Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Κυριακή, Απριλίου 14, 2013

Η Θεία Ευχαριστία είναι το μέγα μυστήριο της έλευσης του Χριστού....





Η Θεία Ευχαριστία έχει πάντα πανηγυρικό και χαρούμενο χαρακτήρα.
Η Θεία Ευχαριστία είναι το μέγα μυστήριο της έλευσης του Χριστού, της παρουσίας Του ανάμεσα στους μαθητάς του. Και επομένως είναι ο γιορτασμός με βαθιά έννοια την ανάστασήν Του. Και πραγματικά η έλευση και η παρουσία του Χριστού στη Θεία Ευχαριστία αποτελεί την απόδειξη της ανάστασής Του. Η χαρά που έζησαν οι μαθητές όταν στο δρόμο προς τους Εμμαούς ο Χριστός τους απεκάλυψε τον εαυτό του. Πότε τον απεκάλυψε; Όταν έκοψε το ψωμί όπως και στον μυστικό δείπνο. Αυτή η φανέρωσης αποτελεί για την εκκλησία αιώνια πηγή για την εμπειρική και υπαρξιακή γνώση της ανάστασης. Κανείς δεν είδε τον Χριστό τη στιγμή της ανάστασής Του, όμως οι μαθητές πίστεψαν σ` αυτήν όχι γιατί κάποιος τους το δίδαξε αλλά γιατί είδαν τον αναστημένο Χριστό όταν κεκλεισμένων των θυρών εμφανίστηκε μπροστά τους και έφαγε μαζί τους.
Η Θεία Ευχαριστία είναι και τώρα αυτή η ίδια έλευση και η παρουσία η ίδια χαρά και η καύση της καρδιάς η ίδια υπέρλογη και απόλυτη γνώση ότι ο αναστημένος Κύριος αποκαλύπτει τον εαυτό του όταν ο ιερέας κόβει το άρτον. Τόσο μεγάλη είναι αυτή χαρά ώστε για την πρώτη εκκλησία η Μέρα της Θείας Ευχαριστίας δεν είναι μια μέρα σαν τις άλλες αλλά είναι η ημέρα του Κυρίου. Είναι μια μέρα πέρα από το χρόνο γιατί μέσα στη Θεία Ευχαριστία εμφανίζεται ήδη η Βασιλεία του Θεού. Στο μυστικό δείπνο ο ίδιος ο Χριστός είπε στους μαθητάς και γω διατίθεμαι υμίν Βασιλείαν ίνα εσθίετε και πίνητε επί της τραπέζης μου εν τη Βασιλεία μου δηλ. εγώ είπε ο Κύριος προσφέρομε για να τρώτε και πίνετε στο τραπέζι της χαράς της βασιλείας.
Αφού η Θεία Ευχαριστία είναι η παρουσία του Αναστημένου Κυρίου ο οποίος αναλήφθηκε στους ουρανούς και κάθεται εκ δεξιών του Πατρός επομένως είναι και συμμετοχή στη Βασιλεία των ουρανών που είναι η χάρις και η ειρήνη του Αγίου Πνεύματος. Η Θεία Κοινωνία είναι η τροφή της αθανασίας είναι ο ουράνιος άρτος και το πλησίασμα στην Αγία Τράπεζα είναι πραγματικά ανάληψη στους ουρανούς έτσι πρέπει να νοιώθουμε ότι ζούμε την ανύψωση της ψυχής μας. Η Θεία Ευχαριστία είναι η γιορτή της εκκλησίας ή ακόμα καλύτερα η εκκλησία είναι η γιορτή, η αγαλλίαση μέσα στην παρουσία του Χριστού και η προσδοκία της αιώνιας χαράς στην Βασιλεία του Θεού.
Κάθε φορά που η εκκλησία τελεί τη Θεία Ευχαριστία βρίσκεται στο σπίτι της που δεν είναι άλλο από τον ουρανό αναλαμβάνεται εκεί όπου αναλήφθηκε ο Χριστός για να μας κάνει ικανούς να τρώμε και να πίνουμε στο τραπέζι που βρίσκεται στην βασιλεία του Θεού. Μπορεί λοιπόν κανείς να καταλάβει γιατί η Θεία Ευχαριστία είναι χαρά είναι ζωή. Είναι πηγή δυνάμεως που μας στηρίζει στον πνευματικό μας αγώνα. Η Θεία Κοινωνία είναι η πλήρωση όλων των αγώνων μας, ο σκοπός για τον οποίον παλεύουμε για την τελική χαρά της χριστιανικής ζωής μας. Είναι η αναγκαία πηγή και η αρχή του ιδίου πνευματικού μας αγώνα, είναι το θείο δώρο που μας κάνει ικανούς να γνωρίσουμε να ποθήσουμε και να αγωνιστούμε για μια τέλεια κοινωνία στην ανέσπερη μέρα της Βασιλείας του Θεού. Γιατί η Βασιλεία του Θεού αν και έχει έρθει, αν και έρχεται μέσα στην εκκλησία, θα πραγματοποιηθεί και θα ολοκληρωθεί στο τέλος των αιώνων όταν ο ίδιος ο Θεός θα είναι το πλήρωμα των πάντων. Το γνωρίζουμε αυτό και συμμετέχουμε στην προσδοκία. Συμμετέχουμε τώρα στη Βασιλεία που έρχεται. Προβλέπουμε και προγευόμαστε τη δόξα και την ευλογία της. Ζούμε ακόμη στη γη και όλη η γήινη ύπαρξή μας είναι ένα μακρύ και συχνά οδυνηρό ταξίδι προς την τελική Μέρα του Κυρίου. Σ` αυτό μας το ταξίδι χρειαζόμαστε βοήθεια και ενίσχυση, δύναμη και ανακούφιση γιατί ο άρχοντας του κόσμου τούτου δεν έχει καταθέσει ακόμα τα όπλα. Αντίθετα μάλιστα ξέροντας ότι έχει νικηθεί από το Χριστό, σκηνοθετεί μια τελευταία και βίαιη μάχη εναντίον του Θεού για να αρπάξει μακριά του όσο περισσότερους μπορεί.
Τούτη η μάχη είναι τόσο δύσκολη και τόσο ισχυρές οι πύλες του Αδου που ο ίδιος ο Χριστός μας μιλάει για την στενή πύλη και τεθλιμμένη οδό και ότι ολίγοι εισίν οι ευρίσκοντες αυτήν.
Σε αυτή την μάχη η βασική μας βοήθεια είναι ακριβώς το Σώμα και το Αίμα του Χριστού. Η μόνη ουσιαστική τροφή που μας διατηρεί πνευματικά ζωντανούς και σε πείσμα όλων των πειρασμών και των κινδύνων μας κάνει οπαδούς του Χριστού.
Γι` αυτό χρειαζόμαστε σ` αυτήν ειδικά την περίοδο την βοήθεια και τη δύναμη της θείας φλόγας. Να γιατί λοιπόν στην περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής έχουμε την Θεία Κοινωνία στην ειδική ακολουθία των προηγιασμένων δωρεών. Προηγιασμένα σημαίνει ότι τα δώρα έχουν καθαγιαστεί στην Θεία Λειτουργία της προηγούμενης Κυριακής. Και φυλάγονται στην Αγία Τράπεζα για να προσφερθούν την Τετάρτη και την Παρασκευή.
Δεν τελείται η Θεία Ευχαριστία στις μέρες της νηστείας γιατί η τέλεση είναι πανηγυρική, είναι μια διαρκής κίνηση χαράς αλλά όμως έχουμε συνέχεια στην εκκλησία την παρουσία των καρπών της Θείας Ευχαριστίας. Είναι όπως ακριβώς και με τον Χριστό που ορατά αναλήφθηκε στους ουρανούς και όμως αόρατα είναι παρών στον κόσμο και όπως το Πάσχα που γιορτάζεται μια φορά τον χρόνο αλλά όμως οι ακτίνες φωτίζουν ολόκληρη τη ζωή της εκκλησίας και ακόμα είναι σαν τη Βασιλεία του Θεού που πρόκειται να έρθει αλλά ταυτόχρονα βρίσκεται ανάμεσά μας. Η Θεία Ευχαριστία σαν μυστήριο και πανηγυρισμός της βασιλείας, σαν γιορτή της εκκλησίας δεν συμβιβάζεται με την νηστεία και γι` αυτό δεν τελείται στη διάρκεια της μεγάλης Τεσσαρακοστής αλλά σαν χάρη και δύναμη της Βασιλείας του Θεού που ενεργεί στον κόσμο σαν προμηθευτής της ουσιαστικής τροφής μας και των όπλων για τον πνευματικό αγώνα μας βρίσκεται στην καρδιά της νηστείας. Είναι στα αλήθεια το μάννα εξ` ουρανού που μας διατηρεί ζωντανούς στο ταξίδι μας μέσα στην έρημο της Μεγάλης Σαρακοστής.
Ας είμαστε προετοιμασμένοι να προσερχόμαστε όσο το δυνατόν τακτικότερα σ` αυτήν την πηγή της ζωής και της χαράς.
Ανάξια θα προσέλθουμε, ο ιερέας όμως θα μας πει εις άφεσιν αμαρτιών σου και μεις αυτό ζητάμε. Την άφεση. Και αυτό επιδιώκουμε. Ας πλησιάσουμε με πίστη και σεβασμό.
της κα. Αλεξάνδρας Φετουρή Υπεύθυνη Κύκλων Μελέτης Αγίας Γραφής της Ι.Μ. Σύρου

ΠΩΣ ΝΑ ΠΑΕΙ ΜΠΡΟΣΤΑ Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΜΑΣ;


ΟΤΑΝ οι περισσότεροι βουτηγμένη στη χλιδή και την καλοπέραση διάγουν βίο σύμφωνα με τον άφρονα πλούσιον του Ευαγγελίου ενδυόμενοι λαμπρώς, άδοντες, ψάλλοντες και κατασκανδαλίζοντες το λαό μας.

