Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τρίτη, Μαΐου 21, 2013

Ὁμιλία εἰς τὴν Κυριακὴ τοῦ Παραλύτου Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος




Στό χρυσωρυχεῖο οὔτε τήν πιό ἀσήμαντη φλέβα δέν θά δεχόταν νά περιφρονήση κανένας κι ἄς προξενῆ πολύν κόπο ἡ ἔρευνά της. Ἔτσι καί στίς θεῖες Γραφές δέν εἶναι χωρίς βλάβη νά προσπεράσης ἕνα γιῶτα ἤ μιά κεραία. Ὅλα πρέπει νά ἐξετάζωνται. Τό ἅγιο Πνεῦμα τά ἔχει πεῖ ὅλα καί τίποτα δέν εἶναι ἀνάξιο σ̉ αὐτές. Πρόσεξε λοιπόν τί λέει ὁ Εὐαγγελιστής κι ἐδῶ: Αὐτό πάλι ἦταν τό δεύτερο σημεῖο πού ἔκανε ὁ Ἰησοῦς, πηγαίνοντας ἀπό τήν Ἰουδαία στήν Γαλιλαία. Καί δέν πρόσθεσε βέβαια ἔτσι ἁπλᾶ τή λέξη «δεύτερο», ἀλλά τονίζει ἀκόμα περισσότερο τό θαῦμα τῶν Σαμαρειτῶν. Δείχνει ὅτι, μόλο πού ἔγινε καί δεύτερο σημεῖο, δέν εἶχαν φτάσει ἀκόμα στό ὕψος ἐκείνων πού τίποτα δέν εἶδαν (τῶν Σαμαρειτῶν) αὐτοί πού ἔχουν δεῖ πολλά καί θαυμάσει.
Ὕστερ̉ ἀπ̉ αὐτά ἦταν ἑορτή τῶν Ἰουδαίων. Ποιά ἑορτή; Ἡ ἑορτή τῆς Πεντηκοστῆς, νομίζω, καί ἀνέβηκε ὁ Ἰησοῦς στά Ἱεροσόλυμα. Συστηματικά τίς γιορτές βρίσκεται στήν πόλη. Ἀπ̉ τή μιά γιά νά φανῆ πώς ἑορτάζει μαζί τους, ἀπ̉ τήν ἄλλη γιά νά τραβήξη κοντά του τόν ἁπλό λαό. Γιατί αὐτές τίς μέρες γινόταν περισσότερη συρροή τῶν πιό ἁπλῶν. Ὑπάρχει στά Ἱεροσόλυμα ἡ προβατική κολυμβήθρα, Βηθεσδά μέ τό Ἑβραϊκό ὄνομά της, μέ πέντε στοές. Σ̉ αὐτές ἦσαν πεσμένοι ἄρρωστοι πλῆθος - κουτσοί, τυφλοί, ξηροί, πού περίμεναν τήν ταραχή τοῦ νεροῦ. Τί σημαίνει αὐτός ὁ τρόπος τῆς θεραπείας; Τίνος μυστηρίου κάνει ὑπαινιγμό; Αὐτά δέν ἔχουν γραφῆ ἁπλᾶ καί τυχαῖα ἀλλά εἰκονίζει καί ὑποτυπώνει ὅσα ἀνάγονται στό μέλλον. Μ̉ αὐτόν τόν τρόπο, τόν ὑπερβολικά παράξενο, ὅταν συνέβαινε ὁλότελα ἀπροσδόκητα, δέ θά κατάστρεφε μέσα στίς ψυχές τῶν πολλῶν τή δύναμη τῆς πίστης.
Ποιό εἶναι λοιπόν αὐτό πού εἰκονίζει; Σκόπευε νά δώση τό βάπτισμα πού ἔχει πολλή δύναμη καί μεγάλη χάρη.τό βάπτισμα πού ἀποπλύνει ὅλες τίς ἁμαρτίες καί ζωοποιεῖ τούς νεκρούς. Ὅπως λοιπόν σέ εἰκόνα, προδιαγράφονται αὐτά στήν κολυμβήθρα καί σέ πολλά ἄλλα. Καί πρῶτα ἔδωσε τό νερό πού βγάζει τά στίγματα τῶν σωμάτων καί πού δέν εἶναι μιάσματα ἀλλά φαίνονται, ὅπως τά μολύσματα ἀπό κηδεῖες, ἀπό λέπρα καί ἄλλα τέτοια. Καί πολλές ἄλλες θεραπεῖες στήν Παλαιά Διαθήκη θά μποροῦσε κανείς νά δῆ πού πραγματοποιήθησαν μέ νερό, γι̉ αὐτό τό λόγο. Ἀλλά ἄς μποῦμε στό θέμα μας. Πρῶτα λοιπόν ὅπως εἶπα πρωτύτερα, μολυσμούς σωματικούς κι ἔπειτα διάφορες ἄλλες ἀσθένειες κάνει νά θεραπεύωνται μέ νερό. Γιατί θέλοντας ὁ Θεός νά μᾶς ὁδηγήση κοντύτερα στή δωρεά τοῦ βαπτίσματος δέν θεραπεύει τούς μολυσμούς μονάχα ἀλλά καί ἀσθένειες. Γιατί οἱ πλησιέστερες πρός τήν ἀλήθεια εἰκόνες καί σχετικά μέ τό βάπτισμα καί τό πάθος καί τά ἄλλα ἦσαν καθαρώτερες ἀπό τίς παλαιότερες. Γιατί ὅπως οἱ κοντινοί τοῦ βασιλιᾶ δορυφόροι εἶναι λαμπρότεροι ἀπό τούς πιό μακρινούς, ἔτσι γίνεται καί σχετικά μέ τούς τύπους.
Κι ὁ ἄγγελος καταβαίνοντας ἀνατάραζε τό νερό καί τοῦ ἔδινε θεραπευτική δύναμη, γιά νά μάθουν οἱ Ἰουδαῖοι ὅτι πολύ περισσότερο ὁ Κύριος τῶν ἀγγέλων μπορεῖ νά θεραπεύση ὅλα τά νοσήματα τῆς ψυχῆς. Ἀλλά ὅπως ἐδῶ ἡ θεραπευτική δύναμη δέν ἦταν φυσική ἰδιότητα τοῦ νεροῦ, γιατί τότε θά ἐκδηλωνόταν ἀδιάλειπτα, ἀλλά παρουσιαζόταν μέ τήν ἐνέργεια τοῦ ἀγγέλου, ἔτσι καί πάνω σ̉ ἐμᾶς δέν ἐνεργεῖ ἁπλᾶ τό νερό ἀλλά ὅταν δεχτῆ τή χάρη τοῦ Πνεύματος τότε διαλύει ὅλες τίς ἁμαρτίες. Γύρω ἀπ̉ αὐτή τήν κολυμβήθρα κοίτονταν ἕνα μεγάλο πλῆθος ἄρρωστοι τυφλοί, κουτσοί, λεπροί πού περίμεναν τήν ταραχή τοῦ νεροῦ καί τότε ἡ ἀσθένεια γινόταν ἐμπόδιο σ̉ ἐκεῖνον πού ἤθελε νά θεραπευτῆ. Μά τώρα εἶναι κύριος ὁ καθένας νά προσέλθη. Γιατί δέν ἀναταράζει κάποιος ἄγγελος ἀλλά εἶναι τῶν πάντων ὁ Κύριος αὐτός πού τά ἐκτελεῖ ὅλα καί δέν εἶναι δυνατό νά πῆ ὁ ἀσθενής«μόλις πάω νά κατεβῶ, ἄλλος κατεβαίνει πρίν ἀπό μένα». Ἀλλά, κι ἄν ἔρθη ὅλη ἡ οἰκουμένη, ἡ χάρη δέν ξοδεύεται, οὔτε ἡ ἐνέργεια δαπανᾶται ἀλλά ἴδια καί ἀπαράλλακτη μένει ὅπως πρῶτα. Κι ὅπως οἱ ἡλιακές ἀκτῖνες καθημερινά δίνουν τό φῶς τους καί δέν δαπανῶνται οὔτε λιγοστεύει ἡ λάμψη τους ἀπό τήν ἄφθονη παροχή των, ἔτσι καί πολύ περισσότερο ἡ ἐνέργεια τοῦ Πνεύματος, δέν ἐλαττώνεται μ̉ ὅλο τό πλῆθος πού τήν ἀπολαμβάνει.
Αὐτό συνέβαινε, μέ τό σκοπό ἐκεῖνοι πού ἔμαθαν ὅτι εἶναι δυνατό μέ τό νερό νά θεραπευτοῦν πολλά σωματικά νοσήματα καί ἀσκήθηκαν στή γνώση αὐτή πολύν καιρό, νά πιστέψουν εὔκολα ὅτι μπορεῖ νά θεραπεύση καί νοσήματα τῆς ψυχῆς. Καί γιατί τέλος πάντων ὁ Ἰησοῦς ἄφησε ὅλους τούς ἄλλους καί ἦρθε σ̉ αὐτόν, πού εἶχε τριάντα ὀχτώ χρόνια καί γιατί τόν ρώτησε ἄν θέλη νά γίνη ὑγιής. Ὄχι γιά νά μάθη, αὐτό ἦταν περιττό, ἀλλά γιά νά δείξη τήν ὑπομονή τοῦ παραλυτικοῦ καί γιά να καταλάβωμε ὅτι γι̉ αὐτό ἄφησε τούς ἄλλους καί πῆγε σ̉ αὐτόν. Κι ὁ ἀσθενής τοῦ ἀποκρίθηκε καί τοῦ εἶπε:«Κύριε δέν ἔχω κάποιον νά μέ βάλη στήν κολυμβήθρα, ὅταν ταραχθῆ τό νερό. Κι ἐνῶ πηγαίνω ἐγώ, κατεβαίνει ἄλλος πρίν ἀπό μένα». Γι̉ αὐτό ρώτησε, ἄν θέλη νά γίνη γερός. Γιά νά πληροφορηθοῦμε αὐτά τά πράγματα. Δέν τοῦ εἶπε θέλεις νά σέ κάμω καλά; - Γιατί δέν φανταζόταν ἀκόμα τίποτα σπουδαῖο γι̉ αὐτόν - ἀλλά θέλεις νά γίνης καλά; Ξαφνιάζεται ὁ καρτερικός παράλυτος. Ἔχοντας τριάντα ὀχτώ ἔτη τήν ἀσθένεια καί κάθε χρόνο ἐλπίζοντας ὅτι θά γλύτωνε ἀπ̉ αὐτή, ἔμενε μόνιμα ἐκεῖ καί δέν ἀπομακρυνόταν. Χωρίς τήν καρτερία του ἄν ὄχι τά περασμένα, δέν θά ἦσαν ἱκανά τά μέλλοντα νά τόν ἀπομακρύνουν ἀπό κεῖ;
Σκέψου σέ παρακαλῶ πῶς ἦταν φυσικό καί οἱ ἄλλοι ἄρρωστοι νά εἶναι ἥσυχοι. Γιατί μήτε ἡ ὥρα δέν ἦταν φανερή πού ταραζόταν τό νερό. Καί στό κάτω-κάτω οἱ κουτσοί καί οἱ κουλλοί μποροῦσαν νά παρατηρήσουν. Οἱ τυφλοί ὅμως πού δέν ἔβλεπαν; Ἴσως τό καταλάβαιναν ἀπό τό θόρυβο. Ἄς νιώσωμε λοιπόν, ἀγαπητοί μου, ντροπή καί ἄς στενάξωμε γιά τήν πολλή ἀδιαφορία μας. Τριάντα ὀχτώ χρόνια ἔμεινε στό ἴδιο μέρος ἐκεῖνος καί, μ̉ ὅλο πού δέν πετύχαινε ὅ,τι ἤθελε, δέν ἀπομακρυνόταν. Καί δέν πετύχαινε ὄχι ἀπό ἀδιαφορία δική του ἀλλά γιατί τόν ἐμπόδιζαν καί τόν παραμέριζαν οἱ ἄλλοι. Καί ὅμως δέν ἀπογοητευόταν. Ἐμεῖς ὅμως δέκα ἡμέρες, ἄν μείνωμε κάπου καί παρακαλέσωμε γιά κάτι χωρίς νά πετύχουμε στό τέλος βαρυόμαστε νά δείξωμε τόν ἴδιο ζῆλο. Καί στούς ἀνθρώπους κάποτε μένουμε κοντά τόσο διάστημα ὑποφέροντες τίς ταλαιπωρίες τῆς ἐκστρατείας καί ἐκτελώντας ἐργασίες δουλοπρεπεῖς, χωρίς νά ἐκπληρώνεται πολλές φορές ἡ ἐλπίδα μας. Στόν Κύριο ὅμως τό δικό μας, ὅπου θά πάρωμε ὁπωσδήποτε μεγαλύτερη ἀπό τούς κόπους μας ἀμοιβή - ἡ ἐλπίδα, γράφει, δέν ἀπογοητεύει - δέν θέλομε νά μείνωμε κοντά του μέ τό ζῆλο πού πρέπει.
