Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 18, 2013

Μιχαήλ Χούλης , Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της Ορθοδοξίας, αναφορικά και με τη Δυτική Θεολογία και Πνευματικότητα



Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της Ορθοδοξίας, αναφορικά και με τη Δυτική Θεολογία και Πνευματικότητα
   Μιχαήλ Χούλη, Θεολόγου
   ΟΤΑΝ ΛΕΜΕ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ εννοούμε τον αληθινό τρόπο λατρείας του Θεού, την ορθή Λειτουργία και δόξα περί Θεού, σε αντιδιαστολή με την αίρεση, την θρησκεία και την ιδεολογία. Αίρεση είναι η διαστρέβλωση της πίστεως, Θρησκεία είναι απόψεις περί Θεού (αποσπασματικές, λανθασμένες ή φανταστικές) και Ιδεολογία είναι μονομερής λειτουργία στον άνθρωπο, αφού ο άνθρωπος δεν έχει μόνο διανόηση, αλλά και συναίσθημα και βούληση και ξεχωριστές εκφράσεις αγάπης στην πράξη. Η Εκκλησία είναι η όντως Αποκάλυψη του Θεού στην ιστορία, ήτοι ένας νέος τρόπος χαρισματικής κοινοτικής ζωής μέσα στο Σώμα του Χριστού, που οδηγεί στη σωτηρία τα μέλη Του και βρίσκεται σε αρμονική σχέση όχι μόνο με το Θεό αλλά και με τους συνανθρώπους μας και τη φύση.

    Η ΕΣΧΑΤΟΛΟΓΙΚΗ ΒΑΣΗ ΚΑΙ Η ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ: Η Ορθοδοξία διδάσκει την από εδώ και τώρα πρόγευση της Βασιλείας του Θεού και όχι μόνο τη βίωσή της στα έσχατα. Η Ορθόδοξη χριστιανική συνείδηση διακατέχεται από έντονη αναμονή, αλλά και εκκλησιαστική εμπειρία των δωρεών του Αγίου Πνεύματος. Η εσωτερική αναδημιουργία των μελών του εκκλησιαστικού σώματος, δια της συνεχούς μετανοίας, προσευχής, Θ. Ευχαριστίας και έργων αγάπης, οδηγεί στην Λειτουργική εμπειρία των εσχάτων από τον ενεστώτα ήδη χρόνο και μέσα στην ιστορία. Το ‘ελθέτω η βασιλεία σου’ είναι η καθημερινή προσευχή της Κοινότητος, που συνεχίζει αγιαστικώς να βιώνει το ‘Μαράν αθά’ (έλα Κύριε Ιησού) της πρώτης Εκκλησίας. «Η βασιλεία του Θεού εντός υμών εστί», εξηγεί ο Χριστός, προαναγγέλλοντας την άκτιστη χάρη που θα συντροφεύει τους αγίους μετά την Πεντηκοστή. Ο φωτισμός είναι καρπός της συνάντησης του πιστού με την χάρη του Υψίστου, που καθ’ οδόν, πρόσωπο με πρόσωπο και δια της πίστεως, διενεργείται Λειτουργικά μέσω των μυστηρίων στη εσωτερική καρδία του χριστιανού και προϋποθέτει την ανάσταση του Θεανθρώπου. Δεν πρόκειται επομένως για προσανατολισμό σε μια ηθική μόνο ζωή, ούτε για μεταφυσική νοησιαρχία, παρά για πνευματική και Χριστοκεντρική βίωση της αιωνιότητος στον συμπυκνωμένο και λειτουργικώς ανακαινισμένο χρόνο. Η αγάπη, η ειρήνη και η δικαιοσύνη είναι δηλαδή συνέπεια της Πνευματοκίνητης ζωής του πιστού και όχι τυπικές εκδηλώσεις και διαγωγή ευσεβιστικών τάσεων.
   Ο ΛΑΤΡΕΥΤΙΚΟΣ ΤΗΣ ΠΛΟΥΤΟΣ Πλούσια η λατρευτική ζωή της Ορθόδοξης Εκκλησίας, πλαισιωμένη από ιερές ακολουθίες, τελετές, ύμνους και μυστήρια που αγκαλιάζουν και εξαγιάζουν τους πιστούς, ενώ μεταμορφώνουν χάριτι τα έργα τους και θεραπεύουν τις αδυναμίες τους, καθ’ όλη την διάρκεια του ημερονυχτίου: Κατά τον όρθρο, Θεία Λειτουργία, εσπερινό, απόδειπνο, δια των αγρυπνιών κ.α.  Εύστοχα ο ρώσος λογοτέχνης Ν. Γκόγκολ δήλωσε ότι αν ο κόσμος δεν έχει καταστραφεί ακόμη αυτό οφείλεται στη Θεία Λειτουργία (‘Λειτουργία’, σ. 100). Σχεδόν καθημερινά γεύονται πράγματι οι πιστοί το μυστήριο της Βασιλείας του Θεού στους τέσσερις τύπους της Θείας Λειτουργίας: Ιακώβου του Αδελφοθέου, Μ. Βασιλείου, Ιω. Χρυσοστόμου και Προηγιασμένων Δώρων. Σε αντιδιαστολή με τα πιστευτέα και πρακτέα (Πίστη και Ηθική) –από τα οποία δεν επιτρέπεται να αφαιρεθεί ή προστεθεί ούτε ένα «ι»- η λειτουργική ζωή μπορεί να εμπλουτίζεται στη πάροδο του χρόνου εισάγοντας νέες συνθέσεις και ποιητικές δημιουργίες.
Ο τρόπος και χρόνος των μυστηρίων διαφέρει ως γνωστόν ανάμεσα στην Ανατολική και Δυτική Εκκλησία, αλλά και στον Προτεσταντισμό πολλά μυστήρια έχουν ατονήσει και απέβαλαν το πρωταρχικό τους περιεχόμενο. Ακόμη, ενώ η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία χρησιμοποιεί στη λατρεία διάφορα μουσικά όργανα, η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν τα χρησιμοποιεί, αν και στην Κέρκυρα και γενικά τα Ιόνια νησιά συναντώνται η πολυφωνική χορωδία και το αρμόνιο. Η βυζαντινή υμνωδία είναι μάλιστα μονοφωνική, ενώ στη δυτική και ευρωπαϊκή έχει εισαχθεί η πολυφωνία. Λατρευτική γλώσσα σε όλο τον Ρωμαιοκαθολικό κόσμο ήταν τα λατινικά, αν και, αρκετά χρόνια πριν εκπνεύσει ο 20ος αιώνας, μεταφράστηκε η λειτουργία στις καθομιλούμενες γλώσσες των διαφόρων χωρών. Στην Ορθόδοξη Εκκλησία η γλώσσα της λατρείας εξακολουθεί να είναι η κοινή ελληνική των χρόνων της Καινής Διαθήκης. 
   Η ΑΣΚΗΤΙΚΟΤΗΤΑ:  Η προσευχή, η ταπείνωση, η μετάνοια, η μυστηριακή ζωή, η εγκράτεια, η πατερική μελέτη της Αγίας Γραφής  είναι τρόποι-δρόμοι πνευματικής ανόδου για όλους τους πιστούς, έγγαμους και άγαμους, νέους και γεροντότερους, άντρες και γυναίκες, μοναχούς, ιερείς και λαϊκούς. Ιδιαίτερα οι νηστείες (κακιών και τροφών) Τετάρτης και Παρασκευής, των διαφόρων εορτών και των Σαρακοστών, ανοίγουν δρόμους αγιασμού στους χριστιανούς και επιλύουν συνειδητά το οικολογικό πρόβλημα, αφού ο άνθρωπος έτσι γνωρίζει τα όριά του και συμβαδίζει υγιώς με τη φύση. Διδασκόμαστε να είμαστε παθοκτόνοι και όχι σωματοκτόνοι στην Ορθόδοξη άσκηση. Εξαγιάζουμε τη φύση χωρίς να την αρνούμαστε. Χωρίς να στερείται η μεν Δυτική Εκκλησία από αξιόλογους ασκητές και ποικίλα μοναχικά τάγματα, ο δε Προτεσταντισμός από διάφορες ευαγγελικές αδελφότητες, εν τούτοις στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία επικρατεί κυρίως η ανάγκη για έργα πίστεως και στον Προτεσταντικό χώρο μια ηθική ζωή που προσαρμόζεται στις απαιτήσεις κάθε ατόμου.          
   Η ΑΦΟΣΙΩΣΗ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΚΑΙ Η ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ: Η Ορθοδοξία είναι η Εκκλησία της Παραδόσεως, των Πατέρων και των Οικουμενικών Συνόδων. Ακολουθεί «ό,τι πάντοτε, πανταχού και υπό πάντων επιστεύθη», αφού και ο απ. Ιούδας προειδοποιεί ότι η σωστή πίστη «μια για πάντα παραδόθηκε στους αγίους» (1,3) και ως εκ τούτου δεν επιδέχεται βελτίωση ή αλλαγή (παρά μόνο εμβάθυνση). ‘Τα πάντα ρει’, σύμφωνα και με τον Ηράκλειτο, όμως η χριστιανική πίστη και η ηθική παραμένουν αμετάβλητα και στους αιώνες, δηλονότι το Σύμβολο της Πίστεως και η Επί του Όρους Ομιλία, που μένουν ακλόνητα θεμέλια τέλειας χριστιανικής ζωής, όπως άλλωστε και ο Παρθενώνας δεν μπορεί να τελειοποιηθεί περισσότερο. 400 τόμοι Πατερικών έργων επισημαίνουν τον πλούτο της εκκλησιαστικής Παραδόσεως, την αλήθεια που ακολουθεί πιστά η Ορθοδοξία. Ο απ. Παύλος, γράφοντας στους Γαλάτες (στην κεντρική Μ. Ασία), αναφέρει την αξία της υγιούς πίστεως ως εξής: «Αν εμείς οι ίδιοι, ή κάποιος άγγελος από τον ουρανό, σας κηρύξει διαφορετικό ευαγγέλιο από εκείνο που σας κηρύξαμε, αυτός να είναι ανάθεμα» (1,8). Όταν λέμε όμως εκκλησιαστική Παράδοση δεν εννοούμε τις διάφορες λαϊκές τοπικές παραδόσεις, που μπορεί να περιέχουν και παγανιστικά ή αιρετικά στοιχεία ή προλήψεις, αλλά αναφερόμαστε στις αιωνίου κύρους διδασκαλίες της Εκκλησίας, η οποία είναι αλήθεια πως μπορεί να πλησιάζει με διαφορετικές μεθόδους τον άνθρωπο, σκύβοντας θεραπευτικά στα εμφανιζόμενα προβλήματά του και στις διάφορες χρονικές συγκυρίες που αυτά εμφανίζονται. Νέες ευχές, τα άμφια των ιερέων, η απλούστευση της γλώσσας ορισμένων περικοπών (απόδοση στη νεοελληνική μετά το πρωτότυπο), η διάρκεια των ακολουθιών κ.α. είναι θέματα που μπορούν λ.χ. να προσαρμόζονται κάθε φορά στις ανάγκες του κόσμου, μετά όμως από αποφάσεις εκκλησιαστικών συνόδων και όχι αυθαίρετα.
Διαφορές στην Παράδοση έχουμε βεβαίως σε Ανατολή και Δύση, όπως η λεγόμενη κληρικοκρατία που κάποτε υπερτονίστηκε στη Δύση (οι ιερείς παρέμειναν άγαμοι, ενώ οι ανώτεροι ιερείς ανήκαν σε ανώτερες τάξεις), ενώ στον Ορθόδοξο χώρο αφενός μεν έγινε δεκτή η δυνατότητα γάμου στους διακόνους και πρεσβυτέρους, αφετέρου κλήρος και λαός παρέμειναν ισότιμα μέλη της Εκκλησίας, και μπορούσε να δει κανείς στο Βυζάντιο έναν χωρικό λ.χ. να φτάνει στο αξίωμα του Πατριάρχη. Στον Προτεσταντισμό αντίθετα χάθηκε η έννοια της μυστηριακής ιεροσύνης. Όσον αφορά στη διοίκηση της Εκκλησίας, στην Ορθοδοξία παρέμεινε επί το δημοκρατικότερον ο συνοδικός θεσμός, ενώ στον Ρωμαιοκαθολικισμό η αρχή του ενός (του Πάπα) θεωρείται ότι δύναται να ξεπερνά σε αυθεντία και αυτές ακόμη τις αποφάσεις των Οικουμενικών συνόδων (Πρωτείο και Αλάθητο). Τέλος, στη Δύση παρήχθησαν νέα δόγματα (Filioque-Εκπόρευση Αγίου Πνεύματος και εκ του Υιού, Άσπιλος Σύλληψις Θεοτόκου, Καθαρτήριο πυρ, Πλεονάζοντα έργα των αγίων, που χρησιμοποιούνται και για τη σωτηρία άλλων κ.α.), ενώ οι Προτεστάντες αφαίρεσαν πολλά στοιχεία αρχικής εκκλησιαστικής Παράδοσης και βάσισαν την πίστη τους στις αρχές: ‘Μόνο η Πίστη’ (και όχι τόσο τα έργα) αρκεί για τη σωτηρία, ‘Μόνο η Γραφή’ θεωρείται αυθεντία (μπορεί να ερμηνεύεται κατά συνείδηση) και ‘Μόνο η Χάρη’ σώζει (και όχι η συνέργεια Θεού-ανθρώπων). Για την Ιεροσύνη πιστεύουν πως δεν είναι ιδιαίτερο μυστήριο (δέχονται μόνο τη γενική ιεροσύνη των πιστών) και κρατήσανε ως μυστήρια μόνο το Βάπτισμα και τη Θ. Ευχαριστία, αν και αρνούνται την μεταβολή των Τιμίων Δώρων σε σώμα και αίμα Χριστού.      
   Η ΑΓΑΠΗ ΣΤΗΝ ΠΡΑΞΗ ΚΑΙ Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΤΗΤΑ: Σημαντικό στοιχείο χριστιανικής, και φυσικά Ορθόδοξης ζωής, είναι και η άδολη αγάπη που δίνει από το υστέρημα, αλλά και σταυρώνεται χωρίς να σταυρώνει τους άλλους. Είναι η αγάπη του Χριστού, ο οποίος πάνω από το σταυρό του συγχώρεσε πλήρως τους σταυρωτές Του. Αντίθετο παράδειγμα εξέφρασαν οι σταυροφόροι, οι δουλέμποροι, οι ευρωπαίοι αποικιοκράτες και μέχρι τα νεώτερα χρόνια οι ρατσιστές όλων των αποχρώσεων. Στον Χριστιανισμό διδάσκεται η αγάπη και προς τους εχθρούς -και μάλιστα ο πολύς Νίτσε αναγνώρισε ότι αυτό αποτελεί, αξιολογικά, πλήρη ανατροπή του αρχαίου κόσμου- η ισότητα, η ελευθερία, η δικαιοσύνη και η έλλειψη διακρίσεων. Τέλος, ο απ. Παύλος τονίζει ότι εν Χριστώ «ούτε Ιουδαίος υπάρχει ούτε Έλληνας, δεν υπάρχει δούλος ούτε ελεύθερος, δεν υπάρχει άντρας και γυναίκα» (Γαλ. 3,28), αφού όλοι είμαστε εν Αυτώ ένας άνθρωπος και δι’ υιοθεσίας παιδιά του Θεού. Εκ της φύσεώς της επομένως δεν χωράνε διακρίσεις στην Εκκλησία.
 ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ:
-«Βήματα πίστεως και ζωής», Ν. Νευράκη, Αθ. 2007
-«Βήματα πίστεως και ζωής», ΟΕΔΒ
-«Χριστιανισμός και Θρησκεύματα», Ν. Νευράκη, Αθ. 1999
-«Χριστιανισμός και Θρησκεύματα», ΟΕΔΒ

Συνοπτικὴ ἑρμηνεία τῆς Θείας Λειτουργίας Αἰμιλιανός Σιμωνοπετρίτης


Τὴν χαρήκαμε, ἀγαπητά μου παιδιά, πραγματικὰ τὴν λειτουργία μας σήμερα. Ἀκόμη δὲν ἔχει φέξει καὶ τελειώσαμε. Εἶναι εὐκαιρία τώρα νὰ ποῦμε δύο σκέψεις, διότι πολλὲς φορὲς παραπονεῖσθε ὅτι δὲν μπορεῖτε νὰ χαρῆτε τὴν λειτουργία, δὲν τὴν εὐχαριστιέστε, δὲν τὴν καταλαβαίνετε, δὲν μπορεῖτε νὰ προσευχηθῆτε. Ἄλλες ὅμως φορὲς χαρούμενες μοῦ λέτε: Σήμερα λειτουργήθηκα πολὺ καλά• τὴν ἔζησα τὴν λειτουργία.

