Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τρίτη, Αυγούστου 13, 2013

Tό κάλλος θά σώση τόν κόσμο.Ἡ Θεοτόκος. Πρωτ. Κωνσταντίνου Κόμαν

Η Θεοτόκος και το μυστήριο της ενσάρκου οικονομίας στην ερμηνεία των νηπτικών πατέρων
Θα μου επιτρέψετε μια πιο προσωπική, πιο ανθρώπι­νη προσέγγιση του θέματος, παρ' όλο που βρισκόμαστε σ' ένα αυστηρά επιστημονικό συνέδριο.
 Έχω ιδιαίτε­ρους λόγους να το κάνω. Ο σημαντικότερος απ' αυτούς είναι η ίδια η επαφή με τους νηπτικούς πατέρες, με τα συγγράμματά τους, που μου υπαγόρευσε κατά κάποιο τρόπο αυτό το προσωπικό τόνο στην διαπραγμάτευση του θέματος.
Γι' αυτό ακριβώς, πριν περάσω στην διαπραγμάτευ­ση του θέματος, θα ήθελα να εκφράσω την βαθειά συγκί­νηση την οποία αισθάνομαι βρισκόμενος για πρώτη φο­ρά στους Αγίους Τόπους, στα Θεοβάδιστα αυτά μέρη, ό­που βάδισαν όχι μόνο τα ουράνια βήματα του Αρχαγγέ­λου Γαβριήλ, τα άχραντα βήματα της Παναγίας και των άλλων προσωπικοτήτων της Ιεράς Βιβλικής Ιστορίας, αλλά ακόμη εκείνα του Ιδίου του Θεανθρώπου, του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού. Δοξάζω τον Πανάγαθο Θεό για το μεγάλο αυτό δώρο και ευχαριστώ θερμότατα τους οργανωτές του παρόντος πανορθοδόξου επιστημονικού συνεδρίου.
Ο λόγος που με οδήγησε στην επιλογή αυτού του θέματος υπήρξε η επιθυμία μου να εκφράσω, με την ευ­καιρία του πρώτου προσκυνήματος στους Αγίους Τό­πους, την ευλάβεια και την ευγνωμοσύνη μου, της οικο­γενείας μου και των πιστών της ενορίας μου προς την Μητέρα του Θεού, προς την Δέσποινα του κόσμου για τις πλούσιες ευλογίες και ευεργεσίες Της προς εμάς.

