Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Μαΐου 25, 2013

Η δύναμη του Λόγου του Θεού Κυριακή του Παραλύτου του Μιλτιάδη Κωνσταντίνου,


Τόσο τα αποστολικά όσο και τα ευαγγελικά αναγνώσματα των Κυριακών της περιόδου από το Πάσχα ως την Πεντηκοστή αναφέρονται σε διάφορα θαύματα που κάνει ο Ιησούς ή οι απόστολοι στο όνομά του. Τυφλοί ξαναβρίσκουν το φως τους, άρρωστοι θεραπεύονται, παράλυτοι για χρόνια μπορούν να ξαναπερπατήσουν, ακόμη και νεκροί ανασταίνονται. Στόχος των αφηγήσεων αυτών δεν είναι ο εντυπωσιασμός των ακροατών με την περιγραφή της δύναμης του Ιησού, αλλά συνιστούν ένα διαφορετικό τρόπο διδασκαλίας για το ποιος είναι ο Ιησούς και ποιο είναι το έργο του. Τα θαύματα είναι δείκτες αυτού που αποκαλείται “Βασιλεία του Θεού” και γι’ αυτό οι σχετικές αφηγήσεις διαβάζονται κατά την αναστάσιμη περίοδο, καθώς περιγράφουν παραστατικά τον καινούργιο κόσμο που επαγγέλλεται ο Χριστός και αγωνίζονται οι χριστιανοί να πραγματώσουν. Αναμφίβολα, με μερικά θαύματα δεν αλλάζει ο κόσμος, ούτε μπορεί να απαλλαγεί από το κακό· ως παραδείγματα όμως δείχνουν σε επιμέρους περιπτώσεις τις δυνατότητες που έχουν οι χριστιανοί να εξαφανίσουν το κακό από τον κόσμο.
Το επεισόδιο που περιγράφει το ευαγγελικό ανάγνωσμα της τρίτης μετά το Πάσχα Κυριακής αναφέρεται στη θεραπεία ενός παράλυτου ανθρώπου. Χρόνια ολόκληρα περίμενε ο δυστυχισμένος αυτός άνθρωπος να βρει τη θεραπεία του δίπλα σε μια δεξαμενή με ιαματικά νερά, όμως δεν είχε κανένα να τον βοηθήσει να μπει στο νερό την κατάλληλη στιγμή. Τη βοήθεια αυτή που τόσο απελπισμένα περίμενε έρχεται να του τη δώσει ο Ιησούς. Με ένα και μόνο λόγο του χαρίζει στον άνθρωπο την υγεία.
Η πράξη αυτή του Ιησού έχει έναν βαθύτατο συμβολισμό και μεταφέρει στους ανθρώπους όλων των εποχών ένα βαρυσήμαντο μήνυμα. Ο συμβολισμός προκύπτει από τη σύγκριση της συγκεκριμένης ευαγγελικής περικοπής με το πρώτο κεφάλαιο της Αγίας Γραφής στο βιβλίο Γένεσις. Όπως κατά την εποχή της δημιουργίας ο αυθεντικός λόγος του Θεού δίνει ύπαρξη σε όλα τα όντα, κατά τον ίδιο τρόπο ο δυναμικός λόγος του Υιού του Θεού αναδημιουργεί το κατεστραμμένο από την αμαρτία πλάσμα του. Το μήνυμα, λοιπόν, που βγαίνει από το ευαγγελικό ανάγνωσμα της Κυριακής του Παραλύτου είναι ότι ο λόγος του Θεού είναι παντοδύναμος. Έχει τη δύναμη να μεταμορφώσει τον κόσμο, έχει τη δύναμη να σώσει και να απελευθερώσει τον άνθρωπο από όλες τις μορφές του κακού που τον καταδυναστεύουν.
Παρά το προφανές του συμβολισμού όμως, η ισχύς του μηνύματος δεν φαίνεται σήμερα αδιαμφισβήτητη, καθώς ούτε ο μεταμορφωτικός για τον κόσμο ούτε ο απελευθερωτικός για τον άνθρωπο χαρακτήρας του λόγου του Θεού είναι πάντοτε αναγνωρίσιμοι, κι ακόμα, οι διαφορετικές ερμηνείες του από διάφορες θρησκευτικές ομάδες οδηγούν συχνά σε διαιρέσεις και αντιπαραθέσεις μέσα στην κοινωνία.
Η διαπίστωση αυτή απαιτεί μια πιο προσεκτική ανάγνωση της παραπάνω ευαγγελικής περικοπής, ώστε να αναζητηθούν οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες ο λόγος του Θεού θα μπορούσε να καταστεί και σήμερα ενεργός. Η πρώτη προϋπόθεση στην περίπτωση αυτή προκύπτει από την αντίδραση των θρησκευτικών ηγετών των Ιουδαίων στη θεραπεία του παραλύτου. Η μελέτη του λόγου του Θεού αποτελούσε για τους ανθρώπους αυτούς καθημερινή ενασχόληση. Από το πρωί μέχρι το βράδυ μελετούσαν τις Γραφές, όμως το μόνο που κατόρθωσαν να δουν από την όλη ιστορία ήταν ότι ο παράλυτος παραβίασε μια εντολή του Θεού κουβαλώντας το κρεβάτι του το Σάββατο. Και ήταν αναμενόμενη η αντίδραση αυτή, γιατί για τους ανθρώπους αυτούς ο λόγος του Θεού δεν ήταν ζωή, δεν ήταν πηγή χαράς και μέσο απελευθέρωσης, αλλά θεσμός αυστηρά τυποποιημένος μέσα από μια σειρά κανόνων που στόχευαν στο να ελέγξουν κάθε εκδήλωση της καθημερινής ζωής των ανθρώπων.
Αν, κατά συνέπεια, ανάλογα ισχύουν και για τους χριστιανούς, η απάντηση στο σχετικό με την αδυναμία των χριστιανών σήμερα να αναγνωρίσουν την αναγεννητική δύναμη του λόγου Θεού ερώτημα είναι προφανής. Αν η Αγία Γραφή δεν παίζει κάποιον πραγματικό ρόλο στην καθημερινότητα των χριστιανών, αν η ανάγνωση της Αγίας Γραφής δεν αποτελεί πηγή έμπνευσης και δύναμης στον αγώνα τους για μεταμόρφωση του κόσμου σε Βασιλεία του Θεού, τότε και οι χριστιανοί έχουν μετατρέψει την πίστη τους σε έναν νεκρό θεσμό, που τίποτε άλλο δεν προσφέρει παρά μόνον την ψεύτικη ικανοποίηση ότι τα έχει κανείς καλά με τον Θεό. Στην περίπτωση αυτή τα χρυσά εξώφυλλα του Ευαγγελίου που βρίσκεται πάνω στην αγία τράπεζα αποκτούν έναν άλλο συμβολισμό, καθώς μεταθέτουν το σημασιολογικό βάρος από το εσωτερικό στο εξωτερικό• το χαρμόσυνο άγγελμα που θα αλλάξει τον κόσμο γίνεται Ιερόν Ευαγγέλιον, αντικείμενο ευλαβικής προσκύνησης και τοποθετημένο στην πιο τιμητική αλλά και πλέον δυσπρόσιτη θέση του ναού, όπου ουδείς επιτρέπεται να πλησιάσει. Αυτό όμως ισοδυναμεί με θάψιμο του ζωντανού λόγου του Θεού μέσα στις εκκλησίες με αποτέλεσμα να καταστεί ανενεργός. Γιατί είναι προφανές ότι ένας θαμμένος θησαυρός, όσο πολύτιμος και να είναι, παραμένει εντελώς άχρηστος για τους κατόχους του. Ένας θαμμένος θησαυρός παρέχει στον κάτοχό του μόνον έναν τίτλο ιδιοκτησίας, που ενδεχομένως του προσφέρει ένα αίσθημα ασφάλειας και υπεροχής έναντι των άλλων, ποτέ όμως δεν προάγει τις σχέσεις του με τους άλλους, επομένως ούτε τον ίδιο μπορεί να σώσει ούτε κάποιον άλλον να βοηθήσει.
Στο ίδιο πλαίσιο θα πρέπει να αναζητηθεί και η δεύτερη προϋπόθεση που απαιτείται, ώστε ο λόγος του Θεού να ενεργήσει λυτρωτικά για τους ανθρώπους. Όταν ξανασυναντάει ο Ιησούς τον θεραπευμένο πια παράλυτο, τον προτρέπει να αποφεύγει στην υπόλοιπη ζωή του την αμαρτία, τον προτρέπει, δηλαδή, να αλλάξει ριζικά τον τρόπο της ζωής του. Αλλά ριζική αλλαγή του τρόπου της ζωής είναι δυνατή μόνον όταν υπάρχει ζωντανή σχέση με τον Θεό. Ριζική αλλαγή του τρόπου της ζωής δεν μπορεί να επιτευχθεί με μια χλιαρή πίστη ή με μια παραδοσιακή θρησκευτικότητα που κληρονόμησε κανείς από τους γονείς του. Ζωντανή σχέση με τον Θεό προϋποθέτει καθημερινή αναζήτηση του Θεού, καθημερινή πάλη του ανθρώπου με τον ίδιο του τον εαυτό, καθημερινό αγώνα και προβληματισμό για να βρεί κανείς τον δρόμο που οδηγεί στον Θεό. Είναι, δηλαδή, κάτι που το κατακτάται καθημερινά και που πιστοποιείται στην καθημερινή ζωή του καθένα με τον τρόπο που αντιμετωπίζει τους συνανθρώπους του.
Ο λόγος του Θεού έχει τη δύναμη να ελευθερώσει τον άνθρωπο, θα πρέπει όμως και ο άνθρωπος να θελήσει να ελευθερωθεί και, κυρίως, να παραμείνει ελεύθερος. Και ελεύθερος παραμένει ο άνθρωπος μόνον όταν συνεργάζεται με τον Θεό για την απαλλαγή του κόσμου από το κακό. Κάθε φορά, σε όλη τη μακραίωνη ιστορία του, στήριξε αλλού τις ελπίδες του διαψεύστηκε οικτρά. Κάθε φορά που ο άνθρωπος πίστεψε ότι βρήκε τον τρόπο να απελευθερωθεί βρέθηκε χειρότερα υποδουλωμένος μέσα στα ίδια τα κατασκευάσματά του. Αυτό είναι σήμερα περισσότερο εμφανές από ποτέ, καθώς σήμερα γνωρίζουν οι άνθρωποι καλύτερα από κάθε άλλη εποχή ότι η τεχνολογική ανάπτυξη δεν έφερε την πολυπόθητη ευτυχία, αλλά αποξένωσε ακόμη περισσότερο τους ανθρώπους και η δύναμη των όπλων κανένα δεν εξασφάλισε, αλλά μόνο το δίκαιο του ισχυροτέρου επιχείρησε να επιβάλει, οδηγώντας εκατομμύρια ανθρώπους στη δυστυχία και την απόγνωση. Προϋπόθεση, λοιπόν, για να ενεργήσει ο λόγος του Θεού είναι να πιστέψουν οι άνθρωποι στη δύναμή του. Πριν αρχίσει να παραπονιέται κανείς ότι σήμερα δεν γίνονται πια θαύματα, θα πρέπει να επιχειρήσει να κάνει ο ίδιος ένα θαύμα. Θα πρέπει να πάρει την απόφαση να αλλάξει τον τρόπο της ζωής του και μαζί με αυτόν να αλλάξει τον κόσμο. Θα πρέπει να ανοίξει την Αγία Γραφή και να ζητήσει καθοδήγηση από τον Θεό για τον δρόμο που πρέπει να ακολουθήσει. Μόνον όταν οι χριστιανοί αποφασίσουν να πάρουν σοβαρά τον ρόλο τους στην κοινωνία και αρχίσουν να αγωνιζόνται, ώστε να μετατρέψουν τον κόσμο σε Βασιλεία του Θεού, θα αρχίσουν και να βλέπουν να πραγματοποιούνται θαύματα.
____________
Eικόνα: "Τhe paralytic", by John Thompson 

