Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 07, 2012

Γενέσιον της Υπεραγίας Θεοτόκου


Κατά την σημερινή ημέρα ευεργετείται όλη η κτίση από την γέννηση της πανάμωμης Παναγίας. «Το καινότατον αυτό δημιούργημα» ήταν η μοναδική που θα μπορούσε να κατεβάσει τον ουρανό στην γη, να κάνει τον Θεό άνθρωπο. Ο δημιουργός Θεός Λόγος έπλασε τέτοια την ανθρώπινη φύση, ώστε όταν θα χρειαζόταν να γεννηθεί, να λάβει από αυτήν την μητέρα Του. Ο αόρατος και αθέατος Θεός έρχεται δι' Αυτής επί γης και γίνεται ορατός, ενώνεται και κοινωνεί με την κτίση με έναν ουσιαστικότερο και πιο ενοειδή τρόπο. Ενώνει δια της ανθρωπίνης φύσεώς του όλη την κτίση στην υπόστασή του και την θεώνει. Ο ανείδεος και απερίγραπτος Θεός λαμβάνει «δούλου μορφήν» (Φιλιπ. 2,7), ανθρώπινη σάρκα και λογική ψυχή, συναναστρέφεται με τους ανθρώπους και περπατά πάνω στην γη. Ο «αχώρητος παντί» θα χωρέσει στην παρθενική μήτρα της Θεοτόκου, ώστε η Παναγία μητέρα του να καταστεί η «χώρα του Αχωρήτου».Έτσι λύνεται η στειρότητα της Αννας και γεννάται «το κειμήλιον της Οικουμένης», κατά την έκφραση του Κυρίλλου Αλεξανδρείας. Παρόμοιο θαύμα έκανε ο Θεός πολλές φορές στην Παλαιά Διαθήκη στην Σάρρα την σύζυγο του πατριάρχου Αβραάμ, στην Ρεβέκκα την σύζυγο του Ισαάκ, στην Αννα την μητέρα του προφήτου Σαμουήλ, στην Ελισάβετ την μητέρα του προφήτου Προδρόμου. Ομως διαφέρει κατά πολύ το σημερινό θαύμα. Μπορεί τα τέκνα των παραπάνω μητέρων, των οποίων η μακροχρόνια στειρότητα λύθηκε θαυματουργικά, να ήταν ενάρετα και άγια, αλλά μόνον η Μαρία -το τέκνο της Αννας και του Ιωακείμ- ήταν «η κεχαριτωμένη» και κατέστη -το ακατάληπτο για τους ανθρώπους και τους αγγέλους- η μητέρα του Θεού.
Η Παναγία δεν γεννήθηκε από άσπιλη υπερφυσική σύλληψη, όπως λανθασμένα πιστεύουν οι Ρωμαιοκαθολικοί, αλλά μετά από την φυσική συνάφεια του Ιωακείμ και της Άννας. Λύθηκε δε η φυσική στειρότητα της Άννας χάρη στην άμεση παρέμβαση του Θεού ως απάντηση στις προσευχές των δικαίων Θεοπατόρων. Οι γέροντες Ιωακείμ και Άννα συνήλθαν χωρίς καμμία σαρκική έλξη, ηδονή, αλλά μόνο από υπακοή στον Θεό. Επεσφράγισαν και με αυτήν την πράξη τους την σωφροσύνη τους. Κατά αυτόν τον τρόπο η Παρθένος συνελήφθη «σωφρόνως εν τη νηδύι της Άννας εξ Ιωακείμ». Το ότι συνελήφθη σωφρόνως σημαίνει ότι ο τρόπος της συλλήψεως ήταν αγνός. Για να ήταν όμως η Παρθένος απαλλαγμένη από το προπατορικό αμάρτημα, δηλαδή να είχε άσπιλη σύλληψη, έπρεπε να είχε γεννηθεί παρθενικώς όπως και ο Χριστός.
Για να αποκτήσουν όμως τέτοιο τέκνο οι δίκαιοι Θεοπάτορες έδειξαν πίστη αδίστακτη, υπομονή αλύγιστη, έτρεφαν την ελπίδα που δεν καταισχύνει, είχαν μεγάλη καρτερία στις προσευχές τους, ότι ο Θεός θα εκπληρώσει το αίτημά τους. Και δεν υπόμειναν την ατεκνία τους για λίγο μόνο διάστημα. Η παράδοση λέγει ότι μετά από πενήντα χρόνια στειρότητας απέκτησε η Αννα την Θεοτόκο. Αυτή η στάση των Θεοπατόρων πρέπει να παραδειγματίζει, όλους μας. Οχι μόνον όσους λαϊκούς  δεν μπορούν να αποκτήσουν παιδιά, οι οποίοι δεν πρέπει να χάνουν την ελπίδα τους στον Θεό για τον οποίο «τα αδύνατα τοις ανθρώποις, δυνατά παρά Αυτώ εστιν» (βλ. Λουκ. 18,27), αλλά και τους μοναχούς και όλους τους πιστούς που αγωνίζονται τον «καλόν αγώνα».
Για να βιωθούν τα πνευματικά «χρεία μεγάλης υπομονής». Ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος έζησε την συστολή, την στέρηση της θείας Χάριτος, τις θλίψεις του νοητού πολέμου για τριάντα χρόνια. Ελαβε μόνιμα την θεία Χάρη μετά από αυτό το μακρό χρονικό διάστημα αιματηρού αγώνα και υπομονής. Αυτό το αναφέρουμε ιδιαίτερα για εμάς τους μοναχούς, που κληθήκαμε για να λάβουμε το πλήρωμα της Χάριτος. Χρειάζεται υπομονή στις θλίψεις, πίστη στις επαγγελίες του Θεού, τέλεια υπακοή στο θέλημα του Θεού και ελπίδα, ώστε να μην «εκκακούμε εν ταις προσευχαίς» (βλ. Λουκ. 18,1). Ο Θεός γνωρίζει πότε μας συμφέρει να μας δώσει την ανέκφραστη, την ακατάληπτη και ανεκτίμητη θεοποιό δωρεά του, την θεία Χάριν ως ενδημούσα κατάσταση. «Τα πνευματικά αφ' εαυτών έρχονται», τονίζει ο αββάς Ησαΐας, δεν τα ρυθμίζουμε όπως και όποτε θέλουμε εμείς.

ΣΤΗΝ ΣΩΤΗΡΙΑ ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ. (ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΟΜΙΛΙΑΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΑΛΑΜΑ)


Κάθε καιρός είναι κατάλληλος γαι τη κατάθεση θεμελίων σωτηρίας διαγωγής, για αρχή. Και μάλιστα όλος ο χρόνος μετά την επιφάνεια του Κυρίου και Θεού και Σωτήρα μας Ιησού Χριστού. Όπως υπάρχει καιρός για σπορά και καιρός για θερισμό, καιρός για φύτευμα και καιρός για συγκομιδή, έτσι υπάρχει και καιρός για αγαθοεργία.
Εάν χρειάζεται να χαρακτηρίσωμε κάποιο καιρό καταλληλότερο από τους άλλους, αυτός είναι το φθινόπωρο και περισσότερο αυτός ο μήνας, που είναι ο πρώτος μήνας και η αρχή του εκκλησιαστικού έτους, γιατί κατ' αυτόν έγινε αρχή της σωτηρίας μας την οποία και εορτάζουμε σήμερα.
Σε αυτή τη γιορτή που τελούμε σήμερα είναι η πρώτη της αναπλάσεώς μας, αφού είναι η μέρα κατά την οποία άρχισαν τα πάντα να γίνονται νέα και να εισάγονται αντί των προσκαίρων θεσμών οι μόνιμοι, αντί του γράμματος το πνεύμα και αντί των σκιών η αλήθεια.
Σήμερα αναφάνηκε νέος κόσμος και παράξενος παράδεισος με νέο Αδάμ που αναπλάσσει τον παλαιό Αδάμ και ανακαινίζει όλο το κόσμο, ο οποίος δεν απατάται από τον απατεώνα αλλά τον απατά και χαρίζει την ελευθερία σε αυτούς που με απάτη υποδουλώθηκαν στην αμαρτία.
Σήμερα ετοιμάσθηκε στη γη παράδοξος βίβλος που μπορεί να φέρει όχι γράμματα λόγων, αλλά τον ίδιο τον ζωντανό Λόγο.
Σήμερα η προφητευμένη ράβδος βλάστησε από τη ρίζα του Ιεσσαί, από την οποία <<βγήκε άνθος>> (Ησ.11,1) που δεν δέχεται μαρασμό, αλλά και ανακαλεί τη φύση μας που μαράθηκε. Είναι η ράβδος με τη οποία ο μέγας ποιμένας μετέφερε το λογικό ποίμνιο προς τις αιώνιες βοσκές. Η ράβδος στην οποία στηριγμένη η φύση μας απέθεσε τη παλαιότητα και την γεροντική αδράνεια και βαδίζει εύκολα προς τον ουρανό, αφήνοντας τη γη κάτω σε αυτούς που φέρονται προς τα κάτω, γιατί δεν έχουν στήριγμα.
Η ράβδος αυτή είναι η πριν από τον τοκετό και μετά τον τοκετό αειπάρθενη κόρη, της οποίας τη γέννηση από στείρα γυναίκα εορτάζουμε σήμερα. Διότι ο Ιωακείμ και η Άννα, συζώντας ο ένας με τον άλλο και παραμένοντας άμεμπτοι ενώπιον του Θεού, φαίνονταν στους Ισραηλίτες αξιόμεμπτοι κατά το νόμο, αφού έμεναν άτεκνοι και τότε ήταν μεγάλο κακό η ατεκνία. Αυτό τους έκανε περίλυπους και απεφάσισαν να καταφύγουν στις παρακλήσεις προς το Θεό.
Και ο μεν σώφρων Ιωακείμ αναχωρεί στη έρημο και με νηστεία προσευχόταν να γίνει πατέρας, αποφασισμένος να μη γυρίσει ποτέ αν δεν λάμβανε βεβαίωση για την αποδοχή του αιτήματός του. Η δε ομόφρων με αυτόν Άννα κλείσθηκε σε γειτονικό κήπο και με πονεμένη καρδιά βοούσε στο Κύριο: <<εισάκουσέ με Θεέ των πατέρων μας, και ευλόγησέ με, όπως ευλόγησες τη μήτρα της Σάρρας>>.
Ο Κύριος τους άκουσε και τους ευλόγησε και τους έδωσε κόρη, την θαυμασιωτάτη από όλες που φάνηκαν ανέκαθεν, αυτή τη γεννήτρια του κτίστη των όλων, που θέωσε το ανθρώπινο γένος και ουράνωσε τη γη, που έκανε τον μεν Θεό υιό ανθρώπου τους δε ανθρώπους υιούς του Θεού.
Αλλά για ποιό λόγο προήλθε αυτή από στείρες λαγόνες; Για να διαλύσει τη λύπη και αφαιρέσει τη ντροπή των γονιών της και για να προεικονίσει τη διάλυση της λύπης και της κατάρας των προπατόρων του γένους που επρόκειτο να πραγματοποιηθεί δι' αυτής. Για ποιό δε λόγο προτιμήθηκαν οι άτεκνοι από τους πολύτεκνους; Γιατί δεν βρέθηκαν τότε ανάμεσα στους απογόνους του Δαβίδ ανώτεροι από εκείνους στην αρετή και στην ευγένεια του ήθους και της γενεάς. Και έτσι να κυοφορηθεί από πολυαρέτους η πανάρετη κόρη και η πάναγνη από εξαιρετικά σώφρονες γονείς, συνελθούσα με τη προσευχή και την άσκηση.
Τι πτερά ήσαν αυτά εκείνης της αρετής; Τι παρρησία που βρήκε στο Κύριο! Πόσο άσπιλες ήσαν εκείνες οι καρδιές, ώστε να αναπέμψουν τέτοια προσευχή που τόσο πολύ προχώρησε και τόσα κατώρθωσε! Έπρεπε δε και να προετοιμασθεί το μέγα θαύμα και η φύση βαθμιαίως να υποταχθεί στη χάρη.
Η σωφροσύνη και η νηστεία και η προσευχή, αφού συναντήθηκαν με τη κατάνυξη, ανέδειξαν τον Ιωακείμ και την Άννα γεννήτορες θείου σκεύους, μάλιστα τόσο εκλεκτού σκεύους, ώστε όχι μόνο να βαστάσουν το θείο όνομα, αλλά και αυτό τον ίδιο, του οποίου <<το όνομα είναι θαυμαστό>>.


