Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Δευτέρα, Νοεμβρίου 12, 2012

Η αμαρτωλή κοσμοκρατορία που μολύνει τη Γη


Στην Αποκάλυψη επίσης έχουμε την περιγραφή της«μεγάλης_πόρνης_Βαβυλώνας», η οποία θα κυριαρχήσει επί των βασιλέων της Γης (Αποκ. ΙΔ΄8, ΙΖ΄1-5, 18). 

Κυρίως συμβολίζεται η παγκόσμια υπερδύναμη των εσχάτων ημερών, η «μεγάλη_πόλη» (ΙΖ΄18) που «πότισε όλα τα έθνη με το μεθυστικό κρασί της πορνείας της» (ΙΔ΄8, ΙΗ΄3) η οποία κάθεται κυριαρχικά (ΙΖ΄15). Μαζί της «πορνεύουν» οι ηγέτες της Γης και αυτή αποκτά εξουσιαστική δύναμη επάνω τους (ΙΖ΄18), ενώ οι 
αχόρταγοι έμποροι πλουτίζουν από τη χλιδή της ακολασίας της (ΙΗ΄3). 

Τα στοιχεία αυτά φωτογραφίζουν σαφώς τη σύγχρονη Αμερικανική Κοσμοκρατορία που μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο επιβλήθηκε οικονομικά, πολιτικά και πολιτιστικά στην υφήλιο. 

Η Αμερική (που χρησιμοποιείται για την επίτευξη της παγκόσμιας κυριαρχίας) είναι «πόρνη», γιατί με αισχρό τρόπο αντλεί και απομυζεί επί δεκαετίες τον πλούτο των ξένων λαών. 

Επίσης είναι «βασιλεύουσα_επί_των_βασιλέων_της_γης», καθώς στο άρμα της πολιτικής της επιρροής έχουν προσδεθεί πρωθυπουργοί και κυβερνήτες τόσων χωρών, που γαλουχούνται στα πανεπιστήμιά της και επιλέγονται για να την υπηρετούν από τις θέσεις της εξουσίας τους. 

Η Αμερική είναι καθισμένη επάνω σε λαούς, γιατί η παντοδυναμία του δολαρίου χτίστηκε με την καθυποταγή και εξαθλίωση λαών που καταληστεύθηκαν, άλλοτε με την συναίνεση των κυβερνήσεών τους και άλλοτε με πόλεμο εναντίον τους. Είναι το μόνο κράτος που διαφεύγει της δικαιοδοσίας του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, ενώ αποδεδειγμένα οδηγεί με ψευδείς προφάσεις το ΝΑΤΟ σε ανθρωποσφαγές. 

Επίσης είναι θρονιασμένη επάνω σε γλώσσες, καθώς η αγγλοαμερικανική γλώσσα επικράτησε αδιαμφισβήτητα ως διεθνής έναντι κάθε άλλης.

Ως αφετηρία και μέσο για την παγκοσμιοποίηση ανήλθε στη κορυφή της παγκόσμιας οικονομίας, καθιερώνοντας διεθνώς το καπιταλιστικό πρότυπο της αμερικανικής ζωής.
Πόλεμος διάλυσης των χριστιανικών αξιών!

Οι ΗΠΑ χρησιμοποιήθηκαν μεταπολεμικά και μέχρι σήμερα από τη σιωνιστική κεφαλαιοκρατία των Εβραίων ως όχημα για την επίτευξη της ενοποίησης του Κόσμου κάτω από τη δική τους εξουσία. 

Έτσι επιτράπηκε η αμερικανική οικονομική παντοδυναμία που κατέστησε την Αμερική μοναδική παγκόσμια υπερδύναμη. Παράλληλα όμως, ξεκίνησε από την Αμερική μια παγκόσμια εκστρατεία αποδόμησης ιδεών και πεποιθήσεων για να αντικατασταθούν με άλλες.

Η Αμερική ομοιάζει λοιπόν στην αρχαία Βαβυλώνα και ως τόπος μετοικεσίας του ισραηλιτικού λαού, αφού κατά τον 20ό αιώνα έγινε η έδρα της μεγαλύτερης εβραϊκής κοινότητας και του ισχυρότερου εβραϊκού λόμπυ παγκοσμίως.

Το γεγονός ότι το σκοτεινό δίκτυο του Σιωνισμού δραστηριοποιήθηκε από νωρίς στους χώρους των ΜΜΕ, της παραγωγής κινηματογραφικών ταινιών και μουσικών ακουσμάτων, έχει άμεση σχέση με την επιτηδευμένη διάλυση των χριστιανικών αξιών, που επιτεύχθηκε με τη βοήθεια αυτών των μέσων. 

Δεν είναι ασφαλώς τυχαίο το ότι το παραδοσιακό πρότυπο της χριστιανικής οικογένειας, η παρουσία προσωπικού Θεού, οι έννοιες του εκκλησιασμού, της προσευχής, απουσίαζαν εξ’ αρχής στα κόμικς και τα καρτούνς που απευθύνονται σταπαιδιά και εξοβελίστηκαν σταδιακά από τον αμερικανικό κινηματογράφο και την τηλεόραση. [...]
 



Το διαβάσαμε από το: Η αμαρτωλή κοσμοκρατορία που μολύνει τη Γη http://thesecretrealtruth.blogspot.com/2012/11/blog-post_9503.html#ixzz2C2ey8mRx

ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΛΠΙΔΑ Χρῆστος Ἀϊναλής


Χρῆστος Ἀϊναλής
Ὑποστράτηγος Ἀστυνομίας ε.α


Τὰ τελευταῖα λίγα χρόνια ἀκοῦμε παντοῦ συνεχῶς γιὰ τὴν οἰκονομικὴ κρίση πού ἔπληξε τὴ χώρα μας. Γιὰ χιλιάδες συνανθρώπους μας πού ἔφθασαν στὴν ἀπόγνωση, στὴν ἀπελπισία, στὴν κατάθλιψη, ἀκόμη καὶ στὴν αὐτοκτονία. Πράγματι ὑπάρχει σοβαρὸ οἰκονομικὸ πρόβλημα σχεδὸν σὲ ὅλους. Γιὰ  τοὺς περισσότερους πολὺ μεγάλο, γιὰ κάποιους μικρότερο.
Γιὰ ποιὸ λόγο ὅμως αὐτὸς ὁ τόσο δραστήριος καὶ χαρισματικὸς λαὸς μας βρέθηκε σὲ αὐτὴν τὴν ἄθλια κατάσταση; Φταίει μόνο ἡ λεγόμενη οἰκονομικὴ κρίση; Καὶ πῶς προέκυψε αὐτή; Δὲν εἶχε προηγηθεῖ ἐδῶ καὶ χρόνια ἡ πνευματική, ἠθική, κοινωνική, πολιτική, πολιτιστικὴ κρίση; Δὲν εἶχε ἐξαπλωθεῖ καὶ ἀκόμη ὑφίσταται σὲ ὅλους τοὺς τομεῖς τῆς ἀνθρώπινης δραστηριότητας, ἡ ἀνηθικότητα, ἡ ἀδικία, ἡ διαφθορά, ἡ διαπλοκή, ἡ σήψη, ἡ ἀπαξίωση ὅλων τῶν ἀξιῶν τοῦ γένους μας; Αὐτῶν πού  κράτησαν ὄρθια τὴν πατρίδα μας ἐπὶ τρεῖς χιλιάδες χρόνια;
Εἶναι ἀλήθεια ὅτι τὰ τελευταῖα χρόνια φαῦλοι πολιτικοί, ΜΜΕ καὶ κυρίως ἡ τηλεόραση μὲ τοὺς ἀδίστακτους ἰδιοκτῆτες της, ποὺ κρύβονται πίσω ἀπ’ αὐτήν, μὲ πολλοὺς τρόπους ἐκμαύλισαν τὸ πνεῦμα καὶ τὴν ψυχὴ τοῦ νεοέλληνα. Τελευταῖα βάλθηκαν μάλιστα νὰ τὸν ἐκτουρκέψουν μὲ τὰ σήριαλ ποὺ συστηματικὰ προβάλλουν. Ἔγιναν οἱ χειρότεροι σύμβουλοι, ἐμπνευστὲς καὶ καθοδηγητὲς στὴ διαμόρφωση μιᾶς ἀμοραλιστικῆς κοινωνίας. Ἀλλοίωσαν τὸν χαρακτήρα καὶ τὴ νοοτροπία τῶν συνανθρώπων μας ὅπου ἡ φοροκλοπή, ἡ ἀπάτη, ἡ κομπίνα, ἡ μίζα, ἡ ρεμούλα, ἡ ἁρπαχτή, ἡ μοιχεία εἶναι συνώνυμα της μαγκιᾶς. Ἡ ὁμοφυλοφιλία προβάλλεται μὲ θράσος ὡς ἐκσυγχρονισμός. Ὅ,τι ἠθικό, ὑγιές, ἐθνικό, χριστιανικὸ χαρακτηρίζονται καὶ λοιδοροῦνται ὡς ἀναχρονιστικὰ.
Ὅταν ὅμως ὁ ἄνθρωπος βρεθεῖ ξαφνικὰ μπροστὰ στὴ δική του σκληρὴ πραγματικότητα, τότε πανικοβάλλεται, ὀργίζεται, καταρρέει καὶ ψάχνει νὰ βρεῖ τί καὶ ποιοὶ τοῦ φταῖνε. Καὶ συνήθως τοῦ φταῖνε ὅλοι οἱ ἄλλοι ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ἴδιο.
Εἶναι ὅμως ἔτσι τὰ πράγματα;
Ὁ πανάγαθος Θεὸς, ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς ἱστορίας τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους, μᾶς ἔδωσε ὅλα τὰ φυσικά, πνευματικὰ καὶ ψυχικὰ χαρίσματα τοῦ ἀνθρωπίνου εἴδους, ἀσχέτως ἂν ἐμεῖς μόνοι μας ἀναπτύξαμε παράλληλα καὶ τὰ ἐλαττώματα τῆς φυλῆς μας. Ἐκτὸς ἀπὸ τὴ φιλοσοφία,  τὶς ἐπιστῆμες καὶ τὶς τέχνες, μᾶς χάρισε τὴν ἀπαράμιλλη γλώσσα μας.
Ἦταν μέρος τῆς Θείας οἰκονομίας ἡ παρουσία στὴν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας καὶ τοῦ Χριστιανισμοῦ τοῦ Ἕλληνα στρατηλάτη Μεγάλου Ἀλεξάνδρου. Αὐτός, ἀπὸ τὸν 4ο π.Χ αἰώνα, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἀξεπέραστη στρατιωτικὴ ἰδιοφυΐα του, ἡγήθηκε τῆς μεγαλύτερης πολεμικῆς καὶ συγχρόνως πολιτιστικῆς ἐκστρατείας στὸν κόσμο.  Ἀκολουθώντας ὅσα σοφά τοῦ δίδαξε ὁ μεγάλος δάσκαλός του, Ἀριστοτέλης, κατέκτησε ὄχι μόνο στρατιωτικὰ ὅλο σχεδὸν τὸν μέχρι τότε, πρὸς ἀνατολᾶς, γνωστὸ κόσμο, ἀλλὰ μὲ τὴν ἀσύγκριτη πολιτικὴ ποὺ ἐφήρμοσε, τὴν εὐγένεια τῆς ψυχῆς του, τὴ μετριοπάθεια ἔναντι τῶν ἡττημένων, τὸν ἀνώτερο πολιτισμὸ ποὺ μετέφερε καὶ ἰδίως μὲ τὸν σεβασμὸ στὰ ἤθη, τὰ ἔθιμα καὶ τὶς θρησκευτικὲς πεποιθήσεις τῶν γηγενῶν, κατέκτησε καὶ σκλάβωσε κυρίως τὶς καρδιές τους. Δὲν τοὺς ἄφησε νὰ αἰσθανθοῦν ὅτι ἡ χώρα τους ἔχει σκληρὸ τύραννο κατακτητή, ἀλλὰ ἀπεναντίας ἐλευθερωτὴ ἀπὸ βαρβάρους ποὺ προηγήθηκαν.
Ἡ ἐπικράτηση τοῦ Μ. Ἀλεξάνδρου σὲ ὅλες τὶς χῶρες τῆς Ἀνατολῆς ἄφησε πίσω της ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ἑλληνικὸ πολιτισμό, κυρίως τὴν κυριαρχία τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας.    Ἀπὸ τὸν 3ο π.Χ αἰώνα ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ διαδόχου του Πτολεμαίου  Β΄ πραγματοποιήθηκε στὴν Ἀλεξάνδρεια ἡ περίφημη μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα (Ο΄).
Δὲν χρειάζεται νὰ ποῦμε πολλὰ γιὰ τὴ γλώσσα μας, ποὺ εἶναι ἡ πληρέστερη σὲ νοήματα καὶ ἐκφραστικότερη σὲ περιγραφὴ ἀπὸ κάθε ἄλλη γλώσσα. Αὐτὴ τὴν τέλεια λοιπὸν γλώσσα ἐπέλεξε ὁ Θεός, γιὰ νὰ γραφοῦν ὅλα τα Εὐαγγέλια, οἱ Πράξεις καὶ οἱ Ἐπιστολὲς τῶν Ἀποστόλων. Αὐτὸ δὲν δείχνει ὅτι ὁ χαρισματικὸς αὐτὸς λαός μας ποὺ χρησιμοποιεῖ μέχρι καὶ σήμερα τὴν ἴδια γλώσσα, εἶναι εὐλογημένος ἀπὸ τὸ Θεό;  Ὅτι παρὰ τὰ τόσα λάθη μας, τὰ πάθη μας, τὶς ἀστοχίες μας, τὶς ἁμαρτίες μας, ὁ Θεὸς ἀκόμη καὶ σήμερα μᾶς ἀγαπᾶ, μᾶς ἀνέχεται καὶ ἐπιμένει νὰ μᾶς εὐεργετεῖ ἀφανῶς, χωρὶς ἐμεῖς νὰ τὰ ἀξίζουμε καὶ  πολλὲς φορὲς νὰ τὸ καταλαβαίνουμε, κάποιοι νὰ ἀρνούμαστε τὴν ὕπαρξή του καὶ ἄλλοι νὰ τὸν θεωροῦμε ὑπαίτιο τῶν παθημάτων μας; Ὅτι ἡ Θεία Πρόνοιά Του μὲ τὶς διάφορες δοκιμασίες ποὺ ἐπιτρέπει νὰ μᾶς συμβαίνουν εἴτε σὰν ἄτομα εἴτε σὰν ἔθνος, προσπαθεῖ συνεχῶς νὰ μᾶς ξυπνήσει ἀπὸ τὸν πνευματικὸ λήθαργο ποὺ βρισκόμαστε, νὰ μᾶς διαπαιδαγωγήσει ὡς καλὸς Πατέρας, νὰ μᾶς σωφρονίσει καὶ νὰ μᾶς ἐπαναφέρει στὸν δρόμο Του;
Ἄραγε οἱ προσευχὲς χιλιάδων πιστῶν Χριστιανῶν, κληρικῶν, μοναχῶν καὶ λαϊκῶν στὰ Μοναστήρια μας νυχθημερὸν που ἀναπέμπονται στὸν Κύριο γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ψυχῶν ἠμῶν καὶ τοῦ γένους μας δὲν προσελκύουν τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ; Εἶναι δυνατὸν ὁ Πανάγαθος καὶ πολυεύσπλαχνος Θεὸς νὰ ἀγνοήσει τὶς δεήσεις χιλιάδων πιστῶν του; Ὅταν γνωρίζουμε ἀπὸ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη κατὰ τὸν  διάλογο τοῦ Ἀβραὰμ μὲ τὸν Θεό, ὅτι ἀκόμη καὶ γιὰ δέκα δικαίους δὲν θὰ κατέκαιε τὰ Σόδομα καὶ Γόμορρα;