 Και είχα την διαίσθηση ότι καταλληλώτερα και εκφραστικώτερα λόγια απ' αυτό το σκοπό δεν θα έβρισκα άλ­λα απ' εκείνα των νηπτικών πατέρων.
Και πράγματι, αυτά που βρήκα για την Θεοτόκο και την Μητέρα του Θεού στους νηπτικούς φιλοκαλικούς πατέρες ξεπέρασαν κατά πολύ τις προσδοκίες μου.
Σ' αυτό το σημείο οφείλω μια διευκρίνιση. Με τον όρο νηπτικοί ή φιλοκαλικοί πατέρες, εννοώ όχι μόνο ε­κείνους τους Πατέρες των οποίων τα συγγράμματα απο­τελούν την γνωστή Φιλοκαλία, αλλά όλους τους Πατέ­ρες της Εκκλησίας που εντάσσονται στη συνεχή αγιοπνευματική θεολογική παράδοση, η οποία αρχίζει με την πρώτη Εκκλησία, με τα ίδια τα βιβλία της Καινής Διαθήκης και συνεχίζεται μέχρι σήμερα.
Θα ήταν ίσως καλύτερα να μιλήσουμε για μια νηπτική ή φιλοκαλική θεολογία, εννοώντας εκείνη την θεολογία η οποία πηγά­ζει από την βίωση της Θείας Χάριτος και προσπαθεί να εκφράσει την εμπειρία της μέθεξης στον κόσμο του Θε­ού, στη Βασιλεία των ουρανών.
Είναι γνωστό, εξάλλου, ότι η πρώτη συλλογή φιλοκαλικών κειμένων διευρύνθηκε κατά καιρούς. Θα αναφέ­ρω μόνο το γεγονός ότι η ρουμανική έκδοση της Φιλοκαλίας -η οποία οφείλεται στον μακαριστό μεγάλο φιλοκαλικό θεολόγο π. Δημήτριο Στανιλοάε- έχει δώδε­κα τόμους.
 Ενώ, προσωπικά, πιστεύω ότι, κείμενα συγ­χρόνων νηπτικών πατέρων μπορούν να εισαχθούν χωρίς καμία επιφύλαξη στην καθιερωμένη μεν, αλλά όχι κλει­στή, σειρά των φιλοκαλικών κειμένων. Αναφέρω ενδει­κτικά τα βιβλία του Αγίου Σιλουανού του Αθωνίτη, του Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστού, καλούμενον Έκφρασις μοναχικής εμπειρίας και του ανωνύμου ησυχαστού, Νηπτική Θεωρία, το οποίο είχα την ευλογία να μετα­φράσω στην ρουμανική γλώσσα.
Επανέρχομαι και σημειώνω το πραγματικά ξεχωρι­στό ενδιαφέρον που δείχνουν οι νηπτικοί πατέρες στο πρόσωπο της Μητέρας του Θεού και στο ρόλο Της στο μυστήριο της ενσάρκου θείας οικονομίας. Ταυτόχρονα, διαπιστώνει κανείς μία ιδιαίτερη οικειότητα αυτών των αγίων Πατέρων προς το πρόσωπο της Παναγίας.
Εξάλ­λου, είναι γνωστό ότι στην ορθόδοξη ανατολική θεολο­γική παράδοση δεν γίνεται διαχωρισμός ανάμεσα στο πρόσωπο και το έργο του ίδιου προσώπου. Αυτό εξηγεί γιατί, η θεώρηση και η εκτίμηση του έργου του Χριστού, της Παναγίας ή των αγίων της Εκκλησίας, οδη­γούν τον ερευνητή σε ένα έντονο ενδιαφέρον για το πρό­σωπο εκείνων και τελικά στην επιθυμία μιας προσωπι­κής αγαπητικής σχέσης μ' αυτούς.
Η προσοχή των φιλοκαλικών πατέρων επικεντρώνεται, πρώτα απ' όλα στο ίδιο το πρόσωπο της Παναγίας, γι' αυτό κάθε αναφορά σ' Αυτήν προϋποθέτει μια προσωπική σχέση και μια προσωπική τοποθέτηση. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι οι μοναχοί της αθωνικής πολιτείας αισθάνονται εκεί σαν το Περιβόλι της Παναγίας και ότι όλοι οι ορθόδο­ξοι μοναχοί έχουν την Θεοτόκο ως Προστάτισσα.
Την ίδια ευλάβεια και οικειότητα προς το πρόσωπο της Μητέρας του Θεού συναντάμε στην ζωή των απλών πιστών μας.
 Ένας από τους μεγαλύτερους σύγχρονους ρουμάνους πνευματικούς, ο π. Παΐσιος Ολάρου, έλεγε ότι ο πατέρας του, απλός αγρότης, ήξερε απ' έξω τον πα­ρακλητικό κανόνα προς την Θεοτόκο και τον έλεγε κα­θημερινά, ενώ ο ίδιος ο πατήρ Παΐσιος συμβούλευε όλους τους πιστούς να ζουν κάθε μέρα με την συνείδηση ότι βρίσκονται στην αγκαλιά της Παναγίας.
 Αυτή η ι­διαίτερη ευλάβεια των πιστών προς την Παναγία είναι μία φυσιολογική συνέπεια, και συνέχεια ταυτόχρονα, της λειτουργικής ζωής της Εκκλησίας, όπου η Θεοτό­κος κατέχει μια κεντρική θέση, αλλά είναι και μια βέβαιη απήχηση της φιλοκαλικής νηπτικής θεολογίας και πνευματικότητας1.
Οι φιλοκαλικοί πατέρες αναπτύσσουν μία πλουσιό­τατη μαριολογία ή, μάλλον σωστότερα, μία πλουσιότα­τη θεοτοκολογία2 παρ' όλο που όπως είναι γνωστό και λέχθηκε κιόλας εδώ, οι βιβλικές αναφορές στην Πανα­γία είναι λίγες. Θα περιορισθούμε σε μερικές μόνο πτυ­χές του θέματος, για να κλείσουμε με σύντομα συμπερά­σματα.
Καταρχήν, μπροστά στο μυστήριο του Προσώπου της Μητέρας του Θεού, οι πατέρες ομολογούν την αδυ­ναμία τους να εκφράζουν αυτά που αισθάνονται και βιώνουν και δεν βρίσκουν άλλη κατάλληλη γλώσσα παρά την υμνολογική, την δοξολογική.
Γράφει ενδεικτικά ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, ο οποίος και ανακεφαλαιώνει, συνοψίζει και αυξάνει την μέχρι αυτόν αντίστοιχη νηπτική παράδοση:
Εις την υπόθεσιν της ανωτέρας πάντων των αγίων Μητρός του Θεού... όχι μόνο ένας ρήτωρ, ο πλέον δια­λεκτός από όλους, δεν ήθελε φθάσει να εγκωμιάση κατ' αξίαν, αλλά αν ήταν δυνατόν να ευρεθούν και να γενούν ένα στόμα όλοι όσοι εσώθησαν με τον άφθορον τόκον της, πάλι δεν ήθελε φθάσουν ουδέ εις το ελάχιστον.
 Διό­τι, ανίσως και όλη η κτίσις δεν είναι ικανή να προσφέρη εις Αυτήν καν σήμερον δοξολογίαν, ωσάν έγινε μήτηρ του Κτίστου των απάντων, πώς ήθελε είναι ικανή η δύναμις μόνων των ανθρώπων, καν και ολονών είπης, να δοξολογήση τα μεγαλεία της; Και δεν ήθελε φανή ωσάν μικροτάτη ρανίδα έμπροσθεν εις μίαν άβυσσον δόξης; Ποίος νους ήθελε δυνηθή, δεν λέγω να χωρήση μέσα εις το βάθος αλλ' ουδέ όλως να παρακύψη, καν εις τα προαύλια της θείας ταύτης σκηνής, δηλαδή της Παρθένου, εις την οποίαν εκατοίκησεν ο υπεράνω πάντων των ό­ντων Θεός. ο των ουρανών Βασιλεύς3...
Αλλού, ο ίδιος Πατήρ λέγει, θαυμάζοντας το έργο που τελείται από τον Ίδιο τον Θεό μέσα από το πρόσω­πο της Παναγίας:
Αλλ' ω Θεομήτωρ Παρθένε, και ποίος λόγος δύνα­ται να επαινέση το θείον σου κάλλος; Επειδή τα ειδικά σου χαρίσματα δεν περιορίζονται από λόγους και νοή­ματα, διότι υπερβαίνουν κάθε λόγον και διάνοιαν... Έτσι εσκήνωσε σ' αυτήν απορρήτως και από αυτήν προήλθε σαρκοφόρος ο Λόγος του Θεού, θεουργώντας την φύση μας και χαρίζοντάς μας κατά τον θείον απόστολο αγαθά «στα οποία επιθυμούν να παρακυττάζουν άγγελοι».
 Κι αυτό είναι το υπερφυές εγκώμιο και η υπέρδοξη δόξα αυτής της αειπαρθένου, ενώπιον της ο­ποίας ηττάται κάθε νους και λόγος, ακόμη και αγγελικός αν είναι. Τα δε μετά την απόρρητη γέννηση ποίος λόγος θα μπορέσει να εκφράσει4;
Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, βλέποντας ότι κάθε «ύμνος ηττάται συνεκτείνεσθαι σπεύδων» απέναντι στα μεγαλεία της Θεοτόκου, καταλήγει:
Έστι μεν ανθρώπων ουδείς, ος κατ' αξίαν την θεομήτορα ευφημήσαι δυνήσεται, ουδ' ει μύριαι γλώσσαι συνέλθοιεν, των καθηκόντων επαίνων εφίκοιντο. Πάντα γαρ αυτή θεσμόν εγκωμίων υπέρκειται...5
Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, ο οποίος και έ­γραψε χιλιάδες σελίδες για την Μητέρα του Θεού, γρά­φει και τα παρακάτω, τα οποία απηχούν την θεολογία των μεγάλων φιλοκαλικών πατέρων Μαξίμου του Ομολογητού, Ανδρέου Κρήτης και Γρηγορίου Παλαμά, και εξηγεί ότι αυτός ο θαυμασμός μπροστά στα μεγαλεία της Παναγίας οφείλεται στο μοναδικό Της ρόλο στην ένσαρκον οικονομία του Θεού:
Αν τα εννέα τάγματα των αγγέλων ήθελον κρημνισθή από τους ουρανούς, και να γενούν δαίμονες. Αν όλοι οι άνθρωποι εγένοντο κακοί. Αν όλα τα κτίσματα, ουρανός, φωστήρες, ιερείς, ζώα, ήθελον αποστατήσει κατά του Θεού.
 Όλαι αυταί αι κακίαι των κτισμάτων συγκρινόμεναι με το πλήρωμα της Αγιότητος της Θεο­τόκου δεν εδύναντο να λυπήσουν τον Θεόν. Διότι μόνη η Κυρία Θεοτόκος ήτο ικανή να τον ευχαρίστηση κατά πάντα. Αυτή μοναχή, σταθείσα ανάμεσον Θεού και αν­θρώπων, τον μεν Θεόν υιόν ανθρώπου εποίησε, τους δε ανθρώπους υιούς Θεού.
Χωρίς την μεσιτείαν αυτής κανέ­νας, ούτε άγγελος, ούτε άνθρωπος, δύναται να πλησίαση εις τον Θεόν, επειδή και αυτή ευρίσκεται μόνον μεθόριον αναμεταξύ της ακτίστου και κτιστής φύσεως. Αυτή μόνη είναι θεός αμέσως μετά τον Θεόν και έχει τα δευτερεία της Αγίας Τριάδος, ως ούσα Μήτηρ αληθώς του Θεού. και Αυτή μοναχή είναι, όχι μόνον ο θησαυροφύλαξ όλου του πλούτου της θεότητος, αλλά και ο διαμοιραστής εις όλους, και αγγέλους και ανθρώπους, όλων των από Θεού διδομένων εις την κτίσιν υπέρ φυσικών ελλάμψεων και θείων και πνευματικών χαρισμάτων.
Και δεν είναι τινάς που να την επεκαλέσθη με πίστιν και να μην του υπήκουσε με ευσπλαχνίαν. Αυτός ο Υιός του Θεού και αγαπητός Υιός της Παρθένου έδωκε τη μητέρα Του δια μητέρα μας και συνήγορον να μας βοηθή προς σωτηρίαν μας6.
Μια, πράγματι, τολμηρή γλώσσα, η οποία προκαλεί την αντίδραση των θεολόγων της εποχής και αναγκάζει τον Άγιον Νικόδημο να απαντήσει με μια απολογία. Στην απολογία αυτή θεμελιώνει τις απόψεις του πάνω σε κείμενα των Πατέρων της Εκκλησίας, ανάμεσα στους ο­ποίους σημαντική θέση κατέχει ο Άγιος Γρηγόριος Πα­λαμάς. Από τον εκτεταμένο δεύτερο Λόγο του εις τα Εισόδια της Θεοτόκου αναφέρει και το έξης κείμενο του μεγάλου ησυχαστή θεολόγου.
 Αύτη πρώτη δεχόμενη το πλήρωμα του τα σύμπαντα πληρούντος καθίστησε τοις πάσι χωρητόν κατά το μέτρον της εκάστου καθαρότητος, ώστε προς αυτήν οράν τας ανωτάτω Χερουβικάς Ιεραρχίας, απλώς πάσι τε και πάσαις κατά το μέτρον του προς αυτήν απαθούς και θείου πόθου και του αΰλου και αλήκτου έρωτος έψεται και η του θείου φωτισμού τανότης... Ουκούν αυτή μόνη μεθόριον έστι κτιστής και ακτίστου φύσεως και ουδείς αν έλθοι προς Θεόν ειμή δι' αυτής. Και ουδέν των εκ Θε­ού δωρημάτων, ειμή δι' αυτής7.
Η θεολογική και υμνολογική αυτή τόλμη των νη­πτικών πατέρων βασίζεται όχι μονάχα στην διδασκαλία και στις ιστορικές πληροφορίες περί της Θεοτόκου, αλ­λά κυρίως στην προσωπική εμπειρία της σχέσεώς τους με την ίδια την Μητέρα του Θεού.
 Ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς αισθάνεται δειλίαν μπροστά στην δόξα, το κάλλος και τα μεγαλεία της Θεοτόκου, αλλά παίρνει θάρρος ενθυμούμενος τις εμφανίσεις της Παναγίας προς αυτόν και τις πλούσιες δωρεές της, τις οποίες ομολογεί με ευγνωμοσύνη, αφού όταν έγραφε, ήταν νωπές στην μνήμη του.
Και οι χάριτες -γράφει ο άγιος- όπου έλαβον από Αυτήν έως τώρα, και προς τούτας η ακένωτος της Παρ­θένου φιλανθρωπία υπόσχονται να μοι συγχωρήσουν δια τούτο. Επειδή και Αυτή ωσάν μια ψυχή, συγκρατεί ό­λους της τους υπηκόους, και ευρισκομένη πάντοτε κο­ντά εις όλους όπου την επικαλούνται, τελεί πάντα προς το συμφέρον με την ακατάπαυστον προς τον Υιόν της πρεσβείαν, καθώς ημείς εμπράκτως εγνωρίσαμεν, και έχομεν την πίστιν βεβαιοτέραν από τα αγαθά όπου αυτή μας εχάρισεν8.
Αναφέρουμε ως προς αυτό και μια συγκινητική ενός συγχρόνου νηπτικού πατρός μαρτυρία. Πρόκειται για τον Όσιο Σιλουανό, ο οποίος γράφει σχετικά:
Δεν ψεύδομαι, λέγω την αλήθειαν ενώπιον του Θεού, ότι εν τω πνεύματι γνωρίζω την άχραντον Παρθένον. Δεν είδον Αυτήν, αλλά το Πνεύμα το Άγιον έδωκεν εις εμέ να γνωρίσω Αυτήν και την αγάπην της δι' ημάς. Άνευ της ευσπλαχνίας της, η ψυχή μου θα απώλετο προ πολλού. Εκείνη όμως ηυδόκησε να με επισκεφθή και να με νουθετήση, ίνα μη αμαρτάνω. Είπεν εις εμέ «Δεν εί­ναι αρεστόν εις εμέ να βλέπω τα έργα σου».
Οι λόγοι Αυτής ήσαν ευχάριστοι, ήρεμοι, πράοι, και συνεκίνησαν την ψυχήν. Παρήλθον υπέρ τα τεσσαράκοντα έτη, αλλ' η ψυχή μου δεν δύναται να λησμονήση εκείνην την γλυκείαν φωνήν και δεν γνωρίζω πώς να ευχαριστήσω την αγαθήν ελεούσαν Μητέρα του Θεού. Και. Τί να α­νταποδώσω εγώ εις την Υπεραγίαν Δέσποιναν, Ήτις δεν με απεστράφη βεβυθισμένον εις την αμαρτίαν, αλλά επεσκέφθη εμέ ελεημόνως και με εσυνέτισε9.
Το βασικό κίνητρο της προσωπικής αυτής σχέσεως και της θεολογίας ή μάλλον υμνολογίας των νηπτικών πατέρων είναι ο απαθής πόθος τους, που τους ελκύει προς την Παναγία. Χαίροις, Μαρία, γλυκύτατον της Άννης θυγάτριον -γράφει ο Άγιος Ιωάννης Δαμασκηνός- προς σε γαρ αύθις ο πόθος ανθέλκει με...
Ο Άγιος Γρη­γόριος Παλαμάς μιλάει και αυτός περί του απαθούς και θείου πόθου και περί του αΰλου και αλήκτου έρωτος. Ο Άγιος Νικόδημος γράφει πάλι. Ω, γλυκυτάτη και πράγ­μα και όνομα Μαριάμ, τί πάθος είναι τούτο, όπου αισθά­νομαι εις τον εαυτόν μου; εγώ δεν ημπορώ να χορτάσω τους επαίνους των μεγαλείων σου.
Όσον γαρ περισσότερον τα επαινώ, τόσο περισσότερον τα ορέγομαι, και ο πόθος μου επ' άπειρον προβαίνει, και η επιθυμία μου ακόρεστος γίνεται. διό και πάλιν επιθυμώ να τα επαινέσω10.
Πρόκειται για μια αγαπητική σχέση παρόμοια μ' ε­κείνη που ποθούν οι πατέρες οι φιλοκαλικοί να έχουν με τον Ίδιο τον Θεόν και στην οποία η Παναγία ανταπο­κρίνεται χωρίς καθυστέρηση. Η ψυχή μου ούτως έλκε­ται προς Αυτήν δια της αγάπης ώστε και μόνον η επίκλησις του ονόματός της γλυκαίνη την καρδίαν μου.
Άλλος σύγχρονος αγιορείτης μοναχός, ο Αθανά­σιος Ιβηρίτης, εκφράζει με τους ίδιους όρους την χάριν που λαμβάνει η ψυχή του μπροστά στην θεωρία του μυ­στηρίου της ενσάρκου οικονομίας:
Τρυφή ουράνια και απόλαυσις υπερκόσμιος η στιγ­μή, καθ' ην ο άνθρωπος σκέπτεται το μυστήριον της εν­σάρκου οικονομίας με όργανον την Παναγίαν Παρθέ­νον. Η Μαρία με τον Ιησούν, ο Ιησούς με την Μαρίαν, τα δύο αυτά πάνσεπτα και γλυκύτατα ονόματα, ιδού ο Παράδεισος11.
 Από αυτή τη βιωματική εμπειρία των νηπτικών πα­τέρων πηγάζει η αναφερόμενη πλουσιότατη θεοτοκολο­γία ή μαριολογία, η οποία εκφράζεται σε γλώσσα αποφατική, υμνολογική, ποιητική. Η αγάπη τους προς την Παναγία είναι εκείνη που ανοίγει τους πνευματικούς ο­φθαλμούς να γνωρίζουν το μυστήριο. Αδυνατούμε να συλλάβουμε τούτο, διότι ολίγη είναι η αγάπη ημών... λέγει πάλι ο Άγιος Σιλουανός. Η αγάπη είναι το μοναδικό κίνητρο που ωθεί τους πατέρες να γνωρίζουν το μυ­στήριο και να θεολογούν, επειδή η γνώση και η θεολο­γία γι' αυτούς είναι μέθεξη, είναι συμμετοχή, κοινωνία, αγαπητική σχέση. Απ' εδώ και ο πόθος να γνωρίζουν.
Παρατηρώντας, με κάποιο παράπονο, ότι η Γραφή μας προσφέρει πολύ πενιχρές πληροφορίες για την Πα­ναγία, ο ίδιος όσιος πατήρ γράφει:
Αι ψυχαί ημών έλκονται να γνωρίσουν περί της ζω­ής Σου μετά του Κυρίου επί γης, Συ δε δεν ηυδόκησας να παραδώσης πάντα ταύτα τη Γραφή, αλλ' εκάλυψας δια της σιγής το μυστήριόν Σου. Και συνεχίζει χαρα­κτηριστικά. Η Θεοτόκος δεν παρέδωσε τη Γραφή ούτε τας σκέψεις Της, ούτε την αγάπην της προς τον Θεόν και Υιόν Αυτής, ούτε τας οδύνας της ψυχής Της κατά τον καιρόν της σταυρώσεως, διότι και τότε πάλιν δεν θα ηδυνάμεθα να συλλάβωμεν αυτά12.
Η ταπεινοφροσύνη τους από την μια πλευρά, και ο απαθής πόθος τους, από την άλλη πλευρά, οδηγούν τους νηπτικούς πατέρες στην τόλμη να προσεγγίσουν το μυ­στήριο και να το γνωρίσουν, χάρη στην αποκάλυψη την οποία προϋποθέτει η μέθεξη στην θεία πραγματικότητα.
 Ενδεής είναι ο νους μου και πτωχή και αδύνατος η καρ­δία μου, αλλ' η ψυχή μου χαίρει, και έλκομαι να γράφω έστω και ολίγους λόγους δι' Αυτήν, γράφει ο Άγιος Σιλουανός, εκφράζοντας όλην την νηπτική παράδοση.
Πολύ σημαντικό είναι και το τι ποθούν οι νηπτικοί πατέρες να μάθουν και να γνωρίζουν για την Παναγία. Τίποτα άλλο παρά την αγάπη Της προς αυτούς και προς τους συνανθρώπους τους. Οι νηπτικοί πατέρες δεν ανα­ζητούν θεωρητικές γνώσεις, πληροφορίες, ούτε απαντή­σεις σε επιστημονικές ερωτήσεις.
Ως πρόσωπα που αγα­πούν θέλουν να γνωρίσουν και να ζουν την αγάπη του α­γαπημένου προσώπου. Και λαμβάνουν την απάντηση στον πόθο τους αυτό κατά το μέρος της αντίστοιχης πνευματικής τους προετοιμασίας μέσα από μια συνεχή προσωπική θεία αποκάλυψη.
Το μόνο που γράφει και ομολογεί με κάθε βεβαιότη­τα για την Παναγία ο Άγιος Σιλουανός είναι η αγάπη Της για όλο τον κόσμο:
Και παρ' όλον ότι ή ζωή της Θεοτόκου, ως εάν εκαλύπτετο υπό αγίας σιγής, όμως ο Κύριος εφανέρωσεν εις την Εκκλησίαν ημών, ότι Αυτή περιβάλλει όλον τον κόσμον και εν Πνεύματι Αγίω βλέπει όλους τους λαούς της γης, και ως και ο Υιός Της, τους πάντας σπλαχνίζεται και ελεεί. Και κλείνει. Ω, εάν θα γνωρίζομεν ποτέ, οπόσον αγαπά η Παναγία πάντας, όσοι φυλάττουν τας εντολάς του Χριστού, και πόσον λυπείται και θλίβεται δι' εκείνους, οι οποίοι δεν μετανοούν. Τούτο εδοκίμασα εκ πείρας μου13.
Η αγαπητική σχέση με την Παναγία την οποία τό­σον ποθούν οι νηπτικοί πατέρες μεταφράζεται σε θεία μέθεξη και κοινωνία. Για όλους, ανεξαιρέτως, η Πανα­γία είναι η πηγή θείας Χάριτος. Ιδού τι γράφει ο Θεο­φάνης ο Ομολογητής:
Την Θείαν Χάριν προμηθεύει και μοιράζει στον κό­σμο ο Παράκλητος. Και έχει ως πρώτον δοχείον την αν­θρώπινή μας φύση που ο Σωτήρας παρέλαβε εκ της Παρ­θένου. Ενώ η ουράνια σκηνή της Μητέρας του Θεού εί­ναι το δεύτερο, αμέσως μετά απ' Εκείνο.
 Επειδή ο Θείος Λόγος, ο δωρητής δια της φύσεως του Πνεύματός Του γεμίζει μ' Αυτό πρώτο το δικό Του το σπίτι και ναό και έπειτα, από εκεί, το Πνεύμα το Άγιο, πηγάζοντας σαν από πηγή, περνά και στο δεύτερό Του σπίτι και ναό, που είναι η Μήτηρ Του.

