Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα π. Θωμάς Βαμβίνης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα π. Θωμάς Βαμβίνης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα, Μαρτίου 14, 2016

ΝΗΣΤΕΙΑ: Η ΟΡΕΞΗ ΚΑΙ Η ΠΕΙΝΑ ΚΑΙ ΟΙ ΠΕΙΡΑΣΜΟΙ ΤΗΣ ΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ



π. Θωμά Βαμβίνη

Η νηστεία και ο πειρασμός1
   Νηστεύω σημαίνει δεν τρώω, δηλαδή εκουσίως πεινάω. Νηστεύοντας, λοιπόν, ορθοδόξως κατά την Μ. Τεσσαρακοστή, οδηγούμε τον εαυτό μας σε μια οριακή κατάσταση, στην οποία αισθανόμαστε τις απαιτήσεις του σώματος, αλλά και την δύναμη της ψυχής να τις τιθασσεύη. Αυτήν την οριακή κατάσταση βρίσκει πρόσφορη ο πειράζων για να μας προσβάλλη με τους πιο ισχυρούς πειρασμούς του. Δεν έχει ισχύ επάνω στον αγωνιζόμενο με την νηστεία Χριστιανό, αλλά ο ίδιος δελεάζεται από την αδυναμία του σώματος, την οποία νομίζει ότι μπορεί να εκμεταλλευθή. Αυτό έπαθε με τον Χριστό.
Ο Ευαγγελιστής Ματθαίος λέει: “νηστεύσας - ο Χριστός - ημέρας τεσσαράκοντα και νύκτας τεσσαράκοντα ύστερον επείνασε. Και προσελθών αυτώ ο πειράζων είπεν...”. Ο πειράζων προσήλθε στον Χριστό, όταν εκείνος πείνασε. Η πείνα δηλαδή τον προσελκύει, αλλά και η πείνα είναι αυτή που τελικά τον νικάει, όταν, φυσικά, ζητά ικανοποίηση από την λογική τροφή της ψυχής - τα ρήματα που εκπορεύονται από το στόμα του Θεού - και όχι μονοδιάστατα από την άλογη τροφή του σώματος.
Δεν πρέπει, λοιπόν, να παραξενευόμαστε, όταν κατά την νηστήσιμη περίοδο της Μ. Τεσσαρακοστής μας συμβαίνουν ποικίλοι πειρασμοί, που αφορούν στην προσωπική, οικογενειακή ή κοινωνική μας ζωή. Ο πειράζων σε τέτοιες περιόδους “προσέρχεται” στους Χριστιανούς. Με πολλούς “εσωτερικούς” τρόπους, αλλά και με θορυβώδη εξωτερικά γεγονότα, που έχουν ανταποκριτές στο εσωτερικό εμπαθείς λογισμούς, προσπαθεί να αχρειώση τον αγώνα της Μ. Τεσσαρακοστής. Όμως, “εάν νήφωμεν”, όλα αυτά γίνονται αιτίες πνευματικής ωρίμανσης, δρόμοι για βαθύτερη αυτογνωσία και θεογνωσία.

Η νηστεία, η όρεξη και η πείνα2
   Ο π. Αλέξανδρος Σμέμαν προσπαθώντας να δώση το πραγματικό περιεχόμενο της Χριστιανικής νηστείας, στο βιβλίο του “Μ. Τεσσακοστή, πορεία προς το Πάσχα”, γράφει: “Τελικά νηστεύω σημαίνει μόνο ένα πράγμα: πεινάω. Να φτάνω δηλαδή στα όρια εκείνης της ανθρώπινης κατάστασης, οπότε φαίνεται καθαρά η εξάρτηση από την τροφή και, καθώς είμαι πεινασμένος, ν’ ανακαλύπτω ότι αυτή η εξάρτηση δεν είναι όλη η αλήθεια για τον άνθρωπο, ότι αυτή η πείνα είναι πρώτα απ’ όλα μια πνευματική κατάσταση και που αυτή, στην παραγματικότητα, είναι πείνα για το Θεό”.
Νηστεία, λοιπόν, σημαίνει πεινάω. Επειδή όμως η πείνα σε μας τους κατακυριευμένους από τις ηδονές συγχέεται με την όρεξη, πρέπει να χαραχθή μια σαφής διαχωριστική γραμμή μεταξύ πείνας και όρεξης.
Πρόσφατα, στην εκπομπή του MEGA “Όλα για την υγεία”, ένας φιλοξενούμενος διαιτολόγος, σχολιάζοντας τις διάφορες “συνταγές αδυνατίσματος”, με τις οποίες “αδυνατίζουμε τρώγοντας”, υπογράμμισε τον κίνδυνο να θεωρούμε την όρεξη για πείνα. Πολλοί όταν έχουμε όρεξη να φάμε νομίζουμε ότι πεινάμε, γι’ αυτό, όταν δεν ικανοποιούμε την όρεξή μας, νομίζουμε ότι στερούμε τον οργανισμό μας από τροφές που τις έχει απόλυτη ανάγκη. Αυτός ο λογισμός παραλύει τον τόνο της ψυχής και δημιουργεί την ψευδαίσθηση της αδυναμίας του σώματος. Αυτός ο λογισμός είναι ένας ύπουλος πειρασμός κατά τις περιόδους των νηστειών. Ο διαιτολόγος από την δική του σκοπιά τόνισε ότι η πείνα συνδέεται με τις πραγματικές ανάγκες του σώματος, ενώ η όρεξη έχει σχέση με την επιθυμία και την ηδονή της τροφής. Η ασκητική της χριστιανικής νηστείας μας λέει ότι αν αυτή η όρεξη αφεθή αχαλίνωτη οδηγεί στην γαστριμαργία και την λαιμαργία.
Όταν κατά τον π. Αλέξανδρο Σμέμαν “νηστεύω σημαίνει μόνο ένα πράγμα: πεινάω”, νηστεύοντας οφείλουμε να προχωρούμε από την υποταγή της όρεξης στην ανάγκη, στον περιορισμό της ανάγκης στο ελάχιστο. Σε εκείνο το ελάχιστο όριο το οποίο θα μας επιτρέπη να καταλαβαίνουμε την “εξάρτηση από την τροφή” και να ανακαλύπτουμε ότι το πραγματικό περιεχόμενο της πείνας μας “είναι πείνα για τον Θεό”.


1 ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ  ΜΗΝΙΑΙΑ  ΕΚΔOΣΗ  ΤΗΣ  ΙΕΡΑΣ  ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ  ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ  ΚΑΙ  ΑΓΙΟΥ  ΒΛΑΣΙΟΥ (ΜΑΡΤΙΟΣ 1999) http://www.parembasis.gr/1999/99_03_05.htm
2  ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ  ΜΗΝΙΑΙΑ  ΕΚΔOΣΗ  ΤΗΣ  ΙΕΡΑΣ  ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ  ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ  ΚΑΙ  ΑΓΙΟΥ  ΒΛΑΣΙΟΥ (ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2001) http://www.parembasis.gr/2001/01_02_05.htm

Τρίτη, Ιανουαρίου 07, 2014

Η βαρύτητα της παρανομίας - Η επαινετή υιοθεσία (π. Θωμάς Βαμβίνης)

ημιουργήθηκε μεγάλος θόρυβος (μέ παγκόμιο ἀντίκτυπο) γιά τό μικρό κορίτσι πού βρέθηκε στά χέρια Τσιγγάνων στά Φάρσαλα. Πολλά εἰπώθηκαν ἀπό πολλές πλευρές, κάποιες φορές μέ ὑπερβολές, τά ὁποῖα φανέρωσαν πολλά προβλήματα πού συνδέονται μέ τίς κλειστές κοινωνίες τῶν Τσιγγάνων, μέ τίς ἀδυναμίες τῆς δημόσιας διοίκησης, ἀλλά καί τίς διαδικασίες υἱοθεσίας βρεφῶν.
Ἀπό ὅλα τά ἐπιμέρους θέματα πού δημιουργήθηκαν θά σχολιάσουμε δύο. Τό πρῶτο εἶναι ἡ «εὐαισθησία» μας ἀπέναντι στήν παρανομία. Δεύτερο, τό ἠθικό περιεχόμενο μιᾶς πράξεως υἱοθεσίας.

Ἡ βαρύτητα τῆς παρανομίας


Γιά τό πρῶτο θέμα μποροῦν νά ἐπισημανθοῦν δύο σημεῖα: Τό πρῶτο εἶναι ὅτι (οἱ ἄνθρωποι γενικῶς) εἴμαστε ἐπιλεκτικοί στήν εὐαισθησία μας ἀπέναντι στήν παρανομία. Στήν συνείδησή μας δέν ἔχουν τό ἴδιο βάρος ὅλες οἱ παράνομες πράξεις καί ἐνέργειες. Ἡ βαρύτητα εἶναι συνάρτηση τῆς πνευματικῆς ὡρίμανσης, τῶν ἰδιαίτερων συνθηκῶν ζωῆς, τοῦ ἐπαγγέλματος, ἀκόμη καί τοῦ ἰδεολογικοῦ προσανατολισμοῦ. Ἕνα ἁπλό (τετριμμένο) παράδειγμα πού κάνει κατανοητή αὐτήν τήν ἄποψη εἶναι ἡ παρονομία τῆς φοροδιαφυγῆς καί τῆς φοροκλοπῆς. Ὁ μισθωτός πού δέν ἔχει ἄλλα εἰσοδήματα, εἶναι συνήθως σφοδρός κατήγορος τῶν φοροφυγάδων, ἐλεύθερων κατά κανόνα ἐπαγγελματιῶν, ἐνῶ οἱ ἐλεύθεροι ἐπαγγελματίες, βλέποντας τό κόστος τῶν ἐπιχειρηματικῶν δραστηριοτήτων τους, κρίνοντας βαριές καί ἄδικες κάποιες φορολογικές νομοθεσίες, δέν ἔχουν στήν συνείδησή τους μέ ἰδιαίτερο βάρος τό παράπτωμα τῆς φοροδιαφυγῆς.
Ἕνα δεύτερο σημεῖο πού ἀξίζει ἐπισήμανση εἶναι τό ὅτι οἱ σχολιασμοί τῆς «οἰκειοποίησης» τοῦ κοριτσιοῦ στά Φάρσαλα ἐπικεντρώνονται κυρίως στήν παρανομία τῆς πράξεως καί ὄχι τόσο στήν οὐσία της. Αὐτό διαπιστώνει εὔκολα ἕνας ψύχραιμος παρατηρητής. Ὁπότε τό ἄμεσο ἐρώτημα εἶναι: Ἄν ἡ υἱοθεσία γινόταν νόμιμα, ἀλλά σκοπός της ἦταν ἡ ἐκμετάλλευση τοῦ κοριτσιοῦ στά φανάρια, θά ἦταν ἕνα γεγονός πού δέν θά χρειαζόταν ἀντιμετώπιση; Ἡ νομιμότητα, ὡς πρός τόν τύπο, θά καταργοῦσε τό ἐνδιαφέρον γιά τήν τύχη τοῦ κοριτσιοῦ;

Σέ πολλές περιπτώσεις ἕνα γεγονός κατακεραυνώνεται δημοσιογραφικά ἁπλά καί μόνον γιατί συνιστᾶ παράβαση τοῦ νόμου καί ὄχι γιατί πληγώνει τήν κοινωνία καί τά μέλη της. Παράδειγμα ἡ παράνομη εἰσαγωγή, δηλαδή, χωρίς τήν καταβολή τῶν προβλεπόμενων φόρων, διαφόρων σκευασμάτων- συμπληρωμάτων διατροφῆς, πού δίνονται γιά τήν ἀφύσικη καί τελικά ἐπικίνδυνη «ἀνάπτυξη» τοῦ σώματος.

Ἡ ἐπαινετή υἱοθεσία

Τό γεγονός τῶν Φαρσάλων ἐλλοχεύει τόν κίνδυνο νά διαβληθῆ στίς συνειδήσεις πολλῶν ἀνθρώπων ἡ ἀπό πολλές πλευρές ἀξιέπαινη πράξη τῆς υἱοθεσίας.

Τά κυκλώματα ἐμπορίας βρεφῶν, τά παιδιά τῶν φαναριῶν ἀγνώστων γονέων, ρίχνουν σκιά σέ μιά πράξη, ἡ ὁποία εἶναι τό λιγότερο ἱκανοποίηση τοῦ φυσικοῦ μητρικοῦ καί πατρικοῦ φίλτρου, καί ἡ ὁποία ὅμως σέ ἀρκετές περιπτώσεις πάει ψηλότερα, γιατί εἶναι μιά πράξη ἀληθινῆς καί ἀνιδιοτελοῦς ἀγάπης. 