Κυριακή του Παραλύτου Ο ζωοδότης Λόγος του Ιωάννη Καραβιδόπουλου



Το παράπονο του επί 38 χρόνια παραλύτου για τον οποίο κάνει λόγο η διήγηση του Ιωάν. 5, 1-15 είναι πράγματι συγκλονιστικό: «Δεν έχω άνθρωπο να με βάλει μέσα στην δεξαμενή, όταν αναταράζεται το νερό». Δεν παραπονιέται για τη μακροχρόνια ασθένειά του, αλλά γιατί είναι αβοήθητος και μόνος. Η φράση του αποτελεί καυγή πόνου και αγωνίας για τη μοναξιά του.  Έχει διαχρονική αξία, διότι και στην εποχή μας, παρά τα πολλά μέσα επικοινωνίας και δίκτυα τηλεπικοινωνίας πολλοί άνθρωποι αισθάνονται μόνοι. Μοναξιά πολλές φορές δεν είναι η απουσία άλλων ανθρώπων αλλά και η παρουσία πολλών άλλων ανθρώπων κοντά μας που είναι όμως αδιάφοροι και επικεντρωμένοι στον εαυτό τους. Πολλοί άνθρωποι δεν βρίσκουν το συνάνθρωπο δίπλα τους την ώρα που έχουν την ανάγκη του. Το παράπονο του παράλυτου είναι η κραυγή αγωνίας πολλών ανθρώπων της εποχής μας. Εάν η πίστη μας είναι μόνο μια κάθετη σχέση με τον Θεόν και δεν έχει την οριζόντια διάσταση της συναντήσεως με τον συνάνθρωπο, όταν μάλιστα αυτός έχει την αγάγκη μας, τότε πρέπει να διερωτηθούμε σοβαρά εάν αυτή η πίστη είναι γνήσια και πραγματική. 
Τη βοήθεια όμως που δεν βρέθηκε ένας άνθρωπος να προσφέρει στον παράλυτο της διηγήσεως έρχεται να του την δώσει με τον πιο δραστικό, οριστικό και αυθεντικό τρόπο Αυτός που έγινε άνθρωπος όχι μόνο για να μας αποκαλύψει ποιος είναι ο Θεός αλλά και ποιος είναι – ή ποιος πρέπει να είναι - ο πραγματικός άνθρωπος. Ένας ύμνος του εσπερινού της Κυριακής του παραλύτου βάζει στο στόμα του Ιησού τα εξής λόγια: «Δια σε άνθρωπος γέγονα, δια σε σάρκα περιβέβλημαι και λέγεις άνθρωπον ουκ έχω; Άρον σου τον κράββατον και περιπάτει». Ο Χριστός με ένα αυθεντικό λόγο του δίνει την υγεία στον ασθενή. «Κύριε, - λέγει το Δοξαστικό των Αίνων της ημέρας – τον παράλυτον ουχ η κολυμβήθρα εθεράπευσεν, αλλ’ο σος λόγος ανεκαίνισεν». Όπως ο δημιουργικός λόγος του Θεού εκ του μηδενός δημιούργησε τον κόσμο (κατά την διήγηση της Γενέσεως), το ίδιο και ο δυναμικός λόγος του Υιού του Θεού αναδημιουργεί και ανακαινίζει το κατεστραμμένο από την αμαρτία και την αρρώστια πλάσμα.
Ο λόγος του Χριστού δίνει ζωή, είναι ζωοδότης λόγος. Αρκεί ο άνθρωπος να δεχτεί με πίστη και εμπιστοσύνη τον αυθεντικό αυτό λόγο που διαφέρει ριζικά από τα ανθρώπινα λόγια. Γιατί δεν προσβάλλει, αλλά βοηθεί. δέν καταστρέφει, αλλά δημιουργεί• δίνει τη ζωή και την ανάσταση. «Αυτός που δέχεται τα λόγια μου, λέγει ο Ιησούς, και πιστεύει σ’ Αυτόν που με έστειλε, έχει κιόλας την αιώνια ζωή• και δεν θα αντιμετωπίσει την τελική κρίση, αλλά ήδη έχει περάσει από τον θάνατο στη ζωή» (Ιωάν. 5, 24). Ο θείος αυτός λόγος «μένει εις τον αιώνα», χωρίς να μεταβάλλεται ή να εξασθενεί με το πέρασμα του χρόνου και να χάνει την επικαιρότητά του. Γιατί η ελπίδα της ζωής και της κατανικήσεως του θανάτου παραμένει παντοτινός πόθος των ανθρώπων, μη επηρεαζόμενος από την τεχνική πρόοδο ή την πολιτιστική εξέλιξη, που κάνουν τον άνθρωπο ακόμη πιο δέσμιο των έργων του και τον αφήνουν αβοήθητο στα βαθύτερα αιτήματά τα δικά του και του διπλανού του. Μέσα στο πλήθος των ανέσεων και μηχανών που διευκολύνουν εξωτερικά τη ζωή, διαπιστώνει κανείς την απουσία του συνανθρώπου, του βοηθού, του συμπαραστάτη.
Είναι πραγματικά παράξενος ο τρόπος με τον οποίο υποδέχονται πολλές φορές οι άνθρωποι την προσφορά του λόγου του Θεού. Οι Ιουδαίοι θρησκευτικοί ηγέτες στη διήγησή μας αγανακτούν, γιατί ο Ιησούς έκανε το θαύμα την ημερα του Σαββάτου και ζήτησε από τον ασθενή να σηκωθεί, να πάρει το κρεββάτι του και να πορευθεί θεραπευμένος στο σπίτι του μετά από 38 ετών αρρώστια! Με τη στενόκαρδη νοοτροπία τους οι εκπρόσωποι της θρησκείας τυλφώθηκαν από το γράμμα του Νόμου και δεν είδαν το Πνεύμα του Θεού που φανέρωσε στην ανθρωπότητα ο Χριστός. Νόμισαν ότι καταρρέει όλο το θρησκευτικό σύστημα των νομικών διατάξεων και απογορεύσεων, τη στιγμή ακριβώς που ο Ιησούς πρόσφερε την αγάπη και τη ζωή σε ένα πονεμένο άνθρωπο.
Μέσα σ’ έναν κόσμο, που συνέθεταν από την μια μεριά οι παραμορφωμένοι από την αρρώστια και την αμαρτία άνθρωποι και από την άλλη οι χαρακτηριζόμενοι από στενόκαρδη τυποκρατία στη σφαίρα της θρησκευτικής ζωής και αρνούμενοι τη θεία προέλευση του Ιησού θρησκευτικοί ηγέτες της εποχής, αποκαλύπτεται ο Θεός όχι σαν τιμωρός και κριτής όλων αυτών αλλά σαν σωτήρας που λυτρώνει από την ασθένεια, ελευθερώνει από τους ξηρούς τύπους, δίνει ζωή στους ανθρώπους και θερμαίνει την ελπίδα της αναστάσεως, αφοϋ ο ίδιος ο Υιός του Θεού δια του θανάτου του κατανικά το θάνατο και θριαμβεύει κατά των δυνάμεων της φθοράς και της καταστροφής.
Σε τρία σημεία κυρίως μπορεί κανείς να διαπιστώσει τη διόρθωση πορείας της ανθρωπότητας που επιτελεί ο Χριστός κατά τη διήγηση της σημερινής ευαγγελικής περικοπής: 
1. Διορθώνει την παραμόρφωση της ανθρώπινης φύσεως που οδηγείται στον όλεθρο, την καταστροφή και τον θάνατο, επαναφέροντάς την στην πορεία της ζωής που οδηγεί στον κόσμο της αναστάσεως. 
2. Ελευθερώνει από τον συχνά απάνθρωπο τύπο του γράμματος του Νόμου, αποκαλύπτοντας την αγάπη του Θεού για τον άνθρωπο και την εντολή της αγάπης του κάθε ανθρώπου για τον συνάθρωπό του . 
Και 3. δίνει το λόγο της αλήθειας που μέσα στα ψεύτικα πολλές φορές λόγια των ανθρώπων μαρτυρεί για την αυθεντία της θείας δυνάμεως. Όποιος πιστεύει σ’ αυτόν τον λόγο ξεπερνά το θάνατο και μπαίνει ήδη από τώρα στο βασίλειο της πραγματικής ζωής, της θείας και ατέρμονης ζωής. Αυτός γίνεται ο άνθρωπος που έψαχνε ο παράλυτος. Αυτός γίνεται ο άνθρωπος για κάθε αναγκεμένο συνάνθρωπό του. 

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ ΤΟ ΚΡΕΒΑΤΙ π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

            «Έγειραι, άρον τον κράβαττόν σου και περιπάτει» (Ιωάν. 5, 8). Με τη φράση αυτή ο Χριστός θαυματουργεί. Θεραπεύει τον παράλυτο της Βηθεσδά, ο οποίος επί τριάντα οκτώ έτη υποφέρει. Ο Χριστός θεραπεύει τον πόνο του παραλύτου, τόσο τον σωματικό όσο και τον ψυχικό από τη δοκιμασία. Θεραπεύει την μοναξιά του, καθότι δεν είχε κάποιον άνθρωπο να τον βοηθήσει. Θεραπεύει και την λύπη του γιατί δεν μπορούσε να επωφεληθεί από το θαύμα της ταραχής του ύδατος στην κολυμβήθρα της Βηθεσδά. Ένας κάθε φορά θεραπευόταν. Όποιος προλάβαινε να πέσει πρώτος, με την εμφάνιση του Αγγέλου. Και ο παράλυτος ήταν καταδικασμένος να μην μπορεί ναν ζήσει το θαύμα. Ούτε να ελπίσει σ’ αυτό. Έτσι, ο Χριστός του δίνει την υγεία και τον γιατρεύει από τις πληγές του σώματος και της ψυχής.
               Την ίδια στιγμή όμως ο Χριστός του ζητά να κάνει κάτι. Να σηκωθεί και να πάρει στους ώμους το κρεβάτι του και να περπατήσει. Η έγερση ήταν το σημείο της θεραπείας. Το ίδιο και το βάδισμα του πρώην παραλύτου. Γιατί όμως ο Χριστός του ζητά να πάρει στους ώμους του το κρεβάτι;
             Αξίζει να σκεφτούμε ότι ο Χριστός γνώριζε καλά πως η άρση του κρεβατιού θα θεωρούνταν εργασία από τους φανατικούς Ιουδαίους και μάλιστα την ημέρα του Σαββάτου. Ήταν βέβαιο ότι ο θεραπευθείς παράλυτος θα γνώριζε την κατάκριση. Το ίδιο και Εκείνος που τον θεράπευσε και του ζήτησε να σηκώσει το κρεβάτι στους ώμους. Έτσι ο Χριστός στην ουσία φαίνεται να προκαλεί τους Ιουδαίους να τον κατηγορήσουν για παράβαση του μωσαϊκού νόμου. Την ίδια στιγμή βάζει σε άλλη περιπέτεια αυτόν που είχε βρει την λύτρωση. Εκείνος έζησε στη μοναξιά του επί πολλά χρόνια. Τώρα θα κινδυνεύσει με μιαν άλλη μοναξιά: αυτή της περιθωριοποίησης εξαιτίας της ασέβειας που επέδειξε έναντι του νόμου. Έτσι, ελαττώνεται η αξία της ευεργεσίας και ο ευεργετηθείς καλείται να περάσει μία νέα δοκιμασία. Γιατί λοιπόν ο Χριστός δεν αρκείται στην ευλογία  του θαύματος;
            Η άρση του κρεβατιού αποτελεί για τον Χριστό ένα σημείο-κλειδί στο θαύμα που κάνει στον παράλυτο. Η άρση δηλώνει ότι τα βάρη της ζωής δεν σηκώνονται με το θαύμα. Αντίθετα, ο άνθρωπος που γεύεται το θαύμα καλείται να μη μείνει σ’ αυτό, αλλά να προχωρήσει στη ζωή του και στη σχέση του με το Θεό σηκώνοντας το σταυρό του. Ο Χριστός δεν υπόσχεται στον παράλυτο ζωή χαρισάμενη. Του υποδεικνύει ότι καθώς έλαβε την ευλογία, καλείται να την αξιοποιήσει κάνοντας αυτό που δεν μπορούσε να κάνει τα προηγούμενα χρόνια. Να εργαστεί δηλαδή, όχι μόνο υλικά, αλλά και πνευματικά. Συχνά στην ζωή της πίστης οι άνθρωποι προσμένουμε θαύματα ή ευλογίες. Και όταν τα ζούμε, νιώθουμε ότι μπορούμε να συνεχίσουμε τη ζωή μας ως οι ευλογημένοι από το Θεό, χωρίς να χρειαστεί να δείξουμε ότι είναι ανάγκη να κουραστούμε για να καταστήσουμε την ευλογία ενεργή. Και αυτό γίνεται δια της εργασίας, τόσο εν τω κόσμω όσο και εν πνεύματι. Η προσευχή, η άσκηση, η αγάπη, η κάθαρση της καρδιάς, ακόμη και η αποδοκιμασία από τους άλλους είναι ο σταυρικός δρόμος, είναι η άρση του κρεβατιού που δείχνει την ευθύνη μας έναντι του Θεού, ώστε η δωρεά που μας δίδεται, είτε αυτή είναι της ίδιας της πίστης είτε εντοπίζεται σε οιαδήποτε ευλογία να μην καταστεί άδωρη.
            Το κρεβάτι ήταν η προέκταση του σώματος του παραλύτου. Ο Χριστός, με την εντολή του, δείχνει στον θεραπευμένο ότι δεν θα πρέπει να ξεχνά τι πέρασε. Και το κρεβάτι αυτό συμβολίζει. Τα χρόνια του πόνου. Τα χρόνια της λύπης. Η μνήμη των δοκιμασιών, όπως επίσης και της αμαρτίας και του θανάτου, αποτελεί για τον άνθρωπο σημείο που τον κρατά προσγειωμένο στη ζωή. Το κρεβάτι γίνεται το σύμβολο εκείνο που θα βοηθήσει   τον παράλυτο να μην παρασυρθεί στη ζωή της αμαρτίας. Γι’ αυτό και ο Χριστός θα του τονίσει: «μηκέτι αμάρτανε» (Ιωάν. 5, 14). Οι άνθρωποι χρειαζόμαστε σύμβολα στη ζωή μας, τα οποία θα μας βοηθούν να μην λησμονούμε. Και τα σύμβολα δεν έχουν να κάνουν μόνο με αυτά που χαιρόμαστε να θυμόμαστε. Τα σύμβολα λειτουργούν ανακλητικά και ταυτόχρονα αποτρεπτικά. Ως παράδειγμα για να αποφύγουμε λάθη.
              Το κρεβάτι, τέλος, αποτελούσε το οφθαλμοφανές σημείο του θαύματος για τους άλλους. Απέναντι στο Χριστό, απέναντι στην πίστη, ο καθένας καλείται, κατά την προαίρεση της καρδιάς του, να πάρει θέση. Και ο Χριστός, ενίοτε, δεν μιλά με παροιμίες ή με ιδέες ή με πληροφορίες. Δείχνει τη δύναμή Του και την θαυματουργία Του. Εκεί φαίνεται η καρδιά μας. Οι Ιουδαίοι δεν δόξασαν το Θεό για το μέγεθος του σημείου. Στενόκαρδοι και εμπαθείς, αλλά και κακοί έμειναν στο περιτύλιγμα και απέφυγαν την ουσία. Ασφαλώς θα υπήρξαν και άλλοι, οι οποίοι θα δόξασαν το Θεό για ό,τι είδαν τα μάτια τους. Έναν «άταφο νεκρό» να ανασταίνεται και να παίρνει στους ώμους του τον τάφο του.   Αυτή την ανάσταση καλούμαστε να δούμε κι εμείς σήμερα. Μέσα από τα πρόσωπα των Αγίων μας, αλλά και τον διαρκή αναβαπτισμό μας στο θαύμα της Βηθεσδά που είναι η κολυμβήθρα της μετανοίας, την οποία η Εκκλησία συνεχώς μας προσφέρει. Να δοξάσουμε το Θεό διότι δεν εξέλειπε η πίστη. Και να μην εντοπίζουμε την κριτική μας και την μικροψυχία μας σε λεπτομέρειες τυπολατρίας και ματαιότητας, οι οποίες μας στερούν την διαύγεια του φωτεινού παραδείγματος και της ελπίδας, την οποία μάς δίνει η παρουσία του Χριστού.
             Το κρεβάτι για τον θεραπευθέντα παράλυτο είναι την ίδια στιγμή η ανάληψη της ευθύνης και το σημείο της ευλογίας. Είναι η υπόμνηση της αμαρτωλότητας και της δύναμης του Χριστού. Αλλά και για όλους μας αφορμή να προβληματιζόμαστε πάνω στις δωρεές της αγάπης του Θεού και στις δυνατότητες αναβαπτισμού μας στην πίστη. Ο Χριστός δεν θα πάψει να μας τονίζει ότι χωρίς Εκείνον, αλλά και χωρίς κόπο και ευθύνη «ουκ έστι σωτηρία». Αυτός ας είναι ο δρόμος μας.

