Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Παρασκευή, Ιανουαρίου 18, 2013

- Καὶ τί λέτε, Γέροντα, γιὰ ὅλους αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους στὴν προσευχή σας;




Φωτογραφία: Ἐγὼ κι ἐσὺ εἴμαστε ἕνα {Γέροντος Πορφυρίου}

Συχνὰ οἱ προσκυνητὲς ζητοῦσαν ἀπὸ τὸν Γέροντα νὰ προσευχηθεῖ γιὰ ἐκείνους καὶ γιὰ ἀγαπημένα τους πρόσωπα καὶ πάντοτε ὁ Γέροντας ὑποσχόταν πὼς θὰ τὸ πράξει. Μοῦ γεννήθηκε ἡ ἀπορία: Πῶς μπορεῖ ὁ Γέροντας νὰ θυμᾶται ἑκατοντάδες ὀνόματα; Μιὰ μέρα ποὺ μιλούσαμε γιὰ τὴν προσευχή, στρέφεται ξαφνικὰ καὶ μοῦ λέει:
 
- Θὰ μὲ ρωτήσεις ἴσως, πῶς θυμᾶμαι στὴν προσευχή μου τόσα ὀνόματα. Ἐγὼ εἶμαι ἄνθρωπος ἁμαρτωλὸς καὶ ἀδύνατος. Λέω, Κύριε, ἐλέησον τὸν Γιῶργο, τὸ Νίκο, τὴ Μαρία, τὴν Κατερίνα – ὅσα ὀνόματα θυμᾶμαι – καὶ ὅλους ὅσους μοῦ παρήγγειλαν νὰ προσεύχομαι γι’ αὐτοὺς καὶ ξέχασα τὰ ὀνόματά τους. Κι ὁ Θεός, ἐπειδὴ δὲν εἶναι πατὴρ Πορφύριος νὰ ξεχνᾶ, ἀλλὰ θυμᾶται ὅλα τὰ ὀνόματα, ἀμέσως ἔρχεται καὶ ἐλεεῖ ὅλους.
 
Θαύμασα τὴ θεία φώτισή του καὶ ρώτησα:
 
- Καὶ τί λέτε, Γέροντα, γιὰ ὅλους αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους στὴν προσευχή σας;
 
Κι ὁ Γέροντας, μὲ τὸν πιὸ φυσικὸ τρόπο, μοῦ ἀπάντησε:
 
- Ἔ, νά! Λέω πρῶτα, Κύριε, Ἰησοῦ, Χριστέ, ἐλέησόν με.
 
- Ἐλέησόν με, λέτε; Μὰ αὐτοὶ σᾶς ζήτησαν νὰ προσευχηθεῖτε γιὰ κείνους, ὄχι γιὰ τὸν ἑαυτό σας, ἀντέτεινα μὲ ἀπορία.
 
Κι ὁ Γέροντας, γιὰ ἄλλη μιὰ φοά, μὲ κατέλαβε ἐξ ἀπροόπτου, λέγοντας:
 
- Καλά, ἐσὺ δὲν ξέρεις ὅτι, ἂν ὁ Θεὸς δὲν ἐλεήσει ἐμένα, δὲν ἐλεεῖ οὔτε ἐσένα; Δὲν ξέρεις ὅτι ἐσὺ καὶ ἐγὼ εἴμαστε ἕνα;
 
Ἁπλά λόγια, ἀλλὰ μὲ πολὺ, πάρα πολὺ μεγάλο βάθος. Τόσο βάθος, ὥστε ὁ Γέροντας σὲ ἄλλη συζήτηση νὰ πεῖ, ὅτι σ’ αὐτὸ τὸ αἴσθημα τῆς ἑνότητός μας μὲ τὸν ἄλλον κρύβεται τὸ μυστικὸ τῆς πνευματικῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς.
 
Ἀργότερα, διαβάζοντας φιλοπατερικὰ βιβλία, ἔβλεπα ἐκεῖ, ὅτι δὲν ὑπάρχει μεγαλύτερη ἐλεημοσύνη πρὸς τοὺς ἄλλους ἀπὸ τὸν προσωπικό μας ἁγιασμό. Θυμήθηκα τὰ λόγια τοῦ π. Πορφυρίου, ὅταν διάβαζα τὴ βιογραφία τοῦ Ἁγίου Σεραφεὶμ τοῦ Σάρωφ, ποὺ ἔλεγε: “Ἀπόκτησε τὴν εἰρήνη τοῦ Θεοῦ μέσα σου καὶ χιλιάδες ἄνθρωποι θὰ σωθοῦν γύρω σου”. Καὶ μήπως αὐτὸ δὲν συνέβαινε στὸν π. Πορφύριο; Ὅσο γιὰ ἐκεῖνο τὸ ἐκπληκτικὸ “ἐγὼ κι ἐσὺ εἴμαστε ἕνα”, πιστεύω ὅτι ἰσχύει, δυνάμει καὶ ἐνεργείᾳ, γιὰ τὸν Γέροντα, ὁ ὁποῖος μὲ τὴ ζωή του πραγματοποίησε τὴν ἀρχιερατικὴ προσευχὴ τοῦ Κυρίου “ἵνα πάντες ἓν ὦσι”.
 
 
 
(Ἀνθολόγιο Συμβουλῶν Γέροντος Πορφυρίου, σελ. 360-361)Ἐγὼ κι ἐσὺ 
εἴμαστε ἕνα
 {Γέροντος 
Πορφυρίου}

Συχνὰ οἱ προσκυνητὲς 
ζητοῦσαν ἀπὸ 
τὸν Γέροντα νὰ
 προσευχηθεῖ 
γιὰ ἐκείνους 
καὶ γιὰ ἀγαπημένα
 τους πρόσωπα
 καὶ πάντοτε ὁ Γέροντας 
ὑποσχόταν πὼς θὰ 
τὸ πράξει. 
Μοῦ γεννήθηκε ἡ ἀπορία:
 Πῶς μπορεῖ ὁ Γέροντας
 νὰ θυμᾶται ἑκατοντάδες 
ὀνόματα;
 Μιὰ μέρα ποὺ μιλούσαμε 
γιὰ τὴν προσευχή, στρέφεται ξαφνικὰ καὶ μοῦ λέει:

- Θὰ μὲ ρωτήσεις ἴσως, πῶς θυμᾶμαι στὴν προσευχή μου τόσα ὀνόματα. 
Ἐγὼ εἶμαι ἄνθρωπος ἁμαρτωλὸς καὶ ἀδύνατος. Λέω, Κύριε, ἐλέησον τὸν 
Γιῶργο, τὸ Νίκο, τὴ Μαρία, τὴν Κατερίνα – ὅσα ὀνόματα θυμᾶμαι –
 καὶ ὅλους ὅσους μοῦ παρήγγειλαν νὰ προσεύχομαι γι’ αὐτοὺς
 καὶ ξέχασα τὰ ὀνόματά τους. Κι ὁ Θεός, ἐπειδὴ δὲν εἶναι 
πατὴρ Πορφύριος νὰ ξεχνᾶ, ἀλλὰ θυμᾶται ὅλα τὰ ὀνόματα, ἀμέσως 
ἔρχεται καὶ ἐλεεῖ ὅλους.

Θαύμασα τὴ θεία φώτισή του καὶ ρώτησα:

- Καὶ τί λέτε, Γέροντα, γιὰ ὅλους αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους στὴν προσευχή σας;

Κι ὁ Γέροντας, μὲ τὸν πιὸ φυσικὸ τρόπο, μοῦ ἀπάντησε:

- Ἔ, νά! Λέω πρῶτα, Κύριε, Ἰησοῦ, Χριστέ, ἐλέησόν με.

- Ἐλέησόν με, λέτε; Μὰ αὐτοὶ σᾶς ζήτησαν νὰ προσευχηθεῖτε
 γιὰ κείνους, ὄχι γιὰ τὸν ἑαυτό σας, ἀντέτεινα μὲ ἀπορία.

Κι ὁ Γέροντας, γιὰ ἄλλη μιὰ φοά, μὲ κατέλαβε ἐξ ἀπροόπτου,
 λέγοντας:

- Καλά, ἐσὺ δὲν ξέρεις ὅτι, ἂν ὁ Θεὸς δὲν ἐλεήσει ἐμένα, 
δὲν ἐλεεῖ οὔτε ἐσένα; Δὲν ξέρεις ὅτι ἐσὺ καὶ ἐγὼ εἴμαστε ἕνα;

Ἁπλά λόγια, ἀλλὰ μὲ πολὺ, πάρα πολὺ μεγάλο βάθος. 
Τόσο βάθος, ὥστε ὁ Γέροντας σὲ ἄλλη συζήτηση νὰ πεῖ,
 ὅτι σ’ αὐτὸ τὸ αἴσθημα τῆς ἑνότητός μας μὲ τὸν ἄλλον 
κρύβεται τὸ μυστικὸ τῆς πνευματικῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς.

Ἀργότερα, διαβάζοντας φιλοπατερικὰ βιβλία, ἔβλεπα ἐκεῖ, ὅτι δὲν 
ὑπάρχει μεγαλύτερη ἐλεημοσύνη πρὸς τοὺς ἄλλους ἀπὸ τὸν 
προσωπικό μας ἁγιασμό. Θυμήθηκα τὰ λόγια τοῦ π. Πορφυρίου, 
ὅταν διάβαζα τὴ βιογραφία τοῦ Ἁγίου Σεραφεὶμ τοῦ Σάρωφ, 
ποὺ ἔλεγε: “Ἀπόκτησε τὴν εἰρήνη τοῦ Θεοῦ μέσα σου καὶ χιλιάδες
 ἄνθρωποι θὰ σωθοῦν γύρω σου”. Καὶ μήπως αὐτὸ δὲν συνέβαινε 
στὸν π. Πορφύριο; Ὅσο γιὰ ἐκεῖνο τὸ ἐκπληκτικὸ “ἐγὼ κι ἐσὺ 
εἴμαστε ἕνα”, πιστεύω ὅτι ἰσχύει, δυνάμει καὶ ἐνεργείᾳ, γιὰ τὸν 
Γέροντα, ὁ ὁποῖος μὲ τὴ ζωή του πραγματοποίησε τὴν ἀρχιερατικὴ 
προσευχὴ τοῦ Κυρίου “ἵνα πάντες ἓν ὦσι”.



(Ἀνθολόγιο Συμβουλῶν Γέροντος Πορφυρίου, σελ. 360-361)

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΚΟΣ Ο ΕΥΓΕΝΙΚΟΣ ΚΑΙ Ο ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΩΣΗ ΤΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ



