Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τετάρτη, Μαρτίου 06, 2013

ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ Η ΖΩΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ



Ο Απόστολος των Εθνών το σκεύος εκλογής του Χριστού, ο Πατέρας της πίστεως μας, που μας γέννησε με πολλά δάκρυα και πόνο "ώσπου να μορφωθεί ο Χριστός μέσα μας"

Σαύλος ή Σαούλ ήταν το αρχικό του όνομα. Γεννήθηκε στην Ταρσό της Κιλικίας γύρω στο 1 - 3 μ. Χ. Ήταν γιός πλούσιας οικογένειας, αφού όπως γνωρίζουμε, τον έστειλαν από την
Ταρσό να σπουδάσει στα Ιεροσόλυμα, όπου είχε καθηγητή τον περίφημο νομοδιδάσκαλο Γαμαλιήλ.
Η οικογένειά του ανήκε στην αίρεση των φαρισαίων. Ηταν πιστοί και φανατικοί τηρητές του Μωσαϊκού Νόμου καί των παραδόσεων.
Στο πρόσωπο του Σαύλου ο Αρχιερεύς και το Συνέδριο των Ιουδαίων βρήκαν τον ιδανικό διώκτη των χριστιανών και τον προόριζαν για αρχηγό της ομάδας των διωκτών που ετοίμαζαν να στείλουν στην Δαμασκό, όπου είχαν καταφύγει οι διωκόμενοι χριστιανοί.
Ηταν μεσημέρι όταν μια λάμψη πιο δυνατή και από τον ήλιο που μεσορανούσε, έκαμε όλους τους άνδρες του αποσπάσματος να πέσουν στο έδαφος ενώ ο Σαύλος άκουσε φωνή που του έλεγε: «Σαούλ, Σαούλ τι με διώκεις;». βρήκε το θάρρος ο Σαούλ να ρωτήσει: «Τις εί, Κύριε;». Και η φωνή απάντησε: «Εγώ ειμί Ιησούς ον συ διώκεις».
Εκεί τρεις ημέρες έμεινε χωρίς να φάει κάτι ή να πιεί νερό, στο σπίτι κάποιου Ιούδα που τους φιλοξένησε. Αλλά το όραμα του Σαύλου ακολούθησαν άλλα δύο σχετικά οράματα.
Νέος άνθρωπος τώρα ο Σαούλ, ξεκομμένος με θαυματουργική επέμβαση από τι ίδιο του το παρελθόν, σε μία νέα ζωή σε νέα πορεία. Αυτή τη φορά όχι υπηρέτης των αρχόντων του Ισραήλ αλλ' υπηρέτης του Θεού και μάλιστα εκλεκτό «σκεύος εκλογής», θεόληπτος και θεοπρόβληπτος. Έχει πια την συνείδηση ότι «τα αρχαία παρήλθεν», ότι «γέγονε τα πάντα καινά».
Ακόμα και το όνομα του που του θύμιζε τον παλαιό εαυτό του και αυτό το εγκαταλείπει. Προτιμά αντί του εβραϊκού Σαούλ - Σα?λος το Ρωμαϊκό Πα?λος.
«Παύλος απόστολος Χριστού» ή «Παύλος δούλος Ιησού Χριστού» θα είναι εις το εξής ο τίτλος του, έτσι θα αρχίζει τις επιστολές του και έτσι θα μείνει στην ιστορία.
ΟΙ ΠΕΡΙΟΔΕΙΕΣ ΤΟΥ ΑΠ. ΠΑΥΛΟΥ
Η πρώτη περιοδεία (47-48 μ.Χ.) καλύπτει την Κύπρο, την Πέργη της Παμφυλίας, την Αντόχεια της Πισιδίας και τις πόλεις Ικόνιο, Λύστρα και Δέρβη της Νότιας Γαλατίας (Λυκαονίας).
Στόχος της φαίνεται να είναι κυρίως η Κύπρος.
Στη δεύτερη περιοδεία του (49-52 μ.Χ.) αρχίζει από την Αντιόχεια. Στη συνέχεια επισκέπτεται τις Εκκλησίες της Λυκαονίας της Φρυγίας και της Γαλατικής χώρας. Από εκεί πηγαίνει στην Τρωάδα για να καταλήξει στις Εκκλησίες της Μακεδονίας. Τέλος κατέληξε στην Κόρινθο από όπου έφυγε για Έφεσσο.
Η τρίτη περιοδεία (52-56 μ.Χ.) έχει ως ορμητήριο τη Έφεσσο, από όπου ο Παύλος επισκέπτεται τη Μικρά Ασία και την Ελλάδα.
Τέλος, μαρτυρείται μια ακόμη περιοδεία του Αποστόλου Παύλου, η τέταρτη (62-64μ.Χ.), η οποία ακολουθεί το ταξίδι, την παραμονή και τη διετή φυλάκισή του στη Ρώμη, και καλύπτει τη Δύση, ίσως και ως την Ισπανία. Από εκεί επέστρεψε στη Ρώμη, όπου και συνελήφθη και υπέστη μαρτυρικό θάνατο στον επί Νέρωνος διωγμό το 64 έως 68 μ.Χ.

Τῆς Μελλούσης Κρίσεως (Ματθ. 25, 31-46) Anthony Bloom

Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Σήμερα, στὴν διαδικασία τῆς προετοιμασίας γιὰ τὴν Σαρακοστή, φθάσαμε στὸ τελευταῖο στάδιο: ἐρχόμαστε ἀντιμέτωποι μὲ τὴν κρίση. Ἂν δώσουμε προσοχὴ σ’ αὐτό, προετοιμαζόμαστε πνευματικὰ γιὰ τὴν ἑπόμενη ἑβδομάδα (ἡ πνευματική μας κατεύθυνση θάναι στὸ χέρι μας), γιατί τὴν ἑπόμενη ἑβδομάδα εἶναι ἡ ἡμέρα τῆς Συγχώρησης.

Ἡ σύνδεση μεταξὺ τῶν δύο ἡμερῶν εἶναι προφανής. Καὶ μόνο ἂν μποροῦμε νὰ ἔχουμε τὴν συναίσθηση ὅ,τι ὅλοι μας κι ὁ καθένας χωριστὰ θὰ βρεθοῦμε μπροστὰ στὴν κρίση τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν κρίση τοῦ ἀνθρώπου, ἂν μποροῦμε νὰ θυμηθοῦμε καὶ νὰ συνειδητοποιήσουμε σ’ ὅλο του τὸ βάθος, μ’ ἀνοιχτὴ τὴν καρδιά, στὰ σοβαρά, πόσο εἴμαστε, ὅλοι μας, ὑπόχρεοι ὁ ἕνας στὸν ἄλλο, ἔχουμε ὅλοι εὐθύνη ἀπέναντι στὸν ἄλλο γιὰ κάποιο πόνο καὶ βάρος τῆς ζωῆς, τότε θὰ μᾶς φανεῖ εὔκολο, ὅταν μᾶς ζητιέται νὰ συγχωρήσουμε, ὄχι μόνο νὰ συγχωρήσουμε, ἀλλὰ σὰν ἀπάντηση σ’ αὐτὸ τὸ αἴτημα, νὰ ζητήσουμε νὰ συγχωρηθοῦμε.

Δὲν εἶναι μόνο γιὰ ὅ,τι ἔχουμε κάνει, ἀλλὰ καὶ γιὰ ὅσα δὲν κάναμε, ἀπ’ αὐτὴ τὴν ἔλλειψη εὐαισθησίας τῆς ὑπευθυνότητάς μας, ἀπ ὅλα ὅσα θὰ μπορούσαμε νὰ εἴμαστε γιὰ τοὺς ἄλλους, νὰ κάνουμε γιὰ τοὺς ἄλλους, γιατί δὲν ἐκπληρώνουμε τὴν ἀνθρώπινη κλίση μας. Μποροῦμε καὶ πρέπει σ’ ὅλα τὰ ἐπίπεδα καὶ γιὰ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους κι ἀκόμα παραπέρα γιὰ ὅλο τὸν κόσμο ποὺ εἶναι δικός μας, νὰ εἴμαστε μία εὐλογία καὶ μία ἀποκάλυψη γιὰ τὰ μεγάλα, γιὰ πράγματα τόσο μεγάλα καὶ τόσο βαθιά, ποὺ οἱ ἄνθρωποι, ἐμεῖς πρῶτ’ ἀπ ὅλα, νὰ μποροῦμε νὰ συνειδητοποιοῦμε ὅτι εἴμαστε στὴν κλίμακα τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ, ὅτι ἡ κλίση μας εἶναι ὄχι μόνο ἠθική, ἀλλὰ τόσο μεγάλη ὅσο κι ὁ Θεός. Ἕνας μυστικιστὴς Γερμανὸς λέει σ’ ἕνα ἀπ’ τὰ ποήματά του «εἶμαι τόσο μεγάλος ὅπως ὁ Θεός, ὁ Θεὸς εἶναι τόσο μικρὸς ὅσο ἐγώ.»

Ἂν μποροῦμε νὰ θυμόμαστε μόνο αὐτὸ, κι αὐτὸ εἶναι ὅτι ἡ κρίση δὲν εἶναι μία στιγμὴ μόνο, τὴ στιγμὴ ποὺ θὰ ἔρθουμε ἀπέναντι στὸν φόβο τῆς καταδίκης· αὐτὸ εἶναι κατὰ τὴν ἀπόλυτη ἔννοια τῆς κρίσης κάτι μεγάλο καὶ ἐμπνευσμένο. Δὲν θὰ κριθοῦμε μὲ βάση τὰ ἀνθρώπινα πρότυπα συμπεριφορᾶς καὶ κοσμιότητα. Θὰ κριθοῦμε σύμφωνα μὲ δεδομένα πέραν τῆς συνηθισμένης ἀνθρώπινης ζωῆς. Θὰ κριθοῦμε στὴν ζυγαριὰ τοῦ Θεοῦ, κι ἡ ζυγαριὰ τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ ἀγάπη, ὄχι ἡ ἀγάπη ποὺ νιώσαμε, ἡ συναισθηματική, ἀλλὰ ἡ ἀγάπη ποὺ ζήσαμε καὶ ἐκπληρώσαμε. Τὸ γεγονὸς ὅτι θὰ κριθοῦμε, ὅτι πράγματι κρινόμαστε συνέχεια, μ’ ὅλους τοὺς τρόπους, πέρα ἀπ’ τὰ μικρότερα πρέπει μας, θὰ μποροῦσε νὰ μᾶς ἀποκαλύψει τὸ ἐν δυνάμει μεγαλεῖο μας. Κι ἡ παραβολὴ ποὺ διαβάζουμε σήμερα, μπορεῖ νὰ εἰδωθεῖ ἀπὸ τόσες σκοπιές: οἱ ἄνθρωποι κρίνονται ἀπὸ τὸν Χριστό, στὴν παραβολή Του, μὲ βάση τὴν ἀνθρωπιά τους. Ὑπῆρξαν αὐτοὶ ἄνθρωποι ἢ ὄχι; Ἤξεραν πῶς ν’ ἀγαποῦν, πρῶτα μὲς τὴν καρδιά τους, ἀλλὰ καὶ μὲ πράξεις, στὸ βάθος τῶν πράξεων, γιατί ὅπως ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τὸ θέτει, ὅποιος λέει, ὅτι ἀγαπᾶ τὸν Θεὸ καὶ δὲν ἀγαπᾶ τὸν διπλανό του ἐνεργά, δημιουργικά, εἶναι ἕνας ψεύτης. Καὶ δὲν εἶναι ἀγάπη Θεοῦ, ἂν δὲν ἐκφράζεται σὲ κάθε λεπτομέρεια τῆς σχέσης μὲ τοὺς ἀνθρώπους συνολικὰ, ἀλλὰ καὶ μὲ κάθε πρόσωπο ξεχωριστά. 

Κι ἐπίσης, ἂς προετοιμαστοῦμε αὐτὴ τὴν ἑβδομάδα γιὰ τὸ τελευταῖο στάδιο τῆς πορείας ρωτώντας τοὺς ἑαυτούς μας ἐμπρὸς σ’ αὐτὴ τὴν θεία κρίση «εἶμαι ἄνθρωπος; Εἶμαι ἄνθρωπος μέσα μου, στὴν συμπεριφορά μου- ὄχι γενικὰ στὴν στάση μου, ἀλλὰ στοὺς τρόπους μου: εἶναι ἀνθρώπινοι οἱ τρόποι μου; Εἶναι ἡ ζωή μου μία ἔκφραση λεπτῆς, στοχαστικῆς, μὲ ὀξυδέρκεια καὶ δημιουργικότητα, καὶ κάποιες φορὲς γενναιόδωρης καὶ θυσιαστικῆς ἀγάπης; Σὰν ἀντικείμενο ἀγάπης στὸ τέστ αὐτῆς τῆς ἀγάπης, πρέπει νὰ ’ναι ὁ διπλανός μου· τὸ ν΄ ἀγαπᾶς τὸν Θεὸ ποὺ δὲν ζητᾶ τίποτα εἶναι τόσο εὔκολο.»

Κι ἂν στὴν διάρκεια αὐτῆς τῆς ἑβδομάδας βροῦμε ποῦ ἀνήκουμε, θὰ ἔχουμε βρεῖ καὶ τὶς ἀδυναμίες καὶ τὸ μεγαλεῖο τῆς κλίσης μας· ἀφοῦ εἰρηνεύσουμε μ’ ἐκείνους στοὺς ὁποίους ὀφείλουμε, ἔπειτα, ὅταν ἔρθει ἡ ὥρα τῆς συγχώρεσης, κι ὅταν κάποιος ἄλλος ἔχει ἀνακαλύψει τὸ δικό του χρέος πρὸς ἐμᾶς, θὰ μποροῦμε μὲ χαρὰ νὰ δώσουμε συγχώρεση κι εἰρήνη, μὲ αἴσθηση ὑπευθυνότητας καὶ μὲ μιὰ χαρὰ ποὺ χαρίζει ἡ μετάνοια.

Ἀμήν.

Κυριακή της Απόκρεω Τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ (Ματθ 25, 31-46) Μητροπολίτης Ἐδέσσης, Πέλλης καί Ἀλμωπίας Ἰωὴλ



«Ἐφ’ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων ἐμοὶ ἐποιήσατε»

Στὶς παραβολὲς ποὺ χρησιμοποιοῦσε ὁ Κύριος, ἔλεγε τὴ φράση ‹‹ὡμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν›› (Ματθ. 22,2), δηλ. Παρομοιάζεται ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν μὲ δέκα παρθένες, μὲ πολύτιμο μαργαρίτη, μὲ ἀγρὸ ἢ μὲ χαμένη δραχμὴ κ. ἄ. Στὸ σημερινὸ ὅμως Εὐαγγέλιο δὲν ὁμιλεῖ παραβολικά, ἀλλὰ ἀποκαλύπτει μιὰ κατάσταση πραγματικὴ καὶ δείχνει ἀποκαλυμμένο τὸν ἑαυτό Του, γι’ αὐτὸ καὶ λέγει ‹‹ὅταν ἔλθη ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ› (25,31), ποὺ σημαίνει πὼς ἡ περικοπὴ ἐκφράζει πλήρως τὴν ἀλήθεια γιὰ τὴν τελικὴ Κρίση τῶν ἀνθρώπων.


Τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ ἐλεημοσύνη τῶν ἀνθρώπων

Μία ἰδιότητα τοῦ Θεοῦ εἶναι τὸ ἔλεός Του. Μᾶς καταδιώκει συνεχῶς τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ἐπίσης ὁ ἄνθρωπος, ὁ πλασμένος κατ’ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ἔχει πολλὰ κοινὰ σημεῖα μὲ τὸ Δημιουργό του, ἀλλὰ κατ’ ἐξοχὴν ἡ ἰδιότητα τῆς ἐλεημοσύνης καὶ τῆς εὐεργεσίας τοῦ πλησίον εἶναι ἐκείνη ποὺ τὸν κάνει νὰ πλησιάζει τὸν Κύριο. Ὁ Χριστὸς διῆγε τὴ ζωὴ Του κάνοντας διαρκῶς εὐεργεσίες στοὺς ἄλλους καὶ ‹‹ἰᾶτο πάντας›› (Λουκ. 6,19). Ἀκόμη καὶ τὸν ἑαυτὸ Του ἔδωσε ‹‹λύτρον ἀντὶ πολλῶν›› (Μάρκ. 10,45), ὡς δεῖγμα καὶ καρπὸ τῆς μεγάλης Του ἀγάπης πρὸς τὸν ἄνθρωπο. Οἱ φτωχοὶ ἀδελφοί μας, εἴτε εἶναι πεινασμένοι εἴτε ἄρρωστοι καὶ ἐνδεεῖς, εἶναι ἀδέλφια τοῦ Χριστοῦ, ἀφοῦ τὸν ἔχουν ‹‹ἐνδυθεῖ››, ‹‹κατὰ τὸν ἔσω ἀνθρωπον››, σύμφωνα μὲ τὸν Ἅγιο Γρηγόριο τὸ Θεολόγο. Ἔχουν τὸ ἴδιο βάπτισμα μέ μᾶς, μετέχουν στὴν ἴδια χάρη, ὑπακούουν στοὺς ἴδιους νόμους τοῦ Θεοῦ, μετέχουν στὴν ἴδια θεία Εὐχαριστία κι ἔχουν τὶς ἴδιες μὲ μᾶς ἐλπίδες. Πολὺ ὡραῖα τὸ τονίζει αὐτὸ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος ‹‹ἀδελφὸν γὰρ τὸ βάπτισμα ἐργάζεται καὶ ἡ τῶν θείων μηστηρίων κοινωνία››. Ἡ ἐλεήμων καρδία κάνει τὸν ἄνθρωπο κληρονόμο τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ κι ὄχι τόσο τὰ μεγάλα χαρίσματα, ὅπως π.χ. τὰ θαύματα, τὸ προορατικὸ χάρισμα, ἡ μεγάλη σοφία τοῦ νοῦ κ.λ.π.

Ἕνας μεγάλος ἀσκητὴς τῆς ἐρήμου, ὁ Ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος, περιγράφει πῶς πρέπει νὰ εἶναι μία ἐλεήμων καρδιά, δηλ. πῶς γίνεται ὁ ἄνθρωπος φιλάνθρωπος. Ὀφείλει νὰ καίγεται ἡ καρδιά του ἀπὸ ἀγάπη γιὰ ὅλη τὴν κτίση. Νὰ ἀγωνιᾶ ὑπὲρ τῶν ἀνθρώπων, ὑπὲρ τῶν ὀρνέων, ὑπὲρ τῶν ζώων, ἀκόμη καὶ ὑπὲρ τῶν δαιμόνων, ἂν εἶναι δυνατόν. Στὸν ἄνθρωπο ποὺ εἶχε τέτοια καρδιά, τὰ δάκρυα εἶναι ἀσταμάτητα. Δὲν μπορεῖ ν’ ἀκούσει δυστυχία ἢ νὰ δεῖ κάποια βλάβη καὶ νὰ μὴ συγκλονισθεῖ, νὰ μὴ δακρύσει. Προσεύχεται μὲ δάκρυα καὶ ὑπὲρ τῶν ἐχθρῶν του ἀκόμη καὶ ὑπὲρ τῆς φύσεως. Ὅλοι κι ὅλα νὰ ἐλεηθοῦν ἀπ’τὸ Θεό. Βλέπουμε, λοιπόν, πὼς ἕνα δάκρυ μπορεῖ νὰ μᾶς δώσει τὴν εὐκαιρία νὰ κάνουμε δική μας τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ.


Πῶς ἐκδηλώνεται ἡ ἀγάπη μας πρὸς τοὺς ἄλλους;

Ἕνας ἀοίδιμος Ἐπίσκοπος, ὁ Κοζάνης Διονύσιος, γράφει πὼς ἁπλὰ περιστατικὰ τῆς καθημερινῆς ζωῆς μας θὰ μᾶς κρίνουν. Ὄχι σοφία, ὄχι πολιτικὴ ἐξουσία καὶ δύναμη, ὄχι ὑλικὸς πλοῦτος καὶ χρήματα, ὄχι σωματικὴ ρώμη καὶ ὡραιότητα. Δὲν εἶναι αὐτὰ ποὺ ἔχουν ἀξία ἐκείνη τὴν ἡμέρα τῆς Κρίσεως ἀλλὰ γεγονότα ἁπλά, ὅπως τὰ βλέπουμε στὴν καθημερινὴ ζωή. Ἕνα πιάτο φαγητοῦ, μιὰ οἰκονομικὴ ἐνίσχυση στὸν ἄλλο, μία συμπαράσταση σὲ κεῖνον ποὺ περνάει δύσκολες ὧρες, μία ἁπλὴ ἐπίσκεψη στὸν πονεμένο. Ὅλα αὐτὰ γίνονται μὲ ἀθόρυβο τρόπο, χωρὶς τυμπανοκρουσίες καὶ δημοσιεύσεις. Ὁ χριστιανὸς ποὺ πιστεύει καὶ ἐνεργεῖ τὴν πίστη του, ἀποφεύγει τὶς θεαματικὲς ἐκδηλώσεις κι ἐκείνους τοὺς πομπώδεις τρόπους μὲ τοὺς ὁποίους μᾶς ἔχει συνηθίσει ἡ ἐποχή μας. Τὸ μοναδικὸ πράγμα ποὺ θὰ πάρουμε στὴν ἄλλη ζωὴ εἶναι ἡ ἐλεημοσύνη, ἡ ὁποία γίνεται συνήγορος γιὰ μᾶς στὸ Θεό.

Τὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο ἀπευθύνεται σ’ ὅλους ἐμᾶς ποὺ τιμᾶμε τὴν εἰκόνα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ λησμονοῦμε νὰ τιμήσουμε τὴν ἔμψυχη εἰκόνα Του ποὺ εἶναι ὁ ἄνθρωπος. Ἂς ἀκούσουμε τὸν Ἅγιο Γρηγόριο τὸ Θεολόγο ποὺ μᾶς προτρέπει: ‹‹Πλούτισον μὴ περιουσίαν μόνον, ἀλλὰ καὶ εὐσέβειαν...››, δηλ. ἄς πλουτίσουμε ὄχι μόνον σὲ ὑλικὰ ἀγαθά, ἀλλὰ καὶ σὲ εὐσέβεια. Ἄς γίνουμε ἐμεῖς στὸν κάθε πτωχὸ ποὺ θὰ συναντήσουμε ὅ,τι εἶναι ὁ Θεὸς γιὰ ὅλους μας, γιὰ νὰ βροῦμε κι ἐμεῖς ἔλεος.

Ἡ παραβολή τῆς μελλούσης Κρίσεως (Ματθ. 25, 31-46) Ἀρχιμανδρίτης Ἰωήλ Γιαννακόπουλος





«Ὃταν» κατά τήν μέλλουσαν Κρίσιν «ἔλθῃ ὁ υἱός τοῡ ἀνθρώπου» ὁ Χριστός «ἐν τῆ δόξῃ αὐτοῦ καί πάντες οἱ ἅγιοι Ἄγγελοι μετ’αὐτοῦ, τότε θα καθίσει ἐπί θρόνου δόξης αὐτοῦ συναχθήσεται » θά συγκεντρωθοῦν «ἒμπροσθεν αὐτοῦ πάντα τά ἒθνη » ὃλοι οἱ ἄνθρωποι. Τότε «ἀφοριεῖ αὐτούς ἀπ’ ἀλλήλων » θά χωρίσῃ τούς καλούς ἀπό τούς κακούς «ὥσπερ ὁ ποιμήν ἀφορίζει τά πρόβατα ἀπό τῶν ἐριφίων» ὃπως ὁ τσοπάνης χωρίζει τά πρόβατα ἀπό τά κατσίκια «καί στήσει» θά τοποθετήσῃ τιμητικῶς «τά μέν ποόβατα ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ, τά δέ ἐρίφια» τά κατσίκια «ἐξ εὐωνύμων» εἰς τά ἀριστερά Του. «Τότε ἐρεῖ» θά εἲπῃ «ὁ βασιλεύς τοῖς ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ» εἰς τά ἐκ δεξιῶν πρόβατα Του «δεῦτε» ἐμπρός «οἱ εὐλογημένοι τοῦ Πατρός μου, κληρονομήσατε τήν ἡτοιμασμενην ὑμῖν βασιλείαν ἀπό καταβολῆς κόσμου» τήν πρός χάριν σας ἑτοίμην βασιλικήν χαράν, ἀφ’ ὅτου ὑπάρχει ὁ κόσμος. Σᾶς περιμένει! « Ἐπείνασα γάρ» διότι ἐπείνασα «καί ἐδώκατέ μοι φαγεῖν» μοῦ ἐδώκατε καί ἔφαγα, «ἐδίψησα και ἐποτίσατέ με, ξένος ἢμην καί συνηγάγετέ με» μέ ἐφιλοξενήσατε, «γυμνός και περιεβάλετέ με» μέ ἐνεδύσατε, «ἠσθένησα καί ἐπεσκέψασθέ με, ἐν φυλακῇ ἤμην καί ἤλθετε πρός με. Τότε ἀποκριθήσονται αὐτῷ οἱ δίκαιοι» θά ἀποκριθοῦν εἰς Αὐτόν οἱ δίκαιοι «λέγοντες∙ Κύριε, πότε σέ εἲδομεν πεινῶντα καί ἐθρέψαμεν ἢ διψῶντα καί ἐποτίσαμεν; Πότε δέ σέ εἲδομεν ξένον καί συνηγάγομεν» σέ ἐφιλοξενήσαμεν «ἢ γυμνόν καί περιεβάλομεν» σέ ἐνεδύσαμεν; «Πότε δέ σέ εἲδομεν ἀσθενῆ και ἐν φυλακῇ καί ἢλθομεν πρός σέ; καί ἀποκριθείς ὁ βασιλεύς ἐρεῖ αὐτοῖς» θά εἴπῃ εἰς αὐτούς». «Ἀμήν, λέγω ὑμῖν» σᾶς δηλῶ κατηγορηματικῶς, ὃτι «ἐφ’ ὃσον ἐποιήσατε ἑνί τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων» ὃτι ἐκάματε εἰς τούς μικρούς αὐτούς ἀδελφούς «ἐμοί ἐποιήσατε» εἰς ἐμέ τό ἐκάματε.

«Τότε ἐρεῖ καί τοῖς ἐξ εὐωνύμων» τότε ὁ Κύριος θά εἲπῃ καί εἰς τούς ἐξ ἀριστερῶν «πορεύεσθε ἀπ’ ἐμοῦ οἱ καταραμένοι εἰς τό πῦρ τό αἰώνιον τό ἡτοιμασμένον τῶ διαβόλῳ καί τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ». Ὅπως ἡ χαρά τοῦ παραδείσου περιμένει τούς δικαίους κατά παρόμοιον τρόπον ἡ θλῖψις τῆς κολάσεως περιμένει τόν Διάβολον καί τούς ἀγγέλους του, ὃσοι τόν ὑπηρέτησαν. «Ἐπείνασα γάρ καί οὔχ ἔδωκατέ μοί φαγεῖν, ἐδίψησα και οὔκ ἐποτίσατέ με, ξένος ἢμην καί οὐ συνηγάγετέ με, γυμνός καί οὐ περιεβάλετέ με, ἀσθενής και ἐν φυλακῆ και οὐκ ἐπεσκέψασθέ με. Τότε ἀποκριθήσονται και αὐτοί λέγοντες∙ Κύριε, πότε σέ εἲδομεν πεινῶντα ἢ διψῶντα ἢ ξένον ἢ γυμνόν ἢ ἀσθενῆ ἢ ἐν φυλακῆ και οὐ διηκονήσαμέν σοι ;» δέν σέ ὑπηρετήσαμεν; «Τότε ἀποκριθήσεται αὐτοῖς λέγων∙ ἀμήν λέγων ὑμῖν» σᾶς δηλῶ κατηγορηματικῶς, ὃτι «ἔφ' ὃσον οὐκ ἐποιήσατε ἑνί τούτων τῶν ἐλαχίστων» ὃ,τι δέν ἐκάματε εἰς τούς μικρούς «οὐδέ ἐμοί ἐποιήσατε». Καί «ἀπελεύσονται» καί θά ἀπέλθωσιν «οὗτοι εἰς κόλασιν αἰώνιον, oἱ δέ δίκαιοι εἰς ζωήν αἰώνιον».

Ἀνάλυσις τῆς παραβολῆς. Ἐδῶ δεν ἒχομεν παραβολήν ὃπως προηγουμένως, ἀλλά εἰκόνα τῆς «μελλούσης Κρίσεως». Ὁ Χριστός ὀνομάζεται Υἱός τοῦ ἀνθρώπου, διότι, ὃ,τι εἶπε καί ἔπαθε, τό εἶπε καί τό ἒπαθε δι’ ὃλους τούς ἀνθρώπους καί ὃ,τι λέγομεν καί πράττομεν καί ἡμεῖς καλόν ἤ κακόν εἰς τούς ἄλλους ἀνθρώπους, τό λέγομεν καί πράττομεν διά τόν Χριστόν. Ὁ χωρισμός τῶν προβάτων ἀπό τῶν ἐριφίων ὑπό τοῦ Χριστοῦ σημαίνει τήν ἐκεῖ εὐκολίαν τοῦ χωρισμοῦ τῶν ἀχωρίστων ἐδῶ καλῶν καί κακῶν ἀνθρώπων.. Μεθ’ ὃσης δηλαδή εὐκολίας χωρίζει ὁ τσοπάνης τά πρόβατα ἀπό τά κατσίκια, μετά τῆς αὐτῆς εὐκολίας θά χωρίσῃ ὁ Θεός καλούς καί κακούς. Πρός ἐρίφια παρομοιάζονται οἱ κακοί ἄνθρωποι, διότι οὗτοι εἶναι ἄγονοι καί ἄγριοι ὃπως τά κατσίκια. Πρός πρόβατα παρομοιάζονται οἱ εὐσεβεῖς, διότι οὗτοι εἶναι ἀθῶοι, πρᾶοι καί γόνιμοι, ὃπως τά πρόβατα. Ἡ ἐκ δεξιῶν θέσις εἶναι τιμῆς ἕνεκεν. Ἡ ἐξ ἀριστερῶν θέσις ἀτιμίας δεῖγμα. Οἱ δίκαιοι ὀνομάζονται εὐλογημένοι τοῦ Πατρός, ἐνῶ οἱ ἄδικοι κατηραμένοι ἄνευ τῆς προσθήκης τοῡ Πατρός, διότι οἱ δίκαιοι σώζονται διά τῆς θείας χάριτος, δι’ἧς εἰργάσθησαν ἐδῶ τήν ἀρετήν καί ἀπολαμβάνουσιν ἐκεῖ τήν ἀμοιβήν, οἱ δέ ἄδικοι τιμωροῦνται ἐξ ἰδίων των ἔργων. Ἑπομένως αἰτία τῆς σωτηρίας μας ἡ θεία χάρις, τῆς δέ ἀπώλειάς μας τά κακά μας ἒργα.

