Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 14, 2013

Παπική Μίτρα και θεός Δαγών




Η παπική «Τιάρα» προήλθε από ένα κωνικό Φρυγικό καπελάκι. Η προέλευση της παπικής τιάρας αποτελεί ένα μυστήριο. Η ίδια η λέξη τιάρα είναι περσική και αφορούσε το στέμμα του «μεγάλου βασιλιά».

Η «μίτρα» στον Δυτικό Χριστιανισμό είναι ένα ψηλό καπέλο, που αποτελείται από δύο όμοια τμήματα (το μπροστινό και πίσω) που οδηγούν σε μια κορυφή.

Στην Καθολική Εκκλησία, το δικαίωμα να φορούν τη μίτρα το έχουν οι επίσκοποι και οι ηγούμενοι. Οι Καρδινάλιοι, ακόμα και εκείνοι που δεν είναι επίσκοποι και που έχουν ειδική άδεια από τον Πάπα μπορούν να φορούν την μίτρα.

Υπάρχουν τρεις τύποι Μίτρας που φοριούνται για διαφορετικές περιπτώσεις:

- Η «simplex» (απλή) που είναι κατασκευασμένη από λευκό λινό ή μετάξι και φοριέται σε κηδείες και στη Μεγάλη Παρασκευή.
- Η «pretiosa» (πολύτιμη) που είναι διακοσμημένη με πολύτιμους λίθους και χρυσό και φοριέται τις Κυριακές και τις γιορτές. Αυτός ο τύπος της μίτρας σπάνια διακοσμημένος με πολύτιμους λίθους σήμερα, και τα σχέδια έχουν γίνει πιο ποικίλα.
- Η «auriphrygiata» που είναι από απλό χρυσό ύφασμα ή λευκό μετάξι με χρυσό ή ασήμι και φοριέται από τους επισκόπους κατά τον εορτασμό των μυστηρίων.

Με την ανάληψη των καθηκόντων του ως Πάπας, ο Βενέδικτος ΙΣΤ ' έσπασε την παράδοση και αντικατέστησε την παπική τιάρα, με μια παπική μίτρα και ένα pallium.Στην φωτογραφία με μία μίτρα «pretiosa».

Το παρακάτω προέρχεται από το βιβλίο «Βαβυλωνιακή Μυστηριακή Θρησκεία και Βατικανό» (“Babylon Mystery Religion”) του Ralph Woodrow (εκδόσεις ΣΤΕΡΕΩΜΑ).

Ο Ralph Woodrow είναι ευαγγελικός χριστιανός, ομιλητής και συγγραφέας δεκαέξι βιβλίων. Ο Woodrow υποστήριξε στο παρελθόν την διατριβή του 19ου αιώνα του Πρεσβυτεριανού κληρικού Alexander Hislop (1807-65), με τον τίτλο "The Two Babylons" ("Οι Δύο Βαβυλώνες"), σύμφωνα με την οποία ο Ρωμαιοκαθολικισμός είναι μια συγκρητιστική ειδωλολατρική θρησκεία (δες και εδώ), όπως αναφέρεται και στο βιβλίο “Babylon Mystery Religion”. Όμως αρκετά χρόνια αργότερα ο Woodrow άλλαξε γνώμη και απέσυρε το έργο του από την κυκλοφορία.

Τα πανάκριβα και πολύπλοκα διακοσμημένα ενδύματα που φορούν οι Πάπες δεν έχουν υιοθετηθεί από το Χριστιανισμό, αλλά αντιγράφηκαν από εκείνα των Ρωμαίων αυτοκρατόρων. Οι ιστορικοί δεν άφησαν αυτό το γεγονός να περάσει απαρατήρητο και η μαρτυρία τους βεβαιώνει ότι «τα ενδύματα του ιερατείου... αποτελούν κληροδότημα της Εθνικής Ρώμης».

Η τιάρα που φορούν οι Πάπες -μολονότι διακοσμήθηκε με διαφορετικούς τρόπους σε διαφορετικές εποχές- είναι απαράλλαχτη στο σχήμα με εκείνη που φορούσαν οι «θεοί» ή οι άγγελοι που βλέπουμε στις αρχαίες Ασσυριακές πλάκες. Είναι παρόμοια με εκείνη του Δαγών, του θεού-ψαριού.


Ο Δαγών ήταν στην πραγματικότητα μία μυστηριακή μορφή του Βαβυλωνιακού «σωτήρα». Το όνομα ‘Dagon’ προέρχεται από τη λέξη ‘dag’ (η λέξη αυτή στην Βίβλο μεταφράζεται «ψάρι») και σημαίνει θεός-ψάρι. Μολονότι πηγάζει από την Εθνική λατρεία της Βαβυλώνας, η λατρεία του Δαγών έγινε ιδιαίτερα δημοφιλής στους Φιλισταίους (Κριτές ιστ΄ : 21-30, Α΄ Σαμουήλ ε΄: 5,6).

Ο τρόπος με τον οποίο απεικονίζεται ο Δαγών στα γλυπτά της Μεσοποταμίας παρουσιάζεται σε αυτή τη μορφή. Ο Layard στο βιβλίο του «Βαβυλώνα και Νινευή», επεξηγεί ότι. «το κεφάλι του ψαριού σχηματίζει μία μήτρα πάνω από το κεφάλι του ανθρώπου, ενώ το λεπιδωτό σώμα του έπεφτε σαν μανδύας προς τα πίσω, αφήνοντας τα χέρια και τα πόδια εκτεθειμένα» Αργότερα, καθώς ο μανδύας αυτός εξελίχθηκε, απέμεινε μόνο το κορυφαίο κομμάτι του σαν μία μήτρα, με τα σαγόνια του ψαριού ελαφρά ανοιγμένα. Σε αρκετά αρχαία νομίσματα της Μάλτας απεικονίζεται ένας Θεός (του οποίου τα χαρακτηριστικά είναι όμοια με εκείνα του Αιγυπτιακού Όσιρι) φορώντας την ψαροκεφαλή μήτρα χωρίς το σώμα του ψαριού.

Υπάρχει μία μορφολογική σχέση ανάμεσα στην παπική τιάρα και τον «φρυγικό» σκούφο, ο οποίος έγινε παγκόσμιο σύμβολο των ανατολικών λατρειών, αφού φοριόταν από τον Μίθρα, τον Άττι, τους Κάβειρους, τους Διόσκουρους και τους λάτρεις τους. Αργότερα έγινε κάλυμμα κεφαλής για τους μεσαιωνικούς Μασόνους, τους ‘ξεβράκωτους’ (ή «αβράκωτους» - “Sans culotte”- τους Γάλλους επαναστάτες του 1789) και την ίδια την La Liberte. Ο συμβολισμός του είναι μία από τις υπέρτατες πνευματικές επιτεύξεις που παρουσιάζονται επίσης στο λευκό στέμμα του Όσιρι, στον Κόρυμβο του Βούδα, στο εξογκωμένο κρανίο του Shou hsing (κινέζικου θεού) και στην τιάρα του Σίβα και του Πάπα.



O Α. Ironside  μας λέει πως ο Πάπας είναι «ο απευθείας διάδοχος του αρχιερέα των Βαβυλωνιακών μυστηρίων και υπηρέτης του θεoύ-ψαριού Δαγών, και γι’ αυτό το λόγο φορά όπως και οι Εθνικοί προκάτοχοί του το δαχτυλίδι του ψαρά». Για άλλη μια φορά στην ανάμιξη της Εθνικής λατρείας με τον Χριστιανισμό, οι ομοιότητες έκαναν την ανάμιξη λιγότερο εμφανή. Σ’ αυτήν την περίπτωση, εφόσον ο απ. Πέτρος ήταν ψαράς, το δαχτυλίδι του θεού-ψαριού με τον τίτλο του Υπέρτατου Ποντίφηκα χαραγμένο πάνω σ’ αυτό, συνδέθηκε με το άτομό του. Αλλά ένα δαχτυλίδι σαν αυτό δεν φορέθηκε ποτέ από τον Πέτρο τον Απόστολο. Κανείς ποτέ δεν υποκλίθηκε για να φιλήσει το δαχτυλίδι του. Είναι πολύ πιθανόν να μην είχε κανένα δαχτυλίδι -γιατί «αργύριον και χρυσίον αυτός δεν είχε»! (Πράξεις γ΄6) 

ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ


 

Ἀνόητες ρητορικές ἐρωτήσεις καί τοποθετήσεις ἱερέων καί ἱερομονάχων περί Ἀντιχρίστου (εὐτυχῶς ἐλαχίστων) Τοῦ Γέροντος Ἀρχιμ. Νεκταρίου Μουλατσιώτη





Τοῦ Γέροντος Ἀρχιμ. Νεκταρίου Μουλατσιώτη

Ἐρώτηση 1η: Πρέπει νά ὁμιλοῦμε περί Ἀντιχρίστου ἤ μόνο περί Χριστοῦ;