Ἡ ἀνάληψη τῆς εὐθύνης, μέ τήν υἱοθεσία, γιά τήν ἀνατροφή ἑνός ἐγκαταλελειμμένου σ’ ἕνα ἵδρυμα βρέφους, μέ σκοπό νά λάβη πρῶτα ἀπ’ ὅλα τήν ἀγάπη πού στερήθηκε καί κατόπιν ὅλα τά ὑλικά, ἐκπαιδευτικά καί πνευματικά ἐφόδια γιά τήν ζωή του εἶναι ἄξια κάθε ἐπαίνου, ἀλλά καί προβολῆς γιά μίμηση. Γι’ αὐτό δέν θά πρέπει μέ κανένα τρόπο, τά τελευταῖα γεγονότα νά τήν σκιάσουν.






(Πηγή: parembasis.gr)

Κυριακή, Αυγούστου 18, 2013

Αποδυναμώσαμε το νόημα της αργίας (π. Θωμάς Βαμβίνης)

Αποδυναμώσαμε το νόημα της αργίας 
(π. Θωμάς Βαμβίνης)

Τον τελευταίο καιρό έγιναν έντονες συζητήσεις με αφορμή την κατάργηση της αργίας της Κυριακής, δηλαδή για το άρθρο 16 του νομοσχεδίου, και ήδη νόμου, με τίτλο: «Κανόνες ρύθμισης της αγοράς προϊόντων και της παροχής υπηρεσιών».

Οι πιο έντονες αντιδράσεις εκδηλώθηκαν από τούς συνδικαλιστικούς φορείς των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και των εργαζομένων σ’ αυτές, πού βλέπουν αφ’ ενός μεν να συμπιέζεται το κέρδος τους με την αύξηση τού κόστους λειτουργίας τών επιχειρήσεών τους, αφ’ ετέρου δε νά εξαφανίζεται ο ελάχιστος χρόνος ανάπαυσης κατά εβδομάδα πού μέχρι τώρα είχαν.

Όμως, η κατάργηση τής αργίας τής Κυριακής δέν είναι ένα απλό θέμα, διότι δέν έχει μόνον οικονομικές παραμέτρους, αλλά καί πολιτιστικές καί θρησκευτικές. Υπερτονίστηκαν οι οικονομικές, δέν δόθηκε, όμως, όση προσοχή χρειαζόταν στήν πολιτιστική καί θρησκευτική παράμετρο.

Υπήρξαν, βέβαια, άρθρα από εκκλησιαστικά πρόσωπα καί θεσμικά όργανα, πού μίλησαν γιά τήν αργία τής Κυριακής, αλλά καί γιά πιθανούς κρυπτόμενους λόγους τής κατάργησής της, μέ σοβαρά επιχειρήματα, ιστορικές αναφορές καί πνευματικές αναλύσεις. Η πλειοψηφία τού Κοινοβουλίου όμως δέν έλαβε σχεδόν καθόλου υπόψη της τά κείμενα αυτά, ίσως γιατί οι θρησκευτικοί καί πολιτιστικοί λόγοι δέν αγγίζουν, όπως φαίνεται, τήν μεγάλη πλειοψηφία τού λαού καί ως εκ τούτου δέν θεωρείται ότι προσπορίζουν ψήφους.

Μπορεί νά ακουστή ως λόγος πικρός, όμως, πρέπει νά λεχθή. Τό νόημα τής αργίας τής Κυριακής έχει αποδυναμωθή από τά ίδια τά μέλη τής Εκκλησίας, πού διαβρώνονται από τό πνεύμα τής εκκοσμίκευσης.

Όλες οι μέρες ίσες

Ο αββάς Ιωάννης κάποτε, μεταξύ άλλων, ρώτησε τόν αββά Βαρσανούφιο «ει δεί διαφοράν έχειν ημερών». Καί ο Αββάς απάντησε: «Καί περί τών ημερών, έχε αυτάς ίσας, αγίας, καλάς? πάντα ούν συνετώς πράττε καί αποβαίνει σοι εις ζωήν εν Χριστώ τώ Κυρίω ημών».

Η ημέρα αγιάζεται από τόν τρόπο τής ζωής μας. Όμως, οι σύγχρονοι Ορθόδοξοι Χριστιανοί «πράττουν συνετώς», όταν μεταβάλλουν τό Σάββατο, τήν ημέρα τών κεκοιμημένων, σέ ημέρα γάμων, ώστε νά γλεντούν «ελεύθερα» μέχρι τήν πρωΐα τής Κυριακής, στήν οποία κατόπιν «αναπαύονται» λόγω αργίας, παραθεωρώντας τό πνευματικό νόημα τής αργίας αυτής; «Πράττουν συνετώς», επίσης, όταν παραθεωρούν, ως «ατομική ευσέβεια» ή μοναχική υπερβολή καί ιδιορρυθμία, τό ησυχαστικό περιεχόμενο τής αργίας από «πάν γήινον έργον»; Για πολλούς Χριστιανούς όλες οι ημέρες έχουν γίνει ίδιες, όχι όμως άγιες καί καλές.

Ο Χριστός συμπληρώνοντας τόν Νόμο, «Μνήσθητι τήν ημέρα τών σαββάτων αγιάζειν αυτήν», έδειξε ότι τό νόημα τής αργίας τού Σαββάτου (και γιά εμάς τής Κυριακής) είναι η έξοδος από τήν ιδιοτέλεια μέ έργα αγάπης, μέ «προσκαρτέρηση» στόν Ναό «καί ταίς εν αυτώ συνάξεσι», μέ πνευματική μελέτη και προσευχή. Γενικά, ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς δίνει ως περιεχόμενο τής Κυριακής τήν ετοιμασία τού εαυτού μας «προς υποδοχήν τών μελλόντων αγαθών», μέ «την των κακών απραξίαν» καί τήν πράξη τών προσταγμάτων τού Θεού.

Όταν δέν τιμούμε τό δώρο τής αργίας, μέ τήν εκπλήρωση τών επιθυμιών τού δωρεοδότη, τότε κάποτε αυτό τό δώρο θά «αρθή αφ’ ημών».


(Πηγή: alopsis.gr «Εκκλησιαστική Παρέμβαση» Ιούλιος 2013)

Σάββατο, Αυγούστου 10, 2013

Από την ταπείνωση στη δοξολογία


 του Πρωτ. π. Θωμά Βαμβίνη

Αναμφισβήτητα για κάθε Χριστιανό το σημαντικότερο πρόσωπο μέσα στην ανθρώπινη ιστορία, μετά τον Χριστό, είναι η μητέρα Του, η Θεοτόκος Μαρία. Είναι, όπως την ονομάζουν οι άγιοι Πατέρες μας, το μεθόριο μεταξύ κτιστής και άκτιστης φύσης. Είναι άνθρωπος σαν και εμάς. Γεννήθηκε, όπως όλοι οι άνθρωποι, με φυσικό τρόπο. Όμως της δόθηκε το μοναδικό προνόμιο να γίνη και μητέρα του Θεού, αφού ο άνθρωπος τον οποίο γέννησε “ασπόρως” δεν έχει κτιστή υπόσταση. Είναι ο Υιός και Λόγος του Θεού, Θεός αληθινός, ομοούσιος με τον Θεό Πατέρα, ως προς την θεότητα, όπως είναι ομοούσιος με την μητέρα Του την Παναγία, ως προς την ανθρωπότητα, η οποία όμως δεν έχει δική της υπόσταση. Με την ενανθρώπισή Του ο Υιός του Θεού έμεινε αυτό που ήταν, “αναλλοιώτως και ατρέπτως” Θεός αληθινός. Αλλά προσέλαβε στην υπόστασή Του και αυτό που δεν ήταν, δηλαδή την ανθρώπινη φύση. Έτσι, “ο αρχηγός της σωτηρίας μας” έχει μία υπόσταση “εν δυσί φύσεσι”. Αυτή η πίστη αποτελεί το θεμέλιο της σωτηρίας μας, την μεγάλη χαρά του ανοίγματος των πεπερασμένων κτιστών ανθρώπινων υποστάσεων στην κοινωνία με την απερινόητη άκτιστη θεότητα. Ταυτόχρονα αυτό το μυστήριο είναι η δόξα της Θεοτόκου, που την καθιστά όντως “γέφυρα μετάγουσα τους εν γη προς ουρανόν”.
Μέσα στο ελληνικό Καλοκαίρι το πρόσωπο της Παναγίας δροσίζει τα καμένα από τον καύσωνα της αποστασίας πρόσωπα και ξεδιψά τα διψασμένα για εμπειρική γνώση πνεύματα με την υμνολογία των θαυμασίων που τέλεσε ο Θεός μέσα της. Η μνήμη της Θεοτόκου και η μελέτη των μυστηρίων που συνδέονται με το πρόσωπό της αγιάζουν το νου και τη διάνοια, γιατί μέσα σ’ αυτά βρίσκεται όλη η αλήθεια της ζωής του ανθρώπου· του παρόντος και του μέλλοντος. Είναι περιγραφή μυστηρίων. Δεν αποτελούν όμως ιδεατή περιγραφή κάποιων εξωκοσμικών γεγονότων. Μας περιγράφουν τον θεανθρώπινο τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος μπορεί να βρη τον αληθινό εαυτό του και να ζήση “κατά τον λόγο” της υπάρξεώς του.
Είναι γεγονός ότι οι αφηρημένες θεολογικές διατυπώσεις είναι μια δύσπεπτη τροφή για τους περισσότερους ανθρώπους, γι’ αυτό λίγοι τις επιλέγουν και τις γεύονται. Αντίθετα, οι ιστορίες των εξαγιασμένων προσώπων και οι λόγοι που εκφράζουν τους αγώνες και τις εμπειρίες τους δίνουν την εντύπωση μιας πιο εύπεπτης τροφής, γι’ αυτό και είναι πιο επιθυμητές από τους περισσότερους. Πρέπει να υπογραμμισθή, βέβαια, ότι δίνουν την εντύπωση της πιο εύπεπτης τροφής, γιατί η αποκρυπτογράφηση του νοήματος μιας ιστορίας είναι έργο πολύ δύσκολο, κυρίως όταν πρόκειται για ιστορίες της κρυφής εσωτερικής διάβασης από “γης προς ουρανόν”, από την υποδούλωση στα κτιστά στην κοινωνία με τον Θεό ή αλλιώς από την ταπείνωση της φύσης μας στην δοξολογία του Θεού, που θεώνει το φθαρτό μας φύραμα. Αυτή η δυσκολία υπάρχει κυρίως στη δική μας περίπτωση γιατί δεν μας ενδιαφέρουν οποιεσδήποτε πτυχές της ανθρώπινης ιστορίας, αλλά κυρίως αυτές που περιγράφουν τις επισκέψεις του Θεού στους ανθρώπους. Μας εδιαφέρουν, δηλαδή, οι βίοι των ανθρώπων που βρήκαν τον Θεό. Και πριν απ’ όλους βέβαια μας ενδιαφέρει η ιστορία των επισκέψεων του Θεού στην Παναγία.
Στο απροσδιόριστο πέλαγος του θεομητορικού μυστηρίου στηριγμός της πτωχής ανθρώπινης διάνοιας είναι τα νοήματα και οι λέξεις που διατύπωσαν οι θεοφόροι Πατέρες μας, αλλά πριν από αυτούς η ίδια η Θεοτόκος. Η Παναγία δεν είπε πολλά πράγματα. Ή μάλλον δεν καταγράφηκαν πολλά λόγια της από τους Ευαγγελιστές. Το πιο σημαντικό κείμενό της που έχουμε είναι η ωδή την οποία ανέπεμψε προς τον Θεό, όταν επιβεβαιώθηκε από την Ελισάβετ, ότι είναι “Μήτηρ του Κυρίου”. Η ωδή αυτή ψάλλεται σχεδόν σε κάθε Όρθρο και αποτελεί την λεγόμενη ενάτη ωδή. Είναι η γνωστή ωδή “Μεγαλύνει η ψυχή μου τον Κύριον...”.
Είναι πολύ σημαντική η υμνολογία της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, καθώς και τα νοήματα της Μικρής και της Μεγάλης Παράκλησης. Όμως, το θεμέλιο του Θεομητορικού μυστηρίου βρίσκεται στα νοήματα των στίχων της ενάτης ωδής. Στη συνέχεια θα επισημάνουμε συνοπτικά δύο νευραλγικά σημεία της ωδής αυτής: Πρώτον, την δοξολογία του Θεού από την Θεοτόκο. Και δεύτερον, την αιτία της δοξολογίας.
Η Παναγία μετά την προφητεία της Ελισάβετ, ότι είναι “η Μήτηρ του Κυρίου”, αναπέμπει την ωδή της, αρχίζοντας με δοξολογία του Θεού: “Μεγαλύνει η ψυχή μου τον Κύριον και ηγαλλίασε το πνεύμα μου επί τω Θεώ τω Σωτήρι μου”. Η ψυχή της δοξολογεί τον Κύριο και το πνεύμα της αγάλλεται για το Θεό το Σωτήρα της. Η Παναγία μιλά για τον εαυτό της, αλλά και για όλο το ανθρώπινο γένος. Ο Θεός είναι σωτήρας “πάντων ανθρώπων”. Ιδιαίτερα ο κυοφορούμενος Υιός της θα έχη την προσωνυμία Ιησούς, δηλαδή “Θεός Σωτήρ”. Γι’ αυτό στην δοξολογία της η αναφορά στο “Θεό Σωτήρα”, είναι αναφορά ιδιαίτερη στον Υιόν της.
Η Παναγία “εμεγάλυνε” τον Θεό Σωτήρα με τρία πράγματα. Πρώτον, με υψηλά και θεοπρεπή νοήματα. Δεύτερον, με αντίστοιχα λόγια, που συντονίζονταν με τα θεοπρεπή νοήματα. Και τρίτον, με έργα υψηλά, άξια της θείας μεγαλειότητος. Η αρχή όλων αυτών των πραγμάτων βρίσκεται στη ζωή της μέσα στα Άγια των Αγίων, όπου κατάλαβε την ανεπάρκεια των σωματικών αισθήσεων, της φαντασίας και της διάνοιας στο να συνδέσουν τον άνθρωπο με τον αληθινό Θεό. Όλες αυτές οι δυνάμεις του ανθρώπου δημιουργούν είδωλα στη θέση του Θεού ή, στην καλύτερη περίπτωση, κάποιες λογικές αντιλήψεις, οι οποίες όμως απέχουν πολύ από το να περιγράφουν τον απερίγραπτο Θεό. Μέσα στον Ναό, σύμφωνα με τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά, ανακάλυψε η Παναγία τη νοερά ενέργεια και το άνοιγμα του ανθρώπου προς τον Θεό, που συντελείται μέσα στην ησυχία του νου. Έτσι απαλλάχθηκε από άσχετες προς τον Θεό εικόνες και ανάξια για το Θεό νοήματα και κράτησε το νου της στη νοερά σιγή και στην αδιάλειπτη κοινωνία της με τον Θεό, αφήνοντας μέσα της μόνο τα νοήματα και τα λόγια, που δεν έρχονταν σε αντίθεση με την υπέρλογη κίνηση του νου της. Με αυτά τα θεοπρεπή νοήματα, τα αντίστοιχα λόγια και τις συντονισμένες με αυτά εξωτερικές πράξεις, “εμεγάλυνε” η Θεοτόκος τον Κύριο.
Όμως, η “αγαλλίαση του πνεύματός της”, δηλαδή το μεγάλο σκίρτημα της καρδιάς της για τον Θεό, σύμφωνα με την ερμηνεία του αγίου Νικοδήμου του αγιορείτου, είχε ως αιτία την συγκατάβαση του Θεού, ο Οποίος “επέβλεψε επί την ταπείνωσιν της δούλης Αυτού”. Ο Θεός “επέβλεψε” στην ταπείνωση της Παναγίας και Εκείνη από την αίσθηση της ταπεινής πεπερασμένης ύπαρξης ανατάθηκε, με μεγάλα εσωτερικά άλματα, (αυτό σημαίνει αγαλλίαση, από το “άγαν” και το “άλλομαι”) σε δοξολογία του Θεού. Μέσα από αυτόν τον λόγο της Παναγίας αποκαλύπτεται το θεμέλιο της σωτηρίας. Έρχεται στην επιφάνεια η μεγάλη ταπείνωση της Θεοτόκου. Η ταπείνωσή της προσήλκυσε το Θεό. Αυτή έγινε η πύλη της σωτηρίας. Αυτή σώζει και κάθε άνθρωπο, γιατί μέσα της υπάρχει η αλήθεια της φύσης μας. Η φυσική μας κατάσταση απέναντι στο Θεό είναι η ταπείνωση. Η υπερηφάνεια, ο εγωισμός, η κενοδοξία έχουν ισχύ μόνο μέσα στη φαντασία. Δεν έχουν καμμιά σχέση με την απτή πραγματικότητα. Βέβαια, μορφές ταπεινώσεως υπάρχουν πολλές. Είναι για παράδειγμα η εκούσια ασκητική ταπείνωση ή αλλιώς η μετριοφροσύνη, που συνίσταται στην προσπάθεια να αποφευχθή κάθε αιτία υπερηφάνειας και να εδραιωθούν μέσα στην ψυχή απλοί και ταπεινοί λογισμοί. Είναι, επίσης, οι ακούσιες ταπεινώσεις από τους ανθρώπους και από τις δύσκολες περιστάσεις της ζωής, οι οποίες είναι ασκητικά εκμεταλλεύσιμες. Είναι, τέλος, και η βαθιά γνώση της ευτέλειας, της φθαρτότητας και θνητότητας της ανθρώπινης φύσης. Αυτή την ταπείνωση είχε η Θεοτόκος. Σε αυτήν επέβλεψε ο Θεός και επισκέφθηκε “διά των πυλών της” το ανθρώπινο γένος. Αυτή η ταπείνωση ανοίγει και τις πύλες της δικής μας ζωής στο Θεό.
Γι’ αυτό, ας μην εξαντλούμε την προσοχή μας στους “δυνάστας”, που “καθείλε [ο Θεός] από θρόνων, και ύψωσε ταπεινούς”. Η μεγάλη δύναμη βρίσκεται στους “ταπεινούς τω πνεύματι”. Αυτοί αποτελούν τον “λαό της Θεοτόκου”. Αυτοί ζουν την ταπείνωση που εκβάλλει στην δοξολογία του Θεού και στην αγαλλίαση του πνεύματος.–