Ἡ ὡς ἀμοιβή διδομένη «βασιλεία» ἤτοι ἡ βασιλική δόξα χαρακτηρίζεται ὃτι εἶναι ἡτοιμασμένη ἀπό καταβολῆς κόσμου, ἳνα τονισθῆ τό μέγα ἐνδιαφέρον τοῦ Θεοῦ ὑπέρ ἡμῶν. Ἔργα ἐλεημοσύνης φέρονται, ὃτι θά ἀμειφθῶσιν ἐκεῖ ὂχι διότι ἀποκλείει την ἀμοιβήν τῶν ἄλλων ἀρετῶν, ἀλλά διότι εἰς τά ἒργα τῆς ἐλεημοσύνης ἐκδηλοῦται περισσότερον ἡ ἀγάπη. Οἱ δίκαιοι ἐρωτοῦν πότε εἶδαν τόν Χριστόν πεινῶντα, διψῶντα καί ἒδωκαν εἰς Αὐτόν,τροφήν καί ὓδωρ ὂχι διότι ἀγνοοῦν τήν ἀμοιβήν, ἀλλά θαυμάζουν τήν γενναιοδωρίαν τοῦ Δεσπότου Θεοῦ καί ἀγνοοῦν ὃτι ἔκαμον καλόν, διότι κατά τόν λόγον τοῦ Κυρίου, δέν ἐγνώριζεν ἡ δεξιά των τί ἐποίει ἡ ἀριστερά των. Δέν γνωρίζουν καί οἱ κακοί τάς κακάς των πράξεις καί ποίας συνεπείας ἔχουσιν αὗται, διότι εἶναι τυφλωμένοι. Ἑπομένως οἱ μέν καλοί ἀγνοοῦν τάς καλάς πράξεις ἀπό ταπείνωσιν, οἱ δέ κακοί ἀγνοοῦν τάς κακάς πράξεις ἀπό τύφλωσιν. Ὁποία διαφορά !

Ἐνταῦθα δέν κατηγοροῦνται κακαί πράξεις, αἱ ὁποῖαι ἔγιναν, ἀλλά καλαί αἱ ὁποῖαι δέν ἔγιναν. Πόσον αὐστηρόν καί δίκαιον τό δικαστήριον ἐκεῖνο ! Δέν ἐζήτησεν ὁ Θεός ἐργασίαν μεγάλων ἐλεημοσύνων, ἀλλά τῶν ἀναγκαίων, τῶν δυνατῶν καί τῶν ἐλαχίστων. Ἀναγκαῖα εἶναι ἄρτος, φιλοξενία, ἔνδυσις τοῦ γυμνοῦ. Οὒτε πολυτέλειαν τραπεζῶν ἀπῃτησεν, ἳνα δώσωμεν ὡς ἐλεημοσύνην οὒτε πληθώραν ἐνδυμάτων. Δέν ἐζήτησε νά θεραπεύσωμεν τούς ἀσθενεῖς καί ἀποφυλακίσωμεν τούς φυλακισμένους, ἀλλά τό δυνατόν εἰς ἡμᾶς ἤτοι ἐπίσκεψιν αὐτῶν. Καί τό ἐλάχιστον ὕδωρ εἶναι ἀξιόμισθον ὑπό τοῦ Κυρίου. Ἡ σιωπή τῶν ἀδίκων ἔπειτα ἀπό τήν ἀπάντησιν τοῦ Κυρίου σημαίνει, ὃτι τότε πᾶν στόμα θά φραγῆ. Ὁ Χριστός θά ἀπευθυνθῆ καί θά ἐρωτήσῃ πρῶτον τούς δικαίους, ἳνα ἀκούσωσιν οἱ ἁμαρτωλοί τήν ἀρετήν αὐτῶν καί οὕτω ἐλεγχθῶσιν. Εἰς τήν τιμωρίαν ὃμως θά προηγηθοῦν οἱ κακοί πορευόμενοι εἰς κόλασιν αἰώνιον καί θά ἀκολουθήσουν οἱ ἀγαθοί πορευόμενοι εἰς ζωήν αἰώνιον, ἳνα μή ἲδωσιν oἱ ἄδικοι τήν δόξαν τῶν δικαίων ἐκ τοῡ πλησίον, ἀλλά μόνον ἐκ τοῦ μακράν ἐν Ἅδῃ, οἱ δέ δίκαιοι ἲδωσι τήν καταδίκην τῶν ἀδίκων ἀπερχομένων εἰς τήν τιμωρίαν.



Θέμα: Ὕπαρξις καί εἶδος Μελλούσης Κρίσεως.

Ἡ παροῦσα εὐαγγελική διήγησις μᾶς εἶπεν, ὃτι θά ἔλθῃ στιγμή κατά τήν ὁποίαν θά χαλάσῃ αὐτός ὁ κόσμος και ὃλα τοῦ κόσμου τά μεγαλεῖα καί αἱ συμφοραί. Ἕνα μεγαλεῖον καί μιά συμφορά θά μείνουν εἰς τήν θέσιν των μέ δικαιώματα αἰωνίου ὑπάρξεως. Ποῖα εἶναι αὐτά; Ἡ ἀρετή καί ἡ κακία. Πλοῦτος ὑλικός, ἐπιδόσεις ἐπιστημονικαί, φλέβαι καλλιτεχνικαί ὡς γνώσεις ἐπί μέρους, ὃπως λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, θά καταργηθοῦν, διότι θά ἒλθῃ τό τέλειον. Πόσοι ἀπὸ ἐμᾶς χωλαίνομεν τόσον στήν πίστιν τῆς ὑπάρξεως μελλούσης ζωῆς, ὃσον καί εἰς τήν ἐκτίμησιν τῆς πραγματικῆς ἀξίας μεταξύ τῶν πολλῶν ἀξιῶν ὑλικῶν καί πνευματικῶν! Ἄλλοι δηλαδή ἄνθρωποι ἀπιστοῦν, ὃτι ὑπάρχει μέλλουσα ζωή μέ διάφορες δικαιολογίες (ἤ ὃτι δέν εἶδον καί δέν πιστεύουν, ἤ ἀπό τάς ἀδικίας τοῦ κόσμου τούτου ἒρχονται, καί εἰς αὐτήν τήν ἀνυπαρξίαν τοῦ Θεοῦ, διότι ὁ βίος εἶναι τοιοῦτος, ὥστε ἀντίκειται πρός τάς τοιαύτας πεποιθήσεις κ.λ.π.) Ἄλλοι δέ πιστεύοντες εἰς τήν ὓπαρξιν τῆς ἄλλης ζωῆς σφάλλουσιν εἰς τήν ἐκτίμησιν τῆς πραγματικῆς ἀξίας, θαυμάζοντες τάς ἐπιστημονικάς κορυφάς, τίς καλλιτεχνικές φλέβες, τόν ὑλικόν πλοῦτον ἤτοι ἀποθεώνουν τήν ἀξίαν τῆς ἐπιστήμης, τῆς τέχνης καί τοῦ ἐπιγείου πλούτου, ἀδιαφοροῦσι δέ εἰς τήν ἀξίαν τοῦ ἀγαθοῦ ἀνθρώπου. Ἡ περικοπή αὐτή τοῦ εὐαγγελίου θέτει καί. τά δύο αὐτά πράγματα εἰς τήν θέσιν των. Ἄς τά μελετήσωμεν.

Α'. Ὓπαρξις μελλούσης Κρίσεως. «Φάγωμεν, πίωμεν, αὔριον γάρ ἀποθνήσκομεν». Ἰδού τό ἔμβλημα πολλῶν ἀνθρώπων τοῦ κόσμου τούτου! Ἡ μέλλουσα ζωή εἶναι δι’ αὐτούς παραμύθι τῶν παπάδων καί ἀρχόντων πρός ἀργυρολογίαν αὐτῶν ἤ συγκράτησιν τοῦ λαοῦ ἀπό τό κακόν. Ἐδῶ εἶναι ἡ κόλασις καί ὁ παράδεισος, λέγουν ἄλλοι. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι μία ἀνωτέρα μορφή τοῦ ζώου, δευτέρα ἔκδοσις τοῦ πιθήκου ἐπηυξημένη καί βελτιωμένη, ἰσχυρίζονται οἱ ὑλισταί. Ὅπως τό ζῶον ἒτσι καί ὁ ἄνθρωπος μετά τόν θάνατον ἐπανέρχεται εἰς ἀνυπαρξίαν.

Ἄς μελετήσωμεν τόν ἄνθρωπον φιλοσοφικῶς, ἳνα ἲδωμεν, ἄν αὐτά εὐσταθοῦν. Κατά τήν μελέτην μας δέν θά πάρωμεν ὡς βάσιν συζητήσεως τί πιστεύουν 5 ἤ 10 ἄνθρωποι, θά λάβωμεν κάτι τό ὁποῖον παρατηρεῖται εἰς ὃλους τούς ἀνθρώπους ὃλων τῶν ἐποχῶν, ὃλων τῶν τόπων ἀνεξαρτήτως κοινωνικῆς προελεύσεως, φύλου, ἡλικίας κ.λ.π. κάτι δηλαδή τό πανανθρώπινον. Ποῖον εἶναι τοῦτο; Ἰδού. Οὐδείς ἄνθρωπος ὑπάρχει, ὁ ὁποῖος νά μην ἐδοκίμασεν ἒστω καί μίαν φοράν εἰς τήν ζωήν του τό φαινόμενον τῆς ἀγανακτήσεως διά κακήν διαγωγήν τοῦ ἄλλου. Εἰς ὃλους μας δηλαδή κάποτε θά ἐδόθη ἡ περίστασις ἤ ἀφορμή νά αἰσθανθῶμεν ἀγανάκτησιν διά κάποιαν, κατά τήν ἀντίληψιν μας ἀδικίαν. Τό φαινόμενον τοῦτο τῆς ἀγανακτήσεως ἀναλυόμενον τί σημαίνει; Σημαίνει, ὃτι μέσα σέ κάθε ἄνθρωπον ζοῦν δύο κόσμοι. Ὁ μέν εἷς λέγει. Ὁ δίκαιος πρέπει νά ἀμείβεται, ὁ κακός πρέπει νά τιμωρῆται. Παρ’ ὃλην ὅμως τήν ἐσωτερικήν αὐτήν φωνήν παρατηροῦμεν εἰς τήν ζωήν τό ἀντίθετον ἤτοι ὁ κακός νά περνᾶ πολλές φορές καλά, νά ἔχῃ δηλαδή ἐξωτερικάς τιμὰς καί ἀπολαύσεις, ὁ δέ δίκαιος νά ὑποφέρῃ σηκώνων τόν σταυρόν του μέχρι τοῦ Γολγοθᾶ, ὃπως καί ὁ Ἰησοῦς. Οἱ δύο κόσμοι ἐσωτερικός καί ἐξωτερικός ἔρχονται εἰς σύγκρουσιν. Ἐκ τῆς συγκρούσεως τῶν δύο αὐτῶν κόσμων, τοῦ ἐσωτερικοῦ καί τοῦ ἐξωτερικοῦ, γεννᾶται τό φαινόμενον τῆς ἀγανακτήσεως.

Διά νά ἠρεμήσῃ ὁ ἄνθρωπος ἐκ τῆς συγκρούσεως τῆς φωνῆς τῆς συνειδήσεως καί τῆς ἐξωτερικῆς ἀδικίας πρέπει ἕνα ἐκ τῶν τριῶν νά συμβῆ.

1)Ἢ νά μήν ὑπάρχῃ εἰς τον κόσμον ἡ ἀδικία ἤ

2) ἐάν ὑπάρχῃ, νά λείψῃ ἡ φωνή τῆς συνειδήσεως, νά πνιγῆ ὁ ἐσωτερικός μας ἀόρατος κόσμος τῆς δικαιοσύνης καί

3) ἐφ’ ὃσον ὑπάρχουν καί τά δύο αὐτά, πρός λύσιν τῆς τραγικῆς συγκρούσεως τούτων, πρέπει νά παραδεχθῶμεν την μέλλουσαν ζωήν, ὃπου τά πράγματα θά εὓρουν τήν θέσιν των.

Εἶναι ὃμως δυνατόν νά πνιγῆ ὁ ἐσωτερικός κόσμος τῆς δικαιοσύνης, νά μήν ὑπάρχη ἡ φωνή τῆς συνειδήσεως ; Ἀπαντῶ: Ὄχι καί ἰδού διατί. Τόσον βαθειά εἶναι ριζωμένος ὁ κόσμος αὐτός, ἡ φωνή αὐτή μέσα μας, ὥστε τόσαι ἀδικίαι τόσων αἰώνων, τόσων μεγάλων καί τρανῶν ἀνθρώπων δέν ἴσχυσαν νά πνίξουν τήν πανανθρωπίνην αὐτήν φωνήν τοῦ ἐσωτερικοῦ μας κόσμου, τήν φωνήν τῆς συνειδήσεως, ἀλλά ἐξακολουθοῦμεν νά ἐπιμένωμεν, ὃτι ὁ δίκαιος πρέπει νά ἀμείβεται καί ὁ κακός πρέπει νά τιμωρῆται. Ἀλλά ἐξακολουθεῖ νά ὑπάρχῃ καί ἡ ἐξωτερική πραγματικότης τῆς ἀδικίας. Πόσοι δίκαιοι δέν ἐκρεμάσθησαν ὃπως ὁ Ἴησοῦς; Πόσοι κακοί δέν καλοπερνοῦν! Τί πρέπει νά γίνῃ διά νά εἴμεθα σύμφωνοι μέ τό βάθος μας, μέ τόν ἑαυτόν μας, μέ τήν λογικήν; Ἰδού! Εἶναι δίκαιον, λογικόν ὁ δίκαιος ὁ ὁποῖος ἠδικήθη ἐδῶ καί ὁ ἄδικος ὁ ὁποῖος δέν ἐτιμωρήθη ἐδῶ, ὃπως καί ὃσον ἔπρεπε, νά εὓρουν ὁ μέν δίκαιος τήν ἀμοιβήν, ὁ δέ ἄδικος τήν τιμωρίαν κάπου ἀλλοῦ ἤτοι εἰς τήν ἄλλην ζωήν. Εἶναι ἄδικον, ἐάν τά πράγματα δέν τεθοῦν εἰς τήν θέσιν των. Ὥστε ἡ μή ὓπαρξης τῆς μελλούσης ζωῆς, ἀμοιβῆς καί τιμωρίας ἤτοι Κολάσεως καί Παραδείσου ἀντίκειται εἰς τήν ἐσωτάτην φύσιν τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι ἀδικία! Ἑπομένως ἐκεῖνο τό ὁποῖον λέγουσι μερικοί, ὃτι «ἐδῶ εἶναι ἡ κόλασις καί ὁ παράδεισος» διότι ἐδῶ καλοπερνοῦν καί κακοπερνοῦν οἱ ἄνθρωποι, εἶναι ψευδές. Ἐδῶ ἡ κόλασις καί ὁ παράδεισος εἶναι μπερδεμένα, διότι πολλοί οἱ ὁποῖοι πρέπει νά εἶναι εἰς τήν κόλασιν εἶναι εἰς τόν παράδεισον καί ἄλλοι οἱ ὁποῖοι πρέπει νά εἶναι εἰς τόν παράδεισον εἶναι εἰς τήν κόλασιν. Πρέπει νά ξεμπερδευτοῦν. Τοῦτο θά γίνη εἰς τήν ἄλλην ζωήν.

Πλήν τούτου. Σκεφθῆτε σοβαρά, ὃτι ὁ θάνατος εἶναι τό τελικόν τέρμα ὃλων, ὥστε ἄν λάβωμεν μιά ζυγαριά καί θέσωμεν εἰς τόν ἓνα δίσκον ὃλας τάς χαράς τοῦ κόσμου καί εἰς τόν ἄλλον δίσκον τόν θάνατον, ἀσφαλῶς βαρύτερος εἶναι ὁ θάνατος.

