Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Ιουνίου 29, 2013

Κυριακή τών αγίων Πάντων, π. Στέφανος Αναγνωστόπουλος

Η σημερινή Κυριακή των Αγίων Πάντων χριστιανοί μου, είναι η συνέχεια της εορτής της Πεντηκοστής. Αυτό σημαίνει ότι όλοι οι άγιοι του Θεού, από κτίσεως κόσμου μέχρι και σήμερα, είναι η συνέχεια αυτής της μεγάλης γιορτής. Είναι η ίδια η Πεντηκοστή, για τον καθένα χωριστά και για όλους μαζί. 
Δηλαδή ό,τι θαυμαστόν και υπέρλαμπρον συνέβη στους Αποστόλους εκείνη την ημέρα που γιορτάσαμε την περασμένη Κυριακή, γίνεται και στον κάθε χριστιανό από μας, όταν βαπτίζεται, όταν λαμβάνει το Άγιον Χρίσμα, όταν κοινωνεί των Αχράντων Μυστηρίων, όταν μετανοώντας λαμβάνει την συγχωρητική ευχή, όταν ομολογεί τον Χριστόν ως Θεάνθρωπο Κύριον, ως Σωτήρα και Θεόν αληθινόν, και την ομολογία του αυτή την διακηρύσσει με το στόμα του, με τη ζωή του, με το αίμα του.
Γι’ αυτό και ο ίδιος ο Κύριος, έτσι μας άρχισε το σημερινό Του Ευαγγελικό Ανάγνωσμα, «πας ουν όστις ομολογήσει εν εμοί έμπροσθεν των ανθρώπων, ομολογήσω καγώ εν αυτώ έμπροσθεν του Πατρός μου του εν Ουρανοίς». 
Στο «πας όστις» ανήκουν όλοι οι Άγιοι, και οι Προφήτες και οι Απόστολοι και οι μάρτυρες και οι όσιοι, αλλά και όλοι οι αγωνιζόμενοι πιστοί χριστιανοί μέσα στον κόσμο. Άρα και μείς όλοι που κατακλύζουμε τους ιερούς ναούς, που γεμίζουμε με συναίσθηση τα εξομολογητήρια και που κάνουμε τον καλόν αγώνα της πίστεως προς τον Χριστόν και την Ορθόδοξη Εκκλησία Του. 

Κοινό χαρακτηριστικό όλων των Αγίων είναι η ομολογία τους και η πίστις τους προς τον Χριστόν, ανεξάρτητα από τους διαφόρους τρόπους ομολογίας του καθενός. 
Και πρώτον. Οι Προφήτες έδωσαν μαρτυρία την ομολογία και αυτό το μαρτύριο ότι θα έλθει κάποια εποχή που θα ανατείλει η σωτηρία δια μέσου του ερχομένου, του αναμενομένου Μεσσία, του Ιησού Χριστού. 
Δεύτερον. Οι Απόστολοι. Οι Απόστολοι πάλι έδωσαν στον απογοητευμένο κόσμο την βεβαίωση και μαρτυρία ότι ο καινούργιος αιώνας ήλθε με την ενανθρώπιση του Λόγου του Θεού στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού, του παθόντος και αναστάντος εκ νεκρών την τρίτη ημέρα κατά τας γραφάς, και του αναληφθέντος εν δόξη στους ουρανούς. 
Και τρίτον. Οι υπόλοιποι των Αγίων, των μαρτύρων, των ομολογητών, των οσίων και των Πατέρων, και των αναριθμήτων ανωνύμων απλών αγωνιζομένων χριστιανών, έδωσαν και δίδουν την μαρτυρία και την διαβεβαίωση ότι είναι δυνατόν και σήμερα ο οποιοσδήποτε χριστιανός, με την έμπρακτή του μετάνοια μέσα στην Εκκλησία, να βιώσει και να ζήσει τη νέα εν Χριστώ Ιησού ζωή. Είναι δυνατόν να προγεύεται της Βασιλείας των Ουρανών και να ζει τον αρραβώνα του Αγίου Πνεύματος και την Θεία Υιοθεσία ότι πλέον είναι κληρονόμος αυτής της Βασιλείας του Θεού Πατρός. 

Αυτό βέβαια προϋποθέτει κάτι. 
Προϋποθέτει καθημερινό ασκητικό πνευματικό αγώνα για να καθαρισθεί ο χριστιανός από τα πάθη του. Και μη νομίζετε ότι έχουμε λίγα. Έχομε πάρα πολλά ο καθένας. 
Να τηρεί τις Ευαγγελικές εντολές, - που δεν τις τηρεί. 
Να καλλιεργεί ζωντανή την πίστη του με έμπρακτη την αγάπη προς τον πλησίον, με ζήλο για ελεημοσύνη και συμπαράσταση στον πονεμένο – και αυτά τα βλέπομε πολύ σπάνια. 
Επίσης απαιτείται αγώνας για αγρυπνία των αισθήσεων, για συγκράτημα της γλώσσας, ιδιαιτέρως, που όλη την ημέρα κουτσομπολεύει και κατακρίνει, - δεν προλαβαίνουμε να πούμε «Δι’ ευχών» και αμέσως έρχεται η μαύρη χάρις και μπερδεύεται στη γλώσσα μας και κάνομε το ναό μας χάβρα των Ιουδαίων. 
Αγώνας για καθαρότητα στο νου, 
για ταπεινό φρόνημα, 
για συνεχή προσευχή, 
για συμμετοχή στα μυστήρια, 
για αγνότητα και σωφροσύνη και για τόσα πολλά άλλα. 

Βέβαια έχει θλίψεις ο ευσεβής χριστιανός, έχει και βάσανα και στεναχώριες και πειρασμούς πολλούς. Παρ’ όλα αυτά όμως ο Θεός τον αξιώνει επειδή κρατά την ομολογία της πίστεως να παρομοιάζεται κατά δύναμιν, με τους προφήτας της Παλαιάς Διαθήκης, διότι όπως εκείνοι έβλεπαν την πρώτη έλευση του Μεσσία Ιησού Χριστού εν οράσει, έτσι και ο σημερινός Ορθόδοξος Χριστιανός, βλέπει να έρχεται η Δευτέρα του Κυρίου της Δόξης η Παρουσία, αφού ο Κύριος εγγύς. 
Και μάλιστα με την πρόγευση της Βασιλείας των Ουρανών, με την νοερά καρδιακή προσευχή και με το πέρασμά του από την στρατευομένη στην θριαμβεύουσα Εκκλησία, όπως συνέβη και σήμερα. 
Βιώνοντας λοιπόν αυτή την παρουσία από σήμερα, από τώρα, πρέπει οι σημερινοί εκκλησιαζόμενοι χριστιανοί, απανταχού της γης στους Ορθοδόξους ναούς, έπρεπε να είχαν αυτή την αίσθηση, ότι ζούσαν μαζί με τους Αγίους Πάντας, μέσα σ’ αυτόν τον ίδιο ναό μαζί τους, καθ’ όν χρόνον προσηύχοντο και συμπροσεύχονται με τους ιερείς και την Εκκλησία του Χριστού. 
Δεύτερον, ο κάθε χριστιανός είναι και αυτός ένας γνήσιος μαθητής και Απόστολος του Χριστού, γιατί ζει σε πλήρη κοινωνία μαζί Του, αφού τηρεί τις εντολές Του. Και αφού συνεχώς Τον φωνάζει με το όνομά Του, "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με".
Και τρίτον, είναι και μάρτυρας, αφού θυσιάζει συνεχώς τον εαυτόν Του, για την αγάπη του Χριστού και με την μαρτυρικήν του ομολογία, σφραγίζει την νέα ζωή που έφερε στον κόσμο ο Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός. Έτσι με τον προσωπικό του αγώνα ο καθένας από μας καθίσταται και προφήτης και μαθητής και Απόστολος Ιησού Χριστού, και συγχρόνως ένας καθημερινός μάρτυρας και ομολογητής της πίστεώς του. Και επειδή είναι ζωντανό μέλος της Εκκλησίας του Χριστού, ανασταίνεται, ή συνανασταίνεται και αναλαμβάνεται, συναλαμβάνεται στους Ουρανούς μαζί με τον Ιησού Χριστό. Γιατί ο Ιησούς είναι η κεφαλή του σώματος της Εκκλησίας του οποίου μέλη είμεθα και μείς. 
Αλλά ο Ιησούς Χριστός, επαναλαμβάνω, ανελήφθη στους Ουρανούς, μαζί με το αναστημένο και θεωμένο σώμα Του, γι’ αυτό είπα «συνανασταίνεται» και «συναναλαμβάνεται». Που είναι αυτό το θεωμένο σώμα Του η Εκκλησία Του. Δηλαδή εμείς, εσείς, εγώ ο άχρηστος και όλοι μας. Έτσι λοιπόν και οι Άγιοι Πάντες που είναι ενωμένοι μαζί με το Χριστό, είναι μέλη του αναστημένου σώματός Του, γι’ αυτό έχουν και την αγιαστική χάρη του Ιησού Χριστού. 

Προχθές προσκυνούσα ένα ιερότατο οστούν, την κεφαλή ενός αγίου, ενός οσίου Χερουβείμ, αγνώστου, και ο τόπος ευωδίασε. Ευωδίασε από την χάρη του Χριστού, από κείνον το οποίον προσέφερε, εκείνος ο ίδιος ο Άγιος όσο ζούσε σ’ αυτόν εδώ τον κόσμο για την αγάπη του Χριστού, έτσι λοιπόν όταν ανελείφθη στους ουρανούς τον ανέλαβε μαζί Του και τη Χάρη Του, την Χάρη του Ιησού Χριστού την άφησε στα τίμια οστά του. Έτσι συμβαίνει με όλα τα οστά των αγίων. Κατ’ αυτόν τον τρόπον λοιπόν ασπαζόμενοι τα ιερά λείψανα των αγίων, ασπαζόμαστε την Χάρη του Αναστάντος Ιησού Χριστού που απορρέει μέσα απ’ αυτά. Γι’ αυτό και τα θαύματα δεν τελειώνουν κι ούτε θα τελειώσουν ποτέ. 

Αδελφοί μου από όσα είπαμε μέχρι τώρα, βγαίνει το μικρό συμπέρασμα ότι κάθε αγωνιζόμενος πιστός χριστιανός πρέπει να ακολουθεί τα αχνάρια των Αγίων Πάντων. Γι’ αυτό και οι Νηπτικοί Πατέρες, μας καλούν όλους εμάς να ενεργοποιήσουμε την ομολογία στον κόσμον αυτόν που ζούμε. 
Με ποιο τρόπο;
Πρώτον. Στα χέρια μας, μας λένε οι Πατέρες κρατάμε από το Άγιον Βάπτισμα φως! Τη Χάρη του Θεού. Αυτό είναι και το σύμβολον της λαμπάδας που κρατάει ο ανάδοχος ή το παιδάκι στη Βάπτιση. Έχουμε λοιπόν υποχρέωση αυτό το φως να το αφήσουμε πάντοτε να λάμπει και μέσα μας και γύρω μας, έστω κι αν αυτό μας στοιχίσει και αυτή τη ζωή μας. Και αν ακόμα μοιάσει αυτό φως με λυχνάρι θαμπό, γιατί είμαστε αδύνατοι και φτωχοί σε αρετές, είμαστε αμαρτωλοί, που τρεμοσβήνει σαν την πυγολαμπίδα αυτό το φως μέσα στον σύγχρονο κόσμο, που ζει στο σκοτάδι της αμαρτίας και των παθών. Το έργο μας είναι να το περιφέρουμε και να το διατηρούμε έστω και τρεμάμενο αυτό το φως της πυγολαμπίδος, αλλά πάντοτε αναμμένο. Και τότε ποιος ξέρει; Κάποιος μπορεί να το πλησιάσει αυτό το φως και ν’ ανάψει το δικό του σβηστό λυχνάρι απ’ τη δική μας πυγολαμπίδα. 
Δεύτερον. Έχουμε τη φωνή της ψυχής μας, τη φωνή του λόγου μας, και αυτή τη φωνή θα τη φωνάζουμε δυνατά από μέσα μας με προσευχή, με παράκληση, με δοξολογία, με ευχαριστία, αλλά και με συμβουλές και με παράδειγμα, προς όλον τον κόσμο που είναι γύρω μας. Μπορεί οι κρότοι και οι θόρυβοι της απιστίας, της αθεΐας, της αδικίας, της θεομαχίας, των αιρέσεων, της ασπλαχνίας, του ευδαιμονισμού και του οικουμενισμού να πνίγουν αυτούς τους ήχους της πονεμένης μας καρδιάς, αλλά εμείς θα επιμένουμε να διακηρύσσουμε και να ομολογούμε Χριστόν και τούτον Εσταυρωμένον. Ποιος ξέρει; Κάποιος μπορεί να μας ακούσει και κάποιος να σωθεί. 
Τρίτον. Όλοι μας ως Ορθόδοξοι Χριστιανοί που συμμετέχουμε στα Άγια Μυστήρια έχουμε μέσα μας και τη φλόγα της Πεντηκοστής. Και επειδή ο κόσμος που ζούμε είναι πονηρός, φίλαυτος, αδιάφορος, και ψυχρός σαν τις παγοκολώνες, γι’ αυτό και μείς αυτήν την φωτιά της Πεντηκοστής θα την προσφέρουμε στον κάθε μας πλησίον. Και ποιος ξέρει; Μπορεί κάποιος να την πλησιάσει. Να ζεσταθεί από την φλόγα της Πεντηκοστής. Από την Θεία Χάρη. Να λειώσουν οι πάγοι των παθών της ψυχής του και έτσι να σωθεί. Ποιος ξέρει; Και 
Τέταρτον να χρησιμοποιούμε όλοι μας την πνευματική μάχαιρα του πνεύματος. Πιθανόν το πρώτο ή το δεύτερο κτύπημα που καταφέραμε με το μαχαίρι αυτό, στον αιώνιο εχθρό της ψυχής μας, να ήταν χωρίς αποτέλεσμα. Ή προσέξτε, να εφαίνετο ότι ήτο χωρίς αποτέλεσμα. Εμείς όμως θα εντείνουμε όλες μας τις προσπάθειες με την ελπίδα ότι θα πλήξουμε όσο το δυνατόν γίνεται βαθύτερα αυτόν τον αιώνιο εχθρό της ψυχής μας, και έτσι θα τον αχρηστέψουμε γιατί έχουμε και την εντολήν του Κυρίου μας, να χρησιμοποιούμε πάντοτε αυτού του είδους την μάχαιρα. Την μάχαιρα του Πνεύματος, «ό εστί ρήμα Θεού». Και έτσι ο Χριστός θα μας καταστήσει σύγχρονους και προφήτας, και Αποστόλους και Ευαγγελιστάς και μάρτυρας. Γι’ αυτό το «ρήμα Θεού», που είναι ο Ευαγγελικός λόγος, ο λόγος της σωτηρίας, οφείλουμε να τον προσφέρουμε παντού και πάντοτε, ευκαίρως και ακαίρως, για να τονώνεται ο αγώνας μας, για να αυξάνεται η πίστις μας, για να δυναμώνει η ζωντανή μας ομολογία στον Χριστόν.

Χριστιανοί μου, ο φωτισμός που έχουμε από τον Θεόν, πρώτον, 
η φωνή μας που διακηρύσσει την αλήθεια της πίστεώς μας, δεύτερον, 
η φλόγα της Πεντηκοστής που φωτίζει πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον, τρίτον, 
η χρήσις της μάχαιρας του Πνεύματος «ό εστί ρήμα Θεού», τέταρτον, 
η ομολογία και το μαρτύριον, πέμπτον, 
οι καθημερινές θυσίες, έκτον, 
ο πνευματικός μας αγώνας έβδομον και 
η ζωντανή μας συμμετοχή στα μυστήρια όγδοον, 
και όλα μαζί αυτά και άλλα πολλά, ήσαν και είναι, η μαρτυρική ομολογία της ζωής και της δράσεως των Αγίων Πάντων, αλλά και της δικής μας ομολογίας.

