Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.
Τρίτη, Φεβρουαρίου 19, 2013
Ταπείνωση (Κυριακή τοῦ Τελώνη καὶ τοῦ Φαρισαίου) π.Alexander Schmemann
Ἡ ἑπόμενη Κυριακὴ ὀνομάζεται «Κυριακή τοῦ Τελώνη καὶ τοῦ Φαρισαίου». Τὴν παραμονὴ τῆς ἡμέρας αὐτῆς, δηλαδὴ στὸν Ἑσπερινό τοῦ Σαββάτου ἐμφανίζεται γιὰ πρώτη φορὰ τὸ λειτουργικὸ βιβλίο τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς ποὺ λέγεται Τριώδιο. Ἀπ’ αὐτὰ διαβάζονται διάφορα κείμενα ποὺ τὰ προσθέτουμε στοὺς συνηθισμένους ὕμνους καὶ τὶς εὐχὲς τῆς ἑβδομαδιαίας ἀναστάσιμης ἀκολουθίας. Ὅλα αὐτὰ τὰ κείμενα παρουσιάζουν τὴν ἑπόμενη μεγάλη πλευρὰ τῆς μετάνοιας: τὴν ταπείνωση.
Τὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα (Λουκ. 18, 10-14) περιγράφει ἕναν ἄνθρωπο ποὺ εἶναι πάντα εὐχαριστημένος μὲ τὸν ἑαυτό του καὶ ποὺ νομίζει ὅτι συμμορφώνεται μὲ ὅλες τὶς ἀπαιτήσεις τῆς θρησκείας. Εἶναι βέβαιος γιὰ τὸν ἑαυτό του καὶ πολὺ περήφανος γι’ αὐτόν. Στὴν πραγματικότητα ὅμως ἔχει παραποιήσει τὸ νόημα τῆς θρησκείας. Τὴν ἔχει περιορίσει σὲ ἐξωτερικοὺς τύπους καὶ μετράει τὴν εὐσέβειά του μὲ τὸ ποσὸν τῶν χρημάτων ποὺ συνεισφέρει στὸ ναό. Ὅσο γιὰ τὸν Τελώνη, αὐτὸς ταπεινώνει τὸν ἑαυτό του καὶ αὐτὴ ἡ ταπείνωση τὸν δικαιώνει μπροστὰ στὸ Θεό.
Ἂν ὑπάρχει μία ἠθικὴ ἀξία ποὺ σχεδὸν ἀπόλυτα παραθεωρεῖται ἢ ἀγνοεῖται σήμερα εἶναι πραγματικὰ ἡ ταπείνωση. Ὁ πολιτισμὸς στὸν ὁποῖο ζοῦμε διαρκῶς ἐνσταλάζει μέσα μας τὴν ἔννοια τῆς ὑπερηφάνειας, τῆς αὐτοεξύμνησης καὶ τῆς αὐτοδικαίωσης. Εἶναι οἰκοδομημένος πάνω στὴν ἀλαζονικὴ ὑπόθεση ὅτι ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ πετύχει ὁτιδήποτε μόνος του, καὶ φτάνει στὸ νὰ περιγράφει τὸν Θεὸ σὰν τὸν Ἕνα ποὺ πάντοτε ἀμείβει τὶς ἐπιτυχίες καὶ τὰ καλὰ ἔργα τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ ταπείνωση — εἴτε ἀτομική, εἴτε ὁμαδική, εἴτε ἐθνικὴ εἶναι — θεωρεῖται δεῖγμα ἀδυναμίας, κάτι ἀνάρμοστο γιὰ ἕναν ἀληθινὰ ἄνθρωπο. Ἀλλὰ μήπως καὶ οἱ χριστιανοὶ σήμερα δὲν εἶναι ποτισμένοι μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ φαρισαίου; Μήπως καὶ μεῖς δὲ θέλουμε κάθε προσφορά μας, κάθε «καλὴ πράξη» μας, καθετὶ ποὺ κάνουμε «γιὰ τὴν Ἐκκλησία» νὰ ἀναγνωρίζεται, νὰ ἐπαινεῖται, νὰ δημοσιεύεται;
Ἀλλὰ τί εἶναι ταπείνωση; Ἡ ἀπάντηση σ’ αὐτὴ τὴν ἐρώτηση μπορεῖ νὰ φανεῖ παράδοξη γιατί εἶναι ριζωμένη σὲ μία περίεργη διαβεβαίωση: Ὁ Ἴδιος ὁ Θεὸς εἶναι ταπεινός! Γιὰ κεῖνον ποὺ γνωρίζει τὸ Θεό, ποὺ Τὸν ἀτενίζει μέσα στὴ δημιουργία Του καὶ στὶς σωτήριες ἐνέργειές Του, εἶναι φανερὸ ὅτι ἡ ταπείνωση εἶναι πραγματικὰ μία Θεία ποιότητα, εἶναι τὸ οὐσιαστικὸ περιεχόμενο καὶ ἡ λάμψη τῆς δόξας ἀπὸ τὴν ὁποία, ὅπως ψέλνουμε στὴ Θεία Λειτουργία, εἶναι «πλήρης ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ». Μέσα στὴν ἀνθρώπινη διανοητικότητά μας ἔχουμε τὴν τάση νὰ μὴ μποροῦμε νὰ συμβιβάσουμε τὴ «δόξα» μὲ τὴν «ταπείνωση» — ἀφοῦ μάλιστα ἡ ταπείνωση θεωρεῖται ψεγάδι ἢ ἐλάττωμα. Ἀκριβῶς ὅμως ἡ ἄγνοιά μας καὶ ἡ ἀδεξιότητά μας εἶναι ἐκεῖνα ποὺ μᾶς κάνουν ἢ θὰ ἔπρεπε νὰ μᾶς κάνουν νὰ νιώθουμε ταπεινοί.
Εἶναι σχεδὸν ἀδύνατο νὰ μεταφέρεις στὸ σύγχρονο ἄνθρωπο ποὺ τρέφεται μὲ τὴ δημοσιότητα, τὴν αὐτοπροβολὴ καὶ τὴν ἀτελείωτη αὐτοεξύμνηση, τὸ γεγονὸς ὅτι ἐκεῖνο ποὺ εἶναι αὐθεντικὰ τέλειο, ὄμορφο καὶ καλὸ εἶναι τὴν ἴδια στιγμὴ γνήσια ταπεινό. Ἀκριβῶς γιατί ἡ τελειότητα δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ τὴ «δημοσιότητα», τὴν ἐξωτερικὴ δόξα ἢ ἀπὸ τὴν κάθε εἴδους ἐπίδειξη. Ὁ Θεὸς εἶναι ταπεινὸς γιατί εἶναι τέλειος. Ἡ ταπείνωσή Του εἶναι ἡ δόξα Του καὶ ἡ πηγὴ κάθε ἀληθινῆς ὀμορφιᾶς, τελειότητας καὶ καλοσύνης: Καθένας ποὺ προσεγγίζει τὸ Θεὸ καὶ Τὸν γνωρίζει αὐτόματα μοιράζεται τὴ Θεία ταπείνωση καὶ ὡραΐζεται μέσα σ’ αὐτή. Αὐτὸ συνέβηκε μὲ τὴν Παναγία, τὴ Μητέρα τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἡ ταπείνωση τὴν ἔκανε χαρὰ ὅλης τῆς οἰκουμένης καὶ τρανὴ ἀποκάλυψη τῆς ὡραιότητας πάνω στὴ γῆ· αὐτὸ ἔγινε καὶ μὲ ὅλους τοὺς ἁγίους· τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ κάθε ἀνθρώπινη ὕπαρξη στὶς σπάνιες στιγμὲς τῆς ἐπαφῆς της μὲ τὰ Θεό.
Πῶς κανεὶς γίνεται ταπεινός; Ἡ ἀπάντηση γιὰ ἕνα χριστιανὸ εἶναι ἁπλή: μὲ τὴν ἐνατένιση τοῦ Χριστοῦ, ποὺ εἶναι ἡ σαρκωμένη Θεία ταπείνωση, ὁ Ἕνας, μέσα στὸν ὁποῖο ὁ Θεὸς ἀποκάλυψε, μιὰ γιὰ πάντα, τὴ δόξα Του σὰν ταπείνωση καὶ τὴν ταπείνωσή Του σὰν δόξα. «Νῦν» εἶπε ὁ Χριστὸς τὴ νύχτα τῆς ἄκρας ταπείνωσής Του, «ἐδοξάσθη ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, καὶ ὁ Θεὸς ἐδοξάσθη ἐν αὐτῷ». Ἡ ταπείνωση μαθαίνεται ἐνατενίζοντας τὸ Χριστὸ ὁ ὁποῖος εἶπε: «Μάθετε ἀπ’ ἐμοῦ ὅτι πρᾶος εἰμὶ καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ». Τελικὰ γινόμαστε ταπεινοὶ μὲ τὸ νὰ μετρᾶμε τὸ καθετὶ μὲ μέτρο τὰ Χριστὸ καὶ νὰ ἀναφερόμαστε γιὰ ὅλα σ’ Αὐτόν. Χωρὶς τὸ Χριστὸ ἡ ἀληθινὴ ταπείνωση εἶναι ἀδύνατη, ἐνῶ στὴν περίπτωση τοῦ φαρισαίου, ἀκόμα καὶ ἡ θρησκεία, γίνεται ὑπερηφάνεια γιὰ τὰ ἐπιτεύγματά του· ἔχουμε δηλαδὴ ἕνα ἄλλο εἶδος φαρισαϊκῆς αὐτοδοξολογίας.
Ἡ περίοδος λοιπὸν τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς ἀρχίζει μὲ μία ἀναζήτηση, μία προσευχὴ γιὰ ταπείνωση ποὺ εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς ἀληθινῆς μετάνοιας. Γιατί μετάνοια, πάνω ἀπὸ καθετὶ ἄλλο, εἶναι ἡ ἐπιστροφὴ στὴ γνήσια τάξη τῶν πραγμάτων, ἡ «ἀναμόρφωση τοῦ ἀρχαίου κάλλους». Ἡ μετάνοια ἑπομένως εἶναι θεμελιωμένη στὴν ταπείνωση καὶ ἡ ταπείνωση — ἡ Θεία καὶ θαυμαστὴ ταπείνωση — εἶναι καρπός της καὶ τέρμα της. «Φαρισαίου φύγωμεν ὑψηγορίαν», λέει τὸ Κοντάκιον τῆς ἡμέρας, «καὶ Τελώνου μάθωμεν τὸ ταπεινὸν ἐν στεναγμοῖς». Βρισκόμαστε μπροστὰ στὶς «πύλες τῆς μετανοίας» καὶ στὴν πιὸ ἐπιβλητικὴ στιγμὴ τοῦ Ὄρθρου τῆς Κυριακῆς· ἀφοῦ διαβαστεῖ τὸ Ἀναστάσιμο Εὐαγγέλιο καὶ ἀναγγελθεῖ ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ μὲ τὸ «Ἀνάστασιν Χριστοῦ θεασάμενοι…», ψάλλουμε γιὰ πρώτη φορὰ τὰ τροπάρια ποὺ θὰ μᾶς συνοδεύουν σὲ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς:
Τῆς μετανοίας ἄνοιξόν μοι πύλας Ζωοδότα· ὀρθρίζει γὰρ τὸ πνεῦμά μου, πρὸς ναὸν τὸν ἅγιόν σου, ναὸν φέρον τοῦ σώματος, ὅλον ἐσπιλωμένον· ἀλλ' ὡς οἰκτίρμων κάθαρον, εὐσπλάγχνῳ σου ἐλέει.
Τῆς σωτηρίας εὔθυνόν μοι τρίβους, Θεοτόκε· αἰσχραῖς γὰρ κατερρύπωσα, τὴν ψυχὴν ἁμαρτίαις, ὡς ῥαθύμως τὸν βίον μου, ὅλον ἐκδαπανήσας, ταῖς σαῖς πρεσβείαις ῥῦσαί με, πάσης ἀκαθαρσίας.
Τὰ πλήθη τῶν πεπραγμένων μοι δεινῶν, ἐννόων ὁ τάλας, τρέμω τὴν φοβερὰν ἡμέραν τῆς κρίσεως· ἀλλὰ θαρρῶν εἰς τὸ ἔλεος τῆς εὐσπλαχνίας σου, ὡς ὁ Δαυὶδ βοῶ σοι: Ἐλέησόν με ὁ Θεός, κατὰ τὸ μέγα σου ἔλεος.
Κυριακὴ Τελώνου καὶ Φαρισαίου ,Anthony Metropolitan of Sourozh
Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Δύο εβδομάδες πρὶν ἀκούσαμε στὸ Εὐαγγέλιο τὴν ἱστορία τοῦ Βαρτίμαιου καὶ τὴν προηγούμενη ἑβδομάδα τὴν ἱστορία τοῦ Ζακχαίου.
Ὁ Βαρτίμαιος ἦταν τυφλός, ἴσως ὅλη του τὴ ζωή, ἤ ἴσως κάποια συγκεκριμένη στιγμὴ εἶχε εἰκόνα ὅλης τῆς ὀμορφιᾶς τοῦ κόσμου, τῶν ἀνθρώπινων προσώπων, τὴν ὀμορφιὰ ἀπὸ κάθε τι ποὺ τὸν συνέδεε κατευθείαν μέσω τῆς κτίσης μὲ τὸν Θεὸ ποὺ δημιούργησε τὰ πάντα. Ἦταν ἕνας τυφλὸς ἄνθρωπος.
Μιὰν ἡμέρα ἕνα πλῆθος πέρασε δίπλα του, ἕνα παράξενο πλῆθος - ὄχι ἁπλὰ ἕνα θορυβῶδες πλῆθος περαστικῶν, ἀλλὰ ἕνα πλῆθος ποὺ εἶχε ἕναν πυρήνα, καὶ ὁ πυρήνας αὐτὸς ἦταν ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός. Ὁ Βαρτίμαιος ἀντιλήφθηκε τὴν ἰδιαιτερότητα αὐτοῦ τοῦ πλήθους καὶ ρώτησε ποιὸς ἦταν ἐκεῖνος ποὺ τὸ ἕνωνε σὲ ἕνα σύνολο· καὶ τότε ἄρχισε νὰ κραυγάζει γιὰ βοήθεια, γιὰ νὰ ἐλευθερωθεῖ ἀπὸ τὴν τυφλότητά του.
Πόσες φορὲς δὲν εἴμασταν τυφλοί, ἤ πόσα πολλὰ χρόνια δὲν ζήσαμε ὅλοι σὰν τυφλοί; Τυφλοὶ στὴν ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ ποὺ μᾶς προσφέρει ὁ κόσμος· τυφλοὶ στὴν ὀμορφιά, ὄχι στὴν ἐξωτερική της ποιότητα ἀλλὰ στὴν λάμψη τῆς θεϊκῆς λάμψης καὶ ὀμορφιᾶς ὅπως μᾶς ἀποκαλύπτεται. Πόσο συχνὰ δὲν κοιτάξαμε πρόσωπα δίχως ποτὲ νὰ δοῦμε ὅτι εἶναι είκόνες τοῦ Θεοῦ ποὺ θὰ πρέπει νὰ μᾶς φέρνουν σ’ ἐπαφὴ μὲ τὸν Θεό, καὶ νὰ μὴν στέκουν ἀνάμεσα σὲ μᾶς καὶ τὸν Θεὸ σὰν πειρασμός. Πόσο συχνὰ πέρασε ὁ Χριστὸς δίπλα μας καὶ ποτὲ δὲν προσέξαμε τὴν παρουσία Του;
Ἄς προβληματιστοῦμε καὶ ἄς ἀναρωτηθοῦμε ὄχι μόνο πόσο συχνὰ εἴμασταν τυφλοὶ στὸ παρελθόν, ἀλλὰ πόσο εἴμαστε τὴν παροῦσα στιγμὴ. Ό Χριστὸς βρίσκεται ἀνάμεσα μας. Τὸ ἀντιλαμβανόμαστε; Ἕνας Πατέρας τῆς Ἐρήμου εἶχε πεῖ : «Ὅποιος εἶδε τὸν πλησίον του ἔχει δεῖ τὸν Θεό». Ναὶ μιὰ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, μιὰ ἀληθινὴ εἰκόνα. Κατεστραμμένη στὴν πραγματικότητα, ὅπως τόσες πολλὲς εἰκόνες εἶναι βεβηλωμένες ἤ κατεστραμμένες· κατεστραμμένες σὲ βαθμό ποὺ, κάποιες φορὲς δὲν ἀναγνωρίζονται, καὶ ὅμως εἶναι μιὰ θεία εἰκόνα.
Τὴν προηγούμενη ἑβδομαδα ἀκούσαμε γιὰ τὸν Ζακχαῖο. Ὁ Ζακχαῖος ξεπέρασε ἕναν ἄλλον πειρασμὸ ποὺ μᾶς εἶναι πολὺ γνωστός, αὐτὸν τῆς ματαιότητας· ἡ ματαιότητα ποὺ σημαίνει τὴν προσκόλλησή μας σὲ πράγματα ἀσήμαντα καὶ ἡ προσπάθειά μας νὰ προκαλέσουμε μέσα ἀπὸ αὐτὰ τὸν θαυμασμὸ ἄλλων ἀνθρώπων ποὺ δὲν ἔχουν δικαίωμα νὰ κρίνουν, ἐπειδὴ εἶναι ἐπίσης δέσμιοι στὴν ἴδια μικρότητα τῆς καρδιᾶς καὶ τοῦ νοῦ. Ἡ ματαιότητα, κατὰ τὸν Ἅγιο Ἰωάννη τῆς Κλίμακας, εἶναι ὑπερηφάνεια ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ δειλία ἐνώπιον τῶν ἀνθρώπων· μιὰ ἐπιθυμία νὰ μὴν κριθοῦμε, νὰ μὴν καταδικαστοῦμε, ἀλλὰ νὰ μᾶς θαυμάζουν, νὰ μᾶς ἐπαινοῦν, νὰ μᾶς ἐπιδοκιμάζουν ἀκόμα γιὰ πράγματα ποὺ δὲν ἔχουν κάποια ἀξία, ἁπλὰ καὶ μόνο νὰ μᾶς ἐπιδοκιμάζουν.
Πρότεινα τὴν προηγούμενη ἑβδομάδα ὅτι πρέπει να ἑστιάσουμε τὴν προσοχή μας σὲ αὐτὴν τὴν ἰδιαίτερη γιὰ μᾶς ἁμαρτία καὶ νὰ ἀναρωτηθοῦμε πόσο εἴμαστε ἀνεξάρτητοι ἀπὸ τὴν κρίση τῶν ἀνθρώπων, πόσο εἴμαστε ἀδιάφοροι στὴν κρίση τῆς δικῆς μας συνείδησης καὶ μέσα ἀπὸ αὐτὴν, στὴν κρίση τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ;
Σήμερα ἔχουμε νὰ κάνουμε μὲ μιὰ τρίτη εἰκόνα· μὲ τὴν ἱστορία τοῦ Φαρισαίου καὶ τοῦ Τελώνη. Ὁ Τελώνης εἶχε συναίσθηση τῆς ἀναξιότητάς του, ὅτι ἦταν ἀνάξιος νὰ παρουσιαστεῖ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ ἐπίσης ὅτι ἦταν εὐπρόσδεκτος στὴν συντροφιὰ ἀξιοσέβαστων ἀνθρώπων, ποὺ ὁ Θεὸς θὰ ἀποδεχόταν. Ἦλθε στὴν πόρτα τοῦ Ναοῦ καὶ δὲν μποροῦσε νὰ διασχίσει τὸ κατώφλι γιατὶ γνώριζε ὅτι σὲ αὐτὸν τὸν κόσμο τὸν ἀκάθαρτο, τὸν μολυσμένο, τὸν βεβηλωμένο ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη ἁμαρτία, ἀπὸ τὸ αἷμα καὶ τὸ κακό σὲ ὅλες του τὶς μορφὲς, ὁ Ναὸς ἦταν ἕνας τόπος ἀφιερωμένος μόνο στὸν Θεό. Ὅλος ὁ ὑπόλοιπος κόσμος, γιὰ νὰ χρησιμοποιήσω μιὰ φράση τοῦ Σατανᾶ ποὺ πείραξε τον Κύριο, ὅλο τὸν ὑπόλοιπο κόσμο «τὸν παρέδωσε ὁ ἄνθρωπος σ’ ἐμένα». Ἀλλὰ ὁ ναὸς εἶναι ἕνας χῶρος ὅπου ἄνθρωποι τῆς πίστης, ἀδύναμοι ἀλλὰ μὲ πίστη στὸν Θεὀ, εἶναι ἀποκομμένοι ἀπὸ τοῦτο τὸ βασίλειο τοῦ τρόμου ποὺ εἶναι τὸ δράμα τῆς Θεϊκῆς ὀμορφιᾶς, τῆς κατοικίας τοῦ Ἑνὸς ποὺ δὲν ἔχει τόπο νὰ «κλίνει τὴν κεφαλή», σ’ ἕναν κόσμο ποὺ τὸν ἔκλεψαν ἀπ’ Αὐτὸν καὶ παραδόθηκε στὰ χέρια τοῦ ἀντιπάλου.
