Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Κυριακή, Ιουνίου 23, 2013

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ο ΠΑΡΙΟΣ (1721-1813) Ένας μεγάλος διδάσκαλος του Γένους και ένας φλογερός ζηλωτής της ορθοδόξου παραδόσεως

Μέσα στη χορεία των μεγάλων πνευματικών αναστημάτων της Ορθοδοξίας εξέχουσα θέση κατέχει ο εν Χίῳ οσιακώς κοιμηθείς στις 24 Ιουνίου 1813 Άγιος Αθανάσιος ο Πάριος, ο οποίος αναδείχθηκε διαπρεπής θεολόγος, φωτεινός διδάσκαλος του Γένους, ακαταπόνητος εθναπόστολος, στερρός υπέρμαχος της Ορθοδοξίας, απαρέγκλιτος φρουρός και θεματοφύλακας της ορθοδόξου παραδόσεως, πολυγραφότατος συγγραφέας, ηγετικό στέλεχος του φιλοκαλικού κινήματος, ιδρυτής και σχολάρχης της περιωνύμου Μεγάλης Σχολής της Χίου. 

Ο γενναίος και ακαταπόνητος αυτός αγωνιστής και ακοίμητος φρουρός των ορθοδόξων δογμάτων της αμωμήτου πίστεώς μας γεννήθηκε το 1721 στο χωριό Κώστος (ή Κόστος) της Πάρου, γεγονός που δικαιολογεί την επωνυμία « Πάριος», με την οποία έμεινε γνωστός στην Εκκλησιαστική Ιστορία, αφού το πραγματικό του επώνυμο ήταν Τούλιος. Είχε άλλα τρία αδέλφια, αλλά ο Αθανάσιος ήταν ο πρωτότοκος γιος του εκ Σίφνου καταγομένου πατρός του, ο οποίος ονομαζόταν Απόστολος Τούλιος, η δε μητέρα του ήταν από την Πάρο. Τα πρώτα του γράμματα διδάχθηκε στη γενέτειρα του, την Πάρο, ενώ σύμφωνα με κάποιες πληροφορίες φοίτησε στη Σχολή του Παναγίου Τάφου στη Σίφνο, αλλά και στη Σχολή του Γένους στην Άνδρο με δαπάνες της Μονής του Αγίου Αντωνίου Κεφάλου της Πάρου. Η επιθυμία του για περαιτέρω μόρφωση τον οδήγησε το 1745 στη Σμύρνη, όπου φοίτησε στην ιδρυθείσα το 1733 περιώνυμη Ευαγγελική Σχολή, στην οποία δίδασκαν ο ιδρυτής της, μοναχός Ιερόθεος Δενδρινός και ο Χρύσανθος Καραβίας που κατάγονταν και οι δύο από την Ιθάκη. Μετά από την εξαετή του φοίτηση αναχωρεί το 1751 για το Άγιο Όρος, όπου φοιτά στην περίφημη Αθωνιάδα Σχολή, την οποία διηύθυνε ο μοναχός Νεόφυτος Καυσοκαλυβίτης, ενώ το 1753 ανέλαβε τη διεύθυνση της Σχολής ο εκ Κερκύρας ιεροδιάκονος Ευγένιος Βούλγαρης, ο οποίος ονομάσθηκε «ο νέος Αριστοτέλης της Ελλάδος». Από τον Ευγένιο Βούλγαρη ο Αθανάσιος διδάχθηκε τη φιλοσοφία και τις ξένες γλώσσες για να έχει τη δυνατότητα να χρησιμοποιεί και να μεταφράζει τα ξένα συγγράμματα. Παράλληλα η μεγάλη του δίψα για ολοένα και περισσότερες γνώσεις τον οδήγησε στη βιβλιοθήκη της Σχολής, αλλά και σε άλλες αγιορείτικες βιβλιοθήκες, όπου μελετούσε ακατάπαυστα την ελληνική ιστορία, την Αγία Γραφή και τα συγγράμματα των Πατέρων της Εκκλησίας. Οι άριστες επιδόσεις του στην Αθωνιάδα Σχολή εντυπωσίασαν τον Ευγένιο Βούλγαρη σε τέτοιο βαθμό, ώστε με την προτροπή του χειροτονήθηκε ο Αθανάσιος διάκονος, ενώ διετέλεσε και καθηγητής της Σχολής. Η πνευματική κατάρτιση του Αθανασίου του Παρίου και η φήμη που απέκτησε, παρακίνησε τους Θεσσαλονικείς να του ζητήσουν να αναλάβει τη διεύθυνση του «Ελληνομουσείου» της Θεσσαλονίκης, το οποίο ήταν η Σχολή του Γένους για την πόλη. Ο Αθανάσιος αρχικά αρνήθηκε την πρόταση, αλλά ύστερα από την επιμονή του Ευγένιου Βούλγαρη και των Θεσσαλονικέων ανέλαβε τη διεύθυνση της Σχολής για δύο έτη (1758 -1760), όπου εργάσθηκε ως άριστος διδάσκαλος με καλλίκαρπη δράση. Παράλληλα διηκόνησε με ιδιαίτερο ζήλο το Ιερό Θυσιαστήριο, κηρύττοντας ανελλιπώς τον Θείο Λόγο και καθοδηγώντας πνευματικά το υπόδουλο Γένος. 


Όμως το 1760 ο Αθανάσιος αναγκάσθηκε να εγκαταλείψει τη Θεσσαλονίκη και τη Σχολή και να καταφύγει στην Κέρκυρα, αφού η επιδημία πανώλης που ενέσκυψε στην πόλη, οδήγησε και στο κλείσιμο της Σχολής. Η ευρυμάθεια και η πνευματική πολυπραγμοσύνη του φημισμένου θεολόγου, φιλοσόφου και φυσικομαθηματικού Νικηφόρου Θεοτόκη (1731 -1800) προσέλκυσε τον Αθανάσιο που διψούσε για διεύρυνση του πνευματικού του επιπέδου, στο να παρακολουθήσει στην Κέρκυρα κοντά στον επιφανή διδάσκαλο μαθήματα φιλοσοφίας, φυσικής και ρητορικής κατά τα έτη 1760-1764. Το 1764 προσκλήθηκε από τον συμμαθητή του στην Αθωνιάδα Σχολή, Παναγιώτη Παλαμά (1722 -1803), για να διδάξει στην Παλαμαία Σχολή του Μεσολογγίου, η οποία ιδρύθηκε το 1760 από τον φίλο και συμμαθητή του, ο οποίος είχε εκτιμήσει ιδιαίτερα τις ικανότητες και το ήθος του Αθανασίου του Παρίου. Έτσι ο Αθανάσιος εγκατέλειψε τις σπουδές του στην Κέρκυρα και έφτασε στο Μεσολόγγι, όπου δίδαξε μέχρι το 1767, ενώ παράλληλα εξήσκησε με επιτυχία και τα καθήκοντα του ιεροκήρυκος, αφού με τα φλογερά του κηρύγματα αναπτέρωνε το εθνικοθρησκευτικό συναίσθημα του λαού. Το 1767 μετέβη στη Θεσσαλονίκη, όπου ανέλαβε για τέσσερα έτη (1767 -1771) τη διεύθυνση του «Ελληνομουσείου». Έτσι για δεύτερη φορά αναλαμβάνει ο Αθανάσιος τη σχολαρχία της περίφημης Σχολής του Γένους της Θεσσαλονίκης.


Όμως το 1771 και μετά το ξέσπασμα των Ορλωφικών προσκαλείται από το Οικουμενικό Πατριαρχείο να αναλάβει τη σχολαρχία της Αθωνιάδος Σχολής στο Άγιο Όρος. Ο Αθανάσιος αναλαμβάνει Σχολάρχης και παραμένει στη θέση αυτή επί έξι έτη (1771 -1777). Κατά την παραμονή του στο Άγιο Όρος και συγκεκριμένα το 1775 χειροτονήθηκε ιερέας από τον ευρισκόμενο στο Αγιώνυμο Όρος Άγιο Μακάριο τον Νοταρά Αρχιεπίσκοπο Κορίνθου (1731 -1805). Την εποχή όμως αυτή το Άγιο Όρος συνταράσσεται από την κολλυβαδική έριδα και ο Αθανάσιος αναδεικνύεται ένθερμος υπερασπιστής του κολλυβαδικού κινήματος, της περίφημης Φιλοκαλικής Αναγέννησης, μαζί με τους στενούς συνεργάτες του, Μακάριο Νοταρά Αρχιεπίσκοπο Κορίνθου και Νικόδημο Αγιορείτη. Σκοπός του πνευματικού κινήματος των Κολλυβάδων ήταν η επιστροφή στην αρχαία εκκλησιαστική παράδοση με ιδιαίτερη έμφαση στη σημασία της Κυριακής ως ημέρας της Αναστάσεως του Κυρίου μας και στη συχνή Θεία Μετάληψη. Η κολλυβαδική έριδα συνεκλόνισε το Άγιο Όρος στα μέσα του 18ου αιώνα σε τέτοιο βαθμό, ώστε ο Αθανάσιος συκοφαντήθηκε και διώχθηκε από τους αντιπάλους του ως αιρετικός, γεγονός που οδήγησε το 1776 στην καθαίρεσή του. Όμως το 1781 αποκαταστάθηκε και πάλι στην κανονική του θέση, αφού οι κατηγορίες εναντίον του αποδείχθηκαν ανυπόστατες. 

 

Μετά την αναχώρησή του από το Άγιο Όρος αναλαμβάνει για τρίτη φορά τη σχολαρχία του «Ελληνομουσείου» της Θεσσαλονίκης κατόπιν επίμονης πρόσκλησης των Θεσσαλονικέων. Κατά την περίοδο αυτή το «Ελληνομουσείο» γνώρισε μεγάλη ακμή και φήμη, γεγονός που παρακίνησε τον Οικουμενικό Πατριάρχη στο να προσκαλέσει τον Αθανάσιο για να αναλάβει τη σχολαρχία της περίφημης Πατριαρχικής Σχολής της Κωνσταντινουπόλεως, αφού σύμφωνα με το Οικουμενικό Πατριαρχείο ήταν ο πλέον κατάλληλος και καταξιωμένος διδάσκαλος. Μάλιστα η επιθυμία του Πατριαρχείου στο να αναλάβει ο Αθανάσιος τη σχολαρχία της Πατριαρχικής Σχολής ήταν τόσο μεγάλη και επίμονη, ώστε του προτάθηκε να καθορίσει ο ίδιος το ποσό της αμοιβής του, αλλά και να επιλέξει την περιοχή, στην οποία επιθυμεί να χειροτονηθεί Μητροπολίτης. Ο επιφανής όμως διδάσκαλος και ακαταπόνητος αγωνιστής της ορθοδόξου παραδόσεως αρνήθηκε τη δελεαστική αυτή πρόταση, λέγοντας χαρακτηριστικά «τάς μέν ἀρχιερατείας τιμῶ καί προσκυνῶ, ἀλλά ἐγώ δέν εἶμαι ἄξιος ……. διά τοῦτο ἄφετέ με, παρακαλῶ, ἐδῶ εἰς τά πέριξ νά ὠφελῶ ὅσον δύναμαι τούς ἀδελφούς μου καί τό Γένος». 

 

Έτσι το 1786 και σε ηλικία εξήντα πέντε ετών ο Αθανάσιος αποφασίζει να εγκαταλείψει τη Θεσσαλονίκη και να μεταβεί στην πατρίδα του, την Πάρο, για να επιδοθεί στην άσκηση και τη συγγραφή, έχοντας αποκτήσει ήδη πολλές γνώσεις, αλλά και πολυτιμότατη πνευματική εμπειρία. Μάλιστα η επιθυμία του ήταν να εγκατασταθεί στη Μονή του Αγίου Μηνά, όπου υπήρχαν και τα πατρικά κτήματα. Ο Αθανάσιος επιβιβάσθηκε σε πλοίο στη Θεσσαλονίκη με προορισμό την Πάρο, αλλά το πλοίο προσάραξε στη μυροβόλο και αγιοτόκο νήσο Χίο, όπου έγινε δεκτός με πολλή χαρά από τους άρχοντες του νησιού. Ενδεικτικό είναι ότι μετά την άφιξή του, του παραχωρήθηκε από τους Δημογέροντες της Χίου ως κατοικία το μονύδριο της Αγίας Τριάδος στο Παλαιόκαστρο που αποτέλεσε το κάθισμά του και στο οποίο επιδόθηκε με ιδιαίτερη επιμέλεια στην προσευχή και το συγγραφικό του έργο. Την εποχή όμως αυτή οι φιλοπρόοδοι και φιλομαθείς Χίοι επιθυμούσαν να ιδρυθεί στο νησί τους μία σχολή που θα ήταν ανώτερη των ενοριακών – συνοικιακών σχολείων και εφάμιλλη των περιώνυμων σχολών της εποχής, όπως της Ευαγγελικής και της Αθωνιάδος Σχολής. Για την επίτευξη αυτού του σκοπού θεωρούσαν ιδιαίτερα ευεργετική την παρουσία του Αθανασίου, ο οποίος ήταν ένας φωτισμένος διδάσκαλος με μεγάλη εμπειρία και πανελλήνια φήμη. Έτσι άρχισαν να προσπαθούν να πείσουν τον Αθανάσιο να παραμείνει στη Χίο και να αναλάβει τη διδασκαλία στην υπό ίδρυση σχολή. Ο Αθανάσιος δέχθηκε τελικά να παραμείνει προσωρινά στη Χίο και να διδάξει στη σχολή μέχρι να τελειώσει ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος (1787 -1792), ο οποίος είχε ήδη ξεσπάσει. Όμως η παραμονή του Αθανασίου στη Χίο παρατάθηκε, αφού αφενός μεν ο πόλεμος δεν είχε σταματήσει, αφετέρου δε οι Χίοι άρχισαν να ασκούν πιέσεις στον Αθανάσιο να παραμείνει στο νησί και να αναλάβει τη σχολαρχία και το διδακτικό έργο της Σχολής της Χίου. Μάλιστα για την επίτευξη του σκοπού αυτού ζητήθηκε η βοήθεια και η μεσολάβηση του φίλου και ομόφρονός του, Αγίου Μακαρίου του Νοταρά Αρχιεπισκόπου Κορίνθου, ο οποίος την εποχή αυτή εγκαταβιώνει στη Χίο, καθώς και του Οσίου Νήφωνος του Κοινοβιάρχου. Έτσι κατά τη διάρκεια της προσωρινής ήδη παραμονής του Αθανασίου στη Χίο άρχισε η λειτουργία της Σχολής της Χίου, η οποία επισήμως λειτούργησε το 1792. Σχολάρχης ανέλαβε ο ίδιος ο Αθανάσιος ο Πάριος, ο οποίος διατήρησε τη θέση αυτή μέχρι το 1811. Η περίφημη Σχολή της Χίου απέκτησε πανελλήνια φήμη και ακτινοβολία, αφού με τη φωτισμένη πνευματική καθοδήγηση του Διδασκάλου και Σχολάρχου της, Αθανασίου του Παρίου, κατέστη η πνευματική κυψέλη, στην οποία καλλιεργήθηκαν τα ελληνοχριστιανικά ιδεώδη και η ανάγκη διατήρησης της ελληνορθοδόξου παραδόσεως ως ασπίδας προστασίας απέναντι στο ευρωπαϊκό πνεύμα του Διαφωτισμού, το οποίο ωθούσε προς τον ορθολογισμό και την αθεΐα. Ενδεικτικό είναι ότι στη Σχολή της Χίου φοίτησαν μαθητές από την Πελοπόννησο, την Κρήτη, τα νησιά του Αιγαίου, τη Σμύρνη, τη Θεσσαλονίκη και την Κωνσταντινούπολη. Παρόλο όμως που η Σχολή της Χίου είχε αποκτήσει μεγάλη φήμη και είχε διαγράψει μία ανοδική πορεία και άνθηση χάρη στον σοφό, πολυμαθή, εργατικό και καταξιωμένο διδάσκαλό της, Άγιο Αθανάσιο τον Πάριο, ο οποίος διακρινόταν για τις σπάνιες αρετές και τον ανεπίληπτο βίο του, αναγκάσθηκε να παραιτηθεί από τη Σχολή το 1811, κατηγορούμενος από τους ιδεολογικούς αντιπάλους του ως συντηρητικός και ως φλογερός ζηλωτής της ορθοδόξου παραδόσεως. 

