Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τρίτη, Οκτωβρίου 09, 2012

Ἡ «κατ’ ἐνώπιον τοῦ λαοῦ» τέλεσις τῆς θείας Λειτουργίας Ἀρχιμανδρίτου Νικοδήμου Μπαρούση




Ἡ ἐκκοσμικευμένη ἀντίληψις τῆς ζωῆς, ὅπως αὐτὴ διεμορφώθη εἰς τὴν Εὐρώπη κατὰ τὸ α΄ ἥμισυ τοῦ 20ου αἰῶνος, σταδιακῶς διέφθειρε τὴν χριστιανικὴ σκέψι. Ἔτσι, περὶ τὸ μέσον τοῦ αἰῶνος αὐτοῦ, διεπιστώθη ὅτι μόνον ἕνας μικρὸς ἀριθμὸς πιστῶν εἶχε τὴν διάθεσι νὰ ἐκκλησιασθῇ. Μετὰ τὴν διαπίστωσιν αὐτὴν ὁ ρωμαιο-καθολικὸς κόσμος ἐκινητοποιήθη πρὸς ἀνεύρεσι θεσμικῶν μέτρων, ὁποὺ θὰ ἠμποροῦσαν νὰ συμβάλουν οὐσιαστικῶς εἰς τὴν ὑπέρβασι τῆς κρίσεως. Τὴν ἐποχὴν ἐκείνην πολλοὶ ἐκπρόσωποι τοῦ ρωμαιο-καθολικισμοῦ ὑπεστήριζαν ὅτι θὰ ἐπανέλθῃ ὁ κόσμος εἰς τὴν ἐκκλησία ἂν οἱ Λατῖνοι προσήγγιζαν τὶς ἀπόψεις τῶν Διαμαρτυρομένων. Καρπὸς αὐτῆς τῆς ἀντιλήψεως ἦταν, μεταξὺ ἄλλων, καὶ ἡ εἰσαγωγὴ τῆς κατ’ ἐνώπιον τοῦ λαοῦ τελέσεως τῆς λειτουργίας ὑπὸ τῶν Ρωμαιο-καθολικῶν.

Καὶ κατ’ ἀρχὰς εἶναι ἐνδιαφέρον, νομίζω, νὰ γνωρίσωμε πῶς ἔγινε ἡ εἰσαγωγὴ αὐτοῦ τοῦ τελετουργικοῦ. Ὅπως εἶναι γνωστόν, ἕως τὸ 1960, κάθε Σύνοδος, ἐπειδὴ εἶχε κυρίως ὁμολογιακὸν χαρακτήρα, ἐφρόντιζε νὰ ἔχῃ σαφῆ καὶ συγκεκριμένη διατύπωσι τῶν ἀποφάσεών της. Ἡ Β΄ Βατικάνειος (1960-5) ὅμως, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, εἶχε καὶ τούτη τὴν πρωτοτυπίαν· διετύπωσε ἀποφάσεις ἀσαφεῖς, δυνητικοῦ χαρακτῆρος, ἡ τήρησις τῶν ὁποίων ἐπαφίετο εἰς τὴν συνείδησι τῶν πιστῶν. Μία ἐξ αὐτῶν τῶν ἀποφάσεων ἦταν καὶ ἡ κατ’ ἐνώπιον τοῦ λαοῦ τέλεσις τῆς λειτουργίας.

Ἔτσι τὸ Βατικανὸ μεθόδευσε τὸ θέμα αὐτό, ὥστε ἀφ’ ἑνὸς μὲν νὰ ἱκανοποιήσῃ τοὺς ἐκκοσμικευμένους ὁπαδούς του, οἱ ὁποῖοι, εἰς οὐδὲν ἕτερον ἀρεσκόμενοι «εἰ βλέπειν τι καὶ ἀκούειν τι καινότερον», ἱκανοποιοῦνται μὲ τὴν ἀφελῆ καὶ ἀτεκμηρίωτη ἀπάντησι τῆς δῆθεν ἐπιστροφῆς εἰς τὸν ἀρχέγονο χριστιανισμό, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ διαφύγῃ καὶ τὸν σκόπελο τῶν ὀλιγαρίθμων συνειδητῶν ρωμαιοκαθολικῶν, οἱ ὁποῖοι, ὡς γνῶσται τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας καὶ τῆς τάξεως τῆς λατρείας των, θὰ ἀντιδροῦσαν ὅταν δὲν θὰ ἐλάμβαναν ἱκανοποιητικὴ θεολογικὴ ἀπάντησι ἐπὶ τῆς λειτουργικῆς αὐτῆς μεταρρυθμίσεως.

Τὸ ἀποτέλεσμα, ὡς ἐγνώριζεν ἡ Σύνοδος ἐκείνη, θὰ ἦταν ἀσφαλῶς ὑπὲρ τῆς κατ’ ἐνώπιον τοῦ λαοῦ τελετουργίας, ἐφ’ ὅσον οἱ ἐκκοσμικευμένοι, κληρικοὶ καὶ λαϊκοί, ἦσαν οἱ περισσότεροι, καὶ γιὰ ξεχωριστοὺς λόγους ὁ καθ’ ἕνας ἐπιθυμοῦσε μία κάποια θεαματικὴ ἀλλαγή. Ὅσον γιὰ τὴν θεολογία, οὐδεὶς τὴν ἐρωτοῦσε, ἐφ’ ὅσον τὸ ἐνδιαφέρον τῆς συντριπτικῆς πλειοψηφίας ἦταν οὑμανιστικό, ἀνθρωποκεντρικό, χρησιμοθηρικό, προπαγανδιστικόν, ὑπὸ τὸ γενικὸ πρόσχημα τῆς ποιμαντικῆς, οὐδόλως ὅμως θεολογικό.

Ἡ «Λειτουργικὴ Κίνησις» τῆς Δύσεως δειλά-δειλὰ ἐφήρμοζε αὐτὴν τὴν μεταρρύθμισι εὐκαιριακῶς εἰς λειτουργίες, ὁποὺ ἐτελοῦντο διὰ τὴν νεολαία, ἐνῶ ἤδη ἀπὸ τὸ 1949 εἶχαν δημοσιευθῇ, ἐστερημένα ἀποδεικτικότητος, συγγράμματα, προετοιμάζοντας τὸ ἔδαφος τῆς κατ’ ἐνώπιον τοῦ λαοῦ ἱερουργίας. Τώρα μὲ τὴν ἀσαφῆ καὶ δίκην χρησμοῦ διατύπωσι τῆς συνοδικῆς διαγνώμης ἀνεμένετο ὅτι πολλοὶ δημοφιλεῖς ἱερεῖς θὰ υἱοθετοῦσαν τὴν μεταρρύθμισι, καὶ ἔτσι αὐτὴ ἐντὸς ὀλίγου θὰ ἐπικρατοῦσε.

Ὅσοι, ὅμως, ἐνδιεφέροντο νὰ εὕρουν τὴν ἀλήθεια δι’ αὐτὸ τὸ συγκεκριμένο θέμα, δὲν ἡσύχασαν. Ὄχι βεβαίως πὼς ἐξέσπασαν σὲ ὕβρεις κατὰ τῆς «Συνόδου», ἀλλὰ ἐφρόντισαν νὰ παρουσιάσουν θεολογικὲς μελέτες, οἱ ὁποῖες θὰ ἀνέτρεπαν τὴν συνοδικὴν ἀπόφασιν. Ἔτσι συνεγράφησαν ἀρκετὰ βιβλία διὰ τὸ θέμα αὐτό, ἕνα ἐκ τῶν ὁποίων μάλιστα, ἀρκετὰ περιεκτικὸ καὶ διεισδυτικό, τὸ προλογίζει μὲ ἰδιαίτερον ἐνθουσιασμόν, ὡς καρδινάλιος τότε, ὁ σημερινὸς πάπας Βενέδικτος ΙΣΤ΄ (1).

Οἱ μελετηταί, λοιπόν, ἐκεῖνοι κατέληξαν εἰς συμπεράσματα ἐντυπωσιακά. Κατ’ ἀρχὰς ὁμολογοῦν ὅτι οὐδέποτε συνήντησαν κάποια μαρτυρία, ὁποὺ νὰ βεβαιώνῃ ὅτι οἱ ἱερεῖς, Ἀνατολῆς καὶ Δύσεως, τελοῦσαν τὴν Λειτουργία «κατ’ ἐνώπιον τοῦ λαοῦ», ἔχοντες ἐστραμμένα τὰ νῶτα πρὸς τὴν ἀνατολή. Ἡ ὕπαρξις τοῦ συνθρόνου μαρτυρεῖται ἀνέκαθεν, ἀλλὰ οὐδεμία πηγὴ ὁμιλεῖ περὶ ἱερουργίας τοῦ ἐπισκόπου ἀπὸ τῆς θέσεως αὐτῆς. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ αὐθεντικὴ παράδοσις θέλει τὸ θυσιαστήριον εἰς θέσιν κεντρικήν, ὥστε νὰ δύνανται οἱ λειτουργοὶ νὰ περιφέρωνται γύρωθεν, ὄχι ὅμως διὰ νὰ λειτουργοῦν ἐστραμμένοι πρὸς τὸν λαὸν – τοῦτο οὐδέποτε μαρτυρεῖται – ἀλλὰ διὰ νὰ ἐκπληρώνουν τὸ τοῦ ψαλμωδοῦ: «Καὶ κυκλώσω τὸ θυσιαστήριόν σου Κύριε» (Ψαλμ. κε΄ 6), καὶ τὶς προδιαγραφὲς τῆς «Ἀποκαλύψεως» (δ΄ 4,8, ε΄ 11).

Τὰ κείμενα τῆς ἐκκλησιαστικῆς γραμματείας, ἀπὸ τοῦ βιβλίου τῆς «Διδαχῆς τῶν Ἀποστόλων» (β΄ ἢ γ΄ αἰ.) καὶ ἑξῆς, ὁμιλοῦν περὶ στροφῆς ὅλης τῆς ἐκκλησίας πρὸς ἀνατολὰς προκειμένου νὰ τελεσθῇ ἡ θεία Λειτουργία: «Συμφώνως ἅπαντες ἐξαναστάντες καὶ ἐπ’ ἀνατολὰς κατανοήσαντες, μετὰ τὴν τῶν κατηχουμένων καὶ τὴν τῶν μετανοούντων ἔξοδον, “προσευξάσθωσαν τῷ Θεῷ, τῷ ἐπιβεβηκότι ἐπὶ τὸν οὐρανὸν τοῦ οὐρανοῦ κατ’ ἀνατολάς”, ὑπομιμνησκόμενοι καὶ τῆς ἀρχαίας νομῆς τοῦ κατ’ ἀνατολὰς παραδείσου» (2). Παραλλήλως ὁ Μέγας Βασίλειος βεβαιώνει πὼς ἕνα ἀπὸ τὰ οὐσιαστικὰ στοιχεῖα τῆς Ἀποστολικῆς Παραδόσεως εἶναι «τὸ πρὸς ἀνατολὰς τετράφθαι κατὰ τὴν προσευχήν» (3).

Ἀσφαλῶς, ἡ «ἔμπνευσις» τῆς τελέσεως τῆς Λειτουργίας κατ’ ἐνώπιον τοῦ λαοῦ δὲν ἀνήκει εἰς τὴν Β΄ Βατικάνειον. Εἶναι πολὺ παλαιοτέρα αὐτῆς, ἀλλὰ δὲν ἀνάγεται καὶ εἰς τὴν Ἀποστολικὴν ἐποχήν, ὅπως ἀτεκμηρίωτα ἐπεχείρησε αὐτὴ νὰ τὴν παρουσιάσῃ. Οἱ ἐρευνηταὶ διεπίστωσαν ὅτι ἡ ἀτυχὴς αὐτὴ «ἔμπνευσις» ἀνήκει εἰς τὸν ἀρνητὴ τῆς Ἀποστολικῆς Παραδόσεως, τὸν Μαρτῖνο Λούθηρο. Αὐτός, εἰς τὴν προσπάθειά του νὰ ἐξισώσῃ τοὺς λαϊκοὺς πρὸς τοὺς κληρικούς, ἐφεῦρε, ὡς πρῶτο βῆμα – θὰ ἀκολουθοῦσαν καὶ ἄλλα ριζοσπαστικότερα, ὅπως ἐδήλωνε τότε – τὴν τέλεσι τῆς λειτουργίας κατ’ ἐνώπιον τοῦ λαοῦ (4).

Ὁ Λούθηρος ἐγνώριζε ἀσφαλῶς ὅτι ἡ πρότασίς του αὐτὴ οὐδένα ἔρεισμα ἔχει ἐπὶ τῆς Ἁγίας Γραφῆς ἢ τῆς ἐκκλησιαστικῆς γραμματείας, ἢ καὶ τῆς ἐπιστήμης τῆς ἀρχαιολογίας, γι’ αὐτὸ καὶ ἔξυπνα φερόμενος οὐδεμίαν ἐξ αὐτῶν ἐπεκαλέσθη πρὸς τεκμηρίωσι τῆς προτάσεώς του, εἰ μὴ μόνον τὴν εἰκόνα τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου, ὅπως ἀπεικονίζετο ἤδη εἰς τὴν ἐποχή του. Πράγματι, εἰς τὴν εἰκόνα αὐτὴν ὁ Ἰησοῦς ἵσταται ὄρθιος ἢ καθιστὸς εἰς τὸ μέσον τῆς μεγάλης τραπέζης, καὶ οἱ Ἀπόστολοι τὸν περιβάλλουν ἑκατέρωθεν. Ἆρα γε, ὅμως, ὁ Κύριος εἶχε ὄντως αὐτὴν τὴν θέσιν;

Ἡ ἀρχαιολογικὴ ἔρευνα ἀποδεικνύει ὅτι ὁ Ἰησοῦς δὲν εἶχε λάβει αὐτὴν τὴν θέσι, διότι αὐτὴ δὲν ἐσυνηθίζετο τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Τὴν ἐποχὴ τοῦ Ἰησοῦ, καὶ ἐπὶ πολλοὺς αἰῶνας ἀργότερα, ἐχρησιμοποιεῖτο εἴτε ἕνα στρογγυλό, εἴτε ἕνα ἡμικυκλικὸ τραπέζι. Τὸ ἐμπρόσθιο μέρος τῆς τραπέζης αὐτῆς ἔμενε ἐλεύθερο, διὰ νὰ διευκολύνεται ἡ παράθεσις τῶν φαγητῶν. Οἱ συνδαιτυμόνες ἐκάθηντο κατὰ μῆκος, ὄπισθεν τῆς ἡμικυκλικῆς τραπέζης, ἐπάνω εἰς ἀνάκλιντρα (διβάνια) ἢ ἐπιμήκη καθίσματα (πάγκους). Ἡ θέσις τοῦ τιμωμένου προσώπου δὲν εὑρίσκετο εἰς τὸ μέσον, ἀλλὰ εἰς τὸ δεξιὸν ἄκρον τῆς τραπέζης.

Ἡ διάταξις αὐτὴ τῶν θέσεων εὑρίσκεται καθωρισμένη, κατ’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν τρόπον, ἐπακριβῶς εἰς τὶς ἀρχαῖες ἀπεικονίσεις τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου, ἕως τῶν μέσων τοῦ Μεσαίωνος. Εἰς τὴν εἰκόνα αὐτήν, τὴν ὁποίαν καὶ ὁ Λούθηρος εἶχε ὑπ’ ὄψιν του, ὁ Κύριος εἶναι πάντοτε ἀνακλιμένος ἢ καθήμενος εἰς τὸ δεξιὸν ἄκρον τῆς τραπέζης καὶ οἱ Ἀπόστολοι εἰς τὰ ἀριστερά Του. Πράγματι, ἡ εἰκὼν αὐτὴ δίδει τὴν ἐντύπωσι μίας λειτουργίας κατ’ ἐνώπιον τοῦ λαοῦ. Ἐν τούτοις, εἰς τὴν πραγματικότητα οὐδόλως ὁμοιάζει πρὸς αὐτήν, ἐφ’ ὅσον, ὁ λαὸς πρὸς τὸν ὁποῖον θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι ἐστραμμένος ὁ Κύριος, ὡς γνωστόν, ἀπουσιάζει ἀπὸ τὴν αἴθουσα τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου, γεγονὸς τὸ ὁποῖον ἀναιρεῖ πᾶσαν ἀξίαν ἀπὸ τὴν ἐπιχειρηματολογία τοῦ Λουθήρου.

Οἱ θέσεις τῶν συνδαιτυμόνων τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου θὰ ἡμποροῦσαν ἀσφαλῶς νὰ ὁμοιάζουν πρὸς τὶς «ἀγάπες» τῶν πρώτων χριστιανῶν, ὄχι ὅμως καὶ μὲ τὴν τέλεσι τῆς θείας Εὐχαριστίας, ἡ ὁποία ἀρχικῶς ἐτελεῖτο μετὰ τὴν «ἀγάπη» καὶ ἀργότερα αὐτῆς. Θὰ πρέπῃ νὰ διακριθῇ σαφῶς ἡ τελετουργία τῆς «ἀγάπης», ἀπὸ τὴν τελετουργία τῆς Εὐχαριστίας. Τὸ ἀρχαιότατο βιβλίο «Διδαχὴ τῶν Δώδεκα Ἀποστόλων» (β΄ μ.Χ. αἰ.), εἰς τὸ 9oν καὶ 10ον κεφάλαιον αὐτοῦ, ὁμιλεῖ περὶ τῆς «ἀγάπης», ἀλλὰ περὶ τῆς θείας Εὐχαριστίας ὁμιλεῖ μόνον εἰς τὸ 13ον κεφάλαιον αὐτοῦ (5), κάτι πρὸς τὸ ὁποῖον συμφωνεῖ ὅλη ἡ παλαιοχριστιανικὴ γραμματεία.