Πόση τιμωρία ἁρμόζει σ̉ αὐτή τή στάση; Ἀκόμη κι ἄν δέν ἦταν δυνατό νά πάρουμε τίποτα, αὐτή τήν ἀδιάκοπη συνομιλία μαζί του δέν ἔπρεπε νά τήν θεωροῦμε ἄξια ἄπειρων ἀγαθῶν; Ἀλλά εἶναι κουραστική ἡ ἀδιάκοπη προσευχή; Ἀλλά καί ποιά ἀρετή δέν εἶναι κοπιαστική; Κι αὐτή εἶναι ἡ μεγάλη ἀπορία: ὅτι μαζί μέ τήν κακία κληρώθηκε ἡ εὐχαρίστηση, ἐνῶ μέ τήν ἀρετή ὁ πόνος. Πολλοί ἀναζητοῦν τήν αἰτία. Μᾶς ἔδωσε ὁ Θεός ἀπ̉ τήν ἀρχή ζωή ἐλεύθερη ἀπό φροντίδες καί κόπους. Ἡ ἀργία ὡδήγησε στή διαστροφή καί χάσαμε τόν παράδεισο. Γι̉ αὐτό ἔκαμε ἐπίπονη τή ζωή μας, σάν νά δικαιολογοῦνταν στό γένος τῶν ἀνθρώπων λέγοντας.σᾶς ἔβαλα μέσα στήν τρυφή, ἀλλά ἡ ἀπιστία σᾶς ἔκαμε χειρότερους. Γι̉ αὐτό διέταξα νά δοκιμάζετε τόν πόνο καί τόν ἱδρῶτα. Ἐπειδή ὅμως οὔτε αὐτός ὁ πόνος δέν συγκράτησε τόν ἄνθρωπο, μᾶς ἔδωσε νόμο μέ πολλές ἐντολές βάζοντάς μας, ὅπως στό δύσκολο ἄλογο, δεσμά καί χαλινάρια. Τό ἴδιο κάνουν καί οἱ ἀλογοδαμαστές. Γι̉ αὐτό εἶναι ἐπίπονη ἡ ζωή μας. Ἡ ζωή ἡ χωρίς κόπο συνήθως διαφθείρει. Ἡ φύση μας δέν δέχεται τήν ἀργία, εὔκολα κλίνει στήν κακία. Ἄς ὑποθέσωμε ὅτι δέν ἔχει ἀνάγκη ἀπό κόπους ὁ φρόνιμος καί ἐνάρετος γενικά, ἀλλά ἐπιτυγχάνουν τό κάθε τι ἀκόμα καί κοιμισμένοι. Τήν ἄνεση πού θά προέκυπτε ποῦ θά τή χρησιμοποιούσαμε; Ὄχι στήν ἀνοησία καί τήν ὑπερηφάνεια;
Ἀλλά γιατί ἔχει συζευχθῆ μέ τήν κακία πολλή εὐχαρίστηση καί μέ τήν ἀρετή πολύς κόπος καί ἱδρῶτας; Καί τί χάρη θά εἶχε καί τί μισθό θά ἔπαιρνε, ἄν τό πρᾶγμα δέν ἦταν κοπιαστικό; Ἔχω νά σᾶς δείξω πολλούς πού ἀποστρέφονται ἐκ φύσεως τό γάμο καί τόν ἀποφεύγουν μέ σιχαμάρα. Αὐτούς θά τούς ποῦμε φρόνιμους καί θά τούς στεφανώσωμε καί θά τούς ἀνακηρύξωμε πανηγυρικά; καθόλου. Γιατί ἡ σωφροσύνη εἶναι ἐγκράτεια καί ὑπερίσχυση πάνω στίς ἡδονές ὕστερα ἀπό μάχη. Καί τά πολεμικά τρόπαια εἶναι λαμπρότερα, ὅταν οἱ ἀγῶνες εἶναι σκληροί, ὄχι ὅταν οἱ ἀντίπαλοι δέν ἀντιστέκονται. Εἶναι πολλοί νωθροί ἀπό τή φύση. Αὐτούς δέ θά τούς ποῦμε ἐνάρετους.
Γιαυτό ὁ Χριστός ἀναφέροντας τρεῖς τρόπους εὐνουχισμοῦ τούς δύο τούς ἀφήνει ἀβράβευτους καί τόν ἕναν μόνο βραβεύει μέ τή βασιλεία. Σᾶς λέω καί γιατί χρειάζεται ἡ κακία. Ποιός ἄλλος εἶναι ὁ δημιουργός τῆς κακίας ἀπό τή θεληματική ἀδιαφορία; Κι οἱ ἀγαθοί ἔπρεπε νά εἶναι μόνοι. Ποιό εἶναι τό γνώρισμα τοῦ ἀγαθοῦ, ἡ νηφαλιότητα καί ἡ ἀγρυπνία ἤ ὁ ὕπνος καί τό ροχαλητό; Καί γιατί φαινόταν γιά ἀγαθό τό νά ἐπιτυγχάνης χωρίς κόπο; Φέρνεις ἐνστάσεις πού θά ἔφεραν ζωντανά καί λαίμαργοι καί ἄνθρωποι πού νομίζουν Θεό τήν κοιλιά τους. Ἀποκρίσου μου ὅτι αὐτοί εἶναι λόγοι ἀδιαφορίας. Ἄν ὑπάρχη βασιλέας καί στρατηγός, κι ἐνῶ ὁ βασιλιάς κοιμᾶται καί μεθᾶ, ὁ στρατηγός μέ ταλαιπωρίες τήν ἕκτη ὥρα στήνει τά τρόπαια, σέ ποιόν θά ἀπέδιδες τήν νίκη; Καί ποιός χάρηκε τή χαρά τῆς νίκης;
Βλέπεις ὅτι ἡ ψυχή κλίνει σ̉ ἐκεῖνον μέ τόν ὁποῖον κοπίασε; Γι̉ αὐτό καί τήν ἀπόκτηση τῆς ἀρετῆς τή συνώδεψε μέ κόπους, ἐπειδή ἤθελε νά ἐξοικειώση τήν ψυχή μ̉ αὐτή. Γι̉ αὐτό τήν ἀρετή κι ἄν ἀκόμα δέν τήν πραγματοποιήσωμε τή θαυμάζομε, ἐνῶ τήν κακία μ̉ ὅλη τή γλυκύτητα τήν καταδικάζομε. Κι ἄν ἐρωτήσης, γιατί δέ θαυμάζομε πιό πολύ τούς ἐκ φύσεως ἀγαθούς ἀπό ἐκείνους πού εἶναι ἀγαθοί μέ τήν θέλησή τους; Ἐπειδή εἶναι δίκαιο νά προτιμᾶται αὐτός πού κοπιάζει. Καί γιά πιό λόγο τώρα κοπιάζομε; Ἐπειδή τήν ἔλλειψη τοῦ κόπου δέν τήν ἐκρατήσαμε ὅπως ἔπρεπε. Κι ἄν τό καλοεξετάση κανένας, ἡ ἀργία πάντα μᾶς ἔβλαψε καί δημιούγησε πολύν κόπον. Κι ἄν θέλης, ἄς κλείσουμε κάποιον σ̉ ἕνα σπίτι κι ἄς ἱκανοποιοῦμε μόνο τή λαιμαργία του, χωρίς νά τόν ἀφήνουμε οὔτε νά βαδίζη οὔτε στήν ἐργασία νά τόν βγάζουμε. Ἀλλά ἄς χαίρεται τό φαγητό καί τόν ὕπνον καί ἄς γλεντᾶ ἀδιάκοπα. Ὑπάρχει ἀθλιώτερη ζωή ἀπ̉ αὐτήν; Εἶναι ἄλλο ὅμως νά ἐργάζεσαι καί ἄλλο νά κοπιάζης. Ἦταν στό χέρι μας τότε νά ἐργαζώμαστε χωρίς κόπους. Μά εἶναι δυνατό; Βέβαια εἶναι, κι αὐτό θέλησε ὁ Θεός, ἀλλά δέν τό ἐβαστάξαμε ἐμεῖς. Γι̉ αὐτό μᾶς ἔβαλε νά καλλιεργοῦμε τόν Παράδεισο, ὁρίζοντάς μας τήν ἐργασία χωρίς νά ἀναμείξη τόν κόπο. Γιατί βέβαια ἄν ὁ ἄνθρωπος κοπίαζε ἀπό τήν ἀρχή δέν θά πρόσθετε ἔπειτα τόν κόπο σάν τιμωρία. Γιατί εἶναι δυνατόν νά ἐργάζεται κανείς καί νά μήν κοπιάζει, ὅπως οἱ ἄγγελοι.
Γιά νά πεισθῆτε ὅτι ἐργάζονται, ἀκοῦστε τί λέγει: Μποροῦν μέ τή δύναμή τους νά ἐκτελέσουν τό λόγο του. Τώρα ἡ ἔλλειψη τῆς δυνάμεως προξενεῖ πολλή κούραση.τότε ὅμως αὐτό δέ γινόταν. Αὐτός πού μπῆκε στήν περίοδο τῆς ἀναπαύσεώς του, ἀναπαύθηκε λέει, ἀπό τά ἔργα του, ὅπως ἀπό τά δικά του ὁ Θεός. Ἐδῶ δέν ἐννοεῖ ἀργία ἀλλά ἔλλειψη κόπου. Γιατί ὁ Θεός καί τώρα ἀκόμη ἐργάζεται καθώς λέγει ὁ Χριστός.Ὁ πατέρας μου ὡς τώρα ἐργάζεται κι ἐργάζομαι κι ἐγώ. Γι̉ αὐτό συμβουλεύω ἀφοῦ ἐγκαταλείψεται κάθε ἀδιαφορία νά ζηλέψετε τήν ἀρετή. Γιατί ἡ εὐχαρίστηση τῆς κακίας εἶναι σύντομη ἐνῶ ἡ λύπη παντοτινή.τῆς ἀρετῆς ἀντίθετα, ἀγέραστη εἶναι ἡ χαρά καί πρόσκαιρος ὁ κόπος. Ἡ ἀρετή ξεκουράζει τόν ἐργάτη της καί πρίν ἀπό τή βράβευσή του, συντηρῶντας τον μέ τίς ἐλπίδες, ἐνῶ ἡ κακία τιμωρεῖ τόν δικό της ἐργάτη, πιέζοντας τή συνείδηση καί τρομοκρατῶντας την καί προδιαθέτοντας σέ ὑποψία ἐναντίον ὅλων. Κι αὐτά βέβαια ἀπό πόσους κόπους καί ἱδρῶτες εἶναι χειρότερα.
Κι ἄν στή θέση τους ὑπῆρχε μόνο εὐχαρίστηση, τί χειρότερο ὑπάρχει ἀπό τήν εὐχαρίστηση αὐτή; Τήν ἴδια ὥρα φανερώνεται καί μαραμένη χάνεται καί φεύγει πρίν τήν πιάση κανένας, κι ἄν πῆς τήν ἀπόλαυση τῶν σωμάτων ἤ τοῦ γλεντιοῦ ἤ τῶν χρημάτων.δέν παύουν νά γερνοῦν καθημερινά. Κι ὅταν ἡ ἡδονή συνεπάγεται κόλαση καί τιμωρία, ποιός θά ἦταν πιό ἀξιολύπητος ἀπό αὐτούς πού τήνἐπιδιώκουν;
Ἄς τά ξέρωμε αὐτά κι ἄς ὑποφέρωμε τά πάντα γιά χάρη τῆς ἀρετῆς. Γιατί ἔτσι θά χαροῦμε καί τήν ἀληθινή ἀπόλαυση μέ τή χάρη καί τή φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Μαζί μ̉ ἐκεῖνον καί στόν Πατέρα καί στό ἅγιο Πνεῦμα ἄς εἶναι ἡ δόξα στούς αἰῶνες. Ἀμήν.