Στὰ δίσεκτα χρόνια της τουρκοκρατίας ἔζησε ὁ μεγαλύτερος εἰρηνικὸς ἐπαναστάτης, ὁ ἐθναπόστολος Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός. Αὐτὸς μὲ τὴ βαθειὰ πίστη του στὸ Χριστό, τὴν ἰσχυρή του θέληση καὶ τὸν σταυρὸ στὸ χέρι, ἁλώνισε κυριολεκτικὰ σχεδὸν ὅλη τὴν Ἑλλάδα,   ἐμψυχώνοντας τὸν δοκιμαζόμενο λαό μας καὶ τοῦ ὑπενθύμισε τὶς ἀξίες τοῦ Γένους μας, δίνοντας τὸ βάρος του στὴ διατήρηση τῆς ὀρθόδοξης πίστης μας καὶ τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας ποὺ κόντευαν νὰ ἐξαφανιστοῦν ἀπὸ τοὺς βίαιους ἐξισλαμισμοὺς τοῦ βάρβαρου κατακτητῆ, μεταφέροντας συγχρόνως ἐλπίδα καὶ αἰσιοδοξία στοὺς σκλαβωμένους γιὰ «τὸ ποθούμενο».
Κατὰ τὴν ἐποποιία τοῦ 1940-41 πολλοὶ Ἕλληνες ἀξιωματικοὶ καὶ ὁπλίτες εἶδαν, κατὰ τὶς μαρτυρίες τους, τὴ θαυμαστὴ παρουσία τῆς Ὑπερμάχου Στρατηγοῦ, τῆς Παναγίας μας, νὰ περιδιαβαίνει τὰ βουνὰ καὶ τὰ λαγκάδια τῆς Βορείου Ἠπείρου  εὐλογώντας καὶ ἐνισχύοντας τὰ ἑλληνικὰ ὅπλα, ἐνθαρρύνοντας καὶ ἐμψυχώνοντας κατ’ αὐτὸ τὸ τρόπο, γιὰ τὴν τελικὴ νίκη, τοὺς φαντάρους μας ποὺ πολεμοῦσαν ἐκεῖ.
Ἀλλὰ ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς Ἁγίους καὶ μάρτυρες τῆς πίστης μας, τὶς τελευταῖες δεκαετίες ὁ Χριστὸς ἔδωσε στὴ χώρα μας πολλοὺς χαρισματούχους Γέροντες, πνευματικοὺς καθοδηγητές, φωτεινοὺς φάρους καὶ ὁδοδεῖκτες στὴν πορεία της ζωής μας. Δὲν πρέπει νὰ μᾶς διαφεύγει ὅτι, ἀκόμη καὶ σήμερα, ὑπάρχουν ἀφανεῖς ἅγιοι, ἄγνωστοι στὸν κόσμο, σὲ διάφορες περιοχὲς τῆς πατρίδας μας τῶν ὁποίων οἱ προσευχὲς γιὰ ὅλους μας  πρὸς τὸν Κύριο γίνονται εὐάρεστο καὶ εὐωδιαστὸ θυμίαμα ἀπαλύνοντας, χωρὶς νὰ τὸ ὑποψιαζόμαστε, τὶς πληγές μας.
Ὅλα αὐτὰ βέβαια δὲν ἀναφέρονται γιὰ νὰ ἐφησυχάσουμε ἐμεῖς καὶ νὰ γίνουμε ἀκόμα πιὸ ἀδιάφοροι, ράθυμοι καὶ ὀκνηροὶ ἐπαναπαυόμενοι στὶς προσευχὲς καὶ προσπάθειες τῶν ἄλλων. Ἀντιθέτως πρέπει νὰ σοβαρευτοῦμε ὅλοι. Ἔχουμε μπροστὰ μας ἁπτά, ζωντανὰ παραδείγματα ἄξια νὰ τὰ μιμηθοῦμε.                    
Ἤδη όλοι μας, ἐκ τῶν πραγμάτων, περικόψαμε περιττές δαπάνες, ἀσυλόγιστες σπατάλες που μᾶς τὶς ἒπέβαλαν ἡ διαφήμιση, ἡ μόδα ἤ ὁ μιμητισμός. Αποκτήσαμε πνεῦμα οἰκονομίας καὶ αὐτό εἶναι τὸ θετικό τῆς κρίσης. Ἀρχίσαμε νὰ ζοῦμε πιὸ ἁπλά, πιὸ ταπεινά.
Μήπως συγχρόνως  πρέπει νὰ ἀρχίσουμε νὰ ἀφιερώνουμε περισσότερο χρόνο γιὰ περισυλλογὴ καὶ ἀπολογισμὸ τῆς μέχρι τώρα ζωῆς μας; Νὰ κάνουμε αὐστηρὴ αὐτοκριτική; Νὰ σκεφθοῦμε ὅτι καὶ ἐμεῖς ἀποτελοῦμε μέρος τοῦ προβλήματος; Ὅτι καὶ ἐμεῖς ἔχουμε κάποιο μερίδιο εὐθύνης γιὰ τὴν κατάσταση στὴν ὁποία περιήλθαμε; Νὰ κάνουμε μιὰ ἀναδρομὴ στὸ παρελθόν μας καὶ νὰ δοῦμε πῶς ζήσαμε καὶ τί κάναμε μέχρι τώρα;  Ἀκόμη τί καλὸ παραλείψαμε νὰ πράξουμε ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ὀφείλαμε καὶ μπορούσαμε χωρὶς κόπο, ἀλλὰ ἀδιαφορήσαμε, γιατί ἁπλὰ ἐμεῖς περνούσαμε καλά; Νὰ συνειδητοποιήσουμε ὅτι τὸ οἰκοδόμημα τῆς ζωῆς μας ποὺ χτίσαμε καὶ τὸ βλέπουμε σήμερα μπροστὰ μας ἑτοιμόρροπο ἢ καὶ ἐρείπιο εἶναι ἀποτέλεσμα τῶν δικῶν μας ἐπιλογῶν;
Μήπως ἔφθασε ἡ ὥρα νὰ κάνουμε μιὰ μυστικὴ προσωπικὴ ἐπανάσταση; Νὰ ἔρθουμε «εἰς ἐαυτὸν» ὅπως ὁ ἄσωτος του Εὐαγγελίου; Να ἀναθεωρήσουμε πολλὰ πράγματα στὴ ζωή μας; Νὰ ἀναγνωρίσουμε καὶ νὰ παραδεχτοῦμε τὰ πολλὰ λάθη ποὺ κάναμε μέχρι σήμερα καὶ νὰ λυπηθοῦμε εἰλικρινὰ γιὰ αὐτά; Νὰ συναισθανθοῦμε τὴν οἰκτρὴ πνευματικὴ κατάστασή μας καὶ νὰ βάλουμε «ἀρχὴ μετανοίας», ὅπως λένε οἱ Ἅγιοί μας; Μήπως πρέπει νὰ ἀρχίσουμε νὰ ζοῦμε πιὸ χριστιανικά; Νὰ ἐκκλησιαζόμαστε τακτικά, να συμμετέχουμε στὰ μυστήρια τῆς ἐκκλησίας  ἀντὶ νὰ βρίζουμε τοὺς «κακοὺς παπάδες καὶ δεσποτάδες»;  Νὰ ἀλλάξουμε νοοτροπία; Νὰ προσπαθήσουμε νὰ ἀποβάλουμε ἀπὸ μέσα μας τὸν κακὸ ἑαυτό μας; Νὰ κάνουμε μιὰ μεγάλη στροφὴ στὴ συμπεριφορά μας; Ἀντὶ νὰ μεμψιμοιροῦμε, νὰ διαμαρτυρόμαστε συνεχῶς, νὰ βλαστημοῦμε καὶ νὰ ἀντιδροῦμε μὲ βιαιότητες γιὰ ὅ,τι μᾶς συμβαίνει, νὰ μαλακώσουμε τὴν καρδιά μας καὶ τὴν ψυχή μας; Νὰ κατανοήσουμε καλύτερα, νὰ ἀνεχθοῦμε καί, γιατί ὄχι, νὰ συγχωρήσουμε καὶ νὰ  ἀγαπήσουμε ἀληθινὰ τὸν συνάνθρωπό μας, ὅπως μᾶς δίδαξε  ὁ Χριστός, ἔστω μὲ τὰ ἐλαττώματά του, ἔστω κι ἂν μᾶς πίκρανε; Νὰ γίνουμε πιὸ ἐπιεικεῖς, μακρόθυμοι  πρὸς τοὺς ἄλλους καὶ πιὸ αὐστηροὶ πρὸς τὸν ἑαυτό μας;  Ἄραγε ἐμεῖς εἴμαστε ἀλάνθαστοι, ἀναμάρτητοι; Νὰ πονέσουμε πραγματικὰ γιὰ τὴν ἀγαπημένη μας πατρίδα καὶ νὰ ζητήσουμε ταπεινά το ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι ὑπάρχει ἡ ἐλπίδα νὰ προσελκύσουμε τὴ Θεία Χάρη. Ὁ Θεὸς εἶναι πάντοτε δίπλα μας, κοντά μας καὶ παρακολουθεῖ ὅλες τὶς πράξεις μας. Ποτὲ δὲν μᾶς ἐγκατέλειψε. Ἐμεῖς τὸν ἐγκαταλείψαμε. Ἃς ἔχουμε ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στὸ θεῖο σχέδιο τοῦ Οὐράνιου Πατέρα μας, ὅπως τὸν ἀποκαλοῦμε στὴν Κυριακὴ Προσευχή, πὼς ὁτιδήποτε μᾶς συμβαίνει ἀποβλέπει στὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς μας.
Μήπως λοιπὸν ἀπὸ ἐμᾶς τοὺς ἴδιους ἐξαρτᾶται ἡ λύση τοῦ προβλήματός μας;
Οἱ γονεῖς, οἱ δάσκαλοι κάθε βαθμίδας, οἱ κληρικοί, ὅλοι οἱ μεγαλύτεροι μήπως πρέπει νὰ ἀποτελέσουμε ὑγιή πρότυπα στα παιδιά μας   μὲ τὴν ὀρθὴ χριστιανικὴ ζωή μας,  διδάσκοντάς τα κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο πῶς πρέπει νὰ πορευθοῦν καὶ αὐτὰ ἀπὸ ἐδῶ καὶ ἐμπρός; Νὰ τοὺς μαθαίνουμε ὅλα τὰ ἅγια καὶ σοφὰ ποὺ μᾶς δίδαξαν οἱ γονεῖς καὶ οἱ δάσκαλοί  μας; Μὲ τὴν ἔντιμη καὶ δίκαιη ζωή μας, τὸ παράδειγμά μας, τὴν μυστικὴ προσευχή μας, ἀκόμα καὶ μὲ τὴ σιωπή μας νὰ τοὺς δώσουμε ἔμπνευση, δύναμη, καρτερία, κουράγιο, ἐλπίδα καὶ αἰσιοδοξία γιὰ τὸ μέλλον; Ὅτι καὶ αὐτὸ ποὺ μᾶς ἔτυχε θὰ περάσει, ὅπως πέρασαν τόσα καὶ τόσα ἄλλα; Ὅτι δὲν χάθηκε τίποτε ἀκόμη; Ὅτι μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ ὅλα μποροῦν σιγὰ-σιγὰ μὲ ὑπομονὴ καὶ ἐπιμονὴ νὰ διορθωθοῦν;
Τὸ ὀφείλουμε στὰ παιδιά μας! Εἴμαστε ὑποχρεωμένοι νὰ παλέψουμε, νὰ  αγωνιστούμε πρῶτοι ἐμεῖς, γιατί αὐτὰ δὲν φταῖνε γιὰ τὴ σημερινὴ κατάντια μας. Νὰ περισώσουμε, ἔστω τὴν τελευταία στιγμὴ, ὅ,τι μποροῦμε. Νὰ τοὺς δείξουμε καὶ νὰ καταλάβουν ὅτι ἀκόμη καὶ σήμερα ἡ χειμαζόμενη πατρίδα μας, παρὰ τὶς ὅποιες δυσκολίες της, στέκεται ὄρθια. Παρά τὴν ἀπογοήτευσή μας, ὄχι ἀπόγνωση ὄχι  ἀπελπισία.
Ὑπάρχει ἀκόμη προοπτική. Ὑπάρχει μέλλον. Ὑπάρχει ἐλπίδα! 

