Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Παρασκευή, Μαρτίου 15, 2013

Ο ΟΣΙΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ Ο ΕΝ ΠΑΤΜΩ


Ο ΟΣΙΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ Ο ΕΝ ΠΑΤΜΩ

Την 16ην του μηνός Μαρτίου, 

μνήμην επιτελούμεν,

 του Οσίου πατρός ημών Χριστοδούλου,

 του εν Πάτμω, του Θαυματουργού.


  Ο  Όσιος Χριστόδουλος γεννήθηκε στην Μ. Ασία, στα περίχωρα
 της Νικαιας της Βιθυνίας περί το 1024. Οι ευσεβείς και ενάρετοι 
γονείς του Θεόδωρος και Άννα, του έδωσαν το όνομα Ιωάννης.
   Ο νεαρός Ιωάννης διδάχτηκε από μικρός τα γράμματα, και 
εντρύφησε με ζήλο στην μελέτη των θείων γραφών. 
Από την εφηβική του ηλικία φλεγόταν από τον πόθο να 
ακολουθήσει την οδό του μοναχικού βίου, και οι γονείς του 
φοβούμενοι μήπως τον χάσουν από κοντά τους επέμεναν να 
νυμφευθεί, αλλά πριν από τον γάμο αποφάσισε να ακολουθήσει 
την κλήση του Θεού και έφυγε κρυφά από το χωριό του,
 καταφεύγοντας στο όρος Όλυμπος της Μυσίας όπου 
υπήρχαν πολλά μοναστήρια και κελιά.

   Εκεί στον Όλυμπο, ο Ιωάννης έγινε δόκιμος "τεθείς υπό την 
διδασκαλίαν και την διαπαιδαγώγησιν του προηγουμένου της ιεράς 
εκείνης ποίμνης ", ο οποίος βλέποντας τον ζήλο του τον έκειρε
 μοναχό και του έδωσε το όνομα Χριστόδουλος, εξ αιτίας της μεγάλης 
του αγάπης για τον Ιησού Χριστό. 
Τρία χρόνια αργότερα ο γέροντας πέθανε και ο μοναχός Χριστόδουλος,
 έφυγε για την Ρώμη με σκοπό να προσκυνήσει τους τάφους των
 Αγίων Αποστόλων, Πέτρου και Παύλου. Από εκεί μετέβη για 
προσκύνημα στούς Αγίους Τόπους και στην συνέχεια στην Παλαιστίνη, 
όπου πιθανώς εγκαταβίωσε στη μονή του Αγίου Σάββα. 
    Όμως, το σχέδιο του Θεού ήταν διαφορετικό. Κύμα επιθέσεων 
των Αγαρηνών στα μοναστήρια της Παλαιστίνης, ανάγκασε τούς 
μοναχούς να εγκαταλείψουν την έρημο. Ο Όσιος, μαζί με άλλους 
κατευθύνθηκε στο όρος Λάτρος, όπου είχαν καταφύγει πολλοί 
μοναχοί της Αιγύπτου από τις περιοχές του Σινά και της Ραϊθώ, 
μετά από τις φονικές επιθέσεις των Βλεμμύων Αράβων. 

    Ο Όσιος Χριστόδουλος μόνασε στη Λαύρα του Στύλου.
 Στην περιοχή του Λάτρους άλλοι ζούσαν κοινοβιακά στη Λαύρα και 
άλλοι σε κελιά  Ο μοναχισμός στο όρος Λάτρος βρισκόταν την περίοδο
 εκείνη σε μεγάλη ακμή και ο Όσιος επιδόθηκε με ζήλο στην προσευχή 
και την νηστεία. Διακρίθηκε στην πνευματική ζωή με το ήθος του,
 τους ασκητικούς του αγώνες και την πνευματική του κατάρτιση, 
γεγονός που οδήγησε τούς αδελφούς να τον εκλέξουν ηγούμενο της
 Λαύρας και έγινε πνευματικός όλων των μοναχών του όρους Λάτρος.
 Ο Όσιος διοίκησε πολλά χρόνια την μοναστική πολιτείακαι η φήμη
 του εξαπλώθηκε στα πέρατα της αυτοκρατορίας, του εδόθη δε το
 επίθετο Λατρηνός. 
  Την περίοδο αυτή της ακμής του Λατρηνού μοναχισμού διέκοψαν 
επιδρομές Αγαρηνών και ο Όσιος, αποφάσισε να εγκαταλείψει το 
όρος Λάτρος. Μαζί με μια ομάδα μοναχών κατέφυγε στην Κω, 
όπου κάποιος ευσεβής άρχοντας τούς δώρησε μια έκταση κοντά στο
 βουνό Δίκαιο. Εκεί, ο Όσιος Χριστόδουλος, άρχισε να οικοδομεί 
Μονή αφιερωμένη στην Θεοτόκο, και ο αυτοκράτορας Νικηφόρος
 Βοτανειάτης του παραχώρησε φορολογική απαλλαγή για να
 ολοκληρώσει το έργο του. Τις απαλλαγές συνέχισε  και ο
 αυτοκράτορας Αλέξιος Κομνήνος, ο οποίος με χρυσόβουλλο
 έγγραφο όρισε να είναι αυτοδέσποτη η μονή της Θεοτόκου και
 παραχώρησε το νησί Λειψώ, δύο προάστια στη Λερο 
- το Παρθένι και τα Τεμένια - και την περιοχή Παντέλι.

   Η φήμη του εξηντάχρονου χαρισματούχου γέροντα οδήγησε
 αρκετούς μοναχούς κοντά του, και οι ντόπιοι έκαναν πολλές δωρεές,
 έτσι που σε μικρό χρονικό διάστημα η νέα Μονή απέκτησε μεγάλη
 περιουσία. Όμως, παρά την μεγάλη ακμή στην οποία περιήλθε η 
Μονή της Θεοτόκου, ο Όσιος δεν ήταν ευχαριστημένος. 
Το μοναστήρι ήταν κοντά σε κατοικημένη περιοχή και τα μετόχια
 του συνόρευαν με τα κτήματα των ντόπιων, με αποτέλεσμα οι
 μοναχοί να έχουν μεγάλο συγχρωτισμό με τούς λαϊκούς, γεγονός
 που έκανε τον γέροντά τους να ανησυχεί για την πνευματική τους
 πορεία. Και ήταν τόσο μεγάλη η ανησυχία του, ώστε πήρε μια 
μεγάλη απόφαση χωρίς να υπολογίσει το κόστος. 
Να μεταναστεύσει και πάλι και να εγκαταβιώσει σε τόπο 
άγονο και χέρσο, στο ερημωμένο από τις λεηλασίες νησί Πατμος.  
    Το 1088, ο Όσιος Χριστόδουλος πήγε στην Κωνσταντινούπολη 
και ζήτησε από τον Αλέξιο Κομνηνό να του παραχωρηθεί η
 ερημωμένη εξ αιτίας των πειρατικών επιδρομών Πάτμος  για 
να οικοδομήσει Μοναστήρι. 
Σεβόμενος τον Όσιο, ο αυτοκράτορας του παραχώρησε την Πάτμο
 με Χρυσόβουλο λόγο (σώζεται στην μονή της Πάτμου), 
όπου ορίζεται να δωριθεί η Πάτμος για να γίνει Μονή, 
καταργεί οποιαδήποτε φορολογία, απαγορεύει κατόπιν
 επιθυμίας του Οσίου την εγκατάσταση λαϊκών στο νησί και 
το ανακηρύσσει άβατον.Με ένα δεύτερο Χρυσόβουλο  ο Κομνηνός
 όρισε να δίδονται ως ενίσχυση στην Μονή ετησίως ,τριακόσιοι 
μόδιοι σίτου και εικοσιτέσσερα Κομνηνάτα Θεοτόκια. 
    Έτσι, για μία ακόμα φορά στην ζωή του, ο Όσιος Χριστόδουλος
 μεταναστεύει, αυτή την φορά σε τόπο αφιλόξενο και ερημικό. 
Από καιρό έχει σκεφτεί πως η ερειπωμένη από τις επιθέσεις των 
πειρατών και απροσπέλαστη για τα εμπορικά πλοία νήσος Πάτμος  
θα του πρόσφερε τις ιδανικές συνθήκες για να διασφαλίσει την 
πνευματική ζωή της συνοδείας του. Εξ' άλλου την επιθυμία του 
να ζήσει στην Πάτμο ενισχύει το ότι εκεί έζησε και συνέγραψε 
την Αποκάλυψη ο Απόστολος Ιωάννης.
   Μετά την παράδοση της Πάτμου  ο Όσιος και όλη η συνοδεία
 του ξεκίνησαν την ανέγερση της Νέας Μονής στην κορυφή του βουνού,
 όπου ευρίσκοντο ερείπια αρχαίου ναού της Σκυθίας Αρτέμιδος.
  Η οικοδόμηση της Μονής ήταν έργο δύσκολο και πολύ κοπιαστικό 
για την μοναστική αδελφότητα, αφού ο Όσιος δεν ήθελε να προσλάβει
 εργάτες. Για να εμψυχώνει τούς μοναχούς, παρά τα εβδομήντα του 
χρόνια κουβαλούσε ο ίδιος πέτρες και ασβέστη και πρωτοστατούσε
 στις εργασίες, δίνοντας θάρρος στους υπόλοιπους. 
Παρ' όλα αυτά η σκληρή εργασία και η άνυδρη, αφιλόξενη γη, 
κούρασαν γρήγορα τούς μοναχούς.
 Έτσι προσέλαβε έγγαμους λαϊκούς και τούς έφερε στην Πάτμο 
μαζί με τις οικογένειες τους, αφού ήταν δύσκολο να βρει πολλούς
 αγάμους που να επιθυμούν να ζήσουν στο άγονο νησί. 
Για να αποφύγει τα προβλήματα που από την αρχή φοβόταν, 
εγκατέστησε τις οικογένειες στην άλλη πλευρά του νησιού ώστε
 να μην ενοχλούν τούς μοναχούς. Απαγόρευσε στις γυναίκες και
 τα παιδιά να πλησιάζουν το μοναστήρι και όρισε πενθήμερο 
εργασίας για τούς άνδρες, κατά την διάρκεια του οποίου αυτοί 
έμεναν με τούς μοναχούς και επέστρεφαν το Σαββατοκύριακο 
στις οικογένειές τους. Η πρόσληψη των εργατών, όχι μόνο
 επιτάχυνε τις οικοδομικές εργασίες, αλλά και έδωσε την 
δυνατότητα στην μοναχική συνοδεία να αρχίσει να ζει και
 πάλι ησυχαστικά. 
   Την εποχή εκείνη ο ιερός Χριστόδουλος ήταν ήδη μεγάλος 
σε ηλικία, αλλά οι δυνάμεις του με την Χάρη του Θεού δεν τον
 είχαν εγκαταλείψει. Η ακτινοβολία του ως πνευματικού είχε 
εξαπλωθεί σε όλο το Αιγαίο και μεγάλος αριθμός προσκυνητών
 μετέβαινε στην Πάτμο για να προσκυνήσει το σπήλαιο της Αποκαλύψεως,
 να επισκεφτεί το Μοναστήρι και να τον συμβουλευθεί.
      Όμως, το σχέδιο του Θεού και πάλι ήταν διαφορετικό για τον Άγιο.
 Πίστευε πως θα τερμάτιζε τον βίο του στην  Πάτμο
αλλά πέντε περίπου χρόνια μετά την εγκατάσταση του στο νησί, 
το 1092, εξ αιτίας της Τουρκικής απειλής, πήρε την απόφαση όλη 
η συνοδεία της Μονής να εγκαταλείψει το νησί μέχρι να περάσει
 ο κίνδυνος. 
  Η μοναχική αδελφότητα κατέφυγε 
στον Πορθμό του Ευρίπου, όπου χάρις στην βοήθεια ενός άρχοντα, 
ο οποίος ήταν πνευματικό τέκνο του Οσίου, εγκαταστάθηκαν σε ένα 
μεγάλο αρχοντικό το οποίο μετατράπηκε σε μοναστήρι.
 Έτσι, ο Θεοφόρος Πατήρ, έμελλε να ζήσει και στην Εύβοια,
 και "αντικείμενον του θαυμασμού πάντων γενόμενος και ως τις 
άγγελος εν θνητώ σώματι της προσηκούσης τιμής αξιωθείς", 
να στηρίξει πνευματικά και εκεί τούς ανθρώπους, και να κηρύξει
 την αγάπη του Χριστού. 
     Στις 10 Μαρτίου του έτους 1093, ο Όσιος κάλεσε τον
 πρεσβύτερο και Νοτάριο Ευρίπου Γεώργιο Στροβηλίτη και 
άλλους επτά αξιωματούχους, για να υπογράψουν ως μάρτυρες 
στην Διαθήκη του.
    Μετά από μερικές μέρες, στις 15 Μαρτίου, συνετάχθη ένας
 συμπληρωματικός κωδίκελος της διαθήκης, όπου μεταξύ άλλων,
 ορίζονται ζητήματα της Μονής, όπως θέματα τυπικού, 
προσωπικές παραινέσεις σε μοναχούς, αλλά και πληροφορίες
 σχετικές με την βιβλιοθήκη, το αρχείο της και τον τρόπο
 αποκτήσεως των βιβλίων και τις δωρεές των αυτοκρατόρων
 στο Μοναστήρι.
    Λίγο χρόνο αργότερα, και αφού είχε πληροφορηθεί "εκ Θεού" για την
 αποδημία του, ο Όσιος κάλεσε τούς μοναχούς και αφού τούς προέτρεψε 
να επιστρέψουν όλοι στην Πατμο, τους ζήτησε να τον πάρουν από την 
ξένη γη και να τον ενταφιάσουν στο ναο της Μονής για την οποία
 τόσο πολύ είχε μοχθήσει. Και αφού τούς είπε αυτά τα λόγια 
"και δια λόγων αποχαιρετιστηρίων καθαγιάσας τους παρόντας, 
παρέδωκε το πνεύμα τω Θεώ, την ις΄του μηνός Μαρτίου."
    Λιγο καιρό μετά την κήδευση του πνευματικού τους πατρός, 
οι μοναχοί της Πάτμου έμαθαν πως ο κίνδυνος από τούς Τούρκους
 είχε περάσει και ετοιμάστηκαν να επιστρέψουν στο νησί μαζί 
με το σκήνωμα του γέροντά τους. 
    Θα περίμενε κανείς το τελευταίο ταξίδι του Οσίου Χριστοδούλου
 να είναι ειρηνικό. Όμως, ακόμα και αυτή η τελευταία του μετακίνηση
 ήταν περιπετειώδης, όπως όλες οι μετακινήσεις του βίου του.
 Η αιτία όμως αυτή την φορά δεν ήταν η κακία του κόσμου τούτου,
 αλλά η αγάπη των ανθρώπων που στο πρόσωπο του Λατρηνού 
μοναχού είχαν γνωρίσει την αγάπη του Ιησού Χριστού.
 Οι κάτοικοι της Ευβοίας, όταν έμαθαν ότι οι μοναχοί θα
 έπαιρναν το σκήνωμα στην Πάτμο  ξεσηκώθηκαν και απέκλεισαν
 το μέρος όπου εφυλάσσετο ο Όσιος, ο οποίος ήταν γι' αυτούς 
"σωτήρ, ιατήρ, και πάσης νόσου θεραπευτής". Οι μοναχοί όμως, 
αποφασισμένοι να μεταφέρουν το λείψανο στην Πάτμο  κατά την 
διάρκεια της νύχτας έβγαλαν κρυφά τον Όσιο από την πόλη και 
αφού επιβιβάστηκαν στο πλοίο της Μονής, κατέπλευσαν 
στην Πάτμο.
   Με αυτόν τον τρόπο τελείωσε η πολύχρονη περιπλάνηση του Οσίου 
πατρός Χριστοδούλου ο οποίος σε ολόκληρο τον βίο του αναζητούσε
 έναν ήσυχο τόπο για να ζήσει "εν προσευχαίς και ύμνοις πνευματικοίς".
    Στην ιερά Πάτμο  στο δεξιό μέρος του εσωνάρθηκα της Μονής 
του Ιωάννου του Θεολόγου, τοποθετήθηκε σε μαρμάρινη λάρνακα 
το σκήνωμά του και σχεδόν χίλια χρόνια τώρα, 
"αναβλύζει θαυμάτων πηγάς και ως τινα οσμήν μύρου αισθάνονται 
οι πιστώς απτόμενοι αυτού και δια μόνης της αφής καθαγιάζονται και
 από πάσης σωματικής βλάβης ελευθερούνται".

