Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τετάρτη, Μαΐου 22, 2013

Το άλογο του Θεού (C.V. Gheorghiu)


papas_eksorkistis
Κάθε φορά που φαντάζομαι τον πατέρα μου, τον βλέπω με τον ζυγό γύρω από το λαιμό του, ζευγμένον με το επιτραχήλι. Τον βλέπω ζευγμένον, σαν ένα άλογο του Ιησού Χριστού. Ποδεμένον με τις πεταλωμένες μπότες του, να τρέχει από τη μια στην άλλη άκρη της ενορίας, τριάντα ορεινά χιλιόμετρα, που έπρεπε να διατρέξει δύο φορές τη μέρα μερικές φορές. Γι’ αυτό ήταν πάντα αποκαμωμένος. Έτοιμος να σωριαστεί απ’ την κούραση. Όπως κάθε ζευγμένο πλάσμα. Κι όμως δε σταματούσε ποτέ.
Ο πατέρας μου λοιπόν αναχωρούσε, χωρίς καμιά καθυστέρηση, μαζί με τον χριστιανό που ερχόταν να τον ζητήσει. Έβγαινε από το πρεσβυτέριο, πριν ακόμη ο άνθρωπος χτυπήσει την πόρτα. Διότι πάντα ήταν κάτι το επείγον: κάπου ένα ανθρώπινο πλάσμα περίμενε τον Θεό. Και ο πατέρας μου βιαζόταν. Ο πατέρας μου βάδιζε δίπλα στον άνθρωπο μέχρι την πόρτα. Βγαίνοντας απ’ τον περίβολο, τον ιερό χώρο, ο άνθρωπος που είχε έλθει να ζητήσει τον πατέρα μου ανέβαινε στο άλογο. Και ο πατέρας μου βάδιζε πίσω απ’ το άλογο.
Ένας ιερεύς ποτέ δεν ανεβαίνει στο άλογο. Αυτή είναι η παράδοση στα ορεινά μέρη μας. Ο πατέρας μου λοιπόν μεταφέροντας τον σάκο, μέσα στον οποίο βρίσκονταν το Σώμα και το Αίμα του Ιησού Χριστού, ο σταυρός και ο «ζυγός», οδοιπορούσε πίσω από τον άνθρωπο που πήγαινε καβάλα. Οδοιπορούσε ο φτωχός μου πατέρας, αν και ήταν τόσο εύθραυστος, τόσο αδύνατος, βάδιζε σαν ένα άλογο, πίσω από τον έφιππο άνθρωπο. Ακολουθώντας τις οπλές του αλόγου με τις πεταλωμένες μπότες του, χωρίς να μένει πίσω καθόλου.
Μερικές φορές, πολύ σπάνια, έλεγε σε μας τα παιδιά, χαμογελώντας:
- Είμαι το άλογο του Ιησού Χριστού. Ο Θεός καβαλικεύει πάνω μου, σαν σε άλογο…
Κι έλεγε την αλήθεια. Γιατί αυτό δεν ήταν ένα αστείο, όπως εμείς το παίρναμε, όταν ήμασταν μικροί. Ο πατέρας μου μετέφερε το Αίμα και το Σώμα του Θεού, όπως ένα άλογο μεταφέρει τον καβαλάρη του. Παντού. Μέρα και νύχτα. Ο Θεός καβαλίκευε πάνω στους ώμους του πατέρα μου, κάθε στιγμή και πήγαινε μέχρι τα βάθη των σκοτεινών δασών με τα έλατα και μέχρι τη σιωπηλή καρδιά των άγριων βουνών.
- Δεν σ’ αγαπούν οι γυιοι και οι θυγατέρες σου εν Χριστώ, έλεγα στον πατέρα μου, βλέποντάς τον τσακισμένο απ’ την κούραση. Μόλις επέστρεψες στο πρεσβυτέριο κι ήλθαν ξανά να σε φωνάξουν. Μόλις ξάπλωσες και έφτασαν. Σε ξυπνούν. Σε αναγκάζουν να βγαίνεις έξω οποιαδήποτε στιγμή, με οποιονδήποτε καιρό και σε κάνουν να περπατάς ώρες και ώρες με τα πόδια πίσω τους, ενώ εκείνοι προχωρούν καβάλα. Σε σέρνουν έξω χωρίς σταματημό, μέσα στη νύχτα, μέσα στη βροχή, μέσα στη λάσπη και το χιόνι. Οι πιστοί σου σ’ αγαπούν λιγότερο απ’ τα ζώα τους. Διότι ποτέ δε ζητούν απ’ τα κτήνη τους αυτό που ζητούν απ’ τον πατέρα τους, τον ιερέα τους. Γιατί δε σε λυπήθηκαν ποτέ; Γιατί δε σε ευσπλαχνίσθηκαν ποτέ;
- Η ευσπλαχνία ταιριάζει συνήθως στους ανθρώπους, τα ζώα, τα πράγματα, μα όχι στον «ιερέα», απάντησε ο πατέρας μου. Θα ’ταν κουτό, παράλογο και ασεβές μαζί να τον λυπούνται οι άνθρωποι. Κάθε χριστιανός χτυπώντας την πόρτα του ιερέως, χτυπά στην πραγματικότητα, την πόρτα του Θεού. Διότι ο ιερεύς είναι «αφωμοιωμένος τω υιω του Θεού» (Εβρ. ζ΄ 3). Δεν μπορεί να έλθει στη σκέψη ενός χριστιανού αυτή η ασεβής ιδέα πως ο Θεός κουράστηκε, πως ο Θεός νυστάζει, πεινάει ή του πονούν τα πόδια. Απ’ τον Θεό μπορεί κανείς να ζητάει τα πάντα οποιαδήποτε ώρα και χωρίς να χτυπά την πόρτα.
- Όμως ο ιερεύς είναι κι αυτός άνθρωπος, είπα.
- Όχι, απάντησε ο πατέρας μου. Ο ιερεύς δεν είναι άνθρωπος, αλλά η θυσία ενός ανθρώπου, που προστίθεται στη θυσία του Θεού. Κι αυτό είναι η ιερωσύνη.
Η απάντηση ήταν ωραία. Έξοχη. Κοκκίνισα απ’ την ευχαρίστηση. Αλλά πρόσθεσα:
- Ωστόσο, πρέπει να ’χεις μερικές ώρες τουλάχιστον για ανάπαυση.
- Όχι, απάντησε ο πατέρας μου. Ο ιερεύς δεν είναι όπως είναι κανείς γεωργός, υπάλληλος ή τεχνίτης. Δε γίνεται κανείς ιερεύς για να έχει ώρες γραφείου με διαλείμματα και μέρες αδείας. Είναι κανείς ιερεύς μόνιμα. Χωρίς διακοπή. Χωρίς ρεπό. Χωρίς καμιά ανάπαυλα. Μέρα και νύχτα. Και όπως μπορεί κανείς να απευθύνεται στον Θεό οποτεδήποτε, οποιαδήποτε ώρα της μέρας ή της νύχτας και για οποιοδήποτε αίτημα, χωρίς φόβο να τον ενοχλήσει, έτσι μπορεί να ’ρθει στο σπίτι του ιερέως οποτεδήποτε και για οποιοδήποτε λόγο. Βέβαια δεν φθάνομε στο σημείο να έχωμε ιερείς που να μην κοιμούνται, να μην τρώνε και να μην τους πονούν τα πόδια. Αλλά αυτό είναι μια ατέλεια που οφείλομε να τη δεχθούμε όπως είναι, διότι η λατρεία δεν είναι παρά μια εικόνα, μια σκιά των ουρανίων πραγματικοτήτων, όπως αποκαλύφθηκε και στον Μωυσή, όταν επρόκειτο να κατασκευάσει τη Σκηνή. Κοίταξε, του ελέχθηκε, θα φτιάξεις τα πάντα σύμφωνα με το υπόδειγμα που σου φανερώθηκε πάνω στο βουνό (Εβρ. η΄ 5).
Η ιερωσύνη, μίμηση της ιερωσύνης του Χριστού, αποκλείει τις διακοπές. Ισχύει μόνιμα και για την αιωνιότητα (Εβρ. στ΄ 7). Ούτε και ο φυσικός θάνατος του ιερέως δεν μπορεί να τη διακόψει. Και αφού η ιερωσύνη δεν μπορεί να διακοπεί με τον θάνατο, πώς θέλεις να τη διακόψει  η πείνα, ο κόπος ή ο ύπνος;
- Είναι κανείς ιερεύς κι ύστερα απ’ τον θάνατο; ρώτησα την πρώτη φορά που το άκουσα αυτό.
- Είναι κανείς ιερεύς για την αιωνιότητα, Assimilatus filio dei, manet sacerdos in aeternum.-
Αφωμοιωμένος τω υιω του Θεού, μένει ιερεύς εις το διηνεκές. (Εβρ. ζ΄ 3)
Επειδή λοιπόν ο ιερεύς είναι αφωμοιωμένος με τον Θεό, δεν μπορεί να πεθάνει. Μένει ιερεύς και μέσα στο θάνατο και παρά τον θάνατο. Στην αιωνιότητα. Γι’ αυτό ακριβώς και ενταφιάζουν τον ιερέα ντυμένον με όλα τα ιερατικά του άμφια, που φορεί όταν τελεί την θεία Λειτουργία. Ο ιερεύς ενταφιάζεται με τον Σταυρό, με το Επιτραχήλι, το Φελόνι, το Στιχάρι, τα Επιμανίκια… Όλα και ολόκληρη τη στολή, όπως γίνεται για την πιο επίσημη ακολουθία. Διότι ο νεκρός ιερεύς θα πάει να λειτουργήσει στην αληθινή ουράνια Εκκλησία, με τον επίσκοπό του, τον Χριστό. Για κάθε ιερέα ο θάνατος είναι μια προαγωγή. Περνάει απ’ τη μικρή του επίγεια εκκλησία στον καθεδρικό ναό του ουρανού, για να τελεί την παγκόσμια λειτουργία γύρω απ’ τον Χριστό. Ποτέ λοιπόν δεν πρέπει να θρηνείται ο θάνατος ενός ιερέως. Διότι δεν πεθαίνει ποτέ. Ο θάνατος είναι ο προβιβασμός του.
Και επειδή ο ιερεύς μένει ιερεύς παρά τον φυσικό θάνατο, όταν τον βάζουν στον τάφο, ντυμένον με τα άμφια που φοράει  για την τέλεση της Λειτουργίας, καλύπτουν το πρόσωπό του με τα ιερά Καλύμματα ή τον Αέρα, το πανί εκείνο με το οποίο καλύπτουν κατά τη λειτουργία το Άγιο Ποτήριο, που περιέχει το Σώμα και το Αίμα του Θεού. Ο Αήρ συμβολίζει τον λίθο, που έκλεινε τον τάφο του Ιησού Χριστού. Η πέτρα αυτή που έκλεισε τον τάφο του Χριστού, σφραγίζει επίσης και τον τάφο κάθε ιερέως. Διότι κάθε ιερεύς είναι αφωμοιωμένος με τον Υιό του Θεού.
Ακούγοντάς τον, άφησα τα δάκρυα να κυλήσουν πάνω στο άγιο χέρι του πατέρα μου, που έσκυψα και το φίλησα ευλαβικά. Έτσι .λοιπόν κατάλαβα γιατί ο Φραγκίσκος της Ασσίζης διηγείται πως αν συναντούσε στο δρόμο έναν άγγελο ή έναν ιερέα, να βαδίζουν ο ένας πλάι στον άλλον, θα γονάτιζε πρώρα εμπρός στον ιερέα, φιλώντας του το χέρι και μόνον ύστερα θα γονάτιζε εμπρός στον άγγελο, για να τον χαιρετίσει. Διότι οι άγγελοι είναι κατώτεροι  απ’ τους ιερείς σε τούτο, στο ότι δεν μπορούν να μεταμορφώσουν το ψωμί και το κρασί σε σάρκα και αίμα του Θεού. Τα χέρια όμως του ιερέως το μπορούν…
Παρά την ασύγκριτη ευτυχία να είναι υπηρέτης στον ουρανό, ο πατέρας μου ζούσε την επίγεια ζωή του μέσα σε αφάνταστη σκληρότητα και οδύνη. Κάθε χρόνο ο πατέρας μου γινόταν πιο αδύνατος. Πιο άσαρκος. Πιο άυλος. Στα τριάντα του χρόνια τα μαλλιά του πατέρα μου είχαν ασπρίσει. Στα τριάντα χρόνια ο πατέρας μου είχε γεράσει. Τα δόντια του έπεφταν. Εξ αιτίας της αθλιότητας, εξ αιτίας του υποσιτισμού, εξ αιτίας του κόπου και του μόχθου.
Αντίθετα όμως το βλέμμα του γινόταν κάθε χρόνο πιο όμορφο, πιο φωτεινό, πιο ακτινοβόλο και τόσο έντονο ώστε το κεφάλι του έμοιαζε να φωτίζεται μ’ ένα φωτοστέφανο. Παρακολουθούσα ένα ασυνήθιστο γεγονός: όταν ο πατέρας μου παρατηρούσε κάτι τι, το φώτιζε με το βλέμμα του, σαν με κάποιους μυστικούς προβολείς. Βλέποντας αυτό ένοιωσα για πρώτη φορά το γεγονός ότι οι άγιοι, παρατηρώντας τον κόσμο, τον φωτίζουν και τον αγιάζουν.
- Τι κοιτάζεις, ρώτησε ο πατέρας μου, βλέποντάς με βυθισμένον στις σκέψεις.
- Είσαι φωτεινός σαν μια εικόνα, του είπα, κοκκινίζοντας.
Ο πατέρας μου γέλασε. Δεν ήταν ούτε υπερήφανος ούτε ταπεινός. Για να ’σαι υπερήφανος ή ταπεινός πρέπει πρώτα να ’σαι ένα γήινο πλάσμα. Και εκείνος ήταν όλο και λιγότερο γήινος. Γέλασε γιατί η φωνή μου έφθασε στα αυτιά του κι αυτό τον είχε ευχαριστήσει. Ο πατέρας μου σπάνια γελούσε. Όταν κανείς είναι κουρασμένος δεν μπορεί να γελάσει. Μα τώρα είχε χαμογελάσει. Κι’ όταν ο πατέρας μου χαμογελούσε έβλεπε κανείς πως είχε χάσει σχεδόν όλα του τα δόντια. Η καρδιά μου σφιγγόταν. Λυπόμουνα τόσο πολύ για την αθλιότητά του που μόλις μπορούσα να κρατήσω τα δάκρυά μου. Και έλεγα πως αν ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός αποφάσιζε μια μέρα να προσφέρει στον ιερέα του, που ήταν και άλογό του μαζί, τον π. Κωνσταντίνο Gheorghiu, που υπέφερε σ’ όλη του τη ζωή απ’ την πείνα, την δυνατότητα να έχει ξαφνικά ψωμί πάνω στο τραπέζι του, ο προλετάριος πατέρας, ο σεβαστός μου πατέρας θα συνέχιζε – παρά το θαύμα- να πεινάει, όπως και στο παρελθόν. Διότι κι αν είχε κάτι δε θα μπορούσε να το φάει, γιατί δεν είχε πια δόντια… Και ούτε σκέψη πως θα μπορούσε να βάλει ξένα. Ήμαστε τόσο φτωχοί που ούτε στο όνειρό μας δεν θα τολμούσαμε να πάμε στον οδοντογιατρό

