Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Ιουνίου 22, 2013

Κυριακὴ τῆς Πεντηκοστῆς (Πράξ. 2,1-11) ΜΕ ΜΙΑ ΚΑΡΔΙΑ ΣΤΟ ΧΡΙΣΤΟ! «Ἐν τῷ συμπληροῦσθαι τὴν ἡμέραν τῆς πεντηκοστῆς ἦσαν ἅπαντες ὁμοθυμαδὸν ἐπὶ τὸ αὐτό» (Πράξ. 2,1) +ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΦΛΩΡΙΝΗΣ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ

Κυριακὴ τῆς Πεντηκοστῆς (Πράξ. 2,1-11)

ΜΕ ΜΙΑ  ΚΑΡΔΙΑ ΣΤΟ ΧΡΙΣΤΟ!

«Ἐν τῷ συμπληροῦσθαι τὴν ἡμέραν τῆς πεντηκοστῆς ἦσαν ἅπαντες ὁμοθυμαδὸν ἐπὶ τὸ αὐτό»(Πράξ. 2,1)


ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ ιστΣΗΜΕΡΑ, ἀγαπητοί μου Χριστιανοί, εἶνε μία ἀπὸ τὶς πιὸ μεγάλες ἑορτές. Σήμερα ἦρθε τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο στοὺς ἀποστόλους.
Ἀπ᾿ ὅλα τὰ νοήματα, ποὺ ἔχει σήμερα ἡ Ἐκκλησία, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ προσέξουμε τὸ στίχο τοῦ ἀποστόλου, τὸν ὁποῖο καὶ προέταξα στὴν ἀρχή ὡς ῥητό.

* * *

Λέει· «Ἐν τῷ συμπληροῦσθαι τὴν ἡμέραν τῆς πεντηκοστῆς ἦσαν ἅπαντες ὁμοθυμαδὸν ἐπὶ τὸ αὐτό» (Πράξ. 2,1). Τί σημαίνουν τὰ λόγια αὐτά; Ὅταν συμπληρωνόταν ἡ ἡμέρα τῆς πεντηκοστῆς, δέκα μέρες μετὰ τὴν ἀνάληψι τοῦ Κυρίου καὶ πενήντα μέρες μετὰ τὴν ἀνάστασί του, τότε ποὺ εἶχαν μαζευτῆ στὰ Ἰεροσόλυμα ἀπὸ παντοῦ ὅλοι οἱ Ἑβραῖοι, τότε «ἦσαν ἅπαντες (οἱ ἀπόστολοι) ὁμοθυμαδὸν ἐπὶ τὸ αὐτό». Ἦταν στὸ ἀνώγειο ἐκεῖνο ὅπου ἔγινε ὁ Μυστικὸς Δεῖπνος, ἐκεῖ ὅπου ἐμφανίσθηκε ὁ Ἰησοῦς κεκλεισμένων τῶν θυρῶν καὶ εἶπε τὸ «Εἰρήνη ὑμῖν» (Ἰωάν. 20,19).
«Ἦσαν ἅπαντες» συγκεντρωμένοι. Ὄχι ἁπλῶς πάντες, ἀλλὰ «ἅπαντες». Δὲν ἀπουσίαζε οὔτε ἕνας. Ἦταν πρῶτα – πρῶτα οἱ δώδεκα ἀπόστολοι· στὴ θέσι τοῦ Ἰούδα εἶχε ἐκλεγῆ ὁ Ματθίας. Ἦταν ἔπειτα οἱ ἑβδομήκοντα ἀπόστολοι. Ἦταν ἀκόμη ὁ ὅμιλος τῶν μυροφόρων γυναικῶν. Καὶ κοντὰ στὶς μυροφόρες ἡ παμφαὴς σελήνη, ἡ ὑπεραγία Θεοτόκος.
Δὲν ἀρκεῖ ὅμως νὰ εἶνε μόνο μαζεμένοι. Γιατὶ κ᾿ ἐμεῖς μπορεῖ νὰ μαζευτοῦμε. Καὶ τὰ θηρία μαζεύονται. Καὶ οἱ λῃσταὶ μαζεύονται ὅλοι μαζί. Δὲν εἶνε ἁπλῶς τὸ νὰ μαζευτοῦμε. Σημασία ἔχει ἡ ἄλλη λέξι ποὺ λέει ὁ ἀπόστολος. Γιατὶ δὲν ὑπάρχει τίποτε περιττὸ στὰ θεόπνευστα λόγια. Καὶ μία ἀκόμη λέξι, καὶ μία τελεία μέσα στὸ ἱερὸ κείμενο ἔχει τεραστία σημασία. Ὅλη ἡ σημασία τοῦ ἀποστόλου σήμερα ποῦ εὑρίσκεται· ὅτι ὅλοι αὐτοί, ποὺ ἦταν μαζεμένοι, δὲν ἦταν μαζεμένοι γιὰ φαγοπότι, γιὰ διασκέδασι, γιὰ χορό, γιὰ πάρτυ, γιὰ τίποτε ἄλλο, λ.χ. γιὰ ποδοσφαιρικὰ μὰτς κ.λπ.. Ἀλλὰ ἦταν μαζεμένοι «ὁμοθυμαδόν». Τί θὰ πῇ αὐτὸ τὸ «ὁμοθυμαδόν»; Εἶνε μία λέξι τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γλώσσης, τῆς γλώσσης ποὺ ἐκφράζει καὶ τὰ λεπτότερα νοήματα. Ἡ λέξι αὐτὴ σχεδὸν εἶνε ἀμετάφραστη. Ὅσο κι ἂν κοπιάσῃς, δὲν θὰ μπορέσῃς νὰ μεταδώσῃς τὸ βαθὺ νόημά της. Τί θὰ πῇ «ὁμοθυμαδόν»; Θὰ πῇ, ὅτι τὴν ὥρα ἐκείνη ποὺ ἦταν μαζεμένοι ἐκεῖ οἱ ἀπόστολοι, ἡ σκέψι τους – ποῦ ἤτανε; Στὶς γυναῖκες, στὰ παιδιά τους; στὴ δουλειά τους, στὸ ψάρεμα; στὶς παλαιές τους ἀναμνήσεις; Ἡ σκέψι τους τὴν ὥρα ἐκείνη ἦταν ὅλη στὸ Χριστό. «Ὁμοθυμαδὸν» θὰ πῇ λοιπόν, ὅτι ὅλη ἡ σκέψι των ἦταν στὸ Χριστό.
Καὶ μόνο ἡ σκέψι; Καὶ ἡ καρδιά τους. Ἅμα ἀγαπᾷς ἕνα πρόσωπο, τὸ βλέπεις τὴν ἡμέρα, τὸ βλέπεις καὶ τὴ νύχτα στὸ ὄνειρό σου. Ἡ καρδιὰ τῶν ἀποστόλων τὴν ὥρα ἐκείνη ἦταν ἕνα φλογερὸ καμίνι, ποὺ δὲν μποροῦσαν νὰ τὸ σβήσουν ὅλοι οἱ γραμματεῖς καὶ φαρισαῖοι κι ὅλος ὁ κόσμος ἐκεῖνος. Καὶ μέσ᾿ στὸ φλογερὸ αὐτὸ καμίνι ἔκαιγε ὁ ἔρως, ὁ αἰώνιος ἔρως πρὸς τὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.

* * *

 Ὅπως ἐκεῖνοι «ἦσαν ἅπαντες ὁμοθυμαδὸν ἐπὶ τὸ αὐτὸ» στὸ ἀνώγειο, ἔτσι κ᾿ ἐμεῖς εμεθα στὸ ἀνώγειο τῆς ἐκκλησίας. Ἆραγε είμεθα «ἅπαντες ἐπὶ τὸ αὐτό»; Ἂς ρωτήσουμε σήμερα, τέτοια ἁγία ἡμέρα· εἶνε ἐδῶ ὅλη ἡ ἐνορία; Γιὰ νὰ εμεθα σύμφωνα μὲ τὸν ἀπόστολο τῆς σημερινῆς ἡμέρας, πρέπει κ᾿ ἐμεῖς νὰ εμεθα ὅλοι ἐδῶ. Ἐδῶ λοιπὸν στὸ ὑπερῷο, στὸ ἀνώγειο αὐτό, ἂν ἔλθῃ σήμερα ὁ Ἰησοῦς, ἂν ἔλθῃ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο, εμεθα «ἅπαντες»; Πόσες οἰκογένειες ἔχει ἡ ἐνορία; Ἂν σταθῇ ἄγγελος στὴν πόρτα καὶ μετρήσῃ, πόσες ψυχὲς εμεθα ἐδῶ μέσα;
Ὦ Πόντε, ὦ Σμύρνη, ποὺ δίχως καμπάνες οὔτε ἕνας ἔλειπε ἀπὸ τὴν ἐκκλησία! Μόνο οἱ λεχῶνες, οἱ ἄρρωστοι καὶ οἱ ἑτοιμοθάνατοι ἔλειπαν. Τώρα; Γιά φαντάσου νά ᾿σαι σ᾿ ἕνα στρατόπεδο μὲ δέκα χιλιάδες στρατιῶτες, καὶ νὰ χτυπήσῃ ἡ σάλπιγγα καὶ νὰ μαζευτοῦν μόνο ἑκατό. Γιὰ φαντάσου νά ᾿σαι δάσκαλος σ᾿ ἕνα σχολεῖο μὲ πεντακόσα παιδιά, καὶ νὰ χτυπήσῃ τὸ κουδούνι καὶ νὰ ᾿ρθοῦν μόνο δέκα παιδιά. Γιὰ φαντάσου νά ᾿σαι καπετάνιος στὸν ὠκεανό, καὶ νὰ καλῇς τοὺς ναῦτες τοῦ πλοίου ἐν ὥρᾳ θυέλλης κι ἀπὸ τοὺς ἑκατὸ τοῦ πληρώματος νὰ παρουσιαστοῦν μόνο δέκα!
  Γεννᾶται ὅμως καὶ ἄλλο, πιό σοβαρὸ ἐρώτημα. Ἐκτὸς ἀπὸ τὴ σωματικὴ παρουσία, ὑπάρχει σήμερα καὶ τὸ «ὁμοθυμαδόν»; Τὸ «ὁμοθυμαδὸν» προχωρεῖ ἀκόμη περισσότερο καὶ φθάνει στὸ κέντρο τῆς ἀνθρωπίνης ὑπάρξεως. Τὸ δὲ κέντρο τῆς ὑπάρξεως εἶνε ἡ βούλησις, ἡ θέλησις. «Ὁμοθυμαδὸν» σημαίνει μιὰ καρδιά. Πόσοι εμεθα ἐδῶ μέσα· νὰ ἔχουμε ὅλοι ἕνα θέλημα! Ποιό θέλημα; Τί λέμε στὸ «Πάτερ ἡμῶν»· «…Γενηθήτω τὸ θέλημά σου» (Ματθ, 6,10). Ὄχι τὸ δικό μας θέλημα, ἀλλὰ τὸ θέλημά Του. Ὄχι, κυρά μου, δὲν θὰ γίνῃ τὸ θέλημά σου· θὰ γίνῃ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Καὶ αὐτὸ τὸ διασαφηνίζουν οἱ πνευματικοὶ μέσα στὸ μυστήριο τῆς ἐξομολογήσεως.
«Ὁμοθυμαδὸν» θὰ πῇ, νά ᾿χουμε ὅλοι ἕνα θέλημα. Ἂς πάρουμε λοιπὸν τὴ ζυγαριὰ αὐτὴ τοῦ «ὁμοθυμαδὸν» κι ἂς μποῦμε σ᾿ ἕνα σπίτι, νὰ δοῦμε ὑπάρχει ἐκεῖ μέσα τὸ ἕνα θέλημα; Ἡ γυναίκα ὑπακούει σήμερα στὸν ἄντρα; Τὰ παιδιὰ ὑπακούουν στὸν πατέρα, τὰ κορίτσια στὴ μάνα; Ὑπακούει ἡ οἰκογένεια στὸν οἰκογενειάρχη, ποὺ κάθε μέρα ὁ ταλαίπωρος στύβεται σὰν τὸ λεμόνι γιὰ νὰ τοὺς ζήσῃ;
Ὅσα κεφάλια εἶνε μέσα στὸ σπίτι, τόσα καὶ τὰ θελήματα. Δὲν ὑπάρχει τὸ «ὁμοθυμαδόν». Ὑπάρχει τρομερὰ διχόνοια. Σὲ ποιό σήμερα σπίτι ὑπάρχει μιὰ καρδιά, τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου;
Ἐὰν ὑπάρχῃ τὸ «ὁμοθυμαδόν», ποὺ λέει σήμερα ὁ ἀπόστολος, τότε ὑπάρχει ἁρμονία. Σπάνια σπίτια αὐτά. Ἁρμονία, θεῖο πρᾶγμα, κι ἂς κάθωνται μέσα σὲ καλύβα. Βρῆκα σὰν ἱεροκήρυκας σπίτια καλύβες, ποὺ μέσα ἦταν ἄγγελοι· καὶ βρῆκα παλάτια, ποὺ μέσα ἦταν κόλασι. Ὅταν ὑπάρχῃ ἀγάπη καὶ ὁμόνοια, ὅταν τὸ ἀντρόγυνο εἶνε ἀγαπημένο, τότε τὸ νεράκι ποὺ πίνουν γίνεται βούτυρο καὶ ἡ μπομπότα κρέας. Ὅταν δὲν ὑπάρχῃ ἡ ἀγάπη, τί νὰ τὰ κάνῃς τὰ σερβίτσια καὶ τὰ ψυγεῖα; Κρέας θὰ τρῶς καὶ ἀπὸ καρκίνο θὰ πεθαίνῃς.
Πάω παραπέρα. Ἐδῶ εἶνε ἐργοστάσιο. Θὰ βρῶ ἐδῶ μέσα τὴν ὁμόνοια; Ἀντὶ ὅμως νὰ δῶ τὸν κεφαλαιοῦχο μὲ τὸν ἐργάτη νὰ συνεργάζωνται, βλέπω κ᾿ ἐδῶ μία πάλη ἄγρια, μιὰ ζούγκλα. Δὲν ὑπάρχει ὁ Ναζωραῖος, δὲν ὑπάρχει τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο· ὑπάρχει διχόνοια.
Ποῦ ἀλλοῦ νὰ πάω, γιὰ νὰ τελειώνω; Πηγαίνω σ᾿ ἕνα μεγάλο ἀνώγειο. Ὄχι σὰν ἐκεῖνο ποὺ λέει ὁ ἀπόστολος. Αὐτὸ εἶνε ἀνώγειο μὲ ἀσανσέρ. Ἔχει δεκαέξι πατώματα. Οὐρανοξύστης. Μέσα στὸ μεγάλο αὐτὸ σπίτι μαζευτήκανε ὅλα τὰ ἔθνη. Ἀπ᾿ ἔξω ἔχουν ὑψωμένες τὶς σημαῖες ὅλου τοῦ κόσμου κ᾿ ἐπάνω τὴν ταμπέλλα· «Ὀργανισμὸς Ἡνωμένων Ἐθνῶν». Μπαίνω μέσα. Ὑπάρχει ὁμόνοια, ὑπάρχει κατανόησις, ὑπάρχει τὸ «ὁμοθυμαδόν»;
Κάθε ἔθνος ἔχει τὶς βλέψεις του, τὰ συμφέροντά του. Δὲν ὑπάρχει τὸ «ὁμοθυμαδόν». Ἀπὸ ὥρα σὲ ὥρα ἀπειλεῖται ἔκρηξι. Ἂν εἶχα δικαίωμα, θὰ ξεκρεμοῦσα τὸ «Ο.Η.Ε.», ποὺ εἶνε ἕνας ἐμπαιγμὸς καὶ μία εἰρωνεία, κ᾿ ἐκεῖ στὸ ἀνώγειο αὐτὸ τῆς ἀνθρωπότητος, ποὺ μιλοῦν τόσες γλῶσσες ἀλλὰ δὲν μιλοῦν τὴ γλῶσσα τοῦ παναγίου Πνεύματος, θὰ ἔγραφα· Βαβέλ (=Σύγχυσις) τῶν ἐθνῶν! Τί ἐστι Βαβέλ, ἀνοῖξτε τὴν Παλαιὰ Διαθήκη νὰ δῆτε (βλ. Γέν. 11,1-9).

