Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Παρασκευή, Απριλίου 12, 2013

Η άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Λατίνους (12 Απριλίου 1204)



Η άλωση της Κωνσταντινούπολης
από τους Λατίνους (12 Απριλίου 1204)
του Κων. Α. Οικονόμου δασκάλου –συγγραφέα
ΓΕΝΙΚΑ: Η Δ' Σταυροφορία (1201-4) έχοντας στόχο την απελευθέρωση από τους Μουσουλμάνους των Ιεροσολύμων, παρέκκλινε από το στόχο της και οι Σταυροφόροι κατέλαβαν τελικά την Κωνσταντινούπολη καταλύοντας το Βυζάντιο Αυτοκρατορία, διασπώντας την επικράτειά της σε μικρά φράγκικα κρατίδια υπό την υψηλή παπική εποπτεία. Ως ιστορικό γεγονός, η Δ' Σταυροφορία υπήρξε αποτέλεσμα θρησκευτικών αισθημάτων, ελπίδων των Σταυροφόρων για ηθική ανταμοιβή, επιθυμίας κέρδους και περιπετειών. Όμως, η επικράτηση των υλικών συμφερόντων επιβεβαιώθηκε με την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης το 1204.

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ: Στις αρχές του 13ου αιώνα η Παλαιστίνη ανήκε στους διαδόχους του Άραβα Σαλαντίν, οι οποίοι ήλθαν σε εμφύλια σύγκρουση. Αυτό έδειχνε ευνοϊκό για την τύχη της Σταυροφορίας που ετοιμαζόταν στη Δύση. Στα χέρια των Σταυροφόρων, είχαν μείνει η Άκκρα, η Ανιόχεια της Συρίας και η Τρίπολη της Παλαιστίνης. Από τον ια΄αιώνα, η Βυζαντινή Αυτοκρατορία υπέφερε από εσωτερικά προβλήματα, διευκολύνοντας τα σχέδια της παπικής συμμαχίας. Χρονιά σταθμός ήταν το 1071 όταν στο Ματζικὲρτ ο βυζαντινὸς στρατὸς ηττήθηκε απὸ τους Σελτζούκους, χάνοντας βασικά ερείσματα στη Μ. Ασία, ενώ το ίδιο έτος χάθηκε από τους Νορμανδούς και η τελευταία βυζαντινή πόλη στην Ιταλία, η Βάρις (Bari). Οι προσπάθειες των Κομνηνών δεν είχαν φέρει αποτελέσματα και η βυζαντινή οικονομία υποχώρησε στη δύναμη ιταλικών πόλεων, στις οποίες είχαν παρασχεθεί σημαντικά προνόμια (Βενετία, Πίζα, Γένουα) με αντάλλαγμα στρατιωτικὴ βοήθεια.
Το αποτέλεσμα όμως ήταν να δημιουργηθούν ακμαία προτεκτοράτα των πόλεων αυτών, χωρίς κέρδος για την κοινωνία της Αυτοκρατορίας. Ακόμη η Κων/λη αντιμετώπιζε σοβαρά κοινωνικά προβλήματα ενώ είχε απομονωθεί λόγω φυγόκεντρων τάσεων πολλών επαρχιών. Η διαφθορά κυριαρχούσε ενώ η φορολόγηση ήταν δυσβάστακτη και βάρυνε κυρίως τους επαρχιώτες.
Ο Λέων Σγουρός, ήλεγχε μεγάλο τμήμα της ελληνικής χερσοννήσου, από το Μοριά μέχρι τη Λάρισα. Στη Ρόδο αποσκίρτησε ο ηγεμόνας Λέων Γαβαλάς, ενώ ο Θεόδωρος Λάσκαρης επαναστάτησε στη Βιθυνία κι ο εγγονός του Ανδρόνικου, Αλέξιος Α΄, κατέλαβε την Τραπεζούντα, ιδρύοντας την ομώνυμη αυτοκρατορία. Ακόμη είχαν αποστατήσει οι περιοχές της Σμύρνης, της Αττάλειας και της Φιλαδέλφειας. Η άλλοτε ισχυρή κεντρική εξουσία της Αυτοκρατορίας ήταν πια σκιώδης λόφω των εμφανών ανεπαρκειών της δυναστείας των Αγγέλων. Στη Δύση, την ίδια εποχή, ο πάπας Ιννοκέντιος Γ΄ (1198) έστρεψε την προσοχή του στην ισχυροποίηση της παπικής εξουσίας, στοχεύοντας να ηγηθεί ο ίδιος σε επικείμενη Σταυροφορία κατά του Ισλάμ.
Ο Βυζαντινός αυτοκράτορας, Αλέξιος Γ΄, στο μεταξύ, απέστειλε επιστολή στον Πάπα λέγοντας ότι μονό αυτός, ως απόγονος της γνήσιας οικουμενικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας θα ήταν δυνατό να επιβληθεί πολιτικά σε όλο το διασπασμένο δυτικό κόσμο. Ο Ιννοκέντιος άρχισε συνεννοήσεις για την ένωση των Εκκλησιών, υπονοώντας την υποταγή της Ορθοδοξίας στην παπική τιάρα, απειλώντας μάλιστα ότι, αν ο Αλέξιος Γ’ αντιδρούσε, θα υποστηρίζε τον εκθρονισθέντα αυτοκράτορα Ισαάκιο, που είχε στενότερες σχέσεις με τους παπικούς.
Ο Αλέξιος Γ’ δε συμφώνησε σε εκκλησιαστική “ένωση” υποστηρίζοντας σε επιστολή του ότι η αυτοκρατορική εξουσία είναι ανώτερη από την πνευματική. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να ενταθούν οι μεταξύ τους σχέσεις. Ταυτόχρονα με τις διπλωματικές προσεγγίσεις ο Ιννοκέντιος οργάνωνε την Σταυροφορία, κατά την οποία οι Χριστιανοί, Ανατολής και Δύσης, θα ενώνονταν για την απελευθέρωση των Αγίων Τόπων. Απεσταλμένοι του Πάπα εστάλησαν σε όλους τους άρχοντες της Ευρώπης υποσχόμενοι άφεση αμαρτιών σε περίπτωση συμμετοχής. Γαλλία, Αγγλία και Γερμανία, λόγω διαφόρων εσωτερικών προβλημάτων, απέρριψαν τη συμμετοχή τους.
Από τους σημαντικούς βασιλιάδες μόνο αυτός της Ουγγαρίας δήλωσε συμμετοχή. Πάντως οι πιο εκλεκτοί ιππότες της Δύσης, κυρίως από τη βόρεια Γαλλία, ακολούθησαν, μεμονωμένα, τους Σταυροφόρους. Σημαντικό ρόλο στην Δ’ Σταυροφορία έπαιξε ο βενετσιάνος δόγης Ερρίκος Δάνδολος, που ενδιαφερόταν για τα οικονομικά οφέλη της χώρας του από τη συμμετοχή στο εγχείρημα. Ο Δάνδολος έχοντας αντιληφθεί ότι η Ανατολή (χριστιανική και μωαμεθανική) ήταν πηγή πλούτου, έστρεψε την προσοχή του πρώτα στον πλησιέστερο αντίπαλο, το Βυζάντιο.
Ως πρώτο βήμα ζήτησε την πλήρη αποκατάσταση των εμπορικών προνομίων που είχε αποκτήσει η Βενετία παλαιότερα στο Βυζάντιο και είχαν περιοριστεί από τους Κομνηνούς.
ΟΙ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΕΣ ΤΗΣ ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΑΣ - ΖΑΡΑ: Οι κινούντες τα νήματα Ιννοκέντιος και Δάνδολος, επέλεξαν ηγέτη της Σταυροφορίας τον Ιταλό πρίγκιπα Βονιφάτιο Μομφερατικό. Οι Σταυροφόροι θα συγκεντρώνονταν στη Βενετία, που, αντί κομίστρου, αναλάμβανε να τους διεκπεραιώσει με πλοία στην Ανατολή. Επειδή όμως οι συμμετέχοντες δεν διέθεταν το ζητούμενο ποσό, η Βενετία δέχθηκε να αποζημιωθεί με τη βοήθεια που θα πρόσφεραν οι Σταυροφόροι στην κατάληψη για λογαριασμό της Βενετίας, της ουγγρικής, τότε, Ζάρα (Ζαντάρ), που σημειωτέον ... συμμετείχε στη Σταυροφορία. Έτσι, η Σταυροφορία άρχισε με την πολιορκία μιας χριστιανικής πόλης, στην οποία ζούσαν Σταυροφόροι!. Παρά τις διαμαρτυρίες του Πάπα και τις απειλές για μαζικούς αφορισμούς, οι σταυροφόροι κατέλαβαν τη Ζάρα καταστρέφοντάς την. Όταν ο Πάπας πληροφορήθηκε τα καθέκαστα και άκουσε τα παράπονα του Βασιλιά της Ουγγαρίας, αφόρισε Σταυροφόρους και Ενετούς. Αυτό, όμως, δεν είχε κανένα αποτέλεσμα, μιας και ... ανακάλεσε μετέπειτα τον αφορισμό κατά των πρώτων, αφήνοντας “τιμωρημένους” τους Βενετούς. Πάντως, ο Ιννοκέντιος δεν απαγόρευσε στους Σταυροφόρους να έρχονται σε επαφή με τους ... αφορισμένους και έτσι η συνεργασία τους συνεχίστηκε.
ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ: Ο γιος του εκθρονισμένου βυζαντινού αυτοκράτορα Ισαάκιου, Αλέξιος (Δ΄), είχε καταφύγει στη Δύση για να ζητήσει βοήθεια για την αποκατάσταση του θρόνου του. Έστειλε αντιπροσωπεία στη Ζάρα, ζητώντας από Βενετούς και Σταυροφόρους βοήθεια, προσφέροντας “γη και ύδωρ” στους Δυτικούς. Υποσχέθηκε να υποτάξει πνευματικά το Βυζάντιο στη Ρώμη, πληρώνοντας ένα μεγάλο χρηματικό ποσό μετά την αποκατάστασή του και να συμμετάσχει προσωπικά στην μετέπειτα Σταυροφορία. Ο Δάνδολος έβλεπε ότι ανοίγονταν μεγάλες ευκαιρίες από αυτή την τροπή των γεγονότων. Οι Σταυροφόροι συμφώνησαν με τον Δάνδολο. Ο Ενετικός στόλος με τους Αλέξιο, Δάνδολο και Βονιφάτιο Μομφερατικό απέπλευσε από τη Ζάρα και τον Ιούνιο του 1203 εμφανίσθηκε στην Κων/λη. Πολλοί ερευνητές, πάντως, πιστεύουν πως η πορεία κατά της Κωνσταντινούπολης είχε μυστικά προαποφασιστεί από τον Πάπα και τον Γερμανό βασιλιά Φίλιππο της Σουηβίας. Φαίνεται πως στόχος του Δάνδολου, που είχε ανησυχήσει από την οικονομική ανάπτυξη της Γένουας και της Πίζας, ήταν η πρωτοκαθεδρία της Γαληνοτάτης στον πλούτο και τις αγορές της Ανατολής.
Η ΠΡΩΤΗ ΑΛΩΣΗ (1203): Παρ' όλο που οι Σταυροφόροι δεν ήταν μεγάλο πλήθος, και η Πόλη φαινόταν ικανή να τους αντιμετωπίσει, οι Βυζαντινοί αιφνιδιασμένοι, είδαν τους Λατίνους να σπάνε την αλυσίδα του Κερτάτιου και να καταλαμβάνουν το λιμάνι καταστρέφοντας τα ναυλοχούντα βυζαντινά πλοία.
Μάλιστα, μετά από ολιγοήμερη πολιορκία, κατέλαβαν προσωρινά την πόλη τον Ιούλιο του 1203, παρά την αντίσταση των Βαράγγων μισθοφόρων που διέθεσε ο πολιορκημένος αυτοκράτορας! Ο Αλέξιος Γ, ανίκανος να αντισταθεί, εγκατέλειψε την πόλη παίρνοντας μαζί του το δημόσιο θησαυροφυλάκιο. Ο Ισαάκιος Β' αποφυλακίστηκε και επανήλθε στον θρόνο, ενώ ο γιος του Αλέξιος, που είχε αφιχθεί με τους Σταυροφόρους, ανακηρύχθηκε συν-αυτοκράτορας (Αλέξιος Δ'). Έτσι, ο φαινομενικός στόχος της πολιορκίας αυτής, η αποκατάσταση του Ισάακιου στο θρόνο, επετεύχθη. Όμως, όταν ήρθε η ώρα της αμοιβής των Σταυροφόρων από τον Ισαάκιο, διαπιστώθηκε πως το αυτοκρατορικό ταμείο ήταν άδειο. Απελπισμένος ο νέος συν-αυτοκράτορας προσπάθησε να συλλέξει τα υποσχεθέντα με πρόσθετους φόρους, δασμούς, τάματα Ναών, κ.α. Όμως ο λαός, τρέφοντας εχθρικά αισθήματα για την εξουσία του θεωρώντας την προδοτική, επαναστάτησε, ανατρέποντας τους εκλεκτούς των Λατίνων ανακηρύσσοντας αυτοκράτορα τον Αλέξιο Ε΄ Μούρτζουφλο.
Εκείνος δεν δέχθηκε να τηρήσει τους όρους των προκατόχων του, αρνούμενος συμβιβασμό. Συγχρόνως προσπάθησε να οργανώσει την άμυνα της πόλης για ενδεχόμενη επίθεση που δεν άργησε.
Η ΑΛΩΣΗ ΤΟΥ 1204: Η σύγκρουση Ελλήνων και Σταυροφόρων ήταν πια αναπόφευκτη και οι δεύτεροι άρχισαν να σχεδιάζουν την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης. Τον Μάρτιο του 1204 πραγματοποιήθηκε συνθήκη διαμέλισης της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας μεταξύ Βενετίας και Σταυροφόρων. Η πρώτη πρόταση της συνθήκης είναι εντυπωσιακή: Εν ονόματι του Χριστού, πρέπει να καταλάβουμε, δια των όπλων, την πόλη! Επιτροπή Βενετών και Γάλλων, θα εξέλεγε εκείνον που, κατά τη γνώμη τους, θα κυβερνούσε καλύτερα τη χώρα προς δόξαν του Θεού, της Αγίας Ρωμαϊκής Εκκλησίας και της Αυτοκρατορίας. Όλοι οι Σταυροφόροι που θα λάμβαναν κτήσεις, εκτός από τον Ερρίκο Δάνδολο, όφειλαν να ορκιστούν
πίστη στον Αυτοκράτορα. Μετά την προσυπογραφή των όρων της συμφωνίας, άρχισαν συνδυασμένες επιθέσεις κατά των τειχών της Κων/λης.
Η πρώτη επίθεση, της 9ης Απριλίου 1204, εναντίον του θαλάσσιου τείχους αποκρούστηκε. Την παραμονή της τελικής εφόδου οι Λατίνοι επίσκοποι, εξαπέλυσαν ανθελληνικούς μύδρους, κήρυσσοντας ότι ο πόλεμος ήταν δίκαιος, γιατί ο Μούρτζουφλος ήταν προδότης, δολοφόνος και πιο άνομος από τον Ιούδα, ότι οι Έλληνες είχαν παρακούσει τη Ρώμη, ήταν ένοχοι για το σχίσμα, αρνούμενοι να αναγνωρίσουν την παπική πρωτοκαθεδρία και ότι ο Ιννοκέντιος επιθυμούσε την ένωση των δύο Εκκλησιών. Οι πόρνες, που ακολουθούσαν τους Σταυροφόρους, διατάχθηκαν να εγκαταλείψουν το στρατόπεδο και στάλθηκαν μακριά. Οι ιερωμένοι εξομολόγησαν τους στρατιώτες, τους χορήγησαν Όστια (Θ. Κοινωνία των Καθολικών) και γενικά έπραξαν ό,τι μπορούσαν για να τους καθησυχάσουν και να τους απασχολήσουν μέχρι την επίθεση της επομένης. Στις 12 Απριλίου, η επίθεση επαναλήφθηκε στο Κεράτιο τείχος. Οι Ενετοί, δένοντας τις γαλέρες τους ανά δύο, τις είχαν υπερυψώσει με ξύλινες κατασκευές οδηγώντας τις γεμάτες στρατό κατά των πύργων. Μετά από σκληρή μάχη, το απόγευμα κατόρθωσαν να καταλάβουν δύο πύργους και τρεις πύλες από όπου άρχιζαν να εισχωρούν στην πόλη, δημιουργώντας προγεφύρωμα στο εσωτερικό της. Η ανίκανη βυζαντινή ηγεσία απέδειξε πως δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει τις περιστάσεις. Ο Μουρτζούφλος και πολλοί ευγενείς εγκατέλειψαν την πόλη από χερσαίες πύλες προς τη Θράκη. Έτσι την επόμενη μέρα οι επιτιθέμενοι άρχισαν να προελαύνουν χωρίς ουσιαστική αντίσταση. Η πρωτεύουσα του Βυζαντίου έπεσε μετά την εγκληματική και πειρατική εκστρατεία που λέγεται Δ' Σταυροφορία.