 

Μετά από την παραίτησή του αποσύρθηκε στο μονύδριο του Αγίου Γεωργίου του Ρεστά, το οποίο βρίσκεται βορειοδυτικά της πόλεως της Χίου και ιδρύθηκε το 1770 από τον Χίο μοναχό Νείλο τον Καλόγνωμο που υπήρξε συμμοναστής του Αγίου Μακαρίου του Νοταρά Αρχιεπισκόπου Κορίνθου. Στο γαλήνιο και καταπράσινο περιβάλλον του μονυδρίου του Αγίου Γεωργίου του Ρεστά εγκαταβίωσε έχοντας ως συνοδεία του τον ιερομόναχο Όσιο Νικηφόρο τον Χίο (1750 – 1821) και τον ιερομόναχο Ιωσήφ τον εκ Φουρνά της Ευρυτανίας. Εκεί επιδόθηκε με ιδιαίτερο ζήλο στην προσευχή, τη νηστεία και τις αγρυπνίες, αλλά και στο πολυσχιδές συγγραφικό του έργο. Σε ηλικία ενενήντα δύο ετών και συγκεκριμένα στις 24 Ιουνίου του έτους 1813 παρέδωσε ειρηνικά το πνεύμα του στον δικαιοκρίτη και στεφανοδότη Κύριο, τον Οποίο σε όλη του την επίγεια πορεία υπηρέτησε και υπερασπίσθηκε με ξεχωριστό σθένος. Ενταφιάσθηκε στη νότια πλευρά του καθολικού και μάλιστα στον ίδιο χώρο, όπου παλαιότερα είχε ενταφιασθεί ο ιδρυτής του μονυδρίου, Νείλος ο Καλόγνωμος. 


Ο λαμπρός και επιφανής αυτός διδάσκαλος με την ανεκτίμητη πνευματική προσφορά στο ελληνορθόδοξο Γένος μας, κατετάγη επίσημα στο αγιολόγιο της Ορθοδόξου Εκκλησίας με απόφαση του Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου Α΄ στις 9 Ιανουαρίου 1995, η δε μνήμη του καθιερώθηκε να τιμάται στις 24 Ιουνίου, την ημέρα δηλαδή της οσιακής κοιμήσεώς του στη μυροβόλο και αγιοτόκο νήσο Χίο. Δέκα έτη μετά από την επίσημη κατάταξή του στο ορθόδοξο αγιολόγιο και συγκεκριμένα στις 25 Ιουνίου 2005 τελέσθηκαν με την πρέπουσα εκκλησιαστική λαμπρότητα από τον αοίδιμο Μητροπολίτη Παροναξίας κυρό Αμβρόσιο Στάμενα (… 25 Μαρτίου 2008) τα εγκαίνια του ανεγερθέντος στο χωριό Κώστος Πάρου περικαλλούς Ιερού Ναού επ’ ονόματι του Αγίου Αθανασίου του Παρίου. Η μνήμη του τιμάται επίσης στον Ιερό Ναό της Αγίας Μαρίνης Αντιπάρου, αλλά και στον Ιερό Ενοριακό Ναό της Μεταμορφώσεως Σωτήρος Χριστού Λιβαδίων πόλεως Χίου, όπου το αριστερό του κλίτος (παράβημα) τιμάται από τις 24 Ιουνίου 2001 στον Άγιο Αθανάσιο τον Πάριο. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονιστεί ότι το μονύδριο του Αγίου Γεωργίου του Ρεστά, όπου ο Άγιος αποσύρθηκε από το 1811 μέχρι την οσιακή του κοίμηση στις 24 Ιουνίου 1813, περιήλθε το 1998 στην ενορία Μεταμορφώσεως Σωτήρος Χριστού Λιβαδίων, της οποίας έκτοτε αποτελεί μετόχιο. Λείψανα του Αγίου φυλάσσονται στους Ιερούς Ναούς Μεταμορφώσεως Σωτήρος Χριστού Λιβαδίων Χίου (τμήμα της τιμίας κάρας), Αγίου Αθανασίου Παρίου Κώστου Πάρου, Παναγίας Εκατονταπυλιανής Πάρου και Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Χώρας Νάξου, ενώ την ασματική του ακολουθία εποίησε ο Μοναχός Γεράσιμος ο Μικραγιαννανίτης. Αξιολογότατο είναι και το συγγραφικό έργο του Αγίου Αθανασίου του Παρίου, αφού χάρη στην πλούσια συγγραφική του δραστηριότητα αναδείχθηκε με τη διδασκαλία και τις συγγραφές του ως ένας από τους μεγαλύτερους και πολυγραφότερους θεολόγους και διδασκάλους στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα. Τα φερόμενα έργα του υπολογίζονται σε 85 και κατατάσσονται στις εξής κατηγορίες: Αντιρρητικά - Πολεμικά, Δογματικοκανονικά, Λειτουργικά, Διδακτικά, Αγιογραφικά – Υμνολογικά, Ομιλίες – Λόγοι και Επιστολές. 

  

Η πνευματική προσφορά του λαμπρού διδασκάλου του Γένους και ακαταπόνητου αγωνιστού των δογμάτων της πίστεώς μας και της ορθοδόξου παραδόσεως, Αγίου Αθανασίου του Παρίου, υπήρξε ανεκτίμητη και πολυτιμότατη για τη διατήρηση του ορθοδόξου φρονήματος του Γένους μας. Ο «ἄκρος ζηλωτής τῶν πατρῴων τῆς εὐσεβείας δογμάτων» Άγιος Αθανάσιος ο Πάριος, όπως χαρακτηριστικά αποκαλείται από τον βιογράφο του, Ανδρέα Ζ. Μάμουκα, υπήρξε βαθύτατα πατερικός και ησυχαστικός και αναδείχθηκε ηγετικό και δυναμικό στέλεχος του κολλυβαδικού κινήματος, αγωνιζόμενος με σθένος για τη διατήρηση της σχέσεως του ελληνορθοδόξου Γένους μας με την παράδοση, δηλαδή με την ομαλή και απρόσκοπτη συνέχεια της εν Χριστῴ ζωής. Παράλληλα αγωνίσθηκε και για την ύπαρξη μιας παιδείας, η οποία θα πρέπει να στηρίζεται στην παράδοση του Γένους, να μην θεοποιεί τη γνώση και να αποκαθαίρει την ψυχή του ανθρώπου από τα πάθη, καθιστώντάς τον ηθικό και ενάρετο. Ο ευρυμαθής και σοφός Άγιος Αθανάσιος ο Πάριος υπήρξε βαθύτατα ευσεβής και εξαιρετικά φιλακόλουθος, θεωρώντας την ορθόδοξη πίστη ως καθολικό τρόπο ύπαρξης και τη λατρεία ως χώρο μέσα στον οποίο διασώζεται η παράδοση ή από τον οποίο ξεκινά η αλλοτρίωσή της με το πρόσχημα της «ανανεώσεως». Γι’ αυτό και έδινε ιδιαίτερη σημασία στην τιμή των Αγίων, οι οποίοι θεωρούνται ως οι κύριοι συντελεστές για την πνευματική ακμή της Εκκλησίας. Ιδιαίτερη πνευματική βαρύτητα είχε για τον Άγιο Αθανάσιο τον Πάριο η τιμή των νεομαρτύρων, αφού πρότεινε «νά τιμῶνται, ὅπως οἱ ἀρχαῖοι Μάρτυρες τῆς Ἐκκλησίας ἤ νά τιμῶνται ὡς ἅγιοι οἱ νεομάρτυρες καί πρίν ἀπό τήν ἔγκριση τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας», διότι με την τιμή τους αναπτερώνεται το εθνικοθρησκευτικό συναίσθημα του υπόδουλου λαού και ενδυναμώνεται η πίστη στα δύσκολα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Αξιομνημόνευτη ήταν η φιλανθρωπία και η αφιλαργυρία του, δεδομένου ότι απεβίωσε πάμπτωχος με μοναδική περιουσία μία ενδυμασία, έναν λύχνο και ένα μελανοδοχείο. Ο Άγιος Αθανάσιος ο Πάριος συνέχισε την παράδοση των ανυπέρβλητων μαχητικών ιεραρχών, Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά (1357) και Αγίου Μάρκου του Ευγενικού (1444) και άσκησε έντονη κριτική στην Ευρώπη και τη Δύση που γι’ αυτόν ήταν έννοιες ταυτόσημες. Έτσι δικαιολογείται και ο σθεναρός του αγώνας εναντίον της «αθεΐας» και του πνεύματος του Διαφωτισμού. Με τον όρο «αθεΐα» και «άθεος» δεν εννοούσε μόνο την απόρριψη του Θεού στη ζωή του ανθρώπου, αλλά και την απομάκρυνση από τον Θεό των Πατέρων ημών που είναι η Ορθοδοξία. Παράλληλα αντιμαχόταν την αποχριστιανοποίηση των ιδεολογικών συνθημάτων της Γαλλικής Επανάστασης, η οποία έκανε λόγο για ελευθερία, ισότητα και αδελφοσύνη, ενώ ήταν εναντίον και όλων αυτών που καταφεύγουν να σπουδάσουν στις ακαδημίες της Ευρώπης, διότι προσπαθούσαν να υποκαταστήσουν την ελληνορθόδοξη παράδοση με ιδεολογίες ξένες προς την πίστη μας, τις οποίες χαρακτήριζε «νεωτερισμούς». Οι θέσεις του για την Ευρώπη και την παιδεία της έγιναν αντικείμενο τέτοιας αρνητικής κριτικής από τους υπέρμαχους της ευρωπαϊκής σκέψεως και τους επιφανείς λογίους της εποχής του, όπως ήταν ο Αδαμάντιος Κοραής, ώστε τον θεωρούσαν «συντηρητικό» διδάσκαλο, άνθρωπο «περιορισμένου πνευματικού ορίζοντος», σύμβολο του «σκοταδισμού» και εκφραστή της «αντίδρασης». Όμως ο Άγιος Αθανάσιος ο Πάριος μιμούμενος τους αρχαίους απολογητές της Εκκλησίας ανέλαβε να αποκρούσει τις κατηγορίες εναντίον του χριστιανισμού και ιδιαίτερα τις αμφισβητήσεις της θεότητος του Ιησού Χριστού και τα επιχειρήματα των αθέων οπαδών του Βολταίρου, αφού σύμφωνα με την άποψή του ο ευρωπαϊκός Διαφωτισμός συνδεδεμένος με την αθεΐα και υιοθετηθείς με τη Γαλλική Επανάσταση από το γαλλικό έθνος, ήταν πολύ πιο επικίνδυνος από τις αρχαίες αιρέσεις. Επικριτική ήταν και η θέση του για τον Παπισμό, ο οποίος εκμεταλλευόμενος την αμάθεια και τη φτώχεια του υπόδουλου ελληνικού λαού, επεδίωξε να τον αποσπάσει από την Ορθόδοξη Εκκλησία και να τον προσδέσει στον Παπισμό που εισήγαγε τον σχολαστικισμό και τη φιλοσοφία στη Θεολογία και κατήργησε τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. 


Η κατά το έτος 2013 επετειακή συμπλήρωση διακοσίων ετών από την οσιακή κοίμηση του Αγίου Αθανασίου του Παρίου, δίνει την ευκαιρία να επανεκτιμήσουμε στους σημερινούς χαλεπούς καιρούς μας τη βαρυσήμαντη πνευματική αξία της ελληνορθοδόξου παραδόσεως, της οποίας ανυποχώρητος υπερασπιστής υπήρξε ο οσιακώς κοιμηθείς στην ευλογημένη γη της μυροβόλου και αγιοτόκου νήσου Χίου στις 24 Ιουνίου 1813, Άγιος Αθανάσιος ο Πάριος, ο μεγάλος αυτός διδάσκαλος του Γένους, ο πολυγραφότατος συγγραφέας, ο θαρραλέος ομολογητής της πίστεώς μας, ο γνήσιος εκφραστής της πατερικής παραδόσεως, ο σθεναρός υπέρμαχος της ελληνοχριστιανικής παιδείας.

