα γράμματα, πού έμαθες!…
   Έτσι γινόταν η κουβέντα τους, όταν συναντιόταν στο καφενείο του χωριού τους στο Μακρολίβαδο. Σαν τον σκύλο με την γάτα. Χαμογελούσε ο δάσκαλος, πού τον έλεγαν και Στάλιν το παρατσούκλι του, κι’ όλο έριχνε φαρμάκι στα λόγια του, όταν μιλούσε. Με πραότητα του απαντούσε ο μπάρμπα-Γιάννης, πού είχε περάσει τα εξήντα του, ενώ είχαν αρχίσει να ασπρίζουν και τα μαλλιά του δασκάλου Στάλιν η το επίσημο του Αργύρης Δρεπάνης.
    Μια χειμωνιάτικη Κυριακή με λιακάδα ο μπαρμπα-Γιάννης καθόταν σε μιαν άκρη του καφενείου, όπου την χτύπαγε ο ήλιος και διάβαζε κάποιο βιβλίο, γιατί ήταν πολύ μελετηρός άνθρωπος κι’ όλο διάβαζε για την πίστη και την Εκκλησία. Ήταν μάλιστα και επίτροπος στην Αγία Τριάδα και δεν έλειπε ποτέ από τον ναό τις Κυριακές και τις γιορτές.
— Χαιρετώ τον εκλεκτόν επίτροπον Ιωάννην! είπε ειρωνικά ο δάσκαλος και κάθησε στην αντικρυνή καρέκλα του τραπεζιού.
— Είμαι επίτροπος της Εκκλησίας, κύριε Αργύρη και όχι της κομμούνας. Γι’ αυτό άσε τις ειρωνείες, πού σου στενεύουν το μυαλό.
— Δεν το ήξερα, μπάρμπα-Γιάννη, ότι η ειρωνεία στενεύει το μυαλό και σ’ ευχαριστώ, πού μου τόπες. Σήμερα όμως δεν σε ειρωνεύομαι. Απόδειξη ότι θα σε κεράσω και ούζο.
— Δεν θέλω ούζα και πιοτά. Με βλάφτουν…
—Τότε πάρε ο,τι θέλεις. Είσαι φίλος μου και κοντοχωριανός μου. Και το ξέρεις ότι σ’ εκτιμώ. Ας διαφωνούμε στα μυαλά.
—Δεν θέλω να σε πικράνω, κυρ-δάσκαλε, αλλά βρίσκεσαι σε πολύ λανθασμένο δρόμο. Άλλαξε στράτα όσον είναι καιρός και δες την αλήθεια και στηρΐξου σ’ αυτήν. Τούτος ο ψεύτης κόσμος τελειώνει γρήγορα. Φεύγουμε ξαφνικά και τότε….
— Αυτά τα έχουμε ξαναπεί. Δεν με αλλάζεις με τίποτα…
   Παρήγγειλαν δυο καφέδες κι’ ο μπάρμπα-Γιάννης έβαλε ένα άσπρο χαρτάκι στο βιβλίο για σημάδι κι’ ετοιμαζόταν να το κλείση.
— Τί διαβάζεις, αν επιτρέπεται;
— Εΐναι ένα πνευματικό βιβλίο για την Ορθόδοξη Πίστη…
— Δηλαδή συναξάρι, πού λένε, συναξάρι. Και τι γράφει;
—Εξηγεί πολλά, κύριε κομμουνιστή. Άκουσε την τελευταία φράση, πού διάβαζα πριν έρθης. Είναι μια φράση από το Ευαγγέλιον κατά Ματθαίον κι’ αν έχης μέσα σου μυαλό σκέψου την βαθειά, όσο μπορείς. Σου την διαβάζω: «Πάλιν αμήν λέγω υμίν ότι εάν δύο υμών συμφωνήσωσιν επί της γης περί παντός πράγματος ου εάν αιτήσωνται, γενήσεται αυτοίς παρά τον πατρός μου τον εν ουρανοίς» (Ματθ. 18, 19). Είναι από το κεφάλαιο δεκαοχτώ και ο στίχος δεκαεννιά.
— Και θες, μπάρμπα-Γιάννη, εγώ ο ελεύθερος στοχαστής, ο μαρξιστής…
— Σταμάτα, σταμάτα, τον έκοψε ο μπάρμπα-Γιάννης, βγάζοντας τα γυαλιά του.    Αυτά τα δύο δεν πάνε μαζί. Η ελεύθερος στοχαστής η μαρξιστής. Βέβαια και οι δυο είναι σκλάβοι της λογικής τους, αλλά ο μαρξιστής δυο φορές δεμένος κι’ ανίκανος να κάνη ένα βήμα παρά πέρα. Κατάλαβες, κύριε Δρεπάνη;
— Εγώ αυτά δεν τα δέχομαι, και λέγε ο,τι θέλεις…
— Μη γίνεσαι άπιστος, δάσκαλε, και χάσης την ψυχή σου από πείσμα!
— Εγώ ασπάζομαι μονάχα όσα στέκουν λογικά!
— Αυτά, πού σου λέγω, κυρ-Αργύρη, είναι πιο πάνω από την λογική. Είναι λόγια του Θεού, μαρτυρημένα μέσα στο Ευαγγέλιο!
— Είσαι απόλυτος, μπάρμπα-Γιάννη.
— Στην πίστη όλα είναι απόλυτα. Η λογική είναι σχετική και πολλές φορές άσχετη στα μεγάλα θέματα, πού δεν τα χωρά μέσα της και τα πετά. Καλή ώρα σαν και σένα, πού αρνιέσαι την πίστη και το μέγα μυστήριό της!
— Ξέρεις, μπάρμπα-Γιάννη, τι μου κάνει εντύπωσι σε σένα;
— Για ν’ ακούσω.
— Ότι είσαι τόσο σίγουρος για πράγματα, πού δεν μπορείς να τα απόδειξης και να τα έλέγξης. Γιατί;
— Γιατί οποίος πιστεύει έχει ανοιχτά μάτια. Ο άπιστος περπατά με κλειστά τα μάτια του και γι’ αυτό σκουντουφλά και πέφτει. Και για την απόδειξη, που λες, θέλεις να βάλουμε στοίχημα γι’ αυτό, πού σου διάβασα από το βιβλίο;
— Χα, χα! Τί στοίχημα; είπε απορημένος ο δάσκαλος.
— Γι’ αυτά, πού πιστεύω εγώ και δεν πιστεύεις εσύ!
— Και πώς θα γίνη αυτό;
— Θα συμφωνήσουμε τώρα οι δυο μας, όπως λέγει το Ευαγγέλιον, ότι οποίος πεθάνη πρώτος, να του επιτρέψη ο Κύριος να ειδοποίηση τον άλλον την ίδια μέρα ότι πέθανε, όπου κι’ αν βρίσκεται ο άλλος. Συμφωνείς;
— Τί έχω να χάσω; Συμφωνώ.
— Τί θα χάσης; Την απιστία σου θα χάσης, άθλιε.
Κι’ αυτό θα είναι η καλύτερη επιβεβαίωση της αληθινής πίστης του Χριστού.
— Αν και η λογική μου δεν το δέχεται, συμφωνώ να γίνη όπως λες…
    Ξαφνικά σταμάτησαν κι’ έμειναν σιωπηλοί με τις σκέψεις του ο καθένας. Δεν ξαναμίλησαν γι’ αυτό. Χώρισαν φιλικά κι’ ο δάσκαλος πήρε μετάθεση για ένα χωριό σε γειτονικό νομό της Πελοποννήσου. Πέρασαν αρκετοί μήνες και ο κυρ-Αργύρης είχε ξεχάσει και την συζήτηση και το στοίχημα και τον μελετηρό μπάρμπα-Γιάννη με την καλή καρδιά και την σωστή κουβέντα.
    Φτάσανε οι γιορτές των Χριστουγέννων, έπεσε χιόνι στα βουνά και όταν ξανάρχισαν τα μαθήματα ο δάσκαλος ρίχτηκε πάλι στην δουλειά με τα μικρά παιδόπουλα, με τα γυαλιστερά ματάκια τα πανέξυπνα. Το χαιρόταν αυτό και τα καμάρωνε, πού μέσα στην χωριάτικη φτώχειά τους, άναβαν οι ψυχές τους σαν μικρές λαμπάδες κι’ ήθελαν να μάθουν όλο και πιο πολλά. Κι’ όλα ρωτούσαν κι’ όλο ανεβαίνανε στον δικό τους δρόμο τον ανηφορικό.
    Μια νύχτα του Γενάρη ο δάσκαλος ξύπνησε ταραγμένος πολύ. Ένα όνειρο παράξενο κι’ ολοζώνταντο τον έκανε να ξεπεταχτή απ’ το κρεββάτι του.
Άναψε το φως για να πιη λίγο νερό.
— Κοίτα, μωρέ κάτι μυστήρια, πού βλέπει κανείς στον ύπνο του, μουρμούρησε κι’ ανακάθησε λίγο να ξανασκεφτή το όνειρό του.
Μέσα στον βαθύ ύπνο είδε τον μπάρμπα-Γιάννη τον φίλο και κοντοχωριανό του, να ανεβαίνη την σκάλα του σπιτιού του και να χτυπά την πόρτα δυνατά δυό-τρεϊς φορές.
— Κυρ-δάσκαλε, κυρ-δάσκαλε, άνοιξέ μου!
— Ποιος είναι τέτοια ώρα; ρώτησε στον ύπνο του.
— Άνοιξε, κυρ-δάσκαλε, εγώ είμαι ο μπάρμπα-Γιάννης απ’ το Μακρολίβαδο και ήρθα να σου πω ότι πέθανα. Τ’ ακούς; Στο ξαναλέω: σήμερα πέθανα και ήρθα να στο πω, κατά την συμφωνία μας! Στο ξαναλέω άλλη μια φορά για να μη το ξεχάσης: σήμερα το πρωΐ πέθανα, πέθανα, πέθανα! Είμαι ο φίλος σου ο μπάρμπα-Γιάννης από το Μακρολίβαδο και τώρα φεύγω!
    Ο δάσκαλος θυμήθηκε το στοίχημα. Κρύος ιδρώς τον έλουσε και η λογική του κατρακύλησε κι’ έλιωσε σαν χιόνι πάνω σ’ αναμμένο καμίνι. Σάστισε και δεν ήξερε τι να πη και τι να σκεφτή. Έγραψε βιαστικά δυο λόγια πάνω στο μπλοκάκι, πού βρισκόταν στο κομοδίνο του.
— «Να τηλεφωνήσω για τον μπάρμπα-Γιάννη… »
Το άλλο απόγευμα, όταν τέλειωσε το μάθημα στο σχολειό, πήγε και τηλεφώνησε στον ξάδερφό του τον Ζήση στο Μακρολίβαδο, πού ήταν και πρόεδρος της Κοινότητας.
— Πώς ήταν αυτό και μας θυμήθηκες, βρε ξάδερφε;
—….Θέλω να μάθω για τον μπάρμπα-Γιάννη…
— Αυτός, πάει σχόλασε…
— Δηλαδή, τι σχόλασε;
— Πέθανε χτες το πρωί. Γιατί ρωτάς;
— Τίποτα, τίποτα… Έτσι. Ήταν φίλος μου…
— Και πως το έμαθες πως πέθανε; Σου τόπε κανείς;
— Άσε, αυτήν την ώρα. Είναι μεγάλη ιστορία. Θα στην πω, σαν έρθω στο χωριό…
Είπαν ακόμα μερικά, τα συνηθισμένα, κι’ όταν έκλεισε το τηλέφωνο λίγο έλειψε να σωριαστή στο πάτωμα. Τον έπιασε τρόμος ψυχής, σαν να παράλυσε. Ένοιωθε τέτοιαν έκπληξι, ένα τέτοιο ξάφνιασμα, πού ανατράπηκαν όλα μέσα του και γύρω του…
— Ώστε είναι αλήθεια… Ο μπάρμπα-Γιάννης λοιπόν είχε δίκιο και είναι σωστά όσα έλεγε και πίστευε…, μονολόγησε άθελά του.
Του ήρθε αμέσως η διάθεση να βρίση τον εαυτό του, να τον ελεεινολογήση, να τον μουτζώση εκατό φορές και τις ιδέες του τις ψεύτικες και την ειρωνική λογική του και τον μαρξισμό του, πού τον θεωρούσε αλάθητον…
— Αχ, μπάρμπα-Γιάννη μου! Να αγιάση το κόκκαλό σου! Είχες δίκιο! Κι’ εγώ σε κορόϊδευα, σκέφτηκε με πολλή πίκρα. Το κέρδισες το στοίχημα….
Έβαλε κάτω το κεφάλι και τράβηξε για το σπίτι του. Από την ημέρα εκείνη ο δάσκαλος άλλαξε απότομα. Σαν να τον άγγιξε μια δύναμη αόρατη και μυστική και την μεταμόρφωσε από την κορφή ως τα νύχια. Τα λόγια και τα έργα του, θύμιζαν τον μακαρίτη μπάρμπα-Γιάννη. Σε όλα.
— Θεός σχωρέστον τον καλόν άνθρωπο! Αυτός μου άνοιξε τα μάτια, με το παράξενο στοίχημά του, ομολογούσε στους φίλους του, πού αναρωτιόταν για την μεγάλη και απότομη αλλαγή στο φέρσιμό του.
Τώρα ο κυρ-Αργύρης ζη σαν συνταξιούχος και κάπου-κάπου πηγαίνει στον τάφο του μπάρμπα-Γιάννη και μένει σιωπηλός για ώρα πολλή, σαν να κουβεντιάζη μαζί του και του ζητά συγχώρεση. Και από ευγνωμοσύνη στον αξέχαστο φίλο του, πήρε την θέση του στην εκκλησιά και έγινε επίτροπος στην Αγία Τριάδα.
— Αιωνία σου η μνήμη, αξιομακάριστε αδελφέ!, μουρμουρίζει από μέσα του ο δάσκαλος, σε κάθε λειτουργία για τον μπάρμπα-Γιάννη και έχει αρχίσει να διαβάζη όλα τα εκκλησιαστικά βιβλία με δίψα αληθινή. Τώρα πιά είναι σίγουρος και δεν ειρωνεύεται όσα ξεπερνούν την λογική του