Ἀπάντηση: Ὅποιος ἀσχολεῖται μέ τόν Χριστό καί διαβάζει Ἁγία Γραφή, ἀναπόφευκτα θά συναντήσει μέσα στή Γραφή κείμενα περί Ἀντιχρίστου καί περί συντελείας τοῦ κόσμου καί τῆς Δευτέρας Παρουσίας τοῦ Κυρίου μας. Πρῶτος περί Ἀντιχρίστου ὁμιλεῖ ὁ Κύριός μας, ἀκολουθοῦν μετά ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης κτλ. 
Ἐπίσης ἕνα μεγάλο πλῆθος ἁγίων Πατέρων καί ὁσίων, ἕως καί τῶν ἡμερῶν μας ὁμίλησαν, ἔγραψαν καί ἐνημέρωναν πάντοτε τούς πιστούς, ὄχι μόνον διά τόν Χριστό καί τήν ἐν Χριστῶ ζωή, ἀλλά καί διά τόν ἐρχομό τοῦ Ἀντίχριστου καί τήν ἐποχή του, ὅπως ὁ Ἅγιος Κύριλλος Ἱεροσολύμων, ὁ Ἅγιος Ἐφραίμ ὁ Σύρρος, οἱ Ἄγιοι Εἰρηναῖος, Ἰππόλυτος, Ἱερώνυμος, Αὐγουστῖνος, Βικτωρίνος, Γρηγόριος ὁ Μέγας, Καισάριος τῆς Ἀρελάτης, ὁ Ἅγιος Βέδας, ὁ Ἅγιος Νεόφυτος ὁ Ἔγκλειστος, ὁ Ἄγιος Οἰκουμένιος, ὁ Ἅγιος Ἀνδρέας, ὁ Ἅγιος Ἀρέθας, ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός ἕως καί ὁ Ἅγιος Ἰουστῖνος ὁ Πόποβιτς, ὁ Γέροντας Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης ὁ σύγχρονος Ἅγιος τῶν ἡμερῶν μας, ὁ ὁποῖος διά νά μήν ἀμφισβητηθοῦν τά ὅσα ἔγραψε περί Ἀντιχρίστου, κατέθεσε ἰδιόχειρη ἐπιστολή ἐπί τούτου. Ἀκόμη ὁ Γέροντας Πορφύριος, τόν ὁποῖο συχνά ἐπισκεπτόμουν στό Ἡσυχαστήριό του καί ὁ ὁποῖος προσωπικά μετά ἀπό συνομιλία μιάμισης ὥρας μετά τῆς ταπεινότητός μου γιά τό θέμα τοῦ Ἀντιχρίστου, μέ προέτρεψε νά ὁμιλήσω στό λαό καί μάλιστα μέ ἕνα συγκεκριμένο κήρυγμα πού θά ἔχει τίτλο «οἱ δύο Ἀντίχριστοι» ἑνός πού ἔρχεται γιά νά πλανήσει τήν οἰκουμένη καί ἑνός πού ὑπάρχει μέσα μας ὑπό τήν μορφή τῶν παθῶν μας. 
Ἐπίσης μεγάλοι διδάσκαλοι τῶν ἡμερῶν μας ὁμίλησαν καί ἔγραψαν περί Ἀντιχρίστου ὅπως ὁ Χρῆστος Ἀνδροῦτσος, Παναγιώτης Τρεμπέλας, Ἀνδρέας Θεοδώρου, Μᾶρκος Σιώτης, Βασίλειος Ταμιωλάκης, ἀλλά καί πολλοί σύγχρονοι ἁγιασμένοι κληρικοί καί μοναχοί ὅπως ὁ μακαριστός Ἅγιος Ἱεράρχης τῆς Φλώρινας Αὐγουστῖνος Καντιώτης, ὁ π. Χαράλαμπος Βασιλόπουλος, Γέροντας Ἀρσένιος Κομπούγιας, π. Ἀθανάσιος Μυτιληναῖος, Γέροντας Χριστόδουλος Ἀγγελόγλου, Ἀρχιμ. Ἐμμανουήλ Καλύβας, κτλ. 
Ἀποροῦμε λοιπόν πῶς σημερινοί κληρικοί, ἔστω καί ἐλάχιστοι, διατυπώνουν παρόμοιες ἀνόητες ἐρωτήσεις!!! διά τό ἐάν δηλαδή καί κατά πόσον μποροῦμε νά μιλοῦμε περί Ἀντιχρίστου. Δέν κατανοοῦν ὅτι ἐκτίθονται καί φαίνονται ἄσχετοι μέ τήν Πατρολογία καί ὅτι γενικῶς δέν μελετοῦν τά συγγράμματα ἁγίων, παλαιῶν καί νεωτέρων; 
Ἐπίσης ὑπάρχουν κληρικοί καί ἱερομόναχοι οἱ ὁποῖοι συνιστοῦν στούς πιστούς λέγοντάς τους «ἐσεῖς νά ἀσχολεῖσθε μόνον μέ τόν Χριστό καί ἀφῆστε τόν Ἀντίχριστο». Θεωροῦμε ὅτι καί οἱ ἀνωτέρω εἶναι παντελῶς ἄσχετοι μέ τήν Πατρολογία τῆς Ἐκκλησίας μας. Διότι ἄν μελετοῦσαν τούς Ἁγίους καί τούς Πατέρες, εἶναι ἀδύνατον νά μήν συναντοῦσαν τά κείμενα τῶν Πατέρων πού ἐπανειλλημμένως ἀσχολήθηκαν, ὁμίλησαν καί ἔγραψαν περί Ἀντιχρίστου. 
Συμπεραίνουμε λοιπόν ὅτι οἱ ἀνωτέρω κληρικοί εἶναι καί αὐτοί ἄσχετοι καί ἐπικίνδυνοι μέ τά ὅσα κηρύττουν. Τούς συνιστοῦμε νά διαβάσουν τά ὅσα ἔχουμε γράψει στό ἄρθρο πού ὑπάρχει ἐντός τοῦ παρόντος περιοδικοῦ μέ τόν τίτλο «Περί Ἀντιχρίστου», «Μέρος Γ´: Ποιοί θά πλανηθοῦν ἀπό τόν Ἀντίχριστο κατά τήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων Πατέρων» (Ὀρθόδοξη Μαρτυρία τ. 158 σελ. 9).
Πιστεύουμε λοιπόν ὅτι ἡ προτροπή «ἀσχοληθεῖτε μόνον μέ τόν Χριστό καί ὄχι μέ τόν Ἀντίχριστο» μπορεῖ νά λεχθεῖ κατ᾽ ἄκραν οἰκονομίαν μόνο σέ ἀνθρώπους νεοφώτιστους πού προσέρχονται τώρα στό Χριστό κι ἔχουν παντελή ἄγνοια περί τῆς Ὀρθοδοξίας καί τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἄν καί κάτι τέτοιο δέν τό δέχεται ὁ Ἅγιος Κύριλλος Ἱεροσολύμων, διότι ὅπως διαβάζουμε στή 15η κατήχησή του πρός τούς φωτιζομένους ἀναφέρεται ἐκτενῶς στά περί τοῦ Ἀντιχρίστου, ὅπως ἀναφέρει ἡ «Πατρολογία» τοῦ Στυλιανοῦ Παπαδόπουλου (τόμος Α´ 4η ἔκδοση, Ἀθήνα 2000, σελ. 170-175). 
Ἐάν ὁ Χριστός καί οἱ Ἅγιοι δέν ἤθελαν νά ὁμιλοῦμε περί Ἀντιχρίστου, νά εἶστε βέβαιοι ὅτι δέν θά γινόταν λόγος πουθενά διά τόν Ἀντίχριστο οὔτε μέσα στήν Ἁγία Γραφή, οὔτε στά πατερικά συγγράμματα. Ἄρα τά ὅσα κηρύττουν παρόμοιοι κληρικοί κάνοντας ἀνόητες καί ρητορικές ἐρωτήσεις πλανοῦν τό λαό καί πλανῶνται οἱ ἴδιοι οἰκτρά.






Ἐρώτηση 2η:
Διατί ἐνῶ κάποιοι κληρικοί κηρύττουν ὅτι ἔρχεται ὁ Ἀντίχριστος οἱ ἴδιοι κτίζουν ναούς καί μοναστήρια; Τί τά θέλουν ἀφοῦ ἔρχεται ὁ Ἀντίχριστος;