Ὁ Τελώνης στάθηκε στὴν εἴσοδο τοῦ Ναοῦ, γνώριζε ὅτι ἀνῆκε στὸ βασίλειο τοῦ κακοῦ, καὶ δὲν μποροῦσε νὰ εἰσέλθει στὸν ἱερὸ χῶρο τοῦ Θεοῦ· καὶ ὅμως, ἔνοιωσε τὴ διαφορά, ὁ τρόμος τὸν συνεῖχε καὶ μιὰ αἴσθηση λατρείας γιὰ τὸ βασίλειο τοῦ Θεοῦ. Χτυποῦσε τὸ στῆθος του ζητώντας ἔλεος γιατὶ δὲν μποροῦσε νὰ ἐλπίζει καὶ νὰ ὑπολογίζει σὲ τίποτα ἄλλο.
Καὶ ὁ Φαρισαῖος στάθηκε στὸ μέσον τῆς Ἐκκλησίας· εἶχε μπεῖ στὸ ναὸ καὶ εἶχε πάρει τὴ θέση του ἐκεῖ σὰν κάποιος ποὺ εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ βρίσκεται ἐκεῖ. Γιατί; Ὄχι ἐπειδὴ ἦταν ἕνας ἄνθρωπος μὲ ἁγνὴ καρδιά, ἀλλὰ ἐπειδὴ ἦταν πιστὸς στὸν κάθε τυπικὸ κανόνα ποὺ εἶχε καθιερωθεῖ ἀπὸ τὴ Συναγωγή, ὄπως ἕνας ἀριθμὸς ἀπὸ ἐμᾶς εἶναι πιστὸς στοὺς ἐξωτερικοὺς τύπους τῆς ζωῆς ποὺ δὲν μᾶς ἀγγίζουν κἄν, ποὺ δὲν φτάνουν στὴν καρδιά μας, ποὺ δὲν δίνουν νέο σχῆμα καὶ νόημα στὶς σκέψεις μας.
Ἔτσι πάλι, βρισκόμαστε ἐνώπιον δύο ἀνδρῶν καὶ ὁ Χριστὸς μᾶς ρωτᾶ: ποιὸς εἶσαι; Εἶσαι κάποιος ποὺ συναισθάνεται τόσο βαθιὰ τῆν ἱερότητα τοῦ Θεοῦ, ποὺ γνωρίζει ὅτι, ἐκτὸς ἀπὸ ἕναν Θεὸ ποὺ θὰ κατέβαινε στὴ γῆ γιὰ νὰ μᾶς θεραπεύσει καὶ νὰ μᾶς σώσει, δὲν θὰ ὑπῆρχε τρόπος νὰ Τὸν προσεγγίσουμε. Ἤ εἴμαστε σὰν τὸν Φαρισαῖο ποὺ θὰ ἔλεγε στὸν Θεό, ποὺ θὰ Τοῦ ἔλεγε κατάμουτρα: Ἔκανα ὅ,τι ἦταν γραμμένο νὰ γίνει. Δὲν ἔχεις κάτι νὰ μοῦ ζητήσεις! … Δὲν εἴμαστε τόσο ὑπερήφανοι ὅπως ὁ Φαρισαῖος, οὔτε ἔχουμε τὸ σταθερὸ θάρρος νὰ εἴμαστε τόσο πιστοὶ ὅσο ἦταν ἐκεῖνος στὴν πλήρη τήρηση τοῦ γράμματος τοῦ νόμου.
Ἄς ἀναρωτηθοῦμε λοιπὸν: μιμούμαστε τὸν Φαρισαῖο στὰ ἔργα του, ἐξωτερικὰ πιστοὶ στὰ δόγματα τῆς Χριστιανικῆς μας πίστης; Καὶ πέρα ἀπὸ αὐτὸ, ἐπιτρέπουμε στὴν πίστη μας νὰ μεταστρέψει τὴν καρδιά μας, νὰ κυβερνᾶ τὴν θέληση μας, καὶ νὰ φωτίζει τὸ νοῦ μας;
Αὐτὴν τὴν ἐργασία μᾶς προσφέρει τὸ σημερινό Εὐαγγέλιο. Σκεφτεῖτε το. Θὰ εἶναι ἕνα ἀκόμα βῆμα γιὰ νὰ πάρουμε μιὰν ἀπόφαση ὥστε νὰ μὴν καταδικαστοῦμε. Ἀμήν.
Ὁμιλία Τελώνου καὶ Φαρισαίου (Λουκ. 18, 10-14) + Μητροπολίτης Νικοπόλεως καί Πρεβέζης Μελέτιος
Μή λησμονοῦμε τόν ἑαυτό μας
Ὁ Θεός μᾶς ἔπλασε «κατ’ εἰκόνα του καί ὁμοίωσή του», πού σημαίνει ὅτι: δέν εἴμαστε οὔτε πέτρες, οὔτε σπουργίτια, οὔτε πρόβατα. Ἀλλά εἴμαστε αἰώνιοι, καί ἔχομε τήν δυνατότητα νά διακρίνομε ἀνάμεσα στό καλό καί στό κακό.
Νά ζοῦμε -καί πρέπει νά ζοῦμε- ποθώντας τό καλό.
Νά ἀγωνιζόμαστε νά φεύγομε ἀπό τό κακό καί νά ἀγαπᾶμε ὅσο περισσότερο μποροῦμε τό καλό.
Γιά νά μᾶς βοηθήσει, μᾶς ἔδωσε νόμο, ὁδηγίες.
Οἱ ὁδηγίες καί οἱ ἐντολές Του, προέρχονται ἀπό ἀγάπη καί στοργή. Ὅπως ὁ κάθε πατέρας ἀπό ἀγάπη καί στοργή συμβουλεύει τά παιδιά του, νά μή καοῦν, νά μή πέσουν, νά μή χτυπήσουν· οὔτε σωματικά, οὔτε ψυχικά, οὔτε κοινωνικά.
Ὁ ἐπουράνιος Πατέρας μας, μᾶς συμβουλεύει συνεχῶς, νά μή πέσομε οὔτε ψυχικά, οὔτε πνευματικά. Καί ποτέ νά μή γίνει κάτι ἀφορμή, νά χάσομε τήν ὁμοιότητα μας μέ Αὐτόν καί τήν αἰώνια ζωή.
Γιατί ἡ χειρότερη ζημία εἶναι νά χάσει κανείς τήν αἰώνια ζωή.
Τί νά τό κάνεις, νά περάσεις ὅσο τό δυνατόν καλύτερα ἐδῶ στή γῆ, ἔστω ἑκατό χρόνια, διασκεδάζοντας, τρώγοντας καί πίνοντας, ἄν πρόκειται νά ζημιωθεῖς τήν ψυχή σου;
Γι’ αὐτό ὁ Θεός, ὁ πατέρας μας, μᾶς λέγει μέ ἀγάπη ὅτι πρέπει συνεχῶς νά ψάχνομε τόν ἑαυτό μας, νά βλέπομε, ὅσο πιό πολλές φορές, τόσο πιό καλά, πῶς πᾶμε καί νά γυρίζομε κοντά Του...
Μά εἴμαστε πολυάσχολοι.
Ἔχομε δουλειές, ἐπικοινωνίες μέ τούς ἄλλους. Θέλομε νά κουβεντιάσομε, νά φλυαρίσομε.
Ἀκόμη, ἔχομε σωματικές ἀνάγκες. Νά φᾶμε, νά κοιμηθοῦμε.
Μᾶς ἀπασχολοῦν τόσες κοινωνικές ὑποχρεώσεις· καί ὅλα αὐτά μᾶς κάνουν νά λησμονοῦμε τόν ἑαυτό μας. Νά ἀφήνομε στήν ἄκρη τίς οὐσιαστικές μας ἀνάγκες. Ἀποτέλεσμα;
Ἀλλοιωνόμαστε ἐσωτερικά. Ζημιωνόμαστε βαθειά. Ξεχνᾶμε τήν ψυχή μας. Ξεχνᾶμε τήν αἰώνια ζωή.
Γι’ αὐτό ὁ Θεός μᾶς εἶπε:
Κάθε μέρα, πρωί καί βράδυ, νά κάνεις προσευχή. Γιατί; Γιά νά ψάχνεις λίγο τόν ἑαυτό σου. Νά τόν βλέπεις πῶς στέκει ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.
Καί κάθε ἑβδομάδα, μακάρι περισσότερες φορές, νά βρίσκεις τήν εὐκαιρία νά πηγαίνεις στήν Ἐκκλησία, νά προσεύχεσαι ἐνώπιον τοῦ Χριστοῦ. Νά Τόν παρακαλεῖς νά σέ φωτίζει, νά μή ξεφύγεις ἀπό τό ἅγιο θέλημά Του. Καί μέσα στήν Ἐκκλησία νά κάνεις βαθύτερο αὐτοέλεγχο, γιά νά βλέπεις πῶς βαδίζεις καί ποῦ στέκεις.
Εἶσαι στό δρόμο τῆς αἰώνιας ζωῆς;
Ἤ μήπως βαδίζεις γιά τήν ἀπώλεια.
Ἡ μεγαλύτερη ἀνάγκη
Σ’ αὐτό, μᾶς σπρώχνουν ὅλα ὅσα ἔχουν ὁρισθεῖ μέσα στήν Ἐκκλησία. Οἱ μεγάλες γιορτές, καί οἱ προπαρακευαστικές περίοδοι, ὅπως εἶναι ἡ Μεγάλη Τεσαρακοστή. Πού μᾶς λένε: «πῶς θά πᾶς κοντά στόν Χριστό καί στήν ἀνάστασή Του; ἄν δέν προετοιμαστεῖς καί σύ γιά τήν ἀνάσταση»;
Αὐτή εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἀνάγκη, μεγαλύτερη ἀπό τό νά φάω, νά πιῶ, νά περπατήσω, νά κοιμηθῶ. Μεγαλύτερη ἀπό ὅλες τίς ἀνάγκες, εἶναι νά στρέφομαι πρός τόν Θεό καί νά ἀναζητῶ νά ἔχω καλή ἐπικοινωνία μαζί Του.
Δηλαδή; Νά εἴμαστε ἄνθρωποι...
Εὔκολα ἐγώ, ἀπρόσεκτος ἄνθρωπος, κάνω ἕνα λάθος καί πικραίνω τόν συνάνθρωπό μου. Ἄς ποῦμε τόν προσβάλω. Τοῦ λέω λόγια πού ἡ ἀγάπη καί ἡ τιμή, πού πρέπει νά ἔχω σέ ὅλους, δέν θά τά ἐπέτρεπαν. Ἀλλά, τό λάθος ἔγινε... Ἅμα μείνω στή διαπίστωση, πάει ἡ φιλία. Μέ τί μοῦτρα νά παρουσιαστῶ μπροστά του;
Τόν βρίσκω λοιπόν καί τοῦ λέω ταπεινά: «Ἀδελφέ μου, εἶναι ἀλήθεια, δέν φέρθηκα καλά. Εἶπα κάτι, εἰς βάρος σου. Σέ καταλαβαίνω. Πληγώθηκες. Ὅμως, ἄν θέλεις, πίστευσέ με, μετάνοιωσα. Σέ ἀγαπάω. Σέ θέλω κοντά μου».
Διορθώνεται ἔτσι τό κακό;
Ναί, σέ κάποιο βαθμό βέβαια.
Γιατί κάτι μένει ὑπόλοιπο. Ἴσως μιά μικρή πικρία. Μά ὅσο περισσότερη ταπείνωση δείχνεις, τόσο πιό πολύ φεύγει ἡ πικρία ἀπό τόν ἄλλο. Καί καμιά φορά φτάνει νά πεῖ:
«Χαλάλι ὅτι ἔγινε. Τώρα ἔχομε καλύτερη ἐπικοινωνία ἀπό πρίν».
Θέλοντας νά μᾶς τά διδάξει ὅλα αὐτά ὁ Σωτήρας μας, εἶπε τήν παραβολή τοῦ τελώνου καί τοῦ φαρισαίου. Μέ ἁπλᾶ λόγια, μᾶς παρουσιάζει τά πρόσωπά τους καί τό θέμα. Μᾶς λέει:
Πῆγαν στήν Ἐκκλησία, νά προσευχηθοῦν, δυό ἄνθρωποι ἐντελῶς διαφορετικοί. Ἕνας Φαρισαῖος καί ἕνας τελώνης. Ὁ ἕνας τοῦ κόσμου καί τῆς πιάτσας. Ὁ ἄλλος τῆς εὐσέβειας. Γιά τόν ἴδιο σκοπό πῆγαν. Νά προσευχηθοῦν. Μπῆκαν στήν Ἐκκλησία μέ τήν ἴδια διάθεση. Ἔμειναν ἐκεῖ κάποια ὥρα. Μετά ἔφυγαν.
Ἀλλά τί διαφορά! Ὁ ἕνας δικαιωμένος, ὁ ἄλλος κατάκριτος. Τό τραγικό καί παράξενο εἶναι, ὅτι ἔφυγε δικαιωμένος ἀπό τήν Ἐκκλησία, εὐάρεστος ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ὁ ἄνθρωπος τῆς πιάτσας.
Καί ἐκεῖνος πού φαινόταν τοῦ Θεοῦ, τῆς Ἐκκλησίας, ἔφυγε κατάκριτος. Γιατί;
Ἡ προσευχή τοῦ φαρισαίου
Ἐρώτημα πού ἀσφαλῶς ἀπασχολεῖ ὅλους μας καί μάλιστα πολύ ἔντονα. Εἴτε εἴμαστε ἀπό ἐκείνους πού ἐρχόμαστε συχνά στήν Ἐκκλησία, εἴτε εἴμαστε –πολύ περισσότερο- ἀπό ἐκείνους πού προτιμᾶμε ἄλλες ἀπασχολήσεις.
Ὁ Χριστός ἀπαντᾶ καθαρά στό ἐρώτημά μας.
Ὁ Φαρισαῖος, μπῆκε στό ναό, στάθηκε μέ καμάρι - ἐπειδή ἦταν τῆς Ἐκκλησίας ἄνθρωπος - καί ἄρχισε νά προσεύχεται. Τί ἔλεγε; Ἔχει σημασία. Αὐτά τά πράγματα εἶναι ζωή μας. Καί μάλιστα ἡ ἀρχή τῆς ζωῆς μας. Γιατί ἡ ἀληθινή ζωή μας εἶναι μόνο κοντά στό Θεό. Στήν Βασιλεία Του.
Ἀρχίζει λοιπόν ὁ φαρισαῖος:
«Ὁ Θεός, εὐχαριστῶ σοι». Τί ὡραία ἀρχή!
Τήν ἀκοῦς καί εὐφραίνεται ἡ καρδιά σου. Καί περιμένεις νά δεῖς, γιατί εὐχαριστεῖ τόν Θεό.
Συνεχίζει. «Οὐκ εἰμι ὥσπερ οἱ λοιποί τῶν ἀνθρώπων. Δέν εἶμαι ἁμαρτωλός καί παληάνθρωπος σάν τούς ἄλλους, πού εἶναι ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοί. Μά προπαντός δέν εἶμαι σάν αὐτό τό ἀπόβρασμα, πού στέκεται δίπλα μου, δῆθεν νά προσευχηθεῖ. Ἐγώ νηστεύω, δυό φορές τήν ἑβδομάδα. Κάνω ἐλεημοσύνες. Κάνω δωρεές. Καί γενικά, ζῶ καλά».
Παρότι ὅλα αὐτά εἶναι κατωρθώματα δικά του, καλές πράξεις δικές του, πάλι λέμε μέσα μας: Ἀφοῦ εἶπε: «ὁ Θεός εὐχαριστῶ σοι», γιατί ὅλα αὐτά δέν τά συνδέει μέ τόν Θεό; Ποῦ τά ὀφείλει; Γιατί δέν λέει «σ’ εὐχαριστῶ Θεέ μου, πού μοῦ ἔδωσες χάρη, φωτισμό, ἔλεος νά καταλάβω ποιός εἶναι ο σκοπός τῆς ζωῆς καί νά ἀγωνίζομαι νά κάνω ἔργα εὐάρεστα, ἐνώπιόν Σου»;
Γιατί λέει ἁπλῶς «εὐχαριστῶ, γιατί δέν εἶμαι σάν τούς ἄλλους. Ἐγώ εἶμαι καλός. Δέν εἶμαι ἅρπαγας, οὔτε λωποδύτης, οὔτε παληάνθρωπος, οὔτε μοιχός».
Ἔχει ἰδιαίτερη σημασία αὐτό πού κάνει ὁ φαρισαῖος. Δηλαδή τό ὅτι δέν σχετίζει τίς ἀρετές του μέ τόν Θεό.
Τί ἔπρεπε νά πεῖ;
«Ὅλα Κύριε, εἶναι δῶρα Σου! Χαρίσματά Σου. Δύναμή Σου. Ἔλεός Σου. Ἄν δέν ἤσουν δίπλα μου, στό πλευρό μου, νά μέ φωτίζεις, νά ξεσηκώνεις τήν συνείδησή μου, πόσα κακά ἔργα δέν θά ἔκανα»;
Μά ὁ φαρισαῖος ἐπιμένει:
«Ἐγώ ἔκοψα τή ζωή μου ὄμορφα. Καί τήν ἔφτειαξα ὄμορφα. Κάτι ἄλλοι, δέν τήν ἔχουν φτειάξει ἔτσι. Αὐτοί δέν μοιάζουν μέ μένα. Δέν εἶναι καλοί ἄνθρωποι».
Φαντασθεῖτε κάποιον, νά εἶναι ὅτι εἶναι, νά φτειάχνει μόνος τό ποτραῖτο του καί νά ἰσχυρίζεται: «Ὅποιος δέν μου μοιάζει, δέν εἶναι ὄμορφος. Οὔτε εἶναι καλά· εἶναι ἄρρωστος. Πῶς πρέπει νά εἶναι;
Ὅπως ἐγώ!
Πάνω-κάτω αὐτό λέει ὁ φαρισαῖος. Γιατί βλέπει τόν ἑαυτό του τέλειο.
Ἄς ταπεινωθοῦμε μπροστά στό Θεό
Ὁ τελώνης, τί ἔκανε;
Δέν θεώρησε τόν ἑαυτό του ἄξιο νά σταθεῖ κάπου μπροστά νά τόν βλέπουν. Κρύφτηκε πίσω ἀπό μιά κολώνα. Καί ψέλλιζε: «Θεέ μου, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ». Συγχώρησέ με. Εἶμαι ἄνθρωπος ἁμαρτωλός. Ξέφυγα ἀπό τόν νόμο Σου. Λυπήσου με, Θεέ μου.