   Η Εκκλησία τον κατέταξε στην χορεία των Οσίων. 
Τον τιμά δύο φορές τον χρόνο, στις 16 Μαρτίου, ημέρα της
 κοιμήσεως του και στις 21 Οκτωβρίου, ημέρα της ανακομιδής 
των λειψάνων του.

ΕΒΔΟΜΑΔΑ ΤΗΣ ΤΥΡΟΦΑΓΟΥ


Φτάσαμε στις τελευταίες μέρες πριν από την Μεγάλη Σαρακοστή. Ήδη κατά την εβδομάδα της Απόκρεω, δύο μέρες - η Τετάρτη και η Παρασκευή - ανήκουν στη Σαρακοστή. Η Θεία Λειτουργία δεν τελείται και η όλη τυπική διάταξη στις ακολουθίες έχει πάρει τα λειτουργικά χαρακτηριστικά της Μεγάλης Σαρακοστής.
Το Σάββατο της Τυροφάγου η Εκκλησία μας <<ποιεί μνεία πάντων των εν ασκήσει λαμψάντων αγίων ανδρών τε και γυναικών>>. Οι άγιοι είναι τα πρότυπα που θ' ακολουθήσουμε, οι οδηγοί στη δύσκολη τέχνη της νηστείας και της μετάνοιας. Στον αγώνα που πρόκειται ν' αρχίσουμε δεν είμαστε μόνοι, έχουμε βοηθούς και παραδείγματα.
Την Κυριακή, τελευταία μέρα πρίν τη Σαρακοστή, που συνήθως την ονομάζουμε Κυριακή της συγγνώμης και <<της από του Παραδείσου της τρυφής εξορίας του Πρωτόπλαστου Αδάμ>>.Ξέρουμε ότι ο άνθρωπος πλάσθηκε για να ζει στον Παράδεισο, για την γνώση του Θεού και την κοινωνία μαζί Του. Η αμαρτία του όμως τον απομάκρυνε από την ευλογημένη ζωή και έτσι η ύπαρξή του στη γη είναι μια εξορία. Η Μ. Σαρακοστή είναι η απελευθέρωσή μας από τη σκλαβιά της αμαρτίας. (σελ. 32)
Το ευαγγελικό ανάγνωσμα αυτής της Κυριακής (Ματθ. 6, 14-21) θέτει τους όρους για μια τέτοια απελευθέρωση. Πρώτος όρος είναι η νηστεία, η προσπάθεια να ελευθερωθούμε από τη δικτατορία της σάρκας και της ύλης πάνω στο πνεύμα. Δεν πρέπει όμως η νηστεία μας να είναι υποκριτική, δηλαδή <<προς το θεαθήναι>>, να μη φαινόμαστε <<στους ανθρώπους νηστεύοντες, αλλά στον Πατέρα μας εν τω κρυπτώ>> όπως αναφέρεται στο ευαγγελικό ανάγνωσμα.
Δεύτερος όρος είναι η συγγνώμη: <<Εάν αφήτε στους ανθρώπους τα παραπτώματά τους, θα αφήσει και τα δικά σας ο ουράνιος Πατέρας>>. Η συγχωρητικότητα είναι η επιστροφή στην ενότητα, στη σύμπνοια, στην αγάπη. Έτσι στον Εσπερινό αυτής της Κυριακής, στο τέλος της ακολουθίας, όλοι οι πιστοί πλησιάζουν τον ιερέα και ο ένας τον άλλο, ζητώντας την αμοιβαία συγχώρεση.
Ουσιαστικά από τον Εσπερινό αυτό αρχίζει η Μεγάλη Σαρακοστή. Αρχίζει η ακολουθία με τον ιερέα ντυμένο στα λαμπερά άμφια και τα τροπάρια αναγγέλουν τον ερχομό της Μ. Σαρακοστής και πέρα απ' αυτή, τον ερχομό του Πάσχα. Κατόπιν γίνεται η είσοδος του Ευαγγελίου με τον εσπερινό ύμνο <<Φως ιλαρόν αγίας δόξης>> και ο ιερέας προχωρεί στην Ωραία Πύλη για να αναφωνήσει το Προκείμενο που πάντα αναγγέλει το τέλος της μιας μέρας και την αρχή της άλλης. Η θαυμάσια μελωδία: <<Μη αποστρέψεις το πρόσωπό σου από του παιδός σου, ότι θλίβομαι, ταχύ επάκουσόν μου, πρόσχες τη ψυχή μου και λύτρωσε αυτήν>> λέγεται πέντε φορές, τα φώτα σβήνουν και τα χρωματιστά άμφια αλλάζουν.
Από αυτό το σημείο ξεκινάει η Μεγάλη Σαρακοστή: συναισθάνομαι ότι είμαι εξόριστος από την ομορφιά της Βασιλείας Του και θλίβομαι. Τελικά παραδέχομαι ότι μόνο ο Θεός μπορεί να με βοηθήσει σ' αυτή τη θλίψη. Μετάνοια πάνω απ' όλα είναι το απελπισμένο κάλεσμα για τη Θεία βοήθεια. Στη συνέχεια διαβάζεται η προσευχή του Αγίου Εφραίμ που συνοδεύεται από μετάνοιες. Καθώς οι πιστοί πλησιάζουν τον ιερέα, ο χορός ψάλλει πασχαλινούς ύμνους. Από τώρα βλέπουμε να λάμπει στο τέλος το φως της Ανάστασης, το φως της Βασιλείας του Θεού.

______________
*Λέγεται <<της Τυροφάγου>> γιατί τρώμε περισσότερο τυροκομικά προϊόντα τις τελευταίες μέρες πριν την επερχόμενη νηστεία της Σαρακοστής και όχι πλέον κρέας.


Τυπικόν της 16ης Μαρτίου 2013


Σάββατον: Τῆς Τυρινῆς. 
Ἐν ᾧ μνήμην ἐπιτελοῦμεν τῶν ἐν ἀσκήσει λαμψάντων 
Ἁγίων ἀνδρῶν καί γυναικῶν. 
Τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Σαββίνου τοῦ Αἰγυπτίου,
 τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Χριστοδούλου, 
κτήτορος τῆς ἐν Πάτμῳ Ἱερᾶς Μονῆς Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου.
 

