Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Πέμπτη, Απριλίου 18, 2013

ΚΥΡΙΑΚΗ Ε ΝΗΣΤΕΙΩΝ Η Οσία Μαρία η Αιγυπτία καί η άκτιστος Θεία Χάρις π. ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΑΝΑΓΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

Σήμερα πέμπτη Κυριακή των Νηστειών, μνήμη της Οσίας μητρός ημών Μαρίας της Αιγυπτίας, που εκοιμήθη εν ειρήνη την πρώτην Απριλίου.
Ολόκληρη η Θεία Λειτουργία χριστιανοί μου, είναι μια δοξολογική προσφορά των πάντων, στον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, στον Θεόν Πατέρα και στο Άγιον Πνεύμα. Είναι όμως και μια συνεχής ευχαριστία για όλα τα αγαθά πού ακόμα και χωρίς να το γνωρίζουμε μας παρέχει η αγάπη Του. Ιδιαίτερα για την δυνατότητα που μας δίνει ο Θεός, μέσα από τα Πανάχραντα Μυστήρια, να ξαναγίνουμε και πάλι παιδιά του, να μπορούμε να μετέχουμε πλούσια στη Θεία Του Χάρη.
Έτσι και η Οσία Μαρία η Αιγυπτία κατάπληκτη από το μεγαλείο της μακροθυμίας, και της αγάπης του Θεού, δεν έπαψε ούτε για μια στιγμή να μην εκφράζει την ευγνωμοσύνη και ευχαριστία της προς την άπειρη ευσπλαχνία Του.

Σαράντα οκτώ ολόκληρα χρόνια σκληρή άσκηση, νηστεία, αγρυπνία προσευχή, και πνευματική λατρεία.
Μέσα στην έρημο, ηγωνίζετο σκληρά η Οσία Μαρία η Αιγυπτία, και η έρημος πλημμύριζε από ζωή. Η άμμος γέμιζε από λουλούδια και η φοβερή (ζέστη) και ο άρρητος εκείνος καύσωνας μεταβάλλονταν σε ουράνια δροσιά.
Για φίλους και συντροφιά, είχε τα άγρια θηρία. Και τα πάντα γύρω της πλημμύριζαν από το φως της τρισηλίου Θεότητος. Γι’ αυτό και ζούσε μέσα το αρχαίον κάλλος των Πρωτοπλάστων, πριν από την πτώση τους.
Και έτι περισσότερον ζούσε στη φυσική εκείνη κατάσταση, που με τα μάτια της ψυχής της ανοικτά, μέσα από την πνευματική διαφάνεια του φωτισμένου νοός της, εβίωνε και ησθάνετο με την καρδιά της την ενέργειαν και τους ανασασμούς του Παναγίου Πνεύματος.
Έτσι ζούσε η Οσία Μαρία. Τα πάντα γύρω της και μέσα της ήταν Παράδεισος. Η αμαρτία όμως πολεμήθηκε σώμα με σώμα. Ιδιαίτερα στην πάλη με τους λογισμούς, μέσα στο νου. Και ειδικότερα τα πρώτα δεκαεπτά χρόνια, τα οποία ήσαν και τα σκληρότερα στην άσκησή της.

Εμείς όλοι άραγε οι σημερινοί Νεοέλληνες χριστιανοί πως ζούμε; Ακούμε τη φωνή της αρετής ή τη φωνή της αμαρτίας; Ακούμε την φωνή του Ευαγγελικού λόγου, ή τα συνθήματα του κόσμου του σημερινού της αμαρτίας;
Με την κάθε μας αμαρτία, με την κάθε μας δηλαδή άρνηση, στο να ακούσουμε, τη φωνή του Χριστού και της Εκκλησίας Του, που απευθύνεται στις καρδιές μας από τους αντιπροσώπους Του επί της γης, δηλαδή τους επισκόπους και πρεσβυτέρους, είναι σα να βρίζουμε τον εν Τριάδι Θεόν, να προσβάλλουμε το Ευαγγέλιο και τους ιερούς κανόνες και να υποτιμάμε ακόμα και τους ίδιους τους εαυτούς μας, επειδή είμαστε πλασμένοι κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν δική Του. Αν με πείσμα και με τη θέλησή μας παραβλέπουμε τις εντολές του Θεού, και ικανοποιούμε εγωιστικά τις επιθυμίες των διαφόρων παθών μας, τότε είμεθα άξιοι κολάσεως. Είμεθα άξιοι της μαύρης χάριτος. Όταν μας παρασέρνουν χριστιανοί μου τα διάφορα συνθήματα των ημερών μας, δαιμονοκρατούμεθα, και δεχόμεθα το σκοτάδι σαν φως και το φως σαν σκοτάδι. 
Πρώτη έρχεται σε αξία η Εκκλησία και ύστερα η πολιτεία με τους νόμους της. Διότι πρώτα είμεθα πολίτες της Βασιλείας των ουρανών, και ύστερα πολίτες αυτής της γης. Η Αγία Γραφή που είναι η αδιάψευστος αλήθεια, μας βεβαιώνει ότι «ημών γαρ το πολίτευμα εν ουρανοίς υπάρχει». 
Κάθε αμαρτία είναι όχι μόνον μια βρισιά στην ανθρώπινη φύση μας που πλάστηκε κατ’ εικόνα Θεού, αλλά και φανερή ανταρσία κατά του Αγίου Θεού. Η φυσική όμως κατάσταση του βαπτισμένου ανθρώπου, είναι να ζει σύμφωνα με το Πανάγιο Θέλημα του Θεού, διότι Αυτός τον έπλασε. Όπως εκφράζεται από τους Αποστόλους, τους διαδόχους των Αποστόλων, τους διαδόχους αυτών και τους διαδόχους αυτών, μέχρι και σήμερα που είμεθα εμείς οι ιερωμένοι, με γνώμονα πάντοτε το Ευαγγέλιο και τους ιερούς κανόνες, που πηγάζουν μέσα από το πηδάλιον της Εκκλησίας.

Η Οσία Μαρία η Αιγυπτία, πρότυπο μετανοίας μέσα στους αιώνες, προτίμησε να υποστεί αφάνταστες ταλαιπωρίες, κακουχίες και στερήσεις μέσα στην έρημο, παρά να βρεθεί ξανά δούλη στην φρικτή αμαρτία. 
Γιατί είναι όντως η αμαρτία φρικτή και πηγή κάθε δυστυχίας για τον κάθε Ορθόδοξο χριστιανό που με αυτήν βρωμίζει τον Χριστό και την πίστη Του. Η αμαρτία είναι κρίσις με τον Θεόν. Είναι ανταρσία κατά του Θεού. Η αμαρτία λερώνει και κουρελιάζει τον χιτώνα του Αγίου Βαπτίσματος. Γι’ αυτό και απαιτείται η μετάνοια που αποκαθιστά τις σχέσεις μας με τον Θεόν, μας δικαιώνει μέσα από το έμπρακτο μυστήριο της Ιεράς Εξομολογήσεως, και μας καθιστά πάλι παιδιά του, παιδιά της Βασιλείας των Ουρανών. 
Η Εκκλησία μας αδελφοί μου, μέσα στην πατρίδα μας αλλά και σε ολόκληρο τον κόσμο, ιδιαίτερα όμως σε μας, έχει ναούς, ναούς και ναούς και εξωκκλήσια και παρεκκλήσια σε κάθε γωνιά της γης μας. Έχει όμως αρχιερείς, έχει πρεσβυτέρους, έχει διακόνους, έχει τα πανάγια σωστικά μυστήρια, αλλά έχει και ιερούς κανόνας, όπως και την Ιεράν Παράδοσιν. Έχει το Ευαγγέλιο, την Αγία Γραφή, έχει Αγίους, έχει μάρτυρας, ιεράρχες και οσίους. Και όλως ιδιαιτέρως έχει το Αίμα του Ιησού Χριστού, το εκχυθέν υπέρ του κόσμου ζωής και σωτηρίας. Όποιος χριστιανός τα αρνείται όλα αυτά που είπαμε, είναι σαν να προδίδει τον Χριστόν, όπως ο Ιούδας.

Η Οσία όμως Μαρία δεν πρόδωσε το Βάπτισμά της. Αγωνίστηκε γενναία, υπέφερε απερίγραπτους πειρασμούς, και δυσκολίες, ακριβώς για να μην ολιγοψυχήσει, και γυρίσει πίσω στην αμαρτία, στον ίδιον ξέραμα. Γι’ αυτό πόνεσε, ίδρωσε, έλειωσε, μάτωσε και υπέφερε μέχρι εξαντλήσεως. Όχι για μια μέρα, όχι για μια βδομάδα για ένα μήνα, για ένα χρόνο, αλλά για σαράντα οχτώ ολόκληρα χρόνια. Τα έδωσε όλα, ακόμα και τη ζωή της, για να μην προδώσει τον Χριστόν, με κάποια αμαρτία έστω και μέσα στο μυαλό, με τη σκέψη και με τον λογισμό της. Έδωσε το αίμα της, και έλαβε την χάριν του Αγίου Πνεύματος. Το βεβαιώνουν και οι Πατέρες, «Δώσε αίμα και λάβε πνεύμα». Και αυτή η Θεία Χάρη που παίρνει ο κάθε χριστιανός με το Άγιον Βάπτισμα, είναι η ίδια που τον φρουρεί, που τον φωτίζει, που τον οδηγεί στη σωστή πίστη, στο ορθό δόγμα, στις ορθές πράξεις, στην άσκηση, στο αγγελικό πολίτευμα ή στον σώφρονα γάμο, στην ομολογία, ακόμα και στο μαρτύριο. Αυτή η Χάρις, είναι η άκτιστη Θεία Χάρις του εν Τριάδι Θεού. Αυτή η άκτιστη Χάρις είναι το φως εκείνο το γλυκύτατο, που καταυγάζει και φωτίζει ψυχές και σώματα ακόμα δε και αυτήν την άψυχον κτίσιν. Ιδιαιτέρως καταυγάζει τις ψυχές και τα σώματα, εκείνων εκ των αγωνιζομένων πιστών χριστιανών, που όχι μόνον αγαπούν και ποθούν ειλικρινά τη Βασιλεία των Ουρανών, αλλά είναι έτοιμοι να χύσουν και το αίμα τους για την αγάπη του Χριστού την Αγία.

Αυτή η Θεία Χάρις αδελφοί μου, είναι αναστάσιμη χαρά, που προσφέρει πνεύμα ζωής, και τροφή αθανασίας. Είναι δύναμις πνευματική, που με χαρά υπομένει θλίψεις, στεναχώριες, αρρώστιες, βάσανα, πρόωρους θανάτους και αναπηρίες και πειρασμούς της ζωής. Είναι φως στο δρόμο της ζωής μας. Είναι σιγουριά και ασφάλεια στις επιθέσεις της κακίας του κόσμου και στο φθόνο των δαιμόνων. Και όλα αυτά που είπαμε, δεν είναι κάποια έτσι ωραία λόγια, για να κάνουμε καλή εντύπωση και να πούμε «τι ωραία τα είπε ο παπάς», ή έτσι τα είπαμε για να περάσει η ώρα, και να πούμε ότι κάναμε ένα κήρυγμα δήθεν σπουδαίο, όχι. Όλα αυτά είναι πνευματικές εμπειρίες με θεία γνώση, που προσφέρει η Εκκλησία μας, μέσα από την κάθε Θεία Λειτουργία, όπως την προσέφερε και σήμερα, και θα την προσφέρει σε λίγο με την Θεία Κοινωνία. Έτσι αποφεύγοντες την αμαρτία, - πόσοι από μας την αποφεύγουμε –ζούμε από τώρα τον αρραβώνα της τελειότητος της Βασιλείας των Ουρανών. Γι’ αυτό άλλωστε ερχόμεθα στην Εκκλησία, για να λάβουμε την παντοδυναμία και τον φωτισμό της Θείας Χάριτος, ώστε αποτελεσματικά να αντιμετωπίσουμε το τριπλό κακό της ζωής. Τον κόσμο, τη σάρκα, το διάβολο. Και πολεμώντας ειδικά το διάβολο, πολεμούμε και όλους τους εχθρούς της πίστεως, με την μάχαιρα του πνεύματος ό εστί ρήμα Θεού, δηλαδή, ο φωτεινός και κοφτερός πνευματικός λόγος του Θεού.

Η Θεία Χάρις είναι ακόμα χριστιανοί μου, και ουράνια πνευματική αφή, διότι όπως κάποιος αισθάνεται τα ρούχα που φοράει επάνω του, και όλοι μας αισθανόμαστε τα ρούχα που φοράμε επάνω μας αυτή τη στιγμή και γω μαζί με τα ρούχα και τα ιερά άμφια, έτσι και ο χαριτωμένος χριστιανός αισθάνεται ντυμένος από το ένδυμα της χάριτος του Παναγίου Πνεύματος, και είναι όλος φως.
Σε κάποια ιδιαίτερη στιγμή πνευματικής προσευχής, και ειδικότερα της νοεράς καρδιακής προσευχής, ή και της θείας μεταλήψεως ύστερα από λίγο, αισθάνεται βιωματικά την ακατάληπτη αυτή ουράνια αφή, ως άλλο ένδυμα να τον καταλαμβάνει ολόκληρο. Είναι σαν να ενδύεται λαμπερά ενδύματα φωτός, σαν και αυτά που φορούσε η Οσία Μαρία η Αιγυπτία στην έρημο, τα τελευταία 30 χρόνια της ζωής της.

Αυτό το θείον άκτιστο φώς, η δόξα και η βασιλεία και η μεγαλοσύνη, του θεανθρωπίνου προσώπου, του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, που περιέλαμψε και τους τρείς μαθητάς, στο όρος Θαβώρ, τον Πέτρο τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη, την ώρα της μεταμορφώσεως, είναι το ίδιο που συνοδεύει όπως προείπαμε την ασκητική ζωή της Οσίας Μαρίας, που φώτιζε το δρόμο της ερήμου και που της έδινε δύναμη και πίστη για να υπομένει αγόγγυστα τους πειρασμούς και τις θλίψεις, και προπαντός την ατέλειωτη μοναξιά μέσα στον αφόρητο καύσωνα της ερήμου.
Είναι το ίδιο άκτιστο φως, που την δρόσιζε την ημέρα και την θέρμαινε την νύχτα, όχι όμως χωρίς κόπο και δάκρυα.
Είναι το ίδιο που της έτρεφε το μαραμένο σώμα και της γλύκαινε τα διψασμένα χείλη της.
Είναι εκείνο το ίδιο που διαποτίζει και τα ιερά λείψανα και τα ενδύματα των αγίων, για προσέξτε το, γιατί όταν προσκυνάμε και ασπαζόμεθα τα Ιερά Λείψανα, μπορεί η ψυχή απ’ αυτά να έχει φύγει, έμεινε όμως η άκτιστος χάρις του Παναγίου Πνεύματος, και προσκυνούντες αυτά τα ιερά λείψανα, ή το ιερό σκήνωμα ενός αγίου, προσκυνούμε την Χάρη του Παναγίου Πνεύματος, γι’ αυτό και ευωδιάζουν.
Είναι το ίδιο φως, που και σε όλους εμάς που είμεθα γνήσια παιδιά της Ορθοδόξου Εκκλησίας, δίνει ζωή και δύναμη, κουράγιο και νόημα, νόημα της αληθινής εν Χριστώ ζωής στην ύπαρξή μας. Γιατί μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία οι χριστιανοί δεν καλούνται να γίνουν μόνον καλοί άνθρωποι, καλούς ανθρώπους έχουμε πολλούς, δόξα σοι ο Θεός, και πιστεύω ότι όλοι μας εδώ μέσα, είμαστε πολύ καλοί άνθρωποι. Αμ δέν χρειαζόμαστε καλούς ανθρώπους. Θέλουμε αγίους χριστιανούς, που να γίνουν θεοφόροι και πνευματοφόροι. Καλούνται δηλαδή να γίνουν συμμέτοχοι στο θεομένο Σώμα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, και συμμέτοχοι στο Σώμα της Εκκλησίας. 
Και έτσι να τρέφονται απ’ την αστείρευτη πηγή του Θείου Λόγου, το Ιερόν Ευαγγέλιον, και να αναπνέουν το άκτιστο οξυγόνο της αιωνιότητος, τη Χάρη δηλαδή του Αγίου Πνεύματος, που μεταδίδεται ειδικότερα από το ιερό μυστήριο της Θείας Μεταλήψεως, της Θείας Ευχαριστίας, της Θείας Μεταλαβιάς. Και όταν κοινωνούν τα παιδιά σας, κοινωνάτε και σεις. Είστε το ίδιο αίμα..
Για προσέξτε καλά τους λογισμούς, και τις σκέψεις σας εκείνη τη στιγμή. Ο ιερεύς στέκεται μπροστά στην Ωραία Πύλη, ή στο πλάι και μεταδίδει την Θεία Κοινωνία. Προσέξτε σας παρακαλώ. Πόσο πολύ εύκολα φεύγει η Χάρις του Παναγίου Πνεύματος απ’ το Άγιο Ποτήριο και μπορεί να εισέλθει στις ψυχές σας. Αρκεί να φωνάζετε το «ήμαρτον» και το «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με».

Η σημερινή εορταζομένη Αγία Μαρία η Αιγυπτία, καλεί όλους τους σημερινούς νεοέλληνες Ορθοδόξους χριστιανούς, και μας, εδώ που είμαστε σήμερα εκκλησιαζόμενοι στο ναό της Αγίας Βαρβάρας να την μιμηθούμε. Όχι βέβαια στην ασκητική ζωή της ερήμου, αλλά στην πνευματική ζωή, στον πνευματικό αγώνα κατά των παθών και των δαιμόνων, και ιδιαιτέρως να την μιμηθούμε στην μετάνοια. Διότι μόνον με την μετάνοια, θα γεμίσουμε από φως και Θεία Χάρη. Η μετάνοια αληθινή θα ανοίξει τον δρόμο της σωτηρίας.