Κέρκυρα, 26 Μαΐου 2013

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ ΔΕΝ ΕΙΣΑΙ ΜΟΝΟΣ! π. ΑΛΕΞΙΟΣ ΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΣ

Μέσα στην αναστάσιμη περίοδο στις πρώτες Κυριακές έχουμε εμφανώς τον εορτασμό της Αναστάσεως του Χριστού, (η ίδια η Ανάσταση το Πάσχα, την παρουσία του Χριστού και την ομολογία του Θωμά, την εμφάνιση στις Μυροφόρες) αλλά στην συνέχεια εορτάζουμε το ίδιο γεγονός, αλλά σε σχέση πλέον με μας, μέσα από τις περικοπές του παραλύτου, της Σαμαρείτιδος και του τυφλού.
Έναν παράλυτο για 38 χρόνια θεραπεύει ο Χριστός με το λόγο του σήμερα. Έναν παράλυτο που στην ερώτηση του Χριστού αν θέλει να γίνει καλά, απαντά ότι δεν έχει κάποιον άνθρωπο να τον βοηθήσει να μπει στο νερό όταν πρέπει. Και εδώ, έρχεται στο νου μου η εικόνα του άλλου παράλυτου που τον μετέφεραν τέσσερεις που δεν δίστασαν να χαλάσουν τη στέγη και να παρουσιάσουν τον ασθενή μπροστά στο Χριστό! Και τότε ο Χριστός, βλέποντας την πίστη των τεσσάρων θεραπεύει τον παράλυτο και σήμερα βλέποντας την μοναξιά του τον θεραπεύει για να του δείξει πως δεν είναι πλέον μόνος του. Έχει φίλο, αδελφό, πατέρα, έχει προπαντός ΘΕΟ που τον αγαπά, ενδιαφέρεται γι΄ αυτόν, θυσιάζεται γι΄ αυτόν, για τον καθένα μας προσωπικά.
Είχαμε πει άλλοτε, πως για την μοναξιά του είχε μερίδιο ευθύνης και ο παράλυτος. Μάλιστα ο εγωισμός του που τον αποξενώνει από τους άλλους, μπορεί να ήταν και η αμαρτία του για την οποία του κάνει λόγο ο Χριστός. Και ο εγωισμός προεκτεινόμενος στη σχέση μας με το Θεό οδηγεί και στην απιστία. Έτσι ο άνθρωπος παύει να τροφοδοτείται με δύναμη, με υπομονή, με ελπίδα, με αγάπη και σιγά – σιγά παραλύει και ψυχικά, πνευματικά, και πολλές φορές και σωματικά (χάνει την υγεία του) και γίνεται «άταφος νεκρός».
Ας πιστέψουμε, ας εμπιστευθούμε τον Αναστημένο Χριστό και τότε θα σηκώνουμε και το κρεβάτι μας και κάθε πειρασμό και κάθε δοκιμασία!!!  

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ Ανέβασμα θαυματουργίας «Άρον τον κράβαττόν σου και περιπάτει». εκ της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου

Στην τέταρτη Κυριακή από το Πάσχα η Εκκλησία προβάλλει το θαύμα της θεραπείας του παράλυτου της Ιερουσαλήμ.  Με όλα τα θαύματα του Χριστού που εκτίθενται μέχρι τη γιορτή της Ανάληψης η Εκκλησία ξεδιπλώνει ένα προπαρασκευαστικό στάδιο μέχρι τον ερχομό του Παρακλήτου, τη μεγάλη δηλαδή ημέρα της Πεντηκοστής. Η ζωοποίηση μας από το Άγιο Πνεύμα σε αναστάσιμες τροχιές είναι αυτή που μάς ανυψώνει στο χώρο της θείας θαυματουργίας, η οποία δεν περιορίζεται μόνο σε κάποια έκτακτα θαυμαστά γεγονότα αλλά επεκτείνεται σε όλο το φάσμα και την ευρύτητα της ζωής.
Στα Ιεροσόλυμα, στο χώρο της προβατικής κολυμβήθρας, στην επιλεγόμενη Βηθεσδά, διενεργείται το θαύμα της θεραπείας του παραλυτικού. Η τραγική αυτή ύπαρξη ήταν βυθισμένη στον ανθρώπινο πόνο. Σήκωνε το σταυρό της ασθένειάς του για 38 ολόκληρα χρόνια. Στην κατάσταση αυτή, όπως εξάγεται από το κείμενο του Ευαγγελίου, τον οδήγησε η αμαρτία. Αμαρτία στη βαθύτερη της έννοια σημαίνει τη διακοπή της σχέσης ζωής με τον Θεό, προσλαμβάνοντας έτσι οντολογικό χαρακτήρα. Το αξιοθαύμαστο στην περίπτωση του παραλυτικού είναι ότι περίμενε υπομονετικά με πίστη και ελπίδα τη θεραπεία του. Πολλοί άνθρωποι σε τέτοιες περιπτώσεις αφήνουν τον εαυτό τους να παραδοθεί στη μοναξιά και την απογοήτευση. Είχε μάθει στα 38 χρόνια της παραλυσίας του να συμφιλιώνεται με τους ανθρώπους και να τους αποδέχεται. Διαφορετικά θα χαλούσε κυριολεκτικά τον κόσμο γνωστοποιώντας το πρόβλημά του.  Μπροστά, λοιπόν, σ’ αυτή την πίστη του παραλυτικού ο Θεός δεν μένει αδιάφορος. Βλέπουμε πιο συγκεκριμένα, με βάση τη διήγηση, ότι ο Χριστός δίνει απάντηση με τον σωτήριο λόγο του: «Άρον τον κράβαττόν σου και περιπάτει».

Η θεραπεία
Ο Χριστός θαυματουργικώ τω τρόπω θεράπευσε τον παράλυτο. Με τη συγχώρεση απομάκρυνε προηγουμένως την αιτία της ασθένειας που ήταν η αμαρτία. Στην κατάσταση της αμαρτίας ο άνθρωπος εμπιστεύεται μόνο τις δυνάμεις του και τον εαυτό του, εξορίζοντας από τη ζωή του τον Θεό. Αισθάνεται έτσι όταν συνήθως δεν αντιμετωπίζει δοκιμασίες και δυσκολίες στη ζωή του και αναγάγει την υλική ευημερία σε υπέρτατη αξία. Αυτόν ακριβώς τον κίνδυνο διέτρεχε και ο παράλυτος μετά τη θεραπεία του από τον Χριστό. Δηλαδή να λησμονήσει τον Θεό και μάλιστα αισθανόμενος υγιής να χρησιμοποιούσε τις δυνάμεις του εναντίον της αγάπης του.
Ακριβώς, ο Χριστός για να επιστήσει την προσοχή στον θεραπευμένο παράλυτο, τού υποδεικνύει: «ίδε, υγιής γέγονας, μηκέτι αμάρτανε, ίνα μη χείρον σοί τι γένηται». Η παράδοση μάλιστα λέει ότι αυτό το χειρότερο συνέβηκε. Στηρίχθηκε τόσο πολύ στη σωματική δύναμη που ο Χριστός τού χάρισε με το θαύμα, ώστε τα θεραπευθέντα χέρια του τα χρησιμοποίησε για να ραπίσει τον Κύριο στο σκηνικό που εκτυλίχθηκε η διαδικασία της ανάκρισής του στην πορεία του προς το Πάθος. Πρόκειται για το δούλο του αρχιερέα Άννα που αναφέρεται από τους ευαγγελιστές ότι ράπισε τον Κύριο. Γι’ αυτό και ο Χριστός, ενώ μέχρι τότε εσιώπα, στην περίπτωση αυτή τού είπε: «ει κακώς ελάλησα, μαρτύρησον περί του κακού, ει δε καλώς, τί με δέρεις;».
Αγαπητοί αδελφοί, ο Χριστός με τις θαυματουργικές ενέργειές του μάς αποκαλύπτει ότι η κατά φύση λειτουργία της ύπαρξης του ανθρώπου βρίσκεται στην προσωπική κοινωνία του με τον Θεό. Ο άνθρωπος καλείται να ενταχθεί σ’ αυτή την κοινωνία αγάπης, η οποία τον αναδεικνύει στην αυθεντική του μορφή με όλη την αρχοντιά που κοσμεί την «κατ’ εικόνα Θεού» δημιουργία του. Ο δρόμος που οδηγεί σ’ αυτή την κοινωνία είναι εκείνος της πίστης και της αγάπης που δεν περιορίζει την ύπαρξη σ’ ένα στείρο βιολογικό κύκλο αλλά την αναγάγει στα δυσθεώρητα ύψη της θέωσης.
Χριστάκης Ευσταθίου, Θεολόγος.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ π. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΟΡΜΠΑΡΑΚΗΣ




“῎Ανθρωπον οὐκ ἔχω”

῞Ενα θαῦμα ὑπομονῆς καί ἐλπίδας εἶναι ὁ παράλυτος τοῦ εὐαγγελικοῦ ἀναγνώσματος
 τῆς σημερινῆς Κυριακῆς, πρίν νά δεχθεῖ τό θαῦμα τῆς θεραπείας του ἀπό τόν Κύριο 
᾽Ιησοῦ Χριστό. Τριάντα ὀχτώ χρόνια ὑπέμενε καί ἤλπιζε γιά τή θεραπεία του,
 προσδοκώντας ὅτι κάτι θά συνέβαινε ὥστε καί αὐτός νά δεχθεῖ τήν ἰαματική 
ἀναταραχή τῶν ὑδάτων καί νά γίνει ὑγιής. Κι ἡ θαυμαστή αὐτή ὑπομονή καί
 προσμονή του ἐπιβραβεύεται ἀπό τόν Θεό μέ μοναδικό τρόπο: ὄχι κάποιος
 ἄνθρωπος, ἀλλ᾽ ὁ ἴδιος ὁ ἐν σαρκί Θεός, ὁ τέλειος Θεός καί τέλειος ἄνθρωπος᾽ 
᾽Ιησοῦς Χριστός, ἔρχεται πρός θεραπεία του. Τό παράπονό του ῾ἄνθρωπον οὐκ
 ἔχω, ἵνα ὅταν ταραχθῇ τό ὕδωρ βάλῃ με εἰς τήν κολυμβήθραν᾽, εἰσπράττει 
ὡς ἀπάντηση τήν παρουσία τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ.

Ὁ Χριστός πάντοτε ἔρχεται στόν ἄνθρωπο, καί ἰδίως σ᾽ αὐτόν πού βρίσκεται 
σέ ταλαιπωρία καί θλίψη καί ἀνάγκη. Καί μάλιστα πιό πολύ σ᾽ ἐκεῖνον πού 
βιώνει τόν πόνο χωρίς ἀνθρώπινη παρουσία καί παρηγοριά. Αὐτοί οἱ ἄνθρωποι,
 οἱ πονεμένοι καί ἀναγκεμένοι καί μάλιστα μόνοι, εἶναι οἱ ἀγαπημένοι τοῦ Θεοῦ,
 κατά τή γνωστή ἔκφραση τοῦ Γέροντος Παϊσίου. Κι εἶχε καί ὁ ἴδιος ὁ Γέροντας
 Παΐσιος βιώσει τήν ἰδιαίτερη αὐτή ἀγάπη καί εὔνοια τοῦ Θεοῦ, ὅταν βρέθηκε
 σέ παρόμοια κατάσταση ἀνάγκης καί μοναξιᾶς, νά ᾽ναι ἄρρωστος καί σέ 
ἡμέρες μεγάλου χιονιᾶ μόνος καί ἀβοήθητος. Ὁ Κύριος, ἀπεκάλυψε ὁ Γέροντας
, τοῦ ἔστειλε ἀγγέλους νά τόν θερμαίνουν καί νά τόν ὑπηρετοῦν, τόσο πού ὅταν
 ἦλθαν κάποια στιγμή καλόγεροι νά τόν βοηθήσουν, ἀνησυχώντας γιά τόν 
ἀποκλεισμό του, τούς παραπονέθηκε ὅτι ἦρθαν αὐτοί καί ἔδιωξαν τούς ἀγγέλους!

῎Ερχεται ὁ Κύριος πάντοτε, ἀλλά συχνά φαίνεται ὅτι ἀργεῖ. Διότι δικαίως θά 
ἐρωτήσει κάποιος: τριάντα ὀχτώ χρόνια δέν εἶναι πολλά, γιά νά ἐπανέλθουμε 
στόν παράλυτο τοῦ εὐαγγελίου; Γιατί ἄργησε τόσο ὁ Θεός τήν παρουσία Του; 
Τό ἐρώτημα πού βεβαίως τίθεται ἀντιστρόφως εἶναι: ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ εἶναι
 μόνον μία ἐμφανής παρουσία, σωματικῆς θά λέγαμε τάξεως; ᾽Εκεῖ πού ὁ Θεός 
φαίνεται ἀπών εἶναι καί πράγματι ἀπών; Προφανῶς, τήν ὑπομονή καί τήν ἐλπίδα 
στόν παράλυτο ἔδινε ὁ ἴδιος ὁ Θεός ὡς χάρη, πού πρέπει νά τόν ἀνέβαζε 
πνευματικά σέ μεγάλο ὕψος. Ὁ παράλυτος, πέρα ἀπό τό ἀνθρώπινο παράπονό του,
 δέν φαίνεται νά κατηγορεῖ κάποιον, πολλῷ μᾶλλον δέν γογγύζει κατά τοῦ Θεοῦ οὔτε 
καί βλασφημεῖ - πράγματα πού συχνά διαπιστώνουμε σέ παρόμοιες καταστάσεις 
ἄλλων συνανθρώπων – πού σημαίνει ὅτι ἦταν ἄνθρωπος προσευχῆς καί ἐπιβεβαίωνε 
ἔμπρακτα τό τῆς Γραφῆς: ῾ὑπομένων ὑπέμεινα τόν Κύριον καί προσέσχε μοι᾽. 
῎Ετσι ζοῦσε μᾶλλον σέ μία χαρισματική κατάσταση, ἔστω καί μέσα στή θλίψη του, 
ἤ μᾶλλον ἐξαιτίας αὐτῆς, πού σφραγίστηκε ἁπλῶς στό τέλος μέ τή σωματική θεραπεία 
του ἀπό τόν Χριστό.