Μᾶς λέγει ὁ Χριστός, ὅτι γι’ αὐτό του τό φρόνημα, ἔφυγε δικαιωμένος πιό πολύ ἀπό τόν φαρισαῖο, πού ὄχι μόνο εἶχε ἀποφύγει τίς χονδρές ἁμαρτίες, μά εἶχε καί καλά ἔργα. Γιατί;
Γιατί ὁ ἕνας, ὁ τελώνης εἶχε σωστή τοποθέτηση, ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ. Σκέφτηκε πηγαίνοντας στήν Ἐκκλησία:
Πῶς θά φτειάξω τήν σχέση μου με τόν Θεό;
Σέ τί κατάσταση βρίσκομαι μέχρι τώρα;
Τί πρέπει νά κάνω;
Καί πῆγε καί προσευχήθηκε «τύπτων τό στῆθος του», πού σημαίνει: «Ἐγώ φταίω. Τούτη ἡ καρδιά φταίει καί αὐτό τό ξεροκέφαλο». Γιατί τό λέμε ἔτσι;
Ὁ Θεός, μᾶς ἔδωσε τήν καρδιά, νά ἀγαπᾶμε τό καλό. Ὄχι νά τήν ἀφήνομε νά κολλάει σέ ἀρρωστημένα πάθη καί συναισθήματα.
Ἤ μήπως δέν εἶναι ἀρρωστημένο τό μῖσος;
Οἱ πόθοι τῆς ἁμαρτίας;
Ἡ κακία; Ὁ ἐγωισμός;
Δέν εἶναι ἀρρωστημένο νά πιστεύω, ὅτι ἐγώ ἔχω τήν σωστότερη κρίση στόν κόσμο καί τήν μεγαλύτερη ἀξία;
Δέν εἶναι ἀρρωστημένο πράγμα νά πιστεύω, ὅτι θά ρυθμίσω ἐγώ τή ζωή μου, καλύτερα ἀπό ὅτι μοῦ τήν ρυθμίζει ὁ Θεός, ὁ Πατέρας μας ὁ ἐπουράνιος μέ τόν λόγο Του;
Δέν εἶναι ἀρρωστημένο, νά μήν ἐνδιαφέρεσαι νά κάνεις τόν ἑαυτό σου ὄμορφο, γιά νά βρεθεῖς στό σαλόνι τοῦ Θεοῦ στήν αἰώνια ζωή; Ἀλλά νά προτιμᾶς νά βρεθεῖς στό σκουπιδοντενεκέ τῆς αἰωνιότητας, μέ τά σκουπίδια ἀπό τόν ὄμορφο κόσμο τοῦ Θεοῦ, μέ τό νά ἐμμένεις στήν ἁμαρτία;
Ὁ φαρισαῖος δέν εἶχε οὔτε τοποθέτηση σωστή ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ, οὔτε σχέση σωστή μέ τόν Θεό.
Ποιά ἡ σωστή σχέση μέ τόν Θεό;
Ποιά εἶναι ἡ σωστή σχέση μέ τόν Θεό;
Ξέρω ὅτι ὁ Θεός εἶναι ὁ Δημιουργός μας· ὁ Εὐεργέτης μας.
Ὅτι καλό ἔχομε στό σῶμα, στήν καρδιά, στήν ψυχή μας, δωρεές Του εἶναι. Ὅλος ὁ κόσμος εἶναι δική Του προσφορά σ’ ἐμᾶς.
Λέει ἡ Ἁγία Γραφή: Ἔφτειαξε τόν κόσμο ὁ Θεός καί ἔβαλε τόν ἄνθρωπο σάν βασιλιά τῆς κτίσεως. Καί ὅλοι μας λίγο-πολύ, ἔχομε τήν δυνατότητα, νά βλέπομε τήν ὀμορφιά τῆς φύσεως καί νά τήν ἀπολαμβάνομε.
Καί κάτι ἀκόμη ἔχομε τήν δυνατότητα νά κάνομε. Νά ἐρχόμαστε σέ μιά ἀνθρώπινη ἐπικοινωνία μεταξύ μας καί μέ τόν Θεό. Ποιός εἶναι ὁ νόμος πού ρυθμίζει αὐτή τήν καλή ἐπικοινωνία μεταξύ μας καί μέ τόν Θεό; Ἡ ἀγάπη!
Ἅμα θέλω νά εἶμαι ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, πρέπει νά ἔχω καλή ἐπικοινωνία -καί νά φροντίζω νά ἔχω- μέ ὅλους, γιατί εἶναι καί αὐτοί τοῦ Θεοῦ καί ἀδέλφια μου. Πρέπει λοιπόν νά τούς ἀγαπάω. Νά ἀγωνίζομαι νά ἔχω ἀπέναντί τους, καλά αἰσθήματα.
Δηλαδή; Νά θέλω νά τούς κάνω καλό. Νά τούς τιμῶ. Νά τούς σέβομαι. Ὅταν κάποιος κακολογεῖ τούς ἄλλους, δέν τούς ἀγαπάει.
Τό λάθος τοῦ φαρισαίου ἦταν:
Κακολογοῦσε τούς ἄλλους. Ξεχώριζε τόν ἑαυτό του ἀπό αὐτούς.
-Ἄλλο ἐκείνη ἡ παληοφάρα. Ἄλλο ἐγώ! Ὁ καλός ἄνθρωπος...
Ἀκόμη δέν εἶχε σωστή σχέση οὔτε μέ τόν Θεό.
Ὅποιος ἔχει σωστή σχέση μέ τόν Θεό, ἀγαπᾶ τό θέλημά Του. Θέλει νά βρίσκεται εὐθυγραμμισμένος μαζί Του. Κοντά Του. Καί ὅτι ὁ Θεός θέλει, ἐκεῖνο καί αὐτός ἀγαπᾶ.
Ὁ Θεός θέλει νά ἀγαπᾶμε τούς ἄλλους;
Τούς ἀγαπᾶμε!
Νά τούς τιμᾶμε;
Τούς σεβόμαστε.
Ὁ φαρισαῖος, δέν τά ἔκανε αὐτά. Γι’ αὐτό, δέν ἔφυγε ἀπό τήν Ἐκκλησία δικαιωμένος, ἀλλά ζημιωμένος.
Ὁ τελώνης, ὅταν μπῆκε στήν Ἐκκλησία, ξέχασε τόν παλαιό του ἑαυτό, καί μίλησε μέ τόν Θεό εἰλικρινά: «Θεέ μου, εἶμαι στή ζωή μου λάθος. Ἐλέησέ με. Δεῖξε καί σέ μένα τήν εὐσπλαγχνία Σου».
Νά ἡ σωστή σχέση μέ τόν Θεό.
Ὅταν ὁ τελώνης γίνεται φαρισαῖος
Μιά ἀκόμη παρατήρηση:
Θά ἦταν γιά μᾶς εὐκταῖο, νά εἴμαστε στήν πιάτσα, στήν καθημερινή ζωή δηλαδή, σάν τόν φαρισαῖο.
Δηλαδή, οὔτε ἅρπαγες, οὔτε ἄδικοι, οὔτε μοιχοί, οὔτε λωποδύτες, οὔτε βλάσφημοι, οὔτε ὑβριστές.
Μακάρι στήν ἐπικοινωνία μας μέ τούς ἄλλους νά εἴχαμε αὐτές τίς καλές ἀρχές.
Ἀλλά μέσα στήν Ἐκκλησία, νά εἴμαστε σάν τόν τελώνη...
Νά λέγαμε στό Θεό: «Κύριε, ἀγωνίζομαι ἔξω στήν κοινωνία νά ἀποφεύγω ὅτι τό ἀντίθετο στό θέλημά Σου. Ὅμως πόσα εἶναι ἐκεῖνα στά ὁποῖα σφάλλω. Καί προπαντός, πόσο ἡ καρδιά μου, ἀπέχει ἀπό αὐτό πού Σύ θέλεις:
Νά ἔχω πολλή ἀγάπη καί βαθύ σεβασμό. Σέ Σένα, στόν ἑαυτό μου, στό σῶμα καί τήν ψυχή μου καί στούς ἄλλους. Πόσες φορές σφάλλω. Συγχώρησέ με!».
Ἄν ρίξομε μέσα μας μιά ματιά, λίγο-πολύ, μοιάζομε συγχρόνως στόν φαρισαῖο καί στόν τελώνη. Γιατί, ἐνῶ κάνομε τά ἔργα τοῦ τελώνη –παληανθρωπιές δηλαδή- ἐπιμένομε νά συγκρίνομε τόν ἑαυτό μας μέ τούς ἄλλους. Ἐπειδή τούς βρίσκομε λίγο κατώτερους ἀπό ἐμᾶς. Καί τούς κατακρίνομε καί τούς κακολογοῦμε. Γιατί;
Γιατί ξεχνᾶμε τόν νόμο τοῦ Θεοῦ καί τήν κατάστασή μας.
Ὅταν κανείς ξεχνᾶ σταθερά καί μόνιμα τόν νόμο τοῦ Θεοῦ, ξεφεύγει ἐντελῶς. Πόσοι ἀπό μᾶς ξεφεύγομε πολύ βαθειά καί γιά πολύ, ἀπό τό θέλημα τοῦ Θεοῦ;
Καί ὅταν θυμηθοῦμε ὅτι πρέπει νά γυρίσομε, ἀντί νά πάρομε τό φρόνημα τοῦ τελώνη καί τά μυαλά του, ὅταν πῆγε νά προσευχηθεῖ, βλέπομε τόν ἑαυτό μας, μέ τά μάτια τοῦ φαρισαίου ἀπό τήν ἀνάποδη. Καί τί λέμε;
«Ἐγώ, μπορεῖ νά κάνω ὅτι κάνω στήν πιάτσα. Ἀλλά ἡ καρδιά μου εἶναι καλύτερη ἀπό ἐκείνους τούς παληοφαρισαίους πού πηγαίνουν στήν Ἐκκλησία».
Δηλαδή κάνομε τήν κατάκριση τοῦ φαρισαίου καί τίς βρωμοδουλειές τοῦ τελώνη μαζί. Ὅλα στραβά.
Νά ζηλέψομε τό ἄριστο
Ποιό εἶναι τό σωστό;
Τό σωστό εἶναι: Στήν Ἐκκλησία σάν τόν τελώνη. Ἔξω, στόν κόσμο, νά φερόμαστε ὅσο τό δυνατόν πιό καλά. Αὐτό εἶναι τό καλύτερο.
Τό ἀκόμη πιό καλό εἶναι:
Νά ἔχομε τήν ταπείνωση τοῦ τελώνη.
Νά κάνομε ὅλα τά καλά ἔργα πού ἀπαιτεῖ ὁ Θεός· καί ἐπιπλέον,
στή σχέση μας τήν καθημερινή μέ τούς ἀνθρώπους, νά τούς ἀντιμετωπίζομε μέ ἀπέραντη ἀγάπη καί καλωσύνη καί
νά εὐγνωμονοῦμε γιά κάθε καλό τόν Θεό.
Λέει ἕνας σοφός:
Ἡ προσευχή τοῦ τελώνη «ὁ Θεός ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ», εἶναι ὅλη κι ὅλη ἕξη λέξεις. Μά εἶναι τόσο χαριτωμένα λόγια ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, πού ὅταν ὁ ἄνθρωπος τά λέει, τά αἰσθάνεται καί τά ἔχει στήν καρδιά του, τά λόγια αὐτά, ἀνοίγουν τήν καρδιά τοῦ Θεοῦ. Καί τά αὐτιά Του.
Ἀπό κεῖ καί πέρα ὁ Θεός μᾶς ἀκούει. Γιατί ὁ Θεός εἶναι τῆς ἀγάπης καί τῆς ταπεινώσεως.
Ἀρχίζοντας τήν προπαρασκευή γιά τό Πάσχα, μᾶς λέει ὁ Χριστός:
-Κάνετε σωστές τίς σχέσεις σας μέ τόν Θεό. Ἑτοιμασθεῖτε. Ἀνασκουμπωθεῖτε. Ψάξετε τόν ἑαυτό σας. Ἀποφασίστε νά βαδίσετε καλύτερα. Σταθεῖτε μέ ταπείνωση καί συντριβή ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Ἀρχή καί ξεκίνημα «Ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ».
Νά μᾶς φωτίζει ὁ Θεός νά ἔχομε αὐτή τήν σωστή νοοτροπία, πού κυβερνᾶ καλά τή ζωή, τά ἔργα, καί τά αἰσθήματά μας. Ἀμήν.
(Διασκευασμένες ὁμιλίες πού ἔγιναν τήν 1/2/2004 ἄγνωστο ποῦ· καί στίς 16/2/2003 στό Νικολίτσι.
Ἡ παραβολή Τελώνου καί Φαρισαίου (Λουκ.18, 9-14),Ἀρχιμανδρίτης Ιωήλ Γιαννακόπουλος
Αὐτή ἔχει ὡς ἑξῆς: « Εἶπεν ὁ Κύριος πρός τινας τούς πεποιθότας ἐφ’ ἑαυτοῖς, ὅτι εἰσί δίκαιοι καί ἐξουθενοῦντας τούς λοιπούς τήν παραβολήν ταύτην ». Ὑπῆρχον ἄνθρωποι, ἄν ὄχι oἱ Φαρισαῖοι ὁμόφρονες των ὃμως, οἱ ὁποῖοι ἀκολουθοῦντες τήν συνοδείαν τοῦ Ἰησοῦ εἶχον μεγάλην ἰδέαν διά τόν ἑαυτόν των, διά τήν ἀρετήν των, ἐθεώρουν τόν Θεόν ὀφειλέτην των καί περιεφρόνουν τούς ἄλλους ἁμαρτωλούς. Πρός αὐτούς ὁ Κύριος εἶπε τήν παραβολήν ταύτην. «Ἄνθρωποι δύο ἄνεβησαν» ἐκ τῆς κάτω πόλεως «εἰς τό ἱερόν» χῶρον τοῦ ναοῦ, ὃπου ἦτο τό θυσιαστήριον τῶν ὁλοκαυτωμάτων « προσεύξασθαι » νά προσευχηθῶσιν. «Ὁ εἷς» ἦτο « Φαρισαῖος καί ὁ ἕτερος Τελώνης». Φαρισαῖοι ἦσαν οἱ θεωρούμενοι ὡς εὐλαβεῖς Ἑβραῖοι, οἱ ζηλωταί τοῦ Ἑβραϊκοῦ Νόμου. Τελῶναι δέ ἦσαν οἱ εἰσπράκτορες τῶν δημοσίων φόρων, οἱ ὁποῖοι ἠδίκουν τούς φορολογουμένους Ἑβραίους. Ἑπομένως ἔχομεν δύο τύπους ἀνθρώπων, τούς δικαίους καί ἁμαρτωλούς.
«Ὁ Φαρισαῖος σταθείς» ὁ Φαρισαῖος ὄρθιος «πρός ἑαυτόν» ἤτοι ἐνδομύχως, ἰδιωτικῶς οὐχί λειτουργικῶς «ταῦτα προσηύχετο. Ὁ Θεός, εὐχαριοτῶ σοι, ὃτι οὐκ εἰμί ὧσπερ οἱ λοιποί τῶν ἀνθρώπων» δέν εἶμαι ὃπως οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι ἤτοι «ἃρπαγες, ἂδικοι, μοιχοί ἢ καί ὡς οὗτος ὁ Τελώνης∙ νηστεύω δίς τοῦ Σαββάτου». Δίς τοῦ Σαββάτου σημαίνει δίς τῆς ἑβδομάδος. Οἱ Εβραῖοι ἐνήστευον Δευτέραν καί Πέμπτην ὂχι ὑπό τοῦ νόμου ὑποχρεούμενοι ,ἀλλά κάμνοντες ἔργον περισσευούσης ἀξιομισθίας. «Ἀποδεκατῶ πάντα ὃσα κτῶμαι» δίδω τό 1)10 κατά τόν νόμον εἰς τόν Ναόν, καί εἰς τά ἐλάχιστα, ὃπου ὁ νόμος δέν ἐπέβαλλε, συνεχίζει ὁ Φαρισαῖος. Δία τοῦτο ἐθεώρει τόν Θεόν ὀφειλέτην του !
« Ὁ δέ Τελώνης, μακρόθεν ἑστώς » μακράν τοῦ θυσιαστηρίου τῶν ὁλοκαυτωμάτων ἱστάμενος « οὐκ ἤθελε οὐδέ τούς ὀφθαλμούς εἰς τόν Οὐρανόν ἐπᾶραι » δέν ἐτόλμα οὐδέ τά μάτια του νά σηκώσῃ εἰς τόν Οὐρανόν «ἄλλ’ ἒτυπτεν εἰς τό στῆθός του » ἐκτύπα τό στῆθός του «λέγων ὁ Θεός ἱλάσθητί μοί τῶ ἁμαρτωλῶ» λυπήσουμε τόν ἁμαρτωλόν. Ὁ Κύριος προσθέτει: «Κατέβη οὗτος δεδικαιωμένος εἰς τόν οἶκον αὐτοῦ ἢ ἐκεῖνος ; » Κατῆλθεν τοῦ Ναοῦ εἰς τόν οἶκόν του συγχωρημένος, ὠφελημένος ὁ Φαρισαῖος ἢ ὁ Τελώνης » Ἀσφαλῶς ὁ Τελώνης, διότι « πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτόν ταπεινωθήσεται, ὁ ταπεινῶν ἑαυτόν ὑψωθήσεται ». Ὁ ὑπερήφανος ταπεινώνεται, ὁ ταπεινός ὑψώνεται. Ὁποία ἀντίθεσις αὐτῶν! Ὁ μέν Τελώνης μακράν, σκυμμένος, τύπτων τό στῆθος αὐτοῦ, βραχύλογος καί συναισθανόμενος τό βάρος τοῦ κακοῦ του ζητεῖ χάριν, ὁ δέ Φαρισαῖος ὄρθιος καί καμαρωτός, ἔχων ἐγωϊσμόν καί κατάκρισιν, σκεπάζων διά τῆς εὐχαριστίας πρός τόν Θεόν τήν περιαυτολογίαν ζητεῖ ἀπό τόν Θεόν ὂχι χάριν, ἀλλά ὀφειλήν τοῦ Θεοῦ πρός αὐτόν.
θέμα : Ὑπερηφάνεια –Ταπείνωσις
Πᾶσα κακία εἶναι νόσος καί πᾶσα ἀρετή ὑγεία. Ἡ μεγαλύτερα ὃμως νόσος εἶναι ἡ ὑπερηφάνεια καί ἡ καλλιτέρα ὑγεία εἶναι ἡ ταπείνωσις. Πρότυπα καί τῶν δύο τούτων, νοσηρᾶς καί ὑγιοῦς τοῦ ἀνθρώπου καταστάσεως, εἶναι οἱ δύο της παραβολῆς, Τελώνης καί Φαρισαῖος.
