Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τρίτη, Απριλίου 16, 2013

Ο Πλάτων και τα πλατάνια… π. Ηλίας Υφαντής


div style=”font-size:150%;”> (Δεν υπάρχει εικόνα, γιατί κάποιοι, που ενοχλούνται απ’ τα γραφόμενά μου, μπλοκάρισαν το σύστημα ανάρτησης των εικόνων. Ενδεικτικό και αυτό της ποιότητάς τους…)

Ακολουθεί το κείμενο:

Κάποιοι, πριν από πολλά χρόνια, με είχαν κατηγορήσει, μεταξύ άλλων, ότι μιλούσα, στην ενορία μου για τον Πλάτωνα.
Διατάχθηκαν ανακρίσεις. Και ο ανακριτής ρώτησε το μάρτυρα κατηγορίας:
-Εσύ τι ξέρεις για τον Πλάτωνα;
-Πώς δεν ξέρω παπα μ’ για τον πλάτανο, αφού εδώ οι ρεματιές είναι γιομάτες πλατάνια!… Όμως…
Αυτοί, που μπερδεύουν τον Πλάτωνα με τα πλατάνια δεν ήταν αποκλειστικό προνόμιο του 20ου, αλλά ευημερούν και στον 21ο αιώνα. Και, μάλιστα, για μια ακόμη φορά, στο χώρο της Εκκλησίας. Και ιδού η απόδειξη:
Αφότου συνταξιοδοτήθηκα, κάνω κηρύγματα, σε διάφορες εκκλησιές.
Και, με τη βοήθεια του Θεού, οι άνθρωποι μένουν, όχι απλά ευχαριστημένοι. Δεδομένου ότι προσπαθώ να επικαιροποιώ τα κηρύγματα, συνδέοντάς τα ευαγγελικά κείμενα με τη σύγχρονη πραγματικότητα, Απ’ την οποία πραγματικότητα δεν ήταν δυνατόν να παρακάμψω και την τωρινή πολύμορφη και πολυεπίπεδη κρίση.
Δυστυχώς όμως τα πράγματα άλλαξαν άρδην, αφότου στον πρωθυπουργικό θώκο θρονιάστηκε ο εντιμότατος κ. Σαμαράς.
Αφού κάποιοι εγκάθετοι της τρικομματικής συμμορίας, άρχισαν να διαμαρτύρονται. Προφανώς, γιατί φοβούνται μήπως επηρεάσω αρνητικά το κοπάδι της εκλογικής τους πελατείας…
Και το φαινόμενο είναι ευεξήγητο:
Δεδομένου ότι ανάμεσα στο εκκλησιαστικό και το κοσμικό κατεστημένο υπάρχει ομφάλιος λώρος αιώνων. Παρότι με την Εκκλησία του Χριστού υπάρχει διαμετρική αντίθεση και χάσμα αγεφύρωτο σε όλα τα επίπεδα. Πράγμα, που, μέχρι πρότινος, συγκαλυπτόταν από το γεγονός ότι το κοσμικό κατεστημένο παρουσιαζόταν υπέρμαχο της πατρίδας, της θρησκείας και της οικογένειας. Θεσμούς και πραγματικότητες, που, στις μέρες μας, έχουν κατεδαφίσει και ξεθεμελιώσει. Και μάλιστα με ιδιάζοντα δολοφονικό οίστρο. Ο λόγος, δε, τον οποίο επικαλούνται είναι ότι, δήθεν, τα κηρύγματά μου είναι πολιτικού περιεχομένου.
Και το περίεργο, στην προκειμένη περίπτωση, είναι ότι τη θέση αυτή υιοθέτησε και ο Μητροπολίτης.
Ο οποίος έδωσε αυστηρή διαταγή στους εφημερίους να μην επιτρέπουν να ομιλούν στους ναούς όσοι πολιτικολογούν. Και επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, αυτός, που διαπράττει το κακούργημα της «πολιτικολογίας» είναι η ελαχιστότητά μου, η αυστηρή αυτή απαγόρευση αφορά. πασιφανέστατα, μόνο εμένα και άλλον κανένα.
Και δεν μ’ ενοχλεί, που η απόφαση αυτή αφορά στο πρόσωπό μου.
Δεδομένου ότι η ιερατική μου ζωή, με ελάχιστες ανάπαυλες, ήταν ένας ανελέητος διωγμός απ’ το απάνθρωπο καθεστώς της δεσποτοκρατίας. Εκείνο, που με πικραίνει αφάνταστα είναι, που αυτή τη φορά σύρεται στην αγχόνη του αφανισμού η πατρίδα μας και ο λαός μας.
Και αυτό συμβαίνει, όχι εξαιτίας κάποιων ανθρώπινων λαθών, αλλά βάσει σχεδίου γενοκτονίας.
Χειρότερου ακόμη και εκείνου, που οι Τούρκοι είχαν εφαρμόσει με τους εξισλαμισμούς και το παιδομάζωμα.
Και δεν λέμε να πάρουμε τα όπλα και να επιδοθούμε σε αδελφοκτόνο εμφύλιο, όπως συνέβη στο παρελθόν.
Για να πανηγυρίσουν οι εχθροί μας την ολοσχερή μας καταστροφή μας. Αλλά να συνειδητοποιήσουμε τον έσχατο κίνδυνο, που διατρέχουμε και να φωνάξουμε με όλη τη δύναμη της ψυχής μας.
Και η θέση αυτή δεν εκκολάφθηκε, για πρώτη φορά, στο δικό μου φτωχό μυαλό.
Αποτελεί πάγια τακτική των μεγάλων ηρώων και αγίων της πίστης μας και της πατρίδας μας:
Ή μήπως δεν ήταν ο Μακρυγιάννης, που είπε:
«Ὅταν μοῦ πειράζουν τὴν πατρίδα μου καὶ θρησκεία μου, θὰ μιλήσω, θὰ ῾νεργήσω κι᾿ ὅ,τι θέλουν ἂς μοῦ κάμουν»!
Ή μήπως δεν είναι ο σύγχρονος άγιος, ο Γέροντας Παΐσιος, που λέει:

«Όταν όλα καίγονται γύρω σου, ο πόνος δεν σ’ αφήνει να σωπάσεις. Λένε κάποιοι: Κάνε προσευχή! Τους απαντώ: Η προσευχή, προσευχή και ο λόγος, λόγος. Η σιωπή, μερικές φορές, φέρει μεγάλη ευθύνη. Αν δεν φωνάξουμε, θα σηκωθούν οι πατεράδες μας από τους τάφους και θα μας δείρουν και θα μας καταραστούν»!

Αλλά και τι θα έκανε, αν ζούσε σήμερα, ο ομώνυμος του Μητροπολίτη μας, άγιος Πατροκοσμάς;
Όταν καταργούνται ακόμη και οι Κυριακές! Οπότε επανερχόμαστε στο καθεστώς, που είχαν επιβάλει οι Εβραίοι, στα χρόνια της τουρκοκρατίας, με τα κυριακάτικα παζάρια. Για την κατάργηση των οποίων πλήρωσε με την ίδια του τη ζωή.
Και τι θα έκανε ο Χριστός για μας, που καταντήσαμε σαν τον άλαλο νέο του κυριακάτικου ευαγγελικού αναγνώσματος (Μάρκου:θ: 17-31).
Ή μήπως ο Χριστός έπρεπε ν’ αφήσει το δυστυχισμένο νέο να βρίσκεται υπό το καθεστώς της αλαλίας και τους συμπαρομαρτούντες κινδύνους, για να μην ενοχλήσει τα δαιμόνια, που τον βασάνιζαν!…
Και επιτέλους ποιοι είναι αυτοί, που καθορίζουν και αποφαίνονται για το ποιο κήρυγμα είναι πολιτικό και ποιο πατριωτικό και εθνικό;
Όταν ποτέ τους δεν έχουν ασχοληθεί με τέτοιου είδους «επουσιώδη» θέματα. Γιατί το πρωταρχικό τους ενδιαφέρον εστιάζεται στο γλυφταριό και το χαφιεδαριό και την καλοπέρασή τους…
Η ελαχιστότητά μου δεν ντρέπομαι καθόλου γι αυτά, που λέω στα κηρύγματά μου.
Και μάρτυρες είναι στη συντριπτική τους πλειονότητα όσοι τα’ ακούνε.
Και θερμά ικετεύω το Σ/το Μητροπολίτη μας, αλλά και όλους τους Σ/τους Μητρπολίτες να συναισθανθούμε τις τραγικές συνέπειες της, μέχρι τώρα, αδράνειάς μας. Και ν’ ακολουθήσουμε το υπέροχο παράδειγμα του Χριστού και των ηρώων και των αγίων μας.
Έτσι ώστε να μην είμαστε η ντροπή των προγόνων μας και η κατάρα των επόμενων γενεών…
Παπα-Ηλίας
ΥΓ: Κάποιοι, που ενοχλούνται απ’ τα κείμενά μου έχουν μπλοκάρει το σύστημα αναρτήσεως εικόνων. Τους ευχαριστώ, πουτόσα χρόνια μπόρεσαν να με ανεχτούν…