Αρχιμ. Κύριλλου
(Κεφαλόπουλου)
Ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός, αρχιεπίσκοπος Εφέσου, δεν είναι μία συνηθισμένη μορφή αγίου. Αποτελεί μία πολύπλευρη και δυναμική εκκλησιαστική προσωπικότητα, μία εμβληματική μορφή της Ορθοδοξίας. Με την στάση του στην σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας το 1438-39 ανεδείχθη πρωταγωνιστής αυτής και απετέλεσε »σημείον αντιλεγόμενον». Στο πρόσωπό του διατυπώθηκαν οι πιο αντιφατικές κρίσεις. Η ορθόδοξος Ανατολή και η Παπική Δύση τον θαύμασαν για τον δυναμισμό και την μαχητικότητα, αλλά και τον επέκριναν σκληρά για φανατισμό και στενότητα αντιλήψεων (κυρίως οι δυτικοί).
Ζυμωμένος όμως με το πνεύμα και την σκέψιν των θεοκηρύκων Πατέρων και ενσαρκωτής του Ορθοδόξου θρησκευτικού αισθητηρίου του λαού, ούτε επτοήθη ούτε παρεσύρθη από την δίνην των γεγονότων. Είχεν εννοήσει εγκαίρως το πνευματικόν ψεύδος, επάνω εις το οποίον οι άλλοι, με την κοντόφθαλμον πολιτικήν των, προσεπάθησαν να στηρίξουν την σωτηρίαν της αυτοκρατορίας. Είχεν αισθανθεί το κλίμα και είχεν εισδύσει εις το βάθος του πραγματικού περιεχομένου της ψευδοσυνόδου Φερράρας-Φλωρεντίας. Και οξύνους καθώς ήτο, διέβλεψεν ότι ο Πάπας δεν ήθελεν την ένωσιν των Εκκλησιών.
Ο Πάπας, μαζί με τους ηγεμόνας της Δύεως, έπαιζε μάλλον με το απερίγραπτον δράμα της νέας Ρώμης-Κωνσταντινουπόλεως, την υποταγήν της οποίας ουδέποτε έπαυσαν να λαχταρούν και να επιδιώκουν.
Ο Άγιος Εφέσου, πεπεισμένος δι’ όλα αυτά, όπως επίσης και διά την κρυστάλλινην αλήθειαν, την οποίαν υπεστήριζεν, επέτυχε να αρθή εις το ύψος των περιστάσεων και να αναπετάση την σημαίαν του Σταυρού. Έθεσεν ευθύς εξ αρχής υπεράνω του πολιτικού συμφέροντος την διαφύλαξιν της Ορθοδόξου πίστεως και των Αποστολικών της παραδόσεων. Ύψωσε το πνευματέμφορον ανάστημά του και εστάθη αμετακίνητος εις την έπαλξιν. Έγινεν έτσι ο αδιαπέραστος θυρεός εμπρός εις την πύλην, την οποίαν επέμενε να περάση η Δύσις, δια να πατήση τον ιερόν χώρον της μαρτυρικής και ασκητικής Ορθοδοξίας.
Επειδή η πτώσις της Κωνσταντινουπόλεως υπερβαίνει τα στενά όρια του χρόνου και του τόπου και είναι γεγονός με παγκόσμιον αντίκτυπον, διά τούτο και η ταπεινή και γενναία μορφή του αγίου Μάρκου, επισκόπου Εφέσου, εφ’ όσον συνεδέθη με το συνταρακτικόν εκείνο δράμα του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας, αποκτά αξίαν οικουμενικην… αυτό ακριβώς θα αποτελή πάντοτε και την δικαίωσιν των θεοφιλών αγώνων του επισκόπου Εφέσου αγίου Μάρκου του Ευγενικού, του οποίου τας θερμάς προς τον Κύριον πρεσβείαις πρέπει να εξαιτούμεθα εκ βάθους ψυχής πάντοτε μεν, ιδιαιτέρως σήμερον» (Νικ. Βασιλειάδη, Ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός και η ένωσις των Εκκλησιών, εκδ. ΣΩΤΗΡ, Αθήναι 2007, σελ. 3-5).
Ο Άγιος Μάρκος γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, στην συνοικία του Γαλατά το 1392, σε μία περίοδο παρακμής και συρρικνώσεως της αυτοκρατορίας, από γονείς ευσεβείς και επιφανείς, ευγενικής καταγωγής, εξ ου και το προσωνύμιο Ευγενικός. Ο πατέρας του Γεώργιος ήταν Διάκονος της μεγάλης Εκκλησίας, και η μητέρα του ονομαζόταν Μαρία. Ο άγιος έλαβε το βαπτιστικό όνομα Μανουήλ, και είχε ένα άλλον αδελφόν, τον Ιωάννην.
Και τα δύο αδέλφια με την φροντίδα των γονέων τους έλαβαν σπουδαία μόρφωση θύραθεν φιλοσοφική και χριστιανική μαθητεύοντες σε σπουδαίους διδασκάλους και φιλοσόφους της Πόλεως. Ο νεαρός Μανουήλ αγάπησε τον μοναστικό βίο και εισήλθε ως δόκιμος μοναχός στην Μονή του Αγίου Γεωργίου των Μαγγάνων. Σε ηλικία 25 ετών εκάρη μοναχός λαβών το όνομα Μάρκος. Χειροτονήθηκε διάκονος και ιερέας, ενώ για την μεγάλη του μόρφωση τοποθετήθηκε διευθυντής στο Πατριαρχικό φροντιστήριο. Ο ιερομόναχος Μάρκος ετιμάτο για την αρετή και την μόρφωσή του, και είχε καλή φήμη στους εκκλησιαστικούς κύκλους. Έτσι, ήταν πολύ φυσικό να τον επιλέξουν να συμμετάσχει στην βυζαντινή αποστολή που θα μετέβαινε στην Δύση, στην Σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας. Ιδιαιτέρως επέμενε ο αυτοκράτωρ Ιωάννης Παλαιολόγος, που εκτιμούσε την μόρφωσή του και ήθελε να τον συμπεριλάβει στην συνοδεία του, αφού προηγουμένως θέλησε να τον αναβαθμίσει εκκλησιαστικά και να τον περιβάλλει με το κύρος του μητροπολίτου. Η Σύνοδος του Πατριαρχείου τον εξέλεξε μητροπολίτην Εφέσου, λίγο πριν αναχωρήσουν για την Ιταλία. Τον μητροπολίτην πλέον Εφέσου Μάρκο τον Ευγενικό επέλεξαν και τα Πατριαρχεία Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων να τα αντιπροσωπεύσει στον διάλογο με τους Λατίνους.
Η βυζαντινή αποστολή στην Φερράρα επρόκειτο να συζητήσει πολύ σοβαρά και δύσκολα ζητήματα, τις θεολογικές διαφορές που είχαν οδηγήσει στο Σχίσμα Δύσεως και Ανατολής λόγω των δογματικών παρεκκλίσεων και των πολιτικών απαιτήσεων των εκάστοτε Ρωμαίων Παπών για πρωτοκαθεδρία εκκλησιαστική και κοσμική (Πρωτείο). Ο αυτοκράτωρ επείγετο να έλθει σε συνεννόηση με την Δύση και τον Πάπα πιεζόμενος από την στρατιωτική απειλή των Οθωμανών και την εμφανή αδυναμία και παρακμή της συρρικνούμενης αυτοκρατορίας, και επιθυμούσε διακαώς την επίτευξη της ενώσεως των δύο Εκκλησιών, ελπίζοντας ότι μετά την Ένωση ο Πάπας και οι δυτικοί ηγεμόνες θα έσπευδαν να βοηθήσουν την Κωνσταντινούπολη στρατιωτικά και αποτελεσματικά για να αποκρουσθεί η οθωμανική απειλή. Ο αυτοκράτωρ θέλησε σε αυτές τις κρίσιμες συζητήσεις η ορθόδοξος ανατολή να εκπροσωπηθεί με τους καλύτερους άνδρες της στο ανώτερο επίπεδο αξιωματούχων του κράτους και της εκκλησίας, μεταξύ αυτών ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ιωσήφ, ο νεοπλατωνικός φιλόσοφος Πλήθων Γεμιστός, οι μητροπολίτες Νικαίας Βησσαρίων και Εφέσου Μάρκος, αμφότεροι άνδρες ευρείας μορφώσεως χριστιανικής και φιλοσοφικής.
Τα θεολογικά ζητήματα που χώριζαν τις δύο Εκκλησίες Δύσεως και Ανατολής ήσαν πολύπλοκα και εχρονολογούντο από αιώνων, όπως η απαίτηση του Πάπα για το Πρωτείο μέσα στην Εκκλησία και υπεράνω αυτοκρατόρων και ηγεμόνων, η αίρεση του Φιλιόκβε ( περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος με την αυθαίρετη προσθήκη στο Σύμβολο της Πίστεως από τους Λατίνους της φράσεως »και εκ του Υιού»), το Καθαρτήριο Πυρ και άλλα λειτουργικά ζητήματα, όπως η χρήση αζύμων στην Θεία Κοινωνία, η μετουσίωση και ο καθαγιασμός των Τιμίων Δώρων, οι ημέρες της νηστείας κ.ά. Όλες αυτές οι δογματικές και λειτουργικές προσθήκες μονομερώς από την Λατινική Εκκλησία, η υπεροψία και η αλαζονεία των δυτικών όπως και η από αιώνων αμοιβαία καχυποψία που την συντηρούσαν οι επεκτατικές βλέψεις των Παπών στην Ανατολή, το Σχίσμα του 1054 με τους εκατέρωθεν αφορισμούς, οι βιαιοπραγίες των Σταυροφόρων κατά την Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως το 1204, δυσχέραιναν επιπλέον τον επιχειρούμενο διάλογο στην Σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας.
Ωστόσο, υπήρχε μία συγκρατημένη αισιοδοξία και από τις δύο πλευρές όσο και η μεγάλη επιθυμία του αυτοκράτορος Ιωάννου Παλαιολόγου, που θα πίεζε για λόγους πολιτικούς για την Ένωση, η άδολη επιθυμία εκ μέρους των Ορθοδόξων να παύσει επιτέλους το Σχίσμα των Εκκλησιών και να ενωθεί η διηρημένη Εκκλησία του Χριστού (Πατριάρχης Ιωσήφ, Βησσαρίων, Γ. Σχολάριος, Μάρκος ο Ευγενικός) και η πίεση του Πάπα Ευγενίου για λόγους εκκλησιαστικού και κοσμικού γοήτρου να επαναφέρει »τους αιρετικούς Γραικούς» στην Καθολική Εκκλησία, ήσαν παράγοντες που πίεζαν τα πράγματα προς την επίτευξη της Ενώσεως. Δυστυχώς, οι συζητήσεις στην Φερράρα-Φλωρεντία έδειξαν πως οι προθέσεις των Δυτικών δεν ήσαν απολύτως ειλικρινείς και έντιμες για ένα γνήσιο και ισότιμο θεολογικό διάλογο, και έτσι χάθηκε η ευκαιρία να επιτευχθεί μία σταθερή Ένωση και όχι αυτή η εκβιαστική και υπό πιεστικές ιστορικές συνθήκες ψευδοένωση που άλλωστε δεν είχε τις προϋποθέσεις να διαρκέσει.
Υπό αυτές τις συνθήκες όδευαν οι ορθόδοξοι στην Σύνοδο της Φερράρας. Έχοντας περιγράψει τις συνθήκες αυτές μπορούμε να κατανοήσουμε καλύτερα την στάση και τις θέσεις του Αγίου Μάρκου του Ευγενικού κατά την διάρκεια της Συνόδου Φερράρας-Φλωρεντίας.. όσο και τα κατόπιν αυτής, αφού υπεγράφη η Ένωση και υπέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη.
Εξ αρχής διεφάνη η υπεροπτική και αλαζονική συμπεριφορά του Πάπα Ευγενίου προς τους ορθοδόξους. Απαίτησε ο αυτοκράτωρ, ο Πατριάρχης και οι λοιποί ορθόδοξοι αντιπρόσωποι να γονατίσουν μπροστά του, να του φιλήσουν το πόδι, να καθίσουν σε χαμηλότερους θρόνους (απαιτήσεις που δεν τις δέχθηκαν οι ορθόδοξοι ως υποτιμητικές και προσβλητικές. Άλλωστε, οι συζητήσεις τραβούσαν εις μάκρος, οι Λατίνοι ήθελαν να κουράσουν τους ορθοδόξους ελπίζοντες ότι οι στερήσεις στην καθημερινή τους τροφοδοσία και στις συνθήκες διαμονής, η νοσταλγία της επιστροφής στην πατρίδα μετά από πολύμηνη παραμονή σε ιταλικό έδαφος, οι πιέσεις, οι εκβιασμοί και οι χρηματικές υποσχέσεις του Πάπα θα έφερναν το επιθυμητό αποτέλεσμα, να κάμψουν το φρόνημα των ορθοδόξων και να τους αναγκάσουν έστω και απρόθυμα να υπογράψουν την Ένωση με τους όρους των Λατίνων.
Σε όλες αυτές τις πιέσεις στάθηκε ασυμβίβαστος υπερασπιστής της αληθείας της Πίστεως, υπέρμαχος και στύλος της Ορθοδοξίας ο Άγιος Μάρκος Εφέσου ο Ευγενικός. Ας παρακολουθήσουμε την στάση που κράτησε ο Άγιος Μάρκος στην διάρκεια της Συνόδου. Να διευκρινίσουμε εξ αρχής ότι ο Άγιος Μάρκος συμμετείχε στις συζητήσεις με διάθεση ειλικρινούς διαλόγου και γνήσιας επιθυμίας να γίνει η Ένωση σύμφωνα με την ακαινοτόμητη Ευαγγελική Αλήθεια και την Αποστολική Παράδοση της ενωμένης Εκκλησίας της πρώτης χιλιετίας. Οι προθέσεις του Αγίου Μάρκου ήσαν υπέρ του διαλόγου και της συμφιλιώσεως( »καταλλαγής») επί τη βάσει της εν Χριστώ αγάπης και της αληθούς πίστεως. Αδίκως λοιπόν τον κατηγόρησαν οι Λατίνοι και οι φιλενωτικοί για πεισματική και αδιάλλακτη, σχεδόν φανατική στάση. Η αγνότητα και η ειλικρίνεια του Αγίου Μάρκου φαίνεται από το υπόμνημα που υπέβαλε στον Πάπα και δεικνύει τον πόθο του για Ένωση, και αρχίζει ως εξής: »σήμερον της παγκοσμίου χαράς τα προοίμια, σήμερον αι νοηταί ακτίνες του της ειρήνης ηλίου τη οικουμένη πάση προανατέλλουσι, σήμερον τα του Δεσποτικού σώματος μέλη, πολλοίς πρότερον διεσπαρμένα τε και διερρηγμένα, προς την ένωσιν αλλήλων επείγεται. Ου γαρ ανέχεται η κεφαλή πάντων ο Θεός εφεστάναι διηρημένω τω σώματι, ουδέ τον της αγάπης δεσμόν εξ ημών ανηρήσθαι παντάπασιν η αγάπη βούλεται» (και συνεχίζει θρηνώντας για το σχίσμα) »μέχρι τίνος οι του αυτού Χριστού και της αυτής πίστεως βάλλομεν αλλήλους και κατατέμνομεν; Μέχρι τίνος οι της αυτής Τριάδος προσκυνηταί δάκνομεν αλλήλους και κατεσθίομεν, έως αν υπ’ αλλήλων αναλωθώμεν και υπό των έξωθεν εχθρών εις το μηκέτι είναι χωρήσωμεν; Μη γένοιτο τούτο, Χριστέ Βασιλεύ, μηδέ νικήση την σην αγαθότητα των ημετέρων αμαρτιών η πληθύς» (Συροπούλου, Απομνημονεύματα V, 3).
Κατά την διάρκεια των συζητήσεων οι Λατίνοι επεκαλούντο χειρόγραφα των ανατολικών ορθοδόξων πατέρων για να στηρίξουν θεολογικώς τις κακοδοξίες τους, όμως τα παραθέματά τους ήσαν αλλοιωμένα. Ο Άγιος Μάρκος, βαθύς γνώστης της θεολογίας και των έργων των αγίων Πατέρων αντελήφθη την αλλοίωση των πρωτοτύπων κειμένων, και για να θέσει τον διάλογο σε ορθές βάσεις στα πλαίσια των αποφάσεων των Οικουμενικών Συνόδων που κατεδίκαζαν καινοτομίες και αυθαίρετες προσθήκες στα της πίστεως, επέμενε να αναγνωσθούν εις επήκοον όλων οι όροι και οι αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων. Φυσικά, οι Λατίνοι αντέδρασαν διότι έτσι θα απεκαλύπτετο η πλαστογραφία και απεχώρησαν. Όμως οι ορθόδοξοι αντιπρόσωποι εθαύμασαν την στάση του Αγίου Μάρκου: »εάν έβλεπες αυτό το οποίον ο άγιος και έντιμος Μάρκος, μητροπολίτης Εφέσου, είπεν εις τον Πάπαν και εις όλους τους Λατίνους, θα εγελούσες και θα έκλαιγες. Όπως βλέπεις, ο άγιος Μάρκος Εφέσου είναι όμοιος με τους προηγουμένους Πατέρας, τον άγιον Ιωάννην τον Χρυσόστομον, τον Μ. Βασίλειον και Γρηγόριον τον Θεολόγον. Βλέπεις επίσης και μόνος σου ότι τώρα οι Λατίνοι δεν τολμούν πλέον να αντιλέξουν εις τον άγιον Μάρκον. Ο Πάπας έφυγε με τους λογίους του, επήραν μαζί τους και όλα τα βιβλία των».