(Απόσπασμα από: ΠΑΤΕΡ. ΕΚΔΟΣΕΙΣ "ΓΡΗΓ.ΠΑΛΑΜΑΣ"Τ.10)

Η ΣΤΕΙΡΑ ΜΗΤΗΡ ΔΕΙΚΝΥΤΑΙ π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός



Μία από τις πιο ξεχωριστές γιορτές του λειτουργικού χρόνου είναι το Γενέθλιον της Υπεραγίας Θεοτόκου. Δεν είναι μόνο η υπέρβαση των φυσικών νόμων που επισυμβαίνει στο πρόσωπο των γονέων της Παναγίας, του Ιωακείμ και της Άννας. Δεν είναι μόνο η χαρά που λαμβάνουμε οι άνθρωποι όταν βλέπουμε να έρχεται στον κόσμο ένα παιδί. Είναι, κυρίως, το γεγονός ότι ανοίγει ο δρόμος για να νικηθεί η πνευματική στειρότητα, η ακαρπία στη ζωή του κόσμου, χάρις στην παρουσία της Υπεραγίας Θεοτόκου.
Βρισκόμαστε στην περίοδο της Παλαιάς Διαθήκης. Η ατεκνία είναι όνειδος για τους Ισραηλίτες. Πολλώ μάλλον για εκείνους που ανήκαν στη γενιά του Δαβίδ, όπως ο Ιωακείμ και η Άννα. Η στειρότητα στερεί από το ζευγάρι την ελπίδα και το προνόμιο να ανήκουν στους προπάτορες του αναμενόμενου Μεσσία. Οι άνθρωποι αποδίδουν την ατεκνία στην οργή του Θεού επάνω στο στείρο ζευγάρι. Και έρχεται το θαύμα της τεκνογονίας. Μόνο που εδώ δε γεννιέται απλώς ένα κορίτσι. Γεννιέται εκείνη που θα κυοφορήσει τον ίδιο το Θεό. Και λύεται η στειρότητα όχι μόνο της φύσης. Λύεται η ακαρπία όλων των ανθρώπων, οι οποίοι αδυνατούν να συναντήσουν το Θεό, αδυνατούν να λυτρωθούν από το κακό και την αμαρτία, αδυνατούν να ζήσουν αιώνια.Γιατί η πνευματική στειρότητα τελικά είναι η πλέον δύσκολη κατάσταση. Κι αυτή δεν την αντιλαμβανόμαστε οι άνθρωποι. Δε νιώθουμε στείροι επειδή αδιαφορούμε για τη συνάντησή μας με το Θεό, ενώ Εκείνος διαρκώς επιθυμεί και προσφέρει τον εαυτό Του. Επιλέγουμε ο καθένας μας την συνάντηση με τις μέριμνές μας, με τα πρόσωπα που αγαπούμε, με τις ελπίδες και τα όνειρά μας και αρνούμαστε τη συνάντηση με εκείνο το Πρόσωπο που έγινε για μας άνθρωπος και ζητά να μας δοθεί για να γίνουμε κοινωνοί της δικής του φύσης, δηλαδή τεθεωμένοι. Αδυνατούμε να λυτρωθούμε από το κακό, γιατί δεν το βλέπουμε στην αληθινή του διάσταση. Ονομάζουμε κακό τον βιολογικό θάνατο. Την φτώχεια. Την αδικία. Την ανομία. Το να μην μπορούμε να ικανοποιήσουμε τις επιθυμίες μας και τις ανάγκες μας, χωρίς να έχουμε αποφασίσει ποιες από αυτές είναι πραγματικές και ποιες όχι. Δεν βλέπουμε ότι ο θάνατος της ύπαρξης που ζει μακριά από το Θεό, ο θάνατος που προκαλούν τα οψώνια της αμαρτίας, ο θάνατος που κρύβεται στην πνευματική φτώχεια, στην απουσία του αγώνα για αρετή, για μοίρασμα με τον άλλο των λίγων ή των πολλών, υλικών και πνευματικών αγαθών που διαθέτουμε, ο θάνατος που κρύβεται στον εγωκεντρισμό, στην απαξίωση των πάντων είναι το αληθινό κακό. Ο θάνατος του να θεωρούμε τους εαυτούς μας το μοναδικό κέντρο του κόσμου, του να αρνούμαστε ότι υπάρχει διάβολος, του να παραδίδουμε το νόημα της ζωής μας στα όσα ο υπό κατάρρευσιν πολιτισμός μας μάς έταξε δεν μας αφήνει να δούμε τι αληθινά μας συντρίβει. Αλλά και η αδυναμία μας να κατανοήσουμε ότι ζωή χωρίς ανάσταση δεν έχει νόημα, ότι ζωή που είναι προσανατολισμένη στο εδώ και τώρα, ζωή χωρίς υπομονή, χωρίς πίστη, χωρίς ασκητική ησυχία, ζωή χωρίς προσευχή δεν μπορεί να είναι ελπιδοφόρα, ακόμη κι αν είναι μαχητική, δημιουργική και δυναμική. Γιατί ό,τι μένει εδώ, ό,τι περνά στην ιστορία χωρίς να στοχεύει στην αθανασία είναι μάταιο και στείρο.
«Η στείρα μήτηρ δείκνυται» (στιχηρό του Εσπερινού της εορτής). Η Άννα γεννά την Παναγία. Φέρνει στον κόσμο ένα κορίτσι και ταυτόχρονα μας δείχνει τον τρόπο λύσης της πνευματικής στειρότητας. Με την δίψα για συνάντηση με το Θεό. Με τη δίψα για νίκη κατά του κακού, τόσο σε προσωπικό, όσο και σε συλλογικό επίπεδο, που έρχεται μέσα από την ζωή που δίνει η αγάπη στο Θεό και ο τρόπος της Εκκλησίας. Με την πορεία προς την ανάσταση και την αιώνια ζωή, που νικά τα δεσμά του παρόντος. Μητέρα η Άννα, καρπογονεί την Θεοτόκο. Καρπούς ζωής καλείται ο καθένας μας, στον κόσμο της απελπισίας και του υλικού προσανατολισμού, να γεννήσει. Και δεν είναι μόνος του. Η τροφός της Ζωής μάς βοηθά να δούμε τη δική μας ζωή με άλλο τρόπο. Να καταστεί η Ζωή, που είναι ο Χριστός, ζωή μας.
Αυτή είναι η πρόσκληση της γιορτής. Και η χαρά που κρύβει. Τη χρειαζόμαστε. Γι’ αυτό και το εκκλησιαστικό έτος ξεκινά μ’ αυτήν. Για να μας δείξει το δρόμο της μετάνοιας για την πορεία μας, να μας κάνει να αρχίσουμε μια νέα ζωή. Ας αφήσουμε την καρδιά μας να προσανατολιστεί προς εκεί. Και η ύπαρξή μας θα ανακουφιστεί από τα πάθη των ημερών και του κόσμου βρίσκοντας αυτόν το νέο δρόμο. Με τη βοήθεια της χαράς που θα γεννήσει την Χαρά των Πάντων. Τον Κύριό μας. 

Ἐξομολόγηση, ἐξομολόγος, ἐξομολογούμενος Γέρων Μωϋσῆς Ἁγιορείτης



 


Ἡ ἐξομολόγηση εἶναι θεοπαράδοτη ἐντολή καί ἀποτελεῖ ἕνα τῶν μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἡ ἐξομολόγηση δέν εἶναι μία τυπική, ἀπό συνήθεια «γιά τό καλό» καί λόγω τῶν ἐπικείμενων ἑορτῶν, βεβιασμένη καί πρόχειρη πράξη ἀπό ἕνα καί μόνο καθῆκον ἤ ὑποχρέωση καί πρός ψυχολογική ἐκτόνωση. Ἡ ἐξομολόγηση θά πρέπει νἄναι συνδυασμένη πάντοτε μέ τή μετάνοια. Μᾶς ἔλεγε Ἁγιορείτης Γέροντας: Πολλοί ἐξομολογοῦνται, λίγοι μετανοοῦν! (Αἰμιλιανός Σιμωνοπετρίτης).

Ἡ μετάνοια εἶναι μία ἐλεύθερη, καλλιεργημένη, ἐσωτερική διεργασία ἐπιμελημένη, συντριβῆς καί λύπης, γιά τήν ἀπομάκρυνση ἀπό τόν Θεό διά τῆς ἁμαρτίας. Ἡ μετάνοια ἡ ἀληθινή δέν συνδυάζεται μέ τήν ἀφόρητη θλίψη, τήν ὑπερβολική στενοχώρια καί τίς ἀδυσώπητες ἐνοχές. Τότε δέν εἶναι μᾶλλον εἰλικρινής μετάνοια, ἀλλά κρυφός ἐγωισμός, στραπατσάρισμα τοῦ «ἐγώ», θυμός μέ τόν ἑαυτό μας, πού ἐκδικεῖται γιατί ἐκτίθεται καί ντροπιάζεται καί δέν ἀνέχεται κάτι τέτοιο. Μετάνοια σημαίνει ἀλλαγή νοῦ, νοοτροπίας, μεταβολισμός, ἐγκεντρισμός χρηστοήθειας, μίσος τῆς ἁμαρτίας. Μετάνοια ἀκόμη σημαίνει ἀγάπη τῆς ἀρετῆς, καλοκαγαθία, ἐπιθυμία, προθυμία καί διάθεση σφοδρή ἐπανασυνδέσεως μέ τόν Χριστό διά τῆς Χάριτος τοῦ πανσθενουργοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἡ μετάνοια ξεκινᾶ ἀπό τά βάθη τῆς καρδιᾶς, ὁλοκληρώνεται ὅμως ἀπαραίτητα στό μυστήριο τῆς θείας καί ἱερᾶς ἐξομολογήσεως.

Ὁ ἐξομολογούμενος ἐξομολογεῖται εἰλικρινά καί ταπεινά ἐνώπιον τοῦ ἐξομολόγου, ὡς ἐν προσώπῳ τοῦ Χριστοῦ. Κανένας ἐπιστήμονας, ψυχολόγος, ψυχαναλυτής, ψυχίατρος, κοινωνιολόγος, φιλόσοφος, θεολόγος δέν μπορεῖ ν' ἀντικαταστήσει τόν ἐξομολόγο. Καμία εἰκόνα, ἔστω καί ἡ πιό θαυματουργή, δέν μπορεῖ νά δώσει αὐτό πού δίνει τό πετραχήλι τοῦ ἐξομολόγου, τήν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν. Ὁ ἐξομολόγος ἀναλαμβάνει τόν ἐξομολογούμενο, τόν υἱοθετεῖ καί τόν ἀναγεννᾶ πνευματικά, γι' αὐτό καί ὀνομάζεται πνευματικός πατέρας. Ἡ πνευματική πατρότητα κανονικά εἶναι ἰσόβια, ἱερή καί δυνατή, δυνατότερη καί συγγενικοῦ δεσμοῦ. Ὁ πνευματικός τοκετός εἶναι ὀδυνηρός. Ὁ ἐξομολόγος μέ φόβο Θεοῦ «ὡς λόγον ἀποδώσων», γνώση, ταπείνωση καί ἀγάπη παρακολουθεῖ τόν ἀγώνα τοῦ ἐξομολογούμενου καί τόν χειραγωγεῖ διακριτικά στήν ἀνοδική πορεία τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς.

