Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Παρασκευή, Απριλίου 19, 2013

Μια προσέγγιση της Θείας Λειτουργίας Αγίου Κυρίλλου Ιεροσολύμων


(Αγίου Κυρίλλου Ιεροσολύμων, Ε΄ Μυσταγωγική Κατήχηση)
Α’. Με τη φιλανθρωπία του Θεού, ακούσατε αρκετά στις προηγούμενες Συνάξεις, για το Βάπτισμα, το Χρίσμα και για τη Θεία Μετάληψη του Σώματος και του Αίματος του Χριστού. Τώρα όμως είναι ανάγκη να περάσουμε και στα υπόλοιπα, βάζοντας έτσι σήμερα το στεφάνι στην πνευματική οικοδομή της ψυχικής σας ωφέλειας.
Β’. Είδατε λοιπόν το διάκονο που έδωσε νερό να νιφτεί ο ιερέας και οι πρεσβύτεροι που περιτριγύριζαν το θυσιαστήριο του Θεού. Τούτο βέβαια το νερό δεν το έδωσε για να καθαρίσουν την σωματική ακαθαρσία, όχι, δεν το έδωσε γι’ αυτό. Διότι αν ήμασταν ακάθαρτοι, από συνέπεια στις αρχές μας, δεν θα τολμούσαμε να μπούμε στην Εκκλησία, να έλθουμε να διακονήσουμε τη Σύναξη της θείας Ευχαριστίας. Αλλά το νίψιμο αυτό των χεριών είναι σύμβολο του ότι πρέπει πάντοτε να είμαστε καθαροί από κάθε αμάρτημα και από κάθε ανομία. Επειδή λοιπόν τα χέρια είναι σύμβολα της πράξεως, τα νίβουμε, γιατί θέλουμε να φανερώσουμε ότι τα έργα μας είναι καθαρά και άμωμα. Δεν άκουσες το μακάριο προφήτη Δαβίδ, που σου εξήγησε το βαθύτερο νόημα αυτού του πράγματος, λέγοντας: «θα νίψω μαζί με τους αθώους τα χέρια μου και θα σταθώ ολόγυρα από το θυσιαστήριο Σου, Κύριε»; (Ψαλμ. 25, 6). Το νίψιμο λοιπόν των χεριών είναι μια μυστηριακή πράξη που σημαίνει ότι οι λειτουργοί έχουν τακτοποιήσει κάθε ευθύνη τους έναντι του Θεού για τις αμαρτίες τους, είτε διότι δεν έχουν αμαρτήσει, είτε διότι έχουν προσέλθει στο μυστήριο της μετανοίας και εξομολογήσεως για τις αμαρτίες τους.
k. e
Γ’. Στη συνέχεια λέει μεγαλόφωνα ο διάκονος. Αποδεχθείτε και προσλάβετε ο ένας τον άλλο ανεπιφύλακτα και διαβεβαιωθείτε για την αγάπη σας αυτή με τον ασπασμό, το φίλημα. Μη νομίσεις ότι εκείνο το φίλημα είναι όμοιο με τους ασπασμούς που γίνονται στις αγορές από τους κοινούς φίλους. Όχι, δεν είναι όμοιο μ’ αυτό. Αλλά αυτό το φίλημα δένει σε άγαπητική κοινωνία και κάνει ένα τις ψυχές μεταξύ τους. Ακόμα παρέχει σ’ αυτές εξολοκλήρου την αλληλοσυγχώρηση, εξασφαλίζοντάς τους την αμνησικακία. Γι’ αυτό και ο Χριστός έλεγε: «Αν πηγαίνεις στο θυσιαστήριο να προσφέρεις το δώρο σου και εκεί θυμηθείς ότι ο αδελφός σου έχει κάτι εναντίον σου, άφησε το δώρο σου στο θυσιαστήριο και πήγαινε να συνδιαλλαγείς πρώτα με τον αδελφό σου και μετά να έρθεις και να προσφέρεις το δώρο σου» (Ματθ. 5, 23-24). Το φίλημα λοιπόν, είναι σημάδι συνδιαλλαγής και γι’ αυτό είναι άγιο. Καθώς έλεγε μεγαλόφωνα κάπου κι ο μακάριος Απόστολος Παύλος: «Ας ασπαστεί ο ένας τον άλλο, με άγιο φίλημα» (Ρωμ. 16, 16 και Α’ Κορ. 16,20). Και ο Απόστολος Πέτρος έλεγε: «Ας ασπαστεί ο ένας τον άλλο με το φίλημα της αγάπης» (Α’ Πέτρ, 5, 14).
Δ’. Μετά από αυτό λέει μεγαλόφωνα ο ιερέας: «Ας στρέψουμε επάνω τις καρδιές μας». Γιατί πραγματικά αυτή την τόσο φρικτή ώρα πρέπει να έχουμε στραμμένη στον ουρανό την καρδιά μας, να βλέπει το Θεό και όχι να περιφέρεται κάτω στη γη και στα γήινα πράγματα. Έντονα και προστακτικά λοιπόν ο ιερέας, εκείνη την ώρα, μας καλεί να αφήσουμε τις βιοτικές φροντίδες και τις οικιακές μας μέριμνες και ν’ ανυψώσουμε στον ουρανό, προς το φιλάνθρωπο Θεό, την καρδιά μας.
Εσείς τότε απαντάτε στο κάλεσμα: «Έχουμε τις καρδιές μας στραμμένες προς τον Κύριον». Και μ’ αυτό που λέτε ομολογείτε ότι πραγματικά συμφωνείτε και υπακούετε στο πρόσταγμα που σας έκανε ο ιερέας. Κανένας λοιπόν να μην αποδειχθεί ότι λέει μεν με το στόμα: «Έχουμε στραμμένη την καρδιά προς τον Κύριο», τη δε διάνοιά του να την έχει γεμάτη με τις βιοτικές φροντίδες. Λοιπόν, πάντα θα πρέπει να έχουμε μνήμη Θεού. Κι αν αυτό είναι αδύνατον, εξαιτίας της ανθρώπινης ασθένειας, θα πρέπει τουλάχιστον εκείνη την ώρα να φιλοτιμηθούμε να το βιώνουμε.
Ε’. Μετά λέει ο ιερέας: «Ας ευχαριστήσουμε τον Κύριο». Γιατί πραγματικά οφείλουμε να τον ευχαριστούμε, διότι, ενώ είμαστε ανάξιοι, μας κάλεσε σε τέτοια μεγάλη χάρη κι ενώ είμαστε εχθροί Του, μας συμφιλίωσε με τον Θεό-Πατέρα και μας καταξίωσε να δεχτούμε την πνευματική υιοθεσία .
Εσείς μετά λέτε: «Είναι άξιον και δίκαιον». Γιατί όταν ευχαριστούμε κάνουμε πράγμα πρέπον και δίκαιο. Εκείνος όμως δεν έκανε για χάρη μας μόνο κάτι δίκαιο, αλλά κάτι πολύ περισσότερο από δίκαιο. Μας ευεργέτησε και μας αξίωσε να γίνουμε μέτοχοι τόσων μεγάλων αγαθών.
ΣΤ. Μετά από αυτά μνημονεύουμε τον ουρανό, τη γη, τη θάλασσα, τον ήλιο, τη σελήνη, τα αστέρια και ολόκληρη την κτίση, λογική και άλογη, ορατή και αόρατη. Μνημονεύουμε τους Αγγέλους, τους Αρχαγγέλους, τις Δυνάμεις, τις Κυριότητες τις Αρχές, τις Εξουσίες, τους Θρόνους και τα Χερουβίμ, με τα πολλά πρόσωπα, λέγοντας κατά κάποιο τρόπο, αυτό που λέει ο προφήτης Δαβίδ: «Ανυμνείστε και δώστε μεγαλωσύνη, δοξάζοντας τον Κύριο μαζί με μένα» (Ψαλμ. 33,4). Μνημονεύουμε τα Σεραφίμ, τα οποία τα είδε, με τη δύναμη και Χάρη του Αγίου Πνεύματος, ο προφήτης Ησαΐας, να παραστέκουν ολόγυρα στο θρόνο του Θεού. Και με τις δυό τους φτερούγες κάλυπταν εντελώς το πρόσωπό τους, με τις άλλες δυό κάλυπταν τα πόδια τους και με τις άλλες δύο πετούσαν και έλεγαν: «Άγιος, άγιος, άγιος Κύριος Σαβαώθ». Γι’ αυτό λοιπόν, κι εμείς χρησιμοποιούμε αυτόν τον τρόπο της δοξολογίας του Θεού, που τον παραλάβαμε από τα Σεραφίμ ώστε, αν και ακόμα βρισκόμαστε στη γη, να μετέχουμε στην υμνολογική λατρεία, που προσφέρουν στο Θεό οι υπερκόσμιες στρατιές των ασωμάτων.
Ζ’. Μετά, αφού έχουμε αγιάσει τούς εαυτούς μας, με τους πνευματικούς αυτούς ύμνους, παρακαλούμε το φιλάνθρωπο Θεό, να εξαποστείλει στα δώρα, που του προσφέραμε και τα έχουμε παραθέσει στο θυσιαστήριο, το Άγιο Πνεύμα. Και να κάνει έτσι, τον μεν άρτο Σώμα Χριστού, τον δε οίνο Αίμα Χριστού. Γιατί καθετί που θα το εγγίσει το Άγιο Πνεύμα, αλλάζει και αγιάζεται.