Την ίδια στάση κράτησε ο Άγιος Μάρκος σε όλες τις συνεδριάσεις. Επέμενε οι θεολογικές διαφορές που χώριζαν Δυτική και Ανατολική Εκκλησία και επρόκειτο να συζητηθούν, Παπικό Πρωτείο, Φιλιόκβε, Καθαρτήριο Πυρ, να συζητηθούν στην βάση των αποφάσεων των Οικουμενικών Συνόδων, ώστε με την ανάγνωση των Πρακτικών και των όρων να καταφανεί η αληθινή και ακαινοτόμητος πίστη. »Πρώτον μεν εστίν αναγκαιοτάτη η ειρήνη, ήν κατέλιπεν ημίν ο δεσπότης ημών ο Χριστός, και η αγάπη. Δεύτερον, ότι παρέβλεψεν η Ρωμαϊκή Εκκλησία την αγάπην και διελύθη η ειρήνη. Τρίτον, ότι ανακαλουμένη νυν η Ρωμαϊκή Εκκλησία την καταλειφθείσαν αγάπην, εσπούδασεν ίν’ έλθωμεν ενταύθα και εξετάσωμεν τας μεταξύ ημών διαφοράς. Τέταρτον, ότι αδύνατον εστιν ανακαλέσασθαι την ειρήνην, εάν μη λυθή το σχίσματος αίτιον, και πέμπτον, ίνα και οι όροι των Οικουμενικών Συνόδων αναγνωσθώσιν, ως αν φανώμεν και ημείς σύμφωνοι τοις εν εκείνοις Πατράσι και η παρούσα σύνοδος εκείναις ακόλουθος» ( Συρόπουλος, Απομνημονεύματα, VI, κεφ. 27). Έτσι, ο Άγιος Μάρκος έθετε τα σωστά θεμέλια του θεολογικού διαλόγου, την αγάπη και την ειρήνη που θα αναιρέσουν το σχίσμα, εφ’ όσον οι αποφάσεις που θα ληφθούν να είναι σύμφωνες με το πνεύμα και την διδασκαλία των Αγίων και Οικουμενικών Πατέρων.
Ωστόσο, παρ’ όλες τις φιλότιμες προσπάθειες και την καλήν διάθεση του Αγίου Μάρκου, όλες οι πλευρές πίεζαν να υπογραφεί η Ένωση πάση θυσία, έστω και κατ’ οικονομίαν και συμβιβαστικώς χωρίς να προϋπάρξει επίλυση των θεολογικών διαφορών. Ο Πάπας, οι Λατίνοι, οι φιλενωτικοί Βησσαρίων και Ισίδωρος Κιέβου βιάζονταν για την Ένωση όπως-όπως. Ο αυτοκράτωρ Ιωάννης Παλαιοόγος κάλεσε τον Άγιο Μάρκο και τον πίεσε να δεχθεί την Ένωση, διότι αυτός ήταν το κύριο εμπόδιο για την άνευ όρων ψευδοένωση. Ο άγιος Μάρκος είπε τότε τον παροιμιώδη λόγον : »ου ποιήσω τούτο ποτέ, καν ει τι και γένηται (=ό,τι και να γίνει)… τας των Δυτικών διδασκάλων φωνάς ούτε αναγνωρίζω ούτε παραδέχομαι, τεκμαιρόμενος ότι διεφθαρμέναι εισίν. Ου συγχωρεί (=δεν επιτρέπεται) συγκατάβασις εις τα της ορθοδόξου πίστεως».
Οι αποφάσεις είχαν ληφθεί και οι εξελίξεις είχαν δρομολογηθεί. Ο Άγιος Μάρκος παρακολουθούσε τις εξελίξεις »σιωπών και αλγών (=πονώντας) επί τοις γινομένοις». Ακόμη και ο Πάπας τον εκάλεσε ενώπιόν του προσπαθώντας με πιέσεις και απειλές να τον πείσει πως αν δεν υπογράψει θα υποστεί τις συνέπειες. Για να τον υποτιμήσει περισσότερον δεν του προσέφερεν ούτε κάθισμα. Ο Άγιος Μάρκος έλαβε μόνος του κάθισμα προφασιζόμενος πόνους στα πόδια και κάθισε από μόνος του χωρίς την άδεια του Πάπα. Ήταν φανερό από την αγέρωχη και θαρραλέα στάση του ορθοδόξου ιεράρχου πως δεν θα υπέκυπτε στις παπικές πιέσεις και απειλές.
Τελικώς, η Ένωση υπεγράφη. Μόνον ο Πλήθων Γεμιστός και ο Άγιος Μάρκος δεν υπέγραψαν τον ενωτικό Όρο. Όταν έμαθε ο Πάπας Ευγένιος ότι ο Μάρκος Εφέσου δεν υπέγραψεν, είπε το παροιμιώδες: »Μάρκος ουχ υπέγραψεν, ουδέν εποιήσαμεν!». Έγινε πανηγυρική θεία λειτουργία, εμνημονεύθη ο Πάπας και ανεγνώσθη το κείμενο της Ενώσεως λατινιστί και ελληνιστί (από τον Βησσαρίωνα). Η ελληνική αντιπροσωπεία ανεχώρησε. Ο ίδιος ο αυτοκράτωρ εγγυήθηκε την ζωή του Αγίου Μάρκου, που παρ’ όλα αυτά τον εκτιμούσε βαθύτατα, και τον επιβίβασε στην αυτοκρατορική γαλέρα. Οι ορθόδοξοι, στον δρόμο της επιστροφής, έκαναν στάση στην Βενετία, όπου ελειτούργησαν στον Άγιο Μάρκο της Βενετίας 17 Σεπτεμβρίου 1439, χωρίς παρουσία Λατίνων κληρικών και χωρίς να μνημονευθεί ο Πάπας. Ήταν φανερό πως οι ορθόδοξοι κατά βάθος δεν είχαν αποδεχθεί την Ένωση, έστω και αν κάτω από αφόρητες πιέσεις την υπέγραψαν.
Τα νέα για την Ένωση γρήγορα ταξίδευσαν στην Ανατολή. Και όπου περνούσε η ελληνική αντιπροσωπεία επιστρέφουσα εγένετο δεκτή από τους ορθοδόξους με αποδοκιμασίες, ενώ επευφημούσαν τον Μάρκο Εφέσου που δεν υπέγραψε. Προ των ανθενωτικών αντιδράσεων του πιστού λαού, οι αρχιερείς που είχαν υπογράψει δήλωναν μετανοιωμένοι. Έτσι, απαντούσαν ότι »πεπράκαμεν (= πωλήσαμε) την πίστιν ημών, αντηλλάξαμεν τη ασεβεία την ευσέβειαν (= ανταλλάξαμε με τον ασεβή παπισμό την ορθόδοξο πίστη), προδόντες την καθαράν θυσίαν αζυμίται γεγόναμεν. -και δια τι υπεγράφετε; -φοβούμενοι τους Φράγκους. – η δεξιά αύτη υπέγραψε, κοπήτω, η γλώττα ωμολόγησεν, εκριζούσθω» ( Δούκα, Ιστορία Βυζαντινή, σελ. 216 Α) . Μπορεί ο αυτοκράτωρ να τοποθέτησε στην θέση του θανόντος πατριάρχου Ιωσήφ τον φιλενωτικό Μητροφάνη Κυζίκου, ωστόσο δεν έλαβε περισσότερα μέτρα για την εφαρμογή των όρων της Ενώσεως. Ο λαός αντιδρούσε, στους ναούς που λειτουργούσαν οι ενωτικοί δεν συμμετείχε θεωρώντας τους προδότες και εξωνημένους, ενώ τιμούσε τον Άγιο Μάρκο που ανεδείχθη στύλος και υπέρμαχος της ορθοδοξίας.
Νέοι αγώνες ανέμεναν τον Άγιο Μάρκο. Μετά την επιστροφή στην Κωνσταντινούπολη, ανέλαβε το βάρος της ανθενωτικής προσπάθειας, μετέβη στην Έφεσο, αλλά κατόπιν εντολής του αυτοκράτορος, παρέμεινε σε περιορισμό στην Λήμνο (1440-1441). Εκεί, συνέταξε την περίφημη Εγκύκλιο »προς τους απαναταχού της γης και των νήσων ευρισκομένους Ορθοδόξους Χριστιανούς» (P.G. 160, 112-204). Σε αυτήν διαφωτίζει τους ορθοδόξους πιστούς για το ζήτημα της Ενώσεως και πώς να βλέπει τους Λατίνους, ενώ ταυτοχρόνως τονίζει το γεγονός ότι οι ορθόδοξοι κράτησαν την πίστη των πατέρων ανόθευτη. Τους Λατίνους αποκαλεί »αιρετικούς» διότι πιστεύουν »άτοπα και δυσσεβή», ότι στο Σύμβολο της Πίστεως προσέθεσαν »παράλογον προσθήκην» ( το Φιλιόκβε), και αιτιολογεί τον χαρακτηρισμό των Λατίνων ως αιρετικών ως εξής: »φασί γαρ οι φιλευσεβείς νόμοι, αιρετικός εστι και τοις κατά των αιρετικών νόμοις υπόκειται ο και μικρόν γουν τι παρεκκλίνων της ορθής πίστεως». Εφ’ όσον οι Δυτικοί παρεξέκλινον της ορθοδοξίας τότε »ορθώς απεκόψαμεν τούτους ως αιρετικούς».
Για την συμπεριφορά των ορθοδόξων ως προς τους φιλενωτικούς και λατινίζοντες, αλλά και προς τους αιρετικούς Λατίνους, ο Άγιος Μάρκος τηρεί σκληρή και αδιάλλακτη στάση: »φευκτέον αυτούς, ως φεύγει τις από όφεως ή κακείνων πολλώ δήπου χείρονας, τους χριστοκαπήλους και χριστεμπόρους». Παρατηρούμε λοιπόν ότι μετά την υπογραφή της Ενώσεως ο άγιος Μάρκος σκληραίνει κατά πολύ την θέση του και χρησιμοποιεί βαρείς χαρακτηρισμούς.
Οι αποφάσεις της Συνόδου Φερράρας-Φλωρεντίας στην συνείδηση του ορθοδόξου πληρώματος εθεωρούντο άκυρες και μη δεσμευτικές. Ήδη ο Γ. Σχολάριος συντάσσει »Σύντομον Απολογίαν» υπέρ των ανθενωτικών, ο λατινόφρων Πατριάρχης Μητροφάνης χαρακτηρίζεται ως αιρετικός και μητραλοίας της πίστεως, από τους τριάντα τρεις υπογράψαντες την Ένωση, οι περισσότεροι εγγράφως την απεδοκίμασαν και απέσυραν την υπογραφή τους , ενώ στην συνείδηση του πιστού λαού η Σύνοδος Φερράρας-Φλωρεντίας χαρακτηρίστηκε ως »ληστρική». Αλλά και επισήμως η Ορθόδοξος Εκκλησία απεκήρυξε την Φερράρα-Φλωρεντία. Μόλις το έτος 1443 συνήλθε Σύνοδος στα Ιεροσόλυμα με την συμμετοχή των πατριαρχών Ιεροσολύμων, Αλεξανδρείας και Αντιοχείας και κατεδίκασαν την ψευδοένωση και τα της Συνόδου, αλλά και όλους τους λατινίζοντες. Νέα Σύνοδος συνήλθε στην Κωνσταντινούπολη με συμμετοχή όλων των ορθοδόξων πατριαρχείων της Ανατολής το 1482, και κατεδίκασε τα συμβάντα στην Φλωρεντία »τα κακώς και απερισκέπτως εν Φλωρεντία συνοδικώς πραχθέντα και δογματισθέντα ως δόγματα νόθα και της Καθολικής (=Ορθοδόξου) Εκκλησίας αλλότρια», και η Σύνοδος Φερράρας-Φλωρεντίας »αργή και ανενέργητος και ως μηδέ το κατ’ αρχάς όλως συστάσαι».
Καθώς ο Άγιος Μάρκος με κλονισμένη την υγεία αισθανόταν το επίγειο τέλος της ζωής του να πλησιάζει, επέλεξε τον μαθητή του Γ. Σχολάριο (μετέπειτα πρώτο Πατριάρχη μετά την Άλωση) ως τον καταλληλότερο συνεχιστή του ανθενωτικού αγώνος »ίνα ή αντ’ εμού πρόμαχος της Εκκλησίας και της υγιούς διδασκαλίας υφηγητής, και των ορθών δογμάτων και της αληθείας υπέρμαχος».
Ο Άγιος Μάρκος Εφέσου εκοιμήθη σε ηλικία 52 ετών, την 23η Ιουνίου 1444 ή 1445, και ετάφη στην Μονή Αγίου Γεωργίου των Μαγγάνων, στην Κωνσταντινούπολη, όπως μας πληροφορεί ο αδελφός του Ιωάννης. Ο μαθητής του, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Γεννάδιος Σχολάριος ώρισε με συνοδική απόφαση του 1456 να εορτάζεται η μνήμη του ως αγίου την 19η Ιανουαρίου και να ψάλλεται η ακολουθία του. Και το έτος 1734 νέα Συνοδική απόφαση επί πατριάρχου Σεραφείμ επαναβεβαιώνει να τιμάται ο Μάρκος Εφέσου ως άγιος: »η καθ’ ημάς αγία του Χριστού Ανατολική Εκκλησία τον Ιερόν τούτον Μάρκον Εφέσου τον Ευγενικόν και οίδε και τιμά και αποδέχεται άγιον άνδρα και θεοφόρον και όσιον και ζηλωτήν της ευσεβείας διάπυρον, και των καθ’ ημάς ιερών δογμάτων και του ορθού λόγου της ευσεβείας πρόμαχον και προασπιστήν γενναιότατον και των προηγησαμένων εν τοις αρχαίοις χρόνοις ιερών θεολόγων, και κοσμητόρων της Εκκλησίας μιμητήν και εφάμιλλον».
Κρίσεις και αποτιμήσεις του χαρακτήρος και της προσφοράς του Αγίου Μάρκου.
Πανθομολογούμενη η αρετή, η αγιότης του βίου, η ευρυμάθεια και η συνέπεια στην ορθόδοξο πίστη, ο Άγιος Μάρκος απήλαυε του σεβασμού φίλων και αντιπάλων.
»ο θαυμάσιος ούτος πατήρ και μέγας διδάσκαλος, ο μακαριώτατος κυρ Μάρκος ο Εφέσου, πολύς τω όντι εν τη σοφία και αρετή και τη πείρα των της Εκκλησίας δογμάτων» (Θεόδωρος ο Μηδείας).
»είναι θαυμάσιος άνθρωπος, κεκοσμημένος με πνευματικά χαρίσματα και πλήρης παντοίας θείας σοφίας, ασκήσας βίον όσιο, προτού γίνη αρχιερεύς, και αν και διέπρεψε εις την Σύνοδον, είναι εκτός πάθους, προσηλωμένος μόνον εις τον Θεόν και έχων τον νουν του εις Αυτόν μόνον, απ’ όλα τα βιωτικά και όσα ανάγονται εις την περιποίησιν του σώματος, ευρισκόμενος όλως διόλου μακράν. Και επειδή είναι τέτοιος άνθρωπος, την εξορίαν δεν την φοβείται, την πείναν δεν την τρέμει, την δίψαν δεν την υπολογίζει, δεν φρίττει την μάχαιραν, την φυλακήν δεν δειλιά, τον θάνατον τον θεωρεί ευεργέτην» (Θεόδωρος Αγαλλιανός, μοναχός στην Μονή των Μαγγάνων) [ από το βιβλίο του αρχιμ. Χαραλάμπους Βασιλοπούλου για τον άγιο Μάρκο, εκδ. Ορθοδόξου Τύπου, σελ. 25-26].
»Θεοειδής την τε ψυχήν και προαίρεσι, μόνος αυτός έργοις τε και λόγοις στύλος ανεδείχθη Ορθοδοξίας εναντίον βασιλέων και τυράννων, γυμνή τη κεφαλή την αλήθειαν ανακηρύττων και την εν αγίω συμβόλω της πίστεως επισφαλώς εισαχθείσαν προσθήκην ουδόχως επιδεχόμενος» (Μανουήλ ο Ρήτωρ, εκ των βιογράφων του Αγίου Μάρκου).
‘Ήταν σωφρονέστερος και από τους ασκητές που κατοικούν στην έρημο, και όταν απέρριψε τα πάντα για τον Χριστόν και έκυψε κάτω από τον ζυγό της μοναχικής υποταγής, δεν διέψευσε τις προς τον Χριστόν υποσχέσεις, ούτε ανεμείχθη στους κοσμικούς θορύβους, παρασυρθείς υπό της προσκαίρου δόξης, αλλά μέχρι της τελευτής του διετήρησε σταθερώς την θέρμην της εις Χριστόν αγάπης,… εν ιερεύσι διέπρεψεν, εν αρχιερεύσι διέλαμψεν, ήθλησεν υπέρ της Εκκλησίας πάνυ καλώς, αδάμαντος στερεώτερος, ώφθη, τετίμηκεν τους ημετέρους προγόνους…ανήρ των εφ’ ημών απάντων άριστος γεγονώς εν λόγοις και βίω… μόνος των εφ’ ημών αρχιερεύς αληθής» ( Γεννάδιος Σχολάριος, στον επικήδειο λόγο για την αρετή και την πίστη του Αγίου Μάρκου).
Αλλά και οι φιλενωτικοί ανεγνώριζαν την αξία του Αγίου. »εν ελληνικοίς μαθήμασιν και ορίοις των αγίων συνόδων κανών και στάθμη απαρέκβατος» (Δούκας,,, ιστορικός της Αλώσεως), »όντως σοφώτατος και θεολόγον ακρότατος» (Βησσαρίων). Ακόμη και ο καθολικός ιησουίτης θεολόγος Γιλλ, ιστορικός της Συνόδου της Φλωρεντίας (ό.π. σελ. 462 και 413), με εντιμότητα αναγνωρίζει: »ο Μάρκος ήτο γεμάτος από το φλογερόν πάθος ενός σταυροφόρου, ήταν ο μόνος ιεράρχης που αρνήθηκε να υπογράψη το διάταγμα στην Φλωρεντία, ο μόνος επομένως συνεπής, μη εκτεθειμένος σε μομφή. Και μαζί με όλα αυτά, απήλαυε σεβασμού για την αγιότητα της ζωής του. Δεν είναι καθόλου άξιον απορίας λοιπόν ότι η επιρροή του στους συμπατριώτες του ήταν τόσο μεγάλη».
Πηγές-Βιβλιογραφία (ενδεικτική)
-) Νικ. Π. Βασιλειάδης, Ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός και η Ένωσις των Εκκλησιών, εκδ. ΣΩΤΗΡ, Αθήναι 2007.
-) Αρχιμ. Χαράλαμπος Βασιλόπουλος, Βίοι Αγίων, Ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός, εκδ. Ορθοδόξου Τύπου, Αθήναι 1977.
-) Γιόσεφ Gill, Η Σύνοδος της Φλωρεντίας, εκδ. Καλός Τύπος, Αθήναι 1962.
-) Δούκας, Ιστορία Βυζαντινή, Χρονικόν της Αλώσεως.
-) Ιω. Καρμίρης, Τα Δογματικά και Συμβολικά Μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, εκδ. Αποστολική Διακονία, Αθήναι 1960.
-) Θεόφιλος Καναβός, μητροπολίτης Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως, Βίος και Πολιτεία του οσίου και θεοφόρου Πατρός ημών Μάρκου του Ευγενικού, εκδ. Ορθοδόξου Τύπου, Αθήναι 1989.
-) Γρηγόριος Λαρεντζάκης, Ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός και η ενότητα των Εκκλησιών Ανατολής και Δύσεως, εκδ. Επέκταση, Κατερίνη 1999.
-) ΠΡΑΚΤΙΚΑ της αγίας εν Φλωρεντία Συνόδου, Acta Graeca, J. Gill, ed. P.I.O., Roma 1953.
-) Συλβέστρος Συρόπουλος, Απομνημονεύματα (κατά την έκδοση του v. Laurent, Paris, 1971.

