Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Οκτωβρίου 12, 2013

Κυριακή Δ ΛΟΥΚΑ Χωρίς τους Πατέρες είμαστε εκτός Εκκλησίας Του Σεβ. Μητροπολίτη Ζιμπάμπουε Σεραφείμ

Ο Χριστιανικός κόσμος αυτή την Κυριακή τιμά τους προμάχους της πίστεως και της Εκκλησίας, τους Πατέρες που συγκρότησαν την Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο στην Νίκαια.

Και πρέπει να τους τιμούμε, διότι με τους αγώνες και τις θυσίες τους κατόρθωσαν να νικήσουν τους πολλούς και ποικίλους εχθρούς της Εκκλησίας.
Μιά ματιά στο έργο τους θα μας αποκαλύψει το μεγαλείο τους, αλλά συγχρόνως θα καθορίσει και τις δικές μας υποχρεώσεις, που προβάλλονται σαν ιερό χρέος απέναντι στην μαρτυρική ιστορία του παρελθόντος της Εκκλησίας μας.
1. Αγώνες για το ανόθευτο της πίστεως.
Οι διάφοροι λαοί, πριν από τον ερχομό του Κυρίου, είχαν τις δικές τους θρησκευτικές πεποιθήσεις. Οι Έλληνες, οι Ρωμαίοι, οι Ιουδαίοι, οι άλλοι λαοί της Ανατολής, όλοι τους είχαν τις δικές τους αντιλήψεις. Μέσα λοιπόν σε μία τέτοια αναταραχή ιδεών και πεποιθήσεων εμφανίσθηκε ο Χριστιανισμός.
Οι αλήθειες του Χριστιανισμού ήταν πρωτογνώριστες και τελείως διαφορετικές από τις διδασκαλίες των ειδωλολατρών. Χρειαζόταν ψυχική και πνευματική καλλιέργεια, για να τις κατανοήσει ο κόσμος. Πολλοί και διάφοροι εμφανίσθηκαν, οι οποίοι θέλησαν να δώσουν δικές τους ερμηνείες, σε θέματα που αποτελούσαν τις βάσεις της νέας θρησκείας του Χριστιανισμού.
Ο κίνδυνος λοιπόν να νοθευθεί η πίστη ήταν άμεσος και γι’ αυτό έπρεπε να δοθούν οι σωστές ερμηνείες στο θέμα λ.χ. της Θεότητος του Ιησού Χριστού, στο θέμα του δόγματος της Αγίας Τριάδος, σε άλλα ζητήματα «μεταφυσικά», που ήταν όλα ουσιώδη και μεγάλης ζωτικής σημασίας.
Γι’ αυτό το δύσκολο έργο αγωνίσθηκαν οι Πατέρες της Εκκλησίας με σταθερότητα και πυρωμένο ζήλο. Πολέμησαν ενάντια στις διάφορες κακοδοξίες και αιρέσεις, μέσα σε δραματικές συγκρούσεις, αντιμετωπίζοντες διωγμούς και εξορίες.
Με την αντίδραση αυτή , κατόρθωσαν να διασώσουν την πίστη ανόθευτη και γνήσια, ώστε σήμερα εμείς να ακολουθούμε την σωστή γραμμή, όπως την δίδαξε ο Κύριος και οι Απόστολοι.
2. Αγώνες για την διατήρηση του ενάρετου βίου.
Οι Πατέρες δέν σταμάτησαν μόνο στη θεωρητική και δογματική πλευρά. Έβλεπαν με ανησυχία, ότι τα ήθη και τα έθιμα του λαού ήταν επηρεασμένα από το πνεύμα της ειδωλολατρείας, με ροπή προς τον εκφυλισμό και την αμαρτία. Επικρατούσαν αντιλήψεις τελείως υλιστικές και διεστραμμένες, που απειλούσαν να διαφθείρουν τις ψυχές των οπαδών της Αγίας θρησκείας του Χριστού.
Ύψωσαν λοιπόν τις φωνές τους. Εδίδαξαν, διεμα-ρτυρήθηκαν, ήλεγξαν, ενουθέτησαν, παρεκάλεσαν, αγρύπνησαν, εκινδύνευσαν!...Πόσο δύσκολο ήταν το έργο τους.
Συνήθειες αιώνων επηρέαζαν ακόμη τη ζωή των Χριστιανών με υπολείμματα της παλαιάς νοοτροπίας. Αυτά τα ζιζάνια έπρεπε να ξεριζώσουν οι Πατέρες από
το χωράφι της Χριστιανικής Εκκλησίας. Το επέτυχαν, αλλά με μεγάλες θυσίες και αίμα.
