Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Παρασκευή, Μαΐου 25, 2012

Η Χώρα σε Κατοχή


Κατοχή! Μια απαίσια περίοδος κατά την οποία η χώρα στέναζε φριχτά κάτω από το σιδερένιο πέλμα αδίστακτου βάρβαρου κατακτητή. Για τούς μεγαλύτερους στην ηλικία αποτελεί έναν εφιάλτη.
Δεν ήταν η πρώτη ούτε η μόνη. Ο τόπος πέρασε από πολλές κατοχές. Η φρικιαστικότερη ήταν αναμφιβόλως αυτή των 400 χρόνων σκλαβιάς.
Κάθε μία από αυτές τις απίστευτα τραγικές κατοχές προξένησε αμέτρητες καταστροφές στον τόπο, καμία όμως δεν μπόρεσε να υποδουλώσει ψυχή και το φρόνημα τού λαού. Γιατί;
Διότι η ψυχή και το φρόνημα του λαού βρισκόταν κάτω από άλλου είδους κατοχή, ευεργετική κατοχή. 3.000 χρόνια διαρκεί αυτή η κατοχή και δεν επιτρέπει στους επίδοξους κατακτητές να κυριεύσουν έδαφος πνευματικό σ’ αυτόν τον τόπο.
Γι’ αυτή την παράδοξη κατοχή θα κάνουμε λόγο στο κείμενό μας τούτο.

Πανάρχαια κατοχή

Κατά τον πλέον τέλειο τρόπο παρουσιάστηκε αυτή η «κατοχή» σ’ ένα λόγο τού κορυφαίου ρήτορα όλων των αιώνων, τού Δημοσθένη, 4 αιώνες προ Χριστού. Είπε:
«…δεδόχθαι τῇ βουλῇ καί τῷ δήμῳ τῷ Ἀθηναίων, εὐξαμένους καί θύσαντας τοῖς θεοῖς καί ἥρωσι τοῖς κατέχουσι τήν πόλιν καί τήν χώραν τήν Ἀθηναίων… διακοσίας ναῦς καθέλκειν εἰς τήν θάλατταν…»·
έχει αποφασισθεί, είπε ο Δημοσθένης, από τη βουλή και τη συνέλευση των πολιτών της Αθήνας, αφού πρώτα προσευχηθούν και θυσιάσουν στους θεούς και τούς ήρωες πού κατέχουν την πόλη και την περιοχή των Αθηναίων, να ναυπηγηθούν και να βγουν στη θάλασσα 200 πλοία… (προκειμένου να πολεμήσουν).
Είναι φανερό ότι το βάρος τού κειμένου αυτού βρίσκεται στις λέξεις «τοῖς θεοῖς καί ἥρωσι τοῖς κατέχουσι τήν πόλιν καί τήν χώραν τήν Ἀθηναίων». Με τη φράση αυτή ο Δημοσθένης περιγράφει το υπέροχο βίωμα των πολιτών της αρχαίας Αθήνας: το βίωμα ότι η πόλη και το κράτος τους βρίσκεται κάτω από την εξουσία των ηρώων τους και των θεών που λάτρευαν ως προστάτες τους· προκειμένου μάλιστα για την Αθήνα τη θεά Αθηνά, αφού βρισκόμαστε προ Χριστού και οι πρόγονοί μας ήταν ειδωλολάτρες.

Στην εξουσία των αγίων

Αυτό το καίριο αλλά ατελές τότε βίωμα βρήκε την τέλεια πραγμάτωσή του, όταν η Ελλάδα μας γνώρισε τη χριστιανική πίστη. Τότε, αυτό πού ήταν πριν ομιχλώδες και προπαρασκευαστικό, έγινε μέσα στην Εκκλησία ουσιαστικό και ψηλαφητό: Κάθε πόλη και περιοχή βρέθηκε κάτω από την κατοχή των ηρώων της και των κατά χάριν θεών, των αγίων της!
Την αλήθεια αυτή τη διατυπώνει εκφραστικότατα σε ένα λαμπρό κείμενό του ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης:
«Τι να πολυλογώ; Οι άγιοι πάντες διά μέσου των χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος όπου ηξιώθησαν εν τω κόσμω τούτω, έγιναν θεοί κατά χάριν και υιοί τού Θεού… Και άλλοι μεν εξουσιάζουν ένα μέρος τού κόσμου, άλλοι δε άλλο· ο ένας μίαν νήσον και επαρχίαν και ο άλλος άλλην: Ο Σπυρίδων την Κέρκυραν· ο Γεράσιμος την Κεφαλληνίαν· ο Διονύσιος την Ζάκυνθον· ο Δημήτριος την Θεσσαλονίκην· ο Γεώργιος την Καισάρειαν της Παλαιστίνης· ο Νικόλαος τα Μύρα της Λυκίας και οι λοιποί καθεξής εξουσίασαν τούς τόπους εκείνους, εις τούς οποίους εμαρτύρησαν ἠ εκοιμήθησαν, ἠ με τα λείψανά των ηγίασαν» (Γυμνάσματα Πνευματικά, Μελέτη ΛΔ΄).
Άγιος Δημήτριος
Συγκλονιστική αλήθεια! Η χώρα μας βρίσκεται ολόκληρη κάτω από καθεστὠς κατοχής! Την κατέχουν οι άγιοί μας και οι ήρωές μας! Η χώρα μας δεν είναι δική μας! Ανήκει στους αγίους της και τους ήρωές της, σ’ αυτούς που αγωνίστηκαν, θυσιάστηκαν, μαρτύρησαν! Όλες οι πόλεις και τα χωριά της βρίσκονται κάτω από την κατοχή ενός αγίου, του πολιούχου τους, και εμπνέονται από το ηρωικό παράδειγμα των ηρώων που σε κάποια φάση της ιστορίας πότισαν με το αίμα τους το χώμα τους φυλάσσοντας τις Θερμοπύλες της ελευθερίας.

Εγγύηση ελευθερίας

Τί είδους όμως είναι αυτή η κατοχή; Είναι φανερό πως πρόκειται για πνευματικής φύσεως κατοχή. Κατοχή της καρδιάς των πολιτών, δηλαδή στην αγάπη τού λαού προς τούς αγίους και τούς ήρωες.
Κι αυτό πρακτικότερα σημαίνει ότι, όσο περισσότερο την καρδιά μας την κατέχει η αγάπη, η ευλάβεια και η τιμή προς τους αγίους και τους ήρωές μας, τόσο περισσότερο εκείνοι ευλογούν και προστατεύουν τον τόπο μας.
Κι όταν αυτό συμβαίνει, τότε άλλου είδους κατοχή δεν μπορεί να απειλήσει τον τόπο. Μπορεί κάποτε εχθροί να περάσουν τα σύνορά του, μπορεί να επιβάλουν καθεστώς τυραννικό, μπορεί να βασανίσουν, να φυλακίσουν, να εξορίσουν, να θανατώσουν… Όμως…
Όμως την ψυχή τού τόπου δεν θα την κατακτήσουν ποτέ! Η ψυχή του τόπου, το πνεύμα του, το φρόνημά του ανήκει στους αληθινούς κατόχους του, τους αγίους, δηλαδή τους νέους κατά χάριν θεούς, και τους ήρωες.
Είναι συγκλονιστικό: Μάς κρατάνε οι νεκροί! Οι από τους αστοιχείωτους θεωρούμενοι νεκροί, που στην πραγματικότητα είναι ολοζώντανοι. Μας κρατάνε οι «νεκροί», γι’ αυτό είμαστε ανίκητοι, ελεύθεροι, αδούλωτοι. Αυτοί κρατούν αδούλωτη την Ελλάδα, που έχει τη μεγαλύτερη «παραγωγή» παγκοσμίως αγίων και ηρώων.
Και θα συνεχίσουν να την κρατούν και στο μέλλον. Αρκεί βέβαια να τους κατέχουμε και εμείς με αγάπη στα βάθη της καρδιάς μας.
Κι αυτό είναι αναμφιβόλως το χρέος και η ευθύνη όλων μας.

Τυπικόν της 26ης Mαΐου 2012



Σάββατον: Τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων Κάρπου ἐκ τῶν Ο΄
 καί Ἀλφαίου καί 
τοῦ Ἁγίου Νεομάρτυρος Ἀλεξάνδρου ἐκ Θεσσαλονίκης.
 
Ἀπόστολος: 
Τῆς ἡμέρας· Σαββάτου ς΄ ἑβδομάδος Πράξεων (Πράξ. κ΄ 7 -12).
Εὐαγγέλιον:
 Ὁμοίως· Σαββάτου ς΄ ἑβδομάδος Ἰωάννου (Ἰω. ιδ΄ 10 -21).
 