Αριστείδης Γ. Θεοδωρόπουλος
Εκπαιδευτικός

Βιβλιογραφία

· Ο Άγιος Αθανάσιος ο Πάριος (1721 -1813), Πρακτικά Πνευματικού Συμποσίου, Έκδοση Χιακής Αδελφότητος Αττικοβοιωτίας «Ο Κοραής», Αθήναι 2004.

· Χαλκιά –Στεφάνου Πόπης, Οι Άγιοι της Χίου, Β΄ Έκδοσις, Εκδόσεις Επτάλοφος, Αθήναι 2008.

· Χαροκόπου Αντωνίου Ν., Η περιώνυμη Μεγάλη Σχολή της Χίου –Το ιστορικό «Γυμνάσιο Χίου», Εκδοτικός Οίκος Αφών Κυριακίδη Α.Ε., Θεσσαλονίκη 2006.

Εικόνες

[1] Φορητή εικόνα του Αγίου Αθανασίου του Παρίου στον Ιερό Ναό Αγίου Γεωργίου του Ρεστά Χίου. Ο ναός αποτελεί το καθολικό της ομωνύμου Ιεράς Μονής, όπου ο Άγιος Αθανάσιος ο Πάριος εκοιμήθη στις 24 Ιουνίου 1813.

[2] Ο Άγιος Αθανάσιος ο Πάριος γεννήθηκε το 1721 στο χωριό Κώστος Πάρου και εκοιμήθη το 1813 στην Ιερά Μονή Αγίου Γεωργίου του Ρεστά Χίου.

[3] Οι Άγιοι Κολλυβάδες Πατέρες, Άγιος Μακάριος ο Νοταράς Αρχιεπίσκοπος Κορίνθου (1731 – 1805), Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης (1749 – 1809) και Άγιος Αθανάσιος ο Πάριος (1721 – 1813). Τοιχογραφία δια χειρός Βλασίου Τσοτσώνη στον Ιερό Ναό Αγίου Μακαρίου Ξυλοκάστρου Κορινθίας.

[4] Φορητή εικόνα του Αγίου Αθανασίου του Παρίου στον Ιερό Ναό Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου Καρυών Αγίου Όρους.

[5] Φορητή εικόνα του Αγίου Αθανασίου του Παρίου. Ιστορήθηκε το 2013 με δαπάνη του εν Αθήναις Συλλόγου Κωστιανών Πάρου και αφιερώθηκε στον ομώνυμο Ιερό Ναό Κώστου Πάρου.

[6] Ο Άγιος Αθανάσιος ο Πάριος συναριθμείται στη χορεία των τοπικών αγίων της Ιεράς Μητροπόλεως Παροναξίας.

[7] Φορητή εικόνα του Αγίου Αθανασίου του Παρίου στον Ιερό Ναό Παναγίας Εκατονταπυλιανής Πάρου. Ιστορήθηκε από τον Κωνσταντίνο Τριαντάφυλλο και αποτελεί δωρεά του αοιδίμου Μητροπολίτου Παροναξίας κυρού Αμβροσίου Β’. 

[8] Φορητή εικόνα του Αγίου Αθανασίου του Παρίου στο τέμπλο του ομωνύμου Ιερού Ναού στο χωριό Κώστος Πάρου.

[9] Στον θεμελιωθέντα στις 23 Απριλίου 1909 και εγκαινιασθέντα στις 26 Οκτωβρίου 1912 Ιερό Ναό Μεταμορφώσεως Σωτήρος Χριστού Λιβαδίων πόλεως Χίου φυλάσσεται λειψανοθήκη με τεμάχιο της τιμίας κάρας και τμήμα ιερού λειψάνου του Αγίου Αθανασίου του Παρίου.

[10] Ο εγκαινιασθείς στις 25 Ιουνίου 2005 περικαλλής Ιερός Ναός του Αγίου Αθανασίου του Παρίου στο χωριό Κώστος Πάρου.

[11] Ο Άγιος Αθανάσιος ο Πάριος τιμάται κατ’ έτος πανηγυρικά στον Ιερό Ναό Αγίας Μαρίνης Αντιπάρου.

[12] Άποψη από το καθολικό της διαλελυμένης Ιεράς Μονής Αγίου Γεωργίου του Ρεστά Χίου, όπου το 1811 αποσύρθηκε ο Άγιος Αθανάσιος ο Πάριος.

[13]  Ο Ιερός Ναός του Αγίου Γεωργίου του Ρεστά Χίου, καθολικό της ιδρυθείσης το 1770 ομωνύμου Ιεράς Μονής, αποτέλεσε το πνευματικό καταφύγιο του Αγίου Αθανασίου του Παρίου στο τέλος της επίγειας θεοφιλούς βιοτής του. [http://xristoslivadionxiou.blogspot.gr]

[14] Ο τάφος του Αγίου Αθανασίου του Παρίου στον αύλειο χώρο του Ιερού Ναού Αγίου Γεωργίου του Ρεστά Χίου. [http://xristoslivadionxiou.blogspot.gr]

[15] Ο Άγιος Αθανάσιος ο Πάριος αναδείχθηκε ακαταπόνητος αγωνιστής της ορθοδόξου παραδόσεως και πολυγραφότατος συγγραφέας. [http://ahdoni.blogspot.gr]

ΤΟ ΙΔΙΟ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΜΕ ΚΑΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΣΗΜΕΡΙΝΟ ΜΑΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ !!!

Η πρώτη αντίδρασις της Ορθοδόξου Εκκλησίας εναντίον του Τεκτονισμού




Η πρώτη αντίδρασις της Ορθοδόξου Εκκλησίας εναντίον του Τεκτονισμού

Η ΠΡΩΤΗ ΑΝΤΙΔΡΑΣΙΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ ΤΕΚΤΟΝΙΣΜΟΥ

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Παΐσιος ο Β’ - Μία ξεχασμένη περίπτωσις

Του Πρωτ. Βασιλείου Α. Γεωργοπούλου, Λέκτωρος Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ. 
Αναφερόμενοι συνήθως στη στάση της Ορθοδόξου Εκκλησίας απέναντι στο συγκρητιστικό και αποκρυφιστικό σύστημα του Τεκτονισμού, γίνεται, συνήθως, αναφορά στις θέσεις τόσο σε Διορθόδοξο επίπεδο (1930) όσο και στις ομόφωνες αποφάσεις καταδίκης του Τεκτονισμού από την Ι. Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος των ετών 1933, 1972, 1996. 
Όμως η αρνητική στάση της Ορθοδόξου Εκκλησίας έναντι του Τεκτονισμού έχει εκφρασθεί πολύ πιο νωρίς, ήδη από τα σκοτεινά χρόνια της Τουρκοκρατίας, από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Παΐσιο Β’, τον από Νικομηδείας, κατά το διάστημα της τρίτης Πατριαρχίας του (1744-1748).
Με το άρθρο μας αυτό θέλουμε να υπενθυμίσουμε στους Ορθοδόξους αδελφούς αυτό το πολύ σημαντικό, αλλά δυστυχώς ξεχασμένο γεγονός. 


Ο επιφανής ιστοριοδίφης της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας Μανουήλ Γεδεών μάς πληροφορεί, ότι ο Οικουμενικός Πατριάρχης Παΐσιος ο Β’ το 1744/1745, όταν πληροφορήθηκε την ίδρυση Τεκτονικής Στοάς στην περιοχή Γαλατά της Κωνσταντινουπόλεως: «εξέδωκεν επί τούτω συνοδικόν γράμμα όπερ απεδοκίμαζε την εταιρείαν ταύτην»1. 
Αναφερόμενος στο ίδιο γεγονός, ένας εκ των επιφανών Ιεραρχών  του Οικουμενικού Θρόνου κατά τον 20ο αιώνα, ο Ηλιουπόλεως και Θείρων Γεννάδιος Αραμπατζόγλου (1883-1956) διευκρινίζει, ότι την παρουσία Τεκτόνων στην Κωνσταντινούπολη ο Οικουμενικός Πατριάρχης την πληροφορήθηκε από τον Σμύρνης Νεόφυτο, όταν κάποιοι Τέκτονες μετακινήθηκαν από την Σμύρνη στην Πόλη2. 
Η καταδίκη του Τεκτονισμού από τον Πατριάρχη Παΐσιο δεν βασίστηκε σε φήμες. Υπήρξε πράξη, που τεκμηριώθηκε κατά τρόπο υπεύθυνο, βασιζόμενος επί πλέον πάνω σ’ ένα από τα πρώτα Τεκτονικά κείμενα, που τυπώθηκαν εκείνα τα χρόνια. Το γεγονός αυτό το επιβεβαιώνει και ο Τεκτονικός χώρος αναφέροντας ότι η αποκήρυξη του Τεκτονισμού από τον Παΐσιο τον Β’ βασίστηκε και στο ότι στα χέρια του: «είχε περιέλθει αντίτυπον ενός Ελληνικού Τυπικού υπό τον τίτλον "Τέκτων μαθητευόμενος"»3. 
Η στάση αυτή του Οικουμενικού Πατριάρχου στο ζήτημα αυτό υπήρξε στάση υπεύθυνη και αντάξια ενός Ορθοδόξου Πρωθιεράρχου και προστίθενται στην σειρά εκείνη των Οικουμενικών Πατριαρχών, που σε χρόνια δυσχείμερα για το γένος δεν έπαψαν να αγρυπνούν για την προάσπιση της Ορθοδόξου πίστεως από ποικίλους κινδύνους πανταχόθεν προερχομένους.

Σημειώσεις:
1. Βλ. Μανουήλ Γεδεών, Πατριαρχικοί Πίνακες, Εν Κων/πόλει 1885-1890, σ. 641.
2. Βλ. Ηλιουπόλεως Γενναδίου, Εξέχουσαι Εκκλησιαστικαί προσωπικότητες του Οικουμενικού Πατριαρχείου μετά την άλωσιν. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Παΐσιος ο Β’, στο Περ. Ορθοδοξία, 25, 7 (1950) σ. 258.
3. Βλ. Ν. Λάσκαρι, Εγκυκλοπαίδεια της Ελευθέρας Τεκτονικής, εκδ. Στοάς Όμηρος, εν Αθήναις 1951, σ. 374.

Ορθόδοξος Τύπος, Αριθμός Φύλλου 1980, 21 Ιουνίου 2013

Γιατί δεν απεικονίζεται η Θεοτόκος στην Ορθόδοξη εικόνα της Πεντηκοστής.(Λ. Οὐσπένσκυ)