Γιατί όχι σε μένα;



21ΜΆΙ

Γιατί όχι σε μένα; « Αέναη επΑνάσταση
…(Είναι μια ιστορία που διδάσκει, ελπίδα, πίστη, υπομονή, και θα ήθελα να την μοιραστώ μαζί σας.)
«…Σύρθηκα μέχρι το παράθυρο…Έξω η βροχή πέφτει ορμητικά, λες και θέλει να ξεπλύνει τις ανομίες μας πάνω στη γη…Ο πόνος στο στομάχι αβάσταχτος… Πέρασε η επήρεια της ψευδαίσθησης των αισθήσεων που προκαλεί το παυσίπονο…Το επόμενο σε μία ώρα…Μετράω το χρόνο με τον πόνο, μόνιμο σύντροφο μου…Ο καρκίνος στο στομάχι μου, είναι η κλεψύδρα μου, και ο πόνος κόκκοι άμμου στο νευρικό μου σύστημα… Η ανακοίνωση από το γιατρό της ύπαρξης του καρκίνου, μου γκρέμισε τον κόσμο μου…Αυτόν που ιδανικά έφτιαχνα στο μυαλό μου για το αύριο…Σίγουρα αλλιώτικο από αυτό που ήρθε…Όνειρα, λεφτά, δόξα, επιτυχία, καριέρα…Από την άλλη ο καρκίνος…Ο φονέας των ονείρων…Ο φονέας του πόνου μου…
Γιατί σε μένα Θεέ μου; Γιατί τόσο νέος; Τελικά γίναμε φιλαράκια, εγώ και ο πόνος…Αυτός που έγινε ο δάσκαλος μου…Ο δάσκαλος της ζωής…Δύσκολη η μετεξέλιξη…Όποιος δεν πονέσει δεν ξέρει…Όποιος δεν πονέσει δεν ξέρει από ζωή…Τελικά γιατί όχι σε μένα; Γιατί να ήταν κάποιος άλλος στη θέση μου; Μήπως ο πόνος κάποιου άλλου θα σήμαινε τη δική μου χαρά; Κι αν η χαρά είναι κρυμμένη κάπου αλλού… Πλησιάζει Πάσχα…Κάποιοι θα το ζήσουν και κάποιοι όχι…Ποιος ξέρει; Ίσως να μην προλάβω το φετινό Πάσχα…Ίσως, όμως να το ζήσω ολοκληρωτικά, παντοτινά…Ποιος ξέρει; Η ζωή μου όμορφη, με χαμόγελα και χαρές…Είχε και στενάχωρες στιγμές και άλλες με πίκρα…Χαίρομαι για ό,τι έζησα…Πικραίνομαι για ό,τι μπορούσα και δεν το έζησα…Προσμένω το Πάσχα…Όχι το φετινό…Εκείνο της αιώνιας Ανάστασης…
Η βροχή σταμάτησε…Ένα ουράνιο τόξο πάνω από το απέναντι βουνό…Τώρα το φως, πριν τα μαύρα σύννεφα…Το φως απλωμένο με όλα του τα χρώματα, σημάδι ελπίδας…Πρέπει να ξαπλώσω, να ξαποστάσω, ίσως κοιμηθώ λίγο…Μέσα στο δωμάτιο μόνο το φως του καντηλιού…Η φλόγα του τρεμοπαίζει μπροστά στο πρόσωπο του Εσταυρωμένου… η μόνη μου ελπίδα… Όχι για τον πόνο… Αυτός είναι, είμαι…εγώ. Μαζί πορευόμαστε…Μόνη μου ελπίδα κι αποκούμπι η Χάρις Του…Αυτός ξέρει από πόνο…Με καταλαβαίνει, με νοιώθει…Μόνη ελπίδα η γνώση του σταυρού…Ο δικός μου είναι βαρύς! Τον αντέχω όμως, γιατί τον σηκώνει Εκείνος… Εκείνος είναι η ελπίδα για τη στιγμή που θα ξαναρχίσει να βρέχει, μέσα μου…
Έξω η βροχή ξανάρχισε τον χορό της…Τα μάτια μου κλείνουν… Το νέο παυσίπονο έδρασε… Ας κοιμηθώ λίγο…
π.Βασίλειος Θερμός
Τεύχος «Ενορία.gr «Πέρασμα στη απέναντι όχθη»

Το γέμισμα της Χάρης Του!



–Θά σού τό πώ, παιδί μου, γιά νά ενισχυθείς στήν πίστη ότι ο Κύριος δέν εγκαταλείπει τούς δικούς του, όταν αυτοί μέ απόλυτη εμπιστοσύνη στή στοργική Πρόνοιά Του αφήνουν τούς εαυτούς τους καί τίς οικογένειές τους στά χέρια Του...

Μέ τούτα τά λόγια άρχισε ο πατήρ Ιωάννης νά διηγείται σέ πνευματικό του παιδί τό περιστατικό εκείνο από τήν ιερατική του ζωή καί διακονία, όταν νέος ακόμα 
αρχιμανδρίτης γυρνούσε τά χωριά τού θεσσαλικού κάμπου ως ιεροκήρυκας τής Μητροπόλεως.

–Πάνε χρόνια τώρα, αλλά τό γεγονός εκείνο δέν είναι δυνατόν νά σβήσει μέσα μου. Είναι κάτι πού θά τό θυμούμαι σ’ όλη μου τή ζωή.

Κι άρχισε νά διηγείται:

–Ήταν Κυριακή, Νοέμβρης μήνας, άν θυμάμαι καλά. Από τή Μητρόπολη μ’ έστειλαν νά λειτουργήσω σ’ ένα ημιορεινό χωριό, κάπου στούς πρόποδες τού Κισσάβου. Ήξερα ότι εκεί εφημέριος είναι ένας πολύ ευσεβής ιερεύς, ο π. Εμμανουήλ. Τόν έβλεπα κάπου-κάπου στίς ιερατικές μας συνάξεις. Διακρινόταν γιά τή σεμνότητα καί ευλάβειά του. Ήταν καί πολύτεκνος οικογενειάρχης. Πέντε παιδιά είχε.

Έφτασα σχεδόν αχάραγα ακόμη στό χωριό. Ο ναός ανοιχτός. Ο π. Εμμανουήλ άναβε τά καντήλια. Πώς έκανε πού μέ είδε! «Καλώς ήλθες, πάτερ μου, στό χωριό μας. Σήμερα θά ’χουμε πατριαρχική λειτουργία μέ τήν παρουσία σου»! Τό ’λεγε, καί τό πρόσωπό του φωτιζόταν. Τί άνθρωπος! Λειτουργήσαμε μαζί. Τόσο πού ευχαριστήθηκα! Συνδύαζε ο ιερεύς αυτός τήν απλότητα μέ κάποια –πώς νά τό πώ;– επισημότητα στή λειτουργία του. Μεγάλα πράγματα...

Όταν απολύσαμε, μού λέει μέ τό φωτεινό του πρόσωπο:
–Πάτερ μου, δέν θά φύγεις. Σήμερα θά φάμε μαζί στό σπίτι. Ήδη η πρεσβυτέρα πήγε νά ετοιμάσει τό τραπέζι.

Δέν μπορούσα νά αρνηθώ. Καί μόνο ο τρόπος του μέ σκλάβωνε.

Πήγα στό σπίτι του. Όλα πρόδιδαν έσχατη φτώχεια. Δύο καμαρούλες όλο κι όλο, κι ένα καθιστικό, πού ήταν καί κουζίνα καί τραπεζαρία μαζί.

Τά παπαδοπαίδια –πέντε, όπως σού είπα– όλα τους χαριτωμένα, γελαστά, πρόθυμα. Τό μεγαλύτερο ώς δεκάξι-δεκαεφτά χρονών. Τό μικρότερο στήν αγκαλιά τής μάννας. Τά δύο αγοράκια, αφού πήραν τήν ευχή μου καί ζήτησαν τήν άδεια από τόν πατέρα τους, βγήκαν έξω στήν αυλή νά παίξουν. Η μία από τίς κόρες έψησε τόν καφέ καί τόν έφερε σεβαστικά, νά πιούμε μέ τόν παπα-Μανώλη. Έπειτα ευγενικά αποσύρθηκε στό διπλανό δωμάτιο. Η άλλη, μικρότερη, έτρεχε πίσω από τή μαμά.

–Πάτερ Ιωάννη, μού λέει ο παπα-Μανώλης, όπως βλέπεις, φτώχεια μεγάλη έχουμε. Αλλά δόξα τώ Θεώ. Τίποτε δέν μάς λείπει. Όλα μάς τά δίνει ο αγαθός Θεός. Μέρα-νύχτα Τόν ευχαριστούμε καί Τόν δοξάζουμε. Τί νά σού πώ; Εγώ, πάτερ μου, συγκινούμαι πολύ μέ τίς ευεργεσίες τού Θεού στό σπίτι μας. Έχουμε τέτοια χαρά εδώ μέσα, ένα γέμισμα νιώθουμε, δέν μπορώ νά σού τό εξηγήσω.

–Η χάρις είναι, πάτερ μου, η χάρις τού Θεού. Αυτή δίνει αυτό τό γέμισμα πού λές.

–Ναί, πάτερ. Αυτό είναι. Όπως τό είπες. Η χάρις.

Μού ’πε καί άλλα γιά τήν ιερατική του διακονία στό χωριό, μέχρι πού έφτασε η ώρα γιά τό φαγητό. Η πρεσβυτέρα φώναξε τά παιδιά καί όλοι βρεθήκαμε γύρω από τό τραπέζι.

Έμεινα εμβρόντητος. Στό τραπέζι υπήρχε μία ψωμιέρα στό κέντρο μέ μιά λειτουργιά* από τήν εκκλησία, καί στόν καθένα μπροστά ένα πιάτο μ’ ένα κεφτεδάκι μέσα. Τό δικό μου πιάτο είχε δύο. Τίποτε άλλο.

Τό μικρότερο αγόρι είπε τό «Πάτερ ημών»: «Τόν άρτον ημών τόν επιούσιον δός ημίν σήμερον...». Εγώ ευλόγησα. Καθίσαμε.