Ἅπασαι αἱ Ἀκολουθίαι κατά τήν τάξιν τοῦ Τριῳδίου.
ΕΙΣ ΤΟΝ ΕΣΠΕΡΙΝΟΝ
Εἰς τό Καί νῦν, τῶν Ἑσπερίων τό α΄ Θεοτοκίον τοῦ ἤχου· 
 «Μήτηρ μέν ἐγνώσθης...».
Ἄνευ Εἰσόδου.
ΕΙΣ ΤΟΝ ΟΡΘΡΟΝ
Καταβασίαι: 
Οἱ Εἱρμοί τοῦ Κανόνος τῶν Πατέρων· «ᾎσμα ἀναπέμψωμεν...».
Ἡ Τιμιωτέρα.
Εἱρμός θ΄ ᾨδῆς: 
«Τόν προδηλωθέντα...».
Δοξολογία: 
Μεγάλη.
    «Ὁ Θεός τῶν Πατέρων ἡμῶν...».
ΕΙΣ ΤΗΝ Θ. ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΝ
«Ὁ Θεός τῶν Πατέρων ἡμῶν...».
Εἴσοδος.
Εἰσοδικόν:
 «Δεῦτε προσκυνήσωμεν... ὁ ἐν ἁγίοις θαυμαστός...».
Μετά τήν Εἴσοδον.
Ἀπολυτίκια:
 1.– Τῶν Πατέρων·  «Ὁ Θεός τῶν Πατέρων ἡμῶν...» καί 
2.– Τοῦ Ναοῦ.
Κοντάκιον: 
«Προστασία...».
Τρισάγιον.
Ἀπόστολος:
 Τῶν Πατέρων· «Ὁ καρπός τοῦ Πνεύματος...» (Γαλ. ε΄ 22-26, ς΄ 1-2),
 μετά τοῦ ἐν τῷ Τριῳδίῳ ἀναγραφομένου Προκειμένου, 
ζήτει τοῦτον τῷ Σαββάτῳ κζ΄ ἑβδομάδος Ἐπιστολῶν.
Εὐαγγέλιον: 
Τῆς ἡμέρας· Σαββάτου ἑβδομάδος Τυρινῆς «Προσέχετε τήν ἐλεημοσύνην...» 
(Ματθ. ς΄ 1-13).
Εἰς τό Ἐξαιρέτως: «Ἄξιόν ἐστιν...».
Κοινωνικόν: 
«Εἰς μνημόσυνον...».
«Εἴδομεν τό φῶς...», κτλ. 
Ἀπόλυσις.   

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ


Κυριακή της Τυρινής σήμερα, και η Εκκλησία μας μέσα από την Ευαγγελική περικοπή που αναγνώσθηκε πριν από λίγο μας θέτει τους όρους για την απελευθέρωσή μας, από την σκλαβιά της αμαρτίας, από τον εγκλωβισμό και την φυλάκισή μας στα πάθη, τους εγωισμούς και τις αδυναμίες μας.
Πρώτος όρος είναι η νηστεία η οποία για να είναι αποτελεσματική και ωφέλιμη πρέπει να μην είναι υποκριτική, δηλ. «προς το θεαθήναι».Να νηστεύσουμε λοιπόν από τις τροφές αλλά να φροντίσουμε νηστεύοντας να μην τρώμε τις σάρκες των συνανθρώπων μας, με την κατάκριση, διότι η νηστεία μας, δεν θα μας βοηθήσει καθόλου στο να πετύχουμε τον σκοπό μας.
Δεύτερος όρος είναι η συγνώμη η συγχωρητικότητα, η ειρήνη στις σχέσεις μεταξύ μας. Η αμαρτία έχει καταφέρει να κάνει παντού και πάντα αισθητή την παρουσία της με το μίσος, την αντιπάθεια, τις αντιθέσεις και τον χωρισμό. Το να επιστρέψουμε στην ενότητα, την αγάπη και στην μεταξύ μας ειρήνη, είναι η πρώτη νίκη μας κατά της αμαρτίας.Το να συγχωρήσω κάποιον που με έβρισε, που με έθιξε, που με υποτίμησε, που με κακολόγησε σημαίνει ότι βάζω ανάμεσα σε μένα και στον εχθρό μου την συγχώρηση που ο Χριστός, πάνω στο Σταυρό μας δίδαξε. Γι΄ αυτό και όταν ατενίζουμε τον Σταυρό Του Χριστού πρέπει να μην δημιουργούνται απλά κάποια συναισθήματα λύπης και συμπόνοιας για τον Κύριο, αλλά πρέπει να λαμβάνουμε τα ακτινοβόλα μηνύματα που εκπέμπονται από την Θυσία Του, μηνύματα ταπείνωσης, αγάπης, υπομονής ,καρτερίας και συγχωρητικότητας.
Επί πλέον το να συγχωρούμε εμείς εκείνους που μας έφταιξαν, θα ανοίξει τον δρόμο για να συγχωρήσει ο Χριστός και τις δικές μας αμαρτίες.«Και άφες ημίν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών» (Κυριακή προσευχή) ζητούμε προσευχόμενοι.Με αυτές τις προϋποθέσεις καλούμαστε να ξεκινήσουμε την Μεγάλη Σαρακοστή, την οποία είναι καιρός να Την πάρουμε στα σοβαρά με το να προγραμματίσουμε τους εαυτούς μας σε μια συνεχή προσπάθεια με σκοπό την μετάνοια, δηλ.την απόφαση στο να αλλάξουμε τρόπο ζωής η οποία μετάνοια αποτελεί και την ουσία της Σαρακοστής.Οι τέσσερις Κυριακές που προηγούνται πριν την Σαρακοστή αποτελούν την προπαρασκευή μας για να μπούμε στο πνευματικό αυτό στάδιο. Οι ευαγγελικές περικοπές που αναγνώσθηκαν μας έδωσαν την ευκαιρία να τις «πάρουμε όπως λέμε στο σπίτι» δηλ. να στοχασθούμε πάνω σ΄ αυτές σχετίζοντας τες με την ζωή μας, την οικογενειακή μας κατάσταση, τις επαγγελματικές μας υποχρεώσεις, τα ενδιαφέροντά μας για τα υλικά πράγματα, τις σχέσεις μας με τους ανθρώπους με τους οποίους συζούμε αλλά και με την σχέση μας με τον Θεό.
Αν σ΄ αυτήν την προσπάθεια περισυλλογής προσθέσουμε και τη συμμετοχή στις Ακολουθίες της περιόδου αυτής με το Μ. Απόδειπνο, τις Προηγιασμένες, τους Χαιρετισμούς, τους Κατανυκτικούς Εσπερινούς, μπορεί να καταλάβουμε τι σημαίνει να «νοιώθεις ότι είσαι κοντά στην Εκκλησία», και πως μπορεί μία λειτουργική περίοδος, η Σαρακοστή δηλ. να χρωματίσει την καθημερινή μας ζωή.Το σημαντικότερο όμως είναι να καταλάβουμε και να συνειδητοποιήσουμε ότι την Σαρακοστή μας την χάρισε ο Θεός σαν ευκαιρία για αλλαγή, για ανανέωση, για καλυτέρευση τις σχέσεις μας με Εκείνον και τους συνανθρώπους μας.
Πολύ εύστοχα η Μεγ. Σαρακοστή παρομοιάσθηκε σαν μία έρημο την οποία πρέπει να διασχίσουν οι πνευματικοί οδοιπόροι που δεν είναι άλλοι, από εμάς, για να φθάσουμε στην Μεγάλη και δροσερή Όαση που είναι το Άγιο Πάσχα.
Πρόκειται να περιπλανηθούμε για σαράντα ολόκληρες ημέρες στην έρημο αυτή σαν τους Ισραηλίτες που πορεύονται για την γη της επαγγελίας. Η πορεία δεν είναι ανώδυνη, μα όχι και ακατόρθωτη. Παίρνοντας δύναμη από την φλόγα της Θείας Κοινωνίας που μας είναι απαραίτητη για να ξεδιψούμε στο ταξίδι μας αυτό, ατενίζουμε ήδη από τώρα, και βλέπουμε στο βάθος της Σαρακοστής να λάμπει το γλυκό φως της Ανάστασης το φως της βασιλείας του Θεού. Αμήν.

Κυριακή της Τυροφάγου Μετάνοια Απόθεση και ένδυση


Μετάνοια

Απόθεση και ένδυση

Ένα εγερτήριο σάλπισμα μετανοίας θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί το αποστολικό αυτό ανάγνωσμα. Ο απόστολος Παύλος απευθυνόμενος στους Χριστιανούς, λέει: Είναι πλέον ώρα να σηκωθούμε από τον ύπνο της αμέλειας. Διότι τώρα η ημέρα της Δευτέρας Παρουσίας είναι πλησιέστερη σε μας παρά τότε που πιστεύσαμε. Η ζωή αυτή, που μοιάζει με νύχτα σκοτεινή, προχώρησε, ενώ η ημέρα της άλλης ζωής πλησίασε. «Ἀποθώμεθα οὖν τὰ ἔργα τοῦ σκότους καὶ ἐνδυσώμεθα τὰ ὅπλα τοῦ φωτός». Ας πετάξουμε λοιπόν από πάνω μας τα έργα της αμαρτίας που γίνονται στο σκοτάδι, κι ας ντυθούμε σαν όπλα τα φωτεινά έργα της αρετής. Όπως συμπεριφέρεται κανείς την ημέρα, που τα βλέμματα πολλών τον παρακολουθούν, έτσι κι εμείς ας συμπεριφερθούμε με ευπρέπεια και σεμνότητα· όχι με άσεμνα φαγοπότια και μεθύσια, ούτε με πράξεις αισχρότητας και ασέλγειας, ούτε με φιλονικίες και ζηλοτυπίες. Αλλά να ενδυθούμε σαν ένδυμα της ψυχής μας τον Κύριο Ιησού Χριστό, ώστε στον όλη ζωή μας να μοιάζουμε μ’ Αυτόν.
Με το όλο ιερό κείμενο ο άγιος Απόστολος μας καλεί σε μετάνοια και εγρήγορση και μας ζητεί να κάνουμε δύο ενέργειες: πρώτα να πετάξουμε από πάνω μας τα έργα της αμαρτίας, κι έπειτα να ντυθούμε και να οπλισθούμε με τα όπλα του φωτός και της αρετής. Να μισήσουμε δηλαδή την αμαρτία και τα έργα της, και να αγαπήσουμε τον Χριστό και την αρετή. Να αφήσουμε τη νύχτα και τα αμαρτωλά της έργα, και να ζήσουμε πλέον μέσα στο φως της ημέρας, της νέας εν Χριστώ ζωής. Διπλό λοιπόν το έργο της μετανοίας, ξερίζωμα και ένδυση, μίσος και αγάπη, απάρνηση της αμαρτίας και αφοσίωση στον Χριστό. Ας μη νομίσουμε ότι το κάλεσμα αυτό δεν μας αφορά, αλλά αφορά μόνο τους ανθρώπους που βρίσκονται μακριά από τον Θεό. Καθώς εισερχόμαστε στην Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή, η Εκκλησία μας επέλεξε αυτό το αποστολικό ανάγνωσμα για να καλέσει όλους – κι εμάς που νομίζουμε ότι είμαστε προοδευμένοι Χριστιανοί – σε μετάνοια. Διότι αν ψάξουμε καλά μέσα στην ψυχή μας, θα δούμε ένα σωρό πάθη και επιθυμίες αμαρτωλές, σκέψεις και φρονήματα σκοτεινά. Αλλά και στην καθημερινή μας ζωή κάθε τόσο πέφτουμε στα ίδια και στα ίδια. Ας ξυπνήσουμε λοιπόν από τον λήθαργο της αδιαφορίας και της αμέλειας. Ιδιαιτέρως τώρα καθώς μπαίνουμε στο στίβο των πνευματικών αγώνων. Ας κάνουμε ένα νέο ξεκίνημα με ζήλο. Και θα το ευλογήσει ο Θεός.