Ένας σύγχρονος μακαριστός ρουμάνος μοναχός, ο π. Δοσίθεος Μοράριου, σε σημαντικότατο βιβλίο του περί της θείας Χάριτος, που κυκλοφόρησε πρόσφατα, γράφει αναφορικά με τον ουσιαστικό ρόλο της Πανα­γίας στην συνεχή σωτήρια θεία οικονομία:
Είναι αδύνατον, και για μας τους ανθρώπους και για τους αγγέλους να γινόμαστε μέτοχοι των δωρεών του Θεού, με άλλο τρόπο, έκτος από την μεσιτεία της Πανα­γίας Θεοτόκου, επειδή η ανθρώπινη σάρκα του Υιού του Θεού είναι ενωμένη με την σάρκα Της. Γι' αυτό και οι Πατέρες της Εκκλησίας λέγουν ότι καθώς ουδείς έρχεται προς τον Πατέρα ει μη δι' Υιού, το ίδιο και προς τον Υιόν, την πηγή της Χάριτος, ουδείς έρχεται ει μη δια της Μητρός Αυτού14.
Και πάλι, ο ίδιος πατήρ γράφει συμπερασματικά: Η Μήτηρ του Θεού, δια τον μοναδικό θεϊκό Της ρό­λο στην ένσαρκον σωτηριώδη οικονομία, με το γεγονός ότι έδωσε σάρκα εκ της σαρκός Της στον Υιό του Θεού, φτάνει στην πιο υψηλή μορφή ενότητος του ανθρώπου με τον Θεό επί της γης, είναι το πρώτο ανθρώπινο πρό­σωπο πλήρως ενωμένο με τον Θεό. Με το να είναι πλή­ρως θεοποιημένη και βρισκόμενη στην κορυφή της ιεραρχίας πάντων των αγίων, Αυτή κατέστη θησαυρός της θείας χάριτος, από τον οποίο κατά την θεία δικαιοσύνη και βουλή λαμβάνουν όλα τα κτίσματα15.
Όπως προέκυψε και από τις μέχρι τώρα παραπομπές σε νηπτικά κείμενα, το ενδιαφέρον των νηπτικών πατέ­ρων απέναντι στο πρόσωπο της Παναγίας αφορά όχι μό­νο την συμμετοχή Της στην ενσάρκωση του Λόγου και Υιού του Θεού, αλλά και το παρόν έργο Της στην ζωή τους και γενικά στην ζωή των χριστιανών. Η Παναγία είναι η πρώτη που οι πατέρες επικαλούνται σαν μεσίτρια στις προσευχές τους και, όπως μαρτυρούν οι ίδιοι, Αυτή ανταποκρίνεται με μεγάλη προθυμία. Σε συνομιλία του με τον Όσιο Μάξιμο τον Καψοκαλύβη, ο Άγιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης τον ρωτάει εάν κρατεί την νοεράν προσευχήν και λαμβάνει την εξής απάντηση:
Δεν θέλω σου κρύψη, τίμιε Πάτερ, το θαύμα της Θε­οτόκου, όπου έγινεν εις εμέ. εγώ εκ νεότητός μου είχον πολλήν πίστιν εις την κυρίαν μου Θεοτόκον και την επαρακαλούσα μετά δακρύων να μου δώση αυτήν την χά­ριν της νοεράς προσευχής. και μίαν των ημερών πηγαί­νοντας εις τον ναόν της, καθώς είχα συνήθειαν, την επαρακαλούσα πάλιν με άμετρον θερμότητα της καρδίας μου. και εκεί όπου ασπαζόμουν με πόθον την αγίαν  εικόνα της, παρευθύς αγροίκησα εις το στήθος μου και εις την καρδίαν μου μίαν θερμότητα και φλόγα, όπου ήλθεν από την αγίαν εικόνα, όπου δεν έκαιεν, αλλά με εδρόσιζε και εγλύκαινε και έφερνε εις την ψυχήν μου μεγάλην κατάνυξιν. από τότε πλέον, Πάτερ, άρχισεν η καρδία μου να λέγη από μέσα την προσευχήν και ο νους μου να γλυκαίνεται εις την ενθύμησιν του Ιησού μου και της Θεοτόκου μου και να είναι πάντοτε μαζί με την ενθύμη­σιν αυτών. και πλέον από εκείνον τον καιρόν δεν έλειψεν η προσευχή από την καρδίαν μου. συγχώρησόν μοι16.
Κάθε βράδυ όπου επήγαινε δια να κοιμηθή επροσεύχετο, και άρχισε να θερμαίνεται η καρδιά του και να του έρχεται κατάνυξις και να τρέχουν από τα μάτια του, δάκρυα περισσά και να κάνη συχναίς φοραίς γονυκλισίαις πολλαίς και να λέγη και άλλας ευχάς εις την Θεοτόκον με αναστεναγμούς και με πόνον καρδίας. και του εφαίνετο πως παραστέκεται έμπροσθεν εις τον Κύριον σωματικώς...

Θα κλείσω με μερικά σύντομα συμπεράσματα.

1.Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι στην νηπτική θεολογία -η οποία είναι αντιπροσωπευτική για την ορθόδοξη θεολογία- βρίσκουμε μια πολύ αναπτυγμένη θεοτοκολογία
2.Η όλη φιλοκαλική διδασκαλία περί της Θεοτό­κου και του ρόλου Της στο μυστήριο της ενσάρκου οι­κονομίας βασίζεται μεν στις σχετικές βιβλικές διηγή­σεις, αλλά κατανοείται και επιβεβαιώνεται, εμβαθύνεται και αυξάνεται, μέσα από την αγιοπνευματική εμπειρία της προσωπικής σχέσεως των νηπτικών πατέρων με την Μητέρα του Θεού.
3.Αυτή η προσωπική σχέση εν Αγίω Πνεύματι εί­ναι σχέση αγαπητική, η οποία έχει ως κίνητρο και τέ­λος τον απαθή πόθο.
4.Ερμηνεύοντας την βιβλική ιστορία κάτω από το φως της προσωπικής θείας εμπειρίας, οι φιλοκαλικοί πα­τέρες αποδίδουν στην Μητέρα του Θεού σημαντικότατο ρόλο στο μυστήριο της ενσάρκου οικονομίας, και μιλούν για την ουσιαστική συμβολή Της, πρώτα με τον ε­νάρετο βίο Της, δια του οποίου έλκυσε την αγάπη του Θεού, δεύτερον, δια την χωρίς δισταγμόν ελεύθερη συγκατάθεσή Της στην θεία βούληση, και τρίτο, δια της συνεχούς μεσιτείας Της, ως πρεσβεύουσα υπέρ ημών, αλλά και ως πηγάζουσα θείας χάριτας προς την ανθρω­πότητα. Οι πατέρες δεν έχουν καμιά απολύτως επιφύλα­ξη να χαρακτηρίζουν και να ονομάζουν την Παναγία, χάρι στο ρόλο Της στην ένσαρκο θεία οικονομία, ως με­τά Θεόν θεό.
5.Για τους φιλοκαλικούς πατέρες, η Παναγία δεν εί­ναι μόνο παρελθόν, αλλά και παρόν. Δεν είναι μια ιστο­ρική προσωπικότητα η οποία κάποτε έπαιξε ένα σπου­δαίο ρόλο στην ιστορία της ανθρωπότητας, αλλά είναι μια ζωντανή παρουσία, ένα ζωντανό πρόσωπο, πάντοτε παρόν, με το οποίο ποθούν να βρίσκονται σε συνεχή αγαπητική σχέση.
6.Η θεοτοκολογία των νηπτικών πατέρων συμφωνεί πλήρως μ' εκείνη που προβάλλουν και εκφράζουν η λει­τουργική ζωή της Εκκλησίας, η υμνολογία και η αγιογραφία της Εκκλησίας, η πνευματική ζωή των πιστών μας, αλλά δεν βρίσκει την ίδια απήχηση στην ακαδη­μαϊκή επιστημονική θεολογία, η οποία διστάζει ακόμη, με σπάνιες εξαιρέσεις, να υιοθετήσει τη νηπτική-φιλοκαλική παράδοση και τις αρχές της ως ερμηνευτικό και επιστημονικό κριτήριο.