Ὁ ἐξομολόγος ἱερεύς ἔχει εἰδική εὐλογία ἀπό τόν ἐπίσκοπο γιά τό ἐξομολογητικό του ἔργο. Κανονικά ὅμως τό χάρισμα τοῦ «δεσμεῖν καί λύειν» ἁμαρτίες τό λαμβάνει μέ τή χειροτονία του εἰς πρεσβύτερο. Καθίσταται διάδοχος τῶν ἁγίων ἀποστόλων. Ἔτσι σημασία κύρια καί μεγάλη ἔχει ἡ ἐγκυρότητα καί ἡ κανονικότητα τῆς ἀποστολικῆς διαδοχῆς διά τῶν ἐπισκόπων. Τό μυστήριο τῆς ἐξομολογήσεως ὅπως καί ὅλα τ' ἅγια μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας μας τελεσιουργοῦνται καί χαριτώνουν τούς πιστούς ὄχι κατά τήν ἀξία, ἱκανότητα, ἐπιστημοσύνη, λογιοσύνη, εὐφράδεια, δραστηριότητα καί τέχνη τοῦ ἱερέως, ἀκόμη καί τήν ἀρετή καί ἁγιότητά του, ἀλλά τή διά τῆς κανονικότητος τῆς ἱερωσύνης καί τοῦ Τελεταρχικοῦ Παναγίου Πνεύματος. Οἱ τυχόν ἁμαρτίες τοῦ ἱερέως δέν ἐμποδίζουν τή θεία Χάρη τῶν μυστηρίων. Ἀλλοίμονο ἄν ἀμφιβάλλουμε ἄν κατά τήν ἀναξιότητα τοῦ ἱερέως τό ψωμί καί τό κρασί ἔγινε σῶμα καί αἷμα Χριστοῦ κατά τή θεία Λειτουργία. Αὐτό βεβαίως δέν σημαίνει ὅτι ὁ ἱερεύς δέν θά πρέπει μόνιμα ν' ἀγωνίζεται γιά τήν καθαρότητά του. Ἔτσι δέν ὑπάρχουν καλοί καί κακοί ἐξομολόγοι. Ὅλοι οἱ ἐξομολόγοι τήν ἴδια ἄφεση δίνουν. Ἔχουμε ὅμως τό δικαίωμα ἐπιλογῆς τοῦ ἐξομολόγου. Μποροῦμε νά προστρέξουμε σέ αὐτόν πού ἀληθινά μᾶς ἀναπαύει. Δέν εἶναι σοβαρή ὅμως ἡ συνεχής ἀλλαγή ἐξομολόγου. Δέν φανερώνει κάτι τέτοιο πνευματική ὡριμότητα. Οὔτε ὅμως καί οἱ ἐξομολόγοι θά πρέπει νά στενοχωροῦνται παράφορα καί νά δημιουργοῦν μάλιστα καί προβλήματα ὅταν ἀναχωρήσει κάποιο πνευματικό τους τέκνο. Ἴσως τοῦτο σημαίνει πώς ἦταν νοσηρά συνδεδεμένοι μαζί του, συναισθηματικά, προσωποπαγῶς, δεμένοι μέ τό πρόσωπό του καί ὄχι μέ τόν Χριστό καί τήν Ἐκκλησία, καί θεωροῦν τήν ἀναχώρηση προσβολή, μείωση, ὅτι δέν ὑπάρχει καλύτερος ἤ μία αἴσθηση ὅτι οἱ ἄλλοι μᾶς ἀνήκουν ἀποκλειστικά καί μποροῦμε νά τούς ἐξουσιάζουμε καί νά τούς φερόμαστε μάλιστα ἐξαναγκαστικά ὡς καταπιεσμένους καί ἀνελεύθερους ὑποτακτικούς. Εἴπαμε βέβαια πώς ὁ ἐξομολόγος εἶναι πνευματικός πατέρας καί ὁ πνευματικός τοκετός ἐνέχει ὀδύνη. Ἔτσι εἶναι φυσικό νά λυπᾶται γιά τήν ἀναχώρηση τοῦ υἱοῦ του. Προτιμότερο ὅμως εἶναι νά εὔχεται γιά τήν πνευματική του πρόοδο καί τή σύνδεσή του μέ τήν Ἐκκλησία, ἔστω καί παρά τήν ἀποσύνδεσή του ἀπό τόν ἴδιο. Νά εὔχεται καί ὄχι νά ἀπεύχεται.

Τό ἔργο τοῦ ἐξομολόγου δέν εἶναι μόνο ἡ ἁπλή ἀκρόαση τῶν ἁμαρτιῶν τοῦ ἐξομολογούμενου καί ἡ ἀνάγνωση στό τέλος τῆς συγχωρητικῆς εὐχῆς. Οὔτε πάλι περιορίζεται μόνο στήν ὥρα τῆς ἐξομολογήσεως. Ὁ ἐξομολόγος σάν καλός πατέρας φροντίζει συνεχῶς τό τέκνο του, τό ἀκούει καί τό παρακολουθεῖ προσεκτικά, τό νουθετεῖ κατάλληλα, τό κατευθύνει εὐαγγελικά, τονίζει τά τάλαντά του, δέν τοῦ θέτει ὑπερβολικά βάρη, τό κανονίζει μέτρια ὅταν πρέπει, τό οἰκονομεῖ ὅταν ἀπογοητεύεται, βαρύνεται, δυσανασχετεῖ, ἀποκάμνει, τό θεραπεύει ἀνάλογα, δέν τό ἀποθαρρύνει ποτέ, συνεχίζοντας τόν ἀγώνα παθοκτονίας καί ἀρετοσυγκομιδῆς, μορφώνοντας στήν ψυχή του τήν ἀθάνατη Χριστό.

Ἡ ἀναπτυσσόμενη αὐτή πατρική καί υἱική σχέση ἐξομολόγου καί ἐξομολογουμένου δημιουργεῖ μία ἄνεση, ἐμπιστοσύνη, σεβασμό, ἱερότητα καί ἀνάταση. Ὁ ἐξομολογούμενος ἀνοίγει τήν καρδιά του στόν ἐξομολόγο καί τοῦ ἐκθέτει τά πιό κρύφια, τά πιό δόλια, τά πιό ἀκάθαρτα, ὅλα τά μυστικά του, πράξεις ἀπόκρυφες καί ἐπιθυμίες βλαβερές, ἀκόμη καί αὐτά πού δέν θέλει νά ὁμολογήσει στόν ἴδιο του τόν ἑαυτό καί δέν λέει στόν πιό στενό συγγενὴ του καί τόν καλύτερο φίλο του. Ἔτσι ὁ ἐξομολόγος θά πρέπει ἀπόλυτα νά σεβασθεῖ αὐτή τήν ἀπεριόριστη ἐμπιστοσύνη τοῦ ἐξομολογούμενου. Ἡ ἐμπιστοσύνη αὐτή ἐπαυξάνεται ὁπωσδήποτε καί ἀπό τό γεγονός ὅτι ὁ ἐξομολόγος εἶναι αὐστηρά δεσμευμένος, μέχρι θανάτου μάλιστα, ἀπό τούς θείους καί Ἱερούς Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας μέ τό ἀπόρρητο τῆς ἐξομολογήσεως.

Στήν ὀρθόδοξη ἐξομολογητική δέν ὑπάρχουν βέβαια γενικές συνταγές, γιατί ἡ πνευματική καθοδήγηση τῆς κάθε μοναδικῆς ψυχῆς γίνεται ἐξατομικευμένα. Ὁ κάθε ἄνθρωπος εἶναι ἀνεπανάληπτος, μέ ἰδιαίτερη ψυχοσύνθεση, ἄλλο χαρακτήρα, διάφορες δυνάμεις καί δυνατότητες, ὅρια, ἐφέσεις, ἀντοχές, γνώσεις, ἀνάγκες καί διαθέσεις. Ὁ ἐξομολόγος μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ καί τή θεία φώτιση θά πρέπει νά διακρίνει ὄλ' αὐτά, ὥστε ν' ἀποφασίσει τί καλύτερα θά πρέπει νά χρησιμοποιήσει γιά νά βοηθήσει τόν ἐξομολογούμενο. Ἄλλοτε χρειάζεται ἡ ἐπιείκεια καί ἄλλοτε ἡ αὐστηρότητα. Δέν εἶναι γιά ὅλους πάντοτε τά ἴδια. Οὔτε ὁ ἐξομολόγος θά πρέπει νἄναι πάντα αὐστηρός, ἔτσι μόνο γιά νά λέγεται αὐστηρός καί νά ἐκτιμᾶται. Οὔτε ὑπερβολικά ἐπιεικής, γιά νά προτιμᾶται καί νά λέγεται πνευματικός πατέρας πολλῶν. Χρειάζεται φόβος Θεοῦ, διάκριση, τιμιότητα, εἰλικρίνεια, ταπείνωση, μελέτη, γνώση καί προσευχή.

Ἡ «οἰκονομία» δέν ἀπαιτεῖται ἀπό τόν ἐξομολογούμενο. Οὔτε εἶναι ὀρθό νά γίνει κανόνας ἀπό τόν ἐξομολόγο. Ἡ «οἰκονομία» θά πρέπει νά παραμείνει ἐξαίρεση. Ἡ «οἰκονομία» ἐπίσης θά πρέπει νά εἶναι πάντα πρός καιρόν (Ἀρχιμ. Γεώργιος Γρηγοριάτης). Ὅταν ἐκλείψουν οἱ λόγοι πού τήν ἐπιβάλλουν ἀσφαλῶς δέν θά πρέπει νά χρησιμοποιεῖται. Γιά τήν ἴδια ἁμαρτία μποροῦμε νά ἔχουμε πολλούς διαφορετικούς τρόπους πρός ἀντιμετώπισή της.

Ὁ κανόνας δέν εἶναι πάντοτε ἀπαραίτητος. Ὁ κανόνας δέν εἶναι τιμωρία. Εἶναι παιδαγωγία. Ὁ κανόνας δέν τίθεται πρός ἱκανοποίηση τοῦ προσβληθέντος Θεοῦ καί ἐξιλέωση τοῦ ἁμαρτωλοῦ ἐνώπιον τῆς Θείας δικαιοσύνης. Αὐτή εἶναι μιὰ καθαρά αἱρετική διδασκαλία. Ὁ κανόνας συνήθως τίθεται στήν ἀνώριμη μετάνοια, πρός συναίσθηση καί συνειδητοποίηση τοῦ μεγέθους τῆς ἁμαρτίας. Ἡ ἁμαρτία κατά τήν ὀρθόδοξη διδασκαλία δέν εἶναι τόσο παράβαση τοῦ νόμου, ὅσο ἔλλειψη ἀγάπης στό Θεό. Ἀγάπα καί κᾶνε ὅ,τι θέλεις, ἔλεγε ὁ ἱερός Αὐγουστῖνος.

Ὁ κανόνας τίθεται πρός ὁλοκλήρωση τῆς μετάνοιας τοῦ ἐξομολογούμενου, γι' αὐτό, καθώς ὀρθά λέγει ὁ π. Ἀθανάσιος Μετεωρίτης, ὅπως ὁ ἐξομολόγος δέν ἐπιτρέπεται νά κοινοποιεῖ τίς ἁμαρτίες τοῦ ἐξομολογουμένου, ἔτσι κι ὁ ἐξομολογούμενος δέν ἐπιτρέπεται νά κοινοποιεῖ στούς ἄλλους τόν κανόνα πού τοῦ ἔθεσε ἰδιαίτερα ὁ ἐξομολόγος, πού εἶναι συνισταμένη πολλῶν παραμέτρων.

Ὁ ἐξομολόγος λειτουργεῖ ὡς χορηγός τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Κατά τήν ὥρα τοῦ μυστηρίου δέν λειτουργεῖ ὡς ψυχολόγος καί ἐπιστήμονας. Λειτουργεῖ ὡς ἱερεύς, ὡς ἔμπειρος ἰατρός, ὡς φιλόστοργος πατέρας. Ἀκούγοντας τ' ἁμαρτήματα τοῦ ἐξομολογουμένου προσεύχεται νά τόν φωτίσει ὁ Θεός νά δώσει τό καλύτερο φάρμακο πρός θεραπεία, νά σφυγμομετρήσει τόν βαθμό καί τήν ποιότητα τῆς μετανοίας του. Ὁ ἐξομολόγος δέν στέκεται ἀπέναντι στόν ἐξομολογούμενο μέ περιέργεια, καχυποψία, ζήλεια, ὑπερβολική αὐστηρότητα, ἐξουσιαστικότητα καί ἀλαζονεία, ἀλλά οὔτε καί ἀδιάφορα, ἐπιπόλαια, ἀπρόσεκτα καί κουρασμένα. Ἡ ταπείνωση, ἡ ἀγάπη καί ἡ προσοχή τοῦ ἐξομολόγου θά βοηθήσει πολύ τόν ἐξομολογούμενο. Οὔτε ὁ ἐξομολόγος θά πρέπει νά κάνει πολλές, περιττές καί ἀδιάκριτες ἐρωτήσεις. Ἰδιαίτερα θά πρέπει νά διακόπτει τίς λεπτομερεῖς περιγραφές διαφόρων ἁμαρτημάτων καί ἰδιαίτερα σαρκικῶν, ἀκόμη καί τίς ἀναφορές ὀνομάτων, ὥστε ν' ἀσφαλίζεται περισσότερο. Ὁ ἐξομολογούμενος πάλι δέν θά πρέπει νά φοβᾶται, νά δειλιάζει καί νά ντρέπεται, ἀλλά νά σέβεται, νά ἐμπιστεύεται, νά τιμᾶ καί νά εὐλαβεῖται τόν ἐξομολόγο. Αὐτό τό κλίμα πάντως τῆς ἱερότητος, ἀλληλοσεβασμοῦ καί ἐμπιστοσύνης κυρίως θά τό καλλιεργήσει, ἐμπνεύσει καί δημιουργήσει ὁ ἐξομολόγος.

 


Ἡ ἁγία μητέρα μας Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι τό σῶμα τοῦ Ἀναστημένου Χριστοῦ, εἶναι ἕνα ἀπέραντο θεραπευτήριο, ἀποθεραπείας τῶν ἀσθενῶν ἁμαρτωλῶν πιστῶν, ἀπό τά τραύματα, τίς πληγές καί τίς ἀσθένειες τῆς ἁμαρτίας, τῶν παθογόνων δαιμόνων καί τῶν ἰοβόλων δαιμονικῶν παγίδων καί ἐπηρειῶν τῶν δαιμονοκινήτων παθῶν.