ΟΤΑΝ, μερικοί απ’ αυτούς, έχουν ξεφύγει απ’ την αποστολή τους, και ασχολούνται με διάφορες εμποροοικονομικές επιχειρήσεις, δικαστικούς αγώνες και ασίγαστους διωγμούς προς εξόντωση ανεπιθύμητων Ηγουμένων, Ιερομονάχων, Μοναχών, Ιερέων και λαϊκών.


ΟΤΑΝ τα όσα κηρύττουν δεν τα κάνουν καθημερινό τους βίωμα αλλά ζουν αλαζονικά αυτοθαυμαζόμενοι.

ΟΤΑΝ οι περισσότεροι απ’ αυτούς έχουν πάρει διαζύγιο οριστικά και αμετάκλητα απ’ την ευαισθησία και βασιλεύει ο παχυδερμισμός.

ΟΤΑΝ αρκετοί ασχολούνται με τα συγγενολόγια τους, την πολιτική και με χίλια δύο άλλα εκτός απ’ τα εκκλησιαστικά τους καθήκοντα.

ΟΤΑΝ, ενώ υβρίζεται ο Χριστός, διακωμωδούνται οι Απόστολοι («Corpus Christi») και ξυλοκοπούνται οι διαμαρτυρόμενοι χριστιανοί, οι δεσποτάδες το χαβά τους. Ασχολούνται μόνο με το τι κάνει η Χρυσή Αυγή ενώ αφήνουν τη Ρεπούση και τη συντροφιά της αδέσποτη να αλωνίζει κυριολεκτικά με την αντιεκκλησιαστική και αντεθνική της πολιτική.

ΟΤΑΝ – όπως ακούγεται – 17-20 δεσποτάδες συμπεριλαμβάνονται στη λίστα Λαγκάρντ με τεράστια ποσά, και η Ι. Σύνοδος βαριακούει.

ΟΤΑΝ συλλαμβάνεται στον εθνικό δρόμο και σε μπλόκο της Αστυνομίας, δεσπότης με 35 εκατομμύρια και όπλα στο πορτ-μπαγκάζ του αυτοκινήτου του.

ΟΤΑΝ επώνυμες καταγγελίες η Σύνοδος αποφεύγει να τις εξετάσει και αρκείται στις διευκρινήσεις του αναφερόμενου δεσπότη.

ΟΤΑΝ τρόφιμα, που προσφέρει ο κόσμος για τους πάσχοντας, μέρος τους καταλήγει σε εστιατόρια ή σε μοναστήρι για υπερπολυτελείς δεξιώσεις και γεύματα σε μνημόσυνα, των οποίων τα έσοδα πηγαίνουν στο δεσπότη (ΕΘΝΟΣ 2-12-12/ΑΓΙΟΡ. ΒΗΜΑ 10-12-12).

ΟΤΑΝ κρατούν «ακοινώνητο» έναν αψεγάδιαστο μητροπολίτη και γίγαντα της Ορθοδοξίας, τον Αττικής Νικόδημο Γκατζηρούλη, και αυτοί συσκέπτονται πώς θα τακτοποιήσουν τον καταδικασμένο και διεφθαρμένο Παντελεήμονα Μπεζενίτη και... τον Θεόκλητο Κουμαριανό..

ΟΤΑΝ αποφεύγουν να αποδεχθούν τα κάποια θετικά της παπικής εκκλησίας – ελκυόμενοι μόνο από τα αρνητικά – και αποσιωπούν ότι τόσο ο Πάπας όσο και οι υπόλοιποι εκκλησιαστικοί (καρδινάλιοι, επίσκοποι, ιερείς…) δεν έχουν προσωπική περιουσία. Είναι δηλαδή Α-ΚΤΗ-ΜΟ-ΝΕΣ.

ΟΤΑΝ εκείνη μεν (η παπική εκκλησία) χρησιμοποιεί πολύ μεγάλο μέρος της περιουσίας της για την ίδρυση και συντήρηση των ιεραποστολών και την επέκταση του προσηλυτισμού με μεγάλη επιτυχία (1 δις εκατομμύρια πιστοί), οι δικοί μας δε, αυξάνουν τις καταθέσεις τους.

ΟΤΑΝ εκείνοι (της παπικής εκκλησίας) ντύνονται τόσο λιτά, φορώντας κατά τη λειτουργία απλές ομοιόμορφες στολές ενώ οι δικοί μας εμφανίζονται ως βυζαντινοί αυτοκράτορες,

ΟΤΑΝ οι αξιωματούχοι της εκκλησίας μας ενώ μισθοδοτούνται από το κράτος ικανοποιητικά, εισπράττουν μαύρο, άδηλο και αφορολόγητο χρήμα από ζωντανούς και πεθαμένους για τα «γεράματα» και το συγγενολόι τους.

ΠΩΣ ΝΑ ΠΑΕΙ ΜΠΡΟΣΤΑ

Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΜΑΣ;

Η νήψη, κλειδί της πνευματικής ζωής.



Η νήψη, κλειδί της πνευματικής ζωής.

Στον πνευματικό αγώνα που κάνει ο πιστός για να εναρμονίζει πάντα τη ζωή του με το θέλημα του Κυρίου και να ζει μια γνήσια «εν Χριστώ» πνευματική ζωή, έχουν μεγάλη θέση η νήψη, η εγρήγορση και η προσοχή. Αποτελούν το κλειδί της πνευματικής ζωής και εμπεριέχουν μια ανύσταχτη φροντίδα συνεχούς επαγρύπνησης, ώστε να μην καταλαμβάνεται ποτέ ο πιστός από τον ύπνο της ραθυμίας, της ραστώνης και του εκτροχιασμού από τη σωστή πορεία του.Η λέξη νήψη, η οποία συναντιέται πολύ συχνά στην πατερική φιλολογία, σημαίνει στην εκκλησιαστική ορολογία την ανύσταχτη εποπτεία του νου και της καρδιάς. Γι’ αυτό ονομάζεται και φυλακή, δηλαδή φρουρά του νου, που σημαίνει μία συνεχή επαγρύπνηση για να μην κυριαρχήσει πάνω του ποτέ ο εχθρός της ψυχής. Η λέξη νήψη, παράγεται από το ρήμα νήφω, που σημαίνει είμαι άγρυπνος, είμαι προσεχτικός , βρίσκομαι σε συνεχή εγρήγορση. Υπάρχει μία αρρώστια επικίνδυνη , η οποία πολεμάει τον πιστό που θέλει να ζει μια σωστή χριστιανική ζωή. Είναι αυτή της ανεμελιάς και της ραθυμίας. Η κατάσταση αυτή μπορεί εύκολα να εισχωρήσει στην καρδιά και να κυριαρχήσει. Ρέπουμε δυστυχώς προς την αμέλεια και τη ραθυμία. Γι’ αυτό η νήψη ή εγρήγορση είναι φάρμακο απαραίτητο για να είναι η καρδιά μας πάντοτε ξύπνια και να μην καταλαμβάνεται από τον ύπνο της ραθυμίας. Παράδειγμα προς αποφυγή είναι οι γνωστές πέντε μωρές παρθένες της παραβολής του Ευαγγελίου, που παγιδεύτηκαν από την αμέλεια.Στην πορεία του ο χριστιανός πρέπει να υπερνικά πολλά εμπόδια και δυσκολίες. Σε κάθε βήμα υπάρχουν παγίδες και εμπόδια. Είτε από τον παλαιό άνθρωπο που υπάρχει μέσα μας, είτε από εμπόδια του περιβάλλοντός μας, είτε από παγίδες που μας στήνει ο εχθρός της ψυχής μας ο διάβολος. Η νήψη είναι το φάρμακο που μας διατηρεί άγρυπνους και προσεχτικούς . Μας ανοίγει τα μάτια να βλέπουμε τα εμπόδια, τις παγίδες και μας βοηθάει να αντιστεκόμαστε, να αγωνιζόμαστε και να νικάμε.Η νήψη είναι συνδεδεμένη άρρηκτα με την προσευχή , που είναι το μεγάλο όπλο του πνευματικού αγώνα μας. Κατά τους πατέρες της Εκκλησίας δεν νοείται νήψη χωρίς προσευχή. Ο Κύριός μας πολλές φορές μίλησε για την εγρήγορση και την προσευχή. Είπε: «Γρηγορείτε και προσεύχεσθε, ίνα μη εισέλθετε εις πειρασμόν» ( Ματθ. κστ΄,41 ) .

Από το βιβλίο: “Μητροπολίτου πρ. Πειραιώς Καλλινίκου Καρούσου Η «εν Χριστώ» Πνευματική ζωή.
Εκδόσεις Χρυσοπηγή Αθήνα 2010.

Θαύματα του Αγίου Iωάννη,συγγραφέως της Κλίμακος.