Θυμίζει ἡ περίπτωσή του κάτι ἀπό τή ζωή τοῦ μεγάλου ἁγίου ᾽Αντωνίου, πού ὅταν 
τόν βρῆκαν μισοπεθαμένο ἀπό δαιμονικά κτυπήματα οἱ συχωριανοί του καί τόν
 ἔβαλαν μέσα στό ναό, ἐξέφρασε τό παράπονό του στόν Κύριο, μόλις αἰσθάνθηκε 
τήν παρουσία Του ὡς ἀκτίνα παρηγοριᾶς καί θεραπείας, λέγοντας γιατί τόν ἄφησε 
μόνο καί ἀβοήθητο στούς πνευματικούς του ἀγῶνες. Κι ὁ Κύριος τοῦ ἀπεκάλυψε
 ὅτι ἦταν πάντοτε κοντά του, τόν παρακολουθοῦσε καί τόν ἐνίσχυε μυστικῶς, 
προσδοκώντας ἀκριβῶς τήν ἐν ὑπομονῇ πίστη καί ἐλπίδα του σ᾽ Αὐτόν.
 Γι᾽ αὐτό καί τοῦ ὑπόσχεται ὅτι θά τόν κάνει μεγάλο καί τρανό ἀνά τά πέρατα 
τοῦ κόσμου. ῎Ετσι ὁ Κύριος ὅταν φαίνεται ὅτι εἶναι ἀπών στά παθήματα 
καί τίς δοκιμασίες μας, εἶναι στήν πραγματικότητα παρών μ᾽ ἕναν ἄλλον
 τρόπο. Καί θά πρέπει πάντοτε νά θυμόμαστε αὐτό πού σημειώνει 
ἰδιαιτέρως ὁ ἅγιος ᾽Ισαάκ ὁ Σύρος, ἀκολουθώντας κι αὐτός βεβαίως τήν
 πνευματική σκέψη τοῦ εὐαγγελικοῦ λόγου καί ἰδίως τοῦ ἀπ. Παύλου, 
ὅτι σ᾽ αὐτές τίς δύσκολες καταστάσεις δοκιμασίας μας ἔχουμε ἤδη πάρει
 μυστικῶς ἀπό τόν Κύριο τή δύναμη ν᾽ ἀντέχουμε, ὥστε μέ τή χάρη ᾽
Εκείνου νά περνᾶμε τά παθήματά μας. Προηγεῖται, λέει συγκεκριμένα, 
ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ καί τά στηρίγματα πού μᾶς δίνει, κι ἔπειτα ἐπιτρέπει καί
 παραχωρεῖ τήν ὅποια δοκιμασία. Εἶναι ἡ μέθοδος τοῦ Θεοῦ γιά νά
 μᾶς ἀνεβάζει σέ ἀνώτερη πνευματική βαθμίδα.

 ῎Ετσι ὁ παράλυτος τῆς ὁμώνυμης Κυριακῆς δέν φαίνεται νά εἶναι ἕνα
 ἁπλός ἄνθρωπος. Μέσα ἀπό τό ὅλο περιστατικό ἀποκαλύπτεται τό 
ψυχικό καί πνευματικό του μεγαλεῖο, ἡ ταπείνωση, ἡ ὑπομονή, 
ἡ πίστη του στόν Θεό. Καί θά μᾶς θυμίζει πάντοτε ὅτι ὅσο κι
 ἐμεῖς θά ὑπομένουμε ἐν πίστει τίς ὅποιες δοκιμασίες μας, χωρίς 
νά ῾ἐκβιάζουμε᾽ τόν Θεό γιά μία ἄμεση ἐπέμβασή Του, δείχνοντας
 ἑπομένως μέ τήν ἀνυπομονησία μας τήν ὀλιγοπιστία μας πρός Αὐτόν, 
τόσο θά πρέπει νά εἴμαστε ἕτοιμοι καί γιά τήν ἔκπληξη τῆς θαυμαστῆς
 παρουσίας τοῦ Χριστοῦ στή ζωή μας. ῎Ισως ὅμως θά πρέπει καί νά 
σκεφτόμαστε ὅτι αὐτή ἡ ὑπομονή καί ἡ ἐν πίστει προσμονή μας μᾶς 
θέσει τελικῶς στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ὡς μάρτυρες ἐνώπιόν Του.

Κυριακή τοῦ Παραλύτου Ο ΠΑΡΑΛΥΤΟΣ, Η ΚΟΛΥΜΒΗΘΡΑ ΚΑΙ ΤΟ ΒΑΠΤΙΣΜΑ Θεολογική καί κοινωνική προσέγγιση πρωτ.Βασιλείου Ἰ. Καλλιακμάνη

α) Τό βάπτισμα συνδεόταν στήν ἐκκλησιαστική παράδοση κυρίως μέ τήν ἀγρυπνία τοῦ Πάσχα. Τότε, πλῆθος ἀνθρώπων πού εἶχαν στή διάρκεια τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς κατηχηθεῖ, ἔρχονταν πανηγυρικά διά τοῦ βαπτίσματος στήν Ἐκκλησία. Ἡ λαμπάδα τῶν νεοφώτιστων, πού συνδέεται μέ τήν πασχαλινή λαμπάδα, ἀποτελεῖ σύμβολο τοῦ ἐσωτερικοῦ φωτός καί τῆς πνευματικῆς ἀναγέννησης τοῦ ἀνθρώπου.
Σύμβολο τῆς μετάβασης ἀπό τή ζωή τοῦ σκότους στή ζωή τοῦ φωτός. Εἶναι δύσκολο στίς μέρες μας νά ἀντιληφθοῦμε τό βαθύ θεολογικό νόημα τῆς εἰσόδου τοῦ ἀνθρώπου στό χῶρο τῆς χάριτος. Κι αὐτό, διότι τό βάπτισμα ἔγινε ἁπλῶς ἕνα καλό ἔθιμο, ἕνα πολιτιστικό αὐτονόητο γιά βρέφη, συχνά χωρίς πνευματική προοπτική.
β) Ἴσως δέ γίνεται εὐρύτερα ἀντιληπτό, ὅτι ἡ εἴσοδος στό ἁγιασμένο ὕδωρ τῆς κολυμβήθρας χαριτώνει τόν ἄνθρωπο καί δραστηριοποιεῖ ὅλες τίς ψυχικές του δυνάμεις γιά τόν πολύμορφο πνευματικό ἀγώνα. Δέν κατανοεῖται ἐπίσης, ὅτι ἡ ἔνταξη αὐτή ἀποσπᾶ ἀπό τή μοναξιά καί φέρει σέ κοινωνία τούς ἀνθρώπους μέ τόν Χριστό καί μεταξύ τους. Τούς καθιστᾶ ὄντως ἀδελφούς ἐν Χριστῷ. Καί λέγονται αὐτά, διότι τίς ἀνοιξιάτικες αὐ- τές μέρες γίνονται στούς ἐνοριακούς ναούς πολλές βαπτίσεις νηπίων καί σύμφωνα μέ ἐπίσημες στατιστικές, πάνω ἀπό τό 90% τοῦ ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ βαπτίζει τά παιδιά του. Πῶς τώρα φθάνουμε στό σημεῖο, ἐνῶ οἱ νέοι ἀποτελοῦν μέλη τῆς Ἐκκλησίας, νά μήν «πᾶνε στήν Ἐκκλησία», δύσκολα ἑρμηνεύεται.
γ) Ὅσα εἰπώθηκαν πιό πάνω γιά τό βάπτισμα, μποροῦν νά συνδεθοῦν μέ τό σημερινό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα (Ἰωάν. 5, 1-15). Ἡ σύνδεση αὐτή ἐξάλλου ἀπαντᾶ τόσο στήν ὑμνολογία ὅσο καί στήν πατερική σκέψη καί θεολογία. Ἡ προβατική κολυμβήθρα ἦταν τύπος τῆς κολυμβήθρας τοῦ ἁγίου βαπτίσματος, γράφει ὁ Ζιγαβηνός. Καί ὁ ἱερός Χρυσόστομος ἐπισημαίνει ὅτι τότε, μόνο ἕνας εἶχε τή δυνατότητα νά θεραπευθεῖ, ἐνῶ στό βάπτισμα τῆς Ἐκκλησίας «κἄν ἡ οἰκουμένη πᾶσα ἔλθῃ, ἡ χάρις οὐκ ἀναλίσκεται». Καί πράγματι ἡ χάρη εἶναι ἀνεξάντλητη, ἀρκεῖ ὁ χριστιανός νά ἀνταποκρίνεται στήν ἔλευση τῆς χάριτος καί μέ ἐπίγνωση νά ζεῖ σέ κοινωνία μέ τούς ἄλλους τό μυστήριο τῆς πίστεως.
δ) Ὅταν βιώνεται ἡ ἐκκλησιαστική ἑνότητα ὡς σχέση καί κοινωνία, ὡς ἄρση τοῦ σταυροῦ τοῦ ἄλλου, ὡς συμμετοχή στό πρόβλημα, στόν πόνο καί στή θλίψη, τότε παραμερίζεται ἡ μοναξιά καί γεμίζει ἡ κοινωνία ἀπό ἀνθρώπους. Ὅταν ὅμως καλλιεργεῖται στόν ἐκκλησιαστικό χῶρο ἡ ἀτομική εὐσέβεια, αὐτή διαχέεται καί στήν κοινωνία ὡς ἀτομισμός καί ὡς συμφεροντολογικός ἐγωκεντρισμός. Τότε ψάχνουμε ἀνθρώπους καί δέν τούς βρίσκουμε. Ἀναζητοῦμε ἀνθρωπιά καί αὐτή ἔχει ξεθωριάσει. Ὁπότε, βρίσκει πρόσφορο ἔδαφος ἡ μοναξιά καί ἡ ἀπελπισία.
ε) Ὁ Χριστός ὡς θεάνθρωπος ἀποτελεῖ πρότυπο αὐθεντικοῦ ἀνθρώπου. Δέν ἦλθε στόν κόσμο γιά νά διακονηθεῖ, ἀλλά νά διακονήσει καί νά προσφέρει τή ζωή Του γιά τή σωτηρία τοῦ δημιουργήματός Του. Ὅμως, σέβεται τήν ἐλευθερία καί τό αὐτεξούσιο τοῦ ἀνθρώπου. Δέν ἐπεμβαίνει βίαια στή ζωή του. Ἀκόμη καί γιά τό δῶρο τῆς ὑγείας ρωτᾶ: «Θέλεις ὑγιὴς γενέσθαι;». Μιά ἐρώτηση μάλλον περιττή γιά κάποιον πού περίμενε τριάντα ὀκτώ ἔτη. Κι ὅμως, ἡ ἀπάντηση ἀποκαλύπτει τό πρόβλημα τοῦ παραλύτου, ὁ ὁποῖος εἶχε δεχθεῖ μοιρολατρικά τήν κατάστασή του καί δέν εἶχε τό κουράγιο καί τήν ἐλπίδα νά σηκωθεῖ, γιά νά εἰσέλθει στά ἰαματικά νερά.
στ) Φαίνεται ὅτι δέν ἦταν μόνο σωματικά ἀλλά καί ψυχικά παράλυτος. Ἀντί λοιπόν μέ πόθο καί λαχτάρα νά ἀπαντήσει, «ναί Κύριε, θέλω νά γίνω καλά», μεταθέτει τό πρόβλημα λέγοντας: «Δέν ἔχω ἄνθρωπο νά μέ βάλει στή δεξαμενή, ὅταν ταραχθοῦν τά νερά». Κι ὁ ἰατρός τῶν ψυχῶν καί τῶν σωμάτων ἀνατρέποντας τή λογική τῆς ἀπελπισίας τοῦ λέγει:«Σήκω πάνω, πάρε τό κρεβάτι σου καί περπάτα». Κι ἀμέσως ἔγινε ὑγιής, πῆρε τό κρεβάτι του καί περπατοῦσε. Δέ χρειάζεται νά σχολιασθεῖ ὁ φθόνος καί ἡ τυπολατρία τῶν θρησκευτικῶν ἀρχόντων τῶν Ἰουδαίων γιά τή δῆθεν παράβαση τῆς ἀργίας τοῦ Σαββάτου. Ἄς ἑστιασθεῖ ἡ προσοχή μας στήν εὐθύνη τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας ἀπέναντι στά νεοβαπτιζόμενα παιδιά.
 ζ) Χαρά Θεοῦ κατά τήν ἡμέρα πού βαπτίζεται στά ἁγιασμένα νερά ἕνα νέο μέλος, κατά κανόνα μικρό παιδί, καί εἰσέρχεται στήν Ἐκκλησία. Συμμετέχουμε πλῆθος ἀνθρώπων: κληρικοί, ἀνάδοχοι, συγγενεῖς, φίλοι, γείτονες, συνάδελφοι καί γνωστοί. Ἡ ἀτμόσφαιρα πανηγυρική, συγκινητική καί εὐφρόσυνη. Ὅλοι δίδουμε εὐχές καί χαιρόμαστε τή μεγάλη αὐτή στιγμή. Ἀλλά μήπως αὐτό κρατᾶ μόνο λίγες ὧρες; Ποῦ εἴμαστε ἀλήθεια ὅλοι ἐμεῖς, ὅταν τό παιδί αὐτό ἀρχίζει νά ἀντιμετωπίζει τή μοναξιά, τήν ἐφηβική μελαγχολία, τό ἄγχος τῆς ζωῆς, τίς ἐσωτερικές συγκρούσεις, τά ἀδιέξοδα καί τίς πρῶτες ἀπογοητεύσεις; Εἴμαστε δίπλα του ὡς ἄνθρωποι ἤ ὡς κριτές καί τιμητές; Εἶναι λυπηρό στή σημερινή κοινωνία, νέα παιδιά νά παραλύουν ψυχικά καί νά φωνάζουν «ἄνθρωπον οὐκ ἔχω». Ἄς σκεφθοῦμε σοβαρά τήν εὐθύνη μας, ἐπαναφέροντας στήν κοινωνία τήν ἀνθρωπιά μέ ἀναφορά στό Θεάνθρωπο Χριστό, τόν Ἀναστημένο Κύριο.
‘Από τό βιβλίο: ΜΑΘΗΤΕΥΟΝΤΑΣ ΣΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυριακή τού Παραλύτου (Ιω. 5,1-15) Του Μιχαήλ Χούλη Θεολόγου



Κοντά στην προβατική πύλη του φρουρίου των Ιεροσολύμων, απ’ όπου οδηγούσαν τα πρόβατα για τις θυσίες, υπήρχε (και σώζεται μέχρι σήμερα) μια δεξαμενή που στα Εβραϊκά λέγεται Βηθεσδά, δηλαδή «σπίτι αγάπης» ή «οίκος ευσπλαχνίας» και είχε πέντε στοές (υπόστεγα με καμάρες). Σ’ αυτές κείτονταν πολλοί άρρωστοι, τυφλοί, κουτσοί, παράλυτοι, που περίμεναν να αναταραχθεί το νερό. Γιατί κάπου-κάπου ένας άγγελος κατέβαινε στη δεξαμενή κι ανατάραζε το νερό. Ο πρώτος λοιπόν που έμπαινε μετά την ταραχή του νερού γινόταν καλά, απ’ οποιαδήποτε αρρώστια και αν υπέφερε. Δεν επρόκειτο δηλαδή για ιαματικά λουτρά, αλλά για ευεργεσία και έλεος από το Θεό, αφού μόνο ο πρώτος κάθε φορά εισερχόμενος θεραπευόταν και μάλιστα από κάθε ασθένεια.