Ό Pascal ἔχει ἐπί τοῦ προκειμένου μίαν πολύ σοφήν σκέψιν, τήν ἑξῆς: «Ἄς ὑποθέσωμεν, λέγει, ὃτι ἒλυσα ὃλα τοῦ κόσμου τά προβλήματα, φιλοσοφικά, ἀστρονομικά, μαθηματικά, γεωλογικά, ἱστορικά κ.λ.π. δέν ἔλυσα ὃμως τό πρόβλημα τοῦ θανάτου και τώρα ἀποθνήσκω, θά δυνηθοῦν ἐκεῖνα τά λυθέντα προβλήματα νά θερμάνουν τήν παγωνιά τοῦ ἄλυτου προβλήματος τοῦ βασάνου, κατά τήν ὥραν τοῦ θανάτου μου; Ὄχι ἀσφαλῶς. Kαί ἀντιστρόφως. Οὐδέν ἔλυσα ἐκ τῶν κοσμικῶν καί ἐπιστημονικῶν προβλημάτων, ἔλυσα ὃμως τό τοῦ θανάτου πρόβλημα θετικῶς καί ἐπείσθην, ὃτι ὑπάρχει μέλλουσα μακαριότης καί ἀποθνήσκω, θά δυνηθῆ νά ψυχράνῃ ἡ ἂγνοια τῶν ἀλύτων ἐκείνων προβλημάτων τήν γνῶσιν τοῡ προβλήματος τοῦ θανάτου; Ὄχι. Ἂρα; Πρέπει νά λύσωμεν τό πρόβλημα τῆς πέραν τοῦ τάφου ζωῆς. Τοῦτο θά λυθῆ, ἂν πιστεύσωμεν εἰς τήν ὓπαρξιν τῆς ἄλλης ζωῆς. Ὅ,τι θεωρεῖ λοιπόν ἡ λογική ὡς ἀπαραίτητον, τό λέγει ὁ Κύριος ρητῶς, ὡς εἲδομεν εἰς τήν διήγησιν τῆς μελλούσης Κρίσεως. Πολλοί πιστεύουν ὃτι ὑπάρχει, άλλά ἀγνοοῦν εἰς τί θά ἀπολογηθοῦν. Ἲδωμεν.



Β) Ἡ μέλλουσα Κρίσις. Ὥστε ἀπό λογικῆς ἀπόψεως πρέπει νά ὑπάρχῃ μέλλουσα ἀποκατάστασις τῶν ἀδικιῶν τοῦ κόσμου, ἀπό χριστιανικῆς δέ ἀπόψεως ὑπάρχει. Πῶς θά κριθῶμεν τότε; Κρίσις ὑπάρχει καί ἐδῶ. Καί ἡμεῖς οἱ ἄνθρωποι κρίνομεν. Ἤτοι θέτομεν ἄλλους ἐκ δεξιῶν μας, ἄλλους ἐξ ἀριστερῶν μας. Ὡς βάσις τῆς κρίσεως λαμβάνονται διάφορα χαρίσματα τοῦ κόσμου, ὀμορφιά, φωνή, πλοῦτος, γνώσεις, καλλιτεχνία. Ἢτοι ἐκ δεξιῶν τίθεται ὑπό τήν εὒνοιάν μας ὁ ἐμφανίσιμος κατά τήν μορφήν ἤ τήν ἐνδυμασίαν, εἰς τά ἀριστερά μας ὑπό δυσμένειαν τίθεται ὁ ἐκ φύσεως μή ἐμφανίσιμος κατά τήν μορφήν καί ἐξ’ οἰκονομικῆς ἀνεχείας μή εὐπαρουσίαστος κατά τήν ἐνδυμασίαν, εἰς τά δεξιά μας τίθεται ὑπό τήν εὒνοιάν μας ὁ ἐμφανίσιμος κατά την μορφήν ἢ ἒχων ἐκ φύσεως μελῳδικήν ψαλμῳδίαν καί ἀπαγγελίαν, ἐξ εὐωνύμων ὁ ἠδικημενος εἰς τά τοιαῦτα. Ὑπό θαυμασμόν ἔχομεν τόν μεγάλον ἐπιστήμονα καί καλλιτέχνην, ὑπό περιφρόνησιν δέ τόν μή πεπροικισμένον ὑπό τοιούτων χαρισμάτων. Ὑπό ἐκτιμησίν μας εἰς τά δεξιά μας ὑπάρχουν οἱ θεραπεύοντες τόν ὑλικόν ἤ πνευματικόν ἐγωισμόν μας, εἰς τά ἀριστερά μας ὑπό τήν δυσμένειαν μας οἱ θίγοντες ἡμᾶς ὑλικῶς ἤ ἠθικῶς. Ἰδού πῶς κρίνομεν, πῶς χωρίζομεν ἡμεῖς τά πράγματα.

Δέν θέλω νά περιφρονήσω ὃλας τάς ἀξίας αὐτάς. Ἀρκεταί ἐξ αὐτῶν εἶναι χαρίσματα τοῦ θεοῦ καί εἶναι ἂξια πάσης προσοχῆς. Ἐν τούτοις ὡς βάσις κατά τήν μέλλουσαν Κρίσιν θά ληφθῆ κάτι, τό ὁποῑον δύναται νά ὑπάρχῃ εἰς ὃλους καί ὂχι εἰς ὀλίγους. Ἡ ὡραία μορφή καί φωνή, ἡ εὐφυΐα, ὁ πλοῦτος κ.λ.π. εἶναι εἰς μερικούς ἀνθρώπους καί πρόσκαιρα. Ποῖον εἶναι τό κοινόν ἀγαθόν, τό ὁποῖον θά μείνῃ αἰώνιον; Εἶναι ἡ πρός τόν ἄλλον βοήθεια. Αὐτή ἡ ἀξία δύναται νά ὑπάρχῃ εἰς ὃλους. Ὅλοι μποροῦμε νά γίνωμεν καλοί ἄνθρωποι. Ὅλοι δέν μποροῦμε νά γίνωμεν ἐπιστήμονες, ψάλται κ.τ.λ. . Ἑπομένως κατά τόν μεγάλον ἐκεῖνον χωρισμόν θά κριθῶμεν ἐπί τῆ βάσει ὂχι τῶν χαρισμάτων τοῦ Θεοῦ ἀλλά τῆς ἰδικῆς μας διαθέσεως καί ἐργασίας.Ὄχι δηλαδή ἄν, εἶχες σπίτια καί ἀνάκτορα θά τεθῆς εἰς τά δεξιά τοῦ Θεοῦ, ἀλλά ἄν ἐφιλοξένησες. Ὄχι ἄν εἶχες ρευστόν χρῆμα, ἄλλα ἄν μέ αὐτό ἐνέδυσες τό ὀρφανόν. Ὄχι ἄν ἦσο ἐλεύθερος, ἄλλα ἄν ἐπεσκέπτεσο τούς φυλακισμένους. Ὄχι ἄν ἦσο ὑγιής καί εὔρωστος, ἄλλα ἄν ἐπεσκέπτεσο τούς ἀσθενεῖς. Ὄχι ἄν ἐφοροῦσες πολυτελῆ ἐνδύματα, ἄλλα ἄν ἐνέδυες τόν γυμνόν. Ὄχι ἄν εἶχες φίλους καί φίλας, ἄλλα ἄν ἐφιλοξένεις τούς ξένους. Ὄχι ἄν κατήγεσο ἀπό οἰκογένειαν μεγάλην καί τρανήν καί ἐκαυχᾶσο δι’ αὐτήν, ἀλλά ἄν συνεπάθης τήν χήραν καί τό ὀρφανό, oἱ ὁποῖοι δέν ἔχουν ὂχι οἰκογένειαν, ἄλλα οὔτε σύζυγον καί πατέρα.

Γενικῶς δέ οἱ ἄνθρωποι θά χωρισθοῦν ἐκεῖ εἰς ἀνθρώπους καί παληανθρώπους. Πόσον σοφός, δίκαιος, συγκινητικός καί ὠφέλιμος εἶναι ὁ χωρισμός ἐκεῖνος! Ἄς φροντίσωμεν νά γίνωμεν καλοί ἄνθρωποι.

Κυριακή της Απόκρεω Ἀγάπη: Τὸ κριτήριο τοῦ Θεοῦ (Ματθ. 25, 31- 46) Ἀρχιμανδρίτης Νικάνωρ Καραγιάννης

Ἕνα ἀναπόφευκτο γεγονός, ποὺ θὰ τερματίσει τὴν ἱστορία τοῦ κόσμου καὶ θὰ σφραγίσει τὴν προσωπική μας ζωή, παρουσιάζει ἡ σημερινὴ εὐαγγελικὴ παραβολὴ τῆς μέλλουσας κρίσης, «ὅταν ἔλθῃ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου». Ὅσο τολμηρὸ καὶ παράδοξο κι ἂν ἀκούγεται, ὁ Χριστὸς δὲν θὰ ξαναέρθει, ἀφοῦ ἤδη εἶναι πανταχοῦ παρὼν στὴ συμπαντικὴ πραγματικότητα καὶ τὴν ἱστορία τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Χριστὸς δὲν ἔφυγε ποτὲ ἀπὸ τὴ ζωή μας, «ἰδοὺ ἐγὼ μεθ' ὑμῶν εἰμί πάσας τὰς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος» (Ματθ. 28,22). Κάποτε, στὸν ἐπίλογο τῆς ζωῆς τοῦ κόσμου, ἁπλῶς θὰ φανερωθεῖ, καὶ θὰ λάμψει αὐτὸ ποὺ τώρα δὲν βλέπουμε, καὶ ὅμως ὑπάρχει, ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ δόξα Του. Τότε τὰ σκηνικά του κόσμου καὶ τὰ παρασκήνια τῆς ἱστορίας θὰ πέσουν καὶ ἡ ζωὴ τοῦ κάθε ἄνθρωπου θὰ κριθεῖ.


Ἀγάπη στὸν ἄνθρωπο, τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ

Δυστυχῶς στὴ σκέψη πολλῶν ἀνθρώπων τὸ προφητικὸ βάθος τῆς παραβολῆς τῆς μέλλουσας κρίσης διαστρέφεται ἐπικίνδυνα, κάθε φορὰ ποὺ τὴν ἀντιλαμβάνονται μὲ ἕναν τρόπο ποὺ πανικοβάλλει καὶ τρομοκρατεῖ μὲ ἀπειλές, καταδίκες καὶ τιμωρίες. Ὅμως ὁ Θεὸς δὲν τιμωρεῖ, ἀλλὰ ὁ ἄνθρωπος αὐτοτιμωρεῖται μὲ τὶς ἐπιλογές του καὶ τὶς συμπεριφορές του, ὅπως ὑπαινίσσεται ὁ Χριστός, ὅταν λέει «καθὼς ἀκούω κρίνω, καὶ ἡ κρίσις ἡ ἐμὴ δικαία ἐστὶν» (Ἰω. 5,30). Ὁ Χριστὸς ἀκούει καὶ ἀποδέχεται τὴ δική μας ἀπόφαση. Ἀπὸ τὴ δική μας τοποθέτηση ἐξαρτᾶται ἡ κρίση Του. Κάθε φορὰ ποὺ ἀρνούμαστε τὴν ἀγάπη γιὰ τὸν ἐμπερίστατο ἄνθρωπο ἀρνούμαστε τὸν ἴδιο τὸν Θεό. Γι' αὐτό, ἂν ἀδιαφορήσουμε καὶ δὲν ἀγαπήσουμε τὸν συνάνθρωπο, τότε θὰ κριθοῦμε ἀπὸ τὸν Υἱὸ τοῦ ἀνθρώπου.

Ἡ ἀγάπη, λοιπόν, γίνεται τὸ ἀπόλυτο καὶ διαχρονικὸ μέτρο τοῦ Θεοῦ, ποὺ μᾶς ζυγίζει. Ἀποτελεῖ τὸ ἀδιαμφισβήτητο κριτήριο τῆς κρίσεώς Του. Ὁ ἄνθρωπος δὲν ἔχει ἄλλον ἀσφαλῆ τρόπο καὶ δρόμο, γιὰ νὰ ἑνωθεῖ μὲ τὸν Θεὸ καὶ νὰ ζήσει τὴν ὑπαρξιακή του εὐτυχία (αὐτὸ ποὺ λέμε σωτηρία), παρὰ μόνο τὴν ἔμπρακτη ἀγάπη στὸν ἄλλον ἄνθρωπο. Ἐδῶ σημασία δὲν ἔχει τὸ ποιὸς εἶναι ὁ πλησίον, ἀλλὰ τὸ πῶς θὰ σταθοῦμε ἐμεῖς «πλησίον», δηλαδή, κοντὰ στὸν ἄλλο.

Ὁ ὅσιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος τονίζει ὅτι «ὅταν φθάνουμε στὴν ἀγάπη, φθάνουμε στὸν Θεὸ καὶ ὁ δρόμος τοῦ ἀγώνα μας τελειώνει». Ὁ Χριστὸς ταυτίζεται μὲ τοὺς ταλαιπωρημένους, τοὺς θλιμμένους, τοὺς καταφρονημένους. Μᾶς ζητᾶ νὰ τὸν ἀνακαλύψουμε καὶ νὰ τὸν συναντήσουμε μέσα ἀπὸ τὴν ἀγάπη μας γιὰ αὐτούς. Ὅταν πάσχει ὁ ἄνθρωπος, συμπάσχει μαζί του καὶ ὁ Θεός. Γι' αὐτὸ ἡ ἔμπρακτη ἀγάπη γιὰ τὸν πάσχοντα ἄνθρωπο ἀποδεικνύει μὲ τρόπο ἁπτὸ καὶ χειροπιαστὸ τὴν πίστη καὶ τὴν ἀγάπη μας γιὰ τὸν Θεό.



Ἡ ἀγάπη ὡς διακονία

«Καὶ οὐ διηκονήσαμέν σοι»; Ἂν ἡ ἀγάπη δὲν διακονεῖ, τότε δὲν εἶναι γνήσια καὶ ξεπέφτει. Ἡ διακονία εἶναι κορυφαῖος τρόπος χριστιανικῆς παρουσίας καὶ μαρτυρίας. Εἶναι θυσία χωρὶς ὑπολογισμό, ἡ ὁποία θεραπεύει ὅ,τι πονάει τὸν ὅλο ἄνθρωπο. Ὁ πεινασμένος, ὁ διψασμένος, ὁ γυμνός, ὁ ξένος, ὁ φυλακισμένος, ὁ ἄρρωστος εἶναι καταστάσεις ζωῆς ποὺ μαστίζουν τὸν ἄνθρωπο ὡς πρόσωπο καὶ ὡς κοινωνία. Ὁ διάβολος, ἡ ἁμαρτία καὶ ἡ φθορὰ δημιουργοῦν συνεχῶς ἀναρίθμητες ἑστίες καὶ πλέγματα ἀνάγκης ποὺ μᾶς κυκλώνουν. Ἀσθένειες, δυστυχία, θεομηνίες, πείνα, ἐγκληματικότητα, περιφρόνηση, μοναξιά, ἐγκατάλειψη, ἐκμετάλλευση, μετανάστευση, ἀδικία, ἀνεργία, εἶναι ὁ χῶρος τῆς ἀνάγκης καὶ τῆς ἀδυναμίας τοῦ ἀνθρώπου. Εἶναι καταστάσεις ὕπαρξης τῶν ἐλαχίστων ἀδελφῶν τοῦ Χριστοῦ.