Κατάκριση

Στη συνέχεια ο απόστολος Παύλος αναφέρεται στο θέμα των φαγητών που ταλαιπωρούσε τότε τους Χριστιανούς. Λέει λοιπόν ο θείος Απόστολος: Να δέχεσθε με καλοσύνη εκείνον που είναι αδύνατος στην πίστη και εξαρτά τη σωτηρία του και από τη διάκριση των φαγητών και των ημερών, χωρίς να συζητάτε και να επικρίνετε τις ιδέες του. Άλλος βέβαια πιστεύει ότι δεν απαγορεύεται να φάει όλα τα φαγητά. Ενώ ο αδύνατος στην πίστη τρώει λαχανικά και αποφεύγει τις άλλες τροφές από το φόβο μήπως μολυνθεί απ’ αυτές. Εκείνος που λόγω της ισχυρότερης πίστεώς του τρώει απ’ όλες τις τροφές, ας μην περιφρονεί ως στενοκέφαλο εκείνον που δεν τρώει απ’ όλες. Κι αυτός που δεν τρώει απ’ όλα, ας μην κατακρίνει εκείνον που τρώει.
Άλλωστε ποιος είσαι εσύ, που κατακρίνεις ξένο δούλο; Αυτός δεν έχει εσένα Κύριο αλλά τον Θεό. Για τον Κύριό του λοιπόν μένει σταθερός ή πέφτει πνευματικά. Μάθε λοιπόν ότι, ενώ εσύ τον κατακρίνεις, αυτός θα μείνει σταθερός στην πίστη, διότι ο Θεός έχει τη δύναμη να τον ανορθώσει και να τον στερεώσει.
Παίρνοντας αφορμή από το ζήτημα των τροφών ο θείος Απόστολος ξεσκεπάζει το φοβερό πάθος της κατακρίσεως, που πάντοτε ταλαιπωρούσε και ταλαιπωρεί ιδιαιτέρως τους πιστούς. Αν εξετάσουν προσεκτικά τον εαυτό μας, θα δούμε πόσο πάσχουμε κι εμείς στο θέμα της κατακρίσεως. Πόσο εύκολα ανοίγουμε το στόμα μας για να κρίνουμε τους άλλους αδελφούς μας. Και μας εγκαλεί ο απόστολος Παύλος και μας ρωτά: Ποιοι είμαστε εμείς που κάνουμε τους δικαστές των άλλων; Με ποιο δικαίωμα αρπάζουμε το δικαίωμα του Θεού, που είναι ο μόνος κριτής όλων μας;
Επιπλέον όταν κατακρίνουμε, χωρίς να το καταλαβαίνουμε αποκαλύπτουμε την κακία που έχουμε για τους αδελφούς μας, και τον μεγάλο εγωισμό μας. Νομίζουμε ότι τα ξέρουμε όλα κι ότι έχουμε το δικαίωμα να καυτηριάζουμε τα λάθη των άλλων. Κατακρίνουμε αυτά που βλέπουμε, και δεν ξέρουμε ότι οι άλλοι μπορεί να μετανόησαν, ενώ εμείς μένουμε σκλάβοι στο ολέθριο πάθος μας. Κατακρίνουμε διότι δεν αποκτήσαμε ακόμη συναίσθηση και φροντίδα για τα δικά μας αμαρτήματα. Εμείς καθημερινά σφάλλουμε σε χειρότερα αμαρτήματα και κατακρίνουμε τους άλλους! Διώχνουμε όμως έτσι τη Χάρη του Θεού και παραχωρεί ο Θεός και πέφτουμε στα ίδια αμαρτήματα, κάποτε και σε άλλα βαριά, ακόμη και σε σαρκικά, για να ταπεινωθούμε και να μετανοήσουμε. Ας προσέξουμε λοιπόν πολύ, κι ας ζητήσουμε με μετάνοια από τον Θεό να μας δώσει τη χάρη του να απαλλαγούμε από την κατάκριση. Διαφορετικά με την κατάκριση οδεύουμε σ’ έναν από τους συντομότερους δρόμους για την κόλαση.

ΚΗΡΥΓΜΑ ΣΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ Η ΑΣΚΗΣΗ ΤΗΣ ΑΡΕΤΗΣ ΤΗΣ ΝΗΣΤΕΙΑΣ «σύ δέ νηστεύων ἄλειψαί σου τήν κεφαλήν καί τό πρόσωπόν σου νίψαι.» (Ματθ. στ΄ 17) ΕΛΛΗΝΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΒΑΡΝΑΒΑ WOOD GREEN


Ἔφθασε, ἀγαπητοί ἀδελφοί, ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Ἡ Ἐκκλησία μᾶς καλεῖ νά ἀκολουθήσουμε τήν ἀνοδική πορεία τοῦ πνευματικοῦ ἀγῶνος καί τῆς καλλιεργείας τῶν εὐαγγελικῶν ἀρετῶν. Μέσα στήν ἁλυσίδα τῶν ἀρετῶν αὐτῶν περιλαμβάνεται καί ἡ νηστεία. Ἄς δοῦμε λοιπόν μερικές πτυχές τῆς νηστείας, ὥστε νά ἐμβαθύνουμε κατά τό δυνατόν στό θέμα μας.
Ἡ νηστεία βέβαια καθώς ὅλοι γνωρίζουν συνίσταται στήν ἀποχή γιά προκαθορισμένα χρονικά διαστήματα ἀπό κάποιες ὑλικές τροφές. Τέτοια νηστεία φυσικά ὑπάρχει σέ πολλούς λαούς. Στήν πραγματικότητα τό νηστεύω σημαίνει ἀπέχω ἀπό κάθε εἶδος τροφῆς. Ὁ πνευματικός ἀγῶνας ὅμως τοῦ πιστοῦ μέλους τῆς Ἐκκλησίας δέν περιορίζεται στήν ἀποχή μόνο ἀπό ὑλικές τροφές.
Μέσα στούς ὕμνους τῆς Ἐκκλησίας ὑπάρχει ἡ προτροπή: «Νηστεύοντες ἀδελφοί σωματικῶς, νηστεύσωμεν καί πνευματικῶς». Διδασκόμεθα, λοιπόν, ὅτι ἡ νηστεία μας ἔχει εὐρύτερα ὅρια. Τίς ἡμέρες τῆς νηστείας ὁ ἀγῶνας μας συμπληρώνεται μέ τήν ἀποχή ἀπό κάθε εἶδος κακοῦ καί κακίας. Στά πλαίσια τῆς ὀρθῆς νηστείας ἀπαιτεῖται ὅπως ἀπέχει ὁ νοῦς ἀπό κάθε ἁμαρτωλή σκέψη. Τά πόδια νά μήν ὁδηγοῦν σέ χώρους ἁμαρτίας. Τά χέρια νά μή διαπράττουν πράξεις ἐντροπῆς. Τά μάτια νά ἀπέχουν ἀπό κάθε τι τό ὁποῖο μολύνει τήν ψυχή. Τά αὐτιά νά μήν ἀκοῦν τίς κατηγορίες κατά τοῦ ἀδελφοῦ μας. Ἡ γλῶσσα νά ἐπιδίδεται στήν προσευχή καί τή δοξολογία τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Ἐπίσης νά διδάσκει τά καλά καί ὠφέλιμα καί νά μήν κατατρώγει τίς σάρκες τοῦ ἀδελφοῦ μας μέ τήν κατάκριση.
Κάποια ἀπό τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας ἀδυνατοῦν, εἴτε γιά λόγους ὑγείας εἴτε ἕνεκα τῶν συνθηκῶν τῆς ζωῆς τους, νά ἐξασκήσουν ὑλική νηστεία. Βαρύτητα ἔχει πιό πολύ ἡ πνευματική νηστεία καί ὄχι ἡ ὑλική. Μέ ἄλλα λόγια ἡ ἀποφυγή τῆς διαπράξεως τῆς ἁμαρτίας κάτω ἀπό ὁποιονδήποτε μανδύα εἶναι τό ἀπαραίτητο.
Νά μνημονεύσουμε ὅτι ἡ νηστεία εἶναι ἕνας θεοπαράδοτος θεσμός, ὁ ὁποῖος δόθηκε στούς Πρωτοπλάστους μέσα στόν Παράδεισο, μέ τήν ἀποχή ἀπό τούς καρπούς τοῦ δένδρου τῆς γεύσεως τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ. Δυστυχῶς οἱ Πρωτόπλαστοι, Ἀδάμ καί Εὔα, ἀστόχησαν στό νά μείνουν πιστοί καί ὑπάκουοι στό θεῖο θέλημα καί παρέβησαν τήν ἐντολή. Ἡ Ἐκκλησία σήμερον ὑπενθυμίζει τήν ἐξορία τους ἀπό τόν Παράδεισο.
Οἱ προφῆτες καί ὁ Λαός τοῦ Θεοῦ σύμφωνα μέ ὅσα μελετοῦμε στήν Παλαιά Διαθήκη ἔκαμναν νηστεία πρίν ἀπό μεγάλα γεγονότα. Νηστεία ἄσκησε γιά σαράντα μέρες καί ὁ Κύριος μετά τή δημόσια ἐμφάνιση καί βάπτισή του στόν Ἰορδάνη ποταμό καί πρίν τήν ἔναρξη τοῦ σωτηριολογικοῦ ἔργου του. Μέσα στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας ὁ θεσμός τῆς νηστείας ἔχει ἀποκτήσει τή θέση του. Ἀποτελεῖ ἰσχυρό ὅπλο τῶν πιστῶν ἐναντίον τῶν ἐσωτερικῶν πειρασμῶν καί πνευματική ἀσπίδα ἐναντίον τῶν βελῶν τοῦ διαβόλου.
Ὁ Μωυσῆς μέ τή νηστεία καί τήν ἄνοδό του στό ὅρος Σινᾶ γιά τήν παραλαβή τῶν Δέκα Ἐντολῶν κατέβη ἀπό ἐκεῖ μέ τό πρόσωπο ὁλόλαμπρο καί φωτισμένο. Ἡ νηστεία λοιπόν ὑπό τίς δύο μορφές της λαμπρύνει τό νοῦ τοῦ ἀνθρώπου καί τόν φέρνει κοντά στό Θεό. Ἀμήν!