Κυριακή του Παραλύτου Σοῦ δίνω ὅ,τι ἔχω Ἀρχιμανδρίτης Βαρνάβας Λαμπρόπουλος






Στήν ἀρχή τοῦ τρίτου κεφαλαίου τῶν Πράξεων τῶν Ἀποστόλων διαβάζομε, ὅτι πηγαίνοντας, ὁ ἀπόστολος Πέτρος μέ τόν ἀπόστολο Ἰωάννη, στόν Ναό, συνάντησαν στήν πύλη ἕναν ἐκ γενετῆς ἀνάπηρο ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος τούς ζήτησε ἐλεημοσύνη· καί ὅτι ὁ Πέτρος τοῦ εἶπε:

- Κοίταξέ μας!

Καί ὅταν ἐκεῖνος σήκωσε τό βλέμμα του καί τούς κοίταξε περιμένοντας κάτι νά πάρει ἀπό αὐτούς, ὁ ἀπόστολος τοῦ εἶπε:

- Χρήματα δέν ἔχω. Αὐτό ὅμως πού ἔχω, αὐτό καί σοῦ δίνω: Στό ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Ναζωραίου, σήκω πάνω καί περπάτα!
Καί πιάνοντάς τον ἀπό τό δεξί χέρι τόν σήκωσε. Καί ὁ ἀνάπηρος σηκώθηκε· καί στάθηκε ὄρθιος· καί ἄρχισε νά περπατάει.
* * *
Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος λέγει:

Ἡ ἀναπηρία τῆς ψυχῆς εἶναι χειρότερη ἀπό τήν ἀναπηρία τοῦ σώματος. Μπορεῖ νά εἶσαι ὑγιέστατος στά πόδια καί νά χοροπηδᾶς σάν κατσίκι. Ὅταν ὅμως ἀπό πνευματική ζωή δέν ξέρεις «ποῦ πᾶν τά τέσσερα», τότε εἶσαι πιό ἀξιολύπητος ἀπό κάθε ἀνάπηρο ἄνθρωπο. Γιατί τά μέσα ἔχουν πιό μεγάλη ἀξία ἀπό τά ἔξω. Καί γιατί, ὅταν στραβώσουν τά μέσα, ἀντί νά ψάχνεις γιά γιατρό καί θεραπεία, ἐσύ νομίζεις ὅτι «βολεύεσαι» ψάχνοντας γιά χρήματα! Καί ἔτσι «βουλιάζεις»! Στό ἀρρωστημένο πνεῦμα τῆς κατανάλωσης· καί στά ὑλικά ἀγαθά: «Καί νά ἡ ἀπόδειξη! Ἀντί νά ψάχνεις γιά τήν ὑγίεια σου, γιά τήν ὑγίεια τοῦ ἔσω κόσμου σου, ἐνῶ εὑρίσκεσαι σέ κατάσταση ψυχική σάν νά ἤσουν κατάκοιτος, σύ ψάχνεις γιά λεφτά· σύ γυρεύεις λεφτά! Τί θά ἔλεγες γιά ἀνίατα ἄρρωστο-κατάκοιτο, πού ψάχνει ὄχι γιά ὑγίεια ἀλλά γιά λεφτά; Δέν θά ἔλεγες, ὄτι εἶναι ὄχι μόνο ἄρρωστος ἀλλά καί τρελλός»; (ὁμιλία Εἰς τάς Πράξεις, η').

Ἀπό μιά τέτοια τραγική ἀναπηρία ὑπέφεραν οἱ Ἰουδαῖοι. Γι'αὐτό, δέν πίστεψαν στό κήρυγμα τοῦ Χριστοῦ. Γι' αὐτό, τά θαύματά Του δέν τούς ἄνοιξαν τά μάτια. Καί γι' αὐτό ἔφτασαν στό ἔσχατο σημεῖο τύφλωσης, νά παραδώσουν στόν θάνατο τόν Ἀρχηγό τῆς Ζωῆς.

Τούς τό εἶπε ξεκάθαρα ὁ ἀπόστολος Πέτρος, ὅταν - λίγο μετά τό θαῦμα τῆς θεραπείας τοῦ χωλοῦ μαζεύτηκαν γύρω ἀπό τόν θεραπευθέντα ἄνθρωπο: «Δέν τό βλέπετε, σέ τί κατάσταση ἔχετε καταντήσει; Ἐσκοτώσατε τόν Ἀρχηγό τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου! Καί ὁ Θεός σᾶς τό ἔδειξε, τί λάθος ἐκάματε! Τόν ἀνάστησε ἐκ νεκρῶν! Ἐμεῖς τόν εἴδαμε. Καί τό καταλάβαμε! Άνοῖχτε καί σεῖς τά μάτια σας! Καταλάβετέ το καί σεῖς! Καί διορθωθῆτε! Διορθῶστε τήν σκέψη σας. Ἀλλάξετε τοποθέτηση ἀπέναντί Του! Πάρετε τόν ἄλλο δρόμο! Γιά νά σωθῆτε!» (Πράξ. 3, 15).
* * *
Μέ ἄλλα λόγια ὁ ἀπόστολος Πέτρος μᾶς διδάσκει:

• ὅτι ἡ πίστη στήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι ὁ μόνος σίγουρος τρόπος θεραπείας τῆς πνευματικῆς μας ἀναπηρίας. Μιᾶς ἀναπηρίας πού μᾶς κάνει νά σκοντάφτουμε καί νά «τρῶμε τά μοῦτρα μας», ὅσο ἀλοιθωρίζουμε πρός τά ἀπατηλά τῆς ἐπίγειας ζωῆς·

• ὅτι ἡ πίστη στήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ πιό σωτήρια ἐλεημοσύνη, πού ἔχει ἀνάγκη ὁ «ζητιάνος» ἄνθρωπος κάθε ἐποχῆς· καί ὅτι μόνον, ὅταν δεχθῆ ὁ ἄνθρωπος μιά τέτοια «ἐλεημοσύνη», καταλαβαίνει ὅτι τό βασικό του πρόβλημα δέν εἶναι νά γεμίσει κοιλιά καί τσέπη· ἀλλά νά μετανοήσει καί νά ἐπιστρέψει στόν Ἀρχηγό τῆς Ζωῆς.

Ὁ Χριστὸς εἶναι τὸ στήριγμα τῶν ἀνθρώπων Μητροπολίτης Ἐδέσσης, Πέλλης καί Ἀλμωπίας



«Καὶ εὐθέως ἐγένετο ὑγιὴς ὁ ἄνθρωπος»

Παρατηρώντας τὰ Εὐαγγελικὰ ἀναγνώσματα βλέπουμε πὼς τὰ περισσότερα καὶ μάλιστα τὰ μεγάλα θαύματα τὰ ἔκανε ὁ Χριστὸς κατὰ τὶς μεγάλες ἡμέρες τῶν Ἰουδαίων. Τὸ ἴδιο συνέβαινε καὶ μὲ τὴ διδασκαλία Του. Τὴν ἐκφωνοῦσε συνήθως στὶς μεγάλες γιορτές, ποὺ συνέρρεε πολὺς κόσμος. Στὶς γιορτὲς τοῦ Πάσχα, τῆς Σκηνοπηγίας, τῆς Πεντηκοστῆς κ.λ.π. στὰ Ἱεροσόλυμα ποὺ ἦταν ἡ μητρόπολη τῶν Ἰουδαίων, μαζευόταν πολὺς κόσμος. Ὅπως ἐπίσης συναθροιζόντουσαν καὶ πολλοὶ ἄρρωστοι ποὺ εἶχαν τὴν ἐλπίδα τους, ὅτι μπορεῖ ὁ Θεὸς νὰ τοὺς κάνει καλά. Ἡ ἐπιθυμία τῶν ἀσθενῶν νὰ γίνουν καλά, δὲν ἦταν τόσο μεγάλη, ὅσο ἦταν μεγάλη ἡ θέληση τοῦ Χριστοῦ νὰ τοὺς κάνει καλά.


Ἡ παρουσία τοῦ Χριστοῦ ὑπῆρξε εὐεργετικὴ σ’ ὅλους
Ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας γράφει πὼς «ὅπου ἂν φανῇ ὁ Ἰησοῦς, ἐκεῖ καὶ ἡ σωτηρία», δηλαδὴ ὅπου θὰ φανεῖ ὁ Χριστός, ἐκεῖ εἶναι καὶ ἡ σωτηρία. Μπῆκε μέσα στὸ σπίτι τοῦ Ζακχαίου κι ὁ ἀρχιτελώνης μετανόησε. Εἰσῆλθε στὸ τελωνεῖο τοῦ Ματθαίου καὶ ἀμέσως μετατρέπει τὸν ἄνδρα καὶ τὸν κάνει Εὐαγγελιστή. Θάπτεται ἀνάμεσα στοὺς νεκροὺς καὶ ἐγείρονται οἱ νεκροί. Κατεβαίνει στὸν Ἅδη καὶ ζωοποιοῦνται οἱ κάτοικοί του. Χαρίζει τὸ φῶς στοὺς τυφλούς, τὴν ἀκοὴ στοὺς κωφοὺς καὶ περιέρχεται τὶς κολυμβῆθρες, ὅπως τὴν Βηθεσδά, καὶ θεραπεύει τὸν Παράλυτο. Ἐὰν ἐμβαθύνουμε περισσότερο, θὰ λέγαμε πὼς ὁ Χριστὸς γίνεται ἄρτος στοὺς πεινῶντες, ὕδωρ, ποὺ κρύβει μέσα του τὴ ζωή, στοὺς διψῶντες, ἀνάσταση στοὺς νεκρούς, ἰατρὸς στοὺς νοσοῦντες, ἡ ἀπολύτρωση τῶν ἁμαρτωλῶν.

Ὅλα αὐτὰ τὰ πραγματοποιεῖ γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. «Ἐμὸν βρῶμά ἐστιν ἵνα ποιῶ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με καὶ τελειώσω αὐτοῦ τὸ ἔργον» (Ἰωάν. 4,34), θὰ τονίσει ὁ ἴδιος γιὰ τὸν ἑαυτό του. Ἂς ποῦμε καὶ μία ἔκφραση ποὺ τὴ χρησιμοποιεῖ ὁ Ἰωσὴφ ὁ Βρυέννιος. Ὅλοι θὰ ἔχουμε ἀκούσει τὴ λέξη ἀλήτης. Ἀλήτης στὴν κυριολεξία σημαίνει ὁ περιπλανώμενος, ὁ πλάνης, ὁ ἀνέστιος. Ἀργότερα στὰ νεότερα χρόνια πῆρε τὴν ἔννοια τοῦ κακοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Ἰωσὴφ θὰ πεῖ πὼς ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ «δι’ ἐμὲ ἀλήτης γεγονώς», δηλαδὴ αὐτὸς ποὺ περιπλανήθηκε ἀπ’ ἐδῶ κι ἀπ’ ἐκεῖ καὶ ἔκανε τὰ πάντα γιὰ νὰ σώσει τὸν ἄνθρωπο.


Ὁ Χριστὸς ἔδινε περισσότερα ἀπ’ ὅ,τι τοῦ ζητοῦσαν
Πράγματι ὁ Χριστὸς ἔδινε πιὸ πολλὰ ἀπ’ ἐκεῖνα ποὺ ζητοῦσαν οἱ ἄνθρωποι. Π.χ. Ὁ σημερινὸς παραλυτικὸς βλέποντας τὸν Ἰησοῦ ἀπὸ πάνω του ἴσως σκέφθηκε καὶ ἤλπιζε περισσότερο πὼς τὸ πιὸ πιθανὸ ἦταν νὰ τὸν βοηθοῦσε ὁ Κύριος νὰ πέσει μέσα στὸ νερὸ κατὰ τὸν ἁγιασμὸ τῶν ὑδάτων, ὅταν θὰ ταραζόντουσαν τὰ νερά. Πιθανῶς στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ νὰ ἔβλεπε κάποιον ἀπὸ τοὺς συγγενεῖς του, ποὺ τὸν εἶχαν λησμονήσει.Ὁ παράλυτος ἤθελε ἕνα καὶ ὁ Κύριος τοῦ ἔδωσε δέκα. Τὸν ἔκανε καλά, τόσο καλά, ὥστε αὐτὸς ποὺ τριάντα ὀκτὼ ὁλόκληρα χρόνια δὲν μποροῦσε νὰ κουνηθεῖ, τώρα νὰ σηκώνει τὸ κρεββάτι του καὶ νὰ φεύγει μπροστὰ στὰ ἔκπληκτα μάτια ὅλων. Ἔχουμε κι ἄλλες τέτοιες περιπτώσεις. Ὁ κάθε ἄρρωστος, κατὰ τὸν ἅγιο Κύριλλο, ἔστω κι ἂν τὸν εἶχαν ἐγκαταλείψει οἱ πάντες, «ἔσχεν βοηθὸν Υἱὸν τοῦ θεοῦ τὸν μονογενῆ».