Οι γνωστότεροι χειρόγραφοι κώδικες της Καινής Διαθήκης16


. Περί των ελληνικών χειρογράφων της Καινής Διαθήκης γενικές πληροφορίες
Όταν στις αρχές του 16ου αιώνα, και συγκεκριμένα το έτος 1516, ο Ολλανδός ανθρωπιστής Έρασμος εξέδωσε για πρώτη φορά το ελληνικό κείμενο της Καινής Διαθήκης, γνώριζε μόνο 6 ή ίσως 7 χειρόγραφα στα οποία και στηρίχτηκε για την έκδοση. Η σπουδή με την οποία ενήργησε – με εντολή του Ελβετού εκδότη Ιωάννη Frobenius – για να προλάβει την Πολύγλωσση Κομπλουτιανή του Ισπανού καρδιναλίου Ximenes de Cisneros (η οποία ήταν έτοιμη νωρίτερα αλλά λόγω καθυστέρησης της Παπικής έγκρισης κυκλοφόρησε το 1522) ήταν η αιτία που δεν μπόρεσε να αναζητήσει περισσότερα χειρόγραφα. Δεν είναι γνωστό σε πόσα χειρόγραφα στηρίχτηκε η πιο επιμελημένη αλλά ιστορικά αργοπορημένη Πολύγλωσση Κομπλουτιανή. Πάντως είναι γεγονός ότι και οι μεταγενέστερες βελτιωμένες εκδόσεις του Εράσμου, καθώς και άλλων εκδοτών, στηρίζονται επίσης σε πολύ περιορισμένο αριθμό χειρογράφων.
codsin
Σήμερα ο αριθμός των γνωστών ελληνικών χειρογράφων της Καινής Διαθήκης, που βρίσκονται σε διάφορες μονές και βιβλιοθήκες του κόσμου, υπερβαίνει τα 5700. Συγκεκριμένα στην τελευταία έκδοση του καταλόγου του K. Aland, Kurzgefasste Liste der griechischen Handschriften des Neuen Testaments, 1994, όπως συμπληρώθηκε από τα ενημερωτικά Δελτία του Ινστιτούτου έρευνας του κειμένου της Καινής Διαθήκης στο Muenster της Γερμανίας, αριθμούνται:
— 116 πάπυροι ή σπαράγματα παπύρων με τεμάχια της Καινής Διαθήκης (από τον 2ο ως και τον 7ο αιώνα, τα περισσότερα από τον 2ο ως τον 4ο αιώνα),
— 316 μεγαλογράμματα χειρόγραφα (από τον 4ο ως και τον 10ο αιώνα),
— 2877 μικρογράμματα συνεχούς κειμένου, δηλ. από το κατά Ματθαίον μέχρι την Αποκάλυψη (από τον 9ο-10ο ως τον 16ο-17ο αιώνα και αργότερα, παρά την παράλληλη ύπαρξη της τυπογραφίας),
— και 2432 εκλογάδια (της ίδιας εποχής με τα μικρογράμματα συνεχούς κειμένου), που περιέχουν τις αναγινωσκόμενες κατά τη θεία λατρεία περικοπές και που ονομάζονται από τους Δυτικούς ερευνητές Ευαγγελιστάρια ή Λεξιονάρια, ενώ από τους Έλληνες ονομάζονται, σύμφωνα με τη Βυζαντινή ορολογία, Εκλογάδια ή Ιερόν Ευαγγέλιον και Απόστολος (ανάλογα με το περιεχόμενό τους). Βέβαια παράλληλα χρησιμοποιείται από τους Έλληνες και η εισαγόμενη από τη Δύση ορολογία (Ευαγγελιστάρια, Λεξιονάρια).
Ας σημειώσουμε ότι το αρχαιότερο απόσπασμα με κείμενο της Καινής Διαθήκης προέρχεται από τις αρχές του 2ού αιώνα (120 – 125 μ.Χ), είναι ο πάπυρος Ρ52, που περιέχει την περικοπή Ιω. 18, 31- 33· 37-38 και βρίσκεται στη βιβλιοθήκη John Ryland του Manchester της Αγγλίας. Απέχει δηλ. μόλις 2-3 δεκαετίες από το πρωτότυπο του κατά Ιωάννην ευαγγελίου.
Που βρίσκονται όλα αύτα τα χειρόγραφα; Είναι διάσπαρτα σε μεγάλες και γνωστές βιβλιοθήκες του κόσμου και σε μοναστήρια. Πιο συγκεκριμένα:
Οι πόλεις ή μονές που διασώζουν σε βιβλιοθήκες τους μεγάλο αριθμό χειρογράφων είναι, κατα ανιούσα κλίμακα, οι ακόλουθες:
— από 50 ως 100 χειρόγραφα: Καίμπριτζ (66), Μονή Κρυπτοφέρρης, κοντά στη Ρώμη (69), Φλωρεντία (79), Πάτμος (81), Μόσχα (96)
— από 100 ως 200 χειρόγραφα: Ιερουσαλήμ (146) καί Οξφόρδη (158).
— από 200 ως 500 χειρόγραφα: Η μονή Αγίας Αικατερίνης του Σινά (230), Αγία Πετρούπολη (233),
Λονδίνο (271), Ρώμη (367), Παρίσι (373), Αθήνα (419)
— πάνω από 500 χειρόγραφα: Οι μονές του Αγίου Όρους (1000)
Ας σημειωθεί ότι ο αριθμός 230 της μονής Αγίας Αικατερίνης του Σινά, ύστερα από την ανακάλυψη νέων χειρογράφων το 1975, πρέπει να έχει αυξηθεί σημαντικά.
Ως προς τη μορφή που είχαν τα χειρόγραφα μπορούμε να πούμε τα ακόλουθα, καταλήγοντας σε μία θεωρία που είναι πολύ πιθανή:
Τα χειρόγραφα σε πάπυρο είχαν συνήθως τη μορφή ειληταρίου, ενώ οι περγαμηνές ή μεμβράνες σπάνια είχαν τη μορφή ειληταρίου, ήταν συνήθως φύλλα τοποθετημένα το ένα επάνω στο άλλο, ώστε τέσσερα φύλλα μαζί να αποτελούν το «τετράδιο» και περισσότερα μαζί τον «κώδικα». Είναι προφανές ότι πρακτικά είναι πιο ευχερής η χρήση του κώδικα παρά η του ειληταρίου. Άλλωστε είναι χαρακτηριστικό ότι πολλοί χριστιανικοί πάπυροι έχουν τη μορφή κώδικα. Είναι πολύ πιθανό η συρραφή πολλών τετραδίων σε μορφή κώδικα να προήλθε από τις ανάγκες των χριστιανικών Εκκλησιών. Πάντως από τις αρχές του 2ου αιώνα η χρήση του κώδικα (είτε από πάπυρο είτε αργότερα από περγαμηνή) επικρατεί στην Εκκλησία. Ίσως για λόγους πρακτικούς (φαντασθείτε πόσο άβολο είναι να χρησιμοποιεί κανείς τις Πράξεις των Αποστόλων για τα λειτουργικά αναγνώσματα -τη στιγμή που υπολογίζεται ότι χρειάζονται περίπου 9 μέτρα παπύρου για το βιβλίο αυτό). Οι εθνικό-χριστιανικές Εκκλησίες μάλιστα (που βρίσκονταν στον ελληνόφωνο χώρο) χρησιμοποιούσαν τον κώδικα για να διαφοροποιείται η Γραφή τους από τη Γραφή της ιουδαϊκής Συναγωγής, η οποία χρησιμοποιούσε την Π. Διαθήκη σε ειλητάρια. Συνεπώς, είναι μία πολύ πιθανή η υπόθεση ότι ο κώδικας αναπτύχθηκε και χρησιμοποιήθηκε αρχικά στη χριστιανική Εκκλησία.
2. Μερικά από τα σπουδαιότερα χειρόγραφα της Καινής Διαθήκης
Στη συνέχεια περιγράφουμε μερικά από τα σπουδαιότερα χειρόγραφα της Καινής Διαθήκης, αρχίζοντας από τους μεγαλογράμματους κώδικες.
Ο Σιναϊτικός κώδικας (a) περιέχει ολόκληρη την Καινή Διαθήκη καθώς επίσης την επιστολή Βαρνάβα και του Ποιμένα του Ερμά. Προέρχεται από τον 4ο αιώνα, είναι γραμμένος σε τέσσερις στήλες και πιθανή πατρίδα του θεωρείται η Αίγυπτος ή η Καισάρεια της Παλαιστίνης. Τον κώδικα αυτόν ανακάλυψε στα μέσα του προηγούμενου αιώνα (1844) στην Ι. Μονή Αγίας Αικατερίνης του Σινά ο Γερμανός Konstantin Tischendorf, ο οποίος ύστερα από ορισμένες διαπραγματεύσεις τον πρόσφερε ως δώρο της μονής στον τσάρο της Ρωσίας Αλέξανδρο τον Β’. Το έτος 1933 τον αγόρασε η αγγλική κυβέρνηση και από τότε βρίσκεται στο Βρετανικό Μουσείο του Λονδίνου, εκτός από 43 φύλλα (τμήματα των βιβλίων της Π. Διαθήκης: Α’ Παραλειπομένων, Ιερεμία, Νεεμία και Εσθήρ) που βρίσκονται στην Πανεπιστημιακή βιβλιοθήκη της Λειψίας, όπου ο Tischendorf υπηρετούσε ως υφηγητής. Μερικά φύλλα (12 φ. προερχόμενα από τα βιβλία της Π.Δ. Αριθμοί, Λευιτικόν, Δευτερονόμιον, Κριταί) βρέθηκαν το 1975 μεταξύ πολλών άλλων χειρογράφων στη Μονή της Αγίας Αικατερίνης του Σινά.
Το κείμενο του Σιναϊτικού κώδικα φαίνεται ότι διορθώθηκε από μερικούς διορθωτές μόλις αντιγράφηκε, καθώς και αργότερα (6ος -7ος αιώνας)· σύμφωνα με την πληροφορία, που περιέχεται σ’ έναν κολοφώνα στο τέλος των βιβλίων Έσδρα και Εσθήρ, οι τελευταίες διορθώσεις έγιναν βάσει ενός αρχαίου χειρογράφου που είχε διορθώσει ο πρεσβύτερος και μάρτυς Πάμφιλος, ο οποίος, ως γνωστόν, είχε φροντίσει για τον εμπλουτισμό της βιβλιοθήκης της Καισαρείας της Παλαιστίνης με πολλά αρχαία χειρόγραφα.
Ο Αλεξανδρινός κώδικας (Α) είναι του 5ου αιώνα και προέρχεται από την Αίγυπτο. Στα ευαγγέλια περιέχει τον βυζαντινό τύπο κειμένου, στα υπόλοιπα βιβλία της Καινής Διαθήκης αποτελεί έναν από τους κυριότερους εκπροσώπους του αλεξανδρινού τύπου κειμένου μαζί με τους κώδικες Βατικανό και Σιναϊτικό. Είναι τρίστηλος. Περιέχει ολόκληρη σχεδόν την Καινή Διαθήκη πλην ορισμένων κενών στα ευαγγέλια Ματθαίου και Ιωάννου καθώς και στη Β’ προς Κορινθίους. Εκτός από την Καινή Διαθήκη έχει και τις επιστολές Α’ και Β’ Κλήμεντος (τη δεύτερη μέχρι το 12, 5). Το 1627 δωρήθηκε ο κώδικας αυτός από τον Πατριάρχη Κύριλλο Λούκαρι στο βασιλιά Κάρολο τον Α’ της Αγγλίας και σήμερα βρίσκεται στο Βρετανικό Μουσείο μέσα σε γυάλινη προθήκη προσιτή στον επισκέπτη δίπλα στο Σιναϊτικό κώδικα.
Ο Βατικανός κώδικας (Β) προέρχεται επίσης από την Αίγυπτο και θεωρείται ο αρχαιότερος κώδικας της Καινής Διαθήκης (αρχές – μέσα του 4ου αιώνα). Το κείμενό του τελειώνει στο Έβρ 9, 14α· δεν περιέχει το υπόλοιπο της Εβρ., καθώς και τις επιστολές Α’ Β’ Τιμ. Τίτ. Φιλημ. και την Αποκάλυψη. Τοποθετεί την Εβρ., μετά τη Β’ Θεσ. Επίσης παρουσιάζει ένα είδος διαίρεσης του κειμένου σε κεφάλαια που δεν συμπίπτει με τις διαιρέσεις άλλων αρχαίων χειρογράφων. Η κάθε επιστολή του Παύλου δεν αρχίζει με νέα αρίθμηση άλλα συνεχίζεται η αρίθμηση που αρχίζει στην προς Ρωμ. Ο κώδικας αυτός βρίσκεται από τον 15ον αιώνα στη Βιβλιοθήκη του Βατικανού.
Ο κώδικας Εφραίμ του Σύρου (C) είναι ο σπουδαιότερος παλίμψηστος (rescriptus) κώδικας, προέρχεται από τον 5ον αιώνα και το κείμενό του ανήκει στον βυζαντινό τύπο κειμένου. Περιέχει αποσπάσματα από όλα σχεδόν τα βιβλία της Καινής Διαθήκης, εκτός από τις επιστολές Β’ Θεσ. και Β’ Ιω. Κατά τον 12ο αιώνα το κείμενό του καλύφθηκε από την ελληνική μετάφραση των 38 πραγματειών του Εφραίμ του Σύρου. Κατόπιν πολλών προσπαθειών και με τη χρήση τεχνικών μέσων της εποχής του κατάφερε ο Tischendorf να αναγνώσει το αρχικό κείμενο. Σήμερα βρίσκεται στην Εθνική Βιβλιοθήκη των Παρισίων.
Ο κώδικας Βέζα (D) είναι δίγλωσσος (ελληνικό κείμενο στην αριστερή σελίδα και λατινική μετάφραση στη δεξιά) και αποτελείται από δύο χειρόγραφα. Το πρώτο περιέχει τα ευαγγέλια (με τη σειρά Μθ, Ιω, Λκ, Μρ), τις Πράξεις των Αποστόλων και ένα μικρό απόσπασμα της Γ’ Ιω. και ονομάζεται Codex Bezae Cantabrigiensis, γιατί δωρήθηκε το 1581 από τον Θεόδωρο Βέζα, φίλο και συνεργάτη του Καλβίνου, στο Πανεπιστήμιο του Cambridge, όπου και βρίσκεται σήμερα. Το δεύτερο περιέχει τις επιστολές του Παύλου και ονομάζεται Codex Claromontanus από τη μονή Clermont της Γαλλίας όπου βρισκόταν. Σήμερα βρίσκεται στην Εθνική Βιβλιοθήκη των Παρισίων. Το κείμενο και των δύο χειρογράφων, που ανήκει στο λεγόμενο «δυτικό» τύπο, παρουσιάζει αρκετές αποκλίσεις, προσθήκες και παραλείψεις σε σχέση προς το γνωστό κείμενο, ιδίως στις Πράξεις των Αποστόλων. Άξιο μνείας είναι ένα άγραφο λόγιό του Ιησού που παραδίδει στο Λκ κεφ. 6 μεταξύ των στίχων 4 και 5: «Τη αυτή ημέρα θεασάμενός τινά εργαζόμενον τώ σαββάτω είπεν αυτώ Άνθρωπε, ει μεν οίδας τι ποιείς, μακάριος εί. Ει δε μη οίδας, επικατάρατος και παραβάτης εί του νόμου».
Από τους μεγαλογράμματους κώδικες, εκτός από τους παραπάνω που αναφέραμε, άξιοι ιδιαίτερης μνείας είναι επίσης:
Ο Petropolitanus Purpureus (N) του 6ου αιώνα, γραμμένος σε πολυτελή περγαμηνή με γράμματα ασημένια και μόνο στις συντμήσεις για τα ονόματα Θεός και Ιησούς χρυσά· τα φύλλα του είναι διασκορπισμένα σε διάφορες βιβλιοθήκες του κόσμου (182 φ. στην Πετρούπολη, 33 στην Πάτμο, 6 στο Βατικανό, 4 στο Βρετανικό Μουσείο του Λονδίνου, 2 στη Βιέννη, 1 στο Βυζαντινό Μουσείο Αθηνών, 1 στο Βυζαντινό Μουσείο Θεσσαλονίκης και 1 στη Νέα Υόρκη).
Ο Codex Sinopensis (O) του 6ου αιώνα επίσης, γραμμένος με χρυσή μελάνη σε πολυτελή πορφυρή περγαμηνή, είναι από τα αρχαιότερα χειρόγραφα που περιέχουν καλλιτεχνικές διακοσμήσεις (μινιατούρες), οι οποίες όμως είναι κάπως μεταγενέστερες της εποχής του χειρογράφου. Βρίσκεται στην Εθνική Βιβλιοθήκη των Παρισίων.
Ο κώδικας W που βρίσκεται στο Μουσείο Freer της Ουάσιγκτον βρέθηκε στις αρχές του 20ου αιώνα. Ανήκει στα τέλη του 4ου η αρχές του 5ου αιώνα. Περιέχει τα ευαγγέλια με την ίδια σειρά του κώδικα Βέζα (Μθ, Ιω, Λκ, Μρ). Ένα από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του κώδικα αυτού είναι ότι διασώζει ένα λόγιο του Ίησού στο τέλος περίπου του κατά Μάρκον (16, 14), το λεγόμενο λόγιο του Freer, γνωστό ήδη εν μέρει και στον Ιερώνυμο.
Ο κώδικας Rossanensis (Σ) του 6ου αιώνα είναι γραμμένος σε πορφυρή περγαμηνή με ασημένια γράμματα. Περιέχει τα ευαγγέλια Ματθαίου και Μάρκου (οι τρεις πρώτοι στίχοι κάθε ευαγγελίου είναι με χρυσά γράμματα). Είναι το αρχαιότερο χειρόγραφο με σύγχρονές του μικρογραφίες.
Ο κώδικας Laurensis (Ψ) του 9ου αιώνα βρίσκεται στη μονή Αγίας Λαύρας του Άθω και περιέχει τα ευαγγέλια (από το 9ο κεφ. του Μρ), τις Πράξεις, τις Καθολικές επιστολές (με τη σειρα Α’ Β’ Πέ, Ίακ, Α’ Β’ Τ’ Ίω, Ιούδα), τις επιστολές του Παύλου και την Έβρ.
Ο κώδικας Ω βρίσκεται επίσης στο Αγιον Όρος (Μονή Διονυσίου), περιέχει τα ευαγγέλια (πλην του Λκ 1, 15-28) και είναι του 9ου αιώνα. Πλην των Ψ και Ω στο Άγιον Όρος βρίσκονται επίσης τα μεγαλογράμματα 049, 051, 052, 063, 0617 κ.α. καθώς και πληθος μικρο-γραμμάτων, περίπου 1000, όπως σημειώθηκε προηγουμένως.
Για το ιδιόρρυθμο απλώς της εξωτερικής τους εμφάνισης αναφέρουμε επίσης και τα εξής τρία χειρόγραφα:
1) Τόν κώδικα 047, που τα γράμματά του στην κάθε σελίδα του σχηματίζουν ένα σταυρό (βρίσκεται στην Πανεπιστημιακή Βιβλιοθήκη του Princeton).
2) Τόν μικρογράμματο κώδικα 16ου του 14ου αιώνα που είναι γραμμένος με τέσσερα διαφορετικά χρώματα μελάνης, ανάλογα με το ποιος μιλάει: δηλ. τα αφηγηματικά μέρη με κιννάβαρι (δηλ. βαθύ ερυθρό), τα λόγια του Ιησού και των αγγέλων με ερυθρωπό, φράσεις της Π.Δ., των μαθητών, του Ζαχαρία, της Ελισάβετ, της Μαρίας, του Συμεών και του Ιωάννη του Βαπτιστή με κυανή και λόγια τέλος των Φαρισαίων, του Ισκαριώτη και του σατανά με μαύρη.
3) Τον κώδικα 0169, που είναι ο μικρότερος απ’ όλους. Οι διαστάσεις της μίας και μοναδικής σελίδας, που βρέθηκε στην Οξύρρυγχο της Αιγύπτου, είναι 9, 5 Χ 7, 25 εκατ. (σχήμα τσέπης). Με την ευκαιρία αυτή ας σημειωθεί ότι ο μεγαλύτερος σε διαστάσεις κώδικας είναι ο λατινικός κώδικας Γίγας της Στοκχόλμης.
Πηγή: «Ενατενίσεις», Περιοδική Έκδοση Ιεράς Μητροπόλεως Κύκκου και Τηλλυρίας, Τεύχος 4ο, Ιανουάριος – Απρίλιος 2008.