Είθε να μας αξιώσει ο Πανάγιος Θεός όλους μας, να δίδουμε με όλα τα μέσα την ομολογία της νέας ζωής που έφερε ο Ιησούς Χριστός στον κόσμο, για να δεχτούμε χάριτι Θεού από το στόμα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, κατά την Δευτέραν Αυτού Παρουσία, - πότε θα γίνει δεν ξέρουμε, μπορεί και αύριο, μπορεί και σήμερα – και την δική Του διαβεβαίωση και ομολογία. 
Ποια; 
Θα ομολογήσω καγώ εν αυτώ, - για τον καθένα μας χωριστά -, έμπροσθεν του Πατρός μου του εν Ουρανοίς.
Αμήν.

Εις την Εορτή των Αγίων Αποστόλων Ὁ κάλαμος καὶ τὰ καλάμια Ἀρχιμανδρίτης Βαρνάβας Λαμπρόπουλος


Μιλώντας κάποτε γιά τόν Καρυωτάκη, ὁ κριτικός λογο­τε­χνίας Ἡρακλῆς Ἀποστολίδης εἶπε τά ἑξῆς:

«Ἡ βαθύτερη ἀρρώστεια τοῦ Καρυωτάκη εἶναι ἡ ἀρρώστεια τῶν περισ­σο­τέρων ἀπό τούς λογίους μας. Ἀπό ἐγωκεντρισμό πάσχουν ὅλοι. Τούς φοβίζει φο­βε­ρά ὁ θάνατος! Καί δέν θέλουν νά καταλάβουν, πώς ὁ κόσμος θά ἐξακο­λουθήσει τόν δρόμο του καί χωρίς αὐτούς· ὁ κόσμος θά ὑπάρχει καί ὕστερα ἀπό αὐτούς. Τήν ἀπρόσωπη συμβολή στήν ζωή δέν θέλουν οὔτε νά τήν ἀκούσουν. Καί ὅμως ἡ ζωή χρωστᾶ - νομίζω – τά ἴδια, ἄν μή πε­ρισ­σότερα, στήν ἀπρόσωπη αὐτή συμβολή τῶν ἀγνώ­στων, στήν ἀνώνυμη ἀνθρω­πό­τη­τα, ὅσα καί στίς προσω­πι­κότητες...».

Μέ ἄλλα λόγια, ὁ Ἀποστολίδης μᾶς λέει ὅτι τό σοβαρότερο πρόβλημα τῶν περισσοτέρων λο­γίων καί «σοφῶν τοῦ αἰῶνος τούτου» εἶναι ὅτι «ἔχουν καβαλήσει τό κα­λά­μι». Ἔχουν τήν ψευδαίσθηση ὅτι αὐτοί στηρίζουν τόν κόσμο μέ τήν σοφία τους καί μέ τήν ἐξυπνάδα τους! Καί ὅτι, χωρίς αὐτούς, ὁ κόσμος θά κατρακυλήσει σέ κατήφορο καί σέ σκοτάδι! Καί ὅλη τους ἡ ἔγνοια εἶναι, πῶς θά καταφέρουν νά μή ξεχαστῆ τό ὄνομά τους!


 


 
Στίς 30 Ἰουνίου εἶναι ἡ γιορτή τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων. Τιμᾶμε καί γιορ­τά­ζου­με δώδεκα ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι στήν πλειονότητά τους ἦταν ἀμόρφωτοι ψα­ρά­δες. Ἦταν ἄνθρωποι, πού ποτέ δέν τούς πέρασε ἀπό τό μυαλό νά ... σώσουν τόν κόσμο! Ποτέ δέν «καβάλησαν τό καλάμι» τοῦ κοινωνικοῦ ἀναμορφωτῆ καί τοῦ σω­τή­ρα τῆς οἰ­κου­μένης! Καί ποτέ δέν σκέφθηκαν νά ἀφήσουν «μεγάλο» ὄνομα μέσα στήν ἱστορία!

Καί ὅμως. Μέ τόν δικό τους «κάλαμο» (μέ τήν γραφίδα τους), δηλαδή μέ ὅσα ἔγρα­ψαν στά ἅγια Εὐαγ­γέλια, ἀναστάτωσαν ὅλους τούς φιλοσόφους καί τούς ρήτορες τοῦ κόσμου! «Ἁλιέων ὁ κάλαμος, φιλο­σό­φων τό φρύαγμα καί ρητόρων τά ρεύματα διετάραξε...». Διότι ἐκήρυξαν τό Εὐαγγέλιο τοῦ Σταυροῦ, πού γιά τούς ψευτοφιλοσοφοῦντες εἶναι «σκάνδαλο» καί «μωρία»! Γιά τούς δῆθεν «λογικούς» φιλοσόφους, ὁ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ φαντάζει σάν ἡ μεγαλύτερη ἀνοησία...
 

* * *
 
- Τί τό σπουδαῖο ἔκαναν αὐτοί οἱ φτωχοί καί ἀγράμματοι, γιά νά ἀξιωθοῦν μιᾶς τόσο μεγάλης τιμῆς; Πῶς ἔγιναν τόσο μεγάλες προσωπικότητες, χωρίς ποτέ νά ἐπιδιώξουν ἀνθρώπινες δόξες;

Στό ἐρώτημα αὐτό ἀπαντάει μέ δυό λέξεις ἕνα ἐπίσης ὡραῖο τροπάριο τῆς γιορτῆς τους: Οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι, λέει, ἔβαλαν στόχο τους νά γίνουν «χωρητικά δοχεῖα τοῦ Φωτός». Αὐτό ἦταν τό κατόρθωμά τους. Αὐτός ἦταν ὁ κόπος τους. Αὐτό ἦταν τό ἄθλημά τους! Εἶδαν τό Φῶς. Τό ἔβαλαν μέσα τους. Καί τό κράτησαν.

Καί αὐτό εἶναι τό πιό ἀξιέπαινο ἄθλημα, διότι, γιά νά γίνει κάποιος «χωρητικό δοχεῖο τοῦ Φωτός τοῦ Χριστοῦ», χρειάζεται

νά ἀδειάσει τό ἐγώ του ἀπό τήν ἰδέα ὅτι τά ξέρει ὅλα·

νά καθαρίσει τήν καρδιά του ἀπό κάθε βρωμιά ἁμαρτίας καί αἰσχρότητας·

νά πάψει νά ἀπαιτεῖ ἀπό ὅλους ἀγάπες καί τιμές·

νά ξεκαβαλικέψει τό «καλάμι» ὅτι δικαιοῦται νά κρίνει τούς πάντες καί τά πάντα·

καί νά ἀναζητεῖ παντοῦ καί πάντοτε τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, τό μόνο ἅγιο καί σωτήριο.
 

* * *
 
Σ’ αὐτά τά ἀθλήματα οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι πῆραν «ἄριστα». Πῆραν «μετάλλιο χρυσό». Μέ τό «σπαθί» τους. Καί μέ τόν ἱδρῶτα τους.

Καί, ὅσο αὐτοί δέν ἐπεδίωξαν ποτέ ἀνθρώπινες τιμές, τόσο ὁ Θεός τούς δό­ξα­σε! Καί χωρίς νά τό ἔχουν ποτέ ὀνειρευτῆ, ἔγιναν οἱ δώδεκα στῦλοι πού κρατᾶνε ὁλό­κληρο τό τεῖχος τῆς Νέας Ἱερουσαλήμ, δηλαδή τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ! Ἔγι­ναν τά ἀσά­λευ­τα θε­μέ­λια τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο!

Η ομολογία πίστεως,δρόμος σωτηρίας καί αγιασμού π. Στέφανος Αναγνωστόπουλος


Συζητούν χριστιανοί μου ένας άνδρας, που μόλις πριν από λίγες μέρες είχε γίνει χριστιανός, μ’ έναν παλιό του φίλο. 
- Ώστε βαπτίστηκες, του είπε, κι έγινες χριστιανός Ορθόδοξος, ε; 
Του λέει, «μάλιστα».
- Μα τότε θα ξέρεις πολύ καλά, όλα τα σχετικά με το πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Αλήθεια που Γεννήθηκε;
- Δεν ξέρω…
- Πόσο χρονών ήταν όταν βγήκε στη μεγάλη Του δράση; 
- Δεν ξέρω…
- Πότε πέθανε; Πότε σταυρώθηκε; 
- Δεν ξέρω. 
- Σε πόσες μέρες αναστήθηκε; 
- Μάλλον σε τρείς, αλλά δεν θυμάμαι.
- Ποια ήταν η κυριότερη θεϊκή Του διδασκαλία; 
- Δεν ξέρω.
- Ποιοί ήσαν οι Απόστολοι που έγραψαν τα Ευαγγέλια;
- Δεν ξέρω.
- Ο Χριστός τι ήταν; Ήταν Θεός, ήταν άνθρωπος, ήταν Υιός Θεού, τι ήτανε;
- Δεν ξέρω.
- Αυτό που λένε ότι πιστεύετε εσείς οι χριστιανοί οι Ορθόδοξοι στην Αγία Τριάδα, τι σημαίνει;
- Δεν ξέρω.
- Από ό,τι βλέπω, είπε ο φίλος του, πολύ λίγα πράγματα θα έμαθες για τον Ιησού Χριστό, και την θεϊκή Του διδασκαλία. Απορώ όμως, αφού ξέρεις τόσα λίγα, τι σε έκαμε και έγινες χριστιανός; 
- Έχεις δίκιο. Πολύ λίγα ξέρω και ειλικρινά ντρέπομαι γι’ αυτό. Αλλά ξέρω και κάτι. Και αυτό το κάτι το ομολογώ. 
- Τι είναι αυτό; 
- Να! Πριν λίγα χρόνια ήμουν αλκοολικός. Όλο έπινα. Όλο μεθούσα. Πότε με ούζα, πότε με ρετσίνα, πότε με κρασί, πότε με ουίσκι, πότε με το ένα, πότε με το άλλο, άσε που όπως ξέρεις έπαιζα συνέχεια και χαρτιά. Έτσι χρωστούσα πάρα πολλά χρήματα, πολλά, πολλά... Η οικογένειά μου υπέφερε και οδηγούμεθα σιγά σιγά στην τελεία καταστροφή. Τα παιδιά μου με εφοβούντο. Μόλις έμπαινα στο σπίτι μεθυσμένος έτρεμαν τα καημένα, και τα πιο μικρά κατουριόντουσαν επάνω τους απ’ το φόβο. Τώρα πια δεν πίνω. Δεν μεθάω. Δεν παίζω ούτε χαρτιά ούτε ζάρια. Και δεν χρωστάω σε κανέναν. Στο σπίτι όλοι με αγαπάνε. Και η ζωή μου είναι γεμάτη πλέον από χαρά. Τώρα ομολογώ την πίστη μου στον Χριστόν χωρίς να ντρέπομαι γι’ αυτήν. Εξομολογήθηκα καθαρά και με ειλικρίνεια, και από τότε, όπως και σήμερα πετάω. Και όλα αυτά ήρθαν πολύ ήρεμα στη ζωή μου, χωρίς να το καταλάβω… πώς; Από τη στιγμή που πίστευσα αληθινά στο Χριστό. Ήμουν τυφλός, όπως κάποιος τυφλός που άκουσα στο Ευαγγέλιον. Και είδα, ανέβλεψα. Ήμουνα παράλυτος και ο Χριστός με λύτρωσε, με έστησε στα πόδια μου, στάθηκα στα πόδια μου. Ήμουν νεκρός πνευματικά, ηθικά, σωματικά και ο Χριστός με ανέστησε. Πίστεψα και είδα το Χριστό και αυτό μου φτάνει. Πηγαίνω στην Εκκλησία, κοινωνώ των Αχράντων Μυστηρίων, διαβάζω το Ευαγγέλιο, προσεύχομαι πρωί και βράδυ, κάνω το Σταυρό μου ελεύθερα. Εργάζομαι κάθε μέρα και αυτό με γεμίζει χαρά. Είμαι πλέον χρήσιμος, πρώτα για τον εαυτόν μου, για την οικογένειά μου πρώτα, και ύστερα για ολόκληρη την κοινωνία. Και όλα αυτά είναι δώρα Του. Δώρα του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού. Και αυτά τα δώρα Του τα χρωστάω. Αυτό το ξέρω, το ξέρω πολύ καλά, και το ομολογώ. 