* * *

Βαβὲλ ἡ οἰκογένεια. Βαβὲλ τὸ σχολεῖο. Βαβὲλ τὸ πανεπιστήμιο, τὸ κοινοβούλιο, ἡ πολιτική… Σύγχυσις καὶ ταραχή. Γιατί; Διότι λείπει τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο. Ὄχι ὅτι ἔπαυσε νὰ ὑπάρχῃ. Ὑπάρχει. Ποτάμι τρέχει τὸ Πνεῦμα ἅγιο. Τρέχει, κ᾿ ἐλᾶτε ὅλοι μὲ κύπελλα καθαρὰ νὰ πάρετε. Κάντε τὴν καρδιά σας κύπελλο, καὶ πλησιάστε τὸ Πνεῦμα ἅγιο, ποὺ περνᾷ σὰν ποτάμι ποὺ καθαρίζει, σὰν ποτάμι ὁρμητικό, σὰν Ἁλιάκμονας, σὰν Δούναβις.
Ἂς γονατίσουμε. Ὅσοι πιστοί, ἂς παρακαλέσουμε νὰ ᾿ρθῇ Πνεῦμα ἅγιο στὰ σπίτια μας, στὰ σχολεῖα μας, στὰ δικαστήριά μας, στὰ ἐργοστάσιά μας, στὸ στρατό μας, στὴν ἐκκλησία μας. Νὰ ᾿ρθῇ Πνεῦμα ἅγιο στὸν κόσμο, στοὺς διεθνεῖς ὀργανισμούς. Νὰ ᾿ρθῇ. Ἔχουμε ἀνάγκη ἀπὸ Πνεῦμα ἅγιο. Καὶ τότε «ἅπαντες ὁμοθυμαδὸν ἐπὶ τὸ αὐτὸ» νὰ ὑμνοῦμε Πατέρα, Υἱὸν καὶ ἅγιον Πνεῦμα εἰς αἰῶνας αἰώνων. Ἀμήν.
† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
(παλαιὰ ὁμιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης σὲ ἐνοριακὸ ναὸ τῶν Ἀθηνῶν, πρὸ τοῦ 1967)

Κυριακὴ τῆς Πεντηκοστῆς (Πράξ. 2,1-11) ΤA MEΓΑΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ «Ἀκούομεν λαλούντων αὐτῶν ταῖς ἡμετέραις γλώσσαις τὰ μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ» (Πράξ. 2,11) + ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΦΛΩΡΙΝΗΣ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ

ΤA MEΓΑΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

«Ἀκούομεν λαλούντων αὐτῶν ταῖς ἡμετέραις γλώσσαις τὰ μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ» (Πράξ. 2,11)

ΚYRIOS ΙHSOS ΧRISTOSΣΗΜΕΡΑ, ἀγαπητοί μου, εἶνε μεγάλη ἑορτὴ καὶ πανήγυρις. Σήμερα ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία ἑορτάζει τὰ γενέθλιά της. Σὰν σήμερα παρουσιάστηκε στὸν κόσμο ἡ Ἐκκλησία.
Ἀπ᾿ ὅλα τὰ χρυσᾶ νομίσματα ποὺ σκορπάει σήμερα τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο, θὰ προσπαθήσω νὰ σᾶς ἐξαργυρώσω ἕνα. Εἶνε ὁ τελευταῖος στίχος τοῦ ἀποστόλου. Τὸν ἀκούσατε;
Στὰ Ἰεροσόλυμα μετὰ τὴν ἀνάληψι τοῦ Χριστοῦ εἶχαν μαζευτῆ χιλιάδες Ἰουδαῖοι, γιὰ νὰ γιορτάσουν τὴν Πεντηκοστή τους. Ἦταν ἀπὸ κάθε μέρος· ἄλλοι ἀπὸ τὸ Ἀραρὰτ καὶ τὴν Ἀρμενία, ἄλλοι ἀπὸ τὸν Καύκασο καὶ τὰ μέρη τῆς Περσίας, ἄλλοι ἀπὸ τὴ Μεσοποταμία, ἄλλοι ἀπὸ τὴν Ἰουδαία καὶ τὴν Καππαδοκία, ἄλλοι ἀπὸ τὸν Πόντο, τὴν Ἀσία καὶ τὴν Ἰωνία, ἄλλοι ἀπὸ τὴ Φρυγία καὶ τὴν Παμφυλία, ἄλλοι ἀπὸ τὴν Αγυπτο, τὴ Λιβύη καὶ τὴν Κυρήνη, ἄλλοι ἀπὸ τὴ Ῥώμη, ἄλλοι ἀπὸ τὴν Κρήτη καὶ τὴν Κύπρο, ἄλλοι ἀπὸ τὴν Ἀραβία. Καθένας μιλοῦσε τὴ δική του γλῶσσα. Μόλις ὅμως ἦλθε τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο οἱ ἀπόστολοι ἄρχισαν νὰ μιλοῦν ξένες γλῶσσες, κι ὅλο τὸ πλῆθος ἄκουγαν ἔκπληκτοι, καθένας στὴ γλῶσσα του, τὴ διδαχή τους, μὲ τὴ χάρι τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Ὑπάρχει ἄνθρωπος ποὺ νὰ ξέρῃ ὅλες τὶς γλῶσσες; Δὲν ὑπάρχει. Τὸ πολὺ – πολὺ νὰ μάθῃ ἕξι – ἑπτὰ γλῶσσες. Οἱ μαθηταὶ τοῦ Χριστοῦ ὅμως μιλοῦν ὅλες τὶς γλῶσσες. Καὶ τὸ σπουδαῖο ποιό εἶνε· ὅτι τὶς ἔμαθαν μέσα σὲ μιὰ στιγμή. Καὶ μόνο αὐτό; Μπορεῖ νὰ μάθῃς γλῶσσες σὰν τὸν παπαγάλο· ἀλλὰ τί λές; ποιό εἶνε τὸ περιεχόμενο τῶν λόγων σου; Ἐκεῖνα ποὺ ἔλεγαν οἱ ἀπόστολοι εἶνε σπουδαῖα. Τί ἔλεγαν οἱ ἀπόστολοι; Λαλοῦσαν «τὰ μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ» – ἔτσι τελειώνει ὁ ἀπόστολος (Πράξ. 2,11). Ποιά εἶνε, λοιπόν, αὐτὰ τὰ μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ;

* * *

Ὅπου νὰ κοιτάξῃς, βλέπεις μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ. Ἀλλὰ τὰ συνηθίσαμε καὶ δὲν τοὺς δίνουμε σημασία. Ἐὰν ἕνας τυφλὸς ἐκ γενετῆς θεραπευθῇ ξαφνικά, θὰ θαμπωθῇ τόσο, ὥστε συνεχῶς θὰ ρωτάῃ σὰν τὸ μικρὸ παιδί· ποιός τά ᾿κανε αὐτά; Ἐμεῖς μάτια ἔχουμε, καὶ μάτια δὲν ἔχουμε. Ζοῦμε μέσα σ᾿ ἕνα πανόραμα. Ὅλη ἡ φύσις καὶ τὸ σύμπαν, ἰδού τὰ μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ. Ἀπ᾿ ὅλα αὐτὰ διαλέγω τρεῖς – τέσσερις εἰκόνες. Θέ᾿ς νὰ δῇς μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ; Ξύπνα νωρὶς τὸ πρωῒ νὰ δῇς πῶς βγαίνει ὁ ἥλιος. Τί μεγαλεῖο εἶν᾿ αὐτό! Ἢ περίμενε τὸ βράδυ νὰ βασιλέψῃ· «Ὁ ἥλιος ἔγνω τὴν δύσιν αὐτοῦ… Ὡς ἐμεγαλύνθη τὰ ἔργα σου, Κύριε, πάντα ἐν σοφίᾳ ἐποίησας» (Ψαλμ. 103,19,24). Μεγαλεῖο ἡ ἀνατολή, μεγαλεῖο ἡ δύσις τοῦ ἡλίου. Ἂν θέ᾿ς ἀκόμα, ἀνέβα σὲ μιὰ ψηλὴ κορφὴ ἢ πέταξε μὲ ἀεροπλάνο, κι ἀπὸ ᾿κεῖ δὲς τὸν κάμπο, τὰ ποτάμια, τὴ θάλασσα μὲ τὰ νησιά· ὅλα εἶνε μεγαλεῖο. Δὲν σοῦ ἀρκοῦν αὐτά; Τότε γίνε ἀστροναύτης καὶ βγὲς στὸ διάστημα, νὰ δῇς τὴ γῆ σὰν μιὰ τεράστια σφαῖρα νὰ στρέφεται μέσα στὸ ἄπειρο. Γεμᾶτο εἶνε τὸ σύμπαν ἀπὸ μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ!
Ἀλλὰ οἱ ἀπόστολοι δὲν μίλησαν τότε γι᾿ αὐτά. Οὔτε ἐγὼ σκοπεύω νὰ σᾶς περιγράψω ἐδῶ τὴν ἀνατολὴ ἢ τὸ ἡλιοβασίλεμα κ.τ.λ.. Ὅταν λέει ἐδῶ, ὅτι τὰ πλήθη τοὺς ἄκουγαν νὰ λαλοῦν «τὰ μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ», δὲν ἐννοεῖ τὰ φυσικὰ μεγαλεῖα. Ὑπάρχει κάτι ἀνώτερο. Θὰ τὸ πῶ, ἀλλὰ θὰ τὸ προσέξετε; ἂν δὲν τὸ προσέξετε, πολύ θὰ λυπηθῶ καὶ εἰς μάτην θὰ πάῃ ὁ λόγος μου. Παραπάνω ἀπ᾿ τὸν ἥλιο καὶ τὰ ἄστρα, τὰ ποτάμια καὶ τὶς θάλασσες, ὑπάρχει ἕνα ἄλλο μεγαλεῖο. Ποιό; Πάρτε κιμωλία καὶ γράψτε. Μεγαλεῖο τοῦ Θεοῦ εἶνε ἡ ἁγία Γραφὴ καὶ τὸ Εὐαγγέλιο. Εἶνε μεγαλεῖο· ἀλλὰ γιὰ νὰ τὸ δῇς, πρέπει νὰ πιστεύῃς· ἂν δὲν πιστεύῃς, δὲν θὰ τὸ καταλάβῃς. Χρειάζονται μάτια πνευματικά. Τότε, μόλις ἀνοίξῃς τὴν ἁγία Γραφή, θὰ σὲ πάρουν φτερὰ ἀγγέλων καὶ θὰ σὲ ἀνεβάσουν – ποῦ; Ὄχι ἐκεῖ ποὺ ἀνέβηκαν οἱ ἀστροναῦτες, ἀλλὰ στὸν «τρίτον οὐρανόν» (Β΄ Κορ. 12,2), στὸ θρόνο τοῦ Δημιουργοῦ. Ἐκεῖ, στὴν ἀρχὴ τῆς Δημιουργίας, θ᾿ ἀκούσῃς ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ Θεοῦ ν᾿ ἀντηχῇ μέσα στὸ χάος ἡ μεγάλη προσταγή· «Γενηθήτω φῶς» (Γέν. 1,3). Δὲν ὑπάρχει ἀλλοῦ αὐτὸς ὁ λόγος. Γι᾿ αὐτὸ ἐμπρὸς στὶς λέξεις αὐτὲς στάθηκαν μὲ προσοχὴ οἱ εἰδικοὶ ἐπιστήμονες.
Σὲ παίρνει κατόπιν ἄλλος ἄγγελος καὶ σ᾿ ἀνεβάζει ψηλά, στὴν κορυφὴ τοῦ Ἀραράτ, καὶ σοῦ δείχνει ἐκεῖ τὸ Νῶε, τὸν δοῦλο τοῦ Θεοῦ ποὺ ἔμεινε μόνος, διότι ἡ ἀνθρωπότης ἔγινε σάρκες καὶ γι᾿ αὐτὸ ὁ κόσμος ὅλος πνίγηκε ἀπὸ τὰ νερὰ τοῦ κατακλυσμοῦ.
Μετὰ ἕνας ἄλλος ἄγγελος σὲ παίρνει καὶ καὶ σὲ ἀνεβάζει ἐπάνω στὸ ὅρος Σινὰ καὶ βλέπεις τὸ Μωυσῆ νὰ δέχεται τὶς δέκα ἐντολές, ποὺ οὐδέποτε ὣς τότε εἶχε ἀκούσει ὁ κόσμος. Δέκα δάχτυλα σοῦ ἔδωσε ὁ Θεὸς καὶ δέκα εἶνε οἱ ἐντολές του. Κόβεις ἕνα δάχτυλό σου; Ὄχι. Καὶ ὅμως πολλοὶ τώρα εἶνε… μὲ κομμένα «δάχτυλα», κόβουν δηλαδὴ τὶς ἐντολές. Ἔ, ἐσὺ ποὺ κόβεις τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ, πόσο μικρὸς καὶ ἀσήμαντος εἶσαι!…
Ἀνοίγεις ἀκόμα τὴν ἁγία Γραφὴ καὶ ἀκοῦς φωνὲς προφητῶν. Διάβασε τὸν Ἠσαΐα, διάβασε τὸν Ἰερεμία, διάβασε τὸ Δαυΐδ, διάβασε τὸν Ἰωήλ, ποὺ 800 χρόνια π.Χ. προφήτευσε γιὰ τὴ σημερινὴ ἑορτὴ ὅτι θὰ ἔλθῃ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο στὸν κόσμο (βλ. Ἰωὴλ 3,1). Πήγαινε καὶ μέσα σ᾿ ἕνα καμίνι ν᾿ ἀκούσῃς τρία παιδιὰ νὰ ψάλλουν «Τὸν Κύριον ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας» (βλ. Δαν. 3,34 κ.ἑ.).
Κι ἅμα κλείσῃς τὴν Παλαιὰ Διαθήκη καὶ ἀνοίξῃς τὴν Καινὴ Διαθήκη, ἐκεῖ ἀντηχεῖ ἐξαίσια ἁρμονία, μπροστὰ στὴν ὁποία οἱ μουσικὲς τῆς γῆς σιγοῦν. Μόλις ἀνοίξῃς τὸ Εὐαγγέλιο, θ᾿ ἀκούσῃς οὐράνια στρατιὰ ἀγγέλων νὰ ψάλλῃ· «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία» (Λουκ. 2,14).
Ἐκεῖ ἀκοῦς τὸν διο τὸ Χριστὸ νὰ μιλάῃ. Θέ᾿ς νὰ δῇς θαύματα μεγάλα; ἄνοιξε τὸ Εὐαγγέλιο. Δὲν σὲ πείθουν αὐτά; εἶσαι ἄπιστος; Τότε διάβασε μιὰ φορά, δυὸ φορές, τρεῖς φορὲς τὰ πάθη τοῦ Κυρίου· κι ὅταν δῇς τὸ Γολγοθᾶ νὰ σείεται ὁλόκληρος, τότε μαζὶ μὲ τὸν ἑκατόνταρχο θὰ γονατίσῃς κ᾿ ἐσὺ γιὰ νὰ πῇς «Ἀληθῶς Θεοῦ υἱὸς ἦν οὗτος» (Ματθ. 27,54). Καὶ ἂν εἶσαι ἁμαρτωλός, ὁσοδήποτε ἁμαρτωλός, κι ἂν τὰ χέρια σου εἶνε βουτηγμένα στὸ αἷμα, θὰ πῇς κ᾿ ἐσὺ μαζὶ μὲ τὸ λῃστή· «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου» (Λουκ. 23,42).
Ὅλα αὐτὰ τὰ ὡραῖα ἔχει μέσα τὸ ἱερὸ καὶ ἅγιο Εὐαγγέλιο. Καὶ αὐτὰ ἦταν «τὰ μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ», γιὰ τὰ ὁποῖα μιλοῦσαν οἱ ἀπόστολοι καὶ τοὺς ἄκουγε τὸ πλῆθος.