Σημειώσεις

1.Αναφορικά με τη θέση που κατέχουν στη λατρευτική εκ­κλησιαστική και θεολογική φιλολογία, το πρόσωπο της Παναγίας και ο ρόλος της στην ένσαρκον θεία οικονομία γράφει ο π. Θεόκλητος Διονυσιάτης. «Διάστικτα από τους ύμνους και τις ικε­σίες προς την Θεομήτορα, σε μορφή τροπαρίων, είναι τα λειτουρ­γικά μας βιβλία. Παρακλητική, Τριώδιον, Μηναία, Ωρολόγιον, με τους Παρακλητικούς Κανόνες, τον αριστουργηματικόν Ακάθιστον και σε χιλιάδες ανέρχονται οι ποιητικοί στίχοι, που αναφέρονται στην Θεοτόκον, εκτός των αναρίθμητων θεολογικώτατων Λόγων των θείων Πατέρων, που εγκωμιάζουν την Μητέρα του Θε­ού, αφού και τα λειτουργικά κείμενα της Εκκλησίας, με το όνομα της Παναγίας αχράντου, Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας αρχί­ζουν και τελειώνουν». Από το βιβλίο Μαρία η Μητέρα του Θεού (Μέσα από την θεολογία και την Υμνολογία των αγίων Πατέ­ρων), Θεσσαλονίκη, 1988, σ. 30.
2.Είναι γεγονός ότι η ορθόδοξη θεολογία αποφεύγει την χρήση του τεχνικού όρου μαριολογία με την σωστή δικαιολογία ότι αυτός μπορεί να παραπέμπει σε μια κάπως αυτόνομη περί Παρθένου διδασκαλία. Είναι και ο λόγος για τον οποίον προτεί­νουμε τον όρο θεοτοκολογία, ο οποίος αποκλείει κάθε αυτόνομη ερμηνεία και προοπτική, παρ' όλο που η συστηματική μας θεολο­γία χρησιμοποιεί, κυρίως στα δογματικά εγχειρίδια, τεχνικούς ό­ρους οι οποίοι παρουσιάζουν παρόμοιους κινδύνους. βλ. ανθρωπολογία, κοσμολογία, κλπ. Η ορθόδοξη θεολογία είναι κατ' εξοχήν χριστοκεντρική και δεν εννοείται αυτόνομη ανάπτυ­ξη της περί Παναγίας διδασκαλίας. Επιμένουμε συνειδητά να χρησιμοποιήσουμε ένα αντίστοιχο τεχνικό όρο επειδή πιστεύου­με ότι αυτός απαιτείται από την ίδια την πραγματικότητα.

3.Λόγος εις τα Εισόδια της Θεοτόκου, Γρηγορίου Παλαμά, Έργα Τόμος 9, Πατερικαί Εκδόσεις (Γρηγόριος ο Παλαμάς), Θεσσαλονίκη, 1984, σ. 117.

4.Ομιλία ΛΖ' στην Πάνσεπτη Κοίμηση της Πανυπέραγνης Δέσποινας μας Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας, Γρηγορίου Παλαμά, Έργα Τόμος 10, Πατερικαί Εκδόσεις (Γρηγόριος ο Πα­λαμάς), Θεσσαλονίκη, 1985, σ. 445.

5.Πολύτιμον βοηθόν στη σύνταξη αυτής της εισηγήσεως εί­χα το περιεκτικότατο και μοναδικό στο είδος του βιβλίο του γνω­στού σύγχρονου αγιορείτη μοναχού Θεοκλήτου Διονυσιάτου, με τίτλο Μαρία η Μητέρα του Θεού (μέσα από την θεολογία και την Υμνολογία των αγίων Πατέρων), Θεσσαλονίκη 1988, από το οποίο και παραπέμπω αρκετά από τα πατερικά κείμενα στην μετά­φραση του συγγραφέα. Έτσι εξηγείται και η ανομοιομορφία της ελληνικής γλώσσας του κειμένου μου, και ζητώ την κατανόησή του.

6.Στο βιβλίο του Θεοκλήτου Διονυσιάτου, Μαρία η Μητέρα του Θεού, σ. 21.

7.Λόγος εις τα Εισόδια της Θεοτόκου, σ. 118.

8.Λόγος εις τα Εισόδια της Θεοτόκου, σ. 116.

9.Στο βιβλίο του Θεοκλήτου Διονυσιάτου, Μαρία η Μητέρα του Θεού, σ. 44.

10.Αύτοθι, σ. 2.

11.Αύτοθι, σ. 16.

12. Αύτοθι, σ. 42.

13. Αύτοθι, σ. 43.

4.  Arhimandrit Doso
16.   Από τον βίον του Οσίου Πατρός ημών Μαξίμου του ονομαζομένου Καψοκαλύβη, Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, Τόμος Πέμπτος, σ. 104.

17.   Φιλοκαλία, Τόμος Πέμπτος, σ. 75.

Η ΚΟΙΜΗΣΙΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ Του Ιωάννου Φουντούλη

Η εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, πού εορτάζει στις 15 Αυγούστου ο χριστιανικός κόσμος, είναι η μεγαλυτέρα από τις εορτές που καθιέρωσε η Εκκλησία προς τιμήν της Μητρός του Κυρίου, τις θεομητορικές εορτές. Ίσως είναι και η παλαιοτέρα από όλες. Τις πρώτες μαρτυρίες έχουμε γι’ αυτήν κατά τον Ε΄αιώνα, γύρω στην εποχή που συνεκλήθη η Γ΄Οικουμενική Σύνοδος της Εφέσου (451), που καθώρισε το θεομητορικό δόγμα και έγινε αιτία να αναπτυχθή η τιμή στο πρόσωπο της Θεοτόκου. Για πρώτη φορά φαίνεται ότι συνεστήθη στα Ιεροσόλυμα την 13 Αυγούστου και λίγο αργότερα μετετέθη στις 15 του ιδίου μηνός. Είχε δε γενικώτερο θεομητορικό χαρακτήρα, χωρίς ειδική αναφορά στο γεγονός της Κοιμήσεως. Ωνομάζετο “ημέρα της Θεοτόκου Μαρίας”. Κέντρο του πανηγυρισμού αναφέρεται στην αρχή ένα “Κάθισμα”, ναός επ’ ονόματί της, που ευρίσκετο έξω από τα Ιεροσόλυμα στο τρίτο μίλιο της οδού που οδηγούσε στην Βηθλεέμ. Η σύνδεση της εορτής αυτής προς την Κοίμηση της Θεοτόκου έγινε στον περίφημο ναό της Παναγίας που βρισκόταν στην Γεθσημανή, το “ευκτήριο του Μαυρικίου”, όπου υπήρχε και ο τάφος της. Αυτός ο ναός πολύ σύντομα πήρε τον χαρακτήρα του μεγαλύτερου θεομητορικού προσκυνήματος και η ακτινοβολία του έγινε αιτία η πανήγυρίς του κατά την 15η Αυγούστου γρήγορα να διαδοθή σ’ ολόκληρο τον χριστιανικό κόσμο σε ανατολή και δύση σαν εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Αργότερα εξήρθη η εορτή με την προπαρασκευαστική νηστεία και την παράτασι του εορτασμού μέχρι της 23ης ή και μέχρι του τέλους του Αυγούστου και έγινε όχι μόνο η μεγαλυτέρα θεομητορική εορτή αλλά και μία από τις σπουδαιότερες εορτές του εκκλησιαστικού έτους. Αυτό βέβαια ήταν φυσικό να γίνη, γιατί η Θεοτόκος είναι το προσφιλέστερο και ιερώτερο πρόσωπο μετά τον Κύριο και γι’ αυτό συνεκέντρωσε την τιμή και την ευλάβεια όλων των χριστιανικών γενεών. Αναρίθμητοι ναοί και μονές έχουν κτισθεί προς τιμήν της Κοιμήσεώς της, θαυμάσιες τοιχογραφίες παριστάνουν σε κάθε ναό πίσω από την κεντρική είσοδο σε εκπληκτικές συνθέσεις την ιερά της κηδεία, ύμνοι εκλεκτοί έχουν διακοσμήσει την ακολουθία της και λόγοι λαμπροί και εγκώμια εξεφωνήθησαν από τους Πατέρες και νεωτέρους εκκλησιαστικούς άνδρες κατά την ημέρα της μνήμης της. ‘Ολες οι ανθρώπινες γενεές συναγωνίσθησαν στην προσφορά ό,τι εκλεκτοτέρου είχαν να παρουσιάσουν, για να μακαρίσουν έργω και λόγω την Παρθένο Μαρία.
ΤΟ ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΚΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ
Για την κατανόηση του εορτολογικού περιεχομένου της εορτής της Κοιμήσεως, όπως και των άλλων θεομητορικών εορτών, της Συλλήψεως, της Γεννήσεως και των Εισοδίων, πρέπει να κάμωμε μία μικρά αναδρομή στις πηγές, από τις οποίες αντλήθηκαν τα θεομητορικά αυτά θέματα. Διαφορετικά είναι αδύνατο να ερμηνεύση κανείς ό,τι συνδέεται με τον εορτασμό αυτόν, τα συναξάρια, την υμνογραφία και την εικονογραφία τους. Οι αυθεντικές ιστορικές πηγές, τά Ευαγγέλια και τα άλλα βιβλία της Καινής Διαθήκης, δεν μας διέσωσαν πληροφορίες για τον πρό του Ευαγγελισμού και για τον μετά την Ανάληψι του Κυρίου βίο της Θεοτόκου. Πρόθεσις των ιερών συγγραφέων ήταν να αφηγηθούν τον βίο και το σωτηριώδες έργο του Χριστού και ό,τι άμεσα συνεδέετο με Αυτόν και όχο να ικανοποιήσουν την ευλαβή περιέργεια ή τα ιστορικά ενδιαφέροντα των αναγνωστών τους. Η παράδοσις όμως της Εκκλησίας διέσωσε από στόματος εις στόμα διάφορες πληροφορίες πού αφορούσαν στον βίο της Θεοτόκου πρό της συλλήψεως του Κυρίου και μετά την Ανάστασί Του. Αργότερα διάφοροι ευλαβείς, κατά το πλείστον, συγγραφείς περιέλαβαν τις πληροφορίες αυτές και τις ανέπτυξαν με την φαντασία τους και για να έχουν περισσότερο κύρος έθεσαν στους τίτλους των έργων τους μεγάλα αποστολικά ονόματα. Η Εκκλησία α[‘ερριψε και κατεδίκασε τα βιβλία αυτά και τα ωνόμασε “Απόκρυφα” και “Ψευδεπίγραφα”. Σε μεταγενεστέρα εποχή πολλές από τις διηγήσεις αυτές, τουλάχιστον στις βασικές τους γραμμές, έδωσαν θέματα στην διαμόρφωσι εορτών, στην σύνταξι συναξαρίων, στην ποίηση ύμνων και στην εικονογραφία. Εξ άλλου, καθώς προείπαμε, ο πυρήν των διηγήσεων αυτών είχε ως βάσι του παμπάλαιες ιστορικές παραδόσεις γυ΄ρω από το πρόσωπο της Θεοτόκου.
ΑΦΗΓΗΣΙΣ ΤΟΥ ΓΕΓΟΝΟΤΟΣ ΤΗΣ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ
Ειδικά το γεγονός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου αφηγείται, εκτός των άλλων, και μια απόκρυφος διήγησις, που φέρεται υπό το όνομα του ηγαπημένου μαθητού του Κυρίου, του Ιωάννου. Μια περίληψη του εκτενούς αυτού κειμένου θα παρουσιάσωμε εδώ. Σε κάθε του σημείο ο αναγνώστης του θυμάται αντίστοιχες φράσεις από τους ύμνους και το συναξάριο της εορτής και λεπτομέρειες από την εικόνα της Κοιμήσεως που εφιλοτέχνησαν βυζαντινοί ζωγράφοι.
Η Παναγία μετά την Ανάληψι του Χριστού καθημερινώς πηγαίνει στο ζωοδόχο μνήμα και προσεύχεται. Μία Παρασκευή ο Αρχάγγελος Γαβριήλ παρουσιάζεται μπροστά της και την χαιρετά: “Χαίρε, η γεννήσασα Χριστόν τον Θεόν ημών. Ο Κύριος άκουσε την προσευχή σου και θα αφήσης τον κόσμο και θα πορευθής εις την ζωήν την αληθινήν και αδιάδοχον”. Η Θεοτόκος επιστρέφει στον οίκο της, θυμιά και προσεύχεται στον Χριστό να της στείλη τον Ιωάννη και τους λοιπούς Αποστόλους, για να παρασταθούν στον θάνατό της. Η προσευχή της εισακούεται και πρώτος φθάνει, αρπαγείς από νεφέλη, ο Ιωάννης και σε λίγο επί νεφελών και οι λοιποί Απόστολοι οι διεσπαρμένοι στα πέρατα του κόσμου. Την Κυριακή έρχεται με την απαστράπτουσα δόξα Του και με χιλιάδες αγγέλους ο Κύριος να παραλάβη την ψυχή της Μητρός Του. Εκείνη ευλογεί τους Αποστόλους και τον κόσμο, δέεται για την σωτηρία όλων και αφού λαμβάνει την υπόσχεσι ότι “πάσα ψυχή επικαλουμένη το όνομά της ου μη καταισχυνθή, αλλ’ εύρη έλεος και παράκλησιν και αντίληψιν και παρρησίαν και εν τω νυν αιώνι και εν τω μέλλοντι”, παραδίδει την αγία της ψυχή στα χέρια του Υιού της. Οι Απόστολοι περιπτύσσονται το σκήνος και ψάλλοντες μεταφέρουν την κλίνη με το σώμα για ταφή. Ένας εβραίος ονόματι Ιεφωνίας ορμά και επιχειρεί “κατά της κλίνης”, αλλ’ άγγελος Κυρίου με “ξίφος πυρός” αποκόπτει τα χέρια του από των ώμων, που μένουν κρεμασμένα στην κλίνη. Αυτός μετανοεί και κολλώνται πάλι τα χέρια του, ενώ οι Απόστολοι ανενόχλητοι συνεχίζουν την εκφορά. Το σκήνος θάπτεται σε καινό μνημείο στην Γεθσημανή, την Τρίτη όμως ημέρα “μετετέθη…εν Παραδείσω”.
Η ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΙΣ
Η εκκλησιαστική ποίησις εξωραϊζει την απλή αυτή διήγηση. Στα τρία στιχηρά του Εσπερινού του α΄ήχου, το πρώτο αυτόμελο και τα άλλα δύο προσόμοια, του πρώτου, με ένα θαυμάσιο τρόπο εγκωμιάζεται η Θεοτόκος και η Κοίμησί της. Ως υπόβαθρο όμως αναγνωρίζεται εύκολα η διήγησι του αποκρύφου: η Γεθσημανή, οι λόγοι του Γαβριήλ, η παρουσία των αγγελικών δυνάμεων, η μετάστασι από τον τάφο στον ουρανό.
Το ίδιο θέμα έχουν και τα τρία στιχηρά των Αίνων του δ΄ ήχου. Στο πρώτο, όλος ο κόσμος, ουράνιος και επίγειος, χαίρεται προπέμποντας την μητέρα του Χριστού και ψάλλοντας σ’ αυτήν την “εξόδιον ωδήν”. Στα άλλα δύο περιγράφεται η έλευσις των Αποστόλων και η επικήδεια ψαλμωδία τους, καθώς και η παρουσία των αγγελικών δυνάμεων και η υποδοχή της αμωμήτου ψυχής της από τον Χριστό.
Τέλος θα σταθούμε στο πιο ιδιόρρυθμο τροπαριο της εορτής αυτής, αλλά και όλων των τροπαρίων μας. Πρόκειται για το δοξαστικό του Εσπερινού. Το περιεχόμενό του αντλεί από την σχετική απόκρυφο διήγηση. Η ιδιορρυθμία του τροπαρίου αυτού είναι ότι δεν ψάλλεται, όπως όλοι οι άλλοι έκκλησιαστικοί ύμνοι, σε ένα μόνο ήχο, αλλά και στους οκτώ.
Ήχος α΄
“Θεαρχίω νεύματι
πάντοθεν οι θεοφόροι απόστολοι
υπό νεφών μεταρσίως αιρόμενοι,
Ήχος πλ. α΄
καταλαβόντες το πανάχραντον
και ζωαρχικόν σου σκήνος
εξόχως ησπάζοντο.
Ήχος β΄
Αι Δε υπέρτατοι των ουρανών δυνάμεις
Συν τω οικείω δεσπότη παραγενόμεναι,
Ήχος πλ. β΄
Το θεοδόχον και ακραιφνέστατον σώμα
Προπέμπουσι, τω δέει κρατούμεναι,
Υπερκοσμίως δε προώχοντο
και αοράτως εβόων
ταις ανωτέραις ταξιαρχίαις,
ιδού η παντάνασσα θεόπαις παραγέγονεν.
Ήχος γ΄
’ρατε πύλας
Και ταύτην υπερκοσμίως υποδέξασθε,
Την του αεννάου φωτός μητέρα,
Ήχος βαρύς
Διά ταύτης γάρ η παγγενής
των βροτών σωτηρία γέγονεν,
η ατενίζειν ουκ ισχύομεν
και ταύτη άξιον γέρας
απονέμειν αδύνατον,
Ήχος δ΄
ταύτης γαρ το υπερβάλλον
υπερέχει πάσαν έννοιαν.
Ήχος πλ. δ΄
Διό, άχραντε θεοτόκε,
αεί συν ζωηφόρω βασιλεί
και τόκω ζώσα, πρέσβευε διηνεκώς
περιφρουρήσαι και σώσαι
από πάσης προσβολής εναντίας
την νεολαίαν σου,
την γάρ σήν προστασίαν κεκτήμεθα,
Ήχος α΄
Εις τους αιώνας
αγλαοφανώς μακαρίζοντες”.