Ἀπάντηση: Τήν ζωή, τήν δράση καί τό ἔργο τῶν κληρικῶν, ἀλλά καί τῶν χριστιανῶν δέν τήν καθορίζει οὔτε θά τήν κατευθύνει ὁ ἐρχομός τοῦ Ἀντιχρίστου. Οὔτε καί πρέπει ὁ ἄνθρωπος νά ρυθμίζει τά τῆς ζωῆς του σύμφωνα μέ τόν ἐρχομό τοῦ Ἀντιχρίστου. Ὁ κληρικός καί ὁ χριστιανός πρέπει νά ρυθμίζει τήν ζωή του μόνον σύμφωνα μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί μόνον μέ αὐτό. 
Ἀλλοίμονο ἐάν ὁ Ἀντίχριστος ρύθμιζε ἤ ρυθμίζει τά τῆς ζωῆς μας. Τότε θά ἔπρεπε οἱ ἄνθρωποι νά σταματήσουν ἀμέσως νά ἐργάζονται, νά κτίζουν σπίτια, νά παντρεύονται, νά κάνουν οἰκογένεια καί παιδιά, διότι ἀφοῦ ἔρχεται ὁ Ἀντίχριστος τί θέλουν τίς ἐργασίες, τά σπίτια, τούς γάμους καί τά παιδιά; 
Ξεχάσαμε ὅτι ὁ Χριστός εἶπε μέχρι καί τήν Δευτέρα Παρουσία Του ὁ χριστιανός θά ἐκτελεῖ κανονικά τά καθήκοντά του καί θά ρυθμίζει τή ζωή του καθημερινά σύμφωνα μόνο μέ τό θέλημά Του; Αὐτό μαρτυρεῖται καί ἀπό τά ἴδια τά λόγια τοῦ Κυρίου πού ἀναφερόμενος στήν Δευτέρα Παρουσία εἶπε: «τότε δύο ἔσονται ἐν τῷ ἀγρῷ, εἷς παραλαμβάνεται καὶ εἷς ἀφίεται· δύο ἀλήθουσαι ἐν τῷ μύλῳ, μία παραλαμβάνεται καὶ μία ἀφίεται» (κατά Ματθ. ΚΔ´ 40-41). 
Τά λόγια αὐτά τοῦ Κυρίου μαρτυροῦν ξεκάθαρα ὅτι οὐδείς ἐπιτρέπεται νά σταματήσει νά ζεῖ καί νά ἐργάζεται σύμφωνα μέ τό θέλημά Του ἕως καί τήν ἡμέραν πού ὁ Κύριος θά ἔλθει νά τόν πάρει. Πουθενά δέν ἀναφέρθηκε ὁ Κύριος ὅτι μόλις δοῦμε τόν Ἀντίχριστο νά ἔρχεται, ἐμεῖς νά καθίσουμε στίς καρέκλες καί νά τόν ἀναμένουμε, διότι σέ λίγο θά γίνει ἡ Δευτέρα Παρουσία. Μέ τά ἀνωτέρω λόγια του μᾶλλον τό ἀκριβῶς ἀντίθετο μᾶς λέγει ὁ Κύριος ὅτι πρέπει νά κάνουμε. Θέλει ὁ Κύριος νά μᾶς βρεῖ ὄχι καθήμενους ἀλλά ἐργαζομένους τό θέλημά Του.
Ἀλλοίμονο λοιπόν, ἐάν ὁ Ἀντίχριστος καί ὁ ἐρχομός του ρύθμιζε τά τῆς ζωῆς μας καί ὄχι τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Οἱ χριστιανοί λοιπόν ἕως τέλους θά ζοῦν καί θά πράττουν σύμφωνα μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος θέλει τή γυναίκα νά τεκνοποιεῖ, τούς ἀνθρώπους νά ἐργάζονται, τούς μοναχούς νά ἀνεγείρουν μοναστήρια καί νά προσεύχονται καί ὅλοι νά εἶναι «ἐν ἐγρηγόρσει» καί οὐδείς νά τεμπελιάζει, ὅπως ἀναφέρει καί ὁ Παῦλος στήν πρός Θεσσαλονικεῖς ἐπιστολή του.
Ταπεινά θεωροῦμε ὅτι μέ τίς ἀνωτέρω ἀνόητες ρητορικές ἐρωτήσεις διαφόρων -εὐτυχῶς ἐλαχίστων- κληρικῶν καί ἱερομονάχων εἴτε σέ διάφορα μοναστικά συνέδρια, εἴτε σέ κηρύγματα καί ὁμιλίες ἐντός τῶν ἱερῶν ναῶν, ἤ σέ προσωπικές συζητήσεις μέ τά πνευματικοπαίδια τους, τό μόνο πού πετυχαίνουν εἶναι νά ἐκτίθονται στό χῶρο τῆς Ἐκκλησίας ὡς ἄσχετοι μέ τά Πατερικά καί ἐκκλησιαστικά κείμενα πλανῶντες ἑαυτούς καί ἀλλήλους. Διότι ἄλλα λέγουν οἱ Πατέρες καί οἱ Ἅγιοι καί ἄλλα κηρύττουν αὐτοί.
Ἐρώτηση δική μας:
Ἐρωτοῦμε προσωπικά τούς κληρικούς οἱ ὁποῖοι συνιστοῦν στούς πιστούς τά ὅσα ἀνωτέρω ἀναφέρουμε. Ἀλήθεια, θά συνιστοῦσαν ἐάν ζοῦσαν στήν ἐποχή τῶν ἁγίων πού ἀναφέρουμε νά ἀσχολοῦνται μόνο μέ τό Χριστό καί ὄχι μέ τόν Ἀντίχριστο; 
Ἀπάντηση: Τήν ἀναμένουμε.

 πηγή

Τα είδη των βαπτισμάτων




Τα είδη των βαπτισμάτων.

«Επειδή σήμερα πανηγυρίζομεν το βάπτισμα και πρέπει να κακοπαθήσωμεν ολίγον
 προς χάριν εκείνου ο οποίος προς χάριν μας έγινεν όπως ημείς και εβαπτίσθη και 
εσταυρώθη, ας εξετάσωμεν φιλοσοφικά κάτι σχετικόν με την διαφοράν των
 βαπτισμάτων, δια να φύγωμεν απ’ εδώ καθαρισμένοι.

Ο Μωυσής εβάπτισε, αλλ’ εβάπτισε εις το ύδωρ και πριν απ’ αυτό εις την νεφέλην 
και εις την θάλασσαν. Αυτό αποτελούσε σύμβολον, όπως πιστεύει και ο Παύλος. Η θάλασσα του νερού, η νεφέλη του Πνεύματος, το μάννα του άρτου της ζωής, και το ύδωρ, το οποίον έπιναν, του ουρανίου ποτού.

Και ο Ιωάννης εβάπτισεν, αλλά όχι τελείως ιουδαϊκά, επειδή δεν εβάπτισεν μόνον εις το ύδωρ, αλλά και εις την μετάνοιαν. Όχι όμως και ολότελα πνευματικά, επειδή δεν προσθέτει και ‘’εις το Πνεύμα’’.

Βαπτίζει και ο Ιησούς, αλλά εις το Πνεύμα. Αυτό είναι η τελειότης. Και πως δεν είναι Θεός, δια να γίνω και λίγο παράτολμος, εκείνος από τον οποίον θα γίνης και συ Θεός;

Γνωρίζω και τέταρτον βάπτισμα, το βάπτισμα του μαρτυρίου και του 
αίματος, εις το οποίον εβαπτίσθη και ο ίδιος ο Χριστός, και το οποίον είναι 
πολύ πιο αξιοσέβαστον από τα άλλα, καθόσον δεν μολύνεται από 
μεταγενέστερα αμαρτήματα.

Γνωρίζω και πέμπτον ακόμη, το βάπτισμα των δακρύων, το οποίον είναι 
ακόμη πιο επίπονον, όπως εκείνος ο οποίος βρέχει κάθε νύχτα το κρεβάτι και 
τα στρώματά του με δάκρυα, του οποίου αι πληγαί της κακίας μυρίζουν 
άσχημα και έχουν σαπίσει, ο οποίος πενθεί και βαδίζει με σκυμμένο κεφάλι, 
και ο οποίος μιμείται την επιστροφήν του Μανασσή και την ταπείνωσιν των
 κατοίκων της Νινευή, η οποία τους εξησφάλισε την συγχώρησιν, ο οποίος, 
ακόμη, λέγει αυτά τα οποία είπεν ο τελώνης εις τον ναόν και εκέρδισε 
την συγχώρησιν αντί δια τον καυχησιάρην φαρισαίον, και ο οποίος 
σκύβει με ταπείνωσιν, όπως η Χαναναία, και ζητεί να τον ευσπλαχνιστούν 
και να του δώσουν ως τροφήν ψύχουλα, την τροφήν δηλαδή την οποίαν 
τρώγει ο σκύλος όταν είναι πολύ πεινασμένος».

(Απόσπασμα από τον λόγο του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, 
Εις τα άγια Φώτα, ΕΠΕ 5).

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΖ ΜΑΤΘΑΙΟΥ ΧΑΝΑΝΑΙΑ. ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΚΡΑΥΓΗΣ ΜΕΛΕΤΙΟΣ ΑΠ. ΒΑΔΡΑΧΑΝΗΣ ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ



   Η προσευχή της Χαναναίας είναι κραυγή. Κραυγή πόνου και ανάγκης αλλά και κραυγή πίστεως, υπομονής, επιμονής, ταπεινώσεως και εξυπνάδας . Η Χαναναία είναι ακλόνητη και τίποτε δεν μπορεί να τη κάνει να σταματήσει να κραυγάζει. «εκραύγαζεν αυτή λέγουσα ελέησον με, Κύριε υιέ Δαυίδ . η θυγάτηρ μου κακώς δαιμονίζεται». Κάνει το ίδιο με τον τυφλό Βαρτιμαίο, ο οποίος μόλις μαθαίνει ότι περνά ο Χριστός κοντά του, αρχίζει κι αυτός και κραυγάζει· «ήρξατο κράζειν και λέγειν . υιέ Δαυίδ ελέησον με» (Μαρκ. 10,47). Ο κόσμος τον μαλώνει για τις φωνές του και του λέγει να σωπάσει . Αυτός όμως αρχίζει να κραυγάζει περισσότερο. Όταν ο κόσμός μας επιτιμά, μας απελπίζει, μας παρεμβάλει εμπόδια, τότε περισσότερο πρέπει να κραυγάζουμε . Η απελπισία και η έλλειψη ανθρώπινης βοηθείας είναι μεγάλο ατού για την προσευχή. Κι όταν ο κόσμος δει την ακλόνητη στάση μας μεταστρέφεται προς το μέρος μας. Οι μαθητές θα πουν εμμέσως του Χριστού να ικανοποιήσει το αίτημα της Χαναναίας· «οι μαθηταί αυτού ηρώτων αυτόν λέγοντες· απόλυσον αυτήν, ότι κράζει όπισθεν ημών» (Ματθ. 15,24). Το δε πλήθος που επιτιμούσε τον Βαρτιμαίο, όταν βλέπουν τον Χριστό να δίνει εντολή να τον φωνάξουν, τότε λέγουν κι αυτοί· «θάρσει, έγειρε. φωνεί σε» (Μαρκ. 10,49).
   Κραυγάζει λοιπόν η Χαναναία. Συγχρόνως έχει και θεολογική γνώση. « Κύριε , υιέ Δαυίδ» λέγει. Πιστεύει ότι αυτός είναι ο αναμενόμενος Μεσσίας της Π.Δ. Το ίδιο και ο Βαρτιμαίος προσφωνεί τον Χριστό ‘Υιέ Δαυίδ’. Περίεργο, η Χαναναία αλλόφυλη και αλλόθρησκη γνωρίζει ότι ο ομόφυλος και ομόπιστος Βαρτιμαίος. Συγχρόνως όμως η Χαναναία έχει πίστη όπως και ο Βαρτιμαίος. Δεν λέγει ‘εάν μπορείς ελέησον με’ όπως ο πατήρ του σεληνιαζομένου νέου, «αλλ ει τι δύνασαι , βοήθησον ημίν σπλαγχνισθείς εφ ημάς» (Μαρκ. 9,23). Πιστεύει ξεκάθαρα ότι ο αναμενόμενος Μεσσίας μπορεί να το κάνει. Και αυτό το δείχνει και η περαιτέρω στάση της.
   Η Χαναναία δεν κάνει επίκληση του ελέους του Χριστού. Δεν παρακαλεί να την σπλαγχνισθεί όπως ο προαναφερθείς πατέρας του σεληνιαζομένου νέου . Φωνάζει ‘Κύριε βοήθει μοι’. Αντιπαρέρχεται την σιωπή του. Δεν κάμπτεται απ’ αυτήν. Δεν λυγίζει. Δεν μουτρώνεται. Δεν θίγεται. Συνεχίζει ακλόνητη να τον ενοχλεί φωνάζοντας, αντρίκεια θα λέγαμε, και γεμάτη σθένος και δύναμη ‘Κύριε βοήθει μοι’. Και όταν ο Κύριος απαντά επιτέλους και λέγει· «Ουκ απεστάλην ει μη εις τα πρόβατα τα απολωλότα οίκου Ισραήλ» εκείνη έρχεται και τον προσκυνά. Και του επαναλαμβάνει το αίτημά της· ‘Κύριε, βοήθει μοι’. H προσκύνηση αυτή είναι γεμάτη δύναμη, γεμάτη αυτοπεποίθηση, γεμάτη από αξιοπρέπεια. Δεν έχει τίποτα το εξευτελιστικό και το υποτιμητικό. Είναι όπως ο χαιρετισμός του κατωτέρου αξιωματικού προς τον ανώτερό του. Θέτει το χέρι στο ύψος της κεφαλής του και ήρεμα, δυνατά, με απόλυτη γαλήνη, χαιρετά χωρίς να τρέμει, χωρίς να είναι ψαρωμένος, χωρίς να έχει χτυποκάρδια .
Ο Χριστός χαίρεται αυτή την στάση και απαντά με ψυχρή λογική, μα και κυνικά, απάνθρωπα θα λέγαμε, χωρίς ίχνος συμπόνοιας· « Ουκ έστι καλόν λαβείν τον άρτον τον τέκνων και βαλείν τοις κυναρίοις»· και η Χαναναία με γρανιτένια επιμονή, με πανέξυπνη και ταπεινή συγχρόνως ετοιμότητα, του απαντά επικαλούμενη όχι το έλεός του, ούτε κλαίουσα και προσπαθώντας να τον συγκινήσει συναισθηματικά, αλλά με την ίδια ψυχρή και μαθηματική λογική, η όποια επικαλείται την ανθρώπινη πραγματικότητα για να πείσει· «Ναι Κύριε». Όχι λέγει ο Χριστός· ναι λέγει εκείνη. Ευλογημένη ανυπακοή. Σκληρά τη μιλά ο Χριστός· ψυχρά απαντά και κείνη. « Και γαρ τα κυνάρια εσθίει από των ψυχίων των πιπτόντων από της τραπέζης των κυρίων αυτών. Δηλαδή είναι σαν να του λέγει· Δεν σου ζητώ το καρβέλι των παιδιών σου, σου ζητώ τα ψίχουλα που πάνε άχρηστα. Μεγαλειώδης απάντηση. Συγκλονίζει και τον ακλόνητο Θεό. Κάμπτει τον άκαμπτο, δαμάζει τον αδάμαστο. Και κάνει τον Θεό του χεριού της. Ας θυμηθούμε εδώ κάτι που λέγει η Αποκάλυψη του Ιωάννου. Μας λέγει ότι ο Χριστός έχει «εν τη δεξιά χειρί αυτού αστέρας επτά». Αστέρες στο χωρίο αυτό είναι οι άγγελοι των εκκλησιών, δηλαδή οι επίσκοποι. Ο Χριστός τους κρατά στο χέρί του, είναι στην απόλυτη εξουσίά Του. Είναι -πρέπει να είναι- του χεριού του. Εδώ η Χαναναία έχει τον Χριστό στο χέρι της. Τον έχει του χεριού της. Απόδειξη. ο Χριστός νικημένος από την πίστη της, την επιμονή της, την εξυπνάδα της, την ταπείνωσή της, της λέγει· «γενηθήτω σοι ως θέλεις».
   Όπως ο πατέρας που αγαπά τρελά τα παιδιά του λέγει συνήθως· “Κάνε όπως θέλεις χρυσό μου’. Έτσι κι ο Χριστός λέγει· ‘Κάνε ο,τι θέλεις παιδί μου’. Αυτή υπήρξε η κραυγή της Χαναναίας κι αυτό το αποτέλεσμά της.

ΜΕΛΕΤΙΟΣ ΑΠ. ΒΑΔΡΑΧΑΝΗΣ
ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ

Κυριακή ΙΖ' Ματθαίου,Η πίστη αντίδοτο στον πόνο. “Κύριε, βοήθει μοι.” π. Περικλής Ρίπισης


Η πίστη αντίδοτο στον πόνο. “Κύριε, βοήθει μοι.” Πραγματικά μπορεί να θαυμάσει κανείς τη γυναίκα για την οποία γίνεται λόγος στο σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα. Η Χαναναία της περικοπής ήταν μπορούμε να πούμε μια τραγική ύπαρξη, μια δυστυχισμένη μητέρα. Πόσο αλήθεια θα υπέφερε όταν έβλεπε τη θυγατέρα της να βασανίζεται από τα δαιμόνια, τα οποία σίγουρα θα της προκαλούσαν ένα αβάστακτο πόνο. Βέβαια, ο πόνος πολλές φορές είναι ανυπόφορος για τον άνθρωπο σε σημείο που να τον μεταβάλλει σε ένα ερείπιο. Τον κάνει να διαμαρτύρεται και να ζητά βοήθεια και έλεος.
Δεν είναι λίγες οι φορές που ο άνθρωπος κάτω από το βάρος των ταλαιπωριών που υφίσταται στη ζωή του και μη έχοντας πίστη και ελπίδα καταλήγει ακόμα και σε κατάσταση απόγνωσης. Ιδιαίτερα στις περιπτώσεις εκείνες που κάποιος υποφέρει και δεν έχει πίστη στο Θεό, δεν στηρίζεται στη χάρη του, γίνεται τραγική ύπαρξη. Μόνο η πίστη είναι το όπλο με το οποίο θα πρέπει να στεκόμαστε μπροστά στον πόνο και τότε όχι μόνο δεν θα είναι κάτι το αρνητικό στη ζωή μας αλλά θα βγαίνουμε και πολύ πιο ενδυναμωμένοι από αυτόν.
Όπως χαρακτηριστικά σημειώνει η μεγάλη μορφή της Εκκλησίας μας ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, συμβαίνει όπως το χρυσάφι στην κάμινο που σε καμιά περίπτωση δεν του προκαλεί ζημιά έτσι και τον άνθρωπο που διαθέτει πίστη όπως διαβεβαιώνει, δεν τον λυγίζει ο πόνος. “Ώσπερ το χρυσίον ου φθείρει η κάμινος, ούτω τον γενναίον ου διαφθείρει ο πόνος”. Πατερικές νουθεσίες Μάλιστα οι Πατέρες της Εκκλησίας συστήνουν στον άνθρωπο να μην αποφεύγει τον πόνο στη ζωή, αλλά εκείνο που επιβέλλεται να κάνει είναι να τον αντιμετωπίζει με θερμή πίστη, οπότε μπορεί να λειτουργεί ευεργετικά στη ζωή του. Πόσοι αλήθεια άνθρωποι βρήκαν την ευκαιρία να στρέψουν το βλέμμα τους προς τον Θεό και να εγκολπωθούν τη θεία ζωή με αφορμή ένα περιστατικό πόνου που συνέβη στη ζωή τους. Τους βλέπουμε σε τέτοιες περιπτώσεις να μεταμορφώνονται πραγματικά. Τέτοια μεταβολή έγινε και στη Χαναναία η οποία προηγουμένως ήταν ειδωλολάτρισσα και πίστευε σε ψεύτικους Θεούς. Ο πόνος της όχι μόνο δεν την λύγισε αλλά και της λεωφόρους για να συναντήσει το Θεό και να ξαναβρεί ουσιαστικά τη ζωή της.
Στη βάση του παραδείγματος της γυναίκας αυτής επιβάλλεται και εμείς να εκδηλώνουμε την πίστη μας στις περιπτώσεις εκείνες που διάφορα γεγονότα έρχονται για να προκαλέσουν ταραχή και τρυκιμίες στη ζωή μας. Η πίστη είναι η βάση και το στήριγμα για να βγούμε ακόμα πιο δυνατοί και να ιχνηλατήσουμε τον αληθινό προορισμό μας που δεν είναι άλλος από την ένωσή μας με τον Θεό. Αγαπητοί αδελφοί, μέσα από τα κείμενα της Αγίας Γραφής, τόσο στην Παλαιά όσο και στην Καινή Διαθήκη, βρίσκουμε πάρα πολλά παραδείγματα γενναίων ανθρώπων που με την πίστη τους κατόρθωσαν εκείνα που στη λογική του ανθρώπου φαντάζουν να είναι ακατόρθωτα. Και ο ίδιος ο Κύριος μας διαβεβαιώνει ότι η πίστη είναι εκείνη που μπορεί να μας εκτοξεύσει από τα επίγεια στα ουράνια και να αποκομίσουμε γεύσεις της Ουράνιας Βασιλείας Του. Και αν σε κάποιες στιγμές αισθανόμαστε αδύναμοι, δεν έχουμε παρά να ακολουθήσουμε το παράδειγμα της Χαναναίας και να αναφωνήσουμε και εμείς:
“Κύριε βοήθει μοι”.