Γεννιέται ὅμως ἕνα ἐρώτημα, Πῶς τοὺς ἀντιμετωπίζουμε; Οἱ πιὸ πολλοὶ ἀπὸ ἐμᾶς τοὺς προσπερνᾶμε ἀδιάφορα ἤ τοὺς «προσφέρουμε» ἁπλῶς τὸν οἶκτο μας. Περιορίζουμε καὶ ἐξαντλοῦμε τὸ νόημα τῆς παραβολῆς στὸ καθῆκον τῆς ἐλεημοσύνης. Δὲν μποροῦμε νὰ ὑπερνικήσουμε τὸ φόβο καὶ τὴν ἀνασφάλεια ποὺ γεννᾶ μέσα μας ἡ ἀνωνυμία τοῦ ἀγνώστου συνανθρώπου μας, τοῦ πρόσφυγα καὶ τοῦ λαθρομετανάστη, τοῦ ἀποξενωμένου καὶ ἐγκαταλελειμμένου. Εἴμαστε τραγικὰ ἀνίκανοι νὰ κατέβουμε στὸν «ἅδη τῆς ζωῆς του», ὥστε νὰ τὸν βοηθήσουμε καὶ νὰ τὸν ἀναστήσουμε στὴ ζωὴ τῆς ἀγάπης, κατὰ τὸ παράδειγμα τῆς καθόδου τοῦ Χριστοῦ στὸν ἅδη.

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος ἀναφέρει ὅτι «δὲν μπορῶ νὰ πιστέψω γιὰ ἕναν ἄνθρωπο ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ σωθεῖ, ἂν δὲν κοπιάσει γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ διπλανοῦ του». Ἂς μὴν ξεχνᾶμε ὅτι ὁ διπλανός, ὁ κάθε ἐλάχιστος ἀδελφός τοῦ Χριστοῦ, δὲν πεινάει καὶ διψάει μόνο γιὰ ψωμὶ καὶ νερό, ἀλλὰ γιὰ ἀλήθεια, ἀγάπη καὶ σωτηρία. Ἀμήν.

Υπάρχει στην εποχή μας χριστιανική οικογένεια; Του Μόσχου Εμμανουήλ Λαγκουβάρδου

    Υπάρχει μια συγκεκριμένη δομή στη σημερινή χρισιανική οικογένεια ή τα μέλη της επιβάλλουν τη θέλησή τους με τη βία, ψυχολογική ή απόλυτη; Υπάρχει μια ιεραρχία στα μέλη της σημερινής χριστιανικής οικογένειας ή δεν υπάρχουν ορισμένες ιδιότητες των μελών και τα μέλη παίζουν διάφορους ρόλους με το καλό ή με τη βία, αναλόγως με την περίσταση;
       Τί λέει η Εκκλησία; Τί λέει ο κόσμος; Σε ποιον πιστεύει ένας κόσμος που δεν προσεύχεται;
       Η  Εκκλησία διδάσκει πως στην χριστιανική οικογένεια, όποια ιδιότητα κι αν έχουμε, του πατέρα, της μητέρας, του παιδιού, φερόμαστε με τρόπο που να αρέσει στο Θεό. Πάντοτε με το καλό και ποτέ με τη βία, ψυχολογική ή απόλυτη.
      Ο πατέρας είναι το πρότυπο για τα μέλη της οικογένειας. Το φως του Χριστού διαλύει τις ψευδαισθήσεις.
        Η πρώτη και μεγαλύτερη ψευδαίσθηση είναι αυτή της γυναίκας, η οποία νομίζει ότι δημιουργεί μια νέα οικογένεια, μεταφέροντας σ΄ αυτήν την εξουσία του πατέρα της και γενικά τις γονεϊκές της επιδράσεις.
        Η δεύτερη μεγάλη ψευδαίσθηση είναι του παιδιού, που εκδηλώνει τις αρχέγονες καταβολές και αγωνίζεται να τις επιβάλλει στους ενδοτικούς γονείς του και συχνά το κατορθώνει.
       Ο ρόλος του πατέρα, ως ενηλίκου,  στις περιπτώσεις αυτές είναι το περιθώριο. Ο πατέρας προσπαθεί με την πειθώ να οδηγήσει τα μέλη της οικογένειας στην Εκκλησία και στα μυστήριά της, στην εξομολόγηση, στη Θεία Κοινωνία..
      Τελικά ο πατέρας πείθει την οικογένεια να ακολουθήσει το δρόμο της Εκκλησίας ή είναι μάταιη η προσπάθειά του κι οι σημερινές χριστιανικές οικογένειες εκκλησιάζονται τυπικά, χωρίς ουσιαστικό δεσμό με την Εκκλησία;
       Είναι ο θησαυρός της σημερινής χριστιανικής οικογένειας ο Χριστός ή ο θησαυρός της  είναι ο άθεος ξενόφερτος τρόπος ζωής; Όπου  είναι ο θησαυρός σας είναι και η καρδιά σας. Είναι η καρδιά των μελών της σημερινής οικογένειας στο Χριστό ή στη μόδα;
      Κατά την ιερολογία του γάμου η Εκκλησία καθορίζει την αποστολή των μελών της χριστιανικής οικογένειας: Η Εκκλησία είναι κεφαλή του άντρα, ο άντρας είναι κεφαλή της γυναικός. Άντρας και γυναίκα είναι ενωμμένοι με κοινό σημείο αναφοράς την Εκκλησία της οποίας κεφαλή είναι ο Χριστός.
     Βία στην οικογένεια σημαίνει ότι κάποιο από τα μέλη της σε κάποια στιγμή γίνεται θύτης και κάποιο μέλος γίνεται θύμα. Στην Εκκλησία δεν υπάρχουν θύτες και θύματα. Η μόνη "θυσία" που δέχεται η Εκκλησία είναι η Προσευχή, η θυσία αινέσεως, όπως λέει ο Δαβίδ.
    Ο πατέρας είναι ειρηνικός. Δε χρησιμοποιεί βία. Μετά των μισούντων την ειρήνη ήμουν ειρηνικός. Ο πατέρας είναι ειρηνικός με αυτούς που μισούν την ειρήνη και δίνει το παράδειγμα στα μέλη της οικογένειας. Ο πατέρας είναι κεφαλή της γυναικός και οδηγεί την οικογένεια στην Εκκλησία για να είναι η ζωή της οικογένειας αρεστή στο Θεό. Ο πατέρας προσεύχεται και δίνει το παράδειγμα της προσευχής στα μέλη της οικογένειας. Τα πάντα γίνονται με την προσευχή. Δεν έχει καμιά θέση η βία στην οικογένεια. Σε κάθε ενέργεια προηγείται η αδιάλειπτη προσευχή.
      Ο παππούς μου κι η γιαγιά μου δεν έδιναν συμβουλές. Ο παππούς, ο μακαρίτης ο Αγγελάκης δίδασκε με το παράδειγμά του κι η γιαγιά μου επανλάμβανε πάντα τα ίδια λόγια, με το καλό, ,παιδί μου, με το καλό. Δεν έλεγε ποτέ τί να κάνω, αλλά πώς να το κάνω. Πάντα με το καλό.Το καλό είναι θεραπεία. Η βία είναι αρρώστια, τόσο σ΄ αυτόν που την μεταχειρίζεται, όσο και σ΄ αυτόν που τη δέχεται.
     Υπάρχει κάποιος χώρος στο σημερινό κόσμο όπου είναι άγνωστη η βία, είναι ο χώρος των μυστηρίων της Εκκλησίας. Μέσω των μυστηρίων της Εκκλησίας , οι Εντολές του Χριστού λαμβάνουν το αληθινό τους νόημα. Αιτείτε και δοθήσεται υμίν, κρούετε και ανοιγήσεται.
    Η απάντηση στις προκλήσεις της σημερινής εποχή είναι η ειρήνη. Με αυτούς που μισούν την ειρήνη ήμουν ειρηνικός. Αυτός είναι ο δρόμος του Ευαγγελίου. Αρνούμενος τη βία ακολουθείς το δρόμο του Χριστού κι οι πρώτοι που θα αντιταχθούν είναι οι οικιακοί σου. Είναι η βία της γυναίκας που μεταφέρει στην οικογένεια την εξουσία του πατέρα της.
    Έχει η σημερινή χριστιανική οικογένεια  χριστιανική δομή ή είναι μόνον κατ΄ όνομα χριστιανική;
Δίνει η γυναίκα το προβάδισμα στον άντρα ή προσεύχεται όπως και αυτός με ακάλυπτη κεφαλή. Αναγνωρίζει τον άντρα ως κεφαλή της;
   Είναι η σημερινή χριστιανική οικογένεια ενωμένη στο Χριστό; Αναζητεί ποιο είναι το θέλημα του Θεού, για να συμμορφώσει το θέλημά της στο θέλημα του Θεού; Ενδιαφέρεται γι΄ αυτό που είναι θεάρεστο;
    Το φως του Χριστού διαλύει τις ψευδαισθήσεις, όταν η θέλησή μας συμμορφώνεται με τη θέληση του Χριστού για να είναι μια θέληση; Μπορούμε να πούμε ως οικογένεια ότι νιώθουμε πως δε ζούμε εμείς, πως ζει μέσα μας ο Χριστός;
πηγή

Ἡ Εὐχαριστία τῆς Κυριακῆς π.Θεοδόσιος Μαρτζούχος



«Χαίρετε! Εἶμαι ὁ Τζίμυ Μπράουν καὶ σᾶς κάλεσα ἀπόψε ἐδῶ. Δὲ μὲ ξέρετε οὔτε σᾶς ξέρω. Κι ὅμως ὅλοι δεχτήκατε αὐτὴ τὴν πρόσκληση καὶ οὔτε ἕνας σας δὲν ἀναρωτήθηκε ποιὸς εἶναι αὐτὸς ὁ ἄγνωστος ποὺ μᾶς καλεῖ. Ἀλλὰ ὅλοι σας παραβλέψατε αὐτὴ τὴ λεπτομέρεια προκειμένου νὰ μὴ λείψετε ἀπὸ μία ἀκόμη ἐκδήλωση. Αὐτὰ εἶχα νὰ σᾶς πῶ καὶ γι' αὐτὸ σᾶς κάλεσα. Μπορεῖτε νὰ συνεχίσετε. Καλή σας νύχτα!»

Εἶναι μία πρόσκληση-φάρσα, ποὺ κάνει ἕνας ἄνθρωπος στὴν Ἀστόρια τῆς Ἀμερικῆς, ὁ Τζίμυ Μπράουν, ἡ ὁποία λέει ἀκριβῶς ὅτι ἐπειδὴ ἀντιλαμβάνεται ὅτι κάποιους θὰ τοὺς ἐνδιέφερε μία ἐκδήλωση, τοὺς στέλνει μία πρόσκληση. Αὐτοὶ μαζεύονται χωρὶς νὰ ξέρουν ποιὸς εἶναι ὁ προσκαλῶν καὶ γιατί.

Ἀτυχῶς, ἐκκλησιαστικὰ βρισκόμαστε σὲ μία ἀναλογία δεδομένων! Ἐμεῖς οἱ ἱερεῖς στέλνουμε πρόσκληση στοὺς ἀνθρώπους γιὰ τὴ Λειτουργία, ποὺ οὔτε τοὺς ξέρουμε οὔτε μᾶς ξέρουν. Ἢ ἂν θέλετε, (σὲ ἕνα ἄλλο μεγαλύτερο καὶ οὐσιαστικότερο ἐπίπεδο), μᾶς στέλνει ὁ Θεὸς μία πρόσκληση, Ἐκεῖνος ξέροντάς μας καὶ ἐμεῖς ἀγνοώντας Τον.
 
* * *

Πάρα πολλὲς φορὲς μέσα στὴν Ἐκκλησία, ἂν ἕνας ἄνθρωπος ρωτήσει γιατί θὰ πρέπει νὰ πάει τὴν Κυριακὴ στὴν Εὐχαριστία, τοῦ ἀπαντᾶμε: «Αὐτὸ εἶναι τὸ καθῆκον κάθε Χριστιανοῦ». Καὶ φυσικά, ἐπειδὴ πλέον οἱ ἄνθρωποι δὲ θέλουν νὰ ἔχουν καὶ δὲ δέχονται νὰ ὑλοποιοῦν καθήκοντα στὴ ζωή τους, ἔχουν διαγράψει ἀπὸ τὴν προοπτική τους τὸ θέμα. Ἴσως ἀντιδρώντας καὶ ὑγιῶς! Ἐπειδὴ ἀντιλαμβάνονται ὅτι αὐτὸ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἕνα καθῆκον! Ἂν δὲν εἶναι κάτι περισσότερο, δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ὑπάρχει. Ἂν δὲν ἔχει κάτι ποὺ ἀφορᾶ τὴν ζωή μου, δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ συμμετάσχω.

Γράφει σὲ κάποιο φίλο του χριστιανὸ ἕνας ἀναρχικός: «δὲν καταλαβαίνω γιὰ ποιὸ λόγο πᾶνε οἱ Χριστιανοὶ κάθε Κυριακὴ στὴν ἐκκλησία». Τοῦ ἁπαντᾶ ἐκεῖνος: «Προφανῶς, κάποια βιβλία πού σοῦ ἀρέσανε τὰ ξαναδιαβάζεις. Ἔ, λοιπόν, ἔτσι καὶ οἱ Χριστιανοί, ξαναδιαβάζουμε τὴ Λειτουργία, ὅπως ἕνα συγκλονιστικὸ βιβλίο! Κάποιοι ἀποφασίσαμε κάθε Κυριακὴ νὰ τὴν ξαναδιαβάζουμε μαζί». Ἀπὸ τὴν ἀρχαία παράδοση, ἀπ' τὸν Ἰουστίνο ποὺ εἶναι στὸν πρῶτο αἰώνα, εἶναι σαφὲς ὅτι οἱ Χριστιανοὶ κάθε Κυριακὴ «ξαναδιαβάζουν τὴ Λειτουργία». Ὅλοι μαζί.

Στὸ βιβλίο τῶν Βασιλειῶν, κεφάλαιο τρίτο, περιγράφεται ἕνα περιστατικὸ ἀπὸ τὴν ζωὴ τοῦ Προφήτη Ἠλία, στὸ ὁποῖο ὁ προφήτης κάποια στιγμὴ καταδιωκόμενος ἀπὸ τὴν Ἰεζάβελ (τὴν βασίλισσα τοῦ τόπου) καταφεύγει στὸ Χωρήβ, δηλ. στὸ ὄρος Σινά. Κάποια στιγμὴ κουράζεται καὶ ἀπὸ τὴν κούραση τὸν παίρνει ὁ ὕπνος. Λίγο πολὺ τὸ θυμάστε τὸ περιστατικό. Τὸν ξυπνάει κάποιος καὶ τοῦ λέει: «Ἀνάστηθι καὶ φάγε». Καὶ σηκώνεται καὶ τρώει. Καὶ λέει τὸ κείμενο ἐκεῖ, Γ΄ Βασιλειῶν 19 κεφάλαιο 8ος στίχος: «Καὶ ἐπορεύθη ἐν τῇ ἰσχύι τῆς βρώσεως ἐκείνης τεσσαράκοντα ἡμέρας καὶ τεσσαράκοντα νύκτας». Τί ἀναλογία μπορεῖ νὰ ἔχουν τὰ δύο θέματα; Ἄμεση καὶ ἀπόλυτη. Καὶ ἐμᾶς μᾶς καταδιώκει κάποιος νὰ λάβει τὴν ψυχή μας. Ὁ «κύριος τοῦ κόσμου καὶ τοῦ τόπου» ἂν δὲ συνειδητοποιήσουμε ποῦ θὰ μπορέσουμε νὰ σώσουμε τὴν ψυχή μας, ἀπὸ κεῖ καὶ μετὰ ἔχουμε ἤδη μπερδευτεῖ.