Ἔστω, λοιπόν, καὶ ἂν διὰ τὸ κοινὸν γεῦμα, τὴν «ἀγάπη», ὁ πρῶτοι χριστιανοὶ ἐκάθηντο εἰς τραπέζας (πρβλ. Γαλ. β΄ 11-12), ὅμως διὰ τὴν τέλεσι τῆς θείας Εὐχαριστίας ἐσηκώνοντο καὶ ἐπήγαιναν νὰ σταθοῦν ὄπισθεν τοῦ λειτουργοῦ, ὁ ὁποῖος ἵστατο πρὸ τοῦ Θυσιαστηρίου, ὅπως περιγράφεται ἐντυπωσιακῶς εἰς τὸ βιβλίο «Διαταγαὶ τῶν Ἀποστόλων» (β΄ ἢ γ΄ αἰ.), ὅπου καὶ προβλέπεται ἀπολύτως ἡ στροφὴ ὅλων πρὸς ἀνατολάς (6).

Κατὰ τὸν δ΄ αἰῶνα, τὸ ἀδελφικὸν γεῦμα, δηλαδὴ ἡ «ἀγάπη», σταδιακῶς κατηργήθη καὶ οἱ τράπεζες ἀπεσύρθησαν. Εἰς τὸ ἑξῆς οἱ πιστοὶ ἐκάθηντο εἰς τὰ ξύλινα καθίσματα (πάγκους), ὁποὺ εἶχαν τοποθετηθῇ κατὰ μῆκος τῶν τοίχων τῆς ἐκκλησίας, ἐνῶ ἡ ἀρχικὴ ξυλίνη τράπεζα μετεβλήθη εἰς λιθίνη, περιβαλλομένη πολὺ ἐνωρίς, εἰς Δύσιν καὶ Ἀνατολήν, ἀπὸ πολύτιμα καταπετάσματα καὶ τιμαλφεῖς διακοσμήσεις, πρὸς σαφῆ διάκρισι τῆς ἁγίας Τραπέζης ἀπὸ τὴς κοινῆς τραπέζης τοῦ γεύματος.

Ὑπ’ αὐτὲς τὶς λειτουργικὲς προϋποθέσεις καὶ ἀντιλήψεις ἐγεννήθη ἡ διάταξις τῆς παλαιοχριστιανικῆς Βασιλικῆς, διὰ τὴν ὁποίαν ἐλαμβάνετο μέριμνα ὥστε ἡ κόγχη τοῦ ἱεροῦ βήματός της νὰ ἔχῃ σαφῆ κατεύθυνσι πρὸς ἀνατολάς. Ἐν τούτοις λόγοι τοπογραφικοί, γεωφυσικοί, ἢ ἀρχαιολογικοὶ (λ.χ. προϋπάρχον κτίσμα, τὸ ὁποῖον μετεβάλλετο εἰς χριστιανικὴν ἐκκλησία), κάποιες φορὲς δὲν ἐπέτρεψαν τὸν κατ’ ἀνατολὰς προσανατολισμὸ κάποιων Βασιλικῶν· μερικαὶ δὲ ἐξ αὐτῶν εὑρίσκονται εἰς τὴν Ρώμην. Ἡ περίπτωσις τῶν ἐλαχίστων αὐτῶν μὴ προσανατολισμένων Βασιλικῶν, ἐν αἷς καὶ ἡ τοῦ Ἁγίου Πέτρου, ἐτέθη ὑπὸ τῆς «Λειτουργικῆς Κινήσεως» ὡς ἀδιαφιλονίκητον δῆθεν ἐπιχείρημα ὑπὲρ τῆς στροφῆς τοῦ λειτουργοῦ πρὸς τὸν λαόν.

Ὅμως, ὡς γνωστόν, ἡ Ἀποστολικὴ Παράδοσις ἀπαιτεῖ, ὄχι μόνον ὁ λειτουργὸς ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρο τὸ ἐκκλησίασμα νὰ εἶναι ἐστραμμένον πρὸς τὴν ἀνατολήν, κατὰ τὸ βιβλίο τῶν Ἀποστολικῶν Διαταγῶν καὶ τὸν Μέγα Βασίλειον, ὁποὺ προανεφέρθησαν, ἐπειδὴ «ὁ Θεὸς φῶς ἐστι νοητόν, καὶ ἥλιος δικαιοσύνης καὶ ἀνατολὴ ἐν ταῖς Γραφαῖς ὠνόμασται ὁ Χριστός... Καὶ φησὶ ὁ θεῖος Δαυίδ ... “ψάλλατε τῷ Κυρίῳ τῷ ἐπιβεβηκότι ἐπὶ τὸν οὐρανὸν τοῦ οὐρανοῦ κατὰ ἀνατολάς”. Ἔτι δέ ... ἐφύτευσεν ὁ Θεὸς παράδεισον ἐν Ἐδὲμ κατὰ ἀνατολάς· ἔνθα τὸν ἄνθρωπον, ὃν ἔπλασεν ἔθετο, ὃν παραβάντα ... ἀπέναντι τοῦ παραδείσου κατῳκισεν, ἐκ δυσμῶν δηλαδή. Τὴν οὖν ἀρχαίαν πατρίδα ἐπιζητοῦντες καὶ πρὸς αὐτὴν ἀτενίζοντες τῷ Θεῷ προσκυνοῦμεν... Ἀλλὰ μὴν καὶ ὁ Κύριος σταυρούμενος ἐπὶ δυσμὰς ἑώρα, καὶ οὕτω προσκυνοῦμεν πρὸς αὐτὸν ἀτενίζοντες. Καὶ ἀναλαμβανόμενος πρὸς ἀνατολὰς ἀνεφέρετο, καὶ οὕτως αὐτῷ οἱ ἀπόστολοι προσεκύνησαν, καὶ οὕτως ἐλεύσεται ... ὥσπερ ἡ ἀστραπὴ ἐξέρχεται ἀπὸ ἀνατολῶν ... οὕτως ἔσται ἡ παρουσία τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου... Αὐτὸν οὖν ἐκδεχόμενοι ἐπὶ ἀνατολὰς προσκυνοῦμεν» ὅλοι ἀνεξαιρέτως, κατὰ τὸν ἅγιον Ἰωάννην τὸν Δαμασκηνόν (7).

Ἐπὶ πλέον, οἱ ἐρευνηταὶ ἀπέδειξαν ἐπιπόλαιον τὸν ἐνθουσιασμὸ τῆς «Κινήσεως» διὰ τὸ ἀνωτέρω ἐπιχείρημα. Διότι, καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν ἀκόμη τῶν μὴ προσανατολισμένων Βασιλικῶν ὅλοι ἀτένιζαν πρὸς τὴν κεντρικὴ πύλη τοῦ ναοῦ, κατὰ τό: «Ἤγαγέ με ἐπὶ τὴν πύλην τὴν βλέπουσα κατὰ ἀνατολὰς καὶ ἐξήγαγέ με, καὶ ἰδοὺ δόξα Θεοῦ Ἰσραὴλ ἤρχετο κατὰ τὴν ὁδὸν τῆς πύλης τῆς βλεπούσης πρὸς ἀνατολάς, καὶ φωνὴ τῆς παρεμβολῆς ὡς φωνὴ διπλασιαζόντων πολλῶν καὶ ἡ γῆ ἐξέλαμπεν ὡς φέγγος ἀπὸ τῆς δόξης κυκλόθεν ... καὶ δόξα Κυρίου εἰσῆλθεν εἰς τὸν οἶκον κατὰ τὴν ὁδὸν τῆς πύλης τῆς βλεπούσης κατὰ ἀνατολὰς» (Ἰεζ. μβ΄ 1-4). Ὅλοι ἀνεξαιρέτως εἶχαν τὸν ἴδιον προσανατολισμόν, – «λαὸς ὁλόκληρος χεῖρας ἀνατείνοντες, πλήρωμα ἱερατικόν, καὶ πρόκειται ἡ φρικτὴ θυσία», κατὰ τὸν ἅγιον Ἰωάννην τὸν Χρυσόστομον (8) – δίχως ἀσφαλῶς νὰ ἔχουν τὰ νῶτα ἐστραμμένα πρὸς τὸ Θυσιαστήριον, διότι τὸ κεντρικὸν κλῖτος τῆς Βασιλικῆς παράμενε πάντοτε κενόν, διὰ τὸν ἄμβωνα καὶ τὰς ἐκτὸς τοῦ βήματος τελετουργίας.

Ἐξ ἀρχῆς οἱ πιστοὶ – χωρισμένοι οἱ ἄνδρες ἀπὸ τὶς γυναῖκες – συνωθοῦντο εἰς τὸ βόρειον καὶ τὸ νότιον  κλῖτος τοῦ ναοῦ, ὅπου οἱ ἡλικιωμένοι ἀκουμβοῦσαν εἰς τοὺς τοίχους πρὸς ἀνεύρεσιν μικρᾶς παρηγορίας ἐκ τῆς μακρᾶς ὀρθοστασίας των· γι’ αὐτὸ καὶ μόνον ἐπὶ τῶν τοίχων αὐτῶν ἐτέθησαν ἐπιμήκη ξύλινα καθίσματα (πάγκοι), καὶ ἀργότερα τὰ γνωστὰ εἰς ἡμᾶς στασίδια. Παραλλήλως, τὸ Θυσιαστήριον περιεβάλλετο γύρωθεν ἀπὸ τὰ πολύτιμα παραπετάσματα, δύο ἢ τρία κατὰ σειράν: α΄) τοῦ κιγκλιδώματος, ὅπου τὸ σημερινὸ τέμπλο τῶν Ὀρθοδόξων ἢ «τὸ περιστύλιον τῶν κανονικῶν» (jubé) τῶν λατινικῶν Βασιλικῶν ἢ τὸ μέγα καταπέτασμα τῶν Ἀντιχαλκηδονίων, β΄) τοῦ κιβωρίου καί, γ΄) τῶν τιμίων Δώρων. Ἔτσι τὸ Θυσιαστήριον παρέμενε ἀθέατον ἀπὸ τοὺς πιστούς, οἱ ὁποῖοι, κατὰ κάποιον τρόπον, τὸ περιέβαλλον μόνον εἰς τὴν σπανία περίπτωσιν τῶν μὴ προσανατολισμένων παλαιοχριστιανικῶν ἐκκλησιῶν. Κατὰ συνέπειαν ὁ ἱερεὺς ἵστατο πάντοτε πρὸ τῆς ἁγίας Τραπέζης ἐστραμμένος πρὸς ἀνατολάς, καθὼς καὶ ὅλος ὁ λαός.

Εἰς τὴν Ἐκκλησίαν ἀνέκαθεν ὑπῆρχε ἡ ἀντίληψις ὅτι ἡ οὐράνιος καὶ ἡ ἐπίγειος Λειτουργία ταυτίζονται καὶ ὅτι τὸ ἐπίγειον Θυσιαστήριον εἶναι μία εἰκὼν τοῦ ἀρχετύπου του, δηλαδὴ τοῦ οὐρανίου Θυσιαστηρίου ἐνώπιον τοῦ θρόνου τοῦ Θεοῦ. «Καὶ γὰρ καὶ τὰ ἐνταῦθα οὐρανός», βεβαιώνει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος (9). Τὸ γεγονὸς αὐτὸ καθώρισε καὶ τὴν θέσι τοῦ ἱερέως ἐνώπιον αὐτοῦ. Ἔτσι εἰς τὴν «Ἀποκάλυψιν», ὁ Ἄγγελος, ὁποὺ κρατεῖ τὸ θυμιατήριον (η΄, 3), καὶ οἱ Πρεσβύτεροι (δ΄, 10), ἵστανται ἐνώπιον τοῦ Θρόνου καὶ τοῦ Θυσιαστηρίου. Ἐπὶ πλέον, ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς ὥρισε ὥστε τὸ Θυσιαστήριον νὰ εὑρίσκεται ἔναντι τοῦ καταπετάσματος, τὸ ὁποῖον ἐχώριζε τὰ «Ἅγια» ἀπὸ τὰ «Ἅγια τῶν Ἁγίων» (Ἔξ. λ΄, 6), ὥστε εἰσερχόμενος ὁ Ἀαρὼν εἰς αὐτὰ νὰ ἵσταται ἐνώπιον τοῦ Θυσιαστηρίου, ἔχων τὰ νῶτα πρὸς τὸν λαόν.

Ὁ ἱερεύς, ἱστάμενος ἐπὶ εἴκοσι αἰῶνας, ὡς λειτουργός, ἐνώπιον τοῦ θυσιαστηρίου, ἀτενίζων κατὰ ἀνατολὰς καὶ ἔχων τὰ νῶτα πρὸς τὸν λαόν,  ὡς πρῶτος ἐν μέσῳ τῶν ἀδελφῶν του, ὡς κριὸς ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ (λογικοῦ) ποιμνίου, εἶναι ἡ κεφαλὴ τοῦ σώματος τῆς στρατευομένης τοπικῆς Ἐκκλησίας καὶ μεσιτεύει ὑπὲρ τῆς κοινῆς σωτηρίας. Ἀντιθέτως, ἱερουργῶν κατ’ ἐνώπιον τοῦ λαοῦ οἰκειοποιεῖται τὴν θέσιν τοῦ Θεοῦ (10), ἀσκεῖ μεγάλη ψυχολογικὴ πίεσιν εἰς τὸν λαό, καὶ ὁ ἴδιος αἰσθάνεται ὑπεροχικὰ ἔναντι τῶν πιστῶν· γι’ αὐτὸ καὶ ἡ ρωμαιο-καθολικὴ ἐκκλησία ἐχρησιμοποίησε τὴν νεοφανῆ αὐτὴν στάσι τοῦ λειτουργοῦ, προκειμένου νὰ ἑλκύσῃ νέους εἰς τὸν κλῆρον.

Ὁ ἱερεύς, ἐστραμμένος πρὸς τὸν λαό, δὲν ἐμφανίζεται πλέον ὡς ὁ ἐκπρόσωπος τῆς κοινότητος πρὸς τὸν Θεόν, ἀλλ’ εἶναι μᾶλλον ὁ ἠθοποιός, ὁ ὁποῖος καλεῖται νὰ ὑποδυθῇ, ἐπὶ τῆς σκηνῆς, τὸν ρόλο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Διὰ τῆς νέας αὐτῆς κληρικαλιστικῆς στάσεως παύει πλέον ὁ λειτουργὸς νὰ εἶναι ὁ ἀνώνυμος ὑπηρέτης τοῦ Θεοῦ, σὰρξ ἐκ τῆς σαρκὸς τῆς Ἐκκλησίας ἐντεταλμένος εἰς τὴν εἰδικὴν διακονίαν τοῦ μυστηρίου τῆς σωτηρίας, ἀλλὰ προΐσταται κυρίως διὰ τῆς προσωπικότητός του, τῆς χαρισματικῆς εἰ μή, κατὰ τοῦτον ἢ τὸν ἄλλον τρόπον, ἵσταται κατ’ ἐνώπιον ὅλων διὰ τοῦ προσωπικοῦ του ὕφους, τῆς ἀτομικῆς του ἱκανότητος, τῆς προσωπικῆς του «γοητείας» καὶ τῶν ἐν γένει ἰδιαιτέρων αὐτοῦ προσόντων. Διὰ τοῦτο καλεῖται πλέον νὰ ἀναπτύξῃ τὴν δημαγωγική του ἱκανότητα καὶ ὄχι τὸ χριστοκεντρικὸν ἦθος του, νὰ εἶναι εὐπαρουσίαστος, ἄψογος εἰς τὶς κινήσεις του καί, πρωτίστως, νὰ γνωρίζῃ τὶς ἀπαιτήσεις τῶν καλῶν τρόπων συμπεριφορᾶς, διότι πλέον τὰ βλέμματα ὅλων δὲν εἶναι ἐστραμμένα πρὸς τὸν Χριστόν, ἀλλὰ πρὸς αὐτόν. Εἰς τὸ ἑξῆς οἱ πιστοὶ θὰ προσέρχωνται εἰς τὴν λειτουργία διὰ νὰ χαροῦν τὴν γοητευτικὴ παρουσία αὐτοῦ ἢ τοῦ ἄλλου ἱερέως.

Ἐν τέλει, ἡ κατ’ ἐνώπιον τοῦ λαοῦ τέλεσις τῆς Λειτουργίας ἀπέτυχε νὰ μεταβάλῃ τὸν λαὸν εἰς συνδαιτυμόνας τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου, ὡς προσδοκοῦσαν κάποιοι «πρωτοπόροι» ρωμαιοκαθολικοί, διότι ὁ μόνος ὁποὺ πλησιάζει τὴν Τράπεζα τοῦ Δείπνου εἶναι ὁ ἱερεύς. Ὁ λαός, ἀπὸ συμμύστης τῆς ὑπὲρ αὐτοῦ πρὸς τὸν Θεὸν μεσιτείας τοῦ λειτουργοῦ – κατὰ τὸ πρότυπον τῆς ἐν Σινᾷ μεσιτείας τοῦ προφήτου Μωϋσέως, ὁ ὁποῖος, ἐν μέσῳ τοῦ γνόφου, μόνος αὐτὸς ὡμίλει πρὸς τὸν Θεὸν ὑπὲρ τοῦ λαοῦ – μεταπίπτει εἰς ψυχρὸν θεατὴν μίας κακοτέχνου θεατρικῆς παραστάσεως τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου.