Τουλάχιστον, αν δεν μπορή κανείς να τα τηρήση, ας πη: «Θεέ μου, ήμαρτον!» Τότε ο Θεός θα τον ελεήση.


Τουλάχιστον, αν δεν μπορή κανείς να τα τηρήση, ας πη: «Θεέ μου, ήμαρτον!» Τότε ο Θεός θα τον ελεήση.

Φωτογραφία: Σήμερα, αν κανείς προσπαθή να κρατήση λίγο την παράδοση, να τηρή τις νηστείες, να μη δουλεύη τις γιορτές, να είναι ευλαβής, λένε μερικοί: «Που βρίσκεται αυτός; Πάνε αυτά τα πράγματα! Αυτά ήταν για τότε!» Και αν δεν γίνονται τώρα!» Σιγά-σιγά τα παίρνουν για παραμύθια. Τι λέει όμως: «Ιησούς Χριστός χθες και σήμερον ο αυτός και εις τους αιώνας». Τουλάχιστον, αν δεν μπορή κανείς να τα τηρήση, ας πη: «Θεέ μου, ήμαρτον!» Τότε ο Θεός θα τον ελεήση. Αλλά τώρα, ενώ έχει την αδυναμία του, πάει να επιβληθή στον άλλον, γιατί ελέγχεται.




ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΑΙΣΙΟΣ ΤΟΜΟΣ Α ΜΕ ΠΟΝΟ ΚΑΙ ΑΓΑΠΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΥΧΡΟΝΟ ΑΝΘΡΩΠΟΣήμερα, αν κανείς προσπαθή να κρατήση
 λίγο την παράδοση, να τηρή τις νηστείες, 
να μη δουλεύη τις γιορτές, να είναι ευλαβής,
 λένε μερικοί: «Που βρίσκεται αυτός; 
Πάνε αυτά τα πράγματα! Αυτά ήταν για τότε!» 
Και αν δεν γίνονται τώρα!» Σιγά-σιγά 
τα παίρνουν για παραμύθια. 
Τι λέει όμως: «Ιησούς Χριστός χθες και σήμερον 
ο αυτός και εις τους αιώνας». 
Τουλάχιστον, αν δεν μπορή κανείς να τα τηρήση, 
ας πη: «Θεέ μου, ήμαρτον!» Τότε ο Θεός θα 
τον ελεήση. Αλλά τώρα, ενώ έχει την αδυναμία
 του, πάει να επιβληθή στον άλλον, γιατί ελέγχεται.




ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΑΙΣΙΟΣ ΤΟΜΟΣ Α ΜΕ ΠΟΝΟ ΚΑΙ ΑΓΑΠΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΥΧΡΟΝΟ ΑΝΘΡΩΠΟ

Ἀπαράδεκτη ἀνάρτηση σε «Ὀρθόδοξο Χριστιανικό» blog!


Ἀπαράδεκτη ἀνάρτηση σε 
«Ὀρθόδοξο Χριστιανικό» blog!

Προσοχή στίς πλανεμένες ὑποδείξεις!

Πρόκειται γιά μία παλαιότερη ἀνάρτηση πού ἀνακαλύψαμε, πού ὅμως δέν παύει 
νά ἔχει ἐπισκεψιμότητα ἀπό ἀναγνῶστες μέχρι καί τώρα ( ὅπως θά δεῖτε καί στά σχόλια ).
 Ἄρα ἡ ἐπιρροή καί πλάνη πού μπορεῖ νά ἀσκήσει ἔστω καί σέ μία ψυχή, δέν εἶναι 
ἀμελητέο ζήτημα. Τό περίβλημα τῆς «χριστιανικῆς» παρουσίας τοῦ ἱστολογίου, 
σίγουρα θά ἀσκήσει αἴσθημα ἀσφάλειας καί ὀρθότητας σέ κάποιους πνευματικά 
ἀδυνάτους καί θά τούς περάσει τήν κακοδοξία.
Εἶναι ἀπορίας ἄξιον:
πῶς μία τέτοια ἀνάρτηση, βρίσκει φιλοξενία 
στό ἐν λόγῳ 
«Χριστιανικό» ἱστολόγιο;!

Πρέπει νά προσέχουμε:
α) γιατί ζοῦμε σέ καιρούς χαλεπούς, ἰδιαίτερα γιά τήν πνευματική ζωή καί 
κατάσταση τῶν ἀνθρώπων, πού βουλιάζουν ὅλο καί περισσότερο στήν 
ἀποσταστία ἀπό τόν Θεό καί στήν ὑπερβολική χαλάρωση τῶν ἠθῶν καί
β) γιατί ζοῦμε ταυτόχρονα σέ μία ἐποχή ( τή Νέα Ἐποχή ὅπως
 θέλουν νά μᾶς τήν ἐπιβάλλουν ), ὅπου χαρακτηρίζεται ἐντόνως 
ἀπό τήν τεράστια ἀποδοχή καί προβολή τῆς μαγείας καί τοῦ 
ἀποκρυφιστικοῦ στοιχείου, ὡς κάτι ὀρθό καί φυσιολογικό.

Τό συγκεκριμένο θέμα, ἰδιαίτερα αὐτό πού βρίσκεται στό κόκκινο πλαίσιο,
 οὐσιαστικά μυεῖ τόν ἀναγνώστη σέ μαγεῖες καί ξόρκια πού θυμίζουν 
σκοτεινό μεσαίωνα καί ἀποκλίνουν τά μέγιστα ἀπό τήν Ὀρθόδοξη Πίστη μας.

Κρίμα πού ἐνῶ ἔχουμε τήν διαφωτιστικότατη Ἁγία Γραφή, τήν πλούσια 
Ἁγιοπατερική Θεολογία καί τούς Ἱερούς Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας μας, 
νά ἀναζωπυρώνουμε στίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων τό σκότος.
Ἐνημερωθεῖτε σχετικά μέ τήν βασκανία ἐδῶ:
Ἐστάλη μέσῳ ἠλεκτρονικοῦ ταχυδρομείου

Οι Τρεις Ιεράρχες Θεμελιωτές της Ορθοδοξίας


Του Πρύτανη του Πανεπιστημίου Αθηνών και Καθηγητή της Γλωσσολογίας κ. Γεωργίου Μπαμπινιώτη
thesaurus
Προσφώνηση κατά την Εορτή των Τριών Ιεραρχών στο Πανεπιστήμιο Αθηνών στις 30.1.2002
Έχουμε αλήθεια σκεφτή γιατί μια εορτή Παιδείας, ένας κατ” εξοχήν εορτασμός του πνεύματος, της γνώσης και της καλλιέργειας ταυτίζεται στην Ελλάδα με μια εορτή θρησκευτική, μια εορτή τιμής προς τους θεμελιωτές της Ορθόδοξης Χριστιανικής Πίστης; Γιατί συν-εορτάζονται Παιδεία και Τρεις Ιεράρχες και όχι λ.χ. Παιδεία και πατριάρχης Φώτιος, μια μεγάλη παιδευτική μορφή του Βυζαντίου, ή Παιδεία και Ευστάθιος Θεσσαλονίκης ή Παιδεία και Ευγένιος Βούλγαρης; Είναι σύμπτωση; Είναι συμβολισμός; Είναι ιδεολόγημα; Ή δική μου εκτίμηση είναι ότι ό συνεορτασμός αυτός όχι μόνο δεν είναι συμπτωματικός ή προϊόν ιδεολογήματος, αλλά είναι συσχετισμός ουσίας, απόρροια βαθύτερης πνευματικής και πολιτισμικής σχέσης, σχέσης ταυτότητας και ιστορικής συνείδησης αυτής της Χώρας.
Θεωρώ ότι ό συνεορτασμός πηγάζει από μια σαφή πολιτισμική παραδοχή και εκδοχή της Παιδείας μας: ότι ή ελληνική Παιδεία στηρίχτηκε σε δύο παιδευτικούς άξονες, στον ορθολογισμό και στην «Ορθοδοξία Με άλλους όρους, στηρίχτηκε στη σπουδή της ελληνικής ορθολογικής σκέψης, όπως θεμελιώθηκε στα μεγάλα κείμενα της αρχαίας ελληνικής διανόησης, και στη σπουδή της Χριστιανικής Ορθόδοξης Πίστης, όπως θεμελιώνεται στη διδασκαλία της Κ. Διαθήκης και ερμηνεύεται στα μεγάλα κείμενα της Ορθόδοξης Θεολογίας, στα κείμενα του Μεγάλου Βασιλείου, του Γρηγορίου του Θεολόγου και του Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Ή ελληνική σύλληψη της Σχολικής Εκπαίδευσης συνδυάζει από παλιά δύο παιδευτικές αρχές: την Ελληνικότητα και τη Χριστιανική Πίστη, ό,τι ονομάστηκε Ελληνοχριστιανικό Ιδεώδες. Πρόκειται για ένα ιδεώδες πού δεν αμφισβητήθηκε βεβαίως, όταν το υποστήριζε ό Νεοελληνικός Διαφωτισμός με επικεφαλής τον Κοραή και τους Διδασκάλους του Γένους, ιερωμένους τους περισσότερους (τον Ευγένιο Βούλγαρη, το Νεόφυτο Δούκα, τον Άνθιμο Γαζή, τον Κωνσταντίνο Οικονόμο, το Νεόφυτο Βάμβα κ. ά.), ούτε όταν το υποστήριζαν ό Μακρυγιάννης, ό Κολοκοτρώνης και άλλοι αγωνιστές. Αμφισβητήθηκε αργότερα, όταν παρασυνδέθηκε μ” έναν έντονο συντηρητισμό στην εκπαιδευτική πράξη, και ως όρος απαξιώθηκε συγκυριακά, όταν χρησιμοποιήθηκε προπαγανδιστικά στη δικτατορία του Παπαδόπουλου ως εθνικιστικό σύνθημα. Τα πάντα, είναι γνωστό, μπορούν να στρεβλωθούν και να απαξιωθούν, αν αποτελέσουν αντικείμενο σκοπιμοτήτων και προκάλυμμα διαφορετικών προθέσεων. Σήμερα είναι, νομίζω, πλέον καιρός ή λέξη ελληνοχριστιανικός να «αποχαρακτηρισθή» πολιτικά και ιδεολογικά, με εξαίρεση τις ιστορικές αναφορές στην περίοδο της Επταετίας, και να επανακτήσει το πρωτογενές και ουσιαστικό εννοιολογικό και σημασιολογικό περιεχόμενο της, πού είναι ή αναφορά στο δίπολο Ελληνικότητας και Χριστιανισμού, κλασικού ελληνικού ορθολογισμού και Χριστιανικής Ορθοδοξίας. Κι αυτό, γιατί οι τρεις αυτοί γίγαντες της Πατερικής Θεολογίας μέσα από τη βαθειά χριστιανική τους πίστη και το θεϊκό χάρισμα, «τη θεία χάρη» να αποτελέσουν τους κύριους και αυθεντικούς (μετά τον Παύλο) ερμηνευτές της χριστιανικής διδασκαλίας, να ορίσουν την ορθόδοξη διάσταση του Χριστιανισμού, είχαν το πρόσθετο προνόμιο να ακονήσουν το πνεύμα τους στα μεγάλα κείμενα της ελληνικής φιλοσοφίας και της ρητορικής, σε γλώσσα ελληνική και σε μεγάλες Σχολές του Ελληνισμού, στη Φιλοσοφική Σχολή των Αθηνών ό Βασίλειος και ό Γρηγόριος, στην Αντιόχεια κοντά στο Λιβάνιο ό Ιωάννης.
Έτσι, ήταν λογικό να γίνουν και οι φυσικοί υποστηρικτές της παιδευτικής σύζευξης των ελληνικών γραμμάτων με τα χριστιανικά διδάγματα της Ορθόδοξης Πίστης. Με τη θητεία τους στα ελληνικά γράμματα δεν απαρνήθηκαν την ίδια τους την ύπαρξη, τη Χριστιανική Πίστη, με την οποία ταυτίστηκαν και την οποία υπερασπίστηκαν και στερέωσαν με την ίδια τη ζωή και το έργο τους. Ούτε όμως πρόδωσαν την καλλιέργεια πού απέκτησαν από την αναστροφή τους με τον ελληνικό στοχασμό. Αυτοί ήσαν πού τόλμησαν να υποστηρίξουν την ανάγκη επαφής των Χριστιανών, ιδίως των νέων, με την ελληνική παιδεία, με τα ελληνικά κείμενα: «Και ποιηταίς και λογοποιοίς και ρήτορσί και πάσιν άνθρώποις ομιλητέον, όθεν αν μέλη προς την της ψυχής επιμέλειαν ωφέλεια τις έσεσθαι». Ό Μ. Βασίλειος δεν διστάζει να πει για τον Όμηρο: «Πάσα μεν ή ποίησις τω Όμήρω αρετής εστίν έπαινος και πάντα αυτώ προς τούτο φέρει». Και χρειάζεται θάρρος, για να χαρακτηρίσει κανείς ως απληροφόρητους, ως «κακώς είδότας», όσους θεωρούν «την έξωθεν (παιδείαν,δηλαδή την θύραθεν, την ελληνική) ως επίβουλον και σφαλεράν και Θεού πόρρω βάλλουσαν» και να λέει απαξιωτικά «ουκουν άτιμαστέον την παίδευσιν (εννοεί τηνελληνικήν), ότι τούτο δοκεί τισιν».
Αν γεφυρώθηκε το χάσμα ανάμεσα στην απέχθεια των νεοφώτιστων Χριστιανών προς την ειδωλολατρία των Ελλήνων και τα ασεβή ελληνικά γράμματα (Έλλην, μην το ξεχνάμε, σήμαινε «ειδωλολάτρης», το ίδιο όπως και ή λέξη «εθνικός») και στην, από την άλλη μεριά, περιφρόνηση των Ελλήνων για τους απαίδευτους Χριστιανούς, αυτό έγινε μόνο χάρη στη σθεναρή στάση, το κύρος και την πρακτική των Τριών Μεγάλων ελληνοσπουδασμένων Πατέρων της Εκκλησίας. Στήν προσέγγιση μάλιστα προς τα αρχαία ελληνικά κείμενα συνέβαλε και ή υιοθέτηση και καθιέρωση της αττικιστικής μορφής της ελληνικής γλώσσας (αντίθετα προς την απλούστερη ελληνιστική Κοινή, στην οποία είναι γραμμένο το Ευαγγέλιο). Μέσα από αυτήν (την αττική) ή πρόσβαση προς τα αρχαία ελληνικά κείμενα έγινε ευκολότερη.
Η θέση των τριών μεγάλων πνευματικών μορφών και διδασκάλων της Ορθόδοξης Θεολογίας ήταν προϊόν μιας βαθύτερης, ειλικρινούς και βιωματικής κατάφασης προς το Θεό, πρώτα και πάνω απ” όλα, με την τριαδική χριστιανική του σύλληψη, προς τον άνθρωπο, το τέλειο δημιούργημα του Θεού, προς το πνεύμα, πού κατ” εξοχήν συνδέει τον άνθρωπο με το Δημιουργό του, και προς την καλλιέργεια του πνεύματος μέσα από τα διδάγματα της Ορθόδοξης Χριστιανικής Πίστης, αλλά και με την κατάκτηση της γνώσης και την άσκηση της κρίσης και της γλωσσικής έκφρασης ακόμη, ή οποία – για τους τρεις μεγάλους διανοητές Χριστιανούς – περνάει μέσα από την ελληνική παιδεία και τα ελληνικά κείμενα. Ετσι, στη διδασκαλία των Μεγάλων αυτών Πατέρων ή ορθολογική σκέψη της Δύσης συνδυάστηκε και συμφιλιώθηκε με την «Ορθοδοξία της Ανατολής, με την αποκάλυψη της χριστιανικής αλήθειας στον ανατολικό χώρο, ενώ ό οικουμενικός χαρακτήρας της Χριστιανικής Πίστης κάλυψε και καλύπτει Ανατολή και Δύση.