Αγίου Νικόδημου του Αγιορείτη. Η εξέταση της συνειδήσεως… (τα καθημερινά σφάλματα όλων μας)





Από το βιβλίο"Αόρατος Πόλεμος"
Γιά την εξέτασι της συνειδήσεως σκέψου τρία πράγματα: τα σφάλματα της κάθε μέρας, την αιτία των σφαλμάτων αυτών και την στενοκαρδία και προθυμία που έχεις να τα πολεμήσης και να αποκτήσης τις αντίθετές τους αρετές. 
Γιά τα σφάλματα κάνε εκείνο που σου είπα στο κστ΄ κεφάλαιο (τι πρέπει να κάνουμε όταν πληγωθούμε κ.λπ). Γιά την αιτία αυτών ανάγκασε τον εαυτό σου να την πολεμήσης, να την κατατροπώσης και να την ρίξης στη γη. Γιά την προθυμία που χρειάζεται να κάνης αυτό και να αποκτήσης τις αρετές, δυνάμωσε την θέλησί σου με την απιστία του εαυτού σου, δηλαδή με το να μην έχης καθόλου θάρρος στον εαυτό σου, με την ελπίδα και το θάρρος στον Θεό, με την προσευχή και με το μίσος των πράξεων της κακίας και με την επιθυμία των πράξεων της αντίστοιχης αρετής. 
Φρόντισε, αδελφέ, πάντοτε σε κάθε σου λογισμό, λόγο και έργο να έχης συνείδησι ακατάγνωστη, δηλαδή να μη σε κατηγορή και να μη σε τύπτη η συνείδησίς σου για κάποιο πράγμα. Διότι όποιος εξετάζει στο βάθος την ορθή και αγία συνείδησι, δεν μπορεί να σφάλλη ποτέ, ή αν σφάλλη, να μην διορθωθή. 
Διότι η συνείδησις είναι ο φυσικός νόμος που έδωσε ο Θεός στις καρδιές των ανθρώπων για να τους οδηγή πάντοτε σαν λυχνάρι σε όλα τα καλά. Όπως είπε και ο άγιος Νείλος: «Να χρησιμοποιήσης την συνείδησί σου ως λυχνάρι για τις πράξεις σου». Και ο Απόστολος είπε ότι «οι εντολές του νόμου του Θεού είναι γραμμένες μέσα στις καρδιές» (Ρωμ. 2,15). 
Απέναντι τεσσάρων πραγμάτων είσαι υποχρεωμένος να διατηρής την συνείδησί σου ακατηγόρητη: απέναντι του Θεού, απέναντι του εαυτού σου, προς τον πλησίον σου και προς άλλα πράγματα. 
Όσον αφορά τον Θεό πρέπει να εξετάζης την συνείδησί σου αν φύλαξες όλα εκείνα που είσαι υποχρεωμένος να διαφυλάττης απέναντί του. Δηλαδή αν διαφυλάττης όλες του τις εντολές και τις πιο ασήμαντες "και αν τον αγάπησες και τον υπηρέτησες με όλη σου την ψυχή και είσαι έτοιμος να πεθάνης γι αυτόν, όπως είσαι υποχρεωμένος. Και αν δεν τα διαφύλαξες, φρόντισε στο εξής να τα διαφυλάξης. 
Ως προς τον εαυτό σου θα διαφυλάξης ακατηγόρητη την συνείδησί σου, αν δεν αδιαφορής, αλλά κάνης όλο εκείνο το χρέος που πρέπει και είσαι υποχρεωμένος και είναι σύμφωνα με την δύναμί σου, τόσο προς τον Θεό, όσο και προς τον πλησίον και προς τα άλλα πράγματα. Και εκτός από αυτά, αν δεν πέφτης σε υπερβολές και ελλείψεις, καταστρέφοντας παράκαιρα την υγεία σου και την ζωή σου και τις σωματικές σου δυνάμεις με υπερβολική και ακανόνιστη άσκησι και δεν αποδίδης στο σώμα το δίκαιο μέτρο, φροντίζοντας για την σύστασι και συντήρησί του. Γιατί και αυτό είναι αντίθετο στη συνείδησι και στον ορθό λόγο. 
Απέναντι του πλησίον θα φυλάξης καθαρή την συνείδησί σου, αν δεν κάνης κάτι που είναι αντίθετο στην αγάπη που χρωστάς απέναντί του, αποδίνοντας στους μεγαλυτέρους σου και ομοίους σου και κατώτερούς σου εκείνο που πρέπει στον καθένα, σύμφωνα με τον βαθμό και το επάγγελμα και προσέχοντας να μη τους σκανδαλίζης είτε με λόγο, είτε με έργο, είτε με σχήμα και με νεύμα, όπως λέγει ο Απόστολος: «Αυτό προσέξτε, να μη βάζετε πρόσκομμα ή εμπόδιο στον αδελφό» (Ρωμ. 14,13) και το του Σολομώντος: «Να σκέφτεσαι σωστά ενώπιον Κυρίου και ανθρώπων» (Παρ. 3,4). 
Αλλά κι αν σου τύχουν μερικά πράγματα τα οποία δεν είναι σύμφωνα με την εντολή του Θεού, αλλά επιτρέπονται και βρίσκονται στην δική σου την κρίσι, γι αυτά τα πράγματα λέγω, αν πληροφορήται η συνείδησίς σου ότι τάχα είσαι δυνατός και μπορείς να τα φυλάξης ή όχι, σκανδαλίζεται όμως η συνείδησις του αδελφού σου που είναι αδύνατος, είσαι υποχρεωμένος και από αυτά να μη δώσης αφορμή σκανδάλου, αλλά να αναπαύσης την συνείδησι εκείνου: «Μήν τρώτε το ειδωλόθυτο (λέγει ο Παύλος) για εκείνον που σάς ειδοποίησε και για την συνείδησι ...;;». Συνείδησι όμως λέγω όχι την δική του, αλλά την συνείδησι του άλλου: «Γιατί να ρυθμίζεται η ελευθερία μου από άλλη συνείδησι;» (Α΄ Κορ. 10,2. Σε όσα όμως πράγματα είναι εντολή του Θεού και σκανδαλίζεται η συνείδησις του άλλου, τότε πρέπει εσύ να καταφρονής την συνείδησι εκείνου και να μην παραβαίνης την εντολή του Θεού, όπως λέγει ο Μέγας Βασίλειος. 
Απέναντι των άλλων πραγμάτων θα έχης την συνείδησί σου ακατηγόρητη, αν έχης δίκαιο μέτρο και δεν χρησιμοποιής υπερβολές και ελλείψεις, τόσο στα φαγητά και ποτά, όσο και στα ενδύματα και χρήματα και στην περιουσία. 
Διότι πράγμα παρά συνείδησι υπολογίζεται όχι μόνον το να καταφρονή κανείς και να αφήνη να καταστρέφωνται τα ευτελή φαγητά και ενδύματα ή τα χρήματα και τα περιουσιακά του στοιχεία, με τα οποία μπορεί να εξυπηρετήση τις σωματικές του ανάγκες, αλλά και να θέλη και να ζητά τρυφηλά φαγητά, μαλακά φορέματα και χρήματα και περιουσιακά στοιχεία που δεν είναι απαραίτητα για την εξυπηρέτησί του. 
Και για να μιλήσουμε γενικά, κάθε πράγμα που είναι έξω από την ορθή λογική, λέγεται παρά συνείδησι. Γι αυτό και συ αδελφέ, για κάθε τι που πρόκειται να κάνης μικρό ή μεγάλο, πρώτα να συμβουλεύεσαι την συνείδησί σου και να την εξετάζης όχι όμως με αμέλεια και επιφανειακά, αλλά στο βάθος και με πολλή φροντίδα και ακρίβεια. 
Διότι όπως τα πηγάδια, όσο σκάβονται και εξαντλούνται, τόσο καλύτερο και γλυκύτερο νερό βγάζουν, έτσι και η συνείδησις, όσο περισσότερο εξετάζεται και ξεσκεπάζεται από τα πάθη με τα οποία είναι σκεπασμένη, τόσο καλύτερα μας διδάσκει τι πρέπει να κάνουμε. 
Επειδή όμως υπάρχουν και διάφορες συνειδήσεις, όχι δηλαδή μόνον καλές και καθαρές, αλλά και κεκαυτηριασμένες, όπως λέγει ο Παύλος, δηλαδή πονηρές και αναίσθητες και μολυσμένες από τα πάθη, και στη συνέχεια, εξ αιτίας της αναισθησίας ή του μολυσμού τους, ή και διότι δεν εξετάζονται με πολλή φροντίδα, δεν διδάσκουν πάντοτε σωστά και καλά, για τον λόγο αυτό σωστό είναι να μην εμπιστεύεσαι πάντοτε μόνο στη συνείδησί σου, αλλά όσα αυτή σου συμβουλεύει να τα συγκρίνης, αν είναι σύμφωνα με εκείνα που διδάσκει η Αγία Γραφή ή και να τα φανερώνης στους Πνευατικούς, αν είναι σωστά, για να μην πλανηθής. 
Πρόσθεσα το «ή διότι δεν εξετάζονται οι συνειδήσεις με τόση επιμέλεια», διότι η συνείδησις του ανθρώπου όσο κι αν είναι εμπαθής και πονηρή και αναίσθητη, όταν όμως εξετάζεται με ακρίβεια και επιμέλεια, δε σταματάει πάντοτε να ελέγχη και να τύπτη και να κατηγορή τον άνθρωπο, ότι αμαρτάνει και ότι πρόκειται να κολασθή δια τις αμαρτίες του, αν δεν μετανοήση. Γιατί αυτή βάλθηκε μέσα μας από τον Θεό ως αντίδικος, σύμφωνα με το ευαγγελικό που λέγει: «Να συμβιβασθής γρήγορα με τον αντίδικό σου» (Ματθ. 5,25): και αψευδέστατος μάρτυρας, σύμφωνα με το"«Σε αυτό συμφωνεί και η συνείδησί τους» (Ρωμ. 2,15): και συγχρόνως είναι κριτής απαραλόγιστος και πάρα πολύ δίκαιος και πολύ αυστηρός και λόγος ορθός: γι αυτό και δεν μπορεί να σιωπήση. 
Αλλά ο άνθρωπος όταν κυριευθή από τα πάθη και θέλη να κάμνη τις επιθυμίες του χωρίς κανένα χαλινάρι, όπως παρακούει και παραβαίνει το νόμο του Θεού, έτσι παρακούει και παραβαίνει και τους ελέγχους της αγίας συνειδήσεως. Και για να μην ελέγχεται πλέον από αυτήν σαν κάποιος άλλος Ηρώδης κόβει την κεφαλή του Ιωάννου, δηλαδή δεν υπολογίζει την συνείδησί του και παίρνει την απόφασι να κολασθή. 
Γι αυτό και ο Σολομώντας γνωρίζοντας αυτό δεν είπε ότι η συνείδησις όταν εξετάζεται καλά δεν ελέγχει τον αμαρτωλό, αλλά όταν ο αμαρτωλός φθάση στο αποκορύφωμα των κακών, καταφρονεί: «Όταν ο ασεβής φθάση στο αποκορύφωμα των κακών, τότε καταφρονεί» (Παρ. 18,3). 
Ακόμη σε συμβουλεύω και ένα άλλο πράγμα που αξίζει να το πληροφορηθής: Δηλαδή ποτέ να μην εμπιστεύεσαι στη συνείδησί σου, αν αυτή καμιά φορά δεν σε κατηγορή για κάποια υπόθεσί σου, διότι λέγεται συνείδησι για εκείνα μόνο που ξέρουμε και όχι για εκείνα που δε γνωρίζουμε. 
Επειδή σύφωνα με τον Προφήτη Ιερεμία «η καρδιά είναι πιο βαθειά από όλα τα πράγματα» (17,9), και μέσα σε αυτήν βρίσκονται κρυμμένα πολλά λεπτά πάθη, τα οποία καθόλου δεν τα γνωρίζει εκείνος που τα έχει, και από τα οποία παρακαλεί ο Δαβίδ να καθαρισθή λέγοντας «καθάρισέ με από τα κρυφά πάθη» (Ψαλμ. 18,13), γι αυτό και συ να πιστεύης ότι η καρδιά σου δεν είναι ποτέ καθαρή από τα κρυπτά και λεπτά πάθη, τα οποία είναι γνωστά μόνο στο Θεό που εξετάζει μόνος τις καρδιές, όπως λέγει ο Σολομώντας: «Εσύ εντελώς μόνος γνωρίζεις την καρδιά όλων των ανθρώπων» (Γ΄ Βασ. 8,39). 
Και να έχης ως σίγουρο εκείνο που λέγει ο Ιωάννης ότι, δηλαδή, ο Θεός είναι μεγαλύτερος από την συνείδησι της καρδιάς μας: «Ο Θεός είναι ανώτερος από την συνείδησί μας και τα γνωρίζει όλα» (Α΄ Ιω. 3,20). 
Γι αυτό και ο απόστολος Παύλος γνωρίζοντας αυτό έλεγε, ότι δε γνωρίζει να τον ελέγχη για κανένα πράγμα η συνείδησί του, αλλά πάλι εξ αιτίας αυτού δεν νομίζει ότι είναι δίκαιος ενώπιον του Θεού: «Δεν με κατηγορεί για τίποτε η συνείδησί μου, αλλά αυτό δεν με αποδεικνύει ότι πραγματικά είμαι αθώος» (Α΄ Κορ. 4,4). 
Και όσα καλά έργα και όσες νίκες έχεις κατορθώσει, ας τις θεωρής ύποπτες. Αυτά σε συμβουλεύω να μη τα σκέπτεσαι πολύ με τη συνείδησί σου, διότι υπάρχει κάποιος κίνδυνος κρυφής κενοδοξίας και υπερηφανείας. Έτσι αφήνοντας πίσω όλα αυτά και ρίχνοντάς τα στην ευσπλαγχνία του Θεού, όποια και αν είναι, οδήγησε το λογισμό σου μπροστά στο δρόμο που σου απομένει για την ημέρα εκείνη. 
Μετά από αυτά, όταν τελειώση η μέρα εκείνη, εξέτασε τον εαυτό σου, αν χρησιμοποίησες καλά όσα σου έτυχαν. Και για όσα έσφαλες, να μετανοήσης και να ζητήσης από τον Θεό να σε συγχωρέση και στο εξής προσπάθησε να διορθωθής. 
Κατόπιν ευχαρίστησέ τον για τις χάρες και τις ευεργεσίες που σου χάρισε την ημέρα εκείνη. Αναγνώρισε τον ως Ποιητή κάθε αγαθού, και περισσότερο ευχαρίστησέ τον διότι σε γλύτωσε από τόσους εχθρούς φανερούς και μάλιστα από αυτούς που δεν φανερώνονται. Διότι σου έδωσε καλούς λογισμούς και αφορμές για την αρετή και για κάθε άλλη ευεργεσία που δε γνωρίζεις εσύ.

ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΑΧΡΙΔΟΣ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΦΥΛΑΚΗ



Ελέω Θεού, αρχιεπίσκοπος Αχρίδος και
 μητροπολίτης Σκοπίων, προς την 
Εκκλησίαν
 εις την οποίαν από Θεού ετοποθετήθη 
ως Αρχιποιμήν Αυτής και προς πάσας
 τας ανά την οικουμένην Εκκλησίας 
συναγομένας εν ενί του Χριστού Σώματι
 και εν Πνεύματι Αγίω συνδεδεμένας, 
από τας φυλακάς της πόλεως των
 Σκοπίων, όπου έχει εγκλειστεί
 γιά έκτη φορά κατά τα δέκα τελευταία
 έτη εκπέμπει αυτήν την Δευτέραν,
 από φυλακάς, Εγκύκλιον επιστολήν.
Όταν αποκτήσωμεν την αγάπη του Χριστού και την αρετή,τότε αξίζει να υποστούμε 
ακόμη και διωγμούς ένεκεν Αυτού, αν χρειαστεί και εξορία να ανεχτούμε,
 αλλά και έτοιμοι να ακούσουμε γιά τους εαυτούς μας τις πιο απρεπείς 
συκοφαντίες, και ακόμη, να χαιρόμαστε για όλα αυτά
λέει ο άγιος Νικόλαος о Καβάσιλας.
Όταν μέσα στον άνθρωπο ανάψει αυτή η αγάπη του Θεού και όταν οι αρετές 
λάμψουν μέσα του, τότε ο άνθρωπος είναι έτοιμος όχι μόνον να υποφέρει βάσανα,
 όχι μόνον να υπομένει φαύλα έργα εναντίον του και δεσμά εγκλεισμού, αλλά είναι 
ακόμη έτοιμος και να χαίρεται για όλα αυτά.