Τα βυζαντινά στρατεύματα, συμπεριλαμβανομένων και των Βαράγγων, κατέθεσαν τα όπλα λαμβάνοντας διαβεβαιώσεις προσωπικής ασφαλείας. Οι Ιταλοί έποικοι της Πόλης, που είχαν εκδιωχθεί, εκμεταλλεύτηκαν την είσοδο των φίλων τους και προέβησαν σε αντίποινα κατά του πληθυσμού για την απέλασή τους. Καθώς οι νικητές Σταυροφόροι διέσχιζαν τους δρόμους της πόλης, γυναίκες, γέροντες και παιδιά, που δε μπόρεσαν να δραπετεύσουν, τους υποδέχτηκαν σχηματίζοντας το σημείο του σταυρού με τους δείκτες των δύο χεριών τους, ζητωκραυγάζοντας το Μομφερρατικό ως βασιλιά, ενώ μια πομπή, με επικεφαλής το Σταυρό και ιερά κειμήλια του Χριστού, επεφύλαξε στον τελευταίο θριαμβευτική υποδοχή. Ο λαός τον γνώριζε ως προστάτη του Αλέξιου. Έτσι, ήταν φυσικό να τον ζητωκραυγάζουν ως
βασιλιά, πιστεύοντας ότι επρόκειτο για μια απλή αλλαγή στο θρόνο. Όμως, οι εισβολείς δεν λυπήθηκαν κανέναν. Προκειμένου να εξασφαλίσουν τη θέση τους, πυρπόλησαν τεράστιο τμήμα της πόλης που βρισκόταν στα ανατολικά ανάμεσα στη μονή Ευεργέτιδος και τη συνοικία Δρουγγάριο. Η πυρκαγιά διήρκεσε από τη νύχτα μέχρι το επόμενο βράδυ, καταστρέφοντας μεγάλο τμήμα της Πόλης. Το αυτοκρατορικό ανάκτορο των Βλαχερνών λεηλατήθηκε και οι κατακτητές εγκατέστησαν το στρατηγείο τους στον Παντεπόπτη. Ο Θεόδωρος Λάσκαρης αποφάσισε να κάνει μια ακόμα προσπάθεια εκδίωξης των εισβολέων. Η έκκληση πουαπηύθηνε, όμως, στο λαό ήταν μάταιη. Όσοι δεν είχαν πανικοβληθεί, έδειχναν αδιάφοροι. Η βία των στρατιωτών δεν φείσθηκε ούτε των κοριτσιών ούτε των αφιερωμένων στο Θεό παρθένων. Η πόλη είχε περιέλθει σε χάος. Ευγενείς, γέροντες, γυναίκες και παιδιά έτρεχαν εδώ κι εκεί προσπαθώντας να σώσουν τη ζωή, την τιμή και τον πλούτο τους. Ιππότες, και Ενετοί ναύτες ανταγωνίζονταν σε ένα τρελό αγώνα λεηλασίας. Αυτοί οι ευσεβείς ληστές, ενεργούσαν σαν να είχαν άδεια να διαπράξουν οποιοδήποτε έγκλημα. Κράδαιναν τα ξίφη τους και λεηλατούσαν κατοικίες κι εκκλησίες. Η θρησκεία των ηττημένων υφίστατο κάθε είδους προσβολή. Εκκλησίες και μοναστήρια ήταν τα πρώτα που λεηλατήθηκαν. Μοναχοί και ιερωμένοι υπέστησαν προσβλητική μεταχείριση. Οι Σταυροφόροι τοποθετούσαν άμφια των ιερέων στις ράχες των αλόγων τους. Οι εικόνες αποσπώνταν από τα πλαίσιά τους ή θρυμματίζονταν. Τα δισκοπότηρα απογυμνώθηκαν από πολύτιμους λίθους και μεταβλήθηκαν σε κρασοπότηρα. Τα καλύμματα των Αγίων Τραπεζών και τα χρυσοκέντητα, διακοσμημένα με πολύτιμους λίθους παραπετάσματα αφαιρέθηκαν, τεμαχίστηκαν και διαμοιράστηκαν. Οι Άγιες Τράπεζες της Αγίας Σοφίας, τεμαχίστηκαν, προκειμένου να αρπάξουν οι Σταυροφόροι τα πολύτιμα υλικά. Άλογα και μουλάρια οδηγήθηκαν στο Ναό για να μεταφέρουν φορτία ιερών σκευών, χρυσών και αργυρών πλακών του θρόνου, αμβώνων, θυρών και διακοσμήσεων. Οι στρατιώτες βεβήλωσαν το μέγιστο ναό της Χριστιανοσύνης. Μια από τις πόρνες που επανέκαμψαν για να στεφανώσουν τον “ιερό” ... ιπποτικό αγώνα κάθισε στην πατριαρχική καθέδρα και χόρευε τραγουδώντας άσεμνα τραγούδια προς τέρψη των στρατιωτών. Την τρίτη ημέρα εκδόθηκε διαταγή για την προστασία των γυναικών.
Ωστόσο, πέρασαν πολλές ημέρες ώσπου να επανέλθει ο στρατός στην προηγούμενη πειθαρχία του. Ένας συγγραφέας της εποχής, ο συνεχιστής της ιστορίας του Γουλιέλμου της Τύρου, γράφει χαρακτηριστικά: “Όταν οι Λατίνοι δεν είχαν ακόμα καταλάβει την Κωνσταντινούπολη, κρατούσαν την ασπίδα του Θεού μπροστά τους. Μόνο όταν εισήλθαν στην πόλη, την πέταξαν και καλύφτηκαν με την ασπίδα του διαβόλου”.
ΑΛΛΑ “ΚΑΤΟΡΘΩΜΑΤΑ” ΤΩΝ ΠΟΡΘΗΤΩΝ: Τίποτα δεν έμεινε σεβαστό στην Πόλη από τους αδίστακτους “ιππότες”: εκκλησίες, λείψανα, μνημεία τέχνης. Οι Σταυροφόροι, καθώς και οι Λατίνοι μοναχοί και ιερωμένοι, έλαβαν μέρος στη λεηλασία. Ο αυτόπτης Χωνιάτης, δίνει μια τρομακτική εικόνα της λεηλασίας, της βίας και της ερήμωσης που επέφεραν. Μας διασώζει, μάλιστα, τον τρόπο φυγάδευσής του, μαζί με άλλους Βυζαντινούς, από έναν φίλο του Ενετό. Μπροστά τους πορευόταν ο ίδιος ο πατριάρχης χωρίς σάκο, χρήματα, ράβδο, υποδήματα, αλλά μόνο με έναν επενδύτη, γράφει, σαν ένας πραγματικός απόστολος ή μάλλον σαν ένας πραγματικός οπαδός του Ιησού Χριστού, καθώς καθόταν σε ένα γαϊδούρι, με τη διαφορά ότι εκείνος δεν εισερχόταν θριαμβευτικά στη νέα Σιών αλλά την εγκατέλειπε.
Οι Ενετοί και οι Σταυροφόροι μοιράστηκαν τα λάφυρα. Τα χρεωστούμενα στους Ενετούς 50.000 ασημένια μάρκα, πληρώθηκαν από τη λεία των στρατιωτικών. Πέραν των όσων κλάπηκαν και του ποσού που καταβλήθηκε στους Ενετούς, ο στρατός έλαβε συνολικά 400.000 μάρκα και 10.000 πανοπλίες. Στη διάρκεια της λεηλασίας, χάθηκαν πολύτιμα έργα τέχνης, βιβλιοθήκες λαφυραγωγήθηκαν, χειρόγραφα καταστράφηκαν, ενώ η Αγία Σοφία, ο ωραιότερος ναός της Χριστιανοσύνης, απογυμνώθηκε λεηλατούμενος από κάθε διακοσμητικό στοιχείο που ήταν δυνατό να μεταφερθεί. Αξίζει να σημειώσουμε πως μεγάλο μέρος των κλαπέντων βυζαντινών θησαυρών εκποιήθηκε τὸ 1795 ἀπὸ τὴν Βενετικὴ Δημοκρατία για πολεμικὲς ανάγκες. Οι τάφοι των αυτοκρατόρων, στο ναό των Αγίων Αποστόλων, με πρώτο εκείνον του Ιουστινιανού, λεηλατήθηκαν σε αναζήτηση θησαυρών. Αφού λεηλάτησαν ανάκτορα, ναούς και τάφους, οι ευσεβείς ληστές έστρεψαν την προσοχή τους στα αγάλματα. Μετά από αυτή την “Σταυροφορία”, όλη η δυτική Ευρώπη κοσμήθηκε με θησαυρούς της Κωνσταντινούπολης. Τα τέσσερα ορειχάλκινα άλογα που αποτελούσαν στολίδια του Ιπποδρόμου, μεταφέρθηκαν από τον Δάνδολο στην πόλη του, για τη διακόσμηση του προαυαλίου του ναού του Αγίου Μάρκου. Μεγάλο πλήθος ορειχάλκινων αγαλμάτων λιώθηκαν και μετατράπηκαν σε νομίσματα!
Μεταξύ των έργων που καταστράφηκαν έτσι ήταν: άγαλμα της Θεοτόκου από τον Βουν, άγαλμα του Ηρακλή (Λυσίππου), άγαλμα της Ήρας (Αγορά Κων/νου), άγαλμα του Πάρι, το Ανεμοδούλιον, σύμπλεγμα Βελερεφόντη - Πήγασου, το αρχαίο άγαλμα της λύκαινας που θήλαζε τον Ρωμύλο και τον Ρώμο, αγάλματα μιας σφίγγας, ενός ιπποπόταμου, ενός κροκοδείλου, ενός ελέφαντα, άλλα που αναπαριστούσαν θρίαμβο επί της Αιγύπτου, το τέρας Σκύλα, μορφές νικητών των ιπποδρομιών, και άλλα, που τα περισσότερα ήταν δημιουργήματα της προ Χριστού εποχής. Όλα αυτά τα αγάλματα στάλθηκαν εσπευσμένα στις καμίνους και μετατράπηκαν σε νομίσματα.
Η ΑΡΠΑΓΗ ΤΩΝ ΙΕΡΩΝ ΛΕΙΨΑΝΩΝΗ Πόλη είχε προσελκύσει πλείστα ιερά λείψανα του ανατολικού κόσμου. Ακόμα και οι πλέον ευσυνείδητοι σταυροφόροι, φαίνεται ότι πίστευαν, πως ο καλύτερος τρόπος αντιστάθμισης της παραβίασης του όρκου τους, ήταν να κλέψουν ένα ιερό λείψανο δωρίζοντάς το στην εκκλησία της ιδιαίτερης πατρίδας τους. Η λεηλασία των ιερών λειψάνων της Κωνσταντινούπολης διήρκεσε σαράντα χρόνια. Οι ανώτεροι ιερωμένοι που συνόδευαν το στρατό, άνθρωποι που αρνούνταν να πάρουν περιουσιακό μερίδιο, έσπευδαν να οικειοποιηθούν τα ιερά λάφυρα, χωρίς ενδοιασμό για τα μέσα που έπρεπε να χρησιμοποιήσουν. Ο Τίμιος Σταυρός τεμαχίστηκε από επισκόπους, για να διαμοιραστεί σε βαρόνους. Ο ενετικός ναός του Αγίου Μάρκου απέκτησε γλυπτά,  εικόνες, χρυσά και αργυρά σκεύη και πολυάριθμα εκκλησιαστικά έπιπλα. Οι Ενετοί έκλεψαν την εικόνα της Θεοτόκου του Ευαγγελιστή Λουκά. Σε περιοχές της Γαλλίας έφθασαν στα επόμενα έτη, η κάρα του Αγίου Στεφάνου, λείψανα του Αγίου Θωμά, τμήμα του κρανίου του Αγίου Μάρκου, το ακάνθινο στεφάνι του Χριστού, τεμάχιο του χιτώνα της Παρθένου, τμήμα του ενδύματος που φορούσε ο Κύριος, η ζώνη της Παρθένου, ο βραχίονας και η κάρα του Ιωάννη του Βαπτιστή, δύο μεγάλοι σταυροί από τον Τίμιο Σταυρό, η κάρα του Αγίου Θαδδαίου. Τα περισσότερα απ' τα ιερά λείψανα στη Γαλλία καταστράφηκαν συνειδητά στη Γαλλική Επανάσταση.
Ακόμη το σώμα του Αγίου Ανδρέα μεταφέρθηκε στο Αμάλφι. Τα αμέσως μετά την άλωση χρόνια, Λατίνοι ιερείς στάλθηκαν στην Κωνσταντινούπολη από τη Γαλλία, τη Φλάνδρα και την Ιταλία, προκειμένου να αναλάβουν τη λειτουργία των εκκλησιών της πόλης. Οι εν λόγω ιερωμένοι, επιδόθηκαν σε άγρα λειψάνων, ώστε να μη μείνει σχεδόν ούτε μια σημαντική εκκλησία ή μονή στη Δύση χωρίς μερίδιο της λεηλασία της Πόλης.
ΤΟ ΜΟΙΡΑΣΜΑ ΤΩΝ ΕΡΕΙΠΙΩΝ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ: Οι νικητές αποφάσισαν την ίδρυση μιας Αυτοκρατορίας, όμοιας με αυτής που προϋπήρχε εκλέγοντας Αυτοκράτορα το Βαλδουίνος της Φλάνδρας. Στην Κωνσταντινούπολη, βάσει της συμφωνίας, ο Βαλδουίνος έλαβε τα πέντε όγδοα και ο Δάνδολος τα τρία όγδοα μαζί με την Αγία Σοφία. Ο Βαλδουίνος έλαβε και τη Θράκη, τμήμα της Μ. Ασίας στον Ελλήσποντο και μερικά νησιά του Αιγαίου. Ο Βονιφάτιος πήρε τη Μακεδονία και τμήμα της Θεσσαλία. Η Βενετία εξασφάλισε τη μερίδα του λέοντος: περιοχές στις ακτές της Αδριατικής, τα Ιόνια νησιά, το μεγαλύτερο μέρος των νησιών του Αιγαίου, περιοχές στην Πελοπόννησο, την Κρήτη και λιμάνια στη Θράκη. Η Αγία Σοφία περιήλθε στα χέρια του κλήρου της Βενετίας και ο Βενετός Θωμάς Μοροζίνι έγινε Πατριάρχης και κεφαλή της παπικής Εκκλησίας της νέας Αυτοκρατορίας. Σε αυτή τη συγκυρία, δημιουργήθηκαν εστίες ελληνικής αντίστασης, όπως η αυτοκρατορία του Πόντου, η Αυτοκρατορία της Νίκαιας, το Δεσποτάτο της Ηπείρου και το Δεσποτάτο του Μυστρά.
Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΛΩΣΗΣ: Το γεγονός της πτώσης της Βασιλεύουσας στους Σταυροφόρους ήταν πολυσήμαντο. Πρώτη συνέπεια ήταν η επισφράγηση της περαιτέρω πορείας της Αυτοκρατορίας. Ακόμη καθόρισε de facto τις σχέσεις με τη Δύση αλλά και το ανερχόμενο οθωμανικό κράτος. Τα γεγονότα που σημάδεψαν την άλωση της Πόλης από τους δυτικούς οδήγησαν στη γνωστή άποψη του λαού της Πόλης δύο αιώνες μετά: “κρεῖττον φακιόλιον Τούρκων ἢ καλύπτρα λατινική.” Έτσι το χάσμα μεταξὺ Ανατολής και Δύσης, ανοικτό από το 1054, έγινε πια αγεφύρωτο.
Συνηγορεί σ' αυτό η άποψη των Δυτικών για τους Ορθοδόξους που βλέπουν την καταστροφὴ της Κωνσταντινούπολης ως αιρετικών τιμωρία, που ήταν ασεβεῖς και χειρότεροι απὸ τους Εβραίους και νίκη της Χριστιανοσύνης! Έτσι οι Βυζαντινοὶ συνειδητοποίησαν ότι οι Λατίνοι ήταν ο ουσιαστικὸς εχθρός, γιατί μόνο απ᾿ αυτοὺς κινδύνευε η ορθόδοξη πίστη, διαμορφώνοντας, προϊόντος του χρόνου, τη στάση των ανθενωτικών, που προτιμούσαν συνεργασία με Οθωμανοὺς παρά φράγκικη λυκοφιλία, επιλέγοντας “το μη χείρον, βέλτιστον”. Η άλωση του 1204 είχε και ευεργετικὲς συνέπειες. Ο μέσος Ρωμηὸς θα συνειδητοποιήσει τη σημασία της διάλυσης της Αυτοκρατορίας και η αντιπάθεια εναντίον των Λατίνων θα μετουσιωθεί σε εθνική ομοψυχία. Λόγω μάλιστα της διάσπασης των επιμέρους εθνοτήτων της αυτοκρατορίας, θα εμφάνισθει η εθνική συνείδηση. Ο τραυματισμὸς του εθνικού γοήτρου θα γεννήσει τη Μεγάλη Ιδέα, ως πόθο απελευθέρωσης της Πόλης και ανασύστασης της Αυτοκρατορίας.