Τελῶναι ἔλεγοντο οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἐλάμβανον ἐκ τοῦ Δημοσίου τήν ἄδειαν νά εἰσπράττουν τούς φόρους τῶν διοδίων ἀντί ὡρισμένης χρηματικῆς πρός τό Δημόσιον καταβολῆς. Δία νά δυνηθοῦν ὃμως νά ἐπαρκέσουν εἰς τήν καταβολήν τοῦ ποσοῦ καί πλουτίσουν αὐτοί οἱ ἲδιοι προέβαινον εἰς αὐθαιρεσίας, κλοπάς, βαρεῖς φόρους. Ἐντεῦθεν αἱ ἀδικίαι καί ἡ συνταύτισις τοῦ Τελώνου μέ τόν Ἁμαρτωλόν. Ἰδού ὁ πρῶτος τύπος τῆς παραβολῆς. Φαρισαῖοι ἦσαν ἰδιαιτέρα μερίς λαϊκῶν καί κληρικῶν, οἱ ὁποῖοι ὡς ἔργον των εἶχον τήν πιστήν τήρησιν τοῦ Ἑβραϊκοῦ νόμου, ἦσαν οἱ ἰδιαιτέρως ζηλωταί. Καί ἡ λέξις Φαρισαῖος ἐκ τοῦ «Φαρέσ»=ἀποκεκομμένος ἐσήμαινε τόν ἀποκεκομμένον, ξεχωρισμένον τοῦ κόσμου τόν ἅγιον. Ἐκ τῶν δύο τούτων ὁ μέν Φαρισαῖος ὑπερηφανεύεται διά τάς ἀρετάς του, διά τήν τάξιν εἰς τήν ὁποίαν ἀνήκει καί ἑπομένως ἀποτελεῖ τήν νοσηράν κατάστασιν, ὁ δέ Τελώνης ἔχει συναίσθησιν τῶν ἁμαρτιῶν του καί ἀποτελεῖ τήν ὑγιᾶ κατάστασιν. Ἄς μελετήσωμεν τάς δύο ταύτας νόσον καί ὑγείαν ἐκτενέστερον.
Α.' Ἡ Νόσος -Ὑπερηφάνεια. Ὁ Φαρισαῖος βλέπει τάς ἰδικάς του ἀρετάς καί τάς κακίας τῶν ἄλλων. Καί διά τάς ἀρετάς του λέγει: « Νηστεύω δίς τοῦ Σαββάτου, ἀποδεκατῶ πάντα ὃσα κτῶμαι ». Ἦτο ὁλόκληρος ἀπερροφημένος ἀπό τόν ἑαυτόν του. Τίποτ' ἄλλο δέν ἔβλεπε παρά μόνον τό εἲδωλον τοῦ ἑαυτοῦ του. Ἐάν ἔρριπτε βλέμμα εἰς τούς ἄλλους, ἒπραττε τοῦτο διά νά καταστήσῃ τό βάθρον τοῦ εἰδώλου του ὑψηλότερον ἐξευτελίζων τούς ἄλλους. Φαινομενικῶς εὐχαριστεῖ τόν Θεόν, κατά βάθος συγχαίρει ἑαυτόν, διότι εἶναι ὁ μόνος καλός. Οἰκτίρει τόν Θεόν, διότι δέν ἔχει πιστούς δούλους, ἀφοῦ ὃλοι οἱ ἄνθρωποι εἶναι οἳους περιγράφει. Δέν ζητεῖ τίποτε ἀπό τόν Θεόν, εἶναι αὐτάρκης. Νηστεύει δίς τῆς ἑβδομάδος καί ἀποδεκατεῖ καί τά ἐλάχιστα. Κάμνει ἔργα περισσευούσης ἀξιομισθίας. Ἔχει τόν Θεόν ὀφειλέτην του ! Ἔπρεπε να προσευχηθῆ ὑπέρ τῶν κακῶν ἀνθρώπων καί τοῦ Τελώνου, ἳνα μετανοή-σωσι. Τοὐναντίον! Περιφρονεῖ! Δία δέ τάς κακίας τῶν ἄλλων: λέγει οὐκ εἰμί ὥσπερ οἱ λοιποί τῶν ἀνθρώπων ἃρπαξ, κλέπτης κ.λ.π καί ὡς οὗτος ὁ Τελώνης. Ὁ Φαρισαῖος δέν βλέπει τά καλά τῶν ἄλλων καί τάς ἰδικάς του ἐλλείψεις. Ὁμιλεῖ περί ἁμαρτωλοῦ Τελώνου καί τόν καταδικάζει, καθ’ ἣν στιγμήν ἀθωώνεται ὑπό του Θεοῦ λόγῳ μετανοίας. Ὑπερυψώνει τόν ἑαυτόν τοῦ τήν στιγμήν, καθ’ ἣν κατακρίνεται ὑπό τοῦ Θεοῦ.
Καί ἡμεῖς ὑπερηφανευόμεθα, διότι βλέπομεν τάς κακίας τῶν ἄλλων καί τάς ἰδικάς μας ἀρετάς, δέν βλέπομεν δέ τά καλά τῶν ἄλλων καί τάς ἰδικάς μας ἐλλείψεις. Μάλιστα ! Ο Α κύριος, ἡ Α κυρία ἔχουν πλοῦτον ὑλικόν, πλοῦτον πνευματικόν, ὂνομα σημαῖνον, εἶναι ἐμφανίσιμοι κατά τήν μορφήν καί τό σῶμα, ἔχουν φυσικά ταλέντα φωνῆς, ὁμιλίας, ἐνῶ ἄλλοι εἶναι πτωχοί, ἀμόρφωτοι, ἄσημοι, μή ἐμφανίσιμοι, ἄνευ ταλέντων. Συγκρίνοντες τώρα οἱ πρῶτοι τά χαρίσματα των πρός τάς ἐλλείψεις τῶν ἄλλων καυχῶνται λέγοντες ἐνδομύχως καί ἐκφώνως : « Οὐκ εἰμί ὥσπερ οἱ λοιποί τῶν ἀνθρώπων » πτωχός, ἄσημος, μή ἐμφανίσιμος, κακόφωνος, κακόμιλος;
Αὐτό εἶναι νόσος, διότι τά φυσικά αὐτά ταλέντα εἶναι δῶρα ξένα, τοῦ Θεοῦ, διά τά ὁποῖα οὐδόλως ἐκοπίασες. Ἑπομένως διατί καυχᾶσαι; Ὁ Ἀποστ. Παῦλος λέγει: « τί ἔχεις ὃ οὐκ ἔλαβες ; εἰ καί ἔλαβες, τί καυχᾶσαι ὡς μή λαβῶν; » ὃ,τι ἒχεις εἶναι τοῦ Θεοῦ. Διατί καυχᾶσαι, ὡς ἐάν ὃ,τι ἔχεις δέν τό ἔλαβες ἀπό τόν Θεόν ; Ἡ τοιαύτη καύχησις εἶναι ἰδιοποίησις ξένων ἀξιῶν, εἶναι κλοπή. Πλήν αὐτοῦ τά φυσικά αὐτά ταλέντα εἰς πόσους δέν ἔγιναν τάφος ; Ἡ ὡραία φωνή καί μορφή, τό πολύ χρῆμα πόσους δέν ὡδήγησαν λόγω κακῆς χρήσεως εἰς τήν καταστροφήν; Καυχᾶσαι λοιπόν διά πράγματα, τά ὁποῖα εἶναι δυνατόν νά σοῦ γίνουν τάφος;
Ἄλλοι ὃμως καυχῶνται δι’ ἐκεῖνα τά ὁποῖα ἀπέκτησαν διά τῆς ἐπιμελείας των. Ἦσο πτωχό παιδί καί διά τῆς ἐπιμελείας σου ἀνεπτύχθης, κατέλαβες κοινωνικήν θέσιν. Ἦσο κόρη ἀσημάντου οἰκογενείας καί διά τῆς ἀρετῆς σου, καλωσύνης σου, ἔγινες σύζυγος, σύντροφος ἑνός κατέχοντος καλήν κοινωνικήν θέσιν. Ὑπερηφανεύεσαι διά τοῦτο ; Ἀγνοεῖς ὃμως, ὃτι εἰς τήν ἀνάδειξίν σου συνετέλεσαν πλήν τῆς θελήσεώς σου καί ἄλλοι παράγοντες ἤτοι οἱ γονεῖς, οἱ διδάσκαλοι, οἱ φίλοι, οἱ Πνευματικοί, κατ’ ἐξοχήν δέ ὁ Θεός ; Σέ ἐβοήθησαν δέ οἱ γονεῖς μέ τήν τροφήν, οἱ διδάσκαλοι μέ τήν διδασκαλίαν, οἱ φίλοι μέ τήν νουθεσίαν, οἱ πνευματικοί μέ τήν στοργήν. Ἄλλα, ἐάν τόσοι ἂλλοι παράγοντες συνετέλεσαν, ὥστε νά διορθώνῃς τάς ἐλλείψεις σου, εἶναι δίκαιον μή βλέπων τάς καλωσύνας τῶν ἄλλων καί τάς ἐλλείψεις σου, τάς ὁποίας ἐκεῖνοι σου διώρθωσαν, νά καυχᾶσαι διά τήν ἀνάδειξίν σου ὡς ἐπιτελέσας ἔργον ἀποκλειστικῶς ἰδικόν σου ;
Ἄλλοι καυχῶνται δι’ ἀρετάς τάς ὁποίας δέν ἔχουν. Αὐτοί ὁμοιάζουν σάν τόν ἀρχαῖον παράφρονα Θράσυλλον, ὁ ὁποῖος περιπατῶν εἰς τήν παραλίαν τοῦ Πειραιῶς ἔλεγεν, ὃτι ὃλα τά πλοῖα εἶναι ἰδικά του.Ὑπάρχουν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι καυχῶνται διά ἀρετάς γονέων καί προγόνων. Ποσάκις δέ αὐτοί οἱ ὁποῖοι καυχῶνται διά χαρίσματα ξένα, ὁμοιάζουν μέ τά μικρά παιδιά, τά ὁποῖα βάζουν τά παπούτσια, ἐνδύματα, καπέλλα τῶν πατέρων των, διά νά φανοῦν μεγάλοι, ἀλλά γίνονται γελοῖοι !
Ἄν εἶναι κακόν νά ὑπερηφανεύεται τις διά τά φυσικά καί ἐπίκτητα ἀγαθά καί διά ξένας ἀρετάς, φαντασθῆτε πόσον ἀποτρόπαιον καί βρωμερόν εἶναι νά καυχᾶται τίς διά τάς κακίας του ! Κατώρθωσε ὁ Α νά ἀπατήσῃ, ἡ Α νά ἀπατηθῆ. Ἀντί νά ἐντραποῦν, καυχῶνται ! Ἐπέτυχε τίς νά κερδοσκοπήση, νά πίῃ τόν ἱδρῶτα τοῦ πτωχοῦ. Καυχᾶται, διότι ἐθεωρήθη ἔξυπνος, καταφερτζῆς, ἐνῶ οἱ ἄλλοι κουτοί, ἀνόητοι. Καυχᾶται ὁ πατέρας, διότι τό παιδί του γνωρίζει νά συνδυάζῃ τό ψέμμα κατ' αὐτόν τόν τρόπον, ὥστε νά τό παρουσιάζῃ ὡς ἀλήθειαν. Καυχώμενοι καί χαίροντες πατήρ καί υἱός ὁμοιάζουν σάν τά σαλιγκάρια, τά ὁποῖα, ἐν ὧ ψήνονται, τραγουδοῦν. Ψήσιμο ἡ καύχησις, τραγούδι ἡ χαρά διά τήν καταστρεπτικήν καύχησιν. Γενικῶς εἰπεῖν ὁ ἐγωϊσμός δηλητηριάζει τάς σχέσεις μας, ὥστε νά εἴμεθα πρός τούς ἀνωτέρους κόλακες, εἰς τούς ἴσους ζηλότυποι, εἰς τούς ὑποδεεστέρους τύραννοι καί ὃπως λέγει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος « κύνες τοῖς κρατοῦσι, λέοντες τοῖς ἀδυνάτοις ». Ἰδού ἡ νόσος !
Β.' θεραπεία Ἡ ταπείνωσις. Αὐτή συνίσταται εἰς τό νά βλέπωμεν τάς ἰδικάς μας ἐλλείψεις καί τάς ἀρετάς τῶν ἄλλων. Νά μή βλέπωμεν δέ τάς ἀρετάς μας καί τάς ἐλλείψεις τῶν ἄλλων. Καί ἰδού. Ὁ Τελώνης ἔχει βαθεῖαν συναίσθησιν τῶν ἁμαρτιῶν του. Δείγματα τῆς βαθείας συναισθήσεως εἶναι ἡ στάσις του, ἡ θέσις του, ἡ ὁμιλία του. Ἡ θέσις του « μακρόθεν ἑστώς ». Ἡ στάσις του « οὐκ ἤθελε τούς ὀφθαλμούς ἆραι » ἔτυπτε τό στῆθος του. Ἡ ὁμιλία του « ἱλάσθητί μοί τῷ ἁμαρτωλῶ ». Ψυχολογικῶς ὁ Τελώνης δέν ἔβλεπε τήν ὥραν αὐτήν καμμίαν ἀρετήν του, οὔτε κακίας τῶν ἄλλων. Ἦτο βυθισμένος εἰς τό ἁμαρτωλόν βάθος του. Δέν ἀγανακτεῖ, διότι ἀκούει τόν Φαρισαῖον νά περιφρονῆ αὐτόν. Ταπεινώνεται περισσότερον. Οὗτος εἶχε βίον ἁμαρτωλόν καί λόγια προσευχῆς ταπεινόφρονα. Τά λόγια του, ἐξήλειψαν τά πονηρά ἔργα του. Ὁ Φαρισαῖος εἶχε βίον δίκαιον. Λόγια ὃμως προσευχῆς ὑπερήφανα. Τά λόγια του κατέστρεψαν τά δίκαια ἔργα του !
Πρέπει καί ἡμεῖς νά βλέπωμεν τάς ἐλλείψεις μας. Ὁσονδήποτε προνομιοῦχοι κι’ ἄν εἴμεθα, δέν εἴμεθα ἀκηλίδωτοι, ἂνφελοι, ἀναμάρτητοι. Ἄν δέν εἴμεθα φονεῖς, θά εἲμεθα θυμώδεις, ὥστε νά εἴμεθα ὑπεύθυνοι, ἄν ὂχι εἰς τόν καρπόν, εἰς τήν ῥίζαν ὃμως τοῦ κακοῦ. Ἄν δέν εἴμεθα ἀσελγεῖς, θά ἒχωμεν ἐπιθυμίας ἀκαθάρτους, αἱ ὁποῖαι, ἄν δέν μολύνουν τά σώματα, μολύνουν τάς ψυχάς. Ἄν δέν κατεστρέψαμεν ἄλλους ἰδίαις χερσί, χαιρόμεθα ὃμως διά τό κακόν τοῦ ἄλλου. Δέν εἴμεθα δηλαδή κακοποιοί, εἴμεθα ὃμως ἐνίοτε χαιρέκακοι. Ὁσασδήποτε ἐπιτυχίας καί ἄν ἒχωμεν εἰς τήν ζωήν, εἰς πόσας ὃμως ἀποτυχίας δέν ὑπεπέσαμεν! Ὁ στρατηγός Τυρρένας εἶχε πολλᾶς νίκας καταγάγῃ. Ἅπαξ ὃμως ἡττήθη ἐν Μαριανδάλλῃ; . Διά τοῦτο, ὁσάκις ἐπῃνεῖτο διά τάς πολλάς του νίκας, ἀπήντα : Λησμονεῖτε, ὃτι κἂποτε ἡττήθην ἐν Μαριανδάλλη; Ὁ βλέπων τάς ἐλλείψεις του ἔχει ἐλπίδας προόδου. Ὁ δέ μή βλέπων ταύτας μένει στάσιμος.
Ὡς πρός τάς ἀρετάς μας πρέπει νά σκεπτώμεθα τά ἑξῆς : Πόσον ὀλίγαι εἶναι συγκρινόμενοι μέ ἀρετάς ἄλλων ἀνωτέρων μας ! Πόσαι ἐξ αὐτῶν εἶναι δωρεαί θεῖαι ! Δία πόσας ἐξ αὐτῶν δέν ἐκοπίασαν ἄλλοι ! Ἡ προσκόλλησις εἰς τήν μαγικήν θεωρίαν των δέν ἀφαιρεῖ τήν ἐλπίδα τῆς προόδου; Ὥστε κατά τόν Ἀπόστολον Παῦλον « τοῖς μέν ἔμπροσθεν ἐπεκτεινόμενοι τοῖς δέ ὄπισθεν ἐπιλανθανόμενοι ». Δέν πρέπει δηλαδή νά βλέπωμεν ποίας ἀρετάς κατωρθώσαμεν, ἀλλά ποίας ὑπολείπεται νά πράξωμεν. Καί ἄν ἒχωμεν τί καλόν, ἄς λέγωμεν τό τοῦ Παύλου « Χάριτι θεοῦ εἰμι, ὃ εἰμι». Ἔγώ « δέ ἔκτρωμα καί οὐκ ἄνθρωπος ». Ἀφοῦ αὐτά τά λέγει ἕνα σκεῦος ἐκλογῆς, ἠμεῖς τί εἴμεθα, τί δυνάμεθα νά εἲπωμεν ; Οὒτε αἵ ἐλλείψεις τῶν ἂλλων πρέπει νά μᾶς δίδωσι τροφήν ἐγωϊσμοῦ διά τόν ἑξῆς λόγον∙ Ἄν εὑρισκώμεθα καί ἡμεῖς ὑπό τάς περιστάσεις, ὑπό τάς ὁποίας εὑρέθη ὁ ἁμαρτήσας, γνωρίζομεν, ὃτι δέν θά εἲχομεν ὑποπέσει εἰς μεγαλύτερον βαθμόν πτώσεως ; Συμπαθητικούς, περιφόβους αἵ πτώσεις τῶν ἄλλων πρέπει νά μᾶς κάμνουν καί ὂχι ὑπερηφάνους !
Ὡς ὑλικόν ταπεινώσεως εἶναι καί ἡ ματαιότης τοῦ κόσμου. Παράδειγμα τούτου εἶναι ὁ σοφός Διογένης. Ἡμέραν τινά, ὁ Διογένης εὑρίσκετο εἰς τήν ὀστεοθήκην τοῦ νεκροταφείου καί ἔψαχνε νά εὓρῃ μερικά κόκκαλα. Κατά τήν στιγμήν αὐτήν διήρχετο ἐκεῖθεν ὁ Μ. Ἀλέξανδρος. Τί κάνεις αὐτοῦ ; ἠρώτησε τόν Διογένη. Ὁ Διογένης ἀπαντᾶ : Ψάχνω νά εὓρω τήν κεφαλήν τοῦ πατρός σου καί τοῦ πατρός μου, ἀλλά δέν δύναμαι. Ἑπομένως οὐδεμία διαφορά ὑπάρχει μεταξύ τοῦ πατρός τοῦ Μ. Ἀλεξάνδρου, τοῦ Φιλίππου, καί τοῦ ἀσήμου πατρός τοῦ Διογένους. Ἰδού ἡ νόσος τῆς ὑπερηφάνειας, ἰδού καί ἡ ὑγεία τῆς ταπεινώσεως.
Τελώνου καὶ Φαρισαίου , Anthony Metropolitan of Sourozh
Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος
Πόσο μικρὴ καὶ γνωστὴ εἶναι ἡ σημερινὴ παραβολὴ καὶ πόσο δυνατὸ καὶ προκλητικὸ εἶναι τὸ μήνυμά της.
Εἶναι δυνατὸ καὶ φαίνεται μέσα ἀπὸ τὰ ἴδια τὰ λόγια τοῦ κειμένου. Δύο ἄνδρες ἦλθαν στὴν ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ, σ’ ἕναν χῶρο ἱερό, στὸ Βασίλειό Του, ποὺ σ’ ἕναν κόσμο ποὺ χάνεται μέσα στὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ, Τοῦ ἀνήκει ἀνεπιφύλακτα. Καὶ ἕνας ἀπὸ τοὺς ἄνδρες περπατᾶ ὑπερήφανα πρὸς τὸν ναὸ καὶ παίρνει θέση μπροστὰ στὸν Θεό. Ὁ ἄλλος ἔρχεται καὶ οὔτε κἄν τολμᾶ νὰ διασχίσει τὸ κατώφλι τοῦ ναοῦ: εἶναι ἁμαρτωλὸς καὶ ὁ χῶρος εἶναι ἱερός, ὅπως ὁ χῶρος γύρω ἀπὸ τὴν Φλεγόμενη Βάτο στὴν ἔρημο ὅπου ὁ Μωυσῆς δὲν μποροῦσε νὰ εἰσέλθει χωρὶς νὰ λύσει τὰ ὑποδήματά του, παρὰ μόνο μὲ λατρεία καὶ φόβο Θεοῦ.