(Από το βιβλίο “Λογική Λατρεία”, εκδ. Αποστολικής Διακονίας, Αθήνα 1984).

Η κοίμηση της υπεραγίας Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας π. Άγγελος Σπυρόπουλος

«Η πηγή της ζωής, εν μνημείω τίθεται και κλίμαξ προς ουρανόν, ο τάφος γίνεται…»
Στη νέα πραγματικότητα της καινής κτίσεως, που εγκαινιάζει η Ανάσταση και η νίκη του Χριστού πάνω στο θάνατο, κλονίζεται και καταργείται η εξουσία του θανάτου στον άνθρωπο.
Ο θάνατος, ο μεγάλος εχθρός της ανθρώπινης υπάρξεως, γίνεται κοίμηση και πέρασμα από την πρόσκαιρη στην αιώνια ζωή, μετάβαση δηλαδή από την φθορά στην αφθαρσία και από τον θάνατο στην αθανασία.
Ο χωρισμός της ψυχής απ’ το σώμα είναι πλέον προσωρινός, αφού μετά την ανάσταση του Κυρίου μας υπάρχει η βεβαιότητα της αναστάσεως.
Η βεβαιότητα αυτή καταργεί το φόβο, την οδύνη και την απελπισία του θανάτου, ενώ ενισχύει την ελπίδα και ισχυροποιεί την πίστη στη μετά θάνατον ζωή.
Η Παναγία ως άνθρωπος έπρεπε να υποστεί όλα εκείνα που συνεπάγονται στη ανθρώπινη καταγωγή της. Έτσι γνώρισε προσωρινά το θάνατο, για να μη φανεί σε κάποιους φαντασία το μυστήριο του Χριστού, ούτε να θεωρηθεί ότι η μητέρα Του δεν ήταν άνθρωπος που προσέλαβε τη θνητή σάρκα, όπως όλο το ανθρώπινο γένος.
Το σώμα της Θεοτόκου ενταφιάζεται στη γη, όπου εγκαταλείπει το ατελές της ανθρώπινης φύσεως, προκειμένου να ενδυθεί το τέλειο του Θεού.
Η σωματική παχυλότητα, όπως ονομάζει τη θνητότητα ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, μεταβάλλεται σε ένδυμα αθανασίας, σε χιτώνα αφθαρσίας και αιώνιας ζωής.
Η Θεοτόκος, λοιπόν είναι μητέρα της ζωής που και με το θάνατό της γίνεται πάλι αφορμή ζωής, γι’ αυτό η Εκκλησία μας θριαμβικά την ονομάζει «ζωηφόρος».
Στην πατερική γραμματεία της Ορθοδόξου Εκκλησίας το τέλος της επίγειας ζωής της Θεοτόκου την ονομάζει «κοίμηση» ή «μετάσταση», οι θεολογικές αυτές έννοιες προσδιορίζουν γενικά τον «εν Χριστώ» θάνατο, δηλαδή τη μετάβαση τής ψυχής στη ζωή της αιωνιότητας.
Η κοίμηση της Θεοτόκου είναι ένα από τα πιο συγκλονιστικά γεγονότα στον κύκλο των θεομητορικών εορτών.
Η σημασία της εστιάζεται στη μετάσταση της Παναγίας από τη γη στον ουρανό, από την κάτω και πρόσκαιρη ζωή στην άνω χώρα, την αναλλοίωτη και άφθαρτη, και όπως λέγει και ο υμνωδός «νενίκηνται της φύσεως όροι».
Η Θεοτόκος που έζησε πανάγιο βίο, μετά την κοίμησή της μεταβαίνει ψυχή τε και σώματι στην αφθαρσία, και προλέγει στον άνθρωπο την κοινή ανάσταση.
Η λεπτομέρεια αυτή αποτελεί μια σημαντική πτυχή της θεολογίας της Εκκλησίας˙ πτυχή με ηθικές και πνευματικές συνέπειες για την ζωή των πιστών, αφού συνακόλουθο τής αγιότητας είναι η υπέρβαση της νομοτέλειας και της φθοράς.
Η ψυχή της Θεοτόκου Μαρίας χωρίζεται από το σώμα και το σώμα παραδίδεται στην γη, αλλά δεν κατεξουσιάζεται από τον θάνατο ούτε και διαλύεται από την φθορά, όπως υπαγορεύει η φυσική τάξη.
Στην ίδια νοηματική συνάφεια ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός παραλληλίζει το αδιάλυτο του σώματος της Παναγίας, που δεν διαλύεται από τη φθορά ούτε καταλύεται από το θάνατο, με το αλώβητο της παρθενίας κατά τη γέννηση του Χριστού.
Κατά την γέννηση του Υιού του Θεού διατηρήθηκε άφθορη η παρθενία της, έτσι και στην κοίμησή της τιμήθηκε με αφθαρσία το θείο σώμα της.
Το κεντρικό σημείο της θεολογικής συμφωνίας των δύο γεγονότων είναι στη σκέψη του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού η υπέρβαση της φύσεως και της φθοράς, ως συνέπεια της αγιότητας της Θεοτόκου.
Ο άγιος Ανδρέας Κρήτης, σε Λόγο του για την Κοίμηση, χαρακτηρίζει το «υπέρ ημάς και ημέτερον σώμα» της Θεοτόκου ως «ζωαρχικών».
Ο άγιος Φιλόθεος ο Κόκκινος, λέγει ότι: η Παναγία μεταβαίνει άφθαρτος ως ενιαία ψυχοσωματική ύπαρξη σε χώρο πέρα από εκείνον της φθοράς, στον παράδεισο, την πρώτη πατρίδα των προπατόρων.
Ο άγιος Νικόλαος ο Καβάσιλας ερμηνεύει την Κοίμηση της Θεοτόκου με βάση την αγιότητα του βίου της και την οντολογική σχέση της με τον Θεό, ως Μητέρα του Υιού και Λόγου του Θεού.
Η κοίμηση της Παναγίας στη συνείδηση των πιστών δεν σημαίνει εγκατάλειψη των ανθρώπων.
Όπως ξέρουμε όταν κοιμηθεί ένας άνθρωπος εγκαταλείπει την οικογένεια του, τις μέριμνες, την δουλειά του, εγκαταλείπει δηλαδή τον πρόσκαιρο και μάταιο τούτο κόσμο.
Όμως όσο η Παναγία ζούσε σ’ αυτόν εδώ τον κόσμο ήταν πολύ κοντά στους ανθρώπους, γι’ αυτό και με την κοίμησή της δεν αποξενώθηκε από τα επίγεια προβλήματα των ανθρώπων.
Η ίδια η Θεοτόκος, που κόσμησε τη γη και τον ουρανό, δεν ήταν δυνατό να είναι μακριά και από τα δύο ούτε και να μας αφήσει ορφανούς από την παρουσία της.
Εισακούει κάθε ανθρώπινη επίκληση για πρεσβείες προς τον Θεό Πατέρα.
Η ιδιάζουσα θέση της Παναγίας στη θρησκευτική ζωή των ορθοδόξων αναδύεται από την ίδια την προσωπικότητά της και το θείο ρόλο της.
Η λαϊκή ευσέβεια ύμνησε τις αρετές και την αγιότητά της, αποδίδοντας σ’ αυτήν επίθετα και χαρακτηρισμούς που απεικονίζουν τις εσωτερικές της ποιότητες.
Η μορφή της κυριαρχεί στις ψυχές των πιστών ως μεγάλη Μητέρα, συμπαραστάτης και βοηθός στον πνευματικό, αλλά και στον καθημερινό αγώνα, αφού με τη ζωή της υπέδειξε τον αυθεντικό δρόμο του πνευματικού αγώνα της ανθρώπινης υπάρξεως.
Το εύρος της αρετής της συνιστά δύναμη που νικά τις συνέπειες της πτώσεως και μεταστρέφει το πέλαγος των θλίψεων, την οδύνη των πειρασμών και τα αδιέξοδα του κόσμου σε πολύτιμες εμπειρίες, χρήσιμες στην πορεία της τελειώσεως.
Η δική της ωραιότητα αναδεικνύει και αποκαθιστά την ωραιότητα της αμαυρωμένης εικόνας της πτώσεως, που μπορεί πλέον να αποκαθαρθεί και να επανέλθει, όπως Εκείνη, πιο πάνω από το «αρχαίον κάλλος».
Αδελφοί μου η αναφορά στη μνήμη της υπεραγίας Θεοτόκου ενισχύει την αίσθηση της παρουσίας της στη ζωή μας, αφού «όπου η ταύτης διηνεκώς εναπόκειται μνήμη, εκεί αναμφιβόλως και η ταύτης ουκ απολείπεται παρουσία», σημειώνει ο Ιάκωβος ο Μοναχός.
Αδελφοί μου όταν ήμασταν μικρή και κάναμε κάποια ζημιά για να μην μας βαρέσει ο πατέρας μας τρέχαμε στην αγκαλιά της μητέρα μας για να μας προστατεύσει έτσι πρέπει να κάνουμε και με την Παναγία μας να τρέχουμε στην αγκαλιά της και να της ζητάμε την πρεσβεία και την προστασία της για να αποφεύγουμε τα φαρμακερά βέλη του διαβόλου.
Έτσι αγαπητοί μου αδελφοί ας απευθυνόμαστε, στην Παναγία μας, την μητέρα του αρχιποίμενος Ιησού Χριστού, της οποίας η μεγάλη και ευρύχωρη αγκαλιά εξασφαλίζει πλήρη κάλυψη και συνεχή στοργική φροντίδα. Αμήν