Χριστιανοί μου, μετανοείτε, μετανοείτε, ήγγικεν γαρ η Βασιλεία των Ουρανών.
Χριστιανοί μου, ο Κύριος εγγύς,
Αμήν.

Ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος. Ἀρχιμανδρίτου Μάρκου Μανώλη


Τὴν 25η Μαρτίου ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία ἑορτάζει τὸν Εὐαγγελισμὸν τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου. Ἐφέτος (25. 3.1977) τὴν ἰδίαν ἡμέραν ἑορτάζομεν καὶ τὸν Ἀκάθιστον Ὕμνον τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου.
Διὰ τοῦτο καὶ ἡ ἀποψινή μας ὁμιλία θὰ ἀφιερωθῆ εἰς τὴν ἀνάλυσιν τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου, ποὺ εἶναι καὶ ὁ ὡραιότερος ὕμνος διὰ τὸν Εὐαγγελισμόν.

Ἀκούσαμεν τὸν ὑπέροχον αὐτὸν ὕμνον νὰ ψάλλεται τμηματικῶς κατὰ τὰ ἀπόδειπνα τῶν τεσσάρων πρώτων Παρασκευῶν τῆς Τεσσαρακοστῆς.
Τὴν προσεχῆ Παρασκευὴν θὰ γίνη ἡ ἀνακεφαλαίωσις. Ἀπὸ τὰ βιβλία τῆς Ἐκκλησίας προβλέπεται ἡ ψαλμωδία τοῦ Ἀκαθίστου κατὰ τὸν ὄρθρον τοῦ Σαββάτου. Διὰ τοῦτο λέγεται«Σάββατον τοῦ Ἀκαθίστου».

Ἔτσι ψάλλεται μέχρι σήμερον εἰς τὰ μοναστήρια, ποὺ κρατοῦν τὴν παράδοσιν. Εἰς τοὺς ἐνοριακοὺς ναοὺς ἡ ἀκολουθία τοῦ Ἀκαθίστου πρὸς διευκόλυνσιν τῶν χριστιανῶν ψάλλεται τὸ βράδυ τῆς Παρασκευῆς μαζὶ μὲ τὴν ἀκολουθία τοῦ ἀποδείπνου καὶ τὸ πρωΐ τελεῖται ὁ ὄρθρος καὶ ἡ θεία Λειτουργία.
Δὲν ὑπάρχει ἴσως ἄλλο ὑμνολογικὸν κείμενον τῆς Ἐκκλησίας μας, ποὺ νὰ ἐχρησιμοποιήθη εἰς τὴν θείαν λατρείαν τόσες φορὲς ὅσες ὁ Ἀκάθιστος.
Εἰς τὰ μοναστήρια τὸν διαβάζουν κάθε ἡμέρα καὶ οἱ μοναχοὶ τὸν γνωρίζουν ἀπὸ στήθους. Εἰς τὰς ἐνορίας εἶναι μία ἀπὸ τὰς προσφιλεστέρας εἰς τὸν λαὸν ἀκολουθίας, ποὺ συγκεντρώνουν κάθε Παρασκευὴ βράδυ κατὰ τὴν περίοδον τῆς Τεσσαρακοστῆς ἕνα πλῆ θος κόσμου.
 Ἀναρίθμητοι εἶναι αἱ ἐκδόσεις τοῦ ὕμνου αὐτοῦ καὶ πλῆθος μελετῶν ἔχουν γραφῆ μὲ θέμα τὸν Ἀκάθιστον Ὕμνον.
 Μία πολὺ πρόσφατος ἔκδοσις εἶναι τὸ βιβλίον τοῦ καθηγητοῦ κ. Ἀνδρέου Θεοδώρου «Ἡ Κόρη τῆς Βασιλείας», τὸ ὁποῖον εἶναι, ὅπως τὸ χαρακτηρίζει ὁ σεμνὸς καὶ εὐσεβὴς καθηγητής, «Σχόλιον θεολογικὸν εἰς τὸν Ἀκάθιστον Ὕμνον».

Πολλοὶ λόγοι συνετέλεσαν εἰς τὴν μεγάλην διάδοσιν τοῦ Ἀκαθίστου: τὸ θέμα του, ἡ μελωδία του, ἡ ὡραία του ποιητική πλοκὴ καὶ ἰδιαιτέρως διὰ τὸ ἔθνος μας, ἡ σύνδεσίς του μὲ μεγάλα γεγονότα τοῦ ἱστορικοῦ μας βίου.
 Ἡ Παναγία μας, ἐξ ἄλλου, τὴν ὁποίαν ὑμνολογεῖ ὁ Ἀκάθιστος εἰς ὅλην τὴν μακραίωνα ζωὴν τῆς ἐκκλησίας εἶναι τὸ κέντρον τῆς εὐλαβείας τῶν χριστιανῶν, τὸ πρόσωπον, ποὺ μακαρίζουν, κατὰ τὴν πρόρρησίν της «πᾶσαι αἱ γενεαί».
Ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος εἶναι τὸ κοντάκιον τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, ὁ ὕμνος δηλαδὴ τῆς σαρκώσεως τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ. Εἶναι κοντάκιον – ὕμνος.

Κατὰ τὸ σύστημα τῆς συνθέσεως τοῦ ποιητικοῦ αὐτοῦ εἴδους περιλαμβάνει τὸ προοίμιον «τὸ προσταχθὲν μυστικῶς…» καὶ 24 οἴκους, ποὺ ἔχουν ἀλφαβητικὴ ἀκροστιχίδα.
Τὸ ποίημα τοῦτο συνετέθη, ὡς φαίνεται, πρὸς τιμὴν τῆς ἑορτῆς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, ἡ ὁποία εἶναι ἡ «ἀπαρχὴ πασῶν πανηγύρεων» κα τὰ τὸν ἱερὸν Φώτιον, Πατριάρχην Κων/πόλεως.
Εἰς τὴν ἑορτὴν τοῦ Εὐαγγελισμοῦ ἐποίησε τὸν ὕμνον ὁ ποιητὴς καὶ ἔλαβε μὲν τὴν ὑπόθεσιν ἐκ τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Λου κᾶ (α´ 26-56), ὅπου ὁ Εὐαγγελισμὸς τῆς Θεοτόκου ἐκτίθεται μὲ τὸν ἀγγελικὸν ἀσπασμὸν τοῦ Γαβριὴλ πρὸς τὴν Παρθένον περὶ τῆς ἐξ αὐτῆς ἀσπόρου συλλήψεως τοῦ Θεοῦ καὶ Λόγου.
Ἐκ τῆς χαρμοσύνου ἀγγελίας δὲ αὐτῆς ξεκινᾶ ὁ ποιητὴς καὶ διηγεῖται ἔπειτα καὶ τὰ σχετικὰ μὲ τὴν Γέννησιν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν ἐκ τῆς γεννήσεως αὐτῆς προελθούσης ὠφελείας διὰ τὸ ἀνθρώπινον γένος (θέωσις).

 Εἰς τὸ πρῶτον μέρος τοῦ ποιήματος, τὸ ὁποῖον περιλαμβάνει τὰς μισὰς στροφὰς αὐτοῦ, τὰς ἀπὸ τοῦ Α-Μ, ἐκτίθενται τὰ κατὰ τὸν Εὐαγγελισμὸν καὶ τὴν Γέννησιν, εἰς δὲ τὸ δεύτερον ἀπὸ τοῦ Ν-Ω, τὰ ἐκ τούτων προκύψαντα σωτηριώδη ὀφέλη καὶ ἀναπέμπονται εὐχαριστίαι καὶ ὕμνοι πρὸς τὸν Κύριον καὶ τὴν Ὑπεραγίαν Θεοτόκον.

Ἀναλυτικώτερον, ὁ πρωτοστάτης ἄγγελος, ὁ Γαβριήλ, ἔρχεται καὶ φέρει τὸ θεϊκὸν μήνυμα, τὸ «Χαῖρε», εἰς τὴν Θεοτόκον περὶ τῆς Γεννήσεως τοῦ Σωτῆρος. (Α).
Ἐκείνη ἀπορεῖ διὰ τὸν παράδοξον τρόπον τῆς συλλήψεως (Β).
Ὁ Γαβριὴλ ἐπεξηγεῖ τὴν ἀπόρρητον βουλὴν τοῦ Θεοῦ (Γ) καὶ ἡ δύναμις τοῦ Ὑψίστου ἐπισκιάζει τὴν ἀπειρόγαμον παρθένον καὶ συλλαμβάνει τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ (Δ).
Ἡ Θεοτόκος ἐπισκέπτεται τὴν συγγενή της Ἐλισάβετ, τὴν μέλλουσαν μητέρα τοῦ Προδρόμου, καὶ ἀνταλλάσσουν προ φητικοὺς λόγους (Ε).
Ὁ Ἰωσήφ, ὁ μνηστὴρ τῆς Παρθένου, ταράσσεται ἀπὸ τὴν ζάλην τῶν ἀμφιβόλων λογισμῶν, ἀλλὰ πληροφορεῖται ἀπὸ τὸν ἄγγελον τὸ μυστήριον τῆς συλλήψεως (Ζ).

Εἰς τὴν β´ στάσιν (Η - Μ)
Ὁ Χριστὸς γεννᾶται καὶ οἱ ποιμέ- νες προσκυνοῦν τὸν ἀμνὸν τοῦ Θεοῦ (Η).
Ὁ θεοδρόμος ἀστὴρ δείχνει εἰς τοὺς Μάγους τῆς Ἀνατολῆς τὸν δρόμον (Θ), αὐτοὶ Τὸν προσκυνοῦν καὶ Τοῦ προσφέρουν τὰ δῶρα των (Ι) καὶ δι᾽ ἄλλης ὁδοῦ ἀναχωροῦν διὰ τὴν Βαβυλῶνα, οἱ θεοφόροι κήρυκες (Κ).
Εἰς τὴν Αἴγυπτον ὁ φυγὰς Κύριος συντρίβει τὰ εἴδωλα καὶ μὲ τὸν φωτισμὸν τῆς ἀληθείας ἐκδιώκει τὸ σκότος τοῦ ψεύδους (Λ). Καὶ ὁ Συμεὼν δέχεται εἰς τὴν ἀγκάλην του ὡς βρέφος τεσσαρακονθήμερον τὸν τέλειον Θεὸν καὶ λαμβάνει τὴν ποθητὴν ἀπόλυσιν (Μ).

Ἐδῶ τελειώνει τὸ πρῶτον ἥμισυ μέρος τοῦ ὕμνου, τὸ ἱστορικόν, ποὺ περιλαμβάνει τοὺς δώδεκα πρώτους οἴκους, ἀπὸ τὸ Α ἕως τὸ Μ.
Οἱ ὑπόλοιποι ἀπὸ τὸ Ν ἕως τὸ Ω, ἀποτελοῦν μίαν θεολογικὴν – θεωρητικὴν ἔκθεσιν τοῦ μυστηρίου τῆς σαρκώσεως.

Γ´ στάσις (Ν - Σ) 
Ἡ νέα κτίσις, ποὺ δημιουργεῖ ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν σάρκωσίν του, δοξολογεῖ τὸν Δημιουργὸν (Ν).
Ὁ παράξενος –ὁ «ξένος»– τόκος προτρέπει τοὺς ἀνθρώπους νὰ ξενωθοῦν ἀπὸ τὴν ἀθλιότητα τοῦ κόσμου καὶ νὰ μεταθέσουν τὸν νοῦν των εἰς τὸν οὐρανὸν (Ξ).
Ὅλος ἦτο εἰς τὴν γῆν ὁ δοξολογούμενος Λόγος, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸν οὐρανὸν δὲν ἀπουσίαζε (Ο).
Οἱ ἄγγελοι ἐθαύμασαν τὸ ἔργον τῆς ἐνανθρωπήσεως καὶ τὴν κοινωνίαν τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἀνθρώπων (Π).
Οἱ σοφοὶ καὶ οἱ ρήτορες τοῦ κόσμου ἔμειναν ἄφωνοι, μὴ δυνάμενοι νὰ ἐξηγήσουν τὸ μυστήριον τοῦ παρθενικοῦ τόκου, πῶς δηλαδὴ ἡ Μαρία καὶ Παρθένος ἔμεινε καὶ νὰ γεννήση ἴσχυσε (Ρ).
Ὁ ποιμήν– Θεός, γίνεται πρόβατον–ἄνθρωπος, θέλων νὰ σώση τὸν κόσμον (Σ).

Δ´ στάσις (Τ - Ω).
Ἡ Παρθένος γίνεται φυλακτήριον τεῖχος τῶν παρθένων καὶ ὅλων τῶν πιστῶν (Τ). Κανεὶς δὲν μπορεῖ ἀξίως νὰ ὑμνήσει τὸν σαρκωθέντα Βασιλέα (Υ).
Ἡ Θεοτόκος εἶναι ἡ φωτοδόχος λαμπάς, ποὺ μᾶς καθοδηγεῖ εἰς τὴν γνῶσιν τοῦ Θεοῦ (Φ).
Ὁ Χριστὸς ἦλθε εἰς τὸν κόσμον, διὰ νὰ τοῦ δώση χάριν καὶ συγχώρησιν (Χ).
Ἡ δοξολογία πρὸς τὸν Υἱὸν συνδέ- εται καὶ πρὸς τὴν ἀνύμνησιν τοῦ ἐμψύχου ναοῦ του, τῆς Θεοτόκου (Ψ). Καὶ ὁ ὕμνος κλείει μὲ μίαν θαυ- μαστὴν ἀποστροφὴν πρὸς τὴν Παρθένον, εἰς τὴν ὁποίαν ὁ ποιητὴς παρακαλεῖ τὴν Παναγίαν, ὅπως δεχθῆ τὴν δέησίν μας, νὰ μᾶς διασώση ἀπὸ κάθε συμφορὰν καὶ νὰ μᾶς λυτρώση ἀπὸ τὴν μέλλουσαν κόλασιν.
«Ὦ πανύμνητε Μῆτερ, ἡ τεκοῦσα τὸν πάντων ἁγίων ἁγιώτατον Λόγον, δεξαμένη τὴν νῦν προσφοράν, ἀπὸ πάσης ρῦσαι συμφορᾶς ἅπαντας καὶ τῆς μελλούσης λύτρωσαι κολάσεως τοὺς σοὶ βοῶντας. Ἀλληλούϊα» 

Εἰς τὸ στόμα τοῦ ἀγγέλου, τῆς Ἐλισάβετ, τῶν ποιμένων, τῶν μάγων καὶ τῶν Αἰγυπτίων εἰς τὸ πρῶτο μέρος καὶ τῶν πιστῶν εἰς τὸ δεύτερον, μπαίνουν αἱ 144 θαυμάσιαι ποιητικαὶ ἀποστροφαὶ καὶ τὰ ἐγκώμια τῆς Θεοτόκου μὲ τὰς τόσας ἐπιτυχεῖς ἀντιθέσεις καὶ τὰς ὡραίας θεολογικὰς εἰκόνας.
Οἱ περιττοὶ στίχοι δηλαδὴ ποὺ ἀρχίζουν ἀπὸ τὸ «Χαῖρε» (ἀπὸ τὸ ὁποῖον τὸ ποίημα «Χαιρετισμοὶ τῆς Παναγίας» ἀπὸ τὸν λαὸν ὀνομάζεται), ἤ ἐξηγοῦν τὸν λόγον διὰ τὸν ὁποῖον ἡ Θεοτόκος «κεχαριτωμένη» ἀπὸ τὸν Γαβριὴλ προσηγορεύθη, ὡς λ.χ. «χαῖρε, ὅτι ὑπάρχεις βασιλέως καθέδρα», «χαῖρε ὅτι, λιμένα τῶν ψυχῶν ἑτοιμάζεις», «χαῖρε, ὅτι τὰ οὐράνια συναγάλλεται τῇ γῇ», ἢ φανερώνουν διὰ φράσεως μεταφορικῆς τὴν ἰδιότητα αὐτῆς ὡς μητρὸς τοῦ Θεοῦ, ὡς λ.χ. «χαῖρε, ἀστὴρ ἐμφαίνων τὸν ἥλιον», «χαῖρε, κλῖμαξ ἐπουράνιε, δι᾽ ἧς κατέβη ὁ Θεός», «χαῖρε, ἀμνοῦ καὶ ποιμένος μήτηρ», «χαῖρε, σκηνή, τοῦ Θεοῦ καὶ Λόγου», ἢ ἐξαίρουν τὰ ἐπὶ τῆς ἀνθρωπότητος ἀποτελέσματα τῆς τοιαύτης τῆς Παρθένου ἰδιότητος ὡς λ.χ. «χαῖρε, παραδείσου θυρῶν ἀνοικτήριον», «χαῖρε, θνητῶν πρὸς Θεὸν παρρησία», «χαῖρε, δι᾽ ἧς ἐνεδύθημεν δόξαν», ἢ εἶναι εἰκόνες ἀπὸ τὴν Παλαιὰν Διαθήκην ἤ τοῦ φυσικοῦ ἢ τοῦ κοινωνικοῦ κόσμου μὲ ἐπιτυχίαν προσαρμοζόμεναι πρὸς τὴν Θεοτόκον, ὡς λ.χ. «χαῖρε ἄρουρα βλαστάνουσα εὐφορίαν οἰκτιρμῶν», «χαῖρε, θάλασσα ποντίσασα Φαραὼ τὸν νοητόν», «χαῖρε ἡ γῆ τῆς ἐπαγγε- λίας» κ.λπ.