Πόσα, αλήθεια, τους οφείλει ο Χριστιανικός κόσμος ! Πόσα!....
3. Αγώνες για την ενότητα των Χριστιανών.
Συγχρόνως όμως έπρεπε να μεριμνήσουν και για την ενότητα των πιστών, για την οποία τόσο θερμά προσευχήθηκε ο Κύριος, λίγο πριν από τη θυσία Του : « Ίνα πάντες έν ώσιν»!
Ο διάβολος έπρεπε να πολεμήσει την εξάπλωση της Χριστιανικής ιδέας και το πιό ισχυρό όπλο του ήταν η διχόνοια, η διάσπαση της ενότητος. Εγωϊσμούς και πείσματα, ιδιοτέλειες και ιδιορυθμίες χρησιμοποίησε οδιάβολος για επιτύχει την διάσπαση.
Οι Πατέρες, με φωνή παλλόμενη από συγκίνηση και πόνο, ενουθετούσαν τους πιστούς. Ικέτευαν να μήν σπάσει ο χρυσός κρίκος της ενότητος. Έτσι, χάρι στους αγώνες των Πατέρων, δημιουργήθηκε το θαύμα της λαμπράς ιστορίας της Εκκλησίας των πρώτων οκτώ αιώνων.
Σε όλο αυτό το διάστημα, οι πιστοί άκουγαν τη φωνή των μεγάλων αυτών μορφών, των Πατέρων. Η Εκκλησία ήταν συμπαγής και η δύναμή της ακατάβλητος.
Δυστυχώς όμως αργότερα κλονίσθηκε αυτή η ενότητα, διασπάσθηκε η συνοχή των Εκκλησιών, εμφανίσ-θηκαν τα φοβερά «σχίσματα» , άρχισαν οι συγκρούσεις, κυριάρχησαν τα ανθρώπινα πάθη και ζημιώθηκε φοβερά η Εκκλησία.
4. Το μεγάλο μας καθήκον.
Όπως όλοι γνωρίζουμε, το 79 μ.Χ. έγινε στην περιοχή της Πομπηίας η καταστρεπτική έκρηξη του Βεζουβίου. Η λάβα κατέβαινε από το ηφαίστειο απειλητική.
Ένας στρατιώτης είχε διαταχθεί να μείνει φρουρός σε μία επικίνδυνη ζώνη και να μήν επιτρέπει την προσέγγιση κανενός. Εν τω μεταξύ η λάβα όλο και κατέβαινε. Επλησίασε τον φρουρό. Πέντε μέτρα, τρία, δύο, ένα. Άγγιξε τα πόδια του. Ο φρουρός όμως έμεινε ακίνητος. Ανέβηκε μέχρι τα γόνατα, έφθασε στο στήθος, στο λαιμό. Ακίνητος. Απέθανε πιστός εις το καθήκον.
Κατά τις ανασκαφές, που έγιναν προ αρκετών ετών, βρέθηκε η περικεφαλαία, η λόγχη και ο θώρακας του στρατιώτη, τα οποία φυλάσσονται στο Βαρβονικό Μουσείο της Νεαπόλεως, σαν σύμβολα αφοσιώσεως και πίστεως εις το καθήκον.
Αυτό έγινε και με τους Πατέρες της Εκκλησίας. Έμειναν στην πνευματική έπαλξη σταθεροί και αλίγιστοι. Τα προσέφεραν όλα και μας παρέδωσαν τη Σημαία της Εκκλησίας ποτισμένη από τον τίμιο ιδρώτα και το Άγιον αίμα τους. Το έργο τους υψώνεται σήμερα σαν σύμβολο και διδασκαλία προς όλους εμάς. Μια τέτοια μεγάλη εκκλησιαστική μορφή είναι κι ο άγιος Μελέτιος Πηγάς, Πατριάρχης Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής, που σήμερα τη μνήμη του εορτάζομεν.
Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας είναι οι φωτεινοι οδηγοί στη ζωή μας για να ακολουθούμε τις Θείες Εντολές του Κυρίου και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, όπως τις ακολούθησαν οι άγιοι Απόστολοι και Μαθητές του, όπως τις έζησαν οι άγιοι μας και οι Μάρτυρες της Εκκλησίας, όπως ζουν οι ευσεβείς χριστιανοί, οι Πατέρες της Εκκλησίας μας καλούν να μείνουμε ενωμένοι, όρθιοι στον προμαχώνα, πιστοί στο καθήκον.
Μέχρι τέλους!
____