Ο εν αγίοις πατήρ ημών Μάρκος Μητροπολίτης Εφέσου ο Ευγενικός (19 Ιανουαρίου)



Ο εν αγίοις πατήρ ημών Μάρκος Μητροπολίτης Εφέσου ο Ευγενικός  (19 Ιανουαρίου)

Του Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Δορμπαράκη
«Ο μέγας διδάσκαλος και ανίκητος υπερασπιστής της ορθόδοξης Ανατολικής Εκκλησίας Μάρκος υπήρξε γέννημα και θρέμμα της βασιλίδος των Πόλεων. Ανατράφηκε από ευσεβέστατους γονείς και εκπαιδεύτηκε και  στη θύραθεν και στην εκκλησιαστική παιδεία, τόσο που ήταν γνωστός για τις επιδόσεις του και στις δύο. Αφού διήλθε τους βαθμούς κατά την τάξη της ιερωσύνης, προβιβάζεται στο τέλος στο αξίωμα της αρχιερωσύνης, και οδηγείται στην υψηλή θέση της μητροπόλεως των Εφεσίων. Με την επίμονη προτροπή του αυτοκράτορα Ιωάννη του Παλαιολόγου απεστάλη στη σύνοδο των λατίνων στη Φλωρεντία, προς ένωση δήθεν των χωρισμένων από πολλά χρόνια Εκκλησιών και εκεί κατέπληξε με τη θεοσοφία των λόγων του τους εκπροσώπους της Δυτικής Εκκλησίας, διότι αυτός μόνος δεν υπέγραψε στον βλάσφημο όρο της ψευτοσυνόδου εκείνης. Γι’ αυτόν τον λόγο η αγία του Χριστού Εκκλησία πάντοτε τίμησε τον μεγάλο αυτόν άνδρα ως ευεργέτη και διδάσκαλο και μοναδικό υπέρμαχο και αήττητο μαχητή της αποστολικής ομολογίας».

Συνοδική απόφαση του έτους 1743 μ.Χ. υπό τον Πατριάρχη Σεραφείμ ορίζει: «Η καθ’ ημάς αγία του Χριστού Ανατολική Εκκλησία τον ιερόν τούτον Μάρκον Εφέσου τον Ευγενικόν και οίδε (γνωρίζει)  και τιμά και αποδέχεται άγιον άνδρα και θεοφόρον και όσιον και ζηλωτήν της ευσεβείας διάπυρον, και των καθ’ ημάς ιερών δογμάτων και του ορθού λόγου της ευσεβείας πρόμαχον και προασπιστήν γενναιότατον, και των προηγησαμένων εν τοις αρχαίοις χρόνοις ιερών θεολόγων και κοσμητόρων της Εκκλησίας μιμητήν και εφάμιλλον». Ο βιογράφος του ρήτορας Μανουήλ σημειώνει: «Μόνος αυτός ίσως έργοις και λόγοις στύλος ανεδείχθη ορθοδοξίας»! Ποια στοιχεία από τη ζωή του αγίου Μάρκου επιβεβαιώνουν τους εξαιρετικούς αυτούς χαρακτηρισμούς;
Πρώτον∙ άγιος Μάρκος έδειξε με τη ζωή του ότι η Ορθοδοξία γι’ αυτόν δεν είναι μία ιδεολογία, αλλά συνιστά πρωτίστως ορθοπραξία: το κατά Χριστόν ζην ήταν το διαρκές μέλημά του. Ο ίδιος, παρόλο το λαμπρό στάδιο που ανοιγόταν μπροστά του για μία ιδιαιτέρως επιτυχημένη από πλευράς κοσμικής καριέρα, λόγω και της μεγάλης θέσεως που είχε στην αυτοκρατορία ο πατέρας του και λόγω και των δικών του σπουδών και προσόντων, προτίμησε «τον μοναχικόν και ησύχιον βίον» και έγινε μοναχός στη μονή του αγίου Γεωργίου Μαγγάνων, οπότε και μετονομάστηκε από Μανουήλ σε Μάρκο. Δεύτερον∙ δεν αρεσκόταν καθόλου στις θέσεις και τις τιμές, κάτι που φάνηκε ιδιαιτέρως και από το γεγονός ότι καθ’ υπακοήν δέχτηκε να γίνει επίσκοπος Εφέσου, προκειμένου να λάβει μέρος στη σύνοδο της Φερράρας/Φλωρεντίας (1438-1439), και από την άρνησή του μετά την επιστροφή του από τη σύνοδο – όπου ο λαός του επιφύλαξε θριαμβευτική υποδοχή για την εμμονή του στην ορθόδοξη πίστη – να δεχτεί την προσφερομένη σε αυτόν από τον αυτοκράτορα θέση του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως. Τρίτον∙δεν δίστασε, παρόλο ότι έμπαινε σε κίνδυνο η ζωή του, να μείνει σταθερός στην πίστη του: και στην ίδια τη σύνοδο της Φερράρας, όταν ο πάπας μετά την άρνηση του αγίου Μάρκου να υπογράψει το ενωτικό έγγραφο τον απείλησε ότι θα κηρυχτεί αιρετικός και άρα θα εξοριστεί, αλλά και όταν ο αυτοκράτορας τον κυνήγησε, λόγω της άρνησής του και πάλι να δεχτεί σε κοινωνία τον λατινόφρονα νεοεκλεγέντα πατριάρχη Μητροφάνη τον από Κυζίκου. Τελικώς, για την εμμονή του αυτή, συνελήφθη στη Λήμνο, καθώς προσπαθούσε να καταφύγει στο Άγιον Όρος, οπότε και έμεινε εκεί υπό περιορισμό για μία διετία.
Στον άγιο Μάρκο βλέπουμε να ενσαρκώνονται όλα τα κύρια γνωρίσματα της ορθοδοξίας. Η ορθοδοξία είναι μυστηριακή. Ακριβώς ο άγιος Μάρκος ανέπνεε με τα μυστήρια, και μάλιστα της Θείας Ευχαριστίας. Η άρνησή του να συλλειτουργήσει με τον λατινόφρονα πατριάρχη ήταν η φυσική συνέπεια της διαρκούς κοινωνίας του με τον Κύριο, μυστηριακά και πνευματικά. Θεωρούσε ότι θα πρόδιδε το σώμα και το αίμα του Χριστού, ενούμενος με τους «χριστεμπόρους» και τους «χριστοκαπήλους», όπως ονόμαζε τους τότε ενωτικούς. Είναι πολύ χαρακτηριστική μάλιστα η φράση του: «Έχω πειστεί ακριβώς ότι όσο απομακρύνομαι από τον πατριάρχη Μητροφάνη και τους οπαδούς του πλησιάζω τον Θεό και όλους τους αγίους, και όπως ακριβώς χωρίζομαι από αυτούς, έτσι ενώνομαι με την αλήθεια» («Πέπεισμαι γαρ ακριβώς, ότι όσον αποδιϊσταμαι τούτου (του πατριάρχου Μητροφάνους) και των τοιούτων (των οπαδών του) εγγίζω τω Θεώ και πάσι τοις αγίοις, και ώσπερ τούτων χωρίζομαι, ούτως ενούμαι τη αληθεία»).
Η ορθοδοξία είναι ασκητική. Όλη η ζωή του αγίου Μάρκου σ’ αυτό απέβλεπε: στη δι’ ασκήσεως των εντολών του Χριστού κάθαρση της ψυχής του προς φωτισμό του από τον Θεό. Μόνο ένας πιστός άλλωστε που έχει μία τέτοια προοπτική στη ζωή του, τη διακράτηση του φωτός του Θεού μέσα του με τον αγώνα τον ασκητικό κατά των ψεκτών παθών του, μπορεί να φτάνει σ’ αυτό το σημείο, δηλαδή της υπερβάσεως των απειλών για την ίδια τη ζωή του. Διότι έχει μεταθέσει το κέντρο της ζωής του πέρα από τη βιολογική του ύπαρξη, στον ίδιο τον Χριστό. Ο άγιος Μάρκος με την καθημερινή άσκησή του μπορούσε να λέει ό,τι και ο απόστολος Παύλος: «ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός». Με άλλα λόγια έμπρακτα φανέρωνε αυτό που ο Κύριος έχει υποσχεθεί στους μαθητές Του όλων των αιώνων: «Εγώ ειμι η άμπελος, υμείς τα κλήματα». Μία πραγματικότητα που γίνεται αισθητή μόνον από εκείνον που έχει θέσει σε ενέργεια τις εντολές του Χριστού μέσα του.
Και βεβαίως φαίνεται πολύ καθαρά έτσι και πώς συμπλεκόταν στον άγιο Μάρκο η παραδοσιακότητα της ορθοδοξίας με την εσχατολογική της προοπτική. Ο άγιος ήταν βαθύτατα παραδοσιακός, με την πραγματική έννοια του όρου, γιατί είχε τη δύναμη στην καρδιά του της παρουσίας του αγίου Πνεύματος, που τον έκανε να ζει ως ο Χριστός εν τω κόσμω. Την οδό για τη ζωή αυτή είχαν υποδείξει οι Πατέρες της Εκκλησίας. Ήξερε ο ιερός αυτός άνδρας ότι ο αυτοσχεδιασμός είναι εκτροπή σε επικίνδυνες ατραπούς. Μόνον ό,τι θεμελιώνεται στην πατερική παράδοση διατηρεί την αυθεντικότατη του ευαγγελικού ήθους. Γι’ αυτό και τον βλέπουμε να εμμένει και να επιμένει παραδοσιακά. Σ’  έναν μάλιστα από τους όρους που έθεσε απαρχής στη σύνοδο, για να λειτουργήσει αυτή σωστά και νομότυπα, σημείωνε: Να αναγνωστούν οι όροι των οικουμενικών συνόδων, «ως αν φανώμεν και ημείς σύμφωνοι τοις εν εκείναις πατράσι και η παρούσα σύνοδος εκείναις ακόλουθος».
Την εμμονή του αυτή αισθάνονταν όλοι. Πρώτον οι ορθόδοξοι, οι οποίοι τον έστειλαν ως εκπρόσωπό τους – μη ξεχνάμε ότι ήταν ο έξαρχος της συνόδου, αφού εκπροσωπούσε το πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως, αλλά και της Αντιοχείας και των Ιεροσολύμων – έπειτα ακόμη και οι Ρωμαιοκαθολικοί. Δεν είναι τυχαίο ότι η δική του άρνηση υπογραφής του ενωτικού κειμένου – κάτι που συνιστά από πλευράς ορθόδοξης την κορυφαία στιγμή ίσως της συνόδου – βύθισε στην απελπισία τον πάπα Ευγένιο, ο οποίος προσδοκούσε με την ένωση αυτή να κυριαρχήσει εκκλησιαστικά και στην Ανατολική Εκκλησία. Έχει μείνει στην ιστορία μάλιστα η φράση που είπε, όταν έμαθε ότι ο μόνος που δεν υπέγραψε ήταν ο Εφέσου Μάρκος ο Ευγενικός: «εποιήσαμε λοιπόν ουδέν!»
Κι αυτή είναι η ουσία τελικά της ορθής παραδοσιακότητας ως εμμονής στην αλήθεια της παραδεδεγμένης πίστης: κρατά κανείς ανοικτή τη σχέση με τον ζωντανό και αληθινό Θεό, ενώ γκρεμίζει τα όνειρα όλων επιδόξων που ζητούν με τις κάθε είδους παρεκτροπές τους να στήσουν το δικό τους βασίλειο πάνω στις ψυχές των ανθρώπων. Κρατώντας όμως ανοικτή τη σχέση με τον Θεό προσδοκά και την ώρα της συνάντησής του με Αυτόν. Κι αυτό έκανε και ο άγιος Μάρκος. Ζώντας τον Χριστό που παρέλαβε από την Εκκλησία αναγάλλιαζε με την προοπτική της πλήρους ενώσεώς του με Αυτόν την ώρα που Εκείνος θα τον καλούσε. Γι’ αυτό είπαμε  ότι και ο ίδιος ο θάνατος δεν τον τρόμαζε. Άνθρωπος που ζει τη ζωή του Χριστού έχει ήδη νικήσει τον θάνατο και – γιατί όχι; - τον περιμένει με λαχτάρα σαν τον απόστολο που διεκήρυσσε: «έχω την επιθυμίαν εις το αναλύσαι και συν Χριστώ είναι».
Χρειάζεται όμως να διευκρινίσουμε και κάτι που πλανάται πολλές φορές στη σκέψη των ανθρώπων, όταν ακούνε για την επιμονή στην ορθόδοξη πίστη και την αντίδραση του αγίου Μάρκου για την ένωση των Εκκλησιών: «Μα δεν πρέπει να ενωθούμε; Η αγάπη δεν είναι το μείζον σε σχέση με τα δόγματα και τις αρχές πίστεως, που ίσως μας θέτουν εμπόδιο στην προσέγγιση των καρδιών;» Μολονότι η απάντηση είναι γνωστή, ας επιτραπεί να απαντήσουμε. Και καταρχάς είναι πλάνη και ιστορικό σφάλμα να ισχυρίζεται κανείς ότι ο άγιος Μάρκος ως ηγέτης των ανθετικών δεν ήθελε την ένωση των Εκκλησιών. Το αντίθετο μάλιστα. Διακαής πόθος του και διάπυρο αίτημά του προς τον Θεό ήταν η ενότητα των Χριστιανών και η προσέγγιση των Εκκλησιών. Γι’ αυτό άλλωστε και πήγε στη σύνοδο της Φερράρας. Είναι μάλιστα συγκλονιστική η επιστολή του προς τον πάπα κατά την έναρξη της συνόδου: «Μέχρι πότε όλοι εμείς που έχουμε τον ίδιο Χριστό και την ίδια πίστη, θα χτυπιόμαστε και θα κομματιαζόμαστε μεταξύ μας; Μέχρι πότε εμείς που προσκυνούμε την αγία Τριάδα θα δαγκώνουμε και θα τρώμε ο ένας τον άλλον μέχρι να αλληλοεξοντωθούμε και να μας εξαφανίσουν οι εξωτερικοί εχθροί μας; Ας μη συμβεί αυτό, Χριστέ βασιλιά μας, κι ας μη νικήσει τη δική Σου καλοσύνη το πλήθος των δικών μας αμαρτιών… Ένωσέ μας και μεταξύ μας και με Σένα τον Ίδιο…».
Έβλεπε όμως ο άγιος ότι οι πλάνες της παπικής Εκκλησίας απομάκρυναν τους χριστιανούς από τον Χριστό και δημιουργούσαν συνθήκες έντασης και διαμάχης μεταξύ τους. Γι’ αυτό ήδη το πρώτο που θέτει στους παπικούς ο άγιος, κατά τους ιστορικούς, ήταν να αποβάλουν «το τραχύ και ανένδοτον», διότι «εστίν αναγκαιοτάτη η ειρήνη, ην κατέλιπεν ημίν ο δεσπότης ημών ο Χριστός και η αγάπη». Και αυτήν την αγάπη την παρέβλεψε η ρωμαϊκή εκκλησία και διελύθη και η ειρήνη. Γι’ αυτό και παρακαλεί: «αδύνατόν εστιν ανακαλέσασθαι την ειρήνην, εάν μη λυθή το του σχίσματος αίτιον»!
Ήθελε λοιπόν με πάθος την ένωση και την αγάπη ο άγιος Μάρκος, αλλά πάνω στο έδαφος της αληθείας, δηλαδή πάνω στην πίστη του Χριστού. Διότι μία αγάπη χωρίς την αλήθεια δεν είναι αληθινή. Είναι ένας απλός συναισθηματισμός που έχει πολύ σύντομη την ημερομηνία λήξεώς της. Κι αυτή είναι και η απάντηση και στην άλλη ένσταση, ότι τα δόγματα μας απομακρύνουν και δεν μας ενώνουν. Τα δόγματα, οι αλήθειες δηλαδή της πίστεως, δεν είναι απλές αρχές σαν ιδεολογικά μανιφέστα. Είναι δείκτες πορείας για να συναντήσουμε τον αληθινό Θεό και να ζήσουμε συνεπώς την αγάπη Του. Έξω από τα δόγματα που διαφυλάσσουν την ορθή εικόνα του Θεού και Χριστού μας ανοίγεται η θύρα για να εισέλθουν δικές μας αντιλήψεις και δικές μας εικόνες περί Θεού, συνεπώς να διαστρεβλωθεί και η αληθινή έννοια της αγάπης, αφού «ο Θεός αγάπη εστί και ο μένων εν τη αγάπη εν τω Θεώ μένει και ο Θεός εν αυτώ».
Περισσότερο λοιπόν από ποτέ σήμερα ο άγιος Μάρκος είναι επίκαιρος. Διότι ως ορθόδοξοι περνάμε κρίση στην ορθοδοξία μας. Την εκλαμβάνουμε οι πολλοί κυρίως ιδεολογικά, δηλαδή θεωρητικά, χάνοντας γι’ αυτό τη δύναμη που προσφέρει στη ζωή μας. Αν ένα μεγάλο μέρος των Χριστιανών έχει χάσει το νόημα της ζωής του και ζει ως άθεο, αν πολλοί πέφτουμε στην αρρώστια της εποχής, το άγχος και τη συνακόλουθη θλίψη και μελαγχολία, είναι διότι δεν ενεργοποιούμε την αλήθεια της ορθόδοξης πίστης στη ζωή μας.  Κι εδώ προβάλλει μεταξύ άλλων η μεγάλη φυσιογνωμία του αγίου Μάρκου. Έρχεται με σεμνότητα αλλά και με σθένος να μας υπενθυμίσει ότι η ορθοδοξία δεν είναι θεωρία και ιδεολογία, αλλά τρόπος ζωής, που δίνει δύναμη και φως στη ζωή, νοηματοδοτώντας την κάθε στιγμή της. Αλλά και να μας τονίσει ότι δεν επιτρέπονται εκπτώσεις στην πίστη, διότι η πίστη, όπως εξηγήσαμε, είναι εκείνη που διακρατεί την αγάπη, κατά το «αληθεύοντες εν αγάπη» του αποστόλου.