Ἄραγε πότε μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι τὴν ζήσαμε καὶ πότε τὸ λέμε χωρὶς νὰ εἶναι ἀλήθεια; Προσευχόμεθα εἰς τὴν λειτουργίαν, ἀλλὰ τί πρέπει νὰ ζητοῦμε; Ἢ μᾶλλον τί μᾶς παρέχει ἡ θεία λειτουργία, γιὰ νὰ τὸ ζητήσωμε καί, ὅταν τὸ λάβωμε, νὰ ἔχωμε τὴν βεβαιότητα ὅτι εἰσακούσθηκε ἡ προσευχή μας;

Ἀναμφιβόλως ὁ τελικὸς σκοπὸς τῆς θείας λειτουργίας εἶναι ἡ συμμετοχή μας εἰς τὴν θείαν ζωήν, εἶναι ἡ δόσις καὶ ἡ ἀντίδοσις, νὰ δώσωμε καὶ νὰ πάρωμε. Τί νὰ δώσωμε; Τὰ δῶρα, «τὰ σὰ ἐκ τῶν σῶν». Εἶναι δῶρα τοῦ Θεοῦ καὶ τὰ δίνομε εἰς αὐτόν. Εἶναι δικά του καὶ τοῦ τὰ προσφέρομε. Τοῦ προσφέρομε ἄρτον καὶ οἶνον.

Γιατί ἄραγε; Μὲ τὰς θυσίας ποὺ προσέφερον οἱ «παλαιοί», οἱ Ἰουδαῖοι, προσέφερον πάντοτε καὶ δῶρα, ὅπως χρυσᾶ καὶ ἀργυρᾶ σκεύη, ἀπαρχάς, δηλαδὴ τοὺς πρώτους καρποὺς τῆς γῆς, ἢ «ζῶα τῶν ἐδωδίμων», ἀπὸ αὐτὰ ποὺ τρώει ὁ ἄνθρωπος.

Ἐμεῖς δὲν κάνομε τοιαύτας προσφοράς• προσφέρομε ἄρτον καὶ οἶνον, τὰ ὁποῖα ἔχει εἰς τὴν διάθεσίν του ἀποκλειστικῶς ὁ ἄνθρωπος καὶ εἶναι κύρια διατροφή του. Εἶναι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα τοῦ ἐξασφαλίζουν τὴν ἐπίγειον ζωή. Προσφέροντας λοιπὸν ἄρτον καὶ οἶνον, αὐτὰ ποὺ κατ' ἐξοχὴν ἁρμόζουν εἰς τὴν ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι σὰν νὰ προσφέρωμε τὴν ἴδια μας τὴν ζωή, τὴν ἐπικηρόν, τὴν ἐπίγειον, τὴν προσωρινήν. Προσφέρομε κάτι τὸ πρόσκαιρο, γιὰ νὰ πάρωμε κάτι τὸ αἰώνιο, τὴν αἰώνιον ζωήν. Εἰς τὴν δόσιν τὴν ἰδικὴν μας ἔρχεται ἡ ἀντίδοσις τοῦ Χριστοῦ• μᾶς παρέχει τὴν ἰδικὴν του ζωήν, τὸ σῶμα τουκαὶ τὸ αἷμα του.

Τί ὡραῖα τὸ λέγει ὁ Καβάσιλας• «προῖκα δίδωσιν ἡμῖν ὁ Θεὸς πάντα τὰ ἅγια, καὶ οὐδὲν αὐτῶν προεισφέρομεν, ἀλλ' ἀτεχνῶς εἰσι χάριτες». Ὁ,τιδήποτε μᾶς χαρίζει ὁ Θεός, καὶ οἱ ἐπιτυχίες εἰς τὸν ἀγῶνα μας καὶ οἱ ἀρετὲς καὶ οἱ εὐσεβεῖς σκέψεις καὶ τὰ πάντα, ὅλα τὰ ἅγια, «πᾶν δώρημα τέλειον», εἶναι «προῖκα», δωρεά, καὶ «ἀτεχνῶς χάριτες τοῦ Θεοῦ», ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον δῶρα χαρισμένα ἀπὸ τὸν Θεόν. Ἐμεῖς δὲν ἔχομε τίποτε νὰ προσφέρωμε, τίποτε ἐνώπιον αὐτοῦ νὰ συνεισφέρωμεν• τὰ πάντα προέρχονται ἐξ αὐτοῦ.

Γιὰ νὰ μπορέση ὅμως νὰ γίνει αὐτὴ ἡ ἀντίδοσις ποὺ εἶναι ὁ τελικὸς σκοπὸς τῆς θείας λειτουργίας, γιὰ νὰ γίνη καὶ σὲ μᾶς αὐτὸ ποὺ ἔγινε ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ Χριστοῦ εἰς τὸ ὁποῖον διὰ μιᾶς τοιαύτης περιχωρήσεως καὶ ἀντιδόσεως ἡνώθη ἡ θεία καὶ ἡ ἀνθρωπίνη φύσις, πρέπει νὰ προπαρασκευασθῶμεν. Χωρὶς προπαρασκευήν, μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ματαίως γίνεται ἡ λειτουργία. «Ἀλλὰ τὸ γε ἐπιτηδείους γενέσθαι πρὸς τὸ δέξασθαι αὐτὰ καὶ φυλάξαι ἐξ ἀνάγκης ἀπαιτεῖ παρ' ἡμῶν καὶ οὐκ ἂν μεταδοίη τοῦ ἁγιασμοῦ μὴ οὕτω διατεθεῖσιν», λέγει πάλι ὁ Καβάσιλας• ναί, ὅλα μᾶς τὰ δίνει ὁ Θεός, ἀλλὰ θέλει νὰ γίνωμε ἱκανοί, ὥστε νὰ δεχθοῦμε τὸν ἁγιασμόν του καὶ τὰ δῶρα του, καὶ ἄξιοι νὰ τὰ φυλάξωμε. Ἀναγκαστικῶς λοιπόν, γιὰ νὰ μᾶς τὰ μεταδώση, πρέπει νὰ διατεθοῦμε καὶ ἡμεῖς καταλλήλως. Ἐπειδὴ «οὕτως ἀναγκαῖον ἦν πρὸς τὴν τεῦξιν τῶν μυστηρίων τὸ εὖ ἔχοντας ἀπαντῆσαι καὶ παρεσκευασμένους», διὰ τοῦτο ὁ ἱερὸς συγγραφεύς, ὁ ἑρμηνευτὴς τῆς θείας λειτουργίας, μᾶς λέγει ὅτι ἡ προετοιμασία οὐσιαστικῶς καὶ μυστικῶς γίνεται εἰς τὴν θείαν λειτουργίαν. Πῶς ἐπιτυγχάνεται αὐτό; Μὲ τὶς εὐχές, μὲ τοὺς ψαλμούς, μὲ τὰ ἁγιογραφικὰ ἀναγνώσματα, μὲ ὅλα τὰ λεγόμενα καὶ τὰ τελούμενα ἐν αὐτῇ.

Εἰς τί συνίσταται ἡ προπαρασκευή; Εἰς τὴν προετοιμασίαν τῆς καρδίας μας, ὥστε νὰ γίνη χωρητικὴ τῆς θεότητος. Πῶς μᾶς προετοιμάζει, τί προσφέρει ἡ λειτουργία; Τί πρέπει νὰ ζητοῦμε ἀπὸ τὸν Θεὸν καί, ὅταν τὸ λάβωμε, τότε εἴμεθα παρεσκευασμένοι, ἕτοιμοι, νὰ δεχθοῦμε τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ;

Αὐτὸ τὸ θέμα θὰ μᾶς ἀπασχολήση σήμερα, παιδιά μου. Καὶ γιὰ νὰ ἐκφράσωμε μερικὲς σκέψεις, θὰ μᾶς βοηθήσουν ὁ συγγραφεὺς τὸν ὁποῖον ἀναφέραμε προηγουμένως, ὁ ἱερὸς Καβάσιλας, τὸ ἀποστολικὸ καὶ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα καὶ ἡ σημερινὴ ἀκολουθία.

Τὸ πρῶτον, τὸ ὁποῖο ἐπιτυγχάνομεν εἰς τὴν θείαν λειτουργίαν, εἶναι ἡ ἄφεσις τῶν ἁμαρτιῶν μας. Πραγματικὰ τὴν κερδίζομε. Πῶς; Κατ' ἀρχάς, μὲ τὶς εὐχὲς οἱ ὁποῖες ἀναφέρονται πρὸς τὸν Θεὸν ἐκ μέρους μας διὰ τῶν χειλέων τοῦ ἱερέως καὶ ἔχουν μίαν δύναμι. Τὰ ὡραιότατα νοήματά τους συντρίβουν τὴν καρδιά μας, καὶ ἂν ἀκόμη αὐτὴ εἶναι πέτρινη. Μᾶς κάνουν νὰ νοιώσωμε τὴν ἁμαρτωλότητά μας. Ἀναπεμπόμενες δὲ καὶ ἀνερχόμενες οἱ εὐχὲς εἰς τὸν Θεὸντὸν καθιστοῦν ἵλεων. Δέχεται τὴν παράκλησή μας, διότι ἔχει ὑποσχεθεῖ ὅτι θὰ ἀκούη τὴν προσευχή μας. Εἰς ὅλες τὶς εὐχὲς παρακαλοῦμε νὰ μᾶς συγχωρήση ὁ Θεός. Ἑπομένως, εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ μᾶς ἀκούση, τὴν ὥρα μάλιστα ἐκείνην τὴν φρικτήν τοῦ μυστηρίου; Μᾶς ἀκούει καὶ δι' αὐτὸ ἀκριβῶς μᾶς παρέχει τὴν ἄφεσιν τῶν ἁμαρτιῶν. Νὰ σκεπτώμεθα λοιπὸν τὴν ἁμαρτωλότητά μας καὶ νὰ ἀγωνιζώμεθα νὰ συντριβῆ ἡ σκληρότης τῆς καρδίας μας, οὕτως ὥστε νὰ ἐπέλθη ἡ ἄφεσις.

Τὸ δεύτερον, τὸ ὁποῖο κερδίζομε, εἶναι μία μετάθεσις τοῦ νοῦ καὶ τῆς καρδίας εἰς τὸν οὐρανόν• δὲν ζοῦμε πλέον εἰς τὴν γῆν τὴν ὥρα τῆς λειτουργίας. Προσέξατε τί ἔλεγε ἕνα τροπάριο τῶν αἴνων, ποὺ ψάλαμε; «Διὰ τοῦ σταυροῦ σου Χριστέ, μία ποίμνη γέγονεν, ἀγγέλων καὶ ἀνθρώπων, καὶ μία Ἐκκλησία• οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ ἀγάλλεται• Κύριε δόξα σοι». «Διὰ τοῦ σταυροῦ σου Χριστὲ» — ὁ σταυρὸς ὑψώνεται χωρὶς χύσιμο αἵματος εἰς τὴν θείαν λειτουργίαν, ἡ ὁποία εἶναι μία ἀναπαράστασις ἀκριβῶς τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ, τοῦ σταυρικοῦ του θανάτου — «διὰ τοῦ σταυροῦ σου» καὶ διὰ τῆς λειτουργίας σου ἑπομένως, ὅλα γίνονται «μία ποίμνη καὶ μία Ἐκκλησία». Ἄγγελοι, ἀρχάγγελοι καὶ ἄνθρωποι, οὐρανὸς καὶ γῆ συμμετέχουν. Ὅλα γίνονται ἕνας οὐρανός. Οἱ πάντες καὶ τὰ πάντα συγχωνεύονται καὶ ὅλοι καὶ ὅλα μαζὶ δοξάζουν τὸν ἐπὶ τοῦ θρόνου του καθήμενον Χριστόν.


 



Ἡ λειτουργία μας λοιπὸν εἶναι μία σύναξις τῶν ποιημάτων, τῶν δημιουργημάτων τοῦ Θεοῦ καὶ μάλιστα τοῦ ἀγγελικοῦ, τοῦ πνευματικοῦ καὶ τοῦ ἀνθρωπίνου κόσμου. Εἶναι δημιουργία ἑνὸς πνευματικοῦ οὐρανοῦ, μπροστὰ στὴν ὀμορφιὰ τοῦ ὁποίου ὁ ἐπίγειος κόσμος, οἱ ὁρατοὶ οὐρανοὶ ὠχριοῦν.

Ὅταν ζῆ κανεὶς αὐτὴν τὴν ἀλήθεια εἰς τὴν λειτουργίαν, αὐτὸν τὸν πνευματικὸν οὐρανόν, αὐτὴν τὴν παράστασι τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, τότε πλέον δὲν νοιώθει ἄνετα εἰς τὸν κόσμο αὐτόν. Ὅποιος μπορεῖ νὰ χωρέσει καὶ εἰς τὴν ζωὴ αὐτὴν καὶ εἰς τὸν κόσμο αὐτόν, ὅποιος μπορεῖ νὰ βολευτεῖ, αὐτὸς δὲν εἶναι «εὔθετος εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ». Ὅταν εἶσαι εἰς τὴν λειτουργίαν, νοιώθεις ὅτι εἶσαι ξένος πλέον γιὰ τὸν κόσμο. Χαίρεσαι, διότι εἶσαι γεγραμμένος εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν. Ἀνάβει ἡ ἐπιθυμία στὴν καρδιά σου νὰ γίνης καὶ σὺ πολίτης τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Εἶναι δύσκολο; Εἶναι ὑπόθεσις τοῦ Θεοῦ.