Ἡ κατ’ ἐνώπιον τοῦ λαοῦ στάσις τοῦ λειτουργοῦ, ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὴν ἐργώδη προσπάθεια μειώσεως τοῦ θυσιαστικοῦ χαρακτῆρος τῆς θείας Εὐχαριστίας καὶ μονομεροῦς ὑπερτονισμοῦ τῆς ἐννοίας τοῦ δείπνου, ἐντὸς τῶν «πρωτοποριακῶν» πλαισίων τῶν ἱστορικῶν συμβιβασμῶν τῆς Β΄ Βατικανῆς «Συνόδου», ἐξυπηρετεῖ μᾶλλον τὴν προσέγγισι Διαμαρτυρομένων καὶ Ρωμαιοκαθολικῶν. Ἡ πιθανὴ ἐπικράτησις τοῦ νέου αὐτοῦ «τύπου» καὶ εἰς τὴν καθ’ ἡμᾶς Ἀνατολή, θὰ ἀποβῇ λίαν εὐεργετικὴ μόνον εἰς τὴν δημιουργία μίας οἰκουμενιστικῆς λειτουργικῆς ὁμοιομορφίας. Ὅπως εἶχαν τὴν παρρησία νὰ ὁμολογήσουν διακεκριμένοι ρωμαιοκαθολικοὶ θεολόγοι, ἡ τέλεσις τῆς Λειτουργίας «κατ’ ἐνώπιον τοῦ λαοῦ» εἶναι ἀλλαγὴ τῆς προοπτικῆς, εἶναι μία πλάνη, διότι προσανατολίζει τὴν Ἐκκλησία πρὸς τὸν ἄνθρωπο καὶ ὄχι πρὸς τὸν Θεόν!






(1) Πρβλ. Mgr Klaus Gamber, “Tournés vers le Seigneur!”, éditions St-Madeleine, Le Barroux, France 1993.

(2) ΒΕΠΕΣ, τ. 2, σ. 53.

(3) ΒΕΠΕΣ, τ. 52, σ. 287.

(4) Πρβλ. τὸ  δημοσιευθέν, τὸ 1526, βιβλίο του: «Ἡ γερμανικὴ λειτουργία καὶ ὁ καθορισμὸς τῆς θείας λατρείας», ὅπου, εἰς τὴν ἀρχὴ τοῦ κεφαλαίου: «Ἡ Κυριακὴ διὰ τοὺς λαϊκούς», ὁμιλεῖ περὶ «τῆς αὐθεντικῆς λειτουργίας ὅπως αὐτὴ θὰ τελῆται ὑπὸ τῶν πνευματικῶν χριστιανῶν...».

(5) ΒΕΠΕΣ, τ. 2, σ. 218, 220.

(6) ΒΕΠΕΣ, τ. 2, σ. 53.

(7) «Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως», Δ΄ (12) 85, ἔκδ. «Πουρναρᾶ», Θεσσαλονίκη 1985, σ. 362.

(8) P.G. 62, 204.

(9) P.G. 61, 313

(10) Συμφώνως πρὸς μία μεσαιωνικὴ λατινικὴ διδασκαλία, μόνον ὁ Πάπας τῆς Ρώμης λειτουργεῖ κατ’ ἐνώπιον τοῦ λαοῦ, ὡς ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ Θεοῦ ἐπὶ τῆς γῆς.


Ἡ «κατ’ ἐνώπιον τοῦ λαοῦ» τέλεσις τῆς θείας Λειτουργίας


Ἀρχιμανδρίτου Νικοδήμου Μπαρούση

Οι μυστικές ευχές των λαϊκών




Οι παρατηρήσεις πάνω σ’ ένα λειτουργικό θέμα, οι οποίες στην συνέχεια θα διατυπωθούν, πιστεύω ότι δεν αποτελούν ανεπίκαιρους σχολιασμούς, διότι αφ’ ενός μεν η λατρεία της Εκκλησίας μας, το τελετουργικό της, είναι διαρκώς παρόν μέσα στην ζωή μας, αφ’ ετέρου δε διότι τον τελευταίο καιρό είδαν το φως της δημοσιότητος πολλά κείμενα και έγιναν πολλές και ενδιαφέρουσες συζητήσεις –κάποιες φορές, μάλιστα, με αρκετή ένταση– γύρω από σημαντικά θέματα της λατρείας μας.
Αυτά που θα σημειωθούν δεν είναι πορίσματα ενός ειδικού λειτουργιολόγου, ούτε επίσης καρπός μιας γενικής εκσυγχρονιστικής η συντηρητικής ιδεολογικής τοποθέτησης, που είναι και οι δυό συνήθεις στον καιρό μας. Είναι παρατηρήσεις ενός τελεστή των μυστηρίων, ο οποίος προσπαθεί ν’ ακούη τις συζητήσεις που γίνονται, αλλά πριν απ’ όλα επιθυμεί να βλέπη το νόημα της παραδεδομένης τελετουργικής μέσα από τις ερμηνείες των αγίων Πατέρων.

Αιτίες, λοιπόν, του κειμένου αυτού είναι, αφ’ ενός μεν η καλοκαιρινή καταφυγή, λόγω προσωπικού ενδιαφέροντος, αλλά και θεολογικών προκλήσεων, στα πατερικά έργα: Μυσταγωγία του αγίου Μαξίμου του ομολογητού και Ερμηνεία της θείας Λειτουργίας του αγίου Νικολάου του Καβάσιλα, αφ’ ετέρου δε η ωρίμανση της διαπίστωσης ότι κατά τις σύγχρονες λειτουργιολογικές συζητήσεις παραθεωρείται η σημασία των διακονικών εκφωνήσεων, οι οποίες αφήνονται θεολογικά και ποιμαντικά ανεκμετάλλευτες, αφού εμμέσως πλην σαφώς θεωρούνται ως κάτι το επουσιώδες μέσα στην λατρεία μας, από αυτούς κυρίως που θέλουν να επιβάλουν την εις επήκοον πάντων ανάγνωση των ιερατικών ευχών. Οι προτρεπτικές εκφωνήσεις, πάντως, (οι συναπτές –μεγάλη και μικρή– η εκτενής, τα πληρωτικά κ.α.) δείχνουν συν τοις άλλοις τον ποιμαντικό χαρακτήρα του τελετουργικού της Εκκλησίας μας.

Ο τρόπος ανάγνωσης των ευχών από τον λειτουργούντα Ιερέα –μυστικώς, «καθ’ εαυτόν», εκφώνως η «γεγονυία τη φωνή»– θεωρείται από πολλούς ως το κεντρικότερο σύγχρονο λειτουργικό θέμα. Κάποιοι, μάλιστα, συναρτούν την αναζωπύρωση της λειτουργικής ζωής με την εις επήκοον πάντων ανάγνωση των ευχών, θεωρώντας παράλληλα ως σύμπτωμα λειτουργικής παρακμής την μυστική ανάγνωσή τους. Είναι προφανές ότι η εμμονή σ’ αυτό το σημείο συνιστά μονομέρεια, η οποία μας οδηγεί μακριά από το πνεύμα της ορθόδοξης λατρείας.
Για την παραδοσιακή θέση στο θέμα των ιερατικών ευχών έχουν γραφή αρκετά κείμενα (άρθρα, εισηγήσεις σε συνέδρια κ.α.), τα οποία τεκμηριώνουν με πληθώρα πατερικών παραπομπών την «καθ’ εαυτούς» ανάγνωση των ευχών από τους Ιερείς. Ενδεικτικά σημειώνουμε ότι, εκτός από τα σχετικά κείμενα του Σεβ. Μητροπολίτου μας κ. Ιεροθέου, σημαντική για το θέμα αυτό είναι η αρθρογραφία του Αρχιμ. Νικοδήμου Μπαρούση. Αυτό που αποκομίζει ο αναγνώστης από τα κείμενα αυτά είναι, ότι τα συζητούμενα λειτουργικά θέματα δεν είναι απλά και επιφανειακά, δεν αφορούν ανώδυνες ρυθμίσεις η μεταρρυθμίσεις του τελετουργικού, αλλά είναι θέματα που σχετίζονται με βαθιές αλλοιώσεις της εκκλησιαστικής ζωής.
Μέσα στο πνεύμα αυτής της γενικής παρατήρησης θα γίνη στη συνέχεια μια προσπάθεια να καταδειχθή και, κατά κάποιο τρόπο, να αποκατασταθή η σημασία των προτρεπτικών εκφωνήσεων, τις οποίες απευθύνει ο Διάκονος η ο Ιερέας προς τους λαϊκούς και τους καλεί να αναπέμψουν την δική τους μυστική ευχή.
Οι εκφωνούμενοι λόγοι της θ. Λειτουργίας καλύπτουν πλήρως την εσωτερική ανάγκη του πιστού για την προετοιμασία της μυστηριακής υποδοχής του Χριστού. Αυτό το αποδεικνύει ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής στο έργο του Μυσταγωγία, στο οποίο ερμηνεύει μόνον ορισμένα από τα εκφωνούμενα μέρη της θ. Λειτουργίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι ως απλός μοναχός δεν καταπιάνεται καθόλου στο έργο του αυτό με τις ιερατικές ευχές. Τις τιμά με την σιωπή του. Ερμηνεύει μόνον ο,τι βλέπει και ο,τι ακούει ο λαός. Επιπλέον αφήνει έξω από κάθε ερμηνευτική προσέγγιση όλη την «αγία αναφορά». Έτσι, από την ερμηνεία του τρισαγίου ύμνου περνά στο «τίνος εστί σύμβολον η αγία προσευχή του Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς». Ο άγιος Μάξιμος, με την ερμηνεία του αυτή δείχνει το πως ένας απλός μοναχός η ένας μυημένος λαϊκός μπορεί να βιώση την τελετή του μυστηρίου της θ. Ευχαριστίας. Το πως μπορεί να απολαύση, χωρίς ν’ ακούη τις μυστικές ευχές του Ιερέα, την υιοθεσία του από τον Θεό και την πρόγευση των μελλόντων αγαθών.
Ο άγιος Νικόλαος ο Καβάσιλας αναφέρεται σ’ αυτό το «πως» σε πολλά σημεία της ερμηνείας του στην θεία Λειτουργία. Μιλά κι’ αυτός για την σιωπή και τον λόγο της τελετής. Μιλά για την «καθ’ εαυτόν» ευχή του Ιερέα, αλλά εμμέσως και για τις μυστικές ευχές των λαϊκών. Στην ερμηνεία, για παράδειγμα, των αντιφώνων, του πρώτου μέρους της θ. Λειτουργίας, γράφει: «εν όσω δε των αιτήσεων ο διάκονος εξηγείται, και ο ιερός λαός εύχεται, ο ιερεύς ένδον ευχήν ποιείται ησυχή και καθ’ εαυτόν...». Ενόσω, δηλαδή, ο Διάκονος δίνει στον λαό το υλικό των αιτημάτων του προς τον Θεό και «ο ιερός λαός εύχεται», εννοείται μυστικώς, ο Ιερέας μέσα στο Ιερό Βήμα κάνει «καθ’ εαυτόν», «ησυχή», την δική του ευχή. Ο «ιερός λαός» δεν εύχεται με τα λόγια των προτρεπτικών εκφωνήσεων. Ούτε οι εκφωνήσεις αυτές είναι η προσευχή του Διακόνου εν ονόματι του λαού. Ο λαός προτρέπεται μ’ αυτές να ευχηθή «εν ειρήνη» μέσα στο πνεύμα της ολοκληρωτικής παραδόσεως «εαυτών και αλλήλων» στα χέρια του Χριστού («Χριστώ τω Θεώ»). Αυτή η ευχή των λαϊκών πραγματοποιείται «ανεκφωνήτως» με την μυστική στροφή του νου τους στον Θεό, υπό την καθοδήγηση του Διακόνου.
Παρακάτω, επίσης, ο άγιος Νικόλαος Καβάσιλας σημειώνει: «ο δε ιερεύς πάλιν ευχήν ποιησάμενος υπέρ των συνευχομένων αυτώ πιστών, ίνα ων έκαστος ιδία αιτείται παρά του Θεού τύχοι κατά το αυτώ συμφέρον...». Το «ων έκαστος ιδία αιτείται» σημαίνει ότι ο λαός υπακούοντας στην προτροπή του Διακόνου κάνει μυστικώς την δική του άτυπη ευχή και ο Ιερέας η ο Επίσκοπος, ως προεστώς της Ευχαριστίας, ενισχύει με την δική του μυστική ευχή την ευχή των λαϊκών. Η ευχή του Ιερέα δεν εκφωνείται, γιατί δεν είναι λόγος που πρέπει να προσληφθή από τον λαό, ούτε είναι τύπος προσευχής που πρέπει να διδαχθή στο συνευχόμενο πλήρωμα της Εκκλησίας. Κάθε λαϊκός «ιδία αιτείται». Όχι μόνο για ανθρώπινα πράγματα (του Έθνους, της πόλεως η υπέρ του ρυσθήναι από πάσης θλίψεως), αλλά και για ανώτερα και θεολογικότερα (υπέρ των προσκομισθέντων και αγιασθέντων τιμίων δώρων, όπως ο φιλάνθρωπος Θεός ημών..., αντικαταπέμψη ημίν την θείαν χάριν...). Ο Ιερέας δεν επιβάλλει στους λαϊκούς την δική του ευχή. Ο Επίσκοπος η ο Πρεσβύτερος στέκεται (οφείλει να στέκεται) ενώπιον του Θεού με όλη την καρδιά, την διάνοια και την δύναμή του, ζητώντας τα πραγματικά συμφέροντα του λαού, έχοντας επάνω του το βάρος των παθών και των παθημάτων του λαού, όσων η ποιμαντική του ευαισθησία συνέλαβε και επωμίσθηκε. Σ’ αυτήν την κατ’ ενώπιον Θεού λειτουργική του στάση, δεν κάνει τίποτε που να αποσπά την προσοχή του από τον Θεό. Δεν στρέφεται στον λαό. Δεν κάνει μέσω των ευχών διάλογο μαζί του, ούτε επιδιώκει με αυτές να τον κατηχήση. Ο διάλογος και η κατήχηση βρίσκονται σε άλλα σημεία της θ. Λειτουργίας. Άλλωστε με τον λαό λειτουργικά επικοινωνεί κυρίως ο Διάκονος. Σ’ αυτόν ανήκουν τα λεγόμενα «ειρηνικά», τα «πληρωτικά», και οι άλλες προτρεπτικές εκφωνήσεις, ενώ οι δοξολογικές καταλήξεις και όσα έχουν σχέση με την μεταβολή των τιμίων δώρων ανήκουν στον προεστώτα της Θ. Ευχαριστίας.
Με όλα τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι το λαϊκό στοιχείο της Εκκλησίας δεν είναι αδρανές μέσα στην τελετουργία της θ. Ευχαριστίας. Δεν είναι ένας παθητικός δέκτης των λόγων που εκφωνεί ο τελεστής του μυστηρίου. Προτρέπεται να κινείται νοερά προσευχόμενο, αποχωριζόμενο από κάθε βιοτική μέριμνα. Έπειδή, όμως, κάθε λαϊκός πιστός, στην προσπάθειά του να αποκολληθή από το βαρύ υλικό των ποικίλων παθών του, ως ιδιαίτερη υπόσταση, έχει τον δικό του ιδιόμορφο αγώνα, γι’ αυτό μέσα στην ορθόδοξη λατρεία έχει την δυνατότητα «ιδία έκαστος» να προσεύχεται, έως ότου φθάση στην «ενότητα της πίστεως» και στην «κοινωνία του Αγίου Πνεύματος».

Οι μυστικές ευχές των λαϊκών (Πρωτ. Θωμάς Βαμβίνης)

Πηγή: "Εκκλησιαστική Παρέμβαση" Σεπτέμβριος 2006

Sourse: http://www.alopsis.gr/

Περί τής Αγίας τριάδος




De sancta trinitate


ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ∆ΑΜΑΣΚΗΝΟΥ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑ∆ΟΣ.

αʹ. Περὶ μὲν τῆς ἁγίας Τριάδος τῆς ὁμοουσίου, ζωοποιοῦ,  μίαν φύσιν ὁμολόγει, μίαν θέλησιν, μίαν ἐνέργειαν,  μίαν δύναμίν τε καὶ ἐξουσίαν, καὶ κυριότητα, ὅτι καὶ μία θεότης τρεῖς ὑποστάσεις, ἤτοι τρία πρόσωπα, φυλασσομένης ἑκάστῳ προσώπῳ τῆς ἰδιότητος.  Ἐπὶ δὲ τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας τοῦ ἑνὸς τῆς ἁγίας Τριάδος, ἤτοι τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ δύο φύσεις, θεότητός τε καὶ ἀνθρωπότητος,  δύο θελήσεις ὡσαύτως καὶ ἐνεργείας,  μίαν ὑπόστασιν, ἤγουν ἓν πρόσωπον, ὅτι εἷς καὶ αὐτός ἐστιν, ὁ πρὸ τῶν αἰώνων γεννηθεὶς  ἀῤῥεύστως καὶ ἀσωμάτως, καὶ ἐπ' ἐσχάτων τῶν χρόνων ἐκ τῆς ἁγίας ἀειπαρθένου Μαρίας τῆς Θεοτόκου κυηθεὶς ἀῤῥήτως καὶ ἀῤῥυπώτως· ὅλος ἄνθρωπος ὁ αὐτὸς καὶ Θεὸς, ἐν μιᾷ ὑποστάσει γνωριζόμενος  ἀπαθὴς θεότητι,  καὶ παθητὸς τῷ προσλήμματι· σῶα μετὰ τόκον φυλάξας  δηλαδὴ τῆς παρθενίας  τὰ σήμαντρα, τουτέστι τὰς  95.12  σφραγίδας.  Ἐρώτ.  ∆ιὰ τί  ὁ Υἱὸς ἐνηνθρώπησε,  καὶ  οὐχ  ὁ Πατὴρ, οὐδὲ τὸ Πνεῦμα; καὶ τί ἐνανθρωπήσας κατώρθωσε; Ἀπόκρ. Πατὴρ ὁ Πατὴρ, καὶ οὐχ Υἱός. Υἱὸς ὁ Υἱὸς, καὶ οὐ Πατήρ· Πνεῦμα ἅγιον τὸ Πνεῦμα, καὶ οὐ Πατὴρ, οὐδὲ Υἱός· ἡ γὰρ ἰδιότης ἀκίνητος. Ἢ πῶς ἂν ἰδιότης, κινουμένη, ἢ μεταπίπτουσα; ∆ιὰ τοῦτο ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ Υἱὸς γίνεται  ἀνθρώπου,  ὁ σαρκωθεὶς ἐκ τῆς ἁγίας Παρθένου, καὶ οὐκ ἐξέστη τῆς ὑϊκῆς ἰδιότητος.  Ἐνηνθρώπησε  δὲ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ἵν'  ἐφ'  ᾧπερ  ἐποίησεν  τὸν  ἄνθρωπον, πάλιν  αὐτῷ  χαρίσηται  ἀθανασίαν,   καὶ  αἰώνιον   ζωὴν  εἰς  ἀπόλαυσιν  τῶν  αἰωνίων ἀγαθῶν. Ἀμήν· γένοιτο, γένοιτο.