Φάγαμε. Τί γεύμα ήταν εκείνο! Τί απόλαυση! Δέν μπορώ νά σού πώ, παιδί μου. Απόλαυση. Χαρά! Χορτασμός. Χορτασμός; Ξέρεις τί χορτασμός; Σά νά είχα φάει διπλή μερίδα απ’ ό,τι συνήθως τρώμε. Κι όχι μόνο χορτασμός. Ένα... –πώς νά σού πώ;– ένα γέμισμα! Αυτό. Αυτό πού είπε ο π. Εμμανουήλ πρίν. Γέμισμα. Ευφροσύνη. Ηδονή. Συγκίνηση. Πώς νά σού τό περιγράψω, δέν ξέρω!

Έκανα τήν ευχαριστία στό τέλος. «Ευλόγησον τά περισσεύματα τής παρούσης τραπέζης...» –λίγα ψίχουλα ήταν– «καί πλήθυνον αυτά εν τώ οίκω τούτω καί εις τόν κόσμον σου άπαντα». Καί καθώς τά παιδιά μέ κοίταζαν πού έλεγα τήν προσευχή, τά μάτια τους είχαν μιά τέτοια λάμψη, ζωηράδα, χαρά... Τί νά σού πώ, παιδί μου. Ένα... γέμισμα!

περιοδικό Ο Σωτήρ, τεύχ. 2060, 1/2/2013, εκδ. αδελφότητας θεολόγων «Ο Σωτήρ», σελ. 71-72.

*λειτουργιά = το πρόσφορο

Πηγή


ΙΕΡΩΣΥΝΗ ΚΑΙ “ΑΚΟΙΝΩΝΗΣΙΑ” (του αρχιμανδριτου Ιγνατιου Σταυροπουλου)



Εισαγωγικά.
Χωρίς επιτυχία είναι οι τελευταίες «προσπάθειες» να πολεμηθεί ο μοναχισμός, και με έναν άλλο τρόπο, στο Μοναστήρι Μεταμορφώσεως Σωτήρος Ναυπάκτου, έχοντας κάποιους που εκτοξεύουν ανακρίβειες, «θεολογικού» χαρακτήρα… προς όσους δεν γνωρίζουν!
 
Και λένε, ότι τάχα, «τα τελούμενα στο Μοναστήρι Μυστήρια είναι… άκυρα»!
Ο πιστός Λαός του Θεού, που είναι το ανώτερο «κριτήριο της Αλήθειας» για την Εκκλησία, γνωρίζει με το φωτισμό του Αγίου Πνεύματος, το τι να κάνει κάθε φορά. Ο Αρχιεπίσκοπος  Αθηνών κ. Ιερώνυμος,  φέρεται στους εκκλησιαστικούς κύκλους να είναι εντελώς αντίθετος, με την τακτική ορισμένων μητροπολιτών, να επιβάλλουν την «ακοινωνησία» σε κληρικούς, άσχετα με το γεγονός, ότι ο ίδιος, δεν «μπόρεσε» να αντισταθεί στο “κατεστημένο σύστημα”.
Ως προς δε το ζήτημα, της θρησκευτικής ελευθερίας, ο ίδιος,  λέει ότι:  “Αποτελεί αυτονόητο και απαράγραπτο δικαίωμα κάθε ανθρώπου να απευθύνεται ελεύθερα στο Θεό του. Να Τον τιμά και να Τον λατρεύει σε χώρους που Του πρέπουν, χωρίς προσκόμματα. Το ευρύτερο δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας είναι δικαίωμα θεμελιώδες σε κάθε ευνομούμενη και δημοκρατική Πολιτεία, όπως η ελληνική, και πρέπει να χαίρει πάντα αναγνώρισης και απόλυτου σεβασμού, όπως άλλωστε και το Σύνταγμά μας σαφώς επιτάσσει”.
http://www.cosmo.gr/Epikairotita/Ellada/Eidiseis/ierwnymos-h-thrhskeytikh-eleytheria-einai-themeliwdes-dikaiwma.1276171.html
Κατωτέρω, παρουσιάζεται μια μικρή σχετική εργασία, για όσους ενδιαφέρονται, με παραπομπές, σε αρμόδιους ειδικούς θεολόγος καθηγητές.
 