ΜΕΓΑΣ ΚΑΝΩΝ


Στην αρχή της Μεγάλης Σαρακοστής, στο μεγάλο απόδειπνο των τεσσάρων πρώτων ημερών της Α΄ Εβδομάδας των Νηστειών διαβάζεται χωρισμένος σε τέσσερα μέρη ο Μεγάλος Κανόνας και ολόκληρος την Πέμπτη της Ε΄ εβδομάδας των Νηστειών. Ψάλλεται σε ήχο πλ. β΄ που είναι ιδιαίτερα κατανυκτικός, εκφραστικός του πένθους και της συντριβής της καρδιάς
Μπορούμε να περιγράψουμε το κανόνα αυτό σαν ένα θρήνο μετάνοιας που μας μεταφέρει στο βάθος και στο πεδίο δράσης της αμαρτίας, κλονίζοντας τη ψυχή μας με την απόγνωση, τη μετάνοια και την ελπίδα. Με μιά μοναδική τέχνη ο Άγιος Ανδρέας συνυφαίνει τα μεγάλα βιβλικά θέματα: Αδάμ και Εύα, Παράδεισος και Πτώση, Πατριάρχες, Νώε και κατακλυσμός, Δαβίδ, Χώρα της Επαγγελίας και τελικά Χριστός και Εκκλησία, ομολογία των αμαρτιών και μετάνοια. Τα γεγονότα της ιερής ιστορίας παρουσιάζονται σαν γεγονότα τηςζωής μου. Οι ενέργειες του Θεού στο παρελθόν αποβλέπουν σε μένα και στη σωτηρία μου, η τραγωδία της αμαρτίας και η προδοσία παρουσιάζονται σαν προσωπικά δική μου τραγωδία. Η ζωή μου παρουσιάζεται σαν ένα κομμάτι της μεγάλης πάλης ανάμεσα στο Θεό και τις δυνάμεις του σκότους που επαναστατούν εναντίον του.
Η πνευματική ιστορία του κόσμου είναι επίσης και δική μου ιστορία. Γίνονται για μένα μια πρόκληση με τα αποφασιστικά γεγονότα και τις πράξεις από το παρελθόν, που το νόημά τους και η δύναμή τους είναι αιώνια, γιατί κάθε ανθρώπινη ψυχή - μοναδική και ανεπανάληπτη - συγκινείται από το ίδιο δράμα, αντιμετωπίζει την ίδια τελικά εκλογή, ανακαλύπτει την ίδια πραγματικότητα.
Το έργο και ο σκοπός του Μεγάλου Κανόνα είναι να ξεσκεπάσει την αμαρτία και έτσι να μας οδηγήσει στη μετάνοια. Η αποκάλυψη αυτή, δεν γίνεται με ορισμούς και απαριθμήσεις, αλλά με μια βαθειά ενατένηση στη μεγάλη βιβλική ιστορία που είναι η ίδια η ιστορία της αμαρτίας, της μετάνοιας και της συγγνώμης.
Καταλαβαίνουμε ότι αμαρτία είναι, πρώτα απ' όλα, η άρνηση ότι η ζωή είναι προσφορά ή θυσία στο Θεό, με άλλα λόγια δηλαδή, η άρνηση ότι η ζωή έχει θεϊκό προσανατολισμό, ότι η αμαρτία, επομένως, είναι από τις ρίζες της, η παρέκκλιση της αγάπης μας από τον τελικό σκοπό της.
Για να καταλάβουμε σωστά τον Μεγάλο Κανόνα θα πρέπει να ξέρουμε την Αγία Γραφή και να έχουμε την ικανότητα να μεταφέρουμε τα νοήματά του στη ζωή μας.
<<Κανόνες>> στην εκκλησιαστική υμνογραφία λέγονται ύμνοι μεγάλοι, αποτελούμενοι από μικρότερες ενότητες, που ονομάζονται <<Ωδές>>. Κάθε <<Ωδή>> (σημαίνει άσμα θρησκευτικό, από το ρήμα άδω) αποτελείται από τον <<ειρμό>>, που είναι η πρώτη στροφή κάθε Ωδής και χρησιμεύει σαν υπόδειγμα και βάση των στροφών που ακολουθούν, τα λεγόμενα τροπάρια (τρέπονται σύμφωνα με τον ειρμό).

Μέγας ονομάσθηκε για την έκτασή του, αποτελείται από εννέα ωδές, έντεκα ειρμούς (η β΄και η γ΄ ωδή έχουν από δύο ειρμούς) και 250 τροπάρια (25 η α΄ ωδή, 41 η β΄, 28 η γ΄, 29 η δ΄, 23 η ε΄, 33 η στ΄, 22 η ζ΄, 22 η η΄ και 27 η θ΄).
Συντάχθηκε από τον Άγιο Ανδρέα αρχιεπίσκοπο Κρήτης, ο οποίος γεννήθηκε γύρω στα 660 στη Δαμασκό. Έγινε μοναχός στα Ιεροσόλυμα και κληρικός στη Κωνσταντινούπολη. Ψηφίσθηκε μετά το 710 αρχιεπίσκοπος Κρήτης. Άφησε πλούσιο συγγραφικό έργο, κυρίως υμνογραφικό και ομηλιτικό.
Την Πέμπτη της Ε΄ εβδομάδας των Νηστειών, στα μοναστήρια ψάλλεται ολόκληρος την δ΄ ώρα της νύκτας, γύρω στα μεσάνυχτα και στους ενοριακούς ναούς το βράδυ της Τετάρτης μαζί με το μικρό απόδειπνο, της ίδιας εβδομάδας.
Το θέμα και το σκοπό του Κανόνα περιγράφει το συναξάρι της Ε΄ Εβδομάδας των Νηστειών: <<Ο ποιητής, με πλήθος αγιογραφικών ιστορημάτων και παραδειγμάτων, θετικών και αρνητικών, από την πλάση και τη πτώση του Αδάμ ως την Ανάληψη του Χριστού και τον ευαγγελισμό της ανθρωπότητος από τους Αποστόλους, παρακινεί κάθε ψυχή να μιμείται τις καλές πράξεις, ν' αποφεύγει τις φαύλες και να καταφεύγει πάντα στο Θεό με μετάνοια, δάκρυα, εξομολόγηση και κάθε ευαρέστηση.>> Μερικά αποσπάσματα:

πηγή

Ε΄ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΝΗΣΤΕΙΩΝ - ΟΣΙΑΣ ΜΑΡΙΑΣ ΑΙΓΥΠΤΙΑΣ (*)