Ἡ Ἐκκλησία συνεχίζει τὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ
Ὁ Ἰησοῦς εἶναι ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς ποὺ δὲ σταματᾶ ποτέ. Ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος φέρνει τὸ παράδειγμα τῆς κολυμβήθρας. Μέσα στὴν κολυμβήθρα τῆς Ἐκκλησίας ὄχι ἕνας καὶ δύο, ἀλλ’ ὁλόκληρη ἡ Οἰκουμένη κι ἂν μπεῖ, θὰ ἐλευθερωθεῖ ἀπὸ τὶς ἀρρώστιες τῆς ἁμαρτίας. Ὄχι μία φορὰ τὸ χρόνο, ἀλλὰ κάθε μέρα θεραπεύει τοὺς ἀσθενεῖς ἀπὸ τὶς ψυχικὲς ἀρρώστιες. Ἡ χάρη τοῦ θεοῦ δὲ δαπανᾶται ποτέ. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ κοινὸς τρόπος καθάρσεως τῶν ἀνθρώπων. Μὲ τὴ μετάνοια, τὴν ἐξομολόγηση καὶ μὲ τὴ θεία Εὐχαριστία καθαριζόμαστε ἀπὸ τὰ πολυπληθῆ καὶ πολυειδῆ πάθη μας. Ὀφείλουμε νὰ δώσουμε τὴ διάθεσή μας καὶ τὸν ἑαυτό μας στὸ Χριστὸ ποὺ ψάχνει εὐκαιρίες νὰ μᾶς θεραπεύσει. Στὸν καθένα μας ἀκούγεται ἡ ἐρώτηση τοῦ Σωτῆρος «θέλεις ὑγιὴς γενέσθαι;» (Ἰωάν. 5,6). Στὸ φιλάργυρο, στὸν ἐγωιστή, στὸν ἐνεργούμενο ἀπὸ τὸ πονηρὸ πάθος τοῦ θυμοῦ ἢ τῆς πορνείας ἢ τῆς μνησικακίας ἀπευθύνεται τὸ ἐρώτημα τοῦ Χριστοῦ. Βεβαίως ὀφείλουμε νὰ ἀνταποκριθοῦμε ὁλοκάρδια στὴν πρόσκλησή Του καὶ νὰ μὴν ἐξοικειωθοῦμε μὲ μία χρονίζουσα κατάσταση ἀθλιότητας καὶ ἁμαρτίας. Νὰ ἀποκολληθοῦμε ἀπὸ τὰ πράγματα ἐκεῖνα ποὺ μᾶς κρατοῦν παράλυτους πνευματικά. Νὰ ἀφήσουμε τὸ θεὸ νὰ ἐνεργήσει ἀνεμπόδιστα, γιατί ἡ ἁμαρτωλὴ θέλησή μας παρεμποδίζει τὴ χάρη Του.


Ἀδελφοί μου,

Ἡ σωτηρία μας ἂς εἶναι ἡ πολυχρόνια ἐπιθυμία μας, ὥστε νὰ καταξιώσουμε τὴν ὕπαρξή μας καὶ νὰ βροῦμε τὴν ὄντως ζωὴ τοῦ Χριστοῦ.

Ο ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΙ Η ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ


AYTOKRATVR_KVNSTANTINOS
Ἰωάννης Β. Βελιτσιάνος
Διδάκτωρ Θεολογίας Α.Π.Θ.  –
Επιστημονικός Συνεργάτης (Ι.Ε.Θ.Π.)
                                                           