Η ΙΕΡΟΣΥΝΗ ΚΑΙ ΤΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ
Ποια είναι πράγματι, η Ορθόδοξη Θεολογία, στο θέμα;
Ποια η θεωρία και η πράξη της Εκκλησίας, μέσα στους αιώνες;
ΣΤΗΝ ΘΕΩΡΊΑ
1. Κάποιοι υποστηρίζουν, ότι είναι άκυρα τα ιερά Μυστήρια που τελούνται από μη χειροτονημένους Κληρικούς.
Αλλά, στο Μοναστήρι της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Ναυπάκτου, τα ιερά Μυστήρια τελούνται από χειροτονημένους κληρικούς,που τους χειροτόνησαν Μητροπολίτες με Κανονική χειροτονία.
2. Κάποιοι υποστηρίζουν, ότι είναι άκυρα τα ιερά Μυστήρια,που τελούνται από καθηρημένους Κληρικούς, διότι όπως λένε με την καθαίρεση «αφαιρείται»η Θεία Χάρη από τον καθηρημένο Ιερέα ή Επίσκοπο και δεν έχει πλέον αυτός την Χάρη της Ιεροσύνης.
Αλλά, α) στο Μοναστήρι της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Ναυπάκτου, τα Μυστήρια τελούνται από μη καθηρημένους Κληρικούς.
Και β)σύμφωνα με την Ορθόδοξη Θεολογία, η Ιεροσύνη είναι το μυστήριο στο οποίο με την επίκληση του Αγίου Πνεύματος και την επίθεση των χεριών στον χειροτονούμενο,κατεβαίνει η θεία Χάρη, τον σφραγίζει ανεξάλειπτα και τον εγκαθιστά σε έναν από τους τρείς ιερατικούς βαθμούς, Διάκονο,Πρεσβύτερο, Επίσκοπο, κάνοντας τον άξιο λειτουργό της Εκκλησίας.
Όλοι οι ιερείς – μοναχοί του Μοναστηριού έχουν ανεξάλειπτηΙεροσύνη, που δεν «σβήνει» πλέον και δεν χάνεται.
Δεν υπάρχει Ιεροσύνη,που «εξαλείφεται»,και για κανένα λόγο! Ακόμη και οι πλέον αμαρτωλοί ή τιμωρημένοι ιερείς, έχουν κανονική ιεροσύνη και τα μυστήρια που τελούν,τελούνται από τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος.
ΟΙ ΠΟΙΝΕΣ
Οι διάφορες υπηρεσίες στις τοπικές εκκλησίες, δηλαδή οι Αρχιεπίσκοπος, Μητροπολίτες,Σύνοδος, επιβάλλουν κατά καιρούς πειθαρχικές ποινές σε κληρικούς που ανήκουν στην εκκλησιαστική τους«δικαιοδοσία». Όπως π.χ., αργία, καθαίρεση, ακοινωνησία, στέρηση μισθού κλπ.Καμία, όμως, από αυτές τις διοικητικές ποινές, δεν μπορεί να αφαιρεί από τον Ιερέα την Χάρη της Ιεροσύνης, διότι η Ιεροσύνη παραμένει ανεξάλειπτη.
Πολλές φορές μάλιστα, έχει παρατηρηθεί,ότι γίνονται «διώξεις» κατά κληρικών, για λόγους«σκοπιμότητας», επειδή το έργο που επιτελούν «ενοχλεί»…
Σύμφωνα με την Ορθόδοξη Θεολογία, επειδή την Χάρη της Ιεροσύνης την παρέχει ο Τριαδικός Θεός,δεν μπορεί να την αφαιρέσει άνθρωπος, και επομένως είναι ανεξάλειπτη.
Επειδή η Ιεροσύνη είναι ανεξάλειπτη, αυτό σημαίνει, ότι και τα ιερά Μυστήρια, που τελούν Κληρικοί, που τυχόν έχουν(προσωρινά) διοικητικά καθαιρεθεί,είναι έγκυρα. Συνεπώς, αυτή η ποινή της καθαίρεσης, ουσιαστικά ταυτίζεται με μια διοικητική απαγόρευση τέλεσης ιεροπραξιών, την οποία επιβάλλει κάποια χρονική στιγμή η εκκλησιαστική Διοίκηση σε κάποιον κληρικό. Μπορεί όμως να έρθει η επόμενη διοίκηση, και να κάνει άρση – ακύρωση της ποινής αυτής.
Μήπως όμως, έχει αποφασίσει, κάτι η Διοικούσα Εκκλησία Ελλάδος, (κρατική Αρχή),για το θέμα του ανεξάλειπτου της Ιεροσύνης; ΄Η η Εκκλησία, γενικώς;
Σύμφωνα με τον καθηγητή του πανεπιστημίου κ. Παναγιώτη Μπούμη,
«η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν έχει αποφασίσει επισήμως για το θέμα αυτό».
Ο κ. Μπούμης αναφέρει: «Στο προκείμενο ζήτημα, δηλ.για το ανεξάλειπτο ή όχι της ιερωσύνης, μπορούμε να εφαρμόσουμε τους λόγους του Κυρίου:‘’Όσα εάν δήσητε επί της γης, έσται δεδεμένα εν ουρανώ’’(Ματθ. 18, 18)».
Σύμφωνα πάλι με τον ίδιο καθηγητή, η καθαίρεση δεν μπορεί να καταργήσει την Χάρη της Ιερωσύνης. Καί λέει: «Καθαίρεση,λοιπόν, μπορούμε να πούμε ότι είναι η αναστολή της ενεργείας του χαρίσματος της ιερωσύνης».
Ο ίδιος γράφει για την καθαίρεση, ότι δεν αφαιρεί την Χάρη της Ιερωσύνης: «Επειδή ακριβώς η καθαίρεση είναι αναστολή της ενεργείας του χαρίσματος της ιερωσύνης, και όχι αφαίρεση αυτού, γι’ αυτό, εάν τυχόν ένας καθηρημένος κληρικός αθωωθεί από άλλο δικαστήριο, επανέρχεται στην τάξη των κληρικών, χωρίς νέα χειροτονία».
(βλέπε:Μπούμης Ι. Παναγιώτης, «Κανονικόν Δίκαιον», σελ.203-204).
Σχετικά με τη δυνατότητα αθώωσης του κληρικού από την ποινή της καθαιρέσεως από άλλο εκκλησιαστικό όργανο, ο κανονολόγος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αμίλκας Αλιβιζάτος παραθέτει το παράδειγμα του μητροπολίτη Ευσταθίου,ο οποίος καθαιρέθηκε από τη σύνοδο της Παμφυλίας όμως η Γ΄, Τρίτη, Οικουμενική Σύνοδος (431)
«απεκατέστησεν αυτόν εις την ιερατικήντου τιμήν, επιτρέψασα εις αυτόν την ιερουργίαν».
Σε μελέτη δε τού ιδίου καθηγητή του πανεπιστημίου Αμίλκα Αλιβιζάτου, ο κ. καθηγητής διδάσκει ότι διά της καθαιρέσεως δεν αφαιρείται το θείον της Ιερωσύνης Χάρισμα (Βλ. Αμ.Αλιβιζάτου, Περί χάριτος των ποινών των κληρικών σ.19).
Σύμφωνα με τη δογματική διδασκαλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας η Ιεροσύνη ανήκει στα Μυστήρια που δεν επαναλαμβάνονται και είναι έργο της Θείας Χάριτος. Η καθαίρεση είναι πειθαρχικό μέσο της Εκκλησίας,μη δυνάμενο να άρει την Χάρη του Μυστηρίου, αλλ’ απλώς αναστολή των εκδηλώσεων αυτής.
(Βλ. σχετικά: Α. Χριστοφιλοπούλου, Η οργάνωσις της Εκκλησίας της Ελλάδος σ. 41επ. Χ. Ανδρούτσου, Δογματική της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας σ. 314. Π.Τρεμπέλα, Δογματική της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας τ. 3σ. Πρβλ. Πρωτ.Πατρών 467/1916. Π. Παναγιωτάκου, Η ιερωσύνη…σ.113 επ. 121 επ.Η θεία Χάρις εν τω καθαιρεθέντι παραμένει. Πρβλ. και Ευγενίου Βουλγάρεως,Κανονικαί Επιστάσεις σ. 277 επ. Βασιλείου, Μητροπολίτου Σμύρνης,Περί του κύρους χειροτονίας υπό καθηρημένου Επισκόπου σ. 18. Δ. Πετρακάκου,Τινά περί του κύρους των χειροτονιών σ. 21. Πρβλ. ωσαύτως και τας Α.Π.222/1934, 359/1934,Εφετ.Αθηνών 1356/1949. Μελετίου Μητροπολίτου Κυθήρων, Γάμος κληρικών καταχθέντων εις την τάξιν των λαϊκών ανίερος εν: ΑΕΚΔ 1964 σ. 13.επ.).
Αυτά σημαίνουν, ότι όποτε και αν, ένας τιμωρημένος – καθηρημένος Επίσκοπος ή Ιερέας, τελέσει κάποιο Μυστήριο, μπορεί η Διοίκηση της Εκκλησίας,Αρχιεπίσκοπος, Μητροπολίτες, Σύνοδος, να τον ξανά τιμωρήσουν, π.χ. διότι δεν υπάκουσε, διότι δεν εφάρμοσε την ποινή.
Όμως το Μυστήριο που τελείται κάθε φορά, είναι Κανονικό Μυστήριο. Τελείται από το Άγιο Πνεύμα.
Η ΠΡΑΞΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΥΣ ΑΙΩΝΕΣ
Η Τρίτη, Οικουμενική Σύνοδος δέχθηκε, όπως αναφέραμε, άνευ αναχειροτονήσεως τον Επίσκοπο Παμφυλίας Ευστάθιο που είχε καθαιρεθεί από την Σύνοδο της Παμφυλίας, που σημαίνει ότι η Τρίτη, Οικουμενική Σύνοδος αναγνώρισε το ανεξάλειπτο της Ιεροσύνης και μετά την καθαίρεση.
Και ο καθηρημένοςΆγιος Μ. Αθανάσιος, που καθαιρέθηκεαπό την Σύνοδο της Αντιοχείας το 340 μ.Χ. αποκαταστάθηκε από την Εκκλησία άνευ αναχειροτονήσεως, που σημαίνει ότι η Εκκλησία αναγνώρισε πάλι το ανεξάλειπτο της Ιερωσύνης και μετά την καθαίρεση.
Κατά τους νεωτέρους χρόνους με αποφάσεις Πατριαρχικών και Συνοδικών στην Κωνσταντινούπολη αποκαταστάθηκαν οι καθηρημένοι χωρίς να ξαναχειροτονηθούν, όπως ο Κωνσταντινουπόλεως Ιάκωβος (Κ. Σάθα, Σχεδίασμα περί του Πατριάρχου Ιερεμίου Β’ σ.183-184.), ο Άνδρου Βενιαμίν (Γ. Καμπούρογλους, Μνημεία…Β’σ. 361.), ο Αλεξανδρείας Σαμουήλ (Καλ. Δεληκάνη, Συλλογή… Β’σ.18-21), που σημαίνει ότι η Εκκλησία αναγνώρισε πάλι το ανεξάλειπτο της Ιερωσύνης και μετά την καθαίρεση.
Στην Εκκλησία της Ελλάδος (κρατική εκκλησία) δεν υπήρξε ποτέ περίπτωση αναχειροτονήσεως κληρικών. Έτσι, έγιναν δεκτοί χωρις να ξανα χειροτονηθούν,όσοι καθαιρέθηκαναπ τη Σύνοδο: Ζαρνάτας Γαβριήλ, Ανδρουβίστης Προκόπιος, Ακαρνανίας Ιερόθεος. Αυτό σημαίνει ότι η Εκκλησία της Ελλάδος αναγνώρισε πάλι το ανεξάλειπτο της Ιερωσύνης και μετά την καθαίρεση.
(Κων/νου Οικονόμου, Τα σωζόμενα άπαντα τ. Β’ σ. 282).Ομοίως και οι Λαρίσης Αμβρόσιος, Αθηνών Θεόκλητος, Λαρίσης Αρσένιος, ως και ο Μελέτιος ο Μεταξάκης (Βασιλείου Ατέση, Μητροπολίτου πρ. Λήμνου. Επίτομος Επισκοπική Ιστορία… τ. Β’ σ. 48, 65, 149, επ.).
Σημειώνουμε,ότι η Εκκλησία της Ελλάδος συμφώνησε στην αναγνώριση των χειροτονιών που τελέστηκαν από καθηρημένουςαρχιερείς,κατά την διάρκεια του βουλγαρικού σχίσματος.
(Γ. Κονιδάρη, Η άρσις του βουλγαρικού σχίσματος… Αθήναι1971 σ. 109. Βασ. Στεφανίδη, Εκκλησ. Ιστορία σ.683, Αρχιμ. Εμμ. Καρπαθίου, Tο βουλγαρικόν σχίσμα εν: «Θεολογία» 1925 σ.345.επ.).
Αυτό σημαίνει ότι η Εκκλησία Ελλάδος αναγνώρισε, ως έγκυρα τα Μυστήρια που τελέσθηκαν από καθηρημένουςκληρικούς.
Παρόμοια έγινε και με όσους κληρικούς καθαίρεσε ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Ιερώνυμος Κοτσώνης, κατά τη διάρκεια της δικτατορίας. Αργότερα, ο διάδοχός του, Αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ τους αποκατέστησε όλους, χωρίς να τους ξαναχειροτονήσει, και αναγνώρισε ως έγκυρα τα Μυστήρια που τελέσθηκαν από τους καθηρημένουςΚληρικούς, που σημαίνει ότι η Εκκλησία Ελάδος,αναγνώρισε πάλι το ανεξάλειπτο της Ιεροσύνης και μετά την καθαίρεση.
(Για το ανεξάλειπτο της Ιερωσύνης, βλ.: Π. Τρεμπέλα, Η ανεξάλειπτος σφραγίς εν τοις μυστηρίοις και ιδία εν τη ιερωσύνη, εν: Επιστημονική Επετηρίς Θεολογικής σχολής1955-1956 σ. 49-63. Βλ. σχετικώς καί Γνωμ. Εισαγγελ. Α.Π. 1/1947, 27/1947 (εν:Ε.Ε.Ν. 14, 169 και 15, 142 ) Α.Π. 222/1934 (εν: ΕΕΝ 1, 471), Εφ.Αθηνών80/950και 1356/1949) .
Το ανεξάλειπτο της Ιερωσύνης το διδάσκουν και οι Αρχιεπίσκοπος και καθηγητής Χρυσόστομος Παπαδόπουλος, οι Μητροπολίτες Λαρίσης Δωρόθεος,Κυθήρων Μελέτιος, πρ. Φλωρίνης Χρυσόστομος και οι καθηγητές κλπ. Π.Τρεμπέλας,Π. Παναγιωτάκος, Δ. Πετρακάκος,Χ. Ανδρούτσος, Δ. Ματαράγκας κ.ά.
Η ΟΡΘΌΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΊΑ, ΚΑΙ ΤΑ ΜΥΣΤΉΡΙΑ ΤΩΝ ΑΙΡΕΤΙΚΏΝ
Στην Ορθόδοξη Θεολογία και Εκκλησία θεωρούνται έγκυρα τα Μυστήρια των μη καταδικασμένων, ως αιρετικών και σχισματικών, που, πιθανόν διδάσκουν κάποιες αιρετικές απόψεις, αλλά που δεν τους καταδίκασε, ως αιρετικούς, κάποια Οικουμενική ή έστω Πανορθόδοξη Σύνοδος.
Οι Οικουμενικές Σύνοδοι της Ορθοδοξίας,αναγνώρισαν, ως έγκυρα, τα Μυστήρια των μη καταδικασμένων ως αιρετικών.
Τούτο αποφάνθηκε και η Έβδομη, Οικουμενική Σύνοδος. (Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου, Μ. 12, 1042). Το ζήτημα της εγκυρότητας των Μυστηρίων των μη καταδικασμένων ως αιρετικών, συζητήθηκε πλήρως στην Ζ΄ Εβδόμη,Οικουμενική Σύνοδο και λύθηκε κάθε σχετικό πρόβλημα «έν Πνεύματι Αγίω».
Όσον αφορά στο κύρος Μυστηρίων που τέλεσαν αιρετικοί, σχισματικοί και καθηρημένοι, η Ορθόδοξη Εκκλησία, δεν έχει προχωρήσει σε δημιουργία επίσημου Κανόνα η από του οποίου απόκλιση θα έφερε χαρακτήρα αντικανονικότητας (Πρβλ.Αρχιμ. Ιερ. Κοτσώνη, Η κανονική άποψις… σ. 178 επ.).
Η διακύμανση και ταλάντευση της εκκλησιαστικής νομοθεσίας έναντι της αναγνωρίσεως ή όχι των Μυστηρίων αυτών, επιβεβαιώνει το συμπέρασμα, ότι το ζήτημα του κύρους του βαπτίσματος των αιρετικών δεν θεωρήθηκε ποτέ ως ζήτημα δογματικό. (Πρβλ. Α. Χριστοφιλοπούλου, Η εις την Ορθοδοξίαν προσέλευσις των αλλοθρήσκων και ετεροδόξων ένθ’ αν. σ. 59,Π.Μενεβίσογλου, Το Άγ. Μύρον εν τη Ορθοδόξω Ανατολική Eκκλησία σ. 206).
Η Ορθόδοξη Εκκλησία, αναγνώρισε πολλές φορές το κύρος χειροτονιών που τελέστηκαν από αιρετικούς και σχισματικούς, και δέχθηκε άνευ αναχειροτονήσεως τους χειροτονημένους από αιρετικούς. Αυτό σημαίνει ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία, αναγνώρισε ως έγκυρα τα Μυστήρια των αιρετικών και το ανεξάλειπτο της Ιερωσύνης.
Παραδείγματα υπάρχουν πάρα πολλά από την ιστορία της Εκκλησίας μας:
1) Η Πρώτη, Οικουμενική Σύνοδος δέχθηκε άνευ αναχειροτονήσεως τους αιρετικούς Κληρικούς τους λεγομένους Μελιτιανούς και τους λεγομένους Καθαρούς ως και τους λεγομένους Μιξοφυσίτες και τους λεγομένους Θεοπασχίτες. (Κανών Η’ της Α’Οικουμενικής Συνόδου. Ρ-Π,Σύνταγμα… Β’ σ.133 επ. Πρβλ. και Ζωναράν εν τη ερμηνεία του Κανόνος τούτου επαγόμενον: «…Και ει κεχειροτονημένοι εισίν εις επισκόπους ή πρεσβυτέρους ή διακόνους, οι εξ αυτών προσιόντες τη Εκκλησία,μένειν αυτούς εν τω κλήρω κατά τους οικείους βαθμούς, εάν ίσως εν ταις εκκλησίαις, εν αις εχειροτονήθησαν, ουκ εισιν έτεροι…» ενθ’ άνωτ. σ. 134.Πρβλ. και Σωκράτους, εν Εκκλ. Ιστορία Α’ 9 (Ρ. G. 67, 84).
Η Τρίτη, Οικουμενική Σύνοδος δέχθηκε τους αιρετικούς Μεσσαλιανούς Κληρικούς, ως Κληρικούς άνευ αναχειροτονήσεως,που σημαίνει ότι η Γ΄ Οικουμενική Σύνοδος αναγνώρισε πάλι ως έγκυρα τα Μυστήρια των αιρετικών και το ανεξάλειπτο της Ιερωσύνης.
Η Έκτη, Οικουμενική Σύνοδος: Οι περισσότεροι από τους Επισκόπους πού συμμετείχαν στην ΣΤ’ Οικουμε
νική Σύνοδο Επισκόπων, ήταν χειροτονημένοι από αιρετικούς Μονοθελητές!!!… (βλ.Ταρασίου,Προέδρου της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου,Μ. 12, 1047). Έτσι, η ΣΤ’ Οικουμενική Σύνοδος της Ορθοδοξίας αναγνώρισε πάλι ως έγκυρα τα Μυστήρια των αιρετικών και το ανεξάλειπτο της Ιερωσύνης. (Σπ.Μήλια,Συνάθροισις Ιερών Κανόνων τ. Β’ σ.740).
Η Έβδομη, Οικουμενική Σύνοδος δέχθηκε ως Κληρικούς, όσους ανήκαν στην αίρεση της εικονομαχίας, που σημαίνει ότι η Οικουμενική Σύνοδος αναγνώρισε πάλι ως έγκυρα τα Μυστήρια των αιρετικών και το ανεξάλειπτο της Ιερωσύνης.(Βλ. Α’ πράξη της Ζ’Οικουμενικής Συνόδου παρά Σ. Μήλια,τ. Β’σ. 729, 731).