Αυτή τη Κυριακή τιμάμε τη μνήμη της οσίας Μητέρας μας η οποία εορτάζεται και κατά την 1η Απριλίου. Το <<Ωρολόγιο>> γράφει ότι << Πλησιάζοντας το τέλος της αγίας Σαρακοστής, τάχθηκε να εορτάζεται σήμερα η αγία προς τόνωση των ραθύμων και αμαρτωλών σε μετάνοια.
Όταν ήταν δώδεκα ετών η αγία, έφυγε μακρυά από τους γονείς της και πήγε στην Αλεξάνδρεια όπου έζησε για 17 χρόνια ασώτως. Έπειτα από περιέργεια ξεκίνησε με πολλούς προσκυνητές για τα Ιεροσόλυμα, να παραβρεθεί στην ύψωση του Τιμίου Σταυρού, όπου όμως συνέχισε την ακολασία και παρέσυρε πολλούς στην απώλεια.
Θέλησε μάλιστα να μπεί στην Εκκλησία τη μέρα της υψώσεως του Τιμίου Σταυρού, αλλά αισθάνθηκε τέσσερις φορές κάποια αόρατο δύναμη να την εμποδίζει να εισέλθει στο Ναό, ενώ όλοι οι άλλοι έμπαιναν ανεμπόδιστα. Πληγώθηκε αφάνταστα η καρδιά της από το γεγονός αυτό και παρεκάλεσε τη Παναγία να της επιτρέψει και ότι θα αλλάξει ζωή. Αμέσως μπήκε μέσα, προσκύνησε το Τίμιο Ξύλο και έφυγε από τα Ιεροσόλυμα, πέρασε τον Ιορδάνη και προχώρησε στα βάθη της ερήμου, προσευχομένη και ζώντας σκληρή ζωή μετανοίας για 47 χρόνια.
Όταν έφθασε το τέλος της ζωής της συνάντησε ένα ερημίτη που τον έλεγαν Ζωσιμά στον οποίο ζήτησε και εξομολογήθηκε όλη τη ζωή της και τον παρεκάλεσε να τη κοινωνήσει των Αχράντων Μυστηρίων. Αυτό έκανε εκείνος ο ερημίτης το επόμενο έτος τη Μεγάλη Πέμπτη. Το μεθεπόμενο έτος επανήλθε ο Ζωσιμάς να την ξανακοινωνήσει, αλλά την βρήκε νεκρή και με ένα σημείωμα που έγραφε: <<Αββά Ζωσιμά, θάψε μου εδώ το σώμα της αθλίας Μαρίας. Πέθανα την ίδια μέρα που με κοινώνησες των Αχράντων Μυστηρίων. Να εύχεσαι για μένα.>>
Πρέπει να ήταν τότε το έτος 378 ή κατ' άλλους το 437.>>
Η οσία Μαρία είναι ζωντανό παράδειγμα της δυνάμεως της μετανοίας. Παρά το ότι βυθίσθηκε μέχρι το κεφάλι στη λάσπη της αμαρτίας, έπειτα μετανοήσε και με τη Χάρη του ελέους του Θεού, έφθασε στη καθαρότητα των Αγγέλων.
Μπορούμε να γίνουμε όλοι κατάλευκοι, όπως είμασταν προ του βαπτίσματος, αρκεί να μετανοήσωμε.
Η Εκκλησία μας ψάλλει σήμερα για την οσία Μαρία το ακόλουθο τροπάριο:
<<Αφού διέφυγες από το σκότος της αμαρτίας και φωτίσθηκες από το φώς της μετανοίας, προσέφερες, ω δοξασμένη αγία Μαρία, τη καρδιά σου στο Χριστό. Εκείνος δε τη δέχθηκε, γιατί εσύ έβαλες να μεσιτεύσει πρός Αυτόν η ακηλίδωτος και αγία Μητέρα Του, η γεμάτη από συμπάθεια. Γι' αυτό όχι μόνο απαλλάχθηκες από τις αμαρτίες σου, αλλά και ευφραίνεσαι αιώνια μαζί με τους Αγγέλους>>.
________________________
(*) ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΤΡΙΩΔΙΟΥ-ΑΡΧΙΜ. ΕΠΙΦΑΝΙΟΥ Ι. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ

ΤΑ ΣΑΒΒΑΤΑ ΤΗΣ ΜΕΓ. ΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ

Από την πλευρά του <<τυπικού>>, το Σάββατο δεν είναι μέρα νηστείας, αλλά γιορτής γιατί ο ίδιος ο Θεός το καθιέρωσε σαν γιορτή: <<... και ευλόγησε ο Θεός την ημέρα την εβδόμη και αγίασε αυτή, διότι σ' αυτή κατέπαυσε από όλα τα έργα του, τα οποία άρχισε ο Θεός να κάνει>> (Γεν.2,3)
Είναι αλήθεια ότι η θεία καθιέρωση του Σαββατισμού μεταφέρθηκε στην Κυριακή, η οποία έγινε η ημέρα της ανάπαυσης των χριστιανών. Οι Πατέρες και η παλιά Παράδοση <<αριθμούν>> την Κυριακή σαν την πρώτη ή τηνόγδοη μέρα.
Η μετατροπή του Σαββάτου έγινε εκείνο το Μέγα και Άγιο Σάββατο, την <<ημέρα, κατά την οποία κατέπαυσε από όλων των έργων του ο Μονογενής Υιός του Θεού..>> και αναπαύθηκε στο τάφο. Την επόμενη μέρα <<τη μιά των Σαββάτων..>>, η Ζωή ανέτειλε από τον ζωοδότη τάφο, και η πρώτη μέρα της Νέας Δημιουργίας άρχισε. Σ' αυτή τη νέα μέρα συμμετέχει η Εκκλησία συμμετέχει η Εκκλησία και μέσα σ' αυτή μπαίνει την Κυριακή.
Όλα αυτά εξηγούν τη μοναδική μέρα του Σαββάτου - της έβδομης μέρας - στη λειτουργική παράδοση: το διπλό χαρακτήρα του σαν μέρα γιορτής και μέραθανάτου. Είναι μια γιορτή γιατί μέσα σ' αυτό το κόσμο και στο χρόνο του ο Χριστός <<επάτησε>> το θάνατο και η Ανάστασή Του είναι το πλήρωμα της Δημιουργίας. Είναι μέρα θανάτου γιατί με το Θάνατο του Χριστού πέθανε και ο κόσμος, έτσι η σωτηρία του, η ολοκλήρωσή του και η μεταμόρφωσή του βρίσκονται πέρα από το τάφο, στον <<ερχόμενο αιώνα>>.
Όλα τα Σάββατα στο λειτουργικό χρόνο παίρνουν το νόημά τους από τα δύο αποφασιστικά Σάββατα: πρώτα από το Σάββατο της Ανάστασης του Λαζάρου, και ύστερα από το Αγιο και Μεγάλο Σάββατο του Πάσχα, οπότε ο θάνατος μετατράπηκε σε <<διάβαση>> στη καινούργια ζωή της Νέας Δημιουργίας.Εδώ ακριβώς είναι η υπέρτατη <<διακοπή>> η οποία <<καινοποιεί τα πάντα>> . Αυτό ειδικά φαίνεται στη σειρά των αποστολικών αναγνωσμάτων που διαβάζονται τα Σάββατα της Σαρακοστής και είναι διαλεγμένα από την πρός Εβραίους επιστολή του Παύλου.
Τα Σάββατα λοιπόν της Μ. Σαρακοστής έχουν σαν δεύτερο θέμα το θάνατο. (Εκτός από το Σάββατο του Ακαθίστου ύμνου), τα Σάββατα είναι μέρες αφιερωμένες στη μνήμη <<των απ' αιώνος μ' ελπίδα αναστάσεως και ζωής αιωνίου, κεκκοιμημένων>>.
Η μνήμη των <<κεκοιμημένων>>, δεν είναι μια πράξη αγάπης, μια <<καλή πράξη>>, είναι επίσης μια ουσιαστική αποκάλυψη του κόσμου τούτου, σαν θανάτου. Άλλά <<στον Χριστό>> ο θάνατος νικήθηκε, καταστράφηκε, έχασε το κεντρί του, όπως λέει ο Παύλος, έγινε ο ίδιος ο θάνατος είσοδος σε μια πλούσια και άφθονη ζωή. Η προσευχή μας για τους κοιμηθέντες δεν είναι θρήνος και αυτό φαίνεται ιδιαίτερα στα Σάββατα γενικά και ειδικότερα στα Σάββατα της Μ. Σαρακοστής.
Το φως που εκπέμπει το Σάββατο του Λαζάρου και η χαρμόσυνος ειρήνη του Μεγάλου Σαββάτου δίνουν το νόημα στο θάνατο του χριστιανού και στις προσευχές μας για τους κοιμηθέντες.
Το Σάββατο της Α΄ εβδομάδας των Νηστειών ακούμε το μαγευτικό εκείνο πρόλογο της Επιστολής (Εβρ. 1,1-12) με τη ιεροπρεπή του επιβεβαίωση για την Δημιουργία, τη Μετάνοια και την αιώνια Βασιλεία του Θεού. Επίσης εορτάζομε το δια κολλύβων θαύμα του αγίου Θεοδώρου του Τήρωνος.
Ο Ιουλιανός ο παραβάτης, γνωρίζοντας ότι οι χριστιανοί καθαρίζονται με τη νηστεία στη πρώτη εβδομάδα της αγίας Σαρακοστής - γι' αυτό την λέμε καθαρά εβδομάδα - θέλησε να τους μολύνει. Διέταξε λοιπόν, κρυφά, όλες οι τροφές στην αγορά να ραντισθούν με αίματα ειδωλολατρικών θυσιών.
Όμως με Θεία ενέργεια, φάνηκε στον ύπνο του τότε Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως Ευδόξίου, ο μάρτυρας Θεόδωρος και φανέρωσε το πράγμα. Παρήγγειλε να ενημερωθούν όλοι οι χριστιανοί, να μην αγοράσουν καθόλου τρόφιμα από την αγορά και για να αναπληρώσουν την τροφή να βράσουν σιτάρι και να φάνε τα λεγόμενα κόλλυβα, όπως τα έλεγαν στα Ευχάϊτα. Ετσι και έγινε και ματαιώθηκε ο σκοπός του ειδωλολάτρη αυτοκράτορα. Και το Σάββατο τότε, ο ευσεβής λαός που διαφυλάχθηκε αμόλυντος στην καθαρά εβδομάδα, απέδωσε ευχαριστίες στον μάρτυρα. Από τότε γύρω στα μέσα του Δ΄ αιώνα, η Εκκλησία τελεί κάθε έτος την ανάμνηση αυτού του γεγονότος σε δόξα Θεού και τιμή του μάρτυρα αγίου Θεοδώρου του Τήρωνος. (Ωρολόγιο της Εκκλησίας).

Στο Σάββατο της Β΄ εβδομάδας, ζούμε σ' αυτές τις <<έσχατες μέρες>>, τις μέρες της τελευταίας προσπάθειας. Αλλά ταυτόχρονα είμαστε στο <<σήμερα>> ενώ το τέλος εγγίζει. (Εβρ.3,12-16)
Στό Σάββατο της Γ΄ εβδομάδας, η μάχη είναι δύσκολη. (Εβρ.10,32-38) Πόνος και δοκιμασίες είναι το αντίτιμο που πληρώνουμε για μια <<καλυτέρα περιουσία στους ουρανούς, που είναι μόνιμος και αιώνια>> και << έχετε ανάγκη υπομονής, να μένετε στο θέλημα του Θεού, να λάβετε την αμοιβή που σας υποσχέθηκε, διότι ακόμη λίγος χρόνος υπολείπεται, και ο Κύριος δεν θα βραδύνει>>
Στο Σάββατο της Δ΄ εβδομάδας, τα όπλα είναι πίστη, αγάπη και ελπίδα γι' αυτό τον καλό αγώνα (Εβρ. 6,9-12).
Ο τόνος του Σαββάτου της Ε΄ εβδομάδας (Εβρ.9, 24-28) είναι ότι ο χρόνος συντομεύει, η προσδοκία γίνεται περισσότερο διακαής, η βεβαιότητα περισσότερο χαρούμενη.
Αυτό είναι το τελευταίο ανάγνωσμα πρίν το Σάββατο του Λαζάρου οπότε από το χρόνο της προσδοκίας αρχίζουμε το <<πέρασμα>> στο χρόνο του <<πληρώματος>>.
Τα ευαγγελικά αναγνώσματα κατά τα Σάββατα της Σαρακοστής διαλέγονται από το Ευαγγέλιο του αγίου Μάρκου και αποτελούν και αυτά μια διαδοχή. Τοκλειδί για το νόημά τους δίνεται στο Σάββατο της Α΄ εβδομάδας. Ο Χριστός ανατρέπει τα υποκριτικά ταμπού του Ιουδαϊκού Σαββάτου κηρύσσοντας: ...το σάββατο για τον άνθρωπο έγινε και όχι ο άνθρωπος για το Σάββατο (Μαρκ.2,23-3,5).
Μια νέα εποχή έρχεται, μια αναδημιουργία του ανθρώπου έχει αρχίσει.
Το δεύτερο Σάββατο ακούμε το λεπρό να λέει στο Χριστό: ...εάν θέλεις μπορείς να με καθαρίσεις. Ο δε Ιησούς... του λέγει: Θέλω, καθαρίσου (Μαρκ. 1,35-44).
Το τρίτο Σάββατο βλέπουμε το Χριστό να σπάει όλα τα ταμπού και να: <<τρώει με τελώνες και αμαρτωλούς..>> (Μαρκ.2,14-17).
Το τέταρτο Σάββατο, στο <<καλά λίαν>> της Γένεσης (Γεν.1) το Ευαγγέλιο απαντά με το χαρμόσυνο επιφώνημα: Καλώς όλα τα έκανε και τους κουφούς να ακούνε και τους άλαλους να μιλάνε (Μαρκ.7,31-37).
Τελικά το πέμπτο Σάββατο όλα αυτά φτάνουν στο αποκορύφωμά τους με την αποφασιστική ομολογία του Πέτρου: ...συ είσαι ο Χριστός (Μαρκ.8,29). Εδώ ο άνθρωπος αποδέχεται το μυστήριο του Χριστού, το μυστήριο της Νέας Δημιουργίας.