Η ποινή της σταύρωσης ως μέσο βασανισμού (ιστορικές αναφορές)





Το δράμα του Γολγοθά, η σταύρωση του Ιησού Χριστού, ήταν μεν μια από τις πολλές σταυρώσεις της εποχής Του, ήταν όμως αυτή που είχε μοναδική σημασία για την ανθρώπινη Ιστορία σε νόημα και συνέπειες. Η εκούσια θυσία Του στο σταυρό πρόσφερε τη σωτηρία στον αμαρτωλό άνθρωπο και άνοιξε το δρόμο προς τον Πατέρα.
Αν και έχουν περάσει από το γεγονός της θυσίας Του τόσοι αιώνες, δεν έχει ακόμα εξαντληθεί το ενδιαφέρον των Χριστιανών για την εξακρίβωση των λεπτομερειών της σταύρωσης του Χριστού. Το ενδιαφέρον αυτό δεν βρίσκει επαρκή και πλήρη ικανοποίηση στη
λακωνική συντομία των Ευαγγελίων. Οι πληροφορίες τους για τη σταύρωση Του Ιησού και των ληστών που σταυρώθηκαν μαζί Του είναι λιγοστές, πιθανώς επειδή η διαδικασία αυτή ήταν γνωστή στους συγχρόνους τους, προς τους οποίους και απευθύνονταν τα Ευαγγέλια. Η λακωνικότητα των πληροφοριών αφήνει πάρα πολλά κενά και δεν προσφέρει σαφή και πλήρη εικόνα της σταύρωσης. Για παράδειγμα, μόνον η αφήγηση του Ιωάννη γι’ αυτά που ειπώθηκαν μεταξύ του αναστημένου Ιησού και του Θωμά που δυσπιστούσε, η οποία αναφέρει για τον «τύπο των ήλων», μας δίνει την πληροφορία της «καθήλωσης», της σταύρωσης δηλαδή με το κάρφωμα των χεριών και των ποδιών Του, αν και μερικοί αμφισβητούν την καθήλωση των ποδιών. Με τον ίδιο τρόπο και η πράξη του βουλευτή από την Αριμαθαία αποκτά την έννοια της «αποκαθήλωσης».
Η προ-ρωμαϊκή προέλευση και εξέλιξη του σταυρού και της σταύρωσης
1) Οι αρχαίοι Έλληνες, από τον Όμηρο και πέρα, ονόμαζαν σταυρούς τους ξύλινους πασσάλους, τους οποίους έμπηγαν στο έδαφος και χρησίμευαν για περίφραξη (σταύρωση, σταύρωμα) διαφόρων χώρων (οικιών, αυλών, στρατοπέδων, κτημάτων, κήπων, στάβλων ή ναυστάθμων). Οι Έλληνες δεν είχαν όρο που να αποδίδει τον σύνθετο δίξυλο σταυρό. Η πήξη των πασσάλων αυτών κι η περιχαράκωση αποδιδόταν με το ρήμα «σταυρόω», η περίφραξη λεγόταν «σταύρωση» και το περίφραγμα «σταύρωμα». Οι σταυροί ή πάσσαλοι, με την παραπάνω έννοια, ήταν κλαδιά και κορμοί δένδρων. Οι έννοιες «σταυρός» και «δένδρο» ήταν συγγενείς κι αλληλοεξαρτώμενες, πριν ακόμα συνδεθούν με την ποινική τιμωρία. Κατά μια άποψη η λέξη «σταυρός» προέρχεται από τη ρίζα «σταF» του ρήματος «ίστημι». Αντίστοιχη είναι στην ινδική σανσκριτική η ρίζα stav- στη λέξη stavaras (σταθερός) και στο γλωσσικό ιδίωμα Zend των Ιρανών στη λέξη stavra (σταθερός, άτεγκτος, αυστηρός, δυνατός). Επίσης στις λατινικές λέξεις stiva και instauro και στη γοτθική sturjan (ιστάναι, μεταφορικά: διαβεβαιώνω).
Σχεδόν ταυτόσημες έγιναν οι έννοιες σταυρός – δένδρο, όταν η ανθρωπότητα, από την πρώιμη κιόλας ιστορία της, χρησιμοποίησε το δένδρο για κάποιου είδους μαρτύριο, του οποίου ο σκοπός ήταν να συνδυάζει όσο το δυνατόν σφοδρότερους πόνους με τον όσο το δυνατόν μεγαλύτερο εξευτελισμό. Το μαρτύριο αυτό ήταν η ανάρτηση προς βαθμιαία θανάτωση. Το πιο πρόχειρο μέσο γι’ αυτό ήταν το δένδρο, ο αρχαίος σταυρός. Σταύρωση από τότε ονομάστηκε η ανάρτηση πάνω σε κορμό δένδρου προς βαθμιαία θανάτωση. Έτσι, ο κορμός του δένδρου είναι το πιο αρχαίο σχήμα του σταυρού σαν θανατικού οργάνου, η σύνδεση δε σταυρού και δένδρου μεταφυτεύθηκε στην ποινική πρακτική των λαών.
Όπου δεν υπήρχαν δένδρα, στερέωναν στο έδαφος ξύλα υψηλά, όμοια με κορμούς δένδρων, και τέτοιοι «σταυροί» (μονόξυλα ικριώματα) εξυπηρετούσαν πιο πρόχειρες λύσεις και η σταύρωση πάνω σ’ αυτούς (η δια αναρτήσεως θανάτωση) γινόταν σε ομαδικές σταυρώσεις, γιατί ήταν πιο απλή διαδικασία κι απαιτούσε λιγότερο χρόνο. Τέτοιου είδους σταυροί χρησιμοποιούνταν όπου δεν υπήρχαν δενδρόφυτες εκτάσεις, ακόμα και σε εποχές που το σχήμα του σταυρού είχε εξελιχτεί.
Έτσι, ο Δαρείος μετά την κατάκτηση της Βαβυλώνας «ανασκολόπισε (κάρφωσε, παλούκωσε, σταύρωσε) τρεις χιλιάδες άνδρες, τους κορυφαίους από τους Βαβυλωνίους»[1] (Ηρόδοτος, Γ,159). Ο Αλέξανδρος ο Ιαννέας ή Ιανναίος, βασιλιάς και αρχιερέας των Ιουδαίων (103-76 π.Χ.), μετά την κατάκτηση της Βεθόμης, «ανασταυρώσαι πρόσταξε αυτών ως οκτακόσιους» (Ιώσηπος, Ιουδαϊκή Αρχαιολογία 13,14,2). Ο Γκουιντίλιους Βάρους, ανθύπατος της Συρίας, «ανεσταύρωσε περί δισχιλίους» (Ιώσηπος, Ιουδαϊκοί Πόλεμοι 2,5,2). Ο Τίτος για πολλούς μήνες πάνω από 500 αιχμαλώτους καθημερινά, έξω από την Ιερουσαλήμ, «μαστιγούμενοι δε και προβασανιζόμενοι του θανάτου πάσαν αικίαν, ανεσταυρούντο του τείχους αντίκρυ» (Ιώσηπος, Ιουδαϊκοί Πόλεμοι 5,11,1).
Για το σχήμα του σταυρού, σαν αυτό που εμείς σήμερα εννοούμε με τη λέξη αυτή, αποτελούμενο από δυο ξύλα συναρμοσμένα, οι αρχαίοι δεν είχαν ξεχωριστή λέξη. Η ετυμολογία της λέξης crux είναι άγνωστη. Οι Ρωμαίοι μεταχειρίζονται τη λέξη palus, που είναι ταυτόσημη με τη λέξη crux.
2) Στους Αιγύπτιους η σταύρωση με την έννοια της ανάρτησης πάνω σε κάθετα μπηγμένο στο έδαφος ξύλου, ήταν γνωστή ήδη από τα μέσα του 17ου π.Χ. αιώνα. Επιβαλλόταν σαν ποινή σε πρόσωπα που ήταν κάτω από κυρίους και αυθέντες. Αυτό συνάγεται από τη Γένεση 40:18-19, όπου ερμηνεύοντας ο Ιωσήφ στη φυλακή το όνειρο του αρχισιτοποιού του Φαραώ είπε: «Εντός τριών ημερών ο Φαραώ θα σε καλέσει και θα σε κρεμάσει σε δένδρο, τα δε πτηνά θα φάνε τη σάρκα σου από πάνω σου».[2]
Οι Ισραηλίτες στην Αίγυπτο γνώριζαν τη σταύρωση σαν θανάτωση πάνω σε κάθετο ξύλο, όταν βρίσκονταν στη Γεσέν κάτω από την ισχυρή προστασία του Ιωσήφ. Δεν την συμπεριέλαβαν όμως στις θανατικές ποινές και περιορίστηκαν στην ανάρτηση επί ξύλου των νεκρών σωμάτων αυτών που είχαν ήδη θανατωθεί με άλλον τρόπο, χάριν ονειδισμού.
3) Στους Πέρσες συναντάμε τη σταύρωση και σαν μεταθανάτια ανάρτηση πάνω σε ξύλο για παραδειγματισμό και σαν τρόπο θανάτωσης. Κατά τον Ηρόδοτο (Ζ,238), ο Ξέρξης, μετά τη μάχη στις Θερμοπύλες (480 π.Χ.), «διήλθε δια μέσου των νεκρών και την κεφαλή του Λεωνίδα, μόλις άκουσε ότι ήταν αρχηγός και βασιλιάς των Λακεδαιμονίων, διέταξε, αφού την κόψουν, να την κρεμάσουν σ’ ένα πάσσαλο (ανασταυρώσαι)».[3]
Είναι γνωστό το περιστατικό με πρωταγωνιστή τον Ιουδαίο αυλικό Μαρδοχαίο, ο οποίος το 484 π.Χ. αποκάλυψε συνωμοσία κατά της ζωής του Ξέρξη. Μετά από δέκα χρόνια, ο Αμάν, ύπατος αξιωματούχος της αυλής, ετοίμαζε την εξόντωση του Μαρδοχαίου κι όλων των Ιουδαίων του Βασιλείου. Η Εσθήρ άσκησε όλη την επιρροή της στον βασιλιά να αλλάξει γνώμη. Πράγματι αυτό έγινε, όταν ο Ξέρξης ξαναθυμήθηκε την προ δεκαετίας πολύτιμη υπέρ της ζωής του υπηρεσία που του είχε προσφέρει ο Μαρδοχαίος. «Είπε δε Βουγαθάν (εβραϊκό κείμενο: Αρβωνά), ένας από τους ευνούχους, προς τον βασιλέα: Ιδού και ξύλο, πενήντα πήχεις ύψος, ετοίμασε Αμάν για τον Μαρδοχαίο, ο οποίος μίλησε για το καλό του βασιλιά, και στέκεται στο σπίτι του Αμάν. Είπε δε ο βασιλιάς: Κρεμάστε τον (σταυρωθήτω) πάνω σ’ αυτό. Και κρέμασαν τον Αμάν πάνω στο ξύλο» (Εσθήρ 7:9-10).
Η εποχή αυτή της Περσικής ακμής είναι για την ιστορία της σταύρωσης μεταβατική εποχή στην περιοχή της Ανατολής. Αρχίζει να εφαρμόζεται σαν θανατική ποινή βαρύτατης μορφής και όχι απλά σαν επίταση του ονειδισμού κάποιου, που είχε προηγουμένως θανατωθεί με άλλο τρόπο. Έτσι αποκρυσταλλώθηκε η σημασία του όρου «σταύρωση», που σήμαινε πλέον τη θανάτωση με την ανάρτηση κάποιου σε μονόξυλο σταυρό (ικρίωμα).
Στους Έλληνες και στους Ρωμαίους σταύρωση ονομαζόταν και ο ανασκολοπισμός. «Σκόλοψ» ήταν το θανατικό ξύλο, λεπτότατο και αιχμηρό στην πάνω του άκρη για να εισχωρεί ευκολότερα με τα χτυπήματα του πέλεκυ στα σπλάγχνα του ανασκολοπιζόμενου και να τον διαπερνά σουβλίζοντάς τον. Στη συνέχεια ο «σκόλοψ» στερεωνόταν στο έδαφος. Από τη διάτρηση αυτή μπορεί κάποιος να φανταστεί τη φλόγωση των σπλάγχνων και τη δριμύτητα των πόνων. Το μόνο ελαφρυντικό αυτού του μαρτυρίου ήταν ότι ο θάνατος ερχόταν ταχύτερα από τη συνήθη σταύρωση.
Και αυτοί που σταυρώνονταν και αυτοί που ανασκολοπίζονταν, εφόσον έμεναν εκτεθειμένοι πάνω στο ξύλο, γίνονταν βορά των γυπών και των αρπακτικών ορνέων.
4) Οι Έλληνες γνώρισαν τη σταύρωση και με την αρχαία μορφή θανάτωσης με την ανάρτηση πάνω σε μονόξυλο, και με τη μορφή του ανασκολοπισμού, ήδη από τον 6ο π.Χ. αιώνα στη Μ. Ασία από τους ανατολικούς λαούς.