* * *

Προτοῦ νὰ τελειώσω, ἀδελφοί μου, θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ πάρω μιὰ ζυγαριὰ νὰ ζυγίσω ὅλους, πρῶτα τὸν ἑαυτό μου καὶ ἔπειτα ἐσᾶς, νὰ δοῦμε πόσων καρατίων Χριστιανοὶ εμεθα. Σᾶς ἐρωτῶ· Οἱ ἀπόστολοι μιλοῦσαν γιὰ «τὰ μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ», ἐμᾶς μᾶς ἀκούει κανεὶς νὰ μιλοῦμε γιὰ «τὰ μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ»;
Ἦρθε κάποτε στὴν Ἑλλάδα ἕνας ξένος, ποὺ ἤξερε καλὰ τὰ ἑλληνικά. Ἄκουγε, ὅτι ἡ χώρα αὐτὴ κατοικεῖται ἀπὸ ὀρθοδόξους, ἔχει κληρικοὺς καὶ ἱεροκήρυκες, καὶ εἶπε· Ἂς πάω ἐκεῖ, νὰ βρῶ σωστοὺς Χριστιανούς. Στὸν Πειραιᾶ μπῆκε σ᾿ ἕνα καράβι καὶ στὴ διάρκεια τοῦ ταξιδιοῦ περπατοῦσε ἀπὸ τὴ μία ἄκρη τοῦ πλοίου μέχρι τὴν ἄλλη. Ἤθελε νὰ μάθῃ τί κουβεντιάζουν οἱ Ἕλληνες (γιατὶ πές μου τί συζητᾷς, νὰ σοῦ πῶ ποιός εἶσαι). Τέντωσε τ᾿ αὐτί του στὴ γέφυρα, στὸ κατάστρωμα, δεξιὰ – ἀριστερὰ σὲ ὅλες τὶς θέσεις. Σὲ μιὰ παρέα συζητοῦσαν πολιτικά, σὲ ἄλλη συζητοῦσαν γιὰ οἰκονομικά, κάποιοι νεώτεροι παραπέρα ἦταν ἕτοιμοι νὰ πιαστοῦν γιὰ τὸ ποδόσφαιρο, κάτι ἄλλοι μιλοῦσαν γιὰ ταινίες καὶ κινηματογραφικὰ ἔργα. Πιὸ πέρα συναντᾷ καὶ κάτι μεσόκοπους μὲ γκρίζα μαλλιά, ποὺ τοὺς ἀπασχολοῦσε – τί; τὸ πῶς θὰ πάρουν διαζύγιο! Τρεῖς μέρες μέσ᾿ στὸ καράβι, μιὰ φορὰ μόνο ἄκουσε τὴ λέξι Θεός· ὄχι ὅμως ὡς δοξολογία, ἀλλὰ ὡς βλαστήμια δυστυχῶς! Ἀπογοητεύθηκε.
Γι᾿ αὐτὸ ἐρωτῶ· ποιός πατέρας καὶ μάνα ἀπὸ σᾶς, ὅταν βρεθῇ στὸ σπίτι μὲ τὰ παιδιά, θὰ τοὺς μιλήσῃ γιὰ τὸ Θεό; Ἐνώπιον τοῦ ἐσταυρωμένου Κυρίου, ἐνώπιον τῶν ἁγίων καὶ τῶν μακαρίων προγόνων μας, σᾶς ἐξορκίζω, ἂν ἔχετε γλῶσσα μιλᾶτε γιὰ τὸ Θεό μας, γιὰ τὸν Κύριό μας, γιὰ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο! Σήμερα οἱ Χριστιανοὶ ἔγιναν μουγγοί, ντρέπονται νὰ μιλήσουν. Καὶ ἡ αἰτία ποιά; Δὲν ἔχουμε Πνεῦμα ἅγιο, εμεθα σάρκες! Ἡ καρδιά μας εἶνε ψυχρά, μιὰ κολώνα πάγου ἔχουμε μέσα μας. Ἂς παρακαλέσουμε τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο νὰ λειώσῃ τὸν πάγο, νὰ θερμάνῃ τὴν καρδιά μας, καὶ τὸ στόμα μας, ἡ ζωή μας, ἡ ὕπαρξί μας, τὰ πάντα νὰ αἰνοῦν καὶ νὰ δοξάζουν Πατέρα, Υἱὸν καὶ ἅγιον Πνεῦμα εἰς αἰῶνας αἰώνων· ἀμήν.
† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
μιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου σε ιερό ναό των Ἀθηνῶν 13-6-1965)

Η ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ Γράφει ο Μοναχός Μωυσής Αγιορείτης

Ονομάζεται Πεντηκοστή η σημερινή εορτή, γιατί είναι πενήντα ημέρες μετά το Πάσχα. Ο ευαγγελιστής Λουκάς περιγράφει ωραία στις Πράξεις των Αποστόλων το ιστορικό γεγονός που συνέβη στα Ιεροσόλυμα. Όλοι οι πιστοί με μια καρδιά ήταν συναγμένοι στον ίδιο τόπο.

Και ξαφνικά, δίχως κανείς να το περιμένει, ήλθε βοή από τον ουρανό, σαν ήχος σφοδρού ανέμου, που κινείται με κάθε ορμή, και γέμισε όλο το σπίτι που κάθονταν οι απόστολοι. Και είδαν με τα ίδια τους τα μάτια να διαμοιράζονται πύρινες φλόγινες γλώσσες πάνω από το κεφάλι του καθενός και γέμισε το είναι τους με το Άγιο Πνεύμα και φωτίστηκαν και ενισχύθηκαν και άρχισαν να μιλούν οι πριν αγράμματοι ουράνια λόγια και εμπνευσμένες διδαχές...

Από τότε μένει στην Εκκλησία ο Παράκλητος, το Άγιο Πνεύμα, το τρίτο πρόσωπο της Αγίας Τριάδας, το οποίο ιδιαίτερα εορτάζεται αύριο Δευτέρα του Αγίου Πνεύματος. Το Άγιο Πνεύμα από τον Πατέρα. Ο θαυμαστός, υπέρλογος και υπερφυσικός ερχομός του σημείωσε τη γέννηση της Εκκλησίας μας. Η παρουσία του Αγίου Πνεύματος συγκροτεί το θεσμό της Εκκλησίας, κυβερνά και καθοδηγεί το πλοίο της, ανάμεσα από τους μύριους υφαλοσκοπέλους της ιστορίας, παρά τα ανθρώπινα λάθη των εκπροσώπων της, και το οδηγεί στον εύδιο λιμένα της σωτηρίας.
 

Ο σκοπός της ζωής κατά την ορθόδοξη θεολογία είναι η απόκτηση του Αγίου Πνεύματος, η χαρίτωση δηλαδή και τελείωση του ανθρώπου. Το θαύμα του φωτισμού πολλών, μετά το κήρυγμα των αποστόλων την ημέρα της Πεντηκοστής, επαναλαμβάνεται στα βάθη της ψυχής όσων επιθυμούν να αισθανθούν τους κραδασμούς της νέας βιαίας πνοής του Παράκλητου, της βαπτίσεώς του στα νάματα της προσωπικής τους Πεντηκοστής και της υιοθεσίας τους υπό του πανσθενουργού Παναγίου Πνεύματος. Το φως του Πνεύματος ανακαινίζει, αναπλάθει, ανανεώνει, αναμορφώνει.
 

Η Εκκλησία φωταγωγεί, ποιεί τα τέκνα της φωτόμορφα. Η Εκκλησία πορεύεται για τη φωταγωγία του κόσμου. Ο κόσμος όμως αγάπησε πιο πολύ το σκοτάδι. Φοβήθηκε φαίνεται αποκαλυπτικό και καθαρτικό φως. Πλούτος μοναδικός της Εκκλησίας είναι αυτό το πλούσιο και ακένωτο ζωοπάροχο φως. Μπορεί ο καθένας να κάνει, αν το θελήσει, έμπρακτα υπερώο Πεντηκοστής την καρδιά του. Για την καλή αλλοίωση όμως χρειάζεται καθαρότητα. Συνεπαρμένοι, παρασυρμένοι, πλανεμένοι και απατημένοι πολλοί σήμερα από αλλότρια πνεύματα και φώτα λησμόνησαν, άφησαν, αγνόησαν το υπερουράνιο, αληθινό φως και το Πνεύμα το άγιο, με τη γλωσσοπυρσόμορφη χάρη.
 

Εύκολα μιλάμε για τον κόσμο, για τους άλλους, τους πολλούς. Πόσοι όμως από εμάς, τους ανθρώπους της Εκκλησίας, διατηρούμε ενεργά τα αγιοπνευματικά χαρίσματα της αταλάντευτης πίστης, της μόνιμης πραότητας, της απαραίτητης εγκράτειας, της θυσιαστικής αγάπης; Μήπως στοιχεία αδιαφάνειας, υποκρισίας, αδιαφορίας και ασυνέπειας διέπουν το βίο μας; Εμπνέουμε το σφοδρό έρωτα της αγιότητας, τη χάρη της σεμνότητας και την ωραιότητα της ταπείνωσης; Παρουσιάζουμε εμείς την ευπρεπεστάτη αλλοίωση της Πεντηκοστής ή μασκοφορούμε και τη ζητάμε μόνο από τους άλλους;
 

Παράκλητος σημαίνει παραμυθία, παρηγοριά. Υπέρ ποτέ άλλοτε έχουμε όλοι ανάγκη από την “πανσωστική αιτία” του Αγίου Πνεύματος, για να παρηγορηθούμε πραγματικά. Στη σύγχρονη βαβυλώνια αιχμαλωσία υπό πνευμάτων πονηρών και ακαθάρτων, όπου έκαναν τον άνθρωπο αγχώδη, ταραγμένο, φοβισμένο, καχύποπτο και σαλεμένο έχουμε ανάγκη όλοι θερμής δέησης: Ελθέ, και σκήνωσον εν ημίν, και καθάρισον ημάς από πάσης κηλίδος, και σώσον, Αγαθέ, τας ψυχάς ημών. 

Αμήν.

Σήμερα γιορτάζουμε στην Εκκλησία μας τη μεγάλη γιορτή ι ης Αγίας Πεντηκοστής. Ο Κύριος πάντα μιλούσε στους μαθητές του για το Άγιο Πνεύμα, που θα έστελνε στον κόσμο από τον Ουράνιο Πατέρα του για να μείνει στην Εκκλησία για πάντα. Και πριν από την Ανάληψη του ο Κύριος μιλούσε στους μαθητές για  Άγιο Πνεύμα, όταν τους έλεγε: «Καθίστε στην Ιερουσαλήμ μέχρι που να οπλιστείτε με δύναμη από τον ουρανό» (Λουκά κεφ. κδ' στίχος 49). Σε άλλη περίσταση τους έλεγε αυτά, που περιλαμβάνει το σημερινό μας Ευαγγέλιο.

ΑΡΧΑΙΟ ΚΕΙΜΕΝΟ.
«Εν δε τη εσχάτη ημερα τη μεγάλη της εορτής ειστήκει ο Ιησούς και έκραξε λέγων εάν τις διψεί, ερχέσθω προς με και πινέτω. ο πιστεύων εις εμέ, καθώς είπεν η γραφή, ποταμοί εκ της καρδίας αυτού ρεύσουσιν ύδατος ζώντος. Τούτο δε είπε περί του Πνεύματος ου έμελλον λαμβάνειν οι πιστεύοντες εις αυτόν· ούπω γαρ ην Πνεύμα Άγιον, ότι Ιησούς ουδέπω εδοξάσθη. 

Πολλοί ούν εκ του όχλου άκούσαντες τον λόγον έλεγον ούτος εστίν αληθώς ο προφήτης. Άλλοι έλεγον μη γαρ εκ της Γαλιλαίας ο Χριστός έρχεται; ουχί η γραφή είπεν ότι εκ του σπέρματος Δαβίδ και από Βηθλεέμ της κώμης όπου ην Δαβίδ, ο Χριστός έρχεται; σχίσμα ουν εν τω όχλω εγένετο δι' αυτόν. Τινές δε ήθελον εξ αυτών πιάσαι αυτόν, αλλ' ουδείς επέβαλεν επ' αυτόν τας χείρας. Ήλθον ούν οι υπηρέται προς τους αρχιερείς και Φαρισαίους, και είπον αυτοίς εκείνοι· διατί ουκ ηγάγετε αυτόν; απεκρίθησαν οι ύπηρέται· ουδέποτε ούτως ελάλησεν άνθρωπος, ως ούτος ο άνθρωπος. 

Απεκρίθησαν ούν αυτοίς οι Φαρισαίοι· μη και υμείς πεπλάνησθε; μη τις εκ των αρχόντων επίστευσεν εις αυτόν η εκ των Φαρισαίων; αλλ' ο όχλος ούτος ο μη γινώσκων τον νόμον επικατάρατοί εισί! 

Λέγει Νικόδημος προς αυτούς, ο ελθών νυκτός προς αυτόν, εις ων εξ αυτών· μη ο νόμος ημών κρίνει τον άνθρωπον, εάν μη ακούση παρ' αυτού πρότερον και γνω τι ποιεί; απεκρίθησαν και είπον αυτώ· μη και συ εκ της Γαλιλαίας εί; ερεύνησον και ίδε ότι προφήτης εκ της Γαλιλαίας ουκ εγήγερται. Και επορεύθη έκαστος εις τον οίκον αυτού. Πάλιν ούν αυτοίς ο Ιησούς ελάλησε λέγων· εγώ ειμί το φως του κόσμου· ο ακολουθών εμοί ου μη περιπατήση εν τη σκοτία, αλλ' έξει το φως της ζωής».

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
Την τελευταία μέρα της μεγάλης γιορτής στάθηκε ο Ιησούς και φώναξε δυνατά λέγοντας· όποιος διψά ας έρχεται σε μένα και ας πίνει. Όποιος πιστεύει σε μένα, όπως το είπε η Γραφή, θα τρέξουν από την καρδιά του ποταμοί ζωντανού νερού. Και το είπε αυτό για το Πνεύμα που θα έπαιρναν εκείνοι που θα πίστευαν Πνεύμα, επειδή ο Χριστός ακόμα δεν είχε δοξαστεί. 

Πολλοί λοιπόν από το λαό, όταν άκουσαν το λόγο έλεγαν αυτός είναι αληθινά ο προφήτης. Άλλοι έλεγαν αυτός είναι ο Χριστός. Άλλοι έλεγαν μήπως από τη Γαλιλαίο έρχεται ο Χριστός; Μήπως δεν το είπε η γραφή πως από τη γενιά του Δαβίδ και από το χωριό Βηθλεέμ, που καταγόταν ο Δαβίδ, έρχεται ο Χριστός; Χωρίστηκαν λοιπόν οι γνώμες ανάμεσα στο λαό γι' αυτόν. Μερικοί δε από αυτούς ήθελαν να τον πιάσουν, αλλά κανείς δεν άπλωσε χέρι επάνω του. Ήλθαν λοιπόν οι υπηρέτες στους αρχιερείς και τους Φαρισαίους και τους είπαν εκείνοι· γιατί δεν τον πιάσατε να τον φέρετε εδώ; 

Αποκρίθηκαν οι υπηρέτες· ποτέ δε μίλησε έτσι άνθρωπος, όπως αυτός εδώ ο άνθρωπος. Οι Φαρισαίοι λοιπόν τους απάντησαν μήπως και σεις έχετε πλανηθεί; Είδατε κανένα από τους άρχοντες η από τους Φαρισαίους να πιστέψει σ' αυτόν; Όμως αυτός ο όχλος, που δε γνωρίζει το νόμο, πιστεύει σ' αυτόν και γι' αυτό είναι καταραμένοι. 

Τότε τους λέγει ο Νικόδημος, που ήλθε στον Ιησού τη νύκτα και που ήταν ένας από αυτούς που τον πίστευαν. Μήπως μπορεί ο νόμος μας να κρίνει αυτό τον άνθρωπο, αν προηγουμένως δεν ακούσει τον ίδιο και μάθει τι ακριβώς κάνει; Τότε του αποκρίθηκαν και του είπαν μήπως και συ είσαι από τη Γαλιλαία; Ψάξε να δεις, πως κανένας προφήτης δεν έχει βγει ποτέ από τη Γαλιλαία. Και ο καθένας πήγε στο σπίτι Του. Πάλι ο Χριστός τους μίλησε και τους έλεγε· εγώ είμαι το φως του κόσμου· όποιος με ακολουθεί δε θα περπατήσει στο σκοτάδι, αλλά θα έχει μέσα του το φως της ζωής.


Γ' ΑΝΑΛΥΣΗ - ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ

1. Στη γιορτή της Σκηνοπηγίας, οι Ισραηλίτες έριχναν συμβολικά νερό στο θυσιαστήριο, που πρόσφεραν τις θυσίες των ολοκαυτωμάτων (= όταν έκαιγαν ολόκληρο το θυσιαζόμενο ζώο). Ο Ιησούς Χριστός παίρνει αφορμή από αυτό και λέγει στον κόσμο: «όποιος διψάει, ας έρχεται σε μένα και ας πίνει». Αυτό το νερό είναι το Άγιο Πνεύμα, που θα έλθει στον κόσμο για να μας φωτίσει όλους να καταλάβουμε τις αιώνιες αλήθειες που ο Κύριος μας δίδαξε.