πηγή: Π.Μ. Σωτήρχου, Συναντήσεις με το Θεό, § Βάζουμε στοίχημα;, σελ. 89-94, Εκδόσεις «Ορθόδοξος Κυψέλη», Θεσσαλονίκη 2010

Ο συντομότερος δρόμος...



  
  Ένας ηλικιωμένος ξυλουργός κόντευε να βγει στη σύνταξη, και είπε στο αφεντικό του τα σχέδια του για να φύγει και να ζήσει πιο ξεκούραστα μαζί με τη γυναίκα του. Βέβαια δεν θα συνέχιζε να βγάζει τόσα λεφτά, όμως έπρεπε να βγει στη σύνταξη. Ο εργολάβος του στεναχωρήθηκε που θα έφευγε ένας τόσο καλός μάστορας, και ζήτησε από τον ξυλουργό αν θα μπορούσε να του χτίσει άλλο ένα σπίτι σαν προσωπική του χάρη.
  Ο ξυλουργός είπε ναι, όμως όσο περνούσε ο καιρός δεν ήταν δύσκολο να παρατηρήσει κάποιος πως δεν δούλευε με όλη του τη καρδιά.Χρησιμοποιούσε υλικά κατώτερης ποιότητας, και έκανε επιπόλαιη δουλειά. Ήταν ο χειρότερος τρόπος για να τελειώσει μια καριέρα γεμάτη αφοσίωση και επιτυχίες. Όταν ο ξυλουργός τελείωσε το έργο, ήρθε ο εργολάβος να επιθεωρήσει το σπίτι. Έδωσε το κλειδί της εισόδου στον ξυλουργό και του είπε :
«Αυτό το σπίτι είναι δικό σου, ένα δώρο από μένα για σένα.»
Ο ξυλουργός έμεινε άναυδος! Τι κρίμα! Αν μόνο ήξερε πως έχτιζε το δικό του σπίτι, θα το είχε κάνει εντελώς διαφορετικά. Το ίδιο συμβαίνει και με μας.

  Χτίζουμε τη ζωή μας, μέρα με την μέρα, πολύ συχνά μη κάνοντας το καλύτερο μας σε αυτό που κτίζουμε.Και μετά μένουμε εμβρόντητοι όταν αντιλαμβανόμαστε ότι πρέπει να κατοικήσουμε στο σπίτι που κτίσαμε.Αν μπορούσαμε να το κάνουμε ξανά, θα το χτίζαμε εντελώς διαφορετικά. Να όμως που δεν μπορούμε να επιστρέψουμε .....
  Εσύ είσαι ο ξυλουργός στη ζωή σου. Κάθε μέρα βάζεις μια πρόκα, τοποθετείς άλλη μια τάβλα, ή ορθώνεις ένα τοίχο.Οι προθέσεις και οι επιλογές που κάνεις σήμερα χτίζουν το αυριανό σου «σπίτι».Γι’ αυτό να χτίζεις με σοφία!Αυτός θα σου δείξει πως να φτιάξεις ένα γερό θεμέλιο για να χτίσεις το σπιτικό της ζωής σου.Αν βιάζεσαι να δεις τον κόσμο να γίνεται καλύτερος, άρχισε από τον εαυτό σου.
Είναι ο συντομότερος δρόμος.

ΤΑ ΕΝΕΣΤΩΤΑ ΘΛΙΒΕΡΑ



Ἅγ. Μάρκος ὁ Ἀσκητής

Ὁ τὰ ἐνεστῶτα θλιβερά,
προσδοκίᾳ τῶν μελλόντων ἀγαθῶν προσδεχόμενος,
γνῶσιν ἀληθείας εὕρηκε·
καὶ ὀργῆς καὶ λύπης ῥαδίως ἀπαλλαγήσεται.
[Περὶ τῶν οἰομένων ἐξ ἔργων δικαιοῦσθαι, ρξη´ ,
Φιλοκαλία, τ. Α´ σελ. 121]

Ἐκεῖνος ποὺ τὰ τωρινὰ θλιβερὰ τὰ ἀποδέχεται (ἀφομοιώνει)
μέσῳ (γιὰ χάρη) τῆς προσδοκίας τῶν μελλοντικῶν ἀγαθῶν, 

ἔχει βρεῖ τὴν γνώση τῆς ἀληθείας·
καὶ εὔκολα θὰ ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὴν ὀργὴ καὶ τὴν λύπη



Μοναχισμός-Ταπείνωση Γέρων Ἐφραίμ Φιλοθεΐτης




 



Ὁ μοναχισμὸς εἶναι τὸ ἄμισθον ἰατρειον• εἶναι ἡ κλινική τοῦ Θεοῦ, ὅπου ἔρχεται ὁ ἄνθρωπος γιὰ νὰ γίνει καλά. Τὸν καλεῖ ὁ Θεὸς μὲ κλῆσιν ἁγίαν καὶ τὸν φέρνει μὲ τὴν ἀγάπην του σ' αὐτὸ τὸ ἄμισθον ἰατρεῖον.

Ὁ ἄνθρωπος ζητᾶ τὴν θεραπεία του καὶ φωνάζει: Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με.
— Ναί, θὰ σὲ ἐλεήσω, ἀπαντᾶ ὁ Θεός. Καὶ ἀρχίζει ὁ ἰατρὸς τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων τὴν θεραπείαν.

Μᾶς στέλλει διάφορες θλίψεις, ἐπιτρέπει πειρασμούς. Καὶ ὅλα αὐτὰ εἶναι τὰ φάρμακα, τὰ πικρὰ φάρμακα ποὺ θεραπεύεται ἡ ψυχὴ τοῦ ἄνθρωπου.

Βέβαια, κανεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ πεῖ ὅτι στὸν καιρὸ τῆς ἐγχειρήσεως ἤ τῆς ἰατρικῆς ἐπεμβάσεως δὲν πονεῖ, δὲν ἀγωνίζεται νὰ ξεπεράσει τὸν πόνο καὶ τὴν θλίψη• ὡστόσο ὅμως στὸ τέλος τῆς θεραπείας γίνεται ψυχικῶς καλά.

Ὅταν ὁ Γέροντάς μου ἦτο ἀρχάριος στὴν ἔρημο, ἦταν στὴν ὑποταγὴ τοῦ γέροντος Ἐφραίμ. Ὁ Γέρο Ἐφραὶμ ἦταν ἕνας ἁπλὸς ἄνθρωπος, ἕνα γεροντάκι εὐλογημένο. Κάποτε ἕνας γείτονας μοναχός, δὲν γνωρίζω τί εἶχε συμβεῖ, καὶ τὸ ἔθλιβε τὸ Γεροντάκι. Ὁ παπποὺς φώναζε διότι δὲν ἠμποροῦσε νὰ τὰ βγάλει πέρα. Διεμαρτύρετο, ἔβγαζε φωνές, τσίριζε,.... Ὁ Γέροντας ὁ δικός μου, νέο παιδί, δυνατὸ ποὺ μποροῦσε νὰ τὰ βάλει μὲ δέκα ἀνθρώπους, ὅταν ἄκουε τὸν Γέροντά του νὰ φωνάζει ἔξω καὶ ὁ ἄλλος νὰ σηκώνει τὸ ἀνάστημά του, μέσα του ἄρχιζε νὰ βράζει ὁ θυμὸς καὶ ἡ ὀργή. Μόλις εἶδε τὸν κίνδυνο ὅτι ἂν βγεῖ ἔξω δὲν μποροῦσε νὰ προβλέψει τί θὰ συνέβαινε, σὰν νέος ποὺ ἦτο, ἀμέσως τρέχει στὴν ἐκκλησία, γονατίζει καὶ ἀρχίζει νὰ φωνάζει: «Παναγία βοήθει μοι!» Καὶ ἄρχισε νὰ κλαίει- νὰ κλαίει, καὶ νὰ παρακαλεῖ, ὥστε νὰ ἐπέμβει ἡ Παναγία νὰ βοηθήσει μὴ τυχὸν καὶ σ' αὐτὴ τὴν κατάσταση βγεῖ ἔξω. Καὶ ἀφοῦ ἔκλαυσε πολὺ - πολύ, καὶ ἔχυσε πολλὰ δάκρυα, τότε εἶδε τὸ θηρίο τοῦ ἐγωισμοῦ καὶ τοῦ θυμοῦ νὰ κατευνάζεται καὶ νὰ ὑποχωρεῖ. Καὶ ὅταν εἶδε ὅτι ἦρθε σὲ μία κατάσταση ποὺ μποροῦσε νὰ βγεῖ ἔξω καὶ νὰ μιλήσει μὲ πραότητα καὶ ἠρεμία, βγῆκε καὶ ἀπήλλαξε, βέβαια μὲ ἤρεμο τρόπο καὶ εὐγενῆ, τὸν γέροντα ἀπὸ τὸν γείτονα. Καὶ αὐτό μᾶς τὸ ἔλεγε σὰν παράδειγμά του πῶς ἀντιμετωπίζεται ὁ ἐγωισμὸς στὴν πράξη.

Ἔρχεται καὶ στὸν μοναχὸ ὁ πειρασμὸς καὶ τοῦ ψιθυρίζει παραπλήσια πράγματα μὲ ὅ,τι ψιθύρισε στὸν Ἀδάμ. Ἂν ὁ Γέροντας τὸν μαλώνει ἤ τοῦ κόβει τὸ θέλημα, διαμαρτύρεται μέσα ὁ ἐγωισμὸς καὶ ψιθυρίζει στὸν μοναχὸ νὰ ἀντιλογήσει, νὰ φιλονικήσει, νὰ στήσει τὸ δικό του θέλημα• καὶ ἔτσι νὰ ἐνισχύσει τὴν περίπτωση ὥστε νὰ μὴ δεῖ καμμιὰ φορὰ τὴ θεραπεία του.

Ὁ μοναχὸς πρέπει νὰ ἔχει συνεχῶς τὴν προσοχὴ γιὰ νὰ ἀντιμετωπίζει τὴν κάθε περίπτωση, τὸν κάθε πειρασμὸ μὲ ἐπιτυχία, ὥστε σὺν τῷ χρόνῳ μὲ τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ νὰ ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὸν παλαιὸν ἄνθρωπον, ὥστε στὴ θέση τοῦ παλαιοῦ νὰ βρεθεῖ ὁ νέος, ὁ κατὰ Χριστόν, ὁ ἄνθρωπος τῆς ἀπάθειας καὶ τῆς ἀναστάσεως. Ὁ ἀγώνας δὲν εἶναι μικρός, οὔτε καὶ σὲ λίγο χρόνο κατορθώνεται ἡ νίκη καὶ ὁ θρίαμβος κατὰ τοῦ ἐγωισμοῦ. Μεγάλο θηρίο. Πολυκέφαλο.
Ὁ Ὅσιος Ἐφραὶμ λέγει: «Μὲ λέοντα καταπιάστηκες; Πρόσεξε μὴ σοῦ συντρίψει τὰ ὀστᾶ.»