Νὰ κάνω μία παρένθεση. Ὑπάρχει ἕνας ἄνθρωπος, Ἕλληνας στὴν καταγωγή, ὁ ὁποῖος ἔχει περάσει στὴ διεθνῆ βιβλιογραφία μὲ τὸ ὄνομα Γκουρτζίεφ. Καὶ ὑπάρχει καὶ ἕνα ἵδρυμα καὶ στὴν Ἀθήνα μὲ τὸ ὄνομά του, τὸ ἵδρυμα Γκουρτζίεφ, ὁ ὁποῖος ἦταν πνευματιστής, ἦταν ἀποκρυφιστής. Ἔχει μία μέθοδο, τὴ μέθοδο Γκουρτζίεφ. Αὐτὸς σὲ κάποιο βιβλίο του περιγράφει τὸ ἑξῆς:

«Μία μέρα περπάταγα στὴ Μόσχα καὶ χιόνιζε. Καὶ ὅπως ἔκανε κρύο, προσπαθοῦσα νὰ συντομεύσω τὴ διαδρομή. Στὸ δρόμο, ὅμως, συνάντησα τὸ διάβολο. Ὁ ὁποῖος ἦταν κοκαλιάρης, ρακένδυτος καὶ ἔτρεμε. Καὶ τότε τοῦ εἶπα:

- Καλὰ σὲ αὐτὰ τὰ χάλια κατάντησες;

Κι ἐκεῖνος μοῦ ἀπάντησε:

- Ἐδῶ καὶ 500 χρόνια, οἱ ἄνθρωποι δὲν ἔχουνε ψυχή. Καὶ μὴ ἔχοντας τί νὰ πάρω, ἔχω καταντήσει κοκαλιάρης.

Εἶναι ἀλληγορία ἡ εἰκόνα, ἀλλὰ εἶναι τρομερή. Ὁ Γκουρτζίεφ εἶναι σχεδὸν στὸν 20° αἰώνα. Θέτει ἕνα χρονικὸ ὅριο μὲ τὰ λόγια του, ἀπὸ τὸ ὁποῖο οὐσιαστικὰ ξεκινάει ὁ Διαφωτισμὸς καὶ ἡ Ἀναγέννηση καὶ ὅλα τὰ ὑπόλοιπα ρεύματα, τὰ ὁποῖα προσπαθοῦν νὰ πείσουν τὸν ἄνθρωπο ὅτι «κανεὶς δὲν καταδιώκει νὰ λάβει τὴν ψυχή του», ὅπως λέει στὸν Προφήτη Ἠλία. Δὲ χρειάζεται καμία βρώση, ἡ ὁποία θὰ τὸν ἐνισχύσει σὲ αὐτὴ τὴν πορεία πρὸς ἕνα ὄρος στὸ ὁποῖο θὰ μπορέσει νὰ σωθεῖ.

Ὁ Προφήτης Ἠλίας πάει στὸ Χωρήβ, στὸ Σινά. Ἔχει προηγηθεῖ στὸ Σινὰ ὁ Μωϋσῆς. Τὸ Χωρὴβ εἶναι τὸ ὄρος τῆς ἐπιφανείας τοῦ Θεοῦ. Καὶ γιὰ τὰ δεδομένα τὰ ἐκκλησιαστικὰ εἶναι ἡ Ἐκκλησία. Τὸ Μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ἄκτιστος Ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, ἐνεργεῖται πρὸ αἰώνων. Ἐνεργεῖτο καὶ στὴν Παλαιὰ Διαθήκη, γι' αὐτὸ ἔχουμε Ἁγίους ἀπ' τὴν Παλαιὰ Διαθήκη, ἐνεργεῖται καὶ στὴ Νέα Διαθήκη. Ὁ Χριστὸς εἶναι τὸ σημεῖο τοῦ ὁποίου ἡ σκιὰ φωτίζει τὴν Παλαιὰ καὶ οἱ ἐνέργειες φωτίζουν τὴ Νέα. Ἄλλωστε, δὲν πρέπει νὰ τὸ ξεχνᾶμε: Τὸν ρωτάει ὁ Μωϋσῆς: πές μου ποιὸς εἶσαι, τί θὰ πῶ κατεβαίνοντας ἂν μὲ ρωτήσουν; Καὶ ὁ Χριστὸς τοῦ λέει: Πὲς τους εἶμαι ὁ Ὤν. Καὶ γράφει ὁ Ἰωάννης στὴν Πάτμο ὅτι ὁ Χριστὸς τοῦ εἶπε ὅτι Ἐγὼ εἰμὶ ὁ Ὤν. Αὐτὸς ποὺ μιλάει στὸ Χωρὴβ καὶ αὐτὸς ποὺ μιλάει στὴν Πάτμο. Εἶναι ὁ ἴδιος.

Τὸ ὄρος λοιπόν, τῆς ἐπιφανείας τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ Θεία Λειτουργία. Καταφεύγοντας ἐκεῖ θὰ σώσουμε τὴν ψυχή μας, γιατί κάποιος στὴ ζωὴ τοῦ καθενὸς καταδιώκει νὰ τὴ λάβει. Ἐμεῖς οἱ Χριστιανοὶ γελοιοποιήσαμε τὴν εἰκόνα καὶ τὴν ἀντίληψη τοῦ περιεχομένου τῆς λέξεως ψυχή. Εἴτε ἀγωνιώντας ἂν τὴν ἀποδέχεται ὡς ὑπαρκτὴ ἡ ψυχιατρική, εἴτε ἰδεολογικοποιώντας την, ὄντας ἐμεῖς πλατωνιστές. Οὐσιαστικὰ ἔχοντας ἁγνοήσει τὸ σῶμα μὴ πιστεύοντας καλὰ καλὰ στὴν ἀνάσταση τῶν σωμάτων γιατί πιστεύουμε ὅτι ἀφοῦ ὑπάρχει ἡ ψυχή μας καὶ εἶναι…ἀθάνατη, τότε ὅλα καλὰ εἶναι! Χωρὶς νὰ καταλαβαίνουμε ὅτι χωρὶς σῶμα μία ψυχὴ δὲν μπορεῖ νὰ ἐκφραστεῖ καὶ χωρὶς ψυχὴ ἕνα σῶμα εἶναι ἀνενεργὸ καὶ νεκρό.

Ἡ Εὐχαριστία, λοιπόν, εἶναι τὸ ὄρος τῆς ἐπιφανείας τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖ ποὺ καταφεύγει ὁ κάθε Ἠλίας ἀπό μᾶς, προκειμένου νὰ σωθεῖ ἀπὸ τὴν «Ἰεζάβελ» ποὺ τὸν καταδιώκει. Καὶ ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὅτι ἡ Εὐχαριστία εἶναι μία καθολικὴ ὅραση. Δηλαδή, ἕνας τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο οἱ Χριστιανοὶ μαθαίνουν νὰ βλέπουν τὰ πάντα. Ὅ,τι συμβαίνει γύρω τους. Συνδέεται μὲ ὅλα, ὅπως συνδέεται ἡ καρδιὰ μὲ ὅλα τὰ μέλη τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος. Καὶ βέβαια στὸ Μυστήριο τῆς Εὐχαριστίας σημαίνεται ἡ Ἐκκλησία.

Τί σημαίνει ὅμως Ἐκκλησία; Ἂν εἶναι ἕνα ἀκόμα ἰδεολόγημα, δὲν τὸ χρειάζεται ὁ σημερινὸς ἄνθρωπος. Ἂν δὲ σαρκώνεται κάπου, ἂν δὲν περπατάει στὸ τώρα, τί νὰ τὸ κάνει ὁ ταλαίπωρος σημερινὸς ἄνθρωπος; Ὡς ἱστορικὴ ἀνάμνηση, δὲν τὸ θέλει. Ἡ παράδοση δὲν τὸν ἀπασχολεῖ. Τὸ παρελθὸν του εἶναι ἂν ὄχι ἀδιάφορο, πάντως ἄγνωστο. Ἂν δὲν καταλάβει τὸ 6ο κεφάλαιο τοῦ κατὰ Ἰωάννην, ὅπου ὁ Χριστὸς περιγράφει ὅλη τὴ διδασκαλία γιὰ τὴν Εὐχαριστία, ἀπὸ ποῦ καὶ ὥς ποῦ ἐμεῖς, θὰ τοῦ ποῦμε, ἔλα νὰ λειτουργηθεῖς τὴν Κυριακή;. Ὅταν ὁ Φίλιππος λέει στὸ Ναθαναὴλ «ἔρχου καὶ ἴδε» τὸν καλεῖ νὰ δεῖ κάτι, νὰ τὸ ψηλαφήσει.

Ἐμεῖς, ποῦ τὸν καλοῦμε; Ποῦ νὰ 'ρθει; Σὲ ἕνα χῶρο ποῦ κανεὶς δὲν ξέρει κανέναν; Σὲ ἕνα “γήπεδο” στὸ ὁποῖο οὐσιαστικά μᾶς ἔφερε τὸ κοινὸ θέαμα, ὅπως συνδέει τοὺς θεατὲς τοῦ ποδοσφαίρου ὁ ποδοσφαιρικὸς ἀγώνας; Σὲ ἕνα χῶρο στὸν ὁποῖο ὁ νεαρὸς ποὺ πάει φοιτητὴς σὲ ἄλλη πόλη καὶ πάει στὴ Λειτουργία, χρειάζεται μετὰ τὴ Λειτουργία νὰ βγεῖ ἀπέναντι στὸ περίπτερο νὰ πάρει τσιγάρα γιὰ νὰ τοῦ πεῖ κάποιος καλημέρα!!! Στὴν ἐκκλησία δὲν τοῦ εἶπε. Εἶναι ὀδύνη αὐτό. Ὁ ναὸς εἶναι ἀπὸ τοὺς μικρότερους τῆς Θεσσαλονίκης. Χωράει 50 ἀνθρώπους. Κανένας δὲ ρώτησε: καλὰ ποῦ βρέθηκες ἐσὺ ἐδῶ; Τί εἶσαι, ποιὸς εἶσαι; Κάτσε νὰ ποῦμε μία καλημέρα. Κάτσε νὰ σὲ κεράσουμε κάτι. Καὶ ἐδῶ εἶναι μὲ συγχωρεῖτε νὰ τὸ πῶ, τὸ «γινάτι» ποὺ λέμε. Τόσο συχνὰ βλέπουμε ἕνα νεαρὸ στὴν ἐκκλησιὰ ποὺ μᾶς ἀφήνει ἀδιάφορους ἡ παρουσία του;
 
* * *

Ὅταν ὁ καθένας ἀπὸ μᾶς ἀφήνει τὸ κρεβάτι του, ξεκινάει μία πορεία, νὰ σαρκωθεῖ ἡ Ἐκκλησία κάπου. Ὅταν ἀφήνει τὴ βολή του, τὴν ἄνεσή του, ἀπὸ κεῖ καὶ μετὰ ξεκινάει τὸ μυστήριο τῆς Εὐχαριστίας. Ἡ Λατρεία δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρὰ μόνο τὸ ζεῖν κατὰ Χριστόν. Καὶ ὁ Φλωρόφσκυ φτάνει νὰ λέει τὴν τρομερὴ κουβέντα: ὁ Θεὸς δὲν ἀκούει μεμονωμένα ἄτομα. Ἀκούει μονάχα τὴν Ἐκκλησία. Καὶ ἐπεξηγεῖ. Ἂν δὲν τὸ καταλάβουμε αὐτό, λέει, δὲ θὰ συνειδητοποιήσουμε ποτὲ τί σημαίνει μνημόσυνο! Πῶς «σαρκώνεται» μὲ τὸν οὐσιαστικότερο τρόπο, ἡ Ἐκκλησία στὴν προσευχὴ γιὰ τοὺς νεκρούς, ποὺ ἔχουν φύγει ἤδη. Προσευχὴ ἀτομικὴ κάνουν ὅλοι, καὶ οἱ εἰδωλολάτρες κι ὅλα τὰ θρησκεύματα. Γι' αὐτὸ ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὅτι μαζευόμαστε οἱ πάντες. Ζῶντες καὶ νεκροὶ ἐκεῖ σὺν πᾶσι τοῖς Ἁγίοις. Οἱ βιολογικὰ ζωντανοὶ καὶ οἱ βιολογικὰ πεθαμένοι.



 



Οἱ Χριστιανοὶ μαζευόντουσαν σὲ ἕνα ναό. Εἶχαν ζωγραφίσει στοὺς τοίχους τοὺς Ἁγίους καὶ ἀπ' ἔξω ἀπ' τοὺς τοίχους τοῦ ναοῦ εἶχαν θάψει τοὺς συγγενεῖς τους. Ἡ Ἐκκλησία ἦταν μία. Ἐμεῖς τώρα, δεχτήκαμε νὰ πᾶνε τὰ νεκροταφεῖα σὰν σκουπιδότοποι ἔξω ἀπὸ τὶς πόλεις. Δεχτήκαμε νὰ σπάσει ὁ κύκλος ὁ ὁποῖος ὑλοποιοῦσε τὸ Μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας στὴν πράξη καὶ ὁρατὰ καὶ νὰ χαιρόμαστε γιατί γίναν εὐπρεπῆ τὰ περίβολα τῶν ναῶν.

Καὶ φεύγει ὁ ἄνθρωπος λοιπὸν ἀπ' τὸ κρεβάτι του καὶ ἔρχεται στὴν Ἐκκλησία καὶ τί κάνει ἐκεῖ; Γίνεται ἀτυχῶς μία σύναξη θεατῶν! Κάθονται οἱ ἄνθρωποι καὶ μάλιστα τώρα ποὺ γίναμε καὶ ἐμεῖς μοντέρνοι καὶ βάλαμε καθίσματα, κάθονται καὶ σηκώνονται -ἄλλη ἱστορία αὐτὴ- σὰν τὶς αἴθουσες τῶν ὀργανώσεων. Μαζεύονται θεατές. Μονάχα θεατές; Μουγκοὶ θεατές. Στὸ γήπεδο κάποιος φωνάζει καὶ λιγάκι, πετάει καὶ τίποτα καὶ ἐκτονώνεται. Ἐδῶ εἶναι μουγκὸς θεατής. Μονάχα μουγκὸς θεατής; Καὶ ἀλλόγλωσσος.

Ἕνα σημερινὸ νεαρὸ 18 χρονῶν, ἂν τοῦ κλείσουμε τὰ αὐτιὰ καὶ τὰ μάτια καὶ τὸν βάλουμε μέσα σὲ ἕνα ναό, χωρὶς νὰ ἀντιλαμβάνεται ποῦ εἶναι, τί θὰ καταλάβει; Τίποτα ἀπολύτως. Νὰ ὑπονοιαστεῖ τὸ μυστήριο; Ἀπὸ ποῦ; Ἀπὸ ποῦ νὰ τὸ ὑπονοιαστεῖ; Χρειάζεται μία πρόσβαση στὸ μυαλὸ του τὸ μυστήριο. Λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «πῶς δὲ πιστεύσωσι χωρὶς κηρύσσοντος;» Ναί, ἀλλὰ τὸ κήρυγμα δὲ γίνεται σὲ γλώσσα ἄδηλη! Γιατί ὁ ἴδιος λέει ὅτι «ἂν σάλπιγξ ἄδηλον φωνὴ δῷ, οὐδεὶς ἑτοιμασθήσεται πρὸς πόλεμον». Ἅμα δὲν τὸ καταλαβαίνει τὸ σάλπισμα ὁ φαντάρος, δὲ θὰ ἑτοιμαστεῖ νὰ πάει στὸν πόλεμο. Οἱ προσευχὲς τῆς Λειτουργίας καὶ τῶν Μυστηρίων εἶναι τὸ οὐσιαστικότερο κήρυγμα. Ἐμεῖς τὸ ξεχάσαμε αὐτό. Θρησκειοποιήσαμε τὸ μυστήριο, βάλαμε ἕνα τελετουργὸ καὶ κάναμε τοὺς ἄλλους θεατές. Μουγκούς, ἀλλόγλωσσους, χωρὶς νὰ συμμετέχουν, χωρὶς νὰ λένε οὔτε τὸ ἀμήν. Ἀκόμα-ἀκόμα, οὔτε τὸ Πιστεύω, ποὺ εἶναι ἀπαραίτητη προϋπόθεση γιὰ νὰ τελεστεῖ ἡ Εὐχαριστία.