Ἡ Ἐκκλησία μας δέν εἶναι παράρτημα τοῦ ὑπουργείου κοινωνικῆς προνοίας, οὔτε συναγωνίζεται νά ξεπεράσει τούς διάφορους συλλόγους κοινωνικῆς εὐποιΐας, δίχως διόλου ν' ἀρνεῖται τό σπουδαῖο καί ἀγαθό αὐτό ἔργο καί νά μή τό ἐπιτελεῖ πλούσια, ἐπαινετά καί θαυμάσια, ἀλλά κυρίως εἶναι ἡ χορηγός νοήματος τῆς ζωῆς, λυτρώσεως καί σωτηρίας τῶν πιστῶν «ὑπέρ ὧν Χριστός ἀπέθανεν» διά τῆς συμμετοχῆς τους στά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας. Τό πετραχήλι τοῦ Ἱερέως εἶναι πλάνη, ὅπως ἔλεγε ὁ Γέροντας Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης, πού λειαίνει καί ἰσιάζει τούς ἀνθρώπους, εἶναι θεραπευτικό νυστέρι παθοκτονίας καί ὄχι μιστρὶ ἐργασιομανίας ἤ σύμβολο ἐξουσίας. Εἶναι ὑπηρετική ποδιά διακονίας τῶν ἀνθρώπων πρός θεραπεία καί σωτηρία.

Ὁ Θεός χρησιμοποιεῖ τόν ἱερέα γιά τή συγχώρηση τοῦ πλάσματός του. Τό λέγει χαρακτηριστικά ἡ εὐχή: «Ὁ Θεός συγχωρῆσαι σοι δι' ἐμοῦ τοῦ ἁμαρτωλοῦ πάντα, καί ἐν τῷ νῦν αἰώνι καί ἐν τῷ μέλλοντι. καί ἀκατάκριτόν σε παραστῆσαι ἐν τῷ φοβερῶ αὐτοῦ Βήματι. περί δέ τῶν ἑξαγορευθέντων ἐγκλημάτων μηδεμίαν φροντίδα ἔχων, πορεύου εἰς εἰρήνην». Ἀνεξομολόγητες ἁμαρτίες θά βαραίνουν τόν ἄνθρωπο καί στόν μέλλοντα αἰώνα. Ἐξομολογημένες ἁμαρτίες δέν ἐξομολογοῦνται. Εἶναι σάν νά μή πιστεύει κανείς στήν χάρη τοῦ μυστηρίου. Ὁ Θεός τά γνωρίζει, ἀλλά θά πρέπει πρός ἄφεση, ταπείνωση καί ἴαση νά ἑξαγορευθοῦν. Ἡ ἐνίοτε ἐπιτίμηση ἁμαρτιῶν δέν ἀναιρεῖ τήν ἀγάπη τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά ἀποτελεῖ παιδαγωγική ἐπίσκεψη πρός καλύτερη συναίσθηση τῶν πταισμάτων.

Κατά τόν ὅσιο Νικόδημο τόν Ἁγιορείτη «ἡ ἐξομολόγησις εἶναι μία θεληματική διά στόματος φανέρωσις τῶν πονηρῶν ἔργων καί λόγων καί λογισμῶν, κατανυκτική, κατηγορητική, εὐθεία, χωρίς ἐντροπήν, ἀποφασιστική, πρός νόμιμον πνευματικόν γινομένη». Ὁ θεοφόρος ὅσιος εὐσύνοπτα, μεστά καί σημαντικά ἀναφέρει πώς ἡ ἐξομολόγηση πρέπει νά γίνεται θεληματικά, ἐλεύθερα, ἀβίαστα, ἀνεξανάγκαστα, δίχως ὁ ἐξομολόγος ν' ἄγχεται νά ἐκμαιεύσει τήν ὁμολογία τοῦ ἐξομολογουμένου. Μέ κατάνυξη, συναίσθηση δηλαδή τῆς λύπης πού προκάλεσε εἰλικρινά μέ τήν ἁμαρτία στόν Θεό. Ὄχι συναισθηματικά, ὑποκριτικά, λιπόψυχα δάκρυα. Κατάνυξη γνήσια πού σημαίνει συντριβή, μεταμέλεια, μίσος τῆς ἁμαρτίας, ἀγάπη τῆς ἀρετῆς, ἐπίγνωση εὐγνωμοσύνης στόν Δωρεοδότη Θεό. Κατηγορητική σημαίνει ὑπεύθυνη ἐξομολόγηση, δίχως δικαιολογίες, ὑπεκφυγές, στρεψοδικίες, ἀνευθυνότητες καί μεταθέσεις, μέ εἰλικρινῆ αὐτομεμψία καί γνήσια αὐτοεξουθένωση, πού φέρει τή χαρμολύπη καί τό χαροποιό πένθος τῆς Ἐκκλησίας. Εὐθεία σημαίνει ἐξομολόγηση μέ κάθε εἰλικρίνεια, εὐθύτητα καί ἀκρίβεια, ἀνδρεία καί θάρρος, αὐστηρότητα καί γενναιότητα. Συμβαίνει ἀκόμη καί τήν ὥρα αὐτή ὁ ἄνθρωπος νά μή παραδέχεται τήν ἥττα του, τήν πτώση καί τήν ἀδυναμία του καί μέ ὡραιολογίες καί μακρυλογίες νά μεταθέτει τά ποσοστά εὐθύνης του, μέ περιστροφές καί μισόλογα, κατηγορώντας καί τούς ἄλλους, προκειμένου νά φυλάξει ἀκόμη καί τώρα ἀτσαλάκωτο τό ἐγώ του. Χωρίς ἐντροπή ἐξομολόγηση σημαίνει παρουσίαση τοῦ πραγματικοῦ οἰκτροῦ ἑαυτοῦ μας. Ἡ ντροπή εἶναι καλή πρό τῆς ἁμαρτίας καί ὄχι μετά καί μπροστά στόν ἐξομολόγο. Ἡ πρό τοῦ ἐξομολόγου ντροπή λέγουν θά μᾶς ἐλευθερώσει ἀπό τή ντροπή στήν ἔσχατη κρίση, ἀφοῦ ὅ,τι συγχωρήσει ὁ ἐξομολόγος δέν θά ξανακριθεῖ. Ἀποφασιστική ἐξομολόγηση σημαίνει νά εἶναι καθαρή, συγκεκριμένη, εἰλικρινής καί μέ τήν ἀπόφαση νά μή ἐπαναλάβει τά ἐξομολογηθέντα ἁμαρτήματα ὁ πιστός. Ἀκόμη ἡ ἐξομολόγηση θά πρέπει νά εἶναι συνεχής, ὥστε τά φιλεπίστροφα, κατά τόν ὅσιο Ἰωάννη τῆς Κλίμακος, πάθη νά μή ἰσχυροποιοῦνται, ἀλλά ἀντίθετα σύντομα νά θεραπεύονται. Ἔτσι δέν λησμονοῦνται οἱ ἁμαρτίες, ὑπάρχει τακτικός ἔλεγχος, αὐτοπαρατήρηση, αὐτοέλεγχος, αὐτογνωσία καί αὐτομεμψία, δέν ἐγκαταλείπει ἡ Θεία Χάρη καί οἱ δαιμονικές παγίδες συντρίβονται εὐκολότερα καί ἡ μνήμη τοῦ θανάτου δέν εἶναι φοβερή καί τρομακτική.

Συμβαίνει συχνά-πυκνά καί τ' ὁμολογοῦμε μέ πολύ πόνο καί περισσή ἀγάπη τό κήρυγμα νά μήν εἶναι τόσο ὀρθόδοξο. Δηλαδή νά ἐξαντλεῖται σ' ἕνα ἀκόμη σχολιασμό τῆς φθηνῆς ἐπικαιρότητος καί νά μετατρέπεται κατά κάποιο τρόπο ὁ ἱερός ἄμβωνας σέ τηλεοπτικό «παράθυρο», ὅπου λέμε καί ἐμεῖς τή γνώμη μας γιά τά τρέχοντα καί συμβαίνοντα. Ὅμως τ' ὀρθόδοξο κήρυγμα κυρίως εἶναι ἐκκλησιολογικό, χριστολογικό, σωτηριολογικό, ἁγιολογικό καί ψυχωφελές. Τό κήρυγμα τῆς μετανοίας ἀπό τῶν Προφητῶν, τοῦ Τιμίου Προδρόμου, τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ καί πάντων τῶν ἁγίων παραμένει λίαν ἐπίκαιρο καί ἀναγκαῖο. Βασική προϋπόθεση τῆς μετοχῆς στ' ἅγια μυστήρια καί τῆς ἀνοδικῆς πνευματικῆς πορείας εἶναι ἡ καθαρότητα τῆς καρδιᾶς. Καθαρότητα ἀπό τήν ποικίλη ἁμαρτία, τό πνεῦμα τῆς ἀπληστίας καί τῆς εὐδαιμονίας τῆς σύγχρονης ὑπερκαταναλωτικῆς κοινωνίας, τό πνεῦμα τῆς ἀντίθεης ὑπερηφάνειας ἑνός κόσμου ναρκισσευομένου, ἀτομικιστικοῦ, ἀταπείνωτου, ἀφιλάνθρωπου, ὑπερφίαλου καί παράδοξου, τό δαιμονικό πνεῦμα τῶν πονηρῶν λογισμῶν, τῶν φαντασιῶν καί φαντασιώσεων, τῶν καχυποψιῶν καί ζηλοφθονιῶν, τῶν ἀκαθάρτων καί σκοτεινῶν.

Κατάντησε δυσεύρετο κόσμημα ἡ καθαρότητα τῆς καρδιᾶς, στίς ἀδελφικές σχέσεις, τίς συζυγίες, τίς συναδελφικές ὑποχρεώσεις, τίς φιλίες, τίς συζητήσεις, τίς σκέψεις, τίς ἐπιθυμίες, τίς ἱερατικές κλήσεις. Τά λεγόμενα μέσα μαζικῆς ἐνημερώσεως ξέπεσαν σέ ρυπογόνες ἑστίες. Λησμονήθηκε ἡ νηπτική ἐγρήγορση, ἡ ἀσκητική νηφαλιότητα, ἡ παραδοσιακή ὀλιγάρκεια, ἁπλότητα καί λεβεντιά. Ἔτσι μολύνεται τό λογιστικό τῆς ψυχῆς, διεγείρεται στήν ἀπληστία τό ἐπιθυμητικό καί ἀμβλύνεται σοβαρά τό βουλητικό, ὥστε ἀδύναμος ὁ ἄνθρωπος νά παρασύρεται στό κακό δίχως φραγμό καί ὅρια.

Ἐπικρατεῖ ἡ αὐτοδικαίωση, ἡ δικαιολόγηση τῶν παθῶν, ἡ ὡραιοποίηση τῆς ἁμαρτίας, ἡ κατοχύρωσή της διά νέων ψυχολογικῶν ἐρεισμάτων. Θεωρεῖται μείωση, ἀδυναμία καί λάθος ἡ παραδοχή τοῦ λάθους, ἡ ἀνάληψη τῆς εὐθύνης καί ἡ ταπεινή ἀποδοχή τοῦ σφάλματος. Ἡ συνεχής δικαιολόγηση τοῦ ἑαυτοῦ μας καί ἡ ἐπιμελημένη μετάθεση εὐθυνῶν δημιουργοῦν ἕνα ἄνθρωπο συγχυσμένο, διχασμένο, ταραγμένο, ταλαιπωρημένο, δυστυχισμένο καί ἐγωπαθῆ, ἐμπαιζόμενο ἀπό τόν δαίμονα, αἰχμαλωτιζόμενο ἀπό αὐτόν στ' ἄφωτα δίχτυά του.

Κυριαρχεῖ ἕνας ἀνόητος ὀρθολογισμός, ὁ ὁποῖος ἐπιλέγει εὐαγγελικές ἀρετές καί συνοδικούς κανόνες, κατά τήν ἀρέσκεια, προτίμηση καί εὐκολία, σέ σοβαρά θέματα νηστειῶν, ἐγκράτειας, τεκνογονίας, ἤθους, σεμνότητος, αἰδοῦς, τιμιότητος καί ἀκριβείας.