Καὶ πόσο διαφορετικὰ εἶναι τὰ λόγια ποὺ εἰπώθηκαν! Προφανῶς ὁ Φαρισαῖος προσεύχεται στὸν Θεό, Τὸν δοξάζει - ἀλλὰ γιὰ ποιὸ λόγο; Ἐπειδὴ εἶχε δημιουργήσει ἕνα ἄνθρωπο σὰν αὐτόν, ἕναν ἄνθρωπο τόσο ἅγιο, τόσο ἄξιο γιὰ τὸν Θεὸ· ἕναν ἄνθρωπο ποὺ ὄχι μόνο δὲν τηρεῖ ὅλες τὶς ἐντολὲς τοῦ Νόμου, ἀλλὰ πηγαίνει πέρα ἀπὸ ὅ,τι ἔχει προστάξει ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς καὶ περιμένει ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο. Πραγματικὰ στέκεται ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ δοξολογώντας Τον, ποὺ αὐτός, εἶναι τόσο ὑπέροχος ποὺ εἶναι δόξα τοῦ Θεοῦ, ἡ ἀποκάλυψη τῆς ἁγιότητάς Του.
Ὁ Τελώνης δὲν τολμᾶ κἄν νὰ εἰσέλθει στὸν ἱερὸ τόπο τοῦ Θεοῦ.
Καὶ ἡ παραβολὴ εἶναι ξεκάθαρη: ὁ ἄνδρας ποὺ ἦλθε καὶ στάθηκε μὲ συντετριμμένη καρδιά, μὲ ντροπὴ γιὰ τὸν ἑαυτό του, γνωρίζοντας ὅτι εἶναι ἀνάξιος νὰ εἰσέλθει στὸν ναό, ἐπιστρέφει σπίτι του συγχωρεμένος, μὲ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ: συντροφευμένος ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Θεὸ ποὺ ἦρθε στὸν κόσμο νὰ σώσει τοὺς ἁμαρτωλοὺς καὶ ποὺ παραστέκεται σ’ ὅποιον Τὸν χρειάζεται καὶ ἀναγνωρίζει τὴν ἀνάγκη του γιὰ σωτηρία.
Ὁ Φαρισαῖος πηγαίνει σπίτι του, ἀλλὰ ἔχει συγχωρεθεῖ λιγότερο· ἡ σχέση του μὲ τὸν Θεὸ δὲν εἶναι ἡ ἴδια· στὴ σχέση αὐτὴ αὐτὸς βρίσκεται στὸ κέντρο, ὁ Θεὸς στὴν περιφέρεια· ἐκεῖνος βρίσκεται στὸ κέντρο τῶν πραγμάτων, ὁ Θεὸς εἶναι ὑποχείριό Του. Τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι ὅ,τι ἔκανε ἦταν χωρὶς ἀξία· ἁπλῶς σημαίνει ὅτι ὅσο τὸν ἀφορᾶ, δὲν ὑπῆρξε σ’ ἐκεῖνον καρπὸς ἁγιότητας. Οἱ πράξεις του ἦταν καλὲς ἀλλὰ ἦταν ἀλλοιωμένες, δηλητηριασμένες ἀπὸ τὴν ὑπερηφάνεια· ἡ ὀμορφιὰ σ’ ὅ,τι ἔκανε εἶχε ἐντελῶς ἀμαυρωθεῖ ἐπειδὴ δὲν ἀπευθυνόταν οὔτε στὸν Θεό, οὔτε στὸν πλησίον του· στρεφόταν στὸν ἑαυτό του. Καὶ λέγεται ὅτι αὐτὴ ἡ ὑπερηφάνεια ἀπογύμνωσε αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο, τοῦ ἀφαίρεσε τοὺς καρποὺς τῶν καλῶν του ἔργων, τὸν καρπὸ τῆς ἐξωτερικῆς πίστης του στὸν νόμο τοῦ Θεοῦ, ποὺ μόνο ἡ ταπείνωση θὰ μποροῦσε νὰ προσφέρει στὶς πράξεις του νόημα, ποὺ μόνο ἡ ταπείνωση θὰ μεταμόρφωνε σὲ ζωὴ τὶς πράξεις του, στὸ νερὸ τῆς ζωῆς ποὺ ἀναβλύζει ἀπὸ τὴν αἰωνιότητα.
Ὅμως μία ἐρώτηση στέκει μπροστά μας: πῶς μποροῦμε νὰ μάθουμε κάτι γιὰ τὴν ταπείνωση ἐὰν εἶναι ἀπολύτως ἀπαραίτητη προϋπόθεση νὰ μὴν εἴμαστε ὅπως ἡ ἄκαρπη συκιά, ἀλλὰ γόνιμοι, νὰ γίνουμε ἡ πλούσια σοδειὰ ποὺ θὰ τρέφει τοὺς ἀνθρώπους;
Δὲν πιστεύω ὅτι μποροῦμε νὰ κινηθοῦμε πρὸς τὴν ταπείνωση ἀπὸ ὑπερηφάνεια, ἀπὸ ματαιότητα, ἐκτὸς ἐὰν μᾶς συμβεῖ κάτι τόσο τραγικὸ ποὺ νὰ δοῦμε, ν’ ἀνακαλύψουμε τοὺς ἑαυτούς μας νὰ εἶναι ἐντελῶς στερημένοι ἀπὸ τὸ κάθε τι ποὺ στήριζε τὴν ἁμαρτωλή, καταστροφική, ἄκαρπη κατάστασή μας. Ὑπάρχει ὅμως ἕνα πράγμα ποὺ μποροῦμε νὰ κάνουμε: ὅσο πιστεύουμε ὅτι κατέχουμε κάθε εἴδους χάρισμα τῆς καρδιᾶς, τοῦ νοῦ, τοῦ σώματος καὶ τῆς ψυχῆς, ὅσο καρποφόρα μπορεῖ νὰ εἶναι τὰ ἔργα μας, μποροῦμε νὰ θυμηθοῦμε τὰ λόγια τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: Ὦ ἄνθρωπε, τί ἔχεις ποὺ δὲν σοῦ ἔχει δοθεῖ;!...Καὶ πράγματι, ἠχοῦν σὰν ἀντίλαλος στ’ αὐτιά μας τὰ λόγια τοῦ Κυρίου στὸν πρῶτο Μακαρισμό, στὸν Μακαρισμὸ ποὺ ἀνοίγει τὴν πόρτα σὲ ὅλους τοὺς ἄλλους : «Εὐλογημένοι εἶναι οἱ πτωχοὶ στὸ πνεῦμα… Εὐλογημένοι εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ γνωρίζουν ὄχι μόνο μὲ τὴ λογικὴ - ἀλλὰ τουλάχιστον μὲ τὴ λογική!- ὅτι εἶναι ἕνα τίποτα, ὅτι δὲν κατέχουν τίποτα ποὺ δὲν εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ.
Ὁ Θεὸς μᾶς κάλεσε νὰ ὑπάρξουμε ἀπὸ τὸ μηδέν, δίχως τὴ συμμετοχή μας: ἡ ὕπαρξή μας εἶναι ἕνα δῶρο! Μᾶς δόθηκε ζωὴ ποὺ δὲν μπορούσαμε νὰ δημιουργήσουμε. Μᾶς δόθηκε ἡ γνώση τῆς ὕπαρξης τοῦ Θεοῦ, καὶ πράγματι μᾶς δόθηκε μία βαθύτερη, πιὸ οἰκεία γνώση τοῦ Θεοῦ- ὅλα αὐτὰ εἶναι ἕνα δῶρο! Καὶ τότε, αὐτὸ ποὺ εἴμαστε εἶναι ἕνα δῶρο τοῦ Θεοῦ: τὸ σῶμα, ἡ καρδιά, ὁ νοῦς, ἡ ψυχὴ μας - ποιὰ δύναμη ἔχουμε σ’ αὐτὰ τὰ δῶρα ὅταν ὁ Θεὸς δὲν τὰ στηρίζει..; Ἡ μεγαλύτερη εὐφυία μπορεῖ ξαφνικὰ ἀπὸ ἕνα ἐγκεφαλικὸ ἐπεισόδιο νὰ χαθεῖ στὸ σκοτάδι· ὑπάρχουν στιγμὲς ποὺ ἀντιμετωπίζουμε μία ἀνάγκη ποὺ χρειάζεται ὅλη μας τὴ συμπάθεια, τὴν ἀγάπη - καὶ ἀνακαλύπτουμε ὅτι ἡ καρδιὰ μας εἶναι καμωμένη ἀπὸ πέτρα καὶ πάγο… Καὶ θέλουμε νὰ κάνουμε τὸ καλὸ - καὶ δὲν μποροῦμε καὶ ἤδη ὁ Ἀπόστολος Παῦλος τὸ γνώριζε ὅταν εἶπε: Δὲν κάνω αὐτὸ ποὺ ἀγαπῶ, καὶ πράττω συνεχῶς τὸ κακὸ ποὺ μισῶ… Καὶ τὸ σῶμα μας ἐξαρτᾶται ἀπὸ τόσα πολλὰ πράγματα!
Καὶ τί νὰ πεῖ κανεὶς γιὰ τὴν φιλία ποὺ μᾶς προσφέρεται, τὶς σχέσεις μας, τὴν ἀγάπη ποὺ μᾶς στηρίζει, τὴν συντροφικότητα· ὅ,τι εἴμαστε καὶ ὅ,τι ἔχουμε εἶναι ἕνα δῶρο: καὶ ποιὸ εἶναι τὸ ἑπόμενο βῆμα: δὲν εἶναι ἡ εὐγνωμοσύνη; Δὲν μποροῦμε νὰ στραφοῦμε στὸν Θεό, ὄχι σὰν τὸν φαρισαῖο, μὲ ὑπερηφάνεια γι’ αὐτὸ ποὺ εἴμαστε, ξεχνώντας ὅτι ὅλα αὐτὰ εἶναι δικά Του, ἀλλὰ νὰ στραφοῦμε στὸν Θεὸ καὶ νὰ Τοῦ ποῦμε: Θεέ μου, ὅλα αὐτὰ εἶναι δικό σου δῶρο! Ὅλη αὐτὴ ἡ ὀμορφιά, ἡ ἐξυπνάδα, ἡ εὐαίσθητη καρδιά, ὅλες ἐκεῖνες οἱ καταστάσεις τῆς ζωῆς εἶναι ἕνα δῶρο! Πράγματι ὅλες αὐτὲς οἱ καταστάσεις, ἀκόμα κι ἐκεῖνες ποὺ μᾶς φοβίζουν εἶναι ἕνα δῶρο ἐπειδὴ ὁ Θεὸς μᾶς λέει: Σᾶς ἐμπιστεύομαι ἀρκετὰ γιὰ νὰ σᾶς στείλω νὰ φέρετε τὸ φῶς στὸ σκοτάδι! Σᾶς στέλνω ἐκεῖ ποὺ ὑπάρχει ἀποσύνθεση νὰ γίνεται τὸ ἁλάτι ποὺ θὰ τὴν σταματήσει! Σᾶς στέλνω ἐκεῖ ποὺ δὲν ὑπάρχει ἐλπίδα νὰ φέρετε τὴν ἐλπίδα, νὰ φέρετε τὴν χαρά, νὰ φέρετε τὴν ἀγάπη ἐκεῖ ποὺ δὲν ὑπάρχει καὶ ὅτι μᾶς στέλνει ὁ Θεὸς στὸ σκοτάδι, γιὰ νὰ γίνουμε ἡ παρουσία καὶ ἡ ζωή Του, αὐτὸ σημαίνει ὅτι μᾶς ἐμπιστεύεται- μᾶς ἐμπιστεύεται, μᾶς πιστεύει, ἐλπίζει τὰ πάντα σέ μᾶς: δὲν ἀρκεῖ αὐτὸ νὰ μᾶς κάνει εὐγνώμονες;
Ἀλλὰ ἡ εὐγνωμοσύνη δὲν εἶναι ἁπλὰ μιὰ παγωμένη λέξη εὐχαριστίας· εὐγνωμοσύνη σημαίνει ὅτι ἐπιθυμοῦμε νὰ Τὸν κάνουμε νὰ δεῖ ὅτι ὅλα αὐτὰ δὲν μᾶς δόθηκαν μάταια, ὅτι δὲν ἔγινε μάταια ἄνθρωπος, δὲν ἔζησε, δὲν πέθανε μάταια· εὐγνωμοσύνη σημαίνει μιὰ ζωὴ ποὺ θὰ ἔδινε χαρὰ στὸν Θεό: αὐτὴ εἶναι ἡ πρόκληση αὐτῆς τῆς ἰδιαίτερης παραβολῆς.
Ναί, τὸ ἰδανικὸ γιὰ μᾶς θὰ ἦταν νὰ εἴμαστε ταπεινοὶ- ἀλλὰ τί εἶναι ταπείνωση; Ποιὸς ἀπὸ ἐμᾶς γνωρίζει, καὶ ἐὰν κάποιος γνωρίζει, ποιὸς μπορεῖ νὰ τὸ μεταφέρει στὸν καθένα ποὺ δὲν γνωρίζει; Ἀλλὰ τὴν εὐγνωμοσύνη τὴν γνωρίζουμε ὅλοι· ὅλοι γνωρίζουμε μικρὲς πτυχὲς καὶ τρόπους γιὰ νὰ τὴν ἐκφράσουμε. Ἂς τὸ συλλογιστοῦμε αὐτό, καί, ἂς ἀναγνωρίσουμε, μὲ μία πράξη εὐγνωμοσύνης ὅτι δὲν ἔχουμε τὸ δικαίωμα νὰ βρισκόμαστε στὸν ἱερὸ τόπο τοῦ Θεοῦ- καὶ Ἐκεῖνος μᾶς ἐπιτρέπει νὰ βρισκόμαστε ἐκεῖ. Δὲν ἔχουμε τὸ δικαίωμα νὰ κοινωνοῦμε μαζί Του εἴτε στὴν προσευχὴ ἢ στὰ μυστήρια- καὶ μᾶς καλεῖ σὲ κοινωνία μαζί Του! Δὲν ἔχουμε δικαίωμα νὰ εἴμαστε παιδιά Του, νὰ εἴμαστε τὰ ἀδέλφια τοῦ Χριστοῦ, νὰ εἴμαστε ἡ κατοικία τοῦ πνεύματος- καὶ μᾶς τὰ δωρίζει ὅλα μέσα ἀπὸ μία πράξη ἀγάπης!
Ἂς συλλογιστεῖ ὁ καθένας μας καὶ ἂς ρωτήσει τὸν ἑαυτό του: μὲ ποιὸ τρόπο μπορεῖ νὰ εἶναι τόσο εὐγνώμων ἔτσι ὥστε ὁ Θεὸς νὰ μποροῦσε νὰ χαρεῖ στὸ γεγονὸς ὅτι δὲν προσφέρθηκε μάταια, δὲν ὑπῆρξε μάταια, δὲν ἔζησε, δὲν πέθανε μάταια, ὅτι ἔχουμε λάβει τὸ μήνυμα τῆς σωτηρίας. Καὶ ἂν ἀναπτυχθεῖ βαθιὰ μέσα μας ἡ ἀληθινὴ εὐγνωμοσύνη θὰ λατρεύσουμε τὸν Θεὸ καὶ θὰ μάθουμε ὅτι ταπείνωση δὲν εἶναι ξεπεσμός, ἀλλὰ λατρεία, ἡ ἐπίγνωση ὅτι Ἐκεῖνος εἶναι ὅ,τι ἔχουμε, ὅ,τι εἴμαστε, καὶ ὅτι εἴμαστε ἀνοιχτοὶ ὅπως ἡ γῆ, ἡ πλούσια γῆ εἶναι ἀνοιχτὴ στὸ ὄργωμα, στὴ σπορά, στὸν σπόρο, στὴ λιακάδα, στὴ βροχή, στὸ κάθε τι προκειμένου νὰ καρποφορήσει. Ἀμήν.
Περίοδος Τριωδίου- σκέψεις ,π.Θεοδόσιος Μαρτζοῦχος
…Ἐδῶ εἶναι ὁ Παράδεισος κι ἡ κόλαση εἶναι ἐδῶ…
(λαϊκὸ τραγούδι)
(ἢ …ὅπως ὁ τσοπάνος χωρίζει τὰ πρόβατα ἀπὸ τὰ κατσίκια...)
(Τὸ εὐαγγέλιο)
(λαϊκὸ τραγούδι)
(ἢ …ὅπως ὁ τσοπάνος χωρίζει τὰ πρόβατα ἀπὸ τὰ κατσίκια...)
(Τὸ εὐαγγέλιο)
Πολλοὶ ἄνθρωποι καὶ παλαιότερα καὶ τώρα, ἀρνούμενοι μιὰ μεταφυσικὴ ἐκδοχὴ συνέχισης τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου σὲ κατάσταση Παραδείσου (τέλεια εὐδαιμονία) ἢ σὲ κατάσταση κολάσεως (ταλαιπωρία ἀπόλυτης μόνιμης μοναξιᾶς) καὶ θέλοντας νὰ «γελάσουν» μὲ τὶς λαϊκότροπες χαλκογραφίες ποὺ παρίσταναν τὴν κόλαση σὰν ἕνα «τόπο» φωτιᾶς καὶ μαρτυρίων σωματικῶν καὶ τὸν Παράδεισο σὰν ἕνα «κῆπο» μὲ φρεσκοκουρεμένο γκαζὸν γεμάτο ὄμορφα λουλούδια στὸν ὁποῖον περιδιάβαιναν ἀργόσχολοι χαζούληδες γεμάτοι...ἀρετές, ἰσχυρίζονται ὅτι τέτοια πράγματα εἶναι ἀνυπόστατα καὶ συνεπῶς «ἐδῶ εἶναι ὁ Παράδεισος κι ἡ κόλαση εἶναι ἐδῶ»!
Ἂς δοῦμε ὅμως… τὸ τραγούδι ἀναλυτικά!
Ὁ Χριστὸς στὸ 25ο κεφάλαιο τοῦ κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγελίου περιγράφει μὲ τρεῖς εἰκόνες τὴν σχέση τῶν ἀνθρώπων μὲ τὸν Θεό.
Στὴν εἰσαγωγικὴ καὶ πρώτη (κεφ. 25,1-13) μὲ τὴν γνωστὴ παραβολὴ τῶν Δέκα Παρθένων θέτει τὸ θέμα ὄχι τῆς θεωρητικῆς μόνον ἀγάπης τῶν ἀνθρώπων γιὰ τὴν συνάντηση μὲ τὸν Δημιουργὸ-Νυμφίο τους (ἐξῆλθον εἰς ἀπάντησιν τοῦ νυμφίου), ἀλλὰ καὶ τὸ θέμα τῆς οὐσιαστικῆς προετοιμασίας γι’ αὐτὴν τὴν συνάντηση (ἔλαιον...εἰς τὰ ἀγγεῖα). Δὲν φτάνει μόνον νὰ περιμένεις• χρειάζεται νὰ ἔχεις τὰ ἀναγκαῖα γι’ αὐτὴ τὴ συνάντηση, ὥστε νὰ μὴ ἀποδειχθεῖς...ἀνόητος (μωραὶ παρθένοι). Ἀρχικὴ λοιπὸν προϋπόθεση εἶναι νὰ εἶσαι στὴν ἑτοιμότητα τῆς ἀγάπης γιὰ μία...αἰφνίδια ἔκκληση-συνάντηση!