Κυριακή ΙΖ Ματθαίου Η θεραπεία της κόρης της Χαναναίας Βοήθησέ με, Κύριε!


Βοήθησέ με, Κύριε!
Λυπήσου με, Κύριε, ένδοξε απόγονε του Δαβίδ! Η κόρη μου φρικτά υποφέρει από σκληρό δαιμόνιο! «Κακῶς δαιμονίζεται».
Σπαρακτική ακούστηκε από μακριά η κραυγή. Ήταν μια γυναίκα Χαναναία, που είχε βγει από το χωριό της και με χέρια απλωμένα ικέτευε…
Ο Κύριος, που ακόμα και στον παραμικρό αναστεναγμό έσκυβε πάντα πρόθυμα με καλοσύνη, εδώ ούτε που γύρισε το βλέμμα. Με τη θεϊκή Του σκέψη κάτι άλλο, μεγαλύτερο από μια απλή θεραπεία προγραμμάτιζε. Γι’ αυτό ακριβώς κι εξακολουθούσε ατάραχα να βαδίζει στον απόμερο εκείνο δρόμο κοντά στα «μέρη Τύρου καί Σιδῶνος». Ο όμιλος των μαθητών, που Τον περιστοίχιζε, γέμισε με απορία.
Στο μεταξύ η δύστυχη μάνα επαναλάμβανε την κραυγή της πάλι και πάλι:
— «Υἱέ Δαυΐδ», ρίξε μια ματιά και στο δικό μου πόνο! «Ἐλέησόν με»!
xananaia
Καμιά απόκριση. Ο Κύριος αργά μα σταθερά απομακρυνόταν με φαινομενική αδιαφορία.
Ωστόσο, στις σπαραξικάρδιες εκκλήσεις της Χαναναίας δεν άντεξαν οι μαθητές. Πήραν το θάρρος να παρέμβουν. Κύκλωσαν με αγωνία το Διδάσκαλο τους και «ἠρώτων αὐτόν». τον παρακαλούσαν ένθερμα. Τον πολιορκούσαν.
— «Ἀπόλυσον αὐτήν», Διδάσκαλε. Κάνε της το καλό, να φύγει, «ὅτι κράζει ὄπισθεν ἡμῶν». Δε φαίνεται να σταματήσει τις ικετευτικές κραυγές ξοπίσω μας. Κρίμα είναι…
Κοφτά και σοβαρά τους απάντησε ο Χριστός:
— «Οὐκ ἀπεστάλην εἰ μή εἰς τά πρόβατα τά ἀπολωλότα οἴκου Ἰσραήλ». Εγώ αποστολή έχω να περιμαζέψω τα πρόβατα του εκλεκτού λαού. Δεν είναι δυνατόν ν’ ασχολούμαι με άλλους.
Στο μεταξύ όμως, να που τους πρόφθασε τρέχοντας και παρακαλώντας η πονεμένη μάνα. Τους έκοψε το δρόμο, καθώς ρίχτηκε με άπειρη ευλάβεια μπροστά στα πόδια του Κυρίου, και έμεινε εκεί πεσμένη, «προσεκύνει», λέγοντας:
— «Κύριε, βοήθει μοι».
Τι σπαραγμό, στ’ αλήθεια, έκρυβε η μικρή αυτή φράση! Αλλά ο Χριστός μας έμεινε αμετάπειστος στη φαινομενική ψυχρότητά Του.
— Δεν είναι καθόλου σωστό — της είπε — να πάρει κανείς το ψωμί από τα παιδιά του, για να το ρίξει στα σκυλάκια. Εσείς οι Εθνικοί δεν είστε παιδιά του Θεού. Έχετε παραστρατήσει. Επομένως μη ζητάτε τις ίδιες ευλογίες που απολαμβάνει ο λαός Του.
Πάγωσαν όλοι. Καημένη μάνα! Πρέπει να φύγεις άπρακτη κι εξουθενωμένη. Είναι ώρα να αναλυθείς σε κλάμα γοερό ή να ξεσπάσεις σε παράπονα… Αλλά όχι! Η Χαναναία δε λύγισε, δεν προσβλήθηκε, δεν αγανάκτησε από την παιδαγωγία. Με περισσότερη θερμότητα τώρα, με πιο βαθιά ταπείνωση, ευλάβεια και πονεμένη συστολή επέμεινε στο αίτημά της λέγοντας:
— «Ναί, Κύριε». Όπως το λες είναι. «Κυνάρια» είμαστε, όχι παιδιά Σου, και δεν έχουμε δικαιώματα στον «ἄρτον τῶν τέκνων». Κάποια ψίχουλα όμως που πέφτουν από το τραπέζι «τῶν κυρίων», κάποιες ελάχιστες ευλογίες από την πλούσια χάρη Σου, σαν σκυλάκια ταπεινά που τριγυρνούμε παρακλητικά στα πόδια Σου, μπορούμε να ελπίζουμε. Δεν μ μπορούμε;
— «Ὦ γύναι, μεγάλη σου ἡ πίστις!», αναφώνησε ο Χριστός. Έχεις πίστη αξιοθαύμαστη! Επέμεινες. Δε λύγισες μπροστά σε καμιά δοκιμασία. Λοιπόν «γενηθήτω σοι ὡς θέλεις». Ας γίνει όπως ακριβώς το επιθυμείς.
Και πραγματικά. Από εκείνη τη στιγμή, «ἀπό τῆς ὥρας ἐκείνης», γιατρεύτηκε η κόρη της οριστικά.
Είναι χαρακτηριστική και πολύ διδακτική η επιμονή της Χαναναίας. Κυριολεκτικά έκανε μάχη, για να αποσπάσει το έλεος του Χριστού. Αλλά προσέξτε. Αυτή η θερμή επιμονή δεν είχε μέσα της πείσμα, προπέτεια ή εγωισμό. Ήταν συνυφασμένη με ταπείνωση εκπληκτική κι απέραντη αφοσίωση κι εμπιστοσύνη στη θεία φιλοστοργία.
Έκανε πως την αγνοεί ο Χριστός. Δεν αποθαρρύνθηκε, δεν απέκαμε εκείνη. Τον αναζήτησε με ισχυρότερο πόθο. Την ονόμασε «σκυλάκι», ανάξιο λόγου. Δεν παρεξηγήθηκε. Δεν σηκώθηκε να φύγει οργισμένη. Παραδέχτηκε τα υποτιμητικά λόγια και τα μετέτρεψε σε επιχείρημά της. Το χέρι που απλώθηκε να τη διώξει, αυτή το άρπαξε να το φιλήσει, να στηριχθεί και σωθεί απ’ αυτό!
Έτσι κι εμείς. Όταν ζητάμε κάτι από τον Πανάγαθο Θεό, ας το ζητούμε ακούραστα, επίμονα, αλλά και ταπεινά. Όχι με απαιτήσεις και γογγυσμό, αλλά με ευλαβική αποδοχή της θείας παιδαγωγίας.
— «Κύριε, βοήθει μοι», θα πει κάποιος. Μια ξαφνική αρρώστια μου παρουσιάστηκε κι ανησυχώ. Μισόλογα λένε οι γιατροί. Πού να στηριχθώ; Σε Σένα εναποθέτω το καυτό πρόβλημά μου. Σε ικετεύω. Κι αν καθυστερήσεις, κι αν σιωπάς, εγώ θα περιμένω…
— «Κύριε, Υιέ Δαυΐδ» θα φωνάξει άλλος. Έχω αγωνία με τις σπουδές. Ο μεγάλος συναγωνισμός με φοβίζει. Κάποιες αποτυχίες με αποθαρρύνουν. Ωστόσο, θέλω να προχωρήσω. Μη με αφήνεις. Αγωνίζομαι, προσεύχομαι κι ελπίζω… Αν τα «κυνάρια» γεύονται « ἀπό τῶν ψιχίων… τῆς τραπέζης» Σου, πόσο μάλλον τα παιδιά Σου — όσο ανάξια κι αν είναι — μπορούν να ελπίζουν.
— «Ελέησόν με, Κύριε», θ’ ακουσθεί και τρίτος. Σπλαχνίσου με. Το σπίτι μου δοκιμάζεται σκληρά. Τα αδέλφια μου… Οι γονείς μου… Έχουμε άμεση ανάγκη της παρουσίας και της ειρήνης Σου. Γι’ αυτό μ’ εγκαρτέρηση αδιάκοπα Σε ικετεύω, έχοντας την πεποίθηση ότι δεν αδιαφορείς. Όσο κι αν αργείς…
Όταν έτσι επίμονα και ταπεινά προσευχηθούμε, τότε θα μας χαρίσει γενναιόδωρα τις ευλογίες Του ο Χριστός.
Θα μας αξιώσει πρώτα από όλα να Τον έχουμε πλησιάσει και να έχουμε συνδεθεί μαζί Του. Κατόπιν θα μας χαρίσει την ευαρέσκεια, την εύνοια, το θεοτίμητο έπαινό Του. Τέλος, θα ικανοποιήσει και το αίτημά μας. Θα δώσει τη θεοπρεπή εντολή «γενηθήτω σοι ὡς θέλεις».