Από τη σοφία των στάρετς


Χωρίς την ταπείνωση, έλεγε ο στάρετς Αμβρόσιος, δε σώζεται ο άνθρωπος. Αν πιστέψουμε πως από δική μας αξία σωζόμαστε, έχουμε απατηθεί. Θα σας αναφέρω ένα διδακτικό περιστατικό. Μια επιφανής αρχόντισσα, αρκετά ευσεβής αλλά όχι και αρκετά ταπεινή, καθώς κοιμόταν είδε ένα συγκλονιστικό όνειρο: Πάνω σε ένδοξο θρόνο ο δίκαιος Κριτής! Και απέναντί του πλήθη λαού, μεταξύ των οποίων και η ίδια. Ο Χριστός ετοιμαζόταν να καλέσει κοντά Του τους εκλεκτούς. Εκείνη που βασιζόταν στις αρετές της και στις καλοσύνες της περίμενε μεγάλες τιμές, αλλά έπεσε έξω στην πρόβλεψή της. Κάποια ταπεινή χωριατοπούλα κρίθηκε άξια για την πρώτη θέση. Δεύτερος ήταν ένας φτωχός χωρικός που φορούσε μάλιστα και τσαρούχια. Ακολούθησαν στη σειρά πλήθη απλοϊκών ανθρώπων. Σε μια στιγμή ο Κύριος έπαυσε να προσκαλεί άλλους. Εκείνη πάνω στην απελπισία της αποφάσισε να τον πλησιάσει και να του υπενθυμίσει τα καλά που είχε κάνει. Ο Χριστός όμως απέστρεψε εντελώς το πρόσωπό Του απ’ αυτήν. Εξουθενωμένη πλέον, έπεσε στο έδαφος, έκλαψε και αναγνώρισε ταπεινά πως πραγματικά δεν της άξιζε η ουράνια Βασιλεία. Να, αγαπητοί μου-εδώ δυνάμωσε τη φωνή του ο στάρετς-το ταπεινό φρόνημα! Έτσι έπρεπε να σκεφτόμαστε όλοι. Όταν ξύπνησε από το όνειρο η αρχόντισσα, δεν τόλμησε πια να φιλοξενήσει υπερήφανες ιδέες στην ψυχή της. Της έδωσε ο Θεός με το όνειρο αυτό ένα αξέχαστο όνειρο.

______________________________________

Ο στάρετς Ιωσήφ, υπόδειγμα ταπείνωσης, πραότητας και ακατακρισίας, είπε κάποτε σε μια μοναχή:
Αν οι αμαρτίες του αδελφού σου σ’ ενοχλούν και δε μπορείς να βρεις την ειρήνη της ψυχής σου, θυμήσου τα εξής:
  1. Αν οι αμαρτίες του αδελφού σου που θέλεις να διορθώσεις σ’ ενοχλούν, σ’ εκνευρίζουν και χάνεις την ειρήνη σου, τότε αμαρτάνεις και συ. Η αμαρτία δε διορθώνεται με την αμαρτία, αλλά με την ταπείνωση.
  2. Ο ζήλος που θέλει από μόνος του να καταστρέψει όλα τα κακά είναι από μόνος του ένα μεγάλο κακό.
  3. Μέσα στο μάτι σου υπάρχει ένα μεγάλο δοκάρι και συ προσέχεις το κάρφος στο μάτι του αδελφού σου.
  4. Υπάρχουν ατέλειες που είναι αναπόφευκτες κι άλλες που μπορεί να ’ναι ευεργετικές. Το καλό δοκιμάζεται από το κακό.
  5. Το παράδειγμα της μακροθυμίας του Θεού πρέπει να χαλιναγωγήσει την ανυπομονησία μας, που μας στερεί την ειρήνη.
  6. Το παράδειγμα του ίδιου του Κυρίου μας Ιησού Χριστού μας φανερώνει με πόση ταπείνωση και καρτερία πρέπει να υπομένουμε την ανθρώπινη αμαρτία. Αν δεν έχουμε κάποια θέση ευθύνης έναντι των άλλων, πρέπει να αντιμετωπίζουμε την αμαρτία τους με συμπάθεια.
  7. Κάθε άνθρωπος καταδικάζει εκείνες τις αμαρτίες των άλλων, για τις οποίες κατηγορείται ο ίδιος.
  8. Για τις πράξεις των άλλων δεν υπάρχει τίποτα άλλο που να μας ηρεμεί περισσότερο όσο η σιωπή, η προσευχή και η αγάπη.

______________________________________

Κάποια αδελφή έλεγε κάποτε θλιμμένη στο στάρετς Ζωσιμά:
-Τι να κάνω, γέροντα, που νικιέμαι από τη γλώσσα μου και φλυαρώ και ματαιολογώ; Στεναχωριέμαι πολύ γι’ αυτό και παίρνω κάθε τόσο απόφαση να διορθωθώ, αλλά πάλι πέφτω.
-Να θυμάσαι ότι, όπως είπε ο Κύριος, για κάθε περιττό μας λόγο θα μας ζητηθεί ευθύνη την ημέρα της Κρίσεως. Κατάφυγε στη βοήθειά Του. Και όποτε αμαρτάνεις να μετανοείς. Χίλιες φορές έπεσες; Χίλιες να μετανοήσεις.
- Κάποιες φορές λέω κάτι χρήσιμο ή ψυχωφελές. Ενώ όμως αρχίζω με πνευματικούς λόγους, σε λίγο, χωρίς να το καταλάβω, ξεγλιστράω στην αργολογία ή την κατάκριση ή την περιέργεια ή τον κομπασμό… Μετά από όλα αυτά με κυριεύει κατάθλιψη και αθυμία. Τι να κάνω; Δεν μπορώ να διορθωθώ…
- Για να μάθεις να μιλάς καλά και προσεκτικά, πρέπει πρώτα να μάθεις να σωπαίνεις, τη συμβούλεψε ο γέροντας. Όσο θερμό κι αν είναι το κελί μας, αν ανοίγουμε συχνά τα παράθυρα θα παγώσει. Κι αν ανοίγουμε κάθε τόσο ένα μπουκάλι με άρωμα, σύντομα θα εξατμιστεί. Γι’ αυτό ο προφήτης λέγει «ἐκωφώθην καὶ ἐταπεινώθην καὶ ἐσίγησα ἐξ ἀγαθῶν» (Ψαλμ. Λη’2). Ακούς; «ἐσίγησα ἐξ ἀγαθῶν». Αποφάσισα δηλαδή να μην ξεστομίζω ούτε αγαθούς λόγους. Και τότε, συνεχίζει, «ἐθερμάνθη ἡ καρδία μου ἐντός μου».
Όπως γράφει ο Κάλλιστος Καταφυγιώτης, ο καλός λόγος είναι κατώτερος από τη σιωπή με διάκριση. Βέβαια, κι από τη σιωπή του στόματος ανώτερη είναι η σιωπή του νου-τόσο ανώτερη, όσο και η ψυχή από το σώμα. Γιατί είναι δυνατό, ενώ τηρείται σιωπή του στόματος, εσωτερικά ο νους να σχηματίζει λογισμούς και νοήματα.