Πεντηκοστή 1
Η εικόνα της καθόδου του Αγίου Πνεύματος αντιστοιχεί πλήρως προς τα λειτουργικά κείμενα της Πεντηκοστής μεταφέροντας ολοκληρωμένα την σημασία της· το δογματικό περιεχόμενο της εικόνας δεν επιδέχεται κανένα είδος επέμβασης, όπως αυτή της Παρθένου. Η εισαγωγή της Θεοτόκου στον αποστολικό κύκλο θα έθετε το ερώτημα: τι σημαίνει η παρουσία Της; Ποιά τροποποίηση φέρνει στην σημασία της εικονογραφίας της Πεντηκοστής; Υπάρχουν πολλές εξηγήσεις για την παρουσία Της· ας την δούμε καλύτερα.
Στο έργο που ήδη αναφέραμε, ο L. Reau εκφράζει την παρακάτω σκέψη: «Μπορούμε να ισχυριστούμε ότι η Παρθένος σημαίνει, εδώ, ο,τι και στην Ανάληψη· συμβολίζει την Εκκλησία. Οι απόστολοι σχηματίζουν κύκλο γύρω από την Παρθένο που προεδρεύει της σύναξης χωρίς να μετέχει στο θαύμα».
Αυτό όμως δεν είναι ακριβές από ορθόδοξη άποψη: η Θεοτόκος μετέχει του θαύματος. Δεν συμμετέχει στα άμεσα αποτελέσματα και δεν παίζει κάποιο ενεργό ρόλο στο κήρυγμα και στα μυστήρια. Γιά ο,τι αφορά στον συμβολισμό της Εκκλησίας μέσα από το Πρόσωπο της Παρθένου μία ανάλογη εκτίμηση διατυπώθηκε από τους ορθοδόξους στην διάρκεια της συζήτησης: «Η Θεοτόκος είναι μία εικόνα της Εκκλησίας, πράγμα που σημαίνει ότι η χάρη του Αγίου Πνεύματος αναπαύεται όχι μόνο στους δώδεκα αλλά σ᾿ ολόκληρη την Εκκλησία»).
Αυτός ο συλλογισμός, όπως και του L.Reau, συγκροτείται βάσει αναλογίας με την εικόνα της Αναλήψεως. Δεν είναι δυνατόν όμως να χαράζεται με τέτοιο μηχανικό τρόπο μία αναλογία ανάμεσα σε δυό εικόνες των οποίων η σημασία είναι πολύ διαφορετική. Αν κατανοήσουμε με τον ίδιο τρόπο την παρουσία της Παρθένου, η Εκκλησία εικονίζεται δυό φορές: απ᾿ αυτήν την ίδια την Θεοτόκο και από τους δώδεκα αποστόλους, εκτός κι αν βλέπει κανείς τους αποστόλους ως αντιπροσώπους της εκκλησιαστικής ιεραρχίας. Είναι σωστό ότι η κάθοδος του Αγίου Πνεύματος συντελέσθηκε για όλη την Εκκλησία. Οι πύρινες γλώσσες όμως τοποθετήθηκαν πάνω σε κάθε πρόσωπο που ήταν παρόν κατέβηκαν χωριστά για καθένα μέλος της Εκκλησίας, όπως και για την Θεοτόκο ως ανθρώπινο πρόσωπο. Ο αγιασμός του Αγίου Πνεύματος δεν δόθηκε σ᾿ ένα πρόσωπο μέσω άλλου, αλλά άμεσα στο καθένα ως μέλος της Εκκλησίας. Γι᾿ αυτό και η κάθοδός Του στην Θεοτόκο δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως μια κάθοδος στο σύνολο της Εκκλησίας μέσω του προσώπου Της. Μιά προσωποποίηση δεν θα είχε κανένα νόημα εδώ. Η Θεοτόκος μπορεί να προσωποποιήσει την Εκκλησία ως δοχείον περιέχον την θεότητα αλλά όχι ως το σύνολο των ανθρώπων που συνιστούν το σώμα της Εκκλησίας. Κανένα συγκεκριμένο πρόσωπο δεν μπορεί να προσωποποιήσει ένα άλλο, η ένα σύνολο ανθρώπων. Γενικά μπορούμε να προσωποποιήσουμε ο,τι τα πρόσωπα εκείνα έχουν κοινό, όπως την ανθρώπινη φύση, πεπτωκυία πριν από την Σάρκωση, καθαγιασμένη μετά απ᾿ αυτήν.
Η Πεντηκοστή είναι το δώρο της αγιότητας πάντα μοναδικό και προσωπικό και που δεν αντικαθίσταται από κανέναν άλλον· η αγιότητα του προσώπου της Θεοτόκου είναι μία ιδιαίτερη περίπτωση και δεν μπορεί να συγκριθεί με άλλη περίπτωση. Είναι αλήθεια ότι κατά την Πεντηκοστή, κατά την θέωση δηλαδή του ανθρώπου, η Παναγία βρίσκεται πρώτη και υψηλότερα από κάθε άλλο αγιασμένο πιστό. Γιά τον λόγο αυτό μερικοί βλέπουν στην απεικόνισή Της στην Πεντηκοστή. Ας μην ξεχνάμε, όμως, ότι η Εκκλησία εξαίρεσε από την ακολουθία της Πεντηκοστής το θέμα της θέωσης μεταφέροντας το σε μία άλλη ημέρα: την πρώτη Κυριακή μετά την Πεντηκοστή. Η ημέρα αυτή αφιερώθηκε στον εορτασμό των αποτελεσμάτων της Πεντηκοστής· μετά Πάντων των Αγίων η Θεοτόκος τιμάται ιδιαίτερα: «Προ δε πάντων και εν πάσι και μετά πάντων την των Αγίων Αγίαν, την υπεραγίαν και αυτών υπερσυγκρίτως κρείττονα των αγγελικών ταγμάτων, την Κυρίαν ημών και Δέσποιναν Θεοτόκον, Μαρίαν την αειπάρθενον» (Συναξάριον της Κυριακής των Αγίων Πάντων).
Δεν υπάρχουν, όπως είπαμε, θεολογικές μελέτες της εικονογραφίας της Πεντηκοστής. Βρίσκουμε όμως αναφορές, όπως αυτή του επισκόπου Κασσιανού και του M. Spassky. Ο π. Σέργιος Μπουλγκάκωφ δεν αναφέρεται στην εικονογραφία της Πεντηκοστής αλλά εξηγεί την παρουσία της Θεοτόκου στην αποστολική σύναξη. Κατ᾿ αυτόν «η Θεοτόκος είχε δεχθεί την προσωπική της Πεντηκοστή κατά τον Ευαγγελισμό όταν το Άγιο Πνεύμα κατήλθε επ᾿ Αυτήν (κατά την μαρτυρίαν της εικονογραφίας πήρε μορφή περιστεράς όπως και κατά την Βάπτιση) και είχε ήδη προσωπικά τέλεια καθαγιασθεί και χαριτωθεί…», όμως «όφειλε μ᾿ ολόκληρη την ανθρωπότητα και την κτίση να δεχθεί το Άγιο Πνεύμα την Πεντηκοστή, που θα σήμαινε για Εκείνην την «σωτηρία», δηλαδή την κατάργηση της δύναμης του προπατορικού αμαρτήματος σ᾿ ολόκληρη την κτίση κι Εκείνην προσωπικά. την εικόνα του πρώτου ανθρώπου που ενώθηκε με τον Θεό.
Η Θεοτόκος ΗΤΑΝ ΠΑΡΟΥΣΑ στην σύναξη της Πεντηκοστής και εδέχθη πύρινη φλόγα για Εκείνην προσωπικά και για ολόκληρη την δημιουργία».
Βλέπουμε εδώ μια αναλογία ανάμεσα σε δυό γεγονότα θεμελιωδώς διαφορετικά: τον Ευαγγελισμό – την συγκατάθεση και την υποδοχή του Θεού από την Παρθένο Μαρία εκ μέρους ολόκληρης της κτίσης (όρος της σωτηρίας μας, διαφορετικά ο Ευαγγελισμός θα σήμαινε μία εξατομικευμένη υπόθεση) και την Πεντηκοστή, δηλαδή την κάθοδο του Τρίτου Προσώπου του Θεού πάνω σε κάθε άνθρωπο, σε κάθε μέλος της Εκκλησίας.
Αν η Θεοτόκος συγκεφαλαιώνει εδώ, όπως και στον Ευαγγελισμό, ολόκληρη την κτίση, για την οποία θα λάβαινε το Άγιο Πνεύμα, η κάθοδος του Παρακλήτου στ᾿ άλλα μέλη της Εκκλησίας γίνεται ακατανόητη.
…Αν παραμείνουμε στην παραδοσιακή σύνθεση της εικόνας της Πεντηκοστής και εισαγάγουμε μόνο την Παρθένο δημιουργείται διαφωνία ανάμεσα στην εικόνα και την ακολουθία της εορτής. Επί πλέον, όποια κι αν είναι η εξήγηση της παρουσίας της Θεοτόκου μέσα στην εικόνα διπλασιάζει, κάτι η κάποιον: αν πούμε ότι προσωποποιεί την κτίση η την αντιπροσωπεύει, τότε σε τι χρησιμεύει η απεικόνιση του «Κόσμου»;
Αν πούμε ότι δηλώνει την «καινή κτίση», την Εκκλησία, τότε γιατί να υπάρχουν οι απόστολοι; Η κάθοδος του Αγίου Πνεύματος συγχρόνως σ᾿ Εκείνη που εκπροσωπεί τα μέλη της Εκκλησίας και στα μέλη που εκπροσωπούνται διά της παρουσίας Της δεν είναι το ίδιο ακατανόητο;
Γεγονός είναι ότι η εικόνα της καθόδου του Αγίου Πνεύματος και της Θεοτόκου είναι τόσο πλούσιες η καθεμιά από το δικό της περιεχόμενο, που δεν μπορούν να συζευχθούν. Μπορούμε να πούμε ότι η εικόνα της καθόδου του Αγίου Πνεύματος με την παρουσία της Θεοτόκου είναι όχι μόνο λανθασμένη, αλλά παύει να είναι εικόνα της Πεντηκοστής.
Δεν είναι ζήτημα συνύπαρξης δυό εικονογραφιών της Πεντηκοστής με η χωρίς την Παρθένο.
Την περίοδο παρακμής της εικονογραφίας, στα τέλη του ΙΣΤ´ και κατά τον ΙΖ´ αιώνα, άρχισαν στην Ρωσία να εικονίζουν την Παρθένο στις εικόνες της Πεντηκοστής.
Δεν έμειναν όμως εκεί. Από την εποχή αυτή, κατά την βαθυστόχαστη παρατήρηση ενός σύγχρονου ιστορικού της τέχνης, οι εικονογράφοι «αρχίζουν να σκέφτονται». Αρχίζοντας λοιπόν να σκέφτονται, θυμήθηκαν ότι ο απόστολος Παύλος ήταν απών από την σύναξη. Τον καταργούν λοιπόν. Στην συνέχεια περιβάλλουν την Θεοτόκο με τις μυροφόρες γυναίκες, αφού ήταν παρούσες, και προσθέτουν μερικούς πιστούς. Ο «Κόσμος» καταργείται. Σύμφωνα με την περιγραφή των Πράξεων η σύνθεση γεμίζει αταξία και ποικιλία. Μ᾿ άλλα λόγια αναπαρέστησαν ο,τι έβλεπαν άνθρωποι ξένοι προς την Εκκλησία κι όχι αυτό που βλέπει η Εκκλησία, αυτό από το οποίο ζεί, αυτό στο οποίο μας καλεί. Ολόκληρη η σύνθεση της εικόνας αποσυντέθηκε στην κυριολεξία, χάνοντας την αρμονία και τον ρυθμό της, με τρόπο που το εκκλησιολογικό της νόημα και το περιεχόμενό της εξαφανίσθηκαν. Έτσι η εικόνα της Πεντηκοστής μεταμορφώθηκε σ᾿ ένα πίνακα ιστορικού θέματος φθάνοντας, στην καλύτερη περίπτωση, να χρησιμεύει ως εικονογράφηση του χωρίου των Πράξεων, αλλά αδυνατώντας πλέον να μεταδώσει το νόημα της εορτής.
Αν παρατηρήσουμε τους σύγχρονους εικονογράφους, θα δούμε ότι αυτοί που εισάγουν την Θεοτόκο στην εικόνα της Πεντηκοστής ακολουθούν τον ίδιο δρόμο σε γενικές γραμμές. Είναι αδύνατο να μη διακρίνουμε μία λογική συνέπεια.
Η εισαγωγή της Θεοτόκου οδηγεί στην τροποποίηση ολόκληρης της σύνθεσης της εορτής και στην εξαφάνιση του δογματικού της χαρακτήρα καθώς και του πλούτου του περιεχομένου της. Λογική αναγκαιότητα απαιτεί την κατάργηση του «Κόσμου» κι η εικόνα από τριαδολογική γίνεται εικόνα της Θεοτόκου, της παράστασής Της ανάμεσα στους αποστόλους παρόμοια μ᾿ εκείνη του Χριστού ανάμεσα στους αποστόλους.
…Γιατί λοιπόν μία εικόνα της καθόδου του Αγίου Πνεύματος παύει να είναι εικόνα της Πεντηκοστής όταν εισαγάγουμε την Παρθένο; Το ερώτημα επανέρχεται και για την ακολουθία της Πεντηκοστής, όπου η Θεοτόκος δεν αναφέρεται ανάμεσα στα πρόσωπα και τιμάται μόνο μέσα στα χριστολογικά πλαίσια.
Στην Ανάληψη, είδαμε ότι η Παρθένος εικονίζεται γιατί η εικόνα της εορτής αυτής είναι εικόνα της Εκκλησίας και η πληρότητά της βρίσκεται στον εικονισμό της Κεφαλής της, του Ιησού Χριστού, της Μητρός Του, των αποστόλων και των αγγέλων.
Αντίθετα, στην εικόνα της Πεντηκοστής, που είναι επίσης μια εικόνα της Εκκλησίας, η πληρότητα βρίσκεται ακριβώς στην παρουσία μόνο των αποστόλων χωρίς κάποιο πρόσωπο στην κεφαλή του κύκλου τους. Η Θεοτόκος είναι απούσα όχι γιατί, επαναλαμβάνουμε, δεν ήταν στην σύναξη, αλλά γιατί η παρουσία Της δεν ταιριάζει σε ο,τι η Εκκλησία θέλει να μας αποκαλύψει διά της εικόνος και της Λειτουργίας της Πεντηκοστής.
Μέσα στην σειρά των μεγάλων εορτών η Πεντηκοστή έχει μία ιδιαίτερη σημασία, γιατί πανηγυρίζει την αρχή της οικονομίας του Τρίτου Προσώπου, του Αγίου Πνεύματος.
Στην Ανάληψη ολοκληρώθηκαν τα σωματικά έργα του Χριστού, «τα σωματικά του Χριστού πέρας έχει, μάλλον δε τα της σωματικής ενδημίας». Τι αναφέρεται στον Χριστό; ρωτάει.
«Η Παρθένος, η γέννηση, η φάτνη…» δηλαδή ο,τι συνδέεται άμεσα με την Μητέρα Του, πρόσωπο που πραγμάτωσε την Σάρκωση μεταδίδοντας στον Χριστό τον χαρακτήρα της ανθρώπινης φύσης μας. Με την Πεντηκοστή «αρχίζουν τα έργα του Πνεύματος» συνεχίζει ο άγιος Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός, η επίγεια οδός της Εκκλησίας μέσα στην πληρότητα της ζωής της, μέσα στην Χάρη.
1893
Η Πεντηκοστή είναι πάνω απ᾿ όλα πνευματική γέννηση του ανθρώπου εν Αγίω Πνεύματι. «Ο Θεός έγινε άνθρωπος για να γίνει ο άνθρωπος Θεός». Κατά την ενανθρώπηση ο Θεός γεννάται μέσα στην σάρκα, γίνεται άνθρωπος. Από την Πεντηκοστή κι ύστερα ο άνθρωπος διά της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος μπορεί να θεωθεί. Διά του Αγίου Πνεύματος «ο Θεός Λόγος του Πατρός εμβαίνει και εις ημάς», λέει ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος, «καθώς και εις την κοιλίαν της Αειπαρθένου, τον οποίον τον δεχόμεθα διδασκόμενοι την ευσέβειαν και ευρίσκεται μέσα εις ημάς, ωσάν σπόρος… και ημείς συλλαμβάνομεν αυτόν όχι σωματικώς, καθώς συνέλαβεν αυτόν η Παρθένος και Θεοτόκος Μαρία, αλλά πνευματικώς μεν, ουσιωδώς δε».
Μιλώντας στην συνέχεια για την πνευματική γέννηση του ανθρώπου ο άγιος Συμεών υπογραμμίζει την διαφορά από την εν σαρκί γέννηση του Χριστού:
«Ότι άλλη είναι η ένσαρκος γέννησις του Θεού Λόγου οπού έγινεν από την Θεοτόκον και άλλη εκείνη όπου γίνεται πνευματικώς από ημάς. Διατί η σαρκική γέννησις, όπου εγέννησε τον Υιόν και Λόγον του Θεού όπου εσαρκώθη, εγέννησε το μυστήριον της αναπλάσεως του ανθρωπίνου γένους, και την σωτηρίαν όλου του κόσμου, όπου είναι ο Κύριος ημών και Θεός Ιησούς Χριστός, όπου ένωσε με τον εαυτόν του τα χωρισμένα, ήγουν τον Θεόν και τον άνθρωπον, και εβάστασε την αμαρτίαν του κόσμου. Αυτή δε η πνευματική γέννησις όπου γεννά πάντοτε με την χάριν του Αγίου Πνεύματος τον Λόγον της γνώσεως του Θεού εις τας καρδίας μας, τελειώνει το μυστήριον της ανακαινουργώσεως των ανθρωπίνων ψυχών και κάμνει την κοινωνίαν και ένωσιν ημών με τον Υιόν και Λόγον του Θεού και Θεόν».
Η κατά χάριν «μητρότης» είναι επομένως ένα καθήκον προορισμένο για κάθε άνθρωπο. Μέσα σ᾿ αυτά τα πλαίσια η Θεοτόκος είναι ένα ανθρώπινο ον μοναδικό και ξεχωριστό. Κατά την Πεντηκοστή το Άγιο Πνεύμα δίδεται σ᾿ Εκείνην, στο Πρόσωπό Της, για να καταστεί το μέσον της θεώσεως Της· ο δρόμος όμως της ένωσής Της με τον Χριστό είναι δρόμος μοναδικός, γιατί, θα πεί ο άγιος Συμεών «ότι ανίσως εκείνη τον εγέννησε σωματικώς, όμως βεβαιότατα τον είχεν όλον και πνευματικώς μέσα της, και τον έχει και τώρα και πάντοτε ομοίως αχώριστον». Γιά τον λόγο αυτό κανένα άλλο ανθρώπινο πλάσμα δεν μπορεί να τοποθετηθεί στην ίδια θέση, όποια κι αν είναι η αγιότητά του, ακόμα και η αποστολική του αγιότητα. Επομένως η εικόνα της Πεντηκοστής είναι μία εικόνα της Εκκλησίας με τα μυστήρια της, την διδασκαλία της, τους θεσμούς της, την αγιότητά της, δηλαδή τις δομές που η Εκκλησία μας προτείνει.
Η Εκκλησία θεμελιώθηκε στην διπλή έλευση του Λόγου και του Πνεύματος μέσα στον κόσμο. Όπως γνωρίζουμε, η οικονομία του Δευτέρου Προσώπου του Θεού, καθώς και του Τρίτου Προσώπου, έχει καθεμιά τον δικό της χαρακτήρα και νόημα. Είναι αδιαίρετες μεταξύ τους και γι᾿ αυτό στον κανόνα του όρθρου την Δευτέρα του Αγίου Πνεύματος επαναλαμβάνουμε τον ειρμό της Γέννησης του Χριστού. Πράγματι στο φως του Αγίου Πνεύματος μας αποκαλύπτεται η Θεότητα του Χριστού και η Γέννησή Του ως γέννηση του Θεανθρώπου. Οι δυό αυτές οικονομίες δεν μπορούν, κατά τον ίδιο τρόπο, να αναμειχθούν. Τα λόγια του αγίου Γρηγορίου του Ναζιανζηνού και του αγίου Συμεώνος του Νέου Θεολόγου δείχνουν ξεκάθαρα ότι η Εκκλησία χαράζει ανάμεσά τους ένα όριο αρκετά καθαρό. Μήπως δεν είναι γι᾿ αυτό που στην Πεντηκοστή εξαιρείται από την εικόνα ο χαρακτήρας της εν σαρκί οικονομίας του Χριστού, δηλαδή η Παρθένος, και δεν παρουσιάζεται ανάμεσα στα πρόσωπα που έλαβαν το Άγιο Πνεύμα;
 Η Θεοτόκος δεν συνδέθηκε με την οικονομία του Τρίτου Προσώπου του Θεού, με τα «έργα του Πνεύματος», το ίδιο άμεσα, όπως έγινε με την ενανθρώπηση του Υιού του Θεού. Κατά την οικονομία της σωτηρίας μας ο κυρίαρχος ρόλος Της, δηλαδή ως συμμετεχούσης στην απολύτρωση, είναι πέραν της Πεντηκοστής. Όσον αφορά στην οικονομία του Αγίου Πνεύματος, ο πλήρης αγιασμός της Παρθένου αποτελεί έναν από τους σκοπούς του, αναμφίβολα τον πρώτο, ωστόσο η Παναγία δεν αποτελεί ένα μέσον της σωτηρίας μας, όπως συνέβαινε κατά την οικονομία του Λόγου. Δεχόμενη η Θεοτόκος το Άγιο Πνεύμα, όπως και οι άλλοι, δεν το μεταδίδει σε κανέναν, γιατί αποτελεί την προσωπική δωρεά της θέωσής της. Η παρουσία της μέσα στην εικόνα παριστά μία ειδική περίπτωση προσωπικής θέωσης. Καμμία εικόνα, όμως, λειτουργική δεν μπορεί να περιορίζεται σε μία ειδική περίπτωση. Γι᾿ αυτό μόνο οι απόστολοι εικονίζονται, και δεν πρόκειται στο σημείο αυτό περί ενός αριθμητικού συμβολισμού· επειδή οι απόστολοι δεν είναι μόνο άνθρωποι που έλαβαν την θέωση αλλά και συνεχιστές του έργου του Χριστού.
Η παρουσία της Θεοτόκου απαλείφει τα όρια ανάμεσα στην οικονομία του Υιού και του Πνεύματος.Συγχέει ο,τι χαρακτηρίζει το μυστήριο «της αναπλάσεως του ανθρωπίνου γένους» με το μυστήριο της «ανακαινίσεως των ανθρωπίνων ψυχών διά της χάριτος του Αγίου Πνεύματος»· συγχέει δηλαδή ο,τι αφορά στην φύση με ο,τι αναφέρεται στα πρόσωπα. Η Πεντηκοστή γίνεται μ᾿ άλλα λόγια μία απλή συνέχεια της σάρκωσης.
Η Θεοτόκος παίρνει την κεντρική θέση σε μία τριαδική εικόνα. Βρισκόμαστε μπροστά σε μια αντινομία: η εικόνα της Πεντηκοστής είναι μία καθαρά τριαδική εικόνα και κατ᾿ αυτήν την έννοια ξεπερνά την εικόνα της Θεοτόκου.
Η παρουσία Της καλύπτει το ουσιαστικό στοιχείο της εικόνας – την Αγία Τριάδα. Όσο βαθιά και αν είναι η προσκύνηση της Θεοτόκου μέσα στην Ορθοδοξία δεν μπορεί να επικαλύψει την προσκύνηση των Τριών Προσώπων του Θεού. Η εικόνα της Πεντηκοστής, όπως είδαμε, είναι και εικόνα της Εκκλησίας· μας δίνει τους κανόνες της θέωσης του ανθρώπου. Υπ᾿ αυτή την έννοια είναι υποδεέστερη της εικόνας της Θεοτόκου γιατί η Θεοτόκος ξεπερνά κάθε κανόνα και η παρουσία της εδώ θα ελαχιστοποιούσε την μοναδική της αξία. Θέλοντας να τιμήσουμε την Παναγία θα καταλήγαμε στο αντίθετο αποτέλεσμα.
Απόσπασμα από το άρθρο “Η  εικόνα στο φως της Ορθόδοξης ερμηνείας¨”
Επιμέλεια κειμένου.π.Δημ.Αθανασίου.