Αὐτὸ τὸ θηρίο εἶναι ὁ Ἐγωισμὁς. Σὰν λέοντας παραφυλάει καὶ μᾶς ἐπιτίθεται. Ἐμεῖς πρέπει νὰ ἔχουμε στὰ χέρια μας τὸ ὅπλο καὶ τὴν μάχαιρα τῆς ἀντιρρήσεως κατὰ τῶν λογισμῶν.



Οἱ τύραννοι τῶν Χριστιανῶν στοὺς χρόνους τοῦ μαρτυρίου προσπαθοῦσαν νὰ παρασύρουν τοὺς Μάρτυρας εἰς τὸ νὰ ἀρνηθοῦν τὴν Θεότητα τοῦ Χριστοῦ. Τοὺς ὑπόσχονταν πολλὰ, πλούτη, δόξες τιμές, ἀλλὰ οἱ Μάρτυρες δὲν ὑποχωροῦσαν. Θριαμβευτικὰ ὁμολογοῦσαν τὴν Πίστη στὸ Χριστὸ καὶ στὸ τέλος ἐδέχοντο τὸν στέφανον τοῦ μαρτυρίου, καὶ ἔτσι ὁ Χριστὸς ἐδοξάζετο.

Καὶ τώρα οἱ τύραννοι τῶν παθῶν μᾶς πιέζουν• τὰ πάθη μᾶς ὑπόσχονται στὴν ὑποχώρηση ἀπόλαυση καὶ ἱκανοποίηση. Δὲν πρέπει ὁ μοναχὸς νὰ ὑποχωρεῖ σὲ μία τέτοια βία, ἀλλὰ νὰ ἀντιστέκεται μὲ ὅλην τὴν ἀνδρεία τῆς ψυχῆς καὶ νὰ περιμένει μετὰ ἀπὸ μία νόμιμη πάλη τὸν στέφανον τοῦ μαρτυρίου.

Οἱ μάρτυρες ἐμαρτύρησαν σὲ λίγο χρόνο, καὶ πολλοὶ μάρτυρες σὲ λίγα λεπτὰ δεχθήκανε τὸ στεφάνι. Ὁ μοναχὸς μαρτυρεῖ συνέχεια σὲ ὅλη του τὴ ζωή. Ὄχι σὲ ἕνα τύραννο ἀλλὰ σὲ πολλούς. Κάθε πάθος καὶ ἕνας τύραννος. Γι' αὐτὸ ὄχι ὀλιγώτερο θὰ στεφανωθοῦν οἱ μοναχοὶ ποὺ θὰ ἀντισταθοῦν εἰς τὴν βία τῶν παθῶν καὶ θὰ ὁμολογήσουν τὴν καλὴν ὁμολογίαν τῆς ἀσκήσεως, τῆς μὴ ὑποχωρήσεως.

Μᾶς σπρώχνει τὸ πάθος τῆς ἀντιλογίας. Ἐμεῖς πρέπει νὰ βάλουμε ἐμπόδιο, φράγμα• νὰ ἀνοίξουμε ὄρυγμα, νὰ πέσει τὸ ἅρμα τῆς ἀντιλογίας μέσα.

Ὁ ἀγώνας πρέπει νὰ εἶναι συνεχής. Νὰ μὴν παρουσιάζωμε κενὰ• διότι τὰ κενὰ τὰ ἐκμεταλλεύεται ὁ διάβολος καὶ σφηνώνει μέσα στὰ κενὰ καὶ μᾶς δημιουργεῖ κατάσταση ἐπικίνδυνη. Ἡ Προσευχὴ πρέπει νὰ εἶναι ἀκατάπαυστη. Ἡ προσευχὴ εἶναι τὸ ὅπλο μας. Καὶ μόνον νὰ προσεύχεται κανείς, ὁ διάβολος δὲν τὸν πλησιάζει εὔκολα.

Ἂς ἀγωνισθοῦμε ἐναντίον κυρίως αὐτοῦ τοῦ πάθους, διότι ἀπὸ ἐδῶ ξεκινοῦν ὅλα. Καὶ τὸ κυρίως φάρμακο κατὰ τοῦ ἐγωισμοῦ εἶναι ἡ ταπείνωσις. Ὁ Κύριός μας, μᾶς εἶπε• «Μάθετε ἀπ' ἐμοῦ ὅτι πράος εἰμὶ καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ καὶ εὐρήσεται ἀνάπαυσιν ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν». Ἡ ταπείνωση καὶ ἡ πραότης χαρίζουν μία πνευματικὴ ἀνάπαυση στὴν ψυχή. Τῆς χαρίζουν φῶς καὶ βλέπει καθαρώτερα τὰ πράγματα.

Ὁ Ἀββᾶς Ἰσαὰκ ὁ Σύρος, τὴν ταπείνωση τὴν ἀποκαλεῖ «Θεοϋφαντον στολήν». Τὴν ταπείνωσιν, λέγει, περιεβλήθη ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ καὶ ἠμπόρεσε καὶ κατῆλθε ἐκ τῶν οὐρανῶν, καὶ ἠμπόρεσε ἡ γῆ νὰ τὸν δεχθεῖ χωρὶς νὰ καταφλεχθει.

Ἡ ταπεινοφροσύνη στολίζει τὸν ἄνθρωπο. Ὁ ταπεινὸς ἄνθρωπος ὅπου καὶ ἂν σταθεῖ, ὅπου καὶ ἂν βρεθεῖ, σκορπάει μία κατὰ κάποιο τρόπο μυστηριώδη χάρη καὶ γίνεται ἀγαπητὸς καὶ προσφιλής.

Τὴν ταπείνωσιν οἱ δαίμονες τὴν τρέμουν, ὅπως ἀκριβῶς συνέβη καὶ μὲ ἕναν ὑποτακτικόν: Ἕνας Χριστιανὸς εἶχε μία κόρη δαιμονισμένη καὶ τὴν ἐπῆγε σὲ πολλοὺς γιατροὺς ἀλλὰ δὲν βρῆκε τὴν θεραπεία της. Αὐτὸς ὁ Χριστιανὸς εἶχε ἕνα φίλο, πνευματικὸ ἄνθρωπο ὁ ὁποῖος εἶχε σχέση μὲ τοὺς μοναχούς, καὶ λέγοντάς του τὸ παράπονο, τὸν πόνο του γιὰ τὸ κορίτσι του, τοῦ λέγει ἐκείνος• «Τὸ παιδί σου θὰ βρεῖ θεραπεία μόνον ὅταν καλέσεις ἕνα μοναχό, ὑποτακτικό, καὶ ἔλθει στὸ σπίτι σου καὶ κάνει μίαν εὐχούλα, θὰ ἰδεῖς ἀμέσως τὸ παιδί σου θὰ γίνει καλά.
— Καὶ ποῦ θὰ τὸν βρῶ ἐγὼ αὐτὸν τὸν μοναχό;
— Νά! Κάτω στὴν ἀγορὰ κατεβαίνουν, λέγει, ἀπὸ τὴν ἔρημο νεώτεροι ὑποτακτικοὶ μοναχοὶ καὶ πωλοῦν διάφορα ἐργόχειρα. Σ’ ἕνα τέτοιο μοναχὸ πὲς του• «Ἔλα στὸ σπίτι νὰ σοῦ πληρώσω τὰ ἐργόχειρα, διότι τώρα ἐπάνω μου δὲν ἔχω χρήματα». Καὶ πές του νὰ σοῦ κάνει μία εὐχὴ καὶ θὰ δεῖς ὅτι τὸ παιδί σου θὰ γίνει καλά.
Αὐτὸς ἀμέσως τὸ πρωὶ κατεβαίνει στὴν ἀγορὰ• βλέπει ἕνα νέο μοναχὸ νὰ πωλεῖ διάφορα, ἐκεῖ, ἐργόχειρα.
Τοῦ λέει: Πάτερ, πόσο τὰ δίνεται αὐτά;
— Τόσο. Εἶπε ὁ μοναχός.
— Μπορεῖς νὰ ἔλθεις μέχρι τὸ σπίτι νὰ σὲ πληρώσω, γιατί ἐπάνω μου δὲν ἔχω χρήματα;
— Ἔρχομαι, λέγει.
Καὶ ἀφοῦ προχωροῦσαν πρὸς τὸ σπίτι καὶ πλησίαζαν, ὁ διάβολος μυρίστηκε τὸ πράγμα, ὅτι ἦρθε ἡ ὥρα του νὰ πάρει τὸ ἐξιτήριό του καὶ νὰ φύγει ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, ἑτοιμάστηκε καὶ αὐτός. Καὶ μπαίνοντας ὁ μοναχὸς μέσα στὸ σπίτι, τὸν ἀπαντᾶ ἡ κόρη καὶ σηκώνει τὸ χέρι καὶ τοῦ δίνει ἕνα ράπισμα, τοῦ μονάχου. Αὐτός, ὁ μοναχός, γύρισε καὶ τὴν ἄλλη πλευρὰ τοῦ προσώπου καὶ τοῦ δίνει καὶ ἀπ' ἐκεῖ ἕνα ράπισμα, καὶ ἀμέσως ἡ κόρη ἔπεσε κάτω καὶ ἔβγαζε ἀφρούς. Καὶ στὸ τέλος, φεύγοντας τὸ δαιμόνιο εἶπε, ὅτι ἡ ἐντολὴ τοῦ Χριστοῦ μὲ βγάζει καὶ μὲ διώχνει. Καὶ ἀμέσως τὸ παιδὶ ἔγινε καλά.
Ὁ ὑποτακτικὸς αὐτός, ἀπὸ τὴν πράξη αὐτὴ φαίνεται ὅτι ἦταν ἕνας προοδευμένος, ἕνας πετυχημένος μοναχὸς ὁ ὁποῖος ὁπωσδήποτε θὰ εἶχε ἐξασκηθεῖ στὴν παιδεία καὶ στὴ θεραπεία τῆς ψυχῆς του.

Στὴν προσευχή μας πάντοτε νὰ παρακαλοῦμε καὶ νὰ δεόμεθα τοῦ Θεοῦ νὰ μᾶς ἁπαλλάττη ἀπ' αὐτὸ τὸ θηρίο, τὸν ἐγωισμόν, καὶ νὰ μᾶς χαρίζη τὴν ἁγίαν ταπείνωσιν τῆς ψυχῆς.


Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία πρὸς Μοναχούς, τοῦ Πανοσ. Ἀρχιμ. Γέροντος Ἐφραίμ. Καθηγουμένου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Φιλόθεου εἰς Ἅγιον Ὄρος.

ΜΕΤΑΠΑΤΕΡΙΚΕΣ ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ ΣΤΙΣ ΘΕΟΛΟΓΙΚΕΣ ΜΑΣ ΣΧΟΛΕΣ «Δέν εἶναι σίγουρο ὅτι ὑπῆρξε ὁ Χριστός»!



«Μεταπατερικές παρεμβάσεις στίς Θεολογικές μας Σχολές 
– Τρόποι διακριτικῶν ἀντιδράσεων»

Εἰσήγησις Πρωτ. Ἰωάννου Φωτοπούλου, Νομικοῦ – Θεολόγου
στήν ΗΜΕΡΙΔΑ:
«ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ: ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΑΙΔΕΙΑ ἢ ΠΑΝΘΡΗΣΚΕΙΑΚΗ ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑ»; 

ΠΟΛΕΜΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ 19-5-2012

Σημείωση: Λόγῳ τοῦ ὅτι ἐξαντλήθηκε ὁ προβλεπόμενος χρόνος διαρκείας τῆς ὡς ἄνω ἡμερίδος, ἀποφασίστηκε τελικῶς νά μήν ἐκφωνηθεῖ ἡ παροῦσα εἰσήγηση. Παρατίθεται κατωτέρω καθώς τό θέμα εἶναι ἰδιαίτερα σημαντικό.