Αυτό το κάτι χριστιανοί μου, που είπε και ομολόγησε και που ομολογεί ο νεοβαπτιζόμενος χριστιανός, σημαίνει ότι ξέρω κάτι από πείρα. Είναι το βίωμά μου. Το έζησα. Το ζω και σήμερα και κατάλαβα τι αξία έχει το βίωμα απέναντι μονάχα στις ξερές γνώσεις.
Έτσι και ο τυφλός του Ευαγελίου, αν θυμηθούμε το Βαρτιμαίο, ήταν στο απόλυτο σκοτάδι και είδε το φως της ημέρας, όπως και όλοι οι τυφλοί στους οποίους ο Κύριος χάρισε το φως. 
Είδαν οι πρώην τυφλοί εκ γενετής πώς είναι οι άνθρωποι. Είδαν τον ουρανό, τον ήλιο, το φεγγάρι, τ’ αστέρια, είδαν τα πουλιά, τα δένδρα, τους βράχους, τις θάλασσες, τα ποτάμια και όλην την Κτίση. Αυτό που είδαν, ήταν βίωμα και ζωή. 
Ο λεπρός που καθαρίστηκε από την λέπρα μ’ ένα λόγο του Κυρίου, είχε το θαύμα χειροπιαστό, και γι’ αυτόν ήταν βίωμα και ζωή. 
Και οι τυφλοί που ανέβλεψαν, και οι λεπροί που καθαρίστηκαν, και οι παράλυτοι που περπάτησαν, και οι τυφλοί που είδαν, και οι κουφοί που άκουσαν, και οι νεκροί που αναστήθηκαν, και ιδιαιτέρως, όλως ιδιαιτέρως, ο Λάζαρος, και χιλιάδες άλλοι που βρήκαν την υγειά τους, όλοι τους είχαν την εμπειρία του θαύματος, και αυτό το ομολογούσαν και το διεκήρυτταν με παρρησία ότι ο Ιησούς Χριστός είναι αυτός που τους χάρισε, που τους ανέστησε και τους έδωσε το φως, την υγεία, τη ζωή. Και αυτό ήταν μια ομολογία πίστεως. 
Ομολογία πίστεως είχαν και όλοι οι άγιοι τους οποίους σήμερα τιμάει η Εκκλησία μας, Κυριακή των Αγίων Πάντων. 
Ομολογία πίστεως έδωσαν και οι πρώτοι χριστιανοί, γι’ αυτό και μαρτύρησαν με θάνατο φρικτό ύστερα από πολλαπλά βασανιστήρια εκ των οποίων πολλά γνωρίζετε και σεις. 
Ομολογία πίστεως έδωσαν και οι προφήτες, γι’ αυτό και πολλοί απ’ αυτούς εξορίσθησαν ή εφυλακίσθησαν ή εν φόνω μαχαίρας επέθανον, όπως μας είπε το σημερινό Αποστολικό Ανάγνωσμα. 
Ομολογία πίστεως έδωσαν και εκατοντάδες νεομάρτυρες μπροστά στους Τούρκους, μπέηδες και πασάδες, για να ακολουθήσει κατόπιν το κρέμασμα ή το σούβλισμα ή άλλα ποικίλα βασανιστήρια. 
Ομολογία πίστεως έδωσε και ο Μάξιμος ο Ομολογητής όταν φυλακίσθηκε και εξορίσθηκε και έδωσε και εκεί στην εξορία και στη φυλακή άλλη ομολογία πίστεως όταν του έκοψαν τη γλώσσα για να μην μπορεί να ομιλεί, να διακηρύσσει, να κηρύττει τον λόγον της αλήθειας του Χριστού, τον λόγον της ζωής. Ομολογία πίστεως έκαμε και εν συνεχεία για τρίτη φορά όταν του έκοψαν και το δεξί του χέρι για να μην μπορεί να γράφει γι’ αυτές τις αλήθειες της Ορθοδόξου ημών πίστεως, δηλαδή της Ορθοδοξίας. 
Ομολογία πίστεως έδωσαν και οι μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας μας, όταν καθόριζαν τους ιερούς κανόνες και τα δόγματα της πίστεώς μας. Και έχει ανυπέρβλητη αξία αυτή η ομολογία πίστεως, γιατί ήταν αποτέλεσμα θεϊκής βιώσεως και θεοπτίας. 
Ομολογία πίστεως έδωσαν και δίδουν και σήμερα οι ερημίτες, όταν μέσα στις σπηλιές, στις τρύπες και στις οπές της γης και στις κορυφές των ορέων, αγρυπνούν μετά πάσης προσοχής και νήψεως, προσευχόμενοι καθ’ όλην την διάρκειαν της νυκτός μέχρι δέκα ώρες με τη νοερά καρδιακή προσευχή, βυθίζοντας το νου, μέσα στη καρδιά υπέρ της του κόσμου σωτηρίας. Νηστεύουν με άκραν νηστείαν, και δίδουν αγώνες και μάχες και πάλη σώμα με σώμα με τους δαίμονες, όπως ο συνεχιστής της παραδόσεως των νηπτικών Πατέρων, ο Οσιότατος Γέρων Ιωσήφ ο Ησυχαστής και πνευματικός μου παππούς. 
Ομολογία πίστεως έκαμε και η Αγία Βαρβάρα μπροστά στον πατέρα της, εφαρμόζοντας στην πράξη αυτό που μας τόνισε ο Χριστός στο σημερινό Ευαγγελικό Ανάγνωσμα, «ο αγαπών πατέρα ή μητέρα υπέρ εμέ, ουκ έστι μου άξιος». Ομολόγησε την πίστη της η δεκαεπτάχρονη εκείνη κοπελίτσα και σφάχτηκε από τον ίδιο τον πατέρα της. Εκείνη κατέστη αγία και στόλισε τον θρόνον του Θεού και ανήκει στη συνοδεία της Υπεραγίας Θεοτόκου, αλλά ο δύστυχος εκείνος πατέρας όχι μόνον κεραυνοβολήθηκε, αλλά ως κάρβουνο που τον μετέβαλλε ο κεραυνός, κάρβουνο παραμένει και μέσα στο βυθό της αιωνίου κολάσεως. 
Ομολογία μαρτυρικής πίστεως έκανε και ο δωδεκάχρονος Ταρσίζιος όταν θέλησε να φυλάξει την μεταφορά των Τιμίων Δώρων, του Σώματος και του Αίματος του Ιησού Χριστού μέσα σε ένα μήλο. Τον αντίκρυσαν μερικοί νεαροί, μεγαλύτεροί του ειδωλολάτρες, τον άρπαξαν με βαναυσότητα και άρχισαν να τον κτυπούν μέχρι που τον άφησαν μισοπεθαμένο για να αρπάξουν αυτό που έκρυβε μέσα στην αγκαλιά του, αλλά εξαφανίστηκαν ευθύς αμέσως με την εμφάνιση ενός αξιωματικού Ρωμαίου χιλιάρχου, του Σεβαστιανού που ήταν και αυτός χριστιανός, για να μαρτυρήσει και αυτός αργότερα για την πίστη του Χριστού την Αγία, και αν δεν απατώμαι εορτάζει στις 18 Δεκεμβρίου. Από τον ετοιμοθάνατο Ταρσίζιο ο Σεβαστιανός πήρε το μήλο, με τα Τίμια Δώρα, και τα μετέφερε ο ίδιος στους εν φυλακή ευρισκομένους χριστιανούς, όπου και κοινώνησαν των Αχράντων Μυστηρίων και την άλλη μέρα εσύρθησαν στο Κολοσσαίον της Ρώμης για να τους κατασπαράξουν τα πεινασμένα άγρια θηρία και με το αίμα τους εκεί να δώσουν και αυτοί την καλήν ομολογίαν της πίστεως. Την ίδια μέρα πέθαινε και ο Ταρσίζιος στο σπίτι του Σεβαστιανού.
Ομολογία πίστεως δίδουν και όσοι από τους σημερινούς Νεοέλληνες Ορθοδόξους Χριστιανούς, έχουν την παρρησία και την τόλμην μπροστά στα πάσης φύσεως αφεντικά της παρούσης ζωής να διακηρύξουν το «πειθαρχείν δει Θεόν μάλλον ή ανθρώποις». 
Ομολογία πίστεως δίδουν και κείνοι, από τους σημερινούς Ορθοδόξους χριστιανούς που βιώνουν μέσα από τα σωστικά μυστήρια της Εκκλησίας, μέσα από την καθαρά προσευχή, μέσα από την πράξη των εντολών, την μετάνοια και την ταπείνωση, βιώνουν τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος, γι’ αυτό και διακηρύσσουν στην καθημερινή τους ζωή «ουκ δυνάμεθα γαρ ημείς, ά είδαμεν και ηκούσαμεν μη λαλείν». Δεν μπορούμε αυτά τα θαυμάσια που είδαμε και ακούσαμε και γευθήκαμε από την Χάριν του Αγίου Πνεύματος μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία μας και την πίστη μας, να μην τα διακηρύσσουμε με όλη την δύναμιν της ψυχής μας προς όλους, φίλους και εχθρούς, πιστούς και απίστους, μαύρους και άσπρους, θεοσεβείς και ασεβείς. 

Χριστιανοί μου, θέλω να πιστεύω πώς και μείς όλοι, σείς και γώ μαζί σας, σήμερα, συγκαταλεγόμεθα σ’ αυτήν την τελευταία εκλεκτή ομάδα των Ορθοδόξων αγωνιζομένων πιστών χριστιανών, που ομολογούν δημοσίως, Ιησούν Χριστόν και τουτον Εσταυρωμένον, για να δώσει και ο Χριστός με τη σειρά Του, την καλήν ομολογίαν για σας, στον Θεόν Πατέρα λέγοντας «ομολογήσω καγώ εν αυτώ» ή «ομολογήσω καγώ γι’ αυτούς, για σας και για μένα, έμπροσθεν του Πατρός μου του εν Ουρανοίς». 

Αυτό το εύχομαι με όλη μου την καρδιά σε όλους σας, αλλά να το εύχεσθε και σεις σε μένα τον ανάξιο και ταλαίπωρο, αλλά και σ’ όλους τους ιερείς,

Αμήν, γένοιτο

Κυριακή Α' Ματθαίου [των Αγίων Πάντων] π. Χερουβείμ Βελέτζας


 Γιορτάζει η αγία μας Εκκλησία και πανηγυρίζει σήμερα τους Άγιους Πάντες, όλους δηλαδή εκείνους τους συνανθρώπους μας που όχι μόνο πίστεψαν στο κήρυγμα του Χριστού, αλλά με τη ζωή τους έκαναν πράξη τις αλήθειες του Ευαγγελίου και με το παράδειγμά τους ενισχύουν και προτρέπουν όλους εμάς να συνεχίσουμε τον καλό αγώνα της πίστεως. Είναι οι αδελφοί μας οι γνωστοί και οι αφανείς, είναι οι προστάτες μας, εκείνοι που πρεσβεύουν στον Κύριο και για τη δική μας σωτηρία και θαυματουργούν όταν τους επικαλούμαστε με πίστη, είναι τα ζωντανά βιβλία της πίστεως, τα παραδείγματά μας και η απόδειξη ότι ο αγώνας μας και εφικτός είναι και δεν είναι άσκοπος αλλά το αντίθετο, σωτήριος και ζωοποιός.

Γι αυτό και σήμερα ακούμε από τον Ευαγγελιστή Ματθαίο να μας μεταφέρει τα λόγια του Κυρίου μας Ιησού Χριστού: “ Κάθε έναν που θα με ομολογήσει ενώπιον των ανθρώπων, θα τον ομολογήσω κι εγώ μπροστά στον Πατέρα μου τον επουράνιο· και όποιον με αρνηθεί ενώπιον των ανθρώπων, θα τον αρνηθώ κι εγώ μπροστά στον Πατέρα μου. Εκείνος που αγαπά μητέρα ή πατέρα περισσότερο από εμένα, δεν μου είναι άξιος· και εκείνος που αγαπά τα παιδιά του περισσότερο από εμένα, δεν μου είναι άξιος. Κι εκείνος που δεν σηκώνει τον σταυρό του και δεν με ακολουθεί, δεν μου είναι άξιος”. Του λέει ο Πέτρος: Κύριε, ορίστε, τα έχουμε εγκαταλείψει όλα για να σε ακολουθήσουμε· τί λοιπόν θα κερδίσουμε; Ο Χριστός υπόσχεται ότι κατά την ημέρα της Δευτέρας Παρουσίας Του οι Απόστολοι θα καθίσουν δίπλα από τον θρόνο Του, και θα κρίνουν τις δώδεκα φυλές του Ισραήλ, “και ο καθένας που άφησε σπίτια ή αδελφούς ή αδελφές ή μητέρα ή πατέρα ή γυναίκα ή παιδιά ή αγρούς για χάρη του ονόματός μου, θα λάβει εκατό φορές περισσότερα και θα κληρονομήσει την αιώνιο ζωή”.
Η ομολογία της πίστεως αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία για τη ζωή μας. Οι Άγιοι Πάντες το πέτυχαν αυτό, ομολόγησαν δηλαδή την πίστη τους στο Χριστό και Τον έθεσαν πρώτη προτεραιότητα στη ζωή τους, πάνω από κάθε τι ανθρώπινο και γήινο, γι αυτό και δοξάστηκαν από τον Θεό και τιμούνται από εμάς σήμερα. Και όταν μιλάμε για ομολογία πίστεως, έχουμε βέβαια στο νου μας τους άπειρους Μάρτυρες, που θυσίασαν ακόμα και τη ζωή τους προκειμένου να μην αρνηθούν την πίστη τους στον Χριστό. Δεν σκέφτηκαν τίποτα, δεν δείλιασαν μπροστά σε καμία απειλή, δεν κάμφθηκαν από τους πόνους και τα βασανιστήρια, δεν αρνήθηκαν τον Χριστό ακόμα και όταν οι τύραννοι θανάτωναν ενώπιόν τους τα αγαπημένα τους πρόσωπα, γονείς, παιδιά, συζύγους. Για τους Μάρτυρες της πίστεώς μας το μεγαλύτερο αγαθό, το οποίο δεν μπορεί κανείς να μας αφαιρέσει, είναι ο Χριστός, τον οποίο δεν αρνήθηκαν και γι αυτό τα ονόματά τους έχουν μείνει αιώνια γραμμένα στο βιβλίο της ζωής.
Η ομολογία ωστόσο της πίστεως στον Χριστό δεν έχει να κάνει μόνο με το σωματικό μαρτύριο, αλλά με την όλη στάση του ανθρώπου, με τη διαρκή παρουσία του Χριστού στην καρδιά και στη ζωή του. Ομολογία πίστεως έδωσαν οι ασκητές της ερήμου, που θυσίασαν κάθε δικαίωμά τους και κάθε άνεση, ακόμα και την καθημερινή τους τροφή, για την αγάπη του Χριστού. Ομολογία πίστεως έδωσαν και οι Πατέρες της Εκκλησίας μας, ποιμαίνοντας τον λαό του Θεού με το παράδειγμά τους και με τα συγγράμματά τους, με τα οποία αγωνίστηκαν να μας μορφώσουν εν Χριστώ και να αντικρούσουν τις πλάνες των αιρέσεων. Ομολογία πίστεως έδωσαν και όλοι οι Άγιοι, ακόμα και εκείνοι που παραμένουν άγνωστοι σε εμάς και μόνο ο Θεός γνωρίζει.
Ομολογία του Χριστού καλείται να δώσει ο κάθε πιστός σε κάθε εποχή και σε κάθε περίσταση, σε κάθε πτυχή και δραστηριότητα του καθημερινού του βίου, στην εργασία, στο σπίτι, στις συναναστροφές, στην κοινωνία, στον κάθε μας συνάνθρωπο. Ιδιαίτερα μάλιστα στην εποχή μας, που γίνεται προσπάθεια να περιοριστεί η πίστη στην ιδιωτική ζωή του ανθρώπου, που ο Χριστός και η πίστη μας βάλλεται με νέα μέσα και με πρόσχημα τα ανθρώπινα δήθεν δικαιώματα, ο λόγος του Κυρίου μας θα πρέπει να μας προβληματίσει ακόμα περισσότερο. Και τούτο επειδή, δυστυχώς, πολλές φορές παραθεωρούμε τον Χριστό και θέτουμε άλλες προτεραιότητες στη ζωή μας. Ασχολούμαστε με τα βιοτικά και τα καθημερινά, με την εργασία μας, με την οικογένειά μας, με τα θέλω μας, με το πώς θα γίνουμε αρεστοί και “επιτυχημένοι” στον κοινωνικό μας περίγυρο, και ξεχνάμε τον Χριστό ή δεν μιλάμε και πολύ γι' Αυτόν, μήπως και μας παρεξηγήσουν ή μας περιθωριοποιήσουν. Για να μη βρεθούμε στο περιθώριο της κοινωνίας, διαλέγουμε να θέσουμε τον Χριστό στο περιθώριο της ζωής μας, και να ασχοληθούμε με Αυτόν όταν οι άλλοι δεν θα μας βλέπουν, μυστικά και ιδιωτικά.
Στο σύγχρονο αυτό πειρασμό ας μη λησμονούμε ότι καμία αρετή δεν έχει μεγαλύτερη σημασία, όσο από την δημόσια ομολογία της πίστης μας στον Χριστό, όχι απλά με λόγια, αλλά με τα έργα μας και με τις πράξεις μας. [Διαφορετικά, αν δεν κάνουμε πράξη όσα μας προτρέπει σήμερα ο Χριστός, θα εκπλαγούμε εκείνη την ημέρα, όταν θα φωνάζουμε “Κύριε, άνοιξέ μας” κι εκείνος απαντήσει “Αλήθεια, δεν σας γνωρίζω” (Ματθ. 25, 12).]