 Ἂς ἀκούσωμεν τοὺς χαιρετισμοὺς τοῦ τελευταίου οἴκου, ποὺ ἀρχίζει μὲ τὸ στοιχεῖον Ψ.
Θέμα του εἶναι ἡ Θεοτόκος ὡς ναὸς ἔμψυχος καὶ ἅγιος τοῦ Παντοκράτορος Θεοῦ: Χαῖρε, σκηνὴ τοῦ Θεοῦ καὶ Λόγου, Χαῖρε, Ἁγία Ἁγίων μείζων. Χαῖρε, κιβωτὲ χρυσωθεῖσα τῷ Πνεύματι, Χαῖρε, θησαυρὲ τῆς ζωῆς ἀδαπάνητε. Χαῖρε, τίμιον διάδημα, βασιλέων εὐσεβῶν, Χαῖρε, καύχημα σεβάσμιον, ἱερέων εὐλαβῶν. Χαῖρε, τῆς Ἐκκλησίας ὁ ἀσά- λευτος πύργος, Χαῖρε, τῆς βασιλείας τὸ ἀπόρθητον τεῖχος.
Χαῖρε, δι’ ἧς ἐγείρονται τρόπαια, Χαῖρε, δι’ ἧς οἱ ἐχθροὶ καταπίπτουσι.
Χαῖρε, χρωτὸς τοῦ ἐμοῦ θεραπεία, Χαῖρε, ψυχῆς τῆς ἐμῆς σωτηρίας. Χαῖρε, νύμφη ἀνύμφευτε. Γενικῶς, ὅπως γράφει ὁ Καθηγητὴς κ. Ἀνδρέας Θεοδώρου εἰς τὸ βιβλίον του, ποὺ μόλις ἐκυκλοφόρησε, «Η ΚΟΡΗ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ», «ὁ Ἀκάθιστος Ὕ μνος ἀποτελεῖ ποιητικὴν ἱστόρησιν τῆς θείας τοῦ Λόγου ἐνανθρωπήσεως, συνημμένως δὲ καὶ ποιητικὸν ὕμνον τῶν μεγαλείων τῆς σεπτῆς Θεομήτορος, τῆς ἀμεσώτατα συνεχομένης πρὸς τὸ ἄρ ρητον χριστολογικὸν μυστήριον.

Ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος συγκινεῖ βαθύτατα τὴν ὀρθόδοξον ψυχήν, ἥτις ἰδιαζόντως τιμᾶ τὴν ἄσπιλον Μητέρα τοῦ Θεοῦ, τὴν ὁποίαν βλέπει καὶ ὡς ἰδικήν της πνευματικὴν Μητέρα. Συγκινεῖ δὲ καὶ τὸν ὀρθόδοξον Ἑλληνισμόν, ὅστις ἐν τῷ προσώπῳ τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου βλέπει συνδεδεμένας οὐ μόνον τὴν μακραίωνα ἐκκλησιαστικήν του παράδοσιν, ἀλ λὰ καὶ τὰς εὐκλεεῖς κατὰ τὴν διαρροὴν τῶν αἰώνων ἐθνικάς του παραδόσεις».

Ἑρμηνεύων δὲ ὁ ἴδιος εἰς τὸ βιβλίον του τοὺς στίχους: «Χαῖρε, δ’ ἧς ἐγείρονται τρόπαια, χαῖρε, δ’ ἧς ἐχθροὶ καταπίπτουσι», γράφει μεταξὺ ἄλλων καὶ τὰ ἑξῆς:
«Ἡ Θεοτόκος Μαρία εἶναι ἡ ἀκοίμητος φύλαξ τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ ὁ ἀνύστακτος φρουρὸς τοῦ θεοσώστου Γένους ἡμῶν.  Μόνον διὰ τῆς προστασίας αὐτῆς θὰ δυνηθῆ ὁ ἑλληνορθόδοξος χῶρος νὰ ἐπιτελέση τὴν ἐπὶ γῆς ὑψίστην καὶ φαεινοτάτην ἀποστολήν του, νὰ διαγράψη τὴν φωτεινὴν πορείαν, τὴν ὁποίαν ἐχάραξεν εἰς αὐτὸν ἡ ἀπειροδύναμος σοφία τοῦ Θεοῦ!. («Ἡ Κόρη τῆς Βασιλείας», σελ. 179).

Περὶ τοῦ ποῖος εἶναι ὁ ποιητὴς τοῦ Ἀκαθίστου καὶ πότε τοῦτον ἐποίησε μεγίστη ὑφίσταται διαφωνία. Τὸ πιθανώτερον φαίνεται ὅτι εἶναι ἔργον τοῦ πρυτάνεως τῆς χριστιανικῆς ποιήσεως, ἁγίου Ρωμανοῦ τοῦ μελωδοῦ.
Ἐψάλη δὲ διὰ πρώτην φορὰν εἰς τὴν ἀγρυπνίαν εἰς τὸν Ἱ. Ναὸν τῶν Βλαχερνῶν τῆς Θεοτόκου τελεσθεῖσαν διὰ τὴν θαυμαστὴν διάσωσιν τῆς Κων/πόλεως ἐπὶ Ἡρακλείου τοῦ αὐτοκράτορος ἀπὸ τὴν πολιορκίαν τῶν Ἀβάρων.
 Ὠνομάσθη δὲ Ἀκάθιστος ὁ ὕμνος, διότι «ὀρθοστάδην τότε πᾶς ὁ λαὸς κατὰ τὴν νύκτα ἐκείνην τὸν ὕμνον τῇ τοῦ Λόγου Μητρὶ ἔμελψαν».

Βραδύτερον, ἴσως κατὰ τὸν θ´ αἰῶνα καθιερώθη νὰ ψάλλεται κατὰ τὴν ἑσπέραν τῆς Παρασκευῆς πρὸς τὸ Σάββατον τῆς Ε´ ἑβδομάδος τῶν Νηστειῶν. Παλαιότερα ἐψάλλετο ὅλος ὁ ὕμνος. Σήμερον ψάλλεται μόνον τὸ προοίμιον.
Περιεχόμενόν του εἶναι ὁ Εὐαγγελισμός, ποὺ εἶναι τὸ θέμα ὁλοκλήρου τοῦ Κοντακίου. «Τὸ προσταχθὲν μυστικῶς λαβὼν ἐν γνώσει,ἐν τῇ σκηνῇ τοῦ Ἰωσὴφ σπουδῇ ἐπέστη, ὁ ἀσώματος λέγων τῇ ἀπειρογάμῳ· ὁ κλίνας τῆ καταβάσει τοὺς οὐρανούς, χωρεῖται ἀναλλοιώτως ὅλος ἐν σοί· ὅν καὶ βλέπων ἐν μήτρᾳ σου, λαβόντα δούλου μορφήν, ἐξίσταμαι κραυγάζειν σοι· Χαῖρε, νύμφη ἀνύμφευτε».
Ὅταν ὁ Ἀκάθιστος συνεδέθη μὲ τὰ ἱστορικὰ γεγονότα τοῦ Γένους μας, τότε συνετέθη νέον εἰδικὸν προοίμιον, γεμᾶτο δοξολογία καὶ ἱκεσία, τὸ «Τῇ Ὑπερμάχῳ». Εἰς τὴν ὑπέρμαχον στρατηγόν, ἡ πόλις τῆς Θεοτόκου, ποὺ ἐλυτρώθη χάρις εἰς αὐτὴν ἀπὸ τὰ δεινά, ἀναγράφει τὰ νικητήρια καὶ παρακαλεῖ, αὐτὴν ποὺ ἔχει τὴν ἀκαταμάχητον δύναμιν, νὰ τὴν ἐλευθερώνη ἀπὸ τοὺς ποικίλους κινδύνους, διὰ νὰ τὴν δοξολογεῖ κράζοντας τό : «Χαῖρε, νύμφη ἀνύμφευτε».

Ὁ καθηγητὴς κ. Ἀνδρέας Θεοδώρου εἰς τὸ βιβλίον του «Ἡ κόρη τῆς Βασιλείας» ἔχει ἕνα κεφάλαιον μὲ τὸν τίτλον «Ἐκ τῆς παραδόσεως μαρτυρίαι» εἰς τὸν ὁποῖον συνεκέντρωσε ἐκτὸς τῆς ἀπεράντου ὀρθοδόξου παραδόσεως ἐκλεκτικῶς «ὀλίγας τινὰς μαρτυρίας οὐ μόνον προσιδιαζούσας εἰς τὸ χριστολογικὸν καὶ θεομητορικὸν περιεχόμενον τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου, ὡς γράφει, ἀλλὰ προσδιδούσας μείζονα ἐνάργειαν εἰς τὸ περὶ Θεοτόκου καθόλου δόγμα τῆς Πίστεως». Ἐξ αὐτοῦ ἀναφέρομεν καὶ ἡμεῖς ἐλάχιστα:  

Ἐκ τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως:
«Τὸν δι᾽ ἡμᾶς τοὺς ἀνθρώπους καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν κατελθόν- τα ἐκ τῶν οὐρανῶν καὶ σαρκωθέντα ἐκ Πνεύματος ἁγίου καὶ Μαρίας τῆς Παρθένου καὶ ἐνανθρωπήσαντα».

 Ἐκ τῆς ὀρθοδόξου ὁμολογίας Πίστεως:
«Διὰ τὴν πάναγνον Παρθένον τὴν Θεοτόκον Μαρίαν, τὴν ὁποίαν ἔστωντας καὶ νὰ ἀξιωθῆ νὰ πληρώση τόσον μυστήριον, ἔχουσι χρέος ὅλοι οἱ ὀρθόδοξοι νὰ τὴν δοξάσουσι πρεπούμενα, καὶ νὰ τὴν εὐλαβοῦνται ὡς μητέρα τοῦ Κυρίου ἡμῶν καὶ Σωτῆρος Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν ὡς Θεοτόκον.
 Διὰ τοῦτο ἡ Ἐκκλησία χαιρετισμὸν τῆς ἔκαμε, συνθεμένον ἀπὸ τὰ λόγια τοῦ ἀρχαγγέλου καὶ τῆς ἁγίας Ἐλισάβετ, βάνοντας καὶ αὐτὴ ἀνάμεσα κάποια ὀλίγα εἰς τὸν τρόπον τοῦτον. «Θεοτόκε Παρθένε, χαῖρε κεχαριτωμένη Μαρία, ὁ Κύριος μετά σοῦ· εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξί, καὶ εὐλογημένος ὁ καρπὸς τῆς κοιλίας σου, ὅτι Σωτῆρα ἔτεκες, τῶν ψυχῶν ἡμῶν».

 Ἀπὸ τὰς ἀποκρίσεις τῶν Ἀνατολικῶν Ὀρθοδόξων:
«Τὴν δὲ δέσποιναν ἡμῶν Θεοτόκον Μαρίαν ὑπερδουλικῶς μετὰ Θεόν, οὐκ ὅμως ὡς Θεόν, ἀλλʼ ὡς Θεοτόκον καὶ μητέρα Θεοῦ προσκυνοῦμεν, ἀλλʼ οὐ λατρευτικῶς· μὴ γένοιτο, ἄπαγε τῆς βλασφημίας.
Θεοῦ γὰρ καὶ μόνον λατρευτικῶς προσκυνοῦμεν, αὐτὴν δὲ πρὸς τὸν Θεὸν ὑπὲρ τῶν μετὰ τὸ βάπτισμα ἡμῶν ἐπταισμένων πρέσβυν πρὸς τὸν Θεὸν προβαλλόμεθα, καὶ διʼ αὐτῆς ἐλπίζομεν παρὰ Θεοῦ τυχεῖν συγχωρήσεως…».

Γενικῶς, ὅπως παρατηρεῖ ὁ Ἅγιος Νεκτάριος εἰς μία σύντομον, ἀλλὰ περιεκτικὴν μελέτην του περὶ τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, «ἡ εὐλάβεια τῶν πιστῶν πρὸς τὴν Θεομήτορα ἀπὸ τοῦ χρόνου τῆς καταδίκης τῆς αἱρέσεως τοῦ Νεστορίου ἐξεδηλοῦτο καθʼ ἅπαν τὸ Ρωμαϊκὸν κράτος διὰ λαμπρῶν ἑορτῶν καὶ πνευματικῶν πανηγύρεων, οἱ δὲ πανταχοῦ ἀνεγειρόμενοι ἀπʼ ὀνόματι τῆς Θεομήτορος μεγαλοπρεπεῖς ναοὶ λαμπρῶς διεκοσμοῦν το καὶ κάλλει διέπρεπον.
Ἡ ἑδραιωμένη δὲ αὕτη ἐν ταῖς καρδίαις τῶν πιστῶν εὐλάβεια πρὸς τὴν Θεοτόκον καὶ ἀειπάρθενον Μητέρα τοῦ Κυρίου, ἀρξαμένη ἀπὸ τῆς ἀναδείξεως αὐτῆς ὡς Μητρὸς τοῦ Κυρίου, διετέλεσεν ἀμετάπτωτος καθʼ ὅλους τοὺς αἰῶνας καὶ θέλει διαμείνη παρὰ τοῖς πιστοῖς εἰς ἅπαντα τὸν αἰῶνα ἀσάλευτος» (σελ. 20).
Πῶς λοιπὸν θὰ πρέπει νὰ ἑορτάσωμεν τὴν ἑορτὴν τοῦ Εὐαγγελισμοῦ καὶ τοῦ Ἀκαθίστου; Τὴν ἀπάντησιν τὴν δίδουν οἱ Ἅγιοι Πατέρες καὶ μάλιστα ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης εἰς μίαν κατήχησίν του.
«Ἀδελφοὶ καὶ πατέρες, ἰδοὺ σὺν Θεῷ, ὁποὺ ἔφθασε ἡ πανσεβάσμιος καὶ ὑπέρλαμπρος ἑορτὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, ἡ ὁποία εἶναι ἡ πρώτη τῶν Δεσποτικῶν ἑορτῶν καὶ εἶναι πρέπον καὶ χρεωστούμενον νὰ τὴν ἑορτάζωμεν πλὴν ὄχι ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχε, καθὼς τὸ κάμνουν οἱ ἀμαθεῖς καὶ χωρὶς εὐλάβειαν· ἀλλὰ πῶς; μετʼ εὐλαβείας πολλῆς καὶ κατανοήσεως καὶ στοχασμοῦ πρὸς τοῦ μυστηρίου τὴν δύναμιν. Ποιὸ δὲ εἶναι τὸ μυστήριον;
 Ὅτι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐκαταδέχθη νὰ γίνη, εἰς δὲ μεσιτείαν καὶ ὑπηρεσίαν τοῦ ἀνερμηνεύτου αὐτοῦ μυστηρίου, ἐπῆρε τὴν ἁγίαν Παρθένον καὶ ἐκατοίκησε εἰς αὐτήν. Καὶ ἀπʼ αὐτὴν ἀνέπλασε καὶ ἔκαμε τὴν ἄχραντον αὐτοῦ σάρκα καὶ ἔγινε τέλειος ἄνθρωπος. Τίνος ἕνεκεν καὶ διατί;
Διὰ νὰ ἐξαγοράση τὸν ἄνθρωπον ἐκ τῆς κατάρας τοῦ νόμου, καθὼς εἶναι γραμμένον, διὰ νὰ γενοῦμεν υἱοὶ Θεοῦ, διὰ νὰ μὴ εἴμεθα δοῦλοι τοῦ διαβόλου, ἀλλὰ ἐλεύθεροι, μηδὲ ἐμπαθεῖς καὶ ἀκάθαρτοι, ἀλλὰ ἀπαθεῖς καὶ καθαροί· μηδὲ νὰ εἴμεθα φιλόσαρκοι, νὰ ἀγαποῦμεν τὴν σάρκα, μήτε νὰ περιπατοῦμεν εἰς τῆς σαρκὸς τὰ θελήματα, ἀλλὰ κατὰ πνεῦμα, ὡς φίλοι καὶ τέκνα Θεοῦ.
Διότι τὸ θέλημα τῆς σαρκὸς εἶναι θάνατος, τὸ δὲ θέλημα τῆς ψυχῆς εἶναι ζωή».
«Διὰ τοῦτο εἶναι ἀνάγκη, συνεχίζει ὁ Ἅγιος, καὶ ἡμεῖς πνευματικῶς νὰ ζοῦμε μὲ ὁσιότητα καὶ δικαιοσύνην, μὲ ἀγάπην καὶ πραότητα, μὲ εἰρήνην καὶ μακροθυμίαν, μὲ χρηστότητα, ἐν Πνεύματι ἁγίῳ, διὰ νὰ μὴ δείχνωμεν (ὅσον ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἡμᾶς) ἄπρακτον (ἀνώφελον) τὴν σάρκωσιν τοῦ Κυρίου.

Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ χρεωστοῦμεν νὰ παρακαλοῦμεν τὸν Θεὸν καὶ νὰ λυπούμεθα διὰ τὸν κόσμον, ποὺ δὲν τὸν ἀκούει. Καὶ ἀκόμη καταφρονοῦν αὐτὸν πολλοί, ποὺ ὀνομάζονται χριστιανοί, ἄλλοι μὲ πίστιν στρεβλὴν καὶ παράνομον καὶ ἄλλοι μὲ κακὰ ἔργα».
Πράγματι ὁ πνευματικὸς ἑορτασμὸς τῆς ἑορτῆς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ καὶ τοῦ Ἀκαθίστου καὶ ἐν γένει ὅλων τῶν ἁγίων ἡμερῶν ποὺ διερχόμεθα, θὰ εἶναι ὁ καλύτερος τρόπος διὰ νὰ διαλυθοῦν, ταῖς πρεσβείαις τῆς Θεοτόκου, τὰ νέφη τῶν συμφορῶν καὶ κινδύνων ποὺ ἀπειλοῦν καὶ πάλιν τὸ Γένος μας ἀλλὰ καὶ τὸν καθένα ἀπὸ ἡμᾶς.