Η χαρά όμως αυτή δεν διαδίδεται ανάλογα με το πόσο την αξίζει κάποιος,
 δεν αποτελεί επ΄ουδενί ανταμοιβή για τις ασκήσεις, αλλά είναι χάρις, 
υπέροχη και τέλεια δωρεά του ελέους του Θεού που Αυτός μόνος ο Πατήρ 
ευδοκεί, όπως εισέλθωμεν εις την χαράν του Κυρίου ημών (Ματθ. 25,21-23).

Διότι, εκείνοι που εισήλθαν εις την χαράν του Πατρός, χαίρονται με την χαράν του 
Χριστού και έτσι, εκείνο το οποίον χαροποιεί τον Χριστόν, Αυτός κάνει να χαίρονται
 με αυτό και εκείνοι που είναι δικοί Του, ενώ ουσιαστικά ο Ίδιος χαίρεται εν Αυτώ.

Επειδή Εσείς, οι οποίοι είσαστε εν τω Σώματι Αυτού και χαίρεστε με τη
 χαρά του Χριστού, εύκολα θα αναγνωρίσετε τη χαρά με την οποίαν 
χαρήκαμε εκ νέου εγκλωβισμένοι στα δεσμά ένεκεν Αυτού, σε Εσάς 
απευθύνομεν την Δευτέραν κατά σειράν αυτήν Εγκύκλιον επιστολήν,
 γεγραμμένην μέσα εις τας φυλακάς, διά να Σας παρακαλέσωμεν, 
όπως διατηρείτε εις την μνήμην Υμών τα δεσμά ημών και όπως μην
 αισχύνεσθε ένεκεν ημών, διότι και περαιτέρω υπ΄ αυτά παραμένομεν.

Όταν ο θείος Παύλος ζητά από τον Τιμόθεο να μην εντραπεί για το μαρτύριόν 
του (Β΄Τιμοθ. 1,8), δεν το κάνει αυτό για να τον επικρίνει επειδή αισχυνόταν 
αυτός από τα δεσμά του Παύλου, αλλά το έκανε για να τον ενθαρρύνει, έτσι 
ώστε και ο ίδιος να δεχθεί να υποφέρει τα δικά του δεινά, εάν και εφ΄ όσον 
βρεθεί στην ίδια κατάσταση.

Εάν λοιπόν, έως κάποιου σημείου, θα ήταν επιτρεπτό στον Παύλο να έχει 
έστω και την ελάχιστην αμφιβολίαν και υποψίαν έναντι κάποιων οι οποίοι 
ακόμη δεν ήταν σταθεροί εις την πίστην, κι είχαν ανάγκη ακόμη όχι από 
στερεά τροφή αλλά από βρεφικό γάλα (Α΄Κορ. 3,2), δεδομένου του ότι 
στην πρώτη του απολογία στο δικαστήριο κανείς δεν του είχε 
συμπαρασταθεί αλλά όλοι τον είχαν εγκαταλείψει (Β΄Τιμοθ. 4,16), 
και γι΄ αυτό λέει στον Τιμόθεο ότι το Πνεύμα το οποίον ο Θεός μάς 
έδωσε δεν είναι πνεύμα φόβου αλλά πνεύμα δυνάμεως, αγάπης και 
σοφίας (Β΄Τιμοθ. 1,2), εις ημάς δεν είναι επιτρεπτή καμία αμφιβολία 
έναντι Υμών, διότι Εσείς μας υποστηρίξατε και  κατά την πρώτην και κατά 
την δευτέραν, όσο και σε όλες κατά σειράν μέχρι και αυτήν την έκτην 
απολογίαν της πίστεως ημών, ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων της ΠΓΔΜ.  

Ως εκ τούτου, αυτήν την επιστολήν δεν την αναγράφομεν διά να 
ενθαρύνωμεν την ανδρείαν Υμών εν τη πίστη, η οποία αποδείχθηκε 
ημίν μέσω των μαρτυριών Υμών και κατά τας προηγούμενας φοράς, 
καθ΄ ον χρόνον τελούσαμεν υπό κράτησιν, παρά, την αποστέλλομεν 
προς Υμάς, όπως μοιρασθώμεν μεθ΄ Υμών την χαράν με την οποίαν 
ο Κύριος μάς χαροποίησε, χαράν η οποία πηγάζει από τα δεσμά του
 Χριστού, και με την οποίαν χαίρεται καθείς, όστις και ο ίδιος υπομένει
 τοιαύτα με τον έναν ή τον άλλον τρόπον. 

Εκείνοι όμως οι οποίοι θα αγαπήσουν τα δεσμά Αυτού έναντι κάθε είδους
 φυσικής ελευθερίας, θα καταλάβουν και την δική μας χαρά, χαράν με την
 οποίαν χαίρεται η καρδία ημών όταν φέρομεν εις την μνήμην μας Εσάς και 
την μέριμναν Υμών δι΄ ημάς.

Διότι, κανείς άλλος εκτός από εκείνον που επλήγη από την τρελή
 αγάπη του Θεού δεν δύναται να ανακαλύπτει και να αναγνωρίζει 
αυτήν την χαράν, η οποία εκχέεται από τα πάθη, από τη λύπη, τις 
δυσκολίες, τις φυλακίσεις, τις διώξεις ή τις εξορίες.

Εκείνος όμως, που άνοιξε την καρδιά του στο έλεος του Θεού και επέτρεψε 
να τον τραυματίσει αυτή η ανείπωτη αγάπη, όχι μόνον επιτρέπει αυτή να τον 
πληγώνει συχνά, αλλά τις πληγές που δέχεται από αυτήν την αγάπη τις εκτιμά
 περισσότερο απ΄ οτιδήποτε άλλο.

Εκείνοι δε, οι οποίοι γνωρίζουν ότι οι πειρασμοί που υπομένει κανείς ένεκεν
 του Χριστού αυξάνουν το χάρισμα της χαράς, αυτοί ζηλεύουν τα δεσμά με τα
 οποία είμαστε δεμένοι στη φυλακή των Σκοπίων, μάλιστα όχι με αρρωστημένη
 ζήλεια αλλά με συναγωνιστικό καλό ζήλο και αυτός ο ζήλος δεν είναι ίδιος με 
εκείνων που με κάθε τρόπο προσπαθούν να μας αποτρέψουν από τον σκοπόν
 μας, ο οποίος δεν είναι άλλος από την ίδιαν την ενότητα της Εκκλησίας.

Οι μεν πρώτοι, ζηλεύουν άδολα, με ζήλεια που φαίνεται ότι είναι ζήλος προς 
τον Θεόν, οι δε άλλοι, ζηλεύουν ημάς με κακεντρέχεια και απροκάλυπτη 
επιθυμία να κάνουν κακό, υποτιμώντας ακόμη και τα δεινά του Χριστού,
 μόνον και μόνον επειδή σε αυτήν την στιγμή αυτά έγιναν και δικά μας πάθη.

Τι λοιπόν; Ένα είναι το ζητούμενον, λέει ο απόστολος: «πλὴν παντὶ τρόπῳ,
 εἴτε προφάσει, εἴτε ἀληθείᾳ, Χριστὸς καταγγέλλεται» (Φιλ.1,18). 
Όποιος μπορεί να καταλάβει, θα καταλάβει και εκείνο που ακολουθεί:
 «Ἐμοὶ γὰρ τὸ ζῆν Χριστὸς καὶ τὸ ἀποθανεῖν κέρδος» (Φιλ. 1, 21).

Μπορεί να εκληφθεί ο θάνατος ως κέρδος μόνον εάν προηγουμένως 
με χαρά αποδεχθεί κάποιος και τις δυσβάσταχτες ταπεινώσεις, τους 
λοιδωρισμούς, τις βλασφημίες και συκοφαντίες, τους διωγμούς και τις
 φυλακίσεις διά Χριστόν (Α΄Κορ. 4,9-13). Και αυτό, εάν και εφ΄όσον, 
στην αδικία που υπομένει δεν απαντάει εκδικητικά, με οργή, με μίσος,
 πεπεισμένος για της αρετές του. Διότι, κάθε είδος αρετής ξευτίζει όταν
 έρθει σε επαφή με το μίσος.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον ο απόστολος προτρέπει τους Κορινθίους
 στους λοιδωρισμούς να απαντούν με ευλογία, στους διωγμούς με ανοχή και 
στις βλασφημίες με λόγους φιλικούς.

Όπλον στον πνευματικόν αγώνα αποτελεί η αδυναμία του σταυρού· όπλο για
 το οποίο οι περισσότεροι σε αυτόν τον κόσμο δεν πιστεύουν ότι είναι νικηφόρο.
 Στην ουσία όμως, όταν όλα δείχνουν ότι απωλέσαμε όλη μας τη δύναμη, 
τότε είμαστε αληθινά δυνατοί (Β΄Κορ.12,10).

Γι΄ αυτό εμάς, που επιλέξαμε αυτόν τον αγώνα, μας θεωρούν μωρούς,
  όπως ακριβώς συνέβαινε και στα χρόνια των αποστόλων (Α΄Κορ.1,23-24).
 Ποιος, όμως, υπέφερε περισσότερα δεινά από τον ίδιο τον θείον Παύλο;

Φυλακισμένος πολλές φορές, ραβδισμένος με ασύλληπτη αυστηρότητα, πολλάκις 
εν κινδύνοις ακόμη και εις θάνατον. Διήλθε όλων των ειδών τους πειρασμούς, 
εν ξηρά, εν ερήμω, εν θαλάσση (Β΄Κορ.11,23-29).

Όμως δεν προκάλεσαν όλ΄ αυτά, το να χαραχθεί βαθιά μέσα του η πεποίθησις, 
ότι οι δοκιμασίες οδηγούν στην υπομονή, η υπομονή στο δοκιμασμένο χαρακτήρα 
και ο δοκιμασμένος χαρακτήρας στην ελπίδα. Η ελπίδα τελικά δεν απογοητεύει 
(Ρωμ.5,3-5).

Μπορεί, άραγε, να βρεθεί κανείς κακοπροαίρετος που θα πει ότι ο Απόστολος Παύλος 
ήταν μακράν του Θεού και ότι η οργή του Θεού στράφηκε εναντίον του, και ότι γι΄αυτό 
του συνέβησαν όλα τα παραπάνω;

Αντιθέτως, όλα αυτά εκείνος τα υπομένει με χαρά, λόγω ακριβώς της ζωντανής 
και φανερής παρουσίας του Θεού σ’ Αυτόν. «Ἀρκεῖ σοι ἡ χάρις μου», του λέει, 
διότι «ἡ γὰρ δύναμίς μου ἐν ἀσθενείᾳ τελειοῦται» (Β΄Κορ.12,9). Μακάριος ο
 υπομένων τους πειρασμούς με ελπίδα. Διότι, εάν τους υπομείνει με αταλάντευτη 
την πίστη εις τα επαγγελλόμενα, «λήψεται τὸν στέφανον τῆς ζωῆς, ὃν ἐπηγγείλατο 
ὁ Κύριος τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν» (Ιακωβ.1,12).