.            Ἀσχολούμαστε στήν εἰσήγησή μας αὐτή μέ τίς μεταπατερικές παρεμβάσεις στίς θεολογικές σχολές ἀφοῦ ἀπό ἐκεῖ προέρχονται οἱ θεολόγοι καθηγητές καί ἐκεῖ γίνονται πολλές ζυμώσεις γιά τήν μετεξέλιξη τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν.
.            Γιά ὅσους δέν γνωρίζουν, «μεταπατερική θεολογία» εἶναι ὅρος πού σηματοδοτεῖ τήν προσπάθεια μοντέρνων νεοεποχητικῶν θεολογικῶν κύκλων νά ὑπερβοῦν τή θεολογία τῶν Ἁγίων Πατέρων. Προσποιοῦνται ὅτι ἀκολουθοῦν τό πνεῦμα τους  καί ὅτι λαμβάνοντας ὑπ’ὄψιν τίς σημερινές συνθῆκες καί προκλήσεις κάνουν περαιτέρω βήματα γιά τήν προσφορά θεολογικοῦ λόγου μέ στόχο τήν παρουσία καί διακονία τῆς Ἐκκλησίας στό σήμερα. Στήν πραγματικότητα ὁ στόχος τῶν μεταπατερικῶν παρεμβάσεων στήν ἀκαδημαϊκή θεολογία καί στήν ἐκκλησιαστική ζωή καί ποιμαντική εἶναι ἡ κατάργηση κάθε φραγμοῦ, ἡ κατάλυση τῶν ὀρθοδόξων δογμάτων, τῶν ἱερῶν κανόνων τοῦ ἀσκητικοῦ ἤθους τῆς λειτουργικῆς καί ἐν γένει ὀρθοδόξου παραδόσεως, ἡ ἀποκοπή ἀπό τή βυζαντινή –ρωμαίϊκη συνέχεια καί ἡ παράδοση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος στή μέγγενη τοῦ ἀντιχρίστου Οἰκουμενισμοῦ τῆς Νέας Ἐποχῆς. Αὐτό ἀπέδειξε ἀρχικά μέ τό Ὑπόμνημά του πρός τήν Ἱερά μας Σύνοδο ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Γλυφάδας κ. Παῦλος παραθέτοντας πολλά ἀποσπάσματα ἀπό τίς εἰσηγήσεις πού ἔγιναν στό κέντρο τῆς μεταπατερικῆς θεολογίας, στήν Ἀκαδημία Θεολογικῶν Σπουδῶν τοῦ Βόλου, μέ τίτλο «Νεοπατερική Σύνθεση ἤ μεταπατερική θεολογία. Τό αἴτημα τῆς θεολογίας τῆς συνάφειας στήν ὀρθοδοξία». Στή συνέχεια τό καρκίνωμα τῆς μεταπατερικῆς θεολογίας ἀνέλυσαν καί ἀναίρεσαν μέ συντριπτικά θεολογικά-ἱστορικά ἐπιχειρήματα οἱ ἐκλεκτοί εἰσηγητές τῆς ἡμερίδος γιά τήν Μεταπατερική αἵρεση πού ἔγινε ὑπό τήν αἰγίδα τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πειραιῶς κ. Σεραφείμ.
.            Εἴπαμε γιά τή στόχευση τῶν μεταπατερικῶν θεολόγων. Ἄς ποῦμε καί γιά τό περιεχόμενο τῆς διδασκαλίας τους. Μέ πρόφαση τή διακονία τῆς θεολογίας στό σήμερα, ὅλα τά μαθήματά τους οἱ μεταπατερικοί θεολόγοι τά κάνουν μέσα ἀπό τήν οἰκουμενιστική προοπτική, ἡ ὁποία ὑποτίθεται ὅτι ἀνοίγει τήν Ἐκκλησία στόν κόσμο, ἐνῷ στήν πράξη καταστρέφει στή συνείδηση τῶν διδασκομένων τήν μοναδικότητα τῆς ἀληθείας ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ.   Μοντέρνες  ἰδέες σχετικές τήν ἀποφυγή τοῦ φανατισμοῦ καί τοῦ φονταμενταλισμοῦ, τήν ἀνοχή στή διαφορετικότητα, τήν πολυπολιτισμικότητα-πολυθρησκευτικότητα, τήν ἰσότητα τῶν δύο φύλων τήν οἰκολογία κλπ.,  ἀκριβῶς ὅσα διακινοῦνται στή ντόπια καί διεθνῆ πολιτική σκηνή πρός ἐπιβολήν τῆς παγκοσμιοποιήσεως, ἠχοῦν ἀδιαλείπτως στά ὧτα τῶν διδασκομένων τή θεολογία.
.            Ἄς δοῦμε καί τή στρατηγική τους. Φυσική τους βάση οἱ θεολογικές σχολές. Οἱ νέοι φοιτητές διδάσκονται τούς Πατέρες τά όρθόδοξα δόγματα, τήν Καινή καί Παλαιά διαθήκη τήν ἐκκλησιαστική ἱστορία διανθισμένα τόσο πολύ ἀπό τίς νεοεποχήτικες ἰδέες, πού προαναφέραμε ὥστε ἡ θεολογική τους σκέψη δέν ἐγκεντρίζεται  στήν καλλιέλαιο τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀλλά στό σαπρό δένδρο τῆς οἰκουμενιστικῆς συγκριτιστικῆς «θεολογίας», μιᾶς δηλαδή ἰδιωτικῆς θεολογίας κατά τίς ἐπιταγές του ΠΣΕ. Μέσῳ τῶν σπουδῶν στίς θεολογικές σχολές οἱ μεταπατερικοί στρατολογοῦν προσοντούχους φοιτητές πού κάμουν μεταπτυχιακές σπουδές. Στή συνέχεια τούς στέλνουν γιά σπουδές στίς θεολογικές σχολές τοῦ ἐξωτερικοῦ καί σέ κολλέγια καί σχολές τοῦ Βατικανοῦ, τούς φέρνουν σέ ἐπαφή μέ οἰκουμενιστικά κέντρα π.χ. τό πατριαρχικό κέντρο στή Γενεύη, καί τό οἰκουμενιστικό μοναστήρι τοῦ Bose. M’ αὐτούς  ἐπανδρώνουν δηλ. καταλαμβάνουν καί διαβρώνουν τίς ἑλληνικές θεολογικές σχολές, ἐνῷ ἀλλους τούς προωθοῦν γιά  συμβούλους θεολόγων καί συμβούλους τοῦ Παιδαγωγικοῦ Ἰνστιτούτου. Ἄλλοι ἐργάζονται σέ θεολογικά περιοδικά-think tanks τῆς μεταπατερικῆς θεολογίας.  Οἱ ὑπόλοιποι πτυχιοῦχοι, ὅσοι εἶναι ἀστήρικτοι στήν ὀρθόδοξη πίστη, ἔχοντας δεχθεῖ τίς δηλητηριώδεις ἰδέες τους καταλαμβάνουν θέσεις στήν ἐκπαίδευση μεταδίδοντας πολλαπλασιάζοντας τή σαπρή ἀντι-ορθοδοξία στούς ἀνύποπτους μαθητές.
.            Ἀλλά αὐτό δέν κρίνεται ἀρκετό γιά τή διάβρωση μιά συμπαγοῦς ὀρθοδόξου κοινωνίας. Πρέπει νά ἀγρευθεῖ, εἰ δυνατόν, ὅλο τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας. Καί ἰδού ἡ Ἀκαδημία Θεολογικῶν  Σπουδῶν πού λειτουργεῖ ὡς μεσάζων μεταξύ τῆς ἀκαδημαϊκῆς elite καί τῆς Ἐκκλησίας.  Ἐδῶ ὄχι μόνο θά ἐκπαιδευθοῦν οἱ συμμετέχοντες στό μετα-ἀντιπατερικό πνεῦμα, ἀλλά θά συγχρωτισθοῦν μεταξύ τους καί μέ τά «μεγάλα πνεύματα» τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καί στή συνέχεια θά προωθηθοῦν σέ ἀνώτερες θέσεις στόν ἐκκλησιαστικό ὀργανισμό, ὡς κληρικοί ἤ λαϊκοί συνεργάτες καί θά λειτουργήσουν μέσῳ κηρυγμάτων, ἐκπομπῶν, περιοδικῶν, συνεδρίων καί διαλέξεων στήν περιφέρεια ὡς πολλαπλασιαστές τῆς μεταπατερικῆς πλάνης.
.            Προσφιλής μέθοδος τῶν διδασκόντων εἶναι ἡ προφορική μετάδοση τῆς κακοδοξίας τους γιά νά ἀποφύγουν τήν κατά μέτωπο κριτική. Οἱ μετα-αντιπατερικοί ἐνοχλοῦνται ἀπό τήν ἀπολογητική καί τήν ἀντιαιρετική δράση τῆς Ἐκκλησίας. Θεωροῦν ὅτι ἀνήκει ὁριστικά στό παρελθόν. Δέν ἀνέχονται οὔτε τό ὄνομα νά ἀκούσουν τοῦ μεγάλου ἀπολογητοῦ τῶν καιρῶν μας τοῦ π. Ἀντωνίου Ἀλεβιζοπούλου, τόν ὁποῖο, παρά τίς πολλές ἐργασίες του ἐμπόδισαν νά καταλάβει ἕδρα στό Πανεπιστήμιο Ἀθηνῶν.
.            Ἄς ἀναφέρουμε συγκεκριμένα παραδείγματα μεταπατερικῶν ἐκτροπῶν. Στή Θεολογική Σχολή τοῦ Ἀριστοτελείου ἐγκρίθηκαν παρά τίς ἀντιρρήσεις ὀρθοδόξων καθηγητῶν δύο διατριβές πού ἐμφάνισαν τούς αἱρεσιάρχες μονοφυσίτες Διόσκορο καί Σεβῆρο ὡς ὀρθοδόξους.  Λέγεται ἀκόμη ἀπό φοιτήσαντας ὅτι στόν ἑρμηνευτικό τομέα μέ τόν τρόπο τους οἱ μεταπατερικοί σέ κάποια θεολογικά τμήματα ἀποκλείουν ὑποψηφίους μεταπτυχιακούς πού ἀκολουθοῦν τήν ἑρμηνευτική τῶν Ἁγίων Πατέρων. Καλοῦνται ἐπίσης παπικοί καί προτεστάντες καθηγητές νά διδάξουν τούς φοιτητές τῶν θεολογικῶν σχολῶν.