Η’. Μετά, όταν συμπληρωθεί η πνευματική θυσία και η χωρίς αίμα αυτή λατρεία, ενώπιον αυτής της θυσίας της εξιλεώσεως, παρακαλούμε το Θεό, για να χαρίσει ειρήνη σ’ όλες τις Εκκλησίες. Τον παρακαλούμε για τη διατήρηση και την καλή λειτουργία του κόσμου, για τους βασιλείς, για το στρατό και τους συμμάχους, για τους ασθενείς, για όσους βρίσκονται σε δυσκολίες και ταλαιπωρούνται. Με μια λέξη τον παρακαλούμε για όλους εκείνους που έχουν ανάγκη από συμπαράσταση και θεία βοήθεια, όπως έχουμε και εμείς ανάγκη, καθώς προσφέρουμε αυτή τη θυσία.
Θ’. Μετά μνημονεύουμε τους κεκοιμημένους. Πρώτα τους πατριάρχες, τους προφήτες, τους αποστόλους, τους μάρτυρες, για να δεχτεί ο Θεός, με τις ευχές και τις πρεσβείες τους, τη δέησή μας. Μετά ευχόμαστε για τους κεκοιμημένους αγίους πατέρες και επισκόπους. Και με μια λέξη, για όλους, όσους πριν από εμάς έζησαν στην Εκκλησία και τώρα βρίσκονται στον ουρανό. Το κάνουμε αυτό γιατί πιστεύουμε ότι έχουν μεγάλη ωφέλεια οι ψυχές των κεκοιμημένων, για τους οποίους γίνεται η δέηση, ενώπιον της τόσο φρικτής και αγίας θυσίας που τώρα προσφέρεται.
Ι. Αυτό θέλω να σας το κάνω καλύτερα αντιληπτό με ένα παράδειγμα. Ξέρω λοιπόν πολλούς που λένε ότι: «Τί ωφελείται η ψυχή, όταν φύγει από αυτό τον κόσμο φορτωμένη με αμαρτίες ή και χωρίς αμαρτήματα και μνημονεύεται κατά τη Θεία Λειτουργία;» Άραγε όμως, αν ένας βασιλιάς εξορίσει όσους του έφταιξαν σε κάτι και μετά όσοι δεν είχαν εξοριστεί, όσοι βρίσκονταν σε διαφορετική κατάσταση από αυτούς, έπλεκαν στεφάνι και του το πρόσφεραν για χάρη των εξόριστων, δεν θα μαλάκωνε η καρδιά του βασιλιά και δεν θα ελάφρωνε την τιμωρία των εξόριστων; Κατά τον ίδιο λοιπόν κι εμείς τρόπο, προσφέρουμε στο Θεό δεήσεις για τους κεκοιμημένους. Κι αν αυτοί ήταν αμαρτωλοί, εμείς δεν πλέκουμε στεφάνια, αλλά προσφέρουμε τον Χριστό, που θυσιάστηκε για τις αμαρτίες μας, ζητώντας και γι’ αυτούς και για μας τους ίδιους το έλεος του Θεού.
ΙΑ’. Μετά από αυτά λες κι εσύ την ευχή εκείνη, που ο Σωτήρας μας παρέδωσε στους μαθητές Του, καθώς αποκάλεσε με καθαρή συνείδηση το Θεό, Πατέρα και είπε: «Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς» (Ματθ. 6,9). Ω! πόσο μεγάλη είναι η φιλανθρωπία του Θεού! Σ’ εκείνους που έφυγαν μακρυά Του κι έπεσαν σε τόσο μεγάλες αμαρτίες, τόση αμνηστία και τόση δυνατότητα κοινωνίας στη Χάρη τους δώρισε, ώστε να μπορούν τώρα πια να τον αποκαλούν, Πατέρα. «Πατέρα μας, που βρίσκεσαι στους ουρανούς». Ουρανοί όμως μπορούν να θεωρηθούν και όσοι φόρεσαν την εικόνα του επουράνιου ανθρώπου, του Χριστού. Εκείνοι στων οποίων τις καρδιές κατοικεί και περιπατεί ο Θεός.
ΙΒ’. «Αγιασθείτω το Όνομά Σου» (Ματθ. 6, 9). Το Όνομα του Θεού είναι από τη φύση του άγιο, είτε εμείς το λέμε, είτε όχι. Επειδή όμως, εξαιτίας εκείνων που αμαρτάνουν, βεβηλώνεται πολλές φορές το Όνομα του Θεού —σύμφωνα με αυτό που λέει ο προφήτης Ησαΐας: «Εξαιτίας σας, το όνομά μου συνεχώς βλασφημείται από τα έθνη» (Ησ. 52, 5 και Ρωμ, 2, 24) — ευχόμαστε, η ζωή η δική μας, να γίνει αφορμή να δοξάζεται το Όνομα του Θεού. Όχι γιατί αυτό δεν είναι από τη φύση του άγιο και θα γίνει τώρα άγιο. Αλλά γιατί θέλουμε, μέσα μας και με τη ζωή μας, αυτό να δοξαστεί. Κι αυτό θα γίνει, όταν εμείς αγιάζουμε τον εαυτό μας, ζώντας και πράττοντας σύμφωνα με το άγιο θέλημα του Θεού.
ΙΓ’. « Ελθέτω η Βασιλεία Σου» (Ματθ, 6, 10). Είναι ιδίωμα της καθαρής ψυχής να ειπεί με παρρησία: «Ας έρθει η Βασιλεία Σου» (Ματθ. 6, 10). Γιατί όποιος άκουσε τον Απόστολο Παύλο, που λέει: «Λοιπόν, ας μη βασιλέψει η αμαρτία πάνω στο θνητό σώμα σας» (Ρωμ. 6,12) και καθάρισε τον εαυτό του από τις κακές πράξεις και λογισμούς και λόγους, εκείνος μπορεί να πει στο Θεό: «Ας έρθει η Βασιλεία Σου» (Ματθ. 6, 10).
ΙΔ’. «Γενηθήτω το θέλημά Σου, ως εν ουρανώ και επί της γης» (Ματθ. 6,10). Οι θείοι και μακάριοι άγγελοι του Θεού κάνουν το θέλημα του Θεού, καθώς ψάλλοντας έλεγε και ο προφήτης Δαβίδ: «Ευλογείτε τον Κύριο, όλοι οι άγγελοί Του, οι δυνατοί και κραταιοί, εκείνοι που εκτελούν καθετί που Εκείνος προστάζει» (Ψαλμ. 102,20). Λέγοντας λοιπόν το «ας γίνει το θέλημά Σου στη γη» είναι σαν να λες: Όπως κάνουν οι άγγελοι το θέλημά Σου, έτσι να γίνει και με μένα στη γη, Δέσποτα.
ΙΕ’. «Τον άρτον ημών τον επιούσιον, δος ημίν σήμερον» (Ματθ. 6, 11). Αυτό το κοινό ψωμί, δεν είναι αυτό που μας είναι καθημερινά απαραίτητο. Καθημερινά απαραίτητος είναι αυτός εδώ ο Άρτος της Θείας Ευχαριστίας, πράγμα που σημαίνει, ότι αυτός εδώ ο Άγιος Άρτος έχει οριστεί να τρέφει και να συντηρεί την ψυχή. Αυτός ο Άρτος δεν μένει στην κοιλιά, ούτε εκβάλλεται με τα περιττώματα. Αλλά διέρχεται όλη σου την ύπαρξη, για την ωφέλεια της ψυχής και του σώματός σου. Χρησιμοποιεί δε τη φράση «σημερινό ψωμί» αντί να πει: «της κάθε ημέρας της ζωής μας το ψωμί», με την έννοια που έδινε και ο Απόστολος Παύλος στη λέξη «σήμερον», όταν έλεγε: «Όσο διαρκεί αυτή εδώ η επίγεια ζωή» (Εβρ. 3. 13).
ΙΣΤ’. «Και άφες ημίν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών» (Ματθ. 6, 12). Γιατί έχουμε πολλά αμαρτήματα που τα έχουμε διαπράξει με τα λόγια και με τη διάνοια. Και άλλα πολλά κάνουμε, που είναι άξια καταδίκης και τιμωρίας: «Αν πούμε πως δεν έχουμε αμαρτίες, λέμε ψέματα», λέει ο ευαγγελιστής Ιωάννης. Και κάνουμε συμφωνία με το Θεό, παρακαλώντας Τον να μας συγχωρέσει τα αμαρτήματα, καθώς και εμείς συγχωρούμε τα αμαρτήματα του πλησίον μας. Κατανοώντας λοιπόν πόσο μεγάλα απολαμβάνουμε, αντί για εκείνα τα μικρά που αφήσαμε, ας μην αργοπορούμε, ούτε να αναβάλλουμε να συγχωρούμε ο ένας τον άλλο. Αυτά που μας κάνουν οι άλλοι είναι μικρά και ευτελή και μπορούν πολύ εύκολα και απλά να ξεδιαλυθούν. Αυτά όμως που κάνουμε εμείς στο Θεό είναι μεγάλα. Αυτά μόνο η φιλανθρωπία του Θεού μπορεί να μας τα συγχωρέσει. Πρόσεξε λοιπόν μήπως, για τα μικρά και τιποτένια αμαρτήματα, που έκαναν σε σένα οι άνθρωποι και δεν τους τα συγχώρεσες, αποκλείσεις τον εαυτό σου από τη συγχώρεση, που ο Θεός χαρίζει σε σένα, για τα πολύ βαριά σου αμαρτήματα.