Κυριακή της Τυρινής «Χαρὰ» διαβόλου καὶ χαρὰ τῶν ἀγγέλων του †Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνου



«Χαρὰ» διαβόλου καὶ χαρὰ τῶν ἀγγέλων

(Ομιλία του †Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου)

Σήμερα, ἀγαπητοί μου, εἶνε ἡμέρα ποὺ ἴ -σως πρέπει ὁ ἱεροκήρυκας νὰ σιωπήσῃ καὶ νὰ πάῃ κάπου νὰ κλάψῃ· καὶ μαζὶ μὲ τὸν ἱεροκήρυκα καὶ ἐσεῖς –ὅσοι πιστεύετε ἀκόμηστὸν Κύριο καὶ ἀνήκετε στὴν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία–, νὰ πᾶτε σήμερα στὰ σπίτια σας, νὰ κλεισθῆτε καὶ μπροστὰ τὴν εἰκόνα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς ὑπεραγίαςΘεοτόκου προσευχηθῆτε καὶ νὰ κλάψετε γιὰ τὴν κατάστασί μας, γιὰ τ᾽ ἁμαρτήματά μας.Γιατὶ δυστυχῶς ἡ σημερινὴ ἡμέρα εἶνεἡ πιὸἁμαρτωλὴ ἡμέρατοῦ χρόνου.
Σήμερα Χριστιανοὶ βαπτισμένοι κάνουν τὰ ἐντελῶς ἀντίθετα ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ διατάζει ὁΚύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς καὶ ἡ Ἐκκλησία του. Καὶ αὐτὸ βέβαια εἶνε μία αἰτία λύπηςκαὶ στεναγμῶν. Γιατὶ σᾶς ἐρωτῶ· ἂν κάποιος ἀξιωματικὸς διατάζῃ τὸν στρατιώτη νὰ κάνῃ δεξιὰ κι αὐτὸς κάνῃ ἀριστερά, ἢ τὸν διατάζῃ νὰ κάνῃ ἀριστερὰ κι αὐτὸς κάνῃ δεξιά, τί αἰσθάνεταιὁ ἀξιωματικὸς ἀπέναντί του;

 Ἢ ἂν ὁ γιατρὸς συνιστᾷ στὸν ἄρρωστο ὡρισμένα φάρμακα,κι αὐτὸς ὄχι μόνο δὲν παίρνῃ τὰ φάρμακα ἀλ-λὰ σπάῃ τὰ μπουκάλια καὶ κάνῃ δίαιτα ἀντίθετη ἀπ᾿ ὅ,τι τοῦ εἶπε ὁ γιατρός, τί θὰ αἰσθάνεται ὁ γιατρὸς γιὰ τὸν ἄρρωστο αὐτό; Ἢ ἂν εἶσαι μάνα ἢ πατέρας καὶ βλέπῃς τὸ παιδί σουνὰ μὴ σ᾽ ἀκούῃ ἀλλὰ νὰ κάνῃ ἀντίθετα ἀπ᾿ ὅ,τι τοῦ παραγγέλλεις; Ἢ ἂν εἶσαι δάσκαλος καὶ λὲς στὸ μαθητὴ νὰ γράψῃ στὸν πίνακα τὸ ἄλφα κι αὐτὸς γράφει τὸ βῆτα; Ἔ, αὐτὸ ἀκριβῶς συμβαίνει σήμερα·οἱ Χριστιανοὶ κάνουν τὰ ἀντίθετα ἀπ᾿ ὅ,τι διατάζει ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. Κι ἂν ὁ δάσκαλος στενοχωριέται γιὰ τὸν ἄτακτο μαθητή του, ἂν ὁ γιατρὸς λυπᾶται γιατὶ ὁ ἄρρωστος δὲν κάνει τὴ δίαιτά του, ἂν ὁ ἀξιωματικὸς στενοχωριέται γιὰ τὸν ἀπείθαρχο στρατιώτη του, κι ἂν ἡ μάνα στενοχωριέται γιὰ τὸ ἄτακτο παιδί της, πολὺ περισσότερο σήμερα τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο «λυπεῖται»(Ἐφ. 4,30)γιὰ τὰ ἄτακτα παιδιὰ τῆς Ὀρθοδοξίας.
Ναί, κάνουν τὰ ἀντίθετα. Τι μᾶς διατάζει σήμερα ἡ Ἐκκλησία; Ἀκούσατε τὸν ἀπόστολο τι λέει; «Ὡς ἐν ἡμέρᾳ εὐσχημόνως περιπατήσωμεν,  μὴ κώμοις  καὶ μέθαις, μὴ κοίταις καὶ ἀσελγείαις, μὴ ἔριδι καὶ ζήλῳ, ἀλλ᾿ἐνδύσασθε τὸν Κύριον Ἰησοῦν Χριστό, καὶτῆς σαρκὸς πρόνοιαν  μὴ  ποιεῖσθε εἰς ἐπιθυμίας» (῾Ρωμ. 13,13). Δηλαδὴ τί σημαίνουν τὰ λόγια αὐτά· Σεῖς ποὺ βαπτιστήκατε καὶ βγήκατε ἀπ᾽ τὸ σκοτάδι, σεῖς οἱ Χριστιανοί, δὲν πρέπει νὰ ζῆτε σὰν τοὺς εἰδωλολάτρες.
Τί ἔκαναν οἱ εἰδωλολάτρες; Διακόσα - τριακόσα - πεντακόσα χρόνια πρὸ Χριστοῦ, οἱ εἰδωλολάτρες τὶς ἡμέρες αὐτὲς ἀκριβῶς, τὸ μῆνα Φεβρουάριο ἢ καὶ νωρίτερα, ἔπαιρναν καπνιά, μουντζούρωναν τὰ πρόσωπά τους, φοροῦσαν προβειές, παρίσταναν διάφορα ζῷα,ἔβαζαν στὸ κεφάλι τους κέρατα βοδιῶν, κρεμοῦσαν κουδούνια, κρατοῦσαν στὰ χέρια τους αἰσχρὰ κι ἀκατονόμαστα ὁμοιώματα, ἔβγαζανκραυγὲς ἄτακτες, ἔβριζαν τὸν κάθε διαβάτη,ἔλεγαν χυδαιολογίες, ἔκαναν χειρονομίες,μεθοῦσαν, κυλιοῦνταν στὸ δρόμο, ἔκαναν ὄργια… Ἔτσι γιώρταζαν οἱ εἰδωλολάτρες. Καὶτὰ ἔκαναν αὐτὰ – γιατί; Διότι ἔτσι ἔλεγε ἡ θρησκεία τους. Κι ἀφοῦ τό ᾿λεγε ἡ θρησκείατους, δὲν μποροῦμε νὰ τοὺς κατηγορήσουμε. Αὐτὰ ἤθελε ἡ θρησκεία τους, γιατὶ τέτοι-οι ἦταν οἱ θεοί τους, αἰσχροὶ θεοί· ὁ ἕνας θεὸς ἦταν προστάτης τῆς μοιχείας, ὁ ἄλλοςπροστάτης τῆς πορνείας, ὁ ἄλλος προστάτηςτῆς μέθης…· τέτοιους θεοὺς εἶχαν καὶ αὐτὰζητοῦσαν στὶς γιορτές τους.Ἀλλ᾽ αὐτὰ ποὺ ἔκαναν ἄλλοτε οἱ εἰδωλολάτρες, δυστυχῶς σήμερα τὰ κάνουν οἱ ὀρθόδοξοι οἱ Χριστιανοί. Τὰ ἴδια καὶ χειρότερα. Τὰβλέπουμε. Δὲν ὑπάρχει σύλλογος, σωματεῖοἢ καὶ σπίτι ποὺ νὰ μὴ διοργανώνῃ τὶς μέρεςαὐτὲς χορό, καὶ χορεύουν ἀπ᾽ τὸ βράδυ ὣςτὸ πρωί. Καὶ δὲ χορεύουν ἑλληνικοὺς παραδοσιακοὺς χορούς·οἱ σημερινοὶ χοροὶεἶνε ὅ,τι«αἰσχρόν-ἐστι-καὶ-λέγειν»(Ἐφ. 5,12). Ἔτσι δὲν χορεύουν οὔτε οἱ ἄγριοι οὔτε τὰ θηρία. Σμίγουνἄντρες καὶ γυναῖκες, ὁ ἄντρας βλέπει τὴ γυ-ναῖκα του στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ ἄλλου, ἡ μάνα βλέπει τὸ κορίτσι της στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ ἑνὸςκαὶ τοῦ ἄλλου, καὶ τὰ θεωροῦν αὐτὰ φυσικά.Καὶ μόνο αὐτό; Αὔριο, ποὺ ξημερώνει Δευτέρα, ἐνῷ ἡ Ἐκκλησία τὴν ὀνομάζει ΚαθαρὰΔευτέρα, ἐμεῖς τὴν κάναμε ἀκάθαρτη Δευτέρα –ἔτσι ἔπρεπε νὰ λέγεται· γιατὶ εἶνε ἡ ἡμέ-ρα ποὺ γίνονται τὰ περισσότερα ἔκτροπα, οἱ περισσότερες ἁμαρτίες. Μικροὶ - μεγάλοι βγαίνουν ἔξω, γυρίζουν ὅλη μέρα, καὶ τὸ βράδυ ἐ-πιστρέφουν μεθυσμένοι, ζαλισμένοι, δὲν ξέ-ρουν τί λένε καὶ τί κάνουν. Κι ὅλ᾽ αὐτὰ βέβαιαεἶνε ἀντίθετα ἀπὸ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.―
Πολὺ αὐστηρὰ τὰ λές, παπᾶ μου, θὰ πῇ κάποιος ἀπ᾽ αὐτούς. Μὰ τί θέλεις λοιπόν, νὰ μὴ χορέψουμε; Δὲν εἴμαστε καλόγεροι, εἴμαστε κοσμικοὶ ἄνθρωποι, ζοῦμε στὴν κοινωνία…Τί θ᾿ ἀπαντήσουμε; Ἀσφαλῶς κοσμικοὶ εἶστε. Κανείς δὲν σᾶς εἶπε νὰ πᾶτε στὰ βουνὰκαὶ νὰ κρατᾶτεκομποσχοίνια καὶ νὰ προσεύχεστε ἀπ᾽ τὸ πρωὶ μέχρι τὸ βράδυ. Ἀλλὰ τί λέει ἡ Ἐκκλησία μας;
Ὅλα τὰ ἐπιτρέπει τὸ Εὐαγ-γέλιο, δὲν ἐπιτρέπει μόνο τὴν ἁμαρτία· ὅλα μπορεῖς νὰ τὰ κάνῃς, ἀπόφυγε μόνο τὴν ἁμαρτία. Μπορεῖς π.χ. νὰ παντρευτῇς, νὰ ζήσετε σὰν ἀντρόγυνο ἀγαπημένο καὶ νὰ σᾶς φρουροῦν οἱ ἄγγελοι καὶ ἀρχάγγελοι. Σοῦ ἐ-πιτρέπει τὸ γάμο, ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπει τὸ δια-ζύγιο, τὴ μοιχεία, τὴν πορνεία, τὰ ἀκάθαρτα πράγματα. Ποῦ βλέπεις λοιπὸν δυσκολία; ποῦ
βλέπεις πίεσι νὰ γίνῃς καλόγερος; Μπορεῖςἀκόμα σήμερα νὰ καθίσῃς μὲ τὴ γυναίκα καὶτὰ παιδιά σου νὰ φᾶτε καὶ νὰ πιῆτε τὸ ἱκανό·ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπει καταχρήσεις· ἐπιτρέπειτὸ φαγητὸ καὶ τὸ ποτό, ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπει τὴμέθη καὶ τὴν ἀκολασία. Μπορεῖς ἀκόμα τὴν ἡ-μέρα αὐτὴ νὰ τραγουδήσῃς, ἀλλ᾽ ὄχι τραγού-δια τοῦ διαβόλου ποὺ φέρνουν ταραχή· τὴν ὡραία φωνὴ δὲν σοῦ τὴν ἔδωσε ὁ Θεὸς γιὰ νὰ οὐρλιάζῃς σὰν δαιμονισμένος. Μπορεῖς νὰ τραγουδήσῃς σοβαρὰ καὶ ῥωμαλέα ἑλληνικὰτραγούδια, σεμνὰ καὶ βαθυστόχαστα χριστιανικὰ τραγούδια· μπορεῖς ἀκόμα νὰ ψάλῃς ἐκκλησιαστικοὺς ὕμνους, «τὰ τραγούδια τοῦΘεοῦ» ποὺ ἔλεγε ὁ Παπαδιαμάντης. Ἢ μπορεῖς ἀκόμα τὴν ἡμέρα αὐτὴ καὶ αὔριο νὰ πάρῃς τὴν οἰκογένειά σου καὶ νὰ πᾷς σὲ μιὰ ἐξοχή, ἀλλ᾽ ὄχι νὰ διαπράξῃς ἐκεῖ ὄργια· δὲν εἶνεαὐτὸ ψυχαγωγία –λέξι τόσο προσφιλὴς σήμερα·ἡ πραγματικὴ ψυχαγωγίαεἶνε μέσ᾿ στὰπλαίσια τῆς τιμιότητος καὶ τῆς χάριτος τοῦ Εὐαγγελίου. Οἱ χοροὶ μεταμφιεσμένων σὲσκοτεινὰ κέντρα διασκεδάσεως δὲν εἶνε ψυχαγωγία, εἶνεψυχοκτονία. Κι ὅταν περάσῃ ἡ Κυριακὴ αὐτὴ καὶ ἡ Καθαρὰ Δευτέρα, βλέπουμε τ᾽ ἀποτέλεσμα. Ποιά ψυχαγωγία! Γυρίζουν ὅλοι μὲ μυαλὸ ζαλισμένο, μὲ κορμὶ τσα-κισμένο, μὲ πορτοφόλι ἀδειανό.Μὲ πορτοφόλι ἀδειανό! Ὅταν πρόκειται νὰδώσουν κάτι γιὰ ἐλεημοσύνη, τὰ χέρια τουςτρέμουν λὲς κ᾽ εἶνε παράλυτα· ἂν πρόκειται νὰ δώσουν γιὰ τὸ διάβολο, δὲν τρέμουν. Καὶ τι ποσὰ ξοδεύουν! χιλιάδες κ᾽ ἑκατομμύρια. Πα-ραπονούμεθα πὼς εἴμαστε φτωχοί· φτωχοὺς μᾶς ἔκανε ἡ ἁμαρτία . Νά τί κερδίζουμε ἀπὸ τὰ ὄργια τῶν ἡμερῶν αὐτῶν, ἀπὸ «τὰ-ἔργα-τοῦ  σκότους» ὅπως τὰ ὀνομάζει σήμερα ὁ ἀπόστολος (῾Ρωμ. 13,12) . Ἡ ψυχή μας εἶνε κολασμένη κι ὁ Θεὸς
ὠργισμένος ἐναντίον μας. Αὐτὰ εἶνε τ᾿ ἀπο-τελέσματα τῶν ὀργίων τῶν ἡμερῶν αὐτῶν.
Πόσοι μείναμε, ἀδελφοί μου, τὰ χρόνια αὐτὰ κοντὰ στὴν Ἐκκλησία; Λίγοι. Καὶ θά ᾿ρθῃ μέρα ποὺ οἱ ἐκκλησίες θ᾿ ἀδειάσουν ἀκόμα περισσότερο. Δὲν εἶνε κρίμα, τὰ κέντρα διασκε-δάσεων καὶ θεαμάτων, τὰ σχολεῖα τοῦ διαβόλου,–μὲ ἀκριβὸ μάλιστα εἰσιτήριο–νά ᾿νε πήχτρα, κ᾽οἱ ἐκκλησίες νά ᾽νε ἀδειανές;
Ποῦ εἶνε οἱ ἄντρες, ποῦ εἶνε οἱ νέοι, ποῦ εἶνε οἱ ἐπιστήμονες; Ἀπὸ τόσες χιλιάδες Χριστιανοὺςπόσοι ἐκκλησιάζονται; Οὔτε δύο τοῖς ἑκατό.
Ἀλλὰ κι αὐτοὶ ποὺ ἐκκλησιαζόμαστε, δὲν ἔχουμε φόβο Θεοῦ· δὲν μπαίνουμε στὴν ἐκκλησία μὲ εὐλάβεια, δὲν ἔχουμε κατάνυξι καὶ δάκρυα.
Γιὰ ὅλα αὐτὰ εἶπα στὴν ἀρχὴ ὅτι σήμερα χρειάζονται δάκρυα· νὰ κλαῖμε γι᾿ αὐτοὺς ποὺ δὲν ἐκκλησιάζονται, νὰ κλαῖμε καὶ γι᾿ αὐτοὺς ποὺ ἐκκλησιάζονται μὰ δὲν ἔχουν φόβο Θεοῦ.
Ὅσοι πιστεύουμε στὸ Χριστό, μὴν ἀκολου-θήσουμε τὸ ῥεῦμα, μὴν κάνουμε ὅ,τι κάνει ὁκόσμος· ἂς βαδίσουμε μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θε-οῦ. Κι ἂς διδάξουμε, ἀδελφοί, μὲ τὸ παράδειγμά μας· ἂς δείξουμε στοὺς γύρω μας, ὅτι κοντὰ στὸ Χριστὸ ὑπάρχει χαρά· ὅτι ἐκτὸς ἀπὸτὴ «χαρὰ» τοῦ διαβόλου, ὑπάρχει μιὰ ἄλληχαρά, ἡ χαρὰ τῶν ἀγγέλων· εἶνε ἡ χαρὰ τῆς μετανοίας, ἡ χαρὰ τῆς συγχωρήσεως, ἡ χαρὰ τῆς προσευχῆς, ἡ χαρὰ τῆς ἐλεημοσύνης, ἡχαρὰ τῆς θείας κοινωνίας, ἡ χαρὰ τοῦ Θεοῦ.Εὔχομαι, τὴν ἅγια αὐτὴ ἡμέρα νὰ αἰσθανθῆτε τὴ χαρὰ τοῦ Θεοῦ.
Νὰ προοδεύετε στὸν πνευματικὸ ἀγῶνα , ἕως ὅτου μᾶς ἀξιώσῃ ὁΚύριος διὰ πρεσβειῶν τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου καὶ πάντων τῶν ἁγίων τῆς αἰωνίου καὶ μακαρίας ζωῆς· ἀμήν.
Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Γεωργίου Ν. Σφαγείων - Ἀθηνῶν 24-2-1963μὲ ἄλλο τίτλο.