Τρίτη, Μαρτίου 12, 2013

ΝΗΣΤΕΙΑ: Η ΟΡΕΞΗ ΚΑΙ Η ΠΕΙΝΑ ΚΑΙ ΟΙ ΠΕΙΡΑΣΜΟΙ ΤΗΣ ΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ π. Θωμάς Βαμβίνης


ΝΗΣΤΕΙΑ:
Η ΟΡΕΞΗ, Η ΠΕΙΝΑ ΚΑΙ
ΟΙ ΠΕΙΡΑΣΜΟΙ ΤΗΣ ΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ
π. Θωμά Βαμβίνη

Η νηστεία και ο πειρασμός1
   Νηστεύω σημαίνει δεν τρώω, δηλαδή εκουσίως πεινάω. Νηστεύοντας, λοιπόν, ορθοδόξως κατά την Μ. Τεσσαρακοστή, οδηγούμε τον εαυτό μας σε μια οριακή κατάσταση, στην οποία αισθανόμαστε τις απαιτήσεις του σώματος, αλλά και την δύναμη της ψυχής να τις τιθασσεύη. Αυτήν την οριακή κατάσταση βρίσκει πρόσφορη ο πειράζων για να μας προσβάλλη με τους πιο ισχυρούς πειρασμούς του. Δεν έχει ισχύ επάνω στον αγωνιζόμενο με την νηστεία Χριστιανό, αλλά ο ίδιος δελεάζεται από την αδυναμία του σώματος, την οποία νομίζει ότι μπορεί να εκμεταλλευθή. Αυτό έπαθε με τον Χριστό.
ΟΕυαγγελιστής Ματθαίος λέει: “νηστεύσας - ο Χριστός - ημέρας τεσσαράκοντα και νύκτας τεσσαράκοντα ύστερον επείνασε. Και προσελθών αυτώ ο πειράζων είπεν...”. Ο πειράζων προσήλθε στον Χριστό, όταν εκείνος πείνασε. Η πείνα δηλαδή τον προσελκύει, αλλά και η πείνα είναι αυτή που τελικά τον νικάει, όταν, φυσικά, ζητά ικανοποίηση από την λογική τροφή της ψυχής - τα ρήματα που εκπορεύονται από το στόμα του Θεού - και όχι μονοδιάστατα από την άλογη τροφή του σώματος.
Δεν πρέπει, λοιπόν, να παραξενευόμαστε, όταν κατά την νηστήσιμη περίοδο της Μ. Τεσσαρακοστής μας συμβαίνουν ποικίλοι πειρασμοί, που αφορούν στην προσωπική, οικογενειακή ή κοινωνική μας ζωή. Ο πειράζων σε τέτοιες περιόδους “προσέρχεται” στους Χριστιανούς. Με πολλούς “εσωτερικούς” τρόπους, αλλά και με θορυβώδη εξωτερικά γεγονότα, που έχουν ανταποκριτές στο εσωτερικό εμπαθείς λογισμούς, προσπαθεί να αχρειώση τον αγώνα της Μ. Τεσσαρακοστής. Όμως, “εάν νήφωμεν”, όλα αυτά γίνονται αιτίες πνευματικής ωρίμανσης, δρόμοι για βαθύτερη αυτογνωσία και θεογνωσία.

Η νηστεία, η όρεξη και η πείνα2
   Οπ. Αλέξανδρος Σμέμαν προσπαθώντας να δώση το πραγματικό περιεχόμενο της Χριστιανικής νηστείας, στο βιβλίο του “Μ. Τεσσακοστή, πορεία προς το Πάσχα”, γράφει: “Τελικά νηστεύω σημαίνει μόνο ένα πράγμα: πεινάω. Να φτάνω δηλαδή στα όρια εκείνης της ανθρώπινης κατάστασης, οπότε φαίνεται καθαρά η εξάρτηση από την τροφή και, καθώς είμαι πεινασμένος, ν’ ανακαλύπτω ότι αυτή η εξάρτηση δεν είναι όλη η αλήθεια για τον άνθρωπο, ότι αυτή η πείνα είναι πρώτα απ’ όλα μια πνευματική κατάσταση και που αυτή, στην παραγματικότητα, είναι πείνα για το Θεό”.
Νηστεία, λοιπόν, σημαίνει πεινάω. Επειδή όμως η πείνα σε μας τους κατακυριευμένους από τις ηδονές συγχέεται με την όρεξη, πρέπει να χαραχθή μια σαφής διαχωριστική γραμμή μεταξύ πείνας και όρεξης.
Πρόσφατα, στην εκπομπή του MEGA “Όλα για την υγεία”, ένας φιλοξενούμενος διαιτολόγος, σχολιάζοντας τις διάφορες “συνταγές αδυνατίσματος”, με τις οποίες “αδυνατίζουμε τρώγοντας”, υπογράμμισε τον κίνδυνο να θεωρούμε την όρεξη για πείνα. Πολλοί όταν έχουμε όρεξη να φάμε νομίζουμε ότι πεινάμε, γι’ αυτό, όταν δεν ικανοποιούμε την όρεξή μας, νομίζουμε ότι στερούμε τον οργανισμό μας από τροφές που τις έχει απόλυτη ανάγκη. Αυτός ο λογισμός παραλύει τον τόνο της ψυχής και δημιουργεί την ψευδαίσθηση της αδυναμίας του σώματος. Αυτός ο λογισμός είναι ένας ύπουλος πειρασμός κατά τις περιόδους των νηστειών. Ο διαιτολόγος από την δική του σκοπιά τόνισε ότι η πείνα συνδέεται με τις πραγματικές ανάγκες του σώματος, ενώ η όρεξη έχει σχέση με την επιθυμία και την ηδονή της τροφής. Η ασκητική της χριστιανικής νηστείας μας λέει ότι αν αυτή η όρεξη αφεθή αχαλίνωτη οδηγεί στην γαστριμαργία και την λαιμαργία.
Όταν κατά τον π. Αλέξανδρο Σμέμαν “νηστεύω σημαίνει μόνο ένα πράγμα: πεινάω”, νηστεύοντας οφείλουμε να προχωρούμε από την υποταγή της όρεξης στην ανάγκη, στον περιορισμό της ανάγκης στο ελάχιστο. Σε εκείνο το ελάχιστο όριο το οποίο θα μας επιτρέπη να καταλαβαίνουμε την “εξάρτηση από την τροφή” και να ανακαλύπτουμε ότι το πραγματικό περιεχόμενο της πείνας μας “είναι πείνα για τον Θεό”.


1ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ  ΜΗΝΙΑΙΑ  ΕΚΔOΣΗ  ΤΗΣ  ΙΕΡΑΣ  ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ  ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ  ΚΑΙ  ΑΓΙΟΥ  ΒΛΑΣΙΟΥ (ΜΑΡΤΙΟΣ 1999) http://www.parembasis.gr/1999/99_03_05.htm
2  ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ  ΜΗΝΙΑΙΑ  ΕΚΔOΣΗ  ΤΗΣ  ΙΕΡΑΣ  ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ  ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ  ΚΑΙ  ΑΓΙΟΥ  ΒΛΑΣΙΟΥ (ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2001) http://www.parembasis.gr/2001/01_02_05.htm


πηγή

Τρίτη, Οκτωβρίου 09, 2012

Οι μυστικές ευχές των λαϊκών




Οι παρατηρήσεις πάνω σ’ ένα λειτουργικό θέμα, οι οποίες στην συνέχεια θα διατυπωθούν, πιστεύω ότι δεν αποτελούν ανεπίκαιρους σχολιασμούς, διότι αφ’ ενός μεν η λατρεία της Εκκλησίας μας, το τελετουργικό της, είναι διαρκώς παρόν μέσα στην ζωή μας, αφ’ ετέρου δε διότι τον τελευταίο καιρό είδαν το φως της δημοσιότητος πολλά κείμενα και έγιναν πολλές και ενδιαφέρουσες συζητήσεις –κάποιες φορές, μάλιστα, με αρκετή ένταση– γύρω από σημαντικά θέματα της λατρείας μας.
Αυτά που θα σημειωθούν δεν είναι πορίσματα ενός ειδικού λειτουργιολόγου, ούτε επίσης καρπός μιας γενικής εκσυγχρονιστικής η συντηρητικής ιδεολογικής τοποθέτησης, που είναι και οι δυό συνήθεις στον καιρό μας. Είναι παρατηρήσεις ενός τελεστή των μυστηρίων, ο οποίος προσπαθεί ν’ ακούη τις συζητήσεις που γίνονται, αλλά πριν απ’ όλα επιθυμεί να βλέπη το νόημα της παραδεδομένης τελετουργικής μέσα από τις ερμηνείες των αγίων Πατέρων.

Αιτίες, λοιπόν, του κειμένου αυτού είναι, αφ’ ενός μεν η καλοκαιρινή καταφυγή, λόγω προσωπικού ενδιαφέροντος, αλλά και θεολογικών προκλήσεων, στα πατερικά έργα: Μυσταγωγία του αγίου Μαξίμου του ομολογητού και Ερμηνεία της θείας Λειτουργίας του αγίου Νικολάου του Καβάσιλα, αφ’ ετέρου δε η ωρίμανση της διαπίστωσης ότι κατά τις σύγχρονες λειτουργιολογικές συζητήσεις παραθεωρείται η σημασία των διακονικών εκφωνήσεων, οι οποίες αφήνονται θεολογικά και ποιμαντικά ανεκμετάλλευτες, αφού εμμέσως πλην σαφώς θεωρούνται ως κάτι το επουσιώδες μέσα στην λατρεία μας, από αυτούς κυρίως που θέλουν να επιβάλουν την εις επήκοον πάντων ανάγνωση των ιερατικών ευχών. Οι προτρεπτικές εκφωνήσεις, πάντως, (οι συναπτές –μεγάλη και μικρή– η εκτενής, τα πληρωτικά κ.α.) δείχνουν συν τοις άλλοις τον ποιμαντικό χαρακτήρα του τελετουργικού της Εκκλησίας μας.

Ο τρόπος ανάγνωσης των ευχών από τον λειτουργούντα Ιερέα –μυστικώς, «καθ’ εαυτόν», εκφώνως η «γεγονυία τη φωνή»– θεωρείται από πολλούς ως το κεντρικότερο σύγχρονο λειτουργικό θέμα. Κάποιοι, μάλιστα, συναρτούν την αναζωπύρωση της λειτουργικής ζωής με την εις επήκοον πάντων ανάγνωση των ευχών, θεωρώντας παράλληλα ως σύμπτωμα λειτουργικής παρακμής την μυστική ανάγνωσή τους. Είναι προφανές ότι η εμμονή σ’ αυτό το σημείο συνιστά μονομέρεια, η οποία μας οδηγεί μακριά από το πνεύμα της ορθόδοξης λατρείας.
Για την παραδοσιακή θέση στο θέμα των ιερατικών ευχών έχουν γραφή αρκετά κείμενα (άρθρα, εισηγήσεις σε συνέδρια κ.α.), τα οποία τεκμηριώνουν με πληθώρα πατερικών παραπομπών την «καθ’ εαυτούς» ανάγνωση των ευχών από τους Ιερείς. Ενδεικτικά σημειώνουμε ότι, εκτός από τα σχετικά κείμενα του Σεβ. Μητροπολίτου μας κ. Ιεροθέου, σημαντική για το θέμα αυτό είναι η αρθρογραφία του Αρχιμ. Νικοδήμου Μπαρούση. Αυτό που αποκομίζει ο αναγνώστης από τα κείμενα αυτά είναι, ότι τα συζητούμενα λειτουργικά θέματα δεν είναι απλά και επιφανειακά, δεν αφορούν ανώδυνες ρυθμίσεις η μεταρρυθμίσεις του τελετουργικού, αλλά είναι θέματα που σχετίζονται με βαθιές αλλοιώσεις της εκκλησιαστικής ζωής.
Μέσα στο πνεύμα αυτής της γενικής παρατήρησης θα γίνη στη συνέχεια μια προσπάθεια να καταδειχθή και, κατά κάποιο τρόπο, να αποκατασταθή η σημασία των προτρεπτικών εκφωνήσεων, τις οποίες απευθύνει ο Διάκονος η ο Ιερέας προς τους λαϊκούς και τους καλεί να αναπέμψουν την δική τους μυστική ευχή.
Οι εκφωνούμενοι λόγοι της θ. Λειτουργίας καλύπτουν πλήρως την εσωτερική ανάγκη του πιστού για την προετοιμασία της μυστηριακής υποδοχής του Χριστού. Αυτό το αποδεικνύει ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής στο έργο του Μυσταγωγία, στο οποίο ερμηνεύει μόνον ορισμένα από τα εκφωνούμενα μέρη της θ. Λειτουργίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι ως απλός μοναχός δεν καταπιάνεται καθόλου στο έργο του αυτό με τις ιερατικές ευχές. Τις τιμά με την σιωπή του. Ερμηνεύει μόνον ο,τι βλέπει και ο,τι ακούει ο λαός. Επιπλέον αφήνει έξω από κάθε ερμηνευτική προσέγγιση όλη την «αγία αναφορά». Έτσι, από την ερμηνεία του τρισαγίου ύμνου περνά στο «τίνος εστί σύμβολον η αγία προσευχή του Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς». Ο άγιος Μάξιμος, με την ερμηνεία του αυτή δείχνει το πως ένας απλός μοναχός η ένας μυημένος λαϊκός μπορεί να βιώση την τελετή του μυστηρίου της θ. Ευχαριστίας. Το πως μπορεί να απολαύση, χωρίς ν’ ακούη τις μυστικές ευχές του Ιερέα, την υιοθεσία του από τον Θεό και την πρόγευση των μελλόντων αγαθών.
Ο άγιος Νικόλαος ο Καβάσιλας αναφέρεται σ’ αυτό το «πως» σε πολλά σημεία της ερμηνείας του στην θεία Λειτουργία. Μιλά κι’ αυτός για την σιωπή και τον λόγο της τελετής. Μιλά για την «καθ’ εαυτόν» ευχή του Ιερέα, αλλά εμμέσως και για τις μυστικές ευχές των λαϊκών. Στην ερμηνεία, για παράδειγμα, των αντιφώνων, του πρώτου μέρους της θ. Λειτουργίας, γράφει: «εν όσω δε των αιτήσεων ο διάκονος εξηγείται, και ο ιερός λαός εύχεται, ο ιερεύς ένδον ευχήν ποιείται ησυχή και καθ’ εαυτόν...». Ενόσω, δηλαδή, ο Διάκονος δίνει στον λαό το υλικό των αιτημάτων του προς τον Θεό και «ο ιερός λαός εύχεται», εννοείται μυστικώς, ο Ιερέας μέσα στο Ιερό Βήμα κάνει «καθ’ εαυτόν», «ησυχή», την δική του ευχή. Ο «ιερός λαός» δεν εύχεται με τα λόγια των προτρεπτικών εκφωνήσεων. Ούτε οι εκφωνήσεις αυτές είναι η προσευχή του Διακόνου εν ονόματι του λαού. Ο λαός προτρέπεται μ’ αυτές να ευχηθή «εν ειρήνη» μέσα στο πνεύμα της ολοκληρωτικής παραδόσεως «εαυτών και αλλήλων» στα χέρια του Χριστού («Χριστώ τω Θεώ»). Αυτή η ευχή των λαϊκών πραγματοποιείται «ανεκφωνήτως» με την μυστική στροφή του νου τους στον Θεό, υπό την καθοδήγηση του Διακόνου.
Παρακάτω, επίσης, ο άγιος Νικόλαος Καβάσιλας σημειώνει: «ο δε ιερεύς πάλιν ευχήν ποιησάμενος υπέρ των συνευχομένων αυτώ πιστών, ίνα ων έκαστος ιδία αιτείται παρά του Θεού τύχοι κατά το αυτώ συμφέρον...». Το «ων έκαστος ιδία αιτείται» σημαίνει ότι ο λαός υπακούοντας στην προτροπή του Διακόνου κάνει μυστικώς την δική του άτυπη ευχή και ο Ιερέας η ο Επίσκοπος, ως προεστώς της Ευχαριστίας, ενισχύει με την δική του μυστική ευχή την ευχή των λαϊκών. Η ευχή του Ιερέα δεν εκφωνείται, γιατί δεν είναι λόγος που πρέπει να προσληφθή από τον λαό, ούτε είναι τύπος προσευχής που πρέπει να διδαχθή στο συνευχόμενο πλήρωμα της Εκκλησίας. Κάθε λαϊκός «ιδία αιτείται». Όχι μόνο για ανθρώπινα πράγματα (του Έθνους, της πόλεως η υπέρ του ρυσθήναι από πάσης θλίψεως), αλλά και για ανώτερα και θεολογικότερα (υπέρ των προσκομισθέντων και αγιασθέντων τιμίων δώρων, όπως ο φιλάνθρωπος Θεός ημών..., αντικαταπέμψη ημίν την θείαν χάριν...). Ο Ιερέας δεν επιβάλλει στους λαϊκούς την δική του ευχή. Ο Επίσκοπος η ο Πρεσβύτερος στέκεται (οφείλει να στέκεται) ενώπιον του Θεού με όλη την καρδιά, την διάνοια και την δύναμή του, ζητώντας τα πραγματικά συμφέροντα του λαού, έχοντας επάνω του το βάρος των παθών και των παθημάτων του λαού, όσων η ποιμαντική του ευαισθησία συνέλαβε και επωμίσθηκε. Σ’ αυτήν την κατ’ ενώπιον Θεού λειτουργική του στάση, δεν κάνει τίποτε που να αποσπά την προσοχή του από τον Θεό. Δεν στρέφεται στον λαό. Δεν κάνει μέσω των ευχών διάλογο μαζί του, ούτε επιδιώκει με αυτές να τον κατηχήση. Ο διάλογος και η κατήχηση βρίσκονται σε άλλα σημεία της θ. Λειτουργίας. Άλλωστε με τον λαό λειτουργικά επικοινωνεί κυρίως ο Διάκονος. Σ’ αυτόν ανήκουν τα λεγόμενα «ειρηνικά», τα «πληρωτικά», και οι άλλες προτρεπτικές εκφωνήσεις, ενώ οι δοξολογικές καταλήξεις και όσα έχουν σχέση με την μεταβολή των τιμίων δώρων ανήκουν στον προεστώτα της Θ. Ευχαριστίας.
Με όλα τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι το λαϊκό στοιχείο της Εκκλησίας δεν είναι αδρανές μέσα στην τελετουργία της θ. Ευχαριστίας. Δεν είναι ένας παθητικός δέκτης των λόγων που εκφωνεί ο τελεστής του μυστηρίου. Προτρέπεται να κινείται νοερά προσευχόμενο, αποχωριζόμενο από κάθε βιοτική μέριμνα. Έπειδή, όμως, κάθε λαϊκός πιστός, στην προσπάθειά του να αποκολληθή από το βαρύ υλικό των ποικίλων παθών του, ως ιδιαίτερη υπόσταση, έχει τον δικό του ιδιόμορφο αγώνα, γι’ αυτό μέσα στην ορθόδοξη λατρεία έχει την δυνατότητα «ιδία έκαστος» να προσεύχεται, έως ότου φθάση στην «ενότητα της πίστεως» και στην «κοινωνία του Αγίου Πνεύματος».