Κανένας όμως πειρασμός δεν είναι επάνω από τα όρια αντοχής αυτού 
που δοκιμάζεται.

Ο Θεός, που είναι καρδιογνώστης και ετάζων τα βάθη της ανθρώπινης ψυχής, 
που γνωρίζει τις πνευματικές δυνάμεις και ικανότητες του καθενός ξεχωριστά, 
δεν επιτρέπει στους πειρασμούς που αντιμετωπίζουμε να υπερβαίνουν τα όρια 
της ανθεκτικότητος ημών.

Εκείνος που πιστεύει, σε κάθε δοκιμασία που του δίδεται να αντιμετωπίσει,
 ταυτόχρονα λαμβάνει και την δύναμιν να την υπερβεί (Α΄Κορ.10,13). 
Αυτή η υπέρβασις, εντούτοις, δεν είναι πάντοτε ορατή στην αρχή της
 δοκιμασίας.

Είναι κεκρυμμένη μέσα σε ένα πλέγμα υπομονής και ελπίδος, και αποκαλύπτεται 
μόνον όταν φανούμε υπομονετικοί ως προς τα ελπιζόμενα (Ιακωβ.1,4).

Σε κάθε περίπτωση, δεν είναι ο Θεός εκείνος ο Οποίος μας θέτει εις πειρασμόν.

Εις πειρασμόν οδηγούμεθα υπό της προς λάθος κατεύθυνση στραμμένης
 ιδίας επιθυμίας (Ιακωβ.1,13-14).

Αλλά, σε πειρασμούς, και χωρίς την συμμετοχή της θελήσεώς μας, δύνανται
 να μας οδηγήσουν και εκείνοι οι οποίοι μας ζηλεύουν, που μας μισούν 
ή έχουν για σκοπό τους να αφαιρέσουν από εμάς την περιουσία μας.

Κάποιες φορές λοιπόν, χωρίς αυτό να είναι θέλημα Θεού αλλά ούτε 
και εξαιτίας δικής μας υπαιτιότητος, υποφέρουμε διάφορους πειρασμούς· 
σε αυτές τις περιπτώσεις, ο στέφανος που προορίζεται για εμάς θα είναι
 κατά πολύ ενδοξότερος από εκείνον που θα στεφώμασταν, εάν αντέχαμε
 κάποια δοκιμασία στην οποία υποπέσαμε εξαιτίας της εσφαλμένα
 παρασυρόμενης ημών βουλήσεως.

Όταν οι άλλοι μας παρασύρουν στο πειρασμό, τότε αυτό μπορεί να 
ονομαστεί πάθος.

Ο μισθός, δηλαδή, για τα υπομείναντα πάθη τα οποία ανεχθήκαμε 
με ευχαριστία και χωρίς γογγυσμούς, χωρίς να καταβληθούμε από μίσος
 προς εκείνους που μας έσπρωξαν στο ακούσιον πάθος και τα 
ανεπιθύμητα δεινά, θα είναι μεγαλύτερος και από εκείνον που χαρίζεται 
για την ενάρετη και στολισμένη με κάθε αγαθοεργία ζωή κάποιου.

Παράδειγμα όλων αυτών είναι ο μακάριος Ιώβ. Πότε αυτός αποδείχθηκε 
περισσότερο άξιος για το στέφανο; όταν διέπρεψε με έργα αγαθά όπως 
η φιλοξενία, η συμπόνοια, οι ελεημοσύνες, οι φιλανθρωπίες, η δικαιοσύνη,
 η φιλοπονία, η πραότητα, η σοφία, η εγκράτεια και πολλά άλλα; ή μήπως,
 όταν φάνηκε υπομονετικός στα δεινά τα οποία επ΄ ουδενί δεν άξιζε, 
δεχόμενος επιθέσεις από διαβολική ζήλεια και μὀνον;

Οπωσδήπωτε, οι αγαθοεργίες του Ιώβ είναι αναμφισβήτητες και υπέρ 
αρκετές για την απόκτηση του στεφάνου, όμως η υπομονή των αδίκως 
προκληθέντων αυτώ παθημάτων αναδεικνύει τον Ιώβ ακόμη πιο άξιο.

Η υπομονή των παθών αποτελεί το δυσκολότερο μέρος του αγώνος μας,
  κατά το οποίον για τη νίκη, πέραν της μεγάλης επιμονής και καρτερίας,
 είναι απαραίτητη και η ανυπολόγιστη αγάπη προς τον Θεόν.

Όταν υποφέρουμε αδίκως και ένεκεν της αγάπης του Χριστού, στην
 ουσία γινόμαστε συμμέτοχοι των αδίκων Αυτού παθών, αλλά 
συνάμα και Εκείνος γίνεται μέτοχος του δικού μας πόνου.

Τοιαύτη ακριβώς συσσωμάτωση μετά του Χριστού είναι που μας δίδει και
 την μεγαλύτερη παρηγορίαν στα πάθη μας.

Η ζωή μας είναι κεκρυμμένη στην ζωή του Χριστού και ημείς ήδη έχουμε 
αποθάνει εν Χριστώ (Κολ.3,3), όπως και ο Ίδιος έχει αποθάνει για εμάς εφάπαξ.

Εντούτοις, όταν οι πολιτικές αρχές στην πατρίδα μας συνειδητοποίησαν ότι για 
εκείνον που έχει αποθάνει εν Χριστώ και εκ νέου έχει γεννηθεί ως αιχμάλωτος
 της αγάπης Αυτού, η κάθειρξη σε φυλακές δεν μπορεί να προξενήσει ούτε πόνο 
ούτε πληγές, αποφάσισαν να επιτεθούν στους πιο αγαπημένους, στους
 αξιοσέβαστους Επισκόπους και τους ευλαβεστάτους ιερείς, στους μοναχούς 
και τις μοναχές, χωρίς να εξαιρέσουν ούτε το λογικόν ποίμνιον, μεταξύ αυτού 
και ανήμπορους ηλικιωμένους ανθρώπους.

Τους σέρνουν σε δικαστικές αγωγές με κατηγορίες εναντίων των, προκειμένου
 να τους καταστήσουν συμμέτοχους κακών για τα οποία πρώτον ημάς, ψευδώς
 και χωρίς καμία τύψη συνειδήσεως κατηγόρησαν και επιβάρυναν.

Τοιουτοτρόπως, εξισώθησαν με εκείνους τους διώκτες της Εκκλησίας των 
πρώτων αιώνων, γενόμενοι και οι αυτοί διώκτες του Ιδίου του Χριστού, διότι
 εκείνος που καταδιώκει τα μέλη του Σώματος Αυτού, που δεν είναι άλλο από
 την Εκκλησίαν Του, διώκει Αυτόν τον Ίδιον τον Κύριον ημών, ο Οποίος κατοικεί 
μέσα εις τον καθένα από εμάς ξεχωριστά και μέσα σε όλους εμάς μαζί.

Εάν τα δεσμά της φυλακής δεν μας έχουν καταβάλει με την βαρύτητά τους,
 ο πόνος για τα δεινά στα οποία υποβλήθηκαν οι αδελφοί ημών αρχιερείς,
 οι κληρικοί, οι μοναχοί και ο πιστός καθ΄ ημάς λαός του Θεού, μας έχουν 
κόψει σαν το πιο κοφτερό δρεπάνι και έχουν ενχύσει εις τα σπλάχνα 
ημών πικρόν ποτήριον όξους και χολής.

Ασυγκρίτως οδυνηρότερη είναι η πληγή που προκλήθηκε εις ημάς από τα δεινά 
αυτών που αγαπούμε, από την πληγή για τα δικά μας πάθη. Διότι, όντως, 
σε εκείνον που είναι εν Χριστώ νεκρός, η αγάπη ακριβώς προς τα αγαπημένα
 του πρόσωπα δεν του επιτρέπει αληθώς και καθ΄ ολοκληρίαν να αποθάνει.

Ο αγαπών, θέτει εαυτόν εις διάθεσιν εκείνου που αγαπάει, καρτερώντας την
 στιγμή που, αν χρειαστεί, και θα αποθάνει χάριν αυτού.

Έτσι μας δίδαξε ο Σωτήρ ημών, όταν μας είπε, ότι μείζον αυτού δεν υφίσταται,
 από το να δίδουμε την ίδια μας τη ζωή για εκείνους που αγαπούμε (Ιωαν.15,13).

Μας είπε όμως και το εξής: «Μὴ φοβηθῆτε ἀπὸ τῶν ἀποκτεννόντων τὸ
 σῶμα, τὴν δὲ ψυχὴν μὴ δυναμένων ἀποκτεῖναι» (Ματθ.10,28).

Δεν δύνανται οι διώκτες ημών να βλάψουν τις ψυχές μας, αν και ήδη έχουν 
καταφέρει να βλάψουν την σωματική υγεία κάποιων από εμάς.

Δεν κατάφεραν όμως, με τη δύναμη της εξουσίας, να μας ταλαντεύσουν εις την 
πίστην προς Εκείνον που προσδωκούμε να έλθει για να μας ενδύσει το νέο σώμα,
 αυτό που είναι αντάξιο των ανεκτίμητων ψυχών μας, με τις οποίες μας προίκησε
 ο Κύριος.

Και όταν είναι ο Θεός μεθ΄ ημών, τις δύναται εναντίον ημών; Δεν εφείσθη, 
όμως, ο Θεός, ούτε του μονογενούς Αυτού Υιού, μας θυμίζει ο ιερώτατος 
Παύλος, και παρέδωκεν Αυτόν θανάτω δι΄ ημάς.

Συνεπώς, αδελφοί μου, εάν δι΄ ημάς παραδίδει τον Υιόν Του τον αγαπητόν εις
 το πάθος, αυτό σημαίνει ότι δεν θα παραμείνει αδιάφορος και αδρανής ούτε όταν
 κάποιος αποπειραθεί να αγγίξει όχι μόνον το σώμα μας, αλλά και την ψυχή μας.

Έχουν την δύναμιν οι διώκτες ημών ψευδώς να μας ενοχοποιήσουν και με τον πιο
 απρεπή τρόπο να μας συκοφαντήσουν, μπορούν να μας δικάσουν και να μας
 καταδικάσουν, μπορούν να μας φυλακίσουν και διώξουν, μπορούν με τη δύναμη 
του  εξαναγκασμού σε κάτι στο οποίο μπορεί να καταφεύγει κάθε ανεύθυνη γήινη
 εξουσία, να πολλαπλασιάσουν τα σωματικά μας βάσανα έως τα όρια της
 ανθεκτικότητός μας.