Κυριακή τῆς Τυρινῆς . «Ἀπέχουσι τόν μισθόν αὐτῶν».π. Γεώργιος Ρ. Ζουμῆς


«Ἀπέχουσι τόν μισθόν αὐτῶν».

Αὐτήν τήν Κυριακή ἡ Ἐκκλησία μᾶς προετοιμάζει γιά τήν νηστεία τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς. Μᾶς ὑπενθυμίζει τόν πρῶτο θρῆνο, τό πρῶτο κλάμα, πού ἔγινε στή γῆ. Ἦταν ὁ θρῆνος τοῦ Ἀδάμ μετά τήν παρακοή καί τήν ἔξωσή του ἀπό τόν παράδεισο. Δέν ἐτήρησε τήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ, πού ἦταν ἐντολή τῆς νηστείας καί ἔτσι ἔχασε τόν παράδεισο. Ἀλλοίμονό μου, ἔλεγε ὀδυρόμενος, μία ἐντολή κατεπάτησα  τοῦ Δεσπότου καί ἔχασα, στερήθηκα ὅλα τά ἀγαθά, ὅλες τίς δωρεές τοῦ Θεοῦ.
 Ἄν ἐμεῖς θέλουμε νά νά κερδίσουμε τόν παράδεισο, ἀγαπητοί μου, πρέπει νά νηστεύσουμε καί μάλιστα, ὂχι ὅπως θέλουμε ἐμεῖς, ἀλλά ὅπως ἀρέσει στόν Θεό. Εὔκολη εἶναι ἡ νηστεία τῆς ἀρεσκείας μας, δύσκολη εἶναι ἡ νηστεία πού θέλει ὁ Θεός. Καί ὁ Χριστός, ὅταν μιλάει γιά νηστεία στό σημερινό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα, ἐννοεῖ τήν δύσκολη νηστεία. Ἄν κάνουμε τήν εὒκολη, τήν ὑποκριτική, μόνο τήν νηστεία τῶν φαγητῶν, τότε δέν ἔχουμε μισθό, τόν χάνουμε.
Πρῶτα ἀπό ὅλα νηστεύουμε κανονικά, δηλ. ὅλη τήν Ἁγία καί Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Εἶναι αὐθαιρεσία, ἀταξία καί παρανομία νά νηστεύουμε μία ἑβδομάδα στήν ἀρχή καί μία στό τέλος, συνήθως τήν Μεγάλη Ἑβδομάδα. Ἄν ὑπάρχει πρόβλημα ὑγείας, θά συμβουλευτοῦμε εὐσεβῆ γιατρό καί ἔμπειρο πνευματικό καί αὐτοί θά μᾶς ποῦν,θά μᾶς ὑποδείξουν τί θά κάνουμε. Ποτέ μόνοι μας καί χωρίς λόγο δέν θά χαλάσουμε τήν νηστεία.
Μάλιστα δέ σέ περίπτωση πού δέν μποροῦμε νά νηστεύσουμε ἢ εἴμαστε ἀναγκασμένοι νά μικραίνουμε τήν νηστεία μας, θά κάνουμε κάτι ἂλλο, γιά νά ἀναπληρώσουμε τά ὑστερήματα τῆς νηστείας. Π.χ. ὅσοι καπνίζουν νά κόψουν ἢ να ἐλαττώσουν τό κάπνισμα. Νά κόψουν ἢ νά ἐλαττώσουν τήν τηλεόραση. Νά κάνουν μεγαλύτερες προσευχές, κανένα κομποσχοίνι παραπάνω καί, ἄν ἡ ὑγεία τό ἐπιτρέπει, νά κάνουν καί κάποιες μεγάλες μετάνοιες. Νά ἐκκλησιάζωνται τακτικώτερα καί νά ἔρχωνται ἐνωρίτερα στήν Ἐκκλησία. Νά μελετοῦν περισσότερο τήν Ἁγία Γραφή καί ἄλλα χριστιανικά βιβλία. Πολλά μποροῦν νά κάνουν.
Εἶναι σπουδαῖα τά ἀποτελέσματα τῆς νηστείας, φοβερά γιά τούς δαίμονες, ὅταν αὐτή συνοδεύεται  καί ἐνισχύεται ἀπό τήν προσευχή. Τότε ἐκδιώκουμε, κυνηγοῦμε καί μαστιγώνουμε  ἀλύπητα τούς δαίμονες. « Τοῦτο τό γένος ἐν οὐδενί δύναται ἐξελθεῖν, εἰμή ἐν προσευχῇ καί νηστείᾳ», εἶπε ὁ Κύριος.
Ὥστε λοιπόν, ἀδελφοί μου, γιά νά εἶναι ἡ νηστεία μας εὐάρεστη στό Θεό, ποτέ δέν εἶναι μόνη της. Συνοδεύεται καί ἀπό ἄλλα πράγματα, ἀπό ἄλλες ἀρετές καί ἄλλα πνευματικά ἀγωνίσματα.Ποτέ δέν ὁμιλοῦμε μόνο γιά νηστεία φαγητῶν, ἀλλά γιά νηστεία ἁμαρτιῶν. Λέγει πολύ ὡραῖα ἕνα τροπάριο τοῦ Τριωδίου: « Ὅταν, ψυχή μου, νηστεύεις ἀπό φαγητά, ἀλλά δέν καθαρίζεσαι ἀπό τά πάθη, δέν σταματᾶς τήν ἁμαρτία, ἄδικα χαίρεσαι πού δέν τρῶς. Διότι, ἐάν ἡ νηστεία σου δέν γίνεται ἀφορμή πρός διόρθωσή σου, σάν ψεύτικη μισεῖται ἀπό τόν Θεό καί γίνεται ὅμοια μέ τήν νηστεία πού κάνουν οἱ κάκιστοι δαίμονες, οἱ ὁποῖοι ποτέ τους δέν τρώγουν. Μή λοιπόν ἁμαρτάνεις καί προσβάλεις τήν νηστεία, ἀλλά μένε ἀκίνητη στίς ἄτοπες ὁρμές».
Ὥστε ἡ νηστεία εἶναι ἀφορμή  ἀποχῆς ἀπό τήν ἁμαρτία. Εἶναι στροφή  καί πλησίασμα πρός τόν Θεό. Λέγει καί ὁ Μέγας Βασίλειος, « Ἀληθής νηστεία ἡ τῶν κακῶν ἀλλοτρίωσις». Νά κόψουμε ἁμαρτίες, νά γίνουμε φτωχοί ἀπό ἁμαρτίες. Νά κάνουμε νηστεία μέ μετάνοια.
Ἀκόμη πραγματική νηστεία δέν εἶναι νά  παραγεμίζουμε τό στομάχι μας μέ νηστίσημα φαγητά, τά ὁποῖα πολλές φορές εἶναι ἀκριβότερα. Τρῶμε νηστίσημα, πιό λιτά, πιό φτωχικά, τρῶμε λιγότερο, κάνουμε οἰκονομία, γιά νά ἔχουμε περίσσευμα καί αὐτό νά τό προσφέρουμε στούς φτωχούς ἀδελφούς μας. Εἶναι
ἡ λεγομένη  ἁγία μερίδα, γιά τήν ὁποία κάνουν λόγο οἱ Ἅγιοι Πατέρες. «Μακάριος ὁ νηστεύων, ἵνα ἐλεήσηται πένητα». Νά λοιπόν πού ἡ νηστεία πρέπει νά συνοδεύεται ἀπό τήν ἐλεημοσύνη καί τήν φιλανθρωπία.
Ἐπί πλέον στόν καιρό τῆς νηστείας δέν ἔχουμε διαφορές μέ κανένα ἀδελφό μας, ἄν ὑποθέσουμε ὅτι σέ ἀλλο καιρό θά εἲχαμε. Συγχωροῦμε μέσα ἀπό τήν καρδιά μας ὅλους ὅσους μᾶς ἐλύπησαν, γιατί τότε μόνο θά συγχωρήσει κι᾿ ἐμᾶς ὁ Θεός. Νηστεία μέ κακία μέσα μας δέν μᾶς ὠφελεῖ καθόλου, δέν φέρνει κανένα καλό ἀποτέλεσμα. Χάνουμε τόν μισθό μας, διότι εἶναι νηστεία δαιμονική.
Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί,
Μέ τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ ἄς ἀρχίσουμε νηστεία καθαρή, πραγματική νηστεία, νηστεία θεάρεστη, αὐτήν πού θέλει καί περιμένει ὁ Θεός ἀπό ἐμᾶς. Νηστεία φαγητῶν, νηστεία ἁμαρτιῶν καί παθῶν. Νηστεία πού θά συνοδεύεται ἀπό προσευχή, μετάνοια, ἐλεημοσύνη καί συγχωρητικότητα, γιά νά μᾶς ὠφελήσει, γιά νά ἀνοίξει καί γιά μᾶς τήν θύρα τοῦ παραδείσου. Ἔτσι νά ἀξιώσει ὁ Θεός νά διαπλεύσουμε μέ εἰρήνη τό πέλαγος τῆς ἁγίας νηστείας καί νά φτάσουμε νά ἑορτάσουμε τήν Ἁγία Ἀνάσταση, τό Πάσχα Χριστοῦ τό σωτήριο. Ἀμήν.-