βʹ. Πατὴρ καὶ Υἱὸς, οὐ δύο ἄναρχα,  ἀλλὰ ἀμεσίτευτα· μίξις φθορὰν  ἐργάζεται, καὶ οὕτω  μίγνυται,  ὡς τὸ ὕδωρ καὶ ὁ οἶνος· ἕνωσις,  ὅταν  συνάφειά  τις γένηται,  μὴ
ἐλαττουμένου  ἑτέρου, μηδὲ φθειρομένου,  ἀλλὰ μένοντος ἐν ᾧ ἐστιν· ὡς ἡ ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα· οὕτω καὶ ὁ Χριστὸς, ὁ Θεὸς Λόγος τέλειος, καὶ ἄνθρωπος τέλειος, ἥνωται μὲν, οὐ συγκέχυται  δέ. Εἷς Θεὸς, Πατὴρ Λόγου ζῶντος,  σοφίας ὑφεστώσης καὶ δυνάμεως  καὶ χαρακτῆρος ἀϊδίου, τέλειος τελείου γεννήτωρ,  Πατὴρ Υἱοῦ μονογενοῦς,  καὶ εἷς Κύριος, μόνος ἐκ μόνου, Θεὸς ἐκ Θεοῦ, χαρακτὴρ καὶ εἰκὼν τῆς θεότητος, Λόγος ἐνεργὸς, σοφία τῆς  τῶν  ὅλων  στάσεως  περιεκτικὴ,   καὶ  δύναμις  τῆς  ὅλης  κτίσεως  ποιητικὴ,   Υἱὸς ἀληθινὸς  ἀληθινοῦ  Πατρὸς, ἀόρατος ἀοράτου, καὶ ἄφθαρτος ἀφθάρτου,  καὶ ἀθάνατος ἀθανάτου,  καὶ ἀΐδιος ἀϊδίου· καὶ ἓν Πνεῦμα ἅγιον,  ἐκ Θεοῦ τὴν ὕπαρξιν ἔχον,  καὶ διὰ Υἱοῦ πεφηνὸς,  δηλαδὴ τοῖς ἀνθρώποις.  Εἰκὼν τοῦ Υἱοῦ τελεία καὶ ζωὴ, ζώντων  αἰτία, πηγὴ ἁγία, ἁγιότης,  ἁγιασμοῦ χορηγὸς,  ἐν ᾧ φανεροῦται  Θεὸς ὁ Πατὴρ, ὁ ἐπὶ πάντων καὶ  ἐν  πᾶσι·  καὶ  Θεὸς ὁ Υἱὸς, ὁ διὰ  πάντων·  Τριὰς τελεία,  δόξῃ  καὶ  ἀϊδιότητι  καὶ βασιλείᾳ,  μὴ μεριζομένη,  μηδὲ ἀπαλλοτριουμένη. Οὔτε οὖν  κτιστόν  τι,  ἢ δοῦλον  ἐν Τριάδι, οὔτε ἐπείσακτον,  ὡς 95.13 πρότερον μὲν οὐχ ὑπάρχον,  ὕστερον δ' ἐπεισελθόν. Οὔτε γὰρ ἐνέλιπέ ποτε Υἱὸς Πατρὶ, οὔτε Υἱῷ Πνεῦμα· ἀλλ' ἄτρεπτος καὶ ἀναλλοίωτος ἡ αὐτὴ Τριὰς ἀεί. Οὕτως γὰρ ἡμεῖς πιστεύομεν τὴν μακαρίαν καὶ ζωοποιὸν καὶ ἀδιαίρετον ἁγίαν   Τριάδα.  Πατὴρ,  Υἱὸς,  καὶ  Πνεῦμα  ἅγιον,   τρία  πρόσωπα,   μία  εἰκών·  τρεῖς χαρακτῆρες,  μία ἐκτύπωσις·  τρεῖς ὑποστάσεις,  μία θεότης·  τρία ἰδιώματα,  μία οὐσία· τρεῖς ἐνέργειαι,  μία χάρις· τρεῖς ὑπάρξεις, μία ἰσότης· τρεῖς ἐπιγνώσεις,  μία δόξα· τρία ὀνόματα,   μία  ὁμολογία·  τρεῖς  ὁμολογίαι,   μία  πίστις.  Θεός ἐστιν,  ἀΐδιος  οὐσία  καὶ
ἀπαράλλακτος,  δημιουργικὴ τῶν ὄντων.  Θεός ἐστι φῶς ἀκρότατον καὶ ἀπρόσιτον, οὔτε νῷ καταληπτὸν,  οὔτε λόγῳ ῥητόν.
γʹ. Ἐρώτ. Ὁσαχῶς ὁ Θεός; Ἀπόκρ. Θεὸςὁ Πατήρ· Θεὸς ὁ Υἱός· Θεὸς τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον·  ἡ  μακαρία  φύσις,  ἡ  ἄφθονος  ἀγαθότης·  τὸ  ἀγαπητὸν  πᾶσι  τοῖς  τοῦ  λόγου μετειληφόσι, τὸ πολυπόθητον  κάλλος, ἡ ἀρχὴ τῶν ὄντων, ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς, ἡ ἀπρόσιτος σοφία,  ἡ ἄτρεπτος  φύσις,  ἡ ἀνενόχλητος ζωὴ,  ἡ ἄλυπος  διαγωγὴ,  περὶ ἣν οὐκ ἔστιν ἀλλοίωσις,  ἧς οὐχ ἅπτεται μεταβολή· ἡ βρύουσα πηγὴ, ἡ ἄφθονος χάρις, ὁ ἀδαπάνητος θησαυρός.
δʹ·  Ὁμολογοῦμεν  τὸν  Κύριον ἡμῶν  Ἰησοῦν  Χριστὸν τὸν  μονογενῆ  Υἱὸν καὶ Λόγον τοῦ Πατρὸς, φῶς ἐκ φωτὸς, Θεὸν ἀληθινὸν ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ, σαρκωθῆναί τε καὶ ἐνανθρωπῆσαι    ἐκ   Πνεύματος   ἁγίου,   καὶ   ἐκ   τῆς   ἁγίας   ἐνδόξου   Θεοτόκου  καὶ ἀειπαρθένου  Μαρίας. Θεὸν τέλειον  τὸν αὐτὸν,  καὶ ἄνθρωπον  τέλειον,  ἕνα καὶ μόνον Υἱὸν, καὶ πρὸ τῆς σαρκώσεως, καὶ μετὰ τὴν σάρκωσιν· ὁμοούσιον τῷ Πατρὶ κατὰ τὴν θεότητα,  κατὰ πάντα ὅμοιον ἡμῖν,  καὶ ὁμοούσιον ἡμῖν κατὰ τὴν ἀνθρωπότητα, χωρὶς ἁμαρτίας γενόμενον  ἄνθρωπον·  πρὸ αἰώνων  μὲν ἐκ τοῦ Πατρὸς γεννηθέντα  κατὰ τὴν θεότητα, ἐπ' ἐσχάτων δὲ τῶν ἡμερῶν τὸν αὐτὸν δι' ἡμᾶς καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν ἐκ τῆς ἁγίας Θεοτόκου καὶ Ἀειπαρθένου Μαρίας, ἕνα καὶ μόνον Υἱὸν ἐν δυσὶ φύσεσιν, ἀσυγχύτως,  ἀτρέπτως,  ἀδιαιρέτως  γνωριζόμενον. ∆ύο γὰρ φύσεις συνῆλθον  ἀλλήλαις καθ' ἕνωσιν ἀδιάσπαστον, ἀσύγχυτον,  ἄτρεπτον.  Ἡ γὰρ σὰρξ, σάρξ ἐστι, καὶ οὐ θεότης, εἰ  καὶ  γέγονε  Θεοῦ σάρξ· ὁμοίως  καὶ  ὁ Λόγος, Θεός ἐστι καὶ  οὐ  σὰρξ, εἰ  καὶ  μίαν ἐποιήσατο τὴν σάρκα διὰ τῆς οἰκονομίας· δύο τοίνυν  τὰς φύσεις εἶναί φαμεν,  ἕνα δὲ Χριστὸν, καὶ Υἱὸν, καὶ Κύριον τὸν τοῦ Θεοῦ Λόγον ἐνανθρωπήσαντα  καὶ σεσαρκωμένον. Οὐ γὰρ τὴν ἑαυτοῦ δόξαν 95.16 ἠλάττωσεν ὁ ∆εσπότης, ὅτι σάρκα ἀνέλαβε· πρὶν μὲν γὰρ λαβεῖν  αὐτὸν  τὴν  σάρκα, καὶ  ταπεινῶσαι  ἑαυτὸν,  ἄγγελοι  μόνον  ἐγίνωσκον  αὐτόν· ἐπειδὴ δὲ ἐταπείνωσεν ἑαυτὸν, ἅπασα ἡ τῶν ἀνθρώπων φύσις ἐπέγνω αὐτόν. Ὁρᾷς, πῶς ἡ  ταπείνωσις  οὐκ  ἐλάττωσιν  εἰργάσατο,  ἀλλὰ  πλεῖον  αὐτοῦ  τὴν  δόξαν  διαλάμψαι ἐποίησεν. Εἰ δέ τις τῶν περιέργων λέγει, ὅτι ἡ θεότης ἐν τῷ σταυρῷ ἦν, ἢ οὐκ ἦν, ποιεῖ αὐτὴν μὴ ἐν παντὶ οὖσαν, καὶ περιγραπτὴν  εἰς ἕνα τόπον· ἡμεῖς δὲ λέγομεν  τὸν Θεὸν ἀπερίγραπτον καὶ ἀκατάληπτον.
εʹ. Ἐρώτ. Πόθεν ἐτυμολογεῖται  Θεός; Ἀπόκρ. Παρὰ τὸ, θῶ, τὸ κατασκευάζω, καὶ ποιῶ· ὡς πάντων  ποιητὴς,  καὶ τῆς τῶν πάντων  κατασκευῆς αἴτιος, ἢ παρὰ τὸ, θέω, τὸ τρέχω. Καὶ γὰρ Θεὸς πανταχοῦ πάρεστι. Ἢ Θεὸς, παρὰ τὸ θεᾶσθαι· ἐθεάσατο γὰρ ὁ Θεὸς τὰ πάντα  πρὶν  γενέσεως  αὐτῶν.  Κύριος δὲ παρὰ τὸ κῦρος,  ὃ σημαίνει  τὴν  ἐξουσίαν. Ἐρώτ. Τί ἐστιν ἕνωσις; Ἀπόκρ. Τὸ καθ' ὑπόστασιν, καὶ τὸ ἐκ διαφόρων φύσεων ὑφεστὼς πρᾶγμα.  Ἐρώτ. Μεταδοτική  ἐστιν ἡ θεία φύσις,  ἢ μεταληπτική;  Ἀπόκρ. Μεταδοτική. Ἐρώτ. Τί ἐστι συναλοιφή; Ἀπόκρ. Ἡ σύγχυσις. Ἐρώτ. Ποίοις ὀνόμασι τιμᾶται ὁ Πατὴρ, καὶ κατὰ τί εἴρηται Πατήρ; Ἀπόκρ. Εἷς Πατὴρ, ὁ ἅγιος Θεὸς, καὶ παντοκράτωρ,  ἄναρχος, ἀΐδιος, ἀθάνατος, ἀπερίβλεπτος, ἀνερμήνευτος, ἀτελεύτητος, ἀδιάδοχος, ἀκίνητος, ἀνεξερεύνητος.  Εἴρηται Πατὴρ, διὰ τὸ πάντα  τηρεῖν.  Ἐρώτ. Ποίοις ὀνόμασι τιμᾶται  ὁ Υἱὸς, καὶ  κατὰ  τί  εἴρηται  Υἱός; Ἀπόκρ.  Εἷς Υἱὸς, ὁ ἅγιος  Λόγος, ἄῤῥητον  γέννημα, ἀμύθητος Λόγος, ἀπερίβλεπτος νοῦς, φῶς ζωῆς, ἥλιος δικαιοσύνης, ποιμὴν, θύρα, ὁδὸς, ἀμνός. Υἱὸς δὲ εἴρηται, ὅτι ἐκ τοῦ Πατρός. Ἐρώτ. Ποίοις ὀνόμασι τιμᾶται τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον;   κατὰ   τί   εἴρηται   Πνεῦμα;  Ἀπόκρ.   Ἓν   Πνεῦμα  ἅγιον,   κύριον,   ζωοποιὸν, φιλάνθρωπον, ἐνούσιον,  ἐνύπαρκτον,  ἐνυπόστατον,  βέβαιον,  ὀξὺ, ἀμέριμνον,  δύναμις ἁγιαστικὴ,  ὁμοούσιον Πατρὶ καὶ Υἱῷ. Ἀτμὶς γάρ ἐστι τῶν  ἄνω  δυνάμεων  τοῦ Θεοῦ· Πνεῦμα δὲ εἴρηται, διὰ τὸ καθ' ὃ ἐὰν βουληθῇ νεύειν καὶ πνεῖν.  Ἐρώτ. Τί ἐστιν Ἰησοῦς




Χριστός; Ἀπόκρ. Κύριος χωρὶς ἁμαρτίας ἐνανθρωπήσας.  Ἐρώτ. Τί ἐστι Χριστός; Ἀπόκρ. Σύμβολον θεότητος  καὶ ἐμψύχου  σαρκὸς, ἄτρεπτος  ἕνωσις· Χριστὸς δὲ 95.17 λέγεται, ἐπειδὴ καθ' ἡμᾶς ἐχρήσατο σαρκί. Ἐρώτ. Τί ἐστιν ἅγιος; Ἀπόκρ. Ὁ ἁγιάζων καὶ ἁγιαζόμενος.  Ἐρώτ. Τί ἐστιν,  Λόγος; Ἀπόκρ. Λόγος ἐστὶν οὐσιωδὴς,  ἀεὶ τῷ Πνεύματι συμπαρών· Ἐρώτ. Ἐν ποίᾳ ὑποστάσει προσκυνεῖς τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ; Ἀπόκρ. Ἐν τῇ τοῦ Θεοῦ Λόγου ὑποστάσει μίαν φύσιν σεσαρκωμένην καὶ προσκυνουμένην,  μίαν προσκύνησιν, ἐπεὶ ἐκ δύο συνελθουσῶν ἓν τὸ προσκυνούμενον  πρόσωπον. Οὐσίαι δύο, ἐνέργειαι δύο, θελήματα δύο, αὐτεξούσια δύο· πενταχῶς  δὲ ἡ ὑπόστασις· ὑπόστασις, καὶ πρόσωπον, καὶ χαρακτὴρ, καὶ ἴδιον, καὶ ἄτομον.

Ερευνητικό  έργο: ∆ΡΟΜΟΙ ΤΗΣ ΠΙΣΤΗΣ – ΨΗΦΙΑΚΗ  ΠΑΤΡΟΛΟΓΙΑ.

Πανεπιστήµιο Αιγαίου, Τµήµα Πολιτισµικής Τεχνολογίας  και Επικοινωνίας, ©  2006.
Επιτρέπεται  η ελεύθερη χρήση του υλικού µε αναφορά στην πηγή προέλευσής  του.
πηγή

" Τό παλάτι τῆς ψυχῆς "












Κάποτε, οἱ ἄγγελοι ἔχτιζαν ἕνα μικρό παλατάκι μέ χρυσᾶ καί ἀσημένια τοῦβλα. Ξαφνικά σταμάτησαν τήν οἰκοδομή στήν μέ­ση καί ἄρχισαν νά κλαῖνε.
῞Ενας Ἅγιος, πού τούς παρατηροῦσε, βρέθηκε σέ μεγάλη ἀπορία.
– Γιατί σταματήσατε τό χρυσό τό σπίτι στά μισά, καί γιατί κλαῖτε; ρώτησε.
Καί οἱ ἄγγελοι ἀπάντησαν:
– Σταματήσαμε τήν οἰκοδομή, γιατί ἡ ψυχή, γιά τήν ὁποία χτίζαμε τό παλατάκι, ἔκανε μιά μεγάλη ἁμαρτία.
Τί κρῖμα! Μιά ψυχή ἁμάρτησε καί τόσοι ἄγγελοι θρηνοῦνε. Τί κρῖμα! ῎Εχασε τό παλά­τι ἐπάνω στόν οὐρανό.
῎Ω! Καί ἄν σκεπτώμαστε, τί χάνουμε κάθε φορά πού ἁμαρτάνουμε, ποτέ δέν θά κάναμε τήν ἁμαρτία, γιατί οἱ ἄγγελοι θρηνοῦν οἱ οὐρανοί πενθοῦν καί τό παλάτι τῆς αἰώ­νιας εὐτυχίας μένει στά μισά καί πάντα ἀτελείωτο.