Η κοίμηση της Θεοτόκου – Ένας θάνατος θρίαμβος

Εορτή μεγάλη και πανήγυρις  λαμπρά η εορτή της Κοιμήσεως τη Θεοτόκου. Τη γιορτάζει με πολλή χαρά ο Ορθόδοξος κόσμος σ’ όλη την οικουμένη. Τρέχουμε οι πιστοί στους Ναούς μας, μάλιστα σ’ αυτούς που είναι αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου, τρέχουμε με αγαλλίαση και ευφροσύνη να ψάλουμε τους θαυμάσιους ύμνους της εορτής και να γιορτάσουμε με χαρά τη μεγαλύτερη θεομητορική εορτή του έτους, το Πάσχα του καλοκαιριού.
Χαρά, εορτή, πανηγύρι! Γιατί όμως; Γιατί όλη αυτή η λαμπρότητα και ο ενθουσιασμός; Γιατί οι ύμνοι και οι ευχές, η τόση χαρά στα πρόσωπα και στις ψυχές;
Θάνατο έχουμε, και ο θάνατος πάντοτε ήταν θλιβερό γεγονός. Από τότε όμως που γεύθηκε τον θάνατος ο Υιός του Θεού, ο Κύριος Ιησούς Χριστός, και ανέστη εκ νεκρών, κατήργησε τον θάνατο για όλο το ανθρώπινο γένος. Όσοι πιστεύουν στον σταυρωθέντα και αναστάντα Κύριο δεν φοβούνται πλέον τον θάνατο, διότι γνωρίζουν ότι αυτός είναι ένα πέρασμα από τα επίγεια στα ουράνια, από τα πρόσκαιρα στα αιώνια, από τα λυπηρά στα ευχάριστα, στα μακάρια και δοξασμένα.
Ο θάνατος του πιστού δεν είναι μόνο γεγονός που προκαλεί τον πόνο και τα δάκρυα. Είναι γεγονός που προκαλεί πιο πολύ τη χαρά. Πολύ περισσότερο ο θάνατος των αγίων είναι η ημέρα της λυτρώσεώς τους από τα θλιβερά της επιγείου ζωής και της θριαμβευτικής εισόδου τους στον άφθαρτο και πανένδοξο κόσμο του ουρανού, στα μακάρια ζωή της Βασιλείας του Θεού. Γι’ αυτό τους αγίους τους γιορτάζουμε στην ημέρα της Κοιμήσεώς τους.
Αλλ’ αν αυτά ισχύουν για κάθε πιστό και πιο πολύ για τους αγίους μας, τι πρέπει να ισχύει για την «Κεχαριτωμένη», τη στολισμένη με εξαιρετικές χάριτες από τον Θεό γυναίκα, που έφερε στον κόσμο τον νικητή του θανάτου, για εκείνη που ο ουρανός την αναγνώρισε ως «ευλογημένην εν γυναιξί», ευλογημένη από τον Θεό όσο καμιά άλλη γυναίκα, γι’ αυτήν που αξιώθηκε να γίνει η Μητέρα του Θεού;
Ο θάνατος της υπερευλογημένης Μητέρας του Θεού είναι ένας θρίαμβος, η κοίμησή της η πιο μεγάλη γιορτή.
«Η των ουρανών υψηλοτέρα υπάρχουσα, και των Χερουβίμ ενδοξοτέρα, και πάσης κτίσεως τιμιωτέρα», αυτή που είναι πιο ψηλά από τους ουρανούς, και έχει δόξα μεγαλύτερη από τη δόξα των χερουβικών δυνάμεων, αυτή που είναι πιο τιμημένη απ’ όλη τη δημιουργία του Θεού, που λόγω της υπερθαύμαστης καθαρότητάς της δέχθηκε μέσα της τον αΐδιο Θεό, «εν ταις του Υιού χερσί σήμερον την παναγίαν παρατίθεται ψυχήν, και συν αυτή πληρούνται τα σύμπνατα χαράς», ψάλλει θριαμβευτικά ο ιερός υμνογράφος. Την παναγία, την πανάμωμη, την ελεύθερη από κάθε κηλίδα κακού ψυχή της την παραδίδει στα άγια και άχραντα χέρια του Θεού και Θεού της, χαίρει, χαίρει μεγάλη χαρά η ίδια που βρίσκεται στους κόσμους του ουρανού, δέχεται τα αιώνια βραβεία της απαράμιλλης αρετής της και την αμοιβή της ταπεινής υπακοής της και απολαμβάνει και αντανακλά την απερίγραπτη δόξα του Υιού της. Μαζί της γεμίζουν από ανεκλάλητη χαρά τα σύμπαντα, όλος ο κόσμος του ουρανού και της γης συμμετέχει στα χαρά της.
Χαίρουν οι άγγελοι του ουρανού και δοξάζουν την Κοίμησή της «Εξουσίαι, Θρόνοι, Αρχαί, Κυριότητες, Δυνάμεις και Χερουβίμ και τα φρικτά Σεραφίμ». Ο Κύριος μας διαβεβαίωσε ότι μεγάλη χαρά έχουν οι άγγελοι του ουρανού όταν ένας αμαρτωλός άνθρωπος μετανοεί και επίσης ότι άγγελοι συνοδεύουν αυτούς που πορεύονται προς τη ζωή της αιωνιότητας. Πόση επομένως χαρά έχουν, πώς πανηγυρίζουν και πώς υποδέχονται στους ολόφωτους κόσμους του ουρανού αυτήν που έγινε η Μητέρα του Λυτρωτή όλου του κόσμου! Οι άγγελοι που διακονούν πρόθυμα τη μεγάλη υπόθεση της σωτηρίας μας και χαίρονται πολύ για τη σωτηρία μας, πόσο περισσότερο χαίρουν και τιμούν αυτήν που διακόνησε κατά μοναδικό τρόπο τη σωτηρία του κόσμου, που υπήρξε η Μητέρα του Σωτήρος του κόσμου!
Αγάλλονται όμως και οι «γηγενείς», οι άνθρωποι, οι κάτοικοι της γης χαιρόμαστε μαζί με τους αγγέλους, καθώς με ιερό δέος βλέπουμε σήμερα «εκ ζωής εις ζωήν μεθισταμένην την τεκούσαν τον αρχηγόν της ζωής», αυτήν που γέννησε τον αρχηγό της ζωής να φεύγει από την πρόσκαιρη ζωή της γης και να εισέρχεται στην αιώνια ζωή της ουρανίου Βασιλείας. Είναι δίκαιο και πρέπον να απολαύσει τώρα την ουράνια τιμή που της αξίζει, να έχει τη μεγαλύτερη δόξα απ’ όλους τους ανθρώπους, να είναι ανωτέρα απ’ όλους τους αγγέλους, βασίλισσα των ουρανών. Όλα αυτά μας δίνουν χαρά, διότι η Μητέρα του Θεού είναι ό,τι ευγενέστερο και ανώτερο είχε να προσφέρει ο κόσμος των ανθρώπων στον Θεό. Και ο Θεός τώρα την τιμά με ασύγκριτη ουράνια δόξα· και αυτή η δόξα αντανακλά σ’ όλους μας και είναι αυτό αφορμή χαρά για όλους μας. «Αγάλλονται γηγενείς επί τη θεία σου δόξη κοσμούμενοι».
Χαιρόμαστε οι πιστοί, διότι η Μητέρα του Θεού είναι Μητέρα όλων μας και γι’ αυτό με την Κοίμησή της δεν εγκαταλείπει τον κόσμο, αλλά πολύ περισσότερο τώρα, με την παρρησία που έχει, πρεσβεύει στον Υιό της για μας και με τις πρεσβείες της σκεπάζει όλους τους πιστούς «λυτρουμένη εκ θανάτου τας ψυχάς ημών».