ΙΖ’. «Και μη εισενέγκης ημάς εις πειρασμόν», Κύριε. (Ματθ. 6, 13). Άραγε μ’ αυτό μας διδάσκει ο Κύριος να ευχόμαστε να μην εισέλθου¬με καθόλου σε πειρασμό; Πώς τότε είπε αλλού: «Άνθρωπος που δεν έχει γευτεί πειρασμό δεν είναι δοκιμασμένος και έμπειρος;». Και αλλού πάλι: «Να θεωρήσετε μεγάλη χαρά, αδελφοί μου, το ότι περιπέσατε σε πολλούς και διάφορους πειρασμούς» (Ιακ. 1, 2). Πιθανόν με το «να μην εισέλθουμε σε πειρασμό» εννοεί το να μην καταποντιστούμε από τον πειρασμό. Γιατί ο πειρασμός μοιάζει με δυσκολοδιάβατο χείμαρρο. Όσοι λοιπόν δεν καταποντίζονται στους πειρασμούς διαβαίνουν το χείμαρρο και γίνονται σαν μερικούς τέλειους κολυμβητές, που δεν παρασύρονται καθόλου απ’ αυτόν. Όσοι όμως δεν είναι τέτοιοι, όταν εισέλθουν στους πειρασμούς, σαν σε άλλο χείμαρρο, καταποντίζονται. Για παράδειγμα, ας πάρουμε τον Ιούδα, ο οποίος εισήλθε στον πειρασμό της φιλοχρηματίας και δεν μπόρεσε να επιπλεύσει και να διασωθεί. Αλλά καταποντίστηκε και πνίγηκε και σωματικά και ψυχικά. Και ο Πέτρος εισήλθε στον πειρασμό της αρνήσεως, αλλά όταν βρέθηκε μέσα σ’ αυτόν, δεν καταποντίστηκε. Αντίθετα, πάλεψε με γενναιότητα ενάντια στον πειρασμό και γλύτωσε απ’ αυτόν.
Άκουσε πάλι κι αλλού ολόκληρο χορό αγίων, που ευχαριστεί το Θεό, γιατί γλύτωσαν από τον πειρασμό: «Μας δοκίμασες, Θεέ μου, μας πέταξες στη φωτιά των πειρασμών, όπως ρίχνουν στη φωτιά το ασήμι για να καθαριστεί. Επέτρεψες να πέσουμε στην παγίδα. Φόρτωσες στη ράχη μας φορτίο θλίψεων. Επέτρεψες σε ανθρώπους ν’ ανέβουν στα κεφάλια μας και να μας ποδοπατήσουν. Περάσαμε μέσα από καμίνι και νερό και τελικά μας έβγαλες σε τόπο αναψυχής και ανέσεως» (Ψαλμ. 65, 10-12). Βλέπεις αυτούς πόση παρρησία έχουν που πέρασαν από το χείμαρρο των πειρασμών και δεν βυθίστηκαν σ’ αυτόν; «Και μας έβγαλες» λέει, «σε αναψυχή». Το ότι έρχεται κανείς σε τόπο αναψυχής σημαίνει ότι γλύτωσε από τον πειρασμό.
ΙΗ’. «Αλλά ρύσαι ημάς από του πονηρού» (Ματθ. 6, 13). Αν το «μην επιτρέψεις να εισέλθουμε σε πειρασμό» σήμαινε το ότι ζητάμε να μην πειραστούμε καθόλου, ποτέ, δεν θα έλεγε τώρα: «Αλλά προστά¬τεψέ μας από τον πονηρό». Πονηρός ονομάζεται ο δαίμονας, από τον οποίο ευχόμαστε να γλυτώσουμε. Μετά τη συμπλήρωση αυτής της προσευχής, λες: «Αμήν», επισφραγίζοντας με το Αμήν, που σημαίνει «μακάρι και να γίνει», όλα όσα ειπώθηκαν μ’ αυτή τη θεοδίδακτη προσευχή.
ΙΘ’. Συνέχεια, μετά από αυτά, λέει ο ιερέας: «Τα Αγία, στους Αγίους». Είναι άγια τα δώρα, που έχουν τεθεί στο θυσιαστήριο, γιατί δέχτηκαν την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος. Άγιοι είμαστε κι εμείς, γιατί αξιωθήκαμε να δεχτούμε το Άγιο Πνεύμα. Μετά λέτε εσείς: «Ένας είναι Άγιος, Ένας είναι Κύριος, ο Ιησούς Χριστός». Γιατί αληθινά Ένας μόνο είναι από τη φύση Του Άγιος. ‘Εμείς, αν και είμαστε άγιοι, όμως δεν είμαστε από τη φύση μας άγιοι. Αλλά γινόμαστε άγιοι, μετέχοντας στην αγιότητα του Θεού, με την κοινωνία των θείων Μυστηρίων, με την άσκηση των εντολών του Θεού και με την προσευχή.
Κ’. Μετά από αυτά ακούσατε εκείνον που έψαλε το θείο ύμνο, ο οποίος μας παρότρυνε να κοινωνήσουμε τα θεία Μυστήρια και έλεγε: «Γευθείτε και γνωρίστε έτσι, ότι ο Κύριος είναι αγαθός» (Ψαλμ. 33, 9). Μην επιτρέψετε να ανακρίνει το Μυστήριο, ο σωματικός σας λάρυγγας, αλλά κάμετε κριτή κι ερευνητή του Μυστηρίου την αδίστακτη πίστη. Γιατί, δεν γευόσαστε ψωμί και κρασί, αλλά γευόσαστε υλικά στοιχειά που είναι δυναμικά, αληθινά και πραγματικά, Σώμα και Αίμα Χριστού.
ΚΑ’. Όταν λοιπόν προσέρχεσαι να μεταλάβεις να μην έχεις τεντωμένες τις παλάμες σου, ούτε ανοιχτά τα δάχτυλά σου. Αλλά να κάνεις το αριστερό σου χέρι σαν θρόνο για να καθίσει το δεξί, γιατί αυτό το δεξί χέρι πρόκειται να δεχτεί μέσα του τον ουράνιο Βασιλιά. Αφού λοιπόν βαθουλώσεις την δεξιά σου παλάμη, δέξου το Σώμα του Χριστού, απαντώντας με το «Αμήν». Μετά, αφού προσεκτικά αγιάσεις τα μάτια σου, αγγίζοντας πάνω τους το Άγιο Σώμα, να μεταλάβεις, προσέχοντας να μην παραπέσει κανένας «μαργαρίτης». Γιατί αν σου πέσει και χάσεις ένα μαργαρίτη, να θεωρήσεις ότι έχασες ένα μέλος του σώματός σου. Πες μου λοιπόν, αν κάποιος σου έδινε ρινίσματα χρυσού, δεν θα τα κρατούσες με μεγάλη προσοχή και δεν θα τα φύλαγες, μήπως σου πέσει κάτι και το χάσεις κι έτσι ζημιωθείς οικονομικά; Δεν απαιτείται λοιπόν για την ασφάλεια αυτού του Μαργαρίτη περισσότερη προσοχή, αφού είναι πιό μεγάλης αξίας από τους πολύτιμους λίθους; Και δεν θα πρέπει να προσέξεις μην παραπέσει και το παραμικρότερο ακόμα ψίχουλο;
ΚΒ’. Στη συνέχεια αφού μεταλάβεις το Σώμα του Χριστού, πλησίασε και στο Ποτήριο που περιέχει το Αίμα Του. Όχι όμως με απλωμένα τα χέρια, αλλά σκύβοντας σαν να προσκυνάς με βαθύ σεβασμό και ευλάβεια, λέγοντας: «Αμήν», και έτσι να λάβεις και από το Αίμα του Χριστού τον αγιασμό. Και καθώς τα χείλη σου έχουν χρησθεί με το Άγιο Αίμα, να τα σφουγγίσεις με τα δάχτυλά σου, και ύστερα φέρνοντας αυτά στα μάτια και στο μέτωπο και τα άλλα σου αισθητήρια, να τα αγιάσεις.
Μετά, περιμένοντας την ευχή της απολύσεως, ευχαρίστησε το Θεό που σε καταξίωσε να κοινωνήσεις τα τόσα μεγάλα και αγιαστικά Μυστήρια.
ΚΓ’. Αυτές τις παραδόσεις να τις κρατάτε μέσα σας καθαρές κι ανόθευτες και να διαφυλάξετε τον εαυτό σας να μην σκανδαλιστεί σε κάτι που σχετίζεται με αυτές. Να μην αποκόψετε τον εαυτό σας από την θεία Κοινωνία, μήτε εξαιτίας μολυσμού και αμαρτίας να στερήσετε τον εαυτό σας, από αυτά τα ιερά και πνευματικά Μυστήρια.
«Είθε ο Θεός, που δίνει την ειρήνη, να σας κάνει ολοκληρωτικά δικούς Του. Κι ας διατηρηθεί άμεμπτη ολόκληρη η ύπαρξή σας, το πνεύμα, η ψυχή και το σώμα σας κατά τον ερχομό του Κυρίου μας Ιησού Χριστού» (Α’ Θεσ. 5, 23), στον οποίο ανήκει η δόξα, στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.
(Αγ. Κυρίλλου Ιεροσολύμων, «Κατηχήσεις», εκδ. Ετοιμασία Ι.Μ.Τιμίου Προδρόμου – Καρέα, σ. 441-450)