62015-620x350
Στην περίοδο της άσκησής του , όπως επίσης και στην περίοδο της ηγουμενίας του, αναφέρονται από το βιογράφο του Αγίου και κάποια θαύματα, που πραγματοποίησε με την επίκληση του ονόματος του Κυρίου. Τα αναφερόμενα θαύματα ήταν τα εξής:
1) Η σωτηρία του μαθητού του Μωυσή από τον κίνδυνο.
Κατά τη μαρτυρία του Δανιήλ του Ραϊθηνού, ο Μωυσής αυτός ήταν ένας νέος, που αγαπούσε ιδιαίτερα τον μονήρη βίο. Γι’ αυτό παρακάλεσε μία ημέρα τον Άγιο να τον κρατήσει κοντά του, ώστε να οδηγηθεί με τις συμβουλές και την καθοδήγησή του «προς την όντως φιλοσοφίαν». Ο Άγιος βέβαια στην αρχή δεν ήθελε να τον κρατήσει κοντά του, γνωρίζοντας τις δυσκολίες της ερημητικής ζωής. Εκείνος όμως επέμενε, βάζοντας για την επιτυχία του σκοπού του και μεσίτες από το μεγάλο ίσως μοναστήρι. Για το λόγο αυτό ο Άγιος φάνηκε τελικά υποχωρητικός, κρατώντας το Μωυσή κοντά του. Ζήτησε όμως από αυτόν προκαταβολικά να κάνει υπακοή «εν παντί», ενώ εκείνος δέχθηκε παρευθύς όλους τους όρους του Αγίου. Ύστερα δε από τη συμφωνία εκείνη, ο Άγιος έστειλε μία ημέρα τον υποτακτικό του αυτόν να μεταφέρει λίγο χώμα εκλεκτό για τις λαχανίδες του κήπου τους. Στο πρόσταγμα εκείνο ο αποφασισμένος για την υπακοή Μωυσής πειθάρχησε παρευθύς προσπαθώντας να φέρει σε πέρας το έργο, που του είχε αναθέσει ο Γέροντάς του άοκνα. Παρά την προθυμία όμως, με την οποία άρχισε την εργασία εκείνη, όταν έφθασε το μεσημέρι, κουράσθηκε, γιατί ήταν ο τελευταίος μήνας του καλοκαιριού και η ζέστη πάρα πολύ μεγάλη. Έτσι κάθησε να ξεκουρασθεί στη σκιά κάποιου πελώριου βράχου, που ήταν εκεί κοντά, χωρίς να προσέξει, ότι ήταν έτοιμος να καταπέσει. Καθώς μάλιστα ξεκουραζόταν αμέριμνος, αποκοιμήθηκε. Την ώρα ακριβώς εκείνη ο Άγιος βρισκόταν στο κελλί του και προσευχόταν, χωρίς όμως να ξεχνά βέβαια και το νεαρό υποτακτικό του. Σε κάποια στιγμή όμως καταλήφθηκε και αυτός από έναν ύπνο λεπτότατο, εξαιτίας προφανώς της μεγάλης ζέστης του καλοκαιριού. Στον ύπνο του ακριβώς αυτόν ένιωσε κάποια στιγμή να τον σκουντά ένας άνδρας ιεροπρεπής και επιτιμητικά να του λέγει: -«Πώς αμερίμνως υπνείς, ο δε Μωυσής εν κινδύνω διατελεί;». Πώς μπορείς, δηλαδή, να κοιμάσαι, Ιωάννη, τη στιγμή που ο υποτακτικός σου Μωυσής βρίσκεται σε μεγάλο κίνδυνο;
Στο άκουσμα των λόγων εκείνων ο Άγιος αναπήδησε και επιδόθηκε πάραυτα με όλη τη θέρμη και το ζήλο της καρδιάς του σε μία απεγνωσμένη προσευχή για τη σωτηρία του μαθητού. Η προσευχή αυτή έκανε τότε το θαύμα της, γιατί ο Μωυσής άκουσε μέσα στο βαθύ ύπνο του τον Γέροντά του να τον φωνάζει και, ξυπνώντας, έσπευσε παρευθύς προς το μέρος του. Μόλις έκανε όμως κάποια βήματα, ο τεράστιος λίθος, κάτω από τον οποίο ήταν ξαπλωμένος, κατέπεσε, αφήνοντας εμβρόντητο το Μωυσή, που έσπευσε να διηγηθεί στο Γέροντά του τα όσα διέτρεξαν. Στο άκουσμα των πιο πάνω ο «ταπεινόνους» Γέροντας δόξαζε τότε «κρυφίαις βοαίς και βίαις αγάπης» τον παντοδύναμο Κύριο, που άκουσε την προσευχή του και έσωσε το νεαρό εκείνο και υπάκουο υποτακτικό (ΡG. 88, 604ΑΒ).
2) Η απελευθέρωση του Ισαάκιου από το σαρκικό πάθος.
Ένα δεύτερο θαύμα του Αγίου αναφέρεται στην απελευθέρωση του αναχωρητού Ισαάκιου από το δαίμονα της φιλοσαρκίας. Μία ημέρα ο Ισαάκιος που δοκιμαζόταν από ένα πολύ δυνατό σαρκικό πειρασμό, καταλήφθηκε από θλίψη μεγάλη και αθυμία. Για το λόγο αυτό ήρθε τρέχοντας προς τον Άγιο, στον οποίο φανέρωσε με δάκρυα πολλά και με αναστεναγμούς της καρδιάς του τον πόλεμο, που εσωτερικά δοκίμαζε. Στο άκουσμα των λόγων του Ισαάκιου ο Άγιος συγκινήθηκε πολύ, θαυμάζοντας για τη μεγάλη πίστη και την ταπείνωσή του και είπε: -”Έλα, αδελφέ μου, να προσευχηθούμε μαζί και ο αγαθός και ευσπλαχνικός Κύριος δε θα παραβλέψει τη δέησή μας“. Πριν όμως τελειώσουν την προσευχή τους εκείνη, ο πολυεύσπλαχνος Κύριος ικανοποίησε το αίτημα του πιστού δούλου Του, απομακρύνοντας το δαιμόνιο του σαρκικού πάθους από τον Ισαάκιο. Για το λόγο αυτό ο Ισαάκιος, που ένιωθε πια τον εαυτό του θεραπευμένο και «άνοσο», δόξαζε, γεμάτος έκσταση και συντριβή, το μεγαλοδύναμο Θεό, ευχαριστώντας όμως ταυτόχρονα από τα βάθη της καρδιάς του και τον δοξασθέντα Άγιο. (ΡG. 88, 604C).
3) H βροχή στην περίοδο της ανομβρίας.
Ένα τρίτο θαύμα του αγίου Ιωάννη έγινε, κατά το βιογράφο του, στα χρόνια που είχε γίνει Ηγούμενος στο μεγάλο μοναστήρι. Κατά την περίοδο αυτή της ηγουμενίας του, οι κάτοικοι της γύρω από το μοναστήρι περιοχής έσπευσαν, εξαιτίας της ανομβρίας που επικρατούσε στον τόπο τους, προς τον Άγιο και τον παρακάλεσαν να προσευχηθεί για τη λύση του αυχμού. Ακούγοντας το αίτημά τους εκείνο ο Άγιος προσευχήθηκε πράγματι για τη λύση της ανομβρίας και έτσι «κατηνέχθη υετός», βεβαιώνοντας για μία ακόμη φορά ότι «θέλημα των φοβουμένων Αυτόν ποιήσει ο Κύριος και της δεήσεως αυτών εισακούσεται». Εκτός από τα πιο πάνω όμως ο Άγιος πραγματοποίησε και πολλά άλλα, για τα οποία όμως ο ίδιος δεν έκανε φανερά λόγο.
Αχιλλέα Πιτσίλκα, “ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΣΙΝΑΪΤΟΥ”. Εκδόσεις «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ».

ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ (Ἰωάννου τῆς Κλίμακος) εκ της Ιεράς Μητροπόλεως Σερβιών και Κοζάνης


ΥΡΙΑΚΗ  Δ΄  ΝΗΣΤΕΙΩΝ
(Ἰωάννου τῆς Κλίμακος)
(Μρκ. 9, 17-31)