Μπορούν, όμως, έτσι άραγε, να μας χωρίσουν από την αγάπη του Χριστού; 
Δύνανται, μήπως, τα δεινά, οι απειλές, οι διώξεις, η πείνα, η γύμνια, οι κίνδυνοι, 
ή ακόμη και αυτός ο μαρτυρικός θάνατος, να μας χωρίσουν από τον Χριστό;
 - ρωτάει ο απόστολος Παύλος τους Ρωμαίους.

Και απαντάει έτσι όπως θα απαντούσε κάθε ένας από εμάς, τους χτυπημένους
 και σκλαβωμένους από την τρελή αγάπη του Θεού 
«πέπεισμαι γὰρ ὅτι οὔτε θάνατος οὔτε ζωὴ οὔτε ἄγγελοι οὔτε ἀρχαὶ οὔτε δυνάμεις
 οὔτε ἐνεστῶτα οὔτε μέλλοντα οὔτε ὕψωμα οὔτε βάθος οὔτε τις κτίσις ἑτέρα δυνήσεται 
ἡμᾶς χωρίσαι ἀπὸ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ τῆς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν» 
(Ρωμ.8,38-39).

Γι΄ αυτό, μην ανησυχείτε υπέρ του δέοντος, αδελφοί, ούτε για τα δικά μας 
δεσμά ούτε για τους διωγμούς εναντίον μας, των οποίων το τέλος δεν λέει 
να φανεί στον ορίζοντα.

Γιατί δεν έχουμε εδώ μόνιμη πολιτεία αλλά λαχταρούμε την μελλοντική (Εβρ. 13,14).
 Ας μην Σας ανησυχούν ούτε οι ψευδείς κατηγορίες με τις οποίες κάποιους από Εσάς
 σας αντιμετωπίζουν σαν συμμέτοχους στις συκοφαντίες εναντίον ημών, θέλοντας
 έτσι να εντροπιάσουν την αφοσίωσήν μας στον Θεό και την Εκκλησία.

Ο Κύριος μάς διδάσκει να μην μεριμνούμεν για το τι θα απολογηθούμε όταν μας
 παραδώσουν στα δικαστήρια.

Αυτός θα μας φωτίσει εκείνη την ώρα τι να είπωμεν, διότι δεν θα είμαστε εμείς 
εκείνοι που θα μιλούμε ενώπιον των δικαστών, αλλά το Πνεύμα του Πατρός ημών 
το λαλούν εν ημίν (Ματθ. 10,19-20).

Για εμάς που είμαστε στην Εκκλησία και προικιστήκαμε από το Θεό με
 όλα τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος, επειδή η συμμετοχή έστω και 
σε ένα μέρος και μόνον του πιο μικρού χαρίσματος είναι αρκετό να μας
 καταστήσει κοινωνούς των μεγαλυτέρων δωρεών του Θεού, 
είναι χαρακτηριστικό να λέμε μόνον την αλήθεια, διότι αυτή για
 εμάς σημαίνει την ίδια τη ζωή.

Εντούτοις, δεχτείτε σαν κάποια εκ των προτέρων γνώση, και την καθόλου μικρή
 δική μας εμπειρία από τα δικαστήρια της πατρίδος μας και τις εναντίον ημών άδικες
 και παράνομες αποφάσεις τους.

Όταν οι δικαστικές αποφάσεις είναι υπό επιρροή από τις πολιτικές 
καταστάσεις, όπως άλλωστε συμβαίνει με όλες τις σχετικές με 
την Ορθόδοξο Αρχιεπισκοπή Αχρίδος δικαστικές διαδικασίες τα τελευταία
 δέκα χρόνια, τότε η δικαιοσύνη στερείται της αισθήσεως του δικαίου και 
η αλήθεια ουσιαστικά παραγνωρίζεται.

Και παρ΄ όλο που έχουν θεσμοθετηθεί για να κρίνουν με βάση το δίκαιο και την 
αλήθεια, τα δικαστήρια που κρίνουν εμάς, είναι σαν να έθεσαν για σκοπό τους 
να κάνουν ακριβώς το αντίθετο.

Ως εκ τούτου, είναι δυνατόν να μας δημιουργηθεί η εντύπωσις, ότι από μια 
τέτοια εν γένει κατάσταση δεν διαφαίνεται καμία διέξοδος.

Αλλ΄ όμως, δεν υπάρχει χώρος για απογοήτευση. 
Εμείς είμεθα πήλινα δοχεία αδύναμοι, ευθραύστοι, 
φτωχοί για κάποιους ίσως μηδαμινοί και ανάξιοι.
Για το Θεό, όμως, έχουμε ανεκτίμητη αξία (Β’Κορ. 4, 7-8).

Ας επιρρίψομεν επ΄ Αυτόν πάσαν τήν μέριμναν ημών, διότι Αυτός νοιάζεται 
και ενδιαφέρεται δι΄ ημάς (Α΄Πετρ. 5, 7).

Όσο περισσότερο συμμετέχουμε εις τα πάθη του Χριστού, τόσο περισσότερο 
έχουμε τη δική Του στήριξη. Ακόμα και τότε όταν περνάμε μέσα από λύπες
 εξαιτίας αναξιοπαθούντων δεινών που μας βρίσκουν στη ζωή, αυτό συμβαίνε
ι ένεκεν της υποστηρίξεως και της σωτηρίας μας.

Κι όταν ο Θεός στηρίζει κάποιον που πάσχει, δι΄ αυτού στηρίζει 
και εκείνους που μέσω των δεσμών της αγάπης συμμετέχουν στα δεινά 
του αναξιοπαθούντος.

Όπως οι Κορίνθιοι, μέσω των δεσμών της αγάπης, συνέπασχον με τον
 απόστολο Παύλο, και ως εκ τούτου, εύλογα Εκείνος ανέμενε να βοηθηθούν
 αυτοί από τον Θεόν (Β΄Κορ. 1,3-11), ούτως και ημείς ικετεύομεν τον Κύριον 
και αναμένομεν να Σας αναζωπυρώσει την πίστη εις την επαγγελία Αυτού, 
να Σας κραταιώνει και να Σας παρηγορεί στον αγώνα με τις δοκιμασίες στις οποίες 
Σας έσπρωξε η κακία των σχισματικών και να Σας ρυσθεί οριστικώς από αυτά 
που θα μπορούσαν να υπερβούν τις δυνάμεις Σας εις το να αντέξετε και να νικήσετε.

Αλλά σε εκείνους που γεύτηκαν τον πόνο που προκαλούν τα βάσανα στα οποία 
τους έριξε ο φθόνος των εχθρών τους, δεν χρειάζονται περαιτέρω εξηγήσεις γιατί 
είναι  «ἀγαθὸν πεποιθέναι ἐπὶ Κύριον ἢ πεποιθέναι ἐπ᾿ ἄνθρωπον» (Ψαλ. 117,8),
 όπως είναι καλύτερο και το να αναζητούμε καταφύγιο στο Θεό παρά να ελπίζουμε
 μόνον στους ανθρώπους και στους κοσμοκράτορες του αιώνος
 τούτου (Ψαλ. 117,8-9).

Η ωμότητα και η αναισθησία των ανθρώπων μπορούν συχνά να είναι 
χειρότερες και από εκείνη την κακία του διαβόλου, και γι΄ αυτό ο θεόπνευστος 
Δαυίδ επιλέγει ως καλύτερο το να πέσει κανείς στα χέρια του Θεού, ακόμη 
κι αν πρόκειται για θεία τιμωρία, παρά να πέσει στα χέρια ανθρώπων και
 να γίνει έρμαιο της εκδίκησής τους (Β΄Σαμ. 24,12).

Οι υποσχέσεις που δίνει ο άνθρωπος είναι άστατες και συχνά εξαρτώνται από το 
ατομικό συμφέρον.

Οι υποσχέσεις που επαγγέλλεται ο Θεός εκπληρώνονται σίγουρα, κάθε μια στην 
ώρα της, όταν ο Κύριος αποφασίσει ότι είναι το πιο ωφέλιμο.

Εκείνο που ο Θεός υπόσχεται το σφραγίζει και το υπογράφει με το αίμα που
 έχυσε στο σταυρό. Γι΄ αυτό, όταν μας έρχεται να αναστενάξουμε βαθιά, 
θλιμμένοι από το βάρος των δυσκολιών, αισθανόμενοι ότι δεν έχουμε 
κανένα άλλο στήριγμα παρά μόνον τον Θεό, αναστενάζουμε αλλά χωρίς
 να απελπιζόμαστε, διότι «τί γάρ μοι ὑπάρχει ἐν τῷ οὐρανῷ, καὶ παρὰ 
σοῦ τί ἠθέλησα ἐπὶ τῆς γῆς;» (Ψαλ. 72,25).

Ο Θεός ημών, εντούτοις, θα εισακούσει και θα παρηγορήσει σίγουρα ημάς, 
ιδιαιτέρως δε, εφόσον καταφέραμε να εφαρμόσουμε εκείνο το τελειώτερο το
 οποίο εντέλλεται ημίν, να αγαπούμε τους εχθρούς μας (Ματθ. 5,44).

Να προσεύχεσθε για το καλό των διωκτών Υμών, να ζητάτε την ευλογία
 του Θεού γι΄ αυτούς, και όχι να τους  καταριέστε (Ρωμ. 12,14).

Ω, ποία μεγαλειότις, ω, ποία τελειότις! Το να σεβόμαστε τις αρχές του κράτους
 φαίνεται κάπως φυσικό ύστερα από αυτό που λέει ο απόστολος των εθνών στους
 Ρωμαίους, (Ρωμ. 13,1-7), ακόμη και το να προσευχόμαστε για τους έχοντας
 την εξουσία (Α΄Τιμ. 2,2), αλλά το να προσευχόμαστε για τους εχθρούς, 
συμπεριλαμβανομένων και εκείνων των αρχόντων που είναι εχθρικά διακείμενοι
 προς την Εκκλησία, ε, αυτό πια, είναι παράδοξο!

Παρ΄ όλα αυτά, δεν είναι άραγε γεμάτη η Εκκλησία μας από διαφόρων ειδών 
παράδοξα; Δεν είναι ακατανόητα παράδοξον η ενσάρκωση της υποστάσεως 
του Υιού του Θεού; Δεν είναι παράδοξον η άσπορος σύλληψις του Χριστού
 και η υπέρ φύσιν γέννησίς Του από Παρθένο;

Δεν είναι άραγε παράδοξον το ότι τρώγοντας ψωμί και πίνοντας κρασί γινόμαστε
 μέλη του Σώματος του Χριστού και με αυτό και μέτοχοι της εν Θεώ ζωής;

Οπότε, το να αγαπάει κάποιος τους εχθρούς του, και να ζητάει το έλεος
 του Θεού γι΄ αυτούς είναι όντως παράδοξον.
Όμως, ακριβώς αυτή η παραδοξότητα είναι που μας κάνει να ομοιάζουμε 
με τον Ίδιον τον Θεόν. Η κρίσις και η εκδίκησις είναι του Θεού.

Εκείνος είπε ότι σε Αυτόν ανήκουν η εκδίκησις και η ανταπόδωσις. 
Ο Κύριος θα δικαιώσει τον αδικημένον (Δευτ. 32,35-36) και είναι φοβερό 
να πέσει κανείς στα χέρια του αληθινού Θεού (Εβρ. 10, 31).