Ο  Φλάβιος Βαλέριος Κωνσταντίνος (Flavius Valerius Constantinus) ή Μέγας Κωνσταντίνος  ή  Άγιος και Ισαπόστολος Κωνσταντίνος  υπήρξε  Ρωμαίος  αυτοκράτορας από το 274 μ.Χ. έως τον  θάνατό  του  το 337 μ.Χ.. Υπήρξε  αυτοκράτορας  της Δύσεως από  το  312 μ.Χ.  έως  το 324 μ.Χ.  και  μονοκράτορας  από  το 324 μ.Χ.  ως  το  337 μ.Χ.[1] .
Είναι αναμφισβήτητο γεγονός ότι μόνο αυτός ο χαρισματικός ηγέτης, ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος και όχι κάποιος άλλος, καθιέρωσε αμετάκλητα τη χριστιανική διδασκαλία ως την επίσημη θρησκεία και αφιέρωσε όλη του την πολιτική δραστηριότητα υπέρ της επικρατήσεως του χριστιανισμού, τον οποίο ισχυροποίησε και ενδυνάμωσε. Η μεγάλη του βέβαια προσφορά – η οποία δέχεται και την σκληρότερη κριτική – ήταν να αντιληφθεί το μεγαλείο του Χριστιανισμού, για τον οποίο πίστεψε πως μπορεί να διαδραματίσει μέγιστο ρόλο στην ανθρώπινη ιστορία. Πράγματι το αποτέλεσμα τον δικαίωσε, γιατί ο Χριστιανισμός μαζί με τον Ελληνισμό, τον Ανθρωπισμό, την Αναγέννηση, τη Γαλλική Επανάσταση και τις άλλες κατακτήσεις του ανθρώπινου πνεύματος, δημιούργησαν τον σύγχρονο πολιτισμό του λεγόμενου Δυτικού κόσμου.
            Ο Κωνσταντίνος ενώ ζούσε στην αυλή του Διοκλητιανού, γνώριζε όλα τα αίτια καθώς και την έκταση των άγριων διωγμών εναντίον των χριστιανών. Το τέλος αυτών των διωγμών άρχισε μόνο μετά το όραμα του Κωνσταντίνου πριν από τη μάχη της Μαλβίας γέφυρας το 312 μ.Χ., όταν είδε (Κωνσταντίνο) στον ουρανό σχηματισμένο το μονόγραμμα του Ιησού Χριστού, με την προτροπή: «εν τούτω νίκα»  (στα λατινικά: hoc signo victor eris)[2].
Αρχές του έτους 313 μ.Χ. αρχίζει η  εποχή του Χριστιανισμού με το περίφημο Διάταγμα των Μεδιολάνων (σημερινό Μιλάνο), με το οποίο δόθηκε στη χριστιανική θρησκεία απόλυτη ελευθερία και το οποίο δικαίως θεωρείται ως η Magna Charta της χαρακτηριστικής ομολογίας του Χριστιανισμού. Η ευνοϊκή και θετική στάση του Κωνσταντίνου απέναντι στο Χριστιανισμό, από πολλούς θεωρήθηκε ως καιροσκοπισμός και ως ένας πολιτικός ελιγμός για την ενότητα της αυτοκρατορίας του. Αυτό όμως δεν ευσταθεί για πολλούς και διαφορετικούς λόγους. Ήδη σπέρματα συμπάθειας του προς τον Χριστιανισμό υπήρχαν από το οικογενειακό του περιβάλλον. Όπως είναι γνωστό η μητέρα του Ελένη ήταν Χριστιανή. Αλλά και ο πατέρας του Κωνστάντιος Χλωρός αν και ειδωλολάτρης διάκειτο ευμενώς προς τους Χριστιανούς και όπως μας διασώζει και ο Ευσέβιος, όχι μόνο δεν τους κατεδίωκε αλλά συμβούλεψε τον Κωνσταντίνο, να πράξει και αυτός το ίδιο: « Ο βασιλεύς Κωνστάντιος, αφού πέρασε όλη του την ζωή πραότατα, φέρθηκε ευνοϊκά προς τους υπηκόους του και φιλικά προς τον θείο λόγο»[3]Την ειλικρινή μεταστροφή του στο Χριστιανισμό δείχνει και το εξής γεγονός. Το 326 μ.Χ. μετέβη ο Κωνσταντίνος στη Ρώμη για να γιορτάσει τα Βικενάλια, τα εικοσάχρονα δηλ. της βασιλείας του. Όταν κλήθηκε από την Σύγκλητο να συμμετάσχει σε ειδωλολατρική γιορτή, με θυσίες στους θεούς, όχι μόνο αρνήθηκε αλλά και τις ειρωνεύτηκε, με αποτέλεσμα ο οργισμένος όχλος να λιθοβολήσει το άγαλμά του. Όπως μας μαρτυρεί ο Θεοφύλακτος Βουλγαρίας, όταν το έμαθε ο Κωνσταντίνος, όχι μόνο δεν τιμώρησε τους ενόχους, αλλά χαριτολογώντας ρώτησε τους αυλικούς του, αν βλέπουν κάποια σημάδια στο πρόσωπό του και όταν έλαβε αρνητική απάντηση, άφησε ελεύθερους τους ενόχους[4]
 Επιπλέον όσων έχουμε αναφέρει,  δεν πρέπει να διαφεύγει την προσοχή μας και τούτο, ότι ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος στέλνει επιστολή στον βασιλιά των Περσών, Σαπώρ, στην οποία εκθειάζει το μεγαλείο της χριστιανικής πίστης[5] .  Περιττό, βέβαια, θεωρούμε να αναφερθούμε στα γνωστά μέτρα που πήρε υπέρ του Χριστιανισμού και τα οποία προκάλεσαν τη μήνιν των Εθνικών (ειδωλολατρών), π.χ. ανέγερση Ναών, σύγκληση Οικουμενικής Συνόδου, καθιέρωση Πάσχα και Κυριακής αργίας και τόσων άλλων που μπορεί να βρει ο αναγνώστης, στον «Βίον Κωνσταντίνου» του Ευσέβιου.
Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος προσπάθησε να αποκαταστήσει την ενότητα της Εκκλησίας, έπειτα από τέσσερα χρόνια διωγμών, όμως, άρχισε να δείχνει ανοχή στους σχισματικούς, γιατί αυτό που τον ενδιέφερε κυρίως ήταν η ειρήνη στους κόλπους της Εκκλησίας και η ομόνοια μεταξύ των θρησκευτικών λειτουργών.
Από όλα τα θρησκευτικά προβλήματα που αντιμετώπισε ο Κωνσταντίνος στην Ανατολή, το μεγαλύτερο ήταν η διαμάχη του Αλεξάνδρου, επισκόπου Αλεξανδρείας, με τον πρεσβύτερο Άρειο. Η διδασκαλία του Αρείου έως τον 7ο αιώνα είχε μεγάλη απήχηση και πέρα από τα σύνορα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Ο Άρειος αμφισβητούσε τη θεϊκή ιδιότητα του Ιησού, τον οποίο θεωρούσε κτίσμα του Θεού. Σε πολλές τοπικές συνόδους η διδασκαλία αυτή όπως και οι οπαδοί της είχαν καταδικαστεί και αναθεματιστεί, ωστόσο η επιρροή της αυξανόταν. Τον Φεβρουάριο του 325, ο Άρειος καταδικάστηκε ακόμα μία φορά στην Αντιόχεια, σε άλλη μια τοπική σύνοδο. Την ίδια χρονιά, λίγο αργότερα, ο Άρειος προσπάθησε να συναντήσει τον Κωνσταντίνο στη Νικομήδεια για να τον πείσει για το θεμιτό της διδασκαλίας του. Ο αυτοκράτορας, όμως, λόγω της δυσάρεστης πείρας του από το δονατιστικό σχίσμα της Βόρειας Αφρικής – για το οποίο αν και προηγείται χρονικά θα αναφερθούμε παρακάτω – εγκατέλειψε τα διπλωματικά μέσα και τα ημίμετρα και συγκάλεσε στη Νίκαια της Βιθυνίας την Α΄ Σύνοδο της Εκκλησίας. H Σύνοδος αυτή δεν συγκλήθηκε ως «οικουμενική». Ο όρος αυτός είναι μεταγενέστερος, έχει θεολογικό και κυρίως δογματικό περιεχόμενο. Μία σύνοδος χαρακτηρίζεται οικουμενική από κάποια επόμενη που αποδέχεται τις αποφάσεις της προηγούμενης ως δογματικό θέσφατο και κυρίως για να αποδείξει ότι δέχεται το κύρος της προηγούμενης. Έτσι κατά τη Σύνοδο του 381 στην Κωνσταντινούπολη η Σύνοδος της Νίκαιας του 325 χαρακτηρίστηκε «Α΄ Οικουμενική».
Σύμφωνα με τον Ευσέβιο, 250 επίσκοποι και αναρίθμητοι πρεσβύτεροι, διάκονοι και ακόλουθοι συνέρρευσαν στη Νίκαια προς το τέλος της άνοιξης του 325 από κάθε άκρη της χριστιανοσύνης: «Καί Πέρσης ἐπίσκοπος τῇ συνόδῳ παρῆν, οὐδέ Σκύθης ἀπελιμπάνετο τῆς χορείας»[6]. Παρόλο που ο αυτοκράτορας ήταν αβάπτιστος και τότε ήταν ακόμα κατηχούμενος, ο ίδιος κήρυξε την έναρξη της Συνόδου και προήδρευε στις συνεδριάσεις της[7]. Η έναρξη οργανώθηκε, έτσι ώστε να συντελέσει στην προβολή του αυτοκρατορικού αξιώματος με τονισμό της υπόστασης του ηγεμόνα ως pontifex maximus του ρωμαϊκού κράτους. Όταν μαζεύτηκαν όλοι και δόθηκε το σύνθημα, οι πύλες άνοιξαν και εμφανίστηκε ο Κωνσταντίνος «οἵα Θεοῦ ἄγγελος, λαμπράν μεν ὣσπερ φωτός μαρμαρυγαῖς ἐξαστραπῶν περιβολήν, ἀλουργίδος πυρωποῖς καταλαμπόμενος ἀκτῖσι, χρυσοῦ τε καί λίθων πολυτελῶν διαυγέσι φέγγεσι κοσμούμενος»[8].9 Με τον τρόπο αυτό ο Κωνσταντίνος αποκρυστάλλωσε την ιερατική εικόνα του ηγεμόνα για ολόκληρη τη Βυζαντινή εποχή,10 τονίζοντας τον καισαροπαπισμό του κρατικού συστήματος κατά το Μεσαίωνα στην Ανατολή. Υποβάλλοντας όμως στους επισκόπους την ιδέα για το μεγαλείο του αυτοκρατορικού αξιώματος, ο Κωνσταντίνος θέλησε να επιδείξει στο κοινό και τη χριστιανική ταπεινότητα, που τυπικά τη θεωρούσε απαραίτητο χαρακτηριστικό του ηγεμόνα. Έτσι αρνήθηκε το κάθισμα που του πρότειναν, περιμένοντας ευλαβικά να πάρουν θέση πρώτα οι ιερείς, ενώ κατά τη διάρκεια των συνεδριάσεων προσπαθούσε συνέχεια να δημιουργεί κλίμα εγκαρδιότητας, εκφράζοντας με σπασμένα ελληνικά τη γνώμη του πάνω σε κάθε θέμα, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Ευσέβιου.11 Τον εναρκτήριο λόγο του εκφώνησε στα λατινικά και τόνισε το θέμα της ειρήνης και της ομόνοιας μέσα στην Εκκλησία. Μετά τον εναρκτήριο λόγο του Κωνσταντίνου, ο αυτοκράτορας πήρε και έκαψε γραπτά αιτήματα που του είχαν παραδώσει προηγουμένως οι επίσκοποι και τα οποία περιείχαν αλληλοκατηγορίες, λέγοντας: «Ο Χριστός απαιτεί από εκείνον που επιζητεί να λάβει συγχώρηση να συγχωρεί τον αδελφό του»[9].
Η Σύνοδος τελικά συνέταξε τα επτά πρώτα άρθρα του Συμβόλου της Πίστεως[10]με τον κρίσιμο χαρακτηρισμό του Υιού ως «ομοουσίου» με τον Πατέρα, καθώς και 20 κανόνες που καθόριζαν θέματα θρησκευτικής προτεραιότητας και συμπεριφοράς. Επίσης ορίστηκε ο τρόπος υπολογισμού της ημέρας του εορτασμού του Πάσχα. Αποφασίστηκε επίσης, σχεδόν ομόφωνα, να εξοριστεί ο Άρειος από την Αίγυπτο[11] – ενώ στην εξορία και την ταπείνωση τον ακολούθησαν οι οπαδοί του Ευσέβιου Νικομήδειας και του Θεόγνιδος  Νικαίας. Είναι σχεδόν αδύνατο να διαμορφωθεί ακριβής γνώμη για τον τρόπο με τον οποίο διεξήχθησαν οι συνεδριάσεις, επειδή τα πρακτικά αυτής της συνόδου δεν έχουν διασωθεί.[12] Το βέβαιο όμως είναι ότι ο Κωνσταντίνος με τον ενεργό και αποφασιστικό ρόλο του σε όλη τη διαδικασία θεμελίωσε την αρχή της ανάμειξης της κοσμικής εξουσίας στα εκκλησιαστικά.
Το 313 ο Μέγας Κωνσταντίνος εξέδωσε, όπως είδαμε, μαζί με τον συνάρχοντά του Λικίνιο το διάταγμα εκείνο που χάρισε την ειρήνη στην Εκκλησία.  Μετά από το διάταγμα εκείνο ακολούθησαν και άλλα με τα οποία παραχωρήθηκαν διάφορα προνόμια στην Εκκλησία. Η συνεννόηση όμως των δύο αρχόντων δεν κράτησε για πολύ. Ο Λικίνιος άρχισε πάλι να υποστηρίζει την εθνική (ειδωλολατρική) θρησκεία. Έτσι ο πόλεμος μεταξύ των δύο αρχόντων (το 323) ήταν πόλεμος ανάμεσα σε δύο θρησκείες. Ο Χριστιανισμός νίκησε στο πρόσωπο του Μ. Κωνσταντίνου, ο οποίος από τότε πλέον αναδείχτηκε μονοκράτορας.  Ο Κωνσταντίνος υποστήριξε τον Χριστιανισμό με όλη του την δύναμη, χωρίς όμως να εμποδίσει την εθνική θρησκεία. Μέχρι τον θάνατό του διατήρησε τον τίτλο του «μέγιστου ποντίφικα»της εθνικής θρησκείας, ενώ ταυτόχρονα ήταν κατηχούμενος στον Χριστιανισμό. Επάνω στα νομίσματά του ήταν αποτυπωμένες οι εικόνες του Χριστού και του ήλιου. Αλλά αυτά μονάχα ήταν τα κοινά σημεία που συνέδεαν ακόμη τον Κωνσταντίνο με την αρχαία πίστη, γιατί ήταν φανερό ότι είχε εγκαταλείψει όλα τα υπόλοιπα εθνικά θρησκευτικά έθιμα. Στις περισσότερες μεγαλουπόλεις της Ανατολής ανήγειρε χριστιανικούς ναούς. Επάνω στον πανάγιο τάφο οικοδόμησε το ναό της Αναστάσεως του Χριστού. Τότε, κατά την παράδοση, βρήκε η μητέρα του, η αγία Ελένη, τον τίμιο Σταυρό.  Το 330 μετέφερε την έδρα του Ρωμαϊκού κράτους από την Ρώμη στο Βυζάντιο, το οποίο μετονόμασε Κωνσταντινούπολη και Νέα Ρώμη και κατέστησε πρωτεύουσα του χριστιανικού Ελληνισμού. Βαπτίστηκε Χριστιανός λίγο πριν τον θάνατό του που συνέβη στην Νικομήδεια στις 21 Μαΐου του 337.
Ο Κωνσταντίνος διείδε με το αλάθητο της διορατικότητας, στην πειθαρχική αρμονία την οποία διέθετε η χριστιανική θρησκεία ότι επρόκειτο για ένα ζωντανό οργανισμό, γεμάτο σφρίγος και έτοιμο να διαδραματίσει ένα παγκόσμιο θετικό για το σύνολο του κράτους σκοπό. Έβλεπε παράλληλα, ότι η χριστιανική Εκκλησία αποτελούσε τον εγγυητή μιας εσωτερικής γαλήνης και ασφάλειας και με δοσμένη από το Θεό ελπίδα και βεβαιότητα θα συντελούσε στη στερέωση μιας διαρκούς ειρήνης. Μπορεί, στην ενέργειά του να αναγνωρίσει  επίσημα τη χριστιανική θρησκεία, να συντέλεσαν και λόγοι πολιτικής σκοπιμότητας. Όμως η ρίψη όλου του βάρους της αυτοκρατορικής του ιδιότητας υπέρ της θρησκείας αυτής, υπό τις συνθήκες που έχουν ήδη εκτεθεί, θα αποτελούσε έναν επικίνδυνο πειραματισμό, εάν δεν συνοδεύονταν από την προσωπική του πίστη, ότι αυτή είναι από Θεού δοσμένη θρησκεία.
Ο Χριστιανισμός, από τις πρώτες ώρες της επίσημης αναγνωρίσεώς του, έτυχε πολλαπλών προνομιών και άρχισε έτσι η επίσημη στερέωσή του με την κρατική συμπαράσταση, την ενεργητικότητα των επισκόπων, την πίστη των χριστιανών.
Ο όρος Καθολική Εκκλησία, αποτελούσε απ’ αρχής για τον Κωνσταντίνο έναν πολύ σπουδαίο ρόλο. Επιθυμούσε να είναι η Εκκλησία ενωμένη και αδιαίρετη, καθολική σε όλο του το κράτος. Την επιθυμία του και πρόθεσή του για το σκοπό αυτόν, εξέφρασε σε μία του επιστολή προς τον επίσκοπο Ελάφιο το 314 μ.Χ., στην οποία γράφει τα εξής παρακάτω: «Μόνο τότε θα είμαι ευτυχής και απόλυτα βέβαιος, ότι θα τύχω της ευτυχίας και της θεραπείας του παντοδύναμου Θεού, εάν διαπιστώσω ότι όλοι υπό την προκαθορισθείσα μορφή της καθολικής Εκκλησίας του Παναγίου Θεού τον τιμούν εν αδελφική ειρήνη».
Η επιστολή του αυτή γράφτηκε επ’ ευκαιρία του γενόμενου σχίσματος στην Αφρικανική εκκλησία, εξαιτίας των Δονατιστών. Ο Κωνσταντίνος ανέθεσε σε εκκλησιαστικό δικαστήριο υπό την προεδρεία του επισκόπου Ρώμης Μιλτιάδη, ο οποίος συγκάλεσε σχετική επ’ αυτού Σύνοδο. Όταν οι Δονατιστές διαμαρτυρήθηκαν για την εκδοθείσα απόφαση, η οποία ήταν εναντίον τους, ο Κωνσταντίνος συγκάλεσε το 314 μια νέα Σύνοδο στην Άρλη και για την οποία και πάλι οι Δονατιστές διαμαρτυρήθηκαν. Τότε ο Κωνσταντίνος έγραψε και απέστειλε σ’ όλους του συνοδικούς επισκόπους μια επιστολή, στην οποία επισήμανε ότι οι αποφάσεις θα πρέπει να γίνονται αποδεκτές από τους ιερωμένους σαν να είναι παρών ο Κύριος. Με τον τρόπο αυτό ο Κωνσταντίνος ήθελε να καθιερώσει και στη πράξη το θεσμό των Συνόδων, στον οποίο προσέδωσε μια ιδιαίτερη αρμοδιότητα Κανονικού Δικαίου, παράλληλα όμως ανέθεσε στους διοικητικούς υπάλληλους του κράτους του την παρακολούθηση της πιστής εφαρμογής των Συνοδικών αποφάσεων. Στην προκειμένη περίπτωση των Δονατιστών σε μια επιστολή του προς τον αναπληρωτή επίσκοπο της Αφρικανικής Εκκλησίας Κέλσο έγραφε ότι θα μεταβεί ο ίδιος στην Αφρική με την απόφαση να διασκορπίσει και να εξαφανίσει τους ανυπότακτους, αποδεικνύοντας για ακόμη μια φορά πόσο μεγάλη σημασία έδινε στην ενότητα της εκκλησίας.
Σε ένδειξη της μεγαλοσύνης του και προκειμένου να επιτύχει την ενότητα στην εκκλησία της Αφρικής, ακύρωσε τις αποφάσεις του περί εξορίας πολλών Δονατιστών και τους επέτρεψε να επανέλθουν στις έδρες τους. Θα ήταν λάθος αν θεωρούσε κάποιος, ότι οι ενέργειές του αυτές αποτελούσαν μια παρέκκλιση της αρχής να αναμιγνύεται στην αυτονομία της εκκλησίας. Ο Κωνσταντίνος θεωρούσε ότι, η εκκλησία, με δεδομένη την παραχωρηθείσα ειρήνη και την απελευθέρωσή της σε μεγάλο βαθμό από την κρατική εξουσία, θα έπρεπε να αποδείξει έμπρακτα την αρμονική της συνεργασία με τις Διοικητικές Αρχές, ώστε Εκκλησία και κράτος να παγιώσουν τη γενική ειρήνη.
Παράλληλα η εκκλησία, απελευθερωμένη από τις διώξεις απολάμβανε σε πολύ μεγάλο βαθμό μια ελευθερία στην αυτοδιοίκησή της και ήταν πρόθυμη να αναγνωρίσει στον Κωνσταντίνο την ιδιαιτερότητα της χάρης του Θεού και προς το συμφέρον των πιστών της. Το χωρίς αντίρρηση αναγνωρισθέν από την εκκλησία στον Κωνσταντίνο δικαίωμα να συγκαλεί Συνόδους, βασιζόταν στην πεποίθηση της ηγεσίας της, ότι δια του ορθοδόξου αυτού τρόπου, η δική της πλειοψηφία αποφάσιζε και για θέματα καθαρά δογματικά για την ενότητα και την στερέωση της υπαρξής της. Δημιουργήθηκε έτσι, εκ των πραγμάτων, μια ανώτατη Εκκλησιαστική Αρχή, κυρίως μετά την εμφάνιση της Αρειανής αιρέσεως, η οποία διατηρήθηκε επί αιώνες και είχε αρμοδιότητα να αποφασίζει η ίδια η εκκλησία για την τύχη της. Στη λειτουργία αυτής της Αρχής, έγινε απ’ αρχής ολοφάνερο, ότι αδιάκοπη μέριμνα της Ανατολικής Εκκλησίας ήταν να καθορισθεί, σύμφωνα με τις Αγίες Γραφές, μια ενιαία μορφή πίστης, η οποία θα θωράκιζε όλη την εκκλησία από τις προσπάθειες των αιρετικών να τη διασπάσουν και να καταστήσουν τον αυτοκράτορα προμαχώνα και παλλάδιο στην υπεράσπιση της πίστης αυτής.
Κατ’ εφαρμογή αυτής της αρχής και σαν απότοκο της Συνόδου της Νίκαιας, συντάχθηκε το σύμβολο της Πίστεως και άλλοι Εκκλησιαστικοί Κανόνες, που υπογράφτηκαν τη 19η Ιουλίου του 325. Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος, με την ενέργεια αυτή και την προσωπική του συμμετοχή στη Σύνοδο, κατόρθωσε να φέρει την ενότητα στην Εκκλησία και στο κράτος του.
Άλλωστε και ο Χρήστος Γιανναράς στο βιβλίο του «Αλήθεια και ενότητα της Εκκλησίας», αναφέρει για τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο, ως θεμελιωτή της ενότητας της Εκκλησίας, τα εξής παρακάτω: «Αν στα πρόσωπα των Αποστόλων είδε η Εκκλησία τους «θεμελίους» της θείας οικοδομής της «όντος ακρογωνιαίου αυτού του Χριστού – τους θεμελιωτές της φανέρωσης – Βασιλείας του Θεού πάνω στη γη – στο πρόσωπο του Μεγάλου Κωνσταντίνου είδε τον Ισαπόστολο, τον θεμελιωτή της ορατής καθολικότητας και οικουμενικότητας της Εκκλησίας».