Η Αρχιερωσύνη του Χριστού και η Ιερωσύνη στην Ορθόδοξη Εκκλησία Κυρ. Ε' Νηστειών π. Στέφανος Αναγνωστόπουλος

«Ο Χριστός παραγενόμενος Αρχιερεύς».
Οι φράσεις αυτές χριστιανοί μου, από το σημερινό Αποστολικό Ανάγνωσμα του Αποστόλου Παύλου, αναφέρονται στην αρχιεροσύνη του Χριστού. Ιερείς και αρχιερείς είναι εκείνα τα πρόσωπα, που προσφέρουν για λογαριασμό των πιστών, για τον λαόν θυσίες. Ή προς τον αληθινόν Θεόν προσφέρονται αυτές οι θυσίες, ή προς τους ψεύτικους θεούς των ειδώλων. Όλες οι θρησκείες, από αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι και των ημερών μας, είχαν και έχουν τους ιερείς των. 
Ο χότζας, ο χομεϊνί, ο ιμάμης, ο γκουρού, ο λάμα, ο πάστορας, είναι μερικές από τις ονομασίες που έχουν οι διάφορες θρησκείες για τους ιερείς των. Ακόμα και η μασωνία έχει τους ιερείς της, μυστήρια και τελετές. Και πολύ περισσότερον έχει η σατανολατρεία, με τη μαύρη μαγεία, τα βουντού και τις ανθρωποθυσίες σ’ ολόκληρον τον κόσμον. Επίσης θέλω να σας επισημάνω ότι και τα πάσης φύσεως μέντιουμ μαζί με τους υπνωτιστάς και τα ενδιάμεσα πρόσωπα του πνευματισμού, όλοι τους είναι ιερείς που υπηρετούν τον διάβολον. 
Και το ερώτημα : Υπήρχαν ποτέ ιερείς και αρχιερείς του ενός και μόνου αληθινού Θεού; Ασφαλώς υπήρχαν. Υπήρχαν στην Παλαιά Διαθήκη. Χρειάστηκαν όμως αιώνες και αιώνες για να σχηματιστεί με πολύ αργό ρυθμό η μορφή του γενάρχη της πρώτης ιερατικής τάξεως, δηλαδή του Ααρών. Άρα η ιεροσύνη και η αρχιεροσύνη αρχίζει από την εποχή του Μωυσέως. Η αρχαία διήγησις του κειμένου της Παλαιάς Διαθήκης, εκφράζει με δραματικό τρόπο την εκλογή και καθιέρωση της ιεροσύνης, δείτε την Έξοδο, κεφάλαιο ΛΒ, στίχοι 25-29. 
Ειδική όμως εντολή του Θεού προς τον Μωυσή για τον αδελφόν του Ααρών, είχε δοθεί πολύ πιο νωρίτερα, όπως αυτό καταφαίνεται πάλι από το βιβλίον της Εξόδου, κεφάλαιον εικοστό ένατο. Τι λέγει ο Θεός στον Μωυσή; Τα εξής: «Θα πάρεις τον αδελφόν σου Ααρών, τάδε λέγει Κύριος Παντοκράτωρ, μαζί με τους γιούς του, και θα τους λούσεις με νερό. Θα τον ενδύσεις (τον Ααρών), με άμφια και λαμπρό χιτώνα, και θα του βάλεις μήτρα στο κεφάλι με την επιγραφή «Αγίασμα Κυρίου». Θα τον χρήσεις με λάδι, χύνοντάς του πάνω στο κεφάλι, και θα τον βάλεις μπροστά στη σκηνή του μαρτυρίου. Εκεί θα καθαγιάσεις τα χέρια του Ααρών και των υιών του, και θα τα καθιερώσεις στο να τελούν όλες τις θυσίες». Εδώ τελείωσαν οι εντολές του Θεού. – όχι έχομε και άλλο – «Έτσι από σήμερα ο Ααρών, τα παιδιά του και οι απόγονοί τους, θα έχουν σαν έργο αιώνιο να με υπηρετούν ως ιερείς μου». Εδώ τελειώνει, τελειώνουν οι εντολές του Κυρίου.
Επειδή όμως ο Μωυσής και Ααρών ήσαν από την φυλή των Λευΐ, έτσι καθορίστηκε από τον ίδιο τον Θεό, όλοι οι ιερείς και αρχιερείς να προέρχονται από την ίδια αυτή φυλή. Γι’ αυτό και σε πολλά μέρη της πατρίδος μας, ιερείς ονομάζονται και λευΐτες. 
Για τη λατρεία δε του Θεού μετά την σκηνή του μαρτυρίου, κατασκευάστηκε πολλά πολλά χρόνια αργότερα ο πρώτος ναός από τον Σολομώντα. Μέσα στο ναό, και δη στα Άγια των Αγίων τα οποία τα εχώριζεν από τον κυρίως ναό ένα καταπέτασμα που εσχίσθηκε από άνωθεν έως κάτω όταν ο Κύριος είπε «Τετέλεσται», σ’ αυτά τα Άγια εφυλάσσοντο κατά πρώτον λόγον, το μάννα που έστελνε κατά καιρούς ο Θεός για να θρέψει τον πεινασμένο λαό στην έρημο εκεί, η βλαστήσασα ράβδος του Ααρών, και οι πλάκες του Νόμου με τις δέκα εντολές που δόθηκαν στο Μωυσή πάνω στο όρος Σινά για δεύτερη φορά. Όλοι οι ιερείς και αρχιερείς της Παλαιάς Διαθήκης, προσέφεραν στο Θεό διάφορες θυσίες, συνήθως όμως ζώων. Κατά τον τύπον, για τις αμαρτίες τους και για τις δικές τους και για τον λαόν. Ο δε Αρχιερεύς που ήταν και ένας και μόνον ο αυτός για ολόκληρο το έτος, εισήρχετο μία και μόνον φορά το χρόνο μέσα στα Άγια των Αγίων, για να προσφέρει θυμιάματα και θυσίες για όλο το έθνος και για τον εαυτόν του.
Όταν όμως ήλθε ο Χριστός στον κόσμο καταργεί την ιεροσύνη και την αρχιεροσύνη της Παλαιάς Διαθήκης, γιατί; Γιατί ο Χριστός είναι ο νέος και Μέγας Αρχιερεύς, - ο Χριστός είναι Αρχιερεύς, έτσι Τον αγιογραφούμε πολλές φορές στις άγιες εικόνες, όπως υπάρχει και μέσα στο Άγιον Βήμα – που το Αρχιερατικό Του αξίωμα το παίρνει ως Υιός Θεού, κατ’ ευθείαν από τον Θεόν Πατέρα. Ο ίδιος ο Θεός αποφαινόμενος εις τον Υιόν και Λόγον Θεού λέγει: «Υιός μου ει συ, εγώ σήμερον γεγένηκά σε». Αυτό είναι από τον δεύτερο ψαλμό. Αυτό το «εγώ σήμερον γεγένηκά σε» αναφέρεται στην Σταυρική Του Θυσία. Είναι δηλαδή ο Αρχιερεύς που προσφέρει θυσία τον εαυτόν Του. Έτσι δεν παίρνει την Αρχιεροσύνη Του από το Εβραϊκό έθνος, και μάλιστα από την φυλή του Λευΐ, διότι ως άνθρωπος ήτο Ιουδαίος. Αυτό σημαίνει λοιπόν ότι η Αρχιεροσύνη Του πλέον δεν είναι κατά την τάξιν Ααρών, αλλά κατά την τάξιν Μελχισεδέκ. Όλα αυτά μας ανεφέρθησαν στα Αποστολικά Αναγνώσματα που ακούσαμε και σήμερα ακόμη, τις Κυριακές των Νηστειών, διότι ακριβώς η Προς Εβραίους Επιστολή προς αυτό κατατείνεται. 
Σπάζει λοιπόν την συνέχεια της διαδοχής της λευϊτικής αρχιεροσύνης, και εγκαινιάζει μια καινούργια ιεροσύνη όπου εκείνος θα είναι ο πρώτος και Μέγας Αρχιερεύς. Είπαμε ότι ιερείς και αρχιερείς της Παλαιάς Διαθήκης πρόσφεραν θυσίες ζώων, μόσχων, δαμάλεων, τράγων, περιστερών και τα λοιπά, το ακούσαμε και στο σημερινό Αποστολικό Ανάγνωσμα. 
Ο Χριστός όμως δεν προσέφερε τέτοια θυσία, ποτέ, πρόσφερε θυσία τον ίδιο τον εαυτόν Του, δηλαδή το αναμάρτητο και πανακήρατο Σώμα Του, που δημιουργήθηκε εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου. Αυτός ο Χριστός έγινε θύμα, αυτός ιερεύς, αυτός θυσιαστήριον, αυτός Θεός, αυτός άνθρωπος, αυτός βασιλεύς, αυτός αρχιερεύς, αυτός πρόβατον, αυτός αρνίον, τα πάντα εν πάσι υπέρ ημών γενόμενος, βεβαιώνει ο Άγιος Επιφάνιος. Αυτός λοιπόν ο Χριστός και Κύριος, ως Αρχιερεύς, προσφέρει θυσία πάνω στο ξύλον του Σταυρού, και συγχρόνως τον εαυτόν Του, που είναι το προσφερόμενον Εσφαγμένο Αρνίον, ο Αμνός του Θεού, ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου. Είναι δηλαδή ο Προσφέρων και ο Προσφερόμενος. Είναι ο Θυσιάζων, αυτός που θυσιάζει, αλλά και ο Θυσιαζόμενος, και αυτός που θυσιάζεται. Είναι ο Θύτης και ταυτόχρονα το Θύμα. Αυτό θα πει ότι πάνω στο Σταυρό ο Χριστός ιερούργησε σαν ο πιο μεγάλος αλλά και αιώνια δικός μας Αρχιερέας, το μυστήριον της σωτηρίας με το να προσφέρει θυσία τη δική Του ζωή. 
Οι ιερείς και οι αρχιερείς της Παλαιάς Διαθήκης, επειδή ήσαν άνθρωποι αμαρτωλοί είχαν ανάγκη να προσφέρουν τις διάφορες θυσίες και για τις δικές τους προσωπικές αμαρτίες και για το δικό τους εξιλασμό. Ενώ ο Χριστός ήτο ο αναμάρτητος Θεάνθρωπος. Άρα πρόσφερε την καθαροτάτη θυσία και αγία αυτή λυτρωτική θυσία αποκλειστικά και μόνον για το λαό, για όλους τους ανθρώπους, υπέρ του Σύμπαντος κόσμου. 
Να λοιπόν η μεγάλη και απροσπέραστη διαφορά της θυσίας των ζώων της Παλαιάς Διαθήκης από την Θυσία του ασπείλου και αμώμου Ιησού Χριστού, του μεγάλου Αρχιερέως της Καινής Διαθήκης, που είναι ο Λυτρωτής του κόσμου, ο λυτρωτής ο δικός σου, ο δικός σου, ο δικός μας, που είναι ο Κύριος και Θεός ημών.
Τα πρόσφεραν αυτές τις θυσίες των τράγων και των μόσχων, που μας είπε το Αποστολικό Ανάγνωσμα, αλλά τα πρόσφεραν για κάποια εξωτερική καθαρότητα τότε, οι ιερείς, για να μπορούν να τελούν τα προς τον Θεόν θρησκευτικά τους καθήκοντα. Ενώ αντιθέτως η Θυσία του Χριστού – τι μας είπε σήμερα, πως τελείωσε το Ανάγνωσμα, θυμάστε; - «καθαριεί την συνείδησιν ημών από νεκρών έργων, εις το λατρεύειν Θεώ ζώντι». Η Θυσία δηλαδή του Χριστού, καθαρίζει τη συνείδησή μας πλήρως και τελείως, από τα έργα της αμαρτίας που οδηγούν στον αιώνιον θάνατο της ψυχής και μας δίδει την δυνατότητα να λατρεύομε με καθαρή καρδιά τον Άναρχο και Αιώνιο Θεό. 
Και κάτι ακόμα. Οι θυσίες της Παλαιάς Διαθήκης ήταν, εγίνοντο συνεχώς, ήσαν επαναλαμβανόμενες ενώ η Θυσία του Αρχιερέως Χριστού έγινε μια φορά και μια για πάντα. Εισήλθεν εφάπαξ εις τα Άγια αιώνιον λύτρωσιν εδράμενος. Δηλαδή μια φορά και για πάντα, μπήκε ο Χριστός στα επουράνια, όχι με τα αίματα και τις θυσίες των ζώων αλλά με το δικό Του το Αίμα, το αναμάρτητο, και επέτυχε για όλους εμάς την αιώνια σωτηρία μας. Αυτό σημαίνει ότι δημιουργούνται στον άνθρωπο οι προϋποθέσεις αποδοχής και πίστεως. 
Σ’ αυτό ακριβώς το σημείο εισέρχεται και η δική μας ιεροσύνη. Η ιεροσύνη λοιπόν της Ορθοδόξου Πίστεως, διδάσκει τις αλήθειες της πίστεως, το έργον και τη Θυσίαν του Θεανθρώπου Ιησού Χριστού, το έργον της Θείας Οικονομίας, διδάσκει την Τριαδικότητα του Θεού, διδάσκει την Θεότητα του Αγίου Πνεύματος, διδάσκει την αειπαρθενίαν της Παναγίας, διδάσκει για τα επτά μυστήρια της Εκκλησίας μας, διδάσκει, διδάσκει, διδάσκει, πόσα πράγματα διδάσκει η ιεροσύνη! 
Έτσι λοιπόν, κάθε, ο καθένας από μας που πιστεύει, συμμετέχει κατ’ αρχάς στο Άγιον Βάπτισμα, και δια του Αγίου Βαπτίσματος συμμετέχει στο Θάνατο και στην Ανάσταση του Ιησού Χριστού, στο θάνατο του παλαιού ανθρώπου, την κατάρα που μας άφησε ο Αδάμ με την πτώση του. Στη συνέχεια σφραγίζεται, χαριτώνεται και ενισχύεται ο άνθρωπος με τα χαρίσματα του αγίου Πνεύματος, δια μέσου του Αγίου Χρίσματος. Κατόπιν τρέφεται και συντηρείται, με την αθάνατη τροφή της Θείας Κοινωνίας, που είναι φάρμακον αθανασίας, φάρμακον αιωνίου ζωής, όπως και μερικοί εξ ημών το λάβαμε σήμερα. 
Στην πορεία όμως αυτής της ζωής ο χριστιανός οπωσδήποτε θα λερώσει τον πάλλευκο χιτώνα της ψυχής του και του Βαπτίσματος. Καθαρίζεται όμως αμέσως μέσα στο λουτρό της μετανοίας, μέσα στο μυστήριον της Ιεράς Εξομολογήσεως, αρκεί να υπάρχει αληθινή μετάνοια. 
Όλα αυτά και άλλα πολλά τελούνται και ιερουργούνται από τους ιερείς και αρχιερείς της χριστιανικής Ορθοδόξου πίστεως. Εμείς όμως οι ιερείς, δεν έχομε δική μας ιεροσύνη, αλλά του Μεγάλου Αρχιερέως Χριστού την ιεροσύνη φέρουμε. Μ’ αυτή την ιεροσύνη του Χριστού τελούμε τα μυστήρια, ιερουργούμε τη Θεία Ευχαριστία όπως την κάναμε και προηγουμένως. Σαν ιερείς του Σωτήρος Χριστού δεν προσφέρομε θυσίες τράγων και μόσχων, και πολύ περισσότερο ανθρωποθυσίες, και πολύ περισσότερο θυσίες στο διάβολο, αλλά προσφέρουμε και συνεχίζουμε αναίμακτα τη Σταυρική Θυσία του Γολγοθά και στην οποίαν συμμετέχουμε όλοι μας, δια της Θείας Κοινωνίας.

Χριστιανοί μου, σας είπα μερικά πράγματα περιληπτικά μεν, αλλά όσο μπορούσα πιο κατανοητά διότι είναι και δύσκολα αυτά τα κεφάλαια, πάντως ξεχωρίσαμε τη μία ιεροσύνη από την άλλη, και πολύ περισσότερον τους ιερείς άλλων θρησκειών, και άλλων καταστάσεων και πολύ περισσότερο των δαιμονικών. 
Αυτά που αναφέρονται για την αρχιεροσύνη του Χριστού, πολλές φορές είναι απροσπέραστα για τη λογική μας και για τα μυαλά μας, αλλά είπαμε όμως μερικά όπως και τη δική μας διακονία, και τις δικές σας υποχρεώσεις. Το λυτρωτικό έργο του Ιησού Χριστού συνεχίζεται πάνω στη γη, δια μέσου των αρχιερέων και ιερέων της Νέας Διαθήκης που είναι οι φυσικοί φορείς και οι διάδοχοι των Αποστόλων. 
Προσέξτε τώρα κάτι, γιατί γίνονται πολλές παρεξηγήσεις και μας φορτώνετε πράγματα που εμείς δεν έχουμε και δε μας αξίζουν, δε μας ανήκουν μάλλον, κι ύστερα δε μας αξίζουν. Πρώτα δε μας ανήκουν κι ύστερα δε μας αξίζουν. Δεν σώζουν οι ιερείς. Προσέξτε το αυτό. Δεν σώζουν οι ιερείς. Αυτό είναι δόγμα στην Εκκλησία. Διακονούν απλά το έργον του Ιησού Χριστού, που είναι έργον σωτηρίας για όλους τους ανθρώπους. Μαζί με το λαό σώζεται και ο ιερεύς. 
Αδελφοί μου, εγώ μαζί με σας, ε; μαζί με σας σώζουμε και από σας σώζουμε, έχετε ανάγκη της ιεροσύνης που διακονεί τα μυστήρια, αλλά και γω έχω ανάγκη από σας, από τις προσευχές σας. Είθε λοιπόν μαζί σας, να σωθώ και γω ως ανάξιος ιερεύς,

Αμήν

Ακάθιστος Ύμνος Η καθολικη κρίσις στή ζωή τού ανθρώπου καί η λύσις τής Παναγίας π. Στέφανος Αναγνωστόπουλος

… προεκτάσεις, για τους Έλληνας εργαζομένους, και με μεγάλη πιθανότητα να ενταθεί ακόμα περισσότερο. Υπάρχει ηθική κρίσις. Με σκάνδαλα πάσης φύσεως. Με διαπλοκές και μίζες. Με κατακρίσεις και σπατάλη του δημοσίου χρήματος που είναι η δική μας πόροι και ο δικός μας ιδρώτας.
Με σωματεμπορία και με πορνογραφία, ακόμα και παιδική πορνογραφία, μέσα στις ιστοσελίδες, που να είναι σε μεγάλη έξαρση. 
Με ηθική παράλυση από τον πανσεξουαλισμό, με ναρκωτικά και το λαθρεμπόριο. 
Με ληστείες και φόνους αθώων πολιτών. Ακόμα και γερόντων για είκοσι ευρώ. 
Με φούντωμα την αναρχία και την τρομοκρατία. 
Αν μιλήσουμε δε και για την κρίση που περνάει η οικογένεια, θα απελπιστούμε με τα σημερινά της χάλια. Άλλωστε σε δυο βραδινά μας κηρύγματα παρουσιάσαμε με τα πιο μελανά της χρώματα την κρίση της. 
Υπάρχει επίσης κρίσις στην παιδεία σε όλες τις βαθμίδες της, Δημοτικά, Γυμνάσια, Λύκεια, ΤΕΙ, Πανεπιστήμια. Έχομε κρίση στην πολιτική και στους πολιτικούς μας. Δεν κάνουμε πολιτική αλλά παρουσιάζουμε όπως έχει η κατάστασις σε ολόκληρο τον κόσμο, και σε όλα τα έθνη που βρίσκονται σε αναβρασμό. 