Οι μυστικές ευχές των λαϊκών (Πρωτ. Θωμάς Βαμβίνης)

Πηγή: "Εκκλησιαστική Παρέμβαση" Σεπτέμβριος 2006

Sourse: http://www.alopsis.gr/

Κυριακή, Αυγούστου 26, 2012

Οι άγγελοι τής Μεσογείου καί οι Άγγελοι τού Θεού


του Πρωτ. π. Θωμά Βαμβίνη

Η αθέλητη ακρόαση μιάς τυπικής συζήτησης στήν ουρά τού ταμείου ενός ναυπακτιακού σούπερ μάρκετ, συντηρούμενη στήν μνήμη, γέννησε τό ενδιαφέρον γιά μιά ανάλυση τού περιεχομένου της από κοινωνική καί θεολογική σκοπιά. Στήν συζήτηση μπορούσε κανείς νά εντοπίση παραπομπές στό πνευματικό υπόβαθρο μιάς μεγάλης μερίδος Νεοελλήνων, αυτών στούς οποίους μπορούμε νά δώσουμε τόν χαρακτηρισμό τού μέσου Έλληνα ως πρός τό οικονομικό καί μορφωτικό επίπεδό τους. Ο εντοπισμός τέτοιων παραπομπών υπέβαλε τήν εντύπωση ότι η συζήτηση (άν καί κοινότατη) άξιζε μιάν ανάλυση.
Εξαρχής είναι αναγκαία μιά παρατήρηση: Η ακρόαση τής συζήτησης δέν συνιστούσε αδιακρισία, αφού οι συζητούντες δέν έδειχναν ότι ενδιαφέρονταν γιά τό απόρρητο τής συζητήσεώς τους (άλλωστε δέν είχε τίποτε τό πραγματικά απόρρητο), αντίθετα μάλιστα έδειχναν ανοικτοί σέ οποιονδήποτε ήθελε νά μπή στήν συζήτησή τους, ενώ μπορούσε νά υποπτευθή κανείς καί μιά σχετική ικανοποίηση από τό ότι αυτά πού έλεγαν τά άκουγαν καί άλλοι από τήν ουρά τού ταμείου.
Όσα ειπώθηκαν στήν συζήτηση ήταν απότοκα τής πολιτιστικής, κοινωνικής καί οικονομικής κρίσης καί θά μπορούσαν νά σχηματοποιηθούν στά ακόλουθα θέματα: Πρώτον, στό ενδιαφέρον γιά τήν καλλιέργεια τής εγκαταλελειμμένης ελληνικής αγροτικής γής. Δεύτερον, στήν συνειδητοποίηση τής αποξένωσης από τήν παραδοσιακή επιστήμη τής «οικογενειακής κηπευτικής», παρά τήν έκδοση σχετικών περιοδικών καί βιβλίων. Τρίτον, στό ενδιαφέρον γιά τήν τέχνη, πού δέν πρέπει νά επηρεασθή από τήν οικονομική κρίση. Καί τέταρτον, στήν αδυναμία νά αναχαιτισθή ή νά περιορισθή η επιθυμία τού Έλληνα γιά διασκέδαση.
Σέ λίγα λεπτά καί μέ λίγα λόγια ειπώθηκαν πολλά πράγματα, πού άφηναν νά διαφανή τό πολιτιστικό καί πνευματικό υπόβαθρο τού σύγχρονου Έλληνα, μέ τίς υπόκωφες υγιείς αναζητήσεις νοήματος ζωής, αλλά καί μέ τίς στρεβλώσεις τού πνευματικού του βίου, καθώς καί, σέ κάποιες περιπτώσεις, μέ τήν κενότητα τών λόγων καί τών έργων του. Κι’ όλα αυτά, όπως είπαμε, στήν ουρά τού ταμείου ενός σούπερ μάρκετ, δηλαδή, μέσα σέ ένα από τά σύμβολα τής τεχνητής νεοελληνικής ευζωΐας, πού τώρα έχει γίνει ένας από τούς δείκτες τής σύγχρονης οικονομικής καχεξίας. Κάποτε τό καλάθι, όταν έφθανε στό ταμείο, είχε γιά τούς περισσότερους καί τά περιττά. Τώρα, γιά πολλούς, δέν έχει ούτε τά αναγκαία. Γιά κάποιους μάλιστα δέν υπάρχει η οικονομική δυνατότητα ούτε κάν τής «εθιμοτυπικής» –κατά τίς εορτές– «επισκέψεως» σέ σούπερ μάρκετ.
Στήν συνέχεια όμως άς ανασύρουμε από τήν μνήμη κάποια στοιχεία τής συζήτησης.
Μία κυρία, από τούς συζητητές, εξέφρασε τήν απογοήτευσή της λόγω τής αποτυχίας της στήν καλλιέργεια τής πατάτας. Όργωσε, έσπειρε, πότισε, πιθανώς ράντισε, έκανε έξοδα καί κατέβαλε κόπο, αλλά οι πατάτες πού έβγαλε στό τέλος ήταν σάπιες. Απογοητευμένη έλεγε ότι πλέον δέν ξαναεπιχειρεί νά ασχοληθή (γιά οικογενειακή χρήση) μέ καλλιέργεια πατάτας καί θά συνεχίση νά τήν αγοράζη από τό εμπόριο. Κάποιος ειδικός τής είπε ότι τό χώμα στόν κήπο της ήταν φτωχό σέ ασβέστιο καί έπρεπε νά ρίξη λίπασμα. Είχε διάθεση νά αναπτύξη τήν οικογενειακή της οικονομία, αλλά αγνοούσε στοιχειώδη πράγματα, πού γνώριζαν πολύ καλά οι παλαιότεροι. Όλα τά χώματα δέν κάνουν γιά όλες τίς καλλιέργειες. Κάποιος τής θύμισε ότι καί η συνεχής καλλιέργεια απαιτητικών καλλιεργειών αδυνατίζει τά χώματα καί χρειάζονται οι κήποι καί τά χωράφια κάποια σχετική «ξεκούραση». Μιά άλλη κυρία θυμήθηκε ότι γιά νά εμπλουτισθή ο κήπος μέ ασβέστιο φύτευαν οι παλαιότεροι γιά μιά χρονιά μπιζέλια. Ο σύζυγός της, πού τήν συνόδευε, σοβαρός καί ολιγόλογος φαινόταν νά επιβεβαιώνη τίς απόψεις της.
Η γεωπονική ακρίβεια τών παραπάνω δέν μπορεί νά επιβεβαιωθή από εμάς. Επισημαίνουμε μόνο τήν απόφαση κάποιων (λίγων ίσως πρός τό παρόν), νά πιάσουν στά χέρια τους τό φτυάρι καί τήν τσάπα ή κάποια πιό σύγχρονα γεωργικά μηχανήματα, νά κουραστούν καί νά ιδρώσουν καλλιεργώντας τά πατρογονικά τους μικρά κτήματα, ενεργοποιώντας έτσι τόν παλιό τρόπο παραγωγής βασικών τροφών, πού κάλυπταν αρκετές από τίς διατροφικές ανάγκες τών προγόνων τους.
Αυτή η καλή επιθυμία, πού είναι μιά σημαντικότατη αντιμνημονιακή δραστηριότητα, αφού απαγκιστρώνει σημαντικά τά νοικοκυριά από τήν λιτότητα τού μνημονίου, προσκρούει στήν άγνοια τού τρόπου, στήν άγνοια τής παραδοσιακής κηπευτικής, μέ επακόλουθο τήν εύκολη απογοήτευση, πού μάς επαναγκιστρώνει στήν αγορά καί στήν συνακόλουθη μνημονιακή λιτότητα στό τραπέζι.
Οι περισσότεροι από τούς παλαιοτέρους στήν σχέση τους καί τήν καλλιέργεια τής γής χαρακτηρίζονταν από δύο πράγματα: τήν εμπειρική γνώση τής κηπευτικής καί τήν σύνδεση τού κόπου τους μέ τήν ευλογία τού Θεού. Γνώριζαν ότι η παραγωγή τους εξαρτάται από τήν ποιότητα ή τόν κατάλληλο εμπλουτισμό τού χώματος, τήν δική τους μέριμνα καί γνώση, αλλά καί από τόν αστάθμητο παράγοντα τού καιρού, όπως καί από τήν απρόβλεπτη εμφάνιση κάποιας αρρώστιας τών φυτών. Τό αβέβαιο αποτέλεσμα τού κόπου τους, τούς υπεδείκνυε τήν ανάγκη τής προστασίας τού Θεού, στόν Οποίο μέσω τής Εκκλησίας ανέθεταν τό αποτέλεσμα τής εργασίας τους.
Σήμερα οι περισσότεροι στηρίζονται στίς ανθρώπινες γνώσεις καί τεχνικές, ενώ η ευλογία τού Θεού, πού ούτως ή άλλως εκδηλώνεται «επί πονηρούς καί αγαθούς», δέν ελκύει τήν προσοχή τους καί δέν γίνεται από αυτούς αντιληπτή. Όλη τους η ζωή κινείται σ’ ένα οριζόντιο ενδοκοσμικό επίπεδο, χωρίς θεολογικές αναπνοές, χωρίς αναβάσεις πού επιτρέπουν τήν εν Πνεύματι θέαση τών ανθρωπίνων πραγμάτων. Τίς μόνες αναβάσεις πού κατανοούν ή κάνουν πώς κατανοούν, είναι αυτές πού προσφέρονται από τήν ανθρώπινη τέχνη, κυρίως τήν ποίηση καί τήν μουσική. Καί από αυτές δέν παίρνουν τά τιμιώτερα πού προσφέρουν, αλλά τήν διέγερση τού συναισθήματος πού προκαλούν, κυρίως όταν αυτή η διέγερση συνδέεται μέ τήν τόνωση τής προσωπικής ή εθνικής αυτοεκτίμησης.
Η ανάγκη γιά μιά τέτοια «ανάβαση» έφερε τήν συζήτηση από τήν καλλιέργεια τής πατάτας σέ μιά συναυλία τού τραγουδιστή καί συνθέτη Λαυρέντη Μαχαιρίτσα, στήν οποία συμμετείχαν παλιοί καί μεγάλοι τραγουδιστές από όλες τίς βαλλόμενες από τήν κρίση χώρες τής Μεσογείου. Ο ψυχοτονωτικός τίτλος τής συναυλίας ήταν: «Οι Άγγελοι ζούν ακόμα στή Μεσόγειο».
Δύο πράγματα τονίσθηκαν από τήν συναυλία: Πρώτον, τό φθηνό εισιτήριο, γιά νά μπορούν νά τήν παρακολουθήσουν καί όσοι δέν διέθεταν βαλάντιο ικανό γιά τέτοια έξοδα, διότι η τέχνη είναι γιά τόν λαό καί κανείς δέν πρέπει νά τήν στερήται. Καί, δεύτερον, ένας λόγος τού παρουσιαστή Ν. Αλιάγα, ο οποίος ενθουσιασμένος από τό πλήθος τού κόσμου καί τήν ανταπόκρισή του στά τραγούδια, έλεγε ότι ήθελε νά δείξη στούς Γάλλους (εργάζεται στήν Γαλλική τηλεόραση) πώς διασκεδάζουν οι Έλληνες. Βέβαια, ο Ν. Αλιάγας δέν είπε μόνον αυτόν τόν τονωτικό τής νεοελληνικής ψυχοσυνθέσεως λόγο. Στό διαδίκτυο διαβάσαμε ότι «σήκωσε όλο τό στάδιο όρθιο αναφέροντας πώς “Η καρδιά τής Ευρώπης χτυπά ελληνικά 3000 χιλιάδες χρόνια. Κανείς δέν μπορεί νά κλέψη τήν ευτυχία από τούς Έλληνες”».
Λίγο πρίν πληρωθή ο λογαριασμός στό ταμείο κάποια κυρία θυμήθηκε ότι παλιότερα μέ λιγοστές καί απλές τροφές μπορούσε νά στηθή ολόκληρο γλέντι. Αυτή η παρατήρηση θεωρήθηκε ως απόδειξη τού ότι ο Έλληνας δέν μπορεί νά στερηθή τό γλέντι ή, κατά Αλιάγα, «κανείς δέν μπορεί νά κλέψη τήν ευτυχία από τούς Έλληνες».
Τό θέμα όμως είναι ότι αυτά τά παλιά λιτά γλέντια έβγαιναν σάν εκφράσεις χαράς καί αδελφοσύνης από απλές καί καλές καρδιές. Τότε οι Άγγελοι τού Θεού (καί όχι αυτοί πού εννοεί ο Μαχαιρίτσας) ήταν κοντά στούς Έλληνες καί τούς βοηθούσαν μέ αφελότητα καρδιάς νά τραγουδούν τά «έμορφα», κατά Κόντογλου, «τραγούδια μας, [τήν] αναπνοή τής φυλής μας».
Τώρα, πάντως, κάνουμε ό,τι μπορούμε γιά νά κρατούμε αυτούς τούς υμνωδούς τού ουρανού σέ απόσταση. Η πίστη έχει ατονίσει ή σβήσει. Σέ άλλους έχει μεταρρυθμισθή μεταπατερικά. Συνάμα, επιβεβαιώνεται ο λόγος τού Χριστού: «διά τό πληθυνθήναι τήν ανομίαν ψυγήσεται η αγάπη τών πολλών». Οπότε, χωρίς απλή καρδιά καί εν Χριστώ αγάπη, δέν μάς προσθέτει τίποτε τό νά μάθουν οι Γάλλοι πώς διασκεδάζουν οι Έλληνες μέσα στήν κρίση, ούτε προσφέρει τίποτε τό φθηνό εισιτήριο, όταν μέ τήν τέχνη, πέρα από τήν συναισθηματική διέγερση, δέν ανάβουμε τόν νού καί τήν καρδιά μέ τήν πίστη τών ορθοδόξων πατέρων μας καί δέν αιθριάζουμε τόν εντός μας ουρανό, ώστε μέσα από εκεί νά αισθανόμαστε τήν εγγύτητα καί τήν προστασία τών Αγγέλων τού Θεού.