πηγή

ΚΥΡΙΑΚΗ Α΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ ΣΥΝΑΞΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ 12 ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ (Μτθ. θ΄ 36, ι΄ 1-8) εκ της Ιεράς Μητροπόλεως Σερβιών και Κοζάνης


Περιστατικά σάν τήν ἀποστολή τῶν δώδεκα μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ, πού ἀκούσαμε στή σημερινή εὐαγγελική περικοπή, ποιά σημασία μποροῦν νά ἔχουν στόν καιρό μας; Τό πολύ πολύ νά τά μνημονεύουμε σάν γεγονότα πού συνέβησαν κάποτε, ν’ ἀποτελοῦν δηλαδή γιά μᾶς ἁπλή ἱστορική γνώση. Μία ἁπλή ἱστορία, χωρίς βαθύτερη σημασία. Κι ὅμως καμιά διήγηση, κανένα γεγονός, κανένας λόγος τοῦ Εὐαγγελίου δέν εἶναι χωρίς ἰδιαίτερη σημασία.
Ἡ ἀποστολή τῶν δώδεκα μαθητῶν φαίνεται νά εἶναι διπλή, σύμφωνα μέ τή διήγηση τοῦ εὐαγγελιστῆ Ματθαίου: τό κήρυγμα καί ἡ φιλανθρωπία. «Ὅπου πᾶτε, νά κηρύττετε λέγοντας πώς ἔφτασε ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Νά θεραπεύετε τούς ἀρρώστους, νά γιατρεύετε τούς λεπρούς, νά ἀνασταίνετε τούς νεκρούς, νά κάνετε καλά τους δαιμονισμένους» (Μτθ. ι΄ 7-8). Μέ αὐτά τά λόγια ὁ Ἰησοῦς περιγράφει καί τή δική του ἀποστολή, πράγμα πού σημαίνει ὅτι οἱ μαθητές συμμετέχουν στή δράση τοῦ Ἰησοῦ, στή διδαχή καί τή φιλανθρωπία του, τήν ἀγάπη του δηλαδή γιά τόν ἄνθρωπο. Περιγράφει, ὅμως, καί τό ἔργο καί τή θέση τοῦ καθενός μας μέσα στήν Ἐκκλησία. Τό καθένα, βέβαια, ἀπό αὐτά τά δύο, τό κήρυγμα καί ἡ φιλανθρωπία, ἔχει ξεκαθαρισμένο δικό του περιεχόμενο.
Ἄς δοῦμε πρῶτα τό κήρυγμα: Τί εἶναι τό θεῖο κήρυγμα; Πρέπει νά ξέρουμε, ἀγαπητοί ἀδελφοί, ὅτι κάθε κήρυγμα δέν εἶναι τό κήρυγμα τῆς Ἐκκλησίας. Τό κήρυγμα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι αὐτό ἀκριβῶς πού εἶπε ὁ Ἰησοῦς στούς δώδεκα μαθητές του, ὅταν τούς ὅρισε τή διακονία τους: «ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ». Ὄχι γνώση καί σοφία τοῦ κόσμου˙ οὔτε λόγος καί τέχνη ἀνθρώπινη˙ οὔτε κοινωνιολογία ἤ πολιτική ἤ καθηκοντολογία ἤ ἱστορίες κι ἀνέκδοτα ἀπό τή ζωή. Τό κήρυγμα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
Τό ἴδιο ἰσχύει καί γιά τή φιλανθρωπία. Κάθε δράση δέν εἶναι ἡ δράση τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ δράση τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ φιλανθρωπία. Ὄχι κοινωνική πρόνοια οὔτε ἄλλη κοινωνική δραστηριότητα, ἀλλά φιλανθρωπία˙ δηλαδή ἀγάπη πρός τόν ἄνθρωπο. Γιατί ἡ κοινωνική πρόνοια καί δραστηριότητα, πού εἶναι τόσο ἔντονες στόν τόπο μας τελευταία ἐξαιτίας τῆς λεγόμενης οἰκονομικῆς κρίσης, δέν εἶναι φιλανθρωπία, δέν εἶναι ἀγάπη πρός τόν ἄνθρωπο.
Ἡ κρίση πού διερχόμαστε δέν εἶναι οἰκονομική, ἀλλά κοινωνική, ἠθική. Καί εἶναι εὐκαιρία νά ἀσκήσουμε τή φιλανθρωπία. Δηλαδή, νά μήν κατακρίνουμε τούς ἀδελφούς, νά μήν ἐπικεντρωνόμαστε στά λάθη τους˙ νά φροντίζουμε νά μήν τούς στενοχωροῦμε, ἀλλά νά τούς ἐνθαρρύνουμε˙ νά μήν κρίνουμε κανέναν, νά δικαιολογοῦμε τούς πάντες, νά ἔχουμε καλό λογισμό˙ νά μπαίνουμε στή θέση τους, νά δείχνουμε κατανόηση στά λάθη τους, νά μήν ἀσχολούμαστε μέ τή ζωή τους˙ νά εἴμαστε πάντοτε διακριτικά δίπλα τους, καί στή χαρά καί στόν πόνο τους.
Ὁ Θεός, ἀγαπητοί ἀδελφοί, μᾶς καλεῖ ὅλους καί μᾶς ἐπιφορτίζει μέ μία ἀποστολή, μέ μία διακονία. Στίς μέρες μας, βέβαια, οἱ ἄνθρωποι μοιάζουν σάν θωρακισμένοι. Δέν τούς διαπερνᾶ, δέ φτάνει στήν καρδιά τους ἡ κλήση καί τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ πέφτει πάνω τους κι εἶναι σά νά ἐξοστρακίζεται, σά νά διώχνεται. Κι αὐτό γιατί μάθαμε νά ζητοῦμε ἀνταλλάγματα γιά ὅλα. Οἱ ἀπόστολοι, ὅμως, δέ ζήτησαν τίποτα ἀπολύτως. Ἁπλά ἔδειξαν ὑπακοή στό θέλημα τοῦ Χριστοῦ: νά κηρύττουν τή βασιλεία τοῦ Θεοῦ καί ν’ ἀγαποῦν τούς ἀνθρώπους.
Μακάρι κι ἐμεῖς ν’ ἀκούσουμε τήν κλήση πού μᾶς ἀπευθύνει ὁ Θεός καί ν’ ἀναλάβουμε μέ ὑπακοή τή διακονία πού μᾶς ἀναθέτει, γιά τήν προκοπή μας καί γιά τή σωτηρία μας. Ἀμήν.
Ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως

Οἱ Ἀπόστολοι π. Γεώργιος Κουγιουμτζόγλου



Ἀπόστολοι ὀνομάζονται οἱ Δώδεκα μαθητές τοῦ Κυρίου ποὺ ἄφησαν τά πάντα καί ἀκολούθησαν τόν Κύριο σέ ὅλη τή δημόσια διακονία Του μέχρι τῆς Ἀναλήψεως. Στή συνέχεια μετά τήν ἐπιφοίτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἔγιναν κήρυκες καί μάρτυρες τῆς πίστεως στόν Χριστό πρός λύτρωση τῆς ἀνθρωπότητας ἀπό τήν ἁμαρτία καί συνέβαλαν στήν ἐξάπλωση τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ στή γῆ.

Τό ἱερό καί τιμητικότατο αὐτό ὄνομα δόθηκε ἀπό τόν ἴδιο τόν Κύριο στούς Μαθητές Του, ὅταν διανυκτέρευσε στό ὄρος προσευχόμενος· τότε, «προσεφώνησε τούς μαθητὰς αὐτοῦ, καί ἐκλεξάμενος ἀπ' αὐτῶν δώδεκα, οὕς καί Ἀποστόλους ὠνόμασεν...» (Λουκ. στ', 12-13).

Οἱ Εὐαγγελιστές Ματθαῖος, Μάρκος καί Ἰωάννης χρησιμοποιοῦν περισσότερο τό ὄνομα «οἱ Δώδεκα», ὁ δέ Λουκᾶς καί Παῦλος τό «Ἀπόστολοι». Ἀργότερα χρησιμοποιεῖται ἡ λέξη σέ εὐρύτερη ἔννοια καί ὀνομάζονται Ἀπόστολοι καί ἄλλοι πλήν τῶν Δώδεκα, (οἱ ἑβδομήκοντα), ἀλλά καί οἱ συνεργάτες αὐτῶν.

Κατάλογοι τῶν ὀνομάτων τῶν δώδεκα Ἀποστόλων ὑπάρχουν τέσσερις: Ματ. ι', 2' Μάρ. γ', 13' Λουκ. στ', 14 καί Πράξ. α', 13. Οἱ κατάλογοι αὐτοί συμφωνοῦν μόνο στόν πρῶτο, τόν Πέτρο καί τόν τελευταῖο τόν Ἰούδα τόν Ἰσκαριώτη. Ἡ διαφωνία - ἀσυμφωνία τους ὀφείλεται στό γεγονός ὅτι οἱ Ἰουδαῖοι συνήθιζαν νά ἔχουν δύο ὀνόματα καί ἄλλοι Εὐαγγελιστές ἀναφέρουν τό πρῶτο, ἐνῶ ἄλλοι προτιμοῦν τό δεύτερο.

Κατά τήν ἐκλογή τῶν Μαθητῶν Του, ὁ Κύριος ἐσταμάτησε στόν ἀριθμό δώδεκα, γιατί ὅπως οἱ δώδεκα υἱοί τοῦ Ἰακώβ, οἱ δώδεκα Πατριάρχες, θεωροῦνται οἱ ἀρχηγοί τῶν δώδεκα φυλῶν τοῦ Ἰσραήλ, δηλαδή ὅλου τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ, ἔτσι καί οἱ Δώδεκα αὐτοί πρῶτοι Μαθητές τοῦ Κυρίου, ἔγιναν οἱ πνευματικοί ἀρχηγοί τοῦ νέου Ἰσραήλ, δηλαδή τοῦ Χριστιανισμοῦ. Ἄλλα καί διότι τά δωδέκα κουδουνάκια στό κάτω μέρος τοῦ χιτώνα τοῦ Ἀρχιερέως Ἀαρὼν ποὺ κουδούνιζαν, ὅταν βημάτιζε στή Σκηνή, τούς δώδεκα Ἀποστόλους ἐδήλωναν, ποὺ ἤχησαν (κουδούνισαν) καί ἐκήρυξαν σέ ὁλόκληρη τήν οἰκουμένη τό Εὐαγγέλιο τῆς ἀπολυτρώσεως. Γι' αὐτό καί ὁ Ὠσηὲ προφήτευσε ὅτι δώδεκα δρύες θά ἀκολουθήσουν τόν Θεό ποὺ θά φανεῖ στή γῆ.

Ἐκτὸς ἀπό τούς Δώδεκα, ὁ Κύριος ἐξέλεξε καί τούς «Ἑβδομήκοντα», οἱ ὁποῖοι κατά διαλείμματα Τόν ἀκολουθοῦσαν. Αὐτούς ἀπέστειλε γιά νά προετοιμάσουν τό ἔδαφος ἀπ' ὅπου ἐπρόκειτο νά περάσει καί νά διδάξει (Λουκ. Γ, 1). Καί ὁ ἀριθμός αὐτός ἀνταποκρίνεται πρός τούς ἑβδομήκοντα ἐκείνους Πρεσβυτέρους τούς ὁποίους ὁ Μωυσῆς, κατ' ἐντολή τοῦ Θεοῦ, ἐξέλεξε ὡς βοηθούς του. Ἀποδεικνύεται ἔτσι ὅτι τά παραδείγματα τῆς Παλαιᾶς εἶναι σύμφωνα μέ τά τῆς Καινῆς Διαθήκης.

Μεταξύ τῶν Δώδεκα ὁ Κύριος εἶχε τρεῖς, τόν Πέτρο, τόν Ἰάκωβο καί τόν Ἰωάννη οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσαν τό στενότερο κύκλο Του καί παρευρίσκονταν μόνο αὐτοί σέ ἐξαιρετικές περιπτώσεις, (ἀνάσταση τῆς κόρης τοῦ Ἰαείρου, στή Μεταμόρφωση, στήν προσευχή τῆς Γεσθημανῆς). Τόν πρῶτο, γιατί ἀγάπησε τόν Χριστό «σφόδρα». Τόν τρίτο, γιατί ἀγαπήθηκε ἀπό τόν Χριστό «σφόδρα». Καί τόν δεύτερο, γιατί μποροῦσε νά πιεῖ τό ποτήρι τοῦ θανάτου τό ὁποῖο καί ὁ Κύριος ἤπιε.

Οἱ δώδεκα Ἀπόστολοι ποὺ ἐξέλεξε ὁ Κύριος γιά νά μυήσει στά μυστήρια τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ὥστε νά συνεχίσουν ἀργότερα τό ἔργον Του, οὔτε μόρφωση εἶχαν οὔτε ἀπό ἀνώτερη κοινωνική τάξη τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ προέρχονταν. Ὅλοι κατάγονταν ἀπό τήν πτωχή καί καθυστερημένη πολιτιστικά Γαλιλαία, ἐκτός ἀπό τόν Ἰούδα τόν Ἰσκαριώτη, πού προερχόταν ἀπό τήν Ἰουδαία. Ἦσαν ἄνθρωποι ἁπλοί, βιοπαλαιστές, ἁλιεῖς στό ἐπάγγελμα καί τελῶνες, ἀλλά μέ ἁγνά θρησκευτικά ἐνδιαφέροντα καί μέ πίστη στόν Θεό τοῦ Ἰσραήλ καί στίς Μεσσιανικές παραδόσεις. Οἱ υἱοί τοῦ Ζεβεδαίου ἦσαν σχετικά εὔποροι, γιατί καί πλοῖο ἰδιόκτητο εἶχαν καί γνωριμίες μέ τούς Ἀρχιερεῖς τῆς Ἱερουσαλήμ διατηροῦσαν. Ἡ ἐξωτερική τους ἐμφάνιση προξενοῦσε τήν ἐντύπωση ὅτι ἦσαν ἄνθρωποι «ἀγράμματοι καί ἰδιῶται» (Πράξ. δ', 13). Εἶχαν ὅμως τήν Ἀποστολικότητα: Ἦσαν αὐτόπτες καί ἀκόλουθοι τοῦ Κυρίου, (γεγονός ποὺ συνιστᾶ τήν ἐξωτερική μαρτυρία ἐνώπιον τῶν ἀνθρώπων) καί εἶχαν τήν ἄνωθεν κλήση καί ἀποστολή (ἐσωτερικό γνώρισμα τῆς ἀποστολικότητας). Τ' ἀνωτέρω σημαίνουν ὅτι ἡ αὐθεντία τῶν Ἀποστόλων, κατά τή δράση τους στήν Ἐκκλησία, στηριζόταν στόν ἴδιο τόν Θεό. Ἔτσι συνέχισαν τό ἔργο τοῦ Διδασκάλου τους κινούμενοι διαρκῶς ἀπό πόλη σέ πόλη καί χειροτονοὺντες κατάλληλους διαδόχους.

Αὐτούς τούς δώδεκα ἱερούς Ἀποστόλους ἔχουμε χρέος ὅλοι οἱ Χριστιανοί νά τιμοῦμε καί νά γεραίρουμε σάν φωστῆρες τοῦ κόσμου, κήρυκες τῆς εὐσέβειας καί καταλύτες τῆς πλάνης. Καί κάνω ἀπ' ὅλα νά τούς γνωρίζουμε.

Πρῶτος Ἀπόστολος εἶναι ὁ Πέτρος, ὁ κορυφαῖος τῶν Ἀποστόλων, ὁ ὁποῖος προηγουμένως ὀνομαζόταν Σίμων. Ἦταν ἔγγαμος ψαράς, ἀγράμματος, ἀδελφός τοῦ Ἀνδρέα τοῦ Πρωτοκλήτου, ἀπό τή Βηθσαϊδὰ τῆς Γαλιλαΐας, υἱός τοῦ Ἰωνᾶ.