Κυριακή της Τυρινής π.Χερουβείμ Βελέτζας


Ματθ. 6, 14-21


Τρία σημεία, τρεις κατευθυντήριες γραμμές, εν όψει της αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής που από αύριο αρχίζει, θέτει ενώπιόν μας η σημερινή ευαγγελική περικοπή. Τρεις προτάσεις από την επί του Όρους Ομιλία του Χριστού, όπως μας την μεταφέρει ο ευαγγελιστής Ματθαίος. Και όπως θα δούμε, αυτές οι παράμετροι και οι πνευματικές προϋποθέσεις είναι πολύ σημαντικές, ώστε να αξιοποιήσουμε επωφελώς και εποικοδομητικά την περίοδο που προηγείται των εορτών του Πάθους και της Αναστάσεως του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.
Το πρώτο είναι η αρχή της συγγνώμης: «εάν συγχωρείτε στους ανθρώπους τα παραπτώματά τους, θα συγχωρεί και σάς ο Πατέρας σας ο επουράνιος. Αν πάλι δεν συγχωρείτε τους ανθρώπους, ούτε και ο Πατέρας σας θα συγχωρήσει τα δικά σας αμαρτήματα», μας λέει ο Κύριος. Συχνά στη ζωή μας πέφτουμε σε σφάλματα, και έχουμε την ανάγκη, και ενίοτε την απαίτηση, να μας συγχωρήσουν οι συνάνθρωποί μας, και παράλληλα επιζητούμε και προσευχόμαστε για τη άφεση από τον Θεό. Προϋπόθεση όμως της συγγνώμης του Θεού αποτελεί η δική μας συμπεριφορά προς τους αδελφούς μας. Δεν μπορούμε να ζητάμε το έλεος του Θεού, κι εμείς να είμαστε ανάλγητοι και σκληροί απέναντι σε όσους έχουν κάνει κάποιο λάθος ή έχουν σφάλλει απέναντί μας. Δεν μπορούμε να θεωρούμε τους εαυτούς μας ως καλούς χριστιανούς, από τη στιγμή που δεν μπορούμε να συγχωρέσουμε έστω και έναν άνθρωπο. Γι αυτό και στην Κυριακή Προσευχή, στο “Πάτερ ημών...”, λέμε “και άφες ημίν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών”, δηλαδή συγχώρησέ μας Κύριε, όπως κι εμείς συγχωρούμε εκείνους που μας έχουν βλάψει. Επομένως, κριτήριο της συγγνώμης του Θεού είναι η δική μας στάση προς τους συνανθρώπους μας.
Το δεύτερο σημείο αφορά τα εξωτερικά στοιχεία του ανθρώπου που νηστεύει: “όταν νηστεύετε να μην το δείχνετε, όπως οι υποκριτές που κυκλοφορούν με σκυθρωπά πρόσωπα, για να φανούν ότι τάχα νηστεύουν. Αλλά να είστε περιποιημένοι και να μη δείχνετε ότι νηστεύετε, και ο Θεός που βλέπει τί γίνεται στα κρυφά, θα σας ανταμείψει στα φανερά”. Αποτελεί μεγάλη αρρώστια για κάθε εποχή η υποκρισία, η ωραιοποίηση του εξωτερικού μας προφίλ, και αυτό στηλιτεύει ο Χριστός. Η νηστεία δεν μπορεί να συνοδεύεται από αυτοπροβολή και υπερηφάνεια, διότι αποτελεί προσωπική άσκηση και θυσία προς τον Θεό, ο οποίος βλέπει τον κόπο μας, αφουγκράζεται τις προσευχές μας και ανταποκρίνεται με σωτήριο τρόπο στα δίκαια αιτήματά μας. Η νηστεία απαιτεί σεμνότητα, όχι διαφήμιση, ούτε κατάκριση του πλησίον. Γι αυτό, για να αναφέρουμε ένα παράδειγμα, όταν κατά την περίοδο της Σαρακοστής μας προσφέρουν κάτι, πριν ρωτήσουμε αυτό είναι νηστίσιμο ή όχι, ας αναλογιστούμε εάν η ερώτηση αυτή καλλιεργεί στην προκειμένη περίπτωση την αγάπη μεταξύ των εν Χριστώ αδελφών ή αποτελεί υπεροπτική δήλωση και επίδειξη ότι τάχα εμείς νηστεύουμε, ενώ οι άλλοι όχι. Άλλωστε, μέσα από τους βίους των Αγίων, κι ακόμα περισσότερο των ασκητών της ερήμου, γνωρίζουμε ποιά είναι η ορθή αντιμετώπιση ενός τέτοιου διλήμματος.
Το τρίτο σημείο αφορά τους θησαυρούς, τους επίγειους και τους επουράνιους. Ο Χριστός μάς αποτρέπει να συνάγουμε επίγειους θησαυρούς, που φθείρονται και αφανίζονται είτε από φυσικά αίτια είτε από τους κλέπτες. Αντίθετα, μάς προτρέπει να συγκεντρώνουμε πνευματικούς θησαυρούς, που παραμένουν ασύλητοι και αναλλοίωτοι. “Γιατί, όπου είναι ο θησαυρός σας, εκεί είναι και η καρδιά σας”, θα μας πει τελειώνοντας τη σημερινή περικοπή. Και όντως, έτσι είναι. Ακόμα και οι άνθρωποι που δεν θα τους χαρακτήριζε κανείς πλούσιους, όταν είναι επικεντρωμένοι στην απόκτηση των υλικών αγαθών και του επίγειου πλούτου, κάθε τους ενέργεια, κάθε τους πράξη την περιστρέφουν γύρω από αυτή την επιθυμία, το πώς δηλαδή θα αποκτήσουν όλο και περισσότερα αγαθά, και στην ουσία ξεχνούν όχι μόνο να ζήσουν την καθημερινότητά τους με ειρήνη και ευχαριστώντας τον δωρεοδότη Θεό, αλλά και ότι όσα και αν αποκτήσει ο άνθρωπος επί της γης, είναι εφήμερα και πρόσκαιρα, αφού τελικά στο ταξίδι μας προς την αιωνιότητα τίποτε από αυτά δεν πρόκειται να πάρουμε μαζί μας. Αντίθετα, οι πνευματικοί θησαυροί, οι επουράνιοι, είναι εκείνοι που παραμένουν και πλουτίζουν ουσιαστικά τον άνθρωπο.
Αυτές οι τρεις αρχές, η συγχωρητικότητα, η απλότητα και η επιθυμία των επουράνιων αγαθών, ή αντίθετα, η έλλειψη σκληροκαρδίας, υποκρισίας και φιλαργυρίας, οφείλουν να συνοδεύουν την πορεία της ζωής μας, ιδιαίτερα κατά την περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής που από αύριο ανοίγεται μπροστά μας. Μόνο τότε η νηστεία θα είναι ουσιαστική και καρποφόρα για την πνευματική μας ζωή, και δεν θα εξαντληθεί σε μια απλή αποχή από συγκεκριμένες τροφές, όταν δηλαδή φροντίζουμε να καλλιεργούμε μέσα μας την αγάπη προς τον πλησίον, την ταπείνωση και απλότητα, και κάθε πνευματικό αγαθό.


 πηγή

Κυριακὴ τῆς Τυροφάγου (Ματθ. Ϛ΄ 14-21) ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ & ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ



Βρισκόμαστε, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, στὸ κατώφλι τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία μᾶς ἀνοίγει τὶς νοητὲς πύλες τῆς μετανοίας.

Γι’αὐτὸ καὶ τὸ σημερινὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα εἶναι ἕνα ἐγερτήριο σάλπισμα ποὺ μᾶς καλεῖ σὲ μετάνοια ἔμπρακτη καὶ ἀληθινή. 