Η Σύνοδος της Καρθαγένης δέχθηκε άνευ αναχειροτονήσεως τους αιρετικούς Δονατιστές, γεγονός που σημαίνει ότι η Σύνοδος αναγνώρισε πάλι ως έγκυρα τα Μυστήρια των αιρετικών και το ανεξάλειπτο της Ιερωσύνης. (Βλ. Κανόνας ΞΗ’,ΟΣΤ’, ΟΗ’ της εν Καρθαγένη, εν:Ρ – Π Σύνταγμα Γ’ σ. 478, 542, Π. Τρεμπέλα,Δογματική Γ’ σ. 318, Αρχιμ. Ιερ.Κοτσώνη, Η κανονική άποψις περί της επικοινωνίας μετά των ετεροδόξων Αθήναι1957 σ. 176. Α.Θεοδώρου, Η μυστηριακή διακοινωνία (intercommunio) εξ επόψεως ορθοδ. Συμβολικής,Αθήναι 1973 σ. 5).
Ο Μ.Βασίλειος αναγνώρισε ως Κληρικούς τους αιρετικούς Κληρικούς Ζώινο και Σατουρνίνο, από την αίρεση των Εγκρατιτών, γεγονός που σημαίνει, ότι ο Μέγας Βασίλειος αναγνώρισε ως έγκυρα τα Μυστήρια των αιρετικών και το ανεξάλειπτο της Ιερωσύνης. (Ρ-Π, Σύνταγμα Γ’ σ. 91).
Το ίδιο έπραξε ο Μ. Αθανάσιος για τους αιρετικούς, αρειανούς.Δέχθηκε ως Επίσκοπο τον Επίσκοπο Σιδήριο, που είχε χειροτονηθεί από έναν μόνο Επίσκοπο και μάλιστα τον προήγαγε σε Μητροπολίτη Πτολεμαΐδος. (Βλ. ερμηνεία Νικοδήμου του Αγιορείτου εις Α’Αποστολ. Κανόνα(Πηδάλιον έκδ. Αστέρας 1957 σ.3).
Όσοι χειροτονήθηκαν ως Επίσκοποι, από τον αιρετικό μονοφυσίτη Πατριάρχη Αλεξανδρείας Πέτρο τον Γ΄ (Μογγό), έγιναν δεκτοί από την Ορθόδοξη Εκκλησία με τον βαθμό τους, γεγονός που σημαίνει ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία,αναγνώρισε πάλι ως έγκυρα τα Μυστήρια των αιρετικών και το ανεξάλειπτο της Ιερωσύνης. (Χρυσοστόμου,Αρχιεπισκόπου Αθηνών…,Ιστορία της Εκκλησίας Αλεξανδρείας, Αλεξάνδρεία 1935 σ.433).
Κατά τον Μέγα Φώτιο κανένας κληρικός δεν αναχειροτονήθηκε από τους κληρικούς του αιρετικού Επισκόπου Παύλου του Σαμοσατέως (P.G. 104, 1224). Ο Μέγας Φώτιος μάλιστα αναφέρει ως παραδείγματα, ότι παρ’ όλο που ο αιρετικός Επίσκοπος Παύλος Σαμοσατέας, ο Νεστόριος, ο Σέργιος, ο Πύρρος και ο Μακάριος ήταν καθηρημένοι χειροτόνησαν κάποιους Κληρικούς. Όλοι αυτοί οι Κληρικοί που χειροτονήθηκαν από καθηρημένους, έγιναν δεκτοί από την Εκκλησία, χωρίς να αναχειροτονηθούν,γεγονός που σημαίνει ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία, αναγνώρισε πάλι ως έγκυρα τα Μυστήρια των αιρετικών και το ανεξάλειπτο της Ιερωσύνης.
Ο άγιος Μελέτιος Αντιοχείας αν και χειροτονήθηκε από αιρετικούς, {χειροτονήθηκε παρά των τότε «καινών αιρετικών» αρειανών,(Επιφανίου Κύπρου, PG. 42, 429)}, έγινε δεκτός άνευ αναχειροτονήσεως. Αυτό σημαίνει, ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία,αναγνώρισε πάλι ως έγκυρα τα Μυστήρια των αιρετικών και το ανεξάλειπτο της Ιερωσύνης. (Επιφανίου: Περί αιρέσεων 68. Ιστέον ότι ο Βλάσταρις θεωρεί ως άθεσμον τήν δευτέραν χειροτονίαν.Ρ – Π, Σύνταγμα . ΣΤ’ σ.507).
Αυτός ο άγιος Μελέτιος βάπτισε τον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο (Βίος Ι. Χρυσοστόμου έν επιτομή, PG. 47 LXXXVII) και χρημάτισε πρόεδρος της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου. Πέθανε κατά την διάρκεια των εργασιών της. Τότε ο άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης εξύμνησε τον Μελέτιο ως νέο Απόστολο και «ομότροπον» «αθλητήν» των αγίων (Γρηγορίου Νύσσης, PG. 46, 852). Η Ορθόδοξη Εκκλησία τον τιμά ως άγιο την12η Φεβρουαρίου.
Παρόμοια, και ο άγιος Ανατόλιος. Τον χειροτόνησε ο αιρεσιάρχης Διόσκορος, (βλ.Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου, Μ. 12, 1042), η Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος δέχθηκε τον Ανατόλιο ώς έξαρχό της (Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου, Μ. 6, 565). Η Ορθόδοξος Εκκλησία τον τιμά ως άγιο την3η Ιουλίου.
Κατά τον γ’αιώνα ο Πάπας Ρώμης Κορνήλιος δέχθηκε τον σχισματικό,από το Ναυατιανό σχίσμα, πρεσβύτερο Μάξιμο, «άνευ αναχειροτονήσεως», που σημαίνει ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία, αναγνώρισε πάλι ως έγκυρα τα Μυστήρια των σχισματικών και το ανεξάλειπτο της Ιερωσύνης. (Ρ. L. 3, 736-737).
Το 1840 η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ρωσίας, δέχθηκε «άνευ αναχειροτονίας» τους αιρετικούς ουνίτες επισκόπους, και το 1860 η Κων/λη δέχθηκε ως έγκυρες τις χειροτονίες δύο αιρετικών Μελχιτών ιερομονάχων (Πρβλ. Π. Τρεμπέλα, Δογματική,τ.3 σ. 318, Αρχιμ. Ιερ. Κοτσώνη,Η κανονική άποψις… σ. 177) .
Η Εκκλησία της Ελλάδος, αποκατάστησε στον επισκοπικό βαθμό, «άνευ αναχειροτονήσεως» τους δύο παλαιοημερολογίτες Επισκόπους Χριστιανουπόλεως και Διαυλείας και αναγνώρισε ως έγκυρα τα Μυστήρια που είχαν τελέσει.
Το ζήτημα της αναγνωρίσεως ειδικά του Μυστηρίου του Βαπτίσματος
Η Πρώτη, Οικουμενική Σύνοδος αναγνώρισε ως έγκυρο το Βάπτισμα των αιρετικών Νοβατιανών.
Η Δευτέρα, Οικουμενική Σύνοδος δέχθηκε και αναγνώρισε ως έγκυρο, το Βάπτισμα κάποιων αιρετικών και την «διά Χρίσματος»μόνο αποδοχή των αιρετικών και σχισματικών (Ζ΄ Κανόνος Β΄ Οικουμενικής Συνόδου).
Με όλα αυτά συμφωνεί και ο Μ. Βασίλειος (Α΄ Κανόνος Μ. Βασιλείου).
Η Έκτη, Οικουμενική Σύνοδος, δέχθηκε ως έγκυρο το Βάπτισμα κάποιων αιρετικών και την «διά Χρίσματος» μόνο αποδοχή των αιρετικών και σχισματικών (95ου Κανόνος ΣΤ΄ Οικουμενικής Συνόδου).
Η Σύνοδος Λαοδικείας αναγνώρισε ως έγκυρο το Βάπτισμα των Νοβατιανών και Τεσσαρασκαιδεκατιτών.
Επί πλέον, και στην Εβδόμη, Οικουμενική Σύνοδο, έγιναν δεκτοί εικονομάχοι Επίσκοποι και οι ίδιοι ομολόγησαν, ότι «έν ταύτη τη αιρέσει ημών γεννηθέντες ανετράφημεν και ηυξήθημεν» (Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου, Μ.12, 1031). Δηλαδή, και βαπτίστηκαν, και χειροτόνησαν, και όλα τα Μυστήρια τα έκαναν, και η Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος τα αναγνώρισε όλα τα Μυστήριά τους αυτά.
Η Οικουμενική αύτη Σύνοδος αναγνώρισε και απέδειξε, ότι «πάντες ομοφρόνως τους προσερχομένους απο οιασδήποτε αιρέσεως απεδέξαντο», εάν δεν υφίσταται κανονικό κώλυμα Ιερωσύνης. «Η αγία Σύνοδος είπεν ούτως αληθώς έχει» (Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου, Μ. 12, 1039).
Δέχθηκαν μάλιστα οι Άγιοι και τους χειροτονηθέντες Επισκόπους, Ιερείς, Διακόνους από αιρετικούς Επισκόπους. Γι’ αυτό ο Άγιος Ταράσιος ο αγιώτατος Πατριάρχης Πρόεδρος της Οικουμενικής Συνόδου είπε: «Και ημείς να δεχώμεθα τους από αιρετικών χειροτονηθέντας, ώς και Ανατόλιος εγένετο δεκτός». Διότι «αληθώς φωνή Θεού έστιν, ότι ούκ αποθανούνται τέκνα υπέρ πατέρων, άλλ’ έκαστος τη ιδία αμαρτία αποθανείται».
Και, «ότι έκ Θεού έστιν η χειροτονία» (Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου, Μ. 12, 1042).
Αυτό το είχε διδάξει και ο Μ. Βασίλειος.
«ούκ έφησεν(δεν είπεν) ο πατήρ αδέκτους είναι» τους αιρετικούς (Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου, Μ. 12, 1050).
Αυτό το ίδιο μαρτυρεί η στάση των Αγίων και προς τον αιρεσιάρχη Νεστόριο. Ο Νεστόριος είχε καταγγελθεί από τον άγιο Κύριλλο Αλεξανδρείας, ότι πίστευε «τά τού Αρείου» (Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Μ. 4, 1256). Δηλαδή, πίστευε και κήρυττε αίρεση καταδικασμένη από δύο Οικουμενικές Συνόδους, την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο και την Β΄ Οικουμενική Σύνοδο.Και όμως, τα Μυστήρια που τελούσε ο Νεστόριος,θεωρήθηκαν ως έγκυρα (Μ. Φώτιος PG. 104, 1224).
Η Ορθόδοξη Εκκλησία δέχεται και το Βάπτισμα των Λατίνων (Βλ. Κ.Ράλλη, Βάπτισμα αιρετικών, εν ΑΕΚΔ 1948 σ. 9-23 ). (Πρβλ. και Αρχιμ. Ιερων.Κοτσώνη,Αι απαιτούμεναι υπό των Ι. Κανόνων διατυπώσεις διά την προσέλευσιν εις την Ορθόδοξον Εκκλησίαν παντός αιρετικού, εν:«Εκκλησία» 1964 σ.450-452,Αγαθαγγέλου, Μητροπολίτου Χαλκηδόνος, Υπόμνημα περί του κύρους του βαπτίσματος των αιρετικών και των σχισματικών, εν: «Ορθοδοξία»1931 σ. 350 επ.417 επ., Π.Παναγιωτάκου, Αι κανονικαί διατυπώσεις επί εισδοχής ετεροδόξων χριστιανών εις την Ανατολικήν Ορθόδοξον του Χριστού Εκκλησίαν κατά το ισχύον Ελλην.Εκκλησιαστικόν Δίκαιον εν: ΑΕΚΔ 1952 σ. 87 επ., Γερμανού,Μητροπολίτου Αίνου,Περί του κύρους του βαπτίσματος των αιρετικών, εν:«Ορθοδοξία» 1952 σ.60, Ι.Καρμίρη, Πώς δει δέχεσθαι τους προσιόντας τη Ορθοδοξία ετεροδόξους,εν:«Θεολογία» 1954 σ. 211 επ., Αν. Χριστοφιλοπούλου, Η εις την Ορθοδοξίαν προσέλευσις των αλλοθρήσκων και ετεροδόξων, εν: «Θεολογία» 1956 σ.53 επ. ένθα και σχετική βιβλιογραφία. Ως προς την εγκυρότητα γάμου τελεσθέντος υπό κανονικού ιερέως τη συμπράξει καθηρημένου βλ. Κ. Ράλλη, Κύρος γάμου πολιτών Ελλήνων ορθοδόξων τελεσθέντος παρ’ ορθοδόξου ιερέως συμπράξει ιερέως καθηρημένου,εν: ΑΕΚΔ 1948 σ. 104-106).
Έτσι, οι Οικουμενικές Σύνοδοι – η Ορθόδοξη Εκκλησία – δέχθηκαν ως έγκυρο το Βάπτισμα των αιρετικών.
Αλλά, στο Μοναστήρι της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Ναυπάκτου, ούτε υπήρξε ποτέ κάποιος αιρετικός, ούτε καταδικάσθηκε ποτέ κάποιος ως αιρετικός. Ούτε από Οικουμενική Σύνοδο, ούτε από κάποια Πανορθόδοξη Σύνοδο, ούτε από τοπική Σύνοδο, ούτε καταδικάσθηκε, ως αιρετικός κάποιος από τους μοναχούς ή κληρικούς του Μοναστηριού.
Και ειδικά, στο μοναδικό συνοδικό δικαστήριο, της Εκκλησίας Ελλάδος, που ασχολήθηκε με συγκεκριμένη κατηγορία,περί δήθεν αιρέσεως του ιδρυτού του μοναστηρίου Μεταμορφώσεως, η κατηγορία εξέπεσε παντελώς, και δεν μπορεί πλέον να επανυποβληθεί, διότι κρίθηκε τελεσίδικα στο ανώτατο συνοδικό δικαστήριο!!!
Αλλά, και αν ακόμα συνέβαινε το αντίθετο,και πάλι κανένας μεμονωμένος κληρικός ή λαϊκός, από μόνος του, δεν αποκτά το δικαίωμα να χαρακτηρίσει ως άκυρα τα ιερά Μυστήρια που τελούνται στο Μοναστήρι,και με τα οποία ενεργεί η Χάρη του Αγίου Πνεύματος.
Η  ΑΚΟΙΝΩΝΗΣΙΑ  ΩΣ  ΠΟΙΝΗ  (στην Εκκλησία Ελλάδος)
Ειδικά, στην Εκκλησία Ελλάδος, η εκτός εκκλησιαστικού νόμου «ποινή ή επιτίμιο ακοινωνησίας», επιβάλλεται συνήθως για «εκτοπισμό» από την εκκλησιαστική διοίκηση, σε κληρικούς που η παρουσία τους και το έργο τους«ενοχλεί» τους προϊσταμένους των εκκλησιαστικών υπηρεσιών…(!).
Η ποινή της ακοινωνησίας είναι άγνωστη στους Ιερούς Κανόνες της Ορθόδοξης Εκκλησίας και στις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων. Στην Εκκλησία Ελλάδος, ως ποινή, η ακοινωνησία, επιβαλλόμενη σε κληρικούς, θεωρητικά, δεν έχει επίπτωση στην ανεξάλειπτη Ιερωσύνη και στην Χάρη του Αγίου Πνεύματος, που απορρέει από αυτή, κατά την τέλεση των ιερών Μυστηρίων.
Δεν μπορεί δηλαδή, να έχει καμία επίπτωση στα τελούμενα Μυστήρια.
Στην Εκκλησία Ελλάδος, η «ακοινωνησία» θεωρείται «πνευματική ποινή-τιμωρία» (;) και, ως προς τη διαδικασία, επιβάλλεται χωρίς νόμο, χωρίς καμία εκκλησιαστική δίκη, χωρίς κανονισμό και χωρίς απολογία, τρόπον τινά αυθαίρετα. Με αποστολή προσωπικού ή και ομαδικού εγγράφου, (έγινε και αυτό). Ή τηλεφωνικώς, ή με φαξ, ή με e mail. Γιατί όχι – μελλοντικά – και με μήνυμα στο κινητό (!). Επειδή θεωρείται πνευματικού χαρακτήρα επιτίμιο, δεν ασχολούνται ούτε τα ελληνικά δικαστήρια, με το να ακυρώσουν την πράξη αυτή της δημόσιας εκκλησιαστικής διοίκησης. Είναι για τον νόμο, «μη εκτελεστή διοικητική πράξη».
Η πρακτική της Εκκλησίας ως σήμερα έδειξε, ότι δεν την«υπολογίζουν» την ποινή αυτή της ακοινωνησίας, ούτε οι ίδιοι οι Μητροπολίτες που την επιβάλλουν και αναγνωρίζουν ως ανεξάλειπτη την Ιεροσύνη των τιμωρημένων, αλλά, και τα Μυστήρια που τελούν αυτοί, ως έγκυρα.
Τα παραδείγματα των Κληρικών που τιμωρήθηκαν με ακοινωνησία, όπως π.χ. ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χριστόδουλος, ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Διόδωρος,και τα παραδείγματα άλλων τιμωρημένων με ακοινωνησία Μητροπολιτών, μεταξύ των οποίων ο Αττικής και Μεγαρίδος Νικόδημος, ο Θεσσαλιώτιδος Κωνσταντίνος, ο Λαρίσης Θεολόγος, είναι χαρακτηριστικά, διότι και μετά την ποινή τους συνέχισαν να τελούν τα Μυστήρια, που οι άλλοι Μητροπολίτες τα θεωρούσαν έγκυρα και συντελούσαν μαζί τους διάφορα και τους φιλοξενούσαν στην Μητρόπολή τους και μάλιστα ο τωρινός Αρχιεπίσκοπος κ. Ιερώνυμος και τελικά συμμετείχαν στις κηδείες τους, σαν να μη συνέβη ποτέ τίποτα.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ:
1. Στο Μοναστήρι της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Ναυπάκτου, τα ιερά Μυστήρια που τελούνται, κατά το τυπικό της Ορθόδοξης Εκκλησίας, είναι Κανονικά ιερά Μυστήρια, άσχετα με τις διοικητικές ποινές που –πρόσκαιρα- επιβάλλονται στους κληρικούς και μοναχούς.
Τα όσα κακόβουλα,αντίθετα, μπορεί να λέγονται, δεν τα έχει πει ποτέ η Ορθόδοξη Εκκλησία επίσημα, μέσα στους αιώνες.
2. Οι διοικητικές ή «πνευματικές» ποινές, ή η “ακοινωνησία”,  που επιβάλλονται, από εκκλησιαστικές υπηρεσίες της ελλαδικής Εκκλησίας σε κληρικούς, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση, να αφαιρούν από κανένα τη Θεία Χάρη. Με τα ιερά Μυστήρια, ενεργεί το Άγιο Πνεύμα.
3. Η πρακτική, οι αποφάσεις, αλλά και η Παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας, αναγνώρισε πάντοτε την Ιεροσύνη, ως ανεξάλειπτη και ως έγκυρα όλα τα Μυστήρια που τελέσθηκαν κατά καιρούς. Ακόμη και αυτά που τελέστηκαν,από τιμωρημένους με πειθαρχικές ποινές, αργίες, καθαιρέσεις, ακοινωνησίες,ακόμη και από καταδικασμένους αιρετικούς και σχισματικούς.
…………………………………………………………