Ὅταν οἱ μαθηταὶ τοῦ Χριστοῦ ἔτρεξαν, ὅπως ἀναφέρεται εἰς τὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα, χαρούμενοι εἰς τὸν Κύριον διότι ἔκαναν θαύματα, εὐηγγελίζοντο, ἐκέρδιζαν ψυχές, ἔβγαζαν δαιμόνια καὶ τοῦ εἶπαν «καὶ τὰ δαιμόνια ὑποτάσσεται ἡμῖν, Κύριε», τί ἀπήντησεν ἐκεῖνος; Μὴ χαίρετε δι' ὅλα αὐτά, ἀλλὰ νὰ χαίρετε διότι τὰ ὀνόματά σας ἐγράφησαν ἐν οὐρανοῖς• «ὅτι τὰ ὀνόματα ὑμῶν ἐγράφη ἐν τοῖς οὐρανοῖς». Αὐτὸ εἶναι τὸ δύσκολο νὰ ἐπιτύχη κανείς• εἶναι τὸ πραγματικὸ κέρδος ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ ἔχη.

Ἡ λειτουργία εἶναι σὰν νὰ μᾶς λέγη: Γίνε καὶ σὺ ἐκλεκτός, ποὺ θὰ συγκαταριθμηθῆς εἰς αὐτὴν τὴν πολιτείαν τοῦ Θεοῦ. Νὰ νοσταλγῆς πάνω ἀπὸ ὅλα τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν, τὴν κοινωνίαν τῶν ἀγγέλων καὶ τῶν ἀνθρώπων, ἐκεῖ ὅπου ὅλα ἀγάλλονται, ὅλα δοξολογοῦν τὸν Θεόν.

Τὸ τρίτον, τὸ ὁποῖο κερδίζομε ὡς ἀποτέλεσμα τοῦ προηγουμένου, εἶναι ὁ ἁγιασμός μας. Μόνον σὲ ἁγίους μπορεῖ νὰ ἐπαναπαυθῆ ὁ Θεὸς καὶ μόνον μὲ αὐτοὺς μπορεῖ νὰ ἐπικοινωνῆ• «Ὅτι ἅγιος εἶ, ὁ Θεὸς ἡμῶν, καὶ ἐν ἁγίοις ἐπαναπαύῃ». Γι' αὐτὸ καὶ τοῦ ζητοῦμε συνεχῶς νὰ μᾶς ἁγιάση. Τί εἶναι λοιπὸν ὁ ἁγιασμὸς καὶ πῶς ἐπιτυγχάνεται; Εἶναι ἀκριβῶς ἡ ἀποκοπή μας ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ τὰ τοῦ κόσμου. Ἅγιος εἶναι ὁ ξεχωρισμένος, ὁ ἀφωρισμένος, ὁ δοσμένος εἰς τὸν Θεόν. Ἑπομένως, γινόμεθα ξένοι διὰ τὸν κόσμο καὶ ἐπιθυμοῦμεν πλέον νὰ ἀνήκωμεν ὁλοκληρωτικὰ εἰς τὸν Θεόν. Αὐτή μας ἡ ἐπιθυμία μᾶς ἁγιάζει. Γίνεται μία προϋπόθεσις, γιὰ νὰ μπορέσωμε νὰ ἀποκτήσωμε καὶ κάθε ἄλλην ἀρετή, ἀπαραίτητη γιὰ τὸν ἁγιασμόν μας.

Ἡ λειτουργία μας λοιπὸν εἶναι ἕνα δόσιμο, μία προσφορὰ τοῦ ἑαυτοῦ μας εἰς τὸν Κύριον ἢ καλύτερα μία ἐπανάληψις τῆς προσφορᾶς μας, μία ἀνανέωσις τῆς συνθήκης ποὺ ἔχομε ὑπογράψει μαζί του, τότε ποὺ ἐβαπτιζόμεθα καὶ ἐχριόμεθα. Κάθε φορὰ ποὺ πηγαίνομε εἰς τὴν λειτουργίαν ὑποσχόμεθα καὶ πάλι: Κύριε, σοῦ ξαναδίνω τὸν ἑαυτόν μου.

Ὁ ἁγιασμὸς μας αὐτὸς ὅμως γίνεται καὶ μὲ τὴν συμμετοχήν μας εἰς τὸ σῶμα του καὶ εἰς τὴν ζωήν του. Ἐν τῇ λειτουργίᾳ γίνεται ἡ σύναξις τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ. Συμμετέχομεν καὶ ἡμεῖς. Ἑπομένως, ἐπικοινωνοῦμεν ἄμεσα μὲ τὸν Θεόν. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι οἱ χυμοὶ τοῦ Θεοῦ, ἡ ἁγιότης του ρέουν μέσα μας, γινόμεθα μέλη Χριστοῦ, γινόμεθα Χριστός. Ἐκεῖνος ἡ κεφαλὴ καὶ ἐμεῖς τὰ μέλη. Ἀφοῦ ἡ κεφαλὴ εἶναι ἁγία καὶ ἐμεῖς γινόμεθα ἅγιοι ὡς «μέλη ἐκ μέρους», ὡς «σὰρξ ἐκ τῆς σαρκός του καὶ ὀστᾶ ἐκ τῶν ὀστέων του».

Συμμετέχομεν εἰς τὴν ζωήν του. Τί σημαίνει αὐτό; Ἡ λειτουργία οὐσιαστικῶς δὲν εἶναι προσευχή• εἶναι δόσις καὶ ἀντίδοσις. Εἶναι ὅμως καὶ μία ἀνάμνησις καὶ μία ἐπανάληψις, μία ὅρασις. Ὁ Χριστὸς ζῆῖ τώρα μπροστά μας. Δι' ὅλων «ὁρῶμεν τὸν Χριστὸν τυπούμενον καὶ τὰ ὑπὲρ ἡμῶν αὐτοῦ ἔργα καὶ πάθη• καὶ γὰρ ἐν τοῖς ψαλμοῖς καὶ ταῖς ἀναγνώσεσι καὶ πᾶσι τοῖς ὑπὸ τοῦ ἱερέως διὰ πάσης τῆς τελετῆς πραττομένοις, ἡ οἰκονομία τοῦ Σωτῆρος σημαίνεται».

Ἑπομένως, ὁλόκληρη ἡ θεία μυσταγωγία εἶναι εἰκόνα τοῦ ἰδίου τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ. Ὁλόκληρη ἡ θεία λειτουργία εἶναι μία ἐν χρόνῳ καὶ ἐν χώρῳ ἐπανάληψις τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ• σὰν νὰ ζεῖ τώρα μπροστὰ μας ὁ Χριστός. Διότι αὐτὰ ποὺ γίνονται εἰς τὴν θείαν λειτουργίαν, «εἰς τὴν τοῦ Σωτῆρος οἰκονομίαν ἀναφέρεται πάντα, ἵνα ἡμῖν ἡ αὐτῆς θεωρία πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν οὖσα τὰς ψυχὰς ἁγιάζῃ καὶ οὕτως ἐπιτήδειοι γινώμεθα πρὸς τὴν ὑποδοχὴν τῶν ἱερῶν δώρων». Κατὰ τὴν ἐπίγειον ζωὴ του ὁ Χριστὸς ἐχάρισε τὴν ἀνάστασίν του εἰς ὅλον τὸν κόσμο. Τώρα «φιλοπόνως θεωρουμένη» ἡ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ καθιστᾶ καὶ ἡμᾶς ἱκανοὺς νὰ ἀνιστάμεθα εἰς τὴν ἰδικὴν του ζωή.

Ὅλα, ὅσα λέγονται καὶ πράττονται εἰς τὴν θείαν λειτουργίαν, ἀρχικῶς εἶχον ἕνα πρακτικὸν σκοπὸν ἄλλα καὶ ἕνα δεύτερον: νὰ τυποῦν τὸν Χριστόν• δύο ἔργα δηλαδὴ μποροῦν νὰ ἐπιτελοῦν. Ἡ περιφορά, παραδείγματος χάριν, τοῦ Εὐαγγελίου εἶχε ἕνα πρακτικὸν σκοπόν. Ταυτοχρόνως ὅμως εἶναι καὶ μία τύπωσις καὶ μία δήλωσις καὶ μία φανέρωσις τοῦ ἰδίου τοῦ Χριστοῦ. Ἐπίσης, ὅπως τὰ ἐνδύματά μας καλύπτουν μίαν πρακτικὴν ἀνάγκην, καλύπτουν τὴν γυμνότητά μας καὶ προφυλασσόμεθα ἀπὸ τὴν θερμότητα ἢ ἀπὸ τὸ κρύο, ἀλλὰ συγχρόνως ἀποκαλύπτουν τὴν ἡλικίαν μας, τὸ ἀξίωμά μας, τὸν χαρακτῆρα μας, ὑποδηλώνουν τὸν ἄνθρωπον, τὸ ἴδιο ἀκριβῶς συμβαίνει καὶ μὲ τὰ ἄμφια τῆς θείας λειτουργίας. Ὑπάρχουν τέλος πράξεις καὶ λόγοι, ποὺ ἔχουν ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον συμβολικὸν χαρακτῆρα, δηλωτικόν τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ.

Δι' αὐτὸ εἰς τὴν λειτουργίαν πρέπει οἱ ὀφθαλμοὶ τῆς διανοίας μας νὰ εἶναι συνεχῶς εἰς τὰ νοούμενα καὶ εἰς τὰ τελούμενα, οὕτως ὥστε, συμμετέχοντες μυστικῶς εἰς τὴν ζωὴν τοῦ Κυρίου, νὰ γινώμεθα ἱκανοὶ νὰ συμμετέχωμεν καὶ μυστηριακῶς εἰς αὐτήν. Δι' ὅλων λοιπὸν τῶν μέσων «καλλίω... καὶ θειοτέραν ἐργάζεται τὴν ψυχὴν» ἡ θεία λειτουργία καὶ μᾶς καθιστᾶ ἀξίους πρὸς ὑποδοχὴν τοῦ σώματος καὶ τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ.

Ἕνα τέταρτον, τὸ ὁποῖον προσφέρει ἡ θεία λειτουργία, εἶναι ἡ ἄνευ ὁρίων ἀγάπη πρὸς τοὺς ἄλλους, πρὸς τοὺς ἀδελφούς μας. Τὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα ἔλεγε• «Ἀσπάσασθε ἀλλήλους ἐν φιλήματι ἀγάπης». Ἕνα τέτοιο φίλημα ἔκαναν οἱ ἀρχαῖοι χριστιανοί. Σὲ μᾶς κατηργήθη. Μπορεῖ ὅμως νὰ εἶναι ἐσωτερικό• μὲ ἕνα βλέμμα τῆς καρδιᾶς νὰ ἀγκαλιάζη τρόπον τινὰ ὁ ἕνας ὅλους τοὺς ἄλλους. Ἐν πάσῃ ἀγάπῃ καὶ ἐν πλήρει ἑνότητι μετὰ τῶν ἄλλων πρέπει κανεὶς νὰ ἔρχεται εἰς τὴν λειτουργίαν καὶ ταυτοχρόνως νὰ τὸ ζητεῖ, γιὰ νὰ γίνη μία αὔξησις. Πῶς μπορεῖ κανεὶς νὰ ἑνωθεῖ μὲ τὸν Χριστόν, ἐὰν δὲν εἶναι ἑνωμένος μὲ τὸ κάθε μέλος τοῦ σώματος αὐτοῦ;

Τέλος, ἡ θεία λειτουργία μὲ τὴν προετοιμασία ποὺ κάνει μέσα μας δημιουργεῖ πίστιν καὶ ἐναπόθεσιν τῶν ἐλπίδων, τῶν δυσκολιῶν, τῶν προβλημάτων μας εἰς Ἐκεῖνον. Εἰς τὴν λειτουργίαν δὲν πηγαίνομε γιὰ νὰ ζητήσωμε αὐτὸ ἢ τὸ ἄλλο, δηλαδὴ νὰ ἱκανοποιήσουμε τὶς ἀνάγκες μας. Πηγαίνομε νὰ ζητήσωμε ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον Ἐκεῖνον. Ἀφήνομε εἰς τὸν Θεὸν τὰ ὑπόλοιπα, «πᾶσαν τὴν μέριμναν ὑμῶν ἐπιρρίψαντες ἐπ' αὐτόν», κατὰ τὸ σημερινὸν ἀποστολικὸν ἀνάγνωσμα, ὅπως ἐκεῖνος ποὺ ρίχνεται στὴν θάλασσα καὶ ἀφήνεται νὰ ἄγεται καὶ νὰ φέρεται ἀπὸ τὰ κύματά της. Ἀποκτοῦμε τότε θάρρος, δικαιώματα• κατακτοῦμε τὴν ἐλευθερίαν εἰς τὴν θείαν λειτουργίαν νὰ μποροῦμε νὰ ἀφηνώμεθα εἰς τὸν Θεόν. Διότι, ἐφ' ὅσον ἀφηνόμεθα εἰς αὐτὸν καὶ ἔχομε τὸ δικαίωμα νὰ γίνωμε κάτι τὸ θεϊκό, εἶναι φυσικό, ἀφοῦ Ἐκεῖνος ἔχει ἀρχίσει τὴν ζωὴ μέσα μας, Αὐτὸς νὰ τὴν φέρη καὶ εἰς πέρας, νὰ τακτοποιήσει κάθε πρόβλημα ἐξωτερικὸ ἀλλὰ καὶ πνευματικό. «Ὁ δὲ Θεὸς πάσης χάριτος, ὁ καλέσας ὑμᾶς εἰς τὴν αἰώνιον αὐτοῦ δόξαν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ ὀλίγον παθόντας, αὐτὸς καταρτίσει ὑμᾶς, στηρίξει, σθενώσει, θεμελιώσει». Ὁ Χριστὸς ἀναλαμβάνει πλέον αὐτὸς ὁ ἴδιος τὴν ζωή μας, νὰ μᾶς δώση σθένος, νὰ μᾶς στηρίξη, νὰ μᾶς καταρτίση καὶ νὰ μᾶς τελειοποιήση. Τὰ πάντα ἀναλαμβάνει Ἐκεῖνος.

Εἴδαμε λοιπὸν ὅτι εἰς τὴν λειτουργίαν κερδίζομε τὴν ἄφεσιν τῶν ἁμαρτιῶν, γίνεται μία μετάθεσις τοῦ νοῦ καὶ τῆς καρδίας μας εἰς τὸν οὐρανόν, ἐπιτυγχάνομεν τὸν ἁγιασμόν, ἑνούμεθα ἐν ἀπολύτῳ, ἐν πλήρει ἀγάπῃ μὲ ὅλους τοὺς ἄλλους, ἡ πίστις ἐνισχύεται καὶ τὰ πάντα ἐναποτίθενται εἰς τὸν Θεόν.

Ὅλα αὐτὰ τὰ ἐπιτυγχάνομεν μὲ τὶς εὐχές, ὅπως λέγαμε στὴν ἀρχή. Δὲν βοηθοῦν ὅμως μόνον οἱ εὐχές. Βοηθοῦν καὶ οἱ ψαλμοὶ — ἰδίως οἱ ψαλμοὶ τῶν ἀντιφώνων, τῶν ὁποίων ὅμως σήμερα δὲν διαβάζονται παρὰ μόνον ὡρισμένοι στίχοι — καὶ οἱ ψαλμωδίες, διότι καὶ αὐτὰ ὁμιλοῦν περὶ τοῦ Χριστοῦ. Οἱ μακαρισμοὶ ἐν συνεχείᾳ καὶ τὰ ἀναγνώσματα ποὺ ὁμιλοῦν γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ τὸ ἔργο του, μᾶς ἀνάβουν τὸν πόθο καὶ τὴν ἐπιθυμία νὰ τηροῦμε τὶς ἐντολές του.