Αὐτόν τόν Ἀπόστολο μακάρισε ὁ Κύριος καί τόν ὀνόμασε Πέτρο, ἐνῶ τήν πίστη του ἀπεκάλεσε πέτρα πάνω στήν ὁποία ἀπεφάσισε νά οἰκοδομήσει τήν Ἐκκλησία Του. «Μακάριος εἶ, Σΐμων Βαριωνὰ... σύ εἶ Πέτρος, καί ἐπί ταύτῃ τῇ πέτρᾶ οἰκοδομήσω μου τήν ἐκκλησίαν, καί πύλαι ἅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς» (Ματ. ιστ', 17, 18).
Ἐκήρυξε τό Εὐαγγέλιο πρῶτα στήν Ἰουδαία καί Ἀντιόχεια ἀκολούθως στή Μικρά Ἀσία καί κατέληξε στή Ρώμη. Ἐπειδή ἐκεῖ ἐνίκησε μέ ὑπερφυσικό τρόπο τό μάγο Σίμωνα, σταυρώθηκε ἀπό τόν αὐτοκράτορα Νέρωνα κατακέφαλα, (πάνω τά πόδια - κάτω τό κεφάλι), ὅπως ὁ ἴδιος τό ζήτησε καί ἔτσι ἔλαβε τό ἄφθαρτο στεφάνι τοῦ μαρτυρίου, μεταξύ τῶν ἐτῶν 66 καί 69, ἀφοῦ ἄφησε δύο καθολικές ἐπιστολές στήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ.

Δευτερος εἶναι ὁ Ἀνδρέας, ὁ Πρωτόκλητος, ὁ ἀδελφός τοῦ Πέτρου.
Ὑπῆρξε ἐνωρίτερα μαθητής τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου, ἀλλά τόν ἐγκατέλειψε γιά νά ἀκολουθήσει τόν Χριστό. Προσέλκυσε καί τόν ἀδελφό του λέγοντας: «Εὑρήκαμεν τόν Μεσσίαν». Θεωρεῖται ἱδρυτής τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κων/πόλεως.

Ἐκήρυξε τό Εὐαγγέλιο σέ ὅλα τά παραθαλάσσια μέρη τῆς Μαύρης θάλασσας, Βιθυνίας καί Βυζαντίου. Ἀργότερα μέσω Θράκης καί Μακεδονίας κατῆλθε μέχρι τήν Ἀχαΐα. Στήν Πάτρα ἐνήργησε πολλά θαύματα καί ἐπειδή πολλοί ἐπίστευαν στόν Χριστό ὁ Ἀνθύπατος τῆς πόλεως Αἰγεάτης ἐκάρφωσε τόν Ἀπόστολο τοῦ Χρίστου σέ ἕνα Σταυρό ἀνάποδα κι' ἐκεῖ παρέδωσε τό πνεῦμα του. Τό λείψανό του μετά ἀπό πολλά χρόνια μεταφέρθηκε στό Ναό τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων Κωνσταντινουπόλεως.

Τρίτος Ἀπόστολος εἶναι ὁ Ἰάκωβος, ὁ τοῦ Ζεβεδαίου, ἀδελφός τοῦ Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου καί Εὐαγγελιστοῦ. Εἶναι ὁ τρίτος τῆς τριάδος Ἀπόστολος, τόν ὁποῖον ὁ Κύριος ἐλάμβανε μαζί μέ τόν Πέτρο καί Ἰωάννη ἰδιαιτέρως στίς προσευχές, ἀλλά καί στή Μεταμόρφωσή Του.

Ἐκήρυξε τό Εὐαγγέλιο σ' ὁλόκληρη τήν Ἰουδαία. Ὁ Ἡρώδης ὅμως ὁ Ἄγρίππας γιά τήν πολλή παρρησία ποὺ εἶχε, τόν ἐθανάτωσε μέ μαχαίρι τό 44 μ.Χ. καί ἔτσι ἔγινε ὁ δεύτερος μάρτυρας τῆς πίστεώς μας μετά τόν Πρωτομάρτυρα Στέφανο ( 43 μ.Χ.).

Τέταρτος εἶναι ὁ Ἰωάννης ὁ Εὐαγγελιστής καί Θεολόγος, ἀδελφός τοῦ Ἰακώβου. Εἶναι ὁ Ἀπόστολος ποὺ ἀγαπήθηκε ἀπό τόν Χριστό «σφόδρα» καί ὁ ἐπιπεσὼν ἐπί τό στῆθος Αὐτοῦ. Ὁ Ἰωάννης ἔχει λάβει τά περισσότερα ἐπίθετα: Ἀπόστολος, Εὐαγγελιστής, Θεολόγος, Μαθητής τῆς ἀγάπης, Ἠγαπημένος μαθητής, Ἐπιστήθιος, Παρθένος, Βοανεργές - υἱός τῆς Βροντῆς.

Ἐκήρυξε τό Εὐαγγέλιο στή Μικρά Ἀσία. Ἐξορίστηκε στήν Πάτμο, ὅπου πλήθη ἀπίστων προσῆλθαν στό Χριστιανισμό. Ὅταν ἐπέστρεψε στήν Ἐφεσο ἀναπαύθηκε ἐν εἰρήνῃ (περίπου 95 χρονῶν). Ἐνωρίτερα μᾶς ἄφησε τό Εὐαγγέλιό του, τρεῖς Καθολικές ἐπιστολές καί τήν Ἀποκάλυψη.

Πέμπτος Ἀπόστολος τοῦ Χριστοῦ εἶναι ὁ Φίλιππος ὁ ἀπό Βηθσαϊδὰ τῆς Γαλιλαίας, συμπατριώτης τοῦ Ἀνδρέου καί Πέτρου.
Εἶναι αὐτός ποὺ εἶπε στό Ναθαναήλ «ὅν ἔγραψε Μωσῆς καί Προφῆται εὑρήκαμεν,Ἰησοῦν τόν υἱόν τοῦ Ἰωσήφ τόν ἀπό Ναζαρέτ» (Ἰω. α', 46).

Ἐκήρυξε τό Εὐαγγέλιο στή Μικρά Ἀσία (Λυδία καί Μυσία) καί στήν Ἱεράπολη μαζί μέ τόν Βαρθολομαῖο (Ναθαναήλ) καί τήν ἀδελφή του Μαριάμνη. Μαρτύρησε τρυπημένος στούς ἀστραγάλους καί καρφωμένος σ' ἕνα ξύλο στήν Ἱεράπολη. Λόγω σεισμοῦ ποὺ ἀκολούθησε οἱ συνοδοί του ἀφέθησαν ἐλεύθεροι.

Ἕκτος εἶναι ὁ Βαρθολομαῖος ἤ Ναθαναήλ. Ὅταν ὁ φίλος του Φίλιππος τοῦ εἶπε γιά τόν Χριστό τ' ἀνωτέρω καί πλησίασε, ὁ Χριστός τόν προϋπάντησε λέγοντας: «Ἴδε ἀληθῶς Ἰσραηλίτης, ἐν ᾧ δόλος οὐκ ἔστι» (Ἰω. α', 48).

Ἐκήρυξε τό Εὐαγγέλιο στούς Ἰνδούς, οἱ ὁποῖοι ὀνομάζονταν Εὐδαίμονες καί τούς παρέδωσε τό κατά Ματθαῖον Εὐαγγέλιον. Ἀπό τούς ἀπίστους ὅμως σταυρώθηκε στήν Οὐρβανούπολη. Ἐκεῖ παρέδωσε τό πνεῦμα του καί ἔλαβε τό στέφανο τοῦ μαρτυρίου.

Ἕβδομος Ἀπόστολος εἶναι ὁ Θωμᾶς ποὺ λεγόταν καί Δίδυμος.
Εἶναι ὁ Μαθητής ποὺ γιά τήν ἀπιστία του εἶπε ὁ Κύριος: «Μή γίνου ἄπιστος, ἀλλά πιστός» (Ἰω. κ', 27) καί αὐτός ψηλαφώντας Τον εἶπε: «Ὁ Κύριός μου καί ὁ Θεός μου» (κ', 28).

Ἐκήρυξε τό Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ στούς Παρθους, Μήδους, Πέρσες καί Ἰνδούς. Ὁ Βασιλεύς τῶν τελευταίων, ἐπειδή ὁ Θωμᾶς ἐβάπτισε καί τόν υἱό του, τόν φυλάκισε καί τελικά τόν καταδίκασε σέ θάνατο: Οἱ στρατιῶτες τόν κατατρύπησαν μέ τίς λόγχες τους.


Ὄγδοος εἶναι ὁ Ματθαῖος, ὁ Τελώνης, ἀδελφός τοῦ Ἰακώβου τοῦ Ἀλφαίου. Εἶναι αὐτός πού ἀκολούθησε τόν Χριστό ἀφοῦ ἐγκατέλειψε «τήν ὑπηρεσίαν του». Μετά τό μεγάλο δεῖπνο ποὺ προσέφερε στόν Χριστό ἔγινε Ἀπόστολος καί Εὐαγγελιστής. Τό Εὐαγγέλιό του τό ἔγραψε στήν Ἀραμαική γλώσσα ὀκτώ χρόνια μετά τήν Πεντηκοστή, ἀργότερα ὅμως μεταφράστηκε στά Ἑλληνικά.

Ἐκήρυξε τό Εὐαγγέλιο στούς Παρθους καί Μήδους στούς ὁποίους ἵδρυσε Ἐκκλησία, μετά ἀπό πολλά θαύματα ποὺ ἔκανε σ' αὐτούς. Τελικά θανατώθηκε ἀπό τούς ἀπίστους διά πυρᾶς.

Ἔνατος εἶναι ὁ Ἰάκωβος ὁ υἱός τοῦ Ἀλφαίου, ἀδελφός τοῦ Λευί δηλ. τοῦ Ματθαίου. Λέγεται καί Ἰάκωβος ὁ μικρός, πρός διάκριση ἀπό τόν Ἰάκωβο τό μεγάλο, τόν ἀδελφό τοῦ Ἰωάννου, ἀλλά καί πρός διάκριση ἀπό τόν Ἰάκωβο τόν Ἀδελφόθεο.

Ὁ τόπος στόν ὁποῖο ἐκήρυξε ὁ Ἀπόστολος Ἰάκωβος δέν εἶναι ἐξακριβωμένος. Ἀναγράφεται ὅτι ἐκήρυξε στά ἔθνη καί ὀνομάστηκε σπέρμα θεῖο. Κηρύττοντας καί ἐλέγχοντας τούς ἀπαίδευτους λαούς κρεμάστηκε σέ σταυρό καί ἔτσι παρέδωσε τήν ψυχή του στόν Θεό.

Δέκατος Ἀπόστολος εἶναι ὁ Σίμων ὁ Κανανίτης δηλ. ὁ Ζηλωτής, ἀπό τήν Κανά τῆς Γαλιλαίας. Ὁ Σίμων ἀνῆκε στό κόμμα τῶν Ζηλωτῶν (ποὺ στά Ἀραμαικά ὁ ζηλωτής λέγεται Κanana καί μέ Ἑλληνική κατάληξη Κανανίτης = Ζηλωτής) καί διατήρησε τήν ὀνομασία του αὐτή καί ὡς Ἀπόστολος, (ὅπως καί ὁ Ματθαῖος ὁ Τελώνης).

Ἐκήρυξε τό Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ στή Μαυριτανία καί γενικά στήν Ἀφρική. Τελικά μαρτύρησε μέ σταυρικό θάνατο.

Ἑνδέκατος εἶναι ὁ Ἰούδας Ἰακώβου, τόν ὁποῖο ὁ Ματθαῖος ὀνομάζει Λεββαῖο ἤ Θαδδαῖο. Ὁ Ἰούδας, δηλαδή αὐτός διακρινόμενος ἀπό τόν Ἰούδα τόν Ἰσκαριώτη, τόν προδότη, εἶναι ἀδελφός τοῦ Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου καί ἑπομένως υἱός τοῦ Ἰωσήφ τοῦ μνήστορος. Ἄρα εἶναι «ἀδελφός» τοῦ Κυρίου. Λεββαῖος σημαίνει θαρραλέος καί Θαδδαῖος (στά Ἀραμαϊκά) σημαίνει μεγάθυμος, μεγαλόψυχος. Εἶναι συγγραφεύς τῆς Καθολικῆς ἐπιστολῆς Ἰούδα.

Ἐκήρυξε τό Εὐαγγέλιο στή Μεσοποταμία καί ἐφώτισε τά εὑρισκόμενα στή χώρα αὐτή ἔθνη. Πῆγε καί στήν Ἐδεσσα, ὅπου ἐθεράπευσε τόν Τοπάρχη. Τελικά τόν κρεμάσανε καί τόν θανάτωσαν μέ ἐκτοξευόμενα βέλη.

Δωδέκατος Ἀπόστολος τοῦ Χριστοῦ εἶναι ὁ Ματθίας, στή θέση τοῦ προδότη Ἰούδα. Μετά τήν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου, οἱ Ἀπόστολοι, ἀφοῦ ἐπιλέξανε δύο, τούς καταλληλότερους ἀπό τούς ἑβδομήκοντα Ἀποστόλους, ἔβαλαν κλῆρο «καί προσευξάμενοι... ἔπεσεν ὁ κλῆρος ἐπί Ματθίαν καί συγκατεψηφίσθη μετά τῶν ἕνδεκα Ἀποστόλων» (Πράξ. α', 24.26).

Ἐκήρυξε τό Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ στήν Αἰθιοπία καί ἀφοῦ ὑπέμεινε πολλά βασανιστήρια ἀπό τούς ἀπίστους παρέδωσε τήν ψυχή του στά χέρια τοῦ Θεοῦ.

Οἵ ἀνωτέρω πανεύφημοι Ἀπόστολοι, οἱ δώδεκα καί οἱ ἀνήκοντες στόν εὐρύτερο κύκλο τῶν ἑβδομήκοντα, μαζί μέ τίς σεπτές Μυροφόρες καί πιστές ἀκόλουθες τοῦ Κυρίου, αὐτοί ὅλοι, ποὺ ἦσαν ἑκατόν εἴκοσι (120) στόν ἀριθμό (Πραξ. α', 15), πρέπει νά γνωρίζουμε ὅτι δέν ἐβαπτίστηκαν μέ τό βάπτισμα δι' ὕδατος, ἀλλά βαπτίστηκαν τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς «ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ».

Πρῶτον γιατί ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης λέγει φανερά ὅτι ὁ Ἰησοῦς δέν ἔβαπτιζε «...ὁ Ἰησοῦς οὐκ ἔβαπτιζε, ἀλλ' οἱ Μαθηταί αὐτοῦ» (Ἰω. δ', 2) καί δεύτερον γιατί ὁ μέν Πρόδρομος ἐκήρυξε λέγοντας γιά τόν Κύριο: «Ἐγώ μέν βαπτίζω ὑμᾶς ἐν ὕδατι, αὐτός δέ βαπτίσει ὑμᾶς ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ καί πυρί» (Λουκ. γ', 16), ὁ δέ Χριστός τό ἐβεβαίωσε λέγοντας: «Ἰωάννης μέν ἔβαπτισε ὕδατι, ὑμεῖς δέ βαπτισθήσεσθε ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ οὐ μετά πολλας ταύτας ἡμέρας» (Πράξ. α', 5). Ἡ ὑπόσχεση αὐτή τοῦ Κυρίου πραγματοποιήθηκε τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς: «Καί ἐγένετο ἄφνω ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἦχος ὥσπερ φερομένης πνοῆς βιαίας... καί ὤφθησαν αὐτοῖς διαμεριζόμεναι γλῶσσαι ὡσεί πυρός, ἐκάθισε τε ἐφ' ἕνα ἕκαστον αὐτῶν καί ἐπλήσθησαν ἅπαντες Πνεύματος Ἁγίου» (Πράξ. β', 2-4). Γι' αὐτό δέν χρειάστηκαν ἄλλο βάπτισμα. Τό ἴδιο πιστοποιεῖ καί ὁ θεῖος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς λέγοντας ὅτι τό ὑπερῶον στό ὁποῖο κατῆλθε τό Ἅγιον Πνεῦμα, ἔγινε κολυμβήθρα στήν ὁποία βαπτίστηκαν ὅλοι οἱ Ἀπόστολοι καί οἱ λοιποί ἐκεῖ εὐρισκόμενοι. Ἀλλὰ καί ὁ Ἅγιος Χρυσόστομος, στήν ἑρμηνεία τοῦ Εὐαγγελίου, ἀναφέρει ὅτι οἱ Ἀπόστολοι βαπτίστηκαν ἀπό τό βάπτισμα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κατά τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς.