Κατόπιν ὅλων τούτων, τά ὁποῖα δέν νομίζω ὅτι ὑπερβάλλουμε, θεωροῦμε ὅτι οἱ ἐξομολόγοι δέν ἔχουν εὔκολο ἔργο. Δέν ἀρκεῖ πλέον ἡ χειραγωγία στή μετάνοια καί ἡ καλλιέργεια τῆς ταπεινώσεως, ἀλλά χρειάζεται τό ποίμνιο κατήχηση, ἐπαναευαγγελισμό, κατάρτιση, μεταβολισμό πνευματικό πρός ἀπόκτηση ἰσχυρῶν ἀντισωμάτων. Ἀπαραίτητη ἡ ἀντίσταση, ἀντίδραση καί ἀντιμετώπιση τοῦ σφοδροῦ ρεύματος τῆς ἀποϊεροποιήσεως, τῆς ἐκκοσμικεύσεως, τοῦ ἀποηρωισμοῦ, τοῦ εὐδαιμονισμοῦ, τοῦ πλουτισμοῦ καί κορεσμοῦ. Ἰδιαιτέρως προσοχῆς, διδαχῆς καί ἀγάπης ἔχουν ἀνάγκη οἱ νέοι, πού ἡ ἀγωγή δέν τούς βοηθᾶ νά συνειδητοποιήσουν τό νόημα καί τό σκοπό τῆς ζωῆς, τό κενό, τό ἄκοσμο, τό ἄνομο, τό ἄφωτο τῆς ἁμαρτίας.

Σοβαρό πρόβλημα ἀποτελεῖ ἀκόμη καί γιά τούς χριστιανούς μας ἡ ἀγχώδης συχνά ἀναζήτηση μιᾶς ἄκοπης, ἄμοχθης καί ἄλυπης ζωῆς. Ἀναζητοῦμε Κυρηναίους. Δέν ἀποδεχόμεθα τήν ἄρση τοῦ προσωπικοῦ μας σταυροῦ. Δέν γνωρίζουμε τό βάθος καί τό εὖρος τοῦ σταυροῦ. Προσκυνοῦμε τόν σταυρό στήν ἐκκλησία, κάνουμε τόν σταυρό μας, ἀλλά δέν ἀσπαζόμαστε τόν προσωπικό μας σταυρό. Τελικά θέλουμε ἕνα ἀσταύρωτο Χριστιανισμό. Δέν ὑπάρχει ὅμως Πάσχα δίχως Μεγάλη Παρασκευή.

Τιμᾶμε τούς μάρτυρες καί τούς ὁσίους, ἀλλά δέν θέλουμε ἐμεῖς καμιά κακοπάθεια, καμιά καθυστέρηση, καμιά δυσκολία. Δυσκολευόμαστε στή νηστεία, δυσανασχετοῦμε στήν ἀσθένεια, δέν ἀνεχόμαστε πικρό λόγο, ἀκόμη καί ὅταν φταῖμε, ὁπότε πῶς νά ὑπομένουμε ἀδικία, συκοφαντία, κατατρεγμό καί ἐξορία, ὅπως οἱ ἅγιοί μας; Εἶναι γεγονός ἀδιαμφισβήτητο πώς τό σύγχρονο κοσμικό πνεῦμα τῆς εὐκολίας, τῆς ἀνέσεως καί τοῦ ὑπερκαταναλωτισμοῦ ἔχει ἐπηρεάσει ἰσχυρά τό μέτρο τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Θέλουμε γενικά ἕνα ἀντιασκητικό Χριστιανισμό. Ἡ Ὀρθοδοξία ὅμως βάση ἔχει τό ἀσκητικό Εὐαγγέλιο.

Ἕνα ἄλλο μεγάλο πρόβλημα τῆς ἐποχῆς μας εἶναι ἡ νοσηρή καί ὑπερβολική ἐμπιστοσύνη τοῦ ἀνθρώπου στή λογική, τή διάνοια, τή γνώση καί τήν κρίση του. Πρόκειται γιά τόν παχυλό καί κουραστικό ἐν τέλει ὀρθολογισμό. Ἡ νηπτική ὀρθόδοξη θεολογία μᾶς διδάσκει τό νοῦ νά τόν ἔχουμε ἐργαλεῖο καί νά τόν κατεβάσουμε στήν καρδιά. Ἡ Ἐκκλησία μας δέν καλλιεργεῖ καί παράγει διανοούμενους. Γιά μᾶς ὁ ὀρθολογισμός δέν εἶναι φιλοσοφική νοοτροπία, ἀλλά μιὰ καθαρά ἁμαρτητική βιοθεωρία, μιὰ μορφή ἀθεΐας, ἀφοῦ ἀντιβαίνει στήν ἐντολή τῆς πίστεως, τῆς ἐλπίδος, τῆς ἀγάπης καί τῆς ἐμπιστοσύνης στόν Θεό. Ὁ ὀρθολογιστής κρίνει τά πάντα μέ τήν κρισάρα τοῦ μυαλοῦ, μόνο μέ τόν πεπερασμένο νοῦ του, κέντρο εἶναι ὁ ἐαυτός του καί τό κυρίαρχο ἐγώ του καί δέν ἐμπιστεύεται τή θεία Πρόνοια, τή θεία Χάρη καί θεία Βοήθεια στή ζωή του.

Θεωρώντας συχνά τόν ἑαυτό του ἀλάνθαστο ὁ ὀρθολογιστής δέν ἐπιτρέπει στόν Θεό νά ἐπέμβει στή ζωή του καί νά τόν κρίνει. Ἔτσι δέν θεωρεῖ ὅτι ἔχει ἀνάγκη ἐξομολογήσεως. Ὁ ἅγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος ὅμως λέγει πώς τό νά νομίζει κάποιος πώς δέν ἔπεσε σέ ἁμαρτήματα, αὐτό εἶναι ἡ πιό μεγάλη πτώση καί πλάνη καί τό πιό μεγάλο ἁμάρτημα. Παρασυρμένοι ὁρισμένοι νεώτεροι θεολόγοι μιλοῦν γι' ἀστοχία καί ὄχι γιά ἁμαρτία, θέλοντας ν' ἀμβλύνουν τή φυσική διαμαρτυρία τῆς συνειδήσεως. Ἡ αὐτάρκεια ὁρισμένων ἐκκλησιαζομένων καί νηστευόντων χριστιανῶν κρύβει ἐνίοτε ἕνα λανθάνοντα φαρισαϊσμό, ὅτι δέν εἶναι ὅπως οἱ λοιποί τῶν ἀνθρώπων καί ὡς ἐκ τούτου δέν χρήζουν ἐξομολογήσεως.

Κατά τούς ἁγίους πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας τό μεγαλύτερο κακό εἶναι ἡ ὑπερηφάνεια, ἡ μητέρα ὅλων τῶν παθῶν κατά τόν ὅσιο Ἰωάννη τῆς Κλίμακος. Πρόκειται γιά πολύτεκνη μητέρα μέ πρῶτες θυγατέρες τήν κενοδοξία καί τήν αὐτοδικαίωση. Ἡ ὑπερηφάνεια εἶναι μιὰ μορφή ἄρνησης Θεοῦ, εἶναι ἐφεύρεση τῶν πονηρῶν δαιμόνων, ἀποτέλεσμα πολλῶν κολακειῶν καί ἐπαίνων, πού ἐπιφέρει τήν ἐξουδένωση καί ἐξουθένωση τῶν ἀνθρώπων, τή θεομίσητη κατάκριση, τόν θυμό, τήν ὀργή, τήν ὑποκρισία, τήν ἀσπλαχνία, τή μισανθρωπία, τή βλασφημία. Ἡ ὑπερηφάνεια εἶναι ἕνα πάθος φοβερό, δύσκολο, δυνατό καί δυσθεράπευτο. Ἡ ὑπερηφάνεια ἐπίσης εἶναι πολυδύναμη καί πολυπρόσωπη. Ἐκδηλώνεται ὡς ματαιοδοξία, μεγαλαυχία, οἴηση, ἀλαζονεία, ὑπεροψία, φυσίωση, τύφωση, καύχηση, ἰταμότητα, ἔπαρση, μεγαλομανία, φιλοδοξία, φιλαυτία, φιλαρέσκεια, φιλοχρηματία, φιλοσαρκία, φιλαρχία, φιλοκατηγορία καί φιλονικία. Ἀκόμη ὡς αὐταρέσκεια, προσωποληψία, αὐθάδεια, ἀναίδεια, παρρησία, ἀναλγησία, ἀντιλογία, ἰσχυρογνωμοσύνη, ἀνυπακοή, εἰρωνεία, πεῖσμα, περιφρόνηση, προσβολή, τελειομανία καί ὑπερευαισθησία. Ἡ ὑπερηφάνεια τελικά ὁδηγεῖ στήν ἀμετανοησία.

 


Ὄργανο τῆς ὑπερηφάνειας συχνά γίνεται ἡ γλώσσα. Μέ τήν ἀργολογία, τή φλυαρία, τήν πολυλογία, τό κουτσομπολιό, τή μωρολογία, τή ματαιολογία, τήν ἀνειλικρίνεια, τήν ἀδιακρισία, τή διγλωσσία, τή διπλωματία, τήν εὐτραπελία, τήν προσποίηση καί τόν ἐμπαιγμό.

Ἀπό τά ἑπτά θανάσιμα ἁμαρτήματα προέρχονται πολλά ἄλλα πάθη. Ἀφοῦ ἀναφέραμε τά τῆς ὑπερηφάνειας, ἐρχόμαστε στή φιλαργυρία, πού γεννᾶ τή φιλοχρηματία, τήν πλεονεξία, τήν ἀπληστία, τήν τσιγγουνιά, τήν ἀνελεημοσύνη, τή σκληροκαρδία, τήν ἀπάτη, τήν τοκογλυφία, τήν ἀδικία, τή δολιότητα, τή σιμωνία, τή δωροληψία, τόν τζόγο. Ἡ πορνεία ἔχει μύριες ἐκφάνσεις ὅπως ὁ φθόνος μέ τίς ὕπουλες καί πονηρές κακίες του, ἡ ἀχόρταγη γαστριμαργία, ὁ θυμός καί ἡ ὕποπτη ἀκηδία καί ἀμέλεια.

Ἰδιαιτέρως προσοχῆς χρήζουν πολλά ἀνορθόδοξα στοιχεῖα στήν οἰκογενειακή ζωή καί φρονοῦμε πώς θά πρέπει νά θεαθοῦν προσεκτικά ἀπό ἐξομολόγους καί ἐξομολογουμένους. Ἡ ἀποφυγή τῆς τεκνογονίας, ἡ εἰδωλοποίηση τῶν τέκνων, θεωρούμενα προέκταση τοῦ ἐγώ τῶν γονέων, ὑπερπροστατευόμενα, παρακολουθούμενα συνεχῶς καί ἐξουσιαζόμενα βάναυσα. Ὁ γάμος εἶναι στίβος ταπεινώσεως, ἀλληλοπεριχωρήσεως καί ἀλληλοσεβασμοῦ καί ὄχι παράλληλη ὅδευση δύο ἐγωισμῶν, παρά τήν ἰσόβια σύζευξη καί συνύπαρξη. Χορεύει ὁ δαίμονας ὅταν δέν ὑπάρχει συγχώρεση στίς ἀνθρώπινες ἀδυναμίες καί τά καθημερινά σφάλματα. Οἱ γονεῖς θά βοηθήσουν σημαντικά τά παιδιά τους ὄχι μέ τήν πλούσια εὐγένεια ἔξω ἀπό τό σπίτι ἀλλά μέ τό εἰρηνικό, νηφάλιο καί ἀγαπητικό παράδειγμα καθημερινά μέσα στό σπίτι τους. Ἡ συμμετοχή τῶν παιδιῶν μαζί μέ τούς γονεῖς τους στό μυστήριο τῆς ἐξομολογήσεως θά τούς ἐνδυναμώσει μέ τή θεία Χάρη καί θά τούς στερεώσει στή βιωματική ἐμπειρία μέ τόν Χριστό. Ζητώντας οἱ σύζυγοι εἰλικρινά συγγνώμην διδάσκουν τά παιδιά τους τήν ταπείνωση, πού καίει τίς δαιμονικές πλεκτάνες. Σ' ἕνα σπιτικό πού ἀνθεῖ ἡ ἀγάπη, ἡ ὁμόνοια, ἡ κατανόηση, ἡ ταπείνωση καί εἰρήνη ὑπάρχει πλούσια ἡ εὐλογία τοῦ Θεοῦ καί γίνεται κάστρο ἀπόρθητο στήν κακία τοῦ κόσμου. Ἡ μέ τή συγχωρητικότητα ἀγωγή τῶν παιδιῶν δημιουργεῖ μία ὑγιά οἰκογενειακή ἑστία πού τά ἐμπνέει καί τά ἐνισχύει γιά τό μέλλον τους.

Ἕνα ἄλλο μεγάλο θέμα, πού ἀποτελεῖ σοβαρό ἐμπόδιο γιά τή μετάνοια καί τήν ἐξομολόγηση εἶναι ἡ αὐτοδικαίωση, πού μαστίζει καί πολλούς ἀνθρώπους τῆς Ἐκκλησίας. Βάση της ἔχει, ὅπως εἴπαμε, τή δαιμονική ὑπερηφάνεια. Κλασικό παράδειγμα ὁ Φαρισαῖος τῆς παραβολῆς τοῦ Εὐαγγελίου.