Μνήμη της Β' Αγίας Οικουμενικής Συνόδου (22 Μαΐου)


Μνήμη της Β' Αγίας Οικουμενικής Συνόδου

Ημερομηνία εορτής: 22/05/2013 

Εορτάζει στις 22 Μαΐου εκάστου έτους.

Tολμά το θείον Πνεύμα μη Θεόν λέγειν,
Tο παμπόνηρον πνεύμα Mακεδονίου.

Βιογραφία

Μετά την Α' Οικουμενική Σύνοδο της Νίκαιας ανεφάνησαν στην Εκκλησία και νέοι αιρετικοί, όπως οι Πνευματομάχοι ή Μακεδονιανοί, υπό τον αιρεσιάρχη Μακεδόνιο Κωνσταντινουπόλεως, οι Ημιαρειανοί, ο Απολινάριος Λαοδικείας, ο Σαβέλλιος Πτολεμαΐδος, ο Μάρκελλος Αγκύρας, ο Φωτεινός Σιρμίου, ο Ευνόμιος Κυζίκου με το διδάσκαλό του Αέτιο, ο Ευδόξιος Κωνσταντινουπόλεως, ο Παύλος Σαμοσατεύς και άλλοι που προσείλκυαν πολλούς οπαδούς.

Το χριστολογικό ζήτημα τέθηκε εξ αιτίας της αιρέσεως του Απολιναρίου Λαοδικείας. Ο Απολινάριος (390 μ.Χ.), όπως και η λεγόμενη Αλεξανδρινή Σχολή, τόνιζε πρωτίστως την ενότητα στο Πρόσωπο του Ιησού Χριστού, συχνά εις βάρος της πληρότητας του ανθρώπινου στοιχείου. Δίδασκε ότι ο Χριστός είναι Υιός του Θεού, ο οποίος είναι τέλειος Θεός και κατά την Ενανθρώπιση έλαβε μόνο σάρκα («Θεός σαρκοφόρος»), δηλαδή ανθρώπινο σώμα και άλογη ψυχή, όχι όμως και ανθρώπινο νου, γιατί αυτό θα σήμαινε την τελειότητα (ακεραιότητα) της ανθρώπινης φύσεως. 

Ο Απολινάριος θεωρούσε πως ο Χριστός για την σωτηρία του ανθρώπου είναι ανάγκη να είναι τέλειος Θεός. Για να είναι λοιπόν δυνατή η πλήρης ένωση στον Ένα Χριστό, δίδασκε ότι ο Λόγος του Θεού δεν έλαβε κατά την Ενανθρώπιση τέλεια ανθρώπινη φύση, αλλά μόνο το ανθρώπινο σώμα εμψυχωμένο με ζωική (άλογη) ψυχή και όχι ανθρώπινο νου. Προτιμούσε να χρησιμοποιεί τον όρο «σαρξ», όχι όμως με την βιβλική του σημασία. Επέμενε στη στενή ένωση Θεού και ανθρώπου στον Χριστό, αλλά η ανθρώπινη φύση Του δεν ήταν πλήρης. Την ένωση Λόγου και σαρκός σε μία φύση την χαρακτήριζε «ένωσιν ουσιώδη», «ένωσιν σύνθετον» και «ένωσιν φυσικήν». Η «κολοβωμένη» ανθρώπινη φύση μετά την ένωση πρέπει να θεωρηθεί ότι απορροφήθηκε και χάθηκε μέσα πιο κόλπους του Λόγου, έτσι ώστε ο Χριστός να μην είναι τέλειος άνθρωπος, αλλά μόνο τέλειος Θεός..

Οι Πνευματομάχοι ή Μακεδονιανοί αρνούνταν τη θεότητα του Αγίου Πνεύματος, θεωρώντας αυτό «κτίσμα και όχι Θεό, ούτε ομοούσιο με τον Πατέρα και τον Υιό». 

Κατά τον Μέγα Βασίλειο οι Πνευματομάχοι θεωρούνταν όχι μόνο ότι θεομαχούσαν κατά του Θεού και του Υιού και ότι χριστομαχούσαν, αλλά και ότι πνευματομαχούσαν..

Στη διδασκαλία του Απολιναρίου και του Μακεδονίου αντέδρασαν από πολύ νωρίς οι Πατέρες της Εκκλησίας και τον καταδίκασαν πολλές φορές. Η οριστική όμως καταδίκη της αιρετικής τους κακοδοξίας έγινε από τη Β' Οικουμενική Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως το 381 μ.Χ..

Η Β' Οικουμενική Σύνοδος συνήλθε από τον Μάιο μέχρι το τέλος του Ιουλίου του 381 μ.Χ. στην Κωνσταντινούπολη, μετά από πρόσκληση του αυτοκράτορα Θεοδοσίου του Μεγάλου, προς επίλυση θεολογικών και διοικητικών προβλημάτων. Οι εκατόν πενήντα θεοφόροι Πατέρες, που συμμετείχαν σε αυτήν, προέρχονταν από περιοχές, οι οποίες πολιτικά υπάγονταν στη δικαιοδοσία του αυτοκράτορα που τους συγκάλεσε. Επρόκειτο δηλαδή περί Μεγάλης Συνόδου των Επισκόπων του Ανατολικού Ρωμαϊκού Κράτους, η δε αναγνώρισή της ως της Β' Οικουμενικής έγινε από την Δ+ Οικουμενική Σύνοδο, που συνήλθε στη Χαλκηδόνα το 451 μ.Χ., η οποία και αποδέχθηκε το Σύμβολον αυτής ως ισοδύναμο και ισόκυρο με αυτό της Νικαίας.

Η Β' Οικουμενική Σύνοδος απέκτησε μεγάλη σημασία για τον Χριστιανισμό προ πάντων διότι συμπλήρωσε το ιερό Σύμβολον της Πίστεως, αφού δογμάτισε ιδίως την Πνευματολογία της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, ως και άλλα άρθρα της πίστεως, και έτσι αποτέλεσε ορόσημο στην ιστορία της Ορθοδόξου Εκκλησίας και μέγα σταθμό ιδίως στο δογματικό καθορισμό της αρχαίας Εκκλησίας. Η σπουδαιότητα της παρούσης Συνόδου και του Συμβόλου αυτής έγκειται κυρίως στην ολοκλήρωση του Τριαδικού δόγματος, διά της θεσπίσεως της Θεότητος και της «ἐκ τοῦ Πατρὸς» εκπορεύσεως του Πνεύματος, χωρίς τούτο να σημαίνει ότι παραθεωρείται η σημασία της διδασκαλίας αυτής περί Εκκλησίας, βαπτίσματος, αναστάσεως νεκρών και ζωής αιωνίου.