[1]               The Oxford History of the Biblical World, OxfordUniversity Press, 2001, σ. 424.
[2]            Ευσέβιος, Εκκλησιαστική  Ιστορία (Historia ecclesiastica).

[3]               Ευσέβιος, «Εκκλ. Ιστ.»,βιβλίο 8, 13». 
[4]              Κυρ. Σιμόπουλος, «Βασανιστήρια και Εξουσία», σ. 276 
[5]               N.H. Baynes, «Constantine the Great and the Christian Church», σ. 26.
[6]               Ευσέβιος, Vita Constantini, βιβλ. 3, 7, 1.
[7]                Βλάσιος Φειδάς, ΕκκλΙστορία, σ. 427.
[8]               Ευσέβιος, Vita Constantini, βιβλ. 3, 10, 3-4.
[9]            Charles Matson Odahl, Constantine and the Christian Empire, 2004, Routledge, σ. 196. Επίσης, ο ιστορικός Foakes-Jackson αναφέρει: «Οι επίσκοποι άρχισαν να παρουσιάζουν τα πολυάριθμα αιτήματά τους στον Αυτοκράτορα αναφέροντας τις πικρίες τού ενός προς τον άλλον· αλλά ο Κωνσταντίνος τα συγκέντρωσε όλα μαζί και τα έκαψε στις φλόγες, έτσι ώστε ο κόσμος να μην γνωρίσει ότι χριστιανοί επίσκοποι είχαν διαφορές μεταξύ τους». (F.J. Foakes-Jackson, A History of the Christian Church: From the Earliest Times to A.D. 461, Cosimo Classics, 1891/2005, σ. 306). Ο Σωζόμενος αναφέρει: «Οἷα δὲ φιλεῖγίνεσθαιπολλοὶ τῶν ἱερέωνὡς ὑπὲρ ἰδίων πραγμάτων ἀγωνίσασθαι συνελθόντεςκαιρὸν ἔχειν ἐνόμισαντῆς τῶν λυπούντων διορθώσεως· καὶ περὶ ὧν ἕκαστος τὸν ἄλλον ἐμέμφετοβιβλίον ἐπιδοὺς βασιλεῖ τὰ εἰςαὐτὸν ἡμαρτημένα προσήγγελλενΕπεὶ δὲ ἐφ΄ ἑκάστης εὐχερῶς τοῦτο συνέβαινεπροσέταξεν  βασιλεὺς εἰςῥητὴν ἡμέραν ἕκαστον περὶ ὧν ἐνεκάλει δῆλον ποιεῖνΑφικομένης δὲ τῆς προθεσμίας τὰ ἐπιδοθέντα βιβλίαδεξάμενος αὗται μένἔφη· «Αἱ κατηγορίαι καιρὸν οἰκεῖον ἔχουσι τὴν ἡμέραν τῆς μεγάλης κρίσεωςδικαστὴνδὲ τὸν μέλλοντα πᾶσι τότε κρίνειν· ἐμοὶ δὲ οὐ θεμιτὸν ἀνθρώπῳ ὄντι τοιαύτην εἰς ἑαυτὸν ἕλκειν ἀκρόασιν,ἱερέων κατηγορούντων καὶ κατηγορουμένωνοὓς ἥκιστα χρὴ τοιούτους ἑαυτοὺς παρέχεινὡς παρ΄ ἑτέρουκρίνεσθαιἄγε οὖν μιμησάμενοι τὴν θείαν φιλανθρωπίαν ἐν τῇ πρὸς ἀλλήλους συγγνώμῃ ἀπαλειφθέντωντῶν κατηγορουμένων σπεισώμεθα καὶ τὰ περὶ τῆς πίστεως σπουδάσωμενοὗ ἕνεκεν δεῦρο συνεληλύθαμεν».Ταῦτα εἰπὼν  βασιλεὺς τὴν ἑκάστου γραφὴν ἀργεῖν καὶ τὰ βιβλία καυθῆναι προσέταξε».(Σωζόμενος, Εκκλησιαστική Ιστορία 1.17.3-5) Βλέπε επίσης The Papacy and the Civil Power υπό Richard Wigginton Thompson, σ. 306.
[10]             Η ονομασία είναι μεταγενέστερη.
[11]             Μόνο δύο επίσκοποι ψήφισαν κατά. Βλ. Χριστοφιλοπούλου, Αι., Βυζαντινή ιστορία Α΄ (Θεσσαλονίκη 1992), σ. 137.
[12]             Η έκδοση του Revillont στα κόπτικα των πρακτικών της Α΄ Συνόδου θεωρείται πλαστή από τη σύγχρονη έρευνα. Για τα πρακτικά των οικουμενικών συνόδων βλ. Mansi, J.D., Sacrorum conciliorum, nova et amplissima I (Florentiae 1759, επανεκτύπωση 1960-1961)· Schwartz, E., Acta conciliorum oecumenicorum (ACO), τόμ. I-IV 2 (Berolini et Lipsiae 1913-1940), κ.α.

Προσευχή στον Αλλάχ σε σχολείο του Αγίου Παντελεήμονα!


Σημερινό δημοσίευμα φέρει καθηγητή να μαθαίνει μουσουλμανικές προσευχές στους μαθητές
Για την κατάσταση στο Κέντρο της Αθήνας έχουν γραφεί πάρα πολλά και ο καθένας μπορεί να φανταστεί τι επικρατεί στα σχολεία.

Οι Έλληνες μαθητές αρχίζουν να αποτελούν μειονότητα καθώς οι περισσότερες οικογένειες είτε μετακομίζουν σε άλλες περιοχές, είτε στέλνουν τα παιδιά τους σε σχολεία άλλων δήμων.



Αυτό όμως που δημοσιεύεται στο σημερινό Τύπο, ξεπερνά κάθε φαντασία. Όπως αποκάλυψε μαθητής σχολείου του Αγίου Παντελεήμονα στους γονείς του, ο δάσκαλος της τάξης, άρχισε να τους διδάσκει μία καινούργια προσευχή. Όταν η μητέρα του παιδιού του ζήτησε να μάθει τι προσευχή ο νεαρός της διηγήθηκε πως επρόκειτο για μία προσευχή με τα χέρια υψωμένα σε μία “ακαταλαβίστικη” γλώσσα.

Από την περιγραφή, είναι ξεκάθαρο πως επρόκειτο για προσευχή στον Αλλάχ, γεγονός που ξεπερνά κάθε έννοια πολυπολιτισμικότητας.
Άραγε στο Υπουργείο Παιδείας έχουν πάρει χαμπάρι τέτοιες πρωτοβουλίες καθηγητών;
Υπάρχει στην διδακτέα ύλη το συγκεκριμένο... "μάθημα";
Άραγε, γνωρίζει ο συγκεκριμένς καθηγητής πως στην Ελλάδα απαγορεύεται ο προσηλυτισμός;
Το σκοπεύει να κάνει ο κύριος Ρουπακιώτης, ως ο καθ' ύλην υπεύθυνος υπουργός Δικαιοσύνης; 

 

Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΖΗ! (Τὴν μεγαλύτερη ἀπόδειξη τῆς ζωντανῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ τὴν καταθέτουν ὅσοι πολεμοῦν τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Ἐκκλησία του. Μὲ τέτοια λύσσα δὲν χτυποῦν ποτὲ ἕναν πεθαμένο, μὲ τέτοιο πάθος δὲν κυνηγοῦν ποτὲ ἕναν νεκρό».)


Ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ ( †) Στεργίου Σάκκου,
Καθηγ. Παν/μίου Θεσ/νίκης

«Ἀληθῶς ἀνέστη ὁ Κύριος»,
ἐκδ. «Λυδία», Θεσσ. 2007, σελ. 15-19

.          Μέσα στὴν ἀτμόσφαιρα τῶν ἀναστάσιμων ἡμερῶν ἀκούγεται ἰδιαίτερα ἐπίκαιρος καὶ ἔντονα θριαμβευτικὸς ἕνας λόγος τοῦ ἀποστόλου Παύλου· «Ἰησοῦς Χριστὸς χθὲς καὶ σήμερον ὁ αὐτὸς καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας» (Ἑβρ. ιγ´ 8). Ὁ ἀρχηγὸς τῆς πίστεώς μας, ὁ Κύριος καὶ Θεός μας δὲν εἶναι ἕνα πρόσωπο, ποὺ κάποτε ὑπῆρξε ἀλλὰ ἡ ἱστορία του τελείωσε, ποὺ κάποτε ἦταν σύγχρονος ἀλλὰ τώρα ξεπερασμένος. Ὁ Χριστὸς εἶναι παρὼν σὲ κάθε ἐποχὴ καὶ στὴν δική μας. Ὅπως χθές, ἔτσι καὶ σήμερα, ὅμοια καὶ αὔριο ὁ Ἰησοῦς στέκεται μπρὸς στὸν ἄνθρωπο μὲ τὰ ἴδια μέτρα, τοῦ μιλᾶ μὲ τὴν ἴδια γλώσσα, κάνει τὰ ἴδια σημεῖα, καὶ ἐπίσης συγκλονίζει καὶ ἐνδιαφέρει καὶ ἐμπνέει τὸ ἴδιο τὴν κάθε γενιά. Μὲ τὴν Ἀνάστασή του ἀπὸ τοὺς νεκροὺς νίκησε τὴ φθορὰ καὶ τὸ θάνατο στὴν ὁποιαδήποτε μορφή τους, στὴν ὁποιαδήποτε διάστασή τους, ὄχι μόνο στὴν πνευματικὴ ἀλλὰ καὶ στὴ φυσική. Ὁ Χριστὸς εἶναι κυριολεκτικὰ παρών.
.          Καταπληκτικός ὁ λόγος, μοναδικὴ ἡ ἀλήθεια. Εἶναι λόγος ποὺ βοᾶ, ἀλήθεια ποὺ λάμπει ἀβίαστα γι’ αὐτὸν ὅμως ποὺ ἔχει αὐτιὰ καὶ μάτια νὰ τὴ δεῖ καὶ νὰ τὴν ἀκούσει, ποὺ ἔχει καρδιὰ νὰ τὴ συλλάβει. Ἀνοίγει τὸ δρόμο στὸν εἰλικρινῆ ἀναζητητὴ τῆς ἀλήθειας. Ὁ ἀναστημένος Κύριος ἔρχεται κοντά του καὶ τοῦ λέει· «Τί ταράζεσαι καὶ γιατί ἀναρωτιέσαι; Δὲς τὰ χέρια μου καὶ τὰ πόδια μου, εἶμαι ἐγὼ ὁ ἴδιος! Ψηλάφησέ με καὶ δὲς ὅτι δὲν εἶμαι φάντασμα!» (πρβλ. Λουκ. κδ´ 38-39). Θέλεις, ἀδελφέ μου, νὰ συναντήσεις τὸν ζωντανὸ Χριστό; Δὲν εἶναι δύσκολο. Χθὲς καὶ σήμερα καὶ στοὺς αἰῶνες μένει ὁ ἴδιος. Ἀλλὰ ἂς ἀφήσουμε τὸ χθές, τὸ παρελθὸν τὸ ἀσφαλίζει ἡ πίστη ποὺ στηρίζεται στὴν ἱστορία. Ἂς ἀφήσουμε τοὺς αἰῶνες, τὸ μέλλον τὸ ἐκκολάπτει ἡ ἐλπίδα, ποὺ τροφοδοτεῖται ἀπὸ τὴν πίστη. Γιὰ τὸ χθὲς δὲν προβληματίζεσαι, γιὰ τὸ αὔριο δὲν ἐνδιαφέρεσαι. Δές, λοιπόν, τὸ σήμερα· ρέον, σπαρταρᾶ μέσα στὰ δάχτυλά μας, ζεστό, καίει τὶς χοῦφτες μας. Δὲν μπορεῖς νὰ τὸ ἀγνοήσεις!