.            Ὁ κοσμήτωρ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν ἔχει δηλώσει σέ δημοσιογράφο ὅτι δέν εἶναι σίγουρο ὅτι ὑπῆρξε ὁ Χριστός(!!)», καί ὅτι«δέν ἀποδεικνύεται μαθηματικῶς ἡ ὕπαρξη τοῦ Χριστοῦ» ἐνῷ συνάδελφός του ἀπό τήν Θεσσαλονίκη ἔχει γράψει παλαιότερα ὅτι «ἡ Ἐκκλησία δέν ἀντλεῖ τήν ὕπαρξή της… ἀπό τό παρόν ἤ ἀπό τό παρελθόν (ἀκόμη καί  ἀπό  τό γεγονός Χριστός), ἤ ἀπό αὐτό πού τῆς δόθηκε ὡς θεσμός, ἀλλά ἀπό τό μέλλον, ἀπό τά ἔσχατα».[1] Στή Δογματική διδάσκων παρουσιάζει τέτοια ἀδιάλυτη ἑνότητα ψυχῆς καί σώματος, ὥστε ἰσχυρίζεται ὅτι πεθαίνοντας τό σῶμα πεθαίνει καί ἡ ψυχή καί ὁλοκληρώνει τήν ἀμπελοφιλοσοφία του λέγοντας ὅτι δέν ὑπάρχει κόλαση.  Ἄλλος διδάσκει ὅτι ἐφ᾽ ὅσον ὑπάρχει κοινωνία μέ τόν Θεό, δέν ἔχουμε πρόβλημα μέ τόν γάμο τῶν ὁμοφυλοφίλων, ἐνῷ ἡ ἱερωσύνη τῶν γυναικῶν συζητεῖται ὡς πρόβλημα. Στό μάθημα τῆς ποιμαντικῆς ψυχολογίας διδάσκει κάποιος ὅτι δέν ὑπάρχει διάβολος καί ἁμαρτία ἀλλά μόνο ψυχικά νοσήματα.  Ἀλλος διδάσκει τήν Καμπάλα, τήν ἑβραϊκή μαγεία μέ τρόπο θετικό δημοσιεύοντας ἀντίστοιχα ἄρθρα σέ ἀποκρυφιστικά περιοδικά.  Καί ἄλλος διδάσκει μέσῳ τοῦ μαθήματος τῆς Π.Δ.  ὅτι ἡ «Ἐκκλησία» ὡς «ἡ ζωντανή σχέση τῶν ἀνθρώπων μέ τόν Θεό δέν ἐπιδέχεται ὀργάνωση καί θεσμοθέτηση»[2]. Στό Κανονικό δίκαιο καθηγητής διδάσκει τήν εὐλογία ἀπό τήν Ἐκκλησία τόν γάμο ἑτεροθρήσκων.Εὐκαίρως-ἀκαίρως σέ κάθε μάθημα καλλιεργεῖται το πνεῦμα τῆς λεγομένης λειτουργικῆς ἀνανεώσεως πού περιλαμβάνει τήν κατάργηση τοῦ τέμπλου, τίς μικτές χορωδίες, τίς φαιδρές-γιά νά γελάει κάθε πικραμένος- μεταφράσεις τῶν λειτουργικῶν κειμένων καί τήν κατάργηση τῆς μυστικότητος τῶν εὐχῶν.  Κοινός παρανομαστής τῶν ἀνωτέρω εἶναι ἡ ἀπέχθεια πρός τό πνεῦμα τῶν Πατέρων.Κάποιος δέ ἐξ αὐτῶν ἐξέφραζε τήν εὐγνωμοσύνη πρός κοιμηθέντα καθηγητή του γιατί, ὅπως εἶπε, ἀπάλλαξε τή θεολογία ἀπό τό νά βλέπει τά ἁγιογραφικά κείμενα κάτω ἀπό τούς Πατέρες.
.         Έδῶ πρέπει νά ἐξηγήσουμε ὅτι ἡ σέ μεγάλο βαθμό μεταπατερική ἀλλοίωση τῶν θεολογικῶν σχολῶν δέν ἦταν κεραυνός ἐν αἰθρίᾳ.  Διαβάζαμε  ὅτι στή δεκαετία τοῦ ‘50 καθηγητής τῆς Πατρολογίας ἰσχυριζόταν ὅτι ὁ ἡσυχασμός προσκρούει στή λογική μας καί ὅτι οἱ Μεσαλλιανοί ἐπέδρασαν ἐπί τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ[3]. Πληθώρα καθηγητῶν ἀκολουθώντας δουλικά τήν ξένη θεολογία θεωροῦσαν καί θεωροῦν τά ἀρεοπαγιτικά συγγράμματα νόθα καί ἔργα μονοφυσιτικά μέ νεοπλατωνικές ἐπιδράσεις, τά ἔργα τοῦ Ἁγίου Μακαρίου μεσσαλιανά, τό βιβλίο τῆς Ἀποκαλύψεως ἀμφιβαλλόμενο.  Ἀλλος καθηγητής ἰσχυριζόταν ὅτι ἡ Β΄Βατικανή Συνοδος «συνιστᾶ τό σημαντικότερον θεολογικό γεγονός τῆς ἐποχῆς μας», καί ὅτι ὁ Πάπας αὐτός «υπῆρξεν ἡ ἐνσάρκωσις τοῦ πνεύματος τῆς ἐν ἀγάπῃ διακονίας τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας»[4]. Ἀλλος ὕβριζε τόν ἅγιο Μακάριο παρομοιάζοντας τίς ἐν Χριστῷ ἐμπειρίες του μέ τίς ἐκστατικές ἐμπειρίες τῶν Ἰνδῶν καί τῶν Δερβίσιδων[5]  ἐνῷ τή θέα τοῦ ἀκτίστου φωτός ὑπό τοῦ Ἁγίου Συμεών τοῦ Ν. Θεολόγου ἀπέδιδε σέ ὑπερένταση τῶν νεύρων του[6].   Καθηγητής τῆς θρησκειολογίας δίδασκε ὅτι «θά μπορούσαμε νά δοῦμε τίς θρησκευτικές ἐμπειρίες…καί ὡς ἀπορρόφηση ὁρισμένων ἀκτίνων ἀπό τήν παγκόσμια θεία ἀκτινοβολία»[7].

.            Καί τώρα τί κάνουμε; Χαρακτηρίζουμε τίς θεολογικές σχολές, «θεολογικές σχολές μας». Νοιαζόμαστε γι’αὐτές γιατί τίς θεωροῦμε σάρκα ἐκ τῆς σαρκός τῆς Ἐκκλησίας, τή θεολογική ἐπιστήμη διακονία στό Σῶμα Της. Ἀπ΄αὐτές θεολογικά-ἐπιστημονικά γεννῶνται οἱ καθηγητές θρησκευτικῶν τῶν σχολείων μας καί ὅλοι οἱ ποικίλοι διάκονοι τοῦ θεολογικοῦ λόγου καί τοῦ ποιμαντικοῦ ἔργου. Το ζήτημα εἶναι ἄν τό ἴδιο νοιώθουν καί ὅλοι οἱ ἀκαδημαϊκοί δάσκαλοι ἤ ἄν τινές ἐξ αὐτῶν μέ φρόνημα ἐπηρμένο προασπίζουν, ὡς ἀπειλούμενη ἀπό τήν Ἐκκλησία, τήν  ἐπιστημονική  αὐτοτέλεια τῶν σχολῶν τους.   Πάντως ὅσοι νοιώθουν μέλη τῆς Ἐκκλησίας ὀφείλουν νά βοηθήσουν εἴτε μέσα εἴτε ἔξω ἀπό τίς σχολές νά σταματήσει ἡ μεταπατερική ἀλλοίωση τῆς ὀρθοδόξου θεολογικῆς ἐπιστήμης. Ἀς ξεκινήσουμε ἀπό τό θεωρητικά εὐκολώτερο. Ἐκτός τῆς θεολογικῆς ἀκαδημαϊκῆς κοινότητος ὀφείλουμε στά πλαίσια μιᾶς ὀρθοδόξου Ἀπολογητικῆς

  1. νά συνεχίσουμε νά γνωστοποιοῦμε μέ δημοσιεύματα καί συνέδρια μέ ὀρθόδοξη θεολογική κατωχύρωση τή μεταπατερική ἐκτροπή ἐνημερώνοντας καί τήν ἐκκλησιαστική μας ἀρχή.

  2. νά ἀσχοληθοῦμε, ὕστερα ἀπό τόν ἐπιτυχῆ ἐντοπισμό τῆς μεταπατερικῆς πλάνης καί τῶν ἐσφαλμένων θεολογικῶν της προὑποθέσεων-τίς ἀνέλυσε σέ βάθος ὁ σεβασμιώτατος Ναυπάκτου- μέ τή λεπτομερῆ συστηματική πατερική αναίρεση ἑκάστης πλάνης πού ἁπλώνεται στήν Τριαδολογία, Χριστολογία, ἀνθρωπολογία, σωτηριολογία, ἐκκλησιολογία καί ἐσχατολογία. Ἀρέσει στούς μεταπατερικούς ἡ γενίκευση καί ἡ ἐπιλεκτική ἀντιμετώπιση τῶν πλανῶν τους γιατί  στήν περίπτωση αὐτή πολλές φορές δίνεται ἡ ἐντύπωση στούς καλοπροαίρετους ὅτι πάσχει σέ μερικά πράγματα ἡ μεταπατερική θεολογία, ἀλλά διαθέτει καλά στοιχεῖα καί ἐπιστημονικη σοβαρότητα.

  3. νά δημιουργήσουμε ἕνα ἐπιστημονικό ἀντίβαρο,  ἕνα χῶρο συστηματικῆς διδασκαλίας, ὅπου θά ἐπιμορφώνονται ὀρθόδοξα θεολόγοι, κληρικοί καί σοβαρά ἐνδιαφερόμενοι ἄνθρωποι πάνω στά θεολογικά μαθήματα, τῆς ἑρμηνείας Παλαιᾶς καί Καινῆς Διαθήκης, τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας, τῆς πατερικῆς διδαχῆς καί τοῦ κανονικοῦ δικαίου.  Θά πρέπει πρός τοῦτο νά ὁρίζονται ὡς διδάσκοντες ὀρθόδοξοι ἀκαδημαϊκοί διδάσκαλοι τῆς θεολογίας καί ἄλλοι κληρικοί καί λαϊκοί ἐγνωσμένης παιδείας καί ὀρθοδόξου φρονήματος.  Ὅσο καταλαμβάνεται ἡ θεολογική ἐπιστημονική κοινότητα ἀπό μεταπατερικούς καθοδηγητές τόσο ἀναγκαιότερη γίνεται ἡ ἵδρυση ἑνός τέτοιου ἐγκύρου ἐπιστημονικά καί ὀρθόδοξα φορέως, ὅσο καί ἄν εἶναι δύσκολο τό ἐγχείρημα.

  4. νά συγγραφοῦν βιβλία ὀρθοδόξου συστηματικῆς κατηχήσεως μέ περιεχόμενο κατάλληλο γιά τά παιδιά ὅλων τῶν ἡλικιῶν  πού νά χρησιμεύσουν ὡς βοηθήματα στούς κατηχητές καί ὡς ἐναλλακτικά βιβλία θρησκευτικῶν.

.            Ἔσωθεν τά πράγματα εἶναι δυσκολώτερα.  Τολμῶ νά ἀρθρώσω κάποιες προτάσεις, ἄν καί καταλαβαίνω πόσο μικρός καί ἀναρμόδιος εἶμαι καί πόσο δυσχερής καί ἰδιόμορφη εἶναι ἡ θέση τῶν ὀρθά φρονούντων μέσα στό Πανεπιστήμιο.
.       Κατ΄ἀρχάς ὀφείλουν οἱ ὀρθοδόξως  διδάσκοντες νά διδάσκουν τά τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως μέ σθένος χωρίς μισόλογα καί χωρίς νά καλύπτουν τούς θρασεῖς ὑπερμάχους τῆς μεταπατερικῆς πλάνης. Ὀφείλουν νά συγκροτοῦν  στή συνείδηση τῶν φοιτητῶν ἕνα ἑνιαῖο σῶμα διδασκόντων, ἕνα σημεῖο ἀναφορᾶς τους ὅπου θά μποροῦν (οἱ φοιτητές) νά ἀκούσουν ὀρθόδοξη πατερική διδασκαλία. Δέν ἐννοῶ μ’αὐτό τἠν ἐπιστημονική τους ἀπομόνωση, οὔτε βέβαια διαμόρφωση ἐχθρικοῦ κλίματος, ἀλλά τή συγκρότηση μιᾶς ὀρθόδοξης πυξίδας πού θά μποροῦν νά βρίσκουν καί νά ἀκολουθοῦν οἱ φοιτητές, οὕτως ὥστε μαζί μέ τήν γενικότερη θεολογική τους παιδεία καί τίς ποικίλες θεωρίες πού διδάσκονται νά μποροῦν νά μένουν, ἄν θέλουν, στερεωμένοι στήν Ὀρθόδοξη Καθολική Ἐκκλησία, δηλ. στή διδασκαλία τῶν Ἁγιων Πατέρων.
.            Ὀφείλουν ἐπίσης οἱ ἀκαδημαϊκοί θεολόγοι νά ἐπιμείνουν στήν αὐτοτέλεια τῶν θεολογικῶν σχολῶν, ἐξηγώντας urbi et orbi  τήν ποιότητα τῶν θεολογικῶν μαθημάτων καί καταδεικνύοντας τήν ἀπύθμενη διαφορά τους ἀπό τή θρησκειολογική μεταχείριση  τους καί νά ἀρνηθοῦν νά ὑποβιβάσουν τήν ἐπιστήμη τους σέ θρησκειολογικό παρακλάδι τῶν φιλοσοφικῶν σχολῶν.
.            Ὅσον ἀφορᾶ τό τόσο καθοριστικό γιά τίς θεολογικές σχολές ἐκλεκτορικό δικαίωμα τῶν διδασκόντων καταλαβαίνω ὅτι εἶναι ἄψαυστο καί ἄβατο σέ μᾶς, ἀλλά πιστεύω ὅτι οἱ ὀρθά βαδίζοντες τήν ἀκαδημαϊκή θεολογική τρίβο γνωρίζουν τό πρός τήν ὀρθόδοξη θεολογία καί Ἐκκλησία καθῆκον τους καί ἔχουν πρό ὀφθαλμῶν τόν ἀδέκαστο Κύριο τόν ἐτάζοντα καρδίας καί νεφρούς.