Βύρων, λόρδος: o φιλέλληνας




Λευτεριά, για λίγο πάψε
να χτυπάς με το σπαθί
κι έλα σίμωσε και κλάψε
εις του Μπάιρον το κορμί.
Παγωμένη η μαχόμενη Ελλάδα έπνιγε τον λυγμό της και βυθιζόταν σε βαθιά περισυλλογή. Το λιτό επίγραμμα του Διονυσίου Σολωμού συνόδευε το ταξίδι του λόρδου Βύρωνα στην τελευταία του κατοικία. Ήταν 19 με το νέο, 7 Απριλίου του 1824, με το παλιό ημερολόγιο. Κι ο ποιητής μόλις είχε κλείσει τα 36 του, ωραίος ακόμα και στον θάνατο.
Ο Τζορτζ Γκόρντον Νόελ λόρδος του Μπάιρον ο για τους Έλληνες λόρδος Βύρων γεννήθηκε στο Λονδίνο, στις 22 Ιανουαρίου του 1788. Είχε λυμένα τα οικονομικά του προβλήματα κι, από μικρός, ασχολήθηκε με την ποίηση. Πέρασε τα νεανικά του χρόνια γλεντώντας, ταξιδεύοντας, σαρκάζοντας τον υποκριτικό πουριτανισμό των Άγγλων και υμνώντας τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό.
Οι οικογενειακοί καυγάδες, μέσα στους οποίους μεγάλωσε, μάλλον δεν τον άγγιζαν. Αυτός είχε γεννηθεί για τη ζωή και τον έρωτα κι ο πατρικός του πύργος δεν τον χωρούσε. Συνδέθηκε ταυτόχρονα με τις ξαδέρφες του, Μαίρη Νταφ και Μαίρη Τσόγουορθ, και κατάφερε να τις αγαπήσει παράφορα και τις δύο. Ήταν 18 χρόνων, όταν τον έγραψαν στο Κέιμπριτζ για να αποφύγουν μεγαλύτερο οικογενειακό σκάνδαλο.
Αποδείχθηκε ένας από τους πιο αμελείς φοιτητές που πέρασαν ποτέ από το ένδοξο πανεπιστήμιο. Εξελίχθηκε σε δεινό κολυμβητή, λάτρη της γυμναστικής και μεγάλο εραστή, καθώς η φυσική του ομορφιά ταίριαζε γάντι με τον ανυπότακτο χαρακτήρα του και την αγάπη για την περιπέτεια. Παρά το γεγονός ότι ήταν κουτσός στο δεξί του πόδι.
Και βέβαια, του άρεσε να γράφει ποιήματα. Το πρώτο του («Ώρες σχόλης») η κριτική το κατακεραύνωσε. Ο Μπάιρον θύμωσε, τύπωσε ένα υβριστικό λίβελο εναντίον των κριτικών κι έφυγε από την Αγγλία.
Ήταν 21 χρόνων, το 1809, όταν έκανε το μεγάλο ταξίδι. Ξεκίνησε από την Πορτογαλία, γύρισε την Ισπανία, γνώρισε τη Μάλτα, πέρασε στην Ιταλία κι από εκεί στην Πάτρα, ανέβηκε στο Τεπελένι, όπου φιλοξενήθηκε για λίγο στην αυλή του Αλή πασά. Συνεχίζοντας την περιπλάνησή του, πέρασε από την Αθήνα, όπου τον φιλοξένησε ο πρόξενος της Αγγλίας Μακρής.
Οι οκτώ εβδομάδες που πέρασε στην Αθήνα, ήταν από τις πιο θυελλώδεις της ζωής του, καθώς γνώρισε κι ερωτεύτηκε την κόρη του πρόξενου, την μόλις 13 χρόνων Τερέζα Μακρή. Φεύγοντας, της χάρισε το μετέπειτα πασίγνωστο ποίημά του «Η κόρη των Αθηνών». Κατέληξε στην Κωνσταντινούπολη. Η Τερέζα ευτύχησε να παντρευτεί, το 1829, έναν άλλον φιλέλληνα, τον Τζακ Μπλακ. Πέθανε σε βαθιά γεράματα, στα 1875.
Έχοντας διαβάσει το κατόρθωμα του Λέανδρου, που κάθε νύχτα ξεκινούσε από την Άβυδο και περνούσε τον Ελλήσποντο κολυμπώντας για να συναντήσει την αγαπημένη του Ηρώ (ιέρεια στο ναό της Άρτεμης), θέλησε να κάνει το ίδιο. Η ιστορία ήταν πανάρχαια αλλ’ επιζούσε, καθώς είχε τραγική κατάληξη: Κάποια νύχτα, ο Λέανδρος παρασύρθηκε από το ρεύμα και πνίγηκε. Άδικα ξενύχτησε να τον περιμένει η Ηρώ. Το ξημέρωμα, είδε το πτώμα του που το κύμα είχε ξεβράσει στα βράχια. Τρελάθηκε, ρίχτηκε στη θάλασσα και πνίγηκε κι αυτή.
Αν και κουτσός, ο Μπάιρον πέρασε τον Ελλήσποντο κολυμπώντας κι, έπειτα, συνέθεσε το επίσης πασίγνωστο ποίημα «Η νύφη της Αβύδου».
Επιστρέφοντας στην Αγγλία, ο Μπάιρον τύπωσε το πρώτο μέρος του ποιητικού του έργου «Τσάιλντ Χάρολντ», που χαιρετίστηκε από το κοινό. Παντρεύτηκε την Άννα Ισαβέλλα Μιλβέικ αλλά ο γάμος κατέληξε σε αποτυχία. Ο Μπάιρον έφυγε στο Βέλγιο, όπου γνωρίστηκε κι έγινε στενός φίλος με τον ποιητή Πέρσι Μπις Σέλεϊ (1792 - 1828). Οι δυο φίλοι έζησαν μαζί τρελές περιπέτειες και τελικά πήγαν στην Ιταλία, μπερδεύτηκαν στη μυστική οργάνωση των καρμπονάρων και γνωρίστηκαν στην Πίζα με τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο.
Ο Σέλεϊ έγραψε τότε το περίφημο λυρικό δράμα «Ελλάς», ενώ ο Μπάιρον συνεννοήθηκε να κατέβει στην Ελλάδα και να βοηθήσει τον επαναστατικό αγώνα. Παράλληλα, έγινε μέλος του φιλελληνικού κομιτάτου.