Ὁ αὐτοδικαιούμενος ἄνθρωπος ἔχει φαινομενικά καλά, γιά τά ὁποῖα ὑπεραίρεται καί θέλει νά τιμᾶται καί ἐπαινεῖται. Χαίρεται νά τόν κολακεύουν, νά ἐξουθενώνει καί ταπεινώνει τούς ἄλλους. Αὐτοεκτιμᾶται ὑπερβολικά, αὐτοδικαιώνεται παράφορα καί θεωρεῖ τόν Θεό ἀναγκαστικά ὑποχρεωμένο νά τόν ἀνταμείψει. Πρόκειται τελικά γιά ταλαίπωρο ἄνθρωπο, ὅπου ταλαιπωρούμενος ταλαιπωρεῖ καί τούς ἄλλους. Διακατέχεται ἀπό νευρικότητα, ταραχή, ἀπαιτητικότητα, πού τόν αὐτοφυλακίζει καί δέν τόν ἀφήνει ν' ἀνοίξει τή θύρα τοῦ θείου ἐλέους, διά τῆς μετανοίας.

Γέννημα τῆς ὑπερηφάνειας εἶναι καί ἡ κατάκριση, πού δυστυχῶς ἀποτελεῖ συνήθεια καί πολλῶν χριστιανῶν, πού ἀσχολοῦνται περισσότερο μέ τούς ἄλλους παρά μέ τόν ἑαυτό τους. Φαινόμενο τῆς ἐποχῆς μας καί τῆς κοινωνίας πού ὠθεῖ τόν κόσμο στή συνεχῆ ἐτεροπαρατήρηση καί ὄχι τήν αὐτοπαρατήρηση. Οἱ μύριες ἀσχολίες καί δραστηριότητες τοῦ σύγχρονου ἀνθρώπου δέν τόν θέλουν νά μείνει ποτέ μόνο πρός μελέτη, περίσκεψη, προσευχή, αὐτογνωσία, αὐτομεμψία, αὐτοέλεγχο καί μνήμη θανάτου. Τά λεγόμενα μέσα μαζικῆς ἐνημερώσεως ἀσταμάτητα ἀσχολοῦνται σκανδαλοθηρικά, ἐπίμονα καί μακρόσυρτα μέ τά πάθη, τίς ἁμαρτίες, τά παραπτώματα τῶν ἄλλων. Ὅλ' αὐτά προκαλοῦν, ἐντυπωσιάζουν καί ἄν δέν σκανδαλίζουν πάντως φορτώνουν τήν ψυχή καί τό νοῦ μέ τά βρωμερά καί ἄσχημα καί μάλιστα καθησυχάζουν, ἀφοῦ ἐμεῖς εἴμαστε καλύτεροι. Ἔτσι ὁ ἄνθρωπος συνηθίζει στή μετριότητα, χλιαρότητα καί ἐφημερότητα τῆς φθηνῆς καθημερινότητος, μή συγκρινόμενος μέ τούς ἁγίους καί τούς ἥρωες.

Ἔτσι ἡ κατάκριση κυριαρχεῖ στίς μέρες μας, θεωρώντας ὁ ἄνθρωπος ὅτι ἐνεργεῖ δίκαιη κάθαρση, σπιλώνοντας ἄλλους καί μολύνοντας τόν ἑαυτό του, δημιουργώντας κακίες, μίση, ἔχθρες, μνησικακίες, ζηλοφθονίες καί ψυχρότητες. Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής μάλιστα ἀναφέρει πώς ἐκεῖνος πού περιεργάζεται συνεχῶς τίς ἁμαρτίες τῶν ἄλλων ἤ κρίνει τόν ἀδελφό του ἀπό ὑποψία καί μόνο, αὐτός δέν ἔκανε ἀκόμη ἀρχή μετανοίας, οὔτε ἄρχισε τήν ἔρευνα γιά νά γνωρίσει τίς ἁμαρτίες του.

Λέγονται πολλά καί διάφορα. Ἕνα τελικά εἶναι τό καίριο, σημαντικό καί ἐξέχον. Ἡ σωτηρία μας, γιά τήν ὁποία δέν πολυνοιαζόμαστε παντοτεινά. Ἡ σωτηρία δέν ἐπιτυγχάνεται παρά μόνο μέ εἰλικρινῆ μετάνοια καί καθαρή ἐξομολόγηση. Ἡ μετάνοια δέν ἀνοίγει μόνο τόν οὐράνιο παράδεισο, ἀλλά καί τόν ἐπίγειο μέ τήν πρόγευση, ἔστω ἐν μέρει, τῆς ἀνεκλάλητης χαρᾶς τῆς ἀτελεύτητης βασιλείας τῶν οὐρανῶν καί τῆς ὑπέροχης εἰρήνης ἀπό τώρα. Οἱ ἐξομολογημένοι ἄνθρωποι μποροῦν νἄναι οἱ ἀληθινά γνήσια χαρούμενοι, οἱ εἰρηνικοί καί εἰρηνοφόροι, οἱ κήρυκες τῆς μετανοίας, τῆς ἀναστάσεως, τῆς μεταμορφώσεως, τῆς ἐλευθερίας, τῆς χάριτος, τῆς εὐλογίας τοῦ Θεοῦ στίς ψυχές τους καί τή ζωή τους. Ἡ πλούσια χάρη τοῦ Θεοῦ κάνει τόν λύκο πρόβατο, λέγει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος. Καμιά ἁμαρτία δέν ὑπερβαίνει τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Κανείς ἁμαρτωλός ἄν θέλει δέν ἀδυνατεῖ ν' ἁγιάσει. Μᾶς τό ἀποδεικνύουν οἱ πολλοί μετανοημένοι ἅγιοι τοῦ Συναξαριστῆ.

Ὁ ἐξομολόγος ἐξομολογεῖ καί συγχωρεῖ τούς ἐξομολογούμενους μέ τ' ἅγιο πετραχήλι του. Δέν μπορεῖ ὅμως νά αὐτοεξομολογηθεῖ καί νά θέσει ὁ ἴδιος τό πετραχήλι του στό κεφάλι του γιά νά συγχωρηθεῖ. Πρέπει ἀπαραίτητα νά σκύψει σέ ἄλλο ὁπωσδήποτε πετραχήλι. Ἔτσι λειτουργεῖ ὁ πνευματικός νόμος, ἔτσι τά ἔθεσε ἡ πανσοφία καί ἡ φιλευσπλαγχνία τοῦ Θεοῦ.

Δέν μπορεῖ νά ἐξομολογοῦμε καί νά μή ἐξομολογούμεθα. Νά διδάσκουμε καί νά μή πράττουμε. Νά μιλᾶμε γιά μετάνοια καί νά μή μετανοοῦμε οἱ ἴδιοι. Νά μιλᾶμε γιά ἐξομολόγηση καί νά μή ἐξομολογούμεθα τακτικά. Οὐδείς αὐτοκαθαίρεται καί οὐδείς αὐτοσυγχωρεῖται ποτέ. Οἱ ἀσύμβουλοι, οἱ ἀνυπάκουοι, οἱ ἀνεξομολόγητοι ἀποτελοῦν σοβαρό πρόβλημα τῆς Ἐκκλησίας μας.

Ἀδελφοί μου ἀγαπητοί, τό πετραχήλι τοῦ πνευματικοῦ δύναται νά γίνει θαυματουργό νυστέρι ἀφαιρέσεως κακοήθων ὄγκων, ν' ἀναστήσει νεκρούς, ν' ἀνανεώσει καί μεταμορφώσει τόν ἄκοσμο κόσμο, νά χαροποιήσει γῆ καί οὐρανό. Ἡ Ἐκκλησία μας ἐμπιστεύθηκε τό μέγα λειτούργημα, τό ἱερό ὑπούργημα, στούς ἱερεῖς μας καί ὄχι στούς ἀγγέλους, γιά νά τούς πλησιάζουμε ἄνετα καί ἄφοβα ὡς ὁμοιοπαθεῖς καί ὁμόσαρκους.

Ὅλα τά παραπάνω, εἰλικρινά καί διόλου ταπεινόσχημα, εἰπώθηκαν ἀπό ἕνα συναμαρτωλό, πού δέν θέλησε νά κάνει τόν δάσκαλο, ἀλλά τόν συναγωνιζόμενο συμμαθητή σας. Θέλησε ἀπό ἀγάπη νά σᾶς θυμίσει μέ ἁπλά καί ἄτεχνα λόγια τή ζῶσα παράδοση τῆς ἁγίας μητέρας μας Ἐκκλησίας ἐπί τοῦ πάντοτε ἐπίκαιρου θέματος τῆς θεοΰφαντης καί θεομακάριστης μετανοίας καί τῆς θεοπαράδοτης καί θεαγάπητης ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως.

Περὶ Φιλοπτωχίας Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος



Ἄνδρες ἀδελφοί, πτωχοὶ ὅπως καὶ ἐγώ, διότι ὅλοι εἴμεθα πτωχοὶ καὶ ἔχουμε ἀνάγκη ἀπὸ τὴ θεία χάρη. Δεχθεῖτε τὸν λόγο μου, περὶ φιλοπτωχίας, ὄχι μὲ ἀδιαφορία, ἀλλὰ μὲ καλὴ διάθεση, γιὰ νὰ γίνετε πλούσιοι μὲ τὴν ἀπόκτηση τῆς βασιλείας. Δὲν εἶναι, ὅμως, καθόλου εὔκολο νὰ βρεῖ κανεὶς τὴ σπουδαιότερη ἀρετὴ καὶ νὰ τῆς δώσει τὴν πρώτη θέση... Σὲ ὅ,τι λοιπὸν μὲ ἀφορᾶ, προκειμένου νὰ ξεχωρίσω τὴν ἀρετὴ τῆς φιλοπτωχίας σκέπτομαι ὡς ἑξῆς.

Καλὲς εἶναι οἱ τρεῖς ἀρετές, ἡ πίστη, ἡ ἐλπίδα καὶ ἡ ἀγάπη. Ἡ φιλοξενία εἶναι πολὺ καλὸ πράγμα. Ἡ φιλαδελφία ἐπίσης εἶναι καλό, καὶ μάρτυρας γι' αὐτὸ εἶναι ὁ Ἰησοῦς, ὁ ὁποῖος καταδέχτηκε ὄχι μόνο νὰ ὀνομασθεῖ ἀδελφός μας, ἀλλὰ καὶ νὰ ὑποφέρει γιὰ μᾶς. Ἡ φιλανθρωπία εἶναι καλό. Ἡ ὑπομονὴ καὶ ἡ ἀνεξικακία εἶναι καλό. Καὶ σ' αὐτὸ μάρτυρας εἶναι πάλι ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Ἡ πραότης εἶναι καλό, ὅπως καὶ ὁ ζῆλος. Ὁ ὑποπιασμὸς τοῦ σώματος εἶναι καλό. Ἡ προσευχὴ καὶ ἀγρύπνια εἶναι καλό. Ἂς σὲ πείσει γι' αὐτὸ ὁ Χριστός, ὁ ὁποῖος πρὶν ἀπὸ τὸ πάθος ἀγρυπνοῦσε καὶ προσευχόταν.

Ἡ ἁγιότης καὶ ἡ παρθενία εἶναι καλό. Ἂς σὲ πείσει γι' αὐτὸ ὁ Παῦλος, ὁ ὁποῖος τακτοποίησε τὸ θέμα αὐτὸ καὶ βράβευσε μὲ δικαιοσύνη καὶ τὸν γάμο καὶ τὴν ἀγαμία. Καὶ ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς, ὁ ὁποῖος γεννήθηκε ἀπὸ Παρθένο, τὸ ἔκαμε, γιὰ νὰ τιμήσει τὴν γέννηση καὶ νὰ δοξάσει τὴν παρθενία. Ἡ ἐγκράτεια εἶναι καλό. Ἡ ἐρημία καὶ ἡσυχία εἶναι καλό. Εἶναι καλὸ ἡ λιτότης. Ἡ ταπεινοφροσύνη εἶναι καλό. Καὶ τὸ σπουδαιότερο παράδειγμα γι' αὐτὸ εἶναι ὁ Σωτήρας καὶ Κύριος τῶν ὅλων. Ἡ ἀκτημοσύνη καὶ ἡ περιφρόνηση τῶν χρημάτων εἶναι πολὺ καλό. Καλὸν εἶναι καὶ ἡ θεωρία, καλὸν εἶναι καὶ ἡ πράξη. Ἡ μὲν θεωρία ἐπειδὴ μᾶς ἀνυψώνει ἀπὸ τὰ γήινα καὶ μᾶς ὁδηγεῖ στὰ ἅγια τῶν ἁγίων, ἡ δὲ πράξη ἐπειδὴ ὑποδέχεται καὶ ὑπηρετεῖ τὸ Χριστό, καὶ ἀποδεικνύει μὲ τὰ ἔργα τὴν ἀγάπη. Ἡ κάθε μία ἀπ' αὐτὲς τὶς ἀρετὲς εἶναι ἕνας δρόμος, ὁ ὁποῖος ὁδηγεῖ στὴ σωτηρία... Ἐὰν ὁ Παῦλος, ὁ ὁποῖος ἀκολουθεῖ τὸ Χριστό, θεωρεῖ τὴν ἀγάπη ὡς τὴν πρώτη καὶ μεγαλύτερη ἐντολή, τότε ὡς τὸ καλύτερο μέρος αὐτῆς, ἐγὼ θεωρῶ τὴν ἀγάπη πρὸς τοὺς πτωχοὺς καὶ τὴν εὐσπλαχνία καὶ τὴ συμπάθεια πρὸς τοὺς συνανθρώπους μας.