Πρωτοπρ. Άγγελος Αγγελακόπουλος, Η βλασφημία κατά του Αγίου Πνεύματος





Εν Πειραιεί 23-6-2013
Η ΒΛΑΣΦΗΜΙΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ
Πρωτοπρεσβ. π. Άγγελος Αγγελακόπουλος,
εφημέριος Ι. Ν. Αγίας Παρασκευής Καλλιπόλεως Πειραιώς
O άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος σε ένα σημείο της πρώτης ομιλίας του στην εορτή της Πεντηκοστής επισημαίνει ότι, δυστυχώς, μερικές φορές ο Θεός αναστέλλει τήν Χάριν του Αγίου Πνεύματος, την οποία εγκατέστησε και υπάρχει μόνιμα μόνο μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία. «Ο Θεός αναστέλλει του Πνεύματος την Χάριν». Όλα τα χαρίσματα, όλες τις ενέργειες της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος τις αναστέλλει ο Θεός. Πότε τις αναστέλλει ο Θεός; «Όταν ημίν οργίζεται». Όταν ο Θεός θυμώσει μ’εμάς, όταν δει ότι είμαστε αγνώμονες, όταν δει ότι δεν καταλαβαίνουμε αυτές τις ευεργεσίες της Χάριτος και της ενεργείας του Αγίου Πνεύματος, όταν ξεχνούμε τον Θεό, τότε ο Θεός οργίζεται και αναστέλλει «του Πνεύματος την Χάριν». Και φέρνει μερικά παραδείγματα ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος από την Παλαιά Διαθήκη, τα οποία, δυστυχώς, υπάρχουν και στη σημερινή εποχή. Υπάρχει στην Γένεση ενα χωρίο, το οποίο λέει : «ου μη καταμείνη το πνεύμα μου εν τοις ανθρώποις τούτοις εις τον αιώνα, διά το είναι αυτούς σάρκας»[1]