Τοιουτοτρόπως, δι' ὅλων τῶν δρωμένων καὶ τῶν τελουμένων ἐν τῇ λειτουργίᾳ, ἐπιτυγχάνομεν νὰ κάνωμε τὴν ψυχὴν μας καλυτέραν, ὡραιοτέραν. Δι' αὐτὸν τὸν λόγον ὁ ἱερὸς συγγραφεὺς τῆς ἑρμηνείας τῆς λειτουργίας μᾶς προτρέπει- «Οὕτω... αἰδεσθῶμεν τὸν οὕτως ἐλεήσαντα, τὸν οὕτω σώσαντα καὶ πιστεύσωμεν αὐτῷ τὰς ψυχάς», ἂς τοῦ ἐμπιστευθῶμεν τὶς ψυχές μας, «καὶ παραθώμεθα τὴν ζωήν, καὶ φλέξωμεν τὰς καρδίας τῷ πυρὶ τῆς ἀγάπης αὐτοῦ• καὶ τοιοῦτοι γενόμενοι, τῷ πυρὶ τῶν μυστηρίων ὁμιλήσωμεν ἀσφαλῶς καὶ οἰκείως». Ὅταν τοῦ ἐμπιστευθῶμεν τὰς ψυχάς μας, ὅταν τοῦ παραθέσωμεν τὴν ζωήν μας, ὅταν φλέξωμεν τὰς καρδίας μας μὲ τὸ πῦρ τῆς ἀγάπης του, τότε πλέον εἴμεθα ἕτοιμοι καὶ μποροῦμε νὰ «ὁμιλήσωμεν τῷ πυρὶ τῶν μυστηρίων ἀσφαλῶς καὶ οἰκείως», νὰ ἔλθωμεν εἰς ἐπαφήν, νὰ ἀποκτήσωμεν πλέον ἐμπειρικὴν συνάφειαν μὲ τὸ πῦρ τῶν μυστηρίων του. Τότε μόνον ἡ ἐν τῆ πράξει, ἡ ἐμπειρικὴ αὐτὴ αἴσθησις, ἡ πραγματικὴ αὐτὴ ἐκζήτησις τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ γίνεται βίωμά μας. Καὶ ἡ μετάληψις τῶν τιμίων δώρων, ἡ μετάληψις τῆς θεότητος καὶ ἡ θέωσίς μας, ἔρχεται ὡς ἀπόρροια ὅσων μᾶς χαρίζει ἡ θεία λειτουργία.

Τὸ τεμάχιο τοῦ ἄρτου, τὸ ὁποῖο πρόκειται νὰ γίνει σῶμα Χριστοῦ, τὸ βγάζομε ἀπὸ τὸ πρόσφορο. Δὲν προσφέρομε ὁλόκληρο τὸ πρόσφορο εἰς τὸν Κύριον, ἀλλὰ ἕνα τεμάχιό του. Τὸ πρόσφορο εἰκονίζει τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν, τὸ ἡμέτερον φύραμα, τὸ ἀνθρώπινο γένος. Ἐξῆλθε ὁ Χριστὸς ἐκ τοῦ ἡμετέρου φυράματος διὰ νὰ θεώση αὐτό. Ἂς ἐξέλθωμεν καὶ ἡμεῖς ἐκ μέσου τῶν ἀνθρώπων, διὰ νὰ θεωθῶμεν, διὰ νὰ προσφερθῶμεν εἰς τὸν Θεόν. Διότι, προσφέροντας αὐτὸ τὸ ἀντίτυπον, προσφέρομεν τὸν ἑαυτόν μας. Τὰ ἀντίτυπα τοῦ τιμίου σώματος καὶ τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ πρῶτα τὰ ἐναποθέτομεν ὡς δῶρα εἰς τὸν Κύριον ἐπὶ τῆς ἁγίας Προσκομιδῆς καὶ ἐν συνέχειᾳ τὰ προσφέρομεν ὡς θυσίαν ἐπὶ τοῦ ἁγίου θυσιαστηρίου.

Ἂς καταστήσωμεν τὸν ἑαυτὸν μας δῶρο διαλεγμένο, δῶρο ξεχωρισμένο, δῶρο ποὺ θὰ τὸ ἀφήσωμε μιὰ γιὰ πάντα στὰ χέρια Ἐκείνου καὶ δὲν θὰ θελήσωμε ποτὲ νὰ τὸ πάρωμε πίσω. Ὅταν προσφερθοῦμε εἰς Αὐτὸν ὡς δῶρο, τότε μόνον θὰ μποροῦμε, πλησιάζοντες καὶ κυκλοῦντες καθ' ἑκάστην τὸ θυσιαστήριόν του καὶ προσεδρεύοντες εἰς αὐτό, νὰ προσενέγκωμεν ὁλόκληρο τὸ εἶναι μας, τὸν ἑαυτὸν μας — νοῦν, ψυχὴν καὶ καρδίαν— θυσίαν ζῶσαν καὶ εὐάρεστον. Τὸ εἶναι μας μᾶς τὸ ἐχάρισε Ἐκεῖνος• τὸ ὀφείλομεν εἰς Ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ παύση νὰ εἶναι τὸ κέντρο καὶ τὸ τέλος, ὁ σκοπὸς τῆς ζωῆς μας.

Ένα γράμμα του π.Σεραφείμ Ρόουζ στους γονείς του όταν ήταν φοιτητής.



fr_seraphim_rose

Στις 14 Ιουνίου του 1964, μια εβδομάδα αφότου κατέθεσε τη διπλωματική του εργασία, έγραψε στους γονείς του αυτό το γράμμα με σκοπό να τους εξηγήσει τούς λόγους για το σχέδιο του:
«Αγαπητοί γονείς,
Είναι μια καυτή μέρα – για το Σαν Φρανσίσκο μοιάζει πολύ με καλοκαίρι. Κατάφερα να τελειώσω την μεταπτυχιακή εργασία μου και την παρέδωσα τελικά την προηγούμενη Παρασκευή, αλλά συνήθως για κάποιο λόγο δε στέλνουν τούς βαθμούς πριν από το Σεπτέμβριο. Ασχολούμαι ακόμα με τα κινεζικά, βοηθάω τον Κινέζο πρώην καθηγητή μου [Τζί-μινγκ Σιέν] να μεταφράσει ένα άρθρο (από τα κινεζικά) με θέμα την κινεζική φιλοσοφία, για ένα περιοδικό φιλοσοφίας. Ή υποκρισία του ακαδημαϊκού κόσμου δεν υπήρξε ποτέ τόσο απροκάλυπτη όσο στην περίπτωση του. Ό καθηγητής μου γνωρίζει περισσότερα για την κινεζική φιλοσοφία, από οποιονδήποτε άλλο στην χώρα και έχει σπουδάσει δίπλα σε αληθινούς φιλοσόφους και σοφούς στην Κίνα.
Όμως δεν μπορεί να βρει δουλειά σε κανένα αμερικανικό πανεπιστήμιο, επειδή δεν είναι πτυχιούχος αμερικανικού πανεπιστημίου και επειδή δεν αναλώνεται σε δημόσιες σχέσεις – με δύο λόγια, επειδή παραείναι τίμιος άνθρωπος!
Είναι αλήθεια ότι στην αρχή επέλεξα την ακαδημαϊκή ζωή, διότι ό θεός μου έδωσε ένα μυαλό για να Τον υπηρετώ και ό ακαδημαϊκός κόσμος είναι ό κατεξοχήν χώρος στον όποιον υποτίθεται ότι χρησιμοποιείται το ανθρώπινο μυαλό. Όμως πλέον, μετά από οκτώ ή εννέα χρόνια στα πανεπιστήμια, ξέρω καλά τί γίνεται εκεί. Λίγοι εκτιμούν και σέβονται το μυαλό και αυτοί είναι καθηγητές της «παλιάς σχολής», οι όποιοι σύντομα θα εκλείψουν.
Για τούς υπολοίπους είναι ζήτημα εξασφάλισης χρημάτων και μιας σταθερής θέσης στην ζωή – χρησιμοποιούν το μυαλό σαν ένα είδος παιχνιδιού, κάνουν έξυπνα τρικ με το μυαλό και πληρώνονται γι’ αυτό όπως οι κλόουν στον τσίρκο. Στις μέρες μας έχει εκλείψει από’ τούς ανθρώπους ή αγάπη για την αλήθεια και αυτοί πού διαθέτουν μυαλό, πρέπει να εκπορνεύουν αυτό το τάλαντο τους για να τα βγάζουν πέρα. Εγώ δεν μπορώ να κάνω κάτι τέτοιο, διότι ή αγάπη μου για την αλήθεια είναι πολύ μεγάλη. Για μένα ή ακαδημαϊκή σταδιοδρομία είναι απλώς μια δουλειά δεν πρόκειται να γίνω δούλος σ’ αυτήν. Δεν υπηρετώ το Θεό στον ακαδημαϊκό κόσμο, απλώς κερδίζω τον επιούσιο. Αν πρόκειται να υπηρετήσω το Θεό σ’ αυτόν τον κόσμο και ν’ αποφύγω έτσι να κάνω τη ζωή μου μια πλήρη αποτυχία, θα πρέπει να το κάνω εκτός των ακαδημαϊκών κύκλων.
Έχω αποταμιεύσει ένα μικρό ποσόν και ελπίζω να κερδίσω λίγα χρήματα ακόμα με καμιά δουλίτσα. Πιστεύω ότι θα τα βγάλω πέρα οικονομικά για ένα χρόνο, κάνοντας αυτό πού υπαγορεύει ή συνείδησή μου: να γράψω ένα βιβλίο για την πνευματική κατάσταση του ανθρώπου σήμερα – θέμα για το όποιο, με τη χάρη του Θεού, γνωρίζω ορισμένα πράγματα. Το βιβλίο μάλλον δεν θα πουλήσει καθότι οι άνθρωποι δεν θέλουν να θυμούνται τα πράγματα πού έχω να τούς πω προτιμούν να βγάζουν χρήματα, παρά να λατρεύουν το Θεό.
Είναι αλήθεια ότι αυτή ή γενιά είναι μπερδεμένη. Το μόνο πρόβλημα με μένα είναι ότι δεν είμαι μπερδεμένος και γνωρίζω πολύ καλά ποιό είναι το καθήκον του ανθρώπου: να λατρεύει το Θεό και τον Υιό Του και να προετοιμάζεται για τη ζωή στον επερχόμενο κόσμο όχι να ζει άνετα κι ευτυχισμένα σ’ αυτόν τον κόσμο εκμεταλλευόμενος τον συνάνθρωπο του και ξεχνώντας το Θεό και τη Βασιλεία Του.
Αν ό Χριστός ερχόταν σήμερα σ’ αυτόν τον κόσμο, ξέρετε τί θα Του συνέβαινε; Θα Τον έκλειναν σε ψυχιατρείο και θα Τον υπέβαλαν σε ψυχοθεραπεία και το ίδιο θα έκαναν στους άγιους Του. Ό κόσμος θα Τον σταύρωνε σήμερα ακριβώς όπως το έπραξε πριν από δύο χιλιάδες χρόνια, διότι ό κόσμος δεν έχει μάθει τίποτα πέρα από το να κατεργάζεται ακόμη δολιότερες μορφές υποκρισίας.
Και τί θα συνέβαινε αν σε κάποια απλώς’ τις τάξεις μου στον πανεπιστήμιο, έλεγα στους φοιτητές μου ότι όλη ή μόρφωση του κόσμου είναι ασήμαντη, συγκρινόμενη με το καθήκον μας να λατρεύσουμε το Θεό, ν’ αποδεχτούμε το Θεάνθρωπο ό Όποιος πέθανε για τις δικές μας αμαρτίες και να προετοιμαστούμε για τη ζωή στον επερχόμενο κόσμο; Το πιθανότερο είναι ότι θα γελούσαν σε βάρος μου και φυσικά οι υπεύθυνοι του πανεπιστημίου αν το μάθαιναν, θα με απέλυαν – διότι είναι αντίθετο με το νόμο το να κηρύσσει κάποιος την Αλήθεια στα πανεπιστήμιά μας. Λέμε ότι ζούμε σε χριστιανική κοινωνία, αλλά αυτόν δεν ισχύει. Ζούμε σε μια κοινωνία πιο ειδωλολατρική και πιο εχθρική προς το Χριστό, από εκείνη στην όποια ό ‘ίδιος γεννήθηκε. Πρόσφατα ένας καθολικός Ιερέας, στον Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια στον Λος Αντζελες, τόλμησε να πει ότι το πανεπιστήμιο είχε παγανιστική ατμόσφαιρα και οι ιθύνοντες του πανεπιστημίου τον χαρακτήρισαν «φανατικό» και «παράφρονα». Έλεγε την αλήθεια αλλά οι άνθρωποι μισούν την αλήθεια και γι’ αυτόν ευχαρίστως θα ξανασταύρωναν το Χριστό ανθρώπου ερχόταν ανάμεσα τους.
Είμαι Χριστιανός και θα προσπαθήσω να είμαι ένας έντιμος Χριστιανός. Ό Χριστός είπε να χαρίσουμε όλα μας τα χρήματα και να Τον άκολουθήσουμε. Εγώ απέχω πολύ απλώς’ αυτόν. Όμως θα προσπαθήσω να μη βγάζω παραπάνω χρήματα απλώς’ όσα χρειάζομαι για να ζήσω. Αν το καταφέρω, εργαζόμενος ένα ή δύο χρόνια κάθε φορά σε κάποιο πανεπιστήμιο, τότε εντάξει. Τον υπόλοιπο καιρό όμως σκοπεύω να υπηρετήσω το Θεό με τα τάλαντα πού Εκείνος μου έδωσε. Φέτος έχω την ευκαιρία να το κάνω και θα το κάνω. Ό καθηγητής μου [ο Μπούντμπεργκ] ό όποιος είναι Ρώσος, (ή αγάπη για το Θεό μοιάζει να είναι πιο βαθιά ριζωμένη στους Ρώσους παρά σε άλλους λαούς), δεν προσπάθησε να με εμποδίσει να εγκαταλείψω για ένα χρόνο τον ακαδημαϊκό κόσμο- γνωρίζει πολύ καλά ότι ή αγάπη για την αλήθεια και για το θεό είναι απείρως πιο σημαντική απλώς’ την αγάπη για την ασφάλεια, τα χρήματα, τη φήμη.
Μπορώ μόνο να ακολουθήσω τη συνείδησή μου. Δεν μπορώ να κοροϊδέψω τον εαυτό μου. Ξέρω ότι κάνω το σωστό. Αν αυτό πού κάνω μοιάζει ανόητο στα μάτια του κόσμου, μπορώ μόνο να απαντήσω με τα λόγια του αποστόλου Παύλου: όλη ή σοφία αυτού του κόσμου, δεν είναι παρά μωρία στα μάτια του Θεού. Αυτό είναι κάτι πού ξεχνάμε πολύ εύκολα.
Πρέπει όμως να επιστρέψω στον κινεζικό κείμενο πού μεταφράζω. Τούς χαιρετισμούς μου στην Αϊλήν.
Με αγάπη, Ευγένιος.
ΒΙΒΛ. Π. ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΡΟΟΥΖ Η ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΑ ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΤΟΜΟΣ Α

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ





                Η θεολογία τής Εκκλησίας έχει τοποθετήσει τόν άνθρωπο στήν υψηλότερη βαθμίδα αξιολόγησης. Ο άνθρωπος για τήν Εκκλησία τού Χριστού είναι, σύμφωνα με τήν έκφραση τού Αποστόλου, «ναός Θεού ζώντος».