Ο Μαυροκορδάτος έφτασε στο Μεσολόγγι από την αρχή του ξεσηκωμού κι εξελίχτηκε σε μεγάλο τοπικό παράγοντα, ακολουθώντας την παράταξη του Μαυρομιχάλη. Ο Μπάιρον πήγε με καΐκι στο Μεσολόγγι, παραμονή Χριστουγέννων του 1823. Εκεί, με δικά του χρήματα, εξόπλισε ένα σώμα από 3.000 Σουλιώτες κι ανέλαβε όλα τα έξοδά του. Ο αντίκτυπος ήταν τρομερός. Στο εξωτερικό, το φιλελληνικό κίνημα ανδρώθηκε κι ο ένοπλος αγώνας κέντρισε το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης. Στο εσωτερικό, η συμμετοχή ενός πασίγνωστου Άγγλου αριστοκράτη αποτελούσε μεγάλη ενθάρρυνση για τους επαναστάτες.
Αν και απογοητεύτηκε από τις εσωτερικές διαμάχες των επαναστατών, εισηγήθηκε στην Τράπεζα της Αγγλίας να δοθεί δάνειο στους Έλληνες. Όμως, οι στερήσεις, οι κακουχίες και η ως τότε άστατη ζωή του κλόνισαν την υγεία του. Αρρώστησε βαριά και πέθανε στο Μεσολόγγι, στις 7 Απριλίου του 1824.
Ήταν ο εμψυχωτής των απελευθερωτικών αγώνων της εποχής του. Τις ποιητικές του συλλογές «Νύφη της Αβύδου» και «Κουρσάρος» διακρίνει ο αγνός λυρισμός και η επαναστατική πνοή. Αν και οι ατέλειες δε λείπουν από το έργο του, οι στίχοι του πλημμυρίζουν ορμή και πάθος. Και η σάτιρα εναντίον της υποκρισίας των αριστοκρατών σκοτώνει. Ο Μπάιρον ήταν το πρότυπο του ρομαντικού ήρωα και του ρομαντικού ποιητή.

(Έθνος, 9.4.1998) (τελευταία επεξεργασία, 23.2.2009)
                                      




H νυχτερινή προσευχή καθαρίζει τη σκουριά των αμαρτιών μας


Άναψε τη ψυχή με τη προσευχή. Πίστεψέ με, δεν έχει τόσο την ικανότητα να καθαρίζει τη σκουριά η φωτιά, όσο η νυχτερινή προσευχή τη σκουριά των αμαρτιών μας.
Ας ντραπούμε, αν όχι κανέναν άλλον, τους νυκτερινούς φύλακες. Εκείνοι περιέρχονται τους δρόμους για τον ανθρώπινο νόμο, φωνάζοντας δυνατά μέσα στην παγωνιά και περπατώντας μέσα από τα στενά, και πολλές φορές βρέχονται και παγώνουν για σένα και την σωτηρία σου και για τη φύλαξη των χρημάτων σου.
Εκείνος για τα χρήματα σου παίρνει τόσα προνοητικά μέτρα, ενώ εσύ ούτε για τη δική σου ψυχή; Και μάλιστα εγώ δεν σε αναγκάζω να περιφέρεσαι έξω στο ύπαιθρο όπως εκείνος, ούτε να πιέζεσαι φωνάζοντας δυνατά, αλλά μένοντας μέσα σ’ έναν απόμερο χώρο, στο ίδιο το δωμάτιο σου, γονάτισε, παρακάλεσε τον Δεσπότη.
Γιατί αυτός ο ίδιος ο Δεσπότης διανυκτέρευσε πάνω στο όρος των Ελαιών;
Όχι για να γίνει πρότυπο για μας; Τότε αναπνέουν τα φυτά, τη νύχτα εννοώ· τότε και η ψυχή, ακόμη περισσότερο απ’ αυτά, δέχεται τη δροσιά.
Αυτά τα οποία ο ήλιος της ημέρας τα ξήρανε, αυτά τη νύχτα δροσίζονται. Αποτελεσματικότερα από κάθε δροσιά είναι τα δάκρυα που χύνονται εναντίον των επιθυμιών και κάθε φλογώσεως και καύσωνα και δεν αφήνουν να πάθουμε κανένα κακό.
Αν δεν απολαύσει (η ψυχή) αυτή τη δροσιά, την ημέρα θα ξεραθεί εντελώς. Αλλά όχι, να μη συμβεί κανένας από μας να τροφοδοτήσει εκείνη τη φωτιά, αλλά αφού δροσιστούμε και απολαύσουμε τη φιλανθρωπία του Θεού, έτσι όλοι να ελευθερωθούμε από το φορτίο των αμαρτιών μας με τη χάρη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Αμήν.