Κυριακή της Χαναναίας (Ματθ. 15, 21-28) «ΚΥΡΙΕ ΕΛΕΗΣΟΝ» «Ελέησον με, Κύριε...» (Ματθ. 15, 22) +Μητροπολίτης Φλωρίνης Αυγουστίνος



ΜΙΑ, αγαπητοί μου, μία από τις μεγαλύτερες κακίες πού μαστίζουν την ανθρωπότητα είναι ή αχαριστία. Αντιθέτως μία από τις μεγαλύτερες αρετές είναι ή ευγνωμοσύνη, να αισθάνεσαι τον εαυτό σου υποχρεωμένο να πει ένα ευχαριστώ στους ευεργέτες σου. Ευγνωμοσύνη ό άνθρωπος οφείλει στον πατέρα πού τον γέννησε, στη μάνα πού τον ανέθρεψε, στο δάσκαλο πού τον δίδαξε, στον ιερέα πού τον ευλογεί, σε κάθε ευεργέτη του.

Άλλα τι είναι οι ευεργέτες αυτοί; Μικροί και ασήμαντοι. Ένας είναι ό μέγας ευεργέτης -πού δυστυχώς δεν το αισθανόμεθα' και αυτός ό μέγας ευεργέτης είναι ό Θεός, ό Κύριος του παντός. Οί ευεργεσίες του Θεού, υλικές και πνευματικές, είναι αμέτρητες. Αν μπορείς να μέτρησης τα άστρα του ουρανού, θα μέτρησης και τΙς ευεργεσίες πού απολαμβάνουμε συνεχώς. Ευεργεσίες την ήμερα, τη νύχτα• το χειμώνα, την άνοιξη, το καλοκαίρι, το φθινόπωρο... "Όπως το ψάρι που να πάει κολυμπάει μέσα στην αχανή θάλασσα, έτσι κι ό άνθρωπος όπου και να βρίσκεται είναι μέσα στο πέλαγος των ευεργεσιών του Θεού. Κάθε στιγμή ή καρδιά σας δεν κάνει τικ-τακ; Για σκεφτείτε, εκεί πού κάθεστε, να σταματήσει; Για αυτό κάθε σφυγμός ας είναι κ' ένα ευχαριστώ στο Θεό. «Εν παντί ευχαριστείτε» (Α' Θεσ. 5,18) να εκδηλώνουμε την ευγνωμοσύνη στο Θεό.

Μία από τις ευεργεσίες του Θεού είναι και το ότι πηγαίνουμε στο ναό. Διότι ό ναός είναι τόπος Ιερός• είναι ουρανός, παράδεισος, κάτι πολύ μεγάλο. Το πιστεύεις; Έλα στην εκκλησία δεν το πιστεύεις; Κάθισε στο σπίτι σου. Με πίστη να πηγαίνεις στο ναό τότε ό ναός λαμβάνει άπειρες διαστάσεις. Τι γίνεται εκεί; Μας δέχεται. Ποιος μας δέχεται, ό άλφα, ό βήτα, ο γάμα; Και Τι είναι και ό υπουργός, και ό πρωθυπουργός, και ό πρόεδρος της δημοκρατίας; Πελώρια μηδενικά μπροστά σ' εκείνον πού κυβερνά τα σύμπαντα. Μας δέχεται σε ακρόαση ό Θεός και έχει τα αυτιά του ανοιχτά ν' ακούσει τις δεήσεις μας. Εκεί δέχεται ακροάσεις, εκεί είναι ό τόπος της Ιεράς συνεντεύξεως. Εκεί παρακαλούμε τον ουράνιο Πατέρα να μας δώσει - Τι; Προσέξατε τη θεία λειτουργία; Όπως το παιδί παρακαλεί τον πατέρα, έτσι κ' εμείς ζητούμε ολικά και πνευματικά αγαθά. Τι ζητούμε; Είκοσι αιτήματα έχει ή Θεία Λειτουργία, το ένα σπουδαιότερο από το άλλο.

Το πρώτο πού ζητούμε μόλις αρχίζει ή θεία λειτουργία• «Υπέρ της άνωθεν ειρήνης»' «Πατέρα, δός μας την ειρήνη». Δεν περιμένουμε ούτε από την Ανατολή ούτε από τη Δύση, απ' αυτούς πού μιλούν περί ειρήνης άλλ' ετοιμάζουν πόλεμο. Υποκριταί μόνο στην Εκκλησία το αίτημα είναι αγνό. Και τόσο επίκαιρο. Αν γίνει τώρα πόλεμος, θα γίνει με πυρηνικές βόμβες. «Δώσε την ειρήνη στον κόσμο,
Κύριε».

«Υπέρ της ειρήνης του σύμπαντος κόσμου».
Τι άλλο ζητούμε. Την «ευστάθεια των αγίων του Θεού εκκλησιών» «Κύριε, φύλαγε τις κατά τόπους εκκλησίες σου, να στέκουν σταθερά, να μην έρθουν βάρβαροι και άθεοι να τις κλονίσουν. Κράτησε την Εκκλησία σου, Χριστέ, ασάλευτη μέχρι συντέλειας των αιώνων».

Τι άλλο ζητούμε. Την ενότητα. Ό κόσμος είναι χίλια κομμάτια- οι λαοί χωρισμένοι παλεύουν σα λιοντάρια μεταξύ τους ιδεολογικώς.

Λέμε λοιπόν «Σε παρακαλούμε, Κύριε, τα χίλια κομμάτια να ενωθούν», να γίνη «μία ποίμνη, εις ποιμήν» (Ίωάν. 10,16).' Ενάτης, αίτημα σπουδαιότατο• «Υπέρ... της των πάντων ενώσεως».
«Κύριε, φώτισε τους άρχοντες πού μας κυβερνούν. Δός τους μυαλό, και πιο πολύ δός τους καρδιά, να σκέπτονται τα μεγάλα και υψηλά, για να προοδεύει το έθνος μας»

Τι άλλο ζητούμε. «Ενίσχυσε, Κύριε, το στρατό μας πού φυλάει τα σύνορα».

Τι άλλο ζητούμε; Θυμούμεθα τον κόσμο όλο στην εκκλησία. «Κύριε, προστάτευσε τις χήρες και τα ορφανά, τους αρρώστους πού βογκάνε στα κρεβάτια, τους ναύτες πού ταξιδεύουν και κινδυνεύουν μέσ' στον ωκεανό. Κύριε, δες τους αιχμαλώτους, τους φυλακισμένους, τους δούλους...». Κανένα δεν αφήνει ή Εκκλησία μας σαν μάνα, πού θυμάται όλα τα παιδιά της, έτσι και αυτή θυμάται όλους και παρακαλεί το Θεό για όλο τον κόσμο.

Σε κάθε δέηση πού αναπέμπει ή Εκκλησία, πού ζητούμε υλικά και πνευματικά αγαθά, Τι απαντούν οι ψάλτες εκ μέρους του λαού; «Κύριε, ελέησον». Το λέει μόνο ό ψάλτης• πρέπει να το λέει όλη ή Εκκλησία. «Κύριε, ελέησον», σώσε μας, δός μας αυτά πού έχουμε ανάγκη σαν πατέρας πού είσαι. Το «Κύριε, ελέησον» είναι ή πιο σύντομη προσευχή. Δυο λέξεις είναι, αλλά Τι δύναμη έχουν, όταν λέγονται όπως πρέπει, με βαθιά πίστη και αφοσίωση!