Στὴν δεύτερη εἰκόνα (κεφ. 25, 14-30) περιγράφεται τὸ μυστήριο τοῦ ἐκ Θεοῦ...γονιδιώματος, ἀφοῦ Αὐτὸς δίνει στὸν ἕνα «πέντε τάλαντα», στὸν δεύτερο «δύο τάλαντα» καὶ στὸν τρίτο «ἕνα τάλαντο». Κανεὶς δὲν ξέρει ἀπὸ ποῦ καὶ γιατί προέκυψαν σ’ αὐτὸν τὰ ὅποια προσόντα-τάλαντά του. Τὸ βάρος ἄλλωστε γιὰ τὸν Χριστὸ δὲν πέφτει στὸ πόσα ἔχεις ἀλλὰ στὸ τί τὰ κάνεις! Κι ἐδῶ ἔχουμε δύο στάσεις-ἀντιμετωπίσεις. Κάποιους ποὺ κοπιάζουν νὰ αὐξήσουν τὰ δοθέντα (τὰ πέντε-δέκα, τὰ δύο-τέσσερα) καὶ κάποιους ποὺ κλείνονται στὸν ἑαυτό τους καὶ θάβουν στὸ κλουβὶ τοῦ ἐγωϊσμοῦ τους τὴν δωρεά. Ἡ κατάληξη γιὰ τοὺς πρώτους εἶναι «εἴσελθε εἰς τὴν χαρὰν τοῦ Κυρίου σου», ἐνῶ γιὰ τοὺς δεύτερους «τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον».
Καὶ ἐρχόμαστε στὴν καταληκτικὴ τρίτη εἰκόνα (κεφ. 25, 31-46) στὴν ὁποῖα τὸ πλαίσιο τῆς σχέσεως τίθεται δυναμικὰ καί... μονόπλευρα, «ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ» καὶ «ἐπὶ θρόνου δόξης αὐτοῦ». Ὁ Χριστὸς ἔρχεται ὡς Ἥλιος ἀνατέλλων. Μία κίνηση ζωοποιοῦ δυναμισμοῦ ἀνεξάρτητου ἀπὸ τὶς ἐπιλογὲς καὶ ἐπιθυμίες τῶν ἀνθρώπων καὶ τῶν κτισμάτων. Κάτω ἀπὸ τὰ μάτια καὶ τὸ φῶς τοῦ ἀληθινοῦ Ἥλιου τῆς Δικαιοσύνης Χριστοῦ «συναχθήσονται... πάντα τὰ ἔθνη».
Ὁ φυσικὸς ἥλιος μὲ τὴν παρουσία καὶ τὸ φῶς του ἀποσαφηνίζει ὅσα μέσα στὸ σκοτάδι ποὺ προηγεῖται εἶναι στὰ μυαλὰ καὶ στὰ μάτια πολλῶν ἀνθρώπων, σὲ μπέρδεμα καὶ παρανόηση. Καὶ ὁ Χριστὸς μὲ τὴν ἔνδοξη παρουσία Του «ξεχωρίζει» τοὺς ἀνθρώπους «ὥσπερ ὁ ποιμὴν τὰ πρόβατα ἀπὸ τῶν ἐρίφων». Δὲν φτιάχνει «πρόβατα» καὶ «ἐρίφια». Τὰ βρίσκει. Ἡ δική του παρουσία ἁπλῶς κάνει σαφῆ τὴν ποιοτική τους διαφορὰ καὶ αὐτὸ ποὺ μέχρι τὴν παρουσία τοῦ Χριστοῦ ἦταν σὲ σύγχυση, ἀσάφεια καὶ ἀνάμιξη (τὸ καλὸ καὶ τὸ κακό, ὁ πόνος καὶ ἡ καλωσύνη, τὸ δάκρυ καὶ ἡ σκληρότητα, ὁ θάνατος καὶ ἡ εὐζωΐα γενικῶς τὸ σκάνδαλο τοῦ κόσμου μας) τώρα πλέον ἀποκτᾶ τὴν πραγματικὴ μόνιμη καὶ σαφῆ θέση του.
Αἰωνιότητα δὲν εἶναι κάτι• εἶναι ΚΑΠΟΙΟΣ. Εἶναι ὁ Χριστός. Ζωὴ εἶναι ὁ Χριστός. Καὶ μετὰ θάνατον ζωὴ εἶναι ἡ σχέση μαζί Του. Ὅμως ὑπάρχει σχέση ἀγάπης ἐξ ὁμοιότητος καὶ σχέση ἀπέχθειας ἀπὸ φιλαυτία. Ἐκεῖνος ἀγαπᾶ ὅλους μονίμως καὶ διαρκῶς μὲ τὴν ἴδια ἔνταση. Στὸ ἴδιο μέτρο καὶ τὴν Παναγία καὶ τὸν διάβολο καὶ τοὺς ἀνθρώπους.
Ἡ ποιότητα τῆς σχέσης μας μαζί Του, ἐξαρτᾶται ἀπό μᾶς. Ἑξαρτᾶται ἀπὸ τὴν θυσία μας νὰ ἀποκτήσουμε «ἔλαιον» στὰ ἀγγεῖα τῆς ὕπαρξής μας. Ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν κόπο μας νὰ διπλασιάσουμε τὸ «τάλαντο» ποὺ μᾶς ἔδωσε. Ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ἀγάπη ποὺ ἀποκτήσαμε δουλεύοντας τὶς ἀρετὲς ποὺ μᾶς ὑπέδειξε τὸ θέλημά Του ὥστε νὰ ἔχουμε «μάθει» νὰ ἀγαπᾶμε. Ἐκεῖνος εἶναι ἀγάπη. Ἐμεῖς μιμούμενοι τὸν τρόπο καὶ τὶς ἐντολὲς Του ἀποκτᾶμε ἀγάπη καὶ ἔτσι Τοῦ μοιάζουμε. Γινόμαστε παιδιά Του. Ἡ συνάντησή μας μαζί Του εἶναι χαρὰ «ἀνεννόητος» (ποὺ δὲν τὴν χωράει, δηλαδή, ἀνθρώπινο μυαλό). Γίνεται ἡ σχέση Παράδεισος. Ὅμως ὅλος αὐτὸς ὁ κόπος ξεκινάει ἀπὸ ἐδῶ. «Ἐδῶ εἶναι ὁ Παράδεισος...».
Καὶ στὶς δύο κατηγορίες-τοποθετήσεις τῶν ἀνθρώπων ὁ Χριστὸς ἀπευθύνει τὸ ἴδιο «ἐρωτηματολόγιο»: Νοιάστηκες τὸν πεινασμένο καὶ τὸν διψασμένο; Τὸν ξένο; Τὸν μετανάστη; Τὸν γυμνό; Τὸν ἄρρωστο; Τὸν φυλακισμένο; Στὰ πρόσωπα ὅλων αὐτῶν ὁ Χριστὸς «ταυτοποίησε» τὸν ἑαυτό Του. Ὅσοι εἶχαν δουλέψει στὴν τήρηση τῶν ἐντολῶν (νηστεία-ἐγκράτεια, ὄχι ὡς καταξιωτικὰ κατορθώματα ἀλλὰ ὡς τρόπο ἐλευθερίας ἀπὸ τὴν φιλαυτία μετὰ τὰ ὁποῖα ἡ προσευχὴ γίνεται σχέση μετοχῆς στὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ), εἶχαν βγεῖ στὴν ἁπλωσιὰ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ καὶ εἶχαν ἀποκτήσει ἀνιδιοτελῆ ἀγάπη• ἀνταποκρίθηκαν στὸ «ἐρωτηματολόγιο» τοῦ Χριστοῦ μὲ τὴν εὐτυχία καὶ τὴν χαρὰ τῆς συνάντησης μὲ γνώριμο πρόσωπο. Ἡ παρουσία τοῦ Χριστοῦ ἔγινε αἰώνια καὶ μόνιμη πηγὴ αὔξουσας εὐτυχίας. Τὸ φῶς δὲν χορταίνεται!
Ὅσοι κλείστηκαν στὴν αὐταπάτη τῆς ἐγωιστικῆς ἰδιοτελοῦς ἀγάπης γιὰ νὰ μὴ χάσουν καὶ θυσιάσουν καὶ κουραστοῦν, αὐτὴ ἡ αὐτοερωτικὴ τους τοποθέτηση τοὺς ἔκανε νὰ μὴ μποροῦν νὰ ἀνταποκριθοῦν στὴν Σταυρικὴ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Ἀντίθετα, ἡ παρουσία Του τοὺς ἐνοχλεῖ γιατί τὸν φαντάζονται καὶ Αὐτὸν ὡς κάποιον ποὺ κλέβει τὴν...στάχτη τῆς σβησμένης καὶ κρύας ἀγάπης τους γιὰ τὸν ἑαυτό τους. Καὶ ἔτσι γίνεται γι’ αὐτοὺς ὁ Χριστὸς «ἀνέκφραστος ὀδύνη»! Κόλαση ἄπειρες φορὲς χειρότερη ἀπὸ αὐτὴν ποὺ ἡ ἀφέλεια τῶν λαϊκῶν λιθογραφιῶν περιέγραφε μὲ εἰκόνες φωτιᾶς καὶ δυσωδίας. Τὸ «πῦρ τὸ ἐξώτερον» γιὰ τὸ ὁποῖο μιλάει τὸ εὐαγγέλιο, εἶναι «φωτιὰ» ὑπαρξιακῆς αἰώνιας ταλαιπωρίας στὸν ἐγκλεισμὸ τῆς ἀπόλυτης μόνιμης μοναξιᾶς, ὅπως εἴπαμε, δὲν εἶναι… φοῦρνος. Ὅταν ὁ ἄλλος γιὰ μᾶς δὲν εἶναι παρὰ ἐκμεταλλεύσιμη εὐκαιρία (ἐπαγγελματικά, ἐρωτικά, κοινωνικὰ) τότε ἔχουμε πάρει τὸν δρόμο γιά... τὴν Κόλαση. Ὅπως ὁ Παράδεισος ἔτσι καὶ ἡ κόλαση, «εἶναι ἐδῶ»!
Κάθε πρωὶ βγαίνει ὁ ἥλιος γιὰ ὅλο τὸν κόσμο. Ἂν ἐγὼ ὅμως καταστρέψω τὰ μάτια μου μὲ τὰ χέρια μου, τὸ ὅτι δὲν θὰ τὸν βλέπω ἀκόμα καὶ ὅταν βγεῖ, παρὰ μόνον ὡς σκοτάδι, δὲν εἶναι ρύθμιση Ἐκείνου ἀλλὰ δική μου ἐπιλογή.
Ἡ ἁμαρτία καταστρέφει τὴν δυνατότητα μετοχῆς στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ διὰ τῆς ἁμαρτίας (ψυχικῆς ἢ σωματικῆς) ἐγκλωβιζόμαστε στὸν ἑαυτό μας. Ἡ ἁμαρτία δὲν εἶναι φόβος γιὰ ἡλικιωμένους μπροστὰ στὸ ἄγνωστο τοῦ θανάτου, ἀλλὰ ὑπαρξιακὴ ἀναπηρία ποὺ στερεῖ τὴν δυνατότητα ἀπὸ κάθε ἄνθρωπο νὰ μπορεῖ νὰ γευτεῖ τὴν χρηστότητα τοῦ Κυρίου.
Πλέον πρέπει νὰ διορθώσουμε τὸ λαϊκὸ τραγούδι: «Ἐδῶ ἀρχίζει ὁ Παράδεισος κι ἡ κόλαση ἐδῶ»! Ὁ Χριστὸς δὲν στέλνει κανένα στὴν κόλαση. Μόνοι μας διαλέγουμε νὰ ζήσουμε μακριά Του.
Ἀδελφοί μου,
Ἂς κάνουμε τὸν Χριστὸ καὶ τὸ θέλημά Του (ποὺ ἐμᾶς...ἑξασφαλίζει) κέντρο καὶ τρόπο τῆς ζωῆς μας.
Ἂς ἀγωνιστοῦμε νὰ βγοῦμε ἀπὸ τὸ «καβούκι» τοῦ ἐγωισμοῦ μας καὶ νὰ μάθουμε νὰ ἀγαπᾶμε.
Ἂς χαροῦμε μὲ τὴν μεγαλειώδη προοπτική τῆς συνάντησης μαζί Του. Βραχυπρόθεσμα στὸ Πάσχα ποὺ ἔρχεται. Μόνιμα, στὴν ἀγκαλιὰ Αὐτοῦ ὁ ὁποῖος εἶναι Η ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΖΩΝΤΩΝ.
Μὲ ἀγάπη καὶ εὐχὲς
ὁ ἐφημέριος σας
π. Θεοδόσιος
ὁ ἐφημέριος σας
π. Θεοδόσιος
Η νηστεία των τροφών πρέπει να συνοδεύεται με έργα αγάπης!
Καλύτερα να πίνει κανείς κρασί με σύνεση, παρά νερό με έπαρση. Και παρακαλώ, πρόσεξε τους αγίους ανθρώπους που ήπιαν κρασί με θεοσεβή λογισμό και τους απερίσκεπτους που ήπιαν νερό χωρίς σύνεση που είναι ασεβείς και διεφθαρμένοι. Μην κατηγορήσεις πλέον ή επαινέσεις το είδος των τροφών, αλλά να μακαρίσεις ή να ελεεινολογήσεις το φρόνημα αυτών που χρησιμοποιούν τα είδη των τροφών με τρόπο σωστό ή βλαβερό για την ψυχή.
Ας μην ακολουθήσουμε ούτε εκείνους που κατηγορούν ούτε εκείνους που επαινούν, αλλά ή να νηστέψουμε με μέτρο μαζί με τον Ιωάννη, έστω κι αν μας πουν: «Ιδού άνθρωποι φάγοι και οινοπόται». Διότι στην πραγματικότητα ούτε η λήψη τροφής είναι κάτι, ούτε η αποχή, αλλά η πίστη που φανερώνεται με έργα αγάπης!
πηγή
Αββάς ΠαλλάδιοςΑπό το βιβλίο «Ανατολικός Ορθόδοξος Μοναχισμός» τόμος Α'
Ομοφυλοφιλία και ορθόδοξη πνευματική κληρονομιά Του Θεόδωρου Ρηγινιώτη
Ποια είναι η στάση της Εκκλησίας απέναντι στην ομοφυλοφιλία και τον ομοφυλόφιλο;
Κατ’ αρχάς, πρέπει να ξεκαθαρίσουμε κάτι:
Ο ομοφυλόφιλος άνθρωπος είναι απόλυτα αποδεκτός από την Ορθόδοξη Εκκλησία, όσο και κάθε άλλος άνθρωπος. Δεν υπάρχει άνθρωπος, που κάποια ιδιότητά του ή προτίμηση ή πράξη του να κάνει την Εκκλησία να τον απορρίψει· υπάρχουν μόνο άνθρωποι που οι ίδιοι έχουν απορρίψει την Εκκλησία και πορεύονται προς το Θεό απ’ το δρόμο που νομίζουν αυτοί, ο οποίος όμως συνήθως είναι λάθος δρόμος.
Αν ένας δολοφόνος είναι αποδεκτός από την Εκκλησία, γιατί δεν είναι ένας ομοφυλόφιλος; Αν εγώ, με τη χλιαρή και συχνά υποκριτική πίστη και αγάπη, είμαι αποδεκτός από την Εκκλησία, γιατί δεν είναι ένας ομοφυλόφιλος; Εκείνος μάλιστα μπορεί να έχει πολύ πιο θερμή πίστη και αγάπη από τη δική μου. Καμιά ρατσιστική διάθεση δεν υπάρχει στην Εκκλησία απέναντι σε κανένα άνθρωπο ή ομάδα ανθρώπων. Ρατσιστές γίνονται οι άνθρωποι που δεν έχουν καταλάβει καθόλου τι είναι ο ορθόδοξος χριστιανισμός ή που δε μπορούν να κάνουν έστω ένα βήμα για ν’ απομακρυνθούν από τις φοβίες και τα πάθη τους.
Κι αυτούς ακόμη τους ανθρώπους, η Εκκλησία τους αποδέχεται, γιατί η Εκκλησία υπάρχει για να θεραπεύει τον κόσμο από τα πάθη και τις φοβίες (με τη βοήθεια του Ιατρού Ιησού Χριστού φυσικά), όχι για να κρίνει τους ανθρώπους.
Από την άλλη, η ομοφυλοφιλία δε μπορεί να γίνει αποδεκτή από την Εκκλησία ως σωστός δρόμος που οδηγεί τον άνθρωπο στο Θεό. Ακριβώς από αγάπη προς τον ομοφυλόφιλο και ανησυχία για τη σωτηρία του στην αιωνιότητα, η Εκκλησία δε μπορεί να αποκρύψει ότι ο γάμος άντρα και γυναίκας είναι ένας δρόμος που οδηγεί στο Θεό, ενώ η ομοφυλοφιλία δεν είναι τέτοιος δρόμος. Στη ζωή μας τις πιο πολλές φορές διαπράττουμε αμαρτίες, υπακούοντας στα πάθη μας κι όχι στο Θεό – η Εκκλησία όμως, ακριβώς επειδή νοιάζεται για μας, δεν πρέπει να μας ξεγελάσει λέγοντάς μας ότι είναι εντάξει να κάνουμε ό,τι μας υπαγορεύουν τα πάθη μας (για τους μη ορθόδοξους χριστιανούς που ίσως διαβάσουν αυτό το κείμενο, εξηγούμε απλά ότι «πάθη» ονομάζονται οι σωματικές και ψυχικές εξαρτήσεις που παρεμποδίζουν τον άνθρωπο από την ενότητά του με το Θεό, στρέφοντάς τον προς άλλες κατευθύνσεις· ολόκληρη η ηθική και ασκητική προσπάθεια του χριστιανού αποσκοπεί στην κάθαρση της καρδιάς του από τα πάθη).
Έχουμε τη δυνατότητα να κάνουμε ό,τι θέλουμε. Απλά, δεν οδηγούν όλοι οι δρόμοι στο Θεό. Αυτό δεν είπε κι ο απόστολος Παύλος (Α΄ Κορινθ. 6, 12);
***
Αν μιλάμε με έναν άθεο, δεν έχει νόημα ν’ αναφερθούμε σε Θεό, αμαρτία και σωτηρία. Εκείνος τοποθετεί υποκειμενικά, όπου ο ίδιος θέλει, το όριο ανάμεσα στο «καλό» και το «κακό» και το κρίνει με τα δικά του κριτήρια. Αν όμως συζητάμε με χριστιανούς, και μάλιστα της αρχαίας παράδοσης, της Ορθοδοξίας, πρέπει με αγάπη να μοιραστούμε μαζί τους τα παρακάτω:
Ο Χριστός, στα καταγεγραμμένα λόγια Του, δεν καταδικάζει ρητά την ομοφυλοφιλία, όμως ούτε για την πολυγαμία ή την αιμομιξία κάνει κάτι τέτοιο. Κι όμως οι χριστιανοί, από την αρχή και μέχρι σήμερα, θεωρούμε αυτονόητο πως αυτές οι δύο πρακτικές δεν υπάρχουν στο χριστιανισμό (εκτός ίσως από ακραίες παρανοήσεις του, τέτοιες που έχουν ξεφυτρώσει σα μανιτάρια μετά την προτεσταντική Μεταρρύθμιση). Είναι σαφές στα λόγια του Χριστού ότι, όποτε μιλάει για γάμο, αναφέρεται σε ζεύγος άντρα και γυναίκας (π.χ. Ματθ. 19, 3-12). Πώς θα μπορούσε να είναι αλλιώς, αφού ο Θεός δημιούργησε ως πρωταρχικό ζεύγος έναν άντρα και μια γυναίκα (Ματθ. 19, 4-5)· σ’ αυτούς έδωσε την ευλογία του γάμου και δεν υπάρχει άλλος γάμος.