Σ' ὅλους, λοιπόν, τοὺς πτωχοὺς καὶ σὲ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι κακοπαθοῦν ὀφείλουμε νὰ δείχνουμε εὐσπλαχνία, σύμφωνα μὲ τὴν ἐντολή, ἡ ὁποία μᾶς ὑπαγορεύει νὰ χαιρόμαστε μαζὶ μὲ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι χαίρονται καὶ νὰ λυπούμεθα μαζὶ μὲ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι κλαῖνε... Ἐγώ, ἀδελφοί, δὲν μπορῶ νὰ μείνω ἀδάκρυτος ἐμπρὸς στὴ συμφορά τους καὶ συγχύζεται ὁ νοῦς μου. Νὰ παθαίνετε, σᾶς παρακαλῶ, καὶ σεῖς τὸ ἴδιο, γιὰ νὰ ἀποφύγετε τὰ δάκρυα, μὲ τὰ δάκρυα καὶ τὸν πόνο... Σᾶς τὰ λέγω, λοιπόν, αὐτά, ἐπειδὴ δὲν μπορῶ ἀκόμη νὰ σᾶς πείσω, ὅτι κάποτε ἡ λύπη εἶναι πιὸ πολύτιμη ἀπὸ τὴν εὐχαρίστηση, καὶ ἡ στενοχώρια ἀπὸ τὸν πανηγυρισμό, καὶ κλάμα τὸ ὁποῖον ἐπαινεῖται, ἀπὸ τὸ γέλιο τὸ ὁποῖο κατακρίνεται...

Βοήθησε, σὲ παρακαλῶ ἀδελφέ, τοὺς ἀσθενεῖς, παρηγόρησε αὐτοὺς ποὺ ἔχουν ἀνάγκη. Σὺ ποὺ εἶσαι ὑγιὴς καὶ πλούσιος, βοήθησε τὸν ἄρρωστο καὶ τὸν πτωχό. Σύ, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχεις πέσει σὲ παράπτωμα, βοήθησε αὐτὸν ποὺ ἔπεσε καὶ συνετρίβη. Σύ, ὁ ὁποῖος εὐθυμεῖς, παρηγόρησε τὸν λυπημένο. Σύ, ὁ ὁποῖος εὐημερεῖς, βοήθησε αὐτὸν ποὺ ὑποφέρει. Γίνε πλούσιος ὄχι μόνο στὴν περιουσία, ἀλλὰ στὴν εὐσέβεια. Μὴν ἀναζητεῖς μόνο τὸ χρυσάφι, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀρετή, ἤ, καλύτερα, μόνο τὴν ἀρετή. Δεῖξε περισσότερη καλωσύνη μὲ τὴν φιλοπτωχία σου. Γίνε μικρὸς Θεὸς γιὰ τὸν πονεμένο, μὲ τὸ νὰ μιμηθεῖς τὴν φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ. Μὴ παραβλέψεις καὶ μὴ προσπεράσεις ἀδιάφορα τὸν ἀδελφό, μὴ τὸν ἀποστραφεῖς, σὰν κατάρα ἢ σὰν μολυσμὸ γιὰ τὴν ἀσθένειά του. Εἶναι μέλος δικό σου, ἔστω κι ἂν ἔχει λυγίσει ἀπὸ τὴ συμφορά. Σὲ σένα ἔχει στηρίξει τὶς ἐλπίδες του, ὅπως καὶ στὸ Θεό. Ἔχεις, λοιπόν, ἐμπρός σου τὴν εὐκαιρία νὰ ἐξασκήσεις τὴν φιλανθρωπία σου καὶ θὰ ἀφήσεις νὰ σὲ ἀποξενώσει ἀπὸ αὐτὴ τὴ δυνατότητα τοῦ νὰ εὐεργετηθεῖς ὁ Σατανᾶς;

Δῶσε ἔστω καὶ κάτι, ἔστω καὶ ἐλάχιστο, σ' ἐκεῖνον ποὺ ἔχει ἀνάγκη ἀπ' ὅλα. Ἀντὶ νὰ δώσεις μεγάλο πράγμα, δῶσε τὴν προθυμία σου. Ἐὰν δὲν ἔχεις τίποτε, δάκρυσε, κλάψε.

Ἡ συμπόνια ποὺ βγαίνει ἀπὸ τὴν ψυχὴ εἶναι πολὺ μεγάλο φάρμακο γι' αὐτὸν ποὺ ὑποφέρει. Καὶ τὸ νὰ συμπάσχει κανεὶς πραγματικά, ἀνακουφίζει πάρα πολὺ τὴ συμφορά...

Πρόσεχε, οὔτε τὴν ὑγεία πρέπει νὰ θαυμάζουμε, οὔτε τὴν ἀσθένεια νὰ περιφρονοῦμε. Οὔτε νὰ προσκολλοῦμε τὴν καρδιά μας στὸν πλοῦτο, ποὺ τρέχει καὶ χάνεται παρασύροντας ἕνα μέρος τῆς ψυχῆς μας. Ἀλλὰ ἂς γνωρίζουμε νὰ περιφρονοῦμε τὴν ὑγεία, ποὺ δὲν συνοδεύεται ἀπὸ σύνεση καὶ γιὰ τὴν ὁποία δὲν εἴμεθα ὑπεύθυνοι...

Μὴν ἀναβάλλεις τὴν φιλανθρωπία σου. Ἡ φιλανθρωπία εἶναι τὸ μόνο πράγμα ποὺ δὲν ἐπιδέχεται ἀναβολή. Καὶ ὅ,τι κάνεις, νὰ τὸ κάνεις μὲ προθυμία, μὲ ἀγάπη, μὲ χαρὰ καὶ γλυκύτητα. Γιατί ὅ,τι γίνεται ἀπὸ λύπη καὶ ἀνάγκη, εἶναι ἄχαρο καὶ χωρὶς ὀμορφιά. 

Ἐὰν μὲ πιστεύετε λοιπόν, δοῦλοι τοῦ Χριστοῦ καὶ ἀδελφοί, ὅσον εἶναι καιρός, ἂς ἐπισκεφθοῦμε τὸ Χριστό, ἂς τὸν περιποιηθοῦμε, ἂς τὸν θρέψουμε, ἂς τὸν ἐνδύσουμε, ἂς τὸν περιμαζέψουμε, ἂς τὸν φιλοξενήσουμε, ἂς τὸν τιμήσουμε στὰ πρόσωπα τῶν ἀσθενῶν καὶ πονεμένων ἀδελφῶν μας. Γιατί ὁ Κύριος τῶν πάντων θέλει εὐσπλαχνία, ἐπειδὴ ἡ εὐσπλαχνία εἶναι πολὺ μεγάλη ἀρετή, καὶ εἶναι ἀνώτερη ἀπὸ χιλιάδες ἐξωτερικὲς θυσίες.


Ἐπιλογή, ἑρμηνεία καὶ ἐπιμέλεια κειμένου, Γεωργίας Κουνάβη, Θεολόγου
πηγή

Προεόρτια Γεννέσεως Ὑπεραγίας Θεοτόκου


Παραμονὴ τῆς μεγάλης Ἑορτῆς.



Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Κατεπλάγη Ἰωσήφ.
Ἐκ τῆς ῥίζης Ἰεσσαί, καὶ ἐξ ὀσφύος τοῦ Δαβίδ, ἡ Θεόπαις Μαριάμ, τίκτεται σήμερον ἡμῖν· διὸ καὶ χαίρει ἡ σύμπασα καὶ καινουργεῖται· συγχαίρει τε ὁμού, ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ. Αἰνέσατε αὐτὴν, αἱ πατριαὶ τῶν ἐθνῶν· Ἰωακεὶμ εὐφραίνεται, καὶ Ἄννα πανηγυρίζει κραυγάζουσα· Ἡ στεῖρα τίκτει, τὴν Θεοτόκον, καὶ τροφὸν τῆς ζωῆς ἡμῶν.

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ἡ Παρθένος σήμερον, καὶ Θεοτόκος Μαρία, ἡ παστὰς ἡ ἄλυτος, τοῦ οὐρανίου Νυμφίου, τίκτεται, ἀπὸ τῆς στείρας θεοβουλήτως, ὄχημα, τοῦ Θεοῦ Λόγου εὐτρεπισθῆναι· εἰς τοῦτο γὰρ καὶ προωρίσθη, ἡ θεία πύλη, καὶ Μήτηρ τῆς ὄντως ζωῆς.

Μεγαλυνάριον.
Ἐκ λαγόνων ἤδη στειρωτικῶν, τὴν καρποφορίαν, γεωργοῦσα τῶν ἀγαθῶν, ἡ Ἁγνὴ Παρθένος, προέρχεται τῷ κόσμῳ· λαοὶ μετ’ εὐφροσύνης, προεορτάσατε

Άγιοι Εύοδος και Ονησιφόρος οι Απόστολοι


Άγιοι Εύοδος και Ονησιφόρος οι Απόστολοι
Eις τον Eύοδον.
Oδόν τρέχων Eύοδος ευθείαν λόγου,
Kαι πάντας αυτήν εκδιδάσκων ην τρέχειν.

Eις τον Oνησιφόρον.
Φέρειν όνησιν πάσιν Oνησιφόρος,
Φερωνύμως έσπευδε κηρύττων Λόγον.
Βιογραφία
Ο Εύοδος ανήκει στη χορεία των εβδομήκοντα Αποστόλων και έγινε επίσκοπος στη μεγάλη Αντιόχεια, υστέρα από τον Απόστολο Πέτρο. Αυτός λοιπόν, αφού έγινε μεγαλόφωνος κήρυκας του Ευαγγελίου και έλαμψε σ' όλες τις αρετές, απεβίωσε ειρηνικά.

Ο δε Ονησιφόρος, ήταν χριστιανός οικογενειάρχης στην Εκκλησία της Εφέσου. Τον αναφέρει ο Απόστολος Παύλος στην Β' προς Τιμόθεον επιστολή του κεφ. α' στίχ. 16-18. Αυτός λοιπόν, έγινε επίσκοπος Κολοφώνος της Μικράς Ασίας και διακρίθηκε στη διδασκαλία του Ευαγγελίου, το όποιο υπερασπίσθηκε με ανδρεία μέχρι αίματος. (Για τον Ονησιφόρο βλέπε και στο βιογραφικό σημείωμα της Αγίας Θέκλας, την 24η Σεπτεμβρίου).


Αγιογραφίες / Φωτογραφίες

Άγιος Ευψύχιος

Εὔψυχος Εὐψύχιος ἣν πρὸς τὸ ξίφος,
Χαίρων ὅτι πλάσαντι τὴν ψυχὴν θύει.
Βιογραφία
Ο Άγιος Ευψύχιος ανήκει στις ευσεβείς δόξες της Καισαρείας στην Καππαδοκία. Ο πατέρας του Διονύσιος, πέθανε αλλά αυτός δεν απέμεινε ορφανός. Κατηχήθηκε στη χριστιανική πίστη, βαπτίστηκε και έγινε υπήκοος και μακαριστός γιος του ουράνιου Πατέρα. Όλα του τα υπάρχοντα, τα μοίρασε στους φτωχούς. Αυτός ζούσε με μεγάλη απλότητα και αφιερώθηκε στην υπηρεσία της σωτηρίας των ψυχών. Γι' αυτό λοιπόν, όταν αυτοκράτορας ήταν ο Ανδριάνας (117 - 138 μ.Χ.), καταδιώχτηκε και καταδικάστηκε. Στην αρχή του ξέσκισαν τα πλευρά και έτσι αιμόφυρτο τον έριξαν στη φυλακή όμως Άγγελος Κυρίου επούλωσε τις πληγές του. Τελικά, αφού δεν μπόρεσαν να τον αλλαξοπιστήσουν τον αποκεφάλισαν και αντί για αίμα, από τις πληγές του έβγαινε γάλα και νερό.