"Θρήνος Ιερομόναχου για ένα λογισμό"




Διηγήθηκε ο παπα-Εφραίμ ο Κατουνακιώτης: «Ήταν παλαιά στου Διονυσίου ένας πολύ ενάρετος παπάς. Πάντα λειτουργούσε με πολλή συναίσθηση και εσωτερικά δάκρυα.

»Κάποτε ήλθε στην Μονή ο Μητροπολίτης Πειραιώς, είδε τον παπά να λειτουργεί και σκέφτηκε: “Έναν τέτοιο παπά να είχα, πόσο κόσμο θα βοηθούσε!”.

»Λέγει λοιπόν στον Ηγούμενο γερο-Γαβριήλ: -Άγιε Καθηγούμενε, θα μου δώσεις τον τάδε παπά για την Μητρόπολη;

-Σεβασμιώτατε, πώς να σου τον δώσω; Αυτός ήρθε για καλόγερος. Εξάλλου δεν έχω την εξουσία να τον στείλω έξω.

-Μα Γέροντα, ξέρεις πόσο κόσμο θα βοηθήσει ένας τέτοιος παπάς; αντέτεινε ο Δεσπότης. Εσύ μόνο την ευλογία σου να δώσεις.

-Αφού το λέτε εσείς, νάναι ευλογημένο, μα πρέπει να ρωτήσουμε και τον ίδιον αν θέλει.

»Τον φώναξαν και του είπε ό Δεσπότης:

-Κοίτα, παπά. ο Γέροντας έδωσε ευλογία να σε πάρω κάτω. Εσύ τί λες; Είναι ανάγκη να κάνεις υπακοή στην Εκκλησία.

»Υπήκουσε ο παπάς, πήγε με τον Δεσπότη στον Πειραιά και τον έκανε και Πνευματικό. Λειτουργούσε με συναίσθηση και εξομολογούσε. Την 20η ημέρα που ήταν στον Πειραιά ήρθε μία γυναίκα να εξομολογηθεί και του ανέφερε ότι είναι πολύ στενοχωρημένη, διότι δεν έχει παιδιά, ενώ είναι χρόνια παντρεμένη. Τότε αμέσως από τον ευλαβή ιερέα πέρασε σαρκικός λογισμός, τον δέχθηκε και ένιωσε την χάρι του Θεού να τον εγκαταλείπει. Αμέσως τότε την ίδια μέρα αναχώρησε για το Άγιον Όρος μετανοιωμένος. Επί είκοσι μέρες όλο το μοναστήρι του Διονυσίου αντηχούσε από τον θρήνο του παπά. Την 21η ημέρα, από την υπερβολική του λύπη. έφυγε για τον ουρανό αφήνοντας όλους έκπληκτους, απορημένους και προβληματισμένους».

Ίσως ο Θεός οικονόμησε έτσι την σωτηρία του δίνοντάς του ισάριθμο ημερών διάστημα σωτηρίου μετανοίας εν τη μετανοία του. Ως εραστής της αγνείας μετανόησε ειλικρινά και υπερβολικά για τον λογισμό που δέχθηκε.

Ὁ Ἰωάννης Χρυσόστομος καὶ οἱ Καππαδόκαι Παναγιώτης Χρήστου



Ἡ παρουσία μιᾶς ἐκλεκτῆς τριάδος ἱεραρχῶν, ἡ ὁποία περιλαμβάνει, τὸν Μέγαν Βασίλειον, τὸν Γρηγόριον Θεολόγον καὶ τὸν Ἰωάννην Χρυσόστομον, ἔχει ἐπιβληθῆ κατὰ τρόπον ἐντυπωσιακὸν εἰς τὴν συνείδησιν τῆς Ὀρθοδοξίας.

Δὲν εἶναι τόσον δύσκολον νὰ ἐξηγηθῆ, διατὶ μεταξὺ τῶν πολλῶν ἀξιολόγων προσωπικοτήτων, τὰς ὁποίας ἀνέδειξεν ἡ Χριστιανικὴ Ἐκκλησία κατὰ τοὺς χρόνους τῶν Πατέρων, ἐξεχωρίσθησαν τρεῖς διὰ ν' ἀποτελέσουν αὐτὴν τὴν διακεκριμένην ὁμάδα. Ἡ ἐξύψωσις τριῶν μεγάλων ἱεραρχῶν δύναται νὰ θεωρηθῆ ὡς ἐνέργεια ἀποβλέπουσα εἰς τὴν προβολὴν ἐνώπιον τῶν Χριστιανῶν μιᾶς ἐξαιρέτου ἐπιγείου ἐκπροσωπήσεως τῆς τριαδικῆς θεότητος. Οἱ δὲ λόγοι διὰ τοὺς ὁποίους μεταξὺ πολλῶν ἐξεχωρίσθησαν αὐτοὶ οἱ τρεῖς εἶναι προφανῶς ποικίλοι. Ἦτο φανερὸν ὅτι θὰ ἐξηροῦντο ὅλοι οἱ μεγάλοι ἄνδρες τῆς περιόδου τῶν διωγμῶν, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀνταποκριθοῦν καθ' ὅλὴν τὴν γραμμὴν πρὸς τὰ ὀρθόδοξα κριτήρια τὰ ὁποῖα ἐπεκράτησαν μετ' αὐτήν. Ἦτο ἐπίσης φανερὸν ὅτι θὰ ἐξηροῦντο ὅλοι οἱ μεγάλοι ἄνδρες οἱ ὁποῖοι ἀνεφάνησαν ἀπὸ τὸν ε' αἰῶνα καὶ ἑξῆς. Ἡ πατερικὴ τριὰς ἔπρεπε νὰ συγκροτηθῆ ἀπὸ ἄνδρας ἀνήκοντας εἰς τὴν ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ τριαδολογικὸν πρόβλημα εὑρίσκετο εἰς ἰδιαιτέραν ἔξαρσιν καὶ ἀσχοληθέντας ζωηρῶς μὲ τὸ πρόβλημα τοῦτο.

Φαίνεται ὅτι ἐλήφθησαν ὑπ' ὄψιν δύο ἀκόμη προσόντα• τὸ νὰ ἀνήκουν εἰς ἐκεῖνο τὸ τμῆμα τῆς Ἐκκλησίας, τὸ ὁποῖον τὸν ια' αἰῶνα, ὅταν ἐθεσπίσθη ἡ κοινὴ ἑορτὴ των, ἀπετέλει τὸν κύριον κορμὸν τοῦ οἰκουμενικοῦ πατριαρχείου, καὶ νὰ ἔχουν ἀκολουθήσει τὴν ἀνθρωπιστικὴν παιδείαν, ἡ ὁποία ἐθεωρεῖτο ἀπαραίτητον συμπλήρωμα τῆς χριστιανικῆς παιδείας κατὰ τὴν ἰδίαν ἐποχήν.

Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον παρουσιάζεται μᾶλλον παράδοξον εἶναι ὅτι τὴν θέσιν τοῦ τρίτου δὲν καταλαμβάνει ὁ Γρηγόριος Νύσσης, ὁ μεγαλοφυὴς ἀδελφὸς τοῦ Βασιλείου, ὁ ὁποῖος ἐθεμελίωσε τὴν βαθυστόχαστον περὶ τοῦ πνευματικοῦ θεωρίαν τῆς Ὀρθοδοξίας. Τίποτε δὲν θὰ ἦτο φυσικώτερον ἀπὸ τὸ νὰ ἑορτάζεται εἰς μίαν ἡμέραν ἡ μνήμη τῆς διασήμου αὐτῆς εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς χριστιανικῆς σκέψεως θεολογικῆς τριάδος. Προφανῶς ὡρισμέναι δολιχοδρομίαι τοῦ Γρηγορίου Νύσσης, ἐμπνευσμέναι, ἀπὸ ὠριγενιστικὰς καὶ πλατωνικὰς ἀντιλήψεις, προεκάλουν τὴν ἀντίθεσιν πολλῶν δογματικῶς ἀκριβολογούντων θεολόγων.

Ἐξ ἄλλου ὁ Ἰωάννης Χρυσόστομος φαίνεται ἐκ πρώτης ὄψεως ἀταίριαστος εἰς αὐτὴν τὴν ὁμάδα, διότι, πλὴν τοῦ ὅτι ἡ ἀκμὴ του συμπίπτει εἰς χρόνον μεταγενέστερον τοῦ θανάτου τῶν ἄλλων δύο, ἀνήκει καὶ εἰς ἄλλην σχολὴν σκέψεως. Εἰς τὴν σύντομον αὐτὴν μελέτην θὰ παρουσιάσω ὡρισμένα στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα δεικνύουν ὅτι ἡ ἐντύπωσις αὐτὴ δὲν ἀνταποκρίνεται πλήρως εἰς τὰ πράγματα.

Ποὶα ἦτο ἡ θέσις τοῦ Ἰωάννου ἔναντι τῶν Καππαδοκῶν; Περὶ τοῦ ὅτι τοὺς ἐγνώριζεν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν ὁποιανδήποτε ἀμφιβολίαν. Οἱ Καππαδόκαι ἦσαν παρόντες εἰς τὴν ζωὴν καὶ τὴν σκέψιν του• παρόντες διὰ μέσου τῶν φίλων των καὶ τῶν βιβλίων των.

Ὑπάρχει μάλιστα ἕν πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὸν ζωντανὸν σύνδεσμον μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, ὁ ἀρχιεπίσκοπος Ἀντιοχείας Μελέτιος. Αὐτὸς καθωδήγησε τὸν Ἰωάννην εἰς τὰ πρῶτα του θεολογικὰ βήματα καὶ τὸν ἐχειροτόνησε διάκονον. Ὁ Μελέτιος ἀντεμετώπιζε δυσχερεῖς καταστάσεις, αἱ ὁποῖαι προήρχοντο ἀρχικῶς μὲν ἀπὸ τὸν ἐναντίον του διωγμὸν ἐκ μέρους τῆς φιλαρειανικῆς πολιτικῆς ἐξουσίας, ἡ ὁποία τὸν ἐκράτησεν ἐπὶ μακρὸν χρόνον ἐξόριστον, ἔπειτα δὲ καὶ ἀπὸ τὸν ἀνταγωνισμὸν ἐκ μέρους μικρᾶς μερίδος ζηλωτῶν ὑπερορθοδόξων, συσπειρωμένων περὶ τὸν ἀντεπίσκοπον Παυλῖνον. Ὁ δὲ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἔθεσεν ὡς ἕνα τῶν μεγάλων στόχων τῆς ἐκκλησιαστικῆς πολιτικῆς του τὴν ἐπίτευξιν τῆς ἀναγνωρίσεως τοῦ Μελετίου ἀπὸ ὁλόκληρον τὴν Ἐκκλησίαν, ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὴν φιλικῶς διακειμένην ἡγεσίάν της Ἀλεξανδρείας καὶ τῆς Ρώμης, ἦτο ὁ Μέγας Βασίλειος. Ἀξιόλογον μέρος τῆς σωζομένης ἀλληλογραφίας αὐτοῦ δεικνύει πόσον πολὺ ἀπησχόλει τὴν σκέψιν του ἡ ἀναζήτησις τρόπου ἀποκαταστάσεως τοῦ Μελετίου εἰς τὴν ἕδραν του. Τοῦ ἀφιέρωσεν ὅλην τὴν φροντίδα, τὴν ὁποίαν συναντῶμεν εἰς πᾶσαν σελίδα αὐτῶν τῶν ὑπερεκχειλιζουσῶν ἀπὸ ἀγάπην καὶ συμπάθειαν ἐπιστολῶν. Ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος ὁ Ἰωάννης ἀφιέρωσεν εἰς τὸν ἴδιον ὅλον του τὸν σεβασμόν, ὁ ὁποῖος μαρτυρεῖται πλὴν ἄλλων καὶ ἀπὸ τὸν ἐγκωμιαστικὸν πρὸς αὐτὸν λόγον του. Δὲν εἶναι φυσικὰ δυνατὸν νὰ ἠγνόει ὅλας αὐτὰς τὰς ἐνεργείας τοῦ Βασιλείου ὁ ἀφωσιωμένος μαθητὴς ἐκείνου Ἰωάννης. Ἡ ἀφοσίωσις αὐτοῦ καί ἡ ἀγάπη τοῦ πρώτου συνηντῶντο εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ ἀρχιεπισκόπου Ἀντιοχείας.

Ἐξ ἄλλου μὲ τὸν Μελέτιον εἶχον σύνδεσμον καὶ οἱ δύο Γρηγόριοι. Ὁ πρῶτος, ὁ Θεολόγος, τὸν διεδέχθη εἰς τὴν προεδρείαν τῆς Β' οἰκουμενικῆς συνόδου, ἀποθανόντα (381), ὁ δὲ δεύτερος, ὁ Νύσσης, ἐξεφώνησε τὸν ἐπικήδειον πρὸς τιμήν του λόγον.

Βραδύτερον, συνδετικὸν πρόσωπον ἔπαιξεν ἡ διακόνισσα Ὀλυμπιάς, προϊσταμένη τῶν φιλανθρωπικῶν ἔργων τοῦ Χρυσοστόμου εἰς τὴν Κωνσταντινούπολη. Αὐτὴ ἡ εὐγενὴς καὶ εὐσεβὴς γυνὴ ἦτο θυγάτηρ τῆς Θεοδοσίας, ἀδελφῆς τοῦ Ἀμφιλοχίου Ἰκονίου καὶ ἐξαδέλφης τοῦ Γρηγορίου Θεολόγου. Ὅταν ὑπανδρεύθη τὸν νεαρὸν ἔπαρχον Κωνσταντινουπόλεως Νεβρίδιον, τὸ 385, ὁ Γρηγόριος, μὴ δυνάμενος νὰ παραστῆ εἰς τοὺς γάμους λόγω ἀσθενείας, ἀπέστειλεν ὡραῖον ποίημα εἰς τοὺς νεονύμφους(1). Χηρεύσασα ἐνωρίς, ὑπηρέτησε τὴν Ἐκκλησίαν ὑπὸ τοὺς ἀρχιεπισκόπους Νεκτάριον καὶ Χρυσόστομον. Ἀλλὰ βεβαίως κατὰ τὴν δευτέραν φάσιν τοῦ διακονικοῦ σταδίου της οἱ μεγάλοι Καππαδόκαι δὲν ἔζων πλέον.

Ἀξίζει δὲ νὰ σημειωθῇ ὅτι ὁ Βασίλειος διετήρει ἀλληλογραφίαν τόσον μὲ τὸν Νεκτάριον τοῦτον, καταγόμενον ἐκ Ταρσοῦ καὶ γείτονα ἑπομένως τοῦ Ἀντιοχέως Ἰωάννου, ὅσον καὶ μὲ τὸν Διόδωρον, ἐπίσκοπον Ταρσοῦ καὶ διδάσκαλον τοῦ Ἰωάννου.

Αἱ κοιναὶ γνωριμίαι μὲ τρίτα πρόσωπα ἀποτελοῦν μίαν μόνον πλευρὰν τῶν σχέσεων τοῦ Χρυσοστόμου μὲ τοὺς Καππαδόκας, ἡ ὁποία μάλιστα παρουσιάζεται ὡς ἐπιφανειακή. Εἰς τὴν πραγματικότητα αὗται πρέπει νὰ ἔπαιξαν σοβαρὸν ρόλον εἰς τὴν πνευματικὴν ἐξέλιξιν τοῦ ἀνδρός. Αἱ ἐκπληκτικαὶ ὁμοιότητες περιβάλλοντος καὶ συνθηκῶν βίου κατὰ τὴν νεανικὴν ἡλικίαν τῶν τριῶν ἀνδρῶν ἦσαν μέχρις ἑνὸς σημείου τυχαῖαι: εὐγενὴς καὶ πλουσία οἰκογένεια, ἐνάρετοι γονεῖς, καὶ κατ' ἐξοχὴν διακεκριμένη μήτηρ, κλασικαὶ σπουδαὶ ὑπὸ ἀξιολόγους καθηγητάς, τῶν ὁποίων ὁ διασημότερος, ὁ Λιβάνιος, ἦτο εἰς ὅλους κοινός, ἐνασχόλησις μὲ τὴν δικηγορίαν ἢ τὴν διδασκαλίαν τῆς ρητορικῆς ἐπὶ σύντομον διάστημα. Πράγματι, ἂν ἀπεσιωπῶντο τὰ ὀνόματα προσώπων καὶ πόλεων, εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις δὲν θὰ ἐγνώριζε κανεὶς περὶ ποίου ἐκ τῶν τριῶν γίνεται λόγος.

Ἡ ὁμοιότης προχωρεῖ εἰς ὅλας τὰς φάσεις τῆς σταδιοδρομίας τῶν: μετὰ τὴν δικηγορίαν θεολογικαὶ σπουδαί, πρόσκαιρος ἐρημιτικὴ ἄσκησις, ἀνάληψις ἀνωτάτων εὐθυνῶν εἰς τὸν ἐκκλησιαστικόν ὀργανισμόν, ὀξεῖα κριτικὴ κατὰ τῆς ἀδικίας, σύγκρουσις μὲ τὴν κρατικὴν ἐξουσίαν. Εἰς τὰς τελευταίας ταύτας φάσεις ὅμως ἡ ὁμοιότης δὲν εἶναι τυχαία.

Ἐβάδισαν καὶ οἱ τρεῖς τὸν ἴδιον ἀκριβῶς δρόμον, οἱ δύο ἀπὸ συμφώνου καὶ κατ' ἀλληλεπίδρασιν, ὁ τρίτος ἔχων ἐνώπιόν του τὸ παράδειγμα τούτων, τὸ ὁποῖον τὸν ἐνέπνεε καὶ τὸν καθωδήγει.