Η Κοίμηση της Θεοτόκου 15 Αυγούστου (Λουκ. ι’, 38-42 και ια΄27-28) κήρυγμα επί του Ευαγγελίου του Ιωάννη Δήμου


Ήταν πλέον καιρός, σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, 
να αφήσει η Παναγία τον επίγειο τρόπο ζωής και να
 συνεχίσει να ζει με έναν άλλο τρόπο πνευματικό, 
ουράνιο και αιώνιο. 
Οι στιγμές αυτές για τον κοινό άνθρωπο είναι οδυνηρές και
 πένθιμες.
 Για τους μάρτυρες όμως της Εκκλησίας θεωρήθηκαν στιγμές
 πνευματικής χαράς και αγαλλίασης, αφού το μαρτύριο τους
 οδηγούσε σε μία καινούργια ζωή που άρχιζε τότε.
 Γι' αυτό η ημέρα εκείνη του μαρτυρικού τους θανάτου
 γιορταζόταν σαν γενέθλια ημέρα του μάρτυρα.
 Στην Κοίμηση της Θεοτόκου όλα έχουν ένα ιδιάζοντα
 χαρακτήρα, γιατί η Παναγία, ενώ δεν παύει να είναι ένας 
άνθρωπος, όμως ταυτόχρονα είναι η «κεχαριτωμένη»,
 δηλαδή η γεμάτη από τη χάρη του Θεού και την ευλογία
 Του ως  έμψυχος ναός. Ο ποιητής στο Εξαποστειλάριο 
της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, φωτισμένος πράγματι
 από το Άγιο Πνεύμα, συνδυάζει στην Παναγία δύο
 στοιχεία, δηλαδή το ανθρώπινο και το θειο, με πολλή αρμονία. 
 Ανακεφαλαιώνει έτσι την ορθή διδασκαλία γύρω από την ύπαρξη
 της Παναγίας. «Απόστολοι εκ περάτων συναθροισθέντες ενθάδε
, Γεσθημανή τω χωρίω,  κηδεύσατέ μου το σώμα...».
Εδώ όλα είναι ανθρώπινα. 
Οι απόστολοι, ως φίλοι του Χρίστου, προσκαλούνται από τη Μητέρα
 του να κηδεύσουν το σώμα της συμφωνά με τα καθιερωμένα έθιμα,
 όπως άλλωστε έγινε ακόμη και με την   ταφή του Κυρίου.  
 Καλούνται δε οι απόστολοι, γιατί αυτοί κυρίως ήταν οι άμεσο
ι οικείοι του Χριστού,  και οικείοι της Παναγίας, αφού ο Υιός 
της πάνω από το Σταυρό την εμπιστεύτηκε ως μητέρα τους λέγοντας
 στον Ιωάννη, «ιδού η μήτηρ σου» (Ιωάν. 19,27). 
Στη συνέχεια διαφαίνεται ο θείος χαρακτήρας της 
γιορτής μέσα από την αίγλη της μητρικής παρρησίας.
 Όπως ο Υιός του Θεού είπε στον Πατέρα Του, 
«πάτερ εις χείρας σου παραθήσομαι το πνεύμα μου», έτσι
 και η Παναγία απευθύνεται στον Υιόν και Θεόν της λέγοντας,
 «...και συ, Υιέ και Θεέ μου, παράλαβέ μου το πνεύμα».
 Εδώ φαίνεται καθαρά όχι μόνο η παρρησία της Παναγίας 
στο Θεό Λόγο, αλλά και η θεληματική εξάρτηση
 Αυτής απ’ Αυτόν, σύμφωνα με τα λογία της, τον καιρό 
του Ευαγγελισμού, «Ιδού η δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατά το
 ρήμα σου». Τα λόγια αυτά είναι μοναδικά, γιατί μόνο από
 τη Θεοτόκο ήταν δυνατό να λεχθούν, αφού μόνη 
Αυτή έγινε η Μητέρα του Υιού του Θεού, ώστε 
« ο αμήτωρ εκ πατρός» να είναι «και απάτωρ εκ μητρός».
«Απόστολοι εκ περάτων συναθροισθέντες ενθάδε...». 
Μοναδική, ιερή και ένδοξη είναι πράγματι  η Κοίμηση της Θεοτόκου.
 Ο ουρανός και η γη δίνει το μεγάλο παρών στο μεγάλο αυτό γεγονός,
 όπως τονίζεται και στο τροπάριο που ακολουθεί.
 «Ο πάντιμος χορός των σοφών αποστόλων ηθροίσθη
 θαυμαστώς του κηδεύσαι ενδόξως το σώμά σου το άχραντον,
 Θεοτόκε πανύμνητε· οις συνύμνησαν και των αγγέλων τα πλήθη,
 την μετάστασιν την σην σεπτώς ευφημούντες, ην πίστει εορτάζομεν».
Η Παναγία είναι το μοναδικό πρόσωπο του οποίου ο βίος υπήρξε 
ανεπίληπτος χωρίς σκιές. Γι' αυτό η Βασίλισσα του κόσμου δεσπόζει 
παντού και στολίζει όλες τις εκδηλώσεις της ανθρώπινης ζωής. 
Οι ναοί, τα προσκυνητάρια, τα εξωκκλήσια, τα εικονίσματα, 
οι ακολουθίες και οι γιορτές προς τιμή της Παντάνασσας, φανερώνουν 
τους δεσμούς της Παναγίας με τους χριστιανούς που την ευλαβούνται 
τόσο πολύ. Δικαιολογημένα λοιπόν, ιδιαίτερα η Κοίμηση της Θεοτόκου,
 συγκινεί κάθε Χριστιανό και κύματα πιστών συρρέουν στους Ναούς
 για να εκδηλώσουν την ευλάβειά τους και πάρουν δύναμη από τη Μεγαλόχαρη, 
η σκέπη της οποίας ας σκεπάζει  όλους  μας.  Αμήν.

Κοίμηση της Θεοτόκου - Ο έλεγχος της Μάρθας, +Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνου

(Λκ. 10,38-42· 11,27-28)
«Μάρθα Μάρθα, μεριμνᾷς καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά· ἑνὸς δέ ἐστι χρεία» (Λουκ. 10,41-42)