Στην Αντιγόνη του Σοφοκλή, ο βασιλιάς Κρέων απειλεί αυτούς που φρουρούσαν το πτώμα του Πολυνείκη: «Δεν θα είναι αρκετός μόνος ο Άδης για σας, αλλά θα σας κρεμάσω πρώτα ζωντανούς ώσπου να μου φανερώσετε ποιος έκανε αυτή την αισχρή πράξη» (Αντιγόνη, 308-309).
Ο σταυρός και η σταύρωση στους Ρωμαίους
Στο ρωμαϊκό κράτος η ιστορία της σταύρωσης παρουσιάζει άφθονες περιπτώσεις, γιατί για την ποινική αυτή πράξη έχουμε πάρα πολλές μαρτυρίες και γιατί το Ρωμαϊκό Δίκαιο, που αποτέλεσε την πηγή και τη βάση όλων των μετέπειτα Δικαίων, ερευνήθηκε κι ερευνάται ακόμα και σήμερα περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο Δίκαιο.
Οι Ρωμαίοι διέκριναν τα εγκλήματα: α) σε criminal capitalia, τα οποία τιμωρούνταν με κάποια poena capitalis, δηλαδή με κάποια ποινή που στερούσε τον κατάδικο και από την προσωπική του κατάσταση (status) και τη ζωή του, εξαφανίζοντας και την ηθική του υπόσταση και τη φυσική του ύπαρξη, και β) σε delicta publica, τα οποία διώκονταν από τη δημόσια κατηγορία (accusatio publica), σαν εγκλήματα που πρόσβαλλαν την κοινή ασφάλεια.
Στην Καινή Διαθήκη περιέχονται αρκετές πληροφορίες για τη προφυλάκιση των κατηγορουμένων και τον τρόπο διαβίωσης στις φυλακές. Όσοι συλλαμβάνονταν προφυλακίζονταν μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσή τους (Πράξεις 12:4). Μπορούσαν μάλιστα να εκμισθώνουν δικό τους διαμέρισμα, όπου εξέτιαν την προφυλάκισή τους (Πράξεις 28:16), και να δέχονται επισκέψεις, κατά τις οποίες συνομιλούσαν ελεύθερα (Πράξεις 28:30-31) και μέσω των οποίων επικοινωνούσαν με τον έξω κόσμο (Ματθαίος 11:2-4, Πράξεις 24:23, Φιλιππισίους 1:12). Από τον Ιησού Χριστό επιβάλλονταν τέτοιες επισκέψεις σε όσους βρίσκονταν στις φυλακές, σαν εκδήλωση φιλαλληλίας και χριστιανικής αγάπης (Ματθαίος 25:36). Οι κρατούμενοι μπορούσαν να ψάλλουν στα κελιά τους (Πράξεις 16:25). Επίσημους κρατουμένους, των οποίων η απόδραση θα είχε συνέπειες, τους έδεναν με αλυσίδες (Πράξεις 28:20, Εφεσίους 6:20, Φιλήμονας 9, Κολοσσαείς 4:3,18), στις οποίες δένονταν μαζί του και οι φρουροί εναλλάξ (Πράξεις 12:6), άλλοι δε φρουροί φρουρούσαν τις πόρτες εσωτερικά κι εξωτερικά (Πράξεις 12:10). Αν υπήρχε ανάγκη, έπαιρναν ακόμα πιο αυστηρά μέτρα φρούρησης (Πράξεις 12:4, 16:24).
Οι πριν από τη σταύρωση θανατικές ποινές ήταν:
1) Η κρήμνιση από την Ταρπηία πέτρα. Πριν την περίοδο της Δημοκρατίας (510 π.Χ.), η θανατική ποινή εκτελείτο με την κατακρήμνιση του κατάδικου από υψηλό βράχο, στη Ρώμη από την Ταρπηία πέτρα.
2) Η furca (φούρκα). Η στήριγξ, στην ελληνική γλώσσα, ήταν τριγωνική σύνθεση τριών ξύλων, βρισκόταν συνήθως στα αγροκτήματα και χρησίμευε για τη στήριξη του άξονα των τροχοφόρων, όταν δεν ήταν ζεμένα στα ζώα. Το απλό και αθώο αυτό αγροτικό αντικείμενο, λόγω του ότι ήταν πρόχειρο και άφθονο στην ύπαιθρο, χρησίμευε σαν μέσο τιμωρίας των δούλων, που όμως στην αρχή δεν έφτανε μέχρι τη θανάτωση. Δεν ήταν θανατική, αλλά μόνο διαπομπευτική, χλευαστική, ατιμωτική ή απλώς πειθαρχική ποινή που εφαρμοζόταν στους δούλους. Τους ξεγύμνωναν, πάνω στον τράχηλό τους τοποθετούσαν την πάνω γωνία της furca, στους δυο πλάγιους δοκούς έδενε με σχοινί ο ραβδούχος (lictor) τα μπράτσα του δούλου, έτσι ώστε η υποτείνουσα του τριγώνου να είναι προς τα εμπρός. Έτσι το θύμα, σκύβοντας από το βάρος της, διαπομπευόταν εκτεθειμένος σε γέλια και χλευασμούς, «καλείτο δε furcifer» (Πλούταρχος, Γάιος Μάρκιος Κοριολανός, 24). Αυτή η τιμωρία θεωρείτο πολύ εξευτελιστική, επειδή στερούσε από αυτόν που τιμωρείτο κάθε τιμή και εμπιστοσύνη.
Αργότερα, για να αυξηθεί η ατίμωση, η ad furcam damnatio συνδυάστηκε με ραβδισμούς (virgis verberatio), οι οποίοι, σε ηλικία πέρα από την εφηβική, θεωρούνταν πολύ προσβλητικοί και ατιμωτικοί. Για ακόμα μεγαλύτερη αύξηση της ατίμωσης συνδυάστηκε με μαστίγωση (verberatio, flagellatio), η οποία, όταν οι δούλοι είχαν υποπέσει σε θανάσιμο έγκλημα, συνεχιζόταν μέχρι θανάτωσης.3) Το patibulum (πατίμπουλουμ). Όσο πρόχειρη ήταν η furca στην ύπαιθρο, τόσο πρόχειρο ήταν στις πόλεις το patibulum. Η λέξη προέρχεται από το ρήμα patere (είναι ανοικτό) και δηλώνει κατά αντίφραση (a non patendo, είναι στο μη ανοικτό), το κλείστρο, αυτό που στην ύπαιθρο χρησιμοποιείται με την ονομασία μάνταλο, το επίμηκες ξύλο με το οποίο οι αρχαίοι Ρωμαίοι και μερικοί από τους ανατολικούς λαούς ασφάλιζαν εσωτερικά τις πόρτες σε όλο το μήκος τους. Αυτό ή παρόμοιο ξύλο τοποθετούσαν στη ράχη του θύματος και τα τεντωμένα μπράτσα του έδεναν στα άκρα από τη μια και την άλλη μεριά. Το θύμα κάτω από το βάρος του patibulum κι ενώ μαστιγωνόταν, περιφερόταν δια μέσου του όχλου, εκτεθειμένο στη χλεύη, την περιφρόνηση και τον εξευτελισμό. Συνήθως το θύμα υπέκυπτε σύντομα στον βασανισμό αυτόν.Η σταύρωση
Το patibulum διαδέχτηκε σαν ποινή η ανάρτηση πάνω σε δένδρο, δηλαδή ο πιο αρχαίος τύπος σταύρωσης. Σκοπός της σταύρωσης ήταν ο συνδυασμός όσο το δυνατόν πιο σφοδρών πόνων με όσο το δυνατόν μεγαλύτερο εξευτελισμό.
Σαν θανατική ποινή η σταύρωση επιβαλλόταν:
α) Από τα ιεροδικαστήρια στους ιερόσυλους, σε αυτούς δηλαδή που πρόσβαλλαν κάποια θεότητα. Η ποινή στην περίπτωση αυτή είχε εξιλαστήριο χαρακτήρα.
β) Σ’ αυτούς που πρόσβαλλαν με ανόσια συνουσία την τιμή των Εστιάδων, των αφιερωμένων δηλαδή στη θεά Εστία παρθένων. Αυτοί καταδικάζονταν σε θάνατο ή με μαστίγωση βρισκόμενοι κάτω από τη furca, ή με σταύρωση, οι δε παρθένες θάβονταν ζωντανές.
γ) Στους δούλους. Πριν από την εποχή των αυτοκρατόρων, ρωμαϊκή νομοθεσία επέβαλλε την ποινή της σταύρωσης μόνο στους δούλους. Η σκληρότητα πάνω τους ήταν παροιμιώδης. Σαν επίταση της μαστίγωσης προστέθηκε η στίξη γραμμάτων με πυρακτωμένο σίδερο στο μέτωπο των δούλων (literati).
δ) Σε αυτούς που συνέτασσαν, υπεξαιρούσαν, αντικαθιστούσαν ή παραβίαζαν διαθήκες και σε όσους χρησιμοποιούσαν πλαστές σφραγίδες.
ε) Στις γυναίκες που ατιμάζονταν κι εκπαρθενεύονταν και στους κίναιδους άνδρες.
στ) Στους υπαίτιους για το θάνατο γυναίκας από έκτρωση ή από πόση φίλτρου και γενικά στους μάγους και συνεργούς μαγείας.
ζ) Σ’ αυτούς που παραβίαζαν τα ιερά και τα όσια κάποιου ή αποκάλυπταν απόρρητα για δυσφήμιση, βλάβη ή εκβιασμό.
η) Στους ένοχους έσχατης προδοσίας για εγκλήματα που στρέφονταν κατά της αυτοκρατορικής ιδιότητας και εξουσίας.
θ) Στους πιο διάσημους ληστές. Οι άσημοι θανατώνονταν με αποκεφαλισμό με πέλεκυ.
ι) Στους στρατιώτες, σε περίπτωση βαριάς αμέλειας στην εκτέλεση των καθηκόντων τους.
ια) Στους εχθρούς που έπεφταν στα χέρια τους αιχμάλωτοι.
ιβ) Στους Ρωμαίους πολίτες που ήταν ένοχοι βαρύτατων εγκλημάτων, κυρίως από την εποχή των αυτοκρατόρων και μετά. Πρέπει να σημειωθεί ότι γενικά απαγορευόταν αυστηρά η δέσμευση, μαστίγωση και θανάτωση, και μάλιστα σταύρωση, Ρωμαίου πολίτη.
Η εξέλιξη του σχήματος του σταυρού και οι αντίστοιχοι τρόποι σταύρωσης
1) Ο αρχαιότερος σταυρός ήταν μονόκερως (simplex crux), ξύλο υψηλό κάθετα μπηγμένο στο έδαφος, συνήθως κορμός δένδρου. Όπου δεν υπήρχαν δένδρα, σε μέρη δημόσιας θέας που επιλέγονταν ειδικά για σταυρώσεις, στερέωναν στο έδαφος δοκούς.
Δυο ειδών σταυρώσεις πάνω σε μονόξυλο, του κυρίως «σταυρού», αναφέρονται:
α) Ο ανασκολοπισμός. Όπως έχουμε ήδη αναφέρει, το αιχμηρό στην πάνω κορυφή του μονόξυλο (acuta crux) διατρυπούσε το υπογάστριο και τα εντόσθια του θύματος, με ισχυρά κτυπήματα με τον πέλεκυ διαπερνούσε τα σπλάγχνα και τη θωρακική κοιλότητα κι έβγαινε από τον θώρακα ή τη ράχη. Έπειτα στερεωνόταν στο έδαφος με τον ανασκολοπισμένο πάνω του.
β) Η ανασταύρωση. Η ανάρτηση και η πρόσδεση ή καθήλωση πάνω στον μονόξυλο σταυρό. Άλλοτε αυτόν που σταυρωνόταν τον κρεμούσαν νεκρό, αφού πρώτα είχε θανατωθεί με άλλον τρόπο, οπότε η ανασταύρωση ήταν αύξηση της ατίμωσης και αποσκοπούσε στον παραδειγματισμό των θεατών, άλλοτε πάλι το θύμα κρεμιόταν ζωντανό, για να πεθάνει στο σταυρό με «αργό θάνατο». Τέλος, το θύμα μπορούσε να κρεμαστεί στο σταυρό μόνο για να μαστιγωθεί, μετά το κατέβαζαν και το θανάτωναν με άλλον τρόπο.