Πρωτοπρ. Άγγελος Αγγελακόπουλος, Προφητείες της Παλαιάς Διαθήκης περί της Θεοτόκου


πηγή

Χαίρε Κλίμαξ επουράνιε
Εν Πειραιεί 16-4-2013
ΠΡΟΦΗΤΕΙΕΣ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ
Γράφει ο Πρωτοπρεσβ. π. Άγγελος Αγγελακόπουλος, 
εφημέριος Ι. Ν. Αγίας Παρασκευής Καλλιπόλεως Πειραιώς
Η Υπεραγία Θεοτόκος προφητεύθηκε αιώνες πριν γεννηθεί. Γι’ αυτό η ζωή της βρίσκεται στο κέντρο των αιώνων και αποτελεί «το περιήχημα της προφητικής αγγελίας, την οπτασία των προφητικών οραματισμών, το κέντρο της μεσσιανικής προσδοκίας». Απειράριθμες είναι οι παλαιοδιαθηκικές προτυπώσεις, που αναφέρονται στην «απείρανδρον Μητέρα του Εμμανουήλ». Στο παρόν άρθρο θα παρουσιάσουμε τις αντιπροσωπευτικότερες θεομητορικές παλαιοδιαθηκικές προφητείες.


Α) ΠΕΝΤΑΤΕΥΧΟΣ
Στο πρώτο βιβλίο της Αγίας Γραφής, την Γένεση, συναντούμε τον πρώτο συμβολισμό.Η Εδέμ προτυπώνει τη νοητή Εδέμ, που είναι η Παναγία, στους κόλπους της οποίας κατοικεί ο νέος Αδάμ, ο Χριστός.
Μετά την παράβαση των πρωτοπλάστων Αδάμ και Εύας, ο Χριστός, ως ο άσαρκος Λόγος, διαλέγεται με τους παραβάτες και λέγει στον αρχέκακο όφι, τον διάβολο : «Και έχθραν θήσω αναμέσον σου και αναμέσον της γυναικός και αναμέσον του σπέρματός σου και αναμέσον του σπέρματος αυτής. Και αυτός σου τηρήσει την κεφαλήν και συ τηρήσεις αυτού την πτέρναν»[1]. Δηλ. «Έχθρα θα βάλω ανάμεσα σ' εσένα και στη γυναίκα, κι ανάμεσα στο σπέρμα σου και στο σπέρμα της. Εκείνος θα σου συντρίψει το κεφάλι κι εσύ θα του πληγώσεις τη φτέρνα». Η γυναίκα, της οποίας το σπέρµα θα συντρίψει την κεφαλή του φιδιού, του διαβόλου, είναι η Παρθένος Μαρία και το σπέρµα της ο Χριστός. Πρόκειται για το γνωστό "πρωτευαγγέλιο".
Η βάτος η καιομένη και μη καταφλεγομένη, την οποία είδε ο προφήτης Μωϋσής στο όρος Χωρήβ, αποτελεί προεικόνιση της Υπεραγίας Θεοτόκου, η οποία ως άλλη βάτος ακατάφλεκτη κράτησε μέσα της «το καταναλίσκον πυρ της Θεότητος», χωρίς να καταστραφεί η παρθενία της. «Καταβάς όψομαι το όραμα το μέγα τούτο. Τί ότι η βάτος καίεται και ου κατακαίεται»;
Η Κυρία Θεοτόκος αποκαλείται από τον ίδιο τον Θεό γη αγία : «Μωυσή, Μωυσή, μη εγγίσης ώδε. Λύσον το υπόδημα εκ των ποδών σου. Ο γαρ τόπος, εν ω έστηκας, γη αγία εστί». Και ο προφήτης Δαυίδ την αποκαλεί γη : «Και εξουδένωσαν γην επιθυμητήν». Και αλλού : «Αλήθεια εκ της γης ανέτειλε και δικαιοσύνη εκ του Ουρανού διέκυψεν». Αλήθεια μεν την Παναγία ονομάζει ο προφήτης, εξαιτίας της αληθινής παρθενίας της, επειδή και προ τόκου και εν τόκω και μετά τόκον ήταν αληθώς παρθένος. Δικαιοσύνη δε τον Χριστό ονομάζει, επειδή είναι δικαιοκρίτης. Την μεν Παρθένο Μαριάμ την ονομάζει γη, επειδή καταγόταν από τη γη ως άνθρωπος, τον δε Χριστό «εκ του Ουρανού», διότι καταγόταν από τους Ουρανούς, όχι ως άνθρωπος, αλλ’ως Θεός.
Οι πλάκες του Δεκαλόγου, που ήταν γραμμένες με το δάκτυλο του Θεού, παραπέμπουν στην Υπεραγία Θεοτόκο, η οποία είναι ο πνευματικός τόμος, πάνω στον οποίο καταγράφηκε το πρόσωπο και το έργο του Χριστού.
Η ολόφωτη νεφέλη και ο πύρινος στύλος, που φώτιζαν τους Ισραηλίτες ημέρα και νύκτα «δείξαι αυτοίς την οδόν» προς τη γη της επαγγελίας, προεικονίζουν την Υπεραγία Θεοτόκο.
Η Κιβωτός του Νώε συμβολίζει την Παρθένο, η οποία φυλάσσει στα σπλάχνα της την απαρχή της Καινής κτίσεως. Κιβωτός ονομάζεται η Παρθένος και από τον προφήτη Δαυίδ«Ανάστηθι, Κύριε, εις την ανάπαυσίν σου, συ και η κιβωτός του αγιάσματός σου».
Η σκηνή του πατριάρχου Αβραάμ είναι σύμβολο της Θεοτόκου, στην οποία κατεσκήνωσε ο Λόγος του Θεού.
Η κλίμαξ, την οποία είδε ο πατριάρχης Ιακώβ[2] να ενώνει τον ουρανό με τη γη, προτυπώνει τη Θεοτόκο, η οποία ως μυστική κλίμαξ ένωσε τον ουρανό με τη γη. Διά μέσου αυτής ο Θεός κατέβηκε στη γη, για να ανεβάσει «εις την άνω ζωήν το ανθρώπινον». Ο Ιακώβ, επίσης, αποκάλεσε την Πάναγνο Τόπο, λέγοντας : «Ως φοβερός ο τόπος ούτος»! Το ίδιο και ο προφήτης Ιεζεκιήλ : «Και ανέλαβον πνεύμα και ήκουσα καθόπισθέν μου φωνής σεισμού μεγάλου, λεγούσης˙ Ευλογημένη η δόξα Κυρίου εκ του τόπου τούτου». Και ο προφητάναξ Δαυίδ : «Ου δώσω ύπνον τοις οφθαλμοίς μου και τοις βλεφάροις μου νυσταγμόν, έως ου εύρω τόπον τω Κυρίω».
Η χρυσή στάμνα, που περιείχε το μάννα[3], προεικονίζει τη Θεοτόκο, η οποία ως άλλη χρυσή στάμνα έφερε μέσα της τον Ιησού, που είναι «ο άρτος της ζωής, ο εκ του ουρανού καταβάς».
Η επτάφωτη λυχνία, που έκαιε στη σκηνή του μαρτυρίου και στο ναό του Σολομώντα, προτυπώνει τη Θεοτόκο, από την οποία έλαμψε ο Χριστός, «το φως το αληθινόν, το φωτίζον και αγιάζον πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον». Φαεινή λυχνία είναι η Θεοτόκος, «η μητέρα του φωτός». Η λυχνία προτυπώνει την τέλεια καθαρότητα και αγνότητα της Παρθένου. Το ίδιο υπονοεί και η εγκωμιαστική φράση του Άσματος των Ασμάτων : «ιδού ει καλή… όλη κα­λή ει, η πλησίον μου, και μώμος ουκ έστιν εν σοί. Ανάστα η πλησίον μου και ελθέ πρός με». Στο ίδιο κείμενο η μοναδική τέλεια περιστερά και εκλεκτή της μητέρας της είναι η Παρθένος Μαρία, που κατέκτησε την τελείωση και έγινε αιώνιο πρότυπο προς μίμηση.
Η ράβδος του Ααρών[4], που βλάστησε, προκαταγγέλει τη Θεοτόκο, που φύτρωσε από τη ρίζα του γενεαλογικού δένδρου του Ιεσσαί. Ράβδο, επίσης, την αποκαλεί και ο προφήτης Ησαΐας : «Εξελεύσεται ράβδος εκ της ρίζης Ιεσσαί». Η Κυρία Θεοτόκος, κατά τον αυτόν προφήτη, λέγεται ρίζα : «Και έσται η ρίζα του Ιεσσαί και ο ανιστάμενος εξ αυτής άρχειν εθνών».