Αυτό σημαίνει με λίγα λόγια ότι ολόκληρη η ανθρωπότητα, μαζί και η πατρίδα μας, η Ορθόδοξη Ελλάδα μας, έδιωξε τον Χριστό από τα σπλάχνα της. Τον έβγαλε όχι μόνον έξω από την οικογένεια, αλλά και έξω από την κοινωνία. Έτσι πληρώνουμε την αποστασία μας, από το θέλημα του Θεού.
Εμείς οι ίδιοι εγκαταλείψαμε το απλωμένο σπλαχνικό χέρι του Θεού, και γυρνώντας την πλάτη μας, πιάσαμε οριστικά το χέρι του διαβόλου. Έτσι δημιουργήσαμε κρίση με τον Θεόν. Από τη στιγμή όμως που αγκαλιάσαμε το θέλημα του διαβόλου, την πονηριά και την κακία, την ψευτιά και την κατάκριση, αντιστρατευθήκαμε κατά του Θεού σωριάζοντας γύρω μας τα ερείπια του πνευματικού θανάτου.
«Τα οψώνια της αμαρτίας θάνατος», βεβαιώνει η Αγία Γραφή. Κρίσεις και συγκρούσεις με τον Θεόν είχαμε στην πορεία των αιώνων από τις αιρέσεις και που θεομαχώντας αρνήθηκαν την θεοπνευστία της Αγίας Γραφής. Αμφισβήτησαν και πολέμησαν την θεότητα του Ιησού Χριστού, τη θεότητα του Αγίου Πνεύματος, την Τριαδικότητα του ενός Θεού. Πολέμησαν το αειπάρθενον της Παναγίας, και τον όρον Θεοτόκος. Αμφισβήτησαν επίσης την Ιερά Παράδοση, τους Αγίους, τα θαύματα, τα μυστήρια της Εκκλησίας μας και πολλά ακόμα ιερά και όσια της πίστεως μας. Έτσι η κρίσις κατέστη ανταρσία, θεομαχία, αίρεσις, δαιμονοκρατία.

Όλα αυτά όμως άρχισαν πριν από χιλιάδες χιλιάδες χιλιάδες χρόνια, από μια πολύ παλιά ιστορία που την ρίζα της την έχει στην πρώτη παράβαση και παρακοή των Πρωτοπλάστων, Αδάμ και Εύας. Είναι η πρώτη κρίσις στην ανθρωπότητα. Η πρώτη σύγκρουσις. Ο Αδάμ αντιλέγει στο Θεό που τον έπλασε και Τον κατηγορεί ως υπεύθυνο για τη γυναίκα που του έδωσε. Και αφού δεν υπάρχει μετάνοια και αναγνώρισις του λάθους από μέρους του, η κρίσις γενικεύεται, απλώνεται και πολλαπλασιάζεται.
Ακολουθεί η κρίσις και η σύγκρουσις μεταξύ Αδάμ και Εύας. Αφού ο Αδάμ κατηγορεί την γυναίκα του ότι τον εξαπάτησε, γι’ αυτό και την μισεί και την σιχαίνεται. Αμυνομένη η Εύα, παρά το πρωταρχικό της φταίξιμο, κατηγορεί τον διάβολο ως αιτία του κακού, και όχι την προαίρεσή της. Έτσι η αμαρτία ολοκληρώνεται, και η κρίσις μεταβιβάζεται στους απογόνους.
Και το πρώτο αποτέλεσμα της κρίσεως είναι άμεσο. Ο Κάιν σκοτώνει τον Άβελ. Και τον σκοτώνει από φθόνο, χωρίς να φταίει σε τίποτα ο άνθρωπος. Ήτο παντελώς αθώος. 

Έτσι από τότε, το κακόν εδραιώθηκε στη γή. Η αμετανοησία μας το έκαμε να ριζώσει και να πολλαπλασιαστεί και συνεχώς να πολλαπλασιάζεται. Αλλά μαζί με το κακό έρχονται και τα δεινά της παρακοής στον άνθρωπο, και γενικά σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Η ασθένειες, πόνοι ψυχικοί και σωματικοί, δάκρυα, βάσανα, στεναχώριες, άγχος, αμηχανία, συγκρούσεις μεταξύ των συζύγων, συγκρούσεις μεταξύ γονέων και παιδιών, συγκρούσεις μεταξύ των αδελφών, συγκρούσεις και με το διπλανό μας, που τελικά καταλήγουν μεταξύ διαφόρων κοινωνικών ομάδων για να καταλήξουν σε συγκρούσεις με τη μορφή των ανταρσιών, των επαναστάσεων και των πολέμων.
Έτσι έχοντας κρίση ο άνθρωπος με τον Χριστόν και την Εκκλησία Του, σκοτίζεται πνευματικά, απομονώνεται μέσα στο άθλιο καβούκι του και καταρρακώνεται από την μοναξιά, για να τον αποτελειώσει το γήρας, η ανημποριά και τέλος ο θάνατος χωρίς ελπίδα. Οι Συγκρούσεις με τον Θεόν, σπέρνουν πάντοτε ανέμους, γι’ αυτό και ολόκληρη η ανθρωπότητα θερίζει θύελλες.

Αλλά να, που εμφανίζεται ένας έμψυχος Παράδεισος, η Υπεραγία Θεοτόκος, η Παναγία μας. Αυτή μέσα στα σπλάχνα της, ως άλλος πνευματικός Παράδεισος, βλαστάνει το νέο Ξύλον της ζωής, τον Ιησούν Χριστόν, τον Θεάνθρωπο Κύριο, που με το έργο Του, την προσφορά Του, τα θαύματά Του, την ανυπέρβλητη ζωηφόρο διδασκαλία Του, και ιδιαιτέρως με την Σταυρικήν Του Θυσίαν, θεραπεύει αδελφοί μου, την θανατηφόρο κρίση που υπήρχε και υπάρχει στις σχέσεις Θεού και ανθρώπου. Στις σχέσεις του Δημιουργού, του Πλάστου, και των λογικών πλασμάτων και δημιουργημάτων. Έτσι όσοι από μας, καταφεύγουμε στη χάρη της Παναγίας, και ενούμεθα με τον Υιόν της και Θεόν ημών, τον Σωτήρα και Κύριον Ιησούν Χριστόν, αρχίζουμε μια καινούργια ζωή. Την ζωή των μυστηρίων, μετανοίας, και Θείας Μεταλήψεως, αφού προηγουμένως προηγηθεί το Βάπτισμα και το Άγιον Χρίσμα.
Αρχίζουμε μια καινούργια ζωή, τη ζωή του Ευαγγελίου και της προσευχής. Τη ζωή της ζωντανής πίστεως και της ενεργουμένης αγάπης, τη ζωή των αρετών, την αγία ζωή, που επεκτείνεται στην αιωνιότητα, από τώρα και πάντοτε, στους αιώνας των αιώνων.

Έτσι η πίστις μας προς τον Σωτήρα μας Κύριον Ιησούν Χριστόν, ομαλοποιεί τις διαπροσωπικές μας σχέσεις, με τον σύντροφον της ζωής μας, με τα παιδιά μας, και με τον συνάνθρωπό μας, θεραπεύοντας και τις κλονισμένες σχέσεις ακόμα και με τον εχθρόν μας. Αυτόν τον άνθρωπο που μας έκαμε κακό. Και η κρίσις αυτή της εχθρότητος, και της αντιπαλότητος προς τον πλησίον, μέσω του Ιησού Χριστού, της χριστιανικής ζωής, του Βαπτίσματος και των λοιπών Αγίων Μυστηρίων, μεταβάλλεται πρώτα σε συγγνώμην, ύστερα σε επιείκεια, κατόπιν σε μακροθυμία και τέλος σε αγάπη αληθινή.

Τα γεγονότα βέβαια γύρω μας, στο σπίτι μας, στη γειτονιά μας, την Ελλαδική κοινωνία, αλλά και σε ολόκληρη την ανθρωπότητα σήμερα, μας διαψεύδουν.
Εμείς όμως θα κοιτάξουμε στις δικές μας καρδιές, και ο καθένας χωριστά τη δική του ψυχή, να δει τον εσωτερικό του κόσμο, να ψάξει καλά μέσα στην συνείδηση και την ψυχή του, και ψάχνοντας μέσα στην καρδιά μας, αν απ’ αυτήν την έρευνα βρει η ψυχή μας ότι παλεύομε, ότι προσπαθούμε στο κατά δύναμιν για το καλό, τότε η κρίσις ήδη έχει θεραπευθεί. 
Τότε η Παναγία θα μας δώσει το κλειδί του Παραδείσου αφού είναι των θυρών το ανοιχτήριον.

Και το κλειδί αυτό των θυρών, το ανοιχτήριον, είναι η μετάνοια. 
Η κραυγή του ληστού «Μνήσθητί μου όταν έρθεις εν τη Βασιλεία Σου» είναι κραυγή μετανοίας. 
Η στάσις του Τελώνου όταν κτυπούσε το στήθος και έλεγε «ο Θεός ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ» είναι κραυγή μετανοίας. 
Η επιστροφή του Ασώτου, και το πέσιμο στην αγκαλιά του Θεού Πατρός κράζοντας «ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν Σου», είναι κραυγή μετανοίας.
Κατόπιν έχουμε την φωνή του τυφλού Βαρτιμαίου, «Ιησού Υιέ Δαυΐδ, ελέησόν με». Να μας βγάλει από την τύφλα της παρούσης ζωής, και να μας ανοίξει τα μάτια μας στην χάριν του ουρανού. 
Οι κραυγές των λεπρών «Ιησού επιστάτα ελέησον ημάς» σημαίνει ότι πρέπει να καθαρισθεί η λέπρα αυτή της αμαρτίας που δημιουργεί την κρίσιν με τον Θεόν, για να μας έλθει η σωτηρία. Και η κραυγή, της πίστεως η κραυγή, της Χαναναίας, «Ιησού Υιέ Δαυΐδ, ελέησόν με, ελέησόν με, ελέησόν με ότι η θυγάτηρ μου κακώς δαιμονίζεται», μας τα λέγει όλα.
Αυτές οι κραυγές μετανοίας, είναι αυτές που θεραπεύουν την κρίση, και τις μεταβάλλουν σε έλεος, σε μακροθυμία, σε φιλανθρωπία, και τέλος στη σωτηρία, 
δια πρεσβειών της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας,

Αμήν.

ΣΧΟΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ Ε´ ΝΗΣΤΕΙΩΝ Η ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΗ ΓΥΜΝΟΤΗΤΑ ἤ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΠΑΡΘΕΝΙΑΣ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ (ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΣΤΟ ΒΙΟ ΤΗΣ ΟΣΙΑΣ ΜΑΡΙΑΣ ΤΗΣ ΑΙΓΥΠΤΙΑΣ