πηγή

Πότε θ΄ αντιληφθούν ότι ένα ΟΧΙ στην αίρεσι του παπο-οικουμενισμού αξίζει πολύ περισσότερο από κάθε προσευχή και ιεραποστολική δράσι


Αποροφημένοι οι μεν "Ποιμένες" από την αίγλην του αξιώματος
 και την κοινωνικήν δράσι,
 το πλήθος των ανυπόπτων προβάτων που τους ακολουθούν και 
οικοδομικόν
 οργασμόν των παιδικών κατασκηνώσεων και γηροκομείων, τους κύκλους 
Γραφής και τις σελίδες των εκδόσεών τους, οι δε Αγιορείτες Μοναχοί από τ
ην αίγλην της περικυκλούσης αυτούς φήμης δια την … νηπτικήν θεολογίαν 
και το … άκτιστον φως της νοεράς προσευχής τους, αδιαφορούν αν στο ένα και 
κύριο, την ομολογία της πίστεως, απέτυχαν, με αποτέλεσμα όλα τα λοιπά να είναι 
ενώπιον του Θεού ράκη άχρηστα και θυσία απρόσδεκτος! 
Η Εκκλησία, τούς έκανε επισκόπους για να διδάσκουν και φυλάττουν τον λόγον
 της Αληθείας Της ακέραιον και ανόθευτον, κρατώντας συγχρόνως τα πρόβατά
 Της μακρυά από τα λειβάδια των αιρετικών, και όχι να τα εγκαταλείπουν 
απροστάτευτα μέχρι το στόμα του λύκου με την πρόφασι ότι μόλις θα τα καταπιή,
 τότε θα δείξουν την ποιμενική τους ικανότητα! 
Πότε θ΄ αντιληφθούν ότι ένα ΟΧΙ στην αίρεσι του παπο-οικουμενισμού αξίζει πολύ 
περισσότερο από κάθε προσευχή και ιεραποστολική δράσι, και ότι, 
γι΄ αυτό το ΟΧΙ έχουν ταχθή από την Εκκλησία «εις τόπον Χριστού»
 και των Αποστόλων Του;

Περὶ τῆς νοερᾶς προσευχῆς π.Δημήτριος Στανιλοάε

κεῖ ποὺ τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς συναντοῦν τὰ βάθη τοῦ Θεοῦ


Ὅσα ἀκολουθοῦν ἀποτελοῦν κατὰ ἕνα μέρος, πληροφορίες προερχόμενες ἀπὸ ἕναν Ρουμάνο μοναχό, καὶ κατὰ ἕνα ἄλλο, στοχασμοὺς πάνω στὶς πληροφορίες αὐτές.

Ἡ καρδιακὴ προσευχὴ, γιὰ τὴν ὁποία ἐκεῖνος ὁ μοναχὸς μιλοῦσε ἐκ πείρας, ἔχει τὶς βάσεις της κατὰ κύριο λόγο στὴν παράδοση τῶν πατέρων τῆς Ἀνατολῆς. Ἡ καθαρὴ προσευχὴ σχετίζεται μὲ τὴν ἐπανασύνδεση τοῦ νοῦ καὶ τῆς καρδιᾶς. Δὲν πρέπει ὁ νοῦς νὰ παραμένει ἀπομονωμένος -οὔτε κι ἡ καρδιά. Προσευχὴ ποὺ προέρχεται μόνο ἀπὸ τὸ μυαλὸ εἶναι ψυχρή. Προσευχὴ ποὺ προέρχεται μόνο ἀπὸ τὴν καρδιὰ εἶναι καθαρὰ συναισθηματικὴ· εἶναι προσευχὴ ποὺ ἀγνοεῖ ὅσα μᾶς ἔχει δώσει ὁ Θεός, ὅσα μᾶς δίνει καὶ ὅλα ὅσα θὰ μᾶς δώσει ἐν Χριστῷ. Εἶναι προσευχὴ χωρὶς ὁρίζοντα καὶ προοπτικὴ, προσευχὴ ποὺ δὲν ξέρει γιὰ ποιὸ λόγο νὰ εὐχαριστήσει τὸν Θεό, γιατί νὰ Τὸν δοξάσει καὶ τί νὰ Τοῦ ζητήσει. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ προσεύχεται μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο ἔχει τὴν αἴσθηση ὅτι ἐξατμίζεται μέσα στὸ ἀπρόσωπο ἄπειρο – μία αἴσθηση ποὺ ἀγνοεῖ κάθε ἀντάμωμα μὲ τὸν προσωπικὸ Θεό. Γι’ αὐτὸ καὶ μιὰ τέτοια προσευχὴ δὲν εἶναι στὴν οὐσία προσευχή. 

Πρέπει ἐπίσης νὰ ξεκαθαρίσουμε πὼς αὐτὴ ἡ συνάντηση τοῦ νοῦ καὶ τῆς καρδιᾶς δὲν ἐπιτυγχάνεται μὲ τὴν ἄνοδο τῆς καρδιᾶς στὸν νοῦ, ἀλλὰ μὲ τὴν κάθοδο τοῦ νοῦ στὴν καρδιά. Μὲ ἄλλα λόγια, δὲν εἶναι ἡ καρδιὰ ποὺ βρίσκει τὴν ἀνάπαυσή της στὸν νοῦ, ἀλλὰ ὁ νοῦς ποὺ βρίσκει τὴν ποθητὴ ἀνάπαυσή του στὴν καρδιὰ (ἢ καλύτερα ἐκεῖ ποὺ τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς συναντοῦν τὰ βάθη τοῦ Θεοῦ). 

Σίγουρα οἱ Πατέρες κάνουν λόγο καὶ γιὰ μία διάνοιξη τοῦ νοὸς πρὸς τὸ ἄπειρο τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ φαίνεται πὼς ἕνα τέτοιο ἄνοιγμα λαμβάνει χώρα στὸν τόπο τῆς καρδιᾶς. Ὁ νοῦς ἀναζητώντας τὸν Θεὸ ἐνεργοποιεῖ τὰ ἀπέραντα βάθη τῆς καρδιᾶς καὶ τὰ καθιστᾶ κατάλληλα γιὰ τὸν Θεὸ -τὸν μόνο πραγματικὰ Ἀπέραντο καὶ Ἄπειρο. «Ἄβυσσος ἄβυσσον καλεῖ». Ἡ ἀπεραντοσύνη τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀπροσπέλαστη χωρὶς τὴν ἀγάπη Του γιά μᾶς. Κι αὐτὴ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιὰ μᾶς καλεῖ τὴ δική μας ἀγάπη· καὶ ἡ καρδιά, τὸ ὄργανο αὐτὸ τῆς ἀγάπης, εἶναι ὁ τόπος ὅπου βιώνουμε τὴν ἀγάπη Του. 

Ὅμως ἐδῶ μιλᾶμε γιὰ μία καρδιὰ πού, ἐπειδὴ ἀκριβῶς ἔχει κατέλθει ἐντός της ὁ νοῦς, γνωρίζει ὅτι αὐτὴ ἡ ἀπεραντοσύνη εἶναι ἡ ἀπεραντοσύνη τοῦ προσωπικοῦ Θεοῦ, καὶ ὅτι ὁ Θεὸς εἰσέρχεται σὲ σχέση στενῆς κοινωνίας μαζί μας μέσα ἀπὸ τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ποὺ κάνει τὸν νοῦ νὰ κατέρχεται καὶ νὰ ἀναπαύεται, στὴν καρδιά. Στὴν καρδιὰ εἶναι ποὺ συναντᾶ τὴν ἀπεραντοσύνη τοῦ Θεοῦ. Δὲν εἶναι ἡ καρδιὰ ποὺ ἀναπαύεται στὸν νοῦ, γιατί κάτι τέτοιο θὰ σήμαινε πὼς ἡ αἴσθηση τῆς ἀπεραντοσύνης τοῦ Θεοῦ ἔχει γίνει μία θεωρία παγωμένη ἀπὸ τὴ σκέψη. Δὲν εἶναι ἡ αἴσθηση ποὺ πρέπει νὰ παγώσει ἀπὸ τὴ σκέψη, ἀλλὰ εἶναι ἡ σκέψη ποὺ πρέπει νὰ ζεστάνει τὸν ἑαυτὸ της μέσα στὴν καρδιακὴ αἴσθηση, ἐπικοινωνώντας ἀληθινὰ μὲ τὴν ἀπεραντοσύνη τοῦ Θεοῦ, ὥστε νὰ δώσει σ’ αὐτὴ τὴν αἴσθηση συγκεκριμένο περιεχόμενο. 

Γιὰ τὴν ἀκρίβεια, θὰ λέγαμε πὼς ὅταν ὁ νοῦς ἔχει κατέλθει στὴν καρδιά, δὲν ἀνταμώνουμε πλέον τὸν Θεὸ μέσα ἀπὸ ἰδέες, ἀλλὰ μέσα ἀπὸ ἐκείνη τὴν ἐπίγνωση τῆς παρουσίας Του, ποὺ μᾶς δίνει τὴ δυνατότητα νὰ ὑποβάλουμε τὶς σκέψεις μας στὴ δοκιμασία τῆς πραγματικότητας. Ἐδῶ, ἡ αἴσθηση μιᾶς ἀκατόρθωτης πραγματικότητας, ποὺ δοκιμάζει ὁ νοῦς, ἐξανεμίζεται ἀπὸ τὴν ἄμεση παρουσία τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἰδέα τοῦ Θεοῦ ἢ οἱ ἰδέες μας γιὰ Ἐκεῖνον βρίσκουν τὸ πλήρωμά τους στὴ ζωντανὴ συναίσθηση τῆς πραγματικότητας τοῦ Θεοῦ, ποὺ διεισδύει ἐντός τους καὶ τὶς μπολιάζει. Τὸ πραγματικὸ παίρνει τὴ θέση τῆς ἰδέας καὶ ταυτόχρονα τὴν ἐπαληθεύει. Ἡ ἰδέα παύει νὰ μπαίνει ἀνάμεσα σέ μᾶς καὶ τὸν Θεό. Συνεπῶς, ἡ καρδιὰ εἶναι γιὰ τὸν νοῦ ἕνα εἶδος αἰσθητηρίου ὀργάνου στὴ σχέση του μὲ τὸν Θεό, ὅπως ἀκριβῶς καὶ τὰ αἰσθητήρια ὄργανα τοῦ σώματος εἶναι τὰ ἐργαλεῖα ἐκεῖνα, ποὺ μᾶς ἐπιτρέπουν νὰ ἀντιλαμβανόμαστε καὶ νὰ αἰσθανόμαστε τὶς ἐπιμέρους πραγματικότητες, μὲ τὶς ὁποῖες ἔρχεται σὲ ἐπαφὴ τὸ σῶμα μας.

Ὡστόσο, πολλὰ ἐμπόδια ὀρθώνονται μπροστὰ στὸν νοῦ ποὺ ἐπιθυμεῖ νὰ εἰσέλθει στὸν τόπο τῆς καρδιᾶς, καὶ νὰ ἀποκτήσει ἐμπειρία τῆς πραγματικότητας τοῦ Θεοῦ, διεισδύοντας πέρα ἀπὸ τὶς ἰδέες καὶ ταυτόχρονα ἐπαληθεύοντας τὸ περιεχόμενο αὐτῶν τῶν ἰδεῶν. Αὐτὰ τὰ ἐμπόδια προέρχονται κατὰ ἕνα μέρος ἀπὸ τὰ σωματικὰ αἰσθητήρια ὄργανα ἢ τὶς φαντασίες, ποὺ προκαλοῦνται ἀπὸ τὰ σωματικὰ αἰσθητήρια ὄργανα καὶ διαμορφώνονται κατὰ τὸ πρότυπό τους. 