Εἰς μίαν περίοδον τοῦ βίου των, ὅταν ἦσαν 25 - 30 ἐτῶν, ἠκολούθησαν καὶ οἱ τρεῖς τὴν ἐρημιτικὴν μοναχικὴν ἄσκησιν, καθ' ὅν χρόνον αὕτη εἶχε περισσοτέρους ἐπικριτὰς ἀπὸ ὑπερασπιστάς. Ἐμόχθησαν διὰ τὴν ὀργάνωσιν καὶ δικαίωσιν τοῦ βίου αὐτοῦ, οἱ μὲν Καππαδόκαι μὲ γραπτὰς κανονιστικὰς διατάξεις, ὁ δὲ Χρυσόστομος μὲ διαφωτιστικὰς πραγματείας. Ἡ εἴσοδος εἰς τὸ στάδιον αὐτὸ ἀπετέλεσε τὴν χαρακτηριστικὴν τομὴν εἰς τὸν βίον των μὲ τὴν ἐγκατάλειψιν τῶν κοσμικῶν ἐνασχολήσεων καὶ συνεδυάσθη μὲ τὴν μελέτην τῆς χριστιανικῆς ἀληθείας. Ἀλλὰ κανεὶς ἀπὸ αὐτοὺς δὲν τὸ ἐθεώρησεν ὡς ὁριστικὸν καὶ μόνιμον. Ἐμιμήθησαν τὸν Κύριον, ὁ ὁποῖος πρὶν ἀναλάβη ἐνεργῶς καὶ ἐπισήμως τὴν ἀποστολήν του ἀπεσύρθη εἰς τὴν ἔρημον, καὶ τὸν ἀπόστολον Παῦλον. Διὰ τοὺς μεγάλους ἱεράρχας ἡ ἔρημος ἦτο σχολεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ἐλάμβανον τὴν ἀπαραίτητον διὰ τὴν ἀποστολὴν των θεολογικὴν κατάρτισιν καὶ ἠθικὴν συγκρότησιν.

Ἐνῷ δὲ ἤρχισαν τὸ χριστιανικὸν των στάδιον ὡς ἐρημῖται, τὸ ἔστεψαν μὲ τὴν κατάληψιν ἡγετικῶν θέσεων εἰς τὴν ἐκκλησιαστικὴν κοινωνίαν. Ἠγάπησαν μὲν καὶ ὑπερήσπισαν τὸν μοναχικὸν βίον, ἀλλ' εἰς τὴν συνείδησίν των ὑπερίσχυσεν ἡ ἀγάπη πρὸς τὸ ἐκκλησιαστικὸν ἔργον. Ἦσαν χαρακτῆρες κατ' ἐξοχὴν κοινωνικοί, μὴ δυνάμενοι ν' ἀποκλεισθοῦν εἰς τὴν μόνωσιν τῆς ἐρημίας. Ἠδυνήθησαν ἄλλωστε ν' ἀσκήσουν καὶ ἐντὸς τῆς κοινωνίας τὰς ἀρετάς, τὰς ὁποίας πᾶς ἐρημίτης ἐπιδιώκει• ἔζησαν εἰς τὴν ἐρημίαν ὡς μέλη τῆς κοινωνίας καὶ ἐντὸς τοῦ κόσμου ὡς ἀπόκοσμοι.

Δὲν πρέπει νὰ παραβλέψωμεν τὸ γεγονὸς ὅτι ὑπῆρξαν καὶ οἱ τρεῖς ἐκ τῶν ἐπιφανεστάτων ἐπιστολογράφων τῆς ἱστορίας. Δι' αὐτοὺς ἡ ἐπιστολογραφία δὲν ἦτο ἁπλὴ λογοτεχνικὴ ἄσκησις, ἐπέκτασις τῶν συνηθιζομένων τότε εἰς τὰς ρητορικὰς σχολὰς ἀσκήσεων, ἀλλὰ ζωντανὸν μέσον ἐπικοινωνίας μὲ τὸν συνάνθρωπον καὶ μεταδόσεως πνοῆς. Ἐκφράζουν μὲ αὐτὴν τὴν ἀγάπην πρὸς τὸν ἄνθρωπον, μετέχουν εἰς τὸν πόνον του, διευθετοῦν ὑποθέσεις τῶν ταπεινῶν καὶ ἐπιλύουν τὰ προβλήματα τῆς Ἐκκλησίας. Ἐξ ἄλλου τὸ νὰ διατυπώνουν διδασκαλίαν ἐπὶ τῶν θεμελιωδῶν ἀρχῶν τῆς Χριστιανικῆς πίστεως εἰς μίαν ἐπιστολὴν —ὅπως καὶ εἰς μίαν ὁμιλίαν— εἶναι ἐνδεικτικόν τῆς πεποιθήσεώς των περὶ τοῦ στενοῦ συνδέσμου μεταξὺ θεολογίας καὶ διαγωγῆς. Τὸ δόγμα δὲν εἶναι ἀντικείμενον ἀποτελούμενον ἀπὸ μίαν σειρὰν ξηρῶν λέξεων, ἀλλ' εἶναι ζωντανὸς λόγος ἀπευθυνόμενος πρὸς τὸν ἄνθρωπον, καὶ οἱ ἐργάται τοῦ λόγου τούτου εἶναι ὑπηρέται τοῦ ἀνθρώπου.

Ἡ σοβαρότης μὲ τὴν ὁποίαν οἱ δύο Καππαδόκαι ἱεράρχαι ἀνταπεκρίνοντο εἰς τὰς ὑποχρεώσεις των ἀντικατοπτρίζεται εἰς τὴν στάσιν των ἔναντι τῆς ἀναλήψεως ὑψηλῶν εὐθυνῶν. Ἄνδρες τῶν ἰδικῶν των ἱκανοτήτων δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ κληθοῦν κάποτε, καὶ μάλιστα πολὺ ἐνωρίς, εἰς τὴν ἡγεσίαν τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι γνωστόν, πῶς ἀντέδρασε κατὰ τὴν περίστασιν αὐτὴν ὁ Γρηγόριος Θεολόγος• μὲ τὴν φυγήν, διὰ τὴν ὁποίαν ἠναγκάσθη νὰ συντάξῃ τὴν θαυμασίαν πραγματείαν Περὶ φυγῆς. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι πολὺ γνωστόν, λόγῳ τῆς σχετικῆς ἀσαφείας τῶν περιστατικῶν, εἶναι ὅτι καὶ ὁ Βασίλειος ἠσθάνετο κάποιον δισταγμὸν ἐνώπιον τοῦ ἐνδεχομένου ν' ἀναλάβη φορτίον βαρὺ διὰ τοὺς ὤμους, ἐξ οὗ καὶ ἀντέδρασε μὲ παρομοίαν φυγήν.

Ἐὰν καὶ ὁ Χρυσόστομος ἐνεφάνισέ ποτε τοιαύτην ἀντίδρασιν εἶναι ἄγνωστον καὶ ἀβέβαιον. Τὸ βέβαιον ὅμως εἶναι ὅτι, ὅταν ἠθέλησε νὰ καταστρώσῃ ἕν ποιμαντικὸν πρόγραμμα καὶ νὰ προσφέρῃ εἰς ὅλους τὸ ἰδεῶδες τοῦ καλοῦ ποιμένος —πιθανῶς κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς εἰσόδου του εἰς τὸ κληρικὸν στάδιον— ἔθεσεν ἐνώπιόν του ὡς πρότυπον τὰς σκέψεις καὶ ἐνεργείας τῶν δύο Καππαδοκῶν. Ὄχι μόνον ἰδέαι καὶ παραστάσεις καὶ φραστική τοῦ Περὶ Ἱερωσύνης ἔργου τοῦ Χρυσοστόμου ὑπενθυμίζουν ἀντίστοιχα χωρία τῆς μνημονευθείσης πραγματείας τοῦ Γρηγορίου, ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρον τὸ σκηνικὸν αὐτοῦ εἶναι ἐμπνευσμένον ἀπὸ τὰς σχέσεις μεταξὺ Γρηγορίου καὶ Βασιλείου καὶ ὡρισμένας ἐνεργείας αὐτῶν. Εἴτε συνέβη εἴτε δὲν συνέβη τὸ περιγραφόμενον ὑπὸ τοῦ Χρυσοστόμου ἐπεισόδιον, αὐτὴ ἡ ἐπίδρασις κατὰ τὴν λογοτεχνικὴν ἀναπαράστασιν αὐτοῦ εἶναι ἀναμφισβήτητος.

Ἡ φιλολογικὴ ἔρευνα δύναται ν’ ἀνεύρῃ εἰς τὰ συγγράμματα τοῦ Χρυσοστόμου ἄφθονα καππαδοκικὰ στοιχεῖα, τῶν ὁποίων πολλὰ εἶναι καὶ ἐκ πρώτης ὄψεως ἐμφανῆ. Μολονότι οὗτος ἔχει βεβαίως ἰδικήν του σκέψιν καὶ ἰδικόν του τρόπον ἐκφράσεως, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀνεπανάληπτος, πολὺ συχνὰ ἐνεπνέετο ἀπὸ τοὺς Καππαδόκας εἰς τὴν ἐκλογὴν καὶ παρουσίασιν τῶν θεμάτων.

Ὀὕτω πλὴν τῶν ἀνωτέρω περιπτώσεων δυνάμεθα ν' ἀναφέρωμεν τοὺς λόγους Περὶ ἀκαταλήπτου τοῦ Θεοῦ, εἰς τοὺς ὁποίους παρουσιάζει τὰς ἀπόψεις του ἐπὶ θέματος τόσον πολὺ ἀπασχολήσαντος τὸν Βασίλειον καὶ τὸν Γρηγόριον μερικὰ ἔτη ἔνωριτερον. Εἰς μίαν σειρὰν δὲ ὁμιλιῶν του περὶ τῆς παρουσίας τοῦ κάκου εἰς τὸν κόσμον ἐμπνέεται ἀπὸ τὴν γνωστὴν ἐπὶ τοῦ ἰδίου θέματος ὁμιλίαν τοῦ Βασιλείου(2). Τὸ ἴδιον δύναται νὰ λεχθῇ καὶ περὶ τῆς Λειτουργίας αὐτοῦ, ἔστω καὶ ἂν ἡ σημερινὴ μορφή της δὲν εἶναι ἡ ἀρχική. Ἡ συγγένεια αὐτῆς πρὸς τὴν τοῦ Βασιλείου ὀφείλεται προφανῶς εἰς τὸ ὅτι αὕτη εἶχεν ὡς πρότυπον ἐκείνην. Εἶναι πιθανὸν ὅτι ὁ Γρηγόριος Θεολόγος, ἐλθὼν εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν ὡς ἀναδιοργανωτής τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, εἰσήγαγεν ἐκεῖ λειτουργίαν προερχομένην ἀπὸ τὸν Βασίλειον, καὶ αὐτὴν εἶχεν ὑπ' ὄψιν του ὁ Χρυσόστομος κατὰ τὴν ἐπεξεργασίάν της ἰδικῆς του.

Ἐπειδὴ ἡ συγγραφικὴ παραγωγὴ τοῦ Χρυσοστόμου εἶναι ὀγκώδης καὶ κατὰ κάποιον τρόπον χαώδης, δὲν ἐδόθη ἡ δέουσα προσοχὴ ὑπὸ τῶν ἐρευνητῶν εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τῆς φιλολογικῆς ἐξαρτήσεως αὐτοῦ ἀπὸ τῶν Καππαδοκῶν. Τὸ ἀληθὲς δὲ εἶναι ὅτι δὲν ἐδόθη προσοχὴ οὔτε εἰς τὸ πρόβλημα τῆς θεολογικῆς ἐξαρτήσεως, τὸ ὁποῖον εἶναι καὶ οὐσιωδέστερον.

Ὅσα ἔχουν ἤδη λεχθῆ ἀνωτέρω περὶ τῆς ὑπὸ τοῦ Χρυσοστόμου σιωπηρᾶς ἀλλὰ βαθείας ἐκτιμήσεως πρὸς τὴν ἐν γένει προσφορὰν τῶν Καππαδοκῶν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν ὑποδηλώνουν καὶ ἀνάλογον υἱοθέτησιν αὐτῆς. Πόσον βαθέως εἰσχωρεῖ ἡ ἐπίδρασις, εἶναι δυνατὸν νὰ δειχθῇ καὶ διὰ συντόμου μόνον ἀναφορᾶς εἰς μερικὰ ἀπὸ τὰ θεμελιώδη στοιχεῖα τῆς θεολογίας αὐτοῦ.

Ἐνδιαφέρουσαι εἶναι αἱ ἀπόψεις του ἐπὶ τοῦ προβλήματος τῆς περιπετείας τοῦ πρωτοπλάστου. Οἱ Ἀντιοχειανοί, ἤδη ἀπὸ τοῦ Θεοφίλου κατὰ τὸν β'αἰῶνα, ἐμφανίζουν τὸν ἄνθρωπον τοῦ παραδείσου, τὸν πρωτόπλαστον, ὡς εὑρισκόμενον εἰς ἀφελῆ καὶ νηπιακὴν καὶ ἀδύναμον ἠθικὴν κατάστασιν, ἡ ὁποία σὺν τῷ χρόνῳ ἦτο δυνατὸν νὰ προαχθῇ καὶ βελτιωθῇ. Συνεπῶς τὸ διὰ τῆς πτώσεως ἀπολλύμενον ἀγαθὸν δὲν εἶναι κατ' αὐτοὺς τόσον σπουδαῖον. Βεβαίως αἱ ἀντιλήψεις αὐταὶ ἔχουν ἐπιπτώσεις εἰς τὴν θεώρησιν τῆς πορείας τῆς θείας οἰκονομίας, διότι ἡ ἀποκατάστασις μικρᾶς σχετικῶς ζημίας ἀπαιτεῖ ἀνάλογον ἐνέργειαν. Ὁ ἄνθρωπος αὐτοδυνάμως καὶ μὲ μίαν μικρὰν βοήθειαν παρὰ τοῦ Θεοῦ δύναται ν' ἀποκαταστήση τὴν ἀπώλειαν. Ἡ χριστολογία τῶν Ἀντιοχειανῶν γενικῶς καὶ πολὺ περισσότερον ἡ σωτηριολογία αὐτῶν εἶναι διαποτισμέναι ἀπὸ τὰς ἀντιλήψεις ταύτας.

Οἱ Καππαδόκαι, χωρὶς νὰ φθάνουν εἰς τὰς ἀκραίας θέσεις τῶν παλαιῶν Ἀλεξανδρινῶν, δίδουν μίαν ἐξιδανικευμένην εἰκόνα τῆς παραδεισίας ζωῆς. Ὁ ἄνθρωπος ὡς εἰκὼν τοῦ ἀφθάρτου Θεοῦ ἀπεικόνιζε τὸ ἀρχέτυπον κάλλος εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς καὶ ἦτο ἀπαθής. Λοιπὸν ὁ Χρυσόστομος διδάσκει ὁμοίως ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἦτο ἐξ ἀρχῆς ἀθάνατος καὶ εἶχε σῶμα ἄφθαρτον, ὡς χρυσοῦν ἄγαλμα ρίπτον ἐκθαμβωτικὴν λάμψιν καθὼς ἐξέρχεται τοῦ χωνευτηρίου(3). Συνέβαινεν ὅμως νὰ μὴ εἶναι πλήρως ἀπηρτισμένη ἡ ἐξαίρετος αὐτὴ κατάστασις τῶν πρωτοπλάστων, νὰ μὴ εἶναι φυσικὴ ἰδιότης ἡ ἀφθαρσία τοῦ σώματος, ἀλλὰ δυνατότης(4). Ἐὰν συνεξετάσωμεν καὶ μερικὰ ἄλλα στοιχεῖα τῆς ἐν προκειμένῳ διδασκαλίας τοῦ Χρυσοστόμου, ὅπως εἶναι ἐπὶ παραδείγματι ὁ ὁρισμὸς τῆς ἀπωλείας τοῦ ἀρχικοῦ ἀγαθοῦ τοῦ πρωτοπλάστου ὡς «Θεοῦ ἀλλοτριώσεως»(5), παρατηροῦμεν ὅτι οὗτος δὲν ἐνεργεῖ ἀρνητικῶς ἀλλὰ καὶ θετικῶς, ἤτοι ἀφ' ἑνὸς μὲν ἀφίσταται κατὰ τί τῶν ἄλλων Ἄντιοχειανῶν καὶ πλησιάζει κατά τι πρὸς τὰς θέσεις τῶν Καππαδοκῶν. Εἶναι φανερὸν ὅτι καταβάλλει συνειδητὴν προσπάθειαν νὰ χαράξῃ μέσην ὁδὸν μεταξὺ ἀντιοχειανῆς καὶ καππαδοκικῆς θεολογίας.