Ἡ Ἐκκλησία μας σήμερα προβάλλει καί τιμᾶ τήν ἱερά μνήμη μιᾶς ἁγίας γυναικός, τῆς Ὁσίας Μητρός ἡμῶν Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας, ἡ ὁποία ξεκίνησε ἀπό τήν περιθωριακή ζωή καί τελειώθηκε στήν ἄσκηση. Ὁ βίος της εἶναι μιά ἀκραία ὁσιακή ἱστορία, ἱστορία ἀδαμικῆς γυμνότητας, φυσικῆς καί ψυχικῆς ἀπάθειας, ἀποβολῆς τῶν ἀνθρωπίνων ἰδιωμάτων, ἐγκαταλείψεως τῶν ἰδίων νοημάτων καί θελημάτων, ἀνακλήσεως τῆς ἀρχαίας ὑγείας τῆς ψυχῆς, ἱστορία τῆς παρθενίας τοῦ σώματος καί τοῦ πνεύματος, ἱστορία καταδύσεως στό ἄπειρο βάθος τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ, πού ἑορτάζεται πρός τό τέλος τῆς Σαρακοστῆς, γιά ἐξέγερση καί βαθύ προβληματισμό, γιατί ἡ Ὁσία Μαρία ἡ Αἰγυπτία ἔζησε τό χάος τῆς ἁμαρτίας καί ἀπεκάλυψε τό νόημα τῆς ἀληθινῆς μετάνοιας καί συγγνώμης, ζώντας σαράντα ἑπτά ὁλόκληρα χρόνια στήν ἔρημο τοῦ Ἰορδάνου.
Ἀπεκάλυψε τό πόσο ἀπέραντη εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιά μᾶς τούς ἀδύναμους καί ἁμαρτωλούς ἀνθρώπους. Τό πόσο ἀναρίθμητοι εἶναι οἱ δρόμοι πού κατασκευάζει ὁ Θεός μέσα ἀπό τήν καθημερινότητα τῆς ζωῆς, γιά νά ὁδηγήση τόν καθένα μας στήν ὁδό τῆς σωτηρίας. Τό μέ πόση ταπείνωση, πραότητα καί μακροθυμία ἑτοιμάζει καί ἀναμένει τήν μετάνοια τοῦ καθενός μας.
Πολλές φορές ὁ Ἰησοῦς Χριστός μέσα στό Εὐαγγέλιο ἐπαναλαμβάνει, ὅτι οἱ "τελῶναι καί αἱ πόρναι προάγουσιν ἡμᾶς εἰς τήν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν",καί ἡ ἄποψη αὐτή ξενίζει τούς Φαρισαίους κάθε ἐποχῆς, οἱ ὁποῖοι σκανδαλίζονται ἐπί πλέον, γιατί ὁ Ἰησοῦς δέν περιφρονεῖ, ἀλλά ἀγκαλιάζει τούς ἁμαρτωλούς.
Ὁ Χριστός προβαίνει στήν προσφορά ἑνός νέου Νόμου χάριτος καί φιλανθρωπίας. Ἀποκαλύπτει στόν λαό Του ἕνα Θεό ἀγάπης καί συγγνώμης. Ἕνα Θεό σώζοντα τόν κόσμο. Ἕνα Θεό, ὁ Ὁποῖος εἶναι ὁ πατέρας, ὁ φίλος, ὁ ἀδελφός, ὁ ὑπερασπιστής τοῦ ἀνθρώπου.
Ὁ Κύριος παραμερίζει ὅλα τά ἀνθρώπινα τεκμήρια καί ἀπευθύνεται στόν κρυπτό τῆς καρδίας ἄνθρωπο. Ἔτσι Τόν βλέπουμε, στό Εὐαγγέλιο, νά ἐμπιστεύεται τήν μοιχαλίδα γυναίκα. Δέν πηγαίνει ἀντίθετα στόν Νόμο, ἀλλά ἀντιμετωπίζει τήν γυναίκα πέρα ἀπό τά φαινόμενα. Ἡ μοιχαλίδα εἶχε καταδικασθῆ σέ λιθοβολισμό. Ὁ Χριστός τήν ἐλευθερώνει, τήν ἀφήνει νά φύγη ἀναστημένη σέ μιά νέα ζωή. Εἶδε τήν καρδιά της, μίλησε στόν βαθύτερο ἑαυτό της. Τά φαινόμενα ξεπεράσθηκαν ἀπό μιά μεγάλη καί σωτηριώδη ἀλήθεια: τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί τήν μετάνοια τοῦ ἀνθρώπου.
Τό "προνόμιο" ἑνός ἀνθρώπου πού πουλάει τό σῶμα του, τόν ἑαυτό του, καί προσποιεῖται τήν ἀγαπητική σχέση, εἶναι οἱ ἐμπειρίες τῆς ζωῆς του καί τό βίωμα τῆς κολάσεως. Αὐτός ὁ ἄνθρωπος ζεῖ τήν μεγαλύτερη κόλαση. Γιατί πραγματικά ὁ ἄνθρωπος πού ὑποβιβάζει τήν ἱερώτερη σχέση καί τήν κάνει ἀντικείμενο συναλλαγῆς, ζεῖ τήν πιό μεγάλη τραγωδία. Ἀρνεῖται οὐσιαστικά τήν κοινωνία καί τήν δημιουργία.
Ἡ τρομακτική ὅμως ἐμπειρία τῆς κακῆς ἀλλοιώσεως τοῦ ἀνθρώπου μπορεῖ, μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ, νά γίνη ἀφετηρία γιά μιά νέα ζωή. Αὐτό συνέβη καί μέ τήν Ὁσία Μαρία τήν Αἰγυπτία, πού ἔθεσε ὡς μοναδικό σκοπό τῆς ζωῆς της τήν μετάνοια καί τήν συγγνώμη.
Ἡ μνήμη μιᾶς Ἁγίας γυναικός, πού ἦταν πόρνη στόν πρότερό της βίο, μᾶς κάνει νά ἐμβαθύνουμε στό μυστήριο τῆς σωτηρίας μας.
Τί ἀνοίγει ἀπό μέρους μας τόν δρόμο πρός τόν Κύριο, πού ἔρχεται νά σταυρωθῆ γιά τήν ἁμαρτία τοῦ κόσμου, ἤ τί εἶναι ἐκεῖνο πού μᾶς σώζει; Ἡ εὐσέβεια καί ἡ ἀρετή, ἡ σοφία καί δύναμή μας, ὅλη ἐκείνη ἡ ἀξιόμισθη φλυαρία καί πολυπραγμοσύνη σέ κάποιο σχῆμα τυπικῆς θρησκευτικότητας καί ἐπιβαλλόμενου ἠθικισμοῦ, ἤ οἱ οἰκτιρμοί καί τά ἐλέη, ἡ χάρη καί φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος ἔρχεται μέ ὑπερβολή ἐρωτικῆς ἀγαθότητας, γιά νά σώση τόν ἄνθρωπο;
Ὁ Ὁσία Μαρία ἡ Αἰγυπτία μᾶς μαθαίνει, ὅτι ἐκεῖνο πού εἶναι ἀπαιτητό ἀπό ἐμᾶς εἶναι ἡ αἴσθηση τῆς ἁμαρτωλότητάς μας ἤ ἡ ἀπόγνωση ἀπό τόν ἑαυτό μας, πού μᾶς στρέφει, ὅταν μᾶς κατακαίει ἡ δίψα τῆς προσωπικῆς ἐπικοινωνίας καί τῆς ἀγάπης καί μᾶς φλογίζη ὁ ἄνθρωπος τῆς ὀδύνης καί τοῦ θείου πόθου, στήν ἀγάπη καί τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ.
Δέν μποροῦμε νά ἐλπίζουμε στόν ἑαυτό μας, ἀλλά νά ἔχουμε πεποίθηση μόνο στόν Θεό, πού ἐγείρει τούς νεκρούς, "τούς νεκρωθέντας τῇ ἁμαρτίᾳ".Ἐκεῖνο πού τελικά μᾶς σώζει εἶναι ἡ ἄπειρη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία σφραγίζει τό μυστήριο τῆς ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ καί τῆς αἰωνιότητας τοῦ ἀνθρώπου.
Κανένας δέν ἔχει ἐκπέσει ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Οὔτε καί μιά πόρνη. Γιατί ὁ ἄνθρωπος καί μέσα στήν ἁμαρτωλότητά του, ἀκόμη καί στά ἔσχατα ὅρια τῆς ἀξιοπρέπειάς του, δέν παύει νά εἶναι παιδί τοῦ Θεοῦ, καί γιατί "δέν εἶναι κακό ἡ γυναίκα, ἀλλά ἡ πορνεία", γράφει ὁ Ὅσιος Πέτρος ὁ Δαμασκηνός. Μποροῦμε καί πρέπει νά μισοῦμε τήν πορνεία, ἀλλά ὀφείλουμε νά ἀγαπᾶμε τήν πόρνη, πού δέν παύει νά εἶναι εἰκόνα τοῦ Θεοῦ κι ὅταν φέρνει τήν πληγή καί τήν ὀδύνη τῶν πταισμάτων της. Ἄλλωστε ποιός μπορεῖ νά μᾶς βεβαιώση, ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὅ,τι πράττει ἤ ὅτι εἶναι ἐλεύθερος στίς πράξεις του ἤ ἀγαπᾶ αὐτό πού πράττει;
Ἡ Ὁσία Μαρία γίνεται τύπος τῶν πιστῶν, πού τόσο παγιδεύονται στόν πειρασμό τῆς αὐτοδικαίωσης καί τῆς αὐτάρκειας, γιατί δίνει αὐτό πού εἶναι: τό εἶναι της γυμνό, γιά νά τό ἐνδύση καί πάλη ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ. Δίνει ἀκριβῶς αὐτό πού γνωρίζει καί περιμένει ὁ Θεός ἀπό τόν ἄνθρωπο: τήν ἄβυσσο τοῦ μυστηρίου τῆς καρδιᾶς, τήν μετάνοια, ἡ ὁποία μᾶς σώζει καί μᾶς ἁγιάζει.
Τό πρότυπο στό ὁποῖο ἀπέβλεπε πάντοτε ἡ Ἐκκλησία δέν ἦταν ἡ πληρότητα τῆς ἠθικῆς αὐτάρκειας, ἀλλά ὁ θρῆνος τῆς ἀδιάκοπης μετάνοιας, βεβαίωση τῆς νίκης τοῦ Χριστοῦ ἐπάνω στήν ἁμαρτία, πού προϋποθέτει μιά προσωπική καί βαθειά αἴσθηση τῆς ἁμαρτωλότητάς μας. Αὐτό πού μετράει εἶναι, ὅτι ἡ ἀρετή ὑπάρχει γιά τήν ἀλήθεια καί ὄχι ἡ ἀλήθεια γιά τήν ἀρετή. Αὐτό σημαίνει, ὅτι πρέπει νά ἀντιληφθοῦμε, νά ζήσουμε τήν μετάνοια μέ αὐθεντικά ὀρθόδοξο τρόπο.
"Ὁ αἰσθηθείς τῶν ἑαυτοῦ ἁμαρτιῶν, κρείττων ἐστί τοῦ ἐγείροντος τούς νεκρούς" καί αὐτό σημαίνει ὄχι ἁπλῶς "νά πουλήσουμε ὅ,τι ἔχουμε" - κατά τόν εὐαγγελικό λόγο - ἀλλά "νά πουλήσουμε ὅ,τι εἴμαστε". Νά τί λέγει ἡ Ὁσία Μαρία στόν Ἀββά Ζωσιμᾶ κατά τήν συνάντησή τους στήν ἔρημο: "Γιά ποιό λόγο ἦλθες ἄνθρωπε σέ μένα τήν ἁμαρτωλή; Γιά ποιό λόγο θέλησε νά δῆς μιά γυναίκα γυμνή ἀπό κάθε ἀρετή;"
Σέ ὁλόκληρη τήν πατερική παράδοση καί διδασκαλία τονίζεται, ὅτι ἡ μετάνοια δέν ἐξαντλεῖται σέ ὁρισμένες ἀντικειμενικές βελτιώσεις τῆς συμπεριφορᾶς, οὔτε σέ τύπους καί σχήματα ἐξωτερικά, ἀλλά ἀναφέρεται σέ μιά βαθύτερη καί καθολική ἀλλαγή στήν ζωή τοῦ ἀνθρώπου. Δέν εἶναι μιά παροδική συντριβή ἀπό τήν συναίσθηση διαπράξεως κάποιας ἁμαρτίας, ἀλλά μιά μόνιμη πνευματική κατάσταση, πού σημαίνει σταθερή κατεύθυνση τοῦ ἀνθρώπου πρός τόν Θεό καί συνεχῆ διάθεση γιά ἀνόρθωση, θεραπεία καί ἀνάληψη τοῦ πνευματικοῦ ἀγῶνος.
Μετάνοια εἶναι ἡ ἀλλαγή τοῦ νοῦ, τό νέο φρόνημα, ἡ δυναμική μετάβαση "ἐκ τοῦ παρά φύσιν εἰς τό κατά φύσιν, καί ἐκ τοῦ διαβόλου πρός τόν Θεόν ἐπάνοδος δι' ἀσκήσεως καί πόνων". Αὐτός ὁ ὁρισμός καθιστᾶ σαφές, ὅτι ἡ μετάνοια δέν εἶναι συμμόρφωση πρός τόν Νόμο, ἀλλά συγκλονιστική συνάντηση μέ τόν Χριστό. Δέν εἶναι εἴσοδος σέ μιά κοινότητα Φαρισαίων, ἀλλά στήν Ἐκκλησία τοῦ ἀσώτου υἱοῦ, τῶν ἐργατῶν τῆς ἑνδεκάτης ὥρας, τῶν τελωνῶν καί τῶν πορνῶν.
Ἡ ὀρθοδοξία καί ἡ μετάνοια δέν διαδραματίζονται ἀνάμεσα στό καλό καί τό κακό μιᾶς ἀνθρώπινης ἠθικῆς, ἀλλά ἀνάμεσα στούς δύο ληστές, δεξιά καί ἀριστερά στόν Ἰησοῦ Χριστό, ἀνάμεσα στόν μετανοήσαντα καί ἀμετανόητο ληστή. Μέ ἄλλα λόγια καλούμεθα ὄχι νά γίνουμε τοῦτο ἤ ἐκεῖνο, ἀλλά νά εἴμαστε στό μέτρο πού μᾶς δόθηκε ἀπό τόν Θεό.
"Ἐγγίσατε τῷ Θεῷ καί ἐγγιεῖ ὑμῖν". Ἐμεῖς ἔχουμε χρέος ν' ἀρχίσουμε. Ἄν κάνουμε ἕνα βῆμα πρός τόν Θεό, Ἐκεῖνος κάνει δέκα πρός ἐμᾶς.
Ἡ κόλαση, ἀδελφοί μου, ξέρετε, δέν εἶναι γιά τούς ἁμαρτωλούς, ἀλλά γιά τούς ἀμετανόητους. Γιά ἐκείνους, πού δέν αἰσθάνονται τήν ἀναξιότητά τους, πού δέν γνωρίζουν τό μεγαλεῖο τῆς συγγνώμης, πού ἀγνοοῦν τόν παράδεισο τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, πού δέν ζοῦν τήν ἐλπίδα τῆς πίστεως.
Ἡ Ἐκκλησία μπορεῖ νά λέγη στόν κάθε ἄνθρωπο: Τίποτε μήν φοβᾶσαι, ποτέ μήν φοβᾶσαι καί μήν θλίβεσαι. Μιά καί μετανοεῖς ὅλα θά στά συγχωρέση ὁ Θεός. Μά κι οὔτε ὑπάρχει οὔτε μπορεῖ νά ὑπάρχη, νά γίνη στόν κόσμο τέτοιο κρῖμα, πού νά μήν τό συγχωρέση ὁ Θεός σέ κεῖνον πού μετανοεῖ ἀληθινά. Μά κι οὔτε μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά κάνη ἕνα τόσο μεγάλο ἁμάρτημα πού θά μποροῦσε νά ἐξαντλήση τήν ἀστείρευτη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ.
Ἄς ἔχουμε πάντοτε στό νοῦ μας πόσο σωτήρια εἶναι ἡ ἀποδοχή τῆς γυμνότητάς μας, ἡ ἀπόγνωση ἀπό τόν ἑαυτό μας, ἡ βεβαιότητα, ὅτι εἴμαστε ἁμαρτωλοί. Πόσο ψεύτικες καί ἀνεπαρκεῖς εἶναι οἱ αὐτονόητες ἤ αὐτάρκεις καταστάσεις τῶν ἀνθρώπων, ὅταν στήν καρδιά τοῦ κάθε μαθητῆ μπορεῖ νά κρύβεται καί ἕνας προδότης, γιατί δέν εἶναι μόνο ὁ Ἰούδας, ἤ ὅταν στήν καρδιά μιᾶς πόρνης μπορεῖ νά φυλάσσεται μιά ἁγνή καρδιά.
 π. Α.Χ.

Παρασκευή τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου Ἐκ παντοίων με κινδύνων ἐλευθέρωσον. π. Γεώργιος Ζ. Ρουμής


 Ἐκ παντοίων με κινδύνων ἐλευθέρωσον.
Οἱ Χαιρετισμοί τῆς Παναγίας, ἀγαπητοί μου, εἶναι ἔνα ἀριστούργημα τῆς Βυζαντινῆς Ὑμνογραφίας. Εἶναι ἕνα Κοντάκιο, σύνολο ὕμνων μέ 24 μέρη, πού ἔχουν ἀλφαβητική διάταξη. Ἀναφέρονται ἀνά ἕνα στήν Παναγία καί καταλήγουν  μέ τό χαῖρε Νύφμη ἀνύμφευτε καί ἀνά ἕνα στό Χριστό, πού τελειώνουν μέ τό Ἀλληλούϊα, πού θά πεῖ: Αἰνεῖτε τόν Θεό, τόν Κύριο.
Συγγραφέας τοῦ Ὕμνου αὐτοῦ εἶναι ὁ ἅγιος Ρωμανός ὁ μελωδός, ὁ ποιητής τῶν κοντακίων, ὁ πρίγκηπας τῶν Βυζαντινῶν ὑμνογράφων. Λέγεται δέ Ἀκάθιστος ὁ Ὕμνος, γιατί τόν ἔψαλλαν ἀκάθιστοι, ὄρθιοι σέ ὁλονύκτια ἀγρυπνία, στόν Ναό τῆς Παναγίας τῶν Βλαχερνῶν, στήν Κωνσταντινούπολη, γιά νά εὐχαριστήσουν τήν Παναγία, πού ἔσωσε τήν Βασιλεύουσα ἀπό βέβαιη καταστροφή .
Τό ἔτος 626 μ.Χ. ὁ αὐτοκράτορας Ἡράκλειος μέ τόν κύριο ὄγκο τοῦ στρατοῦ πολεμοῦσε τούς Πέρσες στά βάθη τῆς Μ. Ἀσίας. Ἔκανε ἱερό πόλεμο ἐναντίον τῶν Περσῶν, γιά νά ἐλευθερώσει καί νά φέρει πίσω τόν Τίμιο Σταυρό, πού ἅρπαξαν οἱ βάρβαροι ἀπό τά Ἱεροσόλυμα.
Ὁ Χαγάνος, ὁ ἀρχηγός τῶν Σκυθῶν καί Μυσῶν, ἦρθε σέ συνεννόηση μέ τούς Πέρσες καί πολιόρκησαν τήν Κωνσταντινούπολη. Ἡ πόλη βρέθηκε σέ πολύ δύσκολη θέση. Οἱ ἐχθροί γύρω πολλοί, ἐνῷ μέσα ὁ στρατός ἐλάχιστος μέ τόν φρούραρχο Βῶνο.
Ὁ λαός τρομοκρατεῖται καί ἀπελπίζεται. Φόβος καί τρόμος, μεγάλη τραχή τούς κατέλαβε. Ἔπεσε τό ἠθικό τους. Ἀπαισιοδοξία ἐπικρατοῦσε παντοῦ.  Ψυχή καί καταφυγή γιά ὅλους ποιός ἄλλος; Ἡ Ἐκκλησία. Ὁ Πιστός καί γενναῖος Πατριάρχης Σέργιος. Ἄς προσέξουμε, παρακαλῶ, τά λόγια του: Εἶναι κρῖμα νά ἀπελπίζεσθε. Γιατί σκέπτεσθε σάν ἄνθρωποι, πού δέν πιστεύουν στό Θεό; Ἐμπιστεύθηκα τήν τύχη τῆς Πόλεως στά χέρια τῆς Παναγίας.
Τά λόγια αὐτά, ἀγαπητοί μου, εἶναι πάρα πολύ σπουδαῖα. Γιατί στίς δυσκολίες τά βαφουμε μαῦρα; Γιατί κάνουμε σάν νά μή ὑπάρχει Θεός;  Ποῦ θά καταφύγουμε στά δύσκολα; Στήν Παναγία. Στήν κραταιά της σκέπη. Ἐξ ἄλλου καί ὁ Μ. Κωνσταντῖνος, ὅταν ἔχτισε τήν Πόλι, στήν Παναγία τήν ἀφιέρωσε. Γι᾿ αὐτό στό τῇ Ὑπερμάχῳψάλλουμε, ἀναγράφω σοι ἡ πόλις σου, Θεοτόκε. Ἡ Κωνσταντινούπολις εἶναι ἡ πόλις τῆς Θεοτόκου.
Μέ τά λόγια τοῦ Πατριάρχη ὁ λαός ἐμψυχώθηκε. Πραγματικός συναγερμός ἔγινε. Πατριάρχης, Κλῆρος καί Λαός ξεχύθηκαν στύς δρόμους μέ τά λάβαρα τῶν Ἐκκλησιῶν, μέ Ἱερά Κειμήλια στά χέρια, μέ τήν Τιμία Ζώνη τῆς Παναγίας, μέ τά Λείψανα τῶν Ἁγίων. ( Ἄν δέν ἦταν ἡ Ἐκκλησία καί οἱ Παπάδες τί θά γινώμασταν!). Ὁ Πατριάρχης ἄκαμπος κρατώντας στά χέρια τήν εἰκόνα τῆς Παναγίας ἔδινε δύναμη καί θάρρος. Ἀπό τά στόματα ὅλων ἔβγαιναν κραυγές ἱκεσίας: Πρόφθασε, Παναγία μου, μή μᾶς ἐγκαταλίπεις τώρα, πού χανόμαστε. Σῶσε τόν λαό σου καί τήν πόλη σου. Εὐλόγησε τήν κληρονομία σου.
Τότε συνέβη ἕνα ἀπό τά μεγαλύτερα θαύματα καί ὑπερφυσικά γεγονότα τῆς Πίστεως. Τρομαγμένοι οἱ ἐπιτιθέμενοι ἐχθροί ἄκουγαν θόρυβο, σάν χιλιάδες στρατός νά ἐπιτέθηκε εναντίον τους, πού ἔφερνε ὄλεθρο καί καταστροφή στίς τάξεις τους. Ἔτσι ξαφνικά καί ἀπροσδόκητα ἀπό διῶκτες ἔγιναν διωκόμενοι. Χιλιάδες πτώματα στρώθηκαν στή γῆ. Πανικόβλητοι, ὅσοι εἶχαν ἀπομείνει, τράπηκαν σέ φυγή, γιά νά σωθοῦν, φωνάζοντας ἀπεγνωσμένα μεταξύ τους: Ποῦ βρέθηκε, ποῦ ἦταν κρυμμένος τόσος στρατός; Στρατός ὅμως δέν ὑπῆρχε. Ἦταν ὁ Θεός καί ἡ Παναγία πού τούς κυνηγοῦσαν.
Οἱ ἱστορικοί ὁμιλοῦν γιά ἕναν ἀνεμοστρόβιλο, πού σηκώθηκε καί ἔφερε πανικό καί καταστροφή. Ἀγρίεψε ἡ θάλασσα καί σήκωσε τεράστια κύματα. Συντρίμια ἔγιναν τά πλοῖα τοῦ ἐχθροῦ. Ἐκτός ἀπό τά πτώματα γύρω ἀπό τά τείχη, γέμισε καί ἡ παραλία μέ νεκρά κορμιά, πού ξέβρασε ἡ θάλασσα τούς πνιγμένους.
Τά μάτια τῶν χριστιανῶν ἔτρεχαν δάκρυα, τώρα ὄχι πόνου καί ἀγωνίας, ἀλλά δάκρυα χαρᾶς καί εὐγνωμοσύνης. Μέ ἀλαλαγμούς καί ζητωκραυγές κατευθύνθηκαν τά πλήθη στήν Παναγία τῶν Βλαχερνῶν, γιά νά εὐχαριστήσουν καί δοξολογήσουν τόν Θεό καί τήν Παναγία. Ἦταν ἡ νύχτα τῆς 7ης πρός τήν 8η Αὐγούστου. Πρῶτος ὁ Πατριάρχης γιά πρώτη φορά ἔψαλε τό τῇ Ὑπερμάχῳ Στρατηγῷ τά νικητήρια... καί στή συνέχεια ὅλη τήν νύκτα ἐκείνη " ὀρθοστάδην τόν ὕμνον τῇ τοῦ Θεοῦ Μητρί γηθοσύνως ἔμελψαν".
Αὐτός ὁ ὕμνος, ὁ λυτρωτικός καί νικητήριος, ἔγινε λαοφιλής. Ἔγινε κάτι σάν Ἐθνικός Ὕμνος τῆς Ἐκκλησίας καί τοῦ Γένους μας. Στόν Ὕμνο αὐτό βλέπουμε τόν Ὀρθόδοξο Ἑλληνισμό. Τήν ἐκκλησιαστική παράδοση καί τήν ἐθνική ζωή. Τήν Πίστη καί τήν Πατρίδα, πού συσφίγγονται ἁρμονικά γύρω ἀπό αὐτόν τόν Ὕμνο. Τά λόγια του μᾶς ἀφυπνίζουν τό πατριωτικό καί θρησκευτικό αἴσθημα. Μᾶς ὑπενθυμίζουν τόν μεγάλο καί γενναῖο αὐτοκράτορα Ἡράκλειο, πού καθιέρωσε τήν ἑλληνική γλῶσσα ὡς τήν ἐπίσημη τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας.