Απόσπασμα από το Βιβλίο
«Το γεροντικό του Βορρά»
του Πέτρου Μπότση

Η αρετή των αρετών


Πολλοί είναι οι δρόμοι και οι τρόποι, που φέρνουν τον άνθρωπο στη βασιλεία των ουρανών. Ή μάλλον οι δρόμοι αυτοί φαίνονται πολλοί, αλλά στην πραγματικότητα είναι ένας, που χωρίζεται σε πολλούς, ανάλογα με τη δύναμη και την προαίρεση του καθενός. Λέγοντας δρόμους εννοούμε τις πνευματικές αρετές. Προπαντός τις τρεις μεγάλες αρετές, την πίστη, την ελπίδα και την αγάπη, και ιδιαίτερα τη μεγαλύτερη απ’ όλες, την αγάπη, που πάνω της θεμελιώθηκαν η πίστη και η ελπίδα.
Τα ονόματα της αγάπης είναι πολλά, τα έργα της επίσης πολλά, τα γνωρίσματά της περισσότερα και τα ιδιώματα της πάμπολλα. Δε μπορεί κανείς να την περιγράψει με λόγια. Όταν θυμάμαι το κάλλος της, ευφραίνεται η καρδιά μου, γεμίζω με γλυκύτητα και περιέρχομαι σε έκσταση. Όταν τη συλλογίζομαι, χάνω τις σωματικές μου αισθήσεις, βγαίνω τελείως από την παρούσα ζωή και λησμονώ τα πράγματα του κόσμου. Καλότυχος είναι εκείνος, που αγκάλιασε την αγάπη τη θεϊκή. Αυτός δεν θα επιθυμήσει με εμπάθεια κανένα κάλλος ανθρώπινο. Ευτυχισμένος είναι εκείνος, που ερωτεύθηκε την αγάπη του Χριστού, σαγηνεύθηκε από την ομορφιά της και την απόλαυσε με πολύ πόθο. Αυτός θα αγιασθεί στην ψυχή. Καλότυχος και τρισευτυχισμένος είναι εκείνος, που πόθησε μ όλη του την καρδιά την αγάπη και αλλοιώθηκε απ’ αυτήν πνευματικά. Αυτός θα γεμίσει την ψυχή του μ’ ευφροσύνη και την καρδιά του με χαρά ανέκφραστη. Αυτός που απέκτησε την αγάπη, αδιαφορεί τελείως για τους θησαυρούς του κόσμου. Αυτός γεμίζει με τον πλούτο της αγάπης, που είναι ανεξάντλητος. Μακάριος και τρισμακάριος αυτός που ενστερνίσθηκε την αγάπη. Μολονότι εξωτερικά φαίνεται άδοξος, στην πραγματικότητα είναι ενδοξότερος από όλους τους ένδοξους. Επαινετός είναι εκείνος που ζήτησε την αγάπη, επαινετότερος εκείνος που τη βρήκε και μακαριότερος εκείνος που την αγάπησε.
Ω αγάπη θεία, που μέσα σου βρίσκεται ο Χριστός! Άνοιξε και σε μας την πόρτα σου, για να δούμε το Χριστό, που έπαθε για μας, και να ελπίσουμε στο έλεος Του. Να Τον δούμε, για να μην πεθάνουμε πια. Γέμισε την ύπαρξή μας, για να νιώσουμε το μυστήριο της ένσαρκης οικονομίας του Χριστού. Εσύ που βίασες τα αβίαστα και πλουσιόδωρα σπλάγχνα του Κυρίου μας, για να σηκώσει τις αμαρτίες όλων των ανθρώπων, έλα και στη δική μας ταλαίπωρη ψυχή. Ω θεία αγάπη, θέλουμε να σε γνωρίσουμε και να μας γνωρίσεις, γιατί σου είμαστε άγνωστοι. Κατοίκησε μέσα μας, για να ’ρθει ο Δεσπότης Χριστός να μας επισκεφθεί. Μολονότι είμαστε ανάξιοι, έλα να μας αγιάσεις. Αλλά για να σε νιώσουμε, πρέπει να γνωρίσουμε πρώτα το Χριστό. Μόνο σαν προσπέσουμε στ’  άχραντα πόδια Του, θα βιώσουμε στη ζωή μας την αγάπη. Μόνο σαν λυτρωθούμε από το χρέος των αμαρτιών μας, θ’ αρχίσει να ζει μέσα μας η αγάπη.
Ας βάλουμε λοιπόν μέσα στην καρδιά μας την αγάπη, που είναι «ἡ διδάσκαλος τῶν Προφητῶν, ἡσύνδρομος τῶν Ἀποστόλων, ἡ δύναμις τῶν Μαρτύρων, ἡ ἔμπνευση τῶν Πατέρων και ἡ τελείωσιςὅλων τῶν Ἁγίων». Ας μάθουμε να δουλεύουμε και να υποτασσόμαστε στο Χριστό, για ν’ αρχίσει να ανθίζει μέσα στην ψυχή μας το λουλούδι της αγάπης. Ο Χριστός μας άνοιξε το δρόμο, που πρέπει να ακολουθήσουμε για να φτάσουμε στην αγάπη. Έγινε φτωχός, για να γίνουμε εμείς πλούσιοι σε ψυχικά χαρίσματα. Ας συγχωρέσουμε ο ένας τον άλλο, για ν’ απολαύσουμε τ’ αγαθά του Θεού και να δοκιμάσουμε τη γλυκύτητα, που δοκιμάζει όποιος ακολουθεί το Θεό της αγάπης. Εκείνος που δεν αγάπησε το Χριστό, τρέχει μάταια. Και ποτέ δεν πρόκειται να Τον φτάσει, αν δεν αγαπήσει πρώτα τον αδελφό του. Εκείνος που έφτασε την αγάπη, πλησίασε τον Ίδιο τον Χριστό, γιατί η αγάπη είναι το πλήρωμα του νόμου Του. Χωρίς αγάπη η καρδιά μας είναι στείρα και δεν ευφραίνεται με τα θαυμάσια του Θεού.
Σας παρακαλώ, λοιπόν να βιώσετε την αγάπη, και να μην αποκάμετε και σταματήσετε πριν τη φτάσετε. Γιατί κάθε άσκηση και κάθε πνευματικός αγώνας, που δεν έχει στόχο την αγάπη, είναι μάταιος. Δεν είναι δυνατό ν’ αναγνωρισθεί κανείς σαν μαθητή του Χριστού με άλλη αρετή ή εντολή, παρά μόνο με την αγάπη. Το λέει ο ίδιος ο Κύριος: «Ἐν τούτῳ γνώσονται πάντες ὅτι ἐμοί μαθηταί ἐστέ, ἐάν ἀγάπην ἔχητε ἐν ἀλλήλοις».
Για την αγάπη ο Θεός έγινε άνθρωπος κι έζησε ανάμεσά μας και υπέμεινε θεληματικά τα φρικτά πάθη-για να ελευθερώσει τον άνθρωπο από τα δεσμά της αμαρτίας και να τον ανεβάσει στους ουρανούς. Για την αγάπη έτρεξαν οι άγιοι Απόστολοι εκείνο τον ατελείωτο δρόμο-για να βγάλουν από το βυθό της ειδωλολατρίας και να φέρουν στο λιμάνι της ουράνιας βασιλείας ολόκληρη την οικουμένη, τραβώντας την με τ’  αγκίστρια και τα δίχτυα του θείου λόγου. Για την αγάπη έχυσαν το αίμα του οι άγιοι μάρτυρες-για να μη χάσουν το Χριστό. Για την αγάπη θυσίασαν με προθυμία τη ζωή του οι θεοφόροι διδάσκαλοι της οικουμένης-για να δοξαστεί η Καθολική Αποστολική Εκκλησία.
Ας αγωνιστούμε λοιπόν, να ευαρεστήσουμε το Χριστό με την αγάπη. Όταν αγαπάμε τους ανθρώπους και το Θεό, τότε Αυτός μας προσφέρει τ’ ανεκτίμητα δώρα Του: την πίστη, την καθαρότητα και την ευλάβεια. Μας χαρίζει ακόμα την κατάνυξη και τα δάκρυα, που καθαγιάζουν την ψυχή, και μας γεμίζει με θείο φως και Πνεύμα Άγιο.

Διασκευασμένο Απόσπασμα από το Βιβλίο
«Απόσταγμα πατερικής σοφίας»
της Ιερής Μονής Παρακλήτου Ωρωπού Αττικής

“Άφησέ με να σου μιλήσω…”