2. Το Άγιο Πνεύμα ίδρυσε, όπως ξέρουμε, την ημέρα της Πεντηκοστής την Αγία Εκκλησία μας, που είναι το Σώμα του Χριστού. Κεφαλή του Σώματος είναι ο Ιησούς Χριστός. Μέλη του Σώματος είμαστε εμείς, όλοι οι άνθρωποι. Μέσα στην Εκκλησία, γινόμαστε όλοι οι άνθρωποι παιδιά του Θεού και έτσι ζούμε την αιώνια ζωή του «Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος».

3. Το Άγιο Πνεύμα είναι το τρίτο Πρόσωπο της Αγίας Τριά δος. Στο Σύμβολο της Πίστεως μας ομολογούμε: «Και εις το Πνεύμα το Άγιον, το Κύριον, το Ζωοποιόν, το εκ του Πατρός εκπορευόμενον, το συν Πατρί και Υιώ συμπροσκυνούμενον και συνδοξαζόμενον, το λαλήσαν δια των Προφητών». Ο Κύριος ονομάζει το Άγιο Πνεύμα «Παράκλητο». Γι' αυτό , όταν προσευχόμαστε στην Εκκλησία, λέμε: «Βασιλεύ ουράνιε, Παράκλητε, το Πνεύμα της Αληθείας, ο πανταχού παρών και τα πάντα πληρών (= εσύ που γεμίζεις με την παρουσία σου τα πάντα). Στη θεία Λειτουργία και τα Μυστήρια της Εκκλησίας μας ο ιερέας με τις ευχές και τις διάφορες εκφωνήσεις τονίζει τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος. Στο ιερότερο σημείο της θείας Λειτουργίας, όταν ο ιερέας λέγει: «Τα σα εκ των σων...» παρακαλούμε το Θεό: «Κατάπεμψον (= στείλε) το Πνεύμα σου το Άγιον εφ' ημάς και επί τα προκείμενα δώρα ταύτα». Κατεβαίνει το Άγιο Πνεύμα και με μυστηριακό τρόπο μεταβάλλει τον Άρτο και τον Οίνο σε Τίμιο Σώμα και Άχραντο Αίμα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.

4. Ο καθένας μας από μικρός ακόμη πρέπει να ετοιμάζει τον εαυτό του, ώστε να δεχτεί μέσα του το Άγιο Πνεύμα. Να καθαρίζει τον εαυτό του από κάθε αμαρτία και να ζητεί στην προσευχή του τον ερχομό του Αγίου Πνεύματος. Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας λέγουν, πως ο σκοπός της ζωής κάθε ανθρώπου, είναι να λάβει μέσα του το Άγιο Πνεύμα. Τότε ο άνθρωπος, όπως έχουμε μάθει και από την Κατήχηση μας, πραγματοποιεί το θείο προορισμό του, που είναι η ένωση και η κοινωνία του στην αιώνια ζωή του Θεού.

Δ' ΔΙΔΑΓΜΑ:

«"Όσοι γαρ Πνεύματι Θεού άγονται (= οδηγούνται) ούτοι εισίν υιοί Θεού» (Ρωμαίους κεφ. η' στίχος 14).

E ΚΕΙΜΕΝΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΑ

«Ευλογητός ει, Χριστέ, ο Θεός ημών, ο πανσόφους τους αλιείς αναδείξας, καταπέμψας αυτοίς το Πνεύμα το Άγιον, και δι' αυτών την οικουμένην σαγηνεύσας, Φιλάνθρωπε, δόξα σοι» (Απολυτίκιο της Πεντηκοστής).

2. «Βασιλεύ Ουράνιε, Παράκλητε, το Πνεύμα της Αληθείας, ο πανταχού παρών και τα πάντα πληρών, ο θησαυρός των αγαθών και ζωής χορηγός, ελθέ και σκήνωσον εν ημίν και καθάρισον ημάς από πάσης κηλίδος (= από κάθε αμαρτία) και σώσον αγαθέ τα ψυχάς ημών» (Προσευχή της Εκκλησίας στο Άγιο Πνεύμα).

Κυριακή της Πεντηκοστής -Τα δώρα του Αγίου Πνεύματος. (Ιων. 7, 37 – 52. 8, 12) του Ιωάννη Καραβιδόπουλου



«Εάν τις διψά ερχέσθω προς με και πινέτω». Μ’ αυτά τα λόγια αρχίζει ο Ιησούς την ομιλία του που κατά την σημερινή ευαγγελική περικοπή απηύθυνε προς τους Ιουδαίους την τελευταία ημέρα της μεγάλης εορτής της Πεντηκοστής. Κοντά στις άλλες σημασίες που είχε η εορτή αυτή στον Ιουδαϊκό κόσμο ήταν και η ανάμνηση της Νομοδοσίας: ο δεκάλογος δόθηκε στον Μωϋσή, κατά την ιουδαϊκή παράδοση, πενήντα ημέρες μετά το Πάσχα. Στον χριστιανισμό η πεντηκοστή ημέρα μετά το Πάσχα σημαίνει την δωρεά του Αγίου Πνεύματος στον κόσμο και την ίδρυση της Εκκλησίας. Γι’ αυτό λοιπόν το Πνεύμα ομιλεί ο Ιησούς στην περικοπή μας σαν μελλοντικό και επικείμενο γεγονός που θα ακολουθήσει μετά τη δόξα του σταυρού και της αναστάσεως. Ο Νόμος του Μωϋσέως, αν και δόθηκε από αγάπη και φροντίδα του Θεού για το λαό του, στάθηκε ανήμπορος να συμπαρασταθεί στην ανθρώπινη αδυναμία. Το Πνεύμα του Θεού που υπόσχεται ο Ιησούς και έρχεται την ημέρα της Πεντηκοστής για να παραμείνει ο καθοδηγητής της Εκκλησίας είναι «ύδωρ ζων» που ξεδιψά τον άνθρωπο και του προσφέρει ζωή.
Τί είναι όμως το Άγιο Πνεύμα; Πώς μπορούμε να συνειδητοποιήσουμε την παρουσία του και τα δώρα του; Πέραν από τους ύμνους που ψάλλουμε στην Εκκλησία και από τις λεπτές τριαδολογικές διατυπώσεις της Δογματικής, πώς μπορεί να νιώσει ο κάθε χριστιανός το Πνεύμα του Θεού; Το τρίτο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος δεν είναι αντικείμενο θεολογικών στοχασμών αλλά κυρίως και κατ’ εξοχήν υποκείμενο ζωής· είναι «ο θησαυρός των αγαθών και ζωής χορηγός», είναι «αυτάγαθον και πηγή αγαθότητος», «ζωή και ζωοποιούν», όπως ψάλλει η Εκκλησία μας σήμερα. Πάνω λοιπόν από τις λεπτολόγες δογματικές διατυπώσεις, που για τους πολλούς χριστιανούς είναι άγνωστες και απρόσιτες, βρίσκεται η αγαθοποιός και ζωο­ποιός ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, εφ’ όσον μέσα στην ατμόσφαιρα των δωρεών του κινούμεθα κι αναπνέουμε και ζούμε. Το Πνεύμα είναι η σφραγίδα που ξεχωρίζει τον χριστιανό από τον μη χριστιανό, είναι η εγγύηση του Θεού για το ελπιδοφόρο μέλλον που αναμένει τον κάθε πιστό, εφ’ όσον αυτό είναι η απαρχή, ο πρώτος καρπός, η πρόγευση των αιωνίων αγαθών.
Τούς καρπούς του Πνεύματος απαριθμώντας ο Απ.  Παύλος στην προς Γαλατάς επιστολή του γράφει: «Ο καρπός του Πνεύματος έστιν αγάπη, χαρά, ειρήνη,  μακροθυμία, χρηστότης, αγαθωσύνη, πίστις, πραότης, εγκράτεια» (5, 22). Τα εκδηλώματα αυτά αποτελούν την σφραγίδα του χριστιανού, τα γνωρίσματα του «πνευματικού» ανθρώπου, τα χαρακτηριστικά της βασιλείας του Θεού. Το Άγιο Πνεύμα δεν είναι λοιπόν θεωρία, αλλά κάτι πολύ πιο συγκεκριμένο και απτό, είναι η καινούργια ζωή που προσφέρει ο Χριστιανισμός στην ανθρωπότητα. Η ζωή αυτή χαρακτηρίζεται όχι από το μίσος που σκοτώνει τους ανθρώπους αλλά από την αγάπη που εξυψώνει το ανθρώπινο πρόσωπο· όχι από την κατήφεια και τον φόβο της μελλοντικής τιμωρίας αλλά από την χαρά της τωρινής και αναμενόμενης λυτρώσεως· χαρακτηρίζεται ακόμη από την ειρήνη προς το Θεό, προς τον άλλο άνθρωπο, προς τον εαυτό μας· από την μακροθυμία έναντι των αδυναμιών και των προσβολών του συνανθρώπου· από την χρηστότητα και αγαθωσύνη που εκφράζουν θετικότερα την στάση έναντι του αδελφού· από την πίστη στο λυτρωτικό έργο του Χριστού επί του σταυρού που ολοκληρώνεται με την ανάσταση·  από την πραότητα και την εγκράτεια που συμπληρώνουν το πορτραίτο του χριστιανού που ζει εν Πνεύματι Θεού, που ζει δηλ. μέσα στα μυστήρια της Εκκλησίας και παράγει τους γλυκείς καρπούς της ζωής Πνεύματος. Όπου δε κυριαρχεί το Πνεύμα του Θεού με τις παραπάνω εκδηλώσεις του, εκεί υπάρχει και η πραγματική ελευθερία, η εν Χριστώ ελευθερία, η ελευθερία από τον νεκρό τύπο του νόμου, από την φθορά, από τον θάνατο· η ελευθερία του Πνεύματος που είναι ζωή, «ύδωρ ζων» προσφερόμενο δωρεάν και κατά χάρη στον διψασμένο για ζωή άνθρωπο.

(Ιωαν. Δ. Καραβιδόπουλου, Καθηγ. Παν/μίου, «Οδός ελπίδας», σ. 130-132)

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ Πεντηκοστήν ἑορτάζομεν… τοῦ πρωτ. π. Γ. Δορμπαράκη