                Αυτή η θεολογική αλήθεια βασίζεται: α) Στήν βιβλική μαρτυρία «ποιήσωμεν άνθρωπον κατ’ εικόνα ημετέραν και καθ’ ομοίωσιν», δηλαδή ο άνθρωπος πλάσθηκε με λογικό και αυτεξούσιο, κατ’ εικόνα Θεού και για να μοιάσει κατά χάριν με τόν Θεό, β) Στήν φυσιολογία τού ανθρώπου, στό φυσικό χάρισμα τού ενδιάθετου και έναρθρου λόγου, στό προσόν που έχει να σκέπτεται, να διαλογίζεται, να κρίνει, να μιλάει και να καταγράφει τις σκέψεις του, γ) Στήν προσωπική συμπεριφορά τού ανθρώπου που ξεφεύγει από τα στενά όρια τών ενστίκτων, δημιουργεί δικό του χαρακτήρα, γίνεται πρόσωπο μοναδικό και ανεπανάληπτο. Κυρίως, όμως, στό μυστηριακό γεγονός ότι χρίσθηκε με τήν σφραγίδα τού Αγίου Πνεύματος και έγινε κοινωνός τής αγιαστικής χάριτος τού Δημιουργού.

                Τα μυστήρια τελούνται μέν σε χειροποίητους ναούς, όμως τήν χάρη τους τήν καρπώνεται ο άνθρωπος, τόσο στήν ψυχή, όσο και στό σώμα, και γίνεται έμψυχος ζωντανός ναός θείας χάριτος και αγιασμού. Με αυτόν τόν τρόπο γίνεται κατανοητή και η φράση ότι ο Θεός «ουκ εν χειροποιήτοις ναοίς κατοικεί». Είναι πλασμένος να επιδιώκει, με σεβασμό στό πρόσωπο τού αληθινού Θεού, τόν αγιασμένο τρόπο ζωής, όπως ο απ. Παύλος γράφει, «επιτελούντες αγιωσύνην εν φόβω Θεού».

                Μία από τις θείες ιδιότητες τού Θεού είναι η αγιότητα. Ο Χριστός αποκαλώ τόν Πατέρα του στήν Αρχιερατική προσευχή Του «Πάτερ άγιε». Και οι προφήτες τής Παλαιάς Διαθήκης είδαν τούς αγγέλους να υμνούν τόν Θεό λέγοντας: «Άγιος, άγιος, άγιος, Κύριος Σαβαώθ…». Και είναι θέλημα τού Θεού ο άνθρωπος να κοινωνεί τής αγιότητός Του όπως αναφέρεται στήν Βίβλο: «Άγιοι γίνεσθε, ότι εγώ άγιός ειμι».

                Είναι λοιπόν αυτονόητο ότι ο άνθρωπος, επειδή είναι δημιούργημα τού αγίου Θεού, να επιδιώκει στήν ζωή του να αγιάσει. Δεν είναι, όμως, αυτονόητο αν θέλει να αγιάσει. Διότι δεν είναι φυσικό χάρισμα στόν άνθρωπο η αγιότητα, όπως είναι στόν Θεό. Είναι δυνατότητα που έχει κατά χάριν, αν βέβαια τήν αξιοποιήσει. Χαρακτηριστικά είναι τα λόγια τού απ. Πέτρου: «Ετοιμαστείτε πνευματικά και μείνετε άγρυπνοι. Αφού έχετε πάρει τήν απόφαση να υπακούετε στόν Θεό, μην αφήνετε τώρα να ρυθμίζουν τήν ζωή σας οι επιθυμίες, που είχατε πρίν τόν γνωρίσετε. Αντίθετα, όλη σας η συμπεριφορά να είναι αγία, όπως άγιος είναι κι ο Θεός που σας κάλεσε».

                Η πνευματική εγρήγορση για να μην παρασυρθούμε από εφάμαρτες επιθυμίες και λογισμούς, για να μην παλινδρομήσουμε σε πράξεις τού παρελθόντος αλλά να επιμείνουμε στήν υπακοή τών εντολών τού Χριστού και τής Εκκλησίας είναι το πρώτο βήμα τού αγιασμού μας. Να καθαρίσουμε, λέει ο απ. Παύλος, τούς εαυτούς μας «από παντός μολυσμού σαρκός και πνεύματος», δηλαδή, από καθετί που μολύνει τό σώμα και τήν ψυχή μας. Διότι η επιθυμία τών πρωτοπλάστων γέννησε τήν παρακοή και οδήγησε στήν πτώση. Έχασαν οι πρωτόπλαστοι τήν χάρη τού αγιασμού που είχαν πρωτύτερα στόν χώρο τού Παραδείσου.

                Το δεύτερο και σημαντικό βήμα είναι η ενεργός συμμετοχή μας στήν λατρευτική ζωή τής Εκκλησίας. Διότι ο αγιασμός δεν είναι μόνο θεωρία, αλλά κυρίως πράξη, είναι προσωπικό βίωμα. Είναι εμπειρία ολόκληρης τής ανθρώπινης ύπαρξης, όταν ο άγιος Θεός Πατέρας με τήν αγιαστική Του χάρη κάνει τόν πιστό άνθρωπο υιό κατά χάριν, συγγενή τής αγιότητός Του. Διότι όπως χαρακτηριστικά πάλι αναφέρει ο απ. Παύλος «θα είμαι για σας ο Πατέρας και εσείς θα είσθε γιοί και θυγατέρες μου». Αυτή η σχέση καλλιεργείται μέσα στόν λατρευτικό χώρο τής Εκκλησίας, διότι εκεί τελείται η ευχαριστία τής αγάπης τού Θεού προς τούς ανθρώπους και τής αγάπης τών ανθρώπων προς τόν Θεό, η αναίμακτος θυσία τού Χριστού. Εκεί ολόκληρο το εκκλησίασμα επικαλείται τόν Πατέρα Θεό και απαγγέλλει τήν Κυριακή προσευχή: «Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς αγιασθήτω το όνομά Σου».

                Στην εποχή μας η λέξη «αγιότητα» έχει διάφορες ερμηνείες που πολλές απ’ αυτές δεν συμφωνούν με τήν ερμηνεία που δίνει η Εκκλησία.
                Πολλοί, κινούμενοι από συναισθηματισμό, προσδίδουν σε συμπαθή προς αυτούς πρόσωπα τό χαρακτηρισμό άγιος, επειδή σε κάποιες στιγμές η συμπεριφορά και οι πράξεις τους συγκίνησαν και προκάλεσαν εντύπωση και θαυμασμό. Και συχνά ακούγεται η φράση «αυτός ή αυτή είναι άγιοι άνθρωποι» επειδή η ευγένειά τους ή ίσως η ανεκτικότητά τούς και η καλοσύνη τους εντυπωσίασαν.
                Άλλοι θεωρούν τήν αγιότητα ανέφικτη ή και μη αναγκαία για τόν άνθρωπο. Δεν συσχετίζουν, είτε λόγω απιστίας είτε λόγω άγνοιας, τόν άνθρωπο με τήν τελειότητα και με τήν αγιότητα τού Θεού. Είναι οι «σάρκα φορούντες και τόν κόσμος οικούντες» άνθρωποι που δεν αντιλαμβάνονται τήν πνευματική υπόσταση τού ανθρώπου. Πιστεύουν στόν σαρκικό άνθρωπο.
                Άλλοι πάλι που ανήκουν σε διαφορετικές ομολογίες πίστεως και σε άλλες θρησκείες έχουν τα δικά τους μέτρα χαρακτηρισμού ενός ανθρώπου ως αγίου. Υπάρχουν, τέλος, και εκείνοι που απορρίπτουν την έννοια τής αγιότητας διότι δεν πιστεύουν στήν ύπαρξη τού Θεού.

Σε όλες αυτές τις αντιλήψεις και θέσεις η Εκκλησία καταθέτει τήν αγιαστική εμπειρία τών ιερών μυστηρίων, όπου οι πιστοί δέχονται τήν χάρη και ενέργεια τού Αγίου Πνεύματος και αισθάνονται τήν παρουσία τού Παρακλήτου μέσα τους,  όπως ο ίδιος ο Θεός εξηγεί, «ότι ενοικήσω εν αυτοίς και εμπεριπατήσω, και έσομαι αυτών Θεός», δηλαδή, ότι κατοικεί μέσα στούς πιστούς η χάρη τού τέλειου Θεού, που αναπληρώνει τις ελλείψεις τους και τούς αγιάζει.
Αρχιμ. Χ. Ν. 

Προσευχή εἰς τόν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν Ἅγιος Ἰσαάκ ὁ Σῦρος



 


Δέσποτα Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐσύ πού ἔκλαψες ὅταν πέθανε ὁ φίλος σου Λάζαρος, καί ἄφησες νά στάξουν δάκρυα λύπης καί συμπάθειας γιά κεῖνον, δέξου καί τά δικά μου πικρά δάκρυα.

Μέ τά πάθη σου ἐπάνω στό Σταυρό, θεράπευσε τά πάθη μου• μέ τίς πληγές σου, γιάτρεψε τά τραύματά μου• μέ τό αἷμα σου, καθάρισε τό αἷμα μου, καί τήν εὐωδία τοῦ ζωοποιοῦ σου σώματος συγκέρασέ την μέ τό σῶμα μου• ἡ χολή, πού οἱ σταυρωταί σου σέ πότισαν, ἄς γλυκάνει τή ψυχή μου ἀπό τήν πίκρα, μέ τήν ὁποία μέ πότισε ὁ διάβολος.

Τό ἅγιο σῶμα σου, πού τό τάνυσαν ἐπάνω στό ξύλο τοῦ Σταυροῦ, ἄς ἀνεβάσει πρός ἐσένα τό νοῦ μου, τόν ὁποῖο τράβηξαν πρός τά κάτω οἱ δαίμονες.

Ἡ κεφαλή σου, τήν ὁποία ἔκλινες ἐπάνω στό Σταυρό, ἄς σηκώσει ψηλά τό κεφάλι μου, πού τόσα ραπίσματα ἔχει δεχτεῖ κατά πρόσωπο ἀπό τούς ἀντιπάλους μου δαίμονες.

Τά πανάγια χέρια σου, πού ἀπό τούς ἀπίστους καρφώθηκαν ἐπάνω στό Σταυρό, ἄς μέ ἀνεβάσουν πρός ἐσένα, καθώς βρίσκομαι πεσμένος στά βάθη τῆς ἀπώλειας, ὅπως τό πανάγιο στόμα σου μᾶς ὑποσχέθηκε.

Τό πρόσωπό σου, πού ἀπ’ τούς θεοκατάρατους δέχτηκε ἐμπτυσμούς καί ραπίσματα, ἄς καθαρίσει καί τό δικό μου πρόσωπο, τό ὁποῖο καταλερώθηκε ἀπό τίς ἁμαρτίες.

Ἡ ψυχή σου, τήν ὁποία, ὄντας ἀκόμη πάνω στό Σταυρό, παρέδωσες στό Πατέρα σου, ἄς ὁδηγήσει κ’ ἐμένα πρός ἐσένα, μέ τή χάρη σου. Ἡ καρδιά μου δέν πονάει νά τρέξει πρός ἀναζήτησή σου.

Δέν ἔχω μετάνοια, οὔτε κατάνυξη, αὐτά πού ἐπαναφέρουν τά παιδιά στό πατρικό τους.

Δέν ἔχω δάκρυα παρακλήσεως, Δέσποτά μου. Ὁ νοῦς μου ἔχει σκοτιστεῖ, βυθισμένος στά βιοτικά καί τά ὑλικά, καί δέν μπορεῖ νά σέ ἀτενίσει• μέ πόνο, ἡ καρδιά μου ἔχει παγώσει ἀπό τούς πολλούς πειρασμούς καί δέν μπορεῖ νά ζεσταθεῖ ἀπό τά δάκρυα τῆς ἀγάπης της γιά σένα.

Ὅμως, ἐσύ Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, πού εἶσαι ὁ θησαυρός ὅλων τῶν ἀγαθῶν, δώρισέ μου ὁλοκληρωτική μετάνοια καί καρδιά ὑπομονετική στούς κόπους, γιά νά μπορῶ νά βγαίνω στήν ἀναζήτησή σου ὁλόψυχα• γιατί χωρίς ἐσένα εἶμαι ἀποξενωμένος ἀπό κάθε ἀγαθό• χάρισέ μου, λοιπόν, ὤ Ἀγαθέ, τή χάρη σου.

Ὁ οὐράνιος Πατέρας, πού σέ γέννησε ἀπό τούς κόλπους του πρίν ἀπό τούς χρόνους ὅλους καί πρό τῶν αἰώνων, ἄς ξανακαινουργιώσει καί σ’ ἐμένα τή μορφή τῆς εἰκόνας σου.

Ἐγώ σ’ ἐγκατέλειψα, μά ἐσύ μή μ’ ἀφήσεις• ἐγώ ἔφυγα ἀπό κοντά σου, μά ἐσύ βγές νά μέ ἀναζητήσεις• βάλε με πάλι στήν αὐλή σου, μαζί μέ τ’ ἄλλα πρόβατα τῆς ἐκλεκτῆς σου ποίμνης, καί θρέψε με κ’ ἐμένα μαζί τους μέ τή χλόη τῶν θείων σου μυστηρίων, αὐτῶν τῶν μυστηρίων πού κέντρο τους εἶναι ἡ καθαρή καρδιά, πού μπορεῖ κανείς νά δεῖ καί τήν ἔλλαμψη τῶν ἀποκαλύψεών σου, ἡ ὁποία εἶναι ἀναψυχή καί παρηγοριά ὅλων, ὅσοι κοπίασαν μέσα σέ θλίψεις καί πολυποίκιλα βάσανα.

Μακάρι, αὐτή τήν ἔλλαμψη ν’ ἀξιωθοῦμε ν’ ἀπολαύσουμε κ’ ἐμεῖς, μέ τή χάρη καί τή φιλανθρωπία σου, πού εἶσαι ὁ σωτήρας μας Ἰησοῦς Χριστός, καί τώρα καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν

Όσιος Αγαπητός ο Ομολογητής και θαυματουργός Επίσκοπος Συναού

                                                   Όσιος Αγαπητός ο Ομολογητής και θαυματουργός Επίσκοπος Συναού


Ὂν ἠγάπησας, Ἀγαπητέ, Δεσπότην,
Οὗτος καλεῖ σε πρὸς τόπους, οὓς ἠγάπας.
Βιογραφία
Ο Όσιος Αγαπητός καταγόταν από την Καππαδοκία και γεννήθηκε από ευσεβείς και φιλόθεους γονείς. Έζησε κατά την εποχή των αυτοκρατόρων Διοκλητιανού (284 - 305 μ.Χ.) και Μαξιμιανού (285 - 305 μ.Χ.). Σε νεαρή ηλικία αναχώρησε για μοναστήρι κοντά στη Σίναο και έγινε μοναχός. Αγαπήθηκε από τον Ηγούμενο, εξαιτίας της ενάρετης ζωής του και διδάχθηκε τα ιερά γράμματα. Έλαβε δε από τον Θεό και το χάρισμα των θαυμάτων. Με την προσευχή θανάτωσε δράκοντα μεγάλο, που φανερώθηκε κοντά στο μοναστήρι και αφάνιζε ανθρώπους και ζώα και ευεργετούσε τους προστρέχοντες σε αυτόν.