Στη σημερινή λαίλαπα της αμφισβήτησης και κρίσης αρχών που μάχεται την οικογένεια, στυλοβάτης είσαι συ, γλυκιά μου μητέρα…
Εσύ που με αγώνα και πόνο μας έφερες στη ζωή, εσύ που θυσίασες την καλοπέρασή σου για να φέρεις στον κόσμο τα δώρα του Θεού, εσύ που αποτελείς επίγειο φάρο αγάπης.
Ποιος θα μπορούσε να αμφισβητήσει την πολύτιμη συμβολή της μάνας στη σωτηρία της ανθρωπότητας, όταν η Παναγία μας δέχεται να γίνει μάνα, ανοίγοντας την πύλη της σωτηρίας για το γένος των ανθρώπων, όταν επιλέγεται για να δεχθεί μέσα της το Φως της Αλήθειας, τον Χριστό;
Και ποιος θα μπορούσε να αμφισβητήσει την πολύτιμη συμβολή της μάνας -τη δική σου συμβολή, μητέρα, στην προσωπική περιπέτεια του κάθε ανθρώπου- στη δική μου περιπέτεια…, όταν εσύ γίνεσαι το άνοιγμα αυτής της σωτήριας πύλης, όταν ενισχύεις με παρακλήσεις και προσευχές προς τη μητέρα όλων μας;
Εσύ παιδαγωγός, μας καλλιεργείς. Διδάσκεις την αρετή, την εγκράτεια, την τιμιότητα. Εσύ μας μαθαίνεις τις πρώτες προσευχές, μας ανοίγεις την πόρτα του υπερκόσμιου, που μας καθιστά οικείο το μη ορατό, το μη απτό, που μας καθιστά παρόν το αιώνιο. Εσύ μας πρωτομιλάς για τον Χριστό, για την ζωή Του, τα θαύματά Του, για το μαρτυρικό Του θάνατο και τη ζωηφόρο Ανάστασή Του και μας κάνεις να Τον νιώθουμε φίλο και καταφύγιο συνάμα. Εσύ μας οδηγείς στην εκκλησία για να συναντήσουμε τον Χριστό και να ενωθούμε μαζί Του. Πόσο νοσταλγική, αλήθεια, είναι η επαφή με τον Θεό που μας μαθαίνεις, μάνα, πριν αρχίσουν τα πρώτα κύματα της αμφισβήτησης και των εφηβικών αναζητήσεων. Και τότε είσαι κοντά μας… Με την αδιάκοπη προσευχή σου. Ένα σταθερό σημείο αναφοράς για να επανατοποθετήσουμε τις αξίες μας. Ειλικρινής σύμβουλος και ανιδιοτελής συμπαραστάτης. Εκείνη που δεν την νοιάζει να μας είναι αρεστή, αλλά εποικοδομητική κι αν κόμη αυτό κοστίζει. Μεγαλόκαρδη μάνα, κι όταν ακόμη σε πικραίνουμε. Συγχωρείς όλα τα λάθη, όλα τα σφάλματα, όλες τις πικρές κουβέντες. Είσαι πάντα εκεί κοντά μας με ένα καρδιακό και πνευματικό τρόπο. Και θυσιάζεσαι, καταργώντας κάθε έννοια όχι ατομισμού, αλλά προσωπικότητας και μετατρέπεσαι από αδύναμη γυναίκα σε ον υπερφυσικό (θα λέγαμε) που καταργεί, που μπορεί να συνθλίψει, και να προσπεράσει κάθε τι που στέκεται εμπόδιο για να φτάσει στο παιδί της. Είσαι η δική μας κλίμακα για την ανάβασή μας στον ουρανό…
Πόσα θα μπορούσα να σκεφθώ, φέρνοντας στο μυαλό μου τη μορφή σου…Πόσα συναισθήματα δεν πλημμυρίζουν την ψυχή μου… Πόσο νιώθω την ευγνωμοσύνη να ξεχειλίζει και μια δυνατή επιθυμία να ανταποκριθώ στις προσδοκίες σου. Όχι μόνο της κοινωνικής καταξίωσης και αποκατάστασης, αλλά κυρίως στις επιδόσεις στον στίβο τον πνευματικό.
Με την ωριμότητα που σιγά-σιγά αποκτούμε έχουμε κάθε ευκαιρία να διαμορφώσουμε μια σχέση καινούργια μαζί σου. Την ομορφότερη σχέση μάνας και κόρης. Εσύ με την ηλικία και την πείρα σου, αλλά και την αναμονή, κι εμείς, κι εγώ, με περισσότερη κατανόηση, περισσότερο έτοιμες να δούμε από κοντά τον αγώνα σου, να σε καταλάβουμε, και να πάρουμε παραδείγματα για τη ζωή μας.
Τι ωραίο να συζητάμε, μητέρα…! Να διαβάζουμε και να σχολιάσουμε μαζί!… Τι όμορφο να απολαμβάνουμε μαζί τον πλούτο της πνευματικής ζωής!
Το ξέρω πως κι εσύ περιμένεις γλυκά να σου πούμε τα νέα μας και πόσο κι εγώ πλέον αποζητώ τη συντροφιά σου και την παρουσία σου… Είναι ανάγκη που ξεπηδά από την ψυχή μου, μάνα… Με γεμίζει και με αναπαύει και στα καθημερινά ακόμη, στις δουλειές του σπιτιού, στο μαγείρεμα, στο συγύρισμα, στα ψώνια. Και πόσο υπερήφανη νιώθω να σε συστήνω στις φίλες μου και να περπατώ στο πλάι σου…
Αλήθεια πολύ μεγάλη για να με χωρέσει είναι η ευγνωμοσύνη που με πλημμυρίζει για σένα, γλυκιά μου μητέρα… Κι έτσι στρέφω το βλέμμα και την προσευχή μου σε Εκείνον, και το μόνο που ζητώ προχωρώντας είναι η ευχή σου…
Δ.Κ., Φοιτήτρια Νομικής
Από το Περιοδικό “Η Δράση μας”,
Τεύχος  Φεβρουαρίου 2012

Ορθόδοξος Επίσκοπος χρίεται από Παπικό! Ο Μητροπολίτης Γερμανίας Αυγουστίνος στο πλαίσιο του νοσηρού οικουμενισμού κλίνει γόνυ στον Παπισμό!!!



Βλέποντας την φωτογραφία του Μητροπολίτη Γερμανίας Αυγουστίνου να «χρίεται» από τον Καρδινάλιο την ημέρα γιορτής (!!!) του Οικουμενισμού αναρωτιόμουν τι εκ των δύο συμβαίνουν! Και αυτό γιατί οι Παπικοί χρίουν ιερωμένο σύμφωνα με τα όσα μου μετέφερε ορθόδοξος κληρικός της αλλοδαπής μόνο όταν:
α) εισέρχεται και αποδέχεται τον Παπισμό και
β) βρίσκεται εις επιθανάτια κλίνη...
Έσπασα λοιπόν το κεφάλι μου για να διαπιστώσω τελικά ποιό εκ των δύο ισχύει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Τελικά κατέληξα πως πιθανόν να ισχύουν και τα δύο... Μα πως θα με ρωτήσετε;
Μα από όλες τις δραστηριότητες του Οικουμενικού Πατριαρχείου και του Πατριάρχη Βαρθολομαίου διαπιστώνεται πως η λεγομένη ένωση με τον Παπισμό φαίνεται πως έχει επιτευχθεί στην πράξη. Απομένουν μόνο ελάχιστες μικρές λεπτομέρειες... Γιατί πως λ.χ. ένας αιρεσιάρχης δύναται να αποκαλείται επισήμως από την Ορθόδοξη θρησκευτική ηγεσία «αγιότατος»; Πως ακόμη επιτρέπεται σε παπικό λειτουργό να μπαινοβγαίνει από την Ωραία Πύλη του Πατριαρχικού Ναού; Πως επιτρέπεται να συμμετάσχει ένας αιρετικός στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, όταν ο απλός κατηχούμενος εξέρχεται εκ του ναού; Και αν ήταν μόνο αυτά τα ατοπήματα θα υποστηρίζαμε ευθαρσώς ότι μπορούμε να τα διορθώσουμε!
Υπάρχουν εκτός των ανωτέρω ασπασμοί της χειρός αλλά και του ποδός του Πάπα από ορθοδόξους κληρικούς και δη από Επίσκοπο. Υπάρχει αναγνώριση του μυστηρίου του Βαπτίσματος αυτών που εμμένουν στην αιρετική δοξασία τους. Υπάρχουν κοινά εορταστικά μηνύματα σαν να απευθύνονται σε κοινό ποίμνιο. κ. α. 
Άρα εκ των ανωτέρω είναι λογικό να ακολουθήσει στο όλο πλαίσιο της χαλαρής μέχρι στιγμής ένωσης με τον Παπισμό και το «χρίσμα» της επανένταξης ορθόδοξων ρασοφόρων στις τάξεις του ρωμαιοκαθολικού κλήρου, όπως λ.χ. ο εικονιζόμενος Μητροπολίτης Γερμανίας Αυγουστίνος που ανήκει στον ιερό κλήρο του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Μέσα στο ανωτέρω πλαίσιο που έχει διαμορφωθεί μεταξύ του Βατικανού και της Κωνσταντινούπολης ερμηνεύονται άλλωστε και οι σφοδρότατες απαράδεκτες επιθέσεις του σπουδαγμένου στο Πανεπιστήμιου του Λατερανού Πατριάρχη Βαρθολομαίου εναντίον αυτών που στέκονται εμπόδιο στην υλοποίηση των σχεδίων του, όπως λ.χ. των Μητροπολιτών Πειραιώς Σεραφείμ, Γλυφάδας Παύλου, Κυθήρων Σεραφείμ, των πρεσβυτέρων και πανεπιστημιακών καθηγητών π. Θεοδώρου Ζήση, π. Γεωργίου Μεταλληνού, της αδελφότητας της Μονής Εσφιγμένου, πολλών μοναχών Αγιορειτών κ.α.  
Βέβαια όπως προαναφέραμε το Παπικό «χρίσμα» χορηγείται και στον ευρισκόμενο στην επιθανάτια κλίνη! Ο Μητροπολίτης Γερμανίας Αυγουστίνος στέκεται ο,ως με αγέρωχο βλέμμα όρθιος... Ως εκ τούτου εκ πρώτης όψεως δεν φαίνεται να βρίσκεται εις επιθανάτια κλίνη. Και όμως, χριστιανοί μου αν το καλοεξετάσετε το θέμα θα διαπιστώσετε πως φλερτάρει με το θάνατο, αφού εκ της πράξης του αυτής κρίνεται σύμφωνα με γέροντα ασκητή του Παγγαίου όρους πνευματικά νεκρός...
 