1. Ὅ Ἅγιος Νικόδημος, δεύτερο Ἀπόστολο, ἀναφέρει, τόν Παῦλο, τό σκεῦος ἐκλογῆς τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος ὑπερνίκησε ὅλους τοὺς Ἀποστόλους στό ζῆλο τῆς πίστεως καί στούς κόπους. Αὐτός ἐκήρυξε τόν Χριστό ἀπό Ἱεροσολύμων μέχρι τοῦ Ἰλλυρικοῦ, ὅπως ὁ ἴδιος ἀναφέρει καί ἔφθασε στή Ρώμη ἀποκεφαλίστηκε.

Η Προσευχή και ο Νους ( Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος )


Γιατί έρχονται πολλοί στην εκκλησία, επαναλαμβάνουν μηχανικά ψαλμούς και ευχές, και φεύγουν, δίχως να ξέρουν τι είπαν. Τα χείλη κινούνται, αλλά τ' αυτιά δεν ακούνε. Εσύ δεν ακούς την προσευχή σου, και θέλεις να σε εισακούσει ο Θεός; Γονάτισα, λες· αλλά ο νους σου πετούσε μακριά. Το σώμα σου ήταν μέσα στην εκκλησία και η ψυχή σου έξω. Το στόμα έλεγε την προσευχή και ο νους μετρούσε τόκους, συμβόλαια, συναλλαγές, χωράφια, κτήματα, συναναστροφές με φίλους. Κι όλα αυτά συμβαίνουν, γιατί ο διάβολος είναι πονηρός· ξέρει πως την ώρα της προσευχής κερδίζουμε πολλά, γι' αυτό τότε επιτίθεται με μεγαλύτερη σφοδρότητα. Άλλες φορές είμαστε ξαπλωμένοι στο κρεβάτι, και τίποτα δεν σκεφτόμαστε· ήρθαμε όμως στην εκκλησία να προσευχηθούμε, και ο διάβολος μας έβαλε ένα σωρό λογισμούς, ώστε καθόλου να μην ωφεληθούμε.

Αν, αλήθεια, ο Θεός σου ζητήσει λόγο για την αδιαφορία ή και την ασέβεια που δείχνεις στις λατρευτικές συνάξεις, τι θα κάνεις; Να, την ώρα που Αυτός σου μιλάει, εσύ, αντί να προσεύχεσαι, έχεις πιάσει κουβέντα με τον διπλανό σου για πράγματα ανώφελα. Και όλα τ' άλλα αμαρτήματά μας αν παραβλέψει ο Θεός, τούτο φτάνει για να στερηθούμε τη σωτηρία. Μην το θεωρείς μικρό παράπτωμα. Για να καταλάβεις, τη βαρύτητά του, σκέψου τι γίνεται στην ανάλογη περίπτωση των ανθρώπων. Ας υποθέσουμε ότι συζητάς μ' ένα επίσημο πρόσωπο ή μ' έναν εγκάρδιο φίλο σου. Και ενώ εκείνος σου μιλάει, εσύ γυρίζεις αδιάφορα το κεφάλι σου και αρχίζεις να κουβεντιάζεις με κάποιον άλλο. Δεν θα προσβληθεί ο συνομιλητής σου απ' αυτή την απρέπειά σου; Δεν θα θυμώσει; Δεν θα σου ζητήσει το λόγο;

Αλίμονο! Βρίσκεσαι στη θεία Λειτουργία, κι ενώ το βασιλικό τραπέζι είναι ετοιμασμένο, ενώ ο Αμνός του Θεού θυσιάζεται για χάρη σου, ενώ ο ιερέας αγωνίζεται για τη σωτηρία σου, εσύ αδιαφορείς. Την ώρα που τα εξαπτέρυγα Σεραφείμ σκεπάζουν τα πρόσωπά τους από δέος και όλες οι ουράνιες δυνάμεις μαζί με τον ιερέα παρακαλούν το Θεό για σένα, τη στιγμή που κατεβαίνει από τον ουρανό η φωτιά του Αγίου Πνεύματος και το αίμα του Χριστού χύνεται από την άχραντη πλευρά Του μέσα στο άγιο Ποτήριο, τη στιγμή αυτή η συνείδησή σου, άραγε, δεν σε ελέγχει για την απροσεξία σου; Σκέψου, άνθρωπε μου, μπροστά σε Ποιον στέκεσαι την ώρα της φρικτής μυσταγωγίας και μαζί με ποιους - με τα Χερουβείμ, με τα Σεραφείμ, με όλες τις ουράνιες δυνάμεις. Αναλογίσου μαζί με ποιους ψάλλεις και προσεύχεσαι. Είναι αρκετό για να συνέλθεις, όταν θυμηθείς ότι, ενώ έχεις υλικό σώμα, αξιώνεσαι να υμνείς τον Κύριο της κτίσεως μαζί με τους ασώματους αγγέλους.

Μη συμμετέχεις, λοιπόν, στην ιερή εκείνη υμνωδία με αδιαφορία. Μην έχεις στο νου σου βιοτικές σκέψεις. Διώξε κάθε γήινο λογισμό και ανέβα νοερά στον ουρανό, κοντά στο θρόνο του Θεού. Πέταξε εκεί μαζί με τα Σεραφείμ, φτερούγισε μαζί τους, ψάλε τον τρισάγιο ύμνο στην Παναγία Τριάδα.


Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος

πηγή

Δια την αγιότητα και τελειότητα τρία πράγματα απαιτούνται.





Δια την αγιότητα και τελειότητα τρία πράγματα απαιτούνται.
Δια τον καταρτισμόν της πνευματικού προόδου, η οποία οδηγεί τον άνθρωπον εις τον εξαγνισμόν, την καθαρότητα εκ του μολυσμού του ματαίου τούτου κόσμου και των ανθρωπίνων και σαρκικών παθών και ηδονών, δια την αγιότητα και τελειότητα και ένωσιν του ανθρώπου μετά του Θεού ,τρία πράγματα απαιτούνται:Πρώτον, η κατά Θεόν χριστιανική ζωή και πολιτεία των γονέων και το καλό παράδειγμα αυτών.Δεύτερον, η κατά Θεόν διδασκαλία και διαπαιδαγώγησις των τέκνων υπό των γονέων από μικράς, νηπιακής ηλικίας, αφ’ ης το παιδί αρχίζει να αισθάνεται , να εννοή, να ακούη, να ομιλή, καιΤρίτον, η απομάκρυνσις και τελεία αποφυγή εκ των κακών συναναστροφών, διεφθαρμένων, ασεβών, απίστων και διεστραμμένων παιδίων, κορασίδων, νέων, νεανίδων, ακόμη και γεροντισσών και γερόντων. Επειδή ,κατά τη γνώμη αρχαίων σοφών, αι κακαί συναναστροφαί φθείρουν ήθη χρηστά, και κατά τον Απόστ. Παύλον φθείρουν ήθη χρηστά ομιλίαι κακαί. Λοιπόν, ως τέκνα μου αγαπητά, σας δίδω τας ανωτέρω πατρικάς νουθεσίας , και από σήμερον να θέσετε εις εφαρμογήν τας οδηγίας μου δια να αναδείξητε την κόρην σας αγίαν. Πρωτίστως να της δώσετε το καλόν παράδειγμα, να γίνεται όσον το δυνατόν αγία, διότι αγίους μας θέλει ο Θεός. Γίνεσθε, είπεν, άγιοι, ότι εγώ Άγιος ειμί. Εάν ήτο αδύνατον, δεν θα το έλεγεν ο Θεός, διότι αδύνατα ο Θεός δεν ζητεί από τους ανθρώπους. Θα γίνωμεν δε Άγιοι ,εάν αγαπήσωμεν τον Θεόν με όλην μας την ψυχήν και την καρδίαν, αγαπήσωμεν δε και τον πλησίον μας, ακόμη και τους εχθρούς μας, ως τον εαυτόν μας. Τότε και μόνον θα γίνωμεν Άγιοι και παιδιά του Θεού…

Από το βιβλίο : «Ο ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΖΕΡΒΑΚΟΣ ( Ο ουρανοδρόμος οδοιπόρος, 1884-1980) Ένας σύγχρονος όσιος πατήρ Της Ορθοδόξου του Χριστού Εκκλησίας.

"Η αυταπάρνηση της Θεομήτορος"


(αρχιμ. Ζαχαρίας Ζάχαρου) 

Στον γάμο της Κανά (Ιωάν. 2), η Μητέρα του Κυρίου πλησίασε τον Υιό της με πολλή διακριτικότητα και ταπείνωση, όντας ταπεινή και αγία Παρθένος, για να του αναγγείλει με πραότητα: «Οίνον ουκ έχουσιν». Ενώ ακόμη πρόφερε τα λόγια αυτά, γεννήθηκε στην καρδιά της η σκέψη ότι ίσως είχε έλθει η ώρα να φανερώσει ο Κύριος τη δόξα Του, γιατί το πνεύμα της μελετούσε τα μεγαλειώδη γεγονότα, στα οποία η ίδια είχε παραστεί ως μάρτυρας από την ημέρα ακόμη του Ευαγγελισμού. Ο Κύριος αποκρίθηκε στον βαθύ αυτό συλλογισμό της καρδιάς της, και η απάντησή Του καταδεικνύει με ποιόν τρόπο η επικοινωνία στο πνευματικό επίπεδο στοχεύει την ουσία του θέματος, παρακάμπτοντας τα προκαταρκτικά στάδια της συνήθους συζητήσεως.

Η αγία Παρθένος είχε παρευρεθεί στο επίκεντρο των πιο ασυνήθιστων και υπερφυσικών γεγονότων: της συλλήψεως και γεννήσεως του Υιού του Θεού, της λατρευτικής προσκυνήσεως των Μάγων που ακολούθησε τη γέννησή Του, της εμφανίσεως της χορείας των Αγγέλων, του ονείρου του Ιωσήφ, με το οποίο ο Κύριος απομάκρυνε κάθε αμφιβολία από την καρδιά του, της φυγής στην Αίγυπτο, της προστασίας του Θεού κατά τη διάρκεια της σφαγής χιλιάδων βρεφών από τον Ηρώδη, της κλήσεως των πρώτων μαθητών μετά τη Βάπτιση του Κυρίου. Όλα αυτά τα γεγονότα πρόσφεραν πλούσια και εύγλωττη μαρτυρία εκ μέρους του Θεού για τα πρόσωπα του Χριστού και της Υπεραγίας Μητρός Του. Επί τριάντα χρόνια η Θεομήτωρ τα είχε φυλάξει ως πολύτιμο θησαυρό μέσα στην καρδιά της. Όταν το Άγιο Πνεύμα κατέβηκε από τους ουρανούς και αναπαύθηκε πάνω στον Κύριο κατά τη Βάπτισή Του –«εν είδει περιστεράς», προκειμένου να μαρτυρήσει τη θεότητα του Υιού πριν από όλους τους αιώνες–, η καρδιά της άρχισε να πλημμύριζει από άγια προσδοκία. Ανέμενε να δει την στιγμή, που ο Κύριος θα αποκάλυπτε τη δόξα Του. Τώρα λοιπόν η Μαριάμ, η Μητέρα του Θεού, προσεγγίζει τον Υιό της με μεγάλη συστολή, όπως θα άρμοζε σε κόρη μάλλον παρά σε μητέρα, και Του λέει: «Οίνον ουκ έχουσιν». Ο Κύριος αποκαλεί τη Μητέρα Του «γυναίκα», προσηγορία που θα Της απευθύνει επίσης και κατά τη σταύρωση: «Γύναι, ίδε ο υιός σου!» (Ιωάν. 19,26). Η απάντησή Του είναι ίσως αρκετά αυστηρή, αλλά οπωσδήποτε ευγενής: «“Γύναι, τί εμοί και σοι;” Αδυνατώ να εκπληρώσω τις επιθυμίες της μητέρας μου, γιατί πρέπει να φέρω εις πέρας την αποστολή του Πατέρα μου και η ώρα μου δεν έχει έλθει ακόμη».


Με τον τρόπο αυτό ο Κύριος εκκόπτει τις επιθυμίες της μητέρας Του και φαίνεται να τις αγνοεί. Αν δεν είχε υιοθετήσει τη στάση αυτή, δεν θα μπορούσε αργότερα να προφέρει τον λόγο: «Εί τις έρχεται προς με και ου μισεί τον πατέρα εαυτού και την μητέρα και την γυναίκα και τα τέκνα και τους αδελφούς και τας αδελφάς, έτι δε και την εαυτού ψυχήν, ου δύναται μου μαθητής είναι» (Λουκ. 14,26). Όπως έλεγε ο Γέροντας Σωφρόνιος, ο Κύριος ποτέ δεν παρέδωσε εντολές, τις οποίες δεν είχε ο Ίδιος πρώτα τηρήσει στη ζωή Του. Ζώντας σύμφωνα με τις δικές Του εντολές, Αυτός που είναι η Οδός, παρέδωσε στους μαθητές Του οδό ζωής. Επί τριάντα χρόνια έζησε με υπακοή στους γονείς Του, σύμφωνα με το κατά Λουκάν ευαγγέλιο. Αλλά είχε έλθει η ώρα να τα αφήσει όλα πίσω Του χάριν της θεϊκής αποστολής Του για τη σωτηρία του κόσμου.

Ο εχθρός ωστόσο κατεδίωκε τον Κύριο αμείλικτα, προσπαθώντας να συλλάβει Εκείνον, ο Οποίος ήταν ακηλίδωτος και ως προς την ελάχιστη αμαρτία, γιατί αυτό θα ήταν αρκετό, για να ακυρωθεί όλο το σωτηριώδες έργο Του. Ο Κύριος όφειλε, κατά συνέπεια, να τηρεί πολύ αυστηρή στάση σε κάθε περίσταση, ώστε να μην παραχωρήσει στον εχθρό καμία πρόφαση. Πράγματι, ο Ίδιος εξεπλήρωσε τον νόμο με τέλεια υποταγή στο θείο θέλημα του Πατρός Του. Η υπακοή στους επίγειους προστάτες Του είχε, σε τελική ανάλυση, δευτερεύουσα σημασία. Η αδιαφορία του Κυρίου για το θέλημα των συγγενών Του εκδηλώθηκε και σε άλλη περίπτωση, όταν η Μητέρα Του και οι αδελφοί Του ήθελαν να Τον απομακρύνουν από το πλήθος που απειλούσε να Τον σκοτώσει: «Τίς εστιν η μήτηρ μου και τίνες εισίν οι αδελφοί μου;» (Ματθ. 12,48).

Η Θεομήτωρ αποδέχθηκε την απάντηση του Υιού της με ακράδαντη πίστη, παραμερίζοντας τη δική της επιθυμία με πράξη αυτοκενώσεως. Ήταν έτοιμη να ελπίσει παρ’ ελπίδα, όπως έκανε ο Αβραάμ. Μπορεί να μην εννόησε τους λόγους της αρνήσεως του Κυρίου, αλλά είχε απόλυτη εμπιστοσύνη ότι κάθε ενέργειά Του ήταν ορθή. Στην Κανά παρά το ότι ταπεινώνεται από τον Υιό της, εμφορούμενη από τέλεια πίστη, προτρέπει τους υπηρέτες: «Ό,τι αν λέγη υμίν, ποιήσατε».