2) Ο σύνθετος σταυρός σε σχήμα Τ (crux comissa). Αποτελείτο από ένα κάθετο ξύλο (staticulum) κι ένα οριζόντιο (antemna). Είναι μεταγενέστερη εξέλιξη του σχήματος του σταυρού. Το νέο αυτό σχήμα («ξύλο δίδυμο», «δίγλυφος δοκός») εμφανίζεται στην ακμή του Ρωμαϊκού κράτους, λίγο πριν την εποχή του Χριστού. Πάνω στον κυρίως σταυρό, δηλαδή στο κάθετο ξύλο (lignum, palus, crux) ανάρτησαν και προσάρμοσαν το patibulum, που ο καταδικασμένος πηγαίνοντας προς τον τόπο της σταύρωσης που ήταν έξω από την πόλη, το κουβαλούσε πάνω στους μαστιγωμένους ώμους του, έχοντας τα χέρια του σε έκταση δεμένα πάνω του από τη μια και την άλλη μεριά. Έτσι λοιπόν ο νέος αυτός τύπος του σταυρού σε σχήμα Τ ήταν η σύνθεση του crux και του patibulum (crux patibulata). Στο νέο αυτό σχήμα προσαρμόζεται νέος τρόπος σταύρωσης. Αυτός που κρεμιέται δεν προσδένεται, αλλά καθηλώνεται, δηλαδή καρφώνεται στο σταυρό. Πάνω στο οριζόντιο σκέλος απλώνονται τα χέρια του και στερεώνονται στα άκρα με ένα καρφί στο καθένα. Με τον ίδιο τρόπο καρφώνονται και τα πόδια στο κάθετο ξύλο, με ένα καρφί στο καθένα ή με ένα καρφί και στα δυο.
3) Άλλο σχήμα σταυρού είναι ο σταυρός Χ (crux decussata), ο λεγόμενος και Ανδρεανός (crux Andreana), γιατί σύμφωνα με την παράδοση, σε τέτοιο σταυρό υπέστη το σταυρικό μαρτύριο ο απόστολος Ανδρέας.
4) Σύνθετος σταυρός + (crux immissa). Πάνω στο σταυρό έπρεπε να υπάρχει αναρτημένη πινακίδα (titulus, δελτίο, αιτία, σανίδα), που ανέγραφε την κατηγορία που είχε σαν συνέπεια τη σταύρωση. Γι’ αυτό το λόγο κρίθηκε ότι το κάθετο σκέλος του σταυρού (stipes) έπρεπε να προεξέχει λίγο πάνω από το οριζόντιο. Έτσι προήλθε το νέο σχήμα του σταυρού (crux immissa), το οποίο έκτοτε επικράτησε και το οποίο εμείς σήμερα ονομάζουμε «σταυρό» στην κυριολεξία, και από αυτόν σχηματίσαμε τις λέξεις «διασταυρώνω» και «διασταύρωση». Το σχήμα αυτό είναι το πιο πιθανό να είχε ο σταυρός του Χριστού.
Περιγραφή της σταύρωσης
Μετά την εξαγγελία από τη ρωμαϊκή αρχή της διοικητικής ή δικαστικής απόφασης για σταύρωση, που γινόταν με διαταγή («ibis in crucem») που απευθυνόταν προς τον κατηγορούμενο, ακολουθούσε η μαστίγωση πριν από τη σταύρωση (verberatio, flagellatio). Η μαστίγωση ή φραγγέλωση εφαρμοζόταν από τους Ρωμαίους σαν αυτοτελής ποινή, σαν ανακριτικό μέσο για εκβιασμό απάντησης ή ομολογίας και σαν αιματηρή εισαγωγή στη σταύρωση. Σαν προοίμιο της φρικτής τραγωδίας καθιερώθηκε από τον Πόρκιο Νόμο (lex Porcia). Ο καταδικασμένος ξεγυμνωνόταν και μαστιγωνόταν δεμένος σε χαμηλή στήλη ή σε πάσσαλο ή στο δοκό (patibulum). Η μαστίγωση γινόταν συνήθως από δούλους, οι οποίοι χρησιμοποιούνταν συνήθως σαν εκτελεστικά όργανα της σταύρωσης κάτω από τη εποπτεία ενός ραβδούχου σαν δημίου. Η φραγγέλωση ήταν σκληρή και επώδυνη. Με τα πρώτα κιόλας πλήγματα η ράχη κοκκίνιζε από το αίμα που ανάβλυζε από τις σάρκες. Η διατάραξη που επερχόταν στην κυκλοφορία του αίματος και την ισορροπία του οργανισμού, η δοκιμασία της καρδιάς και του νευρικού συστήματος ήταν τόσο μεγάλη, ώστε πολλές φορές ο καταδικασμένος υπέκυπτε στη μαστίγωση.
Μετά τη μαστίγωση ακολουθούσε πορεία διαπόμπευσης. Οδηγούσαν τον κατάδικο στον τόπο της εκτέλεσης μέσα από τους δρόμους της πόλης υπό συνεχή και πάλι μαστιγώματα και κτυπήματα της πληγωμένης του πλάτης με αιχμηρές ράβδους. Κάτω από τα χλευαστικά σχόλια του όχλου, έφερε ο ίδιος είτε ολόκληρο το σταυρό, είτε το οριζόντιο σκέλος του , στο οποίο ήταν δεμένα τα χέρια του.
Από τον τράχηλο του κατάδικου ήταν κρεμασμένη κι έπεφτε στο στήθος του η επιγραφή (δελτίο, σανίδα, αιτία, τίτλος, titulus), που ανέγραφε το έγκλημά του, για προφύλαξη ή προειδοποίηση των θεατών από τις συνέπειες παρόμοιου εγκλήματος.
Όταν η αποτροπιαστική πομπή έφτανε στον τόπο της σταύρωσης, είχε ήδη στηθεί το ικρίωμα, σπανιότερα μπηγόταν εκείνη την ώρα στο έδαφος το κάθετο ξύλο, που αποτελείτο είτε από ακατέργαστο κορμό δένδρου, είτε από κατεργασμένο (ιστός). Στη συνέχεια ανύψωναν το θύμα μαζί με το patibulum πάνω στο κάθετο ξύλο με τη βοήθεια σχοινιών, σταθεροποιούσαν τα δύο ξύλα και κάρφωναν τα χέρια και τα πόδια του (καθήλωση ή προσήλωση). Για να αποφύγουν το ενδεχόμενο της απόσχισης των καθηλωμένων άκρων, λόγω των σπασμών του σώματος από τους πόνους, μερικές φορές τα έδεναν και με σχοινιά. Για τον ίδιο λόγο παρέστη ανάγκη να σφηνώσουν μικρό πάσσαλο (cornu, κέρας, sedile, σκαλμός, πήγμα) στη μέση του κάθετου ξύλου, μεταξύ των μηρών του σταυρωμένου, για να μπορεί αυτός να στηρίζεται, ιππεύοντας πάνω στο στήριγμα αυτό. Το υποπόδιο (suppedaneum), στο οποίο υποτίθεται ότι καρφώνονταν τα πόδια, είναι μεταγενέστερη επινόηση αυτών που απεικονίζουν τη σταύρωση, που οφειλόταν στο ότι, επειδή το sedile δεν μπορούσε να ζωγραφιστεί, κάτι έπρεπε να φαίνεται ότι στηρίζει το σώμα. Η εικονογραφία λοιπόν δεν συμβαδίζει με την πραγματικότητα.
Οι πόνοι του σταυρού ήταν φοβεροί. Η βεβιασμένη και μόνο στάση του σώματος, χωρίς τη δυνατότητα αλλαγής θέσης, συνεπαγόταν φρικτούς πόνους. Η ματωμένη και, από τις πληγές που προκάλεσε η μαστίγωση, ανοιχτή πλάτη, τα διάτρητα σε έκταση άκρα, η στενοχώρια των σπλάγχνων, η εναλλαγή φλόγωσης και κρύας εφίδρωσης, οι σπασμοί της ακινησίας, η ανωμαλία της κυκλοφορίας του αίματος επέτειναν τη δριμύτητα των πόνων. Τα καρφωμένα άκρα ήταν πιο ευαίσθητα, γιατί έφεραν το βάρος όλου του σώματος, το οποίο είχε συσπάσεις από το φρικτό πόνο. Ακολουθούσαν καρδιολογικές επιπλοκές. Ο ισχυρός πυρετός που εισέβαλλε και η δίψα που κατάκαιγε επαύξανε την οδύνη. Το σώμα μελάνιαζε, τα νεύρα και οι μύες εξείχαν συσπασμένοι, οι φλέβες διογκώνονταν τα μάτια φλογισμένα πρόβαλλαν εξογκωμένα. Συμφορήσεις του εγκεφάλου, των πνευμόνων και της καρδιάς διαδέχονταν η μία την άλλη. Τα σκέλη, μετά τους σπασμούς, τα καταλάμβανε ακαμψία, λόγω της αφύσικης θέσης του σώματος, η δύσπνοια μαρτυρούσε επιθανάτιο άγχος κι όμως ο θάνατος, ιδίως σε ισχυρές κράσεις, δεν ερχόταν γρήγορα. Στις περιπτώσεις αυτές ο θάνατος επισπευδόταν με τη σκελοκοπία (crurifragium), δηλαδή με θλάση των κνημών ή με πλήγματα κάτω από τις μασχάλες ή με διάτρηση του στήθους ή της πλευράς του σταυρωμένου με το δόρυ ή με στραγγαλισμό με τη χρήση σχοινιού ή με το κάψιμό του μαζί με το σταυρό. Αλλιώς ήταν δυνατό να παρατείνεται η ζωή για δυο και τρεις μέρες, παράταση που επέτεινε τη σκληρότητα της ποινής. Η κύρια αιτία επέλευσης του θανάτου ήταν η παρά φύση θέση του σώματος, η εξαιτίας αυτής διαταραχή της κυκλοφορίας του αίματος, οι τρομεροί πόνοι στο κεφάλι, η εξασθένηση της καρδιάς και τέλος η ακαμψία των σκελών.
Διατυπώσεις μετά τη σταύρωση
Ο ρωμαϊκός νόμος «De bonis damnatotum» εκχωρούσε στο δήμιο και στους εκτελεστές της σταύρωσης τα ρούχα του σταυρωμένου. Η ταφή απαγορευόταν για τους σταυρωμένους. Την παρείχαν μόνο στους έντιμους ανθρώπους. Οι σταυρωμένοι έμεναν κρεμασμένοι μέχρι να αποσυντεθούν και πολλές φορές γίνονταν βορά των ορνέων. Για να εμποδίζονται οι συγγενείς στην προσπάθειά τους να παρατείνουν τη ζωή του θύματος, με την ελπίδα της απονομής χάρης και της αποδέσμευσης από το σταυρό, ενώ ακόμα ο κατάδικος ήταν ζωντανός, υπήρχε φρουρά στρατιωτών για τη φύλαξή του. Στην Παλαιστίνη επέτρεψαν την αποκαθήλωση του Ιησού από σεβασμό στην τοπική γιορτή των Ιουδαίων και στην ειδική σχετική διάταξη του νόμου τους (Δευτερονόμιο 12:13, Ιώσηπος ΙΙΙ, 4,5,2), σύμφωνα με την πολιτική της Ρώμης απέναντι στους υποτελείς λαούς.
Επίλογος
Το παιδί του Θεού πο έχει δεχθεί με πίστη τη θυσία του Υιού Του πάνω στο σταυρό του Γολγοθά, ευγνωμονεί με ακόμα μεγαλύτερη ζέση το Σωτήρα του, διαβάζοντας αυτό το μικρό πόνημα. Το μυαλό τρέχει σε εκείνες τις ατέλειωτες ώρες του μαρτυρίου, τότε που «αυτός τραυματίστηκε για τις παραβάσεις μας, ταλαιπωρήθηκε για τις ανομίες μας, η τιμωρία, που έφερε την ειρήνη μας, ήταν πάνω σ’ αυτόν και διαμέσου των πληγών του εμείς γιατρευτήκαμε» (Ησαΐας 53:5).
Η καρδιά καταθέτει στα πόδια Του το αιώνιο «ευχαριστώ» της, καθώς πλέον «εξάλειψε το χειρόγραφο με τα διατάγματα που ήταν εναντίον μας, και το αφαίρεσε από το μέσον, καρφώνοντάς το επάνω στο σταυρό» (Κολοσ.2:14). 