«᾿Εγένετο δὲ ἐν τῇ ἐξῆς ἡμέρᾳ κατελθόντων αὐτῶν ἀπὸ τοῦ ὄρους συνήντησεν αὐτὸν ὄχλος πολύς», τὴν ἄλλη μέρα, ὅταν κατέβηκαν ἀπὸ τὸ ὄρος, ὅπου μεταμορφώθηκε ὁ Κύριος, τὸν ὑποδέχθηκε κόσμος πολύς. ᾿Ανάμεσα σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, βρέθηκε κι᾿ ὁ πατέρας τοῦ σημερινοῦ εὐαγγελίου, ὁ ὁποῖος ζήτησε τὴ βοήθεια τοῦ ᾿Ιησοῦ. Βαθιὰ πονεμένος ὁ πατέρας τοῦ δυστυχισμένου νέου πλησιάζει τὸν Κύριο, πέφτει στὰ γόνατα. ῾Ιστορεῖ τὴν τραγικὴ κατάσταση τοῦ παιδιοῦ του, περιγράφει μὲ ἀβάσταχτο πόνο τὰ ὅσα ἔκανε ὑπὸ τὴν ἐπήρεια τοῦ δαιμονίου. ᾿Αναφέρει τὴν ἀδυναμία τῶν μαθητῶν του νὰ τὸ θεραπεύσουν, τὸν παρακαλεῖ νὰ τὸν σπλαχνιστεῖ καὶ νὰ γιατρέψει τὸ ἄρρωστο παιδί του. ῾Ο Χριστὸς, πρὶν κάνει τὸ θαῦμα, ζητᾶ πίστη, γιατὶ «πάντα δυνατὰ τῶ πιστεύοντι». Κι᾿ ὁ δυστυχὴς πατέρας μὲ δάκρυα στὰ μάτια ἀναφωνεῖ: «πιστεύω, Κύριε, βοήθει μοι τῇ ἀπιστίᾳ». Παλεύει, ὅπως ὅλοι μας, ἀνάμεσα στὴν πίστη καὶ τὴν ἀπιστία, ἀνάμεσα στὴν ἔντονη ἐπιθυμία μας νὰ παρουσιαστοῦμε ὅσο γίνεται μὲ περισσότερη πίστη, καὶ τὴν εἰλικρινή διαπίστωση ὅτι ἡ πίστη μας εἶναι ἐλλιπής. Γνωρίζουμε ὅτι γιὰ τὴ σωτηρία μας ἡ πίστη εἶναι ἀπαραίτητη. ῾Η πίστη εἶναι βέβαια δῶρο τῆς θείας χάριτος, ἀλλὰ ἡ ὑπακοὴ καὶ ἐλεύθερη ἀποδοχὴ τῆς θείας δωρεᾶς εἶναι συνάμα καὶ ἔργο τοῦ ἀνθρώπου, γι᾿ αὐτὸ καὶ ἀπαραίτητη γιὰ τὴ σωτηρία «ὁ πιστεύων εἰς τὸν Υἱὸν ἔχει ζωὴν αἰώνιον, ὁ δὲ ἀπειθῶν τῷ Υἱῷ οὐκ ὄψεται ζωήν, ἀλλ᾿ ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ μένει ἐπ᾿ αὐτόν».
Πάρα πολλὲς εἶναι οἱ δαιμονικὲς ἐκδηλώσεις τοῦ κόσμου σὲ κάθε ἐποχὴ. ᾿Εκτὸς ἀπὸ τὶς ἀρρώστιες ποὺ σύμφωνα μὲ τὶς ἐπιστημονικὲς γνώσεις ἔχουν ἄλλη αἰτία κι᾿ ὄχι τὴν κατοχὴ τῶν ἀνθρώπων ἀπὸ τοὺς δαίμονες, μένουν πάντα τόσες αἰτίες καὶ πολυάριθμες ἐκδηλώσεις τῆς ζωῆς, ποὺ μαρτυροῦν γιὰ τὴν ἐπήρεια καὶ τὴν ὑποταγὴ τῶν ἀνθρώπων στὴ δύναμη τοῦ κακοῦ, σὲ σημεῖο ποὺ πολλὲς φορὲς νὰ ἀναρωτιόμαστε γιατὶ ἡ ᾿Εκκλησία δὲν μπορεῖ νὰ θεραπεύσει τὸ κακό; Αὐτὴ τὴν ἐρώτηση ἔθεσαν καὶ οἱ μαθητὲς στὸν ᾿Ιησοῦ, ἀφοῦ θεράπευσε τὸν δαιμονισμένο νέο, γιατὶ δὲν μπόρεσαν αὐτοὶ νὰ τὸν θεραπεύσουν. Καὶ ὁ ᾿Ιησοῦς Χριστὸς ἀπάντησε ὅτι: «τοῦτο τὸ γένος ἐν οὐδενὶ δύναται ἐξελθεῖν εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ», ὅτι δηλαδὴ τὸ κακὸ πνεῦμα τῆς ἁμαρτίας δὲν βγαίνει ἀπὸ μέσα μας παρὰ μόνο μὲ τὴν προσευχὴ καὶ τὴ νηστεία.
Εἴμαστε φτωχοὶ στὸ φυσικό μας βίο, ὁ ὁποῖος περιστοιχίζεται ἀπὸ μυριάδες ἀνάγκες καὶ κινδύνους, κι᾿ ἀκόμη φτωχότεροι στὴν ψυχὴ, ἡ ὁποία πολεμεῖται ἀπὸ μύριους πειρασμοὺς καὶ κουβαλᾶ τὸ βάρος τῆς ἁμαρτίας. Τὶ μποροῦμε ἤ τὶ ἔχουμε νὰ ἀντιτάξουμε σ᾿ αὐτὴν τὴν φτώχεια, πέρα ἀπὸ τὴν ἴδια μας τὴ φτώχεια καὶ τὴ φτώχεια τοῦ κόσμου ποὺ μᾶς περικυκλώνει; ῎Η τὶ περισσότερο μποροῦμε νὰ κάνουμε ἀπὸ τὸ νὰ ὑψώσουμε στὴν προσευχή μας τὰ μάτια μας πρὸς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος κατὰ τὸν ᾿Απόστολο πλουτεῖ «πάντας τοὺς ἐπικαλουμένους αὐτόν», σκορπᾶ πλούσια τὴ χάρη του σ᾿ ὅλους ὅσους τὸν ἐπικαλοῦνται.
Σὲ μιὰ ἀπὸ τὶς ὡραιότερες ὠδὲς τοῦ ῎Ορθρου, τὴν ὄγδοη, ποὺ εἶναι ὁ ὕμνος τῶν ἁγίων τριῶν παίδων, βλέπουμε τὸ νόημα καὶ τὴν οὐσία τῆς προσευχῆς, ποὺ, ἐκτὸς ἀπὸ δέηση καὶ ἱκεσία, εἶναι ἡ δοξολογία τοῦ μεγάλου καὶ θαυμαστοῦ ὀνόματος τοῦ Θεοῦ, τοῦ δημιουργοῦ ὁλόκληρης τῆς κτίσης. «Εὐλογεῖτε πάντα τὰ ἔργα Κυρίου, τὸν Κύριον ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας», ἀναφωνοῦν οἱ τρεῖς παῖδες καὶ καλοῦν τὴν κτίση νὰ διακηρύξει τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ. Καὶ προσεύχονται μαζί τους ἡ γῆ καὶ οἱ οὐρανοί, ὁ ἥλιος, ἡ σελήνη καὶ τ᾿ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ, ἡ νύχτα καὶ ἡ μέρα, τὰ ὄρη, τὰ βουνὰ κι ἡ θάλασσα, τὰ ζῶα καὶ κάθε δημιούργημα τοῦ Θεοῦ. ῎Αγγελοι καὶ ἄνθρωποι, ὅσιοι καὶ ταπεινοὶ «τῇ καρδίᾳ», ἑνώνουν τὶς φωνές τους γιὰ νὰ ὑμνήσουν καὶ νὰ δοξολογήσουν τὸν Κύριο: «ὑμνοῦντες καὶ ὑπερυψοῦντες αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας».
῾Η θέση λοιπὸν τοῦ ἀνθρώπου μέσα στὴ δημιουργία εἶναι ἰδιαίτερα προνομιακή. Γιατὶ μαζὶ μὲ τὰ προνόμια τῆς λογικῆς, τῆς συνειδήσεως καὶ τῆς ἐλευθερίας ἔχει καὶ τὸ προνόμιο τῆς προσευχῆς. ῾Ο ἄνθρωπος ποὺ ἀληθινὰ προσεύχεται ζεῖ ἀδιάκοπα κοντὰ στὸ Θεό καὶ συνομιλεῖ μαζί του. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἡ προσευχὴ εἶναι ἡ χαρὰ, ἡ ἀπόλαυση καὶ ἡ μακαριότητα τῶν ἁγίων. ῾Ο ἅγιος ᾿Αντώνιος ἔβρισκε τόση μακαριότητα καὶ παρηγοριά στὴν προσευχὴ, ποὺ περνοῦσε ὁλόκληρες νύχτες προσευχόμενος, κι᾿ ὅταν τὸ πρωΐ ἀνέτειλε ὁ ἥλιος, τοῦ ἔλεγε: «ὤ ὡραῖε ἥλιε, γιατὶ διακόπτεις τὴν προσευχή μου»; ῾Η προσευχὴ εἶναι ἡ πνοὴ καὶ ἡ αὖρα τοῦ πνευματικοῦ κόσμου, ἡ ὁποία ἀνεβαίνει στὸν οὐρανὸ ἀπ᾿ τὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων, καὶ ἀπὸ ᾿κεῖ κατεβαίνει πάλι σὰν εὐλογία πάνω στὴ γῆ.
᾿Εκεῖνο ποὺ βοηθάει ἀποτελεσματικὰ τὴν προσευχὴ εἶναι ἡ νηστεία. ῾Ο ἅγιος ᾿Ιωάννης ὁ Χρυσόστομος λέγει ὅτι ἡ νηστεία εἶναι τὰ φτερὰ τῆς προσευχῆς, ἀφοῦ ἀπαλλάσσουν τὸν προσευχόμενο ἀπὸ κάθε ἐπιθυμία καὶ τρυφή: «ὁ γὰρ εὐχόμενος, ­ὡς χρῆ, καὶ νηστεύων οὐ πολλῶν δεῖται», αὐτὸς ποὺ προσεύχεται, καθὼς πρέπει, καὶ νηστεύει δὲν χρειάζεται πολλά. Πράγματι, γιὰ νὰ νικήσει κανεὶς τὸν πονηρό δὲν πρέπει νὰ ἔχει καμμιὰ ἁπολύτως ἐξάρτηση, εἴτε ὑλικὴ, εἴτε πνευματική.
῾Ο δικός μας ἀγώνας, ἀγαπητοί ἀδελφοί, ποὺ γίνεται νύχτα καὶ μέρα, συνίσταται στὸ νὰ μὴ δώσουμε τόπο στὸ διάβολο. Γιατὶ ὁ διάβολος ἐπωφελεῖται ἀπὸ τὴν ἀδυναμία μας καὶ ἄλλοτε διεγείρει μέσα μας κακοὺς λογισμοὺς, «τὰ βέλη τοῦ πονηροῦ τὰ πεπυρωμένα», ἄλλοτε ἐμποδίζει τὰ ἀγαθὰ ἔργα καὶ ἄλλοτε μᾶς ἀπομακρύνει ἀπὸ τὴ σωτηρία. Γι᾿ αὐτὸ ἄς ἔχουμε μέσα μας πάντοτε τὰ λόγια τοῦ ἀποστόλου Παύλου, ποὺ λέγει: «Φορέστε τὴν πανοπλία τοῦ Θεοῦ, ὥστε νὰ μπορέσετε νὰ προβάλετε ἀντίσταση, ὅταν ἔρθει ἡ ὥρα τῆς σατανικῆς ἐπίθεσης… Κρατᾶτε πάντα τὴν πίστη σὰν ἀσπίδα, πάνω στὴν ὁποία θὰ μπορέσετε νὰ σβήσετε τὰ φλογισμένα βέλη τοῦ πονηροῦ… Προσεύχεσθε συνεχῶς καὶ ἀπευθύνετε τὰ αἰτήματά σας σὲ κάθε περίσταση πρὸς τὸ Θεό, ὁδηγημένοι ἀπὸ τὸ ῞Αγιο Πνεῦμα του…». Ἀμήν.
Ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως

«Δημήτριε... Δημήτριε..., τώρα πού θά πᾶς στόν Οὐρανό νά προσεύχεσαι γιά μᾶς...» - Μητροπολίτης Πατρών Χρυσόστομος


14 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1803, ΤΡΙΠΟΛΙΤΣΑ
«Δημήτριε... Δημήτριε..., 
τώρα πού θά πᾶς στόν Οὐρανό
νά προσεύχεσαι γιά μᾶς...»

Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πατρῶν
 κ.κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
Τρίτη τῆς Ἐβδομάδος τοῦ Θωμᾶ, τό 1803 στήν Τριπολιτσά. Ὅλα σκοτεινά καί μαῦρα. Οἱ δύστυχοι ραγιάδες εἶναι κλεισμένοι στά σπίτια τους γιά τόν φόβο τῶν Ἀγαρηνῶν, οἱ ὁποῖοι αὐτές τίς ἡμέρες ἔχουν ἐξαγριωθεῖ. Ὅμως, ἐνῷ ὅλα ἦταν ἔρημα καί ἡ ἀγορά στό κέντρο τῆς τουρκοκρατούμενης πόλης δείχνει νεκρή, ἕνα πλῆθος ἀνθρώπων ξεχύνεται στούς δρόμους, κρατῶντας κεριά καί λιβανιστήρια. Ἄνδρες, γυναῖκες, παιδιά, χωρίς νά φοβοῦνται, μέ τά πρόσωπα πλημμυρισμένα ἀπό τό φῶς τῆς Ἀναστάσεως, πού γιόρτασαν πρίν ἀπό λίγες ἡμέρες, βιάζονται νά βρεθοῦν στήν σιταραγορά τῆς πόλης.
Τί γίνεται ἆρα γε;  Πῶς ὁ φόβος μεταβλήθηκε σέ λευτεριᾶς καί ἀναστάσεως πανηγύρι; Ἕνα παλληκάρι, εἶναι δέν εἶναι 24 ἐτῶν, τό πᾶνε οἱ Τοῦρκοι νά τό σφάξουν. Τίς τελευταῖες ἡμέρες διαδόθηκε ἀπό στόμα σέ στόμα. Τό εἶπε ὁ Παπαντώνης, ὁ παπάς τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, στόν Δεσπότη, στά πνευματικά του παιδιά, τό ἔμαθε ὅλη ἡ Τριπολιτσά. Ὁ Δημήτρης ἀπό τήν Λιγούδιστα, ἐκεῖνο τό παιδί πού πρίν λίγα χρόνια δούλευε στό γνωστό τουρκομάγαζο μπαρμπέρης, ἐκεῖνο τό παλληκάρι πού τούρκεψε, ὁ Μεχμέτ (ἔτσι τόν φώναζαν οἱ Τοῦρκοι), ἐκεῖνο τό παιδί πού εἶχε χαθεῖ τά τελευταῖα χρόνια, ξαναγύρισε.
Μετανόησε, παρουσιάσθηκε μπροστά στούς ἀγάδες καί βροντοφώναξε ὅτι εἶναι Ἕλληνας Χριστιανός Ὀρθόδοξος καί θέλει νά μαρτυρήσῃ γιά τοῦ Χριστοῦ τήν ἀγάπη.
Καί νά, σέ λίγο ἀκούονται φωνές καί ἀντάρα μεγάλη γίνεται. Νάτος ὁ Δημήτρης, μέ δεμένα τά χέρια. Τόν σπρώχνουν, τόν κτυπᾶνε, τόν βρίζουν, τόν φτύνουν, τόν πᾶνε νά τοῦ κόψουν τό κεφάλι. Ἡ διαταγή εἶναι «τσεκούρι στόν ἄπιστο».