Διαπραγματεύσιμη ...πίστη
 
«...Είναι αδιανόητο για την Παράδοσή μας, γράφει μεταξύ άλλων ο πρωτοπρεσβύτεροςΝικόλαος Μανώλης, εφημέριος του ναού Προφήτη Ηλία ο Λειτουργός του Εσφαγμένου Αρνίου, να αφήσει τα διαδραματιζόμενα και να στραφεί στο μέσον του Ναού, για να ασπαστεί τον Διάβολο με τη μορφή του αιρεσιάρχου!
Δυστυχώς, σήμερα τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά. Οι διάδοχοι πλέον των Αποστόλων έχουν διαφοροποιήσει την εντολή “μαθητεύσατε πάντα τα έθνη”. Η μαθητεία στον χώρο της ιεραποστολής επιδέχεται τώρα σύνθετες ερμηνείες. Η Πίστη στον Χριστό ως μόνη λατρεμένη αγάπη και στην Ορθοδοξία ως μόνη αληθινή Πίστη δεν είναι αυτονόητη. Τίθεται προς διαπραγμάτευση. Ο εις τύπον Χριστού σύγχρονος διάδοχος δεν προσφέρει πλέον στη Σαμαρείτιδα το Υδωρ το ζων το αλλόμενον εις ζωήν αιώνιον, διότι δεν το ψηλάφισε και δεν το κατέχει. Αντ’ αυτού λαμβάνει από εκείνη το ύδωρ το αλλοιούμενον. Με αυτό “ευλογείται” και “αγιάζεται”. Με αυτό αντικαθιστά τη Χάρη της Μυστικής Θεολογίας.
Παρερμηνεύοντας την εντολή του Κυρίου, διδάσκει τα έθνη με άσοφον νουν. Απωλέσας τον Χριστόν της Παράδοσης, διακηρύσσει στα έθνη έναν από τους αντιχρίστους. Γιατί ο ελλιπής Χριστός είναι ο αντίχριστος της αίρεσης. Διαδίδει έναν αλλοιωμένον Ιησούν, παρόμοιον με αυτόν του Αρείου και με τον άλλον του Βαρλαάμ του Καλαβρού. Προσεγγίζει τα έθνη όχι με το Ευαγγέλιο της Σωτηρίας, αλλά με το κοράνι της υποδούλωσης. Τι και αν τον αξίωσε η Αγία μας Εκκλησία να ανέβει σε θώκους υψηλούς! Αυτός Πατριάρχης, Μητροπολίτης, λευίτης του Χριστού ων, δωρίζει το κοράνιο. Το καθαγιάζει με φόντο την αγάπη. Ναι, όντως ιερό βιβλίο το κοράνιο, αλλά για τους Μωαμεθανούς. Για μας τους χριστιανούς είναι δαιμονικό. Αλλά τι σημασία έχει! Και ο Απόστολος των Εθνών Παύλος, κατά την ερμηνεία των ασόφων, πηγαίνοντας σε ειδωλολάτρες αξιωματούχους, θα δώριζε το αγαλματίδιο του Δία, της Αθηνάς και του Απόλλωνα!...
Μία τέτοια Εκκλησία αποτελεί, βεβαίως, έναν χώρο της βαπτισματικής θεολογίας, της θεολογίας των κλάδων, της αποδοχής των αιρετικών κοινοτήτων ως «αδελφές εκκλησίες», της υιοθέτησης της αλλοτρίας διδασκαλίας των “δύο πνευμόνων”, αλλά δεν είναι η Ορθόδοξος Εκκλησία. Οι ταγοί της δεν πετύχανε στην Ορθοδοξία τη Χάρη του Θεού. Μην αντέχοντας την κενότητα μέσα τους από παρουσία Θεού, προσχωρούν ερωτοτροπώντας σε ξένες πίστεις, στον παπισμό, στον οικουμενισμό, στην πανθρησκεία της νέας εποχής.
 
Κέντρο προετοιμασίας της πλάνης
Η προσχώρηση αυτή, ενδεδυμένη με ιεραποστολικό και αγαπητικό περίβλημα, έχει την ανάγκη να θωρακιστεί από μια ισχυρή θεολογία. Η Ακαδημία θεολογικών σπουδών Βόλου, που ισχυρίζεται πως λειτουργεί ως ένα φόρουμ διαλόγου και επικοινωνίας της Ορθόδοξης θεολογίας με τις σύγχρονες προκλήσεις, καλύπτει πλήρως την ανάγκη αυτή. Επίσης, καθηγητές των θεολογικών σχολών στρατολογούνται, ετοιμάζουν ως διαδόχους της πλάνης, που διδάσκουν, τους αποφοίτους των σχολών τους. Με τις ευλογίες τους, όπως δυστυχώς είδαμε, οι απόφοιτοι προσκυνούν την παντόφλα του Πάπα, χαρίζοντάς του αναμνηστική πλακέτα εις ανταπόδοση των ευλογιών που έλαβαν.
Ο λαός του Θεού είναι προβληματισμένος. Έχοντας το γονίδιο της αγιοβιωματικής Πίστης, δεν στέργει η συνείδησή του να υποφέρει τις παράλογες παραχωρήσεις των οικουμενιστών. Αγωνιά για την πορεία της Εκκλησίας και προσεύχεται θερμά να μας λυπηθεί ο Κύριος και να μην οργισθεί. Είναι πολύ παρήγορο για τον απλό χριστιανό το ότι βλέπει να υπάρχουν μέσα σε αυτές τις δυσκολίες, Μητροπολίτες παλικάρια που αντιστέκονται και ορθοπραττούν...»