Αυτός δεν τιμωρεί πάντοτε τους αδίκους· αλλά ακόμη, κι όταν τους 
τιμωρεί δεν το κάνει πάντοτε με ορατό τον τρόπο. 
Διότι, εάν τιμωρούσε όλους τους ενόχους κατά τάξην, και εάν το έκανε
 αυτό με ορατό τρόπο, τί θα απέμενε να συντελεστεί για 
την τελευταία Κρίση;

Σε τούτον τον κόσμο, αγαπημένοι μας αδελφοί, υποφέρουν και οι καλοί και
 οι κακοί. Αλλά, αν και τα παθήματα είναι ίδια, και για αυτούς που κατά κάποιο
 τρόπο τα αξίζουν και για εκείνους που δεν έχουν καμία υπαιτιότητα, εντούτοις,
 η διάκρισις μεταξύ των μεν και των δε, δεν εξαφανίζεται, λέει ο ιερός Αυγουστίνος.

Υπάρχει διαφορά μεταξύ αυτών που υποφέρουν, ακόμη κι αν ο τρόπος που
 υποφέρουν τα δεινά είναι όμοιος, έστω και ο πόνος ακόμη να είναι ίδιος,
 όμως ούτε η καταδίκη, αλλά ούτε η βοήθεια που είναι του Θεού είναι ίδιες.

Όπως ακριβώς μέσα στην ίδια φωτιά ο χρυσός αστράφτει ενώ τα άχυρα
 καίγονται, ή όπως κάτω από το ίδιο αλώνι, τα στάχια κόβονται ενώ το
 σιτάρι αλωνίζεται, έτσι και όταν η ίδια δύναμη χτυπάει, τους μεν καλούς 
τους δοκιμάζει, τους καθαρίζει, τους διορθώνει, τους δε κακούς τους τιμωρεί,
 τους συντρίβει και τους διαλύει.

Έτσι, κατά τον ίδιο πειρασμό, οι κακοί καταρώνται και βλασφημούν τον Θεό 
ενώ οι καλοί προσεύχονται και Τον δοξολογούν. Δεν είναι, λοιπόν, πρωτίστως 
σημαντικό το ποια και πόσα είναι τα βάσανα, αλλά το ποιος και πώς τα υπομένει.

Εν τέλει, δεν είναι, άραγε, περισσότερο μακάριοι εκείνοι ακριβώς οι
 ονειδιζόμενοι, οι δεδιωγμένοι και υβριζόμενοι με ψευδείς και πονηρές 
κατηγορίες ένεκεν του Χριστού (Ματθ. 5,11); 
Το αποκορύφωμα όλων των μακαρισμών δεν είναι στην πραότητα, 
ούτε στην καθαρότητα της καρδίας, ούτε ακόμη, στην ειρήνη της ψυχής 
και στην μετάδοση αυτής, ούτε καν, στην δικαιοσύνη.

Το αποκορύφωμα είναι στο χάρισμα του να υπομένει κάποιος την αδικία, 
τους ονειδισμούς, τους διωγμούς και τις συκοφαντίες χάριν της ζωής εν Χριστώ.

Κι όταν ο άνθρωπος αγγίξει αυτήν την κορυφή τότε η χαρά μόνη της τον 
επισκέπτεται, μη ερχόμενη αυτή κατ΄ αναλογίαν με τα έργα, ούτε πάλι ως 
αμοιβή για τους μεγάλους άθλους και τις αρνήσεις, αλλ΄ όπως είπαμε στην
 αρχή, έρχεται ως χάρις, ως υπέροχο και τέλειο δώρο του ελέους του Θεού.

Αυτή η εγκύκλιος επιστολή, αγαπημένοι μας εν Χριστώ αδελφοί και αδελφές,
 είναι γραμμένη στο κελί των προφυλακισμένων των φυλακών των Σκοπίων
 όπου είμεθα εγκλεισμένοι ήδη εδώ και δέκα μήνες.

Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες κρατούμεθα είναι ωμές και απάνθρωπες.

Κατά τους θερινούς μήνες, σχεδόν καθ΄ όλη τη διάρκεια της ημέρας δεν είχαμε 
νερό, με λίγη τροφή και κανενός είδους ιατρική παρακολούθηση.

Κλειδωμένοι για 23 ώρες και με μία μόνον ώρα παραμονής στον
 καθαρό αέρα την ημέρα. Κάθε τι που λαμβάνουμε περνάει από 
ενδελεχή έλεγχο και για οτιδήποτε είναι γραμμένο σε ξένη γλώσσα 
περιμένουμε μήνες την άδεια από το δικαστήριο για να μας παραδοθεί.

Παρ΄ όλα αυτά, ο άνθρωπος είναι εικόνα του Θεού και διαθέτει χαρίσματα 
ώστε να μπορεί να προσαρμόζεται στις εξωτερικές συνθήκες, και έτσι, 
κάθε προφυλακισμένος, αργά ή γρήγορα, αποδέχεται την ωμά διαγραφόμενη 
πραγματικότητα και ζει σ΄ αυτήν και μαζί μ΄ αυτήν.

Οι περισσότεροι από τους προφυλακισμένους δεν έχουν  καταδικαστεί,
 αυτοί ή περιμένουν την ημέρα της δίκης τους ή την απόφαση της καταδίκης τους.
 Αυτή ακριβώς η αβεβαιότητα είναι το πιο δύσκολο πράγμα στην προφυλάκιση.

Ο άνθρωπος μπορεί να συνηθίσει τον αποπνικτικά μικρό χώρο του
 κελίου των ελάχιστων τετραγωνικών μέτρων να τον μοιράζει και με 
άλλους συγκρατούμενους του, μπορεί να προσαρμοστεί και σε μια ζωή 
μέσα σε τέσσερις υγρούς και μουχλιασμένους τοίχους, ακόμη και 
η έλλειψη τροφής και ιατροφαρμακευτικής περιθάλψεως δεν μπορούν
 να τον πτοήσουν τόσο, όσο έχει τη δύναμη αυτό να το κάνει και να τον 
πτοήσει η αναμονή της εκδικάσεως της υποθέσεώς του και 
η δικαστική απόφασις.

Η κατάστασις των προφυλακισμένων ίσως μπορεί να συγκριθεί με αυτήν των
 εγκληματιών που μετά τον θάνατό τους αναμένουν την προσωρινή τους καταδίκη. 
Αυτοί, αργότερα, ύστερα από την τελική κρίση, θα εκτίσουν την ποινή τους, 
αλλά η ίδια η αναμονή της ποινής είναι ήδη ποινή.

Εάν θα μπορέσουμε να ισχυριστούμε για τους εγκληματίες, ότι και πριν από την 
δίκαια απόφαση για την κόλαση ήδη την περιμένουν αυτή σε ένα είδος κολάσεως,
 τότε για τους προφυλακισμένους μπορούμε να πούμε, ότι τελούν υπό δεσμά, 
συχνά πιο βαριά από εκείνα που θα αντιμετωπίσουν ύστερα από την εκδίκαση 
και την απόφαση.

Ύστερα από όλα αυτά, θα θέλαμε μόνον να Σας παρακαλέσουμε έτσι όπως 
ο Απόστολος Παύλος παρακαλεί τους φωτισμένους «μιμνήσκεσθε τῶν δεσμίων
 ὡς συνδεδεμένοι, τῶν κακοχουμένων ὡς καὶ αὐτοὶ ὄντες ἐν σώματι» (Εβρ. 13, 3).

Ενθυμήσθε ημάς αλλά μην μεριμνάτε υπέρ του δέοντος περί ημών.

Τα άδικα δεσμά ελευθέρωσαν πολλούς από τις αμαρτίες τους, τις εκούσιες 
και τις ακούσιες. Έτσι και τα δικά μας αυτά δεσμά και δεινά, 
εάν τα υπομένουμε εξ αιτίας κάποιας αμαρτίας με την οποίαν 
κάποιον αδικήσαμε ή βλάψαμε, είναι δίκαια.

Εάν πάλι, δεν υποφέρουμε εξ αιτίας κάποιων δικών μας αμαρτιών, τότε αυτοί οι 
πόνοι και τα βάσανα που υπομένουμε θα συντελέσουν μόνον εις το εκτυπώτερον 
μετασχείν του Χριστού και Υμών.

Τα από αδικία πάθη, εν Χριστώ αγαπημένοι αδελφοί, είναι ο συντομότερος
 δρόμος προς τα βάθη της θεογνωσίας.

Οπωσδήποτε, όταν τα πάθη αυτά γίνουν αποδεκτά εκουσίως, χωρίς 
εναντιόσεις και αντιρρήσεις και όταν υποστούν με χαρά. Με τα παθήματα 
και τις συμφορές που μας βρίσκουν, ιδιαιτέρως δε, εάν αυτά είναι 
αναξιοπαθούντα βάσανα, ανακαλύπτουμε και αληθινά επιβεβαιώνουμε
 το κατά πόσον είμεθα πλησίον του Θεού, ή καλύτερα, το πόσον 
Αυτός μας πλησίασε.

Ημείς πλησιάζουμε Αυτού, όταν με τα παθήματα μας συμμετέχουμε 
στη δική Του θυσία για τη ζωή του κόσμου. Μόνον η δική μας θυσία 
δεν είναι αρκετή για την συμφιλίωσή μας με το Θεό. 
Γι΄ αυτό και ήταν απαραίτητη η θυσία του Χριστού.

Όμως, η θυσία που εμείς προσφέρουμε, κάποτε μπορεί να μας συμφιλιώσει
 μεταξύ μας.

Εάν αυτή η δική μας ελάχιστη θυσία, την οποίαν εκουσίως και εθελουσίως
 προσφέρομεν εις τον Θεόν, συντελέσει εις το να επέλθει πλήρης συμφιλίωσις
 μετά των σχισματικών και εις την υπέρβασιν του υπάρχοντος σχίσματος,
 τότε όλα όσα υπομένουμε τα δέκα τελευταία χρόνια, μεταξύ των άλλων μερικές
 διώξεις, εξορίες και μεγάλο αριθμό φυλακίσεων, ας είναι από εμάς μόνον ένα
 μικρό λιθαράκι προς εκείνο το οποίον είναι το πιο πολύτιμο για την Εκκλησίαν,
 και αυτό είναι  η Ενότητά Της.

Έτι ευχόμεθα, προς τον Θεόν και Πατέρα, να Σας ενισχύει και να 
Σας στερεώνει στην ενότητα μετά του αγαπημένου Αυτού Υιού, ώστε
 συναζόμενοι εν ενί Σώματι συνεργεία του Αγίου Πνεύματος, από κοινού 
να δοξάζομεν τον εν Τριάδι Θεόν, αναμένοντας την παρουσία του 
Χριστού, διότι εν Αυτώ απεθάνομεν, και η ζωή ημών κέκρυπται σύν
 τω Χριστώ εν τω Θεώ. Και όταν ο Χριστός φανερωθεί, η ζωή ημών, 
τότε και ημείς συν Αυτώ θα φανερωθούμε δοξασμένοι 
στην παρουσία Του (Κολ. 3, 3-4).

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...