Σάν ἄγγελος τό παλληκάρι, μέ γλυκύ καί χαρούμενο τό  βλέμμα, μέ φωτισμένο τό πρόσωπο ἀπό τήν χάρη τοῦ Θεοῦ, λουσμένος στά δάκρυα τῆς μετανοίας, κοιτάζοντας μέ χαρά τόν κόσμο πού εἶχε κατακλύσει τά σοκάκια, βαδίζει γιά τήν μεγάλη νίκη.
Δέν πατάει στή γῆ. Ἔχει ἤδη εἰσέλθει στόν οὐρανό, ὅπου ἦχος καθαρός ἑορταζόντων καί βοώντων ἀπαύστως τό, «Κύριε Δόξα Σοι».
Βλέπει μέ τά μάτια τῆς ψυχῆς του, ἐνῷ πορεύεται στό μαρτύριο, τή μάνα του. Ἔφυγε νέα ἀπό τόν κόσμο αὐτό. Τόν ἄφησε μικρό μέ τόν ἀδελφό του, στήν Λιγούδιστα (σημερινή Χώρα) τῆς Τριφυλίας. «Παιδάκια μου, νά μήν ξεχάσετε τήν πίστη σας στόν Θεό καί τήν ἀγάπη στήν πατρίδα μας», ἦταν τά τελευταῖα της λόγια.  Τώρα χαίρεται ἀπό ψηλά. Εἶχε δεῖ τήν πορεία τοῦ Δημήτρη καί ἡ ψυχούλα της θλιβόταν. Ἔβλεπε τά βάσανα τῶν παιδιῶν της ἀπό τήν μητριά τους, τόν δρόμο τῆς ξενητειᾶς πού πῆρε ὁ Δημήτρης γιά τήν φημισμένη πόλη, τήν Τριπολιτσά. Ράγισε ἡ καρδιά της ὅταν τό παιδί της τούρκεψε καί γυρνοῦσε στήν πόλη φωνάζοντας: «Εἶμαι ὁ Μεχμέτ, δέν εἶμαι ὁ Δημήτρης!». 
Χαιρόταν τώρα ἡ ψυχή της, γιατί ἔφτασε ἡ ὥρα πού ὁ Δημήτρης τελειώνει τήν ὡραία πορεία πού ἄρχισε, ὅταν ἔφυγε μετανοιωμένος ἀπό τήν Τρίπολη καί ἔφτασε στήν Σμύρνη καί τίς Κυδωνιές τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, ὅπου νύκτα καί ἡμέρα ἔκλαιε γιά τό ἁμάρτημά του. Τελειώνει τώρα ὁ δρόμος πού πέρασε ἀπό τήν Χίο, ἀπό τό ταπεινό κελλί τοῦ Ἁγίου Μακαρίου τοῦ Νοταρᾶ, ὅπου στάθηκε γονατιστός ὁ Δημήτριος κλαίοντας γιά τό ὀλίσθημά του. Ἄκουσε ἡ μάνα ἀπό τόν οὐρανό τήν κραυγή τοῦ παιδιοῦ της: «Θεέ μου συχώρα με... Θέλω νά δώσω τό αἷμα μου γιά σένα...». Ἄκουσε καί τήν πατρική φωνή τοῦ Ἁγίου Μακαρίου: «Πάψε παιδί μου, συχωρέθηκες... Μή παιδί μου, μή χτυπᾶς τό κεφάλι σου στόν τοῖχο... Παιδί μου, δέν βλέπεις πού τ’ αὐτιά σου καί ἡ μύτη σου βγάζουν αἵματα; Μή παιδί μου, ἀλήθεια σοῦ λέγω, συχωρέθηκες ἀπό τόν Θεό...». Ὁ Δημήτριος ὅμως συνέχισε: «Γέροντα θέλω τήν εὐχή σου νά πάω στήν Τρίπολη καί ὅ,τι εἶναι θέλημα τοῦ Θεοῦ ἄς γίνῃ». Καί ὁ Ἅγιος τοῦ ἀπάντησε: «Πορεύου εἰς εἰρήνην Δημήτριε...».
Ἡ μάνα παρακολουθεῖ ἀπό τόν οὐρανό... προσεύχεται. Τόν βλέπει... φτάνει στό Ἄργος, ξενυχτάει κλαίοντας, ἀνεβαίνει στό βουνό γιά νά περάσῃ στήν ἄλλη μεριά, στήν Ἀρκαδία. Καθώς ἀνεβαίνει στήν κορυφή —τί χαρά γιά τήν ψυχή τοῦ παλληκαριοῦ— βλέπει μπροστά του ἕνα μοναστήρι. «Θεέ μου σέ εὐχαριστῶ, νά ξαποστάσω λίγο, νά πιῶ ἕνα ποτήρι νερό». Οἱ Καλόγεροι τόν καλοδέχονται. «Ἔλα παλληκάρι, κάτσε νά προσευχηθῆς, νά ξαποστάσῃς». Ἐκεῖνος εἶναι ἀλλοῦ, δέν πατάει στήν γῆ. Γονατίζει μπροστά στό ἅγιο εἰκόνισμα τῆς Παναγίας. Ἡ Γοργοεπήκοος τῶν Τσηπιανῶν τόν ἀγκαλιάζει μέ τό γλυκύ της βλέμμα. Τοῦ μιλάει, τόν παρηγορεῖ, τόν ἐμψυχώνει: «Προχώρα Δημήτριε, μή φοβᾶσαι. Σέ λίγο θά χαίρεσαι μέ τούς Ἀγγέλους καί τούς Ἁγίους στόν Οὐρανό...».  
Τώρα κατηφορίζει, ἔχει φτερά στά πόδια, φτάνει μπροστά ἀπό τήν πόλη. Ξέρει τόν τόπο. Τόσα χρόνια ἔζησε ἐδῶ. Κοντά εἶναι τό Μερκοβούνι, σέ λίγο θά μπῇ στήν Τριπολιτσά. Ξεκουράζεται κάτω ἀπό ἕνα δένδρο γιά νά πάρῃ δύναμη. (Σήμερα ἐκεῖ ὑψώνεται ὁ περικαλλής Ναός τοῦ χωριοῦ, ἀφιερωμένος στήν μνήμη του). Ἡ μάνα παρακολουθεῖ ἀπό τόν οὐρανό. Τό παιδί ἔφτασε στόν Ἅγιο Νικόλαο, τό Ἐκκλησάκι ἔξω ἀπό τούς Στρατῶνες. Ὁ ἱερομόναχος πού ζεῖ δίπλα, στό κελλί, εἰδοποιεῖ τήν Μητρόπολη καί σέ λίγο φτάνει ὁ Πρωτοπαπᾶς. «Ὁ Παπαντώνης, παιδί μου, εἶναι τό δεξί χέρι τοῦ Δεσπότη. Ἦλθε νά κουβεντιάσετε». Ὁ Δημήτρης λέγει μέ ἀποφασιστικότητα στόν Ἀρχιερατικό Ἐπίτροπο: «Ἄφησέ με πατέρα μου καί μή μέ ἐμποδίσῃς. Εἶναι θέλημα Θεοῦ νά δώσω τό αἷμα μου γιά τόν Χριστό καί τήν Ἑλλάδα...».
......
Ὅλα αὐτά τήν ὥρα ἐκείνη, σάν ἀστραπή περνᾶνε ἀπό τοῦ παλληκαριοῦ τόν νοῦ καί τήν καρδιά. Ἀλλά οἱ φωνές τοῦ πλήθους τόν ἐπαναφέρουν ἀπό τήν ἔκσταση. Ἀκούει τό ὄνομά του. Ὅλος ὁ κόσμος, μικροί – μεγάλοι, φωνάζουν κρατῶντας κεριά, τόν λιβανίζουν, μπαίνουν μπροστά στούς μανιασμένους Τούρκους, γιά νά τόν ἀκουμπήσουν. «Δημήτρη... Δημήτρη..., τώρα πού θά πᾶς στόν οὐρανό, νά προσεύχεσαι γιά μᾶς... Νά μᾶς λευτερώσῃ ὁ Θεός...». Δάκρυσε τό παλληκάρι.
Ἔφτασαν στόν τόπο τῆς θυσίας... Γονάτισε ὁ νέος ἀπό τήν Λιγούδιστα. Ἡ μάνα ἀπό τόν οὐρανό μαζί μέ πλῆθος Ἀγγέλων χαίρεται.
Σήκωσε τό παιδί τά μάτια ψηλά. Φώναξε προσευχητικά. Τόν ἄκουσε ὁ κόσμος ὅλος καί συγκλονίστηκε. «Θεέ μου, τούτη τήν πόλη νά τήν φυλᾶς ἀπό σεισμό καί ἀπό φωτιά...». Τρεῖς φορές χτύπησε ὁ Ἀγαρηνός μέ τό σπαθί, καί τό ἅγιο κεφάλι τοῦ Μάρτυρα κύλησε στήν γῆ. Καί ἐνῷ τό αἷμα τρέχει καυτό, νά ἕνας Διάκος νέος, ἀσκητικός, ξερακιανός, ὁ Διάκος τοῦ Δεσπότη Νικηφόρου, τρέχει καί πλησιάζει. Ὁ Τοῦρκος τόν σπρώχνει. Ἀλλά τά καταφέρνει, εἶναι ἀπό σκληρή γενηά. Εἶναι ὁ Ἰωσήφ γνωστός καί ὡς δάσκαλος στήν γειτονιά τῶν Ταξιαρχῶν (ἀργότερα ἔγινε Δεσπότης τῆς Ἀνδρούσης στήν Μεσσηνία καί πρῶτος Ὑπουργός τῆς Θρησκείας καί τῆς Παιδείας τῆς Ἑλλάδος, ἀφοῦ πέρασε πρῶτα ἀπό τό φρικτό μαρτύριο τῆς εἰρκτῆς τῆς Τριπολιτσᾶς καί κατάφερε νά ζήσῃ). Βρέχει τό μαντήλι του στό αἷμα τοῦ Μάρτυρα. Εἶναι ἄρρωστο τό παιδί τοῦ ἀδελφοῦ του, ἑτοιμοθάνατο. Τό ’ξερε ὁ Διάκος, δέν ἔκανε λάθος. Σέ λίγο τό παιδί περπάτησε στούς δρόμους τῆς Τριπολιτσᾶς. Τό πρῶτο θαῦμα διά πρεσβιεῶν τοῦ Ἁγίου, εἶναι πραγματικότης.
Τό κεφάλι τό πέταξαν οἱ Τοῦρκοι σέ ἕνα πηγάδι μέ βρωμιές. Τό σῶμα μετά τρεῖς ἡμέρες τό πέταξαν ἔξω ἀπό τήν πόλη. Γνωστό σέ ὅλους, ὅτι λίγα γρόσια εἶναι ἀρκετά γιά νά πουλήσουν οἱ ἄπιστοι τούς θησαυρούς. Ὁ Παπαντώνης πῆρε τό κεφάλι καί τό ἔθαψε μέσα στόν Ναό τοῦ Ἁγίου Δημητρίου πίσω ἀπό τήν Ἁγία Τράπεζα. Οἱ Μοναχοί τοῦ Ἁγίου Νικολάου τῶν Βαρσῶν, πῆραν τό σῶμα καί τό ἐνταφίασαν μέ τιμές μάρτυρα στό Μοναστήρι.
Στόν τόπο τοῦ Μαρτυρίου του ὑψώθηκε Ναός στήν μνήμη του, μέ χορηγία τῆς εὐσεβοῦς Δήμητρας Παπαλεξανδρῆ, ἀπ’ ὅπου περνῶντας οἱ Τριπολιτσιῶτες προσκυνοῦν τήν εἰκόνα του καί παρακαλοῦν τόν Ἅγιο νά πρεσβεύῃ γιά τόν καθένα καί τήν πόλη τους.
Στόν Μητροπολιτικό Ναό τοῦ Ἁγίου Βασιλείου Τριπόλεως εἶναι θησαυρισμένη ἡ πανσεβάσμια Κάρα τοῦ Μάρτυρος καί στό Μοναστήρι τῶν Βαρσῶν τά ὑπόλοιπα μυρίπνοα καί σεπτά Λείψανά του.
Πόσες φορές οἱ Καλόγεροι, ὁ κόσμος, σέ ὧρες Θείας Λειτουργίας ἄκουσαν τά δαιμόνια νά κραυγάζουν μέσα ἀπό στόματα ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι μέ τήν χάρη τοῦ Θεοῦ, διά πρεσβειῶν τοῦ Ἁγίου βρῆκαν τήν ὑγειά τους: «Μέ ἔκαψε ὁ κοψοκέφαλος... μέ ἔκαψε ὁ κοψοκέφαλος».
Οἱ συγχωριανοί του, στήν Λιγούδιστα, κτίσανε Ναό στήν μνήμη του. Ὅταν ἐπισκέπτωνται τό Μοναστήρι, τά Λείψανά  του εὐωδιάζουν. Χαίρεται ὁ Ἅγιος γιά τά ἀδέλφια του.
Πήγαμε μέ τόν Ἅγιο στό χωριό του, μετά ἀπό παράκληση τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου Τριφυλίας καί Ὀλυμπίας κυροῦ Στεφάνου καί τῶν συγχωριανῶν τοῦ Ἁγίου, τό ἔτος 1990. Ἀπό τήν ὥρα πού φύγαμε ἀπό τό Μοναστήρι μέχρι πού πήραμε τά Λείψανα γιά νά ἐπιστρέψουμε, εὐωδία πρωτόγνωρη πλημμύρισε τήν ἀτμόσφαιρα.
Καί δεύτερη φορά, ὅταν πλῆθος Ἀρκάδων μέ ἐπικεφαλῆς τόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Μαντινείας καί Κυνουρίας κ. Ἀλέξανδρο πήγαμε στή Λιγούδιστα γιά τίς ἑορτές τοῦ Ἁγίου, ὁ Ἅγιος ἔδειξε μέ τόν ἴδιο τρόπο τήν χαρά του. Καί στήν Λιγούδιστα καί στοῦ Φλόκα ἀπ’ ὅπου καταγόταν ὁ πατέρας του, ὅπου ἐπίσης τοῦ ἔχουν ἀφιερώσει τόν ἐνοριακό Ναό, ἡ ἴδια χαρά, τό ἴδιο θαῦμα.
14 Ἀπριλίου 2013. Ὁ οὐρανός καί ἡ γῆ ἀγάλλονται γιά τήν χαρά τοῦ Δημητρίου. Πανηγυριστής ἐκεῖνος στήν μεγάλη γιορτή, μᾶς ὁδηγεῖ ἐνώπιον τοῦ Οὐρανίου Ἑστιάτορος, γιά νά γίνωμε ὅμαιμοι καί σύσσωμοι Αὐτοῦ. Πλησιάζομε τήν λάρνακα, πού περιέχει τόν ἀτίμητο θησαυρό καί ψάλλομε μαζί μέ τόν Ἰωσήφ Ἀνδρούσης, πού ἔγραψε ἀμέσως μετά τό μαρτύριο τήν Ἀσματική Ἀκολουθία τοῦ Μάρτυρος:
«Τῆς Λιγουδίστης τόν γόνον καί τῆς Χίου ἀνάστημα καί τό περιώνυμον ὄντως τῆς Τριπόλεως καύχημα, Δημήτριον τόν νέον οἱ πιστοί, γεραίροντες ὡς Μάρτυρα Χριστοῦ, ἀνυμνήσωμεν βοῶντες τῷ ἐν ἁγίοις θαυμαστῷ Θεῷ ἡμῶν. Δόξα τῷ ἐνισχύσαντι αὐτόν, δόξα τῷ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι δι’ αὐτοῦ πᾶσιν  ἰάματα...»
Στήν Πάτρα θά τόν γιορτάσωμε στήν Παντάνασσα τήν Κυριακή 14/4/2013 μαζί μέ τόν Ἀρκάδα Ἐθνοϊερομάρτυρα Γρηγόριο τόν Ε’.
Ὅμως θά ἔχωμε τήν μεγάλη εὐλογία ἀπό τόν Θεό νά ὑποδεχθοῦμε τά Λείψανά του, μαζί μέ ἐκεῖνα τοῦ Νεομάρτυρος Παύλου τοῦ ἐξ Ἀροανίας ( ὁ ὁποῖος ἐπίσης ἐμαρτύρησε στήν Τρίπολη στίς 22 Μαΐου 1818), στήν πόλη μας τήν Πάτρα, στίς 11 Μαΐου, Σάββατο τῆς Διακαινησίμου (ὥρα 6.30 στήν Πλατεία Νόρμαν), γιά νά γιορτάσωμε τήν μνήμη τους στόν Ἅγιο Διονύσιο, ὅπου ἀπό τό 1861 εὑρίσκεται ἡ εἰκόνα τῶν δύο ἀριστέων τῆς Πελοποννήσου, λαμπρῶν Νεομαρτύρων Δημητρίου καί Παύλου. Θά τά συνοδεύσῃ ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Μαντινείας καί Κυνουρίας κ. Ἀλέξανδρος, ὁ Ἡγούμενος καί οἱ μοναχοί τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Βαρσῶν καί ἄλλοι Κληρικοί καί ἀδελφοί ἀπό τήν Τρίπολη.
Παράδειγμα γιά μίμηση ὁ βίος τοῦ Δημητρίου. Ἀξίζει τόν κόπο νά μάθουν τά παιδιά μας γιά τήν ζωή καί τό μαρτύριό του καί νά ἀκούσουν ἀπό τό στόμα τοῦ Ἰωσήφ, τόν ὕμνο γιά τήν σταθερότητα τῆς πίστεως τῶν μαρτύρων:
«Τί οὐκ ἐποίουν οἱ θῆρες, τί δέ οὐκ ἔλεγον θωπεύοντές σε μάρτυς τοῦ Χριστοῦ ἀποστῆσαι. Τῆς πίστεως τῆς θείας, σύ δ’ ἀηδών, ὦ Δημήτριε, ἔλεγες. Τόν Ἰησοῦν μου κηρύττω καί Λυτρωτήν καί Θεόν καί Παντοκράτορα». 
εκ της Ιεράς Μητροπόλεως Πατρών