Ὁμολογοῦμε ὅλοι ποὺ μαζευτήκαμε, τὴν ἴδια πίστη; Ἄραγε δὲν ἰσχύει ἐκεῖνο ποὺ λέει ἕνας Ρῶσος ἅγιος: τὸ Πιστεύω δὲ σοῦ ἀνήκει ἅμα δὲν τὸ ἔχεις ζήσει. Δὲν εἶναι ἡ κάρτα μέλους γιὰ νὰ περάσεις. Δὲν εἶναι τὸ passport γιὰ νὰ μπεῖς σὲ ἕνα χῶρο. Κάποια στιγμὴ πρέπει νὰ καταλάβουμε ὅτι ὅλοι μας, καὶ περισσότερο ἐσεῖς οἱ νεαρότεροι καὶ οἱ λαϊκοί, θὰ πρέπει νὰ ἀπαιτήσετε μερικὰ πράγματα νὰ ἀλλάξουν. Ὅταν ὁ παπὰς λέει ἀνοησίες στὸ κήρυγμα θὰ πρέπει νὰ τοῦ πεῖτε ὅτι λέει ἀνοησίες. Καὶ ὅτι δὲν εἶστε ὑποχρεωμένοι νὰ τὸν ἀκοῦτε. Ἂν δὲν κατανοεῖ τὴν ἀνάγκη ἡ ἐνορία νὰ εἶναι μία κοινότητα καὶ ὄχι ἕνα θρησκευτικὸ «φαστφουντάδικο» ἢ θὰ τὸ καταλάβει ἤ… θὰ φύγει. Ἂν δὲν εἶναι πατέρας, ἀλλὰ «δημόσιος προσευχητὴς» θὰ τοῦ πεῖτε ὅτι μπορεῖτε καὶ μόνοι σας. Ἂν ἔχει οἰκονομικὲς ἀπαιτήσεις θὰ τοῦ πεῖτε ὅτι συνήθως στὰ σπίτια οἱ πατεράδες δίνουν χρήματα στὰ παιδιὰ καὶ ὄχι τὸ ἀντίστροφο.

Ἀτυχῶς ἐμεῖς οἱ κληρικοὶ ἔχουμε μπεῖ στὴ λογική τῆς ἀπαίτησης ἀποδοχῆς, ἐκ τῆς ἰδιότητος! Ὄχι ἐκ τῆς ποιότητος. Θεωροῦμε ὅτι ἡ Θεία Χάρις εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ ἐνεργεῖ κατὰ τὴν ἐντολή. Διαβάζουμε στὴν Εὐχαριστία τοῦ Ἁγίου Βασιλείου «καὶ μὴ διὰ τὰς ἐμᾶς ἁμαρτίας κωλύσεις τὴν Χάριν Σου ἀπὸ τῶν προκειμένων Δώρων» καὶ δὲν τὸ πιστεύουμε. Τὸ θεωροῦμε αὐτονόητο ὅτι θὰ τελεστεῖ.

Τέλος πάντων. Ἀναφέρουμε τὴ ζωή μας στὸ Χριστό, λέμε. Ἀρχίζει μετὰ τὴν ὁμολογία τῆς Πίστεως ἡ Ἀναφορά. Ποιὰ ἀναφορά; Οἱ ἄνθρωποι δὲν ξέρουν τί εἶναι τὸ πρόσφορο καλὰ καλά, δὲν τοὺς εἶναι πλέον καὶ συστατικὸ συντήρησης τῆς ζωῆς τους, ὅπως ἦταν παλιότερα τὸ ψωμί! Ποιὰ ἀναφορά; Νὰ μεταβληθεῖ. Ποῦ νὰ μεταβληθεῖ; Καὶ πῶς νὰ μεταβάλει ἐμένα; Πότε συμμετεῖχα; Πρὶν ἀπὸ χρόνια; Ἂν δὲ συμμετέχω στὴν Εὐχαριστία, θὰ μεταβληθῶ πῶς; Λέμε τελειώνοντας τὴν Λειτουργία, εἴδομεν τὸ φῶς τὸ ἀληθινὸν ἐλάβομεν πνεῦμα ἐπουράνιο. Εἴδομεν! Εἴδομεν καί… δὲν τὸ εἴδομεν. Σίγουρα πάντως δὲν ἐλάβομεν! Πῶς «ἐλάβομεν πνεῦμα» ἂν δὲ λέμε καλημέρα στὸ διπλανό; Αὐτὸ εἶναι τὸ πνεῦμα τὸ ἐπουράνιο; Νὰ μὴ λέμε καλημέρα σ' αὐτὸν ποὺ βρίσκεται δίπλα μας ἢ τὸν σπρώξαμε γιὰ νὰ προλάβουμε πρὶν ἀπὸ αὐτὸν νὰ μεταλάβουμε, γιατί μπροστὰ μας ἦταν γέρος καὶ σαλιάρης;

Πάρα πολλὲς φορὲς διαβάζουμε τὴν μετάληψη πρὶν νὰ μεταλάβουμε καὶ ἐκεῖ στὸν ἅγιο Συμεών, λέμε: «Καὶ θεοῖ με καὶ τρέφει». Ποιόν, ἐμένα; Ὄχι ἐμένα. Ἐκεῖνον! Ἐκεῖνον τὸν ἁγ. Συμεών. Ἔλεγε ὁ μακαρίτης ὁ πάτερ Ἰωάννης Ρωμανίδης: ἄπειροι ἄνθρωποι ἔχουν τὴ φράγκικη ἀντίληψη ὅτι τὰ μυστήρια εἶναι ἐνέσεις θεώσεως. Ὅτι ὁ Θεὸς τοὺς κάνει ἔνεση ἁγιασμοῦ μὲ τὸ ζόρι. Θέλοντας καὶ μή. Ἅπαξ καὶ καταπιεῖς μία κουταλιὰ Εὐχαριστία ἀπὸ κεῖ καὶ μετὰ ἀλλάζουν ὅλα.

Πᾶμε ἄπειρες φορὲς στὴ Λειτουργία καὶ δὲ συμμετέχουμε στὴν Εὐχαριστία. Καὶ πῶς φαίνεται ὅτι δὲ συμμετέχουμε; Στὴ διαδοχὴ τῶν γενεῶν. Ἔσπασε ἡ διαδοχὴ τῶν γενεῶν μέσα στὴν Ἐκκλησία! Ἀπὸ χίλιους ἄλλους λόγους ποὺ θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ τοὺς δεῖ (πολιτισμικὰ ἢ κοινωνιολογικὰ ἢ ἱστορικά), ἀλλὰ κι ἀπ' τὸν οὐσιαστικὸ αὐτὸ λόγο γιὰ τὸ σήμερα, ὅτι δὲν ἔχουμε νὰ ποῦμε στὸ παιδί μας γιὰ ποιὸ λόγο νὰ ἔρθει. Δὲ χορτάσαμε ἐμεῖς. Ἅμα δὲ χορτάσω πῶς θὰ μοιράσω τὸ ψωμὶ στὸν ἄλλο; Ἐπειδὴ ἡ δική μου συνήθεια μὲ ξαναπάει κάθε Κυριακὴ στὴν Ἐκκλησία; Δὲν τοῦ φτάνει αὐτουνοῦ ἡ δική μου διάθεση. Θέλει νὰ τὸ καταλάβει. Νὰ τὸ ζήσει. Νὰ συμμετάσχει.

Ἔλεγε ἕνας νεαρὸς φοιτητὴς ἰατρικῆς: Στὸ σπίτι μας δὲν εἴχαμε καμία σχέση μὲ τὴν Ἐκκλησία, δὲ μύρισα ποτὲ λιβάνι, δὲν εἶχα δεῖ ποτὲ εἰκόνα, ἐπειδὴ πήγαινα ἰατρικὴ δὲν εἶχα μάθει τίποτε ἀπὸ ἀρχαῖα ἑλληνικά, καὶ τώρα μοῦ λὲς ἐμένα νὰ βρεθῶ σὲ ἕνα χῶρο ὁ ὁποῖος ἔχει ὅλα αὐτὰ καὶ νὰ αἰσθάνομαι ἄνετα. Πῶς; Πῶς νὰ αἰσθανθεῖ ἄνετα;

Ἀδελφοί μου, ὁ Χριστὸς ἔγινε «ξένος», καὶ «κηπουρός». Ὄχι ἐπειδὴ ὁ ἴδιος ἦταν ξένος ἢ κηπουρός. Ἀλλὰ ἐπειδὴ κάποιοι δὲν Τὸν ἔβλεπαν ὅπως ἦταν. Τὰ δικά τους μάτια δὲν μποροῦσαν νὰ τὸν δοῦν. Αὐτοὶ Τὸν ἔβλεπαν ὡς ξένο καὶ ὡς κηπουρό. Ἀτυχῶς, εἴμαστε σὲ αὐτὴ τὴ φάση. Οἱ ἄνθρωποι πλέον τὸ Χριστὸ τὸν βλέπουν ὡς ξένο. Τὸν βλέπουν ὡς κηπουρὸ μιᾶς ἄλλης αὐλῆς. Ἐμεῖς, ἀτυχῶς, δὲν μποροῦμε νὰ ποῦμε αὐτὸ ποὺ εἶπε ὁ Λουκᾶς καὶ ὁ Κλεόπας. Ὅτι ἐγνώσθη αὐτοῖς ἐν τῇ κλάσει τοῦ ἄρτου. Τὸν γνωρίσανε στὴν Εὐχαριστία.

Στὶς ἀρχὲς τοῦ 4ου αἰώνα κατηγορούμενοι οἱ χριστιανοὶ τῆς περιοχῆς τῆς Καρχηδόνας, ὅτι, παρὰ τὶς ἀπαγορεύσεις τοῦ Διοκλητιανοῦ συγκεντρώθηκαν τὴν Κυριακή, ἀπάντησαν: "Δὲν μποροῦμε νὰ ζήσουμε χωρὶς τὸ Δεῖπνο τοῦ Κυρίου".

Σήμερα ἕνα μεγάλο ποσοστὸ ὅσων δηλώνουν χριστιανοὶ ὀρθόδοξοι παραδέχονται ὅτι σπάνια πηγαίνουν στὴν Κυριακάτικη Εὐχαριστία. Ὅμως ἡ Εὐχαριστία, λέει ἡ Ἐκκλησία, εἶναι ἡ πηγὴ καὶ ἡ ἀρχὴ ὅλης τῆς χριστιανικῆς ζωῆς.

Συναξαριστής της 6ης Μαρτίου


Οἱ Ἅγιοι 42 Μάρτυρες ἀπὸ τὸ Ἀμόριο

 
 

 

Τὸ Ἀμόριο, πόλη τῆς Φρυγίας, ἀπὸ τὸν 6ο αἰῶνα ἦταν ἐπίσημο στρατιωτικὸ κέντρο τοῦ βυζαντινοῦ κράτους στὴν κεντρικὴ Ἀσία. Ὅταν τὸ 838 κυριεύθηκε ἀπὸ τοὺς Ἄραβες, μὲ πολιορκητὴ τὸ χαλίφη Μουτασίμ, ὕστερα ἀπὸ προδοσία, λέγεται ὅτι σκοτώθηκαν καὶ αἰχμαλωτίσθηκαν ἑβδομήντα χιλιάδες πολῖτες.

Μεταξὺ τῶν αἰχμαλώτων ἦταν καὶ 42 διαπρεπέστατοι πολιτικοὶ καὶ στρατιωτικοὶ εὐγενῶν βυζαντινῶν οἰκογενειῶν. Αὐτοὺς τοὺς πῆγαν στὴ Βαγδάτη καὶ τοὺς ἔριξαν στὴ φυλακὴ ἁλυσοδεμένους, μέσα στὸ σκοτάδι καὶ τὴν ὑγρασία. Ἐκεῖ, χωρὶς νερὸ καὶ ψωμί, ἔκαναν συνεχῶς προσευχὴ νὰ πεθάνουν τὸ γρηγορότερο. Κάποια μέρα, τοὺς ἔβγαλαν ἀπὸ τὴν φυλακὴ καὶ τοὺς παρουσίασαν στὸ χαλίφη.

Αὐτός, μὲ ὕφος φιλικό, ἔταξε νὰ τοὺς ἀποκαταστήσει στὰ ἀξιώματά τους ἂν γίνονταν μουσουλμάνοι. Οἱ γενναῖοι ἄνδρες, χωρὶς ἀναβολή, εἶπαν στὸ χαλίφη ὅτι αὐτὸ δὲ γίνεται οὔτε κατὰ φαντασία. Τότε ὁ χαλίφης, ἐκνευρισμένος, διέταξε καὶ τοὺς θανάτωσαν μὲ τὸν πιὸ φρικτὸ τρόπο. Ἔτσι, ἡ θυσία αὐτῶν τῶν ἁγίων μαρτύρων διδάσκει αὐτὸ ποὺ λέει καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος. Ὅτι, δηλαδή, οἱ ἀγωνιστὲς τῆς πατρίδας καὶ τῆς πίστης εἶναι διπλὰ ἱεροὶ καὶ ἀποτελοῦν ἐκλεκτὴ παράταξη στὸ χορὸ τῶν ἁγίων του Θεοῦ.

 
Οἱ Ἅγιοι Θεόδωρος, Κωνσταντῖνος, Κάλλιστος, Θεόφιλος, Βασσόης (ἢ Βασσώης), Ἀέτιος, Δύο (2) Κρατεροί, Μελισσηνὸς καὶ Κύριλλος

ΟΙ Ἅγιοι αὐτοὶ ἦταν μεταξὺ τῶν πιὸ πάνω 42 μαρτύρων ἀπὸ τὸ Ἀμόριο. Ὁ Θεόδωρος ἦταν στρατηγὸς καὶ πρωτοσπαθάριος, ὁ Θεόφιλος στρατηγὸς καὶ πατρίκιος, ὁ Κάλλιστος τουρμάρχης, ὁ Κωνσταντῖνος δρουγγάριος, ὁ Βασσόης δρομεύς, οἱ Μελισσηνὸς καὶ Ἄετιος στρατηγοί, ὁ Κρατερὸς Εὐνοῦχος, ὁ ἄλλος Κρατερὸς στρατηγὸς καὶ ὁ Κύριλλος ἐπίσης στρατηγός.

 
Ὁ Ὅσιος Ἀρκάδιος

Ἀπεβίωσε εἰρηνικά.

 
Ὁ Ὅσιος Ἡσύχιος ὁ Θαυματουργός

Ὁ Ὅσιος Ἡσύχιος καταγόταν ἀπὸ τὴν Γαλατία, ἀπὸ ἕνα χωριὸ ποὺ ὀνομαζόταν Ἀνδρακίνα (κατὰ τὸν Μ. Γαλανὸ Νέα Κλαυδιούπολη). Ἀπὸ νεαρὴ ἡλικία, εἶχε κλήση πρὸς τὴν μοναχικὴ πολιτεία. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἔφυγε ἀπὸ τὴν πατρίδα του, καὶ πῆγε πρὸς τὰ παραθαλάσσια μέρη τῆς Ἀρδανίας, πρὸς τὸ ὄρος τοῦ Μαΐωνος. Ἐκεῖ ἔκτισε καλύβα καὶ ζοῦσε ἀπὸ τὴν καλλιέργεια τῶν γύρω ἐρημικῶν τοποθεσιῶν.