Δεν θα παραμείνει το πνεύμα μου, το Άγιον Πνεύμα στους ανθρώπους, γιατί έχουν γίνει σάρκες, βλέπουν μόνο τά σαρκικά. Και λέει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος πως υπήρξαν περίοδοι, όπου δεν ακουγόταν προφητικός λόγος, είχε σιγήσει ο προφητικός λόγος, δεν υπήρχε, λέει, ρήμα προφητικό. «Ρήμα ην τίμιον», ρήμα προφητικό ήταν πολύ σπάνιο, δεν βρισκόταν προφήτης. Είχε πάρει ο Θεός τήν Χάριν του από τους Ισραηλίτες.
Δέν συμβαίνει άραγε αυτό καί στή σημερινή εποχή; Έχουμε την ασφάλεια της Ορθοδόξου Εκκλησίας, εδώ μέσα υπάρχει η Χάρις του Αγίου Πνεύματος, εδώ καταφεύγουμε όλοι στις δύσκολες στιγμές. Αλλά, δεν έχουμε όλοι την αίσθηση και την εντύπωση ότι και στη σημερινή μας εποχή τείνουμε να γίνουμε σάρκες; Συγκλονιζόμαστε κάθε φορά που, στο κατά Ματθαίον άγιον Ευαγγέλιον στο 24ο κεφ., ο ίδιος ο Κύριος μάς δίνει μια εικόνα της πνευματικής καταστάσεως της ανθρωπότητος κατά τα έσχατα, κατά τους τελευταίους χρόνους. Τι λέει ο Κύριός μας; Λέει: «Ώσπερ δε αι ημέραι του Νώε, ούτως έσται και η παρουσία του υιού του ανθρώπου. Ώσπερ γαρ ήσαν εν ταις ημέραις ταις προ του κατακλυσμού». Πώς ήταν οι άνθρωποι στην εποχή του Νώε πριν τον κατακλυσμό; Μην παρεξηγηθείτε από τις εκφράσεις! «Τρώγοντες καί πίνοντες, γαμούντες και εκγαμίζοντες»[2]. Να, λοιπόν! Ο ίδιος ο Χριστός μάς λέει˙ Όπως ήταν στην εποχή του Νώε, που αφήρεσε το Πνεύμα του ο Θεός, την Χάριν του Αγίου Πνεύματος, έτσι θα είναι και η εποχή των εσχάτων, παρά την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος και παρά το ότι το Άγιον Πνεύμα είναι μέσα στην Εκκλησία και μεταδίδεται. Θα’ρθει εποχή, κατά την οποία οι ανθρωποι θα ενδιαφέρονται μόνο για την καλοπέραση, «τρώγοντες και πίνοντες», και μόνο για τις σαρκικές σχέσεις, προγαμιαίες σχέσεις, πορνεία, μοιχεία, ομοφυλοφιλία, «γαμούντες και εκγαμίζοντες».
Καθηκόντως αναφερόμαστε στο αίσχιστο πάθος της ομοφυλοφιλίας, διότι τελευταίως στη χώρα μας έχει εγείρει θρασείαν την κεφαλήν. Ήδη μέσα στον Ιούνιο πραγματοποιήθηκαν δύο δημόσιες προκλητικές εκδηλώσεις της «Ομοφυλοφιλικής Υπερηφανείας» (Gay Pride) στην Αθήνα για ένατη χρονιά και στη Θεσ/κη για δεύτερη χρονιά υπό την στήριξη και εποπτεία των δημάρχων των δύο πόλεων (Καμίνη και Μπουτάρη) και την ένοχη σιωπή-συγκατάθεση άνευ αντιδράσεων και αντιστάσεων των τοπικών επισκόπων (Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών κ. Ιερωνύμου και Παναγιωτάτου Μητροπολίτου Θεσ/κης κ. Ανθίμου). «Ἡ διαμαρτυρία μας ἐπικεντρώνεται στό ὅτι ἐπιχειρεῖται τό φοβερό αὐτό ἁμάρτημα τῆς Ὁμοφυλοφιλίας, τοῦ κιναιδισμοῦ, τοῦ σοδομισμοῦ, τῆς ἀρσενοκοιτίας, τῆς παρά φύσιν ἀσέλγειας, πού προεκτείνεται στήν παιδεραστία καί παιδοφιλία, νά παρουσιασθεῖ ὡς φυσιολογική κατάσταση, ὡς ἁπλῆ διαφορετικότητα. Ἡ πανανθρώπινη ὅμως συνείδηση ἀνά τούς αἰῶνες γνωρίζει ὡς φυσιολογική σεξουαλική συμπεριφορά τίς σχέσεις ἀνάμεσα στόν ἄνδρα καί τήν γυναίκα, στό ἄρσεν καί τό θῆλυ. Αὐτή εἶναι ἡ ἀνθρώπινη φυσιολογία καί ὀντολογία. Κάθε ἄλλη σχέση ἀνατρέπει τήν ἀνθρώπινη ὀντολογία, ὡς παρά φύση ἐκτροπή, ἡ ὁποία δέν παρατηρεῖται οὔτε καί στά ζῶα, διότι καὶ στὰ ἑρμαφρόδιτα ζῶα ἡ σαρκικὴ σχέση εἶναι γιὰ ἀναπαραγωγή. Ἰδιαίτερα ἡ Ἁγία Γραφή, πού ἐκφράζει τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, τοῦ δημιουργοῦ τοῦ ἀνθρώπου καί σοφοῦ γνώστη τῆς ἀνθρώπινης φύσης, καταδικάζει τήν ὁμοφυλοφιλία ὡς πάθος, ἀτιμία καί ἀσχημοσύνη, τιμωρηθέν αὐστηρά μέ φωτιά καί θειάφι στήν πόλη τῶν Σοδόμων καί Γομόρων. Διά τό σύνολο δέ τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡ ὁμοφυλοφιλία εἶναι τό πιό σιχαμερό καί ἀκάθαρτο ἁμάρτημα»[3].
Νομίζουμε πως δεν υπάρχει κανένας, ο οποίος να διαφωνεί οτι η χώρα μας, η ηρωοτόκος και αγιοτόκος Ελλάδα μας, έβγαλε αγίους και γέμισε τον κόσμο από αγιότητα και αρετή. Αν ξεφυλλίσει κανείς τις δέλτους της ιστορίας, τα μηναία, τα συναξάρια, θα δει εκεί θαυμαστά κατορθώματα αγιότητος, πίστεως, αρετής και θεώσεως. Μέχρι των ημερών μας έβγαιναν άνθρωποι όσιοι συχνά, όχι σπανίως. Ακόμη και οι παππούδες μας και οι γιαγιάδες μας και τ’αδέλφια μας ζούσαν μέσα στο κλίμα της αγιότητος. Δυστυχώς, όμως, διαπιστώνουμε ότι αυτή η σειρά, αυτή η αλυσίδα της αγιότητος, η οποία υπήρχε μέχρι πριν δύο-τρεις-τέσσερεις δεκαετίες, στην εποχή μας τείνει να διακοπεί. Και μοιάζουμε πάρα πολύ μ’αυτή την εικόνα της πρό του Νώε εποχής. «Τρώγοντες καί πίνοντες, γαμούντες και εκγαμίζοντες». Δεν μας ενοχλεί η ιδέα ότι μέσα από τα σχολικά μας βιβλία έχουν φύγει όλα τα αγιοτικά, οι προσευχές, οι άγιοι, ο εκκλησιασμός; Δεν μας ενοχλεί που γίνεται μετάλλαξη της ιστορικής, γλωσσικής και εκκλησιαστικής μας ιστορίας; Δεν μας ενοχλεί που ακόμη φθάσαμε στο σημείο από το δημοτικό σχολείο να προγραμματίζεται να εισαχθεί η σεξουαλική διαπαιδαγώγηση;
Ακόμη και τα παιδάκια του δημοτικού σχολείου θεωρούν ως πολύ φυσιολογικό το να έχουν φίλο ή φίλη. Πέρασε ο καιρός αυτός, που στα σχολεία δίδασκαν την αρετή, την αγιότητα και τον σεβασμό. Διαλύονται οι οικογένειες. Οι άνθρωποι παντρεύονται όχι για να κάνουν οικογένειες, αλλά για να χωρίσουν. Τώρα τελευταία υπάρχει και το «σύμφωνο ελευθέρας συμβιώσεως», χωρίς όρους, δεσμεύσεις και περιορισμούς, βόμβα στα θεμέλια της ελληνορθοδόξου οικογενείας. Δυστυχώς, υπάρχουν καί στόν δικό μας εκκλησιαστικό χώρο παρόμοια φαινόμενα σαρκολατρείας και πνευματικών ανωμαλιών. Αλλά και η αίρεση του Παπισμού συγκλονίζεται σήμερα από τά σκάνδαλα της παιδεραστίας και της παιδοφιλίας. Δεν ξέρουν πού να κρυφθούν οι Καρδινάλιοι απ’ αυτή τη σαρκολατρεία. Έγιναν όλοι σάρκες. Διαρκώς με τα σεξουαλικά ασχολούνται. Και πληρώνουν εκατομύρια ευρώ, γιατί οι άγαμοι κληρικοί τους δεν είναι άγιοι, δεν είναι ασκητικοί, αλλά κάνουν αυτά τα αίσχη και τα εγκλήματα. Δεν είναι μόνο σήμερα που ο Πάπας το υφίσταται αυτό. Ανέκαθεν το υφίστατο. Ποιός φταίει για όλ’αυτά; Φταίμε όλοι μας˙ κλήρος και λαός, άρχοντες και αρχόμενοι. Διώχνουμε τήν Χάριν του Θεού, αποδημεί και πάλι το Άγιον Πνεύμα, φεύγει το Άγιον Πνεύμα από τη χώρα μας. Σήμερα εορτάζουμε την επιδημία του Αγίου Πνεύματος, «Πεντηκοστήν εορτάζομεν και Πνεύματος επιδημίαν». Αλλά, το Άγιον Πνεύμα, πολύ φοβόμαστε, πως αν δεν υπάρξει παγκόσμια μετάνοια και επιστροφή στον Άγιο Τριαδικό Θεό, αν δεν εξακολουθήσουν να υπάρχουν μερικά κέντρα σαν τα μοναστήρια και τις ενορίες, τα οποία συσπειρώνουν και δίνουν ελπίδα και πνοή αρετής και πνευματικότητος, φοβόμαστε πως θα έλθει – αν δεν έχει έλθει ήδη - η εποχή κατά την οποία ο Θεός θα αφαιρέσει τήν Χάριν του.
Για ποιόν λόγο εορτάζουμε το Άγιον Πνεύμα; Η Εκκλησία μας καθόρισε νά εορτάζουμε ξεχωριστά το Άγιον Πνεύμα, διότι υπήρχε και υπάρχει παρεξήγηση περί Αυτού. Υπήρχε παρεξήγηση στην αρχαία, πρωτοχριστιανική Εκκλησία με τον αιρετικό και πνευματομάχο Μακεδόνιο, ο οποίος δεν δεχόταν την θεότητα του Αγίου Πνεύματος, αλλά το θεωρούσε κτίσμα, κτιστό. Βλασφημούσε ότι το Άγιον Πνεύμα είναι κτίσμα του Υιού. Η Β΄ Αγία και Οικουμενική Σύνοδος, που συνεκλήθη το 381 μ.Χ. στην Κων/λη κατεδίκασε τον Μακεδόνιο και συνεπλήρωσε το Σύμβολο της Πίστεως με τα πνευματολογικά και τα υπόλοιπα άρθρα. Είναι πολύ χαρακτηριστικός ο τολμηρός και ριζοσπαστικός τρόπος, με τον οποίο αντιμετωπίζει την αίρεση των πνευματομάχων, οάγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος«Τολμώ τι φθέγξασθαι, ω Τριάς, και συγγνώμη τη απονοία. Περί ψυχής γαρ ο κίνδυνος. Εικών ειμί και αυτός του Θεού, της άνω δόξης, ει και κάτω τίθεμαι. Ου πείθομαι τω ομοτίμω (δηλ. με ένα κτίσμα) σώζεσθαι. Ει μη Θεός το Πνεύμα το Άγιον, θεωθήτω πρώτον, και ούτω θεούτω με τον ομότιμον».Ξεκινώντας, λοιπόν, ο άγιος Γρηγόριος από σωτηριολογικές προϋποθέσεις αποδεικνύει, όπως και οι Καππαδόκες, ότι το Άγιον Πνεύμα δεν είναι κτίσμα, αλλά Θεός, ομότιμος και ομόδοξος, συμπροσκυνούμενος και συνδοξαζόμενος, με τον Πατέρα και τον Υιό.
Και σήμερα υπάρχει παρεξήγηση για το Άγιον Πνεύμα εκ μέρους του αιρεσιάρχουΠάπα και των αιρετικών Προτεσταντών, οι οποίοι μειώνουν και υποβιβάζουν το Άγιον Πνεύμα. Ενώ εμείς οι Ορθόδοξοι δεχόμαστε ότι τα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδος, ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιον Πνεύμα είναι ομότιμα, ομοούσια και σύνθρονα, ότι δεν υπάρχει καμμία διαφορά ανάμεσα στα τρία πρόσωπα, ο αιρεσιάρχης Πάπας, δυστυχώς, με τον εγωϊσμό του δέν δέχθηκε την διδασκαλία του ιδίου του Χριστού. Φαντάζεσθε να υπάρχει ένας κοινός θνητός αμαρτωλός άνθρωπος, ο οποίος να τολμήσει να πει : «εγώ δεν ακούω αυτό, που λέει ο Χριστός. Εγώ θα διατυπώσω δική μου διδασκαλία», λόγω του εγωϊσμού, του πρωτείου και του αλαθήτου. Λέει η Αγία Γραφή, ο ίδιος ο Χριστός λέει : «όταν δε έλθη ο Παράκλητος, ον εγώ πέμψω υμίν παρά του Πατρός, το Πνεύμα της αληθείας, ο παρά του Πατρός εκπορεύεται»[4]. Το Άγιον Πνεύμα, το οποίο εκπορεύεται εκ του Πατρός. Το λέμε, λοιπόν, αυτό με βάση την Αγία Γραφή στο Σύμβολο της Πίστεως˙ «(πιστεύω) και εις το Πνεύμα το Άγιον, το Κύριον, το Ζωοποιόν, το εκ του Πατρός εκπορευόμενον». Επαναλαμβάνουν οι άγιοι Πατέρες της Β΄ Αγίας και Οικουμενικής Συνόδου αυτό, που είπε ο ίδιος ο Χριστός. Τόσοι Πατέρες, χιλιάδες Πατέρες, χιλιάδες άγιοι επί τόσους αιώνες δεν τόλμησε κανένας να αμφισβητήσει και να βλασφημήσει αυτή την διδασκαλία του ιδίου του Χριστού, ότι το Άγιον Πνεύμα εκπορεύεται εκ μόνου του Πατρός˙ «το εκ του Πατρός εκπορευόμενον». Και έρχεται ο Πάπας και λέει ότι το Άγιον Πνεύμα εκπορεύεται εκ του Πατρός και του Υιού. Το περίφημο Filioque. Και βλασφημεί στην ίδια την διδασκαλία του Χριστού. Το πρώτο αίτιο του σχίσματος του 1054 ήταν η αίρεση του Filioque. Το Filioque, δηλ. η δογματική διδασκαλία του παπισμού ότι το Άγιον Πνεύμα εκπορεύεται και εκ του Υιού, είναι φοβερή αίρεση. Και έχει φοβερές συνέπειες, επειδή α) είναι αντίθετο προς τα αψευδέστατα λόγια του Ιδίου του Χριστού, που είπε ότι «το Πνεύμα της αληθείας, ο εκ του Πατρός εκπορεύεται», έχουμε δηλ. κατάφορη αθέτηση του Ιδίου του Θεού, του Χριστού, β) είναι αντίθετο προς το Σύμβολο της Πίστεως Νικαίας-Κων/λεως, σύμφωνα με το οποίο «(πιστεύω) και εις το Πνεύμα το Άγιον, το Κύριον, το Ζωοποιόν, το εκ του Πατρός εκπορευόμενον», έχουμε δηλ. αθέτηση και των δύο Οικουμενικών Συνόδων της Α΄ και της Β΄, γ) είναι αντίθετο προς τον 7ο Ιερό Κανόνα της Γ΄ Αγίας και Οικουμενικής Συνόδου, ο οποίος απαγορεύει οποιαδήποτε πρόσθεση ή αφαίρεση στο Σύμβολο της Πίστεως, έχουμε δηλ. αθέτηση και της Γ΄ Οικουμενικής Συνόδου, δ) καταστρέφει τις σχέσεις μεταξύ των προσώπων της Αγίας Τριάδος και συγχέει