Αργότερα, επί αυτοκράτορα Λικινίου (308 - 323 μ.Χ.), ο Όσιος Αγαπητός προσελήφθη στο στράτευμα. Εκεί είδε να βασανίζονται για την πίστη τους στον Χριστό οι καλλίνικοι Μάρτυρες Βικτώριος, Δωρόθεος, Θεόδουλος, Αγρίππας και άλλοι πολλοί (βλέπε ίδια ημέρα). Αμέσως θέλησε και αυτός να γίνει κοινωνός του μαρτυρίου τους. Και ενώ εκείνοι ετελειώθησαν εν Χριστώ διά του ξίφους, αυτός διαφυλάχθηκε σώος και αβλαβής, αν και τον κτύπησαν με ακόντιο, κατ' οικονομία Θεού, για να οδηγήσει πολλούς στη σωτηρία.

Μετά την στρατιωτική θητεία και όταν πλέον αυτοκράτορας ήταν ο Μέγας Κωνσταντίνος (324 - 337 μ.Χ.), ο Άγιος Αγαπητός επιδόθηκε στη μελέτη του ιερού Ευαγγελίου και ο Επίσκοπος της πόλεως Σινάου τον χειροτόνησε Πρεσβύτερο. Μετά την κοίμηση του Επισκόπου του και ύστερα από κοινή γνώμη κλήρου και λαού, εξελέγη Επίσκοπος.

Ο Όσιος Αγαπητός αφού αρχιεράτευσε θεοφιλώς, κοιμήθηκε με ειρήνη.

Συναξαριστής της 18ης Φεβρουαρίου

Ὁ Ἅγιος Λέων Πάπας Ῥώμης

 


Ὁ Λέων ἔζησε στὰ χρόνια τῶν βασιλέων Μαρκιανοῦ καὶ Πουλχερίας (450). Ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς μεγάλους προμάχους καὶ ὑποστηρικτὲς τῆς ὀρθόδοξης ἀλήθειας. Ὅταν ἔγινε ἡ Δ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος στὴ Χαλκηδόνα, ἡ ἔμμεση συμμετοχή του ὑπῆρξε ζωτικῆς σημασίας γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση τῶν Μονοφυσιτῶν.

Ἔστειλε σ᾿ αὐτὴν τέσσερις ἀντιπροσώπους του καὶ μία ἐπιστολὴ ποὺ ἀπευθυνόταν στὴ Σύνοδο (γιὰ τὴν ἀκρίβεια ἡ ἐπιστολὴ τοῦ ἁγίου Λέοντος εἶχε σταλεῖ τρία (3) χρόνια πρὶν στὸν Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Φλαβιανὸ καὶ ἀνεγνώσθη στὴ Σύνοδο. Εἶναι δὲ γνωστὴ ὡς «Τόμος τοῦ Λέοντος»).  M᾿ αὐτὴ καθόριζε μὲ πλήρη ἀκρίβεια καὶ ἀλήθεια τὶς δυὸ φύσεις τοῦ Χριστοῦ. Τὴ θεία καὶ τὴν ἀνθρώπινη.

Ἡ ἐπιστολὴ ἀκούστηκε μὲ ἐνθουσιασμὸ καὶ ἄρεσε πάρα πολὺ στὰ μέλη τῆς Συνόδου καὶ στὸ βασιλιὰ Μαρκιανό. Ἡ χρησιμότητά της ἦταν μεγάλη στὴ διεξαγωγὴ τῶν συζητήσεων καὶ στὴ διατύπωση τῶν ὄρων, γιὰ τὴν ἀπόφαση τῆς Συνόδου. Ἔτσι ὁ Λέων, μὲ «τὴν μάχαιραν τοῦ Πνεύματος, ὃ ἐστι ῥῆμα Θεοῦ», δηλαδὴ μὲ τὸ μαχαῖρι τοῦ Πνεύματος, ποὺ εἶναι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, ἔστω καὶ ἔγγραφος στὴν περίπτωση αὐτή, ἔγινε ἀπὸ τὰ λαμπρότερα ὄπλα, γιὰ τὴν συντριβὴ τῆς πλάνης τῶν αἱρετικῶν.

Ὁ Λέων, ποὺ διακρινόταν γιὰ τὴν ἐπιστημονικὴ καὶ θεολογική του ἱκανότητα, ἄφησε ἀρκετὲς ὁμιλίες, ποὺ εἶναι γραμμένες μὲ πολλὴ γλαφυρότητα καὶ δύναμη. Ὑπάρχει ὅμως καὶ μία ἄλλη ἐκδοχὴ τῆς βιογραφίας του, αὐτὴ τοῦ Σ. Εὐστρατιάδη, ποὺ παραθέτουμε ὅπως ἀκριβῶς εἶναι γραμμένη:

«Ἐγενήθη ἐν Ῥώμῃ περὶ τὰ τέλη τοῦ δ´ αἰῶνος, ἐπὶ δυὸ παπῶν διατελέσας διάκονος τοῦ Καλλίστου καὶ Σήξτου, ὃν καὶ διεδέχθη εἰς τὸν θρόνον τὴν 29η Σεπτεμβρίου τοῦ 440. Ὑπῆρξεν εἷς τῶν ἀπολυταρχικωτέρων παπῶν, ὑποστηρίξας μετὰ πείσματος τὸ παπικὸν πρωτεῖον καὶ ἀντιταχθεὶς κατὰ τῆς ἀποφάσεως τῆς Δ´ ἐν Χαλκηδόνι συνόδου (451) χορηγησάσης διὰ τοῦ κη᾿ Κανόνος αὐτῆς τὰ ἴσα πρεσβεῖα τῷ πατριάρχῃ Κωνσταντινουπόλεως μὲ τὸν ἐπίσκοπον Ῥώμης.

Ἔκτοτε μέχρι τοῦ νῦν δὲν ἔπαυσαν οἱ πάπαι τὰ πρωτεῖα ἐπὶ τῆς καθόλου ἐκκλησίας διεκδικοῦντες, πολλῶν κακῶν γενόμενοι τῇ ἐκκλησίᾳ πρόξενοι. Τὴν κατάταξιν αὐτοῦ μεταξὺ τῶν ἁγίων τῆς ἡμετέρας ἐκκλησίας ὀφείλει ὁ Λέων εἰς τὴν δογματικὴν ἐκείνην ἐπιστολὴν (ιδ. Migne PG. 54, 755-781), τὴν ὁποίαν ἀπέστειλεν εἰς τὴν ἐν Χαλκηδόνι Δ´ Οἰκουμενικὴν Σύνοδον ἐναντίον τῶν Μονοθελητῶν καὶ Μονοφυσιτῶν, ἧς τὸ περιεχόμενον ἐγένετο μετ᾿ ἐνθουσιασμοῦ δεκτὸν ἀπὸ μέρους τῶν παρευρεθέντων πατέρων. Ἀπέθανε τῇ 10ῃ Νοεμβρίου 460).


 

 
Οἱ Ἅγιοι Λέων καὶ Παρηγόριος ποὺ μαρτύρησαν στὰ Πάταρα τῆς Λυκίας

Ἦταν καὶ οἱ δυὸ ἀχώριστοι φίλοι, μία ψυχὴ σὲ δυὸ σώματα ὅπως θὰ ἔλεγε ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος γιὰ τὸν ἑαυτό του καὶ τὸν Μέγα Βασίλειο. Ὅταν λοιπὸν ὁ Παρηγόριος πέθανε μετὰ ἀπὸ πολλὰ βασανιστήρια, ποὺ ὑπέστη γιὰ τὴν χριστιανικὴ πίστη, ὁ Λέων, ἀπαρηγόρητος γιὰ τὴν στέρηση τοῦ φίλου του καὶ ποθῶντας τὸ ἔνδοξο τέλος του, ἤθελε καὶ αὐτὸς τὸ γρηγορότερο τὸν δρόμο τοῦ μαρτυρίου. Καὶ ἡ εὐκαιρία βρέθηκε.

Κάποτε γινόταν πανηγύρι τῶν εἰδωλολατρῶν μὲ ὅλους τοὺς συνηθισμένους θορύβους καὶ ἀπρεπεῖς διασκεδάσεις. Ὁ Λέων πλησίασε ἐκεῖ, μπῆκε στὸ ναό, πῆρε στὰ χέρια του τὰ ἀναμμένα ἐκεῖ πήλινα λυχνάρια καὶ τὰ συνέτριψε κάτω στὴ γῆ. Συγχρόνως δὲ ἔψαλλε ὕμνους πρὸς τὸν Θεό. Ἀμέσως τότε τὸν συνέλαβαν καὶ τὸν βασάνισαν σκληρὰ μὲ μαστίγια ἀπὸ νεῦρα βοδιῶν. Ἔπειτα οἱ βασανιστές του τὸν ἔσυραν σὲ κρημνώδη τόπο, ποὺ κάτω ὑπῆρχε φαράγγι καὶ στὸ βάθος διακρινόταν ξηροπόταμος.

Ὅταν ἔφτασαν ἐκεῖ, ὁ Λέων μὲ ὅλες του τὶς δυνάμεις κατόρθωσε νὰ προσευχηθεῖ καὶ ἀμέσως τότε παρέδωσε τὸ πνεῦμα του στὸν Θεό. Ἀλλ᾿ ἡ λύσσα τῶν δημίων του δὲν ἱκανοποιήθηκε μὲ τὸν θάνατό του. Ἀφοῦ ἔσυραν τὸ λείψανό του στὴν ἄκρη τοῦ γκρεμοῦ, ἀπὸ ἐκεῖ τὸ ἔριξαν μὲ δύναμη στὸ χάος τοῦ φαραγγιοῦ. Ἔτσι τὸ σῶμα τοῦ Ἁγίου μπορεῖ νὰ ἔπεφτε μέσα στὸ φαράγγι, ἀλλ᾿ ἡ ψυχή του πετοῦσε στὸν οὐρανό, ὅπου θὰ συναντοῦσε τὸν ἐγκάρδιο φίλο του στὴν αἰώνια δόξα τοῦ Χριστοῦ.


 

 
Ὁ Ὅσιος Ἀγαπητὸς ὁ Ὁμολογητὴς καὶ θαυματουργὸς Ἐπίσκοπος Συναοῦ

Ἦταν χριστιανικὸ γέννημα τῆς Καππαδοκίας καὶ εἶχε εἰσέλθει κατὰ τὴν νεανική του ἡλικία σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ ἐκεῖ Μοναστήρια. Ἐκεῖ ζοῦσε μὲ πνεῦμα διακονίας, προθυμότατος στὶς ὑπηρεσίες καὶ σὰν ὁ τελευταῖος ἀπ᾿ ὅλους. Ἐπὶ βασιλέως Λικινίου στρατεύθηκε, καὶ ὅταν καταδιώχθηκαν οἱ χριστιανοί, ὑποβλήθηκε σὲ βασανιστήρια.

Ἐπειδὴ ὅμως διὰ τῆς προσευχῆς, θεράπευσε κάποιο δαιμονισμένο μέλος οἰκογενείας ποὺ ἦταν πολὺ κοντὰ στὸ Μεγάλο Κων/νο, ὁ Ἀγαπητὸς πέτυχε ἄδεια ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τὸ στρατό. Ἐπιδόθηκε τότε, στὶς ἱερὲς μελέτες καὶ τὴν ὑπηρεσία τοῦ Εὐαγγελίου.

Ὁ ἐπίσκοπος ὅμως τῆς πόλης Σιναοῦ πληροφορήθηκε τὰ χαρίσματά του καὶ τὸν χειροτόνησε Ἱερέα. Μετὰ δὲ τὸ θάνατο τοῦ ἐπισκόπου, λαὸς καὶ κλῆρος ἐξέλεξαν διάδοχό του τὸν Ἀγαπητό. Ἀπὸ τὴν νέα του θέση ὁ Ἀγαπητὸς ἦταν ὁ τύπος τῶν πιστῶν, ὁ διδάσκαλος καὶ ὁ πατέρας τους.

Φώτιζε μὲ τὸ λόγο του, οἰκοδομοῦσε μὲ τὸ παράδειγμά του, παρηγοροῦσε καὶ στήριζε, περιέθαλπε καὶ βοηθοῦσε, ὄχι μόνο κατὰ δύναμιν, ἀλλὰ καὶ ὑπὲρ δύναμιν. σ᾿ αὐτὲς τὶς ἅγιες ἀσχολίες τὸν βρῆκε ὁ θάνατος, ὁ ὁποῖος τοῦ ἅπλωσε τὴν γέφυρα, διὰ τῆς ὁποίας μεταβιβάστηκε ἀπὸ τὴν πρόσκαιρη ζωὴ στὴν αἰώνια.


 

 
Οἱ Ἅγιοι Ἀγρίππας, Βικτωρῖνος, Δωρόθεος καὶ Θεόδουλος

Εἶναι γνωστοὶ μὲ τὴν ἀναφορά τους στὸ ὑπόμνημα τοῦ πιὸ πάνω ὁσίου Ἀγαπητοῦ. Ὅτι δηλαδὴ εἶδε τὸ μαρτύριό τους καὶ ἤθελε νὰ γίνει κοινωνὸς αὐτοῦ. Τίποτα ἄλλο δὲν γνωρίζουμε γιὰ τὴν ζωή τους.


 

 
Ὁ Ἅγιος Πιούλιος

Μαρτύρησε διὰ ξίφους.


 

 
Ὁ Ὅσιος Κοσμᾶς ὁ ἐκ Ρωσίας

 


Ὁ Ὅσιος Κοσμᾶς τοῦ Γιαχρὸμ γεννήθηκε στὴ Ρωσία τὸν 15ο αἰῶνα μ.Χ. Ἀρχικὰ ἦταν ὑπηρέτης κάποιου εὐγενοῦς, τὸν ὁποῖο φρόντιζε κατὰ τὸν χρόνο τῆς ἀσθένειάς του καὶ τοῦ διάβαζε βιβλία.

Κάποτε, ὅταν ὁ Ὅσιος ταξίδευε, ἐμφανίσθηκε σὲ αὐτὸν στὴ δασώδη περιοχὴ τοῦ ποταμοῦ Γιαχρόμ, ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος λέγοντάς του νὰ γίνει μοναχὸς καὶ νὰ ἀνεγείρει μονή. Ἔτσι ὁ Ὅσιος μετέβη στὸ Κίεβο, ὅπου ἐκάρη μοναχὸς στὴ μονὴ τῶν Σπηλαίων καὶ κατόπιν ἐπέστρεψε στὸ Γιαχρόμ, γιὰ νὰ κτίσει ναὸ ἀφιερωμένο στὴν Κοίμηση τῆς Θεοτόκου.