Αυτή κατά πρώτο και κύριο λόγο διετύπωσε πλατύτερα, πληρέστερα και ακριβέστερα το ιερό Σύμβολον της Νικαίας Κωνσταντινουπόλεως, το «Πιστεύω», επειδή τα μεν επτά πρώτα άρθρα συντάχθηκαν υπό της Α' Οικουμενικής Συνόδου το 325 μ.Χ., εναντίον της μεγάλης αιρέσεως του Αρειανισμού, που συντάραξε επί μακρόν την Εκκλησία, και η οποία αίρεση αρνιόταν τη Θεότητα του Δευτέρου Προσώπου της Αγίας Τριάδος, τα δε πέντε τελευταία από τη Β' Οικουμενική Σύνοδο, εναντίον της Πνευματομαχίας που αρνιόταν τη Θεότητα του Τρίτου Προσώπου της Αγίας Τριάδος και των άλλων ως άνω αιρέσεων. το ιερόν Σύμβολον της Πίστεως, το «Πιστεύω», απαγγέλεται και καθομολογείται από όλους τους Χριστιανούς ως ομολογία πίστεως, ως βαπτιστήριο και ως λειτουργικό κείμενο στη θεία λατρεία της Ορθοδόξου Εκκλησίας, η οποία αναγνωρίζει και τιμά αυτό ως έργο των δύο πρώτων Οικουμενικών Συνόδων.

Εκείνο το οποίο υπογραμμίζει ο Άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης στη Σύνοδο είναι ότι ο Ίδιος ο Κύριος επισυνάπτει το Πνεύμα με τον Πατέρα και τον Υιό, δεδομένου ότι έχει όλα τα χαρακτηριστικά της θείας φύσεως και είναι ζωοποιόν, άγιον, αΐδιον, σοφόν, ευθές, ηγεμονικόν. Αυτή η κοινότητα των Ονομάτων αποδεικνύει ότι ουδεμία διαφορά υπάρχει στην ενέργεια μεταξύ Πατρός, Υιού και Αγίου Πνεύματος. Η ταυτότητα δε της ενέργειας αποδεικνύει το ηνωμένον της φύσεως. Ουδείς επομένως πρέπει να αρνηθεί την μία Θεότητα των Τριών Προσώπων της Αγίας Τριάδος. Γι' αυτό ο ιερός Πατέρας αναγράφει ότι «μία ἐστὶν ἡ ζωὴ ἡμῶν ἡ διὰ τῆς εἰς τὴν Ἁγίαν Τριάδα πίστεως παραγινομένη, ἐκ μὲν τοῦ θεοῦ τῶν ὅλων πηγάζουσα, διὰ δὲ τοῦ Υἱοῦ προϊοῦσα, ἐν δὲ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι τελειουμένη». Στην ερώτηση των Πνευματομάχων πως είναι δυνατόν το Πνεύμα να είναι ισότιμο προς τον Πατέρα και τον Υιό, εφ' όσον ο Πατέρας μεν είναι Δημιουργός, δι' Υιού δε τα πάντα εδημιουργήθησαν, απαντά ότι πάντα εκτίσθησαν εν Αγίω Πνεύματι και εξαίρει το συναΐδιον και αχώριστον των Τριών Προσώπων της Αγίας Τριάδος και υπογραμμίζει ότι εκτός της κατά τάξιν και υπόστασιν διαφοράς «ἐν οὐδενὶ τὸ παρηλλαγμένον καταλαμβάνομεν».

Στο Τυπικό της Αγίας Σοφίας Θεσσαλονίκης η μνήμη της Συνόδου ετελείτο μαζί με την μνήμη της ΣΤ' Οικουμενικής Συνόδου την πρώτη Κυριακή μετά την Ύψωση του Τιμίου Σταυρού (τιμάται 14 Σεπτεμβρίου). Ως εισηγητής της διπλής αυτής εορτής και 
ποιητής της Ακολουθίας θεωρείται ο Συμεών Θεσσαλονίκης.


Κανόνες B' Οικουμενικής Συνόδου

Κανόνες τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει – Νέᾳ Ῥώμῃ Ἁγίας καὶ Οἰκουμενικῆς Β´ Συνόδου. Συνεκλήθη ὑπὸ τοῦ Αὐτοκράτορος τῶν Ῥωμαίων Θεοδοσίου τοῦ Μεγάλου ἐν Κωνσταντινουπόλει – Νέᾳ Ῥώμῃ (381 μ.Χ.)

Κανὼν Α´
Ὥρισαν οἱ ἐν Κωνσταντινούπολει συνελθόντες ἅγιοι Πατέρες, μὴ ἀθετεῖσθαι τὴν πίστιν τῶν Πατέρων τῶν τριακοσίων δέκα ὀκτώ, τῶν ἐν Νικαίᾳ τῆς Βιθυνίας συνελθόντων· ἀλλὰ μένειν ἐκείνην κυρίαν, καὶ ἀναθεματισθῆναι πᾶσαν αἵρεσιν· καὶ εἰδικῶς τὴν τῶν Εὐνομιανῶν, εἴτ᾿ οὖν Εὐδοξιανῶν, καὶ τὴν τῶν Ἡμιαρείων, εἴτ᾿ οὖν Πνευματομάχων, καὶ τὴν τῶν Σαβελλιανῶν, καὶ τὴν τῶν Μαρκελλιανῶν, καὶ τὴν τῶν Φωτεινιανῶν, καὶ τὴν τῶν Ἀπολλιναριστῶν.

Κανὼν B´
Τοὺς ὑπὲρ διοίκησιν ἐπισκόπους ταῖς ὑπερορίοις ἐκκλησίαις μὴ ἐπιέναι, μηδὲ συγχέειν τὰς ἐκκλησίας· ἀλλὰ κατὰ τοὺς κανόνας, τὸν μὲν Ἀλεξανδρείας ἐπίσκοπον, τὰ ἐν Αἰγύπτῳ μόνον οἰκονομεῖν· τοὺς δὲ τῆς Ἀνατολῆς ἐπισκόπους, τὴν Ἀνατολὴν μόνην διοικεῖν· φυλαττομένων τῶν ἐν τοῖς κανόσι τοῖς κατὰ Νίκαιαν πρεσβείων τῇ Ἀντιοχέων ἐκκλησίᾳ· καὶ τοὺς τῆς Ἀσιανῆς διοικήσεως ἐπισκόπους, τὰ κατὰ τὴν Ἀσιανὴν μόνον διοικεῖν· καὶ τοὺς τῆς Ποντικῆς, τὰ τῆς Ποντικῆς μόνον· καὶ τοὺς τῆς Θρᾴκης τὰ τῆς Θρᾳκικῆς μόνον οἰκονομεῖν. Ἀκλήτους δὲ ἐπισκόπους ὑπὲρ διοίκησιν μὴ ἐπιβαίνειν ἐπὶ χειροτονίᾳ, ἤ τισιν ἄλλαις οἰκονομίαις ἐκκλησιαστικαῖς. Φυλαττομένου δὲ τοῦ προγεγραμμένου περὶ τῶν διοικήσεων κανόνος, εὔδηλον ὡς τὰ καθ᾿ ἑκάστην ἐπαρχίαν ἡ τῆς ἐπαρχίας σύνοδος διοικήσει, κατὰ τὰ ἐν Νικαίᾳ ὡρισμένα. Τὰς δὲ ἐν τοῖς βαρβαρικοῖς ἔθνεσι τοῦ Θεοῦ ἐκκλησίας, οἰκονομεῖσθαι χρὴ κατὰ τὴν κρατήσασαν συνήθειαν τῶν Πατέρων.

Κανὼν Γ´

Τὸν μέν τοι Κωνσταντινουπόλεως ἐπίσκοπον ἔχειν τὰ πρεσβεῖα τῆς τιμῆς μετὰ τὸν τῆς Ῥώμης ἐπίσκοπον, διὰ τὸ εἶναι αὐτὴν νέαν Ῥώμην.

Κανὼν Δ´
Περὶ Μαξίμου τοῦ Κυνικοῦ, καὶ τῆς κατ᾿ αὐτὸν ἀταξίας τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει γενομένης· ὥστε μήτε Μάξιμον ἐπίσκοπον ἢ γενέσθαι, ἢ εἶναι, μήτε τοὺς παρ᾿ αὐτοῦ χειροτονηθέντας, ἐν οἱῳδήποτε βαθμῷ κλήρου· πάντων καὶ τῶν περὶ αὐτὸν, καὶ τῶν παρ᾿ αὐτοῦ γενομένων ἀκυρωθέντων.

Κανὼν Ε´
Περὶ τοῦ τόμου τῶν δυτικῶν, καὶ τοὺς ἐν Ἀντιοχείᾳ ἀπεδεξάμεθα, τοὺς μίαν ὁμολογοῦντας Πατρὸς καὶ Υἱοῦ καὶ Ἁγίου Πνεύματος Θεότητα.

Κανὼν ΣΤ´
Ἐπειδὴ πολλοὶ τὴν ἐκκλησιαστικὴν εὐταξίαν συγχεῖν καὶ ἀνατρέπειν βουλόμενοι, φιλέχθρως καὶ συκοφαντικῶς αἰτίας τινὰς κατὰ τῶν οἰκονομούντων τὰς ἐκκλησίας ὀρθοδόξων ἐπισκόπων συμπλάσσουσιν, οὐδὲν ἕτερον, ἢ χραίνειν τὰς τῶν ἱερέων ὑπολήψεις, καὶ ταραχὰς τῶν εἰρηνευόντων λαῶν κατασκευάζειν ἐπιχειροῦντες· τούτου ἕνεκεν ἤρεσε τῇ ἁγίᾳ συνόδῳ τῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει συνδραμόντων ἐπισκόπων, μὴ ἀνεξετάστως προσίεσθαι τοὺς κατηγόρους, μηδὲ πᾶσιν ἐπιτρέπειν τὰς κατηγορίας ποιεῖσθαι κατὰ τῶν οἰκονομούντων τὰς ἐκκλησίας, μηδὲ μὴν πάντας ἀποκλείειν. Ἀλλ᾿ εἰ μέν τις οἰκείαν τινὰ μέμψιν, τουτέστιν ἰδιωτικήν, ἐπαγάγοι τῷ ἐπισκόπῳ ὡς πλεονεκτηθείς, ἢ ἄλλο τι παρὰ τὸ δίκαιον παρ᾿ αὐτοῦ πεπονθώς, ἐπὶ τῶν τοιούτων κατηγοριῶν μὴ ἐξετάζεσθαι, μήτε πρόσωπον τοῦ κατηγόρου, μήτε τὴν θρησκείαν. Χρὴ γὰρ παντὶ τρόπῳ, τό τε συνειδὸς τοῦ ἐπισκόπου ἐλεύθερον εἶναι, καὶ τὸν ἀδικεῖσθαι λέγοντα, οἵας ἂν ᾖ θρησκείας, τῶν δικαίων τυγχάνειν. Εἰ δὲ ἐκκλησιαστικὸν εἴη τὸ ἐπιφερόμενον ἔγκλημα τῷ ἐπισκόπῳ, τότε δοκιμάζεσθαι χρὴ τῶν κατηγορούντων τὰ πρόσωπα· ἵνα, πρῶτον μὲν αἱρετικοῖς μὴ ἐξῇ κατηγορίας κατὰ τῶν ὀρθοδόξων ἐπισκόπων ὑπὲρ ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων ποιεῖσθαι. Αἱρετικοὺς δὲ λέγομεν, τούς τε πάλαι τῆς ἐκκλησίας ἀποκηρυχθέντας, καὶ τοὺς μετὰ ταῦτα ὑφ᾿ ἡμῶν ἀναθεματισθέντας· πρὸς δὲ τούτοις, καὶ τοὺς τὴν πίστιν μὲν τὴν ὑγιῆ προσποιουμένους ὁμολογεῖν, ἀποσχίσαντας δέ, καὶ ἀντισυνάγοντας τοῖς κανονικοῖς ἡμῶν ἐπισκόποις. Ἔπειτα δέ, καὶ εἴ τινες τῶν ἀπὸ τῆς ἐκκλησίας ἐπὶ αἰτίαις τισὶ προκατεγνωσμένοι εἶεν καὶ ἀποβεβλημένοι, ἢ ἀκοινώνητοι, εἴτε ἀπὸ κλήρου, εἴτε ἀπὸ λαϊκοῦ τάγματος, μηδὲ τούτοις ἐξεῖναι κατηγορεῖν ἐπισκόπου, πρὶν ἂν τὸ οἰκεῖον ἔγκλημα πρότερον ἀποδύσωνται. Ὁμοίως δὲ καὶ τοὺς ὑπὸ κατηγορίαν προλαβοῦσαν ὄντας, μὴ πρότερον εἶναι δεκτοὺς εἰς ἐπισκόπου κατηγορίαν, ἢ ἑτέρων κληρικῶν, πρὶν ἂν ἀθώους ἑαυτοὺς τῶν ἐπαχθέντων αὐτοῖς ἀποδείξωσιν ἐγκλημάτων. Εἰ μέντοι τινὲς μήτε αἱρετικοί, μήτε ἀκοινώνητοι εἶεν, μήτε κατεγνωσμένοι, ἢ προκατηγορημένοι ἐπί τισι πλημμελήμασι, λέγοιεν δὲ ἔχειν τινὰ ἐκκλησιαστικὴν κατὰ τοῦ ἐπισκόπου κατηγορίαν, τούτους κελεύει ἡ ἁγία σύνοδος, πρῶτον μὲν ἐπὶ τῶν τῆς ἐπαρχίας πάντων ἐπισκόπων ἐνίστασθαι τὰς κατηγορίας, καὶ ἐπ᾿ αὐτῶν ἐλέγχειν τὰ ἐγκλήματα τοῦ ἐν αἰτίαις τισὶν ἐπισκόπου· εἰ δὲ συμβαίη ἀδυνατῆσαι τοὺς ἐπαρχιώτας πρὸς διόρθωσιν τῶν ἐπιφερομένων ἐγκλημάτων τῷ ἐπισκόπῳ, τότε αὐτοὺς προσιέναι μείζονι συνόδῳ, τῶν τῆς διοικήσεως ἐκείνης ἐπισκόπων ὑπὲρ τῆς αἰτίας ταύτης συγκαλουμένων· καὶ μὴ πρότερον ἐνίστασθαι τὴν κατηγορίαν, πρὶν ἢ ἐγγράφως αὐτοὺς τὸν ἴσον αὐτοῖς ἐπιτιμήσασθαι κίνδυνον, εἴπερ ἐν τῇ τῶν πραγμάτων ἐξετάσει συκοφαντοῦντες τὸν κατηγορούμενον ἐπίσκοπον ἐλεγχθεῖεν. Εἰ δέ τις καταφρονήσας τῶν κατὰ τὰ προδηλωθέντα δεδογμένων, τολμήσειεν ἢ βασιλικὰς ἐνοχλεῖν ἀκοάς, ἢ κοσμικῶν ἀρχόντων δικαστήρια, ἢ οἰκουμενικὴν σύνοδον ταράσσειν, πάντας ἀτιμάσας τοὺς τῆς διοικήσεως ἐπισκόπους, τὸν τοιοῦτον τὸ παράπαν εἰς κατηγορίαν μὴ εἶναι δεκτόν, ὡς καθυβρίσαντα τοὺς κανόνας, καὶ τὴν ἐκκλησιαστικὴν λυμηνάμενον εὐταξίαν.