.          Ὅπως ὁ ἥλιος φανερώνει τὴν ὕπαρξή του μὲ τὸ φῶς καὶ τὴ θαλπωρὴ τῶν ἀκτινῶν του, ὅπως ἡ ἄνοιξη δηλώνει τὴν παρουσία της μὲ τὸν ὀργασμὸ καὶ τὴν ἀνανέωση τῆς φύσεως, ἔτσι καὶ ὁ Χριστὸς μαρτυρεῖ γιὰ τὸν ἑαυτό του μὲ τὴν χάρη καὶ τὴν χαρὰ τῶν χριστιανῶν του, μὲ τὸ θαῦμα τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὸ θάμβος τῆς πίστεως. Μετὰ τὴν ἀνάστασή του καὶ τὶς ἐμφανίσεις του ὁ Κύριος ἔγινε μὲν ἀόρατος στὰ φθαρτὰ μάτια τοῦ κόσμου, ἀλλὰ δὲν ἔπαυσε νὰ ἐμφανίζεται στὴν πραγματικότητα καὶ στὴ ζωὴ αὐτοῦ του κόσμου. Ὅταν ἕνας χωλὸς ἀπὸ τὴν κοιλιὰ τῆς μάνας του, γνωστὸς σὲ ὅλα τὰ Ἱεροσόλυμα, καθὼς χρόνια ζητιάνευε στὴν ὡραία πύλη, στέκεται στὰ πόδια του ὑγιὴς «ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Ναζωραίου» (Πράξ. γ´ 6), εἶναι μία ἐμφάνιση τοῦ ἀναστημένου Χριστοῦ, ποὺ παρουσιάζεται ὁλοζώντανος νὰ ἐπιτελεῖ τὸ θαῦμα μέσα στὴ μεγαλύτερη αἴθουσα τῶν Ἱεροσολύμων, στὴ στοὰ τοῦ Σολομῶντος. Τέτοια εἶναι καὶ ἡ παρουσία τοῦ Χριστοῦ σήμερα. Δὲν ζωγραφίζει ρομαντικὴ ὀπτασία, ἀλλὰ καταγράφει δυναμικὴ ἱστορία,

 Ἐκεῖνος ὁ μεροκαματιάρης οἰκογενειάρχης μὲ τὰ 8, 10 καὶ 12 παιδιὰ ποὺ ζεῖ μὲ τὴν χαρὰ τῆς πίστεως, ἕναν αἰώνα ἀδυσώπητο γιὰ τὴν περίπτωσή του, μαρτυρεῖ ὅτι ἔχει τὸν Χριστὸ μαζί του.

Αὐτὸ τὸ ἀνδρόγυνο ποὺ ἔχασε τὸ μονάκριβο παιδί του, ἀλλὰ βρῆκε παρηγοριὰ κι ἐλπίδα στὴν ἀνάσταση, ὁμολογεῖ ὅτι ὁ Χριστὸς ζῆ.

 Ὁ ἄρρωστος ποὺ μὲ γλυκύτητα καὶ καρτερία ὑπομένει τὸν πόνο βεβαιώνει ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι δίπλα του.

 Ἡ κοπέλλα ποὺ προδομένη καὶ ἀπελπισμένη πῆγε νὰ αὐτοκτονήσει, ἀλλὰ τὴν τελευταία στιγμὴ σώθηκε, καταθέτει ὅτι συνάντησε τὸν Χριστό.

 Ἐκεῖνος ὁ ναρκομανὴς ποὺ βρῆκε τὴν δύναμη νὰ ἀλλάξει ζωή, ὅταν τὸν ρωτᾶμε: «πῶς;», δείχνει τὸν ζωντανὸ Χριστό.

 Ἀλλὰ καὶ οἱ μάρτυρες τῆς ἐποχῆς μας, ὅσοι πληρώνουν μὲ βασανιστήρια καὶ αἷμα τὴν πίστη τους,

 Οἱ Ἱεραπόστολοι, ὅσοι θυσιάζουν τὰ δικαιώματά τους γιὰ τὴν δικαίωση τῶν ἄλλων,

 Οἱ παρθένοι, ὅσοι ἁγνεύουν σ’ ἕναν κόσμο πανσεξουαλικό, δὲν καταγγέλλουν ὅτι ὁ Χριστὸς ζῆ, ὅτι ἔχει καὶ σήμερα τὴν θέση του μέσα στὴν δίνη τῶν καιρῶν μας;

.            Ἐν τούτοις, τὴν μεγαλύτερη ἀπόδειξη τῆς ζωντανῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ τὴν καταθέτουν ὅσοι πολεμοῦν τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Ἐκκλησία του. Μὲ τέτοια λύσσα δὲν χτυποῦν ποτὲ ἕναν πεθαμένο, μὲ τέτοιο πάθος δὲν κυνηγοῦν ποτὲ ἕναν νεκρό. Πρὸς τί ὁ ἀδιάκοπος πόλεμος, ἂν ὁ ἀντίπαλος εἶναι ἕνα πτῶμα; Ἀλλὰ ὁ Χριστὸς ζῆ! Ἀναστήθηκε, γιὰ νὰ μένει ζωντανὸς ἀνάμεσά μας, ὄχι μόνο ὡς Θεὸς μὲ τὴν πανταχοῦ παρουσία του, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν ἀνθρώπινη ὀντότητά του πιά, ποὺ ξέρει νὰ συμπαθεῖ καὶ νὰ κατανοεῖ, ὡς ἀναστημένος καὶ πνευματικὸς ἄνθρωπος, ὁ Θεάνθρωπος. Μέσα στὸ δισκοπότηρο ἀνασταίνεται κάθε Κυριακὴ καὶ προσφέρει τὸν Ἑαυτό του «εἰς κοινωνίαν». Τὸ Σῶμα του καὶ τὸ Αἷμα του κυλοῦν μέσα στὶς φλέβες τῶν πιστῶν, ὁ λόγος Του ἀκούγεται καθαρὸς μὲ τὴ φωνὴ τοῦ Εὐαγγελίου, ἡ συναναστροφὴ τοῦ ἐξασφαλίζεται ἀκέραιη μέσα στὴν ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι αὐτὴ μία παλλόμενη καὶ σφύζουσα πραγματικότητα δίπλα στὸν σύγχρονο ἄνθρωπο, ποὺ δὲν τοῦ ὑπόσχεται ἁπλῶς, ἀλλὰ ἔχει καὶ νὰ τοῦ δείξει καὶ νὰ τοῦ δώσει ὅ,τι δὲν βρίσκει στὰ δῶρα τοῦ πολιτισμοῦ μας, ὅ,τι ἀναζητᾶ μὲ ἔκδηλη ἀγωνία· τὴν ζωὴ τὴν ἀληθινή, τὴν αἰώνια ζωή, ποὺ εἶναι ὁ ἀναστημένος Χριστός.

Βάλε φωτιά στις σκέψεις μου...



Άγιος  Ιγνάτιος Brianchaninov

Από το ωραίο ιστολόγιο Αέναη επΑνάσταση

ΞΕΧΥΝΩ τα Λόγια της καρδιάς μου, που απαλά σκιρτά από χαρά άφθαρτη κι ανέκφραστη. Αδελφοί, αν εισχωρήσετε στα λόγια μου με καθαρό λογισμό, θα ευφρανθείτε σαν σε συμπόσιο πνευματικό! Η πίστη στον Χριστό είναι ζωή. Όποιος τρέφεται με την πίστη, γεύεται ήδη, στη διάρκεια της επίγειας πορείας του, την αιώνια ζωή, πού ετοιμάστηκε για τούς δικαίους στο τέλος αυτής της πορείας. Ο Κύριος είπε: «Όποιος πιστεύει σ' εμένα, αυτός έχει την αιώνια ζωή».
 

Με την πίστη οι άνθρωποι του θεού υπέμειναν σκληρές δοκιμασίες.Έχοντας οικειωθεί τον πλούτο και την ευφροσύνη της αιώνιας ζωής, θεώρησαν σκουπίδια τα θέλγητρα της πρόσκαιρης. Με την πίστη δέχονταν τις θλίψεις και τις στενοχώριες σαν δώρα του Τριαδικού θεού, δώρα με τα οποία Εκείνος τούς αξίωσε να γίνουν μιμητές και μέτοχοι των παθημάτων ενός από τα πανάγια Πρόσωπα Του, πού έστερξε να δεχθεί τη φύση μας και να οικονομήσει τη λύτρωση μας. Ή απέραντη ευφροσύνη, πού γεννιέται από την πίστη, καταβροχθίζει τη σκληρότητα του πόνου. Έτσι, στη διάρκεια οδυνηρών βασάνων, νιώθει κανείς μόνο τέρψη. Το ομολόγησε ό μεγαλομάρτυραςΕυστράτιος (13 Δεκεμβρίου) λίγο πριν από την τελείωση του. «Τα βασανιστήρια στα οποία με υποβάλλεις», είπε στον ηγεμόνα Άγρικόλα, «είναι για μένα ευφροσύνη!». 

 

Οι Άγιοι Ευστράτιος, Αυξέντιος, 
Ευγένιος, Μαρδάριος και Ορέστης

Με την πίστη οι άγιοι βυθίστηκαν στα βάθη της ταπεινοφροσύνης. Με τα καθαρά μάτια της πίστεως είδαν πώς οι ανθρώπινες θυσίες στον θεό δεν είναι παρά τα χαρίσματα τού θεού στον άνθρωπο, χρέη του άνθρωπου στον Θεό, αχρείαστα σ' Εκείνον αλλά απαραίτητα και σωτήρια για τον άνθρωπο. «Άκου, λαέ μου», λέει ό Θεός, «γιατί θα σου μιλήσω• άκου, Ισραήλ, γιατί θα διαμαρτυρηθώ σ' εσένα. Ό Θεός, ό Θεός σου, είμαι εγώ. Δεν θα σε ελέγξω για τις θυσίες σου... γιατί δική μου είναι όλη ή οικουμένη και δικά μου Όλα τα πλούτη της». «Τί έχεις πού να μην το έλαβες; Αφού, λοιπόν, το έλαβες από τον Θεό, γιατί καυχιέσαι σαν να μην το είχες λάβει ως δώρο;». «Σ' όποιον δόθηκαν πολλά, πολλά θα ζητηθούν απ' αυτόν και σ' όποιον δόθηκαν περισσότερα, περισσότερα θα ζητηθούν».

 

Ο άγιος Ιγνάτιος Μπριαντσιανίνωφ

Οι άγιοι του Θεού θαυματουργούσαν, ανάσταιναν νεκρούς, προέλεγαν το μέλλον, ήταν γεμάτοι από πνευματική γλυκύτητα, αλλά συνάμα και γεμάτοι από ταπεινοφροσύνη. Με απορία, θαυμασμό και φόβο έβλεπαν ότι ο Θεός, έστερξε γενναιόδωρα να προσφέρει και να εμπιστευθεί το Άγιο Πνεύμα Του στο χώμα, στη λάσπη. Μπροστά σ' αυτό το μυστήριο, ο νους κυριεύεται από φρίκη και σωπαίνει, ή καρδιά πλημμυρίζει από ανείπωτη χαρά, ενώ ή γλώσσα δεν έχει τη δύναμη να εκφραστεί.

Με την πίστη οι άγιοι αγάπησαν τους εχθρούς τους. Τα μάτια τού νου τους, φωτισμένα από την πίστη, σταθερά έβλεπαν τον Θεό μέσα στην πρόνοια Του. Σε παραχώρηση αυτής της θείας πρόνοιας απέδιδαν οι άγιοι όλες τις επιθέσεις που δέχονταν. Έτσι ο Δαβίδ, «βλέποντας τον Κύριο παντοτινά μπροστά του» για να μη λιποψυχήσει μπροστά στις τόσες θλίψεις και δοκιμασίες του, αποκρίθηκε, όταν ο Σεμεΐ τον καταριόταν και τον πετροβολούσε: «Ο Κύριος του είπε να καταριέται τον Δαβίδ. Τί δουλειά έχετε εσείς μ' εμένα, γιοι της Σαρουιάς», λογισμοί της οργής και της εκδικάσεως; «Αφήστε τον να με καταριέται, γιατί ο Κύριος του το είπε... Ίσως ο Κύριος, βλέποντας την ταπείνωση μου, να μου δώσει αγαθά αντί για την κατάρα...».

Η ψυχή δέχεται τη δοκιμασία σαν θεραπεία των ασθενειών της. Ευγνωμονεί τον Θεό και Του ψάλλει: «Βάλε με, Κύριε, σε δοκιμασίες, βάλε με σε πειρασμούς, βάλε φωτιά στις σκέψεις μου και στην καρδιά μου». Έτσι ας αντιμετωπίζουμε τις δοκιμασίες. Για τούς ανθρώπους [που μας ταλαιπωρούν] και τα άλλα Όργανα των δοκιμασιών μας ας μη νιώθουμε καμιά κακία, καμιάν εχθρότητα. Η ψυχή που δοξολογεί τον Πλάστη της, η ψυχή πού ευγνωμονεί τον ουράνιο Γιατρό, πλημμυρισμένη από ανέκφραστα αισθήματα, αρχίζει να ευλογεί τα μέσα της θεραπείας της.