Β) ΨΑΛΜΟΙ

Ο προφητάναξ Δαυίδ αποκαλεί την Παναγία Σιών : «Ήξει εκ Σιών ο ρυόμενος και αποστρέψει ασεβείας από Ιακώβ». Και αλλού : «Εξελέξατο Κύριος την Σιών, ηρετίσατο αυτήν εις κατοικίαν εαυτώ». Η Παναγία λέγεται ελαία, κατά την μαρτυρία του ιδίου προφήτου, ο οποίος μιλά ως εκ προσώπου της Παναγίας : «Εγώ δε, ωσεί ελαία κατάκαρπος εν τω οίκω του Θεού, ήλπισα επί το έλεος αυτού». Επίσης, η Παρθένος ονομάζεται Μήτηρ, κατά τον αυτόν προφήτη : «Μήτηρ Σιών ερεί άνθρωπος».Λέγεται, επιπροσθέτως, Βασίλισσα «Παρέστη η βασίλισσα εκ δεξιών σου»Θυγάτηρ«Άκουσον θύγατερ και ίδε και κλίνον το ους σου και επιλάθου του λαού σου και του οίκου του Πατρός σου». Θυγάτηρ την ονομάζει και ο Σολομών στις Παροιμίες του :«Πολλαί θυγατέρες εποίησαν δύναμιν, συ δε υπέρκεισαι και υπερήρας πάσας».Αλλοίωσις : «Αύτη η αλλοίωσις της δεξιάς του Υψίστου»Ημέρα και Νυξ : «Ημέρα τη ημέρα ερεύγεται ρήμα και νυξ νυκτί αναγγέλλει γνώσιν»Ουρανός : «Εξ ουρανού επέβλεψεν ο Κύριος» και «Ο ουρανός του ουρανού τω Κυρίω, την δε γην έδωκε τοις υιοίς των ανθρώπων»Ανατολή : «Αι βασιλείαι της γης, άσατε τω Θεώ, ψάλατε τω Κυρίω τω επιβεβηκότι επί τον ουρανόν του ουρανού κατά ανατολάς»Δύση :«Οδοποιήσατε τω επιβεβηκότι επί δυσμών»Ήλιος : «Εν τω ηλίω έθετο το σκήνωμα αυτού»Πόλη : «Δεδοξασμένα ελαλήθη περί σου η πόλις του Θεού» και «του ποταμού τα ορμήματα ευφραίνουσι την πόλιν του Θεού».
Η Παναγία είναι, επίσης η «κόρη του βασιλέως», η κεκοσμημένη με θείες και ανθρώπινες αρετές, γι’ αυτό και είναι η μόνη, που μπορεί να γίνει κατοικία του Θεού.
Σύμφωνα με το Άσμα Ασμάτων, η Θεοτόκος λέγεται Φορείο, δηλ. βαστακτήριο :«Φορείον εποίησεν εαυτώ ο βασιλεύς Σολομών από ξύλων του λιβάνου»Κλίνη :«Ιδού η κλίνη Σολομών, εξήκοντα δυνατοί κύκλω από δυνατών Ισραήλ», Νύμφη :«Δεύρο από λιβάνου Νύμφη»Αδελφή : «Τι εκωλύθησαν οι οφθαλμοί σου αδελφή μου νύμφη»; Κήπος και Πηγή : «Κήπος κεκλεισμένος και πηγή εσφραγισμένη».

Γ) ΠΡΟΦΗΤΕΣ

Ο προφήτης Αββακούμ την χαρακτηρίζει Θαιμάν : «ο Θεός από Θαιμάν ήξει» καιΌρος : «Και ο άγιος εξ όρους κατασκίου δασέως»[5]Όρος, επίσης, την αποκαλεί ο προφήτης Δανιήλ, απευθυνόμενος προς τον Ναβουχοδονόσορα : «Εθεώρεις, βασιλεύ, ότι ετμήθη λίθος εξ όρους άνευ χειρός»; Αλλά, και ο προφήτης Δαυίδ : «Το όρος, ο ευδόκησεν ο Θεός κατοικείν εν αυτώ».
Η προφητεία του μεγολοφωνοτάτου προφήτου Ησαΐου«Ιδού η Παρθένος, εν γαστρί έξει και τέξεται υιόν και καλέσουσι το όνομα αυτού Εμμανουήλ, ο εστι μεθερμηνευόμενον μεθ΄ημών ο Θεός»[6], αναφέρεται στη Θεοτόκο, που συνέλαβε και γέννησε τον Χριστό. Επίσης, η Υπεραγία Θεοτόκος χαρακτηρίζεται από τον ίδιο προφήτη ως «θρόνος υψηλός και επηρμένος» : «είδον τον Κύριον καθήμενον επί θρόνου υψηλού και επηρμένου», καθώς και «ανθρακοφόρος λαβίς»[7]. Ο πέμπτος Ευαγγελιστής, προφήτης Ησαΐας, την αποκαλεί, επίσης, Βιβλίο : «Και έσται μετά τα ρήματα ταύτα, ως οι λόγοι του βιβλίου του εσφραγισμένου», Τόμο : «Και είπε Κύριος προς με˙ Λάβε σεαυτώ τόμον καινόν», Λαβίδα : «Και απεστάλη προς με εν των Σεραφίμ και είχεν εν τη χειρί αυτού λαβίδα και εν αυτή άνθραξ»Προφήτη : «Και προσήλθον προς την προφήτιν και εν γαστρί έλαβε» και Νεφέλη : «Ιδού Κύριος κάθηται επί νεφέλης κούφης και ήξει εις Αίγυπτον».
Θεομητορική προτύπωση αποτελεί, επίσης, και ο πόκος του Γεδεών. Όπως δηλ. ο πόκος δέχθηκε μόνον αυτός τη νυχτερινή δρόσο, έτσι και η Παναγία δέχθηκε τη δρόσο της ενεργείας του Θεού, με την οποία έσβησε η πλάνη, στην οποία είχε περιπέσει μεταπτωτικά η ανθρωπότητα. Και ο προφητάναξ Δαυίδ λέγει : «Καταβήσεται ως υετός επί πόκον και ωσεί σταγών η στάζουσα επί την γην».
Η προφητεία του προφήτου Ιεζεκιήλ για την «κατά ανατολάς κεκλεισμένην πύλην»[8] προτυπώνει την παρθενική μήτρα, από την οποία θα διέλθει μόνον ο Χριστός και έκτοτε θα παραμείνει για πάντα «κεκλεισμένη». Εδώ γίνεται λόγος για το αειπάρθενο της Υπεραγίας Θεοτόκου. Η Θεοτόκος υπήρξε παρθένος «προ τόκου, εν τόκω και μετά τόκον»«Η πύλη αύτη κεκλεισμένη έσται, ουκ ανοιχθήσεται, ου μη διέλθη τις δι’αυτής». Το ίδιο υπονοείται και με τις φράσεις «κήπος κεκλεισμένος, πηγή εσφραγισμένη». Ο ίδιος προφήτης την αποκαλεί Κεφαλή : «Και ιδού χειρ εκτεταμένη προς με και εν αυτή κεφαλή»Όραση : «Είδον όρασιν πυρός και το φέγγος αυτού κύκλω, ως όρασις τόξου», «Αύτη η όρασις ομοιώματος δόξης Κυρίου»Ήλεκτρο:«Και είδον ως όψιν ηλέκτρου, όρασιν πυρός»Πλίνθο : «Υιέ ανθρώπου, λάβε σεαυτόν πλίνθον καινόν».
Προεικόνιση του Θεομητορικού μυστηρίου αποτελούν οι Τρεις Παίδες «εν καμίνω». Όπως τους Τρεις Παίδες διέσωσε από τη φωτιά «ο τόκος της Θεοτόκου», ο οποίος μετέτρεψε τη φλόγα της καμίνου σε δρόσο, κατά παρόμοιο τρόπο και η παρθενική μήτρα της Θεοτόκου, αν και δέχθηκε το πυρ της Θεότητος, έμεινε άφθαρτη και αλώβητη.
Τέλος, η προφητική ρήση του βιβλίου του προφήτου Δανιήλ, «εθεώρεις έως ου ετμήθη λίθος εξ όρους άνευ χειρών»[9], αναφέρεται στην Υπεραγία Θεοτόκο. Το βουνό, από το οποίο είδε ο Ναβουχοδονόσωρ να κόβεται το λιθάρι χωρίς χέρι ανθρώπου, προτυπώνει την Παναγία, η οποία ως όρος αλάξευτο έδωσε την καθαρή σάρκα της, για να γεννηθεί ο Θεάνθρωπος. Η Θεοτόκος γέννησε τον Σωτήρα του κόσμου, χωρίς να υποστεί οποιαδήποτε ρήξη. Τόσον η σύλληψη όσον και η κύηση υπήρξε άφθορη[10].