Ἐκτὸς αὐτοῦ, τὰ ἐμπόδια προέρχονται κι ἀπὸ τὴ δυσκολία τοῦ νοῦ νὰ ὑπερβεῖ τὶς ἴδιες του τὶς ἰδέες, ποὺ ἐκπηγάζουν ἀπὸ μέσα του μὲ τρόπο φυσικὸ – σκοπὸς τους βέβαια δὲν εἶναι νὰ τὸν φυλακίζουν, ἀλλὰ νὰ τὸν παραπέμπουν καὶ νὰ τὸν ὑποψιάζουν γιὰ τὴν πραγματικότητα τοῦ Θεοῦ, ποὺ δὲν ἔχει ἀκόμα βιωθεῖ.

Οἱ αἰσθήσεις καὶ οἱ φαντασίες, ποὺ ἐμποδίζουν τὸν νοῦ νὰ εἰσέλθει στὸν τόπο τῆς καρδιᾶς καὶ νὰ φτάσει στὴν καθαρὴ ἢ καρδιακὴ προσευχή, εἴτε παράγονται ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, εἴτε ἑλκύουν τὸν ἄνθρωπο πρὸς τὴν ἁμαρτία, ἢ τοῦ δίνουν τὴν ἐντύπωση ὅτι βρίσκεται κοντὰ σὲ μία καλὴ ἐνέργεια ἢ κοντὰ σὲ μία ἀληθινὴ συνάντηση μὲ τὸν ἴδιο τὸν Θεό, ἐνῶ στὴν πραγματικότητα δὲν ὁδηγοῦν κοντὰ σ’ Ἐκεῖνον. Γι’ αὐτὸ τὸν λόγο ἄλλωστε καὶ οἱ Πατέρες συνιστοῦν στοὺς μοναχοὺς νὰ εἶναι σὲ ἐπιφυλακὴ ἀκόμα καὶ ἔναντι ἐκείνων τῶν παραστάσεων ποὺ μοιάζουν καλές· τοὺς προτρέπουν νὰ μὴν ἐμπιστεύονται κανένα εἶδος φαντασίας ἢ ἐντύπωσης. 

Κι ἀκόμα, γιὰ τοὺς Πατέρες, ἐμπόδιο ὄχι λιγότερο ἐπικίνδυνο γιὰ τὴν κάθοδο τοῦ νοῦ στὴν καρδιὰ εἶναι καὶ οἱ διαλογισμοὶ -ἀκόμα καὶ οἱ θεολογικοὶ διαλογισμοί. Πρέπει νὰ εἶναι κανεὶς προσεκτικός, ὥστε νὰ μὴν ἀγκυλώνεται στὸν θεολογικὸ στοχασμὸ ἢ νὰ μὴν διολισθαίνει σ’ αὐτόν, τὴν ὥρα ποὺ πρέπει νὰ πάει νὰ προσευχηθεῖ ἢ κατὰ τὴ διάρκεια τῆς προσευχῆς. Ὁ στοχασμὸς περὶ τοῦ Θεοῦ διακόπτει τὴν ἄμεση σχέση μὲ τὸν Θεὸ ἢ τὴ συνάντηση μαζί Του. Μὲ τὸν θεολογικὸ στοχασμὸ ὁ ἄνθρωπος κλείνεται στὸν ἑαυτό του.

Οἱ Πατέρες κάνουν λόγο γιὰ τὴ μονολόγιστη εὐχή. Δὲν πρόκειται γιὰ ἕναν στοχασμό, ἀλλὰ γιὰ τὴν ἴδια τὴ συνείδηση, ποὺ κυριαρχεῖται ἀπὸ τὴν ἐμπειρία τῆς ὕπαρξης τοῦ Θεοῦ. Θὰ μποροῦσε ὡστόσο κανεὶς νὰ ὀνομάσει αὐτὴ τὴν ἐνσυνείδητη ἐμπειρία «στοχασμό», διότι δὲν εἶναι ἁπλὰ ἕνα συγκεχυμένο συναίσθημα ἢ μία αἴσθηση ἀπώλειας τοῦ ἑαυτοῦ στὸ πέλαγος ἑνὸς ἀνέκφραστου βιώματος, ἀλλὰ εἶναι ἡ συνείδηση τῆς συνάντησης μὲ τὴν ἀπεραντοσύνη τοῦ προσωπικοῦ Θεοῦ ποὺ μᾶς ἀγαπᾶ. Εἶναι μία ἐπίρρωση τῆς πραγματικότητας ἀπὸ τὴν σκέψη. Μέσα σ’ αὐτὴ τὴν ἀπεραντοσύνη δὲν χάνομαι, γιατί εἶναι ἡ ἀπεραντοσύνη τῆς ἀγάπης ἑνὸς Θεοῦ προσωπικοῦ, στὸν ὁποῖο ἀπαντῶ μὲ τὴ δική μου προσωπικὴ ἀγάπη. Διότι ἡ καρδιὰ εἶναι ἀκριβῶς ὁ τόπος ὅπου βιώνουμε τὴν ἀγάπη τοῦ ἄλλου καὶ ὅπου ἀποκρινόμαστε σ’ αὐτήν. Μέσα σ’ αὐτὴ τὴν ἀπεραντοσύνη δὲν χάνω τὸν ἑαυτό μου, διότι εἶναι ἡ ἀπεραντοσύνη ἑνὸς προσωπικοῦ Θεοῦ, τοῦ ὁποίου ἡ ἀγάπη ἀποτελεῖ τὸ ἀγαλλίαμά μου. Ἐξαρτῶμαι ἀπὸ τὴν ἀγάπη Του ὅπως ἐξαρτῶμαι καὶ ἀπὸ τὸ ἔλεός Του, διότι κατέναντι τοῦ προσώπου Του συνεχίζω νὰ αἰσθάνομαι ἁμαρτωλὸς καὶ ἀπειροελάχιστος.

Αὐτὴ ἡ συνάντηση μέσα στὴν ἀτμόσφαιρα τῆς ἀγάπης, ἀλλὰ κι αὐτὴ ἡ συναίσθηση τῆς ἀπέραντης διαφορᾶς μου ἀπὸ τὸν Θεό, αὐτὴ ἡ ἀνάγκη ποὺ αἰσθάνεται ὁ ἄνθρωπος γιὰ τὸ ἔλεός Του, ἐκφράζεται στὴν προσευχὴ τοῦ Ἰησοῦ. Ἡ καρδιὰ εἶναι ὁ τόπος ἀπ’ ὅπου ἐκπηγάζουν τὰ αἰσθήματα καὶ ἑπομένως καὶ ἡ ἀγάπη, ἡ ὁποία συνεπάγεται συνάντηση μὲ τὸν ἄλλο. Κι ἐπειδὴ ἡ ἀγάπη εἶναι μπολιασμένη μὲ μία ἀπέραντη ὁρμή, δὲν μπορεῖ νὰ ἀναπαυτεῖ πλήρως παρὰ μονάχα στὴ συνάντηση μὲ τὸν Θεό, τὴ θεία Ἀπεραντοσύνη.

Ὅμως ἀπὸ τὴν καρδιὰ ἐκπηγάζει καὶ ἡ θλίψη, καὶ μέσα στὴν καρδιὰ γίνεται ἡ θλίψη αἰσθητή. Ἐνώπιον τοῦ προσώπου τοῦ Θεοῦ, ἡ καρδιὰ δοκιμάζει θλίψη γιὰ τὴν ἁμαρτία καὶ γιὰ τὴν προσβολὴ ποὺ Τοῦ προξενεῖ λόγω τῆς ἁμαρτίας. Μέσα στὴν καρδιὰ του ὁ ἄνθρωπος θρηνεῖ καὶ ζητᾶ συγχώρηση. Ἀπὸ ἐκεῖ ἀναβλύζουν τὰ δάκρυα· τὰ δάκρυα τῆς μετάνοιας ἀλλὰ καὶ τὰ δάκρυα τῆς χαρᾶς. Στὸν τόπο τῆς καρδιᾶς, ὁ ἄνθρωπος παραιτεῖται ἀπὸ τὴ δυσκαμψία τοῦ μυαλοῦ. Ὡστόσο, ἂν ἡ καρδιὰ διολισθήσει σὲ ἕνα κατώτερο ἐπίπεδο, μετατρέπεται σὲ τόπο τῶν παθῶν, τὰ ὁποῖα προσκολλοῦν τὸν ἄνθρωπο στὸν κόσμο καὶ τὸν ἑαυτό του. Τὰ πάθη συνεπάγονται προσήλωση ἀπόλυτη σὲ πράγματα καὶ πρόσωπα σχετικά. Συνεπῶς, ὅπως ἀκριβῶς ἡ καρδιὰ μπορεῖ νὰ ἀκτινοβολεῖ τὴν ἀπόλυτη ἀγάπη, κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο μπορεῖ νὰ ἐκπέμπει ἀπέραντο μίσος ἀπέναντι σὲ ὅ,τι τὴν ἐμποδίζει νὰ προσκολλᾶται ἁμαρτωλὰ στὰ ἀντικείμενα τοῦ πόθου της. Ἀπὸ τὴν καρδιὰ προέρχονται οἱ ἀγαθὲς σκέψεις καὶ τὰ καλὰ λόγια, ἀλλὰ καὶ οἱ λογισμοὶ τῆς ἀπληστίας, τοῦ μίσους, καθὼς καὶ οἱ φονικὲς διαθέσεις. Ἀκόμα καὶ οἱ κακοὶ λογισμοὶ καὶ τὰ λόγια χρωματίζονται ἀπὸ τὴν καρδιὰ μὲ ἕνα τόνο ἀπόλυτο, ἔστω κι ἂν ἀναφέρονται σὲ πράγματα σχετικά. Ὅμως αὐτὴ ἡ ἀπέραντη προσκόλληση σὲ πράγματα σχετικά, δὲν μπορεῖ νὰ κορέσει τὴν πραγματικὰ ἀπόλυτη δίψα τῆς καρδιᾶς. Μόνο ἡ συνάντηση τῆς καρδιᾶς μὲ τὸν Θεὸ μπορεῖ νὰ ἱκανοποιήσει αὐτὴ τὴ δίψα. Ἑπομένως, ἡ καρδιά, λόγω τῆς ἱκανότητάς της πρὸς τὸ ἀπόλυτο, πρέπει νὰ ἐλευθερωθεῖ ἀπὸ τὰ πάθη, δηλαδὴ ἀπὸ τὴν προσήλωση σὲ πράγματα σχετικά.

Στὴ συνάντηση μὲ τὸν Θεό, τὸ ἀπόλυτο προσλαμβάνεται ὡς ἀπεριόριστη χαρὰ καὶ φῶς δίχως ὅρια. Τὰ λόγια μόνο ὑπαινικτικὰ μποροῦν νὰ ἐκφράσουν τὴ χαρὰ αὐτή, ποὺ ὑπερβαίνει κάθε περιορισμό. Αὐτὸ τὸ συναίσθημα τῆς χαρᾶς, τῆς εὐγνωμοσύνης καὶ τῆς ἀπέραντης ταπείνωσης, μποροῦν νὰ τὸ ἐκφράσουν τὰ λόγια τῆς προσευχῆς τοῦ Ἰησοῦ -καὶ πάλι ἀτελῶς. Ὅμως αὐτὸ ποὺ ἔχει σημασία δὲν εἶναι ἡ ἐξεύρεση τῶν κατάλληλων λέξεων, ἀλλὰ αὐτὴ καθαυτὴ ἡ βίωση τῆς χαρᾶς, τῆς εὐγνωμοσύνης, τῆς ἀγάπης, τῆς ταπείνωσης ἢ κι ἀκόμα τῆς ἀπέραντης ὀδύνης ποὺ γεννᾶ ἡ ἁμαρτία. Οἱ λέξεις πλέον, γιὰ κεῖνον ποὺ τὶς προφέρει, δὲν ἀποτελοῦν ἕνα ἀντικείμενο στοχασμοῦ. Δὲν ὀρθώνονται μεταξύ τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ μέσω αὐτῶν ὁ ἄνθρωπος ἀπευθύνεται στὸν Θεό, ποὺ εἶναι παρών. Κι ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ ἀναπληρώνει ὅ,τι λείπει.