τα ακοινώνητα υποστατικά ιδιώματα των τριών προσώπων, ε) υποβιβάζει το Άγιον Πνεύμα στο επίπεδο του κτίσματος, και στ) εισάγει δυαρχία στην Αγία Τριάδα, εφόσον και ο Υιός είναι πηγή του Αγίου Πνεύματος, άρα έχουμε δύο πηγές, δύο αρχές, τον Θεό Πατέρα και τον Υιό. Βέβαια, πίσω από το Filioque δεν κρύβεται τίποτε άλλο παρά η οφρύ του πάπα, η αλαζονεία του, το αλάθητο και το πρωτείο του να νομοθετεί αυτός μόνο πάνω από τα παραδεδομένα υπό της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Θα αναφέρουμε στη συνέχεια μερικά στοιχεία από την πνευματική ζωή. Το Άγιον Πνεύμα είναι εκείνο, το οποίο δημιουργεί την αγιότητα και την τελειότητα. Δεν υπάρχει κανένας άλλος τρόπος να γίνει κανείς άγιος, παρά μόνο με την Χάριν του Αγίου Πνεύματος. Μήπως νομίζουμε πως αυτοί, που έγιναν άγιοι, το κατόρθωσαν μόνοι τους; Υπάρχει κανείς εγωϊστής, που νομίζει πως μπορεί να γίνει μόνος του άγιος, χωρίς την ενέργεια και την Χάριν του Αγίου Πνεύματος, χωρίς την Χάριν των μυστηρίων του Θεού; Κι όμως, ο ολόκληρος δυτικός κόσμος αυτό θεωρεί. Έγινε μία ολόκληρη διαμάχη στην Θεσσαλονίκη τον 14ο αιώ. ανάμεσα στον αιρετικό Βαρλαάμτον Καλαβρό και τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά σχετικά με το πώς γίνεται κανείς τέλειος, πώς μπορεί να φθάσει κανείς στην τελειότητα. Ισυρίζονταν τότε ο Βαρλαάμ και λένε και σήμερα οι φιλόσοφοι και οι επιστήμονες οι υπερήφανοι και μεγάλαυχοι ότι, αν θέλει κανείς νά γίνει τέλειος και να υψωθεί, πρέπει να μάθει φιλοσοφία, να μάθει επιστήμες, να γίνει σοφός, να γίνει μεγάλος επιστήμων˙ μόνον έτσι θά προκόψει. Και πράγματι˙ γέμισε η ανθρωπότητα από σοφούς, επιστήμονες και τεχνολόγους. Όμως, καλυτέρευσε η κοινωνία μας; Δυστυχώς, όχι. Διότι, χάθηκε η αγιότητα. Πού είναι η αγιότητα; Πού είναι οι άγιοι άνθρωποι;  Η αγιότητα άρχισε να εμφανίζεται από την εποχή του Χριστού, κατά την οποία ο Χριστός απευθύνθηκε σε αγραμμάτους ψαράδες, στον απλοϊκό κόσμο και δίδαξε ότι, όποιος κάνει το θέλημα του Θεού,  «ο τηρών τας εντολάς»[5], όποιος ακούει το Ευαγγέλιο και εφαρμόζει τις εντολές, αυτός αγιάζεται και φωτίζεται. Αυτός μάλιστα αποκτά μια άλλη σοφία, μια θεϊκή σοφία, την οποία δεν έχουν αυτοί που έχουν πτυχία και έχουν σπουδάσει. Όπου υπάρχουν Ορθόδοξοι, θαρραλέοι και ομολογητές μοναχοί και Ορθόδοξος μοναχισμός, εκεί βλέπει κανείς να παράγεται και κάποιος νέος άνθρωπος. Ενώ όπου δεν υπάρχει η δράση του Αγίου Πνεύματος, εκεί δεν υπάρχει κανένας νέος άνθρωπος.
Το σημαντικότερο είναι ότι το Άγιον Πνεύμα είναι εκείνο, το οποίο συγκροτεί τηνδιοίκηση της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας˙ «Όλον συγκροτεί τον θεσμόν της Εκκλησίας». Τίποτε δεν μπορεί να γίνει χωρίς την παρουσία του Αγίου Πνεύματος.«Πάντα χορηγεί το Πνεύμα το Άγιον˙ βρύει προφητείας˙ ιερέας τελειοί˙ αλιείς θεολόγους ανέδειξε»[6], απλούς ψαράδες, τους έκανε θεολόγους, «όλον συγκροτεί τον θεσμόν της Εκκλησίας». Πώς συγκροτεί το Άγιον Πνεύμα τον θεσμό της Ορθοδόξου Εκκλησίας και πως είναι συγκροτημένος ο Παπισμός; Πώς συνδέεται το Άγιον Πνεύμαμε την διοίκηση της Εκκλησίας και ποιό είναι το λάθος του Παπισμού; Υπάρχουν δύο σχήματα διοικήσεως. Ποιό είναι το πρώτο σχήμα διοικήσεως; Το πρώτο σχήμα διοικήσεως, το οποίο έχει η Ορθόδοξος Εκκλησία είναι : Χριστός (κεφαλή) - Άγιον Πνεύμα (διάδοχος του Χριστού) - Απόστολοι στη συνέχεια. Χριστός - Άγιον Πνεύμα. Αναλήφθηκε ο Χριστός στους ουρανούς και Τον διαδέχθηκε το Άγιον Πνεύμα μέσα στην Εκκλησία. Είναι διάδοχος του Χριστού το Άγιον Πνεύμα. Και του Αγίου Πνεύματος όργανα είναι οι άγιοι Απόστολοι. Όχι μόνον ένας Απόστολος, αλλά όλοι οι Απόστολοι.
Από την άλλη μεριά, ποιό είναι το σχήμα διοικήσεως του Παπισμού; Το σχήμα διοικήσεως του Παπισμού είναι : Χριστός – Απ. Πέτρος (λείπει το Άγιον Πνεύμα) -Πάπας. Ο Απ. Πέτρος θεωρείται ως ο εκπρόσωπος του Χριστού και ο Πάπας ως διάδοχος του Απ. Πέτρου. Το Άγιον Πνεύμα εξαφανίσθηκε. Στην σημερινή εορτή της Πεντηκοστής ακούσαμε ότι δεν υπήρξε εξαίρεση ανάμεσα στους δώδεκα Αποστόλους. Κανένας από τους δώδεκα Αποστόλους, ούτε ο Απ. Πέτρος, δεν πήρε διαφορετική Χάρι. Μήπως κάθισε πάνω στό κεφάλι του Απ. Πέτρου καμμία μεγαλύτερη γλώσσα; Όλοι οι Απόστολοι πήραν την ίδια Χάρι και όλοι οι Επίσκοποι και οι Ιερείς έχουν την ίδια Χάρι. Ο Πάπας, όμως, ο οποίος θεωρείται ως ο διάδοχος του Απ. Πέτρου, έχει εξοβελίσει το Άγιον Πνεύμα.
Τελευταία διαφορά ως προς το Άγιον Πνεύμα είναι ότι εμείς οι Ορθόδοξοι βιώνουμε από εδώ, εδώ και τώρα, στην παρούσα ζωή την Χάριν και την παρουσία του Αγίου Πνεύματος, ενώ οι αιρετικοί Παπικοί έχουν μετατρέψει την βίωση του Αγίου Πνεύματος, την θέωση, τον αγιασμό και την σωτηρία σε ευσεβισμό και ηθικισμό. Οι δε αιρετικοί Προτεστάντες έχουν μεταθέσει την θέωση αποκλειστικά και μόνο μετά τον θάνατο, στην μετά θάνατον ζωή. Για’ μας τους Ορθοδόξους, όμως, υπάρχει ο αρραβώνας του Αγίου Πνεύματος. Δεν έχουμε ακούσει πολλές φορές ιερά λείψανα να ευωδιάζουν; Έχουμε εδώ στην Ελλάδα τα άφθαρτα λείψανα του αγίου Σπυρίδωνος, του αγίου Γερασίμου, του αγίου Νεκταρίου, του αγίου Ιωάννου του Ρώσου κ.ά. αγίων. Πού οφείλεται αυτή η αφθαρσία των ιερών λειψάνων των αγίων; Πού οφείλεται αυτή η μυροβλυσία και τα θαύματα, τα οποία κάνουν τα ιερά λείψανα και οι άγιες εικόνες; Οφείλεται στην παρουσία του Αγίου Πνεύματος. Το Άγιον Πνεύμα και η Χάρις του Αγίου Πνεύματος δεν είναι μόνον μία μελλοντική δωρεά, δεν περιμένουμε να ενδυθούμε το Άγιον Πνεύμα μόνο στα έσχατα. Το Άγιον Πνεύμα ως αρραβώνας υπάρχει απ’αυτή τη ζωή. Στη μέλλουσα αιώνια ζωή θα είναι ο γάμος. Εδώ είναι ο αρραβώνας. Έτσι διδάσκει ο Απ. Παύλος[7]. Εδώ είμαστε αρραβωνιασμένοι με το Άγιον Πνεύμα. Η Εκκλησία διά των μυστηρίων της μάς αρραβωνιάζει με το Άγιον Πνεύμα, μάς δίνει αυτόν τον αρραβώνα. Γι’αυτό και πολλοί άνθρωποι αγιάζουν. Υπάρχει μεγαλύτερη ευλογία από το να συναντήσουμε ένα άγιο άνθρωπο; Ας μπούμε στον κόπο να ψάξουμε να βρούμε αγίους ανθρώπους. Αξίζει! Ενώ, λοιπόν, εμείς οι Ορθόδοξοι πιστεύουμε ότι μετέχουμε του Αγίου Πνεύματος, της ακτίστου Χάριτος του Αγίου Πνεύματος, οι Παπικοί και οι Προτεστάντες λένε ότι δεν υπάρχει καν άκτιστη Χάρις του Αγίου Πνεύματος. Αυτό το έχουν και ως δόγμα. Είναι το δόγμα περί της κτιστής Χάριτος. Οφείλουμε να τονίσουμε και να ομολογήσουμε σήμερα ότι δεν υπάρχει Άγιον Πνεύμα στην αίρεση του Παπισμού. Δεν έχει την Χάριν του Αγίου Πνεύματος ο Πάπας. Για το γεγονός αυτό έχουμε μία μαρτυρία ενός πολύ μεγάλου αγίου της Εκκλησίας μας, του αγίου Συμεών Θεσσαλονίκης του Μυσταγωγού.  Λέει, λοιπόν, ο άγιος Συμεών Θεσσαλονίκης ο Μυσταγωγός στις αρχές του 15ου αιώ. :«Βλασφημούσιν άρα οι καινοτόμοι (οι Παπικοί) και πόρρω του Πνεύματος εισί». Είναι πολύ μακρυά από το Άγιον Πνεύμα. «Βλασφημούντες κατά του Πνεύματος».Βλασφημούν εναντίον του Αγίου Πνεύματος. «Και ουκ έστιν εν αυτοίς όλως το Πνεύμα το Άγιον». Και δεν υπάρχει σ’αυτούς καθόλου το Άγιον Πνεύμα. Και συνεχίζει: «Διό και αυτών αχαρίτωτα πάντα». Δεν έχουν Χάριν, δεν έχουν χαρίσματα. Όλα είναι αχαρίτωτα. «Ως την χάριν του Πνεύματος αθετούντων και υποβιβαζόντων αυτό. Διο και το Πνεύμα ουκ εν αυτοίς το άγιον και ουδέν πνευματικόν εν αυτοίς και κενά πάντα και εξηλλαγμένα πάντα τα παρ’εαυτοίς».
Αν, λοιπόν, δεν υπήρχε το Άγιον Πνεύμα, πώς θα δικαιολογούσαμε τους μοναχούς; Πώς αποφασίζουν πολλοί νέοι να εγκαταλείψουν αυτές τις χαρές της ζωής και να πάνε στις ερήμους, στα μοναστήρια, να φύγουν από την οικογένεια, από την κοινωνία; Τί είναι εκείνο, που τους ελκύει ν’αφήσουν τις γοητείες του κόσμου; Είναι μέσα τους η επενέργεια του Αγίου Πνεύματος. Έχουμε και στην εποχή μας αγίους. Γιατί ο γέρων Παΐσιος ο Αγιορείτης, ο γέρων Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης, ο γέρων Ιάκωβος ο Τσαλίκης και τόσοι άλλοι άνθρωποι είχαν και έχουν τόση επίδραση σ’ όλους εμάς; Γιατί, η Χάρις του Αγίου Πνεύματος δεν είναι συνέπεια μορφώσεως και διπλωμάτων, είναι συνέπεια καθάρσεως. Όποιος καθαίρει τον εαυτό του θα φανεί, θα πηγάσει, θα πλημμυρίσει από Άγιον Πνεύμα. «Ποταμοί εκ της κοιλίας αυτού ρεύσουσιν ύδατος ζώντος»[8], ακούσαμε σήμερα στο Ευαγγέλιο. Βγαίνει η Χάρις από μέσα και την νιώθουμε όλοι οι άνθρωποι. Αυτή, λοιπόν, η Χάρις του Αγίου Πνεύματος υπάρχει μόνο σ’εμάς, στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Μόνο εμείς είμαστε η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία. Στενοχωρούμαστε και αγωνιούμε, γιατί, δυστυχώς, οιΟικουμενιστές, παραμένοντας άγευστοι του Αγίου Πνεύματος, δεν το τονίζουν αυτό. Και ενώ έχουν φύγει μέσα από τους κόλπους της Εκκλησίας ο Πάπας και οι Προτεστάντες, αρχίζουν τώρα τελευταία να διδάσκουν πώς όλοι το ίδιο είμαστε,  «εκκλησία» είναι κι αυτοί κ.ά. Μ’ αυτόν, όμως, τον Παπισμό, μ’ αυτή τη δήθεν «εκκλησία», μ’ αυτούς τους ανθρώπους, που διέστρεψαν και κατέστρεψαν τελείως το Ευαγγέλιο, μ’ αυτούς δυστυχώς οι Οικουμενιστές συναγελάζονται κι έχουν σχέσεις σήμερα καί ανεβοκατεβάζουν τόν Πάπα «εκκλησία» και «αγιώτατο αδελφό» κ.ά. Δεν υπάρχει αντίσταση και αντίδραση, δεν υπάρχει η φλόγα και η τόλμη του Αγίου Πνεύματος, για να πουν ότι ο Πάπας είναι αιρετικός.
Σήμερα, λοιπόν, που εορτάζουμε την Πεντηκοστή, το πανηγύρι της Πεντηκοστής, ας μάς γίνει συνείδηση όλων μας ότι έχουμε αυτή την μεγάλη δωρεά και την Χάριν να ζούμε στην Ορθοδοξία μας μέσα στο πανηγύρι του Αγίου Πνεύματος, μέσα σε διαρκή Πεντηκοστή. Και αυτό το πανηγύρι της Πεντηκοστής οφείλουμε να το μεταφέρουμε και στους άλλους ανθρώπους. Να μάθει και ο Πάπας, να μάθουν και οι Προτεστάντες πως, αν θέλουν να αλλάξουν την Ευρώπη, δεν θα το κατορθώσουν με συντάγματα, νομοθεσίες και μνημόνια. Η Ευρώπη θ’ αλλάξει, αν ενστερνισθεί την παρουσία του Αγίου Πνεύματος. Ο Θεός στέλνει τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος και θα εξακολουθήσει να τα στέλνει. Όμως, αλλοίμονό μας, αν οργισθεί ο Θεός. Και αν οργισθεί ο Θεός, όπως οργίσθηκε με τον Παπισμό, τότε θα μάς αφαιρέσει το Άγιον Πνεύμα. Ας ευχηθούμε, λοιπόν, σήμερα, ημέρα της Πεντηκοστής, να εξακολουθήσει ο Θεός να στέλνει τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος, να μην ακολουθήσουμε αυτόν τον δρόμο της καταστροφής του Παπισμού και του Προτεσταντισμού, αλλά η αγία μας Ορθοδοξία να λάμπει και να θριαμβεύει. Ας τελειώσουμε με την ευχή, που λέει ένας ύμνος της Εκκλησίας μας. «Το Πνεύμα Σου το Άγιον μη αντανέλης αφ’ημών». Μη μάς παίρνεις, Κύριε, το Άγιον Πνεύμα. Άφησέ Το μέσα στην αγία μας Ορθοδοξία, για να μάς αγιάζει, να μάς καθαρίζει και να μάς φωτίζει.