Εκεί υπήρχε ένας άνθρωπος που υπέφερε 38 χρόνια απ’ την ασθένειά του. Δηλαδή όλοι τον γνώριζαν, ήξεραν την πάθησή του και πόσο ταλαιπωρημένος ήταν. Επομένως και η θεραπεία του από τον Χριστό, που θα φανεί στη συνέχεια, δεν ήταν παρά ένα ακόμη θαύμα από την πηγή της Χάριτος, τον Θεάνθρωπο Κύριο.  Όταν τον είδε ο Ιησούς κατάκοιτο, και ξέροντας ότι πολύ καιρό ήδη βρισκόταν εκεί, του λέει: «Θέλεις να γίνεις καλά;». Του απάντησε ο άρρωστος: «Κύριε, δεν έχω κανέναν άνθρωπο για να με βάλει στη δεξαμενή, όταν ταραχθεί το νερό.ενώ δε εγώ πλησιάζω, άλλος κατεβαίνει πριν από μένα». Ο Χριστός, αν και γνωρίζει τα βάθη των ανθρώπων, ρώτησε τον παραλυτικό για να προκαλέσει σ’ αυτόν υπαρξιακή κίνηση επιστροφής και αγάπης προς τον Θεό. Ήθελε να ξυπνήσει την κοιμισμένη πνευματικότητα του αρρώστου και να την προσανατολίσει και πάλι προς μετάνοια και ζήτηση του απείρου ελέους του Κυρίου. Ιδιαίτερα ο σύγχρονος άνθρωπος ξεχνά τον Θεό και το νόημα της ζωής του, βουτηγμένος σε επίπλαστες πολλές φορές έγνοιες της καταναλωτικής κοινωνίας μας, ενώ «ενός έστι χρεία» (Λουκ. 10,42), όπως τονίζει ο Ιησούς. Δηλαδή, ένα πράγμα είναι κυρίως αναγκαίο: Η στροφή προς Αυτόν τον ίδιο, η σύναψη σχέσεων μαζί Του, η συνάντηση μετά του προσώπου Του, αφού είναι ο δοτήρ απάντων των αγαθών. 

Του λέει ο Ιησούς: «Σήκω, πάρε το κρεβάτι σου και περπάτα». Κι αμέσως έγινε υγιής ο άνθρωπος και πήρε το κρεβάτι του και περπατούσε. Εμφανής είναι λοιπόν η παντοδυναμία του Θεού, με πλήθος θεραπειών που προσέφερε, όχι μόνο όσο ζούσε σωματικά εν μέσω των ανθρώπων, αλλά και δια των αμέτρητων θαυμάτων Του, που δια των αγίων επενεργούνται στο διάβα της ιστορίας.

Μα ήταν Σάββατο εκείνη την ημέρα. Έλεγαν λοιπόν οι Ιουδαίοι στον θεραπευμένο: «Είναι Σάββατοδεν σου επιτρέπεται να σηκώνεις το κρεβάτι». Εδώ φαίνεται η σκληροκαρδία ορισμένων ανθρώπων, οι οποίοι δεν ενδιαφέρονται πραγματικά για τα προβλήματα και τις ανάγκες των άλλων, αλλά κυρίως για το γράμμα του νόμου και τους τύπους. Η γνήσια αγάπη όμως δεν μένει στα φαινόμενα, αλλά συναντά τα πρόσωπα και εφευρίσκει λύσεις, ελκύοντας έτσι και την χάρη του Θεού. Για μας τους χριστιανούς η Κυριακή -το Σάββατο  για τους Ιουδαίους- ανήκει πράγματι στο Θεό και τη λατρεία Του, εν παραλλήλω όμως με την υπηρεσία και προσφορά προς τους άλλους και όχι μονόπλευρα. Ο Χριστός είναι ο Κύριος του Σαββάτουκαί ως δημιουργός του κόσμου καί ως αρχηγός της Εκκλησίας. Γι’ αυτό και θαυματουργούσε τα Σάββατα ώστε να καταλάβουν οι Ισραηλίτες πως έχουν μπροστά τους τον ίδιο τον Κύριο της δόξης και όχι έναν απλό άνθρωπο.

Τους απάντησε ο πρώην άρρωστος: «Αυτός που μ’ έκανε καλά, εκείνος μου είπε: Πάρε το κρεβάτι σου και περπάτα». Τον ρώτησαν λοιπόν: «Ποιος είναι ο άνθρωπος που σου είπε ‘πάρε το κρεβάτι σου και περπάτα;’». Όμως ο θεραπευμένος δεν γνώριζε ποιος είναιγιατί ο Ιησούς ξέφυγε, επειδή υπήρχε πολύς κόσμος σ’ αυτό μέρος. Απομακρυνόταν δηλαδή γρήγορα ο Ιησούς μετά την τέλεση του πλήθους των θαυμάτων Του: (α) για να αποφύγει την επιδερμική περιέργεια εκεί που δεν υπήρχε καρδιακή αναζήτησή Του, (β) για να μην τον αναγορεύσουν πολιτικό-στρατιωτικό μεσσία, όπως οι Ιουδαίοι εσφαλμένα περίμεναν ότι θα είναι ο Εκλεκτός του Θεού, και (γ) γιατί ήταν η ενσάρκωση της ταπείνωσης, την οποία έδειξε όχι μόνο όταν γεννήθηκε εν πτωχεία και ως άνθρωπος, όχι μόνο όταν κυνηγήθηκε βρέφος από τον Ηρώδη και βρέθηκε πρόσφυγας στην Αίγυπτο, αλλά και με την περιφρόνηση που του έδειχναν πολλοί, τα μεγάλα βασανιστήρια που υπέφερε και το Σταυρό που υπέστη για τη λύτρωση όλων.

Μετά απ’ αυτά, βρήκε ο Ιησούς στο ναό τον άλλοτε παραλυτικό και του είπε: «Δες, έγινες καλά. μην αμαρτάνεις πια, για να μην σου συμβεί τίποτα χειρότερο». Ο πρώην κατάκοιτος πήγε δηλαδή στο ναό για να ευχαριστήσει το Θεό για την υγεία που απέκτησε, πράγμα που διδάσκει και εμάς να μην ξεχνάμε το Θεό, αλλά να αποδίδουμε ευγνωμοσύνη και όχι αχαριστία. Ο Χριστός τον πληροφορεί ότι ο Θεός δεν αρέσκεται στην αμαρτία (αστοχία, αποτυχία ως προς την τελειοποίηση του προσώπου και το καθ’ ομοίωση) και ότι αποσύρει την χάρη και το έλεος Του σε όσους δεν μετανοούν. Όχι γιατί δεν τους αγαπάει ο Θεός (είναι αλήθεια ότι δεν κάνει διακρίσεις ο Θεός), αλλά διότι εκ φύσεως είναι άγιος και δεν αναπαύεται στο κακό, την διαφθορά, την δουλεία στα πάθη. Και προσφέρει την προστασία του, την αγάπη και το φως του προσώπου Του σε εκείνους που οικειοθελώς τα δέχονται, τα αναζητούν και βαδίζουν εν ελευθερία στο θέλημά Του και όχι σε εκείνους που τα αρνούνται, διότι δεν παραβιάζει ποτέ την θέληση των ανθρώπων. Έφυγε αμέσως μετά ο πρώην παράλυτος και ανάγγειλε στους Ιουδαίους (όχι από φθόνο, αλλά από ευγνωμοσύνη) την ευεργεσία του Θεού, αναγνωρίζοντας έτσι τον Ιησού ως σωτήρα και Θεό του. Η πράξη του επισημαίνει και σε μας να μην ξεχνάμε, αλλά και στους άλλους να μιλάμε για την αγάπη του Θεού, εκεί που υπάρχουν ευνοϊκές συνθήκες και μας ζητείται λόγος.

Μια σημαντική παρατήρηση είναι ακόμη εδώ το γεγονός ότι ο θεραπευθείς διαπίστωσε ότι υπάρχει Θεός, διαπίστωσε την ευεργεσία που του έκανε ο Θεός, αλλά δεν ήξερε ποιος είναι ο Χριστός (που είναι η ενσάρκωση του Θεού). Πήγε όμως στο ναό και τον συνάντησε εκεί. Στη γνήσια συνάντηση δηλαδή με τον Χριστό, που είναι το ζητούμενο και η σωτηρία των ανθρώπων, μας οδηγεί όχι η ορθολογιστική έρευνα, αλλά η προσφυγή στην αλήθεια της Εκκλησίας, η μυστηριακή ζωή, η Πατερική ερμηνευτική των Ευαγγελίων και η εν ταπεινώσει προσευχή.

Ο παραλυτικός ήταν ολομόναχος. «Νεκρός» από οικογένεια, φίλους, συγγενείς, γνωστούς. Το φαινόμενο παρατηρείται ιδιαίτερα στις μεγαλουπόλεις όπου, αν και σφύζουν από ζωή, πολλοί άνθρωποι υποφέρουν από μοναξιά, δεν έχουν καμία παρηγοριά ή χωλαίνει η υγιής κοινωνικότητα.  Όταν έχεις όμως τον Χριστό, έχεις τα πάντα. Ο ίδιος είναι δηλαδή το πλήρωμα της ζωής, η αφθονία του Πνεύματος. Όταν προσεύχεσαι σ’ Αυτόν δεν σου αρνείται την απάντησή Του. Και δεν εγκαταλείπει το ποίμνιό Του, όπως η Εκκλησία –που είναι η συνέχειά Του επί της γης- συνδράμει ψυχοσωματικά τους ανθρώπους, χωρίς διακρίσεις. Αυτόν τον «νεκρό» οργανικά και κοινωνικά άνθρωπο, ο Χριστός «ανέστησε». Είναι ο χορηγός της Ζωής και της ψυχοσωματικής υγείας. Τον επανέφερε στο κοινωνικοθρησκευτικό πρότερο περιβάλλον του. Του προσέφερε τη δυνατότητα εργασίας, σύναψης συναισθηματικών σχέσεων, χαράς και ψυχαγωγίας. Δεν φτάνει όμως αυτό για να ζήσει κανείς εν τελειότητι ζωής. Απαιτείται η δωρεά του Παρακλήτου, της οποίας μόνο ο Ιησούς Χριστός είναι χορηγός.

Ο παραλυτικός ήταν όπως φαίνεται άνθρωπος της υπομονής και της κατανόησης. Τον είχε οδηγήσει εκεί η βαριά ασθένειά του. Αποδεχόταν τους συνανθρώπους του όπως είναι. Με τα χαρίσματα και τις ατέλειές τους. Με τα μικρά και τα μεγάλα ελαττώματά τους. Η αρρώστια, του προσέφερε ύψιστο μάθημα ζωής και ανθρωπιάς. Το μήνυμα προς όλους εμάς σήμερα είναι να μην αποθαρρυνόμαστε από την άδικη ενδεχομένως στάση ορισμένων εναντίον μας, αλλά να αφήνουμε την λύση στο Θεό και στο θέλημά Του, με την προσευχή και την ταπείνωσή μας. Εκεί που εμείς δεν μπορούμε να αλλάξουμε τον κόσμο, ας αφήνουμε με υπομονή την κτίση στα χέρια του Δημιουργού της. Εκείνος γνωρίζει και μεριμνά για όλα. Κυρίως να αντιληφθούμε ακόμη ότι, σε πολλές περιπτώσεις αρνητικών σχέσεων και σύγκρουσης με τους γύρω μας, στην ουσία, και αν ψάξουμε στο βάθος, ίσως να φταίμε εμείς και όχι οι άλλοι. Ο εγωισμός όμως δεν μας αφήνει να το διαπιστώσουμε.

Θα πρέπει οπωσδήποτε να επισημάνουμε ότι το ανθρώπινο σώμα δεν θεωρείται στον Χριστιανισμό υποδεέστερο της ψυχής, όπως πίστευαν ο Πλάτωνας, ο Μάρκος Αυρήλιος και ο Πλωτίνος. Δεν είναι τάφος ή φυλακή της ψυχής, όπως στον ελληνορωμαϊκό κόσμο πρέσβευαν, ή η έδρα της αμαρτίας. Ούτε αποτελεί ένα απλό περιτύλιγμα της ψυχής ή ένα φθαρμένο ‘ρούχο’ χωρίς μέλλον, καθώς ισχύει στην ινδουιστική φιλοσοφία. Για την Εκκλησία ο άνθρωπος είναι ψυχοσωματικό ον, είναι πρόσωπο που εκφράζεται ψυχοσωματικά και το σώμα είναι προορισμένο για την αιωνιότητα. Η χριστιανική άσκηση ελευθερώνει το σώμα από τα πάθη που φθείρουν, όχι τον άνθρωπο από το σώμα του. Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος εύστοχα το επεσήμανε λέγοντας: «Δεν θέλουμε να απομακρύνουμε τη σάρκα, αλλά τη φθορά. Όχι το σώμα αλλά το θάνατο…. Το σώμα έγινε έργο του Θεού, η φθορά όμως και ο θάνατος εισήχθησαν από την αμαρτία»  (Ε.Π.Ε., τ. 36, σελ. 127).

Σπουδαία παράμετρος είναι στο σημείο αυτό η επεξήγηση πως η δύναμη του Θεού και το έλεός Του δεν ανευρίσκονται μόνο στην υγεία, αλλά -όσο κι αν φαίνεται παράλογο στην κοσμική σκέψη- ιδιαίτερα στον πόνο και την ασθένεια. Ο άνθρωπος που πάσχει και δοκιμάζεται νοιώθει πολύ περισσότερο τι ζημιά είναι για την ανθρωπότητα το κακό, τι σημαίνει στεναχώρια και πόνος, νοιώθει πόσο κοντά είναι με τους συμπαθούντες συνανθρώπους του, βιώνει μοναδικά την αξία της υγείας και την αγάπης και μαθαίνει να εμπιστεύεται το Θεό. Άλλωστε, μόνο υπερβαίνοντας τον εγωισμό του συναντάται αληθινά ο άνθρωπος με το Θεό. Σε τι ωφελεί πράγματι η τέλεια υγεία, αν ο άνθρωπος δεν νοιώθει την ανάγκη του Θεού ή αλλιώς αυτοθεώνεται; Ο απόστολος Παύλος αναφέρει ότι για να μην υπερηφανεύεται, ο Θεός του έδωσε ένα αγκάθι στο σώμα του (ίσως κάποιο δερματικό νόσημα) για να τον κρατάει ταπεινό. «Γι’ αυτό το αγκάθι στο σώμα, γράφει ο ίδιος, τρεις φορές παρακάλεσα τον Κύριο να το διώξει από πάνω μου. Η απάντησή του ήταν: ‘Σου αρκεί η χάρη μου, γιατί η δύναμή μου φανερώνεται στην πληρότητά της μέσα σ’ αυτήν την αδυναμία σου’. Με περισσότερη καύχηση, συνεχίζει, θα καυχηθώ λοιπόν για τις ταλαιπωρίες μου, για να κατοικήσει μέσα μου η δύναμη του Χριστού» (Β΄ Κορ. 12,7-9). Έτσι, η θεραπεία εξαρτάται βέβαια από τον Θεό και την πίστη των ασθενών (και έχουν συμβεί θαυματουργικά αμέτρητες ιάσεις στην ιστορία), αλλά και η μη σωματική θεραπεία, η παραμονή δηλαδή στην ασθένεια ακόμη κι αν ο ασθενής προσεύχεται, ανήκει και αυτή στο σχέδιο του Θεού, για εκείνους που κρίνει ότι μέσω της ασθένειας και του πόνου γίνονται καλύτεροι, μετανοούν και ταπεινώνονται πραγματικά. Για πολλούς εξάλλου, η διάσταση της πίστης, τα υπαρξιακά νοήματα και η αναζήτηση της αλήθειας αναδύονται σε καταστάσεις φθοράς και πόνου -και όχι υγείας, ευτυχίας ή ακόμη σε ψευδαισθήσεις παντοδυναμίας.