Ακολουθείν

Ο Μέγας διδάσκαλος και ειρηνικός "κατακτητής" της Ερήμου!... ΟΣΙΟΣ ΜΑΚΑΡΙΟΣ Ο ΑΙΓΥΠΤΙΟΣ 19 Ιανουαρίου




Ο άγιος Μακάριος ο Μέγας ανήκει στη Dream Team της Ερήμου. Μαζί με κορυφαίους πνευματικούς αγωνιστές & αγίους διδασκάλους της πρώτης & δεύτερης γενιάς αναχωρητών, όπως τους: Μέγα Αντώνιο, Παύλο τον Απλό, Μέγα Ποιμένα, Μέγα Σισώη, Μέγα Αρσένιο κ.ά. Είναι ένας ειρηνικός κατακτητής της Ερήμου, που πολέμησε με την κακία των ανθρώπων, αλλά και με τους δαίμονες.
Κι εμείς ζούμε σε μια έρημο γεμάτη κακία και δαίμονες. Συχνά κι η καρδιά μας είναι μια τέτοια έρημος, με παρόμοια "πανίδα". Αξίζει λοιπόν να γνωρίσουμε αυτούς που δάμασαν τη δική τους έρημο, αλλά και τη γήινη έρημο. Έχουν πολλά να μας πούν! (Δες και το άρθρο Οι άγιοι αναρχικοί)
Με σεβασμό, αναδημοσιεύουμε ένα μικρό αφιέρωμα.
π. Γεωργίου Παπαβαρνάβα

Ο όσιος Μακάριος ο Αιγύπτιος έζησε τον 4ο αιώνα μ. Χ. Πέρασε τα περισσότερα χρόνια της ζωής του στην έρημο με εγκράτεια και προσευχή. Τα ασκητικά του παλαίσματα είναι όντως θαυμαστά και η διδασκαλία του είναι καρπός εμπειρίας. Δηλαδή, τα όσα διδάσκει είναι αληθινή θεολογία, είναι ρήματα ζωοποιά και σωτηριώδη, τα οποία εξέρχονται από καρδιά που είναι ναός του Αγίου Πνεύματος και γι’ αυτό γλυκαίνουν τον νου και την καρδιά και δημιουργούν έμπνευση και διάθεση για προσευχή. 

Όσο επεδίωκε την σιωπή και την ησυχία, τόσο η φήμη τον κατεδίωκε και γι’ αυτό έτρεχαν στην έρημο πάρα πολλοί άνθρωποι για να ακούσουν την σοφή διδασκαλία του και να τραφούν πνευματικά. Αυτός τότε, όταν καταλάβαινε ότι συγκεντρωνόταν έξω από το κελλί του πλήθος ανθρώπων, έφευγε μέσα από υπόγεια σήραγγα, που ένα μέρος της έσκαψε ο ίδιος με τα χέρια του, σε μια σπηλιά, όπου συνέχιζε να προσεύχεται στην αγαπημένη του ησυχία. Αυτό το έκανε από αγάπη για τους ανθρώπους και όχι από περιφρόνηση και αδιαφορία γι’ αυτούς, αφού τους αγαπούσε αληθινά, αλλά αισθανόταν ότι τους ωφελούσε περισσότερο με την προσευχή του παρά με τον λόγο του. Η προσευχή του είχε μεγάλη δύναμη και δι’ αυτής ο Θεός ετέλεσε πολλά θαύματα, αρκετά από τα οποία, όπως θεραπείες ασθενών και δαιμονιζομένων, καθώς και αναστάσεις νεκρών, αναφέρει λεπτομερώς ο ιστορικός Παλλάδιος. 

Ένα από τα πολλά θαύματα που τέλεσε ο Θεός εισακούοντας την προσευχή του δούλου του, Μακαρίου, είναι και το εξής: Κάποια μέρα εφόνευσαν κρυφά έναν άνθρωπο και οι στρατιώτες χωρίς να γνωρίζουν τον ένοχον συνέλαβαν κάποιον αθώο. Εκείνος διαμαρτυρόταν και φώναζε ότι είναι αθώος, αλλά οι στρατιώτες δεν επείθοντο και ενώ τον οδηγούσαν στην δικαιοσύνη, μπόρεσε και τους ξέφυγε και κατέφυγε στο κελλί του οσίου Μακαρίου. Οι στρατιώτες μπήκαν στο κελλί, τον συνέλαβαν και τον έδεσαν, ενώ εκείνος φώναζε συνεχώς ότι είναι αθώος. Ο όσιος τον λυπήθηκε και πήγε στον τάφο του φονευθέντος μαζί με όλους εκείνους τους ανθρώπους. Γονάτισε και προσευχήθηκε θερμά και μετά ρώτησε τον φονευθέντα εάν ο φερόμενος ως δράστης είναι αυτός που τον εφόνευσε. Τότε ακούσθηκε φωνή μέσα από τον τάφο να λέγη ότι ο άνθρωπος αυτός είναι αθώος και ότι «άλλος με εφόνευσε τίμιε πάτερ». Ο όσιος τον ευχαρίστησε και του είπε να αναπαυθή εν ειρήνη. Τότε οι στρατιώτες ελευθέρωσαν τον αθώο και παρεκάλεσαν τον όσιο να τους υποδείξη τον ένοχο, αφού ερωτήση και πάλι τον φονευθέντα. Ο όσιος Μακάριος τους είπε ότι είναι αρκετό το ότι τους βεβαίωσε πως ο άνθρωπος αυτός δεν πρέπει να τιμωρηθή γιατί είναι αθώος και ότι ο ίδιος δεν είναι κριτής για να τιμωρήση τον ένοχο. 

Στα Συναξάρια αναφέρονται κάποια περιστατικά, τα οποία είναι εντυπωσιακά και ταυτόχρονα διδακτικά. Ένα από αυτά είναι και το παρακάτω:
- Κάποτε εκεί που περπατούσε συνάντησε δύο νέους διαφορετικού φύλου να περιπτύσσονται και να ασπάζονται περιπαθώς ο ένας τον άλλον. Ο όσιος αντί να τους κατακρίνη, ελεεινολόγησε τον εαυτό του λέγοντας: «Εσύ άθλιε έχεις τόση αγάπη προς τον Χριστό όσην έχουν αυτά τα παιδιά μεταξύ τους;». Μέ αυτόν τον τρόπο ταπεινώθηκε, αλλά και την κατάκριση απέφυγε.
Ετελειώθη εν ειρήνη σε βαθύ γήρας, ήτοι σε ηλικία 90 ετών.