Εις τον Ακάθιστο Ύμνο


Τὸ γλυκύτερο ὄνομα στὰ χείλη κάθε Χριστιανοῦ, τὸ ὄνομα ποῦ φέρνει δάκρυα χαρᾶς, τὸ ὄνομα ποὺ ἐγκωμιάστηκε ἀπὸ Ἀγγέλους καὶ Ἁγίους, ὑμνήθηκε ἀπὸ ἐγκωμιαστὲς καὶ ὑμνογράφους, τιμήθηκε ἀπὸ διδασκάλους, Ἱεράρχες μὲ ἐξαιρετικὲς προσωπικότητες στὸ διάβα τῆς Ἱστορίας, τὸ ὄνομα ποῦ ἀποκατέστησε ἡ Τρίτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδος. Θεοτόκος- Παναγία-Μαριὰμ ἕνα καὶ τὸ αὐτό.
 Πόσες καὶ πόσες γενεὲς τῶν ἀνθρώπων περίμεναν γιὰ νὰ ἀκούσουν νὰ προφέρεται τὸ λυτρωτικὸ αὐτὸ ὄνομα! Καὶ πόσες γενεὲς ἀνθρώπων πρόφεραν καὶ θὰ προφέρουν μὲ πόθο, δέος, σεβασμό, κατάνυξη, συντριβή, ἐλπίδα, ἐν ὥρᾳ θλίψεως καὶ ὀδύνης αὐτὸ τὸ γλυκὺ ὄνομα!
 Ἡ Παναγία προστάτις, ἡ Παναγία μεσίτρια τοῦ ἀνθρώπινου γένους, ποὺ τοῦ ἄνοιξε μὲ τὸν τόκο Της τὶς πύλες τοῦ Παραδείσου καὶ μᾶς εἰσήγαγε στὸν κῆπο τῆς Ἐδέμ. Ὅσα ὅμως χρωστᾶ τὸ ἀνθρώπινο γένος στὴν Κυρία Θεοτόκο, ἀλλὰ τόσα Τῆς χρωστᾶ καὶ τὸ ἑλληνικὸ ἔθνος γιὰ τὴ συμπαράστασή Της στὰ δεινά του.
            Γι΄ αὐτὸ καὶ οἱ καθαρὰ εὐγνώμονες ψυχὲς συνέθεσαν ὕμνους καὶ ᾠδὲς πρὸς Ἐκείνην, ἀποκορύφωμα καὶ κορωνίδα τῶν ὁποίων εἶναι  ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος.
 Ἰδιαίτερη εἶναι ἡ ἀγάπη καὶ ξεχωριστὸς ὁ σεβασμός, μὲ τὸν ὁποῖο τὸ σύνολο τῶν πιστῶν περιβάλλει τὴν Ἀκολουθία τοῦ Ἀκάθιστου Ὕμνου. Ἀγάπη καὶ σεβασμὸς ποὺ πηγάζουν καὶ ἐμπνέονται ἀπὸ τὸ πρόσωπο πρὸς τὸ ὁποῖο ἀπευθύνεται ἡ Ἀκολουθία, ἀπὸ τὴν ἐκφραστικότητα καὶ τὸν πλοῦτο τῶν κειμένων, ἀπὸ τὸ μελωδικὸ ἔνδυμα τῶν λόγων. Ἀγάπη καὶ σεβασμὸς ποὺ ἐκδηλώνονται μὲ τὴν εὐλαβῆ παρουσία καὶ ἐνεργὸ συμμετοχὴ στὴν Ἀκολουθία τῶν «πιστῶς προσκυνούντων καὶ δοξαζόντων» χριστιανῶν, τὰ ἀπογεύματα τῆς Παρασκευῆς καθ’ ὅλη τὴν διάρκεια τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς.
Ἡ ἱστορία τοῦ Ἀκάθιστου Ὕμνου εἶναι γιὰ πολλοὺς γνωστή, γιὰ πολλοὺς ἴσως ἄγνωστη γι' αὐτὸ καὶ τὴν παραθέτουμε. Κατὰ τὸ ἔτος 626 μ. Χ. ἡ Κωνσταντινούπολη πολιορκήθηκε ἀπὸ τοὺς Πέρσες καὶ τοὺς Ἀβάρους. Ὁ Βασιλιὰς Ἡράκλειτος ἐπικεφαλῆς τοῦ στρατοῦ του  βρισκόταν στὴν Μ. Ἀνατολὴ σὲ πόλεμο γιὰ τὴν ἀπελευθέρωση τῶν Ἁγίων Τόπων καὶ τὴν ἀνάκτηση  τοῦ Τιμίου Σταυροῦ. Στρατός ἀρκετὸς δὲν εἶχε μείνει στὴν Πόλη καὶ ὁ φυσικὸς ἀρχηγός της ἔλειπε.  Οἱ ἐχθροὶ ἐπέδραμον ἀπὸ ξηρὰ καὶ θάλασσα γιὰ νὰ τὴν κατακτήσουν. Τότε κινητοποιήθηκαν δραστήρια ὁ Πρωθυπουργὸς Βῶνος καὶ ὁ Πατριάρχης Σέργιος, γιὰ νὰ στηρίξουν τὸ φρόνημα τοῦ λαοῦ. Τὸ ἐθνικὸ ἡ πολιτικὴ ἐξουσία καὶ τὸ θρησκευτικὸ ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἡγεσία. Ἔστεψαν τὶς ἐλπίδες τους πρὸς τὴν Παντάνασσα, ἤξεραν ὅτι ἡ δύναμη τῆς προσευχῆς εἶναι ἰσχυροτέρα ἀπὸ τὰ ἰσχυρότερα ὅπλα τῆς ἀπιστίας καὶ τῆς ἀδικίας. Λιτανεύοντας λοιπόν, ἀπὸ τὴν ἐσωτερικὴ πλευρὰ τῶν τειχῶν τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Βλαχερνίτισσας, κλῆρος καὶ λαὸς  ἐπικαλοῦνταν τὴν ἐξ ὕψους κραταιὰ προστασία γιὰ τὴν σωτηρία τῆς στενῶς πολιορκουμένης Βασιλίδος τῶν Πόλεων. Ἡ πίστις, ἀγαπητοί μου, νίκησε! Φοβερὸς ἀνεμοστρόβιλος ποὺ δημιούργησε τρικυμία  κατέστρεψε τὸν ἐχθρικὸ στόλο καὶ τὴν νύκτα τῆς 7ης πρὸς τὴν 8η Αὐγούστου ἐλύθη ἡ πολιορκία καὶ ἡ Πόλις εὑρέθη «λυτρωθεῖσα τῶν δεινῶν». Τὴ σωτηρία τῆς Πόλεως ἔσπευσαν νὰ πανηγυρίσουν οἱ πιστοὶ μὲ ὁλονύκτια ἀγρυπνία στὸν ἱστορικὸ Ναὸ τῆς Παναγίας τῶν Βλαχερνῶν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔψαλλαν "ἀκάθιστοι", ὄρθιοι δηλαδή, τὸν γνωστό μας Ἀκάθιστο ὕμνο, (ὁ ὁποῖος μᾶλλον προϋπῆρχε ὡς Κοντάκιον τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, ποιητὴς τοῦ ὁποίου φαίνεται νὰ εἶναι ὁ Ρωμανός ὁ Μελωδός), μὲ εἰδικὸ ἐπίκαιρο προοίμιο, ποὺ προστέθηκε γι’ αὐτὸ τὸ λόγο, τὸ ὁποῖο ἀπετέλεσε καὶ τὸν Ἐθνικὸ Ὕμνο τῶν Βυζαντινῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν ὑπόδουλων, ἀργότερα, Ἑλλήνων, τὸν ὁποῖον ψάλλουμε  μέχρι σήμερα: « Τῇ Ὑπερμάχῳ Στρατηγῷ τὰ νικητήρια...».
Τοῦτες τὶς ἡμέρες τῆς Ἁγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς,  ἂς ἀτενίσουμε κι ἐμεῖς τὸ γλυκύτατο πρόσωπο τῆς Θεοτόκου μὲ πίστη, ἐλπίδα καὶ αἰσιοδοξία καὶ νὰ ζητήσουμε τὴν σκέπη καὶ τὴν προστασία Της. Γι’ αὐτὸ ἀγαπητοί μου, ὅ,τι καὶ νὰ κάνουμε, ὅπου καὶ νὰ βρισκόμαστε, πάντα νὰ ἐνθυμούμεθα μὲ σεβασμὸ τὴν μεγάλη πνευματική μας Μητέρα. Εἶναι δίπλα μας στὸν ἀγῶνα μας καὶ μᾶς παρακολουθεῖ μὲ ἀγωνία, δακρύζει γιὰ τὶς πτώσεις μας, δέεται ὅμως γιὰ τὴν σωτηρία μας. Μᾶς ἀγκαλιάζει μὲ τὴν ἀγάπη Της, μᾶς θωρακίζει μὲ τὴν δύναμή Της. Πρεσβεύει καὶ μᾶς ἀνακουφίζει, μᾶς εὐλογεῖ καὶ μᾶς χαροποιεῖ. Τέτοια ἀποστολὴ ἔχει ἡ Παναγία μας, ποὺ βρίσκεται μεταξὺ οὐρανοῦ καὶ γῆς, νὰ μᾶς θεραπεύει τὴ λύπη, νὰ μᾶς ἀνακουφίζει ἀπὸ τὸν πόνο καὶ νὰ εἶναι ὄχι μόνο τῶν «Ἀγγέλων χαρμονή», ἀλλὰ καὶ δική μας.
π. Ν.Μ.

ΣΧΟΛΙΑ ΣΤΗΝ Ε´ ΚΥΡΙΑΚΗ ΝΗΣΤΕΙΩΝ Ἡ ἐξασφάλιση τῶν πρωτείων


Ὁ Κύριος, ὅπως ἀναφέρει ἡ εὐαγγελική περικοπή τῆς Ε´ Κυριακῆς τῶν Νηστειῶν βαδίζει πρός τό μαρτύριο. Ἀπό τή ἄλλη πλευρά οἱ μαθητές του ὀνειρεύονται μεγαλεῖα. Τούς προλέγει τόν σταυρικό Του θάνατο καί ἐκεῖνοι, χωρίς νά πολυκαταλαβαίνουν τήν τραγικότητα τῆς προφητείας, διαποτισμένοι ἀπό τό κοσμικό πνεῦμα τῆς φιλοδοξίας, ποθοῦν τιμητικές διακρίσεις. Ὁ Ἰάκωβος καί ὁ Ἰωάννης σπεύδουν νά προλάβουν τούς ἄλλους στήν ἐξασφάλιση τῶν πρωτείων.
"Διδάσκαλε", τοῦ λέγουν, "θέλουμε νά μᾶς κάνεις κάτι πού θά σοῦ ζητήσουμε". Τί θέλετε; " ἐρωτᾶ ὁ Χριστός. "Νά, τοῦ ἀπαντοῦν, τώρα πού θά δοξαστεῖς, πού θά καθίσεις σέ θρόνο βασιλικό, δῶσε μας τίς δύο πρῶτες θέσεις στό βασίλειό σου. Κάνε μας τή χάρη νά καθίσουμε ὁ ἕνας στά δεξιά σου καίὁ ἄλλος ἀριστερά σου". Ὁ Κύριος τούς κοιτάζει περίλυπα: " Οὐκ οἴδατε τί αἰτεῖσθε", τούς ἀπαντᾶ μέ πόνο. Δηλαδή, "δέν ξέρετε τί ζητᾶτε. Ἐγώ σᾶς μιλῶ γιά θυσίες καί ἐσεῖς λαχταρᾶτε πρωτοκαθεδρίες".
Οἱ δύο μαθητές ζητοῦσαν ἀπό τό Χριστό δόξα μέ ἀνθρώπινα κριτήρια, ἔχοντας κατά νοῦ ὅτι ἡ βασιλεία Του εἶναι αἰσθητή καί κοσμική. Ὁ Χριστός ὅμως διορθώνει τήν ἐσφαλμένη τους πίστη, ὑποδεικνύοντας τήν πραγματική καί αἰώνια δόξα, πού διέρχεται μέσα ἀπό τό "ποτήριον", πού εἶναι τά πάθη καί ὁ Σταυρός.
Πόσες καί πόσες, ὅμως, φορές ὁ Χριστός δέν ἀναγκάζεται νά ἐπαναλάβει αὐτό πού εἶπε στόν Ἰάκωβο καί τόν Ἰωάννη σέ πολλούς καί σήμερα; Πόσο μικροπρεπεῖς εἶναι συχνά οἱ πόθοι καί τά αἰτήματά μας, Λαχταρᾶμε τιμές, διακρίσεις, πρωτεῖα, δύναμη, χρῆμα, δόξα, ἐπιβολή στόν κόσμο αὐτό. Καί τό τραγικό εἶναι ὅτι τά ζητᾶμε ἀπό Ἐκεῖνον πού περιφρόνησε ὅλα αὐτά καί ἀπεκάλυψε τήν μηδαμινότητά τους.
Παραπονιόμαστε πολλές φορές, ὅτι ὁ Κύριος δέν εἰσακούει τήν προσευχή μας. Ξεχνᾶμε ὅμως κάτι πολύ σημαντικό, δέν ἐπιθυμοῦμε Ἐκεῖνον ἀλλά κάτι ἀπό Ἐκεῖνον. Ἔτσι ὁ Χριστός δέν ἀνταποκρίνεται στά αἰτήματά μας διότι δέν ξέρουμε τί ζητᾶμε.


Ἡ ἀσθένεια της φιλοπρωτείας

Ἀλλά ἡ ἀσθένεια τῆς φιλοπρωτίας δέν εἶχε προσβάλλει μόνο τούς δύο μαθητές. Ἡ ἀγανάκτηση πού ἐκδήλωσαν οἱ ὑπόλοιποι ἐναντίον τοῦ Ἰακώβου καί τοῦ Ἰωάννου, φανέρωνε ὅτι τό ἴδιο πάθος τυραννοῦσε ὅλους. Τούς πείραζε ὅτι ἄλλοι τούς εἶχαν προλάβει.
Τότε ὁ Ἰησοῦς τούς κάλεσε κοντά του καί τούς λέγει: "Γνωριζετε ὅτι ἐκεῖνοι πού θεωροῦνται ἄρχοντες τῶν ἐθνῶν τά καταδυναστεύουν, καί οἱ μεγάλοι τά καταπιέζουν. Μεταξύ σας ὅμως δέν θά συμβαίνει τό ἴδιο. Ἀλλά ὅποιος ἀνάμεσα σας θέλει νά γίνει μεγάλος θα εἶναι ὑπηρέτης σας, διάκονός σας, καί ὅποιος θέλει νά εἶναι μεταξύ σας πρῶτος θά εἶναι δοῦλος ὅλων".