[1] Γέν. 6, 3.
[2] Ματθ. 24, 37-38.
[3] Ψήφισμα της ειρηνικής διαμαρτυρίας για τις εκδηλώσεις «ομοφυλοφιλικής υπερηφάνειας» (Gay Pride) Θεσσαλονίκη, προαύλιος χώρος Ι. Ν. Αγίου Δημητρίου, 14 Ιουνίου 2013.
[4] Ιω. 15, 26.
[5] Α΄ Ιω. 3, 24.
[6] 3Ο τροπάριο του Μεγάλου Εσπερινού της Πεντηκοστής.
[7] Β΄ Κορ. 1, 22,  5, 5 και  Εφ. 1, 14.
[8] Ιω. 7, 38.

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πατρῶν κ.κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ

Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πατρῶν  
κ.κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

          Τήν Κυριακή τῆς Πεντηκοστῆς ἑορτάζομε τήν κάθοδο τοῦ Παναγίου Πνεύματος ἐπί τούς Ἁγίους Μαθητάς καί Ἀποστόλους, ἡ ὁποία ἔγινε πενῆντα ἡμέρες μετά τήν ἐκ νεκρῶν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.
          Διαβάζομε στίς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων:
«Ἐν τῷ συμπληροῦσθαι τήν ἡμέραν τῆς Πεντηκοστῆς ἦσαν ἅπαντες ὁμοθυμαδόν ἐπί τό αὐτό. Καί ἐγένετο ἄφνω ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἦχος ὥσπερ φερομένης πνοῆς βιαίας, καί ἐπλήρωσεν ὅλον τόν οἶκον οὗ ἦσαν καθήμενοι∙ καί ὤφθησαν αὐτοῖς διαμεριζόμεναι γλῶσσαι ὡσεί πυρός, ἐκάθισέ τε ἐφ’ ἕνα ἕκαστον αὐτῶν, καί ἐπλήσθησαν ἅπαντες,  Πνεύματος Ἁγίου...» (Πραξ. β’, 1-4).
          Ἔτσι, πραγματοποιήθηκε ἡ ἐπαγγελία πού εἶχε δώσει ὁ Κύριος στούς Μαθητάς του ὀλίγον πρό τοῦ Πάθους του:
«Καί ἐγώ ἐρωτήσω τόν Πατέρα καί ἄλλον Παράκλητον δώσει ὑμῖν, ἵνα μένῃ μεθ’ ὑμῶν εἰς τόν αἰῶνα, τό Πνεῦμα τῆς ἀληθείας» (Ἰωάν. ιδ’, 16).
          Καί εἰς ἄλλο σημεῖο ὁ Κύριος λέγει:
«Ὅταν δέ ἔλθῃ ὁ Παράκλητος, ὅν ἐγώ πέμψω ὑμῖν παρά τοῦ Πατρός, τό Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὅ παρά τοῦ Πατρός ἐκπορεύεται, ἐκεῖνος μαρτυρήσει περί ἐμοῦ» (Ἰωάν. ιε’, 26).
          Ἐπί τῇ ἑορτῇ, λοιπόν, τῆς Πεντηκοστῆς, ἐθεωρήσαμε πολύ ὠφέλιμο νά σημειώσωμε μερικά πράγματα σχετικά μέ τήν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας περί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι ἴσως, ἀγνοοῦν εἰς βάθος αὐτή τήν διδασκαλία, ἤ δυσκολεύονται νά τήν κατανοήσουν. Πολλάκις δέ καί μεῖς οἱ Ἐκκλησιαστικοί διδάσκαλοι ἀσχολούμεθα μέ ἄλλα ζητήματα καί ἀφήνομε κατά μέρος τά θέματα πίστεως, τά ὁποῖα ὅμως ἔχουν τήν πρώτη σημασία γιά τήν σωτηρία τοῦ Ἀνθρώπου.

          Τό Ἅγιο Πνεῦμα δέν εἶναι ἁπλῶς μιά ἀόριστη δύναμη τοῦ Θεοῦ, ἤ ποίημα τοῦ Λόγου ὡς ἰσχυρίζοντο ἀκραῖοι Ἀρειανοί, ὡς ὁ Εὐνόμιος κλπ., οἱ ὁποῖοι κατεδικάσθησαν ἀπό τίς Οἰκουμενικές Συνόδους, τόσο ἀπό τήν Α’, ἰδίως ὅμως ἀπό τήν Β’ Οἰκουμενική Σύνοδο, ὅπου εἰδικά ἀντιμετωπίσθησαν αὐτές οἱ πλάνες τῶν πνευματομάχων αἱρετικῶν.
          Τό Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι τό Τρίτο Πρόσωπο τῆς Παναγίας καί Ζωαρχικῆς Τριάδος, Θεός ἀληθινός, ὁμοούσιο καί ἰσότιμο πρόσωπο μέ τόν Πατέρα καί τόν Υἱό.
          Τό προσωπικό ὑποστατικό ἰδίωμα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι ἡ ἐκπόρευσις ἐκ τοῦ Πατρός.
          Τό Ἅγιο Πνεῦμα ἦτο πάντοτε «παρόν» μαζί μέ τά ἄλλα δύο πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος∙ συμμετέχει στήν δημιουργία τοῦ σύμπαντος κόσμου, ἐνεργεῖ διά τῶν Προφητῶν, συνεργεῖ στήν ὑπόθεση τῆς σωτηρίας τοῦ Ἀνθρώπου, ἐνῷ μετά τήν Ἁγία Πεντηκοστή, «ὅλον συγκροτεῖ τόν θεσμόν τῆς Ἐκκλησίας». Μορφώνει τόν Χριστό ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν καί μᾶς καθιστᾶ διά τοῦ Ἁγίου Βαπτίσματος μέλη τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ, δηλαδή τῆς Ἐκκλησίας. Ἐν γένει διά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος συνεχίζεται τό ἀπολυτρωτικό ἔργο τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ, διά τῶν Μυστηρίων.
          Ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας γιά τό Πανάγιο Πνεῦμα συμπεριελήφθη στό «Σύμβολο τῆς Πίστεως», στό γνωστό ἄρθρο μέ τό ὁποῖο ὁμολογοῦμε τήν Θεότητά Του:
«Καί εἰς τό Πνεῦμα τό Ἅγιον, τό κύριον, τό ζωοποιόν, τό ἐκ τοῦ Πατρός ἐκπορευόμενον, τό σύν Πατρί καί Υἱῷ συμπροσκυνούμενον καί συνδοξαζόμενον, τό λαλῆσαν διά τῶν προφητῶν».
          Στό σημεῖο αὐτό θά ἀναφερθοῦμε στήν αἱρετική διδασκαλία, τήν ὁποία ὅλως αὐθαιρέτως εἰσήγαγαν οἱ Παπικοί στό Σύμβολο τῆς Πίστεως, τό γνωστό “Filioque”. Πρόκειται γιά τήν διδασκαλία περί ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος «καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ», πού ὄχι μόνο ἀποτελεῖ αὐθαιρεσία, ὅπως ἀναφέραμε προηγουμένως, ἀλλά ὑπῆρξε καί ἕνα ἀπό τά βασικώτερα σημεῖα πού ὡδήγησε στό ὁριστικό Σχῖσμα τοῦ 1054.
          Ἡ αἱρετική αὐτή θέση τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν, ἡ μεγίστη αὐτή κακοδοξία, διασπᾶ (ὡς διδασκαλία) τήν ἑνότητα τῆς Ἁγίας Τριάδος, καί ἀνατρέπει ὅσα ἐδίδαξε ἀπ’ ἀρχῆς, ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι, ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία.
          Μέ ἁπλᾶ λόγια, τό “Filioque” καταργεῖ τήν μοναρχία τῆς Θεότητος, συγχέει τά ὑποστατικά ἰδιώματα τοῦ Πρώτου καί τοῦ Δευτέρου Προσώπου τῆς Ἁγίας Τριάδος (ἐφόσον τό Ἅγιο Πνεῦμα, κατά τήν ὡς ἄνω κακοδοξία, ἐκπορεύεται «καί ἐκ τῶν δύο») καί ὑποβιβάζει τό Τρίτο Πρόσωπο, τό Πανάγιο Πνεῦμα.
          Ἡ πλάνη αὐτή, ὁδηγεῖ σέ μεγάλες ἐπιπτώσεις ὡς πρός τήν σωτηρία τοῦ Ἀνθρώπου, καί δυστυχῶς ἀποτελεῖ ἕνα ἀκόμη μεγάλο ἐμπόδιο (ὅπως καί τό θέμα τῆς Οὐνίας) γιά τήν ἐπαναπροσέγγιση μέ τήν Μία, τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἐξ ἧς οἱ Δυτικοί ἀπεκόπησαν.
          Μετά τό Σχῖσμα, πολλοί Ἅγιοι Πατέρες ἐθεολόγησαν περί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὅπως ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ὁ Ἅγιος Μᾶρκος Ἐπίσκοπος Ἐφέσου ὁ Εὐγενικός, ὁ μαθητής του Γεννάδιος ὁ Σχολάριος καί πλεῖστοι ἄλλοι, οἱ  ὁποῖοι σθεναρῶς ἀντιμετώπισαν τίς παπικές κακοδοξίες περί τοῦ ὡς εἴρηται θέματος.
          Ἡ ὀρθή διδασκαλία καί πίστη περί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἔχει θεμελιώδη σημασία, ἀφοῦ δέν δύναται νά ὑπάρξῃ Ἐκκλησία χωρίς τήν παρουσία τοῦ Τρίτου Προσώπου τῆς Παναγίας Τριάδος. Ὁ Ἱερός Χρυσόστομος ἀναφέρει χαρακτηριστικά:  «Εἰ μὴ Πνεῦμα παρῆν, οὐκ ἄν συνέστη ἡ Ἐκκλησία» (Ὁμιλία Α’ εἰς Πεντηκοστήν, PG. 50. 459).        
          Κατά τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς (στούς Αἴνους) ἡ Ἐκκλησία μας διακηρύττει ψάλλουσα:
«Τό Πνεῦμα τό ἅγιον, ἦν μέν ἀεί, καί ἔστι καί ἔσται, οὔτε ἀρξάμενον, οὔτε παυσόμενον, ἀλλ' ἀεί Πατρί καί Υἱῷ συντεταγμένον καί συναριθμούμενον∙ ζωή καί ζωοποιοῦν, φῶς καί φωτός χορηγόν∙ αὐτάγαθον καί πηγή ἀγαθότητος· δι' οὗ Πατήρ γνωρίζεται, καί Υἱὸς δοξάζεται καί παρά πάντων γινώσκεται, μία δύναμις, μία σύνταξις, μία προσκύνησις, τῆς ἁγίας Τριάδος».
          Δηλαδή, «τό Ἅγιο Πνεῦμα ὑπῆρχε πάντοτε, καί ὑπάρχει καί θά ὑπάρχῃ. Οὔτε εἶχε (ποτέ) ἀρχή, οὔτε θά ἔχῃ τέλος, ἀλλά πάντοτε εἶναι ἑνωμένο καί συναριθμεῖται μέ τόν Πατέρα καί τόν Υἱό. Εἶναι ζωή καί δίνει ζωή, εἶναι φῶς καί χορηγός φωτός. Εἶναι ἀγαθό ἀφ’ ἑαυτοῦ Του καί πηγή ἀγαθότητος. Μέσω Αὐτοῦ ὁ Πατέρας γνωρίζεται καί ὁ Υἱός δοξάζεται καί κατανοεῖται ἀπό ὅλους. (Ὑπάρχει) μία δύναμη, μία ἑνότητα, μία προσκύνηση, αὐτή τῆς Ἁγίας Τριάδος».
          Ἐπίσης, ἡ Ἐκκλησία μας τονίζει ὅτι διά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀποκτοῦμε τήν ἑνότητα, ἡ ὁποία εἶναι ἀπαραίτητη στήν ζωή μας τήν προσωπική καί τήν κοινωνική. Ἑνότητα μέ τόν Θεό καί ἑνότητα μέ τόν συνάνθρωπό μας.
          Στό κοντάκιο τῆς Ἑορτῆς ἀναφέρεται:
«Ὅτε καταβάς τάς γλώσσας συνέχεε, διεμέριζεν ἔθνη ὁ Ὕψιστος· ὅτε τοῦ πυρός τάς γλώσσας διένειμεν, εἰς ἑνότητα πάντας ἐκάλεσε...».
          Σήμερα ἐπικρατεῖ σύγχυση στόν κόσμο. Ὁ καθένας μέ τόν δικό του τρόπο, ἀπό τήν δική του θέση καί κατά τήν προσωπική ἐσωτερική του κρίση, προσπαθεῖ νά δώσῃ λύση στά κοινωνικά προβλήματα καί στά προσωπικά καί ἄλλα ἀδιέξοδα. Ὅμως, χωρίς τήν ἔλλαμψη καί τόν φωτισμό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος,  διασαλεύεται ἡ ἐσωτερική μας καί κοινωνική συνοχή.
          Μόνο ὅσοι ζοῦν μέσα στήν Ἐκκλησία, οἱ θεούμενοι, οἱ ἄνθρωποι τῆς προσευχῆς, τῆς ἀσκήσεως, τῆς μυστηριακῆς κοινωνίας καί ζωῆς, μποροῦν νά κατανοήσουν καί νά ἀντιληφθοῦν εἰς βάθος τό μυστήριο τῆς ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι Ἑνότητος, ὅπως τό ἐβίωσαν οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι καί ὅλοι οἱ Ἅγιοι ἀπό τῆς ἀρχῆς καί μέχρι τῶν ἐσχάτων.
          Ἄς προσευχηθοῦμε μέ ζέση ψυχῆς, ὥστε τό Πανάγιο Πνεῦμα νά σκηνώσῃ στήν καρδιά μας, νά μᾶς φωτίσῃ, νά μᾶς  ἁγιάσῃ καί νά μᾶς λυτρώσῃ.        

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...