[1] Τά παραπάνω περιλαμβάνονται σέ μελέτη τοῦ κ. Βασιλειάδη δημοσιευμένη στήν Ἐπιστημονική Ἐπετηρίδα τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Ἀριστ. Πανεπ. Θεσσαλονίκης (τομ. 11 Θεσσαλονίκη 2001 σελ. 25-32).  
[2] ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, Ὁ θεσμός τῆς ἱερωσύνης στήν Παλαιά Διαθήκη ἐν Τό Μυστήριον τῆς Ἱερωσύνης(Πρακτικά Ζ΄Πανελληνίου Λειτουργικοῦ Συμποσίου) σειρά Ποιμαντική Βιβλιοθήκη 12, Κλάδος Ἐκδόσεων τῆς ἐπικοιν. καί μορφ. ὑπηρ. Ἐκκλ. Ἑλλάδος , Ἀθῆναι 2006. 
[3] Θεοκλήτου Διονυσιάτου Ἀθωνικά  Ἄνθη σ. 99, 228-229 (Πρόκειται γιά τόν Μπαλάνο).
[4] Κων. Μουρατίδου Κανονικόν Δίκαιον τ. Β’ 1984 σ. 434
[5] Π. Τρεμπέλα, Μυστικισμός-Ἀποφατισμός-Καταφατική Θεολογία τεῦχ. α΄σ. 56
[6] Ὡς ἄνω σ. 74
[7] Ἀναστασίου Γιαννουλάτου, Παγκοσμιότητα καί Ὀρθοδοξία σ. 193
πηγή

Αγωνισταί , Οχι Θαυμασταί Τοῦ Πρωτοπρεσβυτέρου Διονυσίου Τάτση



 
Τοῦ Πρωτοπρεσβυτέρου Διονυσίου Τάτση 

   ΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ θαυμάζουν τούς Ἁγίους, παλαιούς καί νεώτερους καί μέ ἐνδιαφέρον διαβάζουν τούς βίους τους. Θά ἔλεγε κανείς ὅτι ὑπάρχει πνευματική δίψα καί αὐτό εἶναι καλό, γιατί ἔχουνὡς πρότυπά τους τούς ἀνθρώπους, πού τήρησαν στή ζωή τους τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ.Μακάρι νά  συνέβαινε κάτι τέτοιο. Ἡ πραγματικότητα ὅμως εἶναι διαφορετική καί δέν ἐπιτρέπει νά αἰσιοδοξοῦμε. Τήν περιγράφω μέ μία μόνο φράση: Θαυμάζουμε χωρίς νά ἀγωνιζόμαστε! Καί αὐτό δέν εἶναι πράξη μιᾶς ἡμέρας ἤ μιᾶς ἑβδομάδας. Εἶναι σταθερή τακτική.Ἐπιπλέον προσπαθοῦμε μέ πολλούς καί ποικίλους τρόπους νά φέρουμε στά μέτρα μας τούς Ἁγίους. Εὔκολα βγάζουμε τό συμπέρασμα ὅτι ἄν ζοῦσαν οἱ ἅγιοι στίς ἡμέρες μας, πού εἶναι γεμάτες προβλήμα τα καί ἀγωνίες, θά ἦταν μετριοπαθέστεροι καί δέν θά θεωροῦσαν τό μερικό συμβιβασμό μέ τόν κόσμο, ἁμαρτία. Μέ ἄλλα λόγια θά ἔριχναν νερό στό κρασί τους. Μέ τήν παράλογη αὐτή σκέψη θέλουμε ἐμεῖς νά
γίνουμε ἀνώτεροί τους! Τό φαινόμενο τῆς ἀπροθυμίας γιά πνευματικό ἀγώνα παρατηρεῖται καί στούς κληρικούς καί θεολόγους, οἱ ὁποῖοι διδάσκουν τούς ἄλλους, ἀλλά οἱ ἴδιοι δέν τηροῦν τίς ἐντολές! Γι᾽ αὐτό καί ὁ λαός δέν τούς ἔχει σέ μεγάλη ὑπόληψη.

   Ὁ Γέροντας Παΐσιος, ἐπικοινώντας καθημερινά μέ πολλούς ἀνθρώπους καί ἀντιμετωπίζοντας τά πνευματικά τους προβλήματα, εἶχε διαπιστώσει ὅτι οἱ περισσότεροι χριστιανοί δέν ἦταν ἀγωνιστές, γι᾽ αὐτό καί ζητοῦσε νά ἀλλάξουν τακτική. Ἔλεγε: «Πρέπει νά εἴμαστε ἀγωνιστές καί ὄχι μόνο θαυμαστές. Δέν ὠφελεῖ νά θαυμάζουμε μόνο τούς Ἁγίους, χρειάζεται νά μποῦμε στό στάδιο, νά ἀνασκουμπωθοῦμε καί νά παλαίψουμε. Πολλοί συνηθίζουν νά κάθονται ἀναπαυτικά στίς πολυθρόνες, νά τρῶνε πασατέμπο καί νά χειροκροτοῦν, χωρίς νά ἀγωνίζονται. Ἔτσι ὅμως δέν γίνεται προκοπή».
   Εἶναι γνωστό ὅτι ὁ ἴδιος ὁ π. Παΐσιος ἦταν ἀγωνιστής καί δέν συμβιβαζόταν μέ τόν κόσμο. Δέν ἦταν ὁ θεωρητικός οὔτε ὁ λόγιος, ἀλλά ὁ πρακτικός μοναχός, πού ὅ,τι γνώριζε καί ἔλεγε στούς ἐπισκέπτες του στηριζόταν στήν ἀσκητική του ἐμπειρία. Γι᾽ αὐτό καί ἦταν πειστικός. Οἱ ἄνθρωποι ζητοῦσαν τήν
κατά Θεόν σοφία του, ὄντας ὁ ἴδιος ἀπόφοιτος τοῦ δημοτικοῦ σχολείου. Τό ὑπαίθριο ἀρχονταρίκι τῆς Παναγούδας ἦταν τό μεγάλο σχολεῖο τῆς εὐσέβειας. Καί εἶχαν περάσει ἀπό ἐκεῖ χιλιάδες ἄνθρωποι!
   Πρέπει ὅλοι ἀπό τόν εὔκολο θαυμασμό τῶν Ἁγίων νά προχωροῦμε στή μίμησή τους, δηλαδή νά ἀγωνιζόμαστε μέ ἀποφασιστικότητα καί σταθερότητα, γιά νά μποροῦμε νά ἐλπίζουμε. Ἰδιαίτερα πρέπει νά εἴμαστε προσεκτικοί στά ὅσα διδάσκουν οἱ στοχαστικοί κληρικοί καί θεολόγοι, οἱ ὁποῖοι δυστυχῶς εἶναι ἄγευστοι πνευματικῆς ζωῆς. Οἱ κρίσεις τους δέν παρακινοῦν στόν κατά Θεόν ἀγώνα, ἀλλά στόν συμβιβασμό μέ τόν κόσμο καί τήν ὀλέθρια ἐκκοσμίκευση.


(Ορθοδοξος Τύπος Αριθμός Φύλλου  1927  , 18 Μαΐου 2012)

  πηγή

Τό νόημα τῆς ζωῆς - Anthony Metropolitan of Sourozh




(Ὁ Τιμόθεος Οὐίλσον εἶχε συνέντευξη μὲ τὸν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη τοῦ Σουρὸζ κ. Ἀντώνιο Μπλούμ, ἀπόσπασμα τῆς ὁποίας δημοσιεύουμε πιό κάτω)



Τ.Ο.:Πότε γίνατε Χριστιανός; Ὑπῆρξε στὴ ζωὴ σας καμιὰ συγκεκριμένη στιγμὴ μεταστροφῆς; 

Α.Μπλούμ: Αὐτὸ ἔγινε σὲ διάφορα στάδια. Μέχρι τὰ μέσα τῆς ἐφηβικῆς μου ἡλικίας ἤμουνα ἕνας ἄπιστος καὶ ἐπιθετικὰ ἀντιεκκλησιαστικός. Δὲν γνώριζα τὸ Θεό, δὲν νοιαζόμουνα γι’ Αὐτὸν καὶ μισοῦσα καθετὶ σχετικὸ μὲ τὴν ἰδέα τοῦ Θεοῦ.

Τ.Ο.: Καὶ ὅλα αὐτά, παρὰ τὰ «πιστεύω» τοῦ πατέρα σας; 
Α.Μπλούμ: Ναί, γιατί μέχρι τὰ δεκαπέντε μου χρόνια ἡ ζωὴ μας ἦταν πολὺ δύσκολη. Δὲν ζούσαμε ὅλοι κάτω ἀπὸ τὴν ἴδια στέγη. Ἐγὼ ἤμουνα ἐσωτερικὸς σὲ ἕνα σχολεῖο ποὺ ἦταν πολὺ αὐστηρό, βίαιο θὰ ἔλεγα. Ὅλα τὰ μέλη τῆς οἰκογένειάς μου ζοῦσαν σὲ διαφορετικὰ σημεῖα τοῦ Παρισιοῦ. Μόνο ὅταν ἔγινα περίπου δεκατεσσάρων χρόνων συγκεντρωθήκαμε ὅλοι κάτω ἀπὸ τὴν ἴδια στέγη καὶ αὐτὸ ἦταν μία πραγματικὴ εὐτυχία, μία εὐλογία. Ἦταν κάπως ἀσυνήθιστο νὰ σκεφτεῖ κανεὶς ὅτι, σὲ κάποιο σπίτι μιᾶς συνοικίας τοῦ Παρισιοῦ, μποροῦσε νὰ βρεῖ μιά τέλεια εὐτυχία, καὶ ὅμως αὐτὸ συνέβαινε. Τότε γιὰ πρώτη φορά, μετὰ τὴν ἐπανάσταση, ἀποκτούσαμε σπίτι.

Πρέπει ὅμως νὰ πῶ πώς, πρὶν ἀπὸ ὅλα αὐτά, συνέβηκε κάτι ποὺ μὲ εἶχε προβληματίσει πάρα πολύ. Ἤμουνα περίπου ἕντεκα χρόνων, ὅταν μὲ ἔστειλαν σὲ μία κατασκήνωση ἀγοριῶν. Ἐκεῖ συνάντησα ἕναν ἱερέα ποὺ θὰ ἦταν περίπου τριάντα χρόνων. Κάτι ἀπ’ αὐτὸν τὸν ἄνθρωπό μοῦ τράβηξε τὴν προσοχή. Εἶχε ἀγάπη ποὺ τὴν σκορποῦσε στὸν καθένα ἀπό μᾶς. Αὐτὴ δὲ ἡ ἀγάπη του δὲν εἶχε σχέση μὲ τὸ ἂν εἴμαστε καλοί, καὶ δὲν ἄλλαζε ὅταν εἴμαστε κακοί. Μποροῦσε νὰ μᾶς ἀγαπάει χωρὶς προϋποθέσεις. Ποτὲ πρὶν στὴ ζωή μου δὲν εἶχα συναντήσει κάτι τέτοιο. Εἶχα φίλους ποὺ μ’ ἀγαποῦσαν στὸ σπίτι, ἀλλὰ αὐτὸ τὸ ἔβρισκα φυσικό. Τέτοιο εἶδος ἀγάπης δὲν εἶχα συναντήσει ποτέ. Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη δὲν προσπάθησα νὰ δώσω καμιὰ ἐξήγηση σ’ αὐτό. Ἁπλὰ βρῆκα σ’ αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο κάτι ποὺ μὲ προβλημάτιζε καὶ ταυτόχρονά μοῦ ἄρεσε πολύ. Μόνο μετὰ ἀπὸ χρόνια, ὅταν πιὰ ἦρθα σὲ ἐπαφὴ μὲ τὸ Εὐαγγέλιο, σκέφτηκα πὼς αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος, ἀγαποῦσε μὲ μία ἀγάπη ποὺ ἦταν πέρα ἀπὸ τὸν ἴδιο. Δηλαδὴ μοιραζόταν μαζί μας τὴ θεία ἀγάπη. Ἤ, ἂν προτιμᾶτε, ἡ ἀγάπη ἦταν τόσο βαθιὰ καὶ πλατιά, μὲ τέτοια ἀνοίγματα ὥστε, μποροῦσε νὰ ἀγκαλιάσει ὅλους μας, εἴτε μέσα ἀπὸ τὸν πόνο εἴτε μέσα ἀπὸ τὴ χαρά, ἀλλὰ πάντα μέσα στὴν ἴδια καὶ μοναδικὴ ἀγάπη. Αὐτὴ ἡ ἐμπειρία, νομίζω, ἦταν ἡ πρώτη βαθιὰ πνευματικὴ ἐμπειρία ποὺ εἶχα.