Ἡ ριζική ἀνατροπή τῶν καθιερωμένων

Τό πραγματικό μεγαλεῖο δέν βρίσκεται στήν ἔπαρση, στήν ἀλαζονεία καί στήν καταπίεση τῶν ἄλλων. Δέν ἀποδεικνύεται μέ τούς τίτλους καί τόν θόρυβο. Ὑπάρχει μόνο στήν ταπεινόφρονα ἀγάπη, στή σεμνή διακονία τοῦ πλησίον. Αὐτός εἶναι ὁ ἀσφαλής δρόμος γιά τήν κατάκτησή του.
Πρόκειται γιά μιά ριζική ἀνατροπή τῶν καθιερωμένων. Προηγουμένως τό μεγαλεῖο μετριόταν μέ τό πόσους κανείς ἐξουσιάζει. Μετά τό Χριστό, μέ τό πόσους κανείς διακονεῖ. Κριτήριο τῆς μεγαλοσύνης δέν εἶναι ἡ δύναμη ἀλλά ἡ εἰλικρινής διακονία.
Οἱ στρατειές τῶν ἁγίων ἔκαναν πραγματικότητα αὐτή τήν ἐπανάσταση τῆς ἀγάπης, βάζοντας τήν διακονία στήν ἐξουσία καί ὀμορφαίνοντας ἀληθινά τήν ἀνθρώπινη ζωή.
Στήν ἐποχή μας, πού ἡ κοσμική ἐξουσία βρίσκεται σέ ἔξαρση, οἱ ἄνθρωποι εὔχονται καί προσπαθοῦν νά δίνουν ὅσο τό δυνατόν λιγότερα καί νά παίρνουν ὅσο τό δυνατόν περισσότερα. Σ' αὐτή τήν τάση ἡ ὀρθόδοξη θέση εἶναι ριζικά ἀντίθετη. Τό ὀρθό αἴτημα δέν εἶναι "τί ἐξυπηρέτηση μπορῶ νά περιμένω ἀπό τούς ἄλλους, ἀλλά ἐάν δύναμαι νά ἀγαπῶ".
Τό μεγαλεῖο πού ζητᾶμε ἀναμένοντας ἔκτακτες εὐκαιρίες βρίσκεται στά χέρια μας, στήν καθημερινή ἁπλή πραγματικότητα, ὅταν εἴμαστε ἕτοιμοι νά διακονοῦμε τούς ἄλλους, χωρίς καμία ἀπαίτηση ἀνταποδόσεως καί ἀναγνωρίσεως. Ἄς θυμηθοῦμε τούς ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας μας πού μέ τήν ἀγάπη τους ζωογονοῦν τίς ἀνθρώπινες κοινωνίες. Καί τότε θά νιώσουμε πιό βαθιά πόσο ὑπέροχος εἶναι ὁ δρόμος πού χαράζουν τά λόγια αὐτά τοῦ Κυρίου. "Ὅς ἐάν θέλη ἐγενέσθαι μέγας, ἐν ὑμῖν, ἔσται ὑμῶν διάκονος".
Πρόκειται γιά ἕνα μεγαλεῖο ἐσωτερικό: διότι εἶναι κάτι πού μᾶς κάνει νά μοιάζουμε οὐσιαστικά μέ τό Χριστό, τό Μεγάλο Διάκονο τῶν ἀνθρώπων. Ἐκεῖνον πού δέν ἦρθε νά ὑπηρετηθεῖ ἀλλά νά ὑπηρετήσει καί νά δώσει τή ζωή του λύτρο ἀντί πολλῶν. Πρόκειται γιά τή μεταμόρφωση τῆς ζωῆς μας σύμφωνα μέ τήν δική Του, γιά τήν ἀνύψωσή της πρός τόν τελικό της σκοπό: τή θέωση.
 π. Α.Χ.

Ο ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΟΥΝΤΟΥΛΗ

Στην επίσημη λειτουργική γλώσσα η ακολουθία αυτή ονομάζεται «Ακάθιστος Ύμνος» ή μονολεκτικά «Ακάθιστος» από την ορθία στάση, που τηρούσαν οι πιστοί καθ' όλη τη διάρκεια της ψαλμωδίας της. Έτσι και με τα λόγια και με τη στάση του σώματος εκφράζεται η τιμή, η ιδιαίτερη ευλάβεια, η ευχαριστία προς εκείνη, προς την οποία απευθύνουμε τους χαιρετισμούς μας.
Είναι δε η ακολουθία αυτή στη σημερινή λειτουργική μας πράξη εντεταγμένη στο λειτουργικό πλαίσιο της ακολουθίας του μικρού αποδείπνου, όπως ακριβώς τελέσθηκε απόψε. Έτσι γίνεται κάθε Παρασκευή στις τέσσερις πρώτες εβδομάδες των Νηστειών, ακόμα και την Παρασκευή της Ε' Εβδομάδος, που μετά την τμηματική στις τέσσερις πρώτες εβδομάδες ψαλμωδία του, ανακεφαλαιώνεται ολόκληρος ο ύμνος. Στα μοναστήρια, αλλά και στη σημερινή ενοριακή πράξη και παλαιότερα κατά τα διάφορα Τυπικά, έχουμε και αλλά λειτουργικά πλαίσια για την ψαλμωδία του ύμνου: την ακολουθία του όρθρου, του εσπερινού, της παννυχίδος ή μιας ιδιόρρυθμης Θεομητορικής Κωνσταντινουπολιτικής ακολουθίας, την ' «πρεσβεία». Σ' όλες αυτές τις περιπτώσεις σ' ένα ορισμένο σημείο της κοινής ακολουθίας γίνεται μια παρεμβολή. Ψάλλεται ο κανών της Θεοτόκου και ολόκληρο ή τμηματικά το κοντάκιο και οι οίκοι του Ακάθιστου.
Θα παρατρέξωμε το διαφιλονικούμενο, εξ' άλλου, θέμα του χρόνου της συντάξεως και του ποιητού του Ακάθιστου. Πολλοί φέρονται ως ποιηταί του: ο Ρωμανός ο Μελωδός, ο Γεώργιος Πισίδης, οι πατριάρχαι της Κωνσταντινουπόλεως Σέργιος, Γερμανός ο Α΄, ο Ιερός Φώτιος, ο Γεώργιος Νικομήδειας (Σικελιώτης), ποιηταί που έζησαν από τον Ζ΄ μέχρι τον Θ΄ αιώνα. Η παράδοσις παρουσιάζει μεγάλη αστάθεια και οι νεώτεροι μελετηταί, στηριζόμενοι στις λίγες εσωτερικές ενδείξεις που υπάρχουν στο κείμενο, άλλοι προτιμούν τον ένα και άλλοι τον άλλο από τους φερομένους ως ποιητάς του. Ένα ιστορικό γεγονός, με το οποίο συνεδέθη από την παράδοσι η ψαλμωδία του Ακάθιστου, θα μπορούσε να μας προσανατολίση κάπως στην αναζήτησί μας: Η επί του αυτοκράτορος Ηρακλείου πολιορκία και η θαυμαστή σωτηρία της Κωνσταντινουπόλεως την 8η  Αυγούστου του έτους 626. Κατά το Συναξάριο μετά την λύσι της πολιορκίας εψάλη ο ύμνος αυτός στον ναό της Θεοτόκου των Βλαχερνών, ως δοξολογία και ευχαριστία για την σωτηρία, που απεδόθη στην θαυματουργική δύναμι της Θεοτόκου, της προστάτιδας της Πόλεως. Πατριάρχης τότε ήτο ο Σέργιος, που πρωτοστάτησε στους αγώνας για την άμυνα. Εύκολο ήταν να θεωρηθη και ποιητής του ύμνου, αν και ούτε ως υμνογράφος μας είναι γνωστός, ούτε και ορθόδοξος ήτο. Εξ' άλλου ο ύμνος θα έπρεπε να ήταν παλαιότερος, γιατί αν ήταν γραμμένος για την σωτηρία της Πόλεως δεν θα ήταν δυνατόν παρά ρητώς να κάμνη λόγο γι' αυτήν και όχι να αναφέρεται σε άλλα θέματα, όπως θα ιδούμε πιο κάτω. Η ψαλμωδία όμως του Ακάθιστου συνδέεται από τις ιστορικές πηγές και με άλλα παρόμοια γεγονότα: τις πολιορκίες και την σωτηρία της Κωνσταντινουπόλεως επί Κωνσταντίνου του Πωγωνάτου (673), επί Λέοντος του Ισαύρου (717-718) και επί Μιχαήλ Γ΄ (860).
Όποιος όμως και αν ήταν ο ποιητής και με οποιοδήποτε ιστορικό γεγονός από τα ανωτέρω και αν συνεδέθη πρωταρχικά, ένα είναι το αναμφισβήτητο στοιχείο, που μας δίδουν οι σχετικές πηγές, ότι ο ύμνος εψάλλετο ως ευχαριστήριος ωδή προς την υπέρμαχο στρατηγό του Βυζαντινού κράτους κατά τις ευχαριστήριες παννυχίδες που ετελούντο εις ανάμνησιν των ανωτέρω γεγονότων. Κατά την παρατήρησι του συναξαριστού ο ύμνος λέγεται «Ακάθιστος», γιατί τότε κατά την σωτηρία της Πόλεως και έκτοτε μέχρι σήμερα, όταν οι, οίκοι του ύμνου αυτού εψάλλοντο, «ορθοί πάντες» τους ήκουαν εις ένδειξιν ευχαριστίας προς την Θεοτόκο, ενώ στους οίκους των άλλων κοντακίων «εξ έθους» εκάθηντο.
Γιατί όμως ψάλλεται κατά την Μεγάλη Τεσσαρακοστή; Οι λύσεις των ανωτέρω πολιορκιών δεν συνέπεσαν κατ' αυτήν. Στις 8 Αυγούστου ελύθη η πολιορκία επί Ηρακλείου, τον Σεπτέμβριο η επί Πωγωνάτου, στις 16 Αυγούστου εωρτάζετο η ανάμνησις της σωτηρίας της Πόλεως επί Λέοντος Ισαύρου και στις 18 Ιουνίου ελύθη η πολιορκία επί Μιχαήλ του Γ΄. Με την Μεγάλη Τεσσαρακοστή συνεδέθη προφανώς εξ αιτίας ενός άλλου καθαρώς λειτουργικού λόγου: Μέσα στην περίοδο της Νηστείας εμπίπτει πάντοτε η μεγάλη εορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Είναι η μόνη μεγάλη εορτή, που λόγω του πένθιμου χαρακτήρας της Τεσσαρακοστής, στερείται προεορτίων και μεθεόρτων. Αυτήν ακριβώς την έλλειψη έρχεται να κάλυψη η ψαλμωδία του Ακάθιστου, τμηματικώς κατά τα απόδειπνα των Παρασκευών και ολόκληρος κατά το Σάββατο της Ε΄ εβδομάδος. Το βράδυ της Παρασκευής ανήκει λειτουργικούς στο Σάββατο, ήμερα που μαζί με την Κυριακή είναι οι μόνες ήμερες των εβδομάδων των Νηστειών, κατά τις οποίες επιτρέπεται ο εορτασμός χαρμόσυνων γεγονότων, και στις όποιες, καθώς είδαμε, μετατίθενται οι εορτές της εβδομάδος. Καθ' ωρισμένα Τυπικά ο Ακάθιστος εψάλλετο πέντε ήμερες προ της εορτής του Ευαγγελισμού και κατ' άλλα τον όρθρο της ημέρας της εορτής. Ο Ακάθιστος ύμνος είναι το κοντάκιο του Ευαγγελισμού, ο ύμνος της σαρκώσεως του Λόγου του Θεού.
Όταν ο Ακάθιστος συνεδέθη με τα ιστορικά γεγονότα, που αναφέραμε, τότε συνετέθη νέο ειδικό προοίμιο, γεμάτο δοξολογία και ικεσία, το τόσο γνωστό «Τη ύπερμάχω». Στην υπέρμαχο στρατηγό, η πόλις της Θεοτόκου, που λυτρώθηκε χάρι σ' αυτήν από τα δεινά, αναγράφει τα νικητήρια και παρακαλεί αυτήν που έχει την ακαταμάχητη δύναμι να την ελευθερώνη από τους ποικίλους κινδύνους για να την δοξολογή κράζοντας το: «Χαίρε, νύμφη ανύμφευτε». Ο ύμνος ψάλλεται και πάλι σε ήχο πλ. δ΄.

«Τη υπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια,
ως λυτρωθείσα των δεινών, ευχαριστήρια
αναγράφω σοι η Πόλις σου, Θεοτόκε·
αλλ' ως έχουσα το κράτος απροσμάχητον,
εκ παντοίων με κινδύνων ελευθέρωσον,
ίνα κράζω σοι·
Χαίρε, νύμφη ανύμφευτε».

Αλέξανδρος Κορυζής: Ένας μεγάλος Έλληνας που ξεχάστηκε


του Νίκου Τζιόπα

Ήταν 6 Απριλίου του 1941 κι ενώ ο Ελληνικός στρατός απελευθέρωνε τη μία πόλη μετά την άλλη στα Βορειοηπειρωτικά βουνά αντιμετωπίζοντας λίγο νωρίτερα με επιτυχία την εαρινή επίθεση του Ιταλικού στρατού, όταν ο Βίκτωρ Έρμπαχ – Σένμπεροχ, πρεσβευτής του Γ΄Ράιχ στην Ελλάδα, επέδωσε το τελεσίγραφο για την είσοδο των γερμανικών στρατευμάτων στην Ελλάδα, στον Έλληνα πρωθυπουργό Αλέξανδρο Κορυζή.

Το ιστορικό ΟΧΙ του Κορυζή, στις δυνάμεις που εκείνη τη στιγμή κατείχαν το σύνολο των χωρών της Ευρώπης, δυστυχώς οι Έλληνες δεν το τιμούν. Στα Ελληνικά σχολεία οι μαθητές διδάσκονται το «μύθο του Πολυτεχνείου» αλλά όχι το έπος των οχυρών της «γραμμής Μεταξά». Ένα έπος που γράφτηκε από μια ηρωική απόφαση ενός αληθινού Έλληνα ηγέτη και 8.000 Ελλήνων στρατιωτών υπό τον στρατηγό Κωνσταντίνο Μπακόπουλο, που έδωσαν το αίμα τους αντιμετωπίζοντας 200.000 στρατιώτες, της μεγαλύτερης πολεμικής μηχανής της Ευρώπης. Τη στιγμή που η Ευρώπη είχε παραδοθεί στη μπότα του γερμανικού Ράιχ, οι Έλληνες
μαχητές της «γραμμής Μεταξά» όχι μόνο δεν ηττήθηκαν, αλλά συνθηκολόγησαν 20 μέρες αργότερα όταν πλέον η αντίσταση δεν είχε κανένα νόημα. Μια αντίσταση που εκτιμήθηκε ακόμα κι από τους Γερμανούς αντιπάλους, αφού είναι γνωστός ο λόγος του Χίτλερ στο Γερμανικό Ραιχσταγκ, με τον οποίον εξυμνεί τον Έλληνα στρατιώτη. Όπως γνωστό είναι το γεγονός, ότι οι Γερμανοί αξιωματικοί και οπλίτες, απέδιδαν τιμές στους Έλληνες στρατιώτες όταν εξέρχοντο από τα πολυβολεία μετά τη συνθηκολόγηση και επετράπη στους Έλληνες αξιωματικούς να φέρουν το ξίφος τους τιμητικά, καθ΄όλη τη διάρκεια της Γερμανικής κατοχής.

Ο Αλέξανδρος Κορυζής ήταν τραπεζίτης και πολιτικός. Διορίστηκε πρωθυπουργός από τον βασιλιά Γεώργιο Β', με εισήγηση του ισχυρού άνδρα του καθεστώτος Κωνσταντίνου Μανιαδάκη, μετά τον αιφνίδιο θάνατο του Ιωάννη Μεταξά (29 Φεβρουαρίου 1941) κι ενώ η χώρα βρισκόταν σε εμπόλεμη κατάσταση με την Ιταλία. Ανέλαβε τα Υπουργεία Εξωτερικών, Παιδείας, Στρατιωτικών, Ναυτικών και Αεροπορίας, όπως και ο προκάτοχός του.

Στίς 18 Απριλίου του 1941 κι ενώ η διάσπαση του μετώπου αμύνης από τους Γερμανούς θεωρείτο βεβαία, συγκλήθηκε σύσκεψη στο ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρετανία» (όπου η έδρα τότε της κυβερνήσεως) για να εκτιμηθεί η πολεμική κατάσταση. Ο Κορυζής προσφέρθηκε να παραιτηθεί και είχε μια έντονη συζήτηση με τον βασιλιά. Ξαφνικά σηκώθηκε και αποχώρησε από τη σύσκεψη, αφού πρώτα φίλησε το χέρι του ανώτατου άρχοντα. Κατευθύνθηκε στην οικία του, που βρισκόταν στην οδό Βασιλίσσης Σοφίας και κλείστηκε στο γραφείο του.

Λίγα λεπτά αργότερα κατέφθασε στο σπίτι του ο διάδοχος Παύλος με εντολή του πατέρα του, ο οποίος είχε αντιληφθεί την παράξενη συμπεριφορά του. Δεν πρόλαβε να χαιρετίσει τη σύζυγό του στο κατώφλι του σπιτιού του και ακούστηκε ο πυροβολισμός του τέλους. 
Ο πρωθυπουργός Αλέξανδρος Κορυζής είχε αυτοκτονήσει σε ηλικία 56 ετών.


Ένα τέτοιο ιστορικό γεγονός, η Ελληνική πολιτεία το θεωρεί, καθώς φαίνεται, ήσσονος σημασίας και δεν το εορτάζει. Γενικότερα το μεταπολιτευτικό τερατούργημα, έχει μια «δυσκολία» με τις εορτές που εξυψώνουν το εθνικό συναίσθημα των Ελλήνων. Για την ακρίβεια, έχει ένα γενικότερο «πρόβλημα» με κάθε τί που εμπεριέχει τον όρο «εθνικό». Όπως επίσης έχει σοβαρό «πρόβλημα» με τον ηρωισμό που επέδειξαν άντρες σαν τον Κορυζή και το Μεταξά. Είναι γνωστή η προσπάθεια της «προοδευτικής» θολοκουλτούρας να αποσιωπεί καταστάσεις, γεγονότα και πρόσωπα που δεν ανήκουν στη δική της ιδεολογική κατεύθυνση. Η «απεθνικοποίηση» των πάντων επετεύχθη και επαφύεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων η μελέτη και η απόδοση τιμών, σε ανθρώπους που τίμησαν το δημόσιο αξίωμά τους, δρώντας με αξιοπρέπεια και δίνοντας ακόμα και τη ζωή τους.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΥΖΗΣ
ΑΘΑΝΑΤΟΣ


πηγή

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...