  Δέκα ἡμέρες μετά τήν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου ἡ ᾽Εκκλησία μας ἑορτάζει τό γεγονός τῆς Πεντηκοστῆς, τότε πού τό Πνεῦμα τό Ἅγιον κατῆλθε καί ἐπιφοίτησε στίς κεφαλές ὅλων τῶν μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ, στά Ἱεροσόλυμα. Μέ τήν ἐπιφοίτηση αὐτή ἀρχίζει ἡ ἱστορία τῆς ᾽Εκκλησίας, γι᾽ αὐτό καί ἡ Πεντηκοστή θεωρεῖται ἡ γενέθλια ἡμέρα της. Ἡ κάθοδος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀποτελεῖ τήν ἐκπλήρωση τῆς ὑποσχέσεως τοῦ Κυρίου ὅτι θά ἔλθει ἄλλος Παράκλητος μετά τή δική Του Ἀνάληψη, ὁ Ὁποῖος θά μείνει μαζί μέ τούς μαθητές Του καί θά τούς διδάξει καί ὁδηγήσει “εἰς πᾶσαν τήν ἀλήθειαν” (᾽Ιωάν. ιϛ´ 13).
.        ῎Ετσι τό ῞Αγιον Πνεῦμα ἐρχόμενο στόν κόσμο “ὅλον συγκροτεῖ τόν θεσμόν τῆς ᾽Εκκλησίας” καί παραμένει σ᾽ αὐτήν ὡς ἡ ψυχή τῆς ᾽Εκκλησίας. Αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ ᾽Εκκλησία μέ τή διηνεκῆ παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ζεῖ μία διαρκῆ Πεντηκοστή. Ζωή λοιπόν στήν ᾽Εκκλησία σημαίνει ζωή ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι, κάτι πού διαπιστώνεται κ α ί στή διδασκαλία τῆς ᾽Εκκλησίας κ α ί στή λατρεία της κ α ί στήν ἀσκητική της ζωή καί πού δέν ἔχει καμμία σχέση μέ τό νομικό-τυπικό πνεῦμα τοῦ ᾽Ιουδαϊσμοῦ ἤ μέ τήν καπηλεία τοῦ Πνεύματος ἀπό τίς διάφορες προτεσταντικές ὁμάδες, ἀλλά εἶναι ἐλευθερία καί ἀγάπη καί παράκληση.
.         ῎Ετσι ἡ ἐμπειρία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί ἡ μετοχή στίς δωρεές Του (πρέπει νά) ἀποτελοῦν στοιχεῖα ζωῆς ὅλων τῶν μελῶν τῆς ᾽Εκκλησίας, δηλαδή στήν πραγματικότητα τό κάθε μέλος της, ἄν ὀρθά εἶναι μέλος, πρέπει νά βρίσκεται σέ μία συνεχῆ κατάσταση ἐκπλήξεως, σέ μία πορεία πνευματικῆς αὐξήσεως, “ἀπό δόξης εἰς δόξαν”. Διότι ἀκριβῶς εἶναι μέτοχος τοῦ ἀπείρου Θεοῦ – Ἁγίου Πνεύματος. Μέ τόν τρόπο αὐτό, ὁ πιστός γίνεται ὡς μέλος τῆς ᾽Εκκλησίας πνευματικός. Πνευματικός δέν εἶναι αὐτός πού θεωρεῖται ἔτσι ἀπό τόν πολύ κόσμο: ὁ ἄνθρωπος τῶν γραμμάτων καί τῶν τεχνῶν, ὁ ἐπιστήμονας, ὁ ποιητής, ὁ ἠθοποιός. Μᾶλλον μπορεῖ νά θεωρηθεῖ κι αὐτός πνευματικός, ἀλλά ὄχι μέ τή χριστιανική κατανόηση τοῦ ὅρου: ἀσχολεῖται μέ τό ἀνθρώπινο πνεῦμα καί ὄχι μέ τό Ἅγιον Πνεῦμα. Γιά τούς χριστιανούς  πνευματικός εἶναι αὐτός πού ἔχει ἐμπειρία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ κατοικεῖ σέ αὐτόν. “Ὑμεῖς δέ οὐκ ἐστέ ἐν σαρκί, ἀλλ᾽ ἐν Πνεύματι, εἴπερ Πνεῦμα Θεοῦ οἰκεῖ ἐν ὑμῖν”, λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, γιά νά συνεχίσει: “Εἰ δέ τις Πνεῦμα Χριστοῦ οὐκ ἔχει, οὗτος οὔκ ἐστιν αὐτοῦ” (Ρωμ. η´ 9). Κι ὁ ἅγιος Χρυσόστομος παρατηρεῖ ἐπ᾽ αὐτοῦ ὅτι ὁ ἄνθρωπος λέγεται πνευματικός “ἀπό τῆς τοῦ Πνεύματος ἐνεργείας”.
.         Μιλώντας ὅμως γιά μετοχή στό ῞Αγιον Πνεῦμα στόν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας, μιλᾶμε γιά ἕνα γεγονός πού παραπέμπει κατ᾽ εὐθεῖαν στόν ἴδιο τόν Χριστό. Ἡ ἐν ῾Αγίῳ Πνεύματι ζωή εἶναι ἡ ἐν Χριστῷ ζωή. Αὐτό συμβαίνει διότι τόν Χριστό Τόν γνωρίζουμε στόν βαθμό πού τό ῞Αγιον Πνεῦμα μέσα στήν ᾽Εκκλησία Τόν φανερώνει στίς καρδιές μας. ῎Αν τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ δέν ἐνεργοῦσε μέσα μας, ἄν ᾽Εκεῖνο δέν μᾶς φώτιζε, ὁ Χριστός μπορεῖ νά εἶχε ἐπιτελέσει τό ἀπολυτρωτικό Του ἔργο γιά τή σωτηρία τοῦ κόσμου, ἀλλά θά παρέμενε ἕνας ξένος γιά ἐμᾶς. ᾽Εκεῖνο πού τό γενικό ἔργο σωτηρίας τοῦ Χριστοῦ τό ἔκανε καί τό κάνει οἰκεῖο, δικό μας, εἶναι τό τρίτο πρόσωπο τῆς ῾Αγίας Τριάδος, τό Παράκλητον Πνεῦμα, τό ῾Οποῖο ὁ Κύριος ἔστειλε στόν κόσμο μετά τήν ἄνοδό Του στούς Οὐρανούς, ἐνεργοποιώντας ἔτσι τήν ἵδρυση τῆς ᾽Εκκλησίας ἀπό ᾽Εκεῖνον ὡς ζωντανοῦ σώματός Του. Ὅπως τό εἶπε, ἄλλωστε, παρηγορώντας τούς μαθητές Του: “᾽Εάν ἐγώ μή ἀπέλθω, ὁ Παράκλητος οὐκ ἐλεύσεται πρός ὑμᾶς” (᾽Ιωάν. ιϛ´ 7).
.          ῎Ετσι ὁ ἄνθρωπος εἰσέρχεται στήν ᾽Εκκλησία, καλούμενος οὐσιαστικά ἀπό τόν ῎Ιδιο τόν Θεό – “οὐδείς δύναται ἐλθεῖν πρός με, ἐάν μή ὁ πατήρ μου ὁ πέμψας με ἑλκύσῃ αὐτόν” (᾽Ιωάν. ϛ´ 44) – καί εἰσερχόμενος διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματος καί τοῦ ἁγίου χρίσματος μετέχει τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ, οἱ ὁποῖες διακονούμενες ἀπό τό Παράκλητον Πνεῦμα μετά πιά τήν ᾽Ανάληψη τοῦ Χριστοῦ, Τοῦ ἀποκαλύπτουν Αὐτόν στήν καρδιά του, μέ τήν ἔννοια ὅτι τόν ἐνσωματώνουν μέσα στόν ῎Ιδιο κάνοντάς τον μέλος Χριστοῦ. Καί γενόμενος ὁ ἄνθρωπος μέλος Χριστοῦ, μετά τήν προσωπική αὐτή Πεντηκοστή του, ὁδηγεῖται κατά φυσικό τρόπο ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ Πατέρα. Γι᾽ αὐτό καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος σημειώνει ὅτι “οὐδείς δύναται εἰπεῖν Κύριον ᾽Ιησοῦν, εἰ μή ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ” (Α´Κορ. 12,3), ὅπως καί ὁ Κύριος ἀποκάλυψε ὅτι “οὐδείς ἔρχεται πρός τόν Πατέρα, εἰ μή δι᾽ ἐμοῦ” (᾽Ιωάν. ιδ´ 6). ᾽Από τήν ἄποψη αὐτή κατανοοῦμε ὅτι ὁ Θεός μας εἶναι Θεός τάξεως καί ὄχι ἀκαταστασίας, ὅπως κι ὅτι ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου ἔχει χαρακτήρα Τριαδικό κι αὐτό σημαίνει ὅτι Θεολογία, Χριστολογία, Πνευματολογία, ᾽Εκκλησιολογία, Σωτηριολογία πᾶνε μαζί στήν ὀρθόδοξη πίστη καί ὁποιαδήποτε διάσπασή τους ἀποκαλύπτει τήν αἵρεση ἤ ὁδηγεῖ σ᾽ αὐτήν, ἄρα στήν ἔκπτωση ἀπό τή ζωή καί τή σωτηρία. Καταλαβαίνει λοιπόν κανείς εὔκολα τώρα, γιατί ὁ ἅγιος Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ τόνιζε ὅτι “σκοπός τῆς πνευματικῆς ζωῆς εἶναι ἡ ἀπόκτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος”. Γιατί ὅποιος ἔχει τό Ἅγιον Πνεῦμα ἔχει τόν ῎Ιδιο τόν Τριαδικό Θεό.
.          Τό ἐρώτημα λοιπόν τό ὁποῖο τίθεται εἶναι: πῶς κανείς ἀποκτᾶ τό Ἅγιον Πνεῦμα; Βεβαίως ἀμέσως ἡ σκέψη μας, ὅπως ὑπονοήθηκε παραπάνω, πηγαίνει στά μυστήρια. Γιατί αὐτά ἀποτελοῦν τούς κρουνούς ἀπό τούς ὁποίους προχέεται ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ στούς πιστούς. Ἀλλά τά μυστήρια δέν ἐπενεργοῦν θετικά κατά τρόπο μαγικό στούς ἀνθρώπους. Ἀπαιτεῖται ἡ προσωπική τους συμμετοχή καί προσπάθεια. Κι ἐδῶ εἰσέρχεται κανείς σ᾽ αὐτό πού ὀνομάζουμε ἀσκητική καθαρή πνευματική ζωή. Ἡ ἀσκητική ζωή, ὡς προσωπικός ἀγώνας τοῦ ἀνθρώπου, ἀποτελεῖ τήν προϋπόθεση γιά νά ἐνεργοποιοῦνται τά μυστήρια πρός σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου καί νά μήν καταντοῦν “εἰς κρίμα ἤ εἰς κατάκριμα”. Μέ τήν παρατήρηση βεβαίως ὅτι καί ὁ ἀγώνας αὐτός δέν γίνεται ἐρήμην τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Ἡ χάρη Αὐτοῦ δίνει τή δυνατότητα καί τῆς ἀσκητικῆς ζωῆς. “Οὐ τοῦ θέλοντος οὐδέ τοῦ τρέχοντος, ἀλλά τοῦ ἐλεοῦντος Θεοῦ” (Ρωμ. θ´ 16).
.        Τί μᾶς διδάσκει λοιπόν ἡ βιβλικο-πατερική παράδοση τῆς ᾽Εκκλησίας μας, πάνω στό θέμα τῆς ἀποκτήσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί τῶν μυστικῶν τῆς ἀσκητικῆς ζωῆς; Ὅτι κανείς δέν μπορεῖ νά ἀποκτήσει τή χάρη αὐτή τῆς παρουσίας Του, νά ἔχει συνεπῶς κανείς τόν Θεό μέσα του, ἄν δέν ἀγωνιστεῖ νομίμως. Καί νομίμως σημαίνει – μέ τή βοήθεια βεβαίως τοῦ Θεοῦ – νά ἀρχίσει τόν ἀγώνα καθάρσεως τοῦ ἑαυτοῦ του ἀπό τά ψεκτά λεγόμενα πάθη, ἰδίως κατά τοῦ κεντρικοῦ πάθους τοῦ ἀνθρώπου, τῆς φιλαυτίας (ἤ ἐγωϊσμοῦ), μέ τά παρακλάδια της, τῆς φιληδονίας, τῆς φιλαργυρίας καί τῆς φιλοδοξίας. ῎Ετσι ὁ πνευματικός ἀσκητικός ἀγώνας εἶναι στοχευμένος: ὁ πιστός καλεῖται νά μεταστρέψει τή φιλαυτία σέ φιλοθεΐα καί φιλανθρωπία, σέ ἀγάπη ἀληθινή δηλαδή, γι᾽ αὐτό καί στή θέση τῶν τέκνων τῆς φιλαυτίας θέτει τήν ἐγκράτεια, τήν ἐλεημοσύνη καί προσφορά, τήν ταπείνωση. Στό βαθμό πού ὁ ἐκκλησιαστικός πνευματικός αὐτός ἀγώνας γίνεται μέ σωστό τρόπο, μέ τήν καθοδήγηση δηλαδή τῶν ἁγίων μας καί τῶν ἐμπειροτέρων ἀπό ἐμᾶς χριστιανῶν, κυρίως δέ τοῦ πνευματικοῦ μας πατέρα, ἡ φιλαυτία ἐξαλείφεται, καθαρίζεται ἡ καρδιά μας καί τή θέση της παίρνει, εἴπαμε, ἡ χάρη τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Ὅπου ἀγάπη ὅμως, ἐκεῖ καί ὁ Θεός, ὁ ἄνθρωπος δηλαδή φτάνει στό σημεῖο νά εἶναι κατοικητήριον ᾽Εκείνου.
.       Τήν κατάσταση αὐτή πού ἀκολουθεῖ τήν κάθαρση τῆς καρδιᾶς τοῦ ἀνθρώπου, ὅπου ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ ἀρχίζει καί κυριαρχεῖ μέσα του, οἱ ἅγιοί μας ἔχουν ὀνοματίσει φωτισμό καί στή συνέχεια θέωση. Γι᾽ αὐτό καί συχνά ἀκοῦμε γιά τά στάδια τῆς πνευματικῆς ζωῆς: τήν κάθαρση, τό φωτισμό, τή θέωση. Εἶναι φανερό ὅτι ἀπό τά τρία αὐτά στάδια μόνο τό πρῶτο σχετίζεται ἰδιαιτέρως μέ τήν ἀσκητική προσωπική προσπάθεια, ἐκεῖ πού ὁ πιστός φανερώνει τήν ἀγαθή του προαίρεση γιά προαγωγή τῆς σχέσης του μέ τόν Θεό. Μολονότι καί τό στάδιο αὐτό πραγματοποιεῖται μέ τήν ἐνίσχυση τοῦ Θεοῦ, τό δεύτερο καί τό τρίτο θεωροῦνται καθαρά δῶρα τοῦ Θεοῦ, γιά τά ὁποῖα ὁ πιστός δέν πρέπει νά ἀνησυχεῖ καθόλου οὔτε καί νά τά θέτει ὡς ὅραμα καί προορισμό του. Ὁ πιστός ὡς ὅραμά του ἔχει τή σχέση μέ τόν Θεό, ἀγωνίζεται στήν βασική ἐντολή τοῦ Χριστοῦ, τήν ἀγάπη, μέ τήν ὁποία καθαρίζει τήν καρδιά του, καί ἀφήνει τόν Θεό “ἐλεύθερο” νά προσφέρει, ὅσο θέλει καί ὅποτε θέλει, τά δῶρα τῆς παρουσίας Του, τόν φωτισμό καί τήν θέωση.
.          Γι᾽ αὐτό καί τό οὐσιαστικότερο στοιχεῖο τελικῶς τῆς πνευματικῆς ζωῆς εἶναι ἡ ὑπομονή. ῎Ανθρωπος πού ξεκινᾶ τήν πνευματική ζωή καί ἀπαιτεῖ γρήγορα τήν ἀπόκτηση τῶν χαρισμάτων τοῦ Θεοῦ, ἤδη ἔχει βάλει “νάρκη” στήν προσπάθειά του. Ὁ Θεός δέν εἶναι παιχνίδι, ὥστε ἐμεῖς νά Τόν “κανονίζουμε” στίς ἐνέργειές Του, ἀλλά ὁ παντοδύναμος καί πανάγαθος Θεός πού ἔχει τόν ἀπόλυτο ἔλεγχο τῶν πάντων, γνωρίζοντας τά πάντα καί στό ἔσχατο βάθος τους. ῎Ετσι ἡ ἀνυπομονησία ἀποτελεῖ σημάδι τελικῶς ταραγμένης ψυχῆς, ἄρα στήν πραγματικότητα φανερώνει τήν ἀπιστία τοῦ ἀνθρώπου καί τήν παρουσία τοῦ πονηροῦ. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι ὁ μέγας ᾽Ισαάκ ὁ Σύρος, στά ἀσκητικά του ἔργα, μνημονεύει ἕνα σπουδαῖο Γέροντα, ὁ ὁποῖος καθοδηγώντας ἕναν ἄπειρο νεαρό μοναχό, πού “βιαζόταν” ν᾽ ἀποκτήσει τά χαρίσματα τοῦ Θεοῦ, τοῦ ἀποκάλυψε ὅτι ὁ ἴδιος ἄρχισε νά νιώθει τά χαρίσματα αὐτά μετά τά τριάντα πρῶτα χρόνια τῆς ἔντονης ἀσκητικῆς του ζωῆς.
.      Ἡ ἑορτή λοιπόν τῆς Πεντηκοστῆς μᾶς ἀποκαλύπτει γιά μιὰ ἀκόμη φορά τό μεγαλεῖο τῆς πίστεώς μας, ἀφοῦ εἴμαστε κεκλημένοι σέ ἄπειρη αὔξηση μετοχῆς στό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, ἀλλά καί συγχρόνως μᾶς δείχνει τίς δυσκολίες πού ὑπάρχουν λόγω τῶν δικῶν μας ἁμαρτιῶν καί ἀδυναμιῶν. Εἶναι στή δική μας ὅμως τήν εὐθύνη νά ἀνταποκριθοῦμε στήν κλήση αὐτή, πού συνιστᾶ καί τήν ὑψηλότερη κλήση πού ὑπάρχει στόν κόσμο: νά εἴμαστε καί νά γίνουμε “συγκληρονόμοι Χριστοῦ” (Ρωμ. η´ 17).

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ, Ευαγγ. Ανάγνωσμα: Ιω. 7, 37-52. 8,12