Οι ορθόδοξοι χριστιανοί όμως βασιζόμαστε όχι μόνο σ’ αυτά που είπε ο Χριστός, αλλά και σ’ αυτά που είπε το Άγιο Πνεύμα μέσω των μαθητών του Χριστού και των αγίων Πατέρων και διδασκάλων του χριστιανικού αγώνα σε όλες τις εποχές.
Ο απόστολος Παύλος ήταν ένας απ’ αυτούς, τα λόγια του είναι για μας ιερές γραφές, και ο άγιος αυτός άνδρας γράφει πως η ομοφυλοφιλία είναι συνέπεια της διαστροφής που υπέστη το ανθρώπινο γένος με το προπατορικό αμάρτημα· προέρχεται από την απομάκρυνση της θείας χάρης απ’ την καρδιά του ανθρώπου, αφού οι άνθρωποι την έχει διώξει ξεμακραίνοντας από το Θεό (Ρωμ. 1, 27, και γενικώς 1, 18-32).
Βεβαίως, και για τους ανθρώπους που ακόμα ταλαντεύονται στην πίστη τους, το γεγονός ότι «είπε κάτι ο Θεός» ως προς το ζήτημα της ομοφυλοφιλίας, ίσως θα μπορούσαν να το αναγνωρίζουν και μέσα από το έργο της φύσης. Συχνά μιλάμε για τη σοφία της φύσης. Το ακούμε ακόμη και από άθεους ή αγνωστικιστές αυτό. Στα πλαίσια μιας τέτοιας σκέψης θα μπορούσαμε να αναγνωρίσουμε την καταλυτική μαρτυρία της ανατομίας. Ως βιολογικά όντα οφείλουμε τίμια να αναγνωρίσουμε την μορφολογία των γεννητικών μας οργάνων. Η θέση και η μορφή των ανδρικών γεννητικών οργάνων, και η αντίστοιχη θέση και μορφή των γεννητικών οργάνων της γυναίκας, μπορούν να μας βεβαιώσουν ως προς την επιλογή της ετεροφυλοφιλίας. Οι εξαιρέσεις ομοφυλοφιλικών επαφών στη φύση που κάποιοι επικαλούνται, εκτός ότι είναι ελάχιστες και απλά επιβεβαιώνουν τον κανόνα, ταυτόχρονα δεν αλλάζουν τίποτα σχετικά με τη μαρτυρία της ανατομίας.
Και πάλι, ως βιολογικά όντα μπορούμε να διακρίνουμε έναν βασικό σκοπό στην ύπαρξη των γεννητικών οργάνων που είναι η δημιουργία νέων ανθρώπων. Ακόμα και αν λόγω ασθενείας η γέννηση δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί, εντούτοις, αυτό δεν αλλάζει σε τίποτα τη βιολογική μαρτυρία.
Και εύκολα ίσως θα μπορούσαμε να αντιστρέψουμε τον ισχυρισμό ότι τα γεννητικά όργανα φτιάχτηκαν αποκλειστικά για την ηδονή, διακρίνοντας πως η φύση ως λειτουργικό σώμα έχει σκοπούς υπέρτερους του μεμονωμένου συμφέροντος του κάθε όντος. Κάθε τι που έχει σχέση με την ηδονή των γεννητικών οργάνων εξηγείται λογικά ως ένα μέσο με το οποίο θα επιθυμώ να συνευρεθώ με το άλλο φύλο ώστε να δημιουργήσω νέους ανθρώπους. Αν η συνεύρεση ήταν κάτι αποκρουστικό, φριχτό και επίπονο, οι άνθρωποι θα το απέφευγαν.
Η αναμενόμενη ερώτηση από εκεί και πέρα, θα αφορά το ζήτημα του «δικαιώματος» στην συνεύρεση με όποιον άνθρωπο επιθυμούμε. Ακόμα όμως και το ζήτημα του δικαιώματος, δεν αντιστρέφει την λογική που προαναφέραμε. Για παράδειγμα, αν κάποιος το θέλει και έτσι ευχαριστιέται, μπορεί να περπατά στον δρόμο με τα χέρια και όχι με τα πόδια. Τότε όμως, είμαστε υποχρεωμένοι να αναγνωρίσουμε ότι η ανατομική μαρτυρία υποδεικνύει ότι πρόκειται για παρέκκλιση, με την οποία δεν είμαστε αναγκασμένοι να συμφωνήσουμε. Η μαρτυρία της ζωής μας υποδεικνύει ότι περπατάμε με τα πόδια και όχι με τα χέρια. Αντίστοιχα ισχύουν και για την επιλογή της ομοφυλοφιλίας.
Αν πάλι τίθεται ζήτημα λειτουργικότητας, με την έννοια ότι ο ομοφυλόφιλος βλέπει ότι τα γεννητικά του όργανά του δεν είναι λειτουργικά με τον τρόπο που μαρτυρά ο κανόνας στη φύση, τότε θα μπορούσαμε με τιμιότητα να αποδεχτούμε ότι υπάρχει ζήτημα οργανικής διαταραχής όπου το σώμα ασθενεί σε κάτι. Ίσως να πρόκειται για εκ γενετής διαταραχή, όμως, όπως στην περίπτωση που κάποιος ζει χωρίς χέρια ή πόδια, οφείλουμε να αποδεχτούμε την καταλυτική μαρτυρία της ανατομίας γύρω μας.
Ασφαλώς, η εξέταση του έργου της φύσης, για τον πιστό άνθρωπο παραμένει πάντα ως επικουρικό για την πίστη του.
Μια ολόκληρη κοινωνία, όπου η πλειοψηφία των ανθρώπων δεν έχει μπει σε θεραπευτικό δρόμο προς το Θεό, μπορεί να καλλιεργήσει την ομοφυλοφιλία στα νέα μέλη της που δεν ευθύνονται, φυσικά, γι’ αυτό, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι είναι όλα εντάξει. Ιστορικά, έχουν υπάρξει και υπάρχουν ακόμη πάρα πολλές κοινωνίες που το θρησκευτικό και αξιακό τους σύστημα απομακρύνει τους ανθρώπους από το Θεό και τη σωτηρία, όπως τα δίδαξε ο Χριστός και τα γνώρισαν οι άγιοι όλων των εποχών στην ενότητά τους με το Θεό εν Χριστώ. Για την ακρίβεια, κάθε κοινωνία έχει ανάγκη να κεντριστεί στην ήμερη ελιά, τον Ιησού Χριστό, για να θεραπευτεί το θρησκευτικό και αξιακό της σύστημα από τα στοιχεία που της φόρτωσε η πτωτική κατάσταση του ανθρώπου. Το ίδιο και κάθε άνθρωπος, ακόμη και ο ορθόδοξος χριστιανός. Αλλιώς στην καρδιά των ανθρώπων κυριαρχούν τα πάθη και αποδιώχνεται η θεία χάρη. Σε σχέση με την ομοφυλοφιλία, ίσως είναι χρήσιμο να θυμηθούμε ότι αυτή ήταν η αμαρτία των Σοδόμων.
Επειδή η ομοφυλοφιλία, κατά την ορθόδοξη πνευματική κληρονομιά, όπως εκφράζεται στην Καινή Διαθήκη (Παύλος) και στη διδασκαλία των αγίων, συνιστά πάθος, ο άνθρωπος που άρχισε τη ζωή του ως ομοφυλόφιλος ή στράφηκε στην ομοφυλοφιλία κάποια στιγμή, όταν προοδεύει στην αγιότητα καθαρίζοντας την καρδιά του από τα πάθη, παύει να είναι ομοφυλόφιλος. Δεν έχουμε ομοφυλόφιλους αγίους. Αν υπήρχαν άγιοι ομοφυλόφιλοι που αγίασαν μέσω της ομοφυλοφιλίας (όπως οι έγγαμοι άγιοι αγιάζονται μέσω του γάμου), οι άγιοι Πατέρες δε θα το έκρυβαν, ούτε θα θεωρούσαν –μαζί με τον απόστολο Παύλο– την ομοφυλοφιλία πάθος που χωρίζει τον άνθρωπο από το Θεό, γιατί η Εκκλησία δεν ενδιαφέρεται να συντηρήσει τον κοινωνικό ηθικισμό, αλλά αντίθετα γκρεμίζει τα ηθικά στερεότυπα (ταμπού) για να θεραπεύσει τον άνθρωπο.
Ασφαλώς έχουμε αγίους που υπήρξαν κάποτε ομοφυλόφιλοι (όπως και αγίους που υπήρξαν πόρνοι, έκφυλοι ή δέσμιοι διαφόρων άλλων παθών, μη σαρκικών), αλλά ανέλαβαν τιτάνιο αγώνα ενάντια στα πάθη τους και με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος τα νίκησαν, γι’ αυτό και είναι άγιοι. Οι άγιοι Πρωτάς και Υάκινθος, ευνούχοι της αγίας Ευγενίας που την ακολούθησαν στο μοναχικό βίο και στο μαρτύριο, ο άγιος Αζάτ, ευνούχος του Πέρση βασιλιά Σαπώρ, που το μαρτύριό του προκάλεσε τόση θλίψη στο βασιλιά, ώστε σταμάτησε τους διωγμούς, ίσως είναι μερικά παραδείγματα. Από το Γεροντικό ξέρουμε την περίπτωση ενός ασκητή που εξομολογήθηκε τον έρωτά του στον όσιο Αχιλλά· στη συνέχεια όμως έφυγε αμέσως, προφασιζόμενος ότι ντράπηκε ένα γέρο ασκητή, τυφλό και παράλυτο, που ζούσε εκεί. Τότε ο άγιος, εγκρίνοντας τη φυγή του μακριά από το πάθος, τον επαίνεσε ως αγωνιστή, λέγοντας: «Αυτό δεν είναι πορνεία, αλλά πόλεμος με τους δαίμονες».
Από τη σύγχρονη εποχή, ξέρουμε την περίπτωση του αγίου Αμερικανού ιερομόναχου π. Σεραφείμ Ρόουζ, που πριν μεταστραφεί στην Ορθοδοξία ήταν ομοφυλόφιλος, έπαψε όμως να ασκεί την ομοφυλοφιλία και την απέρριψε ως πάθος όταν έγινε ορθόδοξος χριστιανός. Ξέρουμε επίσης την ανάλογη περίπτωση του μοναχού Κοσμά από το Ρέθυμνο της Κρήτης, που εγκατέλειψε την ομοφυλοφιλία και ασκήτεψε κοντά σ’ ένα εκκλησάκι νότια της πόλης, όπου και κοιμήθηκε γύρω στο 1990. Ασφαλώς υπάρχουν πολλές ακόμη παρόμοιες περιπτώσεις. Είναι άνθρωποι που «ευνούχισαν τον εαυτό τους για τη βασιλεία των ουρανών» (Ματθ. 19, 12).
***
Ένα αμαρτωλό πάθος δε συνδέεται οπωσδήποτε με την κακία ενάντια στο συνάνθρωπο. Η λαγνεία και η πορνεία, είναι οπωσδήποτε αμαρτωλά πάθη, χωρίς να έχει σημασία αν ο άνθρωπος, που είναι αιχμάλωτός τους, είναι καλός ή κακός. Η αυτοκτονία, συνέπεια του πάθους της απελπισίας, αποκόπτει τον άνθρωπο απ’ το Θεό, άσχετα αν ο αυτόχειρας είναι καλός ή κακός άνθρωπος. Συχνά, επηρεασμένοι από μια βιαστική ανθρωπιστική ηθική, θεωρούμε αμαρτία μόνο κάτι που στρέφεται ενάντια στους ανθρώπους· όμως οι άγιοι Πατέρες δε διδάσκουν αυτό· αμαρτία είναι κάτι που με δεσμεύει και εμποδίζει τη θεία χάρη να με μεταμορφώσει σε αυτό που θέλει ο Θεός για μένα (σε άγιο). Αμαρτωλός δεν είναι ο «κακός» άνθρωπος, αλλά ο παγιδευμένος και ανελεύθερος άνθρωπος.
Ο «κακός» ή ο άπληστος, ο εγωιστής κ.τ.λ. είναι απλά ένας τέτοιος παγιδευμένος και ανελεύθερος αδελφός μας. Έτσι ο χριστιανός είναι καλεσμένος να αναλάβει αγώνα ενάντια στα πάθη του και, όπως η λαγνεία, η σκληρότητα, η απληστία, ο εγωισμός κ.λ.π., αλλά και ο αλκοολισμός, ο τζόγος κ.π.ά. (και ο σαδισμός, ο μαζοχισμός, η κτηνοβασία, η νεκροφιλία κ.λ.π. – για ν’ αναφερθούμε σε πάθη σχετικά με το σεξ).
Αν η ομοφυλοφιλία προέρχεται από βιολογικές αιτίες και δε γεννιέται από την κοινωνία είναι συζητήσιμο. Ακόμη κι αν συμβαίνει αυτό όμως, δεν μετατρέπεται σε μια μη εμπαθή κατάσταση. Κάποιος μπορεί να είναι βίαιος από βιολογική αιτία (π.χ. επειδή το σώμα του παράγει περισσότερη αδρεναλίνη), αλλά αυτό δε σημαίνει πως γι’ αυτόν «είναι εντάξει» η επιθετικότητά του και πως δεν πρέπει ν’ αγωνιστεί για να θεραπευτεί από το πάθος του.
Φυσικά, δεν αγωνίζεται μόνος του. Έχει βοηθό στον ουρανό τις πρεσβείες των αγίων και στη γη τον πνευματικό του πατέρα και την εκκλησιαστική ζωή· μ’ αυτά θα προσελκύσει τη θεία χάρη και εκείνη είναι που θα τον θεραπεύσει (συγχωρέστε μου τη λέξη) από το πάθος του – αυτό ισχύει για όλα τα πάθη, για τον εγωισμό, την απληστία, τη λαγνεία, το θυμό, το μίσος κ.τ.λ. και για την ομοφυλοφιλία.
Ένας ομοφυλόφιλος μπορεί να σωθεί, παραμένοντας ομοφυλόφιλος; Δε μπορούμε, ούτε και είναι δουλειά μας, να κρίνουμε ποιος θα σωθεί και ποιος όχι, πράγμα που είναι δουλειά του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Επιθυμία κάθε χριστιανού είναι να σωθούν όλοι οι άνθρωποι και δεν κρίνει τους άλλους – απλώς επισημαίνει ότι μία επιλογή, ή μία άλλη, βλάπτει τη σωτηρία σύμφωνα με την Αγία Γραφή και τους αγίους Πατέρες, τους γνώστες όλων των δρόμων της σωτηρίας. Όλοι ελπίζουμε στη σωτηρία μας, αν και η συντριπτική πλειοψηφία των χριστιανών είμαστε ακόμη δέσμιοι σε κάποια πάθη, όπως αυτά που κατονομάσαμε πριν (την απληστία, το θυμό, τη λαγνεία κ.τ.λ.). Ελπίζουμε να σωθούμε όχι λόγω της «αρετής» μας, αλλά λόγω της αγάπης και του ελέους του Θεού, το οποίο αποζητάμε κάθε μέρα στις προσευχές μας, μετανοώντας και αγωνιζόμενοι με τη βοήθειά Του ενάντια στα πάθη μας.
Αν όμως, αντί γι’ αυτό, προσπαθούμε να πείσουμε τους άλλους (και τον εαυτό μας) ότι τα πάθη μας «είναι εντάξει» και δεν αποτελούν αμαρτωλά πάθη, τότε μάλλον είμαστε υποκριτές και η σωτηρία μας κινδυνεύει ακόμη περισσότερο.
Πώς μπορεί κάποιος να δώσει το δύσκολο αγώνα για την αποδέσμευσή του από τα πάθη του;
Αυτό δε μπορούμε να το διδάξουμε σε κανέναν εμείς. Γνώστες και αρμόδιοι για κάτι τέτοιο είναι οι άγιοι Πατέρες όλων των εποχών (που η ζωή και η διδασκαλία τους είναι καταγεγραμμένες σε βιβλία εξαιρετικής σπουδαιότητας) και οι θεοφόροι Γέροντες της εποχής μας, άντρες και γυναίκες. Σ’ αυτούς πρέπει να καταφύγει όποιος νοιάζεται ειλικρινά να βεβαιωθεί αν ο δρόμος που βαδίζει τον οδηγεί πράγματι στην πνευματική πρόοδο, δηλαδή στην ενότητα με τον Τριαδικό Θεό εν Χριστώ.
Πρέπει βέβαια να προσέξει, γιατί συχνά πέφτουμε στην παγίδα να απορρίψουμε τις συμβουλές ενός θεοφόρου ορθόδοξου πνευματικού διδασκάλου, επειδή τραυματίζει τον εγωισμό και την πνευματική μας οκνηρία και μας προκαλεί συνειδησιακούς κραδασμούς. Είναι εντελώς διαφορετικό να παραδεχτούμε ταπεινά πως είμαστε αδύναμοι ή απρόθυμοι να εφαρμόσουμε τις δύσκολες συμβουλές ενός Γέροντα από το να υψώσουμε εγωιστικά τον εαυτό μας πάνω από τη δική του πείρα, σοφία και αγιότητα και να ισχυριζόμαστε στη συνείδησή μας και στους άλλους πως εκείνος έχει άδικο ή βρίσκεται σε λάθος δρόμο, ή ακόμη πως οι άγιοι των αρχαίων χρόνων έχουν πια σκουριάσει και οι θεραπευτικές τους οδηγίες είναι «ξεπερασμένες» για την εποχή μας. Η παγίδα αυτή είναι καλοστημένη μπροστά στον καθένα, πολλοί έχουμε πέσει μέσα περισσότερες από μια φορές κι αυτό προκαλεί πρόσθετα εμπόδια στην ηθική και πνευματική μας καλλιέργεια.
Διευκρινίζουμε ότι όλοι έχουμε ανάγκη από μετάνοια, ο καθένας για διαφορετικούς λόγους· ο καθένας έχει να αντιμετωπίσει τα δικά του πάθη, όχι να τ’ αποδεχτεί, αλλά να τα πολεμήσει σκληρά. Ένας ετεροφυλόφιλος ενδεχομένως έχει να αντιμετωπίσει πολλά πάθη που σχετίζονται με το σεξ – και ο γάμος δε μπορεί πάντα να τον θεραπεύσει, γιατί μπορεί να αισθάνεται την ανάγκη της μοιχείας, ή ακόμη και συνεύρεσης με πολλούς ερωτικούς συντρόφους ή της παιδεραστίας, της αιμομιξίας, της κτηνοβασίας και άλλα πολλά, που «αισχρόν εστί και λέγειν» (Εφεσίους 5, 12). Όλα αυτά τα πάθη δεν είναι «εντάξει» και ο ετεροφυλόφιλος δεν είναι οπωσδήποτε πιο ενάρετος ή πιο κοντά στο Θεό από τον ομοφυλόφιλο. Και οι δύο μπορούν να σωθούν λόγω της αγάπης του Χριστού, με τον αγώνα που θα δώσουν με τη βοήθεια της θείας χάριτος.
Κλείνοντας με αγάπη αυτό το άρθρο θα θέλαμε να μεταφέρουμε το διάλογο του αγίου Γέροντα Παΐσιου (1924-1994) με ένα νεαρό ομοφυλόφιλο, που αγωνιζόταν ενάντια στην ομοφυλοφιλία αλλά ένιωθε αδύναμος γι’ αυτό τον αγώνα (φυσικά ένας άθεος θα θεωρήσει πως ένας τέτοιος αγώνας ισοδυναμεί με ακρωτηριασμό του εαυτού μας, αλλά τώρα δεν απευθυνόμαστε σε άθεους, αλλά σε ορθόδοξους χριστιανούς αδελφούς μας). Ο νέος είπε στο Γέροντα ότι δε μπορούσε να σταματήσει να ζει ως ομοφυλόφιλος. Και ο Γέροντας, αφού του είπε να εξομολογηθεί, τον ρώτησε:
«Μπορείς να διαβάζεις ένα κεφάλαιο από την Αγ. Γραφή;».