Είναι αλήθεια πως αυτούς που έχουν εγκαταλείψει οι άνθρωποι επισκέπτεται ο Θεός. Ο Θεός δεν αφήνει μόνο και αβοήθητο τον άνθρωπο που υποφέρει. Κανένας δεν πρέπει να απελπίζεται. Όταν παρακαλάμε τον Θεό, εκείνος εκχέει την αγάπη του, ΌΧΙ ΟΜΩΣ ΌΠΟΤΕ ΘΕΛΟΥΜΕ ΕΜΕΙΣ, ΑΛΛΑ ΌΠΟΤΕ ΕΚΕΙΝΟΣ ΚΡΙΝΕΙ ΣΩΣΤΟ. Δεν πρέπει ποτέ ως χριστιανοί να ξεχνάμε ότι ανώτερη κατάσταση και από αυτήν την ψυχοσωματική υγεία είναι Η ΣΧΕΣΗ ΚΑΙ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΠΙΣΤΗΣ, ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ ΚΑΙ ΘΕΙΑΣ ΜΕΤΑΛΗΨΗΣ ΜΕ ΤΟ ΘΕΟ. Αυτή σώζει και όχι η οργανική μόνο υγεία μας. Ο Χριστός με τις θεραπείες που πραγματοποίησε, και η Εκκλησία με το μυστήριο του Ευχελαίου και την αγιαστική Χάρη που εκείνος της χορήγησε, μάς δείχνουν ότι ο καινούργιος κόσμος του Θεού είναι απελευθέρωση από τη φθορά και το θάνατο και ζωή εν αγάπη και αδελφοσύνη. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι η μετάνοια και η ταπείνωση. Αυτός είναι ο υγιής δρόμος επανένωσης του ανθρώπου με τον Θεό και τους συνανθρώπους μας. 
    
 
ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ:

2.             Κυριακοδρόμιο, εκδ. ‘Άρτος Ζωής’, Αθ. 2011.
3.             Κων/νου Γρηγοριάδη, ‘Λόγος και ύπαρξη’, τ. α΄, έκδ. β΄, εκδ. ‘Η Μεταμόρφωσις του Σωτήρος’, Μήλεσι Αττικής, Αθ. 2001.
4.             Μ. Μπέγζου-Αθ. Παπαθανασίου, ‘Θέματα χριστιανικής ηθικής’, γ΄ Λυκείου, ΟΕΔΒ, Αθ. 2007.
5.             Τιμοθέου Κιλίφη, αρχιμ. ‘Τα τέσσερα Ευαγγέλια και Πράξεις αποστόλων’, α΄ τόμος, 4ηέκδ., Αθήνα.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ (ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ) π. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΟΡΜΠΑΡΑΚΗΣ


῾Αἰνέα, ἰᾶταί σε ᾽Ιησοῦς ὁ Χριστός᾽ (Πρ. ᾽Απ. 9, 34)

α. Τό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα ἀπό τίς Πράξεις τῶν ᾽Αποστόλων στοιχεῖ στό εὐαγγελικό τῆς Κυριακῆς τοῦ Παραλύτου: ὅπως ὁ Κύριος θεράπευσε τόν ἐπί τριάντα ὀκτώ ἔτη εὑρισκόμενο παράλυτο τῆς προβατικῆς λεγόμενης κολυμβήθρας τῆς Βηθεσδά, τό ἴδιο καί ὁ ἀπόστολος Πέτρος θεραπεύει κατά τήν πορεία του πρός τήν Λύδδα καί τόν ἐπί ὀκτώ ἔτη κείμενο παράλυτο Αἰνέα. ῾Ο τρόπος μάλιστα πού ἀπευθύνεται ὁ ἀπόστολος στόν ἄνθρωπο αὐτό - ῾Αἰνέα, ἰᾶταί σε ᾽Ιησοῦς ὁ Χριστός᾽: Αἰνέα, σοῦ δίνει τήν ἴαση ὁ ᾽Ιησοῦς πού εἶναι ὁ Χριστός – θεωρεῖται ἰδιαιτέρως σημαντικός, ἀφοῦ συνιστᾶ θά λέγαμε μία μικρή ὁμολογία πίστεως περί τοῦ Κυρίου.

β. 1. Πράγματι: ῾Η ἀναφορά τοῦ ἀποστόλου Πέτρου στόν ᾽Ιησοῦ ὡς τόν Χριστό ἀποτελεῖ μαρτυρία τῆς πίστεώς του σ᾽ Αὐτόν ὡς Θεό καί ἄνθρωπο. ῾Ο Κύριος εἶναι ὁ ἄνθρωπος ᾽Ιησοῦς, ἀλλά ταυτοχρόνως εἶναι ὁ Χριστός, ὁ χρισμένος δηλαδή ἀπό τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ Υἱός τοῦ Θεοῦ, Αὐτός τόν ῾Οποῖο προκατήγγειλαν οἱ προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ὡς τόν σταλμένο ἀπό τόν Θεό Μεσσία καί εἶδε ὁ ἅγιος ᾽Ιωάννης Πρόδρομος στόν ᾽Ιορδάνη ποταμό τήν ὥρα πού Τόν βάπτιζε νά ἔχει τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ ῾ἐν εἴδει περιστερᾶς᾽. Πάνω σ᾽ αὐτήν τήν ὁμολογία πίστεως στήν Θεανθρωπότητα τοῦ Κυρίου στηρίζεται ἡ ᾽Εκκλησία μας, ὅπως πολύ καθαρά φάνηκε τοῦτο ἀπό τά λόγια τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου στόν μαθητή Του Πέτρο, ὅταν μέ φωτισμό Θεοῦ ἐκεῖνος Τόν ὁμολόγησε Θεό: ῾Καί ἐπί ταύτῃ τῇ πέτρᾳ (τῆς ὁμολογίας σου γιά μένα) οἰκοδομήσω μου τήν ᾽Εκκλησίαν καί πύλαι ῞Αδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς᾽. ῞Οπως ἔδειχναν πάντοτε ὅλοι οἱ ἀπόστολοι μέ τό κήρυγμά τους καί τίς ἐπιστολές τους,  τό θεανθρώπινο αὐτό τοῦ Κυρίου συνιστοῦσε τό ἀπόλυτο κριτήριο γιά νά ἐλεγχθεῖ ἡ ἀλήθεια ἀπό τήν αἵρεση πού δυστυχῶς σέ κάθε ἐποχή παρουσιαζόταν ὡς καρκίνωμα στήν ᾽Εκκλησία. ῾Πᾶν πνεῦμα ὅ ὁμολογεῖ ᾽Ιησοῦν Χριστόν ἐν σαρκί ἐληλυθότα ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστι· καί πᾶν πνεῦμα ὅ μή ὁμολογεῖ τόν ᾽Ιησοῦν Χριστόν ἐν σαρκί ἐληλυθότα ἐκ τοῦ Θεοῦ οὐκ ἔστι᾽.

2. ῾Η πίστη τοῦ ἀποστόλου Πέτρου περί τοῦ ᾽Ιησοῦ ὡς ἀληθινοῦ Θεοῦ καί ἀνθρώπου στήν προκείμενη μέ τόν παράλυτο Αἰνέα περίπτωση ἐπιτείνεται ἀκόμη περισσότερο ἀπό τόν ἐνεστωτικό χρόνο πού χρησιμοποιεῖ ὁ ἀπόστολος: ῾ἰᾶταί σε ᾽Ιησοῦς ὁ Χριστός᾽. ῾Ο ᾽Ιησοῦς Χριστός σοῦ προσφέρει τήν ἴαση τώρα, χρησιμοποιώντας βεβαίως ἐμένα ὡς ὄργανό Του. ῾Ο Χριστός δηλαδή, σάν νά λέει ὁ ἀπόστολος,  δέν εἶναι κάποιος ἄνθρωπος  πού ἁπλῶς ἔζησε πρό ὀλίγων χρόνων, ἀλλά εἶναι ὁ ζωντανός Θεός πού σέ κάθε ἐποχή εἶναι παρών καί προσδιορίζει τά γεγονότα. ῾᾽Ιησοῦς Χριστός χθές καί σήμερον ὁ Αὐτός καί εἰς τούς αἰῶνας᾽, κατά τήν ἀνάλογη ὁμολογία τοῦ ἀποστόλου τῶν ἐθνῶν Παύλου. Εἶναι ῾ὁ πανταχοῦ παρών καί τά πάντα πληρῶν᾽ ὅπως διδάσκει καί κηρύσσει διαχρονικά πιά ἡ ᾽Εκκλησία μας. Μόνο πού μετά τήν ἁγία ᾽Ανάληψή Του χρησιμοποιεῖ τούς πιστούς Του ὡς ὄργανα δράσεώς Του, κατεξοχήν δέ τούς συνεπεῖς φίλους Του, τούς διαφόρους ἁγίους Του. ῾Ο ῎Ιδιος ἄλλωστε δέν τό εἶχε ὑποσχεθῆ; ῾Θά σᾶς δώσω ἐξουσία νά κάνετε σημεῖα καί τέρατα περισσότερα καί ἀπό ἐμένα᾽. Κι αὐτό βεβαίως μέ τήν δύναμη τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος πού κατεξοχήν ἔλαβαν οἱ ἀπόστολοι τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς.
Καί πέραν τῆς ὁμολογίας πίστεως τοῦ ἀποστόλου Πέτρου: ἡ στάση του ἔναντι τοῦ παραλύτου φανερώνει καί τό φρόνημα τῆς ταπείνωσης πού τόν διακατεῖχε. ᾽Ενῶ δηλαδή ἔχει ἀπόλυτη αὐτοσυνειδησία γιά τήν δύναμη πού τοῦ ἔχει δώσει ὁ Χριστός, δέν ὑπερηφανεύεται. ῾Η δύναμή του γνωρίζει ὅτι εἶναι τοῦ Χριστοῦ ἡ δύναμη: ὁ Χριστός θεραπεύει καί ὄχι ἐκεῖνος. Συνεπῶς ἡ δόξα πού μπορεῖ νά προκαλέσει ἡ θαυμαστή θεραπεία τοῦ ἀρρώστου ἀνήκει μόνο σ᾽ ᾽Εκεῖνον. Κι αὐτό μεταξύ ἄλλων θά πεῖ: θεμέλιο τῆς πίστεως στόν Χριστό εἶναι ἡ ταπείνωση τοῦ ἀνθρώπου. ῞Ο,τι θά πεῖ ἀργότερα καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος τό βλέπουμε ἐνεργό καί στόν ἀπόστολο Πέτρο: ῾Τί ἔχεις ὅ οὐκ ἔλαβες; Εἰ δέ καί ἔλαβες, τί καυχᾶσαι ὡς μή λαβών;᾽ Πόση διαφορά ἀλήθεια φρονήματος τῶν ἀποστόλων ἀπό τό δικό μας τῶν συγχρόνων χριστιανῶν, πού πολλές φορές ἀπό κάτι ἐλάχιστο πού μπορεῖ νά καταφέρουμε καυχώμαστε καί φουσκώνουμε ἀπό κάθε εἴδους οἴηση;

3. Καί ὁ Κύριος διά τοῦ Πέτρου παρέχει τήν ἴαση στόν Αἰνέα. ῎Ιαση προφανῶς ὄχι μόνο σωματική, ἀλλά καί ψυχική. Τό γνωρίζουμε τοῦτο, γιατί πάντοτε ὁ Κύριος πρόσφερε τήν σωματική ἴαση ὅταν εἶχε προσφέρει πρῶτα τήν ψυχική, ἤ γιά νά προκαλέσει τήν ψυχική ὡς αἴσθηση μετανοίας τοῦ ἀνθρώπου πού δεχόταν τήν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ. ῾Ο Κύριος δέν ἦλθε γιά νά κάνει τόν θαυματοποιό. Τοῦτο τό ἀπέρριψε ὡς πειρασμό τοῦ Διαβόλου. Τό κάθε θαῦμα Του ἦταν μία ἀποκάλυψη τῆς νέας πραγματικότητας πού ἔφερνε, πού σημαίνει ὅτι ὁ Κύριος ἔκανε θαύματα γιά νά ὁδηγήσει τόν ἄνθρωπο ἐκεῖ πού ἔπρεπε νά εἶναι: ἑνωμένος μαζί Του στήν αἰώνια Βασιλεία Του. ῾Ο Χριστός λοιπόν εἶναι ῾ὁ ἰατρός τῶν ψυχῶν καί τῶν σωμάτων᾽, ὁπότε ἡ ὅποια θεραπεία Του λειτουργοῦσε καί λειτουργεῖ πάντοτε ψυχοσωματικά. ῞Ομως ἐπειδή ἡ ψυχική ἴαση εἶναι τό κυρίως ζητούμενο, ἀφοῦ ἀπό αὐτήν ἐξαρτᾶται τό αἰώνιο μέλλον τοῦ ἀνθρώπου, ἀφήνει κάποιες φορές, λίγες ἤ πολλές, τήν σωματική ἀσθένεια νά ὑφίσταται στόν κόσμο τοῦτο, γιά νά ἐπιτυγχάνεται καλύτερα ἡ πνευματική ὑγεία. Μή ξεχνᾶμε τήν συγκλονιστική ἀπάντηση τοῦ ῎Ιδιου στόν μεγάλο ἀπόστολό Του ἅγιο Παῦλο, ὅταν τρεῖς φορές ἐκεῖνος λόγω ἄφατων σωματικῶν του ὀδυνῶν Τόν παρεκάλεσε γιά νά τόν κάνει καλά: ῾᾽Αρκεῖ σοι ἡ χάρις μου. ῾Η γάρ δύναμίς μου ἐν ἀσθενείᾳ τελειοῦται᾽. ῞Ωστε, πολλές φορές ὅταν ἀσθενοῦμε καί δέν βλέπουμε τήν ἴαση πού ζητᾶμε ἀπό τόν Κύριο, ῾τότε δυνατοί ἐσμεν᾽.  