Ο Κύριος βρισκόταν στην Ιερουσαλήμ την τελευταία ημέρα της μεγάλης εορτής της Σκηνοπηγίας. Οι Ιουδαίοι συμμετείχαν στην εορτή αυτή για να θυμούνται την πορεία των προγόνων τους από την Αίγυπτο στη γη της Επαγγελίας. Γι’ αυτό και επί επτά ημέρες έμεναν σε σκηνές. Την τελευταία και πιο επίσημη ημέρα της εορτής έκαναν αναπαράσταση της εισόδου στη γη της Επαγγελίας. Οι ιερείς έπαιρναν νερό από την κολυμβήθρα του Σιλωάμ και προχωρούσαν προς το Ναό ραντίζοντας το θυσιαστήριο και τα πλήθη.
Αυτή λοιπόν την τελευταία ημέρα της εορτής, ο Κύριος, παίρνοντας αφορμή από τις τελετές της εορτής, άρχισε να διδάσκει με ζωηρή φωνή τα πλήθη λέγοντας: Εάν κανείς αισθάνεται πόθο και δίψα πνευματική, ας έρχεται σε μένα και ας πίνει. Κοντά μου θα βρει ανάπαυση ἡ ψυχή του. Από τα βάθη της ψυχής του θα τρέξουν ποταμοί αστείρευτου νερού.
Ο Κύριος βέβαια με τα λόγια αυτά εννοούσε το Άγιο Πνεύμα, το oποίο μετά την Πεντηκοστή θα έπαιρναν όσοι θα πίστευαν σ’ αυτόν. Διότι η Χάρις του Αγίου Πνεύματος, που μεταδίδει νέα και θεϊκή ζωή, δεν είχε ακόμη δοθεί σε κανένα. Διότι ο Ιησούς δεν είχε ακόμη δοξασθεί με το Πάθος του και την Ανάληψή του.
Γιατί όμως ο Κύριος παρομοιάζει το Άγιο Πνεύμα με νερό αστείρευτο που αναβλύζει μέσα από την ψυχή του ανθρώπου; Διότι όταν η Χάρις του Αγίου Πνεύματος έρχεται στην ψυχή κάθε βαπτισμένου και χρισμένου πιστού, προσφέρεται ασταμάτητα. Αναβλύζει διαρκώς, δεν αδειάζει ποτέ, ρέει σταθερά και ανεξάντλητα όπως το ποτάμι. Και ποιο έργο επιτελεί; Το Άγιο Πνεύμα ως ύδωρ ζων είναι η αιτία της πνευματικής μας ζωής. Η Χάρις του Αγίου Πνεύματος αρχικά σαν ένα ρεύμα ισχυρό καταρρίπτει μέσα στις ψυχές μας κάθε αντίσταση, κάθε πάθος. Καθαρίζει κάθε τι αμαρτωλό. Και ταυτόχρονα δροσίζει ως ύδωρ διαυγές και άφθονο τις ψυχές μας, τις μαλακώνει, τις ποτίζει και τις καθιστά καρποφόρες σε έργα αρετής. Εμπνέει αγαθές διαθέσεις και ιερά συναισθήματα, και αντίστοιχες ενέργειες και πράξεις. Ενδυναμώνει την ψυχή μας, ώστε να ζούμε μία αγία ζωή. Μας μεταμορφώνει και μας αναγεννά, γεμίζει το εσωτερικό μας με όλους τους δικούς της καρπούς, τους καρπούς των αρετών και της αγιότητας. Και καθιστά κι εμάς πηγές ανεξάντλητες ύδατος ζώντος προς τους συνανθρώπους μας.
Η επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος στους Αγίους Αποστόλους και μαθητές ήταν ένα γεγονός έκτακτο και μοναδικό στην ιστορία της Εκκλησίας μας. Διότι οι Άγιοι Απόστολοι δεν απέκτησαν απλώς τη θεία δύναμη του Αγίου Πνεύματος, αλλά γέμισε το εσωτερικό τους από την παρουσία Του. Μέσα τους πλέον σκήνωσε η χάρη του Παναγίου Πνεύματος και έγιναν κατοικητήρια και ναοί Τους, με ένα όμως τρόπο ιδιαίτερο, έκτακτο και μοναδικό. Μόνο αυτοί έγιναν αλάθητοι εκφραστές της αληθείας, πάνσοφοι. Ο ιερός Χρυσόστομος ερωτά: Τί σημαίνει ότι οι Απόστολοι και οι παρόντες πιστοί «επλήσθησαν άπαντες Πνεύματος Αγίου»; Σημαίνει ότι όχι απλώς έλαβαν την χάρη του, αλλά ότι «επλήσθησαν» με την παρουσία του Αγίου Πνεύματος. Και τί ση-αίνει «επλήσθησαν»; Αναζωπυρώθηκαν και αναζωογονήθηκαν με το Άγιο Πνεύμα. Τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος κυριαρχούσαν μέσα στην ψυχή τους. Από τότε και στο εξης ζούσαν μέσα στην παρουσία και χάρη του Αγίου Πνεύματος. Γι’ αυτό και το Άγιο Πνεύμα μεταμόρφωσε την ζωή τους. Έγιναν πλέον ατρόμητοι, πάνσοφοι, κήρυτταν τον λόγο του Θεού με παρρησία.
Στη συνέχεια της ευαγγελικής περικοπής ο ευαγγελιστής Ιωάννης μας πληροφορεί ότι τα πλήθη του λαού που άκουαν τους λόγους αυτούς του Κυρίου, άρχισαν να διχάζονται. Άλλοι έλεγαν: «Αυτός είναι ο προφήτης που περιμένουμε». Άλλοι: «Αυτός είναι ο Χριστός». Κι άλλοι απορούσαν: «Είναι δυνατόν να προέλθει ο Χριστός από τη Γαλιλαία;» Οι πιο ζηλωτές ήθελαν να Τον συλλάβουν, όμως κανείς δεν τόλμησε να το κάνει, διότι μία αόρατη δύναμη τους εμπόδιζε. Γύρισαν λοιπόν πίσω άπρακτοι οι υπηρέτες στους αρχιερείς και στους Φαρισαίους, και αυτοί τους ρώτησαν: «Γιατί δεν τον συλλάβατε;» «Ποτέ άλλοτε δεν δίδαξε κανείς με τόση σοφία όπως αυτός ο άνθρωπος», αποκρίθηκαν εκείνοι. Τους ξαναρώτησαν oι Φαρισαίοι: «Μήπως κι εσείς έχετε πλανηθεί από αυτόν; Κανείς από τους άρχοντες δεν πίστεψε σ’ αυτόν, αλλά μόνο ο όχλος, που δεν ξέρει τον νόμο!». Τότε διαμαρτυρήθηκε ο Νικόδημος: «Πώς μπορούμε να καταδικάσουμε έναν άνθρωπο, εάν δεν τον ακούσουμε πρώτα και μάθουμε τι έκανε;» Κι εκείνοι του αποκρίθηκαν: «Προφήτης από τη Γαλιλαία δεν έχει φανεί ποτέ».
Ὁ Κύριος όμως συνέχισε να κηρύττει λέγοντας: «Εγώ είμαι το φως του κόσμου. Εκείνος που με ακολουθεί δεν θα περιπλανιέται ποτέ στο σκοτάδι της αμαρτίας, αλλά θα έχει μέσα του το ζωοφόρο και πνευματικό φως». Όλοι αυτοί oι Ιουδαίοι ακροατές του Χριστού είχαν δίπλα τους το φως της ζωής, και παρέμεναν στο σκοτάδι. Το φως άγγιξε τη ζωή τους, κι αυτοί oι δύστυχοι βυθίζονταν περισσότερο στο σκοτάδι, στην άρνηση και την αντίδραση.
Αυτή η κατάσταση επαναλαμβάνεται πολλές φορές στην ιστορία και ιδιαιτέρως στις μέρες μας. Πόσοι βαπτισμένοι Ορθόδοξοι Χριστιανοί δεχθήκαμε το φως της πίστεως και της αλήθειας. Ὁ Χριστός πλημμύρισε με το φως του τη ζωή μας, όταν βαπτιστήκαμε στο όνομά του. Αυτόν ντυθήκαμε τότε, για να ζήσουμε πλέον μία φωτεινή εν Χριστώ ζωή. Και να πορευόμαστε ως τέκνα φωτός. Δυστυχώς όμως πολλοί Χριστιανοί επηρεάζονται από την αμαρτία και πελαγοδρομούν μέσα στα σκοτάδια του κόσμου. Ψάχνουν αλλού για φως και χάνονται στα σκοτεινά μονοπάτια των αιρέσεων, των παραθρησκειών. Είναι τραγικό να πορεύονται σαν τυφλοί και να χάνουν το δρόμο τους, ενώ είναι δίπλα τους ο Χριστός και τους περιμένει να τους δώσει το φως του.
Μήπως όμως κι εμείς κάποτε επηρεαζόμαστε από τα σκοτάδια του κόσμου της αμαρτίας; Ζούμε πράγματι μέσα στο φως του Χριστού ή μάς ελκύει το σκοτάδι και μας ταλανίζει η αμφιβολία και η πλάνη;
Ας μην ξεγελιόμαστε. Ο Χριστός είναι το φως του κόσμου. Ας Τον παρακαλούμε λοιπόν να φωτίζει τις σκέψεις μας, τις επιθυμίες μας, τις ενέργειές μας, τα βιώματά μας.
Ξένια Παντελή, θεολόγος

Η ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ. ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ ΤΟΥ ΚΡΗΤΟΣ, 1546. Ι.Μ ΣΤΑΥΡΟΝΙΚΗΤΑ, ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ



Η Πεντηκοστή δεν είναι μια απλή συνέπεια ή συνέχεια της Ενσαρκώσεως. Η Πεντηκοστή έχει όλη την αξία της καθ' εαυτή, είναι η δεύτερη πράξη του Πατρός: ο Πατήρ αποστέλλει τον Υιό και τώρα αποστέλλει το Άγιο Πνεύμα. Η τέλεια αποστολή του, ο Χριστός επανέρχεται προς τον Πατέρα για να κατέλθει τώρα το Άγιο Πνεύμα ως Πρόσωπο. Η Πεντηκοστή εμφανίζεται έτσι ως το έσχατο τέλος της τριαδικής οικονομίας της σωτηρίας. Κατά τους Πατέρες ο Χριστός είναι ο μεγάλος Πρόδρομος του Αγίου Πνεύματος.
Ο Μέγας Αθανάσιος λέγει: <<ο Λόγος έγινε σάρκα... ίνα οι άνθρωποι ενωθέντες πνευματικά, γίνουν ένα Πνεύμα>>. Επίσης κατά τον άγιο Συμεών: <<Αυτός ήταν ο σκοπός και ο προορισμός κάθε έργου της σωτηρίας μας από το Χριστό, να πάρουν οι πιστοί το Άγιο Πνεύμα>>.
Δοσμένο στον άνθρωπο κατά τη θεία εμφύσηση, τη στιγμή της δημιουργίας, το Άγιο Πνεύμα του αποδίδεται πάλι την ημέρα της Πεντηκοστής και του γίνεται πιό εσωτερικό, πιό οικείο από αυτόν τον ίδιο. <<Πυρ ήλθα να βάλω στη γη>> (Λουκ. 12,49), αυτή η φωτιά είναι το Άγιο Πνεύμα.
Κάτω από την εικόνα των πυρίνων γλωσσών, η θεία ενέργεια θεοποιεί, εισέρχεται και αγκαλιάζει με την αλήθειά της τη φύση.
Εάν ο Χριστός ανακεφαλαιώνει και ολοκληρώνει την ανθρώπινη φύση στην ενότητα του σώματός του, το Άγιο Πνεύμα, αντίθετα, αναφέρεται στη προσωπική αρχή της φύσεως, στα ανθρώπινα πρόσωπα, και κάνει κάθε ένα χαρισματικό. Όπως λέγει ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας, έχουμε συγχωνευθεί σε ένα μόνο Σώμα, αλλά διαιρεθεί σε προσωπικότητες.
Η επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος προηγείται και αναγγέλλεται από την εορτή της Αγίας Τριάδος. Από την αποκάλυψη της ουράνιας Εκκλησίας των τριών θείων Προσώπων, το Πνεύμα οδηγεί στη σύσταση της επίγειας εικόνας του: την Εκκλησία των ανθρώπων.
Την Κυριακή της Πεντηκοστής, η εικόνα της Τριάδος προσφέρεται στη θεωρία των πιστών σαν ένας θείος καθρέπτης, όπου οι άνθρωποι διαβάζουν τη μυστηριώδη αλήθεια της ίδιας τους υπάρξεως.
Τώρα μπορούμε να κατανοήσουμε καλύτερα τη σύνθεση της εικόνας. Δεν είναι καθόλου μια απλή εικονογραφία του κειμένου των Πράξεων (2,3). Δείχνει το Κολλέγιο των δώδεκα αποστόλων, το μυστηριώδες πλήρωμα που αντικαθιστά τις δώδεκα φυλές του Ισραήλ.
Βλέπουμε τους αποστόλους καθισμένους, σχηματίζοντας δυο ομάδες, η μια απέναντι στην άλλη, πάνω σε πεταλόμορφο έδρανο με πλάτη και υποπόδιο έχοντας επικεφαλής τον Πέτρο και τον Παύλο. Οι τέσσερις ευαγγελιστές και ο Παύλος κρατούν κλειστούς κώδικες ενώ ο Πέτρος και οι λοιποί απόστολοι κλειστά ειλητάρια. Η παρουσία τους έχει την ευγλωττία του συμβόλου που περιλαμβάνει όλο το σώμα της Εκκλησίας. Γι' αυτό η Παρθένος απουσιάζει. Ήταν παρούσα στην εικόνα της Αναλήψεως, που έπαιρνε από πάνω τη τυπική ευλογία του Χριστού και την υπόσχεσή, του της επικλήσεως - Πεντηκοστής.
Όλοι βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο, σε μια κλίμακα όμοιου μεγέθους, που είναι η ισοτιμία τους. Ο Πέτρος και ο Παύλος αφήνουν μια κενή θέση μεταξύ τους. Εδώ ο Χριστός είναι αόρατος, αλλά αυτός που είναι το Κεφάλι είναι πάντοτε παρών, είναι αυτός που κυβερνά και κατευθύνει την Εκκλησία.
Η εικόνα δείχνει μια ανοικτή σύνθεση και τοποθετεί το γεγονός σε μια πλατειά, ψηλή σκηνή, <<υπερώο>> του οποίου ο απεριόριστος εκκλησιαστικός χώρος εξουσιάζει το κόσμο.
Είναι ανοικτό από πάνω, είναι σαν να ελκύεται προς τον ουρανό, προς τη πατρική Πηγή, απ' όπου αναχωρούν οι πύρινες γλώσσες, οι τριαδικές ενέργειες συγκεντρωμένες στο Άγιο Πνεύμα.
Ανοίγει επίσης προς τα κάτω, σε μια μαύρη αψίδα, όπου βασανίζεται ένας φυλακισμένος ντυμένος σαν βασιλιάς, αλλού η αψίδα είναι κλεισμένη με ένα κιγκλίδωμα φυλακής που υπογραμμίζει μια κατάσταση αιχμαλωσίας. Η επιγραφή γύρω από το κεφάλι του φυλακισμένου εξηγεί ότι είναι ο Κόσμος προσωποποιημένος, το αιχμάλωτο σύμπαν του Πρίγκηπα αυτού του κόσμου.
Το σκοτάδι που τον περιβάλλει, εικονίζει <<τα σκότη και τη σκιά του θανάτου>> είναι ο καθολικευμένος άδης απ' όπου ο μη βαπτισμένος κόσμος αποχωρεί και στο μέρος του το πιο φωτεινό, επιθυμεί επίσης το αποστολικό φως του Ευαγγελίου.
Τείνει τα χέρια του για να πάρει αυτός επίσης τη χάρη και τα δώδεκα ειλητάρια που κρατεί με σεβασμό πάνω σε ένα ύφασμα, συμβολίζουν το κήρυγμα των δώδεκα αποστόλων, αποστολική ιεραποστολή της Εκκλησίας και παγκόσμια υπόσχεση της σωτηρίας.
Είναι η αντίθεση των δυο αυτών κόσμων που συνυπάρχουν, πάνω η <<καινή γη>>, ο ιδεώδης Κόσμος, πυρπολημένος από το θείο πυρ και κάτω ο φυλακισμένος, ο απελπισμένος Κόσμος που τείνει χέρι προς το Χριστό, από τον οποίο δεν θα μείνει ποτέ άδειο.
Οι απόστολοι είναι ταυτόχρονα ίδιοι και οι άλλοι: στην ανθρώπινη φύση ενώνεται μια πύρινη γλώσσα. Εντελώς φυσικά τη Κυριακή που ακολουθεί τη Πεντηκοστή και κλείνει το χρόνο της, η Εκκλησία γιορτάζει την εορτή των Αγίων Πάντων, την εορτή όλων των αγίων, γνωστών και αγνώστων. Είναι η εορτή αυτής της ουσίας της Εκκλησίας, της αγιότητος, η εορτή των πυρίνων γλωσσών της Πεντηκοστής.
Η Εκκλησία γεμάτη από την Αγία Τριάδα, συμπληρώνεται στην Εκκλησία γεμάτη από αγίους. (Η τέχνη της Εικόνας, Π.ΠΟΥΡΝΑΡΑ)

Κυριακή της Πεντηκοστής Ιω. 7, 37-52 π. Χερουβείμ Βελέτζας


 Πεντηκοστή σήμερα, πλήρωμα και επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος στους αγίους Αποστόλους αλλά και σε ολόκληρη την Εκκλησία, εκπλήρωση της υποσχέσεως του Κυρίου μας Ιησού Χριστού ότι δεν θα εγκαταλείψει με την Ανάληψή Του τον κόσμο, αλλά θα στείλει τον Παράκλητο, για να κατευθύνει όλους μας και να συγκροτεί, με την ενοποιητική του δύναμη, ολόκληρο το σώμα της Εκκλησίας. Η περικοπή που διαβάζουμε κατά τη σημερινή Θεία Λειτουργία είναι χαρακτηριστική και μας μεταφέρει τόσο τα λόγια του Χριστού, όσο και τις αντιδράσεις των φαρισαίων, προσφέροντας σε όλους εμάς σήμερα το έναυσμα για να κάνουμε κάποιες σημαντικές σκέψεις.