Ἐπειδὴ ὅμως ὁ τόπος ἦταν ἄνυδρος, κατέβηκε στοὺς πρόποδες τοῦ βουνοῦ, ὅπου βρῆκε πηγὴ νεροῦ καὶ ἐκεῖ ἔκτισε ναὸ ἐπ᾿ ὀνόματι τοῦ ἁγίου Ἀνδρέα. Ἔζησε αὐστηρότατη ἀσκητικὴ ζωὴ καὶ ὁ Θεὸς τοῦ ἔδωσε τὸ χάρισμα νὰ κάνει θαύματα.

Πέθανε σὲ μεγάλη ἡλικία καὶ τάφηκε μέσα στὸ ναὸ ποὺ ἔκτισε ὁ ἴδιος, κοντὰ στὴ δεσποτικὴ πύλη καὶ μέσα σὲ πέτρινη λάρνακα. Ἐπὶ δὲ τῆς βασιλείας Κωνσταντίνου καὶ Εἰρήνης κατὰ τὸ ἔτος 781, ὁ ἐπίσκοπος Ἀμάσειας Θεοφύλακτος, μετέφερε τὸ Ἱερὸ λείψανο αὐτοῦ τοῦ μεγάλου ἀσκητῆ στὴν Ἀμάσεια, καὶ ἐναπόθεσε αὐτὸ στὸ δεξιὸ μέρος τοῦ θυσιαστηρίου.

 
Ὁ Ὅσιος Μάξιμος Ὁσιομάρτυρας

Μαρτύρησε διὰ λιθοβολισμοῦ.

 
Ὁ Ἅγιος Εὐφρόσυνος

Μαρτύρησε ἀφοῦ τὸν περιέλουσαν μὲ βραστὸ νερό.

 
Ἡ Εὕρεσις τοῦ Τιμίου Σταυροῦ παρὰ τῆς μακαρίας Ἑλένης

 


Ἡ Ἁγία Ἑλένη (247 – 328 μ.Χ.), μητέρα τοῦ πρώτου Χριστινανοῦ αὐτοκράτορα Κωνσταντίνου Α’ τοῦ Μεγάλου (280/288 – 337 μ.Χ.), τὸ ἔτος 326 μ.Χ. πῆγε στὴν Ἱερουσαλήμ, ὅπου «μὲ μέγαν κόπον καὶ πολλὴν ἔξοδον καὶ φοβερίσματα ηὗρεν τὸν τίμιον σταυρὸν καὶ τοὺς ἄλλους δύο σταυροὺς τῶν λῃστῶν», ὅπως γράφει ὁ Κύπριος Χρονογράφος Λεόντιος Μαχαιρᾶς.

Κατὰ τὴν παράδοση, ὕστερα ἀπὸ τὴν πληροφορία κάποιου Ἑβραίου, μὲ τὸ ὄνομα Ἰούδας, ὑποδείχθηκε ἡ θέση ὅπου ἔγινε ἡ ἀνασκαφή, κατὰ τὴν ὁποία βρέθηκαν τρεῖς σταυροί, ἤτοι τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν δύο λῃστῶν. Ἐπειδή, ὅμως, δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ ἀναγνωρισθεῖ ποιὸς ἀπὸ τοὺς τρεῖς σταυροὺς ἦταν τοῦ Κυρίου, ἡ Ἁγία Ἑλένη παρακάλεσε νὰ τεθεῖ διαδοχικὰ ἐπάνω στοὺς σταυροὺς ἕνας νεκρὸς ποὺ τὸν πήγαιναν γιὰ ἐνταφιασμό.

Μόλις λοιπὸν ὁ νεκρὸς ἐτέθη ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ τοῦ Κυρίου ἀναστήθηκε. Ἡ Ἁγία Ἑλένη ἔθεσε τότε τὰ θεμέλια τοῦ Ναοῦ τῆς Ἀναστάσεως, τὴν ἀνέγερση τοῦ ὁποίου διέταξε ὁ Μέγας Κωνσταντίνος, ὅταν πληροφορήθηκε τὴν εὕρεση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ.

Ὁ Μέγας Κωνσταντίνος τὸ μὲν ἥμισυ τοῦ Τιμίου Σταυροῦ τὸ ἄφησε στὰ Ἱεροσόλυμα, ὅπου μεγάλο μέρος φυλάσσεται μέχρι σήμερα, τὸ δὲ ἄλλο ἥμισυ μετὰ τῶν ἥλων (καρφιῶν) τὸ μετακόμισε στὴν Κωνσταντινούπολη.

Ἀπολυτίκιον. 
Ἦχος α’.
Σῶσον Κύριε τὸν λαόν σου, καὶ εὐλόγησον τὴν κληρονομίαν σου, νίκας τοῖς Βασιλεύσι, κατὰ βαρβάρων δωρούμενος, καὶ τὸ σὸν φυλάττων, διὰ τοῦ Σταυροῦ σου πολίτευμα.

 
Ἡ Εὕρεσις τῶν Τιμίων Ἥλων (Καρφιῶν)

Βλέπε 14η Σεπτεμβρίου, Ὕψωση Τιμίου Σταυροῦ.

 
Οἱ Ἅγιοι Ἰουλιανὸς καὶ Εὔβουλος

Μαρτύρησαν διὰ ξίφους.

 

ΝΙΚΟΣ ΑΝΑΔΙΩΤΗΣ: ''ΠΑΡΑΔΟΘΗΚΑ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗ ΕΞΟΜΟΛΟΓΟ ΜΟΥ''

altΤου Γιώργου Θεοχάρη
Με την ευχή ''Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν'' αντιμετωπίζω τους πειρασμούς...υπογραμμίζει στο''Αγιορείτικο Βήμα'' 
Η περιέργεια και η αναζήτηση με έφερε στο Άγιο όρος. ήθελα να αλλάξω τρόπο ζωής. Η Παναγία μου το έδωσε την κατάλληλη στιγμή, εξηγεί σε συνέντευξή του στο''Αγιορείτικο Βήμα''ο δημοφιλής ηθοποιός και γυμναστής, Νίκος Αναδιώτης.

Συναντηθήκαμε σε ένα καφέ επί της οδού Σκουφά στο Κολωνάκι. Με σπορ ντύσιμο, απλός και άνετος έφτασε στο ραντεβού μας.Χαιρέτησε μία φιλική παρέα του και ήρθε στο τραπέζι. Πρώτη φορά τον συναντούσα.Με έκανε ιδιαίτερη εντύπωση κατά τη διάρκεια της κουβέντας ότι γνώριζε πολλά πράγματα από βίους Αγίων και το Ευαγγέλιο.Αναφερότανε συνεχώς σε όσα είπαν οι γέροντες Παίσιος και Πορφύριος. Οι πειρασμοί αντιμετωπίζονατι μόνο με την ευχή ''Κύριε Ιησού Χριστέ΄΄, μου είπε όταν τον ρώτησα για ενδεχόμενες παρενοχλήσεις και φλερτ που θα έχει στο χώρο  του θεάματος που κινείται.

''Όπως μου είπε και ένας μοναχός, δεν είναι τυχαίο ότι αυτή τη στιγμή βρίσκεσαι εδώ. Βρήκα περισσότερα από όσα αναζητούσα. Πήγα ανοιχτός, εισέπραξα μία μοναδική κατάνυξη, είναι ευλογημένος ο τόπος και αυτό το ένιωσα. Κατάλαβα ότι πλέον σε δύσκολες φάσεις της ζωής μου μπορώ να βρω καταφύγιο στο Άγιο Όρος'', σημειώνει ο κ. Αναδιώτης.

Και υπογραμμίζει, ''Οι μοναχοί είναι φιλόξενοι παραπάνω από ότι περίμενα. Παροτρύνω φίλους και γνωστούς να πάνε στο Άγιο Όρος.
Κάποιος μοναχός μου πρότεινε έναν πνευματικό, αυτό έγινε στη Μονή Καρακάλου, εκει ήταν η πρώτη εξομόλογηση μου στο Αγιο όρος, στον  φωτισμένο ηγούμενο, γέροντα Φιλόθεο.
Φιλοξενήθηκα στις Μονές Βατοπαιδίου, όπου εξομολογήθηκα στον πατέρα Γεώργιο  και Ιβήρων, όπου γνώρισα έναν εξαίρετο άνθρωπο, τον αρχοντάρη πατέρα Λεόντιο. 

Αναφερόμενος στην Αγιορειτική ζωή  ο Νίκος Αναδιώτης,είπε'Διαπίστωσα ότι οι πατέρες εκεί γνωρίζουν περισσότερα για τον κόσμο από ότι εμείς που ζούμε μέσα σε αυτόν. Έτσι σε καθοδηγούν εύστοχα. Παραδόθηκα στον Αγιορείτη πνευματικό, τον γέροντα Φιλόθεο. Αυτό με βοήθησε  πολύ. Έβλεπα ότι μου έλεγε αυτά που, όπως διαπίστωσα αργότερα, ήταν μόνο για το καλό μου.
Παρακολουθώ όλες τις ακολουθίες, από το όρθρο μέχρι το απόδειπνο. Εκεί προσεύχεσαι πιο σωστά, η αγιοσύνη του μέρους σε κάνει να παραδίνεσαι εξ ολοκλήρου στον Θεό.
Βέβαια, αυτά δεν τα λέω ακριβώς έτσι  στη γυναίκα μου, μην την ρίξω στον πειρασμό, ’’Να εγώ μπορώ να πάω και εσύ ως γυναίκα δεν μπορείς να το βιώσεις….
Από την στιγμή που μπήκα στο καράβι για να επιστρέψω στην Ουρανούπολη  ένιωθα ότι έχω άλλαξε σημαντικά στο τρόπο που σκέπτομαι, αυτό ήταν ιδιαίτερα έντονο, τις πρώτες εβδομάδες.
Έπαψα να σκέπτομαι σε μάταια πράγματα  της κοσμικής ζωής, όπως είναι τα χρήματα, οι φιλοδοξίες, οι κενοδοξίες και άλλες καταχρήσεις. Προσπαθώ να τα αποβάλλω, δεν είναι εύκολο….''

Την ευγνωμοσύνη του στην Θεοτόκο εκφράζει ο  γνωστός ηθοποιός, λέγοντας, ''ότι έχω συζητώ από την Παναγία ήταν πάντα διπλά  μου, όπως όταν ήταν να παντρευτώ….
Τα χρήματα τα έχω βάλει σε δεύτερη μοίρα, υπάρχουν σημαντικότερα πράγματα….
Από το 2009 επισκέπτομαι μία φορά τον ΄’Αγιο όρος.


Κάνοντας μία στροφή στο χθες, ο Νίκος Αναδιώτης, υπογράμμισει, ''Στα πρώτα εφηβικά χρόνια είχα παραστρατήσει, δεν ήμουν κοντά στην εκκλησία , έφαγα τα μούτρα μου και τότε κατάλαβα πολλά..
Εδώ και έξι μήνες έχω  παντρευτεί με τη γυναίκα της ζωής μου, την Βασιλική και αυτή έχει τον πνευματικό της. Δεν είναι στον χώρο του θεάματος και αυτό νο,ίζω είναι πολύ καλύερο.
Τους πειρασμούς από γυναίκες τους αντιμετωπίζω με την ευχή ‘’ Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με΄΄. Δέχομαι φλερτ και μέσα και από κοινωνικά δίκτυα αλλά τα αντιμετωπίζω.
Την σαρκική επαφή την έχω γνωρίζω από πολύ νωρίς''
alt
alt
alt
 

πηγή

ΕΟΡΤΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΝΤΑ ΔΥΟ ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΑΠΟ ΤΟ ΑΜΟΡΙΟ

15Γιορτάζουμε σήμερα 6 Μαρτίου, ημέρα μνήμης των Αγίων Τεσσαράκοντα Δύο Μαρτύρων από το Αμόριο.

Οι Άγιοι Τεσσαράκοντα δύο Μάρτυρες έζησαν στα χρόνια της βασιλείας του Θεοφίλου του εικονομάχου (829 - 842 μ.Χ.) και ήταν στρατηγοί και ταξιάρχες, πλούσιοι και ευγενείς.

Ο Άγιος Θεόδωρος ήταν στρατηγός και πρωτοσπαθάριος, ο Άγιος Θεόφιλος στρατηγός και πατρίκιος, ο Άγιος Κάλλιστος τουρμάρχης, ο Άγιος Κωνσταντίνος δρουγγάριος, ο Άγιος Βασσόης δρομεύς, οι Άγιοι Μελισσηνός και Αέτιος στρατηγοί, ο Άγιος Κρατερός ευνούχος, ο άλλος Άγιος Κρατερός στρατηγός και ο Άγιος Κύριλλος επίσης στρατηγός.

Εκείνο τον καιρό, αφού βγήκε από την Συρία ο Αμηράς με αναρίθμητο στρατό, κατά των ανατολικών μερών της επικράτειας των Ρωμαίων, απεστάλησαν από τον βασιλέα στρατιώτες, για να προστατέψουν την πόλη του Αμορίου, πρωτεύουσας της Φρυγίας.

Και όταν είδαν το άπειρο πλήθος των Σαρακηνών, εισήλθαν στο εσωτερικό μέρος του κάστρου αγωνιζόμενοι με καρτερία. Εκεί, αφού συνελήφθησαν, το έτος 838 μ.Χ., από τον χαλίφη Μοτασέμ, οδηγήθηκαν εις Σάμαρα της Μεσοποταμίας και κλείσθηκαν στη φυλακή.

Ο χαλίφης τους υποσχέθηκε να τους αποκαταστήσει στα αξιώματά τους, εάν αλλαξοπιστήσουν και γίνουν Μωαμεθανοί. Όμως οι Άγιοι Μάρτυρες αρνήθηκαν με γενναιότητα και ομολόγησαν την πίστη τους στον Χριστό.

Και αφού υπέστησαν πολλές ταλαιπωρίες και απάνθρωπα βασανιστήρια, αποκεφαλίσθηκαν, το έτος 842 μ.Χ. και έτσι σφράγισαν την ομολογία τους για τον Χριστό με το αίμα τους.

Ναό επ' ονόματι των Αγίων τεσσαράκοντα δύο τούτων Μαρτύρων ανήγειρε στο παλάτι των Πηγών ο αυτοκράτορας Βασίλειος Β' (976 - 1025 μ.Χ.).

Στους εορτάζοντες και στις εορτάζουσες, χρόνια πολλά και ευάρεστα στο Θεό !!!

Απολυτίκιο:

Ήχος γ'. Την ωραιότητα.
Την θεοσύλλεκτον, του Λόγου φάλαγγα, τους Τεσσαράκοντα και δυό Μάρτυρας, τους εν μία πάντας σπουδή, αθλήσαντας τιμήσωμεν ούτοι γαρ της πίστεως, ηνωμένοι τη χάριτι , δήμον ακαθαίρετον, ιερώς συνεκρότησαν, και ώφθησαν Χριστού κληρονόμοι, ξίφει τμηθέντες τους αυχένας.

Το Απολυτίκιο ψάλλει ο αρχ. π. Νικόδημος Καβαρνός

Με πληρ. από τον Ορθόδοξο Συναξαριστή 

ΕΠΙ ΤΟΝ ΙΟΡΔΑΝΗΝ ΔΡΑΜΩΜΕΝ!

  « Τήν Βηθλεέμ ἀφέμενοι, τό καινότατον θαῦμα, πρός Ἰορδάνην δράμωμεν, ἐκ ψυχῆς θερμοτάτης, κἀκεῖσε κατοπτεύσωμεν τό φρικτόν Μυστήριον· θεοπ...