Πηγή: ΣΤΥΛΟΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΜΑΪΟΣ 2012

Πίστη και Έργα


Αν ποθούμε τη βασιλεία των ουρανών, πρέπει να έχουμε πολλή προσοχή και επιμέλεια και προθυμίαστην εργασία των εντολών του Θεού. Για να σωθούμε, δε φτάνει μόνο να πιστεύουμε στον αληθινό Θεό και να είμαστε ορθόδοξοι χριστιανοί. Πρέπει και να αγωνιζόμαστε «τον καλό αγώνα», να ζούμε «ἀξίως τῆς κλήσεως, ἧς ἐκλήθημεν», δηλαδή να κάνουμε και έργα χριστιανικά, αφού είμαστε βαπτισμένοι χριστιανοί και τιμημένοι με το όνομα του Χριστού.
Ας μη νομίζουμε πως θα σωθούμε μόνο με την πίστη. Η πίστη χωρίς έργα δεν ωφελεί σε τίποτα. Ο Κύριος βέβαια είπε ότι «ὁ πιστεύσας και βαπτισθείς σωθήσεται, ὁ δε ἀπιστήσας κατακριθήσεται». Ο Ίδιος όμως είπε και τούτο: «Οὐ πᾶς ὁ λέγων μοι ‘‘Κύριε, Κύριε’’ εἰσελεύσεται εἰς την βασιλείαν τῶν οὐρανῶν, ἀλλ’ ὁ ποιῶν το θέλημα τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς». και ο Απόστολος Παύλος γράφει για κείνους που δεν έχουν καλά έργα: «Θεόν ὁμολογοῦσιν εἰδέναι, τοῖς δε ἔργοις ἀρνοῦνται, βδελυκτοί ὄντες και ἀπειθεῖς και προς πᾶν ἔργον ἀγαθόν ἀδόκιμοι».
Αν σωζόταν κανείς μόνο με την πίστη, τότε όλοι θα εξασφάλιζαν εύκολα τη σωτηρία. Γιατί «καί τά δαιμόνια πιστεύουσι και φρίσσουσι». Ας θυμηθούμε αυτό που έλεγαν οι δαίμονες με το στόμα της «μαντευομένης παιδίσκης» των Φιλίππων για τους αποστόλους Παύλο και Σίλα: «Οὗτοι οἱ ἄνθρωποι δοῦλοι τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου εἰσίν, οἴτινες καταγγέλουσιν ὑμῖν ὁδόν σωτηρίας». Αυτοί λοιπόν οι δαίμονες, που πιστεύουν, καταδικάστηκαν στη γέενα του πυρός για τα πονηρά τους έργα.
Όπως το σώμα χωρίς την ψυχή είναι ακίνητο και ανενέργητο, έτσι και η πίστη χωρίς έργα είναι νεκρή. Ας ακούσουμε τον Άγιο Ιάκωβο τον Αδελφόθεο, που με τόση ενάργεια τονίζει: «Τι το ὄφελος, ἀδελφοί μου, ἐάν πίστιν λέγῃ τις ἔχειν, ἔργα δέ μη ἔχῃ; Μη δύναται ἡ πίστις σῶσαι αὐτόν; Ἐάν δέ ἀδελφός ἤ ἀδελφή γυμνοί ὑπάρχωσι και λειπόμενοι ὦσι τῆς ἐφημέρου τροφῆς, εἴπη δέ τις αὐτοῖς ἐξ ὑμῶν, ‘‘ὑπάγετε ἐν εἰρήνῃ, θερμαίνεσθε και χορτάζεσθε’’, μη δῶτε δε αὐτοῖς τά ἔπιτήδεια τοῦ σώματος, τι το ὄφελος; Οὕτω και ἡ πίστις, ἐάν μη ἔργα ἔχῃ, νεκρά ἐστί καθ’ ἑαυτήν».
Μετά από αυτά, είναι φανερό πως πρέπει να έχουμε και έργα μαζί με την πίστη. Και όποιος έχει, είναι καλύτερος απ’ αυτόν που κάνει θαύματα. Αλήθεια, τι ωφελείται εκείνος που κάνει θαύματα τώρα, αλλά θα χάσει τη βασιλεία των ουρανών; Πώς θα σωθεί ακόμα κι ένας θαυματουργός, αν δεν έχει έργα, που θα τον δικαιώσουν; Να γιατί ο Χριστός προειδοποίησε ρητά: «Πολλοί ἐροῦσί μοι ἐν ἐκείνῃ τῃ ἡμέρᾳ  ‘‘ Κύριε, Κύριε, οὑ τῷ σῷ ὀνόματι προεφητεύσαμεν, και τῷ σῷ ὀνόματι δυνάμεις πολλάς ἐποιήσαμεν;’’ Και τότε ὀμολογήσω ἀυτοῖς ὅτι ‘‘οὐδέποτε ἔγνων ὑμᾶς × ἀποχωρεῖτε ἀπ’ ἐμοῦ οἱ ἐργαζόμενοι την άνομίαν’’». Βλέπουμε λοιπόν, πως κι εκείνοι που έχουν χαρίσματα θαυματουργίας, προφητείας κ.ά., δε μπορούν να ωφελήσουν τον εαυτό τους χωρίς έργα.
Όποιος πιστεύει πραγματικά στο Θεό και στην πρόνοιά Του, αυτός σκορπίζει στους φτωχούς τα χρήματά του, ελπίζοντας ότι θα πάρει «μισθόν ἐκαντοταπλασίονα» και θα κληρονομήσει την αιώνια ζωή. Αυτό έκαναν οι πρώτοι χριστιανοί, όπως διαβάζουμε στις Πράξεις: «Πάντες οἱ πιστεύοντες ἦσαν ἐπί το αὐτό και εἴχον ἅπαντα κοινά, καί τά κτήματα και τάς ὑπάρξεις ἐπίπρασκον και διεμέριζον αὐτά πᾶσι καθότι ἄν τις χρείαν εἶχε».
Όποιος πιστεύει, αγωνίζεται ναταπεινωθείμετανοεί για τις αμαρτίες του, είναι πράος και ειρηνικός, μισεί την αδικία και αγαπάει τη δικαιοσύνη, γιατί θυμάται το ψαλμικό: «Ὁ ἀγαπῶν την ἀδικίαν μισεῖ την ἑαυτοῦ ψυχήν».
Όποιος πιστεύει, υπομένει αγόγγυστα κάθε πειρασμό, για να στεφανωθεί με το στεφάνι της άφθαρτης δόξας. Φυλάει τη σωφροσύνη και δε μολύνει τον εαυτό του με πορνείες και άλλες ακαθαρσίες, γνωρίζοντας πως όποιοι μολύνουν τα σώματά τους δεν θα σωθούν: «πόρνους γάρ και μοιχούς κρινεῖ ὁ Θεός».
Αυτός που πιστεύει αληθινά, δεν είναι οκνηρός και αμελής στην προσευχή, δεν κατακρίνει κανένα και δεν ακολουθεί «την εὐρύχωρον ὁδόν» , αλλά «την στενήν και τεθλιμμένην». Δεν αγαπάει τον κόσμο ούτε γονείς, ούτε αδέρφια, γυναίκα και παιδιά περισσότερο από τον Κύριο. Δεν ξεφαντώνει με μεθύσια και αμαρτωλά τραπέζια, όπου ακούγονται τραγούδια και λόγια άσεμνα, αλλά θυμάται το θάνατο και τη φοβερή ημέρα της Κρίσεως. Γι’ αυτό προσεύχεται και νηστεύει και εγκρατεύεται καιετοιμάζεται όπως πρέπει, για να δώσει «καλήν ἀπολογίαν» στον ουράνιο Κριτή.
Όσοι πιστεύουν, αγαπούν τον Κύριο και μισούν τα πονηρά έργα. Δεν μνησικακούν εναντίον του αδελφού τους και δεν αποδίδουν κακό στο κακό. Κάνουν καλό σ’ αυτούς που τους κακομεταχειρίζονται, ευλογούν αυτούς που τους καταριώνται και υπομένουν καρτερικά αυτούς που τους κατατρέχουν. Όταν τους βρίζουν, χαίρονται. Έχουν αγάπη καθαρή, ανόθευτη και αληθινή, όπως ο Απόστολος Παύλος, που έφτασε στο σημείο να λέει: «Ἀλήθειαν λέγω ἐν Χριστῷ, οὐ ψεύδομαι, συμμαρτυρούσης μοι τῆς συνειδήσεώς μου ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ, ὅτι λύπη μοί ἐστί μεγάλη καί ἀδιάλειπτος ὀδύνη ἐν τῇ καρδία μου. Ηὐχόμην γάρ αὐτός ἐγώ ἀνάθεμα εἶναι ἀπό τοῦ Χριστοῦ ὑπέρ τῶν ἀδελφῶν μου». Τέτοια αγάπη είχε και ο προφήτης Μωϋσής, που όταν οι Ισραηλίτες αρνήθηκαν το Θεό και προσκύνησαν ένα είδωλο –ένα χρσό μοσχάρι-τους είπε: «Ὑμεῖς ἡμαρτήκατε ἁμαρτίαν μεγάλην × καί νῦν ἀναβήσομαι προς τον Θεόν, ἵνα ἐξιλάσωμαι περί τῆς ἁμαρτίας ὑμῶν». Και ανέβηκε στο όρος Σινά και είπε στο Θεό: «Δέομαι, Κύριε× ἡμάρτηκεν ὁ λαός οὗτος ἁμαρτίαν μεγάλην καί ἐποίησαν ἑαυτοῖς θεούς χρυσοῦς. Καί νῦν εἰ μέν άφεῖς αὐτοῖς την ἁμαρτίαν αὐτῶν, ἄφες × εἰ δέ μή, ἐξάλειψον κἀμέ ἐκ τῆς βίβλου σου, ἧς ἔγραψας». Τέτοια διάθεση είχε και ο προφήτης Δαβίδ, όταν έλεγε: «Μετά τῶν μισούντων τήν εἰρήνην ἤμην εἰρηνικός».
Όσοι πιστεύουν δεν ξέρουν τι είναι υποκρισία ή κολακεία ή προσωποληψία, γιατί σ’ όλες τους τις ενέργειες είναι ευθείς, τίμιοι και ειλικρινείς. Δεν υπερηφανεύονται και δεν υψηλοφρονούν για τους επαίνους και τις κολακείες, που τους κάνουν οι άλλοι. Αποστρέφονται τον κόσμο της αμαρτίας, ακολουθώντας την υπόδειξη του αποστόλου Παύλου: «Οὐδείς στρατευόμενος ἐμπλέκεται ταῖς τοῦ βίου πραγματείαις, ἵνα τῷ στρατολογήσαντι αρέσῃ. Ἐάν δέ καί ἀθλῇ τις, οὐ στεφανοῦται ἐάν μή νομίμως ἀθλήσῃ».
Όσοι πιστεύουν, δεν λένε ποτέ ψέματα, δεν είναι πλεονέκτες, δεν κοινωνούν ανεξομολόγητοι, δεν κατακρίνουν τους άλλους. Με δύο λόγια, βαδίζουν προσεκτικά και σταθερά στο δρόμο των εντολών του Χριστού και πιστεύουν σ’ Αυτόν όχι με τα λόγια, αλλ’ «ἐν έργῳ καί ἀληθείᾳ».
Βλέπετε τώρα πώς ζουν όσοι πιστεύουν; Λοιπόν πώς είναι δυνατόν να θεωρούμε κάποιον πιστό, όταν είναι φτωχός σε έργα;
Αν πιστεύουμε πραγματικά, ας πολεμήσουμε την αμαρτία και ας αφήσουμε κάθε κακό, που μέχρι τώρα κάναμε. Ας αγωνιστούμε με προθυμία, για να βρεθούμε έτοιμοι μπροστά στον Κύριο τη φοβερή ημέρα της Κρίσεως. Ας ξυπνήσουμε από τον ύπνο της αμέλειας. Ας επανορθώσουμε τα σφάλματά μας και ας διώξουμε τους πονηρούς λογισμούς. Ας προσπαθούμε να εκπληρώνουμε τις εντολές του Θεού, για να στεφανωθούμε απ’ Αυτόν και να κληρονομήσουμε τη βασιλεία των ουρανών.