Μέσα στο πλήθος που είχε μαζευτεί για τη γιορτή της σκηνοπηγίας, την οποία γιόρταζαν οι Εβραίοι πενήντα μέρες μετά το Πάσχα, στάθηκε ο Ιησούς και με δυνατή φωνή είπε: “Όποιος διψά, ας έλθει σε εμένα να πιει, γιατί όπως λέει η Γραφή, εκείνος που πιστεύει σε εμένα θα αναβλύσει από μέσα του ποταμούς ύδατος ζώντος”. Ο Ιωάννης μας εξηγεί ότι με τα λόγια αυτά ο Χριστός εννοούσε το Άγιο Πνεύμα, το οποίο επρόκειτο να λάβουν όσοι Τον είχαν πιστέψει, γιατί ακόμα δεν υπήρχε το Άγιο Πνεύμα ανάμεσα στους ανθρώπους, μιας που ο Ιησούς δεν είχε ακόμα δοξαστεί, με την Ανάσταση και την Ανάληψή Του στους Ουρανούς. Όπως πάντα, έτσι και σε εκείνη την περίσταση διχάστηκε το πλήθος, και άλλοι έλεγαν ότι ο Ιησούς είναι προφήτης, ενώ άλλοι Τον αμφισβητούσαν. Κάποιοι πάλι, απεσταλμένοι από τους Φαρισαίους, βρισκόντουσαν εκεί με σκοπό να συλλάβουν τον Ιησού, όμως τελικά δεν το αποτόλμησαν, θαυμάζοντας τα λεγόμενά Του. Οι φαρισαίοι αγανακτούν, λέγοντας “μήπως κι εσείς πλανηθήκατε; είδατε κανένα από τους άρχοντες ή από τους φαρισαίους να έχει πιστέψει σε αυτόν; αλλά ο όχλος ο καταραμένος τον πιστεύει, που δεν γνωρίζει το νόμο”. Τέλος, στο επιχείρημα του νομομαθούς Νικοδήμου, που είχε γνωρίσει τον Χριστό και είχε συνομιλήσει μαζί Του, ότι ο νόμος δεν κρίνει κανένα αν προηγουμένως δεν τον ακούσει, απαντούν υπεροπτικά ότι εφόσον ο Ιησούς προέρχεται από τη Γαλιλαία, δεν μπορεί να είναι προφήτης.
Η πρώτη σκέψη που απορρέει από τη σημερινή διήγηση του Ευαγγελίου είναι ότι ο Χριστός αποτελεί την πηγή της ζωής, του ζώντος ύδατος, που ξεδιψά κάθε άνθρωπο που πιστεύει στον Ιησού Χριστό. Το είπε στη Σαμαρείτιδα, μας καλεί και σήμερα να έρθουμε κοντά Του και να γίνουμε δοχεία της ζωοποιού και αγιαστικής δύναμης του Αγίου Πνεύματος. Γιατί έχει την δύναμη, όπως ακριβώς έγινε με τους αγίους Αποστόλους, που από φοβισμένους μαθητές τους μεταμόρφωσε σε μια στιγμή σε διάπυρους κήρυκες και διδασκάλους, να φωτίσει την ύπαρξή μας, να αγιάσει τη ζωή μας, να μας προσφέρει την βεβαιότητα της Αναστάσεως και της σωτηρίας. Το Άγιο Πνεύμα, το οποίο έστειλε ο Χριστός στον κόσμο, είναι εκείνο που ενεργεί την ενότητα στην Εκκλησία, είναι εκείνο που επιτελεί τα Μυστήρια, που κατευθύνει τους πνευματικούς μας πατέρες και μας προφυλάσσει από τις παγίδες του νοητού εχθρού. Χωρίς την παρουσία του Αγίου Πνεύματος οι Απόστολοι δεν θα τολμούσαν να βγουν από το υπερώο της Ιερουσαλήμ, ούτε να κηρύξουν με παρρησία στον κόσμο τα όσα έζησαν. Χωρίς την παρουσία του Αγίου Πνεύματος, οι Μάρτυρες δεν θα παρέμεναν ακλόνητοι στην πίστη και θα υπέκυπταν στις απειλές των τυράννων. Χωρίς την παρουσία του Αγίου Πνεύματος η Εκκλησία θα είχε καταλυθεί από τους διώκτες της αλλά και από τις αιρέσεις που σε κάθε εποχή προσπαθούν να πλανήσουν τα μέλη της. Χωρίς την παρουσία του Αγίου Πνεύματος οι Πατέρες της Εκκλησίας δεν θα μπορούσαν με ομοφωνία να ορθοτομήσουν την Αλήθεια, μέσα από τις Οικουμενικές Συνόδους.
Η παρουσία του Αγίου Πνεύματος αποτελεί το κριτήριο της Αληθείας και της γνησιότητας, και αυτό είναι το δεύτερο σημαντικό μήνυμα της σημερινής εορτής. Οι Φαρισαίοι αρνούνται τον Ιησού, και προτάσσουν ως σημείο αυθεντικότητας της γνώμης τους ότι ούτε αυτοί ούτε οι άρχοντες πιστεύουν στον Χριστό, αλλά ο όχλος που δεν γνωρίζει το νόμο. Αυτό το επιχείρημα το ακούμε ακόμα και σήμερα, όταν κάποιοι θέλουν να αμφισβητήσουν τις αλήθειες του Ευαγγελίου και της πίστεώς μας. Μας λένε ότι εφόσον έτσι πράττουν οι επιφανείς και οι γραμματιζούμενοι, κατά τον ίδιο τρόπο οφείλουμε κι εμείς να κινούμαστε. Για την Εκκλησία όμως δεν αποτελεί κριτήριο η γνώμη των πολλών, ούτε των επιφανών, ακόμα και αν πρόκειται για τους ίδιους τους ποιμένες της, αλλά ο φωτισμός του Αγίου Πνεύματος. Στην περίοδο της εικονομαχίας, για παράδειγμα, ακόμα και επίσκοποι και πατριάρχες είχαν πλανηθεί και έγιναν πολέμιοι της εικόνας του Χριστού και των Αγίων. Όταν όμως συγκλήθηκε Σύνοδος σύμφωνα με την τάξη και την Παράδοση της Εκκλησίας, τότε το Άγιο Πνεύμα ήταν εκείνο που κατεύθυνε τη σκέψη των επισκόπων και των μοναχών σε ομοφωνία και έτσι έχουμε την Έβδομη Οικουμενική Σύνοδο, η οποία και αποκατέστησε την αληθινή πίστη και την προσκύνηση των ιερών εικόνων.
Ας ευχηθούμε επομένως και ας προσευχηθούμε, ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός να προσφέρει πλούσια τη χάρη και το φωτισμό του Αγίου Πνεύματος στη ζωή μας, ώστε να μας φωτίζει και να μας καθοδηγεί μέσα στην πολυφωνία και τη σύγχυση που επικρατεί στον κόσμο μας, ώστε να μας δείχνει πάντοτε την Αλήθεια και να μας προφυλάσσει από τις πλάνες και από τις παγίδες του εχθρού.

Read more: http://xerouveim.blogspot.com/2010/05/23-5-2010.html#ixzz2WgiQHpdv

ΚΥΡΙΑΚΉ ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΉΣ Σπύρος Τσιτσίγκος

Σε μια εποχή τού «τέλους τού λόγου» (M. Horkeimer), όπως είναι η δική μας, η Εκκλησία γιορτάζει την προσέγγιση του Λόγου ως παύσης ή Σιγής (κάθε έννοιας). Είναι γεγονός ότι ο άνθρωπος δεν ζει μόνο με ψωμί (Ματθ. 4, 4). Στις μέρες μας ζούμε πραγματικά μια «επιδημία Πνεύματος», έναν Νέο-Μοντανισμό. Αλλά, το ερώτημα είναι ποιου Πνεύματος. Μήπως αντί τού Αγίου, κατακλυζόμαστε από το ακάθαρτο (πνεύμα), και τότε η «πνευματικότητά» μας αυτή δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια «βλασφημία τού Αγίου Πνεύματος» (Ματθ. 12, 31);
Η κοινωνία μας σήμερα έχει «εν πολλοίς» μεταβληθεί σε «θέατρο του Παραλόγου». Η βία, η Παραψυχολογία, ο Πνευματισμός (Mediums), η New Age και ο Okkultismus (para-normal, Spuk-, Ψ- φαινόμενα, poltergeist) βρίσκονται σε ημερήσια διάταξη. Φωτισμένες, οραματίστριες, μάγοι, «προφήτες», «τρελοί», hooligans και αναρχικοί απασχολούν τις μεγάλες μάζες και τα τηλεοπτικά κανάλια. Κι’ όμως, τι τραγική ειρωνεία! Aπ’ τη γονυκλισία (lig < inclinaison) τού Εσπερινού τού Αγίου Πνεύματος ο πατέρας τού Αναρχισμού, Γάλλος σοσιαλιστής και πολιτικός φιλόσοφος Pierre-Joseph Proudhon (1809–1865), ετυμολόγησε την ίδια τη Θρησκεία. Απ’ την άλλη μεριά, η Παγκόσμια Οικουμενική Κίνηση επικαλείται συνεχώς το Πανάγιο Πνεύμα για την πολυπόθητη Ένωση των Εκκλησιών, όπως φαίνεται από το γενικό της τίτλο «Ελθέ Πνεύμα Αγιον».
Με την Πεντηκοστή κλείνει ο λειτουργικός κύκλος τού εκκλησιαστικού έτους. Αν η πρώτη Αποκάλυψη-Διαθήκη ήταν η Μωσαϊκή (τού YHWH) και η δεύτερη, η Χριστολογική («χειρόγραφον» της Σταύρωσης), η Πεντηκοστή αποτελεί την Τρίτη. Η φανέρωση του Πνεύματος στην Ιστορία σημαίνει το «σπάσιμο» της Αιτιοκρατίας (Determinismus), και την αναγνώριση του έκτακτου, του πιθανού και του ενδεχόμενου - θαύματος (βλ. J. Oury, 5o Διεθνές Συνέδριο Ψυχανάλυσης, 1981).
Λέγοντας εδώ «πνεύμα», δεν εννοούμε ούτε τον Πολιτισμό, ούτε την Εγελιανή Ιδέα, ούτε την ατομική (ψυχική) διάθεση. Εννοούμε το Τρίτο Πρόσωπο της Αγ. Τριάδας. Την ορθόδοξη Πνευματολογία συνοψίζει θαυμάσια η λέξη «Ακτιστοσυμπλαστουργοσύνθρονον» της η’ ωδής τού Κανόνα τής εορτής. Το Αγ. Πνεύμα («δάκτυλος του Θεού») δεν είναι καμιά (αφηρημένη) ενέργεια του Θεού, όπως πολύ εύκολα θα μπορούσε να μας παραπλανήσει το ουδέτερο γένος Του στην Ελληνική γλώσσα, αφού σε άλλες γλώσσες υπάρχει και σε αρσενικό (Spiritus, ή Παράκλητος) αλλά και σε θηλυκό (Roua’h) γένος.
Το Αγ. Πνεύμα εκπορεύεται από τον Θ. Πατέρα, ενώ πέμπεται δια του Υιού (Λόγου). Οι αρχαίοι αιρετικοί είτε αρνήθηκαν τη θεότητα του Τρίτου Προσώπου τής Αγ. Τριάδας (Μακεδόνιος), όπως οι σημερινοί Χιλιαστές, είτε το ταύτισαν με τον εαυτό τους (Μωάμεθ)! Οι νεότεροι, πάλι, είτε το υποτίμησαν (Filioque), είτε το υπερτίμησαν (Πνευματοκρατία, Πεντηκοστιανοί), είτε, τέλος, το διαστρέβλωσαν (Ρωσική Σοφιολογία). Ήδη 500 χρόνια π.Χ. ο Προφήτης Ιωήλ (3, 1) αποφθεγγόταν: «Και έσται μετά ταύτα και εκχεώ από του Πνεύματός μου επί πάσαν σάρκα, και προφητεύουσιν οι υιοί υμών και αι θυγατέρες υμών, και οι πρεσβύτεροι υμών ενύπνια ενυπνιασθήσονται, και οι νεανίσκοι υμών οράσεις όψονται».
Όπως 50 ημέρες μετά την Έξοδο (Πάσχα) οι Εβραίοι δια του Μωυσή παρέλαβαν στο όρος Σινά τον Νόμο (Σιναϊτική Πεντηκοστή: Schabu’ot), έτσι και οι (120 πρώτοι) Χριστιανοί (Εκκλησία), πενήντα μέρες μετά την Ανάσταση, παραλαμβάνουν σ’ ένα άλλο υψηλό μέρος («υπερώον») στις 9 π.μ. τη Θ. Χάρη (Ιεροσολυμητική Πεντηκοστή). Ο αριθμός πενήντα (50 = 7 Χ 7) τόσο στους Αρχαίους Έλληνες (πρβλ. 50 Νηρηίδες τού Δαναού), όσο και στους Εβραίους (Ιωβηλαίο), αποτελούσε ιερό αριθμό. Κατά τον απόστολο Παύλο, τα επτά από τα εννέα Χαρίσματα αναφέρονται στην ειδική ενέργεια του Αγ. Πνεύματος (Α’ Κορ. 12, 8-10). Μετά την Ανάληψη του Θ. Λόγου, το Αγ. Πνεύμα εισέρχεται στον κόσμο δια της Εκκλησίας. Γι’ αυτό και η Πεντηκοστή ονομάζεται «γενέθλιος ημέρα τής Εκκλησίας» (άγ. Ειρηναίος).
Χωρίς να συγχέουμε το (Θείο) Πνεύμα με την (ανθρώπινη) ψυχή (soul), μπορούμε να θεωρήσουμε το Θείο εμφύσημα στον άνθρωπο (Γεν. 2, 7) ως την αρχετυπική πράξη τής Πεντηκοστής. Προ της Πεντηκοστής η Εκκλησία έμοιαζε με το ανθρώπινο σώμα πριν δεχτεί τη ζωογόνο πνοή τού Δημιουργού (Ιω. Χρυσόστομος). Η Εκκλησία είναι χαρισματική κοινωνία προσώπων, ζώντων μεταξύ Πεντηκοστής και Β’ Παρουσίας (βλ. «αρραβών» τού Πνεύματος). Η Εκκλησία, ως τόπος παρουσίας τού Τριαδικού Θεού μέσα στην Ιστορία δια της ενεργείας τού Πνεύματος, συνεχίζει περαιτέρω το σωτήριο έργο τού Χριστού, το οποίο οικειοποιούνται προσωπικά οι πιστοί. Ο ίδιος ο Χριστός, «ως απαρχή και τέλος των όντων, και λόγος, ώ τα πάντα φύσει συνέστηκε», είναι η Πεντηκοστή (Μάξιμος Ομολογητής). Η λειτουργική «Αναφορά», η Επίκληση και ο Καθαγιασμός των Τιμίων Δώρων (βλ. Ζέον) έχουν ως κέντρο τους την Ανάληψη και την Πεντηκοστή.
Για την προσοικείωση της Θ. Χάρης (άκτιστων ενεργειών τού Αγ. Πνεύματος) απαιτείται η θεανθρώπινη συνεργία. Το Αγ. Πνεύμα, ως βυθός Θείων Χαρισμάτων, πλημμυρίζει τον άνθρωπο και όλη την Κτίση. Όπως το Πνεύμα κινεί τον Λόγο, έτσι και η ψυχή κινεί τη μετα-Γλώσσα (ποίηση, σύμβολο, Σημειωτική, ά-φατο, μυστήριο). Κατά Μάξιμο τον Ομολογητή, «μυστήριον εστι Πεντηκοστής, η προς την πρόνοιαν άμεσος των προνοουμένων ένωσις, ήγουν η προς τον λόγον κατά την της προνοίας επίνοιαν της φύσεως ένωσις, καθ’ ήν ουδεμία το παράπαν εστι χρόνου και γενέσεως έμφασις». Η «γλωσσολαλία» (γλώσσα των Αγγέλων) τής Πεντηκοστής αποκαθιστά τη Βαβέλ (σύγχυση γλωσσών: Εσπεράντο, Ido και Volapuk). Ο οντολογικός Λόγος (Θεολογία) συνέχει τον τεχνολογικό λόγο (Ορθολογισμός ή Επιστήμη). Το πνεύμα δίνει ζωή στον (άψυχο) επεξεργαστή (ηλεκτρονικό υπολογιστή). Το «Πνεύμα τής Αληθείας», αν και μπορεί να προκαλεί με την παραδοξότητά του [πρβλ. την κατά Χριστόν σαλότητα: «Credo, quia absurdum est» (Τερτυλλιανός)], εντούτοις σοφίζει τους αγράμματους και δογματίζει. Έπειτα, η Χάρη τού Αγ. Πνεύματος ενδυναμώνει και βεβαιώνει την πίστη (βλ. μαρτυρία τής Ανάστασης).
Η Πεντηκοστή, ευχαριστιακός τύπος των (ιουδαϊκών) «απαρχών» (γιορτή θερισμού και συγκομιδής των πρωτογεννημάτων) και της αιώνιας ζωής (7 + 1 = 8ης Ημέρας), συμβολίζει την «εν Χριστώ» ανανεωμένη ανθρωπότητα (τις «απαρχές» τού Πνεύματος, Ρωμ. 8, 23) σαν ιερή προσφορά στον Θ. Πατέρα. Έτσι, το Αγ. Πνεύμα «ανθρωποποιεί» (hominisation) τον Άνθρωπο (βλ. «Παρακλητισμό», κατά τον N. Berdiajew). Αντίθετα από κάθε Ηθικισμό (και νομικισμό), αφού «το γαρ γράμμα αποκτέννει, το δε πνεύμα ζωοποιεί» (Β’ Κορ. 3, 6), οι πρώην διώκτες και φονιάδες με τη βοήθεια του Αγ. Πνεύματος μεταβάλλονται σε ιεραποστόλους και ορθόδοξους (δηλ. ψυχο-πνευματικούς) «βιαστές» (βλ. Ζηλωτισμό). Ακόμα, η ορθόδοξη Παράδοση ανέκαθεν ισορροπούσε μεταξύ (πρωτοχριστιανικής) σύναξης (ποσότητας: κοινοκτημοσύνη) και προσώπου (ποιότητας).
Η μεσσιανική κοινότητα, ανοιχτή σ’ όλους τους λαούς, αφού το Πνεύμα «όπου θέλει πνει» (Ιω. 3, 8), συνιστά την Πεντηκοστή των εθνών (Πράξ. 10, 44). Το Χρίσμα (σφραγίς) τού Πνεύματος είναι το διακριτικό γνώρισμα της ορθό-δοξης κοινοτικής ζωής (Α’ Ιω. 2, 20. 27). Ο Ιούδας, που κοινώνησε κατά το γράμμα και όχι κατά το Πνεύμα, δαιμονίστηκε. Εξάλλου, η γιορτή της Πεντηκοστής δονείται από μια μυστική χαρά και έναν ιερό ενθουσιασμό (πνευματική μέθη), και όχι έκσταση, (ιερά) μανία, βακχεία ή τα γνωστά παραληρηματικά φαινόμενα της ειδωλολατρίας. Αυτή η (νηπτική) μέθη μεταμόρφωσε και μεταμορφώνει τους βοσκούς σε Προφήτες (βλ. Προφητισμό), και τους ψαράδες σε Αποστόλους, ξεδιψά τους «διψώντες την δικαιοσύνην» (Ματθ. 5, 6), εμ-πνέει δημιουργικά (πρβλ. Υμνογραφία, Αγιογραφία κ.λπ.), αναπαύει - ειρηνεύει (πρβλ. το Πνεύμα ως «περιστερά»), ελευθερώνει υπαρξιακο-οντολογικά (πρβλ. ορθόδοξη πνευματική αναρχία), αναψύχει τον καύσωνα των παθών (βλ. «δρόσο τού Πνεύματος»: Αερμών και νεφέλη), συνηγορεί - παρηγορεί (βλ. Παράκλητο), μάς κιν(ητοποι)εί ψυχοπνευματικά (κατά τον Ν. Καβάσιλα) και μας συνδέει αγαπητικά. Κατά τον Γρηγόριο Σιναΐτη, ο έρως είναι καθαρτικός (το Αγ. Πνεύμα ως «ποταμοί ύδατος»), φωτιστικός (το Αγ. Πνεύμα ως πύρινη γλώσσα) και θεωτικός (το Αγ. Πνεύμα ως το Άκτιστο Φως). Ο Θεός (το Αγ. Πνεύμα) μάς παρέχει τις δικές Του Ενέργειες, οι οποίες μας ανοίγουν τα μάτια (της ψυχής), και έτσι σαν σε γέφυρα επικοινωνούμε μαζί Του. Μάλιστα δε, ο άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος παρομοιάζει το Αγ. Πνεύμα με σχοινί, που μας ανυψώνει από τη γη προς τον ουρανό. Σύμφωνα με τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, με το Αγ. Πνεύμα επιτελείται το «θεολογείν» (το Χάρισμα της θεογνωσίας), συγχωρούνται οι αμαρτίες (πρβλ. εβραϊκή Ημέρα Αφέσεως) και καθίστανται οι πιστοί «υιοί και κληρονόμοι» τής Βασιλείας τού Θεού.
Η άνοδος του Μωυσή στο όρος Σινά ερμηνεύτηκε αλληγορικά από τον Γρηγόριο Νύσσης και στη συνέχεια από τους Καββαλιστές (< Kabbalah) τού Μεσαίωνα ως εσωτερική πρόοδος (πνευματική αύξηση) ανά τρία στάδια - επίπεδα («σεισμούς»): α) «πεδιάδα» - Βάπτισμα (βλ. Κατηχητική Θεολογία), β) «πρόποδες» - Χρίσμα (βλ. Καταφατική Θεολογία) και γ) «κορυφή» - Θ. Ευχαριστία: «γνόφος αγνωσίας» (βλ. Αποφατική Θεολογία). Ωστόσο, χρειάζεται διάκριση, έτσι ώστε η υγιής πνευματικότητα να μην αλλοτριωθεί και νοσήσει (βλ. ευσεβισμό). Δοθέντος ότι «το μεν πνεύμα πρόθυμον, η δε σαρξ ασθενής» (Ματθ. 26, 41), το Αγ. Πνεύμα όχι μόνο θεραπεύει «πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν», αλλά και ανασταίνει νεκρούς (Ιω. 5, 21).
Τέλος, η Θεολογία τής Πεντηκοστής άπτεται άμεσα της Εξελικτικής Οικοθεολογίας, δηλ. του αγιασμού τής Φύσης με τα δύο αρχέγονα στοιχεία της, τα τόσο αναγκαία στον άνθρωπο, το νερό (ανθρωπολογικά: 70% τού οργανισμού μας, και φυσικά: δίψα Βεδουίνων τής ερήμου) και τη φωτιά [κυριολεκτικά (ανθρωπολογικά: θερμότητα, θερμίδες, καύση, και φυσικά: ανακάλυψη της φωτιάς), και μεταφορικά (Libido, βλ. nirvana = σβέση)]. Το Πνεύμα τού Θεού, που «επεφέρετο επάνω του ύδατος» (Γεν. 1, 2), υποδηλώνει μια «Πεντηκοστή κοσμικής έκτασης» (M. A. Chevalier). Δεδομένου ότι, κατά την Κοινωνιοβιολογία τού E. O. Wilson (Sociobiology, 1975), η Ορθοδοξία είναι καθ’ ολοκληρίαν ριζωμένη στην ανθρώπινη συμπεριφορά και σκέψη, το, κατά Γρηγόριο τον Θεολόγο, process Νόμος―Προφητεία―Ευαγγέλιο―Πεντηκοστή, που τείνει προς τον εσχατολογικό Χριστό (Α-Ω), mutatis mutandis, μπορεί να παραλληλιστεί, αν όχι με τη Δαρβίνεια, τουλάχιστον με τη Λαμάρκεια εξέλιξη (J. S. Counelis).