Τ.Ο.: Τί ἔγινε μετὰ ἀπὸ αὐτό; 

Α.Μπλούμ: Τίποτε. Γύρισα στὸ σχολεῖο ὅπου ἤμουνα ἐσωτερικὸς καὶ ὅλα συνεχίστηκαν ὅπως πρίν, μέχρι τὴν στιγμὴ ποὺ βρεθήκαμε ὅλοι κάτω ἀπὸ τὴν ἴδια στέγη. Ζώντας μὲ τὴν οἰκογένειά μου, ὅπως εἶπα, γεύτηκα τὴν πλήρη εὐτυχία, ἀλλὰ τότε συνέβηκε κάτι τὸ τελείως ἀπροσδόκητο. Ξαφνικὰ ἀνακάλυψα ὅτι ἡ εὐτυχία, ἂν δὲν ἔχει κάποιο σκοπό, γίνεται ἀνυπόφορη. Δὲν μποροῦσα, λοιπόν, νὰ δεχτῶ μία ἄσκοπη εὐτυχία. Γιὰ νὰ ξεπεράσεις τὶς δυσκολίες καὶ νὰ ὑποφέρεις τὰ βάσανα ἀποβλέπεις σὲ κάτι ποὺ εἶναι πέρα ἀπὸ αὐτά. Ἐγὼ ὅμως δὲν ἔβρισκα κάποιο νόημα, οὔτε πίστευα σὲ κάτι, γι’ αὐτὸ ἡ εὐτυχία μοῦ φαινόταν ἀνούσια. Ἔτσι ἀποφάσισα πὼς ἔπρεπε νὰ δώσω στὸν ἑαυτό μου μία προθεσμία- ἕνα χρόνο τουλάχιστο – νὰ ἀνακαλύψει ἂν ἡ ζωὴ εἶχε ἡ ὄχι κάποιο νόημα. Ἂν στὸ διάστημα αὐτοῦ τοῦ χρόνου δὲν θὰ ἔβρισκα κανένα νόημα ζωῆς, εἶχα ἀποφασίσει νὰ μὴ συνεχίσω νὰ ζῶ, νὰ αὐτοκτονήσω.

Τ.Ο.: Καὶ πῶς βγήκατε ἀπὸ αὐτὴν τὴν κατάσταση τῆς ἄσκοπης εὐτυχίας; 
Α.Μπλούμ: Ἄρχισα νὰ ψάχνω γιὰ κάποιο ἄλλο νόημα ζωῆς πέρα ἀπὸ κεῖνο ποὺ μποροῦσα νὰ βρῶ μέσα στὶς σκοπιμότητες. Τὸ νὰ σπουδάζει κανεὶς νὰ γίνει χρήσιμος στὴ ζωὴ ἦταν κάτι ποὺ δὲν μὲ συγκινοῦσε καθόλου. Ὅλη ἡ ζωή μου μέχρι τώρα εἶχε συγκεντρωθεῖ σὲ ἄμεσους σκοποὺς καὶ ξαφνικὰ ὅλα αὐτὰ βρέθηκαν ἄδεια, χωρὶς κανένα νόημα. Ἔνιωσα μέσα μου κάτι τὸ δραματικὸ καὶ καθετὶ γύρω μου μοῦ φαινόταν μικρὸ καὶ ἀνόητο.

Πέρασαν μῆνες καὶ τίποτε στὸν ὁρίζοντα, νόημα δὲν φάνηκε πουθενά! Μία μέρα τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς- ἤμουνα τότε μέλος τῆς Ρωσικῆς ὀργάνωσης νέων στὸ Παρίσι- ἕνας ἀπὸ τοὺς ὑπεύθυνους ὀργάνωσης μὲ πλησίασε καὶ μοῦ εἶπε: «Καλέσαμε κάποιον ἱερέα νὰ σᾶς μιλήσει. Ἔλα καὶ σὺ στὴ συγκέντρωση». Ἐγὼ ἀπάντησα μὲ ἔντονη ἀποδοκιμασία ὅτι δὲν θὰ πήγαινα νὰ τὸν ἀκούσω. Δὲν εἶχα ἀνάγκη τὴν Ἐκκλησία. Δὲν πίστευα στὸ Θεό. Δὲν ἤθελα νὰ χάσω τὸν καιρό μου μὲ κάτι τέτοια. Ὁ ὑπεύθυνος χειρίστηκε ἀρκετὰ ἔξυπνα τὸ θέμα. Μοῦ ἐξήγησε ὅτι ὅλα τὰ μέλη τῆς ὁμάδας μας εἶχαν ἀντιδράσει ἀκριβῶς μὲ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ θὰ ἦταν πολὺ ἄσχημο ἄν, οὔτε ἕνας, δὲν παρακολουθοῦσε τὴν ὁμιλία του.

«Μὴν προσέχεις», εἶπε ὁ ὑπεύθυνος, «δὲν μὲ ἐνδιαφέρει αὐτό, μόνο ἔλα, κάθισε ἐκεῖ, γιὰ μιά τυπικὴ παρουσία». Ἔ! μέχρι σ’ αὐτὸ τὸ σημεῖο, ἤμουνα πρόθυμος νὰ φανῶ νομοταγὴς στὴ νεανική μας ὀργάνωση. Ἔτσι πῆγα στὴν ὁμιλία καὶ ἔμεινα μέχρι τὸ τέλος. Δὲν εἶχα σκοπὸ νὰ προσέξω. Τὰ αὐτιά μου ὅμως ἔπιαναν μερικὲς φράσεις ποὺ μὲ ἀγανακτοῦσαν περισσότερο. Ὁ Χριστὸς καὶ ὁ Χριστιανισμὸς παρουσιάστηκαν μπροστά μου τόσο διαφορετικὰ ἀπ’ ὅτι ἐγὼ πίστευα, ποὺ ἤθελα βαθύτατα νὰ τὰ ἀποκρούσω. Ὅταν τελείωσε ἡ ὁμιλία ἔτρεξα στὸ σπίτι μὲ ἔντονη τὴν ἐπιθυμία νὰ ἐλέγξω ἂν ἦταν ἀλήθεια ὅλα αὐτὰ ποὺ εἶπε ὁ ὁμιλητής. Ρώτησα τὴ μητέρα μου ἂν εἶχε ἕνα Εὐαγγέλιο νὰ μοῦ δώσει. Ἤθελα πολὺ νὰ διαπιστώσω ἂν τὸ Εὐαγγέλιο θὰ συμφωνοῦσε μὲ τὴν τερατώδη ἐντύπωση πού μοῦ δημιούργησε ἡ ὁμιλία. Δὲν περίμενα τίποτα καλὸ ἀπὸ τὴν ἀνάγνωση αὐτὴ καὶ ἔτσι μέτρησα τὰ κεφάλαια τῶν τεσσάρων Εὐαγγελίων, ὥστε νὰ εἶμαι σίγουρος ὅτι διαβάζω τὸ συντομότερο. Δὲν ἤθελα νὰ χάσω ἄδικα τὸ χρόνο μου. Ἄρχισα, λοιπόν, νὰ διαβάζω τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Μάρκου.

Ἐνῷ διάβαζα τὰ πρῶτα κεφάλαια τοῦ κατὰ Μᾶρκον Εὐαγγελίου καὶ πρὶν φτάσω στὸ τρίτο κεφάλαιο, ξαφνικά, συνειδητοποίησα ὅτι, στὴν ἄλλη ἄκρη τοῦ γραφείου μου, ὑπῆρχε κάποιος. Ἡ βεβαιότητα ὅτι αὐτὸς ὁ «Κάποιος» ἦταν ὁ Χριστὸς ποὺ στεκόταν ἐκεῖ παράμερα, ἦταν τόσο ἔντονη ὥστε ποτὲ ἕως τώρα δὲν μὲ ἔχει ἐγκαταλείψει.

Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ὑπῆρξε πραγματικὰ ἡ ἀποφασιστική μου καμπή. Ἀφοῦ ὁ Χριστὸς ἦταν ζωντανὸς καὶ ἐγὼ εἶχα ζήσει τὴν Παρουσία του, μποροῦσα νὰ πῶ μὲ βεβαιότητα ὅτι αὐτὸ ποὺ τὸ Εὐαγγέλιο ἔλεγε γιὰ τὴ Σταύρωση τοῦ Προφήτη τῆς Γαλιλαίας, ἦταν ἀλήθεια καὶ ὅτι ὁ ἑκατόνταρχος εἶχε δίκαιο ὅταν εἶπε: «Ἀληθῶς Υἱὸς Θεοῦ ἐστι». Μέσα, λοιπόν, στὸ φῶς τῆς Ἀνάστασης μποροῦσα νὰ διαβάσω μὲ βεβαιότητα τὴν ἱστορία τοῦ Εὐαγγελίου, ξέροντας πολὺ καλὰ ὅτι καθετὶ ἔκρυβε μέσα του ἀλήθεια. Καὶ αὐτό, γιατί τὸ ἀπίστευτο γεγονὸς τῆς Ἀνάστασης ἦταν γιὰ μένα πιὸ βέβαιο ἀπὸ κάθε ἄλλο γεγονὸς τῆς ἱστορίας. Τὴν ἱστορία πρέπει νὰ τὴν πιστέψω, τὴν Ἀνάσταση τὴν ἔμαθα ἀπὸ προσωπικὸ γεγονός.

Καθὼς βλέπετε, δὲν ἀνακάλυψα τὸ Εὐαγγέλιο ἀρχίζοντας ἀπὸ τὴν ἀρχὴ μὲ τὸ ἀρχικὸ μήνυμα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ καὶ δὲν ξετυλίχθηκε μπροστά μου σὰν μία ἱστορία τὴν ὁποία κανεὶς μπορεῖ νὰ πιστέψει ἤ ὄχι. Ἡ ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου, γιὰ μένα, ἄρχισε μὲ ἕνα γεγονὸς ποὺ παραμέρισε ὅλα τὰ προβλήματα ἀπιστίας, ἀκριβῶς γιατί ἦταν μία ἄμεση καὶ προσωπικὴ ἐμπειρία.

Τ.Ο.: Αὐτὴ ἡ τόσο ἔντονη ἐμπειρία πού εἴχατε, παρέμεινε σὲ ὅλη σας τὴ ζωή; Δὲν ὑπῆρξε κάποια ἐποχὴ πού νὰ ἀμφιβάλλετε γιὰ τὴν πίστη σας; 
Α.Μπλούμ: Βεβαιώθηκα ἀπόλυτα ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ζωντανὸς καὶ ὅτι μερικὰ πράγματα ὑπάρχουν ἀναμφίβολα. Φυσικὰ δὲν πῆρα σὲ ὅλα ἀπαντήσεις, ἀλλὰ ἔχοντας ζήσει αὐτὴ τὴ μεγάλη ἐμπειρία, ἤμουν πιὰ βέβαιος ὅτι μπροστά μου ὑπῆρχαν ἀπαντήσεις, ὁραματισμοί, δυνατότητες. Αὐτὸ ἀκριβῶς σημαίνει γιὰ μένα πίστη. Ἀπὸ τὴ μία, δηλαδή, νὰ μὴν ἀμφιβάλλει κανεὶς ἔτσι ποὺ νὰ ἔχει μέσα του σύγχυση καὶ περιπλοκές, ἀπὸ τὴν ἄλλη ὅμως νὰ διερωτᾶται μὲ σκοπὸ νὰ ἀνακαλύψει τὸ πραγματικὸ νόημα τῆς ζωῆς. Νὰ ἔχεις, δηλαδή, αὐτὸ τὸ εἶδος τῆς ἀμφιβολίας ποὺ σὲ κάνει νὰ θέλεις νὰ ρωτᾷς, νὰ ἀνακαλύπτεις ὅλο καὶ περισσότερο, νὰ θέλεις διαρκῶς νὰ ἐρευνᾷς.





Μητροπολίτης Ἀντώνιος Μπλοὺμ


 
         Ὁ Μητροπολίτης τοῦ Σουρόζ, Ἀντώνιος Μπλούμ, γεννήθηκε στὴ Λωζάνη τῆς Ἐλβετίας στὶς 19 Ἰουνίου 1914. Τὰ παιδικά του χρόνια τὰ πέρασε στὴ Ρωσία καὶ στὴν Περσία. Ὁ πατέρας τοῦ ἦταν μέλος τοῦ Αὐτοκρατορικοῦ Διπλωματικοῦ Σώματος τῆς Ρωσίας. Ἡ μητέρα του ἦταν ἀδελφή τοῦ σκηνοθέτη Ἀλεξάνδρου Σκριάμπιν.

         Ἡ οἰκογένεια του ὑποχρεώθηκε νὰ ἐγκαταλείψει τὴν Περσία στὴ διάρκεια τῆς ἐπανάστασης καὶ ἦρθε στὸ Παρίσι ὅπου ὁ Μητροπολίτης Ἀντώνιος σπούδασε. Πῆρε τὸ πτυχίο τῆς Φυσικῆς, τῆς Χημείας καὶ τῆς Βιολογίας. Κατόπιν ἔγινε διδάκτωρ τῆς Ἰατρικῆς στὸ Πανεπιστήμιο τοῦ Παρισιοῦ.