Ο Κύριος τίμησε τη Μητέρα Του. Το νερό μετατράπηκε σε κρασί και ο αρχιτρίκλινος της εορτής επαίνεσε τον γαμπρό λέγοντας: «Πας άνθρωπος πρώτον τον καλόν οίνον τίθησι, και όταν μεθυσθώσι, τότε τον ελάσσω· συ τετήρηκας τον καλόν οίνον έως άρτι». Οι Πατέρες μας διδάσκουν ότι ο Θεός πάντοτε διαφυλλάσει τον «καλόν οίνον» για το τέλος. Προηγούνται παθήματα και θλίψεις, και μόνο προς το τέλος μας προσφέρεται το εκλεκτό κρασί της χάριτός Του.

Σε όλη τη διάρκεια της επίγειας αποστολής Του ο Κύριος κατέστησε σαφές ότι χρεωστούσε αφοσίωση πρωτίστως στον Θεό, με την υπακοή στις εντολές Του. Αποδεικνύοντας στους μαθητές Του ότι είχε έλθει στη γη, για να εκπληρώσει το θέλημα του Ουρανίου Πατρός Του, εντούτοις ποτέ δεν παραμέλησε τη Μητέρα Του. Εξαρχής η Παναγία αποτέλεσε το μεγαλύτερο όργανο για την πραγμάτωση του σωτηριώδους έργου Του. Την ώρα της σταυρώσεώς Του, και ενώ ολόκληρη η επίγεια αποστολή Του φαινόταν να αιωρείται πάνω από την άβυσσο του αιώνιου θανάτου, ακόμη και τότε, επιδείκνυε άγρυπνο ενδιαφέρον για την προστασία της (Ιωάν. 19,26-27). Ποιός άλλος θα μπορούσε να εμφορείται από πνεύμα υπακοής και αυτοθυσίας περισσότερο από την Αγία Μητέρα Του; Αποδέχθηκε το θέλημα του Υιού της, θυσιάζοντας το δικό της με τέλεια ταπείνωση, πίστη και υπομονή. Ο Κύριος της αντέτεινε: «Ούπω ήκει η ώρα μου». Αλλά καθώς η Θεομήτωρ εγκολπώθηκε την ταπείνωση αυτή με μεγάλη πραότητα, έδωσε στον Κύριο τη δυνατότητα να εκδηλώσει πολύ σύντομα το μεγαλείο της δόξας Του. Με την ταπείνωση και την κένωσή της η Αγία Παρθένος επέσπευσε την ώρα της δόξας του Υιού της. Στο κατά Ιωάννην ευαγγέλιο η «ώρα» Του είναι αυτή της φανερώσεώς Του ως Μεσσία (Ιωάν. 5,25,28· 7,30· 8,20· 13,1), ενώ σε πολλά άλλα χωρία αναφέρεται στη σταύρωσή Του. Τότε η δόξα Του επρόκειτο να αποκαλυφθεί σε υπέρτατο βαθμό στην έως θανάτου αγάπη Του, την ολοκλήρωση του έργου Του για τη σωτηρία του κόσμου. (Ματθ. 26,45· Μαρκ. 14,41).

Το ίδιο είδος κενώσεως συναντούμε στους βίους πολλών Αγίων, όπως και πολλών πιστών χριστιανών. Την ώρα της εγκαταλείψεως, του πόνου και της δοκιμασίας εναποθέτουν όλη την εμπιστοσύνη τους στον Κύριο, και παρότι είναι βυθισμένοι σε ολέθριο και ζοφερό άδη, με ένα άλμα γεμάτο ανδρεία βρίσκονται απροσδόκητα στο φως της Βασιλείας των ουρανών. Όπως προφητικά γράφει ο βασιλιάς Δαβίδ στους Ψαλμούς του: «Εγώ δε είπα εν τη εκστάσει μου· απέρριμαι από προσώπου των οφθαλμών σου. Δια τούτο εισήκουσας της φωνής της δεήσεώς μου» (Ψαλμ. 31,22). Ο Θεός παραχωρεί στους Αγίους να υποστούν πλήρη κένωση, την οποία εκείνοι αποδέχονται με απόλυτη εμπιστοσύνη, προσηλωμένοι με αταλάντευτη διάνοια στην αιώνια μακαριότητα που επιφυλάσσει ο Θεός στους δικαίους Του. Έτσι πραγματοποιείται η διάβαση από το ψυχολογικό επίπεδο στο οντολογικό, όπως έλεγε συχνά ο Γέροντας Σωφρόνιος. Στην κατάσταση ακριβώς αυτή γινόμαστε μέτοχοι της θεϊκής ενέργειας του μεγάλου ελέους του Χριστού.

Όπως ακριβώς η κένωση της Θεομήτορος διευκόλυνε την έλευση της ώρας του Υιού της, κατά την οποία αποκάλυψε τη δόξα Του και οι μαθητές Του στερεώθηκαν στην πίστη τους, παρόμοια και στους βίους όλων των Αγίων, η απαρασάλευτη πίστη τους και η παρ’ ελπίδα ελπίδα τους επισπεύδει την ώρα του μεγάλου ελέους του Κυρίου. Μερικές φορές δεν είναι σε θέση να εννοήσουν τους λόγους για τη δοκιμασία που υφίστανται, αλλά γνωρίζουν με απόλυτη βεβαιότητα ένα πράγμα: ότι η δικαιοσύνη και η αρετή ανήκουν μόνο στον Θεό, ο Οποίος μένει αγαπητός και ευλογητός εις τους αιώνας. Ο Γέροντας Σωφρόνιος βεβαίωνε ότι, όταν προσφέρουμε γνήσια μετάνοια έως θανάτου, κατά τα πρότυπα των Αγίων, δεν αρμόζουν σε μας ερωτήματα του είδους: «Γιατί μου συμβαίνει αυτό; Γιατί μου το κάνεις αυτό, Κύριε;». Σε μας η αληθινή σοφία υπαγορεύει το ερώτημα: «Πώς πρέπει να ενεργήσω τώρα, Κύριε, ώστε να αποφύγω την αμαρτία και την αποτυχία στις επαγγελίες Σου;».

Όσον αφορά τη ζωή της Θεομήτορος, έχουν καταγραφεί στις Γραφές πολύ λίγοι αλλά εξαιρετικά σημαντικοί μαργαρίτες, οι οποίοι ως θυρίδες μας επιτρέπουν να εισδύσουμε στο εξέχον μυστήριο Της. Ο σκοπός του θαύματος του Κυρίου στην Κανά ήταν να ενισχύσει την πίστη των μαθητών Του. Η αποκάλυψη Του σε αυτούς έπρεπε να προηγηθεί της φανερώσεώς Του στα πλήθη. Όταν ο Κύριος μετέτρεψε το νερό σε κρασί, οι οφθαλμοί των μαθητών διανοίχθησαν. Συντελέσθηκε όμως μεγάλη αλλαγή στη ζωή της Θεομήτορος. Ο Χριστός, πειθαρχώντας στον νόμο, είχε πλήρως υποταχθεί σε Αυτήν, εφεξής όμως εκείνη γίνεται υποτακτική Του, ως Μητέρα και ως διάκονός Του.

Ο σκοπός της ζωής μας είναι να αναγγείλουμε με τα έργα μας τη δόξα του Θεού, για την οποία εξαρχής μας δημιούργησε και μας συντηρεί. Ακόμη και όταν πεθαίνουμε, αποβλέπουμε στη δόξα Του, στη μετοχή μας και στην αιώνια παραμονή μας σε αυτήν. Ο Κύριος μετέσχε στην ανθρώπινη ζωή ως ξένος, ως επισκέπτης, και χάρη στην ταπεινή εμφάνισή Του μπόρεσε να εδραιώσει τη Βασιλεία Του. Υπήρξε προσκεκλημένος και στον γάμο της Κανά, αλλά αξιοποίησε την ευκαιρία, για να ιδρύσει τη δική Του θεϊκή οικογένεια, την Εκκλησία, την επίγεια Βασιλεία Του, κάνοντας αρχή από την Πανάχραντο Μητέρα Του και τους μαθητές Του.

Όπως ο Κύριος από το νερό προκάλεσε αφθονία εκλεκτού κρασιού, έτσι και όταν επεμβαίνει στην ενδεή ζωή μας, εκχέει μέσα της τον πλούτο της δικής Του ζωής, ανακαινίζει, ομορφαίνει και νοηματοδοτεί όλη την ύπαρξη μας. Εξάλλου ο Ίδιος ανήγγειλε: «Εγώ ήλθον ίνα ζωήν έχωσι και περισσόν έχωσιν» (Ιωάν. 10,10).

------------------------------------------------------------------------------------
(Αρχιμ. Ζαχαρία (Ζάχαρου), Πιστοί στη διαθήκη της αγάπης, εκδ. Ι.Σταυροπηγιακή Μ. Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας 2012, σ. 298-303).

Στὴ μνήμη τῶν Ἀποστόλων Πέτρου καὶ Παύλου π.Ἀντώνιος Πινακούλας



 


Α. ΠΡΟΛΟΓΟΣ

1. Ἡ θέση τῆς γιορτῆς στὸ ἐκκλησιαστικὸ ἔτος

2. Ἀναφορὰ στὴν ἑορτὴ καὶ ἀναγγελία τοῦ θέματος


1. Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, γιορτάζουμε σήμερα τοὺς Ἀποστόλους Πέτρο καὶ Παῦλο. Γιατί σὰν σήμερα μαρτύρησαν γιὰ τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ. Ἡ γιορτή τους, ἂν καὶ ἀκίνητη, ὁλοκληρώνει τὶς ἑορτὲς τοῦ Πάσχα. Ἀρχίσαμε νὰ προετοιμαζόμαστε γι' αὐτὴν νηστεύοντας ἀπὸ τὴν ἑπομένη τῆς Κυριακῆς τῶν ἁγίων Πάντων.

2. Τί σημαίνει ὅτι οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι Πέτρος καὶ Παῦλος μαρτύρησαν γιὰ τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ; Γιὰ νὰ ἀπαντήσουμε σ’ αὐτὸ τὸ ἐρώτημα, χρειάζεται πρῶτα νὰ μάθουμε ποιὰ εἶναι ἡ μαρτυρία τους. Ἀκούσαμε στὸ Εὐαγγέλιο τὸ ἐπεισόδιο ἐκεῖνο ὅπου ὁ Χριστὸς ρωτάει τοὺς μαθητὲς του τί νομίζουν οἱ ἄνθρωποι ὅτι εἶναι ὁ ἴδιος καὶ ποιὰ γνώμη ἔχουν ἐκεῖνοι γι' αὐτόν. Κι ἐκεῖ ὁ Ἀπόστολος Πέτρος ὁμολογεῖ καὶ λέει ὅτι «Ἐσὺ εἶσαι ὁ Υἱὸς τοῦ ζωντανοῦ Θεοῦ». Αὐτὴ ἦταν ἡ μαρτυρία τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου. Ὁ εὐαγγελιστὴς συνεχίζει γράφοντας ὅτι ὁ Χριστὸς τὸν ἐπαίνεσε καὶ τοῦ εἶπε ὅτι πάνω σ' αὐτὸ ποὺ εἶπες ἐγὼ θὰ οἰκοδομήσω τὴν Ἐκκλησία. Οἱ Ἀπόστολοι Πέτρος καὶ Παῦλος καὶ οἱ ἄλλοι αὐτὸ μαρτύρησαν καθ' ὅλη τὴ ζωή τους καὶ γι' αὐτὸ τὸ λόγο πέθαναν μαρτυρικά. Αὐτὴ ἦταν ἡ μαρτυρία τους.


Β. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ

1. Τί εἶναι μαρτυρία;

2. Τὸ μαρτύριο τῶν Ἀποστόλων

1. Τί σημαίνει ὅτι γίνομαι μάρτυρας τοῦ Χριστοῦ; Ὅταν ὁ Χριστὸς ρώτησε τοὺς μαθητὲς «Ποιὸς λένε οἱ ἄνθρωποι ὅτι εἶμαι ἐγώ;», ἐκεῖνοι τοῦ ἀπάντησαν ὅτι «Λένε πὼς εἶσαι ὁ Ἰωάννης ὁ Βαπτιστής, ἄλλοι ὅτι εἶσαι ὁ Ἠλίας, ἄλλοι ὅτι εἶσαι ὁ Ἱερεμίας ἤ ἕνας ἀπὸ τοὺς προφῆτες». Μὲ λίγα λόγια τοῦ εἶπαν πὼς οἱ ἄνθρωποι εἶχαν τὴν καλύτερη γνώμη γιὰ Ἐκεῖνον χωρὶς νὰ γνωρίζουν ὅμως τὴν ἀλήθεια. Τὴν ἀλήθεια τὴ γνώριζαν μόνο οἱ Ἀπόστολοι. Ὅταν ὁ Πέτρος τοῦ εἶπε ὅτι «Ἐσὺ εἶσαι ὁ Υἱὸς τοῦ ζωντανοῦ Θεοῦ», ὁ Χριστὸς τὸν διαβεβαίωσε ὅτι αὐτὸ τοῦ τὸ ἀποκάλυψε ὁ ἴδιος ὁ οὐράνιος Πατέρας. Ὅτι δηλαδὴ αὐτὸ εἶναι ἕνα μυστικὸ ποὺ τοῦ τὸ μαρτύρησε ὁ ἴδιος ὁ Θεός. Ἀὐτὸ τὸ μυστικὸ δὲν τὸ μάθανε οἱ Μαθητὲς τυχαῖα. Δὲν τὸ ἄκουσαν κάπου ποὺ κυκλοφοροῦσε σὰν εἴδηση. Διαβάζουμε στὴν πρὸς Ἑβραίους ἐπιστολὴ γιὰ τοὺς ἁγίους τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ὅτι «οὗτοι πάντες μαρτυρηθέντες διὰ τῆς πίστεως» (Ἑβρ. 11, 39). Γιὰ ὅλους αὐτοὺς δίδεται ἡ μαρτυρία ὅτι ἦταν πιστοί. Καὶ βέβαια ἐκεῖνος ποὺ μαρτυρεῖ γιὰ τὴν πίστη τῶν ἁγίων περισσότερο ἀπὸ ὅλους εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεός. Αὐτὸς εἶναι ὁ ἀπόλυτος καὶ μοναδικὸς μάρτυρας πάντων τῶν ἀνθρώπων καὶ πάντων τῶν γεγονότων. Ἡ πίστη λοιπὸν τῶν μαθητῶν στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ἦταν ἡ προϋπόθεση τῆς ἀποκάλυψης τοῦ Θεοῦ Πατέρα. Πίστεψαν ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι αὐτὸς ποὺ περίμεναν καὶ σιγουρεύτηκαν ὅτι εἶναι ἴδιος ποὺ θὰ ξανάρθει.

Τί περιέχει τὸ μυστικό; Πρῶτα ἀπ' ὅλα περιέχει τὸ τί εἶναι ὁ Χριστὸς καὶ πῶς διακρίνεται ἀπὸ ὁποιονδήποτε ἄλλον. Τὸ δεύτερο ποὺ περιέχει εἶναι μία ἀπαίτηση ποὺ προκύπτει ἀπὸ τὸ ἴδιο τὸ μυστικὸ γι' αὐτὸν ποὺ τὸ μαθαίνει. Τὸ μυστικὸ αὐτὸ πρέπει νὰ τὸ μάθουν καὶ ἄλλοι. Ἐὰν εἶναι δυνατόν, ὅλοι οἱ ἄνθρωποι. Αὐτὸ τὸ μυστικὸ δὲν εἶναι σὰν τὰ ἄλλα μυστικά, ποὺ ὅποιος τὰ μαθαίνει τὰ κρύβει γιὰ νὰ μὴν τὰ μάθουν ἄλλοι. Ἐπίσης ὅποιος τὸ μαθαίνει δὲν τὸ μαθαίνει σὰν εἴδηση ἤ σὰν πληροφορία, ἀλλὰ ὅπως τὸ ἔμαθε ὁ ἀπόστολος Πέτρος: ὡς ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ Πατέρα. Ἔτσι ὅσοι καὶ ἂν τὸ μάθουν, αὐτὸ θὰ παραμένει μυστικό, ἐπειδὴ εἶναι μυστικὸς ὁ τρόπος ποὺ ἀποκαλύπτεται. Ὅσο καὶ ἂν τὸ γνωρίσουν, αὐτὸ θὰ παραμένει ἄγνωστο ἐὰν καθένας ποὺ τὸ γνωρίζει δὲν τὸ ζήσει προσωπικά, ἐὰν δὲν τὸ βιώσει βαθιὰ μὲ τὴν καρδιά του.