Σήμερα, ἑορτὴ τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου, θὰ ἑρμηνεύσουμε ἕνα λόγο ποὺ
 ἀκούσαμε στὴν ἐκκλησία. Εἶνε ἕνας ἔλεγχος ὅλων μας· 
«Μάρθα Μάρθα, μεριμνᾷς καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά· ἑνὸς δέ ἐστι χρεία» 
(Λουκ. 10,41-42).
Δὲν εἶνε λόγια ἀνθρώπου· εἶνε λόγια θεϊκά, λόγια τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.
 Τὰ εἶπε σ᾿ ἕνα χωριὸ καὶ τ᾽ ἄκουσαν λίγοι. Ἐν τούτοις, ἐνῷ πέρασαν τόσοι αἰῶνες,
 ἡ ἀξία τους μένει. Ὁ ἴδιος εἶπε· «Ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ παρελεύσονται,
 οἱ δὲ λόγοι μου οὐ μὴ παρέλθωσι» (Ματθ. 24,35). 
Ἂς ἐμβαθύνουμε στὸ νόημά τους.
Ἔξω ἀπὸ τὰ Ἰεροσόλυμα ἦταν ἕνα μικρὸ προάστιο, ἡ Βηθανία.
 Ἐκεῖ ζοῦσε ὁ Λάζαρος ὁ φίλος τοῦ Χριστοῦ μὲ τὶς δύο ἀδελφές του Μαρία
 καὶ Μάρθα. Ἐκεῖ ἔρχεται ὁ Κύριος.
 Ἂν εἶνε τιμὴ γιὰ ἕνα φτωχὸ σπίτι νὰ τὸ ἐπισκέπτεται ἕνας μεγάλος ἄνθρωπος
, τί τιμὴ καὶ τί εὐλογία εἶνε νὰ τὸ ἐπισκέπτεται ὁ Βασιλεὺς τῶν
 βασιλευόντων καὶ Κύριος τῶν κυριευόντων!
 Σπίτι, ποὺ φιλοξενεῖ τὸ Χριστό, εἶνε εὐτυχισμένο·
 σπίτι χωρὶς τὸ Χριστό, εἶνε δυστυχισμένο.
 Καλύβα ποὺ ἔχει Χριστό, εἶνε παράδεισος· παλάτι χωρὶς Χριστό, εἶνε κόλασι. 
Σ᾿ αὐτὸ λοιπὸν τὸ φτωχικὸ καταδέχεται καὶ πηγαίνει ὁ Κύριος.
 Τί χαρά, τί ἀκτινοβόλα πρόσωπα ἀντίκρυσε ἐκεῖ! Ἀλλὰ τί βλέπω;
Οἱ δύο ἀδελφὲς χωρίζουν, διαφέρουν στὶς ἐκδηλώσεις. 
Καὶ οἱ δυὸ τὸν ἀγαποῦν, μὰ τὸ δείχνουνμὲ διαφορετικὸ τρόπο. 
Ἡ Μάρθα, μόλις φίλησε τὸ χέρι του, τρέχει στὸ μαγειρεῖο
 κ᾽ ἑτοιμάζεται νὰ παραθέσῃ πλούσιο τραπέζι· νόμιζε ὅτι ἔτσιθὰ
 τὸν εὐχαριστήσῃ. Ἡ Μαρία, πολὺ διαφορετική, μόλις εἶδε τὸ Χριστό,
 πῆρε ἕνα σκαμνί,κάθισε κοντά του καὶ τὸν ἄκουγε μὲ κατάνυξι σὰν
 πιστὴ κι ἀφωσιωμένη μαθήτρια, ὅπως τὸ ῥόδο ἀνοίγει τὰ πέταλά 
του στὴν πρωινὴ δροσιά.
Ἱερὰ ἦταν ἡ ἀτμόσφαιρα. Ἀλλὰ σὲ μιὰ στιγμὴ ἡ διδασκαλία διακόπτεται.
 Ἐκεῖ ποὺ δίδασκε ὁ Χριστὸς εἰσβάλλει ἀπότομα ἡ Μάρθα κάπως
 θυμωμένη. –Κύριε, λέει, ἔμεινα μόνη στὸ μαγειρεῖο καὶ πνίγομαι
 ἀπὸ δουλειά· στεῖλε τὴ Μαρία νὰ μὲ βοηθήσῃ. Καὶ τότε ὁ Χριστὸς
 ἀναγκάζεται νὰ τῆς πῇ· – «Μάρθα Μάρθα, μεριμνᾷς καὶ τυρβάζῃ
 περὶ πολλά· ἑνὸς δέ ἐστι  χρεία». 
Πόσο ἀπατᾶσαι! 
Ἐγὼ δὲν ἦρθα ἐδῶ νὰ φάω νὰ πιῶ καὶ νὰ καλοπεράσω·
 ἦρθα νὰ φέρω τὸ λόγο καὶ τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ. 
Ἐκτιμῶ τὴν ἀγάπη καὶ τὴ φροντίδα σου· ἀλλὰ παραπάνω
 ἀπ᾿ ὅλα αὐτά, ἀνώτερο κι ἀναγκαιότερο εἶνε ἕνα·
 ἡ ἀκρόασις τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ , αὐτὸ ποὺ κάνει ἡ Μαρία.
 Αὐτὸ ἔπρεπε νὰ κάνῃς κ᾽ ἐσύ.
 «Μάρθα Μάρθα, μεριμνᾷς καὶ τυρβάζῃ περὶ  πολλά…».
 Τὰ λόγια αὐτά, ποὺ εἶπε ὁ Κύριος στὴ Μάρθα,
 ἀπευθύνονται, ἀγαπητοί μου, καὶ σ᾽ ἐμᾶς. 
Διότι καὶ ἡ γενεά μας εἶνε Μάρθα. 
Καὶ μακάρι νὰ ἦταν Μάρθα.
 Ἐκείνη ἐπὶ τέλους φρόντιζε γιὰ τὴν ὑπηρεσία τοῦ Χριστοῦ·
 ἡ γενεά μας εἶνε γεμάτη ἀπὸ ὑλικὲς φροντίδες καὶ
 κοσμικὲς μέριμνες. Ἔχει ἀπορροφηθῆ ἀπὸ 
χίλια - δυὸ μικρὰ πράγματα. Εἶνε γενεὰ τῆς ἀγορᾶς,
 τοῦ ἐμπορίου, τοῦ δοῦναι - λαβεῖν, τοῦ χρήματος, 
τοῦ μαμωνᾶ. Ὅταν σὲ κάποιον πῇς «ἔλα στὴν ἐκκλησία, 
ἄκου ἕνα κήρυγμα, ἄνοιξε Εὐαγγέλιο»,σοῦ λέει·
 Δὲν εὐκαιρῶ.  Τὰ λεφτὰ καὶ ἡ δουλειὰ εἶναι γι᾽ αὐτοὺς τὸ πᾶν.
 Ἂν μποροῦσαν θ᾽ ἄνοιγαν τὸ κατάστημά τους 
καὶ Μεγάλη Παρασκευή.
Λέγοντας αὐτὰ μὴν παρεξηγηθοῦμε· δὲν καταδικάζουμε τὴν ἐργασία.
 Ὄχι. 
Ὁ Χριστὸς δὲν εἶπε, Σταύρωσε τὰ χέρια καὶ περίμενε νὰ βρέξῃ ὁ οὐρανὸς
 καρβέλια. Τὸ Εὐαγγέλιο λέει «ἐργάζεσθε» (βλ. Ματθ. 21,28· 25,16. Λουκ. 13,14.
 Ἰω. 5,17· 6,27· 9,4. Α΄ Κορ. 4,12. Γαλ. 6,10. Ἐφ. 4,28. Α΄ Θεσ. 2,9· 4,11.
 Β΄Θεσ. 3,8-12). 
Ἀλλὰ λέει καὶ κάτι ἄλλο· 
ὅτι ἡ ἐργασία δὲν εἶνε σκοπός, εἶνε μέσο, κι ἀλλοίμονο 
σ᾽ἐκείνους ποὺ τὸ μέσο τὸ κάνουν σκοπό.
 Τὸ Εὐαγγέλιο λέει καὶ τοῦτο· ὅτι ἀπ᾿ ὅλες τὶς ἐργασίες ἀνώτερη
 εἶνε ἡ ἐργασία ἡ ἐσωτερική, ἡ ἐργασία τοῦ πνεύματος,
 ἡ καλλιέργεια οῦ ἔσω ἀνθρώπου, ἡ σωτηρία τῆς ψυχῆς.
 Σ᾽  αὐτοὺς λοιπὸν ποὺ δὲν ἐννοοῦν νὰ διαθέσουν οὔτε λίγο
 χρόνο γι᾽ αὐτὴ τὴ δουλειά, τὸ εὐαγγέλιο σήμερα λέει·
 «Μάρθα Μάρθα, μεριμνᾷς καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά· ἑνὸς
 δέ ἐστι χρεία».
 Ἀλλὰ ὁ ἔλεγχος αὐτὸς τοῦ Χριστοῦ ἀπευθύ- νεται καὶ σὲ
 ἄλλους. Ποιοί εἶν᾽ αὐτοί; Εἶνε ὅσοι θέλουν καλοπέρασι.
 Ἂν τοὺς ρωτήσῃς τί εἶνε γιὰ σᾶς ἡ ζωή, σοῦ λένε·
 Ζωὴ ἴσον ἀπόλαυσις.
Εἶνε ὀπαδοὶ ἑνὸς ἀρχαίου ὑλιστοῦ φιλοσόφου. 
Εἶνε παιδιὰ ὄχι τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Παναγιᾶς, δὲν 
τοὺς γέννησε τὸ Εὐαγγέλιο· εἶνε τέκνα ἄλλης σπορᾶς. 
Σοῦ λένε·«Φάγωμεν καὶ πίωμεν, αὔριον γὰρ ἀποθνῄσκομεν»
(Ἠσ. 22,13 = Α´ Κορ. 15,32). Ἔχουν τεντωμένα αὐτιὰ
 καὶ στηλωμένα μάτιαψάχνοντας γιὰ εὐχαριστήσεις. 
Θέλουν νὰ πιοῦν ὄχι σταγόνες ἀλλὰ ὅλη τὴν ἡδονὴ ἂν 
γινόταν ,νὰ τὴν ἀπολαύσουν μὲ ὅλες τὶς αἰσθήσεις. 
Ποῦ γλέντι, διασκέδασι, θέαμα, ταξίδι, μπάνια…; 
ἐκεῖ  ὁ νοῦς τους. Ἡ κυρία στὸν καθρέφτη, στὶς βιτρίνες, 
στὶς μοδίστρες, σὲ ἐκδρομές, σὲ βόλτεςστὴν Εὐρώπη. 
«Μάρθα Μάρθα, μεριμνᾷς  καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά· ἑνὸς δέ ἐστι χρεία» .
Πρὸς ὅλους αὐτοὺς κι ὅλες αὐτὲς στρέφε-ται ὁ ἔλεγχος τοῦ εὐαγγελίου.
 Διότι λησμονοῦν μερικὰ πράγματα τόσο ἀληθινά . Λησμονοῦν, 
ὅτι τὸ κορμὶ αὐτό, γιὰ τὸ ὁποῖο κάνουντόσα, εἶνε ἄνθος ποὺ μαραίνεται, 
λουλούδι ἐφήμερο. Μιὰ μέρα, ὅταν πλέον θά ᾽νε μέσα σὲ μιὰ κάσσα,
 θ᾽ ἀκουστῇ καὶ γι᾽ αὐτοὺς μέσα στὸ ναό· 
«Πάντα ματαιότης τὰ ἀνθρώπινα…» (Νεκρ. ἀκολ.),
 «ματαιότης ματαιοτήτων, τὰ πάντα ματαιότης»(Ἐκκλ. 1,2· 12,8).
 Λησμονοῦν ἀκόμη, ὅτι ὁ ἄνθρω-πος δὲν εἶνε μόνο σῶμα, αὐτὰ τὰ
 50 - 60 κιλὰ ποὺ ζυγίζει, ἕνας πεπτικὸς σωλήνας ποὺ συνεχῶς 
γεμίζει καὶ ἀδειάζει, δὲν εἶνε μόνο ὕλη. Μέσα στὸ κορμὶ αὐτὸ κατοικεῖ
 κάτι ἄυλο, ἡ ἀθάνατη ψυχή. Ὁ ἄνθρωπος τῆς ρεαλιστικῆς ἐποχῆς μας
 πρέπει νὰ νιώσῃ, ὅτι πέρα ἀπὸ τὶς πέντε αἰσθήσεις, ποὺ ἔχουν καὶ 
τὰ ζῷα, ὑπάρχει καὶ μιὰ ἄλλη, ἕκτη αἴσθησι, ἡ πίστις, κι ἀλλοίμονο
 στὸν πολιτισμὸ ποὺ στερεῖται τὴν πίστι καὶ στηρίζεται μόνο στὶς 
πέντε αἰσθήσεις. Πέ-ρα ἀπὸ τὰ αἰσθητά, ἀπὸ τὸν ὑλικὸ κόσμο, 
ὑπάρχει ἕνας ἄλλος κόσμος. Ὑπάρχει, ἀδελφοί μου!
 Ὅσο εἶνε βέβαιο ὅτι ὅτι πατᾶτε στὴ γῆ κι ὅτι σήμερα εἶνε 
15 Αὐγούστου, ἄλλο τόσο βέβαιο εἶνε ὅτι ὑπάρχει ὁ κόσμος ἐκεῖνος,
 ὁ ἀόρατος καὶ πνευματικός, κόσμος 
«ὄμορφος, ἀγγελικὰ πλασμένος», ὅπου ζοῦν τὰ ἄυλα πνεύματα 
καὶ φτερουγίζουν ἄγγελοι, ὁ κόσμος στὸν ὁποῖον μετετέθη ἡ
 ὑπεραγία Θεοτόκος. Αὐτὰ δυστυχῶς τὰ λησμονοῦν ὅλοι αὐτοὶκαὶ
 μένουν σκυμμένοι σὰν τὰ τετράποδα στὴ γῆ καὶ ποτέ δὲν στρέφονται
 πρὸς τὸν οὐρανό. Πρὸς ὅλους αὐτοὺς ἀπευθύνεται τὸ εὐαγγέλιο καὶ
 λέει «Μάρθα Μάρθα, μεριμνᾷς καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά· ἑνὸς δέ ἐστι χρεία».
Ἀγαπητοί μου! Ὁ πολιτισμὸς τοῦ αἰῶνος τούτου, ποὺ τόσο θαυμάζεται,
 ἔχει πόδια ξύλινα, εἶνε ἀτροφικός. Ἔχει κόψει τὰ φτερὰ τοῦ ἀνθρώπου·
 τὸν ἔκανε σκλάβο τῆς ὕλης καὶ τοῦ συμφέροντος, αἰχμάλωτο τῶν παθῶν 
καὶ τῶν κακιῶν του, εἵλωτα τῆς ματαιότητος. Καὶ ἐνῷ αὐτὸς πλάστηκε γιὰ
 τὰ μεγάλα καὶ ὑψηλά, ἔγι νε ἑρπετὸ καὶ σέρνεται στὸ χῶμα.
 Μοιάζει σὰν ἕναν ἀετὸ ποὺ τοῦ ἔστησαν καρτέρι καὶ τὸν ἔπιασαν, 
καὶ τοῦ ἔδεσαν σίδερα στὰ πόδια –εἶδα ἐγὼ ἕναν ἀετὸ σὲ τέτοια κατάστασι
–καὶ πάει νὰ πετάξῃ μὰ δὲν μπορεῖ καὶ ταλαιπωρεῖται.Γιατὶ ὁ ἀετὸς δὲν
 εἶνε κόττα νὰ πατάῃ στὴ γῆ,εἶνε πλασμένος νὰ πετάῃ στὰ γαλανὰ πλάτη
, κ᾽εἶνε πολὺ θλιβερὸ νὰ βλέπεις τὸ βασιλιᾶ τῶν πουλιῶν νὰ σπαρταράῃ. 
Ἄχ, ἂν μποροῦσες νὰ τοῦ κόψῃς τὰ βαρύδια! θὰ πετοῦσε μὲ ὁρμὴπρὸς τοὺς αἰθέρες.
Βαρύδια εἶνε οἱ μέριμνες. Ἂν μπορούσαμε σήμερα, ἅγια ἡμέρα,
 νὰ κόψουμε αὐτὰ τὰ βαρύδια, θὰ βλέπαμε τὴν ψυχήμας ἐλαφρὰ
 σὰν τὰ φτερὰ τοῦ ἀετοῦ νὰ πετάῃ μέχρι «τρίτου οὐρανοῦ» ποὺ
 λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος (Β΄ Κορ. 12,2), νὰ γίνεται ἄγγελος 
καὶ νὰ ψάλλῃ στὴν ἁγία Τριάδα τὸν αἰώνιο ὕμνο.Σ᾿ αὐτὰ τὰ ὕψη
 μᾶς καλεῖ ὁ Χριστός, νὰ γίνουμε ὄχι Μάρθες ἀλλὰ σὰν τὴ Μαρία, 
μὲ τὴνἀγάπη, ἀφοσίωσι, πνευματικότητα, ἁγιότητα.Φαίνονται αὐτὰ 
θεωρητικά; Θέλετε λοιπὸν κάτι πιὸ πρακτικό; Τότε ἐπιτρέψτε μου
 νὰ σᾶς ὑποδείξω ἕνα κανόνα . Ἀπὸ τὶς 24 ὧρες ποὺ ἔχει τὸ
 ἡμερονύκτιο ξεχωρίστε ἕνα τέταρτο τῆς ὥρας γιὰ νὰ κάνετε 
προσευχὴ καὶ ἕνα τέταρτο γιὰ ν᾿ ἀνοίγετε τὸ Εὐαγγέλιο νὰ τὸ
 διαβάζετε. Ἀκόμη, ἀπὸ τὶς 168 ὧρες ποὺ ἔχειἡ ἑβδομάδα ἀφιερῶστε
 μία ὥρα γιὰ νὰ ἐκκλησιασθῆτε τὴν Κυριακή, τόσο διαρκεῖ ἡ θεία
 Λειτουργία ἀπ᾽ τὸ «Εὐλογημένη ἡ βασιλεία τοῦ  Πατρός…» μέχρι 
τὸ «Δι᾿ εὐχῶν…» . Καὶ τέλος,ἀπ᾽ ὅλο τὸ χρόνο ποὺ ἔχει 365 
μέρες ἀφιερῶστε μία μέρα γιὰ λουτρὸ τῆς ψυχῆς, νὰ πᾶτεστὸν
 πνευματικό σας νὰ ἐξομολογηθῆτε. Τὸ κάνετε; 
Ἂν δὲν τὸ κάνετε, κλαίω γιὰ σᾶς,κλαῖνε οἱ ἄγγελοι, κλαίει ἡ Παναγιά.
Ὄχι Μάρθες, ἀδελφοί μου, γιὰ νὰ μὴν ἀκούσουμε κ᾽ ἐμεῖς «Μάρθα Μάρθα…»,
 ἀλλὰ νὰ πῇ ὁ Χριστὸς γιὰ ὅλους μας « Μακάριοι  οἱ ἀκούοντες τὸν λόγον 
τοῦ Θεοῦ καὶ φυλάσσοντες αὐτόν»(Λουκ. 11,28) . Ἀμήν
(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
Απομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Γεωργίου
 Ἀκαδημίας Πλάτωνος τὴν 15-8-1962.
\

Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες.

  Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες. Γεώργιος Κ. Τζανάκης . Ἀκρωτήρι Χανίων Σχετικῶς μὲ τὸ θέμα τῶν αὐξήσεων τῶν μισθῶν τῶν ἀρχιερέων, ...