4. Ποιός ἦταν ὁ Αἰνέας πού θεραπεύει ὁ Κύριος μέσω τοῦ ἀποστόλου Πέτρου; Κάποιος πλούσιος ἐνδεχομένως ἤ κάποιος μέ σπουδαῖο ὄνομα στήν ᾽Εκκλησία, σάν τήν ἁγία Ταβιθᾶ τήν ὁποία θά ἀναστήσει; ῾Η Ταβιθᾶ πού δέχεται μετά τόν Αἰνέα τήν παρεκτική ἐνέργεια ζωῆς ἀπό τόν Κύριο διά τοῦ ἀποστόλου ἦταν ἐπώνυμη. Γι᾽ αὐτήν πιέστηκε ὁ ἀπόστολος νά πάει στήν ᾽Ιόππη πού ἦταν κοντινή πρός τήν Λύδδα: τόν παρεκάλεσε ὅλη ἡ τοπική ᾽Εκκλησία. ῾Ο Αἰνέας ὅμως ἦταν ἕνας ἄγνωστος: ῾Εὗρε ἐκεῖ (στήν Λύδδα)ἄνθρωπόν τινα᾽. Κάποιον ἄνθρωπο. ᾽Αλλά δέν ἔχει σημασία. Γιά τόν ἀπόστολο Πέτρο, γιά τόν ἅγιο τοῦ Θεοῦ, γιά τήν ᾽Εκκλησία, ἐκεῖνο πού μετράει εἶναι ὅτι πρόκειται γιά ἄνθρωπο: γιά ὄν ῾κατ᾽ εἰκόνα καί καθ᾽ ὁμοίωσιν Θεοῦ᾽ πλασμένο, ῾δι᾽ ὅν Χριστός ἀπέθανε᾽. ῾Η ᾽Εκκλησία μας μέ ἄλλα λόγια δέν κάνει διακρίσεις. ῞Οπου συναντᾶ τόν ἀνθρώπινο πόνο ἀνταποκρίνεται καί στό μέτρο τοῦ δυνατοῦ τόν θεραπεύει. Γιά τήν πίστη μας καί τόν Θεό μας ὅλοι οἱ ἄνθρωποι εἶναι παιδιά τοῦ Θεοῦ.
᾽Απαιτεῖται ὅμως - ἔχει τονισθῆ ἄπειρες φορές - καί ἡ ἀνθρώπινη συνέργεια γιά νά ἐνεργήσει ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ: ἡ πίστη τοῦ ἀνθρώπου καί ἡ καλοπροαίρετη διάθεσή του. ῾Ο Αἰνέας ἦταν τέτοιος καλοπροαίρετος ἄνθρωπος, ὅπως καί ὁ ἄλλος παράλυτος τοῦ εὐαγγελικοῦ ἀναγνώσματος. Πῶς τό ξέρουμε; Τόν βρῆκε, σημειώνουν οἱ Πράξεις, ὁ ἀπόστολος Πέτρος μέσα στόν κύκλο τῶν πιστῶν, τῶν ἁγίων. ῾Κατῆλθε πρός τούς ἁγίους τούς κατοικοῦντας τήν Λύδδαν,  εὗρε δέ ἐκεῖ ἄνθρωπον τινά᾽.  ῾Ο Θεός ἔρχεται εἴτε ἄμεσα εἴτε μέσω τῶν ἁγίων Του σέ ἐμᾶς. Τό θέμα εἶναι ἐμεῖς ποῦ βρισκόμαστε;

γ. ῾Η ὁμολογία τοῦ ἀποστόλου Πέτρου γίνεται καθοδηγητική γιά ὅλους μας:
- ῾Ο Χριστός εἶναι ὡς Θεός καί ἄνθρωπος ὁ ζωντανός Θεός μας. Αὐτός στέκει κατενώπιόν μας τήν κάθε στιγμή τῆς ζωῆς μας, μέ διάθεση ἀπόλυτης ἀγάπης, ἕτοιμος νά μᾶς παράσχει τήν ἴαση τῆς ψυχῆς μας καί ἄν εἶναι πρός τό συμφέρον μας καί τοῦ σώματός μας. Κατά μυστικό τρόπο μάλιστα μᾶς ἐνισχύει πρός ὑπέρβαση τῆς ὅποιας ἠθικῆς καί πνευματικῆς παραλυσίας μας: ὅ,τι ἀποτελεῖ τήν χειρότερη κατάσταση πού μποροῦμε νά βρεθοῦμε.
- Ζητᾶ ὅμως καί τήν ἀνταπόκρισή μας. Καί ἡ ἀνταπόκριση αὐτή εἶναι, ὅπως ὅλοι γνωρίζουμε, καί τό διαρκῶς ζητούμενο στήν πνευματική ζωή. Εἶναι ἡ δική μας μικρή ἀγάπη πρός Αὐτόν ἀπέναντι στήν δική Του ἄπειρη δεδομένη ἀγάπη πρός ἐμᾶς. ῾῾Ημεῖς ἀγαπῶμεν ὅτι Αὐτός πρῶτος ἠγάπησεν ἡμᾶς᾽.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ Ἁγίου ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ



Στό χρυσωρυχεῖο οὔτε τήν πιό ἀσήμαντη φλέβα δέν θά δεχόταν νά περιφρονήση κανένας κι ἄς προξενῆ πολύν κόπο ἡ ἔρευνά της. Ἔτσι καί στίς θεῖες Γραφές δέν εἶναι χωρίς βλάβη νά προσπεράσης ἕνα γιῶτα ἤ μιά κεραία. Ὅλα πρέπει νά ἐξετάζωνται. Τό ἅγιο Πνεῦμα τά ἔχει πεῖ ὅλα καί τίποτα δέν εἶναι ἀνάξιο σ̉ αὐτές.
Πρόσεξε λοιπόν τί λέει ὁ Εὐαγγελιστής κι ἐδῶ: Αὐτό πάλι ἦταν τό δεύτερο σημεῖο πού ἔκανε ὁ Ἰησοῦς, πηγαίνοντας ἀπό τήν Ἰουδαία στήν Γαλιλαία. Καί δέν πρόσθεσε βέβαια ἔτσι ἁπλᾶ τή λέξη «δεύτερο», ἀλλά τονίζει ἀκόμα περισσότερο τό θαῦμα τῶν Σαμαρειτῶν. Δείχνει ὅτι, μόλο πού ἔγινε καί δεύτερο σημεῖο, δέν εἶχαν φτάσει ἀκόμα στό ὕψος ἐκείνων πού τίποτα δέν εἶδαν (τῶν Σαμαρειτῶν) αὐτοί πού ἔχουν δεῖ πολλά καί θαυμάσει. Ὕστερ̉ ἀπ̉ αὐτά ἦταν ἑορτή τῶν Ἰουδαίων. Ποιά ἑορτή; Ἡ ἑορτή τῆς Πεντηκοστῆς, νομίζω, καί ἀνέβηκε ὁ Ἰησοῦς στά Ἱεροσόλυμα.
Συστηματικά τίς γιορτές βρίσκεται στήν πόλη. Ἀπ̉ τή μιά γιά νά φανῆ πώς ἑορτάζει μαζί τους, ἀπ̉ τήν ἄλλη γιά νά τραβήξη κοντά του τόν ἁπλό λαό. Γιατί αὐτές τίς μέρες γινόταν περισσότερη συρροή τῶν πιό ἁπλῶν. Ὑπάρχει στά Ἱεροσόλυμα ἡ προβατική κολυμβήθρα, Βηθεσδά μέ τό Ἑβραϊκό ὄνομά της, μέ πέντε στοές. Σ̉ αὐτές ἦσαν πεσμένοι ἄρρωστοι πλῆθος – κουτσοί, τυφλοί, ξηροί, πού περίμεναν τήν ταραχή τοῦ νεροῦ. Τί σημαίνει αὐτός ὁ τρόπος τῆς θεραπείας; Τίνος μυστηρίου κάνει ὑπαινιγμό; Αὐτά δέν ἔχουν γραφῆ ἁπλᾶ καί τυχαῖα ἀλλά εἰκονίζει καί ὑποτυπώνει ὅσα ἀνάγονται στό μέλλον.
Μ̉ αὐτόν τόν τρόπο, τόν ὑπερβολικά παράξενο, ὅταν συνέβαινε ὁλότελα ἀπροσδόκητα, δέ θά κατάστρεφε μέσα στίς ψυχές τῶν πολλῶν τή δύναμη τῆς πίστης. Ποιό εἶναι λοιπόν αὐτό πού εἰκονίζει; Σκόπευε νά δώση τό βάπτισμα πού ἔχει πολλή δύναμη καί μεγάλη χάρη.τό βάπτισμα πού ἀποπλύνει ὅλες τίς ἁμαρτίες καί ζωοποιεῖ τούς νεκρούς. Ὅπως λοιπόν σέ εἰκόνα, προδιαγράφονται αὐτά στήν κολυμβήθρα καί σέ πολλά ἄλλα. Καί πρῶτα ἔδωσε τό νερό πού βγάζει τά στίγματα τῶν σωμάτων καί πού δέν εἶναι μιάσματα ἀλλά φαίνονται, ὅπως τά μολύσματα ἀπό κηδεῖες, ἀπό λέπρα καί ἄλλα τέτοια. Καί πολλές ἄλλες θεραπεῖες στήν Παλαιά Διαθήκη θά μποροῦσε κανείς νά δῆ πού πραγματοποιήθησαν μέ νερό, γι̉ αὐτό τό λόγο. Ἀλλά ἄς μποῦμε στό θέμα μας.
Πρῶτα λοιπόν ὅπως εἶπα πρωτύτερα, μολυσμούς σωματικούς κι ἔπειτα διάφορες ἄλλες ἀσθένειες κάνει νά θεραπεύωνται μέ νερό. Γιατί θέλοντας ὁ Θεός νά μᾶς ὁδηγήση κοντύτερα στή δωρεά τοῦ βαπτίσματος δέν θεραπεύει τούς μολυσμούς μονάχα ἀλλά καί ἀσθένειες. Γιατί οἱ πλησιέστερες πρός τήν ἀλήθεια εἰκόνες καί σχετικά μέ τό βάπτισμα καί τό πάθος καί τά ἄλλα ἦσαν καθαρώτερες ἀπό τίς παλαιότερες. Γιατί ὅπως οἱ κοντινοί τοῦ βασιλιᾶ δορυφόροι εἶναι λαμπρότεροι ἀπό τούς πιό μακρινούς, ἔτσι γίνεται καί σχετικά μέ τούς τύπους. Κι ὁ ἄγγελος καταβαίνοντας ἀνατάραζε τό νερό καί τοῦ ἔδινε θεραπευτική δύναμη, γιά νά μάθουν οἱ Ἰουδαῖοι ὅτι πολύ περισσότερο ὁ Κύριος τῶν ἀγγέλων μπορεῖ νά θεραπεύση ὅλα τά νοσήματα τῆς ψυχῆς. Ἀλλά ὅπως ἐδῶ ἡ θεραπευτική δύναμη δέν ἦταν φυσική ἰδιότητα τοῦ νεροῦ, γιατί τότε θά ἐκδηλωνόταν ἀδιάλειπτα, ἀλλά παρουσιαζόταν μέ τήν ἐνέργεια τοῦ ἀγγέλου, ἔτσι καί πάνω σ̉ ἐμᾶς δέν ἐνεργεῖ ἁπλᾶ τό νερό ἀλλά ὅταν δεχτῆ τή χάρη τοῦ Πνεύματος τότε διαλύει ὅλες τίς ἁμαρτίες.
Γύρω ἀπ̉ αὐτή τήν κολυμβήθρα κοίτονταν ἕνα μεγάλο πλῆθος ἄρρωστοι τυφλοί, κουτσοί, λεπροί πού περίμεναν τήν ταραχή τοῦ νεροῦ καί τότε ἡ ἀσθένεια γινόταν ἐμπόδιο σ̉ ἐκεῖνον πού ἤθελε νά θεραπευτῆ. Μά τώρα εἶναι κύριος ὁ καθένας νά προσέλθη. Γιατί δέν ἀναταράζει κάποιος ἄγγελος ἀλλά εἶναι τῶν πάντων ὁ Κύριος αὐτός πού τά ἐκτελεῖ ὅλα καί δέν εἶναι δυνατό νά πῆ ὁ ἀσθενής«μόλις πάω νά κατεβῶ, ἄλλος κατεβαίνει πρίν ἀπό μένα». Ἀλλά, κι ἄν ἔρθη ὅλη ἡ οἰκουμένη, ἡ χάρη δέν ξοδεύεται, οὔτε ἡ ἐνέργεια δαπανᾶται ἀλλά ἴδια καί ἀπαράλλακτη μένει ὅπως πρῶτα. Κι ὅπως οἱ ἡλιακές ἀκτῖνες καθημερινά δίνουν τό φῶς τους καί δέν δαπανῶνται οὔτε λιγοστεύει ἡ λάμψη τους ἀπό τήν ἄφθονη παροχή των, ἔτσι καί πολύ περισσότερο ἡ ἐνέργεια τοῦ Πνεύματος, δέν ἐλαττώνεται μ̉ ὅλο τό πλῆθος πού τήν ἀπολαμβάνει.
Αὐτό συνέβαινε, μέ τό σκοπό ἐκεῖνοι πού ἔμαθαν ὅτι εἶναι δυνατό μέ τό νερό νά θεραπευτοῦν πολλά σωματικά νοσήματα καί ἀσκήθηκαν στή γνώση αὐτή πολύν καιρό, νά πιστέψουν εὔκολα ὅτι μπορεῖ νά θεραπεύση καί νοσήματα τῆς ψυχῆς. Καί γιατί τέλος πάντων ὁ Ἰησοῦς ἄφησε ὅλους τούς ἄλλους καί ἦρθε σ̉ αὐτόν, πού εἶχε τριάντα ὀχτώ χρόνια καί γιατί τόν ρώτησε ἄν θέλη νά γίνη ὑγιής. Ὄχι γιά νά μάθη, αὐτό ἦταν περιττό, ἀλλά γιά νά δείξη τήν ὑπομονή τοῦ παραλυτικοῦ καί γιά να καταλάβωμε ὅτι γι̉ αὐτό ἄφησε τούς ἄλλους καί πῆγε σ̉ αὐτόν. Κι ὁ ἀσθενής τοῦ ἀποκρίθηκε καί τοῦ εἶπε:«Κύριε δέν ἔχω κάποιον νά μέ βάλη στήν κολυμβήθρα, ὅταν ταραχθῆ τό νερό. Κι ἐνῶ πηγαίνω ἐγώ, κατεβαίνει ἄλλος πρίν ἀπό μένα».
Γι̉ αὐτό ρώτησε, ἄν θέλη νά γίνη γερός. Γιά νά πληροφορηθοῦμε αὐτά τά πράγματα. Δέν τοῦ εἶπε θέλεις νά σέ κάμω καλά; -Γιατί δέν φανταζόταν ἀκόμα τίποτα σπουδαῖο γι̉ αὐτόν- ἀλλά θέλεις νά γίνης καλά; Ξαφνιάζεται ὁ καρτερικός παράλυτος. Ἔχοντας τριάντα ὀχτώ ἔτη τήν ἀσθένεια καί κάθε χρόνο ἐλπίζοντας ὅτι θά γλύτωνε ἀπ̉ αὐτή, ἔμενε μόνιμα ἐκεῖ καί δέν ἀπομακρυνόταν. Χωρίς τήν καρτερία του ἄν ὄχι τά περασμένα, δέν θά ἦσαν ἱκανά τά μέλλοντα νά τόν ἀπομακρύνουν ἀπό κεῖ;
Σκέψου σέ παρακαλῶ πῶς ἦταν φυσικό καί οἱ ἄλλοι ἄρρωστοι νά εἶναι ἥσυχοι. Γιατί μήτε ἡ ὥρα δέν ἦταν φανερή πού ταραζόταν τό νερό. Καί στό κάτω-κάτω οἱ κουτσοί καί οἱ κουλλοί μποροῦσαν νά παρατηρήσουν. Οἱ τυφλοί ὅμως πού δέν ἔβλεπαν; Ἴσως τό καταλάβαιναν ἀπό τό θόρυβο. Ἄς νιώσωμε λοιπόν, ἀγαπητοί μου, ντροπή καί ἄς στενάξωμε γιά τήν πολλή ἀδιαφορία μας. Τριάντα ὀχτώ χρόνια ἔμεινε στό ἴδιο μέρος ἐκεῖνος καί, μ̉ ὅλο πού δέν πετύχαινε ὅ,τι ἤθελε, δέν ἀπομακρυνόταν. Καί δέν πετύχαινε ὄχι ἀπό ἀδιαφορία δική του ἀλλά γιατί τόν ἐμπόδιζαν καί τόν παραμέριζαν οἱ ἄλλοι. Καί ὅμως δέν ἀπογοητευόταν. Ἐμεῖς ὅμως δέκα ἡμέρες, ἄν μείνωμε κάπου καί παρακαλέσωμε γιά κάτι χωρίς νά πετύχουμε στό τέλος βαρυόμαστε νά δείξωμε τόν ἴδιο ζῆλο. Καί στούς ἀνθρώπους κάποτε μένουμε κοντά τόσο διάστημα ὑποφέροντες τίς ταλαιπωρίες τῆς ἐκστρατείας καί ἐκτελώντας ἐργασίες δουλοπρεπεῖς, χωρίς νά ἐκπληρώνεται πολλές φορές ἡ ἐλπίδα μας. Στόν Κύριο ὅμως τό δικό μας, ὅπου θά πάρωμε ὁπωσδήποτε μεγαλύτερη ἀπό τούς κόπους μας ἀμοιβή – ἡ ἐλπίδα, γράφει, δέν ἀπογοητεύει – δέν θέλομε νά μείνωμε κοντά του μέ τό ζῆλο πού πρέπει.
Πόση τιμωρία ἁρμόζει σ̉ αὐτή τή στάση; Ἀκόμη κι ἄν δέν ἦταν δυνατό νά πάρουμε τίποτα, αὐτή τήν ἀδιάκοπη συνομιλία μαζί του δέν ἔπρεπε νά τήν θεωροῦμε ἄξια ἄπειρων ἀγαθῶν; Ἀλλά εἶναι κουραστική ἡ ἀδιάκοπη προσευχή; Ἀλλά καί ποιά ἀρετή δέν εἶναι κοπιαστική; Κι αὐτή εἶναι ἡ μεγάλη ἀπορία: ὅτι μαζί μέ τήν κακία κληρώθηκε ἡ εὐχαρίστηση, ἐνῶ μέ τήν ἀρετή ὁ πόνος. Πολλοί ἀναζητοῦν τήν αἰτία. Μᾶς ἔδωσε ὁ Θεός ἀπ̉ τήν ἀρχή ζωή ἐλεύθερη ἀπό φροντίδες καί κόπους. Ἡ ἀργία ὡδήγησε στή διαστροφή καί χάσαμε τόν παράδεισο. Γι̉ αὐτό ἔκαμε ἐπίπονη τή ζωή μας, σάν νά δικαιολογοῦνταν στό γένος τῶν ἀνθρώπων λέγοντας.σᾶς ἔβαλα μέσα στήν τρυφή, ἀλλά ἡ ἀπιστία σᾶς ἔκαμε χειρότερους. Γι̉ αὐτό διέταξα νά δοκιμάζετε τόν πόνο καί τόν ἱδρῶτα. Ἐπειδή ὅμως οὔτε αὐτός ὁ πόνος δέν συγκράτησε τόν ἄνθρωπο, μᾶς ἔδωσε νόμο μέ πολλές ἐντολές βάζοντάς μας, ὅπως στό δύσκολο ἄλογο, δεσμά καί χαλινάρια.
Τό ἴδιο κάνουν καί οἱ ἀλογοδαμαστές. Γι̉ αὐτό εἶναι ἐπίπονη ἡ ζωή μας. Ἡ ζωή ἡ χωρίς κόπο συνήθως διαφθείρει. Ἡ φύση μας δέν δέχεται τήν ἀργία, εὔκολα κλίνει στήν κακία. Ἄς ὑποθέσωμε ὅτι δέν ἔχει ἀνάγκη ἀπό κόπους ὁ φρόνιμος καί ἐνάρετος γενικά, ἀλλά ἐπιτυγχάνουν τό κάθε τι ἀκόμα καί κοιμισμένοι. Τήν ἄνεση πού θά προέκυπτε ποῦ θά τή χρησιμοποιούσαμε; Ὄχι στήν ἀνοησία καί τήν ὑπερηφάνεια;
Ἀλλά γιατί ἔχει συζευχθῆ μέ τήν κακία πολλή εὐχαρίστηση καί μέ τήν ἀρετή πολύς κόπος καί ἱδρῶτας; Καί τί χάρη θά εἶχε καί τί μισθό θά ἔπαιρνε, ἄν τό πρᾶγμα δέν ἦταν κοπιαστικό; Ἔχω νά σᾶς δείξω πολλούς πού ἀποστρέφονται ἐκ φύσεως τό γάμο καί τόν ἀποφεύγουν μέ σιχαμάρα. Αὐτούς θά τούς ποῦμε φρόνιμους καί θά τούς στεφανώσωμε καί θά τούς ἀνακηρύξωμε πανηγυρικά; καθόλου. Γιατί ἡ σωφροσύνη εἶναι ἐγκράτεια καί ὑπερίσχυση πάνω στίς ἡδονές ὕστερα ἀπό μάχη. Καί τά πολεμικά τρόπαια εἶναι λαμπρότερα, ὅταν οἱ ἀγῶνες εἶναι σκληροί, ὄχι ὅταν οἱ ἀντίπαλοι δέν ἀντιστέκονται.
Εἶναι πολλοί νωθροί ἀπό τή φύση. Αὐτούς δέ θά τούς ποῦμε ἐνάρετους. Γι’ αυτό ὁ Χριστός ἀναφέροντας τρεῖς τρόπους εὐνουχισμοῦ τούς δύο τούς ἀφήνει ἀβράβευτους καί τόν ἕναν μόνο βραβεύει μέ τή βασιλεία. Σᾶς λέω καί γιατί χρειάζεται ἡ κακία. Ποιός ἄλλος εἶναι ὁ δημιουργός τῆς κακίας ἀπό τή θεληματική ἀδιαφορία; Κι οἱ ἀγαθοί ἔπρεπε νά εἶναι μόνοι. Ποιό εἶναι τό γνώρισμα τοῦ ἀγαθοῦ, ἡ νηφαλιότητα καί ἡ ἀγρυπνία ἤ ὁ ὕπνος καί τό ροχαλητό; Καί γιατί φαινόταν γιά ἀγαθό τό νά ἐπιτυγχάνης χωρίς κόπο; Φέρνεις ἐνστάσεις πού θά ἔφεραν ζωντανά καί λαίμαργοι καί ἄνθρωποι πού νομίζουν Θεό τήν κοιλιά τους. Ἀποκρίσου μου ὅτι αὐτοί εἶναι λόγοι ἀδιαφορίας.
Ἄν ὑπάρχη βασιλέας καί στρατηγός, κι ἐνῶ ὁ βασιλιάς κοιμᾶται καί μεθᾶ, ὁ στρατηγός μέ ταλαιπωρίες τήν ἕκτη ὥρα στήνει τά τρόπαια, σέ ποιόν θά ἀπέδιδες τήν νίκη; Καί ποιός χάρηκε τή χαρά τῆς νίκης; Βλέπεις ὅτι ἡ ψυχή κλίνει σ̉ ἐκεῖνον μέ τόν ὁποῖον κοπίασε; Γι̉ αὐτό καί τήν ἀπόκτηση τῆς ἀρετῆς τή συνώδεψε μέ κόπους, ἐπειδή ἤθελε νά ἐξοικειώση τήν ψυχή μ̉ αὐτή. Γι̉ αὐτό τήν ἀρετή κι ἄν ἀκόμα δέν τήν πραγματοποιήσωμε τή θαυμάζομε, ἐνῶ τήν κακία μ̉ ὅλη τή γλυκύτητα τήν καταδικάζομε. Κι ἄν ἐρωτήσης, γιατί δέ θαυμάζομε πιό πολύ τούς ἐκ φύσεως ἀγαθούς ἀπό ἐκείνους πού εἶναι ἀγαθοί μέ τήν θέλησή τους; Ἐπειδή εἶναι δίκαιο νά προτιμᾶται αὐτός πού κοπιάζει. Καί γιά πιό λόγο τώρα κοπιάζομε; Ἐπειδή τήν ἔλλειψη τοῦ κόπου δέν τήν ἐκρατήσαμε ὅπως ἔπρεπε. Κι ἄν τό καλοεξετάση κανένας, ἡ ἀργία πάντα μᾶς ἔβλαψε καί δημιούγησε πολύν κόπον. Κι ἄν θέλης, ἄς κλείσουμε κάποιον σ̉ ἕνα σπίτι κι ἄς ἱκανοποιοῦμε μόνο τή λαιμαργία του, χωρίς νά τόν ἀφήνουμε οὔτε νά βαδίζη οὔτε στήν ἐργασία νά τόν βγάζουμε.
Ἀλλά ἄς χαίρεται τό φαγητό καί τόν ὕπνον καί ἄς γλεντᾶ ἀδιάκοπα. Ὑπάρχει ἀθλιώτερη ζωή ἀπ̉ αὐτήν; Εἶναι ἄλλο ὅμως νά ἐργάζεσαι καί ἄλλο νά κοπιάζης. Ἦταν στό χέρι μας τότε νά ἐργαζώμαστε χωρίς κόπους. Μά εἶναι δυνατό; Βέβαια εἶναι, κι αὐτό θέλησε ὁ Θεός, ἀλλά δέν τό ἐβαστάξαμε ἐμεῖς. Γι̉ αὐτό μᾶς ἔβαλε νά καλλιεργοῦμε τόν Παράδεισο, ὁρίζοντάς μας τήν ἐργασία χωρίς νά ἀναμείξη τόν κόπο. Γιατί βέβαια ἄν ὁ ἄνθρωπος κοπίαζε ἀπό τήν ἀρχή δέν θά πρόσθετε ἔπειτα τόν κόπο σάν τιμωρία. Γιατί εἶναι δυνατόν νά ἐργάζεται κανείς καί νά μήν κοπιάζει, ὅπως οἱ ἄγγελοι. Γιά νά πεισθῆτε ὅτι ἐργάζονται, ἀκοῦστε τί λέγει: Μποροῦν μέ τή δύναμή τους νά ἐκτελέσουν τό λόγο του. Τώρα ἡ ἔλλειψη τῆς δυνάμεως προξενεῖ πολλή κούραση.τότε ὅμως αὐτό δέ γινόταν. Αὐτός πού μπῆκε στήν περίοδο τῆς ἀναπαύσεώς του, ἀναπαύθηκε λέει, ἀπό τά ἔργα του, ὅπως ἀπό τά δικά του ὁ Θεός. Ἐδῶ δέν ἐννοεῖ ἀργία ἀλλά ἔλλειψη κόπου. Γιατί ὁ Θεός καί τώρα ἀκόμη ἐργάζεται καθώς λέγει ὁ Χριστός.Ὁ πατέρας μου ὡς τώρα ἐργάζεται κι ἐργάζομαι κι ἐγώ.
Γι̉ αὐτό συμβουλεύω ἀφοῦ ἐγκαταλείψεται κάθε ἀδιαφορία νά ζηλέψετε τήν ἀρετή. Γιατί ἡ εὐχαρίστηση τῆς κακίας εἶναι σύντομη ἐνῶ ἡ λύπη παντοτινή.τῆς ἀρετῆς ἀντίθετα, ἀγέραστη εἶναι ἡ χαρά καί πρόσκαιρος ὁ κόπος. Ἡ ἀρετή ξεκουράζει τόν ἐργάτη της καί πρίν ἀπό τή βράβευσή του, συντηρῶντας τον μέ τίς ἐλπίδες, ἐνῶ ἡ κακία τιμωρεῖ τόν δικό της ἐργάτη, πιέζοντας τή συνείδηση καί τρομοκρατῶντας την καί προδιαθέτοντας σέ ὑποψία ἐναντίον ὅλων. Κι αὐτά βέβαια ἀπό πόσους κόπους καί ἱδρῶτες εἶναι χειρότερα.
Κι ἄν στή θέση τους ὑπῆρχε μόνο εὐχαρίστηση, τί χειρότερο ὑπάρχει ἀπό τήν εὐχαρίστηση αὐτή; Τήν ἴδια ὥρα φανερώνεται καί μαραμένη χάνεται καί φεύγει πρίν τήν πιάση κανένας, κι ἄν πῆς τήν ἀπόλαυση τῶν σωμάτων ἤ τοῦ γλεντιοῦ ἤ τῶν χρημάτων.δέν παύουν νά γερνοῦν καθημερινά. Κι ὅταν ἡ ἡδονή συνεπάγεται κόλαση καί τιμωρία, ποιός θά ἦταν πιό ἀξιολύπητος ἀπό αὐτούς πού τήνἐπιδιώκουν; Ἄς τά ξέρωμε αὐτά κι ἄς ὑποφέρωμε τά πάντα γιά χάρη τῆς ἀρετῆς. Γιατί ἔτσι θά χαροῦμε καί τήν ἀληθινή ἀπόλαυση μέ τή χάρη καί τή φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Μαζί μ̉ ἐκεῖνον καί στόν Πατέρα καί στό ἅγιο Πνεῦμα ἄς εἶναι ἡ δόξα στούς αἰῶνες. Ἀμήν.

Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες.

  Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες. Γεώργιος Κ. Τζανάκης . Ἀκρωτήρι Χανίων Σχετικῶς μὲ τὸ θέμα τῶν αὐξήσεων τῶν μισθῶν τῶν ἀρχιερέων, ...