[1] Μετάφραση από το αρχαίο κείμενο, από τον Κ. Αραπόπουλο.
[2] Μετάφραση από το εβραϊκό κείμενο, από τον Αθ. Χαστούπη.
[3] Μετάφραση από το αρχαίο κείμενο, από τον Κ. Αραπόπουλο.


Δ’ Χαιρετισμοί



«Ο Ακάθιστος Ύμνος», ρωσική εικόνα του 14ου αιώνα. Στο κέντρο εικονίζεται η Παναγία, ενώ καθεμιά από τις μικρές περιφερειακές εικόνες αφορά τη διήγηση ενός από τους 24 «οίκους» του Ακάθιστου Ύμνου
Ακάθιστος Ύμνος – Δ’ Στάσις

Τεῖχος εἶ τῶν παρθένων,
Θεοτόκε Παρθένε,
καὶ πάντων τῶν εἰς σὲ προστρεχόντων.
Ὁ γὰρ τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς,
κατεσκεύασέ σε ποιητής, Ἄχραντε,
οἰκήσας ἐν τῇ μήτρα σου,
καὶ πάντας σοι προσφωνεῖν διδάξας·
Χαῖρε, ἡ στήλη τῆς παρθενίας,
χαῖρε, ἡ πύλη τῆς σωτήριας.
Χαῖρε, ἀρχηγὲ νοητῆς ἀναπλάσεως,
χαῖρε, χορηγὲ θεϊκῆς ἀγαθότητος.
Χαῖρε, σὺ γὰρ ἀνεγέννησας τοὺς συλληφθέντας αἰσχρῶς,
χαῖρε, σὺ γὰρ ἐνουθέτησας τοὺς συληθέντας τὸν νοῦν.
Χαῖρε, ἡ τὸν φθορέα τῶν φρενῶν καταργοῦσα,
χαῖρε, ἡ τὸν σπορέα τῆς ἁγνείας τεκοῦσα.
Χαῖρε, παστάς ἀσπόρου νυμφεύσεως,
χαῖρε, πιστοὺς Κυρίῳ ἁρμόζουσα.
Χαῖρε, καλὴ κουροτρόφε παρθένων,
χαῖρε, ψυχῶν νυμφοστόλε ἁγίων.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Ὕμνος ἅπας ἡττᾶται,
συνεκτείνεσθαι σπεύδων,
τῷ πλήθει τῶν πολλῶν οἰκτιρμῶν σου·
ἰσαρίθμους γὰρ τῇ ψάμμῳ ὠδάς,
ἂν προσφέρωμέν σοι, Βασιλεῦ ἅγιε,
οὐδὲν τελοῦμεν ἄξιον,
ὧν δέδωκας ἡμῖν τοῖς σοὶ βοῶσιν·
Ἀλληλούια.