Μὲ τὴν βοήθεια τῶν Χριστιανῶν τῆς περιοχῆς ἔκτισε τὸ ναὸ καὶ ἵδρυσε μονὴ τῆς ὁποίας ἐξελέγη ἡγούμενος.
Ὁ Ὅσιος Κοσμᾶς κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη σὲ βαθὺ γῆρας τὸ ἔτος 1492 καὶ ἐνταφιάσθηκε στὴ μονὴ τὴν ὁποία εἶχε ἱδρύσει. Ἡ μνήμη του ἑορτάζεται καὶ στὶς 18 Ὀκτωβρίου, ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τῆς εἰκόνος τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου τοῦ Γιαχρόμ.


 

 
Ὁ Ἅγιος Νικόλαος Πατριάρχης Γεωργίας

 


Ὁ Ἅγιος Νικόλαος ἀρχιεράτευσε κατὰ τὰ ἔτη 1584 – 1591 ὡς Πατριάρχης τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Γεωργίας.
Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τοῦ Ἁγίου

Ευλόγησε τους εχθρούς μου, Κύριε



Ευλόγησε τους εχθρούς μου, ω Κύριε!
Ακόμη και εγώ τους ευλογώ και δεν τους καταριέμαι.
Οι εχθροί με έχουν οδηγήσει μέσα στην αγκάλη Σου περισσότερο
Από ότι οι φίλοι μου.
Οι φίλοι με έχουν προσδέσει στην γη
Ενώ οι εχθροί με έχουν λύσει από την γη
Και έχουν συντρίψει όλες τις φιλοδοξίες μου στον κόσμο.
Οι εχθροί με αποξένωσαν από τις εγκόσμιες πραγματικότητες
Και με έκαναν έναν ξένο και άσχετο κάτοικο του κόσμου.
Όπως ακριβώς ένα κυνηγημένο ζώο βρίσκει ασφαλέστερο καταφύγιο από ένα
 μη κυνηγημένο
Έτσι και εγώ, καταδιωγμένος από τους εχθρούς
Έχω εύρει το ασφαλέστερο καταφύγιο, προφυλασσόμενος υπό το σκήνωμά Σου
Όπου ούτε φίλοι ούτε εχθροί μπορούν να απολέσουν την ψυχή μου.
Ευλόγησε τους εχθρούς μου, ω Κύριε!
Ακόμη και εγώ τους ευλογώ και δεν τους καταριέμαι.
Αυτοί μάλλον, παρά εγώ, έχουν ομολογήσει τις αμαρτίες μου ενώπιον του κόσμου.
Αυτοί με έχουν μαστιγώσει, κάθε φορά που εγώ είχα διστάσει να μαστιγωθώ.
Με έχουν βασανίσει, κάθε φορά που εγώ είχα προσπαθήσει να αποφύγω τα βάσανα.
Αυτοί με έχουν επιπλήξει, κάθε φορά που εγώ είχα κολακεύσει τον εαυτό μου.
Αυτοί με έχουν κτυπήσει, κάθε φορά που εγώ είχα παραφουσκώσει με αλαζονεία.
Ευλόγησε τους εχθρούς μου, ω Κύριε!
Ακόμη και εγώ τους ευλογώ και δεν τους καταριέμαι.
Κάθε φορά που είχα κάνει τον εαυτό μου σοφό, αυτοί με αποκάλεσαν ανόητο.
Κάθε φορά που είχα κάνει τον εαυτό μου δυνατό, αυτοί με περιγέλασαν σαν να ήμουν νάνος.
Κάθε φορά που θέλησα να καθοδηγήσω άλλους, αυτοί με έσπρωξαν στο περιθώριο.
Κάθε φορά που έσπευδα να πλουτίσω, αυτοί με εμπόδισαν με σιδηρά χείρα.
Κάθε φορά που είχα σκεφθεί ότι θα κοιμόμουν ειρηνικά, αυτοί με ξύπνησαν από τον ύπνο.
Κάθε φορά που προσπάθησα να κτίσω σπίτι για μία μακρά και ήρεμη ζωή, 
αυτοί το κατεδάφισαν και με έβγαλαν έξω.
Στ' αλήθεια, οι εχθροί με έχουν αποσυνδέσει από τον κόσμο και άπλωσαν τα 
χέρια μου στο κράσπεδο του ιματίου Σου.
Ευλόγησε τους εχθρούς μου, ω Κύριε!
Ακόμη και εγώ τους ευλογώ και δεν τους καταριέμαι.
Ευλόγησέ τους και πλήθυνέ τους!
Πλήθυνέ τους και κάνε τους ακόμη πιο σκληρούς εναντίον μου!
Ώστε η καταφυγή μου σε Σένα να μην έχει επιστροφή.
Ώστε κάθε ελπίδα μου στους ανθρώπους να διαλυθεί ως ιστός αράχνης.
Ώστε απόλυτη γαλήνη να αρχίσει να βασιλεύει στην ψυχή μου.
Ώστε η καρδιά μου να γίνει ο τάφος των δύο κακών διδύμων μου αδελφών:
 της αλαζονείας και του θυμού.
Ώστε να μπορέσω να αποθηκεύσω όλους τους θησαυρούς μου εν ουρανοίς.
Α! ώστε να μπορέσω για πάντα να ελευθερωθώ από την αυταπάτη,
 η οποία με περιέπλεξε στο
θανατηφόρο δίχτυ της απατηλής ζωής.
Οι εχθροί με δίδαξαν να μάθω αυτό που δύσκολα μαθαίνει κανείς
Ότι ο άνθρωπος δεν έχει εχθρούς στον κόσμο, εκτός από τον εαυτό του!...
Μισεί κάποιος τους εχθρούς του μόνον όταν αποτυγχάνει να αναγνωρίσει 
ότι δεν είναι εχθροί
Αλλά σκληροί και άσπλαχνοι φίλοι!...
Είναι πράγματι δύσκολο για μένα να πω ποιος μου έκανε περισσότερο καλό
Και ποιος μου έκανε περισσότερο κακό στον κόσμο:
Οι εχθροί ή οι φίλοι.
Γι' αυτό, ευλόγησε, ω Κύριε, και τους φίλους μου και τους εχθρούς μου...
Αμήν.

Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς

Η συγκλονιστική εξομολόγηση πρώην ναρκομανή,που βρήκε τον Χριστό μετά από 18 χρόνια εξάρτησης στην ηρωϊνη



«Περιπλανήθηκα Θεέ μου, πολύ μακριά από Εσένα,
το στήριγμά μου, κι έγινα για τον εαυτό μου άγονη γη..»
(Αγ. Αυγουστίνος) 
«Ήμουν ναρκομανής 18 χρόνια, τα 15 πρεζάκιας, εξαρτημένος στην ηρωίνη. Θα προσπαθήσω να πω λίγα πράγματα για την εμπειρία μου αυτή την οδυνηρή που με στιγμάτισε, σακατεύοντας το μυαλό μου και διαλύοντας την ψυχή και το σώμα μου. Ας μου συγχωρεθεί κατά την εξιστόρηση η τυχόν αγοραία περιγραφή η η ωμότητα των λέξεων, αλλά η ηρωίνη και όλα όσα την αφορούν, δεν είναι κόσμος όμορφος αγγελικά πλασμένος. Εν περιλήψει λοιπόν (γιατί το υλικό είναι τεράστιο): 
Έκανα περιπετειώδη και τυχοδιωχτική ζωή, βιώνοντας καταστάσεις μυθιστορηματικές, παράξενες για την ορθή λογική. Κι’ αυτό το λέω από την άποψη των εμπειριών που απεκόμισα ευρισκόμενος μακράν του δρόμου και της Χάριτος του Θεού. Πολλά χρόνια μέσα στην αμαρτία έχω νταραβεριστεί με όλων των ειδών τους ανθρώπους, καλούς μα κι αλήτες. Έχω ζήσει στο πεζοδρόμιο, έχω συναντήσει αλανιάρηδες, καιροσκόπους, κλεφτρόνια, λαμόγια, ναρκομανείς, τραβεστί, νταβατζήδες, τρελαμένους, αναρχικούς. Έχω τραβηχτεί με κάθε είδους γυναίκες. Έφθασα στα όρια πολλές φορές, μερικές τα ξεπέρασα και βρέθηκα μπροστά στον θάνατο… Ήμουν πολύ εμπαθής άνθρωπος, ακόρεστος, επιρρεπής σε πολλά, ήθελα να τα ζήσω όλα στη ζωή μου. Από μικρός με μαγκιές και διάφορα τέτοια, γυναίκες, ποτά, ξενύχτια, χασίς καί   LSD στην αρχή, όλα αυτά ανακατωμένα με περίεργες ευαισθησίες  και προσωπικούς κώδικες τιμής. Ατίθασος τύπος δεν μου πήγαινε το χαλινάρι στον λαιμό, νόμιζα ότι είχα όλον τον κόσμο στα πόδια μου, κι αυτό μου φούσκωνε επικίνδυνα τον εγωισμό. 
Όμως ήρθε η ώρα που ο Κύριος (χωρίς να μπορέσω τότε να το υποπτευθώ) μου έριξε δυνατή σφαλιάρα και επέτρεψε για να ταπεινωθώ, να μπλέξω πολύ χειρότερα, να χάσω τον έλεγχο και την αξιοπρέπειά μου, μαζί και τον εγωισμό μου τον υπερφίαλο. Το τι πέρασα 15 χρόνια δεν μπορείτε να φανταστείτε. Με ποιούς απίθανους τύπους τραβήχτηκα, σε ποιά μέρη βρέθηκα τρέμοντας από την αρρώστια να περιμένω  η σε ποιά άθλια μέρη χώθηκα σε παρανοϊκή κατάσταση από την στέρηση για να κάνω την ένεση δεν περιγράφεται. Είχα πει σε κάποιον φίλο μου παλαιότερα: «στο όνειρό σου να έβλεπες κάποιες στιγμές της ζωής μου θα πάθαινες έμφραγμα» και αυτό δεν είναι υπερβολή.Είναι φοβερά αυτά που πέρασα· μαρτύριο, εφιάλτης σκέτος, μόνον οι δύστυχοι ομοιοπαθείς μπορούν να το καταλάβουν. Γνώρισα όλη την σαπίλα του δρόμου και εξέκλινα μαζί της, γινόμενος έρμαιο των παθών μου και διαλύοντας τις σχέσεις με τους ανθρώπους που με αγαπούσαν, διαλύοντας και τον εαυτό μου τον ίδιο. 
Για δε την οικογένειά μου· αφήστε τα! Ζωντανοί-νεκροί, να σέρνουν τα βήματά τους από τη θλίψη, παρακολουθώντας εμένα, αλλόφρονα, να πλησιάζω τον θάνατο. Με έπιασαν μερικές φορές με τη σύριγγα στο χέρι, τρελό και αλλοπαρμένο από το σύνδρομο στέρησης να γαζώνω το σώμα μου ολόκληρο, χέρια, πόδια, λαιμούς, γεννητικά όργανα, για να βρω ένα φλεβίδιο να ρίξω το δηλητήριο, να καλμάρω το πάθος μου. Για λίγες ώρες· και μετά τα ίδια για την επόμενη φορά. Δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα να βλέπεις το παιδί σου να πεθαίνει και να μην μπορείς να αντιδράσεις. Πάνω από 10 φορές έπαθα over-dose, φάτσα- κάρτα με τον θάνατο. Φρίκη, φρίκη σκέτη. Έχω χάσει καί  αρκετούς φίλους από υπερβολική δόση. Χάθηκαν! Έτσι απλά, μέσα σε δευτερόλεπτα, με τη σύριγγα καρφωμένη στο μπράτσο κι ένα μάτσο πόνο, φρίκη κι ανεκπλήρωτα όνειρα. 
Τότε λοιπόν, στην εξαθλίωση, μετά από μία σειρά νεκραναστάσεις από τα κώματα των over-dose, ατυχημάτων με αυτοκίνητα, μηχανές σε μία πολύ δύσκολη περίοδο της ζωής μου, δείχνει ο Κύριος το άφατο έλεός Του και με τραβά πετώντας το αγκίστρι της αγάπης Του. Ήταν τότε θυμάμαι που βρισκόμουν σε άθλια κατάσταση, κουλουριασμένος μέσα σε μία βρώμικη τουαλέτα υπεραστικού σταθμού και τρελαμένος, μέσα στα αίματα, προσπαθούσα να βρω που να ρίξω την πρέζα για να μπορέσω να σταθώ στα πόδια μου. Έτρεμα από την χαρμάνα, ήμουν ιδρωμένος κι αλαφιασμένος και μου είχαν φύγει και κόπρανα από πίσω, λόγω ακατάσχετης διάρροιας· θρίλερ κατάσταση. Τότε, δεν ξέρω πως, ένιωσα περισσότερο από κάθε άλλη φορά πόσο ξεφτίλας είχα καταντήσει, πόσο πάτο είχα πιάσει, και με έπιασε το παράπονο· άρχισα να κλαίω με καυτά δάκρυα και λυγμούς για τα χάλια μου. Τότε δεν είχα καμμία σχέση με τον Θεό, τον είχα εξορίσει από τη ζωή μου, ούτε φυσικά πήγαινα στην εκκλησία Του. Πως όμως πάνω στη μιζέρια και την απελπισία που βρισκόμουν έγινε το κλικ στην καρδιά μου και τον επικαλέστηκα, ενώ δεν Τον πίστευα, δεν το κατάλαβα. Όμως του είπα με αναφιλητά: «Θεέ μου, λένε ότι υπάρχεις. Αφού υπάρχεις καί  είσαι καλός, εμένα γιατί δεν με λυπάσαι; Γιατί με αφήνεις να ζω έτσι μέσα στον βούρκο; Γιατί δεν με παίρνεις; Τι με αφήνεις να κάνω εδώ; Τι τυραννία, τι θητεία είναι αυτή που βγάζω εδώ στην γη; Τι φρίκη περνάω τόσα χρόνια κάθε μέρα Θεέ μου; Βοήθησέ με Παναγιά μου».
Αυτό ήταν! Αυτό ήθελε ο Θεός από εμένα, να τον επικαλεστώ, να του ανοίξω την πόρτα, να του ζητήσω βοήθεια, μακάρι να το ήξερα νωρίτερα ο άθλιος. Αλλά έπρεπε φαίνεται να ξεφτιλιστώ τελείως, να ταπεινωθώ, να σπάσει ο τσαμπουκάς μου για να συμβεί αυτό, αλλιώς σε μένα δεν θα πετύχαινε. Ήμουν πολύ επιρρεπής, πολύ άστατος, πολύ άρρωστος, πολύ εξαρτημένος, η πρέζα είχε ποτίσει όλο το σώμα μέχρι το μεδούλι μου, κι είχε κολλήσει και το μυαλό μου τόσο που δεν μπορούσα να ξεκολλήσω με τίποτα. Ούτε άνθρωποι μπορούσαν να με βοηθήσουν, ούτε ομάδες, ούτε θεραπευτικές κοινότητες, ούτε τίποτα, ούτε καν έκανα τον κόπο να απευθυνθώ σ’ αυτές. Είχα προσπαθήσει άπειρες φορές να καθαρίσω και πάλι αμέσως ξαναέπεφτα, είναι φοβερό, κανένας που δεν έχει μπλέξει χοντρά με την ηρωίνη δεν μπορεί να το καταλάβει αυτό. Μιλάμε  για το χειρότερο πάθος που μπορεί να υπάρξει στον άνθρωπο, για το ισχυρότερο δαιμόνιο, σκέτη κόλαση. 
Όμως ο Κύριος ήταν εκεί και 15 ολόκληρα χρόνια, καρτερικά με περίμενε παρ’ ότι  Τον είχα τόσο πικράνει με τις αμαρτίες  και τις αλητείες, κι άρχισε να βάζει μπροστά το σχέδιο της σωτηρίας μου. Επειδή δεν επαρκεί ο χώρος, ελάχιστα πράγματα αναφέρονται. Πως τα κατάφερε λοιπόν ο Θεός, πως τα έφερε έτσι τα πράγματα   και μου πετάει το αγκίστρί Του που το δαγκώνω, τσιμπάω και τρελαίνομαι. Εγώ που νόμιζα ότι είχα γνωρίσει τα πάντα στη ζωή μου, γνωρίζω απρόσμενα  και ξαφνικά αυτό που περιφρονούσα τελείως, τον αληθινό Θεό, τον Θεό της αγάπης και των οικτιρμών και την Παναγία Μητέρα Του. Αυτόν που από την αρχή έπρεπε να ψάξω για να βρω και να κρατηθώ κι όχι να πέσω με τα μούτρα στη δίνη της αμαρτίας. Στα έσχατα λοιπόν, στην εξαθλίωση και σχεδόν χαμένο στη δυστυχία της πρέζας, με παίρνει από το χέρι, με τραβά από τον βούρκο και δρομολογεί καταστάσεις που ακόμα και τώρα μου φαίνονται απίστευτες. Αφού γνωρίζοντας πως ζούσα, βλέπω τι γίνεται σήμερα και τρελαίνομαι. Μόνον ο Θεός μπορεί να τα κάνει αυτά. Δεν ξέρω τι βρήκε σε μένα και μου επέτρεψε ν’ αγωνισθώ για την αληθινή μετάνοια, μα θα τον ευγνωμονώ αληθινά κι όσο μπορώ γι’ αυτό, και θα δοξολογώ αιωνίως το άγιο όνομά Του που τόσες φορές με έσωσε λυτρώνοντας την ψυχή μου από το στόμα του βύθιου δράκοντα. 
Τώρα που είμαι καλύτερα από κάθε άλλη φορά, κοιτώ πίσω και σκέφτομαι πόσο αλλοπρόσαλλη υπήρξε η ζωή μου, γεμάτη τρέλες και ακραία περιστατικά. Επέτρεψε ο Θεός – για τους λόγους που Αυτός γνωρίζει – ευρισκόμενος τόσα χρόνια μακριά Του, να ψάξω μανιωδώς την ευτυχία σε λάθος πράγματα. Να αναλώσω τη ζωή μου ψάχνοντας ψεύτικες εμπειρίες και ηδονές· και στο τέλος, αντί να ευτυχήσω, να αρρωστήσω. Να αρρωστήσω άσχημα, φρικτά, σέρνοντας πάνω μου τη χειρότερη εξάρτηση. Ο Κύριος με τράβηξε, κι αφού σιγά – σιγά έκλεινε τις χαίνουσες πληγές μου, επούλωνε τα τραύματά μου, μου έδινε να γευτώ και τις ηδονές της άλλης πλευράς, της πνευματικής. Άλλο μυστήριο κι αυτό. Όχι μόνο να με κάνει καλά, να με βγάλει από τον εφιάλτη, αλλά να με καλεί κοντά Του μ’ ένα τρόπο θαυμαστό, μυστικό, πρωτόγνωρο για μένα και το κυριότερο να μην μπορώ να Του το αρνηθώ. Ο Κύριος, ο γλυκύτατος Ιησούς είναι ο Μέγας Θεραπευτής που με τις πρεσβείες της Υπεραγίας Μητρός Του και των Αγίων Του, μέσα από τα Άγια Μυστήρια της Εκκλησίας Του και τον αγώνα  τον καθημερινό για την μετάνοια και την ταπείνωση, ανακαινίζει και λαμπρύνει την ψυχή που αγωνίζεται να τηρήσει τις εντολές Του. 
Ω! Πόσο γλυκύτατος είναι ο Ιησούς, ο Σωτήρας μας, πόσο νηφάλια και μεθυστικά πυρπολεί τις καρδιές των ανθρώπων! Πως ξανακεντά την ευγένεια της ψυχής με πανέμορφο τρόπο! Αυτή είναι η Ορθοδοξία μας, η Αλήθεια που μας παρεδόθη, ο πολύτιμος μαργαρίτης που ανακαινίζει και στολίζει την ψυχή που θρηνεί τον χωρισμό από τον γλυκύτατο Νυμφίο, με το πρωτόκτιστο κάλλος μέσα από το μέγα μυστήριο της μετάνοιας και της συντριβής της αμαρτωλής καρδιάς. Έτσι κι εγώ δεν ξέρω τι να πω· τάχω χαμένα. Στέκομαι όρθιος, ψηλά και κοιτάζω τις δυό πλευρές της ζωής μου, ταξινομώ και εκθέτω τις εμπειρίες μου, αναρωτιέμαι τι και γιατί συνέβη στη ζωή μου. Μερικές φορές, μέσα από την οθόνη της διάνοιάς μου, περνά και κυλά η ζωή μου σαν ταινία, πως ήταν πριν από τη γνωριμία μου με τον Λυτρωτή μου. Όπως εκτυλίσσονται οι σκηνές τόσα χρόνια πριν και αναμοχλεύεται το παρελθόν, ένας κόμπος συγκίνησης μου πνίγει τον λαιμό. Με θάμβος παρατηρώ και αναλογίζομαι ότι δεν μπορεί να είμαι εγώ ο πρωταγωνιστής αυτής της ταινίας.