Οι άγγελοι τής Μεσογείου καί οι Άγγελοι τού Θεού


του Πρωτ. π. Θωμά Βαμβίνη

Η αθέλητη ακρόαση μιάς τυπικής συζήτησης στήν ουρά τού ταμείου ενός ναυπακτιακού σούπερ μάρκετ, συντηρούμενη στήν μνήμη, γέννησε τό ενδιαφέρον γιά μιά ανάλυση τού περιεχομένου της από κοινωνική καί θεολογική σκοπιά. Στήν συζήτηση μπορούσε κανείς νά εντοπίση παραπομπές στό πνευματικό υπόβαθρο μιάς μεγάλης μερίδος Νεοελλήνων, αυτών στούς οποίους μπορούμε νά δώσουμε τόν χαρακτηρισμό τού μέσου Έλληνα ως πρός τό οικονομικό καί μορφωτικό επίπεδό τους. Ο εντοπισμός τέτοιων παραπομπών υπέβαλε τήν εντύπωση ότι η συζήτηση (άν καί κοινότατη) άξιζε μιάν ανάλυση.
Εξαρχής είναι αναγκαία μιά παρατήρηση: Η ακρόαση τής συζήτησης δέν συνιστούσε αδιακρισία, αφού οι συζητούντες δέν έδειχναν ότι ενδιαφέρονταν γιά τό απόρρητο τής συζητήσεώς τους (άλλωστε δέν είχε τίποτε τό πραγματικά απόρρητο), αντίθετα μάλιστα έδειχναν ανοικτοί σέ οποιονδήποτε ήθελε νά μπή στήν συζήτησή τους, ενώ μπορούσε νά υποπτευθή κανείς καί μιά σχετική ικανοποίηση από τό ότι αυτά πού έλεγαν τά άκουγαν καί άλλοι από τήν ουρά τού ταμείου.
Όσα ειπώθηκαν στήν συζήτηση ήταν απότοκα τής πολιτιστικής, κοινωνικής καί οικονομικής κρίσης καί θά μπορούσαν νά σχηματοποιηθούν στά ακόλουθα θέματα: Πρώτον, στό ενδιαφέρον γιά τήν καλλιέργεια τής εγκαταλελειμμένης ελληνικής αγροτικής γής. Δεύτερον, στήν συνειδητοποίηση τής αποξένωσης από τήν παραδοσιακή επιστήμη τής «οικογενειακής κηπευτικής», παρά τήν έκδοση σχετικών περιοδικών καί βιβλίων. Τρίτον, στό ενδιαφέρον γιά τήν τέχνη, πού δέν πρέπει νά επηρεασθή από τήν οικονομική κρίση. Καί τέταρτον, στήν αδυναμία νά αναχαιτισθή ή νά περιορισθή η επιθυμία τού Έλληνα γιά διασκέδαση.
Σέ λίγα λεπτά καί μέ λίγα λόγια ειπώθηκαν πολλά πράγματα, πού άφηναν νά διαφανή τό πολιτιστικό καί πνευματικό υπόβαθρο τού σύγχρονου Έλληνα, μέ τίς υπόκωφες υγιείς αναζητήσεις νοήματος ζωής, αλλά καί μέ τίς στρεβλώσεις τού πνευματικού του βίου, καθώς καί, σέ κάποιες περιπτώσεις, μέ τήν κενότητα τών λόγων καί τών έργων του. Κι’ όλα αυτά, όπως είπαμε, στήν ουρά τού ταμείου ενός σούπερ μάρκετ, δηλαδή, μέσα σέ ένα από τά σύμβολα τής τεχνητής νεοελληνικής ευζωΐας, πού τώρα έχει γίνει ένας από τούς δείκτες τής σύγχρονης οικονομικής καχεξίας. Κάποτε τό καλάθι, όταν έφθανε στό ταμείο, είχε γιά τούς περισσότερους καί τά περιττά. Τώρα, γιά πολλούς, δέν έχει ούτε τά αναγκαία. Γιά κάποιους μάλιστα δέν υπάρχει η οικονομική δυνατότητα ούτε κάν τής «εθιμοτυπικής» –κατά τίς εορτές– «επισκέψεως» σέ σούπερ μάρκετ.
Στήν συνέχεια όμως άς ανασύρουμε από τήν μνήμη κάποια στοιχεία τής συζήτησης.
Μία κυρία, από τούς συζητητές, εξέφρασε τήν απογοήτευσή της λόγω τής αποτυχίας της στήν καλλιέργεια τής πατάτας. Όργωσε, έσπειρε, πότισε, πιθανώς ράντισε, έκανε έξοδα καί κατέβαλε κόπο, αλλά οι πατάτες πού έβγαλε στό τέλος ήταν σάπιες. Απογοητευμένη έλεγε ότι πλέον δέν ξαναεπιχειρεί νά ασχοληθή (γιά οικογενειακή χρήση) μέ καλλιέργεια πατάτας καί θά συνεχίση νά τήν αγοράζη από τό εμπόριο. Κάποιος ειδικός τής είπε ότι τό χώμα στόν κήπο της ήταν φτωχό σέ ασβέστιο καί έπρεπε νά ρίξη λίπασμα. Είχε διάθεση νά αναπτύξη τήν οικογενειακή της οικονομία, αλλά αγνοούσε στοιχειώδη πράγματα, πού γνώριζαν πολύ καλά οι παλαιότεροι. Όλα τά χώματα δέν κάνουν γιά όλες τίς καλλιέργειες. Κάποιος τής θύμισε ότι καί η συνεχής καλλιέργεια απαιτητικών καλλιεργειών αδυνατίζει τά χώματα καί χρειάζονται οι κήποι καί τά χωράφια κάποια σχετική «ξεκούραση». Μιά άλλη κυρία θυμήθηκε ότι γιά νά εμπλουτισθή ο κήπος μέ ασβέστιο φύτευαν οι παλαιότεροι γιά μιά χρονιά μπιζέλια. Ο σύζυγός της, πού τήν συνόδευε, σοβαρός καί ολιγόλογος φαινόταν νά επιβεβαιώνη τίς απόψεις της.
Η γεωπονική ακρίβεια τών παραπάνω δέν μπορεί νά επιβεβαιωθή από εμάς. Επισημαίνουμε μόνο τήν απόφαση κάποιων (λίγων ίσως πρός τό παρόν), νά πιάσουν στά χέρια τους τό φτυάρι καί τήν τσάπα ή κάποια πιό σύγχρονα γεωργικά μηχανήματα, νά κουραστούν καί νά ιδρώσουν καλλιεργώντας τά πατρογονικά τους μικρά κτήματα, ενεργοποιώντας έτσι τόν παλιό τρόπο παραγωγής βασικών τροφών, πού κάλυπταν αρκετές από τίς διατροφικές ανάγκες τών προγόνων τους.
Αυτή η καλή επιθυμία, πού είναι μιά σημαντικότατη αντιμνημονιακή δραστηριότητα, αφού απαγκιστρώνει σημαντικά τά νοικοκυριά από τήν λιτότητα τού μνημονίου, προσκρούει στήν άγνοια τού τρόπου, στήν άγνοια τής παραδοσιακής κηπευτικής, μέ επακόλουθο τήν εύκολη απογοήτευση, πού μάς επαναγκιστρώνει στήν αγορά καί στήν συνακόλουθη μνημονιακή λιτότητα στό τραπέζι.
Οι περισσότεροι από τούς παλαιοτέρους στήν σχέση τους καί τήν καλλιέργεια τής γής χαρακτηρίζονταν από δύο πράγματα: τήν εμπειρική γνώση τής κηπευτικής καί τήν σύνδεση τού κόπου τους μέ τήν ευλογία τού Θεού. Γνώριζαν ότι η παραγωγή τους εξαρτάται από τήν ποιότητα ή τόν κατάλληλο εμπλουτισμό τού χώματος, τήν δική τους μέριμνα καί γνώση, αλλά καί από τόν αστάθμητο παράγοντα τού καιρού, όπως καί από τήν απρόβλεπτη εμφάνιση κάποιας αρρώστιας τών φυτών. Τό αβέβαιο αποτέλεσμα τού κόπου τους, τούς υπεδείκνυε τήν ανάγκη τής προστασίας τού Θεού, στόν Οποίο μέσω τής Εκκλησίας ανέθεταν τό αποτέλεσμα τής εργασίας τους.
Σήμερα οι περισσότεροι στηρίζονται στίς ανθρώπινες γνώσεις καί τεχνικές, ενώ η ευλογία τού Θεού, πού ούτως ή άλλως εκδηλώνεται «επί πονηρούς καί αγαθούς», δέν ελκύει τήν προσοχή τους καί δέν γίνεται από αυτούς αντιληπτή. Όλη τους η ζωή κινείται σ’ ένα οριζόντιο ενδοκοσμικό επίπεδο, χωρίς θεολογικές αναπνοές, χωρίς αναβάσεις πού επιτρέπουν τήν εν Πνεύματι θέαση τών ανθρωπίνων πραγμάτων. Τίς μόνες αναβάσεις πού κατανοούν ή κάνουν πώς κατανοούν, είναι αυτές πού προσφέρονται από τήν ανθρώπινη τέχνη, κυρίως τήν ποίηση καί τήν μουσική. Καί από αυτές δέν παίρνουν τά τιμιώτερα πού προσφέρουν, αλλά τήν διέγερση τού συναισθήματος πού προκαλούν, κυρίως όταν αυτή η διέγερση συνδέεται μέ τήν τόνωση τής προσωπικής ή εθνικής αυτοεκτίμησης.
Η ανάγκη γιά μιά τέτοια «ανάβαση» έφερε τήν συζήτηση από τήν καλλιέργεια τής πατάτας σέ μιά συναυλία τού τραγουδιστή καί συνθέτη Λαυρέντη Μαχαιρίτσα, στήν οποία συμμετείχαν παλιοί καί μεγάλοι τραγουδιστές από όλες τίς βαλλόμενες από τήν κρίση χώρες τής Μεσογείου. Ο ψυχοτονωτικός τίτλος τής συναυλίας ήταν: «Οι Άγγελοι ζούν ακόμα στή Μεσόγειο».
Δύο πράγματα τονίσθηκαν από τήν συναυλία: Πρώτον, τό φθηνό εισιτήριο, γιά νά μπορούν νά τήν παρακολουθήσουν καί όσοι δέν διέθεταν βαλάντιο ικανό γιά τέτοια έξοδα, διότι η τέχνη είναι γιά τόν λαό καί κανείς δέν πρέπει νά τήν στερήται. Καί, δεύτερον, ένας λόγος τού παρουσιαστή Ν. Αλιάγα, ο οποίος ενθουσιασμένος από τό πλήθος τού κόσμου καί τήν ανταπόκρισή του στά τραγούδια, έλεγε ότι ήθελε νά δείξη στούς Γάλλους (εργάζεται στήν Γαλλική τηλεόραση) πώς διασκεδάζουν οι Έλληνες. Βέβαια, ο Ν. Αλιάγας δέν είπε μόνον αυτόν τόν τονωτικό τής νεοελληνικής ψυχοσυνθέσεως λόγο. Στό διαδίκτυο διαβάσαμε ότι «σήκωσε όλο τό στάδιο όρθιο αναφέροντας πώς “Η καρδιά τής Ευρώπης χτυπά ελληνικά 3000 χιλιάδες χρόνια. Κανείς δέν μπορεί νά κλέψη τήν ευτυχία από τούς Έλληνες”».
Λίγο πρίν πληρωθή ο λογαριασμός στό ταμείο κάποια κυρία θυμήθηκε ότι παλιότερα μέ λιγοστές καί απλές τροφές μπορούσε νά στηθή ολόκληρο γλέντι. Αυτή η παρατήρηση θεωρήθηκε ως απόδειξη τού ότι ο Έλληνας δέν μπορεί νά στερηθή τό γλέντι ή, κατά Αλιάγα, «κανείς δέν μπορεί νά κλέψη τήν ευτυχία από τούς Έλληνες».
Τό θέμα όμως είναι ότι αυτά τά παλιά λιτά γλέντια έβγαιναν σάν εκφράσεις χαράς καί αδελφοσύνης από απλές καί καλές καρδιές. Τότε οι Άγγελοι τού Θεού (καί όχι αυτοί πού εννοεί ο Μαχαιρίτσας) ήταν κοντά στούς Έλληνες καί τούς βοηθούσαν μέ αφελότητα καρδιάς νά τραγουδούν τά «έμορφα», κατά Κόντογλου, «τραγούδια μας, [τήν] αναπνοή τής φυλής μας».
Τώρα, πάντως, κάνουμε ό,τι μπορούμε γιά νά κρατούμε αυτούς τούς υμνωδούς τού ουρανού σέ απόσταση. Η πίστη έχει ατονίσει ή σβήσει. Σέ άλλους έχει μεταρρυθμισθή μεταπατερικά. Συνάμα, επιβεβαιώνεται ο λόγος τού Χριστού: «διά τό πληθυνθήναι τήν ανομίαν ψυγήσεται η αγάπη τών πολλών». Οπότε, χωρίς απλή καρδιά καί εν Χριστώ αγάπη, δέν μάς προσθέτει τίποτε τό νά μάθουν οι Γάλλοι πώς διασκεδάζουν οι Έλληνες μέσα στήν κρίση, ούτε προσφέρει τίποτε τό φθηνό εισιτήριο, όταν μέ τήν τέχνη, πέρα από τήν συναισθηματική διέγερση, δέν ανάβουμε τόν νού καί τήν καρδιά μέ τήν πίστη τών ορθοδόξων πατέρων μας καί δέν αιθριάζουμε τόν εντός μας ουρανό, ώστε μέσα από εκεί νά αισθανόμαστε τήν εγγύτητα καί τήν προστασία τών Αγγέλων τού Θεού.