Εἶναι πλέον καιρὸς μετανοίας, μᾶς λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος· καιρὸς νὰ σηκωθοῦμε ἀπὸ τὸν ὕπνο τῆς ἀμέλειας. Διότι ἡ ἡμέρα τῆς Δευτέρας Παρουσίας εἶναι πλησιέστερη σὲ ἐμᾶς παρὰ τότε, τὸν πρῶτο καιρὸ ποὺ γνωρίσαμε τὴν πίστη. Ἐὰν λοιπὸν τότε δείξαμε ζῆλο, πολὺ περισσότερο πρέπει νὰ δείξουμε τώρα.

Διότι ἡ ζωή μας αὐτή, ποὺ μοιάζει μὲ σκοτεινὴ νύχτα, προχώρησε καὶ ἡ ἡμέρα τῆς μελλούσης ζωῆς πλησιάζει. Καὶ ἐὰν ἀκόμη ὁ Κύριος δὲν ἔλθει σύντομα μὲ τὴν Δευτέρα Παρουσία του, ἔρχεται ὅμως γιὰ τὸν καθένα μας μὲ τὸν θάνατό μας, ὁ ὁποῖος ὅλο καὶ πλησιάζει. «Ἀποθώμεθα οὖν τὰ ἔργα τοῦ σκότους». Ἂς ἀποθέσουμε λοιπὸν σὰν ἄλλα ἀκάθαρτα ἐνδύματα τὰ ἔργα τῆς ἁμαρτίας ποὺ γίνονται στὸ σκοτάδι. Ὅπως συμπεριφέρεται κανεὶς τὴν ἡμέρα, ποὺ τὰ βλέμματα πολλῶν τὸν παρακολουθοῦν, ἔτσι καὶ ἐμεῖς ἂς συμπεριφερθοῦμε μὲ εὐπρέπεια· ὄχι μὲ ἄσεμνα φαγοπότια καὶ μέθες οὔτε μὲ πράξεις αἰσχρότητος καὶ ἀσέλγειας οὔτε μὲ φιλονεικίες καὶ ζηλοτυπίες. 

Τὸ πρῶτο βῆμα λοιπὸν τῆς μετανοίας, στὸ ὁποῖο μᾶς καλεῖ σήμερα ὁ ἀπόστολος Παῦλος, εἶναι νὰ πετάξουμε ἀπὸ πάνω μας τὰ ἔργα τοῦ σκότους, τὰ ἔργα τῆς ἁμαρτίας. Καὶ μὴν νομίσουμε ὅτι ἡ προτροπή του ἀνεφέρεται μόνο σὲ ἀνθρώπους ποὺ βρίσκονται μακριὰ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Ἀναφέρεται σὲ ὅλους μας. Διότι ἔργα τοῦ σκότους δὲν εἶναι μόνον τὰ βαριὰ ἁμαρτήματα καὶ οἱ ἐξωτερικὲς πράξεις. Εἶναι ἀκόμη καὶ οἱ ἐσωτερικὲς καταστάσεις τῆς ψυχῆς. Εἶναι καὶ οἱ ἁμαρτωλὲς σκέψεις καὶ διαθέσεις. Εἶναι ἀκόμη καὶ αὐτὴ ἡ ἕλξη πρὸς τὴν ἁμαρτία. Πόσες φορὲς συλλαμβάνουμε κι ἐμεῖς τὸν ἑαυτό μας νὰ σκέπτεται, νὰ ἐπιθυμεῖ ἢ νὰ ἐνεργεῖ ἀντίθετα ἀπὸ τὸ θεῖο θέλημα; Ἔχουμε λοιπὸν ὅλοι μας ἀνάγκη μετανοίας, μετανοίας ἔμπρακτης καὶ ἀληθινῆς. 

Καὶ μετάνοια ἔμπρακτη θὰ πεῖ νὰ μισήσουμε τὰ ἁμαρτήματά μας καὶ νὰ τὰ ρίξουμε στὴ ἀπέραντη θάλασσα τοῦ ἐλέους τοῦ Θεοῦ. Νὰ πετάξουμε ἀπὸ ἐπάνω μας κάθε βάρος ποὺ μᾶς κρατάει προσηλωμένους στὴ γῆ καὶ μᾶς ἐμποδίζει νὰ ἀνέλθουμε ψηλὰ στὸν οὐρανό. Κάι νὰ προσέλθουμε στὸ μυστήριο τῆς ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως μὲ συντριβὴ καὶ ἀποφάσεις. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη κίνηση τῆς μετανοίας. Δὲν ἀρκεῖ ὅμως μόνον αὐτή. Θὰ πρέπει νὰ ὁλοκληρώσουμε τὴν μετάνοιά μας καὶ μὲ κάτι ἄλλο, ὅπως μᾶς λέει στὴ συνέχεια τὸ ἀποστολικό μας ἀνάγνωσμα:

«Ἐνδυσώμεθα τὰ ὅπλα τοῦ φωτός». Νὰ ντυθοῦμε σὰν ἄλλα ὅπλα τὰ φωτεινὰ ἔργα τῆς ἀρετῆς. Οὐσιαστικὰ δηλαδὴ νὰ φορέσουμε σὰν ἔνδυμα τῆς ψυχῆς μας τὸν ἴδιο τὸν Κύριό μας, ὥστε ὅλη μας ἡ ζωὴ νὰ μοιάζει τέλεια σ’Αὐτόν. 

Ἀλλὰ καὶ ἡ συμπεριφορά σας ἀπέναντι στοὺς ἄλλους χριστιανοὺς μᾶς λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος πρέπει νὰ εἶναι συνετή. Διότι ὑπάρχουν καὶ μερικοὶ Χριστιανοὶ ἀδύνατοι στὴν πίστη. Σ’ αὐτοὺς λοιπὸν θὰ πρέπει νὰ δείχνετε εἰδικὴ συμπεριφορά. «Τὸν δὲ ἀσθενοῦντα τῇ πίστει προσλαμβάνεσθε». Σ’ αὐτὸν ποὺ εἶναι ἀσθενικὸς στὴν πίστη του, καὶ πιστεύει πὼς ἡ σωτηρία του ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν διάκριση τῶν φαγητῶν καὶ ἡμερῶν, νὰ τὸν δέχεσθε μὲ καλωσύνη, χωρὶς νὰ ἐπικρίνετε τὶς ἰδέες του. Ἄλλος πιστεύει ὅτι δὲν ἀπαγορεύεται νὰ φάει ἀπ’ ὅλα τὰ φαγητά. Ὁ ἀσθενὴς ὅμως στὴν πίστη τρώει λαχανικὰ καὶ ἀποφεύγει ἄλλα φαγητὰ ἀπὸ φόβο μήπως μολυνθεῖ ἀπὸ αὐτά. 

«Ὁ ἐσθίων τὸν μὴ ἐσθίοντα μὴ ἐξουθενείτω», ἐκεῖνος ποὺ τρώει ἀπ’ ὅλα τὰ φαγητὰ ἂς μὴν περιφρονεῖ τὸν στενοκέφαλο ἐκεῖνο ποὺ δὲν τρώει ἀπ’ ὅλα. Καὶ ἐκεῖνος ποὺ δὲν τρώει ἀπ’ ὅλα, ἂς μὴ κατακρίνει ἐκεῖνον ποὺ τρώει. Διότι κι ἐκεῖνον ποὺ τρώει ἀπ’ ὅλα ὁ Θεὸς τὸν προσέλαβε στὴν Ἐκκλησία του. Αὐτὸς δὲν ἔχει ἐσένα ἀφεντικό του ἀλλὰ τὸν Θεὸ ἔχει Κύριό του. Γιὰ τὸν Κύριό του λοιπὸν στέκεται ἢ πέφτει πνευματικῶς. «Σὺ τὶς εἶ ὁ κρίνων ἀλλότριον οἰκέτην», ποιὸς εἶσαι ἐσὺ ποὺ κατακρίνεις ξένο δοῦλο; Μάθε λοιπὸν ὅτι αὐτὸς θὰ σταθεῖ στερεὸς στὴν πίστη. Διότι ὁ Θεὸς εἶναι δυνατὸς νὰ τὸν ἀνορθώσει καὶ νὰ τὸν στερεώσει. 

Βέβαια τὸ δεύτερο αὐτὸ μέρος τοῦ ἀποστολικοῦ ἀναγνώσματος περιέχει πολλὰ σημαντικὰ στοιχεῖα ποὺ ἀναφέρονται στὸ θέμα τῆς διακρίσεως καὶ τῆς νηστείας. Ἐμεῖς ὅμως ἂς σταθοῦμε στὸ σημεῖο ἐκεῖνο ποὺ συγκεφαλαιώνει τὸ μεγάλο θέμα τῆς μετανοίας. Τί μᾶς λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος; Ὅτι τὸ ἔργο τῆς μετανοίας εἶναι διπλό. Δὲν εἶναι μόνο ἄρνησι τοῦ κακοῦ ἀλλὰ καὶ ἀποδοχὴ τοῦ καλοῦ. Δὲν ἀρκεῖ μόνον νὰ πετάξουμε ἀπὸ πάνω μας τὰ βάρη τῆς ἁμαρτίας. Γιὰ νὰ ὁλοκληρωθεῖ ἡ μετάνοιά μας, θὰ πρέπει νὰ κάνουμε κι ἕνα δεύτερο βῆμα, νὰ ντυθοῦμε τὰ ὅπλα τοῦ φωτός. 

Ποιὰ εἶναι ὅμως αὐτὰ τὰ ὅπλα τοῦ φωτός; Εἶναι οἱ ἀρετές· τὰ ἀγαθὰ ἔργα· τὰ ἔργα τῆς ἀγάπης καὶ φιλανθρωπίας πρὸς τὸν συνάνθρωπο, ὁ ἀγώνας γιὰ τὴν κατάκτηση τῶν ἀρετῶν, ἡ δυνατὴ καὶ βιωματικὴ προσευχή, ἡ τακτικὴ μελέτη τοῦ θείου λόγου, ἡ συνειδητὴ μυστηριακὴ ζωή. Ὅλα αὐτὰ εἶναι ὅπλα φωτεινὰ ἐναντίον τοῦ σατανᾶ καὶ τῆς ἁμαρτίας. Μόνον αὐτὰ πλέον θὰ πρέπει νὰ στολίζουν τὴν ψυχή μας. 

Νὰ ἀποστραφοῦμε λοιπὸν τὴν ἁμαρτία καὶ νὰ ἀγαπήσουμε μὲ ὅλη μας τὴν δύναμη τὴν ἀρετή. Δηλαδὴ σὲ τελικὴ ἀνάλυσι νὰ ἀγαπήσουμε τὸν Χριστὸ καὶ τὸ θέλημά του. Χωρὶς καὶ τὰ δύο αὐτὰ στοιχεῖα πραγματικὴ μετάνοια δὲν ὑπάρχει. Διότι ἡ μετάνοια δὲν εἶναι μιὰ νωχελικὴ διάθεση πρὸς τὸ καλό χωρὶς κοπιώδη ἀγῶνα. Εἶναι δρόμος ζωῆς. Γι’ αὐτὸ χρειάζεται διαρκὴς ἀγώνας μέχρι τελευταίας μας ἀναπνοῆς, ὥστε μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ νὰ κερδίσουμε τὴν αἰωνιότητα. Ἀμήν.

π. Χ.Μ

Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες.

  Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες. Γεώργιος Κ. Τζανάκης . Ἀκρωτήρι Χανίων Σχετικῶς μὲ τὸ θέμα τῶν αὐξήσεων τῶν μισθῶν τῶν ἀρχιερέων, ...