Το «Κύριε, ελέησον» το είπε και ή γυναίκα του σημερινού ευαγγελίου και έκανε θαύμα.
Ποια ήταν ή γυναίκα αυτή; Ήταν μια Χαναναία. Χαναναία δεν είναι ένα γυναικείο όνομα• είναι όνομα πού δηλώνει την καταγωγή της (όπως λέμε Αθηναία, έτσι και Χαναναία)• ή πατρίδα της ήταν στα σύνορα του Ισραήλ. Όταν ήρθε Όταν Χριστός εκεί κοντά, αυτή έτρεξε και του φώναζε• «ελέησον με, Κύριε» (Ματθ. 15,22). Τι ήθελε; Είχε ένα κορίτσι δυστυχισμένο, πού το σπάρασσε το δαιμόνιο• έπεφτε κάτω, άφριζε, σπαρταρούσε σαν το ψάρι, φοβερό θέαμα. Κανένας μάγος, κανένας γιατρός δέ' μπόρεσε να το θεραπεύσει. Απελπισμένη, έρχεται στην Ελπίδα και λέει «Κύριε, ελέησον». Μα Όταν Χριστός δεν άπαντα• φαίνεται να μη ενδιαφέρεται. Αυτή δεν απελπίζεται. Τρέχει από πίσω, φωνάζει δυνατώτερα «Κύριε, ελέησον». Επεμβαίνουν οι μαθηταί —Μα, Κύριε, δεν ακούς; δεν τη λυπάσαι, δεν την σπλαχνίζεσαι;... Είχε το σκοπό του ό Χριστός. —Εγώ, λέει, το ψωμί το 'χω για τα παιδιά μου, όχι για τα σκυλιά. Τι εννοούσε• τα θαύματα τα κάνω στο λαό μου τον Ισραήλ, όχι στους ακάθαρτους ειδωλολάτρες (δεν ήρθε ακόμα ό καιρός γι' αυτούς). Μια ύβρις ήταν αυτός ό χαρακτηρισμός• την είπε σκυλί. Άλλ' αυτή δέ' θύμωσε, δεν έφυγε. Πήρε το λόγο αυτό του Χριστού και τον έκανε όπλο της. — Ναι, λέει, Κύριε, παραδέχομαι ότι εγώ δεν είμαι παιδί σου, είμαι ένα σκυλάκι στην αυλή σου. Και το σκυλάκι όμως κάθεται κάτω απ' το τραπέζι. Τρώει το αφεντικό φαγητό, κι αυτό περιμένει να φάει απ' τα ψίχουλα πού πέφτουν. Ένα ψίχουλο, Κύριε, θέλω• δέ' ζητώ το ψωμί σου ολόκληρο... Τι μεγάλα λόγια αυτά! Ένα ψίχουλο από την άπειρο δύναμη του Χριστού ζήτησε. Κι ό Χριστός, πού είδε αύτη την πίστη, αυτή την ταπείνωση, αυτή την επίμονο προσευχή, της είπε• «Ω γύναι, μεγάλη σου ή πίστης! γενηθήτω σοι ως θέλεις...» (ε.ά. 15,28).

Ας διδαχθούμε, αγαπητοί μου, κ' εμείς. Ή Εκκλησία μας δεν είναι ψέμα• ή επικοινωνία με το Θεό είναι ζωντανή, ολοζώντανη. Μπορεί να 'ναι ψέμα τα άστρα, ό ήλιος, ή γη, τα πάντα• ένα δεν είναι ψέμα• Όταν Κύριος μας. Να μιμηθούμε λοιπόν κ' εμείς τη Χαναναία. Ας γονατίζουμε και ας προσευχώμεθα λέγοντας ακαταπαύστως το «Κύριε, ελέησον».

Το «Κύριε, ελέησον» το λέγανε οι άγιοι και έκαναν θαύματα. Τα παλιά τα χρόνια το λέγανε όλοι οι Χριστιανοί γονατιστοί και με δάκρυα. Στη 'Ρωσία Όταν πιστός λαός το λέει και βουίζει ή εκκλησία. Στο Άγιο Όρος κρατούν κομποσχοίνι όλη νύχτα• κάθε κόμπος κ' ένα «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με». Εμείς; Τυπικώς• παρόντες στην εκκλησία τω σώματι, απόντες τω πνεύματί χωρίς συναίσθηση, χωρίς ρίγος.

Το «Κύριε, ελέησον» είναι ή πιο μικρά προσευχή. Μπορεί να την πει κ' ένας αγράμματος, μπορεί να την πει και το μικρό παιδί, και το νήπιο, κι ό ασπρομάλλης γέρος. Και ό Θεός ακούει το «Κύριε, ελέησον».

Το συνιστώ κ' εγώ σ' εσάς. Δεν κάνεις μεγάλες προσευχές, δεν είσαι διαρκώς στην εκκλησία; Λέγε, εκεί πού είσαι, το «Κύριε, ελέησον». Κάθεσαι να φας, «Κύριε, ελέησον». Βράδιασε, «Κύριε, ελέησον». Ξημέρωσε, «Κύριε, ελέησον». Πάς στη δουλειά, «Κύριε, ελέησον». Σκάβεις τη γη, «Κύριε, ελέησον». Βόσκεις τα ζώα, «Κύριε, ελέησον». Είσαι εργάτης, «Κύριε, ελέησον». Είσαι αξιωματικός, «Κύριε, ελέησον». Είσαι στρατιώτης, «Κύριε, ελέησον». Είσαι αμαρτωλός, «Κύριε, ελέησον».

Το «Κύριε, ελέησον» κάνει θαύματα. Αυτό πού ζητούμε θα μας το δώσει ό Θεός, γιατί είναι πατέρας. Λέει ό Χριστός• «Ποιος πατέρας ζητεί το παιδί του ψωμί, και του δίνει πέτρα; ή ζητεί ψάρι, και του δίνει φίδι;» (Ματθ. 7,9-10' Λουκ. 11,11). Αν ό επίγειος πατέρας ενδιαφέρεται για τα παιδιά του, πολύ περισσότερο εκείνος πού του λέμε «Πάτερ ημών...». Θα μας τα δώσει αυτά ό Θεός, εάν πιστεύουμε πραγματικά, εάν είμεθα Χριστιανοί• αμήν.

επίσκοπος Αυγουστίνος
ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΗ ΟΜΙΛΙΑ Η ΟΠΟΙΑ ΕΓΙΝΕ ΣΤΟ ΙΕΡΟ ΝΑΟ ΑΓΙΩΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΑΙ ΕΛΕΝΗΣ ΑΜΥΝΤΑΙΟΥ ΤΗΝ 1-2-1987 ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ ΚΑΙ ΣΥΝΤΜΗΣΗΣ 13-2-2005.

Κυριακή ΙΖ Ματθαίου-Χαναναίας (29-1-2012) Ἐλέησόν με, Κύριε. του Γεωργίου Ρ. Ζουμῆ