Απόστολος και Ευαγγέλιο Κυριακής Δ' Νηστειών 14 Απριλίου 2013 (Ιωάννου της Κλίμακος)


Απόστολος, προς Εβραίους ΣΤ’ 13-20

13 Τῷ γὰρ Ἀβραὰμ ἐπαγγειλάμενος ὁ Θεός, ἐπεὶ κατ' οὐδενὸς εἶχε μείζονος ὀμόσαι, ὤμοσε καθ' ἑαυτοῦ,
14 λέγων· ἦ μὴν εὐλογῶν εὐλογήσω σε καὶ πληθύνων πληθυνῶ σε·
15 καὶ οὕτω μακροθυμήσας ἐπέτυχε τῆς ἐπαγγελίας.
16 Ἄνθρωποι μὲν γὰρ κατὰ τοῦ μείζονος ὀμνύουσι, καὶ πάσης αὐτοῖς ἀντιλογίας πέρας εἰς βεβαίωσιν ὁ ὅρκος·
17 ἐν ᾧ περισσότερον βουλόμενος ὁ Θεὸς ἐπιδεῖξαι τοῖς κληρονόμοις τῆς ἐπαγγελίας τὸ ἀμετάθετον τῆς βουλῆς αὐτοῦ, ἐμεσίτευσεν ὅρκῳ,

18 ἵνα διὰ δύο πραγμάτων ἀμεταθέτων, ἐν οἷς ἀδύνατον ψεύσασθαι Θεόν, ἰσχυρὰν παράκλησιν ἔχωμεν οἱ καταφυγόντες κρατῆσαι τῆς προκειμένης ἐλπίδος·
19 ἣν ὡς ἄγκυραν ἔχομεν τῆς ψυχῆς ἀσφαλῆ τε καὶ βεβαίαν καὶ εἰσερχομένην εἰς τὸ ἐσώτερον τοῦ καταπετάσματος,
20 ὅπου πρόδρομος ὑπὲρ ἡμῶν εἰσῆλθεν Ἰησοῦς, κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδὲκ ἀρχιερεὺς γενόμενος εἰς τὸν αἰῶνα.


Μετάφραση
13 Διότι ὅταν ὁ Θεὸς ἔδωκε ὑπόσχεσιν εἰς τὸν Ἀβραάμ, ὡρκίσθηκε εἰς τὸν ἑαυτόν του, ἀφοῦ δὲν εἶχε ἄλλον μεγαλύτερον εἰς τὸν ὁποῖον νὰ ὁρκισθῇ,
14 καὶ εἶπε, Ἀλήθεια, θὰ σὲ ὑπερευλογήσω καὶ θὰ σὲ ὑπερπληθύνω,
15 καὶ ἔτσι ὁ Ἀβραάμ, μὲ τὴν ὑπομονήν του, ἔλαβε τὴν ὑπόσχεσιν.
16 Οἱ ἄνθρωποι ὁρκίζονται εἰς κάποιον ποὺ εἶναι μεγαλύτερος καὶ ὁ ὅρκος θέτει δι’ αὐτοὺς τέρμα εἰς κάθε ἀμφισβήτησιν καὶ δίνει ἐπιβεβαίωσιν.
17 Ἔτσι καὶ ὅταν ὁ Θεὸς ἤθελε νὰ δείξῃ σαφέστερα εἰς τοὺς κληρονόμους τῆς ὑποσχέσεως τὸ ἀμετάβλητον τῆς ἀποφάσεώς του, τὴν ἐγγυήθηκε μὲ ὅρκον,
18 ὥστε, διὰ δύο πραγμάτων ἀμεταβλήτων διὰ τὰ ὁποῖα εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀποδειχθῇ ὁ Θεὸς ψεύτης, ἐμεῖς, ποὺ καταφύγαμεν εἰς αὐτόν, νὰ ἔχωμεν μεγάλην ἐνθάρρυνσιν νὰ κρατήσωμεν σφιχτὰ τὴν ἐλπίδα ποὺ εἶναι ἐνώπιόν μας.
19 Τὴν ἐλπίδα αὐτὴν τὴν ἔχομεν σὰν ἄγκυραν τῆς ψυχῆς, ἀσφαλῆ καὶ βεβαίαν, ἡ ὁποία μπαίνει μέσα,
20 πίσω ἀπὸ τὸ καταπέτασμα, ὅπου ἐμπῆκε πρὸς χάριν μας ὁ Ἰησοῦς, ἀφοῦ ἔγινε ἀρχιερεύς, αἰώνιος κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδέκ.


Ευαγγέλιο κατά Μάρκου Θ’ 17-31
17 Καὶ ἀποκριθεὶς εἷς ἐκ τοῦ ὄχλου εἶπε· διδάσκαλε, ἤνεγκα τὸν υἱόν μου πρός σε, ἔχοντα πνεῦμα ἄλαλον.
18 Καὶ ὅπου ἂν αὐτὸν καταλάβῃ, ρήσσει αὐτόν, καὶ ἀφρίζει καὶ τρίζει τοὺς ὀδόντας αὐτοῦ, καὶ ξηραίνεται· καὶ εἶπον τοῖς μαθηταῖς σου ἵνα αὐτὸ ἐκβάλωσι, καὶ οὐκ ἴσχυσαν.
19 Ὁ δὲ ἀποκριθεὶς αὐτῷ λέγει· ὦ γενεὰ ἄπιστος, ἕως πότε πρὸς ὑμᾶς ἔσομαι; ἕως πότε ἀνέξομαι ὑμῶν; φέρετε αὐτὸν πρός με. καὶ ἤνεγκαν αὐτὸν πρὸς αὐτόν.
20 Καὶ ἰδὼν αὐτὸν εὐθέως τὸ πνεῦμα ἐσπάραξεν αὐτόν, καὶ πεσὼν ἐπὶ τῆς γῆς ἐκυλίετο ἀφρίζων.
21 Καὶ ἐπηρώτησε τὸν πατέρα αὐτοῦ· πόσος χρόνος ἐστὶν ὡς τοῦτο γέγονεν αὐτῷ; ὁ δὲ εἶπε· παιδιόθεν.
22 Καὶ πολλάκις αὐτὸν καὶ εἰς πῦρ ἔβαλε καὶ εἰς ὕδατα, ἵνα ἀπολέσῃ αὐτόν· ἀλλ᾿ εἴ τι δύνασαι, βοήθησον ἡμῖν σπλαγχνισθεὶς ἐφ᾿ ἡμᾶς.
23 Ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ τὸ εἰ δύνασαι πιστεῦσαι, πάντα δυνατὰ τῷ πιστεύοντι.
24 Καὶ εὐθέως κράξας ὁ πατὴρ τοῦ παιδίου μετὰ δακρύων ἔλεγε· πιστεύω, κύριε· βοήθει μου τῇ ἀπιστίᾳ.
25 Ἰδὼν δὲ ὁ Ἰησοῦς ὅτι ἐπισυντρέχει ὄχλος, ἐπετίμησε τῷ πνεύματι τῷ ἀκαθάρτῳ λέγων αὐτῷ· τὸ πνεῦμα τὸ ἄλαλον καὶ κωφόν, ἐγώ σοι ἐπιτάσσω, ἔξελθε ἐξ αὐτοῦ καὶ μηκέτι εἰσέλθῃς εἰς αὐτόν.
26 Καὶ κράξαν καὶ πολλὰ σπαράξαν αὐτὸν ἐξῆλθε, καὶ ἐγένετο ὡσεὶ νεκρός, ὥστε πολλοὺς λέγειν ὅτι ἀπέθανεν.
27 Ὁ δὲ Ἰησοῦς κρατήσας αὐτὸν τῆς χειρὸς ἤγειρεν αὐτόν, καὶ ἀνέστη.
28 Καὶ εἰσελθόντα αὐτὸν εἰς οἶκον οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἐπηρώτων αὐτὸν κατ᾿ ἰδίαν, ὅτι ἡμεῖς οὐκ ἠδυνήθημεν ἐκβαλεῖν αὐτό.
29 Καὶ εἶπεν αὐτοῖς· τοῦτο τὸ γένος ἐν οὐδενὶ δύναται ἐξελθεῖν εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ.
30 Καὶ ἐκεῖθεν ἐξελθόντες παρεπορεύοντο διὰ τῆς Γαλιλαίας, καὶ οὐκ ἤθελεν ἵνα τις γνῷ·
31 ἐδίδασκε γὰρ τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς ὅτι ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοται εἰς χεῖρας ἀνθρώπων, καὶ ἀποκτενοῦσιν αὐτόν, καὶ ἀποκτανθεὶς τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀναστήσεται.
Μετάφραση
17 Καὶ ἕνας ἀπὸ τὸ πλῆθος ἀπεκρίθη, «Διδάσκαλε σοῦ ἔφερα τὸν υἱόν μου, ποὺ ἔχει πνεῦμα ἄλαλον.
18 Ὅταν τὸν πιάσῃ, τὸν ρίχνει κάτω καὶ ἀφρίζει καὶ τρίζει τὰ δόντια καὶ γίνεται ξερός. Καὶ εἶπα εἰς τοὺς μαθητάς σου νὰ τὸ βγάλουν ἀλλὰ δὲν μπόρεσαν».
19 Αὐτὸς δὲ ἀπεκρίθη, «Ὦ γενεὰ ἄπιστη, ἕως πότε θὰ εἶμαι μαζί σας, ῎εως πότε θὰ σᾶς ἀνέχομαι; Φέρετέ τον σ’ ἐμέ».
20 Καὶ τοῦ τὸν ἔφεραν. Καὶ μόλις τὸ πνεῦμα τὸν εἶδε, ἀμέσως τὸν συνετάραξε καὶ ἔπεσε εἰς τὴν γῆν καὶ ἐκυλιότανε καὶ ἄφριζε.
21 Καὶ ἐρώτησε τὸν πατέρα του, «Πόσος καιρὸς εἶναι ἀπὸ τότε ποὺ συνέβη αὐτό;». Αὐτὸς δὲ εἶπε, «Ἀπὸ παιδικῆς ἡλικίας.
22 Πολλὲς φορὲς καὶ στὴν φωτιὰ τὸν ἔρριξε καὶ στὰ νερά, διὰ νὰ τὸν ἐξολοθρεύσῃ. Ἀλλ’ ἂν μπορῇς νὰ κάνῃς τίποτε βοήθησέ μας, σπλαγχνίσου μας».
23 Ὁ δὲ Ἰησοῦς τοῦ εἶπε, «Ἐὰν μπορῇς νὰ πιστέψῃς ὅλα εἶναι δυνατὰ εἰς ἐκεῖνον ποὺ πιστεύει».
24 Τότε φώναξε ἀμέσως ὁ πατέρας τοῦ παιδιοῦ καὶ μὲ δάκρυα εἶπε, «Πιστεύω, Κύριε, βοήθησε τὴν ἀπιστίαν μου».
25 Ὅταν δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶδε ὅτι μαζεύεται κόσμος, ἐπέπληξε τὸ πνεῦμα τὸ ἀκάθαρτον καὶ τοῦ εἶπε, «Τὸ ἄλαλον καὶ κωφὸν πνεῦμα, ἐγὼ σὲ διατάσσω, ἔβγα ἀπὸ αὐτὸν καὶ νὰ μὴ μπῇς ποτὲ πλέον μέσα του».
26 Αὐτὸ, ἀφοῦ ἐφώναξε καὶ τὸν ἐσπάραξε δυνατά, ἐβγῆκε, τὸ δὲ παιδὶ ἔγινε σὰν νεκρός, ὥστε πολλοὶ νὰ λέγουν ὅτι πέθανε.
27 Ἀλλ’ ὁ Ἰησοῦς τὸν ἔπιασε ἀπὸ τὸ χέρι, τὸν ἐσήκωσε καὶ ἐστάθηκε ὄρθιος.
28 Καὶ ὅταν ὁ Ἰησοῦς ἐμπῆκε εἰς τὸ σπίτι, τὸν ἐρώτησαν οἱ μαθηταί του ἰδιαιτέρως, «Γιατὶ ἐμεῖς δὲν μπορέσαμε νὰ τ[ο βγάλωμε;».
29 Καὶ αὐτὸς τοὺς εἶπε, «Τὸ γένος αὐτὸ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ βγῇ μὲ κανένα ἄλλο μέσον παρὰ μὲ προσευχὴ καὶ νηστείαν».
30 Καὶ ὅταν ἔφυγαν ἀπὸ ἐκεῖ, ἐπερνοῦσαν διὰ τῆς Γαλιλαίας καὶ ὁ Ἰησοῦς δὲν ἤθελε νὰ μάθῃ κανεὶς τίποτε,
31 διότι ἐδίδασκε τοὺς μαθητάς του καὶ τοὺς ἔλεγε ὅτι ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου θὰ παραδοθῇ εἰς τὰ χέρια ἀνθρώπων καὶ θὰ τὸν θανατώσουν καὶ ἀφοῦ θανατωθῇ, τὴν τρίτην ἡμέραν θὰ ἀναστηθῇ.