Φωτοδόχον λαμπάδα,
τοῖς ἐν σκότει φανεῖσαν,
ὁρῶμεν τὴν ἁγίαν Παρθένον·
τὸ γὰρ ἄυλον ἅπτουσα φῶς,
ὁδηγεῖ πρὸς γνῶσιν θεϊκὴν ἅπαντας,
αὐγῇ τὸν νοῦν φωτίζουσα,
κραυγῇ δὲ τιμωμένη ταῦτα·
Χαῖρε, ἀκτὶς νοητοῦ ἡλίου,
χαῖρε, βολὶς τοῦ ἀδύτου φέγγους.
Χαῖρε, ἀστραπὴ τὰς ψυχὰς καταλάμπουσα,
χαῖρε, ὡς βροντὴ τοὺς ἐχθροὺς καταπλήττουσα.
Χαῖρε, ὅτι τὸν πολύφωτον ἀνατέλλεις φωτισμόν,
Χαῖρε, ὅτι τὸν πολύρρυτον ἀναβλύζεις ποταμόν.
Χαῖρε, τῆς κολυμβήθρας ζωγραφοῦσα τὸν τύπον,
χαῖρε, τῆς ἁμαρτίας ἀναιροῦσα τὸν ρύπον.
Χαῖρε, λουτὴρ ἔκπλυνων συνείδησιν,
χαῖρε, κρατὴρ κιρνῶν ἀγαλλίασιν.
Χαῖρε, ὀσμὴ τῆς Χριστοῦ εὐωδίας,
χαῖρε, ζωὴ μυστικῆς εὐωχίας.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Χάριν δοῦναι θελήσας,
ὀφλημάτων ἀρχαίων,
ὁ πάντων χρεωλύτης ἀνθρώπων,
ἐπεδήμησε δι’ἑαυτοῦ,
πρὸς τοὺς ἀποδήμους τῆς αὐτοῦ Χάριτος·
καὶ σχίσας τὸ χειρόγραφον,
ἀκούει παρὰ πάντων οὕτως·
Ἀλληλούια.

Ψάλλοντές σου τὸν τόκον,
ἀνυμνοῦμέν σε πάντες,
ὡς ἔμψυχον ναόν, Θεοτόκε.
Ἐν τῇ σῇ γὰρ οὶκήσας γαστρί,
ὁ συνέχων πάντα τῇ χειρὶ Κύριος,
ἡγίασεν, ἐδόξασεν, ἐδίδαξε βοᾶν σοὶ πάντας·
Χαῖρε, σκηνὴ τοῦ Θεοῦ καὶ Λόγου,
χαῖρε, Ἁγία ἁγίων μείζων.
Χαῖρε, κιβωτὲ χρυσωθεῖσα τῷ Πνεύματι,
χαῖρε, θησαυρὲ τῆς ζωῆς ἀδαπάνητε.
Χαῖρε, τίμιον διάδημα βασιλέων εὐσεβῶν,
χαῖρε, καύχημα σεβάσμιον ἱερέων εὐλαβῶν.
Χαῖρε, τῆς Ἐκκλησίας ὁ ἀσάλευτος πύργος,
χαῖρε, τῆς Βασιλείας τὸ ἀπόρθητον τεῖχος.
Χαῖρε, δι’ ἧς ἐγείρονται τρόπαια,
χαῖρε, δι’ ἧς ἐχθροὶ καταπίπτουσι.
Χαῖρε, χρωτὸς τοῦ ἐμοῦ θεραπεία,
χαῖρε, ψυχῆς τῆς ἐμῆς σωτηρία.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Ὦ πανύμνητε Μῆτερ,
ἡ τεκοῦσα τὸν πάντων ἁγίων,
ἁγιώτατον Λόγον·
δεξαμένη γὰρ τὴν νῦν προσφοράν,
ἀπὸ πάσης ρῦσαι συμφορᾶς ἅπαντας,
καὶ τῆς μελλούσης λύτρωσαι κολάσεως,
τοὺς σοὶ βοῶντας·
Ἀλληλούια.

Η άλωση του 1204 π. Γεώργιος Μεταλληνός



Αν η 29η Μαΐου είναι ημέρα πένθους για τον Ελληνισμό, διότι φέρνει στη μνήμη μας την άλωση της Πόλης από τους Οθωμανούς το 1453, άλλο τόσο αποφράς είναι για το Γένος μας και η 13η Απριλίου, διότι κατ’ αυτήν έπεσε η Πόλη το 1204 στους Φράγκους. 
Το δεύτερο γεγονός δεν υστερεί καθόλου σε σημασία και συνέπειες έναντι του πρώτου. Αυτή είναι σήμερα η κοινή διαπίστωση της ιστορικής έρευνας. Από το 1204 η Πόλη, και σύνολη η Αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης, δεν μπόρεσε να ξαναβρεί την πρώτη της δύναμη. Το φραγκικό χτύπημα εναντίον της ήταν τόσο δυνατό, που έκτοτε η Κωνσταντινούπολη ήταν «μία πόλη καταδικασμένη να χαθεί» (Ελ. Αρβελέρ).
Αξίζει, συνεπώς, μία θεώρηση του γεγονότος αυτού έστω και στα περιορισμένα όρια ενός άρθρου.