Σάββατο, Αυγούστου 18, 2012

Τα πνευματικά ενδιαφέροντα σε καιρό κρίσεως του Πρωτ. π. Θωμά Βαμβίνη




Σε περιόδους κρίσεων, όπως αυτή που διερχόμαστε, το έργο της Εκκλησίας συναντά κάποιες πρόσθετες δυσκολίες, τις οποίες, βέβαια, έχει την δυνατότητα, κάτω από κατάλληλες εκκλησιαστικές συνθήκες και ποιμαντικές πρακτικές, να τις μετατρέψη σε ευλογίες. Στο σημείωμα αυτό θα προσπαθήσουμε αφ” ενός μεν να περιγράψουμε μια από τις δυσκολίες αυτές, αφ” ετέρου δε να αναφέρουμε κάποιες προϋποθέσεις για την ποιμαντική αντιμετώπισή της.
Τα προβλήματα που μας κυκλώνουν είναι κυρίως οικονομικά και κοινωνικά. Είναι προβλήματα του κόσμου τούτου, που εγκλωβίζουν τον νου και την ψυχή σε ασφυκτικές βιοτικές μέριμνες. Οι μέριμνες αυτές έχουν την ιδιότητα, αν δεν υπάρχη ανάλογη εγρήγορση, να εξουδετερώνουν από τις ψυχές των ανθρώπων όλα τα πνευματικά ενδιαφέροντα, κάθε τι που συνδέεται με τα τιμιώτερα της ανθρώπινης ζωής, όπως είναι η αναζήτηση της βαθύτερης βίωσης του μυστηρίου της Εκκλησίας. Ο καθένας μπορεί να γνωρίζη από τον εαυτό του το πόσο οι μέριμνες αυτές ερημώνουν την ψυχή, το πόσο εύκολα και ανεπαίσθητα την καθιστούν πνευματικά άγονη.
Η κατάσταση θυμίζει την παραβολή του Σπορέως. Μόνον που τα «αγκάθια», τα οποία «συμπνίγουν τον σπόρο», δεν είναι ο «πλούτος» και οι «ηδονές του βίου», αλλά η στέρηση των βασικών υλικών αγαθών, που είναι αναγκαία για την επιβίωση, καθώς και οι ψυχικές πληγές που δημιουργεί η αίσθηση του αδιέξοδου της φτώχειας. Θα μπορούσε, βέβαια, να ισχυρισθή κανείς ότι δεν υπάρχει σημαντική διαφορά στις δύο παραπάνω περιπτώσεις, αφού «ο σπόρος συμπνίγεται» από την θλίψη που δημιουργεί η στέρηση του πλούτου και των ηδονών του βίου, πράγμα που σημαίνει ότι στο βάθος είναι το ίδιο πάθος που δημιουργεί το πρόβλημα. Πράγματι, σε πολλούς μπορεί αυτό να ισχύη, όμως δεν πρέπει να συγχέουμε την δούλωση στο πλούτο και τις ηδονές με τον αγώνα για επιβίωση. Είναι γνωστό, άλλωστε, ότι τα πάθη είναι φυσικές δυνάμεις της ψυχής του ανθρώπου και ότι γίνονται διαβλητά, όταν «κινούνται παρά φύσιν», όπως συμβαίνει με την παράλογη αγάπη των ηδονών και του πλούτου, ενώ στην φυσική τους κίνηση χαρακτηρίζονται αδιάβλητα, όπως είναι η φυσική πείνα και δίψα.
Μια σημαντική ποιμαντική δυσκολία, λοιπόν, είναι οι πιεστικές βιοτικές ανάγκες, που προκαλούν έντονες εγκόσμιες μέριμνες, ενώ, από την άλλη μεριά, η πνευματική ζωή έχει ανάγκη από εσωτερική ειρήνη και, σε κάποιο βαθμό, από αμεριμνία. Η χριστιανική αμεριμνία, βέβαια, δεν σημαίνει αδιαφορία. Δεν σημαίνει εγκατάλειψη κάθε προσπάθειας, κάθε δραστηριότητας. Για τους πιστούς που δεν εγκατέλειψαν τον κόσμο η αμεριμνία χαρακτηρίζεται από την ήρεμη κίνηση των λογισμών και των εννοιών της ψυχής τους, από την «εν πραΰτητι» κυριαρχία του προσευχόμενου νου πάνω στην επιθυμία και τον θυμό, κατάσταση η οποία εδράζεται στην βεβαιότητα της αγάπης του Θεού και της αμείωτης κυβερνητικής πρόνοιάς Του.
Πώς όμως να μην διακατέχεται από αδημονία και ταραχή, πνιγμένος στις βιοτικές μέριμνές του, ένας που πεινά, ένας που χάνει την δουλειά του ή που μειώνεται σημαντικά το εισόδημά του και δεν μπορεί να ανταποκριθή στα χρέη του;
Αυτό το ερώτημα αποτελεί μια πρόκληση, η οποία μπορεί να ενεργοποιήση στο ποιμαντικό έργο της Εκκλησίας όλον τον θεολογικό και ασκητικό οπλισμό της. Για παράδειγμα, μπορεί να ενεργοποιήση την επαναδιατύπωση της θεολογίας του Σταυρού μέσα από τα σύγχρονα καθημερινά παθήματα του κόσμου. Προκαλούμαστε να μιλήσουμε, με διάκριση και απλότητα, χωρίς μάταιους και ανενεργούς στοχασμούς, για τον Χριστό, που είναι αδιάλειπτα παρών στην Εκκλησία Του. Προκαλούμαστε να θυμίσουμε ότι προσέλαβε την θνητή και παθητή φύση μας, την οποία άφησε μέχρι και τον Σταυρό να ενεργή τα δικά της ιδιώματα, αβοήθητη από την θεία ενέργεια, όπως επισημαίνει ο Γέροντας Παΐσιος σε κείμενό του, εκφράζοντας την δική του εν Χριστώ σταυρική πείρα. Σε μια αποφθεγματική επιστολή του γράφει: «Οι ανθρώπινοι σταυροί είναι απλώς σταυρουδάκια, που μας βοηθάνε για την σωτηρία της ψυχής μας, ενώ του Χριστού ήταν πολύ βαρύς, διότι δεν χρησιμοποίησε την θεϊκή Του δύναμη για τον εαυτό Του». Οι ανθρώπινοι σταυροί γίνονται «σταυρουδάκια», γιατί ο Χριστός «χρησιμοποιεί την θεϊκή Του δύναμη» για εμάς, αφού δεν μας αφήνει να πειρασθούμε πέρα από τις δυνάμεις μας. Εκείνος άφησε την ανθρώπινη φύση Του αβοήθητη από την θεία ενέργειά Του. Γι’ αυτό, όπως γράφει ο απ. Παύλος στην προς Εβραίους επιστολή, προσερχόμαστε «μετά παρρησίας τω θρόνω της χάριτος», επειδή δεν έχουμε Αρχιερέα «μη δυνάμενον συμπαθήσαι ταις ασθενείαις ημών», αφού ο Αρχιερέας μας Χριστός έχει δοκιμασθή σε όλα «καθ’ ομοιότητα» προς εμάς, «χωρίς» όμως «αμαρτίας».
Για να μπορέση, όμως, να ενεργοποιηθή όλος ο θεολογικός και ασκητικός οπλισμός της Εκκλησίας στο ποιμαντικό έργο της, απαιτούνται ορισμένες προϋποθέσεις. Θεωρούμε ότι σημαντική προϋπόθεση, ανάμεσα σε πολλές άλλες, είναι η πνευματική ωριμότητα των ποιμένων και η πιστότητά τους στην αποστολική και πατερική Παράδοση, όπως και η διασάφηση, με βάση την ίδια Παράδοση, του τι είναι η Εκκλησία και ποιο το έργο της μέσα στον κόσμο. Μπορεί αυτές οι προϋποθέσεις να είναι απλές και αυτονόητες, όμως στις μέρες μας φαίνεται ότι πολλοί θέλουν να τις ξεχνούν, προκειμένου να μην ενοχλούνται στις απόψεις και επιδιώξεις τους.
Δεν θα αναλύσουμε αυτό το θέμα, που είναι πολυσύνθετο και ακανθώδες, αλλά θα προσπαθήσουμε να μιλήσουμε θετικά, στηριγμένοι σε μια θεμελιακή θέση του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου από τον έκτο περί Ιερωσύνης λόγο του. Παραθέτω το σχετικό χωρίο σε νεοελληνική απόδοση από τον π. Ηλία Διακουμάκο, ο οποίος πρόσφατα μάς έδωσε τους έξι περί Ιερωσύνης λόγους του Χρυσοστόμου σε κείμενο και μια νέα απόδοση στην νέα ελληνική.
Ο ιερός Χρυσόστομος λέει: «Η ψυχή του Ιερέα πρέπει να λάμπει σαν το φως που καταυγάζει την οικουμένη… Οι Ιερείς είναι το αλάτι της γης… Και δεν πρέπει να είναι ο Ιερέας μόνο τόσο καθαρός, όσο κατ’ αναλογία απαιτεί η υψηλή διακονία που αξιώθηκε, αλλά να είναι και πολύ συνετός και πολύ έμπειρος, να γνωρίζει όλες τις βιοτικές υποθέσεις όχι λιγότερο από εκείνους που βρίσκονται μέσα στον κόσμο, συγχρόνως όμως να είναι ξένος από αυτές περισσότερο από τους μοναχούς που ασκούνται στα ερημικά βουνά». Ο Ιερέας -κατεξοχήν εδώ αναφέρεται στον Επίσκοπο- πρέπει να είναι μέσα στον κόσμο και ταυτόχρονα έξω από αυτόν. Να γνωρίζη εμπειρικά και σε βάθος όλες τις βιοτικές υποθέσεις, αλλά να έχη ψυχή ελεύθερη σαν του ερημίτη. Είναι ταυτόχρονα θεραπευτής και κυβερνήτης. Κυβερνά το σκάφος της Εκκλησίας και θεραπεύει τις ψυχές του ποιμνίου του με τα μυστήρια και τον λόγο. Διακονεί το έργο της Εκκλησίας, που είναι η ενεργός οικείωση από τους πιστούς της νίκης του Χριστού εναντίον του διαβόλου και του θανάτου.
Ο λόγος του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου μάς συνετίζει. Μας δείχνει τις προϋποθέσεις, την ευθύνη και το ύψος της Ιερωσύνης. Μας μιλάει για την δωρεά του μυστηρίου, αλλά και την ανθρώπινη συνέργεια.
Στις μέρες μας φαίνεται ότι είναι απαραίτητο, αν θέλουμε να βοηθήσουμε τον κόσμο που ταλαιπωρείται από την κρίση, να γνωρίζουμε τους οικονομικούς μηχανισμούς που οδηγούν πολλούς στην φτώχεια. Χρειάζεται οι Κληρικοί, σύμφωνα και με την προτροπή του αγίου Νεκταρίου, να βρούμε «τας αφορμάς των δυστυχιών», ώστε να βοηθήσουμε να αρθούν. Αυτή η κοινωνική διάσταση του ποιμαντικού έργου δεν εξαντλείται, βέβαια, στην υλική επιφάνεια. Δεν ενδιαφέρεται απλά και μόνο για την οικονομία, αλλά πρωτίστως για τον άνθρωπο που καταπιέζεται και νεκρώνεται πνευματικά από τους μηχανισμούς της.
Κύριος ρόλος του Ποιμένα είναι με υλικά και πνευματικά μέσα να βοηθά κάθε ταλαιπωρημένο άνθρωπο να βρίσκη την εσωτερική ισορροπία του, να αποκαθιστά την ειρήνη στους λογισμούς και την καρδιά του, να ξυπνά μέσα του την πίστη. Γενικά, να τον βοηθά, παρά τις εξωτερικές αντίξοες συνθήκες, στο ξύπνημα πνευματικών ενδιαφερόντων, όπως είναι η ανάγνωση ιερών κειμένων και η κατά το δυνατόν απερίσπαστη προσευχή, μέσα στο πλαίσιο της αναζήτησης βαθύτερης βιώσεως του μυστηρίου της Εκκλησίας.
 Αναδημοσίευση από:
Εκκλησιαστική Παρέμβαση
Ιούλιος 2011