Εν κατακλείδι, θα μου επιτρέψετε να σας παρακαλέσω κάτι: Προσευχηθείτε γι’ αυτά τα παιδιά στον φιλεύσπλαχνο Κύριο και τη γλυκιά μας Παναγία. Δεν φαντάζεστε τι πόνο κρύβουν μέσα τους, παρά τη σκληρότητα της ζωής τους. Τα «θολωμένα» σοκάκια που περπάτησαν και περπατούν μέρα-νύχτα αυτές οι ταλαίπωρες ψυχές, ανακυκλώνοντας και στροβιλίζοντας το πάθος τους για την πρέζα, έχουν πολλές ιστορίες να διηγηθούν. Κανείς από αυτούς που γλύτωσαν δεν θέλει να τις θυμάται. Ήταν και είναι σκληρή η νύχτα τα χρόνια της εξάρτησης.. Είη το όνομα Κυρίου ευλογημένον από του νυν και έως του αιώνος!
Αμήν.
ΠΗΓΗ.Περιοδικό ΕΡΩ τεύχος 5ο Ιανουάριος-Μάρτιος 2011

Το αντιχριστιανικό και ρατσιστικό μένος των Δωδεκαθεϊστών-παγανιστών!


Meteora 008.jpg
Τα τελευταία χρόνια παρουσιάζεται το φαινόμενο της αναβίωσης της αρχαιοελληνικής θρησκείας. Αυτό αποδεικνύεται από δεκάδες έντυπα, εφημερίδες, μονογραφίες και ιστοσελίδες ,όπως «Δαυλός», «Δίαυλος Έψιλον», «Απολλώνειο Φως», «Ελληνική Αγωγή», «Ιδεοθέατρο» κ.ά.

Στα περιοδικά αυτά, όπως και στις ιστοσελίδες, περιέχονται με τη γενική ένδειξη «Γράφουν οι Φιλίστορες» αντιχριστιανικά δοκίμια με ελληνιστική αφετηρία.
Πρόσφατα ιδρύθηκε «Επιτροπή» για την αναγνώριση της θρησκείας του δωδεκάθεου. Θα παραθέσουμε εδώ ορισμένες θέσεις, που ,βέβαια, δεν διεκδικούν το αλάθητο του Πάπα και γίνονται με διάθεση καλής προαίρεσης, χωρίς φανατισμό και μισαλλοδοξία.

1. Το αντιχριστιανικό μένος που προβάλλεται στα περιοδικά αυτά, δεν παρουσιάζεται μόνο από τους νεοδωδεκαθεϊστές. Άνθρωποι που δεν θέλουν να έχουν καμιά σχέση με τις θρησκείες, που παθαίνουν αλλεργία με οτιδήποτε αφορά την αναζήτηση και εφαρμογή θείων νόμων, παθαίνουν παραλήρημα σε ό,τι αφορά το Χριστό και τη διδασκαλία του. Αν είναι κατανοητό να βάλλουν κατά του χριστιανισμού οι σημερινοί δωδεκαθεϊστές , πώς μπορεί να είναι κατανοητό να βάλλουν εναντίον του Χριστού παντελώς αδιάφοροι και ουδέτεροι;
2. Οι βολές των αρχαιοελληνιστών κατά του Χριστιανισμού έχουν ως μοναδική αφετηρία το γεγονός ότι ο Χριστός ήταν στην εθνικότητα Εβραίος. Οι αρχαιοελληνιστές είναι φανατικοί αντιεβραίοι.
 Δεν τους απασχολεί τόσο η έρευνα του χριστιανικού δόγματος, της χριστιανικής ηθικής, της εκκλησιαστικής ιστορίας, ως κεφαλαίων έρευνας, όσο τους απασχολεί αν μπορούν από αυτά να αντλήσουν απόλυτα αντιεβραϊκά συμπεράσματα. Ο στιγματισμός του Χριστού από τους αρχαιοελληνιστές μόνο και μόνο επειδή ήταν Εβραίος, συνιστά απεχθή και αξιοθρήνητο φυλετισμό (ρατσισμό), απολύτως ομόλογο με το ρατσισμό της σημερινής εβραϊκής ηγεσίας, πνευματικής και οικονομικοπολιτικής
3. Η παραπάνω στάση των αρχαιοελληνιστών κατά του Χριστού πηγάζει, κυρίως, από την «ιερότητα» του σεξουαλικού παράγοντα στον αρχαιοελληνισμό: Ο Δίας, η Ήρα, η Αφροδίτη, ο Διόνυσος και οι Βάκχες του ήταν ιερουργοί της ασωτίας, ο Πλάτων μας άφησε μοναδικής γλαφυρότητας ντοκουμέντο των απίστευτων ανοησιών που αράδιαζαν στην απεραντολογία τους οι συνδαιτυμόνες στο τραπέζι του Αγάθωνα, με τις ευλογίες του θεού της μέθης. 
4. Οι αρχαιοελληνιστές δείχνουν να μην αντιλαμβάνονται κάτι πολύ απλό: Η πρωτοπορία των Ελλήνων δεν είναι πρωτοπορία στα πάντα, είναι πρωτοπορία σε κάτι. Πρωτοπόρησαν και έθεσαν τις βάσεις στην επιστήμη και στη φιλοσοφία, και το στοιχείο αυτό δεν το αρνείται κανείς. Όμως οι Έλληνες έθεσαν τις βάσεις και στη θρησκεία; Υπάρχει διεθνώς κάποιος Θεολόγος του δωδεκαθεϊσμού; ΚΑΝΕΙΣ.
Η Καινή Διαθήκη είναι το κορυφαίο θρησκευτικό «μπεστ σέλλερ» των αιώνων. Οι ειδικοί «καινοδιαθηκικοί» θεολόγοι είναι κατά τη διαδρομή των τελευταίων είκοσι αιώνων τόσοι, όσοι είναι και οι επιστήμονες που, από την άλλη μεριά, προώθησαν την αρχαιοελληνική επιστήμη ή την αντίστοιχη πολιτικοφιλοσοφική σκέψη. Από πού κι ως πού πρέπει η Ελλάδα να έχει τα πρωτεία και στη θρησκεία; Πόσοι ξέρουν τη «Θεογονία» και πόσοι την «Καινή Διαθήκη»;
5. Η χριστιανική θεολογία ερμηνεύει την εθνική καταγωγή του Χριστού ως Εβραίου κατ' απόλυτη αντιστοιχία προς την παραδοχή της ότι οι Εβραίοι υπήρξαν στη γη ο πρώτος λαός με ορθό θρησκευτικό προσανατολισμό. Η ένταξη του Ιησού, ως ανθρώπου και πολίτη, στην εβραϊκή κοινωνία αντιστοιχούσε στην θρησκευτικώς έτοιμη «μαγιά» που είχε στα χέρια του για να δουλέψει, όχι στη φιλοσοφική ή επιστημονική.
 Όμως ο Ιησούς υπερβαίνει και τους Εβραίους και τους Έλληνες και τους Ρωμαίους και τους Γαλάτες και τους Αμερικανούς, τους Ασιάτες, τους Αφρικανούς, όλα τα σύνορα και όλα τα έθνη, κόβει στα δύο την Ιστορία, η οποία χαρακτηρίζεται πλέον ως «π.Χ.» και «μ.Χ.». Το συμπέρασμα ,λοιπόν, που προκύπτει είναι ότι οι αρχαιοελληνιστές έχουν χρεία στοιχειώδους φροντιστηρίου σε θέματα θρησκείας. Πιθανώς είναι απαίδευτοι κι αυτό τους έχει καταστήσει εξαιρετικά εμπαθείς και εχθρικούς έναντι του Χριστιανισμού.
Χαμένοι μέσα στους ερωτικούς λαβύρινθους, τις σεξουαλικές μονομανίες των αρχαίων, τις ονειρώξεις που πηγάζουν από τα ανθρώπινα πάθη, τη φιλοδοξία και την οίηση των ποιητών και λογοτεχνών, είναι φυσικό να μην έχουν διάθεση και χρόνο να ασχοληθούν με τη χριστιανική σιωπή και την μέχρις αίματος ταπείνωση και αποφυγή των παθών από τους συνειδητούς χριστιανούς.
6. Οι αρχαιοελληνιστές είναι βέβαιοι ότι η χριστιανική διδασκαλία επηρεάστηκε από τον αρχαίο ελληνικό λόγο. Μάλλον το αντίθετο πρέπει να συνέβη, γιατί η «Γένεσις» της Π. Δ. γράφτηκε από τον Μωυσή μεταξύ 13ου και 12ου αι. π.Χ. , η δε «Θεογονία» του Ησιόδου, η βίβλος δηλαδή της Ελληνικής θρησκευτικής μυθολογίας, επτά αιώνες αργότερα.
Γιατί ,δηλαδή, ο Ιαπετός, πατέρας του Δευκαλίωνος και παππούς του Έλληνα, να προηγείται του Ιάφεθ, γιού του Νώε, και να μη συμβαίνει το αντίθετο; Το μόνο γεγονός για το οποίο μπορούν να κατηγορηθούν οι χριστιανοί από τους οπαδούς του δωδεκάθεου είναι, ότι προσάρμοσαν τους εξωτερικούς τύπους λατρείας (ναοδομία, άμφια, ακολουθίες, εορτές) στις ανάγκες της νέας πίστης. Αυτό πραγματοποιήθηκε από τους Τρεις Ιεράρχες (Μ. Βασίλειο, Γρηγόριο και Ιωάννη Χρυσόστομο) οι οποίοι ήταν φορείς και άριστοι γνώστες της ελληνικής παιδείας.

 πηγή

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...