Παρομοίαν τάσιν εὑρίσκομεν καὶ εἰς τὴν χριστολογίαν αὐτοῦ. Ὁ διδάσκαλός των Διόδωρος Ταρσοῦ καὶ ὁ φίλος του Θεόδωρος Μοψουεστίας, ἐπιθυμοῦντες νὰ προβάλουν ἐντυπωσιακῶς τὸ πρόσωπον τοῦ Ἰησοῦ ἐν τῇ ἱστορίᾳ, τονίζουν τὴν πληρότητα καὶ αὐτοτέλειάν τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως τοῦ Χριστοῦ, κατὰ συνέπειαν δὲ ἐξασθενίζουν τὴν ἐν αὐτῷ παρουσίαν τοῦ θείου Λόγου ἢ τουλάχιστον παριστάνουν χαλαρὰν τὴν μεταξὺ τῶν δύο σύνδεσιν. Ἀντιθέτως οἱ Ἀλεξανδρινοί, ἐπιθυμοῦντες νὰ ἐξάρουν τὸν προαιώνιον Θεὸν Λόγον, μειώνουν τὴν πληρότητα καὶ αὐτοτέλειαν τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως. Πρὸς δήλωσιν τῆς σχέσεως μεταξὺ τῶν δύο φύσεων τοῦ Χριστοῦ οἱ πρῶτοι χρησιμοποιοῦν τὸν ὅρον «συνάφεια» καὶ εἶναι χωριστικοί, οἱ δὲ δεύτεροι χρησιμοποιοῦν τὸν ὅρον «ἕνωσις» καὶ εἶναι συνθετικοί.

Ἐπὶ τοῦ προκειμένου θέματος ὁ Χρυσόστομος χαρακτηρίζεται ὑπὸ τῶν νεωτέρων δυτικῶν ἐρευνητῶν συνήθως ὡς γνήσιος ἀντιοχειανός, ἂν καὶ μετὰ προσφάτους ἐρεύνας κατεβλήθη προσπάθεια νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἀλεξανδρινός. Εἰς τὴν πραγματικότητα δὲν εἶναι οὔτε τὸ ἕν οὔτε τὸ ἄλλο, διότι συνδυάζων καὶ τοὺς δύο ὡς ἄνω ὅροὺς —ἕνωσις καὶ συνάφεια— ἀκολουθεῖ ἰδικήν του γραμμὴν• «τῇ γὰρ ἑνώσει καὶ τῇ συναφείᾳ ἕν ἐστιν ὁ Θεὸς Λόγος καὶ ἡ σάρξ, οὐ συγχύσεως γενομένης τῶν οὐσιῶν, ἀλλὰ ἑνώσεως ἀρρήτου τινὸς καὶ ἀφράστου»(6). Εἰς τὴν Δ' οἰκουμενικὴν σύνοδον Χαλκηδόνος (451) τὸ χωρίον τοῦτο μαζὶ μὲ κείμενα ἄλλων πατέρων προσήχθη εἰς ἀπόδειξίν τῆς ὁμοουσιότητος τοῦ Χριστοῦ ταυτοχρόνως καὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ μὲ τοὺς ἀνθρώπους(7).

Εἶναι πολὺ ἐνδιαφέρον τὸ ὅτι ὀλίγα ἔτη ἐνωρίτερον, ἐν ὄψει τῆς διδασκαλίας τῶν Καππαδοκῶν, οἱ Καππαδόκαι χρησιμοποιοῦν ἐπίσης ἀδιακρίτως τοὺς ὅρους συνάφεια καὶ ἕνωσις, ὅπως καὶ ἄλλους σχετικοὺς ὅρους, καὶ μὲ αὐτοὺς ἐννοοῦν τὴν ἐν τῷ Χριστῷ παρουσίαν δύο φύσεων ἀσυγχύτως ἡνωμένων, ὅ,τι δηλαδὴ καὶ ὁ Χρυσόστομος μετὰ ταῦτα. Εἶναι ἐμφανὴς καὶ εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο ἡ ἐπίδρασις τῆς καππαδοκικῆς χριστολογίας εἰς τὴν χρυσοστομικὴν διατύπωσιν.

Ἀξιοσημείωτον εἶναι ἐξ ἄλλου ὅτι ὁ Χρυσόστομος, ἂν καὶ ὡς ἀντιοχειανὸς γενικῶς ἐνδιατρίβει εἰς τὴν κυριολεκτικὴν ἔννοιαν τῶν βιβλικῶν κειμένων, δὲν ἀποκρούει καθ' ὁλοκληρίαν τὴν τυπολογικὴν ἐξήγησιν, ὁπουδήποτε τοῦτο εἶναι ἐπιτρεπτὸν καὶ ἀναγκαῖον(8), ὅπως ἔπρατταν ἐπίσης οἱ Καππαδόκαι. Ὅταν ὁ Ἐπιφάνιος Κωνσταντίας τὸν κατηγορεῖ ὡς ὠριγενιστήν, δὲν φαίνεται νὰ ἔχῃ πρὸς τοῦτο ἄλλην σοβαρὰν ἀφορμὴν πέραν τοῦ ὅτι παρουσιάζει τοιαύτην στροφὴν πρὸς μίαν ἑρμηνευτικὴν μέθοδον, ἡ ὁποία εἶναι ἀπαράδεκτος δι' ἕνα γνήσιον ἀντιοχειανόν.

Ἀπὸ τὴν ἀνωτέρω ἔκθεσιν, ἡ ὁποία εἶναι ἁπλῶς δειγματοληπτική, καθίσταται φανερὸν ὅτι ὁ Χρυσόστομος ἔπραξεν ἔναντι τῆς ἀντιοχειανῆς θεολογίας ὅ,τι οἱ Καππαδόκαι ἔπραξαν ἔναντι τῆς ἀλεξανδρινῆς. Ἐμετρίασαν ἀμφότεροι τὰς ἀκραίας θέσεις τῶν δύο σχολῶν καί, ὅπως ἦτο ἑπόμενον, συνηντήθησαν εἰς πολλὰ σημεῖα. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον διακρίνει τὸν Χρυσόστομον ἀπὸ τοὺς Ἄντιοχειανοὺς εἶναι αὐτὸ τὸ ὁποῖον τὸν ἑνώνει μὲ τοὺς Καππαδόκας καὶ ἀναμφιβόλως προῆλθεν ἐξ ἐπιδράσεως ἀπὸ τῆς σκέψεως αὐτῶν.

Ἐκεῖ πάντως, ὅπου ὁ Χρυσόστομος μιμεῖται σαφῶς τοὺς Καππαδόκας, ἂν καὶ πάντοτε μὲ τὸν ίδικὸν του τρόπον καὶ μὲ τὰς ἰδικάς του ἐκφράσεις, εἶναι ἡ καθ' αὐτὸ θεολογία. Οἱ Περὶ ἀκαταλήπτου τοῦ Θεοῦ λόγοι του εὑρίσκονται εἰς τὴν ἰδὶαν γραμμὴν μὲ τὸν Ἀνατρεπτικὸν τοῦ Ἀπολογητικοῦ τοῦ Εὐνομίου τοῦ Βασιλείου, τοὺς λόγους Περὶ Θεολογίας τοῦ Γρηγορίου Θεολόγου καὶ τοὺς Ἀντιρρητικοὺς Πρὸς Εὐνόμιον τοῦ Γρηγορίου Νύσσης. Ἔχουν τὸ ἴδιον θέμα μὲ ἐκείνους καὶ εἶναι ἐκ τῶν ἀξιολογωτέρων κειμένων τῆς πατερικῆς γραμματείας ὅπως ἐκεῖνοι. Ὁ Βασίλειος καὶ ὁ Γρηγόριος Θεολόγος συντάσσοντες τὰ ἔργα των ἀνταπεκρίνοντο εἰς πραγματικὰς ἀνάγκας τῆς Ἐκκλησίας, διότι ἔγραφον εἰς ἐποχὴν ἐξάρσεως τῆς αἱρέσεως τῶν Ἀνομοίων. Ἀλλ' ὁ Ἰωάννης, διακονῶν εἰς ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ αἵρεσις αὐτὴ ἦτο εἰς ὕφεσιν καὶ σχεδὸν ὑπὸ διάλυσιν, δὲν ἐπιέζετο καθ' ὅμοιον τρόπον ἀπὸ πραγματικὰς ἀνάγκας. Καὶ παρὰ ταῦτα συνέταξε τὸ ἔργον τοῦτο, καὶ μάλιστα εἰς πέντε λόγους, ὅσοι εἶναι καὶ οἱ τοῦ Γρηγορίου.

Εἰς τὴν ἀριστοτελίζουσαν ἀντίληψιν Ἀνόμοιων περὶ δυνατότητος καθορισμοῦ τῆς οὐσίας τοῦ Θεοῦ καὶ πλήρους γνώσεως αὐτοῦ ἀπαντᾶ ὅπως ἐκεῖνα, μὲ μίαν κατηγορηματικὴν ἄρνησιν. Θαυμασμός, ἔκπληξις καὶ σκοτοδίνη καταλαμβάνουν τὸν ἄνθρωπον ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ(9), καὶ πᾶσα περιεργασία τῆς θείας οὐσίας εἶναι ματαία(10). Εἶναι πολὺ χαρακτηριστικὴ ἡ ταυτότης μερικῶν παραστάσεων ἐπὶ τοῦ προκειμένου, αἱ ὁποῖαι ἀπαντοῦν καὶ εἰς τοὺς τρεῖς Ἱεράρχας, ἐνίοτε μάλιστα ἐπὶ λέξει, ὡς ἡ κατωτέρω:
Βασιλείου• «ὅτε (ὁ Παῦλος) εἰς τοὺς μερικοὺς τῆς οἰκονομίας διέκυψε λόγους, οἷον ἰλιγγιάσας πρὸς τὸ τῆς θεωρίας ἀδιεξόδευτον, ἐκείνην συνεβούλευσε τὴν φωνήν, 
‘ὦ βάθος πλούτου καὶ σοφίας καὶ γνώσεως Θεοῦ, ὡς ἀνεξερεύνητα τὰ κρίματα αὐτοῦ’»(11).

Χρυσοστόμου• «Μικρόν τε (ὁ Παῦλος) ἐξετάσας τῆς προνοίας αὐτοῦ... καὶ πρὸς τοῦτο τὸ μικρὸν μέρος εἰς πέλαγος ἄπειρον ἰλιγγιάσας καὶ βάθος ἰδὼν ἀχανὲς ἀπεπήδησεν εὐθὺς καὶ μέγα ἀνεβόησεν εἰπών, ‘ὦ βάθος πλούτου καὶ σοφίας καὶ γνώσεως Θεοῦ, ὡς ἀνεξερεύνητα τὰ κρίματα αὐτοῦ’»(12).

Γρηγορίου Θεολόγου• «Ὁρᾶς ὅπως ἰλιγγιῶμεν περὶ τὸν λόγον καὶ οὐκ ἐχομεν οἷ προέλθωμεν ἢ τοσοῦτον ὅσον εἰδέναι ἀγγέλους τινάς»(13).

Ὅλοι ἐπιδιώκουν νὰ θέσουν φραγμὸν εἰς τὴν ὑπερφίαλον ἀπόπειραν τῶν Ἀνομοίων νὰ εἰσέλθουν εἰς τὰ μυστήρια τοῦ Θεοῦ, χρησιμομοιοῦντες ὡς ὄργανον τὰς λογικὰς κατασκευάς. Ἀλλ' ἡ ἄρνησις μεταβάλλεται εἰς θέσιν διὰ τῆς παραδοχῆς τῆς διακρίσεως ἐν τῷ Θεῷ μεταξὺ οὐσίας καὶ ἐνεργειῶν. Οὕτως ἐνῷ δὲν γνωρίζομεν τὴν οὐσίαν, δυνάμεθα νὰ γνωρίσωμεν τὰς ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ, τὰς ὁποίας ὁ Χρυσόστομος ὀνομάζει οἰκονομίας. Ἀναφερόμενος εἰς τὸ χωρίον τοῦ Παύλου περὶ μερικῆς γνώσεως τοῦ Θεοῦ, σημειώνει, «οὐ περὶ τῆς οὐσίας τοῦτο λέγει, ἀλλὰ περὶ τῶν οἰκονομιῶν»(14).

Πρῶτοι εἰσαγαγόντες σαφῶς τὴν διάκρισιν ταύτην εἰς τὴν χριστιανικὴν θεολογίαν εἶναι οἱ Καππαδόκαι, ἐνῷ οἱ Ἡσυχασταὶ πολλοὺς αἰῶνας βραδύτερον ἐπεξειργάσθησαν ταύτην λεπτομερῶς. Σχετικὸν χωρίον τοῦ Βασιλείου ἔχει ὡς ἑξῆς. «Ἡμεῖς δ' ἐκ τῶν ἐνεργειῶν γνωρίζειν λέγομεν τὸν Θεὸν ἡμῶν, τῇ δὲ οὐσίᾳ αὐτῇ προσεγγίζειν οὐχ ὑπισχνούμεθα. Αἱ μὲν γὰρ ἐνέργειαι αὐτοῦ πρὸς ἡμᾶς καταβαίνουσιν, ἡ δὲ οὐσία αύτοῦ μένει ἀπρόσιτος»(15). Ὁ Βασίλειος ἔχει τὸ σχῆμα οὐσία-ἐνέργειαι, ὁ Χρυσόστομος τὸ σχῆμα οὐσία-οἰκονομίαι, ἀλλ' ἡ ἔννοια παραμένει ἡ αὐτή. Ὁ ἀκατάληπτος κατὰ τὴν οὐσίαν Θεὸς προσφέρει τὰς ἐνεργείας του εἰς τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι διὰ τῆς μεθέξεως αὐτῶν κατανοοῦν τοῦτον• κατανοοῦν δὲ ὄχι τὸ τί εἶναι αὐτὸς ἀλλὰ τὸ ὅτι εἶναι, δηλαδὴ τὴν ὕπαρξιν καὶ τὴν προσωπικότητα τοῦ Θεοῦ.

Δύναται ἐν συμπεράσματι νὰ ὑποστηριχθῆ ὅτι οἱ δύο Καππαδόκαι (καὶ ἐν μέρει ὁ τρίτος) καὶ ὁ Χρυσόστομος συγκροτοῦν ὁμοῦ μίαν ἰδιαιτέραν καὶ αὐτοτελῆ σχολὴν θεολογικῆς σκέψεως καὶ χριστιανικῆς πρακτικῆς. Ἡ ὀρθόδοξος συνείδησις δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ διαψευσθῇ εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο καὶ δικαίως τοὺς ἥνωσεν εἰς μίαν θεολογικὴν τριάδα κατὰ τὸν ια' αἰῶνα.




------------------------------------------------------------------------------

Σημειώσεις

1. Ἔπη 11, 2, PG 37, 1542.

2. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Πρὸς τοὺς λέγοντας ὅτι δαίμονες τὰ ἀνθρώπινα διοικοῦσι καὶ Διατὶ οὐκ ἐκ μέσου γέγονεν ὁ διάβολος, ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, Ὅτι οὐκ ἔστιν αἴτιος τῶν κακῶν ὁ Θεός.

3. Εἰς Ἀνδριάντας 11, 2, PG 49, 121.

4. Πρὸς Σταγείριον 1, 5, PG 47, 435. Εἰς Α' Πρὸς Κορινθίους 17, 3, PG 61, 143.

5. Εἰς Γένεσιν 17, 3, PG 53, 137 = ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, Ὅτι οὐκ ἔστιν αἴτιος τῶν κακῶν ὁ Θεὸς 6 ἑ., PG 31, 344 ἔ.

6. Εἰς Ἰωάννην 11, 2, PG 59, 8. Τὸ χωρίον ἀπαντᾶ καὶ ἀλλαχοῦ.

7. MANSI, 7, 468 - 469.

8. Βλ. Εἰς Γαλάτας 4, 3, PG 61, 612.

9. Περὶ Ἀκαταλήπτου τοῦ Θεοῦ 1, 12. 

10. Αὐτόθι 2, 2.

11. Ἀνατρεπτικὸς τοῦ Ἀπολογητικοῦ Εὐθυμίου 1, 12 (βλ. Ρωμ. 11, 33).

12. Περὶ Ἀκαταλήπτου τοῦ Θεοῦ 1, 5 (βλ. Ρώμ. 11, 33). Τὸ χωρίον εἶναι ἀπόδοσις τοῦ ἀντιστοίχου χωρίου τοῦ Βασιλείου, ἄλλοτε μὲ τὰς αὐτὰς καὶ ἄλλοτε μὲ διαφορετικὰς λέξεις. 

13. Λόγος (θεολογικὸς 2) 29, 31.

14. Περὶ Ἀκαταλήπτου τοῦ Θεοῦ 1, 5.

15. Ἐπιστολὴ 23, 4, 1
πηγή

Τρεῖς δεῖχτες Ἐπίσκοπος Διοκλείας Κάλλιστος Γουέαρ



Ὁ Θεός εἶναι ὁ Ἕνας πού ἀγαπᾶμε, ὁ προσωπικός μας φίλος. Δέν χρειάζεται ν' ἀποδείξουμε τήν ὕπαρξη ἑνός προσωπικοῦ φίλου. Ὁ Θεός, λέει ὁ Olivier Clement, «δέν εἶναι ἐξωτερική μαρτυρία, ἀλλά τό μυστικό κάλεσμα μέσα μας». Ἄν πιστεύουμε στό Θεό, εἶναι γιατί τόν γνωρίζουμε ἄμεσα ἀπό τή δική μας ἐμπειρία καί ὄχι ἀπό λογικές ἀποδείξεις. Παρ' ὄλ' αὐτά, εἶναι ἀνάγκη νά γίνει ἐδῶ μία διάκριση ἀνάμεσα στήν «ἐμπειρία» καί στίς «ἐμπειρίες». Ἄμεση ἐμπειρία μπορεῖ νά ὑπάρξει χωρίς νά συνοδεύεται ἀναγκαστικά ἀπό ἰδιαίτερες ἐμπειρίες. Ὑπάρχουν πράγματι πολλοί πού ἔφτασαν νά πιστέψουν στό Θεό ἀπό κάποια φωνή ἤ ἀπό κάποιο ὅραμα, σάν κι αὐτό πού δέχθηκε ὁ Ἀπ. Παῦλος στό δρόμο γιά τή Δαμασκό (Πράξ. 9, 1-9). Ὑπάρχουν ὅμως πολλοί ἄλλοι πού ποτέ δέν ἔχουν περάσει ἀπό ἰδιαίτερες ἐμπειρίες αὐτοῦ τοῦ τύπου ἀλλά μποροῦν νά βεβαιώσουν ὅτι, σ' ὅλη τή διάρκεια τῆς ζωῆς τους καί στό σύνολό της, αἰσθάνονται μία ὁλοκληρωτική ἐμπειρία τοῦ ζωντανοῦ Θεοῦ, μία πεποίθηση πού ὑφίσταται σ' ἕνα ἐπίπεδο πιό στέρεο ἀπ' ὅλες τίς ἀμφιβολίες τους. Ἀκόμη κι ἄν δέν μποροῦν νά δώσουν μαρτυρία γιά μίαν ὁρισμένη θέση ἤ στιγμή, ὅπως μπόρεσε ὁ ἅγ. Αὐγουστῖνος, ὁ Pascal ἤ ὁ Wesley, μποροῦν νά ἰσχυριστοῦν μ' ἐμπιστοσύνη: Ξέρω τό Θεό προσωπικά.