Άγιος Ιωάννης ο Θαυματουργός Αρχιεπίσκοπος Νοβογορδίας

Άγιος Ιωάννης ο Θαυματουργός Αρχιεπίσκοπος Νοβογορδίας

Βιογραφία
Ο Άγιος Ιωάννης ο Θαυματουργός έγινε Αρχιεπίσκοπος Νοβογορδίας το 1162 μ.Χ. Κοιμήθηκε το έτος 1186 μ.Χ. Δεν έχουμε άλλες λεπτομέρειες για τον βίο του Ρώσου Αγίου.


Αγιογραφίες / Φωτογραφίες

Συναξαριστής 7 Σεπτεμβρίου 2012


 Οἱ Ἅγιοι Σώζων, Εὔοδος καὶ Ὀνησιφόρος οἱ Ἀπόστολοι


 Ἔζησε στὰ τέλη τοῦ 3ου αἰῶνα μ.Χ. Πατρίδα του ἦταν ἡ Λυκαονία καὶ σὰν ἐθνικὸς ὀνομαζόταν Ταράσιος. Ὅταν βαπτίσθηκε χριστιανός, ὀνομάσθηκε Σώζων. Βοσκὸς στὸ ἐπάγγελμα, προσπαθοῦσε νὰ μιμεῖται τὴν ἡμερότητα τῶν προβάτων, ποὺ θαύμαζε πολύ. Πολλὲς φορὲς τὸν ἐνοχλοῦσαν καὶ τὸν ἀδικοῦσαν οἱ ἄλλοι βοσκοί, ἀλλὰ αὐτὸς πάντοτε στάθηκε πρᾶος ἀπέναντί τους. Μοῦ εἶναι ντροπή, ἔλεγε, νὰ γίνω κατώτερος ἀπὸ τὰ πρόβατα ποὺ βόσκουν. Μελετοῦσε μὲ ἐπιμέλεια τὴν Ἁγία Γραφή, καὶ ὅταν στὴν ἐξοχὴ συναντοῦσε εἰδωλολάτρη, προσπαθοῦσε νὰ τὸν κατηχήσει στὸ Χριστό. Κάποτε ὁ Σώζων πῆγε στὴν Πομπηιούπολη τῆς Κιλικίας, ὅπου ὑπῆρχε ἕνα χρυσὸ εἰδωλολατρικὸ ἄγαλμα. Μόλις τὸ εἶδε, ἡ ψυχὴ τοῦ πράου Σώζοντα παροργίστηκε. Τότε, μὲ θάρρος πολὺ ἔσπασε τὸ δεξὶ χέρι τοῦ χρυσοῦ ἀγάλματος, τὸ πούλησε καὶ τὰ ἔσοδα διαμοίρασε στοὺς φτωχούς. Ὁ ἔπαρχος Μαξιμιανὸς ἀναστατώθηκε καὶ φυλάκισε πολλοὺς ἀνεύθυνους. Ὅταν τὸ ἔμαθε αὐτὸ ὁ Σώζων, παρουσιάστηκε στὸν ἔπαρχο καὶ στὶς ἀπειλές του μὲ ἤρεμο ὕφος ἀπάντησε ὅτι μέσα στὸ ναὸ τὸ ἄγαλμα ἦταν ἄχρηστο, ἐνῷ ἔτσι ὠφέλησε καὶ κάποιους φτωχούς. Ἀμέσως τότε, ἀφοῦ τὸν βασάνισαν φρικτά, τὸν ἔριξαν στὴ φωτιά, ὅπου ὁ πρᾶος καὶ ζηλωτὴς βοσκὸς ἀπῆλθε πρὸς τὸν Κύριο, ὁ ὁποῖος νὰ τί λέει γιὰ τοὺς πράους: «Μακάριοι οἱ πραεῖς, ὅτι αὐτοὶ κληρονομήσουσι τὴν γῆν». Μακάριοι, δηλαδή, οἱ πρᾶοι, ποὺ συγκρατοῦν τὸ θυμό τους καὶ δὲν παραφέρονται ποτέ, διότι αὐτοὶ θὰ πάρουν σὰν κληρονομιὰ ἀπὸ τὸ Θεὸ τὴν γῆ τῆς ἐπαγγελίας, ποὺ τὰ ἀγαθά της θὰ ἀπολαύσουν ἀπὸ τὴν παροῦσα ζωή.

Ὁ Εὔοδος ἀνήκει στὴ χορεία τῶν ἑβδομήκοντα Ἀποστόλων καὶ ἔγινε ἐπίσκοπος στὴ μεγάλη Ἀντιόχεια, ὕστερα ἀπὸ τὸν Ἀπόστολο Πέτρο. Αὐτὸς λοιπόν, ἀφοῦ ἔγινε μεγαλόφωνος κήρυκας τοῦ Εὐαγγελίου καὶ ἔλαμψε σ᾿ ὅλες τὶς ἀρετές, ἀπεβίωσε εἰρηνικά. Ὁ δὲ Ὀνησιφόρος, ἦταν χριστιανὸς οἰκογενειάρχης στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἐφέσου. Τὸν ἀναφέρει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος (Β´ πρὸς Τιμόθεον ἐπιστολή, α´ 16-18). Αὐτὸς λοιπόν, ἔγινε ἐπίσκοπος Κολοφῶνος τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καὶ διακρίθηκε στὴ διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου, τὸ ὁποῖο ὑπερασπίσθηκε μὲ ἀνδρεία μέχρι αἵματος. (Γι᾿ αὐτὸν τὸν Ἅγιο βλέπε καὶ στὸ βιογραφικὸ σημείωμα τῆς Ἁγίας Θέκλας, τὴν 24η τοῦ ἰδίου μήνα).
 


Ὁ Ἅγιος Εὐψύχιος

 


Ἀνήκει στὶς εὐσεβεῖς δόξες τῆς Καισαρείας στὴν Καππαδοκία. Ὁ πατέρας του Διονύσιος, πέθανε ἀλλ᾿ αὐτὸς δὲν ἀπέμεινε ὀρφανός. Κατηχήθηκε στὴ χριστιανικὴ πίστη, βαπτίστηκε καὶ ἔγινε ὑπήκοος καὶ μακαριστὸς γιὸς τοῦ οὐράνιου Πατέρα. Ὅλα του τὰ ὑπάρχοντα, τὰ μοίρασε στοὺς φτωχούς.

Αὐτὸς ζοῦσε μὲ μεγάλη ἁπλότητα καὶ ἀφιερώθηκε στὴν ὑπηρεσία τῆς σωτηρίας τῶν ψυχῶν. Γι᾿ αὐτὸ λοιπόν, ὅταν αὐτοκράτορας ἦταν ὁ Ἀδριανὸς (117 μ.Χ.), καταδιώχτηκε καὶ καταδικάστηκε. Στὴν ἀρχὴ τοῦ ξέσκισαν τὰ πλευρὰ καὶ ἔτσι αἱμόφυρτο τὸν ἔριξαν στὴ φυλακή. Τελικά, ἀφοῦ δὲν μπόρεσαν νὰ τὸν ἀλλαξοπιστήσουν τὸν ἀποκεφάλισαν.

 
Ὁ Ὅσιος Πέτρος ἡγούμενος τῆς Μονῆς τοῦ Σωτῆρος τῆς ἐπικαλούμενης τοῦ Βαθέος Ρύακος

Αὐτὸς ἦταν μαθητὴς τοῦ ὁσίου Βασιλείου τοῦ κτήτορα τῆς Μονῆς τοῦ Βαθέος Ρύακος, ποὺ μετὰ ἀπ᾿ αὐτὸν ἀνέλαβε τὴν ἡγουμενία. Καταγόταν ἀπὸ τὴν δεύτερη ἐπαρχία τῶν Καππαδοκῶν καὶ διακρίθηκε γιὰ τὴν αὐστηρή του εὐλάβεια καὶ τὴν θεοφιλῆ ζωή του. Ἀσκητικὰ ἀφοῦ ἔζησε, ἀπεβίωσε εἰρηνικά.

 
Ὁ Ὅσιος Λουκᾶς ἀπὸ τὴν ἐπαρχία Λυκαόνων

Αὐτὸς ἔγινε μοναχὸς καὶ στὴ συνέχεια ἡγούμενος, τρίτος στὴ σειρὰ ἀπὸ τῆς ἱδρύσεως τῆς Μονῆς Βαθέος Ρύακος, ποὺ βρίσκεται στὴν Τρίγλια καὶ ἦταν ἀφιερωμένη στὸ ὄνομα τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ. Διαδέχτηκε τὸν Πέτρο τὸν Εὐλαβῆ ἀπὸ τὴν Καππαδοκία.

 
Ἡ Ὁσία Κασσιανή

Εἶναι ἡ γνωστὴ Κασσιανὴ ποιήτρια, ποὺ ἔζησε στὰ χρόνια τοῦ βασιλιᾶ Θεοφίλου (829-842). Τὴ μνήμη της δὲν ἀναφέρει κανένας Συναξαριστής. Καὶ ὅμως οἱ Κάσιοι, ἀπὸ τὴν συγγένεια τοῦ ὀνόματός της μὲ τὸ νησί τους, καθιέρωσαν τὴν μνήμη αὐτῆς τὴν 7η Σεπτεμβρίου καὶ ὁ Γεώργιος Σασσὸς ὁ Κάσιος φιλοπόνησε καὶ εἰδικὴ Ἀκολουθία, ποὺ δημοσιεύθηκε στὴν Ἀλεξάνδρεια τὸ 1889 στὸ τυπογραφεῖο τῆς «Μεταρρυθμίσεως».

Τὸ παράδοξο ὅμως εἶναι, ὅτι ἡ Ἀκολουθία αὐτὴ ἀφιερώθηκε στὸν Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας Σωφρόνιο, ποὺ ὁ ἴδιος στὴν συνέχεια τὴν ἔδωσε γιὰ ἐκτύπωση στὸν Μητροπολίτη Θηβαΐδας Γερμανὸ (τὴν 1η Σεπτεμβρίου 1889) καὶ ἔτσι, ἐπισημοποιήθηκε κατὰ κάποιο τρόπο ἡ ἁγιοποίηση τῆς Κασσιανῆς ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἀλεξανδρείας, ὅπως τὸ ποθοῦσαν oι κάτοικοι τῆς Κάσου.

 
Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θαυματουργὸς Ἀρχιεπίσκοπος Νοβογορδίας (Ρῶσος)

 
 

 
Προεόρτια (Παραμονή) τῆς Γεννήσεως τῆς Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ Ἀειπαρθένου Μαρίας

 


Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Κατεπλάγη Ἰωσήφ.
Ἐκ τῆς ῥίζης Ἰεσσαί, καὶ ἐξ ὀσφύος τοῦ Δαβίδ, ἡ Θεόπαις Μαριάμ, τίκτεται σήμερον ἡμῖν· διὸ καὶ χαίρει ἡ σύμπασα καὶ καινουργεῖται· συγχαίρει τε ὁμού, ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ. Αἰνέσατε αὐτὴν, αἱ πατριαὶ τῶν ἐθνῶν· Ἰωακεὶμ εὐφραίνεται, καὶ Ἄννα πανηγυρίζει κραυγάζουσα· Ἡ στεῖρα τίκτει, τὴν Θεοτόκον, καὶ τροφὸν τῆς ζωῆς ἡμῶν.

Κοντάκιον
Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ἡ Παρθένος σήμερον, καὶ Θεοτόκος Μαρία, ἡ παστὰς ἡ ἄλυτος, τοῦ οὐρανίου Νυμφίου, τίκτεται, ἀπὸ τῆς στείρας θεοβουλήτως, ὄχημα, τοῦ Θεοῦ Λόγου εὐτρεπισθῆναι· εἰς τοῦτο γὰρ καὶ προωρίσθη, ἡ θεία πύλη, καὶ Μήτηρ τῆς ὄντως ζωῆς.

Μεγαλυνάριον
Ἐκ λαγόνων ἤδη στειρωτικῶν, τὴν καρποφορίαν, γεωργοῦσα τῶν ἀγαθῶν, ἡ Ἁγνὴ Παρθένος, προέρχεται τῷ κόσμῳ· λαοὶ μετ’ εὐφροσύνης, προεορτάσατε.

ΕΠΙ ΤΟΝ ΙΟΡΔΑΝΗΝ ΔΡΑΜΩΜΕΝ!

  « Τήν Βηθλεέμ ἀφέμενοι, τό καινότατον θαῦμα, πρός Ἰορδάνην δράμωμεν, ἐκ ψυχῆς θερμοτάτης, κἀκεῖσε κατοπτεύσωμεν τό φρικτόν Μυστήριον· θεοπ...