1. Στις 12/13 Απριλίου 1204, έπειτα από μία πεισματική και μακρόχρονη πολιορκία, κατελάμβαναν οι Φραγκολατίνοι Σταυροφόροι την Κωνσταντινούπολη. Η χριστιανική αυτοκρατορία της Ρωμανίας/ Βυζαντίου έσβηνε κάτω από το θανάσιμο πλήγμα της φραγκικής Δύσεως. Το γεγονός αυτό ήταν σημαντικότατο σε δύο κατευθύνσεις: α) εσωτερικά, διότι σφράγισε καθοριστικά την περαιτέρω πορεία της αυτοκρατορίας, και β) εξωτερικά, διότι καθόρισε επίσης τελεσίδικα τις σχέσεις με τη Δύση, αλλά και με την ανερχόμενη δύναμη των Οθωμανών. Η τραγική ιστορική επιλογή του Ρωμαίικου, που εκφράζεται με τον γνωστό εκείνο λόγο «κρειττότερον (…) φακιόλιον (…) Τούρκων ή καλύπτρα λατινική», υποστασιώνεται στα 1204, όταν πλέον αποκαλύπτονται αδιάστατα οι διαθέσεις της Φραγκιάς έναντι της Ρωμαίικης Ανατολής.
Από το 1095 αρχίζουν οι σταυροφορίες, εκστρατείες δηλαδή του Χριστιανικού κόσμου της Ευρώπης, με σκοπό, κατά τις επιφανειακές διακηρύξεις, την απελευθέρωση και υπεράσπιση των Αγίων Τόπων. Στις επιχειρήσεις αυτές, που κράτησαν ως τον 15ο αιώνα, πρωτοστατούσαν οι εκάστοτε Πάπες, διότι ήσαν «ιεροί πόλεμοι» κατά των απίστων. Βέβαια η έρευνα έχει επισημάνει στις εκστρατείες αυτές και ταπεινά ελατήρια, λ.χ. τυχοδιωκτισμό, δίψα πλουτισμού κ.ά. Είναι όμως σήμερα πέρα από κάθε αμφιβολία ότι οι σταυροφορίες κύριο σκοπό είχαν τη φραγκική κυριαρχία στην Ορθόδοξη Ανατολή και, τελικά, τη διάλυση της Ορθοδόξου Αυτοκρατορίας της Νέας Ρώμης, που ήταν το εμπόδιο στον επεκτατισμό και τα μονοκρατορικά σχέδια της μετακαρλομάγνειας Φραγκοσύνης. Το 1204, η άλωση της Πόλης από τους Φράγκους, η διάλυση της «Βυζαντινής Αυτοκρατορίας» και η επακολουθήσασα Φραγκοκρατία επιβεβαιώνουν την εκτίμηση αυτή.
2. Τα γεγονότα του 1204 συνδέονται με την Δ΄ σταυροφορία. Η σχετική βούληση γι’ αυτήν εκφράσθηκε το 1199 με την ευλογία του πάπα Ιννοκεντίου Γ΄ (1198-1216), «πνευματικού πατέρα» των δύο βασικών επεκτατικών μέσων της φραγκοπαπικής εξουσίας, της «Ιεράς Εξετάσεως» (Inquisitio) και της Ουνίας (ως ιδέας). Συνεργάτης αυτόκλητος παρουσιάσθηκε ο δόγης (δούκας) της Βενετίας Δάνδολος με το στόλο του. Σπουδαίο ιστορικό πρόβλημα είναι η εκτροπή της Δ΄ σταυροφορίας από τους Αγίους Τόπους προς την Κωνσταντινούπολη. ΄Ηταν σκοπός ανομολόγητος ή τραγική σύμπτωση; Η πλειονότητα των ιστορικών, και μάλιστα των αδέσμευτων, δέχεται το πρώτο. Επρόκειτο για καλά οργανωμένο σχέδιο, που αποσκοπούσε στο να δοθεί ισχυρό κτύπημα στην Ορθόδοξη Αυτοκρατορία, που περνούσε περίοδο κάμψεως λόγω της εντάσεως του τουρκικού κινδύνου. Κατά τα δυτικά χρονικά, μάλιστα, κάποιοι λατίνοι άρχοντες αρνήθηκαν να συμμετάσχουν, όταν έμαθαν την αλλαγή του σκοπού της σταυροφορίας. Οι περισσότεροι όμως συμβιβάσθηκαν από οικονομική ανάγκη. ΄Εμειναν κυρίως οι «μυημένοι» στη συνωμοσία κατά της Νέας Ρώμης κάτω από την «πνευματική» ηγεσία του Πάπα και τη στρατιωτική του Δόγη, που μετέβαλε τη Βενετία σε θαλασσοκράτειρα δύναμη με την εκμηδένιση του «Βυζαντίου». Ο βενετικός στόλος μετέφερε στην Προποντίδα άγριες μάζες Φλαμανδών, Φράγκων, Γερμανών – τα χειρότερα στρώματα της δυτικής κοινωνίας, κακοποιούς, εγκληματίες, καιροσκόπους. Η αμοιβή του Δόγη: η μισή λεία από τη λεηλασία της πλουσιότερης πρωτεύουσας του τότε κόσμου.
3. Βέβαια, τα φραγκοπαπικά σχέδια διευκολύνθηκαν από την εσωτερική αρρυθμία της Ανατολικής Αυτοκρατορίας. Από τον ια’ αιώνα άρχισε προοδευτικά η παρακμή της. Το 1071 στο Ματζικέρτ ο «βυζαντινός» στρατός δέχθηκε μεγάλη ήττα από τους Σελτζούκους Τούρκους, με συνέπεια την απώλεια μεγάλου τμήματος της Μ. Ασίας. Παράλληλα (1071) χάθηκε το τελευταίο έρεισμα της Κωνσταντινουπόλεως στην Ιταλία, η Βάρις (Bari), πέφτοντας στα χέρια των Νορμανδοφράγκων. Οι ανορθωτικές προσπάθειες των Κομνηνών δεν είχαν σημαντικά αποτελέσματα και το κράτος υποχωρεί σταδιακά στην οικονομική ισχύ των ιταλικών πόλεων. Η αυτοκρατορία παραχωρεί σημαντικά προνόμια στη Βενετία, Πίζα και Γένουα με αντάλλαγμα στρατιωτική βοήθεια. Το αποτέλεσμα όμως ήταν να δημιουργηθούν ακμαίες δυτικές παροικίες στην Ανατολή, μεταβάλλοντας το έδαφος της αυτοκρατορίας σε δικό τους εμπορικό χώρο. Οι Ιταλοφράγκοι εδραιώθηκαν στην Ανατολή και ενίσχυσαν τη βουλιμία της ευρύτερης φραγκικής οικογένειας.
Αλλά και το κοινωνικό κλίμα της Κωνσταντινουπόλεως ήταν την εποχή αυτή αρκετά αντίξοο. Η Πόλη έχει πια απομονωθεί και αναπτύσσονται φυγόκεντρες τάσεις λόγω της δυσαρέσκειας των επαρχιών. Διοίκηση και πολίτες συναγωνίζονται μεταξύ τους σε διαφθορά. Οι φορολογίες είναι δυσβάστακτες και βαρύνουν τους πολίτες των επαρχιών. Η κεντρική εξουσία αμφισβητείται και σημειώνονται επαναστατικά κινήματα. Η φήμη για τη μυθώδη πολυτέλεια της Πόλης και των κατοίκων της είχε διαδοθεί και στη Δύση με εύλογες συνέπειες. Τα αμύθητα πλούτη της Κωνσταντινουπόλεως έτρεφαν τη φαντασία των πολλών και διευκόλυναν τα επεκτατικά σχέδια των λίγων, της φραγκικής ηγεσίας. Βέβαια, οι ανύποπτοι επαρχιώτες της αυτοκρατορίας είδαν στην αρχή ως θεία τιμωρία την καταστροφή της Κωνσταντινουπόλεως από τους Φράγκους, ο δε όχλος της έλαβε μέρος στη λεηλασία. Αργότερα όμως θα συνειδητοποιηθούν οι σκοποί των Φράγκων και θα εκτιμηθούν σωστά τα γεγονότα.
4. Η οργάνωση της σταυροφορίας άρχισε το 1201. Σημαντικοί φράγκοι φεουδάρχες δήλωσαν συμμετοχή: ο κόμης της Φλάνδρας Βαλδουίνος, ο κόμης της Καμπανίας Τιμπώ, ο ιστορικός Γοδεφρείδος Βιλλεαρδουίνος και ο μαρκήσιος Βονιφάτιος Μομφερατικός. Η συγκέντρωση του στρατού έγινε τον Ιούνιο του 1202 στη Βενετία. Το Νοέμβριο του 1202 καταλήφθηκε για λογαριασμό των Βενετών η δαλματική πόλη Ζάρα, που είχε αποστατήσει και υπαχθεί στο βασίλειο της Ουγγαρίας. Οι δυναστικές έριδες στην Κωνσταντινούπολη («΄Αγγελοι») διευκόλυναν – ως συνήθως – τα δυτικά σχέδια. Οι σταυροφόροι στις 24.5.1203 ξεκίνησαν από τη Ζάρα και μέσω Κερκύρας κατευθύνθηκαν για την Κωνσταντινούπολη. Η θέα της πόλεως τους άφησε κατάπληκτους. «Δεν μπορούσαν να φαντασθούν πως υπήρχε στον κόσμο τόσο ισχυρή πόλη»-σημειώνει ο Γ. Βιλλεαρδουίνος στην ιστορία του. Στις 6 Ιουλίου άρχισε η πρώτη πολιορκία, με λεηλασίες στα προάστια και τις ακτές της Προποντίδας. Προσπάθεια των πολιορκουμένων, τη νύκτα της Πρωτοχρονιάς του 1204, να πυρπολήσουν τον εχθρικό στόλο, απέτυχε. Επεκράτησε τότε αναρχία. Στις 25 Ιανουαρίου ο λαός ανεκήρυξε αυτοκράτορα τον Νικόλαο Καναβό, ενώ ο αυτοκράτορας Αλέξιος Δ΄ συνελήφθη και εκτελέστηκε (8.2.1204). Νέος αυτοκράτορας εκλέχθηκε ο Αλέξιος Ε΄ ο Μούρτζουφλος. Μάταια προσπάθησε να οργανώσει την άμυνα και να περιορίσει τις λεηλασίες. Οι σταυροφόροι ήδη το Μάρτιο του 1204 είχαν υπογράψει συνθήκη για την τύχη της αυτοκρατορίας μετά την πτώση της πρωτεύουσας. Βασικές αποφάσεις: θα εκλεγόταν λατίνος αυτοκράτορας και λατίνος πατριάρχης. ΄Ετσι φάνηκαν και οι αληθινοί σκοποί της εκστρατείας. Επίσης καθορίσθηκε ο τρόπος διανομής της λείας και των εδαφών της αυτοκρατορίας. Η μεγάλη επίθεση κατά του θαλασσίου τείχους έγινε στις 9 Απριλίου. Η τελική όμως επίθεση έλαβε χώρα στις 12 και ξημερώνοντας 13 έπεσε η Πόλη. Η ηγεσία είχε ήδη διαλυθεί. Αυτοκράτωρ και ευγενείς εγκατέλειψαν την πόλη και μόνο οι κληρικοί έμειναν, για να προϋπαντήσουν τους σταυροφόρους και να τους δηλώσουν την υποταγή της Βασιλεύουσας. Ο λαός πίστευε στα χριστιανικά αισθήματα των νικητών, αλλά διαψεύσθηκε οικτρά.
5. Η συμπεριφορά των σταυροφόρων απεκάλυψε στους ανατολικούς τη φραγκική Δύση, εκατόν πενήντα χρόνια μετά το εκκλησιαστικό σχίσμα. ΄Εγιναν από τους Φράγκους ακατονόμαστες πράξεις αγριότητας και θηριωδίας. Φόνευαν αδιάκριτα γέροντες, γυναίκες και παιδιά. Λεηλατούν και διαρπάζουν τον πλούτο της «βασίλισσας των πόλεων του κόσμου». Στη διανομή των λαφύρων μετέσχε, κατά συμφωνία και ο Πάπας. Το χειρότερο: πυρπόλησαν το μεγαλύτερο μέρος της Πόλης και εξανδραπόδισαν ένα τμήμα του πληθυσμού της. Σ’ αυτά πρέπει να προστεθούν οι βιασμοί των γυναικών και τα άλλα κακουργήματα. Μόνο την πρώτη μέρα φονεύθηκαν 7.000 κάτοικοι της Πόλης. Ιδιαιτέρως δε στόχος της θηριωδίας ήταν ο Κλήρος. Επίσκοποι και άλλοι κληρικοί υπέστησαν φοβερά βασανιστήρια και κατασφάζονταν με πρωτοφανή μανία. Ο Πατριάρχης μόλις μπόρεσε ξυπόλητος και γυμνός να περάσει στην απέναντι ακτή. Η Κωνσταντινούπολη απογυμνώθηκε από τους θησαυρούς της. Εσυλήθηκαν οι ναοί και αυτή η Αγία Σοφία, μάλιστα μέσα σε σκηνές φρίκης. Στη λεηλασία πρωτοστατούσε ο λατινικός κλήρος. Κανείς δεν φανταζόταν ότι η Πόλη θα έκρυβε τόσο ανεκτίμητους θησαυρούς. Επί πολλά χρόνια τα δυτικά πλοία μετέφεραν θησαυρούς στη Δ. Ευρώπη, όπου και σήμερα κοσμούν εκκλησίες, μουσεία και ιδιωτικές συλλογές. (Π.χ. ΄Αγιος Μάρκος, Βενετία) ΄Ενα μέρος των θησαυρών (κυρίως χειρόγραφα) καταστράφηκε. Μέγα μέρος από τους «βυζαντινούς» θησαυρούς του Αγ. Μάρκου εκποιήθηκε το 1795 από τη Βενετική Δημοκρατία για πολεμικές ανάγκες.
6. Βαθύτερα ίχνη από την ίδια την καταστροφή «της πόλης των Πόλεων» χαράχθηκαν μέσα στις ψυχές των Ορθοδόξων. Για τους Ρωμηούς ήταν πια απόλυτα βεβαιωμένο ότι η Δ΄ σταυροφορία είχε απ’ αρχής στόχο την άλωση της Πόλης και της διάλυση της Ρωμαίικης Αυτοκρατορίας. Και είναι γεγονός ότι οι δυτικές πηγές βλέπουν την καταστροφή της Κωνσταντινουπόλεως ως τιμωρία των «αιρετικών» (Γραικών), που ήσαν «ασεβείς και χειρότεροι από τους Εβραίους». Την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως τη βλέπουν ως «νίκη της Χριστιανοσύνης». Το χάσμα, συνεπώς, μεταξύ Ανατολής και Δύσεως, που είχε ανοίξει με το σχίσμα (1054), γίνεται τώρα αγεφύρωτο. Oι “Βυζαντινοί” είχαν την ευκαιρία, άλλωστε, να ζήσουν το μίσος των Φράγκων εναντίον τους. Κατά τον ιστορικό Νικήτα Χωνιάτη, αυτόπτη μάρτυρα της αλώσεως, η αρπακτικότητα και βαρβαρότητα των σταυροφόρων δεν συγκρίνεται με την ηπιότητα των μουσουλμάνων, οι οποίοι μόλις κατέλαβαν τα Ιεροσόλυμα αρκέσθηκαν απλώς στην επιβολή μικρού φόρου, αποφεύγοντας κάθε βιαιότητα. Οι «Βυζαντινοί» συνειδητοποίησαν ότι μετά το 1204 οι Λατίνοι – Φράγκοι ήσαν ο ουσιαστικός εχθρός τους, γιατί μόνο απ’ αυτούς κινδύνευε η ορθόδοξη πίστη και η παράδοση του Γένους. ΄Ετσι, διαμορφώθηκε η στάση των ανθενωτικών, που προέκριναν την πρόσκαιρη συνεργασία με τους Οθωμανούς από τη «φιλία» των Φράγκων, επιλέγοντας μεταξύ δύο κακών. Μία στάση που θα εκφρασθεί θεολογικά και από τον άγιο Κοσμά τον Αιτωλό το 18ο αιώνα.
Η άλωση του 1204 όμως είχε και ευεργετικές συνέπειες σε μια άλλη διάσταση. Ο μέσος Ρωμηός θα συνειδητοποιήσει τη σημασία της διαλύσεως της αυτοκρατορίας. ΄Οσο μάλιστα θα παρατείνεται η φραγκοκρατία, η αντιπάθεια εναντίον των Λατίνων θα μεταστοιχειωθεί σε ομοψυχία. Λόγω δε της διασπάσεως της ενότητας των επιμέρους εθνοτήτων της αυτοκρατορίας μετά το 1204, θα αρχίσει ο τονισμός της εθνικότητας, με εμφάνιση της εθνικής συνειδήσεως. Ο τραυματισμός δε του εθνικού γοήτρου θα γεννήσει τη Μ. Ιδέα, ως πόθο επανακτήσεως της Κωνσταντινουπόλεως και ανασυστάσεως της Αυτοκρατορίας.
Η πορεία των πραγμάτων οδήγησε τη χώρα μας να καταλήξει, από τη σχέση «προστασίας» σε συμμαχίες με τις μεγάλες δυτικές δυνάμεις και σήμερα σε «νομαρχία» της Ενωμένης Ευρώπης. Το Ευρωπαϊκό «Διευθυντήριο» έχει την δυνατότητα να συνεχίζει την άλωση του Γένους/΄Εθνους μας με άλλους τρόπους. Πόσο το συνειδητοποιούν αυτό οι Πολιτικοί μας στις συναλλαγές τους με την Δυτική Ηγεσία; Τουλάχιστον, για να μετριάζεται η άκρατη αισιοδοξία μας και να μη πορευόμαστε με αυταπάτες…

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...