Τέτοια ἑπομένως, εἶναι ἡ βασική «μαρτυρία» γιά τήν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ: μία πρόσκληση γιά ἄμεση ἐμπειρία (ἀλλά ὄχι ἀναγκαστικά γιά ἐμπειρίες). Ὅμως, ἐνῶ δέν μποροῦν νά ὑπάρξουν λογικές ἀποδείξεις γιά τή θεία πραγματικότητα, ὑπάρχουν ὁρισμένοι «δεῖχτες». Στόν κόσμο γύρω μας ὅπως ἐπίσης μέσα μας, ὑπάρχουν γεγονότα, πού ζητοῦν μίαν ἑρμηνεία, ἀλλά πού μένουν ἀνερμήνευτα, ἄν δέν ἀφεθοῦμε στήν πίστη σ' ἕνα προσωπικό Θεό. Τρεῖς τέτοιοι δεῖχτες πρέπει ν' ἀναφερθοῦν ἰδιαίτερα.
*
Πρῶτος, εἶναι ὁ κόσμος γύρω μας. Τί βλέπουμε; Πολλή ἀκαταστασία καί φανερή φθορά, πολύ τραγική ἀπελπισία καί φαινομενικά ἄχρηστο πόνο. Αὐτό εἶναι ὅλο; Βέβαια ὄχι. Ἄν ὑπάρχει ἕνα «πρόβλημα κακοῦ», ὑπάρχει ἐπίσης κι ἕνα «πρόβλημα καλοῦ». Ὁπουδήποτε κοιτάξουμε, δέν βλέπουμε μόνο σύγχυση ἀλλά καί ὀμορφιά. Στή χιονονιφάδα, στό φύλλο ἤ στό ἔντομο, ἀνακαλύπτουμε σχέδια δομημένα μέ μίαν εὐαισθησία καί ἰσορροπία πού τίποτε φτιαγμένο ἀπ' τήν ἀνθρώπινη ἐπιδεξιότητα δέν μπορεῖ νά τό φτάσει. Δέν πρόκειται νά ἑρμηνέψουμε συναισθηματικά αὐτά τά πράγματα ἀλλά δέν μποροῦμε νά τ' ἀγνοήσουμε. Πῶς καί γιατί ἐμφανίστηκαν αὐτά τά σχέδια; Ἄν πάρω ἕνα πακέτο μέ κάρτες μόλις φερμένες ἀπό τό ἐργοστάσιο, μέ τίς τέσσερις ἄκρες τακτικά τοποθετημένες σέ σειρά κι ἀρχίσω νά τό ἀνακατεύω, τότε ὅσο ἀνακατεύονται τόσο τό ἀρχικό σχέδιο θά ἐξαφανίζεται καί θ' ἀντικαθίσταται ἀπό μίαν ἀνόητη ἀντιπαράθεση. Ἀλλά στήν περίπτωση τοῦ σύμπαντος ἔχει συμβεῖ τό ἀντίθετο. Μεσ' ἀπό ἕνα χάος ἀρχικό ἔχουν ξεπηδήσει σχέδια μέ πολυμορφία καί νόημα πού ὁλοέν' αὐξάνουν, κι ἀνάμεσα σέ ὅλ' αὐτά τά σχέδια τό πιό πολύμορφο καί τό πιό σημαντικό εἶναι ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος. Γιατί θάπρεπε ἡ διαδικασία ποὺ συμβαίνει στό πακέτο μέ τίς κάρτες ν' ἀντιστραφεῖ ἀκριβῶς στό ἐπίπεδο τοῦ σύμπαντος; Τί ἤ ποιός εἶναι ὑπεύθυνος γι' αὐτή τήν κοσμική τάξη καί τό σχέδιο; Τέτοια ἐρωτήματα δέν εἶναι παράλογα. Εἶναι ἡ ἴδια ἡ λογική πού μέ σπρώχνει νά ψάξω γιά μίαν ἑρμηνεία ὁπουδήποτε διακρίνω τάξη καί νόημα.

«Τό Καλαμπόκι ἦταν Ἀνατολή καί Ἀθάνατο Σιτάρι πού ποτέ δέν θάπρεπε νά θεριστεῖ, μήτε ποτέ εἶχε σπαρθεῖ. Νόμιζα πώς ἦταν ἐκεῖ αἰώνια. Ἡ Σκόνη καί οἱ Πέτρες τοῦ Δρόμου ἦταν πολύτιμα σάν Χρυσάφι... Τά Πράσινα Δένδρα, ὅταν τά πρωτοεῖδα μέσα ἀπό μία Πύλη μέ γήτεψαν καί μέ μάγεψαν• ἡ Γλύκα τους καί ἡ ἀλλόκοτη Ὀμορφιά τους ἔκαναν τήν καρδιά μου νά πηδήξει, καί σχεδόν τρελός ἀπό Ἔκσταση πού ὑπῆρχαν τέτοια περίεργα καί θαυμάσια Πράγματα...» Ἡ ἀντίληψη τῆς παιδικῆς ἡλικίας τοῦ Thomas Traherne γιά τήν ὀμορφιά τοῦ κόσμου μπορεῖ νά παραλληλιστεῖ μέ πολυάριθμα κείμενα ἀπό Ὀρθόδοξες πηγές. Ἐδῶ π.χ. εἶναι τά λόγια του Πρίγκηπα Vladimir Monomakh τοῦ Κιέβου:

Κοίταξε τόν οὐρανό, τόν ἥλιο καί τή σελήνη καί τ' ἀστέρια, τό σκοτάδι καί τό φῶς, καί τή γῆ πού εἶναι ἁπλωμένη πάνω στά νερά, πῶς εἶναι ρυθμισμένα, Κύριε, ἀπό τήν πρόνοιά σου!

Κοίταξε τά διάφορα ζῶα καί τά πουλιά καί τά ψάρια πῶς στολίζονται μέ τή στοργική σου φροντίδα, Κύριε! Καί γι' αὐτό τό θαῦμα, ἐπίσης ἀποροῦμε: πῶς ἔχεις δημιουργήσει τόν ἄνθρωπο ἀπό τή σκόνη καί πόσο διαφέρουν στήν ἐμφάνιση τ' ἀνθρώπινα πρόσωπα: ἀκόμη κι ἄν μπορούσαμε νά συγκεντρώσουμε ὅλους τους ἀνθρώπους ἀπ' ὅλο τόν κόσμο, δέν θά ὑπῆρχε οὔτε ἕνας μέ τήν ἴδια ἐμφάνιση ἀλλά ὁ καθένας, μέ τή σοφία τοῦ Θεοῦ, ἔχει τή δική του ἐμφάνιση. Ἄς θαυμάσουμε ἀκόμη πῶς τά πουλιά τ' οὐρανοῦ φεύγουν ἀπ' τόν παράδεισό τους: δέ μένουν σέ μία χώρα ἀλλά φεύγουν δυνατά καί ἀδύνατα μαζί, πρός ὅλες τίς χῶρες στήν προσταγή τοῦ Θεοῦ, σ' ὅλα τά δάση καί τούς ἀγρούς.
*
Αὐτή ἡ παρουσία τοῦ νοήματος μέσα στόν κόσμο μαζί μέ τή σύγχυση, τῆς συνοχῆς καί τῆς ὀμορφιᾶς μαζί μέ τήν ἀσημαντότητα μᾶς δίνει ἕνα πρῶτο «δείχτη» πρός τό Θεό. Βρίσκουμε ἕνα δεύτερο «δείχτη» μέσα μας. Γιατί, περ' ἀπ' τήν ἐπιθυμία μου γιά εὐχαρίστηση καί τήν ἀπαρέσκειά μου γιά τόν πόνο, νά ἔχω μέσα μου ἕνα αἴσθημα καθήκοντος καί ἠθικῆς ὑποχρέωσης, μίαν αἴσθηση τοῦ σωστοῦ καί τοῦ λάθους, μία συνείδηση; Καί αὐτή ἡ συνείδηση δέν μοῦ λέει ἁπλῶς νά ὑπακούω σέ κανόνες πού μέ δίδαξαν ἄλλοι• εἶναι προσωπική. Γιατί, ἐπί πλέον, ἔτσι καθώς εἶμαι τοποθετημένος μέσα στό χρόνο καί στό χῶρο, βρίσκω μέσα μου αὐτό ποῦ ὁ Νικόλαος Καβάσιλας ὀνομάζει «ἀπέραντη δίψα» ἤ δίψα γιά ὅ,τι εἶναι αἰώνιο; Ποιός εἶμαι; Τί εἶμαι;

Ἡ ἀπάντηση σ' αὐτές τίς ἐρωτήσεις κάθε ἄλλο παρά φανερή εἶναι. Τά ὅρια τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἐξαιρετικά πλατιά• ὁ καθένας ἀπό μᾶς ξέρει πολύ λίγα γιά τόν ἀληθινό καί βαθύ ἑαυτό του. Μέ τίς ἐξωτερικές κι ἐσωτερικές ἀντιληπτικές μας ἱκανότητες, μέ τή μνήμη μας καί μέ τή δύναμη τοῦ ἀσυνειδήτου, ἐκτεινόμαστε πάνω ἀπ' τό διάστημα, ἁπλωνόμαστε πρός τά πίσω καί πρός τά ἐμπρός μέσα στό χρόνο, καί φτάνουμε περ' ἀπ' τό χῶρο καί τό χρόνο μεσ' τήν αἰωνιότητα. «Μέσα στήν καρδιά εἶναι ἀπύθμενα βάθη», βεβαιώνουν οἱ Ὁμιλίες τοῦ ἁγ. Μακαρίου. «Δέν εἶναι παρά ἕνα μικρό σκεῦος: κι ὅμως ὑπάρχουν ἐκεῖ δράκοι καί λιοντάρια καί δηλητηριώδη πλάσματα καί ὅλοι οἱ θησαυροί τῆς κακίας: ἄγρια, ἀπότομα μονοπάτια ὑπάρχουν ἐκεῖ καί ἀνοιχτά χάσματα. Ἐκεῖ ἐπίσης ὑπάρχει ὁ Θεός, ὑπάρχουν οἱ ἄγγελοι, ὑπάρχει ζωή καί Βασιλεία, ὑπάρχει φῶς καί οἱ Ἀπόστολοι, οἱ οὐράνιες πολιτεῖες καί οἱ θησαυροί τῆς χάριτος: τά πάντα ὑπάρχουν ἐκεῖ»

Μ' αὐτό τόν τρόπο ἔχουμε ὁ καθένας μέσα στή δική μας καρδιά, ἕνα δεύτερο «δείχτη» Τί σημαίνει ἡ συνείδησή μου; Ποιά εἶναι ἡ ἑρμηνεία γιά τήν αἴσθηση τοῦ ἀπείρου ποὺ ἔχω; Μέσα μου ὑπάρχει κάτι πού, συνέχεια, μέ κάνει νά κοιτάζω περ' ἀπ' τόν ἑαυτό μου. Μέσα μου φέρνω μία πηγή θαύματος, μία πηγή γιά μία συνεχῆ αὐτοϋπέρβαση.
*
Ἕνα τρίτος «δείχτης» πρέπει νά βρεθεῖ στίς σχέσεις μου μέ τούς ἄλλους ἀνθρώπους.

Γιά τόν καθένα ἀπό μᾶς -ἴσως μία ἤ δύο φορές μόνο σ' ὅλη τήν πορεία τῆς ζωῆς μας- ἔχουν ὑπάρξει ξαφνικές ἀποκαλυπτικές στιγμές, ὅπου μᾶς φανερώθηκε ἡ πιό βαθειά ὕπαρξη καί ἡ ἀλήθεια ἑνός ἄλλου, καί ἀποκτήσαμε ἐμπειρία τῆς ἐσωτερικῆς του ζωῆς σάν νά ἦταν δική μας. Καί αὐτή ἡ συνάντηση μέ τήν ἀληθινή προσωπικότητα ἑνός ἄλλου εἶναι, γι' ἄλλη μία φορά, μία ἐπαφή μέ τό ὑπερβατικό καί τό ἄχρονο, μέ κάτι πιό δυνατό ἀπ' τό θάνατο. Τό νά ποῦμε στόν ἄλλο, μ' ὅλη μας τήν καρδιά, «Σ' ἀγαπῶ», εἶναι σάν νά λέμε, «Δέν θά πεθάνεις ποτέ». Σέ τέτοιες στιγμές προσωπικῆς μετοχῆς ξέρουμε, ὄχι ἀπό ἐπιχειρήματα ἀλλ' ἀπό ἄμεση βεβαιότητα, ὅτι ὑπάρχει ζωή περ' ἀπ' τό θάνατο. Γι' αὐτό στίς σχέσεις μας μέ ἄλλους, καθώς καί στήν ἐμπειρία μας μέ τούς ἑαυτούς μας, ἔχουμε στιγμές ὑπερβατικότητας πού μαρτυροῦν ὅτι κάτι βρίσκεται πιό πέρα. Πῶς θά μπορέσουμε νά εἴμαστε πιστοί σ' αὐτές τίς στιγμές καί νά τίς νοιώθουμε;

Αὐτοί οἱ τρεῖς «δεῖχτες» - στόν κόσμο γύρω μας, στόν κόσμο μέσα μας, καί στίς διαπροσωπικές μας σχέσεις- μποροῦν νά βοηθήσουν ὅλοι μαζί, σάν ἕνας τρόπος προσέγγισης, φέρνοντάς μας στό κατώφλι τῆς πίστης στό Θεό. Κανείς ἀπ' αὐτούς τούς «δεῖχτες» δέν ἀποτελεῖ μία λογική ἀπόδειξη. Ἀλλά ποιά εἶναι ἡ ἄλλη ἐκλογή; Μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι ἡ φανερή τάξη στό σύμπαν εἶναι ἁπλή σύμπτωση, ὅτι ἡ συνείδηση εἶναι μόνο τό ἀποτέλεσμα τοῦ κοινωνικοῦ ἐθισμοῦ, καί ὅτι, ὅταν ἡ ζωή σ' αὐτό τόν πλανήτη τελικά ἐκλείψει, ὅλ' αὐτά πού τό ἀνθρώπινο γένος ἔχει ζήσει ὡς ἐμπειρίες καί ὅλες οἱ δυνατότητές μας θά εἶναι σάν νά μήν εἶχαν ὑπάρξει ποτέ; Μία τέτοια ἀπάντηση μοῦ φαίνεται ὄχι μόνο καθόλου ἱκανοποιητική καί ἀπάνθρωπη, ἀλλά καί τρομερά παράλογη.

Εἶναι βασικό στοιχεῖο στό χαρακτήρα μου σάν ἀνθρώπου νά ψάχνω παντοῦ γιά σημαντικές ἑρμηνεῖες. Τό κάνω αὐτό καί μέ τά μικρότερα πράγματα στή ζωή μου: δέν θά τό κάνω μέ τά μεγαλύτερα; Ἡ πίστη στό Θεό μέ βοηθάει νά καταλάβω γιατί ὁ κόσμος θάπρεπε νἄναι ὅπως εἶναι, ὄχι μόνο μέ τήν ὀμορφιά του ἀλλά καί μέ τήν ἀσχήμια του• γιατί θάπρεπε νἄμαι ὅπως εἶμαι, ὄχι μόνο μέ τήν εὐγένειά μου ἀλλά καί μέ τήν εὐτέλειά μου καί γιατί θάπρεπε ν' ἀγαπῶ τούς ἄλλους, βεβαιώνοντας τήν αἰώνιαν ἀξία τους. Δίχως τήν πίστη στό Θεό δέν μπορῶ νά δῶ ἄλλη ἑρμηνεία γιά ὅλ' αὐτά. Ἡ πίστη στό Θεό μέ κάνει ἱκανό ν' ἀντιλαμβάνομαι τά πράγματα, νά τά βλέπω σάν ἕνα σύνολο ἁρμονικό, μ' ἕνα τρόπο πού τίποτε ἄλλο δέν μπορεῖ νά μοῦ τό δώσει. Ἡ πίστη μέ κάνει ἱκανό νά κάνω ἀπό τά πολλά τό ἕνα.

Στο Θεό να έχουμε την ελπίδα μας - Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής


Κάθε άνθρωπο πρέπει να τον αγαπάμε με την ψυχή μας. Όμως μόνο στο Θεό να έχουμε την ελπίδα μας, κι Αυτόν μ' όλη μας τη δύναμη να λα­τρεύουμε. Γιατί όσο μας συντηρεί Εκείνος, και οι φί­λοι μας φροντίζουν και οι εχθροί δεν μπορούν να μας βλάψουν. Οταν όμως Εκείνος μας εγκαταλεί­ψει, και οι φίλοι όλοι μας αποστρέφονται και οι εχθροί αποκτούν δύναμη εναντίον μας.
Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής









"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...