Τώρα πλέον, οἱ λέξεις προφέρονται καὶ τὴν ἴδια στιγμὴ ὑπερβαίνονται,. Συνεπῶς, δὲν μᾶς ξεγελοῦν δίνοντάς μας τὴν ἐντύπωση μιᾶς δικῆς τους, αὐτόνομης πραγματικότητας, ἀλλὰ ἀποτελοῦν τὴν ἔκφραση μιᾶς ἄμεσης ἐπαφῆς μὲ τὴν πραγματικότητα τοῦ Θεοῦ. Ἡ προσοχή μας δὲν κατευθύνεται πρὸς τὶς λέξεις ἀλλὰ πρὸς τὸν Θεό, στὸν ὁποῖο ἐκεῖνες ἀπευθύνονται μέσα στὰ ὅρια ἑνὸς διαλόγου. Ἀλλὰ μποροῦμε νὰ ζήσουμε αὐτὸ τὸν διάλογο καὶ χωρὶς λέξεις.

Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ μοναχός, στὸν ὁποῖο ἀναφέρθηκα στὴν ἀρχή, ἔλεγε πὼς σ’ ἕνα προχωρημένο πνευματικὸ στάδιο, μπορεῖ κανεὶς ἀκόμα καὶ νὰ σταματήσει τὴν προσευχὴ τοῦ Ἰησοῦ -μόνο τὸ περιεχόμενό της χρειάζεται νὰ διατηρηθεῖ. Στρέφεται στὸν Θεὸ καὶ μὲ τὸ ἴδιο του τὸ εἶναι Τὸν δοξάζει, ἐκφράζει ἐνώπιόν Του τὸ θάμβος, τὴν εὐγνωμοσύνη καὶ τὴν ταπείνωσή του. Αὐτὴ ἡ κατάσταση τῆς ἐσώτατης αἴσθησης ἐκφράζεται πιὸ ἀποτελεσματικὰ μὲ τὴ συμμετοχὴ ὁλόκληρης τῆς ὕπαρξης παρὰ μὲ τὰ λόγια, διότι αὐτὸ ποὺ ἐκφράζεται ὑπερβαίνει τὰ λόγια. Εἶναι προσευχὴ καθαρή, προσευχὴ ὁλόκληρης τῆς ὕπαρξης, ποὺ φανερώνει ἔτσι τὴ συναισθηματική της ἔξοδο ἀπ’ ὅλα τὰ πράγματα, ἀπ’ ὅλες τὶς σκέψεις, ἀκόμα κι ἀπὸ τὸν ἴδιο της τὸν ἑαυτό, πρὸς συνάντηση τοῦ Θεοῦ. Κι αὐτὴ ἡ ἔξοδος βιώνεται μέσα στὴν καρδιὰ μὲ μία ἐντονότατη προσευχητικὴ κατάσταση. Ἐντός τοῦ τόπου τῆς καρδιᾶς, ἡ ὕπαρξη ὠθεῖται πρὸς τὸν Θεὸ φορτισμένη μὲ ἕνα ἀπεριόριστο αἴσθημα ἀγάπης.
πηγή

Άγιος Μιχαήλ ο Βουρλιώτης


Bαφείς Mιχαήλ τω λύθρω σων αιμάτων,
Λευκός δέδειξαι ως χιών αθληφόρε.
Βιογραφία
Ο Άγιος Μιχαήλ γεννήθηκε στα Βουρλά της Μικράς Ασίας και σε μικρή ηλικία έφθασε στη Σμύρνη, όπου εργαζόταν ως χαλκουργός. Εξισλαμίσθηκε όμως με δόλο το πρώτο Σάββατο των νηστειών, όταν ήταν 18 ετών από κάποιο τούρκο καφεπώλη και στη συνέχεια πήγε υπάλληλος στο κατάστημά του. Όταν όμως το βράδυ της Ανάστασης άκουσε τους συνομήλικούς τους να ψάλλουν χαρούμενοι το «Χριστός Ανέστη» συναισθάνθηκε το βαρύ παράπτωμα της αποστασίας, εγκατέλειψε το καφενείο και έψαλλε μαζί μ' εκείνους τους ύμνους της Ανάστασης. Συνελήφθη όμως και την επόμενη ημέρα οδηγήθηκε στον κριτή στον οποίο είπε: «όταν κάποιος εξαπατηθεί και δώσει χρυσάφι και πάρει μολύβι είναι νόμιμο να επιστρέψει το μολύβι και να πάρει πίσω το χρυσάφι του»; Δηλαδή η μουσουλμανική θρησκεία που του επιβλήθηκε με δόλο ήταν το μολύβι και η πατρώα πίστη του το χρυσάφι. Οι κριτές θαύμασαν βέβαια την ευφυή απάντησή του Μιχαήλ αλλά προσπάθησαν με διάφορες κολακείες και απειλές να τον πείσουν να αλλάξει εκ νέου την πίστη του. Όμως ο Άγιος ήταν αμετάπειστος γι' αυτό και τον φυλάκισαν. Δύο ημέρες αργότερα παρουσιάσθηκε και πάλι ενώπιον του κριτή, ο οποίος τον ρώτησε αν άλλαξε γνώμη. Ο Μιχαήλ απάντησε αρνητικά γι' αυτό καταδικάστηκε σε θάνατο. Αποκεφαλίστηκε το 1772 και το ιερό λείψανό του ρίχθηκε στη θάλασσα. Το περισυνέλεξαν όμως κάποιοι ευσεβείς χριστιανοί βαφείς και το έθαψαν με τιμές στον Ιερό Ναό της Αγίας Φωτεινής στη Σμύρνη.

Άγιοι Φήλιξ ο επίσκοπος, Ιανουάριος ο πρεσβύτερος, Φορτουνάτος και Σεπτεμίνος

Τετρὰς ἀθλητῶν συγκεκομμένων ξίφει
Νῦν συγχορεύει μυριάσιν Ἀγγέλων.
Βιογραφία
Όλοι μαρτύρησαν κατά τον διωγμό του Διοκλητιανού, εναντίον των χριστιανών.

Ο Φήλιξ ήταν επίσκοπος σε κάποια πόλη της Ιταλίας και ο Ιανουάριος πρεσβύτερος της επισκοπής του και στενός συνεργάτης του στη διδασκαλία και τις κατακτήσεις του Ευαγγελίου. Οι άλλοι δύο διακρίνονταν σαν οι πιο ένθερμοι πιστοί, εργαζόμενοι και αυτοί για την εξάπλωση της χριστιανικής ζωής, και χρησιμοποιούνταν για την αλιεία ψυχών από τον ευσεβή και δραστήριο επίσκοπο τους. Όμως, ο ειδωλολάτρης άρχοντας, ζήτησε από τον επίσκοπο Φήλικα να του παραδώσει τα Ιερά βιβλία της επισκοπής. Ο επίσκοπος αρνήθηκε, λέγοντας του, ότι τα ιερά βιβλία των χριστιανών έχουν ορισθεί να υπηρετούν στην πνευματική τους ζωή. Αμέσως τότε τον φυλάκισαν. Επειδή όμως και με το μέσο αυτό δεν κατόρθωσαν τίποτα, τον εξόρισαν μαζί με τον πρεσβύτερο Ιανουάριο, τον Φορτουνάτο και τον Σεπτεμίνο.

Μετά από ένα περιπετειώδες ταξίδι στη θάλασσα, τους έφεραν στη Λυκαονία της Μικράς Ασίας. Εκεί ακολούθησαν νέες απειλές και βάσανα, αλλά η αφοσίωση των Αγίων προς το Χριστό διατηρήθηκε η ίδια. Μετά από μερικούς μήνες, θανατώθηκαν με αποκεφαλισμό. (Η μνήμη τους επαναλαμβάνεται και την 30ή Αυγούστου).

Συναξαριστής της 16ης Απριλίου


Οἱ Ἁγίες Ἀγάπη, Εἰρήνη καὶ Χιονία

 


Ἦταν καὶ οἱ τρεῖς ἀδελφὲς καὶ πνευματικὰ βλαστάρια τῆς Ἐκκλησίας τῆς Θεσσαλονίκης.
Οἱ ψυχὲς καὶ τῶν τριῶν παρθένων ἦταν στολισμένες μὲ πολλὰ χριστιανικὰ χαρίσματα. Στὸ πρόσωπό τους ἔβρισκε πλήρη ἐφαρμογὴ ἡ προτροπὴ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου γιὰ τὶς γυναῖκες: «Μετὰ αἰδοῦς καὶ σωφροσύνης κοσμεῖν ἐαυτούς». Νὰ στολίζουν, δηλαδή, τὸν ἑαυτό τους μὲ συστολὴ καὶ σωφροσύνη. Πράγματι, οἱ τρεῖς ἀδελφὲς ὄχι μόνο ἔτσι στόλιζαν τὸν ἑαυτό τους, ἀλλὰ καὶ μὲ ὅλα τὰ πνευματικὰ μαργαριτάρια ποὺ λέγονται χριστιανικὲς ἀρετές.

Ὅταν ἔγινε ὁ διωγμὸς κατὰ τῶν χριστιανῶν ἐπὶ Μαξιμιανοῦ, οἱ τρεῖς ἀδελφὲς κατέφυγαν σὲ κάποιο ψηλὸ βουνό. Ἡ κρυψώνα τους, ὅμως, ἀνακαλύφθηκε. Συνελήφθησαν καὶ τὶς ἔφεραν μπροστὰ στὸν ἄρχοντα Δουλσήτιο. Αὐτὸς μὲ κάθε τρόπο προσπάθησε νὰ τὶς κάνει νὰ ἀρνηθοῦν τὸ Χριστό.

Αὐτές, μὲ ὄπλα τὶς ἀρετὲς ποὺ εἶχαν, ὁμολογοῦσαν Χριστὸν Ἐσταυρωμένον. Τότε, ἡ Ἀγάπη καὶ ἡ Χιονία πέθαναν, ἀφοῦ τὶς ἔριξαν στὴ φωτιά. Ἐνῷ ἡ Εἰρήνη βρῆκε μαρτυρικὸ τέλος, ἀπὸ τὸ βέλος ποὺ τῆς ἔριξε ἕνας στρατιώτης.

Ἀπολυτίκιον Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Ὡς αὐτάδελφοι Κόραι καὶ οὐρανόφρονες, πρὸς εὐσέβειας ἀγῶνας ὁμονοούσαι καλῶς, τὸν ἀρχέκακον ἐχθρὸν κατεπαλαίσατε, Χιονὶα ἡ σεμνή, σὺν Ἀγάπη τὴ κλυτή, Εἰρήνη ἡ πανολβία. Καὶ νῦν Χριστὸν δυσωπεῖτε, ἐλεηθήναι τᾶς ψυχᾶς ἠμῶν.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. α’.
Τά θαύματα τῶν ἁγίων σου Μαρτύρων, τεῖχος ἀκαταμάχητον ῆμῖν δωρησάμενος, Χριστέ ὁ Θεός, ταῖς αὐτῶν ἱκεσίαις, βουλάς ἐθνῶν διασκέδασον, τῆς βασιλείας τά σκῆπτρα κραταίωσον, ὡς μόνος ἀγαθός καὶ φιλάνθρωπος.

Κοντάκιον 
Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Παρθενίας έσοπτρα, φωτοειδή πεφυκυίαι, νοερώς ηστράψατε, αθλητικάς λαμπηδόνας, πάσαν μέν, την Εκκλησίαν αγλαϊζούσας, νύκτα δέ, των νοσημάτων απελαυνούσας, Χιονία και Αγάπη, συν τη Ειρήνη, Χριστού κειμήλια.

Μεγαλυνάριον
Μύρῳ αἱ νεάνιδες αἱ σεμναί, Ἀγάπη Εἰρήνη, Χιονία τοῦ Ἰησοῦ, κατακολουθοῦσαι, τὰ αἵματα ὡς μύρα, προσέφερον Κυρίῳ, ὡς καλλιπάρθενοι.