«Μπορώ».
«Μπορείς να πηγαίνεις κάθε Κυριακή στήν Εκκλησία;».
«Μπορώ».
«Μπορείς να νηστεύεις Τετάρτη και Παρασκευή;».
«Μπορώ».
«Μπορείς ένα μικρό ποσό να το δίνεις ελεημοσύνη;».
«Μπορώ».
«Μπορείς…».
«Μπορώ…» (πολλά ακόμα).
Στο τέλος του λέει: «Βλέπεις ότι μπορείς να κάνεις χίλια πράγματα και δε μπορείς ένα. Κάνε εσύ τα χίλια και άφησε στο Θεό το ένα!!!».
Με εκτίμηση και θερμές προσευχές για κάθε «συναθλητή» αγωνιζόμενο χριστιανό.
|
Η διδασκαλία της Εκκλησίας περί του Διαβόλου πατρός Αγαθαγγέλου Κ. Χαραμαντίδη
Κατά την βιβλιοπατερική παράδοση ο διάβολος δεν είναι προσωποποίηση των παθών, αλλά πρόσωπο που δημιουργήθηκε από το Θεό ως άγγελος και όταν έχασε την κοινωνία μαζί του έγινε σκοτεινό πνεύμα, διάβολος. Ο διάβολος, ως πρόσωπο, έχει αυτεξούσιο, δηλ. ελευθερία, την οποία δεν παραβιάζει, ούτε καταργεί ο Θεός.
Το μυστήριο της ανομίας ενεργείται στην ιστορία, ο διάβολος εξακολουθεί να γεννά το κακό και να κάνει το καταστροφικό του έργο από τη στιγμή που εμφανίσθηκε η Εκκλησία. Η βιβλική και πατερική παράδοση, έξω από κάθε θεωρητική και ηθική θεώρηση του καλού και του κακού, μιλά για τον πονηρό αντίπαλο του Θεού και τον εχθρό του ανθρώπου. Είναι ο διάβολος στον οποίο υπάρχει μόνο η άρνηση και ο οποίος καταστρέφει και νεκρώνει τα πάντα, γιατί είναι πνεύμα νεκρότητας κατ' αποβολήν της όντως ζωής.
Συνεπώς ο διάβολος είναι μια συγκεκριμένη οντότητα, μια συγκεκριμένη ύπαρξη. Εισέρχεται με την ύβρη, την οίηση και την πλάνη στην ιστορία, ως θεοκτόνος και ανθρωποκτόνος, σαν η απάτη και το ψέμα του μηδενός, σαν το παράσιτο που παρωδεί και περιπαίζει τη δημιουργία και τον άνθρωπο. Η αμαρτία, τα πάθη, ο θάνατος είναι το κακό που εκείνος γεννά με τη διαστροφή και το μίσος του και πάνω στο οποίο ασκεί την εξουσία και κυριαρχία του. Το κακό δεν είναι άθροισμα ανθρωπίνων πράξεων, αλλά μία ενεργός πρόκληση που έχει τη ρίζα της στη δαιμονική αρχή, σε μία αρχή δηλαδή έξω από τον άνθρωπο και τη φύση του και που η ανθρώπινη ελευθερία μπορεί να δέχεται ή να αρνείται.
Ο διάβολος προήλθε από τη βούληση και ενέργεια του Θεού. Οι δαίμονες δεν δημιουργήθηκαν δαίμονες από το Θεό εξ αρχής, γιατί ο Θεός δεν δημιούργησε το κακό, αφού τα πάντα εποίησε καλά λίαν. Εδημιουργήθηκαν άκακοι κατά την ουσία και τη φύση τους, ελεύθεροι, ανεξάρτητοι και αυτεξούσιοι κατά τη θέληση και επιθυμία τους, όπως ακριβώς συνέβη με τους αγγέλους. Μετά δε την οικειοθελή πτώση τους από την αλαζονεία τους τα λεπτά, αερώδη και άχραντα σώματά τους μετεβλήθησαν σε ζοφώδη και άμαυρα, ένυλα και εμπαθή.
Επειδή κατά τη δημιουργία τους οι δαίμονες συνέστησαν ολόκληρο τάγμα θεωρείται ότι είναι πολυάριθμοι και διακρίνονται σε ομάδες και τάξεις. Το πλήθος των δαιμόνων και η διάκρισή τους σε ομάδες και διαβαθμίσεις στηρίζεται στην πολυωνυμία και στο έργο τους. Όντες λοιπόν οι δαίμονες πολυάριθμοι και ποικιλώνυμοι αγωνίζονται αδιάλειπτα για την ματαίωση του απολυτρωτικού έργου του Χριστού. Μη δυνάμενοι να βλάψουν αμέσως το Θεό, στρέφονται προς τους ανθρώπους και τους πολεμούν με την δαιμονώδη σοφία τους, θολώνουν τις βουλές μας, μας πειράζουν δημιουργώντας πειρασμούς, κάνουν τα πάντα για να πληγώσουν τον άνθρωπο, ενεργούν δια των παθών, μας πολεμούν με τις θλίψεις, φέρουν εμπόδια στην προσευχή. Μετέρχεται τόσους τρόπους ώστε εάν ο Θεός είναι ο Ων, ο διάβολος μπορεί να χαρακτηρισθεί ως ο μετασχηματιζόμενος.
Ο πειρασμός και ο πόλεμος του διαβόλου δεν είναι ποτέ πάνω από τις δυνάμεις των ανθρώπων, δε βιάζει το αυτεξούσιο και δεν θίγει το φυσικό λογισμό του, που ο Θεός έδωσε να κρατά με τη διάθεση και ελευθερία του. Η δύναμη του διαβόλου δεν είναι αναγκαστική, αλλά εξαρτάται πάντοτε από την ελευθερία μας. Το να υποκύψουμε στους πειρασμούς είναι υπόθεση ιδική μας. Ή το να κάνει κράτος και να ασκεί εξουσία ο Σατανάς, αυτό συνδέεται με την ενεργό απόφαση του ανθρώπου, που διαστρέφοντας την ελευθερία του, λέει όχι στο Θεό και ναι στο διάβολο. Οι Πατέρες της Εκκλησίας υπογραμμίζουν πως ο άνθρωπος δεν μένει ποτέ μόνος. Αν αποδημήσει από τη Χάρη του Θεού, γίνεται ευάλωτος σατανικών επιδράσεων. Αν τα μέλη του ανθρώπου δεν τα χειρίζεται ο Χριστός ως άρματα, λέγει ο άγ. Συμεών ο Ν. Θεολόγος, τα χειρίζεται ο διάβολος, με την συγκατάθεση και τη συνεργασία του ανθρώπου.
Ο πιστός καλείται να είναι ο άνθρωπος της νήψεως και της προσευχής, γιατί ο σατανάς δε θα πάψει να διακωμωδεί και να περιπαίζει, να μεταμορφώνεται και να απατά, να διαφθείρει και να διαστρέφει το Ευαγγέλιο του Θεού και την ελευθερία του Σταυρού του Χριστού με το να υπόσχεται άνεση και ευτυχία. Και υπάρχει ο κίνδυνος να φθάσουμε στον πλήρη εξευτελισμό με την παράδοσή μας στους δαιμονικούς πειρασμούς, όπως σήμερα τους συναντούμε στις "Εκκλησίες" και τη λατρεία του Σατανά.
Αν ο διάβολος έχει τη δυνατότητα να μεταμορφώνεται σε άγγελον φωτός, τότε κατανοούμε πόσο μπορεί και σήμερα να πειράζει και να εξευτελίζει τον άνθρωπο με τα πιο αθώα, ευτυχή και χρήσιμα πράγματα. Καταφέρνοντας να μας στήνει την πιο έξυπνη παγίδα: το φαινομενικό θρίαμβο της ανθρώπινης ανεξαρτησίας.
Λέγουν πολλοί: δεν υπάρχει ούτε Θεός, ούτε διάβολος. Αλλά η άρνηση των δαιμόνων ισοδυναμεί με την απόρριψη της Θείας Οικονομίας της Αγίας Τριάδος. Ο Χριστός εξευτέλισε και απογύμνωσε τις δαιμονικές αρχές. Αλλά και η άρνηση της υπάρξεως του διαβόλου διευκολύνει όσο τίποτε το έργο του. Θα πρέπει να είμαστε έτοιμοι για να γίνουμε θεατές των πιο καταπληκτικών σημείων και τεράτων του διαβόλου, με τα οποία ζητά να θρέψει το σύγχρονο άνθρωπο· με το να κάνει τις πέτρες ψωμί. Πρέπει να είμαστε έτοιμοι να αντιμετωπίσουμε μια εποχή μυστικών πλανών και ανθρωποκτόνων, που θα σημάνουν το νέο σκοτάδι της γης από την έκτη ως την ενάτη ώρα, μέσα στο οποίο θα εξαντλείται ο άνθρωπος και θα κενώνονται τα έργα του.
Η σατανιστική Βίβλος διακηρύσσει: "Δώσε χτύπημα για χτύπημα, περιφρόνηση στην περιφρόνηση, χαμό για χαμό με πρόσθετο τόκο σε τετραπλάσια, εκατονταπλάσια ισχύ". "Εξουδετέρωσε κάθε συναίσθημα, όλα τα ταμπού και όλες τις αναστολές. Θανάτωσε όλους εκείνους που προσπαθούν να σου αφαιρέσουν αυτό το δικαίωμα".
Η παντοδυναμία του Θεού, σύμφωνα με τη βούλησή του, δεν καταργεί την ελευθερία των λογικών όντων. Έτσι αφήνει τον διάβολο να εργάζεται το κακό, επειδή είναι πρόσωπο. Όμως περιορίζει το καταστρεπτικό του έργο με την αγάπη και τη φιλανθρωπία. Όταν ο άνθρωπος μετανοεί τον συγχωρεί και κατ' αυτό τον τρόπο περιορίζει το βασίλειο του πονηρού, η τελική όμως κατάργηση του κράτους του διαβόλου θα γίνει κατά την Δευτέρα Παρουσία.
Το έργο του διαβόλου είναι καταστρεπτικό. Μισεί υπερβολικά τον άνθρωπο και όλη τη δημιουργία. Διακατέχεται από υπερβολική θανατηφόρο μισανθρωπία. Εμπνέει σκέψεις εναντίον του Θεού και του συνανθρώπου, επηρεάζει την βούληση του ανθρώπου, ενεργεί στη φύση οντολογικά. Οι Πατέρες λένε ότι επειδή οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να καταλάβουν την ύπαρξη και μανία του διαβόλου, που εκδηλώνεται με τις προσβολές εναντίον της ψυχής, γι' αυτό ο Θεός παραχωρεί να εισέρχεται και στο σώμα, ώστε όλοι να εννοήσουμε τη μανία του.
Ο σατανάς κατόρθωσε με απάτη και δόλο να υποδουλώσει στα πάθη και την αμαρτία τον άνθρωπο. Η αιτία που τον οδήγησε στην πράξη αυτή ήταν ο φθόνος. Εφθόνησε ο διάβολος τον Αδάμ, γιατί τον έβλεπε να διαμένει στο χώρο της ακέραιας και αναφαίρετης απολαύσεως, τον Παράδεισο, από όπου εκείνος δίκαια απομακρύνθηκε.
Αυτή η προσβολή και η προσπάθεια του διαβόλου, να παρασύρει τον άνθρωπο στα πάθη, μπορεί πολλές φορές, να γίνεται σταδιακά. Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς λέει ότι ο Σατανάς δεν υπαγορεύει απευθείας την αμαρτία και την ξέχωρη από τη ζωή της Εκκλησίας βιοτή, αλλά "κατά μικρόν υποκλέπτει πανούργως" με το να υποψιθυρίζει στον άνθρωπο τη σκέψη ότι μπορεί να παραμένει στην αρετή και να γνωρίζει αφ' εαυτού τι πρέπει να κάνει, χωρίς καν να εκκλησιάζεται και χωρίς να υπακούει στους ποιμένες και διδάσκαλους της Εκκλησίας. Και όταν κατορθώσει να τον βγάλει από τη λατρευτική ζωή της Εκκλησίας, τον απομακρύνει από τη Χάρη του Θεού, αφού προηγουμένως τον παραδώσει στη δουλεία των παθών.
Γιατί, τώρα, παραχωρεί ο Θεός στον διάβολο να μας πολεμά; Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής αναφέρει πέντε λόγους:
· Ο πρώτος είναι για να έλθουμε σε διάκριση της αρετής από την κακία, διεξάγοντας αυτόν τον αγώνα.
· Ο δεύτερος, ώστε με τον αγώνα να διατηρήσουμε βέβαιη και αμετάθετη την αρετή.
· Ο τρίτος για να μην υπερηφανευόμαστε, προκόπτοντες στην αρετή, αλλά να θεωρούμε ότι είναι δωρεά Θεού.
· Ο τέταρτος για να μισήσουμε τελείως την κακία και ο πέμπτος για να μην ξεχάσουμε την δική μας ασθένεια και την δύναμη του Θεού, όταν φθάσουμε στην απάθεια.
Το κακό σήμερα είναι ότι η παιδεία και όλος μας ο πολιτισμός αγνοεί αυτή την πραγματικότητα. Όχι μόνο δεν τα αντιμετωπίζει, αλλά ούτε μιλάει για το διάβολο και την αμαρτία. Γι' αυτό μπορούμε με βεβαιότητα να πούμε, ότι αφήνουμε τον άνθρωπο αλύτρωτο, ανίσχυρο και αδύνατο.
Και μείς με την σειρά μας λησμονήσαμε σαν ορθόδοξοι ότι ανήκουμε στην Εκκλησία του Χριστού και εισερχόμεθα σ' αυτήν όχι για να επιτελέσουμε ένα τυπικό καθήκον και να δικαιώσουμε τους εαυτούς μας, αλλά για να θεραπευθούμε. Γιατί η Εκκλησία είναι θεραπευτήριο, νοσοκομείο μέσα στο οποίο εισέρχεται ο άνθρωπος για να θεραπεύσει τον εσωτερικό του κόσμο και να απαλλαγεί από τα πάθη του και όχι για να ξεχωρίσει τον καλό του εαυτό. Από την άλλη πλευρά η κένωση των εκκλησιαστικών μυστηρίων είναι το πιο αποκαρδιωτικό φαινόμενο της εκκλησιαστικής μας ζωής. Γιατί ενώ τα μυστήρια δόθηκαν στην Εκκλησία για τη σωτηρία του ανθρώπου, να εξορκίζει, να πολεμά και να νικά το Σατανά, εμείς τα μετατρέψαμε σε ευκαιρίες ατομικής κενοδοξίας και κοινωνικής ματαιοδοξίας. Λησμονήσαμε φαίνεται "ότι όπου δεν είναι ο Χριστός, είναι οι δαίμονες, και εκεί που είναι οι δαίμονες οι ορθοί λογισμοί διαφθείρονται και διαστρέφονται".
Αν αυτή την αλήθεια ζήσουμε θα βγούμε από τον εγκλωβισμό μας στην πλάνη του διαβόλου και της αμαρτίας και θα γίνουμε ελεύθεροι.
Ωστόσο δεν χρειάζεται φόβος. Όχι! Υπάρχει ο Χριστός, η Εκκλησία, η λατρευτική ζωή, η προσευχή, η πνευματική ανδρεία, η μετάνοια. Μια ορθοδοξία που δεν νικά, αλλά νικάται από το διάβολο, που δεν είναι φοβερή, αλλά φοβάται τους δαίμονες, δεν είναι του Χριστού και της Εκκλησίας.
Καλούμεθα να μαρτυρήσουμε μέσα από τη δογματική μας συνείδηση ότι Κύριος του κόσμου και της ιστορίας είναι ο Χριστός. Όποιος γνωρίζει την αλήθεια αυτός ούτε φοβάται ούτε απελπίζεται.
Σε απάντηση της ερωτήσεως, "συ ει ο ερχόμενος ή άλλον προσδοκούμεν;" ο Κύριος αποκριθείς είπεν: "πορευθέντες απαγγείλατε α είδατε και ηκούσατε· τυφλοί αναβλέπουσιν, χωλοί περιπατούν, λεπροί καθαρίζονται, νεκροί εγείρονται, πτωχοί ευαγγελίζονται. "Έφθασεν εφ' ημάς η Βασιλεία του Θεού".
Μακάρι να ζήσουμε την αλήθεια αυτή τίμια, βαθειά και ειλικρινά. Είναι ό,τι καλύτερο για μας, τον κόσμο μας, τα παιδιά και τους νέους μας για να ανακαλύψουμε το βαθύτερο νόημα της ζωής, την αληθινή φύση του ανθρώπου, την ελευθερία και τη θεογνωσία.
πηγή
πηγή
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη
Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...
-
Ἂς προνοήσει ὁ καθένας γιὰ τὴν ἐπιβίωση τὴν δική του καὶ τῶν δικῶν τοῦ χωρὶς νὰ ξεχνᾶμε ὅμως καὶ τὴν κουβέντα τοῦ Πατροκοσμᾶ :...
-
Πράγματι, ο προφητικός λόγος είναι ένα λυχνάρι που οδηγεί -εμάς τους αφώτιστους, προς τον Χριστό, όπως γράφει ο απόστολος Πέτρος στην...
-
Σ' όλη την Ελλάδα ανάβουν «σπίθες». «Σπίθες» διαμαρτυρίας. Για την αθλιότητα, που μας κατακλύζει και μας πνίγει. Και κάπου-κάπου , η «Σ...
-
πηγή Τα τουρκικά πολεμικά αλωνίζουν στο Αιγαίο, οι Τούρκοι πράκτορες στη Θράκη, ενώ Κύπριοι αστυνομικοί συλλαμβάνονται από τις δυνά...
-
Η λειψανδρία στον ιερό κλήρο φαίνεται ότι πλέον έχει αρχίσει να ανησυχεί την Εκκλησία της Ελλάδος. Λίγο το μειωμένο ενδιαφέρον νέων υποψήφ...
-
Η Οσία Ματρώνα γεννήθηκε στις 22 Νοεμβρίου 1881, στο χωριό Σέμπινο της Ρωσίας. Οι γονείς της Δημήτριος και Ναταλία ήταν φτωχοί χωρικοί α...
-
Ἅγιος Νικόλαος Ἀχρίδος, Ἐπιστολή στόν σιδερὰ Ῥαντοσάββα Ι., γιά τὸν προδότη Ἰούδα Ῥωτᾶς: «Θὰ συγχωρηθεῖ, ἄραγε, στόν Ἰούδα ἡ ἁμα...
-
Αναγέννηση του ανθρώπου – Αναγέννηση του Γένους! Η 25η Μαρτίου, αγαπητοί μου, από την δημιουργία του πρώτου ανεξάρτητου Ελληνικού Κράτους...
-
ΕΥΧΗ ΕΠΙ ΕΥΛΟΓΙΑ ΠΙΤΑΣ ΑΓΙΟΥ ΦΑΝΟΥΡΙΟΥ Μητροπολίτου Ν.Ιωνίας και Φιλαφελφείας ΤΙΜΟΘΕΟΥ Κύριε Ιησού Χριστέ, ο Ουράνιος Άρτος, ο τη...
-
H EKKΛHΣIΑ MΑΣ , προσεύχεται διαρκώς, ανα πάσαν ώρα. Δεν υπάρχει μόνο το κοσμικό ωρολόγιο, Δεν υπάρχει μόνο το ωράριο εργασίας του κόσμου·...