[1] Γεν. 3,15. 
[2] Γεν. 28, 12.  
[3] Έξ. 16, 33.
[4] Αρ. 17, 23.
[5] Αβ. 3, 3.
[6] Ησ. 7, 14.
[7] Ησ. 6, 1 και 6.
[8] Ιεζ. 44, 1-2.
[9] Δαν. 2, 34.

Πρωτοπρ. Διονύσιος Τάτσης, Ο δρόμος των Αγίων


πηγή

Πρός Παναγούδα
Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ
Τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου π. Διονυσίου Τάτση 
ΠΟΣΟΙ χριστιανοί στήν ἐποχή μας ἐμπνέονται ἀπό τούς Ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας; Πόσοι κληρικοί καί πόσοι ἐπίσκοποι ἀκολουθοῦν τό παράδειγμά τους; Ἡ ἀπάντηση δέν εἶναι δύσκολη. Ἡ πραγματικότητα μᾶς ὁδηγεῖ στό ἀσφαλές συμπέρασμα ὅτι εἶναι ἐλάχιστοι.
Ἐκεῖνο πού ἰδιαίτερα διέκρινε τους Ἁγίους ἦταν ἡ συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητάς τους. Ὅσο προόδευαν πνευματικά, τόσο περισσότερο συναισθάνονταν ὅτι εἶναι ἁμαρτωλοί! Δυστυχῶς, αὐτό οἱ χριστιανοί δέν μποροῦν νά τό κατανοήσουν, γι᾽ αὐτό καί ἔχουν σέ μεγάλη ὑπόληψη τόν ἑαυτό τους.
Ἐπειδή εἶναι ἀναξιοπρεπεῖς θέλουν να τούς τιμοῦν οἱ ἄλλοι. Ἐάν κάποιος τολμήσει νά τούς ἀποκαλέσει δημοσίως ἁμαρτωλούς, δέν τό ἔχουν σέ τίποτε νά τόν ὁδηγήσουν στο δικαστήριο, γιά νά δικαιωθοῦν καί νά ἀποζημιωθοῦν. Καλλιεργοῦν ἐπιμελῶς τήν εἰκόνα τους πρός τόν κόσμο. Θέλουν νά εἶναι διαφορετικοί καί ἀνώτεροι καί ἀγωνίζονται νά πείσουν τό πλῆθος τοῦ λαοῦ ὅτι δέν εἶναι κοινοί καί συνηθισμένοι ἄνθρωποι! Δέν εἶναι «ὥσπερ οἱ λοιποί τῶν ἀνθρώπων». Ἀκολουθοῦν δηλαδή τήν τακτική τοῦ Φαρισαίου τῆς παραβολῆς, ξεχνώντας ὅτι δέν δικαιώθηκε ἀπό τόΘεό, γιατί ἦταν ὑπερήφανος καί ὑποκριτής.
Τό ἴδιο παρατηροῦμε καί στούς κληρικούς, οἱ ὁποῖοι εὔκολα ταυτίζουν τόν ἑαυτόν τους μέ τούςἉγίους. Εἶναι ἐξοικειωμένοι μέ τά ἱερά καί τά ὅσια καί τά θεωροῦν δικά τους, παρόλο πού δέν ἀγωνίζονται πνευματικά. Βέβαια, γνωρίζουν τούς βίους τῶν Ἁγίων καί τούς ἐξιστοροῦν στό ποίμνιό τους, βλέπουν στό πρόσωπο ἐκείνων τό δικό τους πρόσωπο καί ξεχνοῦν νά εἰσέλθουν στήν καρδιά τους, γιά να δοῦν ὅτι ὑστεροῦν σέ πολλά καί ἡ φιληδονία τούς ὁδηγεῖ στήν ἱκανοποίηση τῶν ἁμαρτωλῶν τους παθῶν, σέ ἀντίθεση μέ τούς Ἁγίους, οἱ ὁποῖοι καταπολεμοῦσαν τά πάθη τους, ζοῦσαν μέ ἄσκηση καί στέρηση καί ἐν ταπεινώσει ἀποκτοῦσαν ἀρετές.
Περισσότερο προκλητικοί εἶναι μερικοί ἐπίσκοποι, οἱ ὁποῖοι βρίσκονται σέ μεγαλύτερη πλάνη, γιατί πιστεύουν ὅτι, παρά τίς ἀδυναμίες τους, εἶναι «εἰς τύπον καί τόπον Χριστοῦ», πού σημαίνει ὅτι εἶναι πολύ κοντά στόν Χριστό! Ἀπό τόν ὑψηλό θρόνο τοῦ ἀξιώματός τους βλέπουν ἀνύπαρκτα πράγματα καί τρέφονται μέ ψευδαισθήσεις.
Ὅμως οἱ Ἅγιοι πάντα μιλοῦσαν γιά τήν ἁμαρτωλότητά τους. Ἐνοχλοῦνταν ἀπό τή φήμη, πού εἶχαν ἀποκτήσει και ἀμφισβητοῦσαν τά ἐγκώμια, πού διατύπωναν γιά τό πρόσωπό τους οἱ κοσμικοί. Ὁ ΓέρονταςΠαΐσιος ἔλεγε: «Ὅταν ἔλεγαν οἱἍγιοι ὅτι εἶναι ἁμαρτωλοί, το πίστευαν. Τά πνευματικά τους μάτια εἶχαν γίνει μικροσκόπια καί ἔβλεπαν καί τά παραμικρά σφάλματά τους σάν μεγάλα».
Αὐτό πού ἐπιλέγουν καί διεκδικοῦν οἱ κοσμικοί, τό ἀρνοῦνται οἱ Ἅγιοι. Εἶναι ἡ ἄκρα ἀντίθεση. Δύο διαφορετικοί δρόμοι, πού ξεκινοῦν ἀπό διαφορετικά σημεῖα καί καταλήγουν ἐπίσης σέ διαφορετικά σημεῖα. Οἱ Ἅγιοι προχωροῦσαν ταπεινά συναισθανόμενοι τήν ἁμαρτωλότητά τους, ἐνῶ οἱ κοσμικοί κρύβουν τήν ἁμαρτωλότητά τους και προβάλλουν ὑποκριτικά τίς ἀνύπαρκτες ἀρετές τους.Οἱ πρῶτοι ἔχουν ἀγαθές προθέσεις καί ἀποφεύγουν τήν προβολή, ἐνῶ οἱ δεύτεροι ἔχουν πονηρές προθέσεις καί ἐπιδιώκουν τή δημοσιότητα καί τό ἐφήμερο χειροκρότημα.
Ορθόδοξος Τύπος, 19/4/2013

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...