Κανὼν Ζ´
Τοὺς προστιθεμένους τῇ ὀρθοδοξίᾳ, καὶ τῇ μερίδι τῶν σῳζομένων, ἀπὸ αἱρετικῶν, δεχόμεθα κατὰ τὴν ὑποτεταγμένην ἀκολουθίαν, καὶ συνήθειαν. Ἀρειανοὺς μὲν, καὶ Μακεδονιανούς, καὶ Σαββατιανούς, καὶ Ναυατιανούς, τοὺς λέγοντας ἑαυτοὺς Καθαροὺς καὶ Ἀριστερούς, καὶ τοὺς Τεσσαρεσκαιδεκατίτας, εἴτουν Τετραδίτας, καὶ Ἀπολλιναριστάς, δεχόμεθα διδόντας λιβέλλους, καὶ ἀναθεματίζοντας πᾶσαν αἵρεσιν, μὴ φρονοῦσαν, ὡς φρονεῖ ἡ ἁγία τοῦ Θεοῦ καθολικὴ καὶ ἀποστολικὴ ἐκκλησία, καὶ σφραγιζομένους, ἤτοι χριομένους, πρῶτον τῷ ἁγίῳ μύρῳ τό τε μέτωπον, καὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ τὰς ῥίνας, καὶ τὸ στόμα, καὶ τὰ ὦτα· καὶ σφραγίζοντες αὐτούς, λέγομεν· Σφραγὶς δωρεὰς Πνεύματος ἁγίου. Εὐνομιανοὺς μέντοι τοὺς εἰς μίαν κατάδυσιν βαπτιζομένους, καὶ Μοντανιστάς, τοὺς ἐνταῦθα λεγομένους Φρύγας, καὶ Σαβελλιανούς, τοὺς υἱοπατορίαν διδάσκοντας, καὶ ἕτερά τινα καὶ χαλεπὰ ποιοῦντας, καὶ τὰς ἄλλας πάσας αἱρέσεις· (ἐπειδὴ πολλοί εἰσιν ἐνταῦθα, μάλιστα οἱ ἀπὸ τῶν Γαλατῶν χώρας ὁρμώμενοι), πάντας τοὺς ὑπ᾿ αὐτῶν θέλοντας προστίθεσθαι τῇ ὀρθοδοξίᾳ, ὡς Ἕλληνας δεχόμεθα· καὶ τὴν πρώτην ἡμέραν ποιοῦμεν αὐτοὺς Χριστιανούς, τὴν δὲ δευτέραν κατηχουμένους· εἶτα τῇ τρίτῃ ἐξορκίζομεν αὐτούς, μετὰ τοῦ ἐμφυσᾷν τρίτον εἰς τὸ πρόσωπον, καὶ εἰς τὰ ὦτα, καὶ οὕτω κατηχοῦμεν αὐτούς, καὶ ποιοῦμεν χρονίζειν εἰς τὴν ἐκκλησίαν, καὶ ἀκροᾶσθαι τῶν γραφῶν, καὶ τότε αὐτοὺς βαπτίζομεν.
πηγή

Κανὼν Η´
Ἀριστ. Οἱ καταδύσει μιᾷ βαπτιζόμενοι Εὐνομιανοί, Σαβελλιανοί, καὶ Φρύγες, ὡς Ἕλληνες δεχέσθωσαν. Οὗτοι καὶ βαπτίζονται, καὶ χρίονται, ὅτι ὡς Ἕλληνες παραδέχονται· καὶ καιρὸν ἱκανὸν πρὸ τοῦ βαπτίσματος κατηχοῦνται, καὶ τῶν θείων γραφῶν ἀκροῶνται.

Χωρίς την ταπείνωση...





Χωρίς την ταπείνωση, έλεγε ο στάρετς Αμβρόσιος, δε σώζεται ο άνθρωπος. Αν πιστέψουμε πως από δική μας αξία σωζόμαστε, έχουμε απατηθεί. Θα σας αναφέρω ένα διδακτικό περιστατικό. Μια επιφανής αρχόντισσα, αρκετά ευσεβής αλλά όχι και αρκετά ταπεινή, καθώς κοιμόταν είδε ένα συγκλονιστικό όνειρο: Πάνω σε ένδοξο θρόνο ο δίκαιος Κριτής! Και απέναντί του πλήθη λαού, μεταξύ των οποίων και η ίδια. Ο Χριστός ετοιμαζόταν να καλέσει κοντά Του τους εκλεκτούς.
Εκείνη που βασιζόταν στις αρετές της και στις καλοσύνες της περίμενε μεγάλες τιμές, αλλά έπεσε έξω στην πρόβλεψή της. Κάποια ταπεινή χωριατοπούλα κρίθηκε άξια για την πρώτη θέση. Δεύτερος ήταν ένας φτωχός χωρικός που φορούσε μάλιστα και τσαρούχια.
Ακολούθησαν στη σειρά πλήθη απλοϊκών ανθρώπων. Σε μια στιγμή ο Κύριος έπαυσε να προσκαλεί άλλους. Εκείνη πάνω στην απελπισία της αποφάσισε να τον πλησιάσει και να του υπενθυμίσει τα καλά που είχε κάνει.
Ο Χριστός όμως απέστρεψε εντελώς το πρόσωπό Του απ’ αυτήν. Εξουθενωμένη πλέον, έπεσε στο έδαφος, έκλαψε και αναγνώρισε ταπεινά πως πραγματικά δεν της άξιζε η ουράνια Βασιλεία. Να, αγαπητοί μου -εδώ δυνάμωσε τη φωνή του ο στάρετς- το ταπεινό φρόνημα! Έτσι έπρεπε να σκεφτόμαστε όλοι. Όταν ξύπνησε από το όνειρο η αρχόντισσα, δεν τόλμησε πια να φιλοξενήσει υπερήφανες ιδέες στην ψυχή της. Της έδωσε ο Θεός με το όνειρο αυτό ένα αξέχαστο όνειρο.


Πηγή: Από το βιβλίο «Το γεροντικό του Βορρά»

Η πνευματική εργασία που κάνετε να μην γίνεται αντιληπτή (Γέροντας Πορφύριος)


Ό,τι κάνει ο καλός εαυτός μας, να μην το παίρνει είδηση ο κακός «Μη γνώτω η αριστερά σου τι ποιεί η δεξιά σου». «Αριστερά» είναι ο αντίθετος εαυτός μας, που όταν το πάρει είδηση, θα τα χαλάσει όλα. Ο αντίθετος είναι ο κακός εαυτός μας. Νέος είναι ο εν Χριστώ εαυτός μας, ενώ ο άλλος είναι ο παλαιός. Χρειάζεται τέχνη για να μην παίρνει είδηση ο παλαιός. Χρειάζεται τέχνη και κυρίως η Χάρις του Θεού.

Υπάρχουν μερικά μυστικά. Το Ευαγγέλιο μας προτρέπει πως πρέπει να προλαμβάνουμε ορισμένα πράγματα που μας δυσκολεύουν στον αγώνα μας.

Λ.χ. θέλετε να γευθείτε μια χαρά από τον Θεό. Ποιο είναι το μυστικό εδώ; Έστω ότι την πιστεύετε και τη ζητάτε τη χαρά και λέτε «δεν μπορεί παρά να μου τη δώσει ο Θεός». Εκείνος δεν την δίνει. Και αιτία είστε εσείς οι ίδιοι. Όχι ότι ο Θεός δεν θέλει να τη δώσει, αλλά το μυστικό είναι η δική σας απλότης και απαλότης.

Όταν λείπει η απλότης και λέτε: θα κάνω αυτό και ο Θεός θα μου δώσει αυτό που ζητώ, δεν γίνεται.

Απλά, απαλά θα κάνετε το καθετί. Δεν θα κάνετε τίποτα με σκοπιμότητα. Να μη λέτε, θα κάνω έτσι, για να έρθει αυτό το αποτέλεσμα, αλλά θα το κάνετε έτσι απαλά, χωρίς να το ξέρετε. Δηλαδή προσεύχεσθε απλά και δεν σκέφτεστε τι θα χαρίσει ο Θεός μες στην ψυχή σας. Δεν κάνετε υπολογισμούς. Να μην το συζητάτε αυτό με τον εαυτό σας. Όταν λέτε την ευχή, να τη λέτε απαλά, απλά και να μην σκέπτεσθαι τίποτε άλλο παρά μόνο την ευχή.

Η καρδιά σας να είναι απλή, όχι διπλή και ανειλικρινής, αγαθή και όχι πονηρή και ιδιοτελής. Την απλή και αγαθή ψυχή όλοι την επιζητούν, αναπαύονται σε κείνη, την πλησιάζουν χωρίς φόβο, χωρίς υποψία. Και η ίδια ζει με εσωτερική ειρήνη, έχει αγαθή σχέση μ’ όλους τους ανθρώπους και μ’ όλη την κτίση.

Ο αγαθός άνθρωπος δεν έχει πονηρούς λογισμούς, ελκύει την Χάρη του Θεού. Κυρίως η αγαθότητα και η απλότητα ελκύουν τη Χάρη του Θεού. Είναι προϋποθέσεις για να έρθει ο Θεός και «μονήν ευρήσει»

Στην Αγία Γραφή ο λόγος του Θεού μας λέει καθαρά για την απλότητα «αγαπήσατε δικαιοσύνην οι κρίνοντες την γην, φρονίσατε περί του Κυρίου εν αγαθότητι και εν απλότητι καρδίας ζητήσατε αυτών…» (Σοφ. Σολ. 1,1).

Απλότητα και αγαθότητα.

Αυτό είναι το παν, για ν’ αποκτήσετε την Θεία Χάρη. Πόσα μυστικά υπάρχουν στην Αγία Γραφή! «κακότεχνος ψυχή» είναι η κακοφτιαγμένη ψυχή, αυτή που κατασκευάζει το κακό. Ούτε εισέρχεται, ούτε κατοικεί η Θεία Σοφία σε μια τέτοια ψυχή. Όπου υπάρχει διαφθορά και δολιότητα, δεν εισέρχεται η Χάρη του Θεού.

(Λόγοι πνευματικής ζωής)
πηγή  /  αντιγραφή

Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες.

  Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες. Γεώργιος Κ. Τζανάκης . Ἀκρωτήρι Χανίων Σχετικῶς μὲ τὸ θέμα τῶν αὐξήσεων τῶν μισθῶν τῶν ἀρχιερέων, ...