  Εἶναι εὐλογία Θεοῦ, ἀγαπητοί μου, τό ὅτι  βρισκόμαστε μέσα στό Ναό, ὅτι μᾶς δέχεται ὁ Θεός στά ἀνάκτορά του. Στούς Ἑβραίους ἔλεγε, τέτοιοι πού εἶστε, οὔτε στήν αὐλή τοῦ ναοῦ θά σᾶς ἐπιτρέψω νά πατήσετε. Ἐμᾶς ἀκόμη μᾶς ἐπιτρέπει καί μᾶς ἀνέχεται, νά μπαίνουμε καθημερινά στό Ναό του. Ὄχι γιατί εἴμαστε καλύτεροι, ἀλλά γιατί κάνει τεράστια ὑπομονή καί δείχνει μακροθυμία.
  Ἐδῶ στό Ναό ἀκούονται οὐράνιες φωνές. Φωνές ἁγίων ἀγγέλων καί ἀρχαγγέλων. Φωνές ἁγίων μαρτύρων καί Πατριαρχῶν. Ἀκούονται οἱ φωνές τῶν Εὐαγγελιστῶν. Μέ τίς φωνές αὐτῶν ἑνώνουν τίς δικές τους φωνές οἱ Ἱερεῖς καί οἱ ψάλται. Οἱ πιστοί προσεύχονται ἐκ βαθέων καί στέλνουν στόν οὐρανό, στό θρόνο τοῦ Θεοῦ τά αἰτήματά τους μέ στεναγμούς ἀλαλήτους.
  Ἀπό αὐτές τίς φωνές ξεχωρίζουμε μία, τήν ὁποία, παρακαλῶ, νά προσέξουμε σήμερα ἰδιαίτερα. Κάποιος μιλάει δυνατά μέσα στήν Ἐκκλησία, κατά τήν θεία Λειτουργία καί μάλιστα τήν ὥρα τοῦ ἁγίου Εὐαγγελίου. Κάποιος φωνάζει καί γίνεται πολύ ἐνοχλητικός. Ἔχει πρόβλημα καί δημιουργεῖ προβλήματα καί στούς ἄλλους. Εἶναι μία γυναίκα δυστυχισμένη, ἡ Χαναναία, πού φωνάζει  καί δέν λέει νά σταματήσει. Ἐλέησόν με, Κύριε. Φωνάζει ἀπό μακρυά, πλησιάζει, ἀκολουθεῖ τόν Χριστό καί ἐξακολουθεῖ νά φωνάζει. Πέφτει στά πόδια καί παρακαλεῖ.    Ἐλέησόν με, Κύριε.
  Τί ἔχει; Εἶναι ἄρρωστη, τυφλή, κουτσή, τί συμβαίνει; Ἡ ἴδια εἶναι ὑγιής. Ἄλλο εἶναι τό πρόβλημά της. Δέν εἶναι καλά ἡ κόρη της. Ἔχει δαιμόνιο πού τήν ταλαιπορεῖ, τήν βασανίζει. Θά προτιμοῦσε χίλιες φορές αὐτή νά εἶχε πρόβλημα παρά τό παιδί της. Ἡ μεγάλη ἀγάπη, ἡ μεγάλη στοργή πού εἶχε γιά τήν κόρη της, ὁδήγησε τά βήματά της στό Χριστό. Τήν ἔκανε νά ἀφήσει κατά μέρος τήν ντροπή  καί νά φωνάζει μέσα στόν κόσμο, ἐλέησόν με, Κύριε. Τί κάνουν οἱ γονεῖς γιά τά παιδιά! Δέν λέει ἐλέησε τήν κόρη μου, ἀλλά ἐμένα ἐλέησε. Τό καλό πού κάνεις, σ᾿ ἐμένα θά τό κάνεις, σ᾿ ἐμένα θά ἀποβλέπει, γιατί ἐγώ πονάω, ἐγώ ὑποφέρω πολύ περισσότερο. Πονάω φοβερά, ὅταν βλέπω τό παιδί μου σέ τέτοιο κατάντημα.
  Σέ ἄλλη περίπτωση ἕνας πατέρας ἔφερε καί αὐτός τόν δαιμονισμένο γυιό του στό Χριστό μέ τά λόγια, ἐλέησόν μου τόν υἱόν. Ἡ σημερινή γυναίκα ἔχει μεγάλη ἀγάπη, γι᾿ αὐτό πονάει περισσότερο καί θεωρεῖ ὅτι τό καλό θά γίνει σ᾿ αὐτήν. Ὅταν δεῖ τήν κόρη της νά θεραπεύεται, τότε καί ἡ ἴδια θά ἡρεμήσει, τότε θά ἡσυχάσει, τότε ἡ ἴδια θά θεραπευτεῖ, θά γιατρευτεῖ ὁ δικός της πόνος.
  Ἔχουμε ἀνάγκη, ἀγαπητοί μου, ἀπό τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Πρέπει κι᾿ ἐμεῖς νά φωνάζουμε καί νά ζητοῦμε νά μᾶς ἐλεήσει ὁ Θεός. Ἔχουμε γίνει χειρότεροι ἀπό τήν Νινευή. Χειρότεροι ἀπό τήν ἐποχή τοῦ Νῶε, πού ἔγινε ὁ κατακλυσμός. Γίναμε χειρότεροι ἀπό τά Σόδομα καί τά Γόμορα. Τί βλέπουν οἱ ἄγγελοι, τί βλέπει ὁ Θεός πάνω στή γῆ καί πῶς μᾶς ἀνέχεται ἀκόμη; Πέρα ἀπό τά σύγχρονα μέσα πού διαθέτουμε, τά κτήρια, τίς κατακτήσεις τῆς ἐπιστήμης, πού βλέπουμε ἐμεῖς, ὁ Θεός βλέπει τόν ἔσω ἄνθρωπο, βλέπει τίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων.
  Καί τί βλέπει; Διά τό πληθυνθῆναι τήν ἀνομίαν, ἐψύγη ἡ ἀγάπη τῶν πολλῶν. Βλέπει μέσα μας πάγο, ψυγεῖα κατάντησαν οἱ καρδιές μας, σκληρές σάν πέτρα. Ἀγρίεψαν οἱ ἄνθρωποι, γιατί ἐγκαταλείψαμε τόν Θεό, ἀφήσαμε τήν πίστη καί ἀκολουθοῦμε τόν διάβολο.
  Ἀκοῦς μικρά παιδιά πῶς ὁμιλοῦν, τί λεξεις χρησιμοποιοῦν καί κοκκινίζεις ἀπό ντροπή. Αὐτά ὅμως δέν ντρέπονται καί συνεχίζουν τό ἴδιο κακό. Βλέπεις τούς νέους νά ρίχνωνται στήν ἀκολασία, στά σαρκικά ἁμαρτήματα ἀσύστολα, δίχως νά φοβοῦνται τόν Θεό, μήτε τούς ἀνθρώπους νά ἐντρέπωνται. Κατάντησαν, ὅπως γράφει τό Εὐαγγέλιο ἀγέλη χοίρων βοσκομένη. Εἶναι νά ἀπορεῖ κανείς καί νά θαυμάζει, σέ αὐτήν τήν νεαρή ἡλικία, πότε πρόλαβαν καί διεφθάρησαν τόσο  πολύ; Πῶς ἡ σήψη προχώρησε τόσο βαθιά;
Ἀκόμη δέν εἶναι λίγοι ἐκεῖνοι, πού ἀσχολοῦνται μέ τόν σατανισμό, πού ἔδωσαν στόν διάβολο τήν καρδιά τους καί χτυπιοῦνται καί βασανίζονται ἀπό τόν διάβολο. Ἐμεῖς θέλουμε νά γίνουμε φίλοι του, ἀλλά ἐκεῖνος δέν γίνεται φίλος ποτέ. Ἕναν σκοπό ἔβαλε νά καταστρέψει ὅλους. Σέ ὅλους νά κάνει κακό. Ἐκεῖνος ἀνθρωποκτόνος ἐστίν ἀπ᾿ ἀρχῆς, εἶπε ὁ Κύριος.
  Ὅμως αὐτοί εἶναι νέοι καί ἔχουν κάποια ἐλαφρυντικά. Τό μεγάλο πρόβλημα εἶναι τί κάνουν οἱ γονεῖς; Πῶς ἀντιμετωπίζουν αὐτοί τήν τραγική κατάσταση;
   Δέν θέλω κἄν νά διανοηθῶ ἤ νά ὑποστηρίξω, ὅτι οἱ γονεῖς ἀδιαφόρησαν γιά τήν χριστιανική διαπαιδαγώγηση τῶν παιδιῶν τους. Πολύ δέ περισσότερο, ὅτι αὐτοί τά ἐδίδαξαν τήν ἀθεΐα καί τήν ἀπιστία. Ὅτι αὐτοί ἔκαναν τό τρομερό ἔγκλημα νά τά ἀπομακρύνουν ἀπό τόν Χριστό καί νά τά βγάλουν ἀπό τήν Ἐκκλησία.
  Σκέπτομαι ὅμως καί διετωρῶμαι, πῶς μποροῦν καί ἐφησυχάζουν μπροστά σέ μιά τέτοια κατάσταση; Καί κυρίως οἱ μητέρες, πού ὑποτίθεται εἶναι πιό συναισθηματικές καί συγκινοῦνται περισσότερο ἀπό τούς ἄνδρες.
  Πῶς μπορεῖς, μητέρα, νά κάθεσαι ἀδιάφορη γιά τό τί συμβαίνει στό παιδί σου, ὧρες ὁλόκληρες μπροστά στήν τηλεόραση; Πῶς μπορεῖς νά κάθεσαι μέ τίς φίλες σου στίς καφετέριες ξένοιαστη, πῶς μπορεῖς νά γελᾶς καί νά διασκεδάζεις, ὅταν τό παιδί σου κινδυνεύει, ὅταν βρίσκεται στό στόμα τοῦ λύκου, ὅταν ὁ διάβολος τό βασανίζει ἀλύπητα;
  Τί νά κάνουμε, πάτερ; Τί μποροῦμε νά κάνουμε; Τί περνάει ἀπό τό χέρι μας; Νά κάνουμε ὅ,τι καί ἡ σημερινή μητέρα, ἡ Χαναναία. Ἐκείνη ἔτρεξε πίσω ἀπό τόν Χριστό καί φώναζε δυνατά, ἐλέησόν με, Κύριε. Νά κάνεις ὅ,τι ὅλοι ἐμεῖς μέσα στήν Ἐκκλησία. Νά ἑνώσεις τήν φωνή σου μαζί μέ τήν δική μας φωνή καί νά λές μαζί μέ μᾶς, ἐλέησόν με, Κύριε. Τό παιδί μου δαιμονίζεται, ὑποφέρει καί ἐγώ σ᾿ ἐσένα καταφεύγω, σ᾿ ἐσένα ἐλπίζω.
  Σήμερα καί κάθε Κυριακή ὅλες οἱ μητέρες ἔπρεπε νά παρευρίσκωνται στήν θεία Λειτουργία, γιατί ὅλες καί ὅλοι ἔχουμε προβλήματα μέ τά παιδιά μας. Τό Κύριε, ἐλέησον, δέν πρέπει νά σταματήσει, νά σβύσει ἀπό τά χείλη μας καί τήν καρδιά μας. Μέσα σ᾿ ἕνα πρωϊνό, μέσα σέ μία θεία Λειτουργία, ξέρετε πόσες φορές λέμε τό Κύριε, ἐλέησον, μυστικῶς ἤ ἐκφώνως; Τοὐλάχιστον ἑκατόν ἑβδομῆντα δύο φορές. Εἶναι λίγο; Ὅλοι μαζί νά ἑνώσουμε τίς φωνές μας καί μία δυνατή φωνή, ὡς φωνή ὑδάτων πολλῶν, πιό δυνατή ἀπό τόν καταρράχτη τῆς πόλεώς μας, νά φτάσει στόν θρόνο τοῦ Θεοῦ, γιά νά μᾶς ἐλέήσει ὁ Θεός.
  Ἀγαπητοί μου,
  Ἡ εὐχή αὐτή, τό Κύριε ἐλέησον,  εἶναι μία μικρή προσευχή, μόνο δύο λέξεις, ἀλλά πολύ δυνατή προσευχή. Ἄν μάλιστα τήν λέμε μέ καθαρή καρδιά, θά μποροῦσε νά κάνει θαύματα. Μᾶς τό ἀπέδειξε πολύ πανηγυρικά σήμερα ἡ Χαναναία γυναίκα. Ὅλοι μας τό πρωΐ, Κύριε ἐλέησον. Τό βράδυ, Κύριε ἐλέησον. Πρίν κοιμηθοῦμε, Κύριε ἐλέησον. Ὅταν σηκωθοῦμε, Κύριε, ἐλέησον. Στό φαγητό, Κύριε ἐλέησον. Στήν ἐργασία μας, Κύριε ἐλέησον. Μικροί-μεγάλοι ὅλοι, Κύριε ἐλέησον. Μέ τά χείλη, μέ τόν νοῦ, μέ τήν καρδιά, Κύριε ἐλέησον. Καί νά εἴμαστε βέβαιοι, ὅτι θά μᾶς ἀκούσει ὁ πολυεύσπλαχνος  Κύριος καί θά μᾶς δώσει τό μέγα ἔλεός του. Ἀμήν.-


"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...