Ο ιερός υμνογράφος απευθυνόμενος στον όσιο Μακάριο του λέγει, μεταξύ των άλλων, και τα εξής: 
«Της μακαριότητος της υπέρ νουν ορεγόμενος, ελογήσω θεσπέσιε· τρυφήν την εγκράτειαν, την πτωχείαν πλούτον, την ακτημοσύνην περιουσίαν ασφαλή και ευδοξίαν την μετριότητα· διό και της εφέσεως της κατά γνώμην επέτυχες, εν σκηναίς αυλιζόμενος των αγίων, Μακάριε» (Στιχηρό Εσπερινού). 
Δηλαδή, ο όσιος αγαπούσε περισσότερο από όλα τον Θεό και ορεγόταν[=ποθούσε, λαχταρούσε] όχι τα πρόσκαιρα και φθαρτά, αλλά την μακαριότητα της Βασιλείας Του. Για τον λόγο αυτόν θεωρούσε ως τρυφή [=πολυτέλεια, άνεση] την εγκράτεια, ως αληθινό πλούτο την φτώχεια, ως ασφαλή περιουσία την ακτημοσύνη και ως αληθινή δόξα την ταπείνωση. Γι’ αυτό και επέτυχε να απολαύση αυτά που ποθούσε και για τα οποία αγωνιζόταν και αγάλλεται αιωνίως στα ουράνια σκηνώματα μαζί με όλους τους Αγίους. 
Ο βίος και η πολιτεία του οσίου Μακαρίου μας δίνουν την αφορμή να τονίσουμε τα ακόλουθα:
Αληθινός πλούτος είναι αυτός που δεν φθείρεται και που δεν μπορούν οι κλέφτες να τον κλέψουν και να τον αφαιρέσουν από τον κάτοχό του. Και τέτοιος είναι η εκούσια φτώχεια που αποκτάται με την ελεημοσύνη, η οποία είναι στην πραγματικότητα κατάθεση στα «θησαυροφυλάκια» του ουρανού. Ασφαλής περιουσία είναι ο πλούτος της κεκαθαρμένης από τα πάθη καρδιάς, επειδή μέσα σ’ αυτήν είναι θησαυρισμένη η άκτιστη Χάρη του Θεού.
Όποιος κυνηγά τον πρόσκαιρο πλούτο και την εφήμερη δόξα στην πραγματικότητα απεμπολεί την ελευθερία με την οποία τον προίκησε ο Θεός και υποδουλώνεται στους ανθρώπους εκείνους, οι οποίοι, με τον έναν η τον άλλο τρόπο, τον βοήθησαν να τα αποκτήση, επειδή τον έχουν στο χέρι, κατά το κοινώς λεγόμενο, και μπορούν να τον εκβιάζουν όποτε θέλουν. Όποιος υποδουλώνεται ελεύθερα στον Θεό και ζη κάτω από την σκέπη Του, σύμφωνα με το θέλημά Του, αυτός, κατά τον όσιο Μακάριο, δέχεται «την εξ ύψους δύναμιν, την επουράνιον του Πνεύματος αγάπην και αφού λάβει το επουράνιο πυρ της αθανάτου ζωής, λύεται από κάθε κοσμική και ψεύτικη αγάπη και ελευθερώνεται από κάθε δεσμό κακίας» και παραμένει αληθινά ελεύθερος να αγαπά και να πράττη το αγαθό και ευάρεστο στον Θεό. 
  

Αληθινά ελεύθερος δεν είναι εκείνος ο οποίος κάνει ο,τι του υπαγορεύουν τα πάθη, οι κακίες και οι αδυναμίες του, ήτοι το να αμαρτάνη, να μισή, να γκρεμίζη και να καταστρέφη, αλλά εκείνος που μπορεί να αγαπά ανιδιοτελώς και να σέβεται, να προσφέρη και να ευεργετή με κάθε τρόπο τους συνανθρώπους του. 
Το όραμα του αγίου Μακάριου για την Κόλαση & ο ξυλοδαρμός του για το νόθο παιδί μιας κοπέλας

Ο άγιος Μακάριος, βαδίζοντας στην έρημο, ξέθαψε κατά λάθος με το ραβδί του ένα κρανίο. Έσκυψε λοιπόν, το έθαψε με σεβασμό και προσευχήθηκε για τον άνθρωπο, στον οποίο ανήκε. Τότε του εμφανίστηκε η ψυχή και τον πληροφόρησε ότι, όταν ζούσε, ήταν λάτρης των δαιμόνων (ιερέας της Ίσιδος) και τώρα βρισκόταν στην κόλαση. «Και πώς είναι εκεί;» ρώτησε ο άγιος. «Τα πάντα βρίσκονται μέσα στη φωτιά» απάντησε η ψυχή. «Κι εμείς είμαστε δεμένοι πλάτη με πλάτη. Όμως, όταν εσύ προσεύχεσαι για μας, βλέπουμε λίγο ο ένας τον άλλο, όση ώρα διαρκεί η προσευχή».
Ξέρουμε από τους αγίους χριστιανούς διδασκάλους ότι η φωτιά, που ανέφερε η ψυχή, είναι το Φως του Θεού, στο οποίο λούζονται τα πάντα στον άλλο κόσμο. Η αίσθηση που βιώνουν από Αυτό το Φως εκείνοι που το βλέπουν μέσα από την παραμόρφωση του εγωισμού είναι αυτό που περιγράφεται ως «πυρ της κολάσεως».
Ο άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος ήταν τόσο καλός, ώστε, όταν μια νέα γυναίκα που είχε μείνει έγκυος από κάποιον κρυφό εραστή, τον συκοφάντησε ότι το παιδί ήταν δικό του, εκείνος το δέχτηκε, υπέμεινε κάθε είδους προσβολές από τον πληθυσμό εκείνου του τόπου και άρχισε να δουλεύει διπλάσια, για να συντηρήσει και τη γυναίκα με το παιδί της. Και, όταν αργότερα αποκαλύφθηκε η συκοφαντία, έφυγε κρυφά και δε ζήτησε ποτέ το δίκιο του.
Η συνάντηση του αγίου με τους δύο Γυμνούς Ασκητές της«Εσώτερης Ερήμου»

Μακαρίου του Αιγυπτίου του Αλεξανδρέως τα ευρισκόμενα πάνταΑποφθέγματα, 238-240. Στο MignePatrologia Graeca,  τ. 34, 237-240:

«Ήλθε ποτέ Μακάριος ο Αιγύπτιος από Σκήτεως εις το όρος της Νιτρίας, εις την προσφοράν του αββά Παμβώ. Και λέγουσιν αυτώ οι γέροντες: Ειπέ ρήμα τοις αδελφοίς, πάτερ. Ο δε είπεν: Εγώ ούπω γέγονα μοναχός, αλλ’ είδον μοναχούς. Καθημένω γαρ μοι ποτέ εν τω κελλίω εις Σκήτιν, ώχλησάν μοι οι λογισμοί λέγοντες: άπελθε εις την έρημον και ίδε τι βλέπεις εκεί. Έμεινα δε πολεμών τω λογισμώ πέντε έτη, λέγων μήπως από δαιμόνων εστίν. Και ως επέμεινεν ο λογισμός, απήλθον εις την έρημον. Και εύρον εκεί λίμνην υδάτων και νήσον εν μέσω αυτής. Και ήλθον τα κτήνη της ερήμου πιείν εξ αυτής. Και είδον εν μέσω αυτών δύο ανθρώπους γυμνούς. Και εδειλίασε το σώμα μου. Ενόμισα γαρ ότι πνεύματα εισίν. Αυτοί δε με ως είδον δειλιώντα, ελάλησαν προς με: Μη φοβού, και ημείς άνθρωποι εσμέν.
»Και είπον αυτοίς: πόθεν εστέ, και πώς ήλθετε εις την έρημον ταύτην; Και είπον: Από κοινοβίου εσμέν. Και γέγονεν ημίν συμφωνία και εξήλθομεν ώδε. Ιδού τεσσαράκοντα έτη, και ο μεν είς Αυγύπτιος, ο δε έτερος Λυβικός υπάρχει. Και επηρώτησάν με και αυτοί λέγοντες: Πώς ο κόσμος; Και ει έρχεται το ύδωρ κατά καιρόν αυτού, και ει έχει ο κόσμος την ευθηνίαν αυτού, και είπον αυτοίς: ναι. Καγώ αυτούς ηρώτησα: πώς δύναμαι γενέσθαι μοναχός; Και λέγουσί μοι: Εάν μη αποτάξηται τις πάσι τοις του κόσμου, ου δύναται γενέσθαι μοναχός. Και είπον αυτοίς: Εγώ ασθενής ειμί και ου δύναμαι ως υμείς. Και είπον μοι και αυτοί: Και εάν ου δύνασαι ως ημείς, κάθου εις το κελλίον σου, και κλαύσον τας αμαρτίας σου. Και ηρώτησα αυτούς: Όταν γίνηται χειμών, ου ριγάτε; Και όταν γίνηται καύμα, ου καίεται τα σώματα υμών; Οι δε είπον: Ο Θεός εποίησεν ημίν την οικονομίαν ταύτην, και ούτε τω χειμώνι ριγώμεν, ούτε τω θέρει το καύμα ημάς αδικεί.
Διά τούτο είπον υμίν ότι ούπω γέγονα μοναχός, αλλ’ είδον μοναχούς. Συγχωρήσατέ μοι, αδελφοί».

Νεοελληνική απόδοση:

Κάποτε ο Μακάριος ο Αιγύπτιος ήρθε από τη Σκήτη στο όρος της Νιτρίας, στον αββά Παμβώ. Και οι γέροντες του λένε: «Πες ένα λόγο στους αδελφούς, πάτερ». Και εκείνος είπε: «Εγώ δεν έχω γίνει ακόμη μοναχός, αλλά είδα μοναχούς. Διότι, κάποτε, ενώ καθόμουν στο κελλί μου, με ενόχλησαν οι λογισμοί λέγοντας: “Πήγαινε στην έρημο, να διαπιστώσεις τι θα δεις εκεί”. Έμεινα αντιστεκόμενος στο λογισμό πέντε χρόνια, διστάζοντας μήπως προέρχεται από δαίμονες. Καθώς όμως επέμεινε ο λογισμός, πήγα στην έρημο. Και εκεί βρήκα μια λίμνη και ένα νησί στη μέση της. Και ήρθαν τα ζώα της ερήμου να πιουν νερό, και είδα ανάμεσά τους δύο ανθρώπους γυμνούς. Και δείλιασε το σώμα μου, γιατί νόμισα ότι είναι πνεύματα. Εκείνοι όμως, όταν με είδαν να δειλιάζω, μου είπαν: “Μη φοβάσαι, κι εμείς άνθρωποι είμαστε”.
»Και τους είπα: “Από πού είστε και πώς ήρθατε σ’ αυτή την έρημο;” Και είπαν: “Είμαστε από ένα κοινόβιο. Και κατόπιν κοινής συμφωνίας ήρθαμε εδώ. [Ζούμε εδώ] σαράντα χρόνια και είμαστε ο ένας Αυγύπτιος και ο άλλος Λίβυος”. Και με ρώτησαν και αυτοί: “Σε τι κατάσταση βρίσκεται ο κόσμος; Βρέχει στην ώρα του και έχει ο κόσμος την αφθονία του;” Και τους είπα: “Nαι”. Κι εγώ τους ρώτησα: “Πώς μπορώ να γίνω μοναχός;” Και μου λένε: “Εάν δεν απαρνηθεί κάποιος όλα τα του κόσμου, δε μπορεί να γίνει μοναχός”. Και τους είπα: “Εγώ είμαι αδύναμος και δε μπορώ σαν εσάς”. Και μου είπαν και αυτοί: “Και εάν δε μπορείς σαν εμάς, να κάθεσαι στο κελλί σου και να θρηνείς τις αμαρτίες σου”. Και τους ρώτησα: “Όταν γίνεται χειμώνας, δεν κρυώνετε; Και όταν γίνεται καύσωνας, δεν καίγονται τα σώματά σας;”. Εκείνοι είπαν: “Ο Θεός μας έκανε αυτή τη χάρη, και ούτε το χειμώνα κρυώνουμε, ούτε το καλοκαίρι μας βασανίζει ο καύσωνας”.
»Γι’ αυτό σας είπα δεν έχω γίνει ακόμη μοναχός, αλλά είδα μοναχούς. Συγχωρέστε με, αδελφοί».

ΕΠΙ ΤΟΝ ΙΟΡΔΑΝΗΝ ΔΡΑΜΩΜΕΝ!

  « Τήν Βηθλεέμ ἀφέμενοι, τό καινότατον θαῦμα, πρός Ἰορδάνην δράμωμεν, ἐκ ψυχῆς θερμοτάτης, κἀκεῖσε κατοπτεύσωμεν τό φρικτόν Μυστήριον· θεοπ...