2. Τὸ νὰ γνωρίσουν καὶ ἄλλοι τὸ μυστικὸ συνεπάγεται γιὰ τὸν κάτοχό του μία εὐθύνη. Μπροστὰ σ' αὐτὴν τὴ εὐθύνη δὲν μπορεῖ νὰ πεῖ κανεὶς ὄχι, ἀκόμη καὶ ἂν αὐτὸ σημαίνει μεγάλες θυσίες, ἴσως καὶ τὸν θάνατο. Ἡ εὐθύνη αὐτὴ ὁδήγησε τοὺς Ἀποστόλους μέχρι τὰ πέρατα τοῦ κόσμου.

Ὁδήγησε τὸν Πέτρο καὶ τὸν Παῦλο στὴ Ρώμη καὶ στὸν μαρτυρικὸ θάνατο. Ὅταν οἱ Ἀπόστολοι μαρτύρησαν στὴ Ρώμη, ἦταν πολὺ λίγοι ἐκεῖνοι ποὺ ἤξεραν γιὰ ποιὸ λόγο μαρτύρησαν καὶ γιατί πέθαναν. Ἦταν οἱ χριστιανοὶ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης μιὰ πολὺ μικρὴ ὁμάδα ἀνθρώπων ποὺ ἤξεραν τοὺς Ἀποστόλους. Οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι νόμισαν πὼς δίκαια τιμωρήθηκαν, κάποια παράβαση εἶχαν κάνει καί, σύμφωνα μὲ τὸ νόμο, ἔπρεπε νὰ τιμωρηθοῦν, δικάστηκαν καὶ τιμωρήθηκαν. Κι ὅταν ἀκούγανε ὅτι τιμωρήθηκαν γιὰ κάποιες ἰδέες ποὺ εἶχαν στὸ μυαλό τους, θὰ σκέφτονταν αὐτὰ ποὺ γράφει ἡ Ἁγία Γραφή. Ὅτι πέθαναν τζάμπα. «Ἐδοξαν ἐν ὀφθαλμοῖς ἀφρόνων τεθνάναι, καὶ ἐλογίσθη κάκωσις ἡ ἔξοδος αὐτῶν καὶ ἡ ἀφ' ἡμῶν πορεία σύντριμμα» (Σοφ. Σολ. 2, 2-3). Ἡ ζωὴ τους ἦταν μία συμφορὰ καὶ τὸ τέλος τους μία καταστροφή, σὰν ἕνα πράγμα ποὺ γίνεται συντρίμμια καὶ δὲν μένει τίποτα ἀπ' αὐτό, ἕνας θάνατος χωρὶς ἀξία. Ἔτσι εἶπαν οἱ ἄνθρωποι, ἀφοῦ οἱ Ἀπόστολοι εἶχαν στὸ μυαλό τους ἰδέες καὶ μάλιστα ἐπικίνδυνες γιὰ τὴν κοινωνία καὶ τὸ κράτος. Καὶ καλά τοὺς ἔκαναν καὶ τοὺς ἔβγαλαν ἀπὸ τὴ μέση. Ἔτσι σκέφτονταν.
Ὅμως, ἐνῶ αὐτοὶ μιλοῦσαν γιὰ τὸν ἴδιο θάνατο, ὅπως μιλοῦσαν καὶ οἱ χριστιανοὶ γιὰ τὸ θάνατο τῶν Ἀποστόλων, μόνο οἱ χριστιανοὶ μαρτυροῦσαν γι' αὐτό. Ἐπειδὴ μόνο οἱ χριστιανοὶ γνώριζαν τὸ μυστικό τους. Κι ἐκεῖνοι μετέφεραν τὴ μαρτυρία τους στοὺς ἑπόμενους, μέχρις ἐμᾶς. Γιατί μόνο αὐτοὶ γνώριζαν τὸ μυστικό τους ποὺ ἦταν τὸ ἴδιο μὲ αὐτὸ τῶν Ἀποστόλων. Ἐπειδή, ὅπως εἴπαμε, ἡ μαρτυρία δὲν εἶναι μία πληροφορία. Δὲν εἶναι κάτι ποὺ μεταδίδεται ὡς γνώση. Εἶναι κάτι διαφορετικό. Αὐτὸς ποὺ θέλει νὰ μαρτυρήσει γι' αὐτοὺς ποὺ μαρτύρησαν δεσμεύεται νὰ μᾶς μεταφέρει τὸ μυστικό τους. Εἶναι κάποιος ποὺ συμμετέχει σ' αὐτὸ ποὺ ἐκεῖνοι ἔζησαν.


Γ. ΕΜΕΙΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ


1. Σύνδεση μὲ τὰ προηγούμενα
2. Ἡ δική μας μαρτυρία

3. Ἡ δική μας γιορτὴ



1. Ποιοὶ εἶναι αὐτοὶ ποὺ σήμερα λένε ὅτι οἱ Ἀπόστολοι Πέτρος καὶ Παῦλος μαρτύρησαν γιὰ τὸν Χριστό; Ποιοὶ εἶναι αὐτοὶ ποῦ συνεχίζουν τὴ μαρτυρία τῶν Ἀποστόλων; Εἴμαστε ἐμεῖς. Καὶ πῶς μπορεῖ νὰ γίνει αὐτό; Θυμόσαστε, στὸ βιβλίο τοῦ Ἰώβ, στὴν Παλαιὰ Διαθήκη, ὅταν συμβαίνουν ὅλα ἐκεῖνα τὰ κακά, ἔρχεται ἕνας δοῦλος γιὰ νὰ πεῖ στὸν Ἰὼβ ὅτι ἐκεῖ ποὺ ἦταν τὰ παιδιά σου «ξαφνικὰ φύσηξε ἄνεμος δυνατὸς ἀπὸ τὴν ἄλλη ἄκρη τῆς ἐρήμου, χτύπησε τὸ σπίτι ἀπὸ παντοῦ καὶ τὸ γκρέμισε. Τὰ παιδιὰ πλακώθηκαν στὰ ἐρείπια καὶ σκοτώθηκαν καὶ μόνο ἐγὼ κατάφερα νὰ γλιτώσω γιὰ νὰ σοῦ φέρω τὰ νέα» (Ἰὼβ 1, 19). Αὐτὸς ποὺ γλίτωσε ἀπὸ τὸν ἴδιο θάνατο, αὐτὸς ποὺ ἐπέζησε, τὴν ὥρα ποὺ τὰ παιδιὰ τοῦ Ἰὼβ πέθαιναν, αὐτὸς μετέφερε τὴ μαρτυρία. Μετέφερε κάτι ποὺ τὸ εἶχε μέσα του, ποὺ τὸ ζοῦσε ὁ ἴδιος, ἦταν κάτι ζωντανό, κάτι ποὺ τὸν εἶχε συνταράξει. «Ἐγὼ γλίτωσα καὶ ἦρθα νὰ σᾶς πῶ». Κάπως ἔτσι λοιπὸν καὶ οἱ πρῶτοι Χριστιανοὶ μαρτυροῦσαν γιὰ τὸ μαρτύριο τῶν Ἀποστόλων. Τὸ ἴδιο συνέβη σ' αὐτοὺς καὶ στοὺς Ἀποστόλους. Ἦταν κάτι τὸ κοινό. Ζοῦσαν τὴν ἴδια ἐμπειρία στὴν ὁποία τοὺς ὁδήγησε ἡ πίστη στὸ Χριστὸ μὲ τὸν τρόπο ποὺ εἴπαμε.

2. Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο μποροῦμε νὰ δοκιμάσουμε τὴ δική μας κατάσταση. Μποροῦμε νὰ θέσουμε στὸν ἑαυτό μας τὸ ἐρώτημα. Βγαίνοντας ἀπὸ τὴν ἐκκλησία ὅπου συναζόμαστε, θὰ μπορούσαμε νὰ ἀπαντήσουμε στὸ Χριστὸ μὲ τὰ λόγια ποὺ ἀπάντησε ὁ Ἀπόστολος Πέτρος; Γιὰ νὰ γίνει αὐτό, πρῶτα πρέπει νὰ ξεχωρίσουμε τὴ μαρτυρία τῶν Ἀποστόλων ἀπὸ τὸ μαρτύριό τους. Τὸ μαρτύριό τους, ὁ θάνατός τους, μποροῦσε καὶ νὰ μὴν εἶχε συμβεῖ ἐὰν ἦταν ἄλλες οἱ πολιτικὲς συνθῆκες τῆς ἐποχῆς. Ἀντίθετα, ἡ μαρτυρία τους εἶναι κάτι ποὺ ἔχει μόνιμη καὶ διαρκὴ σημασία. Εἶναι κάτι ποὺ προσδιορίζει τὴ ζωὴ τῶν χριστιανῶν. Χωρὶς τὴ μαρτυρία χριστιανοὶ δὲν ὑπάρχουν. Μπορεῖ νὰ εἴμαστε καλοὶ ἄνθρωποι, μπορεῖ νὰ ἀγωνιζόμαστε γιὰ καλὰ πράγματα, ἀλλὰ ἐὰν δὲν μεταφέρουμε στὸν κόσμο ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ Υἱὸς τοῦ ζωντανοῦ Θεοῦ, τότε δὲν πιστεύουμε στὸ Θεό. Γιὰ νὰ γίνει αὐτό, πρέπει νὰ προσανατολιστοῦμε, ὅσο εἶναι δυνατό, στὴ ζωὴ τῶν Ἀποστόλων. Πίστη καὶ ἀφοσίωση στὸ πρόσωπό του, τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, συνείδηση ὅτι ἀνήκουμε σ' αὐτοὺς ποὺ κάλεσε ὁ Θεὸς καὶ ἀποτελοῦμε μαζί τους τὴν Ἐκκλησία του.


3. Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, γιορτάζουμε σήμερα τὸ μαρτύριο τῶν Ἀποστόλων, ποὺ στὴ σκέψη μας τὸ θεωροῦμε δεδομένο. Σὰν κάτι ποὺ ἦταν αὐτονόητο γι' αὐτοὺς καὶ σχεδὸν ὑποχρεωτικό. Ἐμεῖς πανηγυρίζουμε γι' αὐτό, εἶναι μία χαρούμενη μέρα γιὰ ἐμᾶς. Πολλοὶ ἀπὸ ἐμᾶς ἔχουν τὸ ὄνομά τους, εἶναι ἀκόμα πιὸ πολὺ χαρούμενοι γιατί ἔχουν τὴ γιορτή τους. Ἔχει σημασία ὅμως ἂν μᾶς συνδέει κάτι μὲ τὴ μαρτυρία τους. Μὲ αὐτὸ ποὺ τοὺς ὁδήγησε στὸ μαρτύριο. Ἐὰν μᾶς συνδέει κάτι μὲ τὸ δικό τους μυστικό, μὲ τὴ δική τους δέσμευση ἀπέναντι στὸ Θεό, τότε μποροῦμε νὰ γιορτάζουμε κι ἐμεῖς, ὅπως θέλει ὁ Θεὸς καὶ ὅπως ταιριάζει στοὺς Ἀποστόλους. Ἐὰν δηλαδή, ὅπως ἐκεῖνοι γνώρισαν τὸν Χριστὸ ὡς ἀληθινὸ Θεὸ καὶ αὐτὸ τὸ ὁμολογοῦσαν δημόσια κι αὐτὸ ἔγινε ὁ σκοπὸς τῆς ζωῆς τους, ἔτσι κι ἐμεῖς ποὺ βαπτιστήκαμε στὸ ὄνομά του καὶ γίναμε χριστιανοὶ καὶ συναζόμαστε ἐδῶ κάθε Κυριακή, ἔχουμε τὴν ἴδια δέσμευση ἀπέναντί του. Ἐὰν αἰσθανόμαστε τὴν ἴδια εὐθύνη ἀπέναντι στοὺς ἀδελφούς μας κι ἀπέναντι στοὺς ἄλλους ἀνθρώπους. Νὰ μεταφέρουμε τὴν ἴδια μαρτυρία.


Δ. ΕΠΙΛΟΓΟΣ

1. Περίληψη προηγουμένων

2. Προτροπὴ


1.
 Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ὁ Χριστὸς εἶπε: «Ἐγὼ μαρτυρῶ τὴν ἀλήθεια». Καὶ πρὸς τοὺς Φαρισαίους εἶπε: «Ἐσεῖς αὐτὴ τὴν ἀλήθεια δὲν τὴ λαμβάνετε. Δὲν μπορεῖ νὰ φτάσει στὶς καρδιές σας. Γιατί; Γιατί εἶστε μακριὰ ἀπὸ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.» Ἀντίθετα, οἱ Ἀπόστολοι Πέτρος καὶ Παῦλος, ποὺ τὸ μαρτύριό τους γιορτάζουμε σήμερα, ἀξιώθηκαν νὰ γίνουν μάρτυρες τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ μιλοῦν οἱ γενιὲς τῶν χριστιανῶν γι' αὐτοὺς δύο χιλιάδες χρόνια τώρα. Αὐτὸ ἔγινε γιατί ἔβαλαν βαθιὰ μέσα στὴν καρδιὰ τοὺς τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν τήρηση τῶν ἐντολῶν του. Τὸ ἀποτέλεσμα ἦταν νὰ γνωρίσουν τὸν Χριστὸ ὡς ἀληθινὸ Θεὸ ποὺ τὸ βεβαίωσε μέσα τους ὁ ἴδιος ὁ οὐράνιος Πατέρας. Ἀπέναντι σ' αὐτὸ τὸ μυστικὸ δεσμεύτηκαν καὶ τὸ μετέφεραν στὴ Ρώμη γιὰ νὰ τὸ γνωρίσουν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι.

2. Ἀλλοίμονο σέ μᾶς, ἐὰν ἡ μαρτυρία τοῦ Χριστοῦ, ἡ μαρτυρία τῶν Ἀποστόλων, ἡ μαρτυρία τῶν μεγάλων Ἀποστόλων Πέτρου καὶ Παύλου δὲν παραλαμβάνεται. Ἀλλοίμονό μας, ἐὰν δὲν ὑποψιαζόμαστε κἄν τὴν ὕπαρξή της καὶ τὴν μπερδεύουμε μὲ ἄλλα πράγματα, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ μὴν μποροῦμε νὰ μαρτυρήσουμε στὸν κόσμο γιὰ τὸ Χριστό. Τότε πιὰ ὡς Χριστιανοὶ θὰ ἔχουμε μόνο τὸ ὄνομα καὶ θὰ εἴμαστε πολὺ μακριὰ ἀπ' αὐτὸ ποὺ γιορτάζουμε σήμερα. Ἀλλὰ μὲ τὶς εὐχὲς τῶν ἁγίων Ἀποστόλων Πέτρου καὶ Παύλου, παρακαλοῦμε τὸ Θεὸ νὰ μᾶς κάνει μάρτυρές Του, ὅπως Ἐκεῖνος θέλει. Ἀμήν!

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...