Απόσπασμα από το Βιβλίο 
«Απόσταγμα πατερικής σοφίας»
της Ιεράς Μονής Παρακλήτου Ωρωπού Αττικής

Ὁ θάνατος τοῦ θανάτου Anthony Metropolitan of Sourozh



Ἡ ἰδέα τοῦ θανάτου καὶ τῆς αἰώνιας ζωῆς διαπερνᾶ σὰν ἕνα κατακόκκινο νῆμα ὁλόκληρη τὴ Γραφή, τόσο τὴν Παλαιὰ ὅσο καὶ τὴν Καινὴ Διαθήκη καὶ ὁ θάνατος μᾶς παρουσιάζεται σὰν κάτι τὸ παράλογο, τὸ ἄσκοπο, κάτι τὸ ὁποῖο δὲ θὰ ἔπρεπε νὰ ὑπάρχει. Ὁ Ἀπ. Παῦλος μᾶς λέει (1 Κόρ.15.26) ὅτι ὁ τελευταῖος ἐχθρὸς ὁ ὁποῖος θὰ καταργηθεῖ ἀπὸ τὸν Κύριο εἶναι ὁ θάνατος. Ὁμολογοῦμε ὅτι κατὰ τὴν ἔσχατη μέρα θὰ γίνει ἡ ἀνάσταση τῶν νεκρῶν καὶ ἀναμένουμε τὴ νίκη κατὰ τοῦ θανάτου. Καὶ πραγματικά, ὁ Χριστὸς δὲ μᾶς δίδαξε πὼς θὰ ἀγωνιζόμαστε γενναῖα ἐναντίον τοῦ θανάτου, οὔτε καὶ μᾶς δίδαξε ἁπλῶς πῶς νὰ τὸν ἀντιμετωπίζουμε ἄφοβα: μᾶς ἔδειξε τὴ νίκη κατὰ τοῦ θανάτου.

Ὁ θάνατος δὲν ἀρχίζει ἀπὸ τὴ στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποία ἡ ψυχὴ χωρίζεται ἀπὸ τὸ σῶμα- μπορεῖ κατὰ τὴ διάρκεια μιᾶς ζωῆς νὰ ὑπάρξει ἕνας ὁποιοσδήποτε ἀριθμὸς θανατηφόρων, φονικῶν στιγμῶν εἶναι πάρα πολλὲς ζωὲς ποὺ βρῆκαν τὸ τέλος τους ἐνῶ τὸ πρόσωπο ἐξακολούθησε τὴ ζωὴ πάνω στὴ γῆ: φτάνει κάποιος νὰ συνειδητοποιήσει ἤ νὰ φανταστεῖ ὅτι ἡ ζωὴ του εἶναι ἄσκοπη, ὅτι κανεὶς δὲν τὸν χρειάζεται, φτάνει νὰ αἰσθανθεῖ ὅτι ὅλοι τὸν ἔχουν ἀποστραφεῖ, παραμελήσει, γιὰ νὰ βρεθεῖ στὴ χώρα τοῦ θανάτου. Ὁ θάνατος στὴν πιὸ τρομακτικὴ καὶ ἀληθινὰ τελειωτικὴ μορφή του δὲν εἶναι ἡ σωματικὴ νέκρωσή μας ἀλλὰ ὁ χωρισμὸς ἀνάμεσα στὶς ἀποξενωμένες καρδιές: «εἶσαι ἀνεπιθύμητος, ἄχρηστος - εἶναι σὰν νὰ μὴν ὑπάρχεις πιά». Αὐτὴ εἶναι ἴσως ἡ πιὸ τρομακτικὴ ἁμαρτία τὴν ὁποία ἕνας ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ διαπράξει ἔναντι κάποιου ἄλλου, νὰ τὸν κάνει νὰ αἰσθανθεῖ μὲ λόγια ἤ ἐνέργειες ὅτι εἶναι περιττὸς καὶ ἀνεπιθύμητος, ὅτι ἁπλῶς ὑπάρχει καὶ θὰ ἔκανε τὸ ἴδιο ἂν δὲν ἦταν ἐκεῖ.

Θυμηθεῖτε τὰ φοβερὰ λόγια τὰ ὁποία ὁ ἄσωτος γιὸς λέει στὸν πατέρα του στὴν ἀρχὴ τῆς παραβολῆς τοῦ Χριστοῦ: «Δῶσε μου τώρα τὸ μερίδιο τῆς κληρονομιᾶς τὸ ὁποῖο θὰ μοῦ ἀναλογεῖ ὅταν θὰ ἔχεις πεθάνει» (Λκ. 15.12). Αὐτὸ σημαίνει: «Δὲ μὲ ἐνδιαφέρει τὸ ἂν ζεῖς ἤ ἂν ἔχεις πεθάνει καὶ δὲ σὲ χρειάζομαι. Αὐτὸ ποὺ θέλω εἶναι ἐκεῖνο ποὺ θὰ μοῦ δοθεῖ ὅταν πιὰ δὲ θὰ ζεῖς. Φύγε ἀπὸ τὸ δρόμο μου, εἶσαι ἀνεπιθύμητος, στέκεσαι ἀνάμεσα σ' ἐμένα καὶ τὴν ἐλευθερία μου, τὴν ἱκανοποίηση τῶν ἐπιθυμιῶν μου. Ἂς συμφωνήσουμε ὅτι δὲν ὑπάρχεις πιά, ὅτι ἔχεις θαφτεῖ ζωντανός». Τί φοβερὰ λόγια! Τὰ λόγια ὅμως αὐτὰ τὰ ἐπαναλαμβάνουμε ἤ τὰ μεταδίδουμε στοὺς γύρω μας ἔστω καὶ χωρὶς νὰ τὰ προφέρουμε ὅταν τοὺς προσπερνοῦμε σὰν νὰ μὴν ὑπάρχουν, ἤ ἀκόμα χειρότερα σὰν νὰ μὴν ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ζοῦν πάνω στὴ γῆ, σὰν νὰ ἀποτελοῦν ἐμπόδιο στὸ δρόμο μας.

Αὐτὴ εἶναι ἴσως ἡ πιὸ τρομακτικὴ ἄποψη στὸ καταστροφικὸ καὶ ἐναγώνιο μυστήριο τοῦ θανάτου, καὶ αὐτὸ εἶναι κάτι τὸ ὁποῖο ὑπῆρχε πρὶν ἀπὸ τὸν ἐρχομὸ τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὴ εἶναι ἡ κόλαση στὴν ὁποία κατέβηκε μετὰ τὸ Σταυρικό Του θάνατο. Ἡ κόλαση ἐκείνη δὲν ἦταν αὐτὴ γιὰ τὴν ὁποία μιλᾶμε σὰν γιὰ τόπο βασανισμοῦ, ὅσο φοβερὸς κι ἂν μπορεῖ νὰ εἶναι αὐτός, ἦταν κάτι πολὺ πιὸ τρομακτικό: ἦταν ὁ τόπος ὅπου δὲν ἦταν ὁ Θεός, τόπος ἀπόλυτου, τέλειου, ἀνέλπιδου χωρισμοῦ ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ τόπος ἀποξένωσης τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν ἄλλο ἄνθρωπο. Αὐτὴ ἦταν ἡ κόλαση στὴν ὁποία περιφρονημένος ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους στὴ γῆ καὶ ἀφοῦ εἶχε ξαφνικὰ αἰσθανθεῖ πάνω στὸ σταυρὸ τὸν Ἑαυτὸ Του ἐγκαταλελειμμένο ἀπὸ τὸ Θεὸ (Ματθ. 27.46), ἡ κόλαση τοῦ ἀπόλυτου χωρισμοῦ. Ὅταν λέμε ὅτι ὁ Χριστὸς μὲ τὸ θάνατό Του πάτησε τὸ θάνατο, ὅτι ὁ Ἅδης ἔχει κατατροπωθεῖ καὶ κενωθεῖ ἐννοοῦμε ὅτι ὁ θάνατος ἐκεῖνος καὶ ἡ κόλαση ἐκείνη δὲν ὑπάρχουν πιά. Δὲν ὑπάρχει πιὰ χωρισμὸς ἀπὸ τὸ Θεό: ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς ἔχει κατεβεῖ στὸν Ἅδη καὶ δὲν ὑπάρχει πιὰ μέρος στὸ ὁποῖο ὁ Θεὸς δὲν εἶναι παρὼν μαζὶ μὲ τὰ πλάσματά Του.