 
Οἱ Ἅγιοι Φῆλιξ ὁ ἐπίσκοπος, Ἰανουάριος ὁ Πρεσβύτερος, Φορτουνάτος (ἢ Φουρτουνιανός) καὶ Σεπτεμῖνος

Ὅλοι μαρτύρησαν κατὰ τὸν διωγμὸ τοῦ Διοκλητιανοῦ, ἐναντίον τῶν χριστιανῶν. Ὁ Φήλιξ ἦταν ἐπίσκοπος σὲ κάποια πόλη τῆς Ἰταλίας καὶ ὁ Ἰανουάριος πρεσβύτερος τῆς ἐπισκοπῆς του καὶ στενὸς συνεργάτης του στὴ διδασκαλία καὶ τὶς κατακτήσεις τοῦ Εὐαγγελίου. Οἱ ἄλλοι δυὸ διακρίνονταν σὰν οἱ πιὸ ἔνθερμοι πιστοί, ἐργαζόμενοι καὶ αὐτοὶ γιὰ τὴν ἐξάπλωση τῆς χριστιανικῆς ζωῆς, καὶ χρησιμοποιοῦνταν γιὰ τὴν ἁλιεία ψυχῶν ἀπὸ τὸν εὐσεβῆ καὶ δραστήριο ἐπίσκοπό τους.

Ὅμως, ὁ εἰδωλολάτρης ἄρχοντας, ζήτησε ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπο Φήλικα νὰ τοῦ παραδώσει τὰ ἱερὰ βιβλία τῆς ἐπισκοπῆς. Ὁ ἐπίσκοπος ἀρνήθηκε, λέγοντάς του, ὅτι τὰ ἱερὰ βιβλία τῶν χριστιανῶν ἔχουν ὁρισθεῖ νὰ ὑπηρετοῦν στὴν πνευματική τους ζωή. Ἀμέσως τότε τὸν φυλάκισαν.

Ἐπειδὴ ὅμως καὶ μὲ τὸ μέσο αὐτὸ δὲν κατόρθωσαν τίποτα, τὸν ἐξόρισαν μαζὶ μὲ τὸν πρεσβύτερο Ἰανουάριο, τὸν Φορτουνάτο καὶ τὸν Σεπτεμίνο. Μετὰ ἀπὸ ἕνα περιπετειῶδες ταξίδι στὴ θάλασσα, τοὺς ἔφεραν στὴ Λυκαονία τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Ἐκεῖ ἀκολούθησαν νέες ἀπειλὲς καὶ βάσανα, ἀλλ᾿ ἡ ἀφοσίωση τῶν Ἁγίων πρὸς τὸ Χριστὸ διατηρήθηκε ἡ ἴδια. Μετὰ ἀπὸ μερικοὺς μῆνες, θανατώθηκαν μὲ ἀποκεφαλισμό.

(Ἡ μνήμη τους ἐπαναλαμβάνεται καὶ τὴν 30η Αὐγούστου).

 
Ὁ Ἅγιος Λεωνίδης καὶ οἱ Ἁγίες Χαρίσσα (ἢ Χαρίεσσα), Νίκη, Γαλήνη, Καλλίδα (ἢ Καλλία), Νουνεχία, Βασίλισσα καὶ Θεοδώρα
 



Ὁ ἅγιος Λεωνίδης καὶ οἱ Ἅγιες αὐτὲς γυναῖκες, ἔζησαν στὰ χρόνια του βασιλιᾶ Δεκίου (249-251), καὶ κατάγονταν ἀπὸ τὴν Πελοπόννησο.

Συνελήφθησαν κατὰ τὶς ἡμέρες τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου στὴν Τροιζηνία τῆς Πελοποννήσου, καὶ ὁδηγήθηκαν στὸν ἡγεμόνα τῆς Κορίνθου Βενοῦστο. Οἱ Μάρτυρες ἔμειναν ἀμετακίνητοι στὴν πίστη τους καὶ ὁ ἡγεμόνας διέταξε νὰ ξεσχίσουν τὸν Λεωνίδη καὶ κατόπιν, αὐτὸν μαζὶ μὲ ὅλες τὶς γυναῖκες νὰ τοὺς ῥίξουν στὴ θάλασσα.

Στὸ δρόμο γιὰ τὸ μαρτύριο ὅλες μαζὶ ἔψαλλαν διάφορους ψαλμοὺς καὶ κατόπιν ἀφοῦ ὅλες τὶς ἔδεσαν μὲ πέτρες τὶς ἔριξαν στὴ θάλασσα, μαζὶ μὲ τὸν Λεωνίδη. Ἔτσι ἔλαβαν τὰ ἀμάραντα στεφάνια τοῦ μαρτυρίου, μία ἡμέρα πρὸ τοῦ Ἁγίου Πάσχα δηλαδὴ τὸ Μεγάλο Σάββατο.

 
Ἡ Ἁγία Εἰρήνη

 


Ἡ ἁγία αὐτὴ μαρτύρησε τὸν ἴδιο καιρὸ καὶ στὸν ἴδιο τόπο, ποὺ μαρτύρησαν ὁ Ἅγιος Λεωνίδης καὶ οἱ μαζὶ μ᾿ αὐτὸν Ἅγιες Γυναῖκες.

Ἡ Εἰρήνη προσπαθοῦσε γιὰ τὸν φωτισμὸ καὶ ἄλλων γυναικῶν, ἀλλὰ προδόθηκε στὸν ἄρχοντα, συνελήφθη καὶ φυλακίστηκε. Κατόπιν τῆς ἔκοψαν τὴν γλῶσσα καὶ τῆς ἔβγαλαν τὰ δόντια. Ἀλλ᾿ ἐπειδὴ ἐπέμενε στὴν πίστη, τελικὰ τὴν ἀποκεφάλισαν.

 
Ὁ Ἅγιος Μιχαὴλ ὁ Βουρλιώτης

Γεννήθηκε στὰ Βοῦρλα τῆς Μ. Ἀσίας καὶ ἐργαζόταν στὴ Σμύρνη σὰν χαλκουργός.

Ὅταν ἦταν 18 ἐτῶν καὶ κατὰ τὸ πρῶτο Σάββατο τῶν νηστειῶν, μὲ δόλο ἐξισλαμίστηκε ἀπὸ ἕναν καφεπώλη Τοῦρκο, ποὺ κατόπιν ἐργαζόταν μὲ μισθὸ στὸ μαγαζί του. Κατὰ τὴν ἡμέρα ὅμως τῆς Ἀναστάσεως, ἄκουσε τοὺς συνομηλίκους του νὰ ψάλλουν μὲ χαρὰ τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη».

Ὁ Μιχαήλ, συναισθάνθηκε τότε τὸ ἁμάρτημα τῆς ἀποστασίας του, ἐγκατέλειψε τὸ καφενεῖο καὶ συνέψαλλε μαζὶ μ᾿ αὐτοὺς τοὺς ὕμνους τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου.

Τὴν ἑπόμενη, ὅταν ὁδηγήθηκε μπροστὰ στὸν κριτή, τοῦ εἶπε: «Ὅταν ἕνας γελαστεῖ καὶ δώσει χρυσάφι καὶ πάρει μολύβι, νόμιμο εἶναι νὰ δώσει πίσω τὸ μολύβι καὶ νὰ πάρει τὸ χρυσάφι ποὺ ἔδωσε, διότι ἡ ἀλλαξιὰ δὲν ἔγινε δίκαια καὶ ἐν γνώσει, ἀλλὰ μὲ ἀπάτη καὶ ἀγνωσία. Ἑπομένως, πᾶρε ἐσὺ τὸ μολύβι ποὺ μοῦ ἔδωσες, ἀντὶ χρυσάφι, δηλαδὴ τὴν δική σου θρησκεία καὶ παίρνω ἐγὼ πίσω τὸ χρυσάφι ποὺ σοῦ ἔδωσα, δηλαδὴ τῶν γονιῶν μου τὴν πίστη».

Οἱ κριτὲς θαύμασαν ἀπὸ τὴν ἀπάντηση τοῦ νέου καὶ προσπαθοῦσαν μὲ διάφορες κολακεῖες νὰ μεταστρέψουν τὴν γνώμη του. Ὁ νεομάρτυρας ὅμως ἐπέμενε καὶ ἔτσι τὸν ἔκλεισαν στὴ φυλακή. Μετὰ δυὸ μέρες τὸν ξαναέβγαλαν ἀπὸ τὴν φυλακὴ καὶ τὸν ῥώτησαν ἂν καὶ πάλι ἐπιμένει στὴ χριστιανική του πίστη.

Ὁ Μιχαὴλ μὲ θάῤῥος ἀπάντησε καταφατικὰ καὶ ἔτσι καταδικάστηκε σὲ θάνατο. Ἀποκεφαλίστηκε τὸ 1772 καὶ τὸ ἱερό του λείψανο ῥίχτηκε στὴ θάλασσα. Τὸ περισυνέλεξαν ὅμως κάποιοι χριστιανοὶ βαφεῖς καὶ τὸ ἔθαψαν μὲ τιμὲς στὸν Ναὸ τῆς ἁγίας φωτεινῆς στὴ Σμύρνη.

 
Ὁ Ὁσιομάρτυς Χριστοφόρος

 


Καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἀδριανούπολη τῆς Ἀν. Θρᾴκης καὶ κατὰ κόσμον ὀνομαζόταν Χριστόδουλος. Ὅταν ἦταν νέος με δόλιο τρόπο ἐξισλαμίστηκε ἀπὸ ἕναν ἐξωμότη Ἀρμένιο. Συναισθάνθηκε ὅμως τὸ σφάλμα του, μετανόησε καὶ ἐξομολογήθηκε.

Σὲ ἡλικία 19 χρονῶν ἦλθε στὴ Μονὴ Διονυσίου, ὅπου γιὰ τέσσερα χρόνια ἔζησε μὲ ὑποταγὴ καὶ κατάνυξη. Μὲ τὴν εὐλογία τοῦ γέροντά του, ἐπέστρεψε στὴν Ἀδριανούπολη, ὅπου μπροστὰ στὸν κριτὴ ἀποκήρυξε τὸν Μωαμεθανισμὸ καὶ ὁμολόγησε μὲ θάῤῥος τὴν Χριστιανική του πίστη.

Ἔτσι στὶς 16 Ἀπριλίου 1818, ἡμέρα Τρίτη Διακαινησίμου καὶ ὥρα 08:00 ἀποκεφαλίστηκε ψάλλοντας τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη».

 
Οἱ Ἅγιοι Ὁμολογητὲς Ἀγάθων, Εὐτυχία, Κασία καὶ Φιλίππα οἱ ἐν Θεσσαλονίκῃ (+304)

Ὅλοι ὁμολόγησαν εὐθαρσῶς τὴν πίστη τοὺς μπροστὰ στὸν ἀστυνόμο Θεσσαλονίκης τὸ 304 καὶ κλείστηκαν στὴ φυλακή. Ἄλλα στοιχεῖα τους δὲν βρίσκουμε.

 
Ἡ Ὁσία Θεοδώρα ἡ Πριγκίπισσα

Ἡ Ὁσία Θεοδώρα – Βάσσα ἡ πριγκίπισσα

Ἡ Ὁσία Θεοδώρα, κατὰ κόσμο Βάσσα ἢ Βασίλισσα, ἦταν πριγκίπισσα τοῦ Νίζνϊυ – Νόβγκοροντ, ποὺ ἀνῆκε στὴν περιοχὴ τοῦ πριγκιπάτου τῆς Σουζδαλίας. Ἀπὸ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ ἔγινε μοναχὴ καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1378. 

 
Ὁ Ἅγιος Ἀμβρόσιος ὁ Ὁμολογητής Πατριάρχης Γεωργίας

Ὁ Ἅγιος Ἀμβρόσιος γεννήθηκε στὴ Γεωργία καὶ ἀγωνίσθηκε, ὡς Καθολικὸς Πατριάρχης τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἰβηρίας, γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη πίστη. Γι’ αὐτὸ καὶ δικαίως ὀνομάσθηκε Ὁμολογητής.Κοιμήθηκε τὸ ἔτος 1927.

 
Οἱ Ἅγιοι Χριστόδουλος καὶ Ἀναστασία οἱ Νεομάρτυρες

Οἱ Ἅγιοι Νεομάρτυρες Χριστόδουλος καὶ Ἀναστασία ἄθλησαν στὴν Ἀχαΐα τὸ ἔτος 1821.Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τῶν Ἁγίων Μαρτύρων.

 

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...