Κυριακή, Μαΐου 06, 2012

KΥΡΙΑΚΗ Δ ΑΠΟ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ ( Του Παραλύτου) του π. Θ. Βαμβίνη



KΥΡΙΑΚΗ  Δ ΑΠΟ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ ( Του Παραλύτου)

Ευαγγέλιο : Ιωάν. ε 1- 15
  
            Ο παράλυτος της σημερινής ευαγγελικής διήγησης είναι ο άνθρωπος που έχει πλέον πεισθεί, ότι δεν υπάρχει πλέον διέξοδος στο πρόβλημα του. Κάθεται καθηλωμένος στο κρεβάτι του, ανίκανος να κινηθεί. Η παράλυση του σώματος δεν τον αφήνει να τρέξει και να μπει πρώτος στην κολυμπήθρα, όταν ο άγγελος ταράζει τα νερά της. Σ’ αυτή την κατάσταση τον βρίσκει ο Χριστός απογοητευμένο τριάντα οκτώ χρόνια  δίπλα στην κολυμπήθρα , δίπλα δηλ. στη θεραπεία, χωρίς όμως να έχει τη δυνατότητα να την αποκτήσει.
            Ο Χριστός αναπτύσσει μαζί του διάλογο προκειμένου να του δώσει τη δυνατότητα να εκφράσει τον πόνο του, να πει το πρόβλημα του. «Θέλεις υγιής γενέσθαι;».Σ’ αυτή την ερώτηση του Χριστού, αντί να πει αυθόρμητα « ναι Κύριε», εκφράζει αντίθετα, το λόγο που αποκλείει κάτι τέτοιο. « Κύριε, άνθρωπον ουκ έχω, ίνα όταν ταραχθεί το ύδωρ βάλει με εις την κολυμπήθραν». Στηρίζει λογικά την απελπισία του. Δεν είναι δυνατό να θεραπευθεί. Είναι ένας ζωντανός νεκρός. Έχει συμβιβαστεί με το πρόβλημα του. Κι αυτό μέσα στην απελπισία του δίνει τη δύναμη να ζει, να υπομένει το παράλυτο σώμα του.
            Δεν μπορούσε βέβαια ο παράλυτος να φανταστεί, ότι Αυτός που δρούσε στο νερό της προβατικής κολυμπήθρας, ήταν δυνατόν να τον επισκεφθεί ως άνθρωπος και να του δώσει με άλλο τρόπο τη θεραπεία που περίμενε από την κολυμπήθρα. Ο Χριστός ανατρέποντας την λογική απελπισία του, του είπε: « έγειρε, άρον τον κράββατόν σου και περιπάτει». Και αμέσως έγινε καλά ο άνθρωπος. Πήρε το κρεβάτι στους ώμους του και έκανε μέσα στο πλήθος φανερό το θαύμα. Με το κρεβάτι στους ώμους διακήρυττε, όχι μόνο την απαλλαγή του από την παράλυση του σώματος, αλλά και απαλλαγή της ψυχής του από την παράλυση της απελπισίας.
Δεν θα ασχοληθούμε με την μικροψυχία και την τυπολατρία των Ιουδαίων που του έλεγαν : « Σάββατον έστιν, ουκ έξεστι σοι άραι τον κράββατον». Θα επικεντρώσουμε την προσοχή μας στην απελπισία, που βρίσκει λογικά επιχειρήματα.
            Η απελπισία είναι ισχυρό όπλο του διαβόλου. Μας προσβάλλει με ποικίλες ποιότητες και εντάσεις, ανάλογα με το πόσο και που έχουν δώσει το ενδιαφέρον μας και την προσοχή μας. Θα επισημάνουμε ορισμένες αιτίες που την προκαλούν, ή , πιο σωστά, ορισμένα γεγονότα και καταστάσεις που γίνονται αφορμή να μας καταλάβει.
            Πρώτον είναι τα βιοτικά προβλήματα, οι δυσκολίες της ζωής, οι αποτυχίες στο επάγγελμα, οι οικονομικές κρίσεις, η φτώχεια. Είναι ακόμη οι αρρώστιες και ο θάνατος, η χηρεία και η ορφάνια. Όλα αυτά τα προβλήματα, όταν δεν αντιμετωπίζονται σωστά, με πίστη και ελπίδα, σκοτεινιάζουν τον ορίζοντα, δείχνουν παντού το αδιέξοδο. Και όταν δεν υπάρχουν άνθρωποι να στηρίζουν αυτούς που περνούν αυτές τις δυσκολίες, δημιουργείται στη ψυχή τους έντονο το αίσθημα της μοναξιάς. Ζουν έντονα το λόγο του παραλυτικού : « άνθρωπον ουκ έχω». Βέβαια ο άνθρωπος που δεν έχει κλείσει τη ζωή του στα στενά όρια της βιολογικής ζωής και δεν θεωρεί επιτυχία της ζωής του μόνο την επιτυχία στο επάγγελμα και τη συγκομιδή πλούτου, αυτός δεν προσβάλλεται  εύκολα από τέτοιου είδους απελπισία. Ως άνθρωπος μπορεί να κλυδωνίζεται, όμως δεν πνίγεται στα κύματα των λογισμών.
            Δεύτερον, είναι τα υπαρξιακά λεγόμενα προβλήματα , τα αδιέξοδα των ανθρώπων που έχουν κάποια ευαισθησία στα θέματα της ζωής τους. Η επιφανειακή χριστιανική ζωή δεν τους ικανοποιεί. Μία πίστη που δεν συνδέεται με την εμπειρία τους είναι αδιάφορη. Όταν όμως η σκέψη δεν φωτίζεται από την πίστη στο Θεό, που είναι η αγάπη, η ζωή παρουσιάζεται χωρίς νόημα. Κύριο στοιχείο της εμφανίζει το παράλογο. Κυριαρχείται από το ερώτημα « γιατί γεννήθηκα;» και βασανίζεται από το άγχος του θανάτου. Δεν έχει καμία ομορφιά, δεν οδηγεί πουθενά. Γι’ αυτό η απογοήτευση είναι η φυσική της κατάσταση. Αυτή η απογοήτευση είναι γόνιμη για την ορθόδοξη ζωή, αν αποδεσμευτεί απ’ την υπεροψία της λογικής και από τα τραύματα της υπερηφάνειας. Αν με ειλικρινή διάθεση και ταπεινό φρόνημα οδηγηθεί στην αναζήτηση της βαθιάς εμπειρίας της πίστεως.
            Tρίτον, είναι η αποτυχία μας να ζήσουμε σύμφωνα με το θέλημα του Θεού. Η απελπισία που γεννιέται απ’ αυτήν την αποτυχία, κρύβεται πολλές φορές κάτω από έντονες κοινωνικές δραστηριότητες και πίσω από τη βιτρίνα μιας συνεπούς – για τα κοσμικά δεδομένα- χριστιανικής ζωής. Μπορεί να την καταλάβει κανείς απ’ την  τάση πολλών να χωρίζουν τους Πατέρες σε κοινωνικούς και νηπτικούς, και τις εντολές, σ’ αυτές  που είναι για τους μοναχούς και σ’ αυτές που αφορούν τους κοσμικούς χριστιανούς. Διασπούν την ενιαία ιερή παράδοση προκειμένου να βρουν στηρίγματα στην αβεβαιότητα τους. Θεωρούν τον εαυτό τους αδύναμο και το φορτίο των εντολών δυσβάσταχτο. « Δεν είναι αυτά για μας. Είναι για τους μοναχούς. Στην εποχή μας δεν είναι δυνατό να εφαρμοστούν», είναι συνηθισμένα λόγια που εκφράζουν όλη την απελπισία τους.
            Τέταρτον, είναι η απογοήτευση από πρόσωπα και θεσμούς που είχαμε ειδωλοποιήσει, καθώς και η αίσθηση ότι ο κόσμος όλο και περισσότερο απομακρύνεται από τον Θεό και οδηγείται στην αυτοκαταστροφή. Πολλοί πιστοί βλέπουν παντού εχθρούς της πίστεως. Παντού αντικρίζουν το σκοτάδι του κακού και πουθενά δεν βλέπουν φως. Είναι απελπισμένοι για το μέλλον του κόσμου. Το να βλέπει κανείς όμως παντού σκοτάδι είναι μία επικίνδυνη πνευματική κατάσταση. « Ο κόσμος όλος εν τω πονηρώ κείται», υπάρχουν όμως και οι φίλοι του Χριστού που νικούν τον κόσμο. Όταν κανείς συνηθίζει μόνο στο σκοτάδι, υπάρχει ο κίνδυνος σε κάποια στιγμή να θεωρήσει και το «φως σκότος».
            Η απελπισία λοιπόν εισβάλλει με πολλούς τρόπους στην ψυχή μας και εδραιώνεται μέσα μας με λογικά επιχειρήματα. Ο Χριστός, όμως , ο Λόγος του Θεού, ξέρει να δρα με τρόπους που δεν χωρά η λογική μας. Γι’ αυτό δεν πρέπει,  το στηριγμένοι στους λογισμούς μας, να προκαθορίζουμε  το μέλλον μας. Ο Χριστός ξέρει να ανατρέπει όλες τις προβλέψεις. Είναι η Ζωή και η Ανάσταση. Και όπως από τον τάφο πήγασε τη ζωή, που « ο θάνατος ουκέτι κυριεύει», έτσι μπορεί να βλαστήσει την ελπίδα και στην πέτρα της πιο σκληρής ανθρώπινης απόγνωσης, και να της δώσει μάλιστα πλούσιους καρπούς. Ούτε οι δυσκολίες της ζωής, ούτε τα αδιέξοδα, ούτε η αδύναμη θέληση μας, ούτε το κακό που υπάρχει στον κόσμο, είναι ισχυρότερα απ’ την παντοδύναμη αγάπη του Θεού. Αρκεί με ειλικρινή πίστη να ομολογούμε ενώπιον Του την αδυναμία μας και να Τον «αφήνουμε» κατόπιν να δρα κατά την πανσοφία Του.

( π. Θ. Βαμβίνης)

  Ἕκαστον μέλος τῆς ἁγίας σου σαρκός ἀτιμίαν δι' ἡμᾶς ὑπέμεινε τὰς ἀκάνθας ἡ κεφαλή ἡ ὄψις τὰ ἐμπτύσματα αἱ σιαγόνες τὰ ῥαπίσματα τὸ στό...