Ὁ Χριστὸς ἔχει κατεβεῖ καὶ στὴν κόλαση τῶν σκληρῶν ἐπίγειων ἀνθρώπινων σχέσεων, τὸ πεδίο τῆς ἀμοιβαίας ἀποξένωσης καὶ ἀποστροφῆς, τῆς ἀλληλοκαταστροφῆς καὶ τοῦ μίσους. Ὅταν λοιπὸν κατεβαίνουμε σὲ μιὰ τέτοια κόλαση ἤ ὅταν σερνόμαστε μέσα της ἀπὸ ἕνα φρικιαστικὸ ἀνθρώπινο πεπρωμένο δὲν εἴμαστε μόνοι: ὁ Κύριος εἶναι ἐκεῖ ἔχοντας ἑκούσια εἰσέλθει καὶ καλεῖ ἐμᾶς τοὺς Χριστιανοὺς νὰ εἰσέλθουμε στὰ βάθη αὐτὰ τοῦ Ἅδη θεληματικά, σὰν ἄνθρωποι ζωντανοί, ἀνίκητοι καὶ ἀκαταμάχητοι - ὄχι σὰν νεκροὶ ἀλλὰ σὰν ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ζοῦν μὲ ὅλο τὸ βάθος καὶ τὴ δύναμη τῆς αἰώνιας ζωῆς.

Ὁ Χριστός, σύμφωνα μὲ τὴ μαρτυρία τοῦ Εὐαγγελιστῆ Ἰωάννη ( Ἰω. 17.3), λέει ὅτι ἡ αἰώνια ζωὴ εἶναι ἡ γνώση τοῦ Οὐράνιου Πατέρα ὡς τοῦ μόνου ζωντανοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ Χριστοῦ ὡς γιοῦ Του καὶ ὡς Σωτήρα. Αὐτὴ εἶναι ἡ κληρονομιά μας, αὐτὸς εἶναι ὁ θησαυρός μας· μποροῦμε νὰ εἰσέλθουμε στὰ βάθη τῆς κόλασης, νὰ βυθιστοῦμε στὸ ὁποιοδήποτε σκοτάδι τῆς γῆς ἤ τοῦ Ἅδη χωρὶς φόβο διότι ὁ Θεὸς ὄχι μόνο βρίσκεται κοντά μας ἀλλὰ καὶ ἔχει κατεβεῖ ἐκεῖ πρὶν ἀπὸ μᾶς· ὁ Θεὸς δὲν εἶναι μόνο κοντά μας ἀλλὰ μέσω τοῦ βαπτίσματος, τῆς δωρεᾶς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τῆς Θείας Κοινωνίας εἶναι μέσα μας κι ἐμεῖς μέσα σ' Ἐκεῖνον κι εἴμαστε φόβος καὶ τρόμος γιὰ κεῖνες τὶς περιοχές.

Ὁ παροδικὸς θάνατος, ὅπως συχνὰ τὸ λένε οἱ προσευχὲς καὶ τὰ συγγράμματα τῆς ἐκκλησίας εἶναι ἕνας ὕπνος, ἕνας προσωρινὸς χωρισμὸς ὁ τελειωτικὸς ὅμως ἐκεῖνος χωρισμὸς ὁ ὁποῖος ἀποτελοῦσε τὸν τρόμο τοῦ ἀρχαίου κόσμου δὲν ὑπάρχει πιά, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸν φοβούμαστε. Ὁ θάνατος δὲν ὑπάρχει, ἔχει ὑπερνικηθεῖ ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ὅσο γιὰ τὸ θάνατο γιὰ τὸν ὁποῖο μίλησα προηγουμένως, τὴ ζωντανὴ νέκρωση τοῦ προσώπου ποὺ εἶναι ἀνεπιθύμητο, ἄχρηστο, ἀποδιωγμένο καὶ ξεχασμένο, αὐτὴ δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχει καὶ στὸ χέρι μας εἶναι νὰ κάνουμε ὥστε νὰ μὴν ὑπάρχει στὸν κόσμο γύρω μας. Ἂς προσπαθήσουμε λοιπὸν νὰ δείχνουμε τὴν ἴδια προσοχή, τὴν ἴδια διαίσθηση καὶ εὐαισθησία ποὺ θὰ ἔδειχνε ὁ Χριστὸς καὶ σὲ ὁποιονδήποτε πεθαίνει ὄχι μόνο μὲ τὸ σωματικὸ ἀλλὰ καὶ μὲ αὐτὸ τὸν πνευματικὸ θάνατο ἂς δώσουμε τὴ μαρτυρία ὅτι θάνατος δὲν ὑπάρχει, ὅτι ἔχει ἔλθει ἡ Βασιλεία, ὅτι ἡ ἀγάπη καθυπόταξε τὸ θάνατο μὲ τὸν ἀγώνα της πάνω στὸ Σταυρὸ καὶ μὲ τὴ νίκη της μέσα στὶς καρδιές μας.

Καὶ τὶ θὰ βγεῖ; -Ἅγιος Βαρσανούφιος




Κάποτε, ἕνας ἄρχοντας τῆς τσαρικῆς αὐλῆς, πῆγε νά συμβουλευτεῖ ἕναν περίφημο τότε γιά τήν ἀρετή του, ἱερέα τῆς Πετρούπολης.


-Πάτερ, πές μου, τί νά κάμω; Ἔχω πολλούς ἐχθρούς. Μέ μισοῦν «ματαίως»· χωρίς κανένα λόγο. Μέ συκοφαντοῦν στόν Τσάρο. Κινδυνεύω νά χάσω τήν δουλειά μου. Ἂν ὁ Τσάρος πεισθῆ καί μέ ἀπολύσει, ποῦ θά σταθῶ; Πῶς θά ζήσω; Σᾶς παρακαλῶ, συμβουλέψετέ με. Τί νά κάμω;


-Νά προσεύχεσαι. Γιά ὅλους. Καί περισσότερο γιά αὐτούς πού ξεσηκώθηκαν ἐναντίον σου. Καί στό σπίτι. Ἀλλά καί στήν Ἐκκλησία, στήν θεία λειτουργία. Ἔχει μεγάλη σημασία αὐτό.


-Καί τί θά βγεῖ μέ αὐτό, πάτερ; εἶπε πικραμένος.


-Θά τό ἰδεῖς. Τά «ψίχουλα», οἱ μαργαρίτες -οἱ μερίδες πού βγάζει ὁ ἱερέας στήν προσκομιδή, ὅταν διαβάζει ὀνόματα- συμβολίζουν τίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων· ζώντων καί κεκοιμημένων. Καί κάποια στιγμή, αὐτές τίς μερίδες ὁ παπᾶς τίς ρίχνει μέσα στό ἅγιο ποτήριο, μέ τά λόγια: «Ἀπόπλυνε, Κύριε, τά ἁμαρτήματα τῶν ἐνθάδε μνημονευθέντων δούλων σου, τῷ Αἵματί Σου τῷ Ἁγίῳ». Δηλαδή παρακαλεῖ τόν Χριστό νά ξεπλύνει μέ τό Αἷμα Του τίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων πού μνημόνευσε.


Καί πρόσθεσε:


- Γι᾿ αὐτό, ἄν θέλεις, ἄκουσέ με. Γράψε τά ὀνόματα ἐκείνων πού σέ ἐπιβουλεύονται σέ ἕνα χαρτί καί δῶσε τα στόν ἱερέα, νά τά μνημονεύει στή λειτουργία· καί θά τό ἰδεῖς!

* * *


Ἀπό τότε πέρασαν μιά, δυό, τρεῖς ἑβδομάδες. Μετά ἀπό ἕνα μήνα, νάτος, πάλι στόν παπᾶ. Καί πέφτοντας μπροστά στά πόδια του, ἐξομολογήθηκε:


- Θαῦμα, πάτερ! Θαῦμα! Θαῦμα! Δέν θά τό πιστέψετε! Ἔκανα αὐτό πού μοῦ εἴπατε. Καί, νά! Αὐτοί πού μέχρι τώρα μέ μισοῦσαν, καί ἤθελαν τό κακό μου, τώρα μοῦ συμπεριφέρονται μέ τέτοιο σεβασμό, μοῦ δείχνουν τέτοια ἀγάπη πού δέν ξέρω, πῶς νά τό ἐξηγήσω. Τό στόμα τους, πού πρῶτα ἦταν ὅλο χολή, τώρα στάζει μέλι. Ὅπου καί νά σταθοῦν, μόνο καλές κουβέντες λένε γιά μένα!

* * *

Καί ὁ σεβάσμιος γέροντας συμπέρανε:


-Εἶδες, λοιπόν! Σοῦ τό ἔλεγα. Ἄφησε τό θέμα σου στό Θεό καί θά τό ἰδεῖς. Τώρα τό βλέπεις, ὁλοκάθαρα, πόσο ὁ Θεός φροντίζει γιά μᾶς.


Πάντοτε λοιπόν, καί σύ «ἐν ψαλτηρίῳ» νά τό ἀνοίγεις τό κάθε σου πρόβλημα. Νά προσεύχεσαι. Ἰδιαίτερα γιά «τούς ἐχθραίνοντάς σοι ματαίως» (Ψαλμ. 3,8)· δηλαδή γιά ἐκείνους πού, χωρίς κανένα λόγο, σέ ἐπιβουλεύονται. Καί ὁ Θεός, θα τούς κάνει φίλους σου.

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...