Ο Γολγοθάς προμηνύει την Ανάσταση


Ο λαός περιμένει. Έχει αντοχές. Δεν είναι όραμα, είναι η ζωή μας, είναι προσευχή στο Θεό μας «Δόξα σοι ο Θεός, η ελπίς ημών».

Ελπίζει ο λαός, γιατί έχει πίστη, γιατί έχει μέσα του μια σοφία αιώνων.

Κι αν πλανήθηκε τόσα χρόνια από την πολυπολιτισμικότητα, αν τα πολύκλαδα πλοκάμια του κοσμοπολιτισμού τυλίχτηκαν γύρω του, στη δεδομένη στιγμή στρέφεται στην αυτοσυγκέντρωση, την αυτοενδοσκόπηση, στρέφεται στις ρίζες του τις τρισχιλιόχρονες και αποδεσμεύεται απ’ όλα τα κακά, από το ζόφο της φθοράς.

Ανοίγουν ξανά οι προγονικές παρακαταθήκες και αντλεί το χρυσάφι της φυλής, και κανένας Γερμανός, Τούρκος, Ευρωπαίος, όποιας φυλής κι όποιας θρησκείας, δεν μπορεί να του κλέψει γιατί είναι φυλαγμένο το χρυσάφι αυτό στην ψυχή του ωραίου Έλληνα .

Μπορεί την περιουσία, τις καταθέσεις μας, τα ομόλογα, τα αξιόγραφα να τα αρπάξουν, να τα μηδενίσουν. Η ψυχή μας μένει άτρωτη, γιατί είναι θεία, είναι ευλογημένη. Είναι άτρωτη από βέλη υποχθονίων εχθρών.

Όλοι μας, ας προβάλουμε τη σύνεση, την πίστη, τη σοφία που μας κληροδότησαν οι πρόγονοί μας.

Ας αντιτάξουμε στα βέλη κακόβουλων εχθρών, υπονομευτών, τη γρανιτένια ψυχή, νέοι, γέροι, παιδιά και έφηβοι.

Στην έρημο του τοπίου, να προστρέξουμε στην όαση της ανθοφορίας και του ζώντος ύδατος.

Να δώσουμε τα χέρια.

Ενωμένοι ψυχή τε και σώματι.

Τα μνημόνια έρχονται και παρέρχονται.

Είναι έργα ανθρώπων.

Εμείς προσβλέπουμε στα έργα του Θεού.

Ο Γολγοθάς προμηνύει την Ανάσταση.



Κλαίρη Αγγελίδου
***
Ας έχουμε πίστη κι΄ ελπίδα φίλοι μου , Διαβάτες και Οδοιπόροι της Ζωής ...
Τίποτα δεν επιτρέπει ο Ουράνιος Πατέρας που να μην μπορούμε να το αντέξουμε ...
Το κάθετι έχει το λόγο του για να συμβαίνει ...
Ας μας ενώνει η πίστη και η ελπίδα !
Καλημέρα σας !

Άγιος Δημήτριος ο Πελοποννήσιος

Άγιος Δημήτριος ο Πελοποννήσιος                            
          
Ο Άγιος Δημήτριος ο Πελοποννήσιος γεννήθηκε στο χωριό Λιγούδιστα της Αρκαδίας και σε μικρή ηλικία ήλθε μαζί με τον αδελφό του στην Τρίπολη, όπου εργαζόταν μαζί με κάποιους κτίστες. Επειδή όμως αυτοί τον βασάνιζαν, έφυγε από τη συντροφιά τους και πήγε στο σπίτι ενός Τούρκου κουρέα, ο οποίος και κατόρθωσε τον εξισλαμισμό του, ονομάζοντας τον Μεχμέτ.

Αργότερα ο Δημήτριος εγκατέλειψε την Τρίπολη, μετάνιωσε για την αποστασία του και ήλθε στο Άργος. Από το Άργος, για μεγαλύτερη ασφάλεια, πήγε στη Σμύρνη και από 'κει στή Μονή του Προδρόμου κοντά στις Κυδωνιές, όπου βρήκε ευσεβή πνευματικό, εξομολογήθηκε και ζήτησε τις συμβουλές του. Με την προτροπή του πνευματικού αυτού ο Δημήτριος ήλθε στη Χίο, όπου έμεινε για αρκετό καιρό κοντά σε άλλο φημισμένο πνευματικό, με προσευχή και μετάνοια.

Προετοιμάσθηκε για το μαρτύριο και πήγε στο Άργος, όπου παρέμεινε κρυμμένος και χειραγωγούμενος από τον Ιερέα Αντώνιο Σακελάριο και από 'κει έφτασε στην Τρίπολη. Παρουσιάστηκε μπροστά στον Τούρκο Διοικητή, δήλωσε ότι πιστεύει στον Χριστό και ότι είναι έτοιμος να χύσει και το αίμα του γι' Αυτόν.

Τα βασανιστήρια πού ακολούθησαν ήταν φρικτά, αλλά ο Δημήτριος έμεινε αμετακίνητος στην πίστη του και έτσι στις 14 Απριλίου 1803 μ.Χ. τον αποκεφάλισαν στην Τρίπολη.

Το Ιερό του λείψανο διασώθηκε από τους χριστιανούς στον Ναό της Μονής του Αγ. Νικολάου Βαρσών. Στην κεντρική αγορά της Τρίπολης, μικρός ναός τιμάται στο όνομα του Νεομάρτυρα αυτού.

Σημείωση: Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης αναφέρει την μνήμη του στις 13 Απριλίου.


Αγιογραφίες / Φωτογραφίες
Άγιος Δημήτριος ο Πελοποννήσιος
Άγιος Δημήτριος ο Πελοποννήσιος

Άγιος Δημήτριος ο Πελοποννήσιος
Άγιος Δημήτριος ο Πελοποννήσιος




                                           

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...