Και να! Ξάφνου ανάβει μέσα της η αγάπη προς τούς εχθρούς. Τότε ό άνθρωπος είναι έτοιμος να θυσιάσει και τη ζωή του για τον εχθρό του, θεωρώντας μάλιστα πώς αυτό δεν αποτελεί στην πραγματικότητα θυσία αλλά υποχρέωση, υποχρέωση ανάξιου δούλου. Από τώρα ό ουρανός είναι ανοιχτός. Μπαίνουμε στην αγάπη προς τον πλησίον και μέσω αυτής στην αγάπη προς τον Θεό. Βρισκόμαστε στον Θεό και ό Θεός βρίσκεται σ' εμάς. Να τί θησαυρό περιέχει ή πίστη, ή μεσίτρια και χορηγήτρια της ελπίδας και της αγάπης. Αμήν.

Έρημος Άγιου Σεργίου, 1840
Βιβλίο: Ασκητικές εμπειρίες (Συγγραφέας: Brianchaninov, Ignatius)

ΑΠΟ ΤΗ ΜΙΑ «ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΕΣ» ΚΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΛΗ ΥΒΡΕΙΣ!


Ὕβρεις κατὰ τοῦ Κυρίου ἀπὸ Ραδιοφωνικὸ Σταθμὸ

τοῦ περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ»,
ἀρ. τ. 2067, 15.05.2013

.             Ἐνῶ  στὴν πρώην ἀθεϊστικὴ Ἀλβανία συμβαίνει τὸ «θαῦμα τῆς Ἀναστάσεως» καὶ ἡ ἀναζωογόνηση τῆς Ἑκκλησίας, στὴν Ὀρθόδοξη Ἑλλάδα ὁ πόλεμος κατὰ τῆς Ἐκκλησίας εἶναι συνεχής. Ἔτσι θεωρεῖται πλέον φυσικὸ ὁρισμένες ραδιοφωνικὲς καὶ τηλεοπτικὲς ἐκπομπὲς ἤ, ὀρθότερα, κάποιοι δημοσιογράφοι ποὺ συμμετέχουν στὶς ἐκπομπὲς αὐτές, νὰ λένε «ἄρρητα ρήματα». Βρίσκονται δὲ δημοσιογράφοι σὲ κατεξοχὴν ἅγιες ἡμέρες ποὺ ἐκστομίζουν καὶ βλασφημίες κατὰ τῆς Ὀρθοδόξου πίστεώς μας, γεγονὸς ποὺ καταντᾶ ἀπαράδεκτο. Ἔτσι σὲ μιὰ σατιρικὴ ἐκπομπή, ἀφόρητα φλύαρη, τοῦ Ραδιοφωνικοῦ Σταθμοῦ «Σκάϊ» ἀκούσαμε στὶς 30 Ἀπριλίου, Μεγάλη Τρίτη (10-11 μ.μ.), τὸν δημοσιογράφο νὰ εἰρωνεύεται τὸ Πάθος τοῦ Κυρίου, ἀντιπαραβάλλοντας τὸν Κύριο Ἰησοῦ μὲ τὸν πρώην πρωθυπουργὸ τῆς χώρας. Ἔλεγε καὶ ξανάλεγε ὁ δημοσιογράφος μὲ ὕφος κομπαστικὸ καὶ εἰρωνικὸ ὅτι τὸ Πάθος τοῦ Κυρίου ἦταν ἕνα καλὰ στημένο σενάριο ἀπὸ τὸν Κύριο Ἰησοῦ μὲ τὸν Θεὸ Πατέρα Tου! Καὶ ὅτι ἕνα προσωρινὸ Πάθος εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα νὰ δοθεῖ στὸν Κύριο παγκόσμια ἀρχὴ καὶ ἐξουσία! Σὲ κάποια στιγμὴ εἰρωνεύθηκε καὶ τὸ ὅτι ὁ Κύριος ἀνέλαβε τὶς ἁμαρτίες ὅλων τῶν ἀνθρώπων, λέγοντας: «Γιατί νὰ μοῦ πάρει τὶς ἁμαρτίες τὶς δικές μου;»(!) Σὲ μεταγενέστερη ἐκπομπή, τὴν ἴδια ὥρα, ὁ ἴδιος δημοσιογράφος ἔκανε λόγο γιὰ «παπὰ» ποὺ κρατοῦσε «ἕνα μάτσο χόρτα» καί… ἁγίαζε!…
.             Ἂν ὅλα αὐτὰ δὲν εἶναι βλασφημία κατὰ τοῦ ἁγίου Θεοῦ καὶ τῆς ἁγίας Tου Ἐκκλησίας, τί εἶναι; Βεβαίως ὁ καθένας ἔχει δικαίωμα νὰ ἐκφράζει τὶς ἀπόψεις καὶ τὶς ἰδέες του. Ὅμως ἡ παράβαση τοῦ στοιχειώδους σεβασμοῦ πρὸς τὰ ἱερὰ καὶ τὰ ὅσια τῆς πίστεώς μας δὲν εἶναι πρὸς τιμὴν ἐκείνου ὁ ὁποῖος, γιὰ νὰ σατιρίσει ἢ νὰ πουλήσει πνεῦμα, δὲν σέβεται τὸ «πιστεύω» τῶν ἀκροατῶν του. Τί κάνει τελικὰ τὸ Ἐθνικὸ Συμβούλιο Ραδιοτηλεοράσεως;
.             Καλὰ εἶναι τὰ συνθήματα τοῦ «Σκάϊ» «Ὅλοι μαζὶ μποροῦμε» καὶ ἡ συνεργασία του μὲ τὴν φιλανθρωπικὴ Ὀργάνωση «Ἀποστολὴ» τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν, ἀλλὰ οἱ δημοσιογράφοι του δὲν δικαιοῦνται νὰ μὴ δείχνουν τὸν πρέποντα σεβασμὸ πρὸς τὴν Ἐκκλησία καὶ στὸ πανάγιο πρόσωπο τοῦ Θεανθρώπου Κυρίου· καὶ μάλιστα σὲ μέρες κατ᾽ ἐξοχὴν ἅγιες. Διαφορετικὰ καὶ τὸ ἐπιτελούμενο κοινωνικὸ ἔργο δὲν ἔχει ἀξία, ὅσες φορὲς τὴν ἡμέρα κι ἂν διαφημίζεται…

 ΣΧΟΛΙΟ: Μὰ δὲν ἔχουμε ἀντιληφθεῖ ὅτι ἡ «Νέα Ἐποχὴ» εἶναι «καλή», δὲν ἀντιστρατεύεται τὴν Ἐκκλησία. Ἀντιθέτως τὴν βοηθάει» (!), γιατὶ εἶναι ἕνας καλὸς φιλανθρωπικὸς ὀργανισμός. Ἀρκεῖ νὰ μὴ μιλάει πολὺ γιὰ… Χριστοὺς καὶ Ἁγίους!

Μέγας Κωνσταντῖνος καὶ Χριστιανισμός


Τοῦ Μοναχοῦ Ἀβραὰμ Ἁγιορείτου
Ἡ κρίση τοῦ πολιτισμοῦ καὶ τῆς θρησκείας τὴν ὁποία ἀντιμετώπιζε ἡ Ρωμαϊκὴ Αὐτοκρατορία τὸν τέταρτο αἰώνα, εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ ἀξιόλογα γεγονότα τῆς παγκόσμιας ἱστορίας. Ὁ παλαιός, εἰδωλολατρικὸς πολιτισμὸς ἦλθε σὲ σύγκρουση μὲ τὸν Χριστιανισμό, ὁ ὁποῖος ἀφοῦ δοκιμάστηκε μὲ ἑκατομμύρια Μάρτυρες ἀναγνωρίστηκε ἐπίσημα κατὰ τῆς διάρκεια τῆς βασιλείας τοῦ Κωνσταντίνου, στὶς ἀρχὲς τοῦ τέταρτου αἰώνα, καθιερώθηκε δὲ ὡς ἐπίσημη θρησκεία τοῦ κράτους ἀπὸ τὸν Μεγάλο Θεοδόσιο στὰ τέλη τοῦ ἴδιου αἰώνα. Ἡ πρώτη ἐντύπωση βέβαια ἦταν ὅτι οἱ δύο αὐτόι ἀντίθετοι παράγοντες ποὺ ἀντιπροσώπευαν δύο ἐκ διαμέτρου ἀντίθετες ἀπόψεις, δὲν θὰ εὕρισκαν ποτὲ βάση γιὰ μία ἀμοιβαία συμφωνία. Ἀλλὰ ὁ Χριστιανισμὸς καὶ ὁ Εἰδωλολατρικὸς Ἑλληνισμὸς βαθμιαία ἀναμίχθηκαν (ὄχι ἀσφαλῶς στὶς δοξασίες) καὶ σχημάτισαν ἕνα Χριστιανικο-Ἑλληνο-Ἀνατολικὸ πολιτισμὸ γνωστὸν μὲ τὸ ὄνομα Βυζαντινό. Κέντρο τοῦ πολιτισμοῦ αὐτοῦ ὑπῆρξε ἡ Κωνσταντινούπολη, ἡ νέα πρωτεύουσα τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας.
Ἐκεῖνος ποὺ ἔπαιξε τὸν κυριώτερο ρόλο στὶς πολλὲς μεταβολὲς ποὺ ἔγιναν στὴν Αὐτοκρατορία εἶναι ὁ Μέγας Κωνσταντίνος. Κατὰ τὴ διάρκεια τῆς βασιλείας του ὁ Χριστιανισμός, γιὰ πρώτη φορά, γνώρισε σταθερὸ ἔδαφος τῆς ἐπίσημης ἀναγνώρισης. Ὕστερα ἀπὸ τὴν ἀναγνώριση αὐτή, ἡ παλιὰ εἰδωλολατρικὴ Αὐτοκρατορία, βαθμιαία ἄλλαξε καὶ ἔγινε Χριστιανικὴ Αὐτοκρατορία. Δύο ὑπῆρξαν τὰ γεγονότα ἐκεῖνα τῆς βασιλείας τοῦ Κωνσταντίνου ποὺ ἐπηρέασαν σημαντικὰ τὴν μελλοντικὴ ἐξέλιξη τῆς ἱστορίας: ἡ ἐπίσημη ἀναγνώριση τοῦ Χριστιανισμοῦ καὶ ἡ μεταφορὰ τῆς πρωτεύουσας τῆς....

 Αὐτοκρατορίας ἀπὸ τὶς ὄχθες τοῦ Τίβερη στὶς ὄχθες τοῦ Βοσπόρου, ἀπὸ τὴν παλαιὰ Ρώμη στὴ«Νέα Ρώμη», τὴν Κωνσταντινούπολη.
Ἐπιπλέον, τὸ ὄνομα τοῦ Κωνσταντίνου συνδέεται μὲ τὴν ἀνέγερση πολλῶν ἐκκλησιῶν σὲ ὅλα τὰ μέρη τῆς τεράστιας Αὐτοκρατορίας. Ἡ βασιλική του Ἁγίου Πέτρου καὶ ἡ βασιλική του Λατερανοῦ τῆς Ρώμης ἀποδίδονται σὲ αὐτόν. Ἰδιαίτερα ἐνδιαφέρθηκε γιὰ τὴν Παλαιστίνη ὅπου ἡ μητέρα τοῦ Ἑλένη βρῆκε τὸν ἀληθινὸ Στυρὸ τοῦ Κυρίου. Στὴν Ἱερουσαλὴμ στὸν χῶρο τοῦ Παναγίου Τάφου ἐκτίστηκε ὁ τεράστιος καὶ ἐκπληκτικὸς ναὸς τῆς Ἀναστάσεως, στὸ Ὅρος τῶν Ἐλαιῶν, ἔκτισε τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἀναλήψεως καὶ στὴν Βηθλεέμ, τὸν Ναὸ τῆς Γεννήσεως καθὼς καὶ ἄλλα προσκυνήματα. Ἡ νέα πρωτεύουσα ἡ Κωνσταντινούπολη καὶ τὰ περιχωρὰ τῆς ἐπίσης πλουτίστηκαν μὲ πολλὲς ἐκκλησίες κυριώτερες ἀπὸ τὶς ὁποῖες εἶναι τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καὶ ἡ ἐκκλησία τῆς Ἁγίας Εἰρήνης. Πολλὲς ἄλλες ἐκκλησίες κατασκευάστηκαν σὲ διάφορα μέρη κατὰ τὴν διάρκεια τῆς βασιλείας τοῦ Κωνσταντίνου, στὴν Ἀντιόχεια, τὴν Νικομήδεια καὶ τὴν Βόρειο Ἀφρική.
Πηγή: τὸ βιβλίο τοῦ π. Ἀβραὰμ Ἁγιορείτου «Ρωμαίϊκο Ὁδοιπορικὸ»

Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες.

  Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες. Γεώργιος Κ. Τζανάκης . Ἀκρωτήρι Χανίων Σχετικῶς μὲ τὸ θέμα τῶν αὐξήσεων τῶν μισθῶν τῶν ἀρχιερέων, ...