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ Του Πρωτ. Γεωργίου Σούλου

Ζώντας σε μια κοινωνία που βιώνουμε τεράστια προβλήματα οικονομικά, πολιτικά, πολιτισμικά και κυρίως υπαρξιακά, εορτάζουμε και φέτος την κάθοδο και τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος και τη συγκρότηση του θεσμού της Εκκλησίας του Τριαδικού Θεού, εν τω κόσμω, παρά την έντονη αντιεκκλησιαστική συνείδηση που επικρατεί. Γιατί όντως  η εποχή μας είναι μια εποχή ατομοκεντρική και ανταγωνιστική. Είναι μια εποχή που ενθαρρύνει τον ανθρώπινο ναρκισσισμό, με αποτέλεσμα να δημιουργεί τις συνθήκες εκείνες, για την απομόνωση του ανθρώπου από την κοινωνία και την κοινωνικότητα, που επικαλείται ο όρος «εκκλησία», δηλαδή συνάθροιση, «επί τω αυτώ», καθώς και επικοινωνία των προσώπων που την συναποτελούν, που τα πρόσωπα τα μοιράζονται όλα, τα έχουν όλα κοινά.  
Στην  Εκκλησία ο ένας μοιράζεται με τον άλλο τον εαυτό του, τον χρόνο του, τις ανησυχίες του, την δημιουργικότητά του, τη χαρά του, τη λύπη του, την πίκρα του, την απόγνωσή του, την ελπίδα του, την πίστη του.  Στην Εκκλησία δεν υπακούουν οι πολλοί στον ένα, αλλά υπακούουν όλοι σε όλους. Διαφορετικά δεν μιλάμε για «εκκλησία». Ενδεχομένως μιλάμε για θρησκευτικό οργανισμό, ομάδα ή σύλλογο, παράταξη ή κόμμα, που ο καθένας κρατάει τα αγαθά του, την χαρά του, την δύναμή του, την ελπίδα του, την πίστη του, την αρετή του, για τον εαυτό του και δεν την μοιράζεται με τους άλλους και μάλιστα, πολλές φορές, αδικώντας τους άλλους. Σε αυτή την περίπτωση, ασφαλώς, δεν επικρατεί το Πνεύμα του Θεού, που «όλον συγκροτεί τον θεσμόν της Εκκλησίας».
Τελικά είναι όντως τραγική η έλλειψη επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων, διότι το γεγονός της Πεντηκοστής μεταξύ άλλων φανερώνει, ότι ένα από τα πρώτα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος είναι η δυνατότητα της κοινωνικότητας των ανθρώπων. Διότι το «Πανάγιο Πνεύμα», με την «κάθοδό Του», εγκατέστησε την εμπιστοσύνη ανάμεσα στους ανθρώπους, γιατί δεν είναι Πνεύμα ανταγωνισμού αλλά «Πνεύμα σοφίας» και «συνέσεως». Λέγει ο άγιος ο Μέγας Αθανάσιος: «Αυτός ούν έστι Θεός σαρκοφόρος και ημείς άνθρωποι πνευματοφόροι». Συνεπώς, ως πνευματοφόροι δεν γίνεται να είμαστε «σακοφάγοι».  Για την επίτευξη αυτού του σκοπού το Πνεύμα το Άγιο κατήλθε την ημέρα της Πεντηκοστής. «Διατί αυτός ήταν ο σκοπός και το τέλος όλης της ενσάρκου οικονομίας του Χριστού, δια να λάβουμε Πνεύμα Άγιον», λέγει ο άγιος Συμεών ο νέος Θεολόγος.  
Ο Leonid Ouspensky γράφει: «Όσοι έλαβαν τον Παράκλητο την ημέρα της Πεντηκοστής, τον έλαβαν, ως μέλη ενός καινού σώματος, που το αίμα του Χριστού το εξαγόρασαν, ως Εκκλησία. Επομένως, η Εκκλησία είναι η εκπλήρωση της οικονομίας της Τριάδος, η αποκάλυψη του Πατρός μέσα στο έργο του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Είναι εικόνα της Τριάδος, ενότης εν πολλαπλότητι Υποστάσεων, κατ' εικόνα της θείας τριαδικής ενότητας, που η Πεντηκοστή ολοκληρώνει την σύστασή της. Γι' αυτό είναι φυσικό, ως πρώτη ημέρα της εορτής (της καθόδου του Αγίου Πνεύματος), ν' αφιερώνεται στον εορτασμό της Αγίας Τριάδος και είναι επίσης φυσικό στην Εκκλησία μας να παίρνει η γιορτή το όνομά της ακριβώς από την Αγία Τριάδα. Η ονομασία αυτή προέρχεται από την σημασία του ίδιου του γεγονότος. Η λύτρωση του ανθρωπίνου γένους πραγματώθηκε διά της θελήσεως και της ενεργείας, που είναι κοινή στα τρία Θεία Πρόσωπα. Επομένως η θέωση του ανθρώπου πραγματοποιείται, διά της κοινής θελήσεως και ενεργείας της Τριάδος. Την ήμερα της Πεντηκοστής η ίδια η τριαδική ζωή κατέρχεται επί της γης και γίνεται ζωή του ανθρώπου.  Η Τριάς, στην οποία οφείλουμε την σωτηρία και την θέωσή μας, γίνεται το θεμέλιο της εκκλησιαστικής ζωής. Το κύριο θεολογικό θέμα της εορτής είναι η αποκάλυψη του τριαδικού δόγματος».( Leonid Ouspensky)
Έτσι με την ένσαρκη ζωή Του ο Θεός, λέγει ο άγιος Ιουστίνος (Πόποβιτς), εγκαθίδρυσε το Θεανθρώπινο Σώμα Του, προετοιμάζοντας τον γήινο και φθαρτό κόσμο, για την έλευση και δραστηριοποίηση του Αγίου Πνεύματος, στο Σώμα της Εκκλησίας, ως «ψυχή Αυτού του Σώματος», στο οποίο ένα αναρίθμητο πλήθος διαφορετικών ανθρώπων ενώνεται, διατηρώντας ταυτόχρονα την προσωπική του υπόσταση και ύπαρξη, όπως και τα τρία Πρόσωπα της Αγίας Τριάδος, ως η απόλυτη έκφραση της ενότητας.
Αυτή την ενότητα την αντιλαμβανόμαστε στο ιερό μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, που είναι μια επαναλαμβανόμενη Πεντηκοστή, αφού κατά την στιγμή της «Αγίας Αναφοράς», το Πνεύμα το Άγιο έρχεται σε εμάς και εντός ημών. Αυτό κατέρχεται ουσιωδώς που σημαίνει αληθινά και ουσιαστικά με όλες τις Θεϊκές του σημαντικές ενέργειες. Το γεγονός της συνεχούς καθόδου του Αγίου Πνεύματος, σημαίνει ότι ήταν εξ’ αρχής παρόν εις τον κόσμο, μαζί με τον Πατέρα και τον Υιό.
Δηλαδή η κάθοδος του Αγίου Πνεύματος, κατά την ημέρα της Πεντηκοστής, δεν φανερώνει ότι ήταν, ως τότε, απόν από τον κόσμο και τους ανθρώπους. Το Άγιον Πνεύμα  φανερωνόταν αμυδρώς στην Παλαιά Διαθήκη, ως εμφύσημα, ως ήχος και κυρίως, ως έμπνευση των Προφητών. Κατά την Πεντηκοστή φανερώνεται «ως κατ’ ιδίαν υπόστασιν υπάρχον». Έτσι, όταν τελείωσαν τα γεγονότα τα οποία φανέρωναν την υπόσταση του Υιού, άρχισαν να τελούνται τα γεγονότα, τα οποία φανερώνουν την υπόσταση του Αγίου Πνεύματος, διδάσκει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς.   
Κατήλθε λοιπόν το Πανάγιο Πνεύμα με ένα τρόπο αισθητό, αντιληπτό και δυναμικό. Ήρθε με την μορφή αέρα, που φυσούσε βίαια και με τη μορφή πύρινων γλωσσών, που κάθισαν πάνω στα κεφάλια των Αποστόλων και που μετά την εμφάνισή τους απέκτησαν το χάρισμα, να ομιλούν ξένες γλώσσες.
Με την κάθοδο αρχίζει η βασιλεία του Θεού, να γίνεται ορατή «μετά δυνάμεως» και κατά τον πιο επίσημο τρόπο επαναρχίζει  η κοινωνία  Θεού και ανθρώπων. Αυτή είναι και η σημασία της καθόδου του Αγίου Πνεύματος, η θέωση, δηλαδή, του ανθρώπου.
Το Άγιο Πνεύμα από την ημέρα εκείνη, όπως ο ίδιος ο Χριστός είχε υποσχεθεί στους μαθητές του, καθοδηγεί την Εκκλησία και δίνει τη δυνατότητα στους ανθρώπους να γνωρίσουν την αλήθεια. Και αυτή η αλήθεια είναι ο Χριστός και ο νέος τρόπος ζωής που προτείνει στους ανθρώπους.  
Κάθε πιστός παίρνει το Άγιο Πνεύμα, που μένει στην Εκκλησία, με τα ιερά μυστήρια. Ιδιαίτερα το μυστήριο του Χρίσματος μεταδίδει στο βαπτιζόμενο τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος και τον κάνει απόστολο του Χριστού. Γι' αυτό λέγεται και προσωπική Πεντηκοστή του ανθρώπου. Χωρίς το Άγιο Πνεύμα είμαστε φτωχοί και αδύνατοι, μόνοι και απελπισμένοι, ακόμη και όταν νομίζουμε, ότι τα ξέρουμε και τα μπορούμε όλα. Το Άγιο Πνεύμα ολοκληρώνει την προσωπικότητα του ανθρώπου.
Συνοψίζοντας, θα λέγαμε, για την πολυσήμαντη τούτη μέρα ότι η Εκκλησίας μας, εορτάζει την Πεντηκοστή, την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος στους Μαθητές του Χριστού πενήντα μέρες από το Πάσχα και πραγματοποιείται η μεγάλη υπόσχεση της Καινής Διαθήκης, που είναι ο ερχομός του Αγίου Πνεύματος. Η Παλαιά Διαθήκη ήταν η υπόσχεση για τον ερχομό του Μεσσία στον κόσμο.
Ο Χριστός αποκάλεσε το Άγιο Πνεύμα Παράκλητο. Παράκλητος σημαίνει παρηγορητής και πρεσβευτής. Το Άγιο Πνεύμα είναι παρηγορητής των ανθρώπων και πρεσβευτής στον ουράνιο Πατέρα, υπέρ των αγωνιζόμενων πιστών. Το Άγιο Πνεύμα είναι ο Διδάσκαλος των πιστών και η διδαχή Του, είναι ταυτόσημη με τη διδαχή του Χριστού. Όλα αυτά τα οποία είπε ο Χριστός στους Μαθητές Του, μας τα ερμηνεύει το Άγιο Πνεύμα. Η κάθοδος του Αγίου Πνεύματος είναι η φανέρωση της συμφιλίωσης του ανθρώπου με τον Θεό. Την ημέρα της Πεντηκοστής κατέβηκε στη γη η πηγή παντός πνευματικού αγαθού. Ο Παράκλητος Θεός. Και το ύψιστο αγαθό που μας δώρισε ο Παράκλητος είναι η Εκκλησία μας. Γι’ αυτό και την ημέρα της Πεντηκοστής εορτάζουμε την ίδρυση της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας.

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...