         Στὴ διάρκεια τοῦ Β’ Παγκοσμίου πολέμου ὑπηρέτησε σὰν ἀξιωματικὸς στὸ Γαλλικὸ στρατὸ μέχρι τὴν πτώση τῆς Γαλλίας. Στὴ συνέχεια ἐργάστηκε σὰν χειρουργὸς σὲ ἕνα Νοσοκομεῖο τοῦ Παρισιοῦ καὶ πῆρε μέρος στὴν Ἀντίσταση.

         Τὸ 1943 ἐκάρει μοναχός, ἐνῷ ταυτόχρονα ἐξασκοῦσε καὶ τὸ ἔργο τοῦ γιατροῦ στὸ Παρίσι. Τὸ 1948 χειροτονήθηκε πρεσβύτερος καὶ τὸ 1949 πῆγε στὴν Ἀγγλία σὰν Ὀρθόδοξος Ἐφημέριος τοῦ Συνδέσμου: «Ἅγιος Ἀλβανὸς καὶ Ἅγιος Σέργιος». Τὸ 1950 διορίστηκε ἐφημέριος στὴν Ὀρθόδοξη ἐνορία τοῦ Ρωσικοῦ Πατριαρχείου στὸ Λονδίνο. Τὸ 1958 χειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος καὶ τὸ 1962 Ἀρχιεπίσκοπος ἀναλαμβάνοντας τὴν ποιμαντικὴ εὐθύνη τῆς Ρωσικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας στὴ Μεγάλη Βρετανία καὶ στὴν Ἰρλανδία. Τὸ 1963 ὁρίσθηκε Ἔξαρχος τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας στὴ Δυτικὴ Εὐρώπη, καὶ τὸ 1966 πῆρε τὸ βαθμὸ τοῦ Μητροπολίτου.

        Ὁ Μητροπολίτης Ἀντώνιος πῆρε ἐνεργὸ μέρος τόσο στὶς διεκκλησιαστικὲς ὅσο καὶ στὶς Οἰκουμενικὲς δραστηριότητες. Ἦταν μέλος τῆς ἀντιπροσωπείας τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας στὸ Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν στὸ Νέο Δελχὶ τὸ 1961 καὶ στὴ Γενεύη τὸ 1966.

(Σημ. Ἐκοιμήθη τό 2003)

Δεν αγοράζεται η Αγάπη...



  Ένας αγρότης πουλούσε κουταβάκια. Έφτιαξε λοιπόν μια πινακίδα κι όπως έβαζε το τελευταίο καρφί, αισθάνθηκε κάποιον να τον τραβά από το μανίκι.
Γύρισε κι είδε ένα μικρό αγόρι.
''-Κύριε, θέλω να αγοράσω ένα κουταβάκι" είπε το αγόρι.
Ο αγρότης σκέφτηκε λίγο και απάντησε:

-"Ξέρεις, αυτά τα κουταβάκια είναι από πολύ σπουδαίους γονείς και στοιχίζουν πολλά χρήματα."

Το αγόρι χαμήλωσε το κεφάλι για ένα λεπτό. Μετά έβγαλε από τη τσέπη του μερικά κέρματα... τα έτεινε στον αγρότη και ρώτησε:
 
- "έχω αυτά τα χρήματα. Φτάνουν για να αγοράσω ένα κουταβάκι;"

  Ο αγρότης έβγαλε ένα σφύριγμα και στη στιγμή πετάχτηκε από το σκυλόσπιτο η μαμά σκύλα κι από πίσω της τρέχοντας πέντε γούνινες μπαλίτσες. Το αγόρι τα κοιτούσε με μάτια γεμάτα ευτυχία. Ξαφνικά, είδε μια ακόμα γούνινη μπαλίτσα να έρχεται προς το μέρος τους, ακολουθώντας όμως με μεγάλη δυσκολία τα άλλα κουτάβια. Σερνόταν και αγωνιζόταν να τα φτάσει.

-"Αυτό θέλω" είπε το αγόρι...
- "Μα δεν μπορείς να πάρεις αυτό" είπε ο αγρότης.
"Δεν θα μπορέσει ποτέ να τρέξει και να παίξει όπως τα άλλα κουτάβια"...

Το αγόρι έσκυψε και σήκωσε το μπατζάκι του παντελονιού του αποκαλύπτοντας δύο ατσάλινες λάμες να συγκρατούν το πόδι του και να καταλήγουν σε ένα ειδικό παπούτσι...

- "Βλέπετε κύριε" είπε το αγόρι,ούτε κι εγώ μπορώ να τρέξω πολύ καλά και θα χρειαστεί στη ζωή του κάποιον να τον καταλαβαίνει"...

Ο αγρότης με δάκρυα στα μάτια έσκυψε, πήρε το κουτάβι και το απόθεσε στην αγκαλιά του αγοριού.

-"Πόσο κάνει;" ρώτησε ο μικρός.
-"Τίποτα δεν κάνει" είπε ο αγρότης...

Το μικρό αγόρι του είχε δώσει το μεγαλύτερο μάθημα ζωής...

...ΔΕΝ ΑΓΟΡΑΖΕΤΑΙ Η ΑΓΑΠΗ...

Δεν αγοράζεται η Αγάπη...



  Ένας αγρότης πουλούσε κουταβάκια. Έφτιαξε λοιπόν μια πινακίδα κι όπως έβαζε το τελευταίο καρφί, αισθάνθηκε κάποιον να τον τραβά από το μανίκι.
Γύρισε κι είδε ένα μικρό αγόρι.
''-Κύριε, θέλω να αγοράσω ένα κουταβάκι" είπε το αγόρι.
Ο αγρότης σκέφτηκε λίγο και απάντησε:

-"Ξέρεις, αυτά τα κουταβάκια είναι από πολύ σπουδαίους γονείς και στοιχίζουν πολλά χρήματα."

Το αγόρι χαμήλωσε το κεφάλι για ένα λεπτό. Μετά έβγαλε από τη τσέπη του μερικά κέρματα... τα έτεινε στον αγρότη και ρώτησε:
 
- "έχω αυτά τα χρήματα. Φτάνουν για να αγοράσω ένα κουταβάκι;"

  Ο αγρότης έβγαλε ένα σφύριγμα και στη στιγμή πετάχτηκε από το σκυλόσπιτο η μαμά σκύλα κι από πίσω της τρέχοντας πέντε γούνινες μπαλίτσες. Το αγόρι τα κοιτούσε με μάτια γεμάτα ευτυχία. Ξαφνικά, είδε μια ακόμα γούνινη μπαλίτσα να έρχεται προς το μέρος τους, ακολουθώντας όμως με μεγάλη δυσκολία τα άλλα κουτάβια. Σερνόταν και αγωνιζόταν να τα φτάσει.

-"Αυτό θέλω" είπε το αγόρι...
- "Μα δεν μπορείς να πάρεις αυτό" είπε ο αγρότης.
"Δεν θα μπορέσει ποτέ να τρέξει και να παίξει όπως τα άλλα κουτάβια"...

Το αγόρι έσκυψε και σήκωσε το μπατζάκι του παντελονιού του αποκαλύπτοντας δύο ατσάλινες λάμες να συγκρατούν το πόδι του και να καταλήγουν σε ένα ειδικό παπούτσι...

- "Βλέπετε κύριε" είπε το αγόρι,ούτε κι εγώ μπορώ να τρέξω πολύ καλά και θα χρειαστεί στη ζωή του κάποιον να τον καταλαβαίνει"...

Ο αγρότης με δάκρυα στα μάτια έσκυψε, πήρε το κουτάβι και το απόθεσε στην αγκαλιά του αγοριού.

-"Πόσο κάνει;" ρώτησε ο μικρός.
-"Τίποτα δεν κάνει" είπε ο αγρότης...

Το μικρό αγόρι του είχε δώσει το μεγαλύτερο μάθημα ζωής...

...ΔΕΝ ΑΓΟΡΑΖΕΤΑΙ Η ΑΓΑΠΗ...

Ἡ πορνεία σπέρνει τό θάνατον!


  
    Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ Παῦλος ἔγραψε πὼς «τὰ ὀψώνια τῆς ἁμαρτίας (εἶναι) θάνατος» (Ρωμ. 6,23). Ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία φωνάζει ὅτι ἡ ἁμαρτία ὁδηγεῖ τὸν ἀμετανόητο ἄνθρωπο στὸν ὄλεθρο. Πρόσφατη τραγικὴ «ἀνακάλυψη» τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας ἀποδεικνύει πανηγυρικὰ τὴ θέση τῆς Ἐκκλησίας μας ὅτι ἡ ἀνεξελέγκτων διαστάσεων πορνεία στὴ Χώρα μας σπέρνει ἀνελέητα τὸ θάνατο! Δεκάδες ἀλλοδαπὲς (κυρίως) ἄλλα καὶ ἡμεδαπὲς πόρνες, φορεῖς τοῦ AIDS, ἔχουν μεταδώσει σὲ χιλιάδες πορνικούς τους πελάτες τὸ φοβερὸ ἰό. 
   Οἱ περισσότεροι ἀπὸ αὐτούς, οἱ ὁποῖοι πανικοβλημένοι , ἐπικοινώνησαν μὲ τὶς ὑπηρεσίες ὑγείας, ἦταν παντρεμένοι καὶ εἶχαν σχέσεις χωρὶς προφύλαξη μὲ τὶς πόρνες τοῦ δρόμου ἢ τῶν ἑκατοντάδων «παράνομων» πορνείων τοῦ κέντρου τῆς Ἀθήνας! Ὁ λαλίστατος καὶ «ἐλευθερόφρων» δήμαρχος Ἀθηναίων, δήλωσε κυνικά, πὼς ὅλοι οἱ οἶκοι ἀνοχῆς ἁρμοδιότητας τοῦ δήμου Ἀθηναίων «λειτουργοῦν» χωρὶς ἄδεια!Ὁ οἶκος ἀνοχῆς, στὸν ὁποῖο ἐντοπίσθηκε ἡ πρώτη ρωσίδα ὁροθετικὴ πόρνη «λειτουργοῦσε» μερικὲς δεκάδες μέτρα ἀπὸ τὸ οἰκεῖο ἀστυνομικὸ τμῆμα. 
   Ἡ ὑπηρεσία ἀσφαλείας δὲν εἶχε πληροφορηθεῖ τίποτε γιὰ τὴν ἠθικὴ καὶ ὑγειονομικὴ «βόμβα» τῆς περιοχῆς ἁρμοδιότητάς της ; Σαφῶς ὁ ἁμαρτωλὸς ἄνθρωπος κάνει τὴν ἐπιλογή του καὶ ὑφίσταται τὶς συνέπειες τῆς ἁμαρτίας. Ὅμως στὴν προκειμένη περίπτωση δὲν εἶναι ἀτομικὸ τὸ πρόβλημα , διότι οἱ ἔγγαμοι ἄνδρες πόρνοι ἐνδεχομένως ἔχουν μεταδώσει τὸ φοβερὸ ἰὸ καὶ στὶς ἀνυποψίαστες συζύγους καὶ κατʼ ἐπέκταση στὰ παιδιά τους. Οἱ ἀνύπαντροι μετέδωσαν ἢ θὰ μεταδώσουν τὸν ἰὸ στὶς ἐρωμένες, τὶς μνηστὲς καὶ μελλοντικὲς συζύγους τους. 
    Εἶναι αὐτὸ ποὺ ἡ Ἐκκλησία μας ὀνομάζει τραγικὲς συνέπειες τῆς ἀτομικῆς ἁμαρτίας στὸ κοινωνικὸ σύνολο ! Δὲν κακίζουμε καὶ δὲν καταδικάζουμε ὡς πρόσωπα τὶς πόρνες καὶ τοὺς πόρνους, διότι, ὅπως ὅλοι οἱ ἁμαρτωλοί, εἶναι τραγικὰ θύματα τοῦ διαβόλου καὶ δέσμιοι τῆς ἁμαρτίας. Καταδικάζουμε ὅμως τὴν ἁμαρτία, ὡς ἔργο διαβολικὸ καὶ τὴν κοινωνία , ἡ ὁποία ἀποδέχεται τὴν πορνεία ὡς δῆθεν «φυσικὴ κοινωνικὴ λειτουργία » καὶ ἐκτρέφει μὲ τὴ νοοτροπία της πόρνες καὶ πόρνους!

(Ορθοδοξος Τύπος Αριθμός Φύλλου  1927  , 18 Μαΐου 2012)

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...