Ο σπόρος του θείου λόγου και το έδαφος των ανθρώπων του Ιωάννη Καραβιδόπουλου,


Πολλές φορές αναρωτιούνται οι άνθρωποι και απο­ρούν για τη φαινομενική αποτυχία του Χριστιανισμού μέ­σα στον κόσμο που παρατηρείται αλλού σε μικρή και αλλού σε μεγαλύτερη έκταση. Δεν θα έπρεπε, ύστερα από το λυτρωτικό έργο του Χριστού μέσα σ' έναν αφιλόξενο κόσμο και εν συνεχεία των μαθητών του μέσα στην οικου­μένη και κυρίως ύστερα από προσπάθειες και πειραματι­σμούς τόσων αιώνων, να βλέπαμε σήμερα μία μεγαλύτερη επίδραση του Χριστιανισμού μέσα στην ανθρωπότητα και μια πιο ενθαρρυντική εφαρμογή του; Την απάντηση στο ερώτημα αυτό μας δίνει η παραβολή, στην όποια γίνεται λόγος για ένα σπορέα που το έργο του δεν απέδωσε παν­τού τον ίδιο καρπό (Λουκ. 8, 5-15).
.Το έργο του σπορέα δεν υπήρξε ελαττωματικό. Ούτε ό σπόρος χαλασμένος. Σκορπίστηκε παντού πλουσιοπάρο­χα με την αφθονία που διακρίνει τον Θεό, το χορηγό κάθε αγαθού· κι ακόμη σκορπίσθηκε χωρίς διακρίσεις ή προτιμήσεις. Ωστόσο το αποτέλεσμα δεν ήταν ανάλογο προς τη γενναιοδωρία της σποράς. Ενώ ο σπόρος δόθηκε πλούσια και χωρίς διακρίσεις, δεν έγινε παντού δεκτός με τον ίδιο τρόπο, την ίδια προθυμία, την ίδια ανταπόκριση. Έτσι, το αποτέλεσμα δεν ήταν παντού το ίδιο αλλ' ανά­λογο με τη δεκτικότητα και αποδοτικότητα της γης που τον δέχθηκε.
Κι ακόμη πρέπει να παρατηρήσουμε τα έξης: Πρώτα-πρώτα οι τρεις περιπτώσεις αποτυχίας της σποράς δεν σημαίνουν τοπική αναλογία σε σχέση προς την όλη επι­φάνεια της γης σε τρόπο ώστε να πει κανείς ότι κατά τα τρία τέταρτα το έργο της σποράς απέτυχε και καρποφόρη­σε μόνο στο ένα τέταρτο· απλώς περιγράφονται ορισμένοι λόγοι αποτυχίας που πρέπει να βάλουν σε σκέψεις τον ακροατή ως προς την τοποθέτηση του εαυτού του. Και έπειτα, κάνει εντύπωση ή τεράστια και θαυμαστή επιτυχία της τέταρτης περιπτώσεως: η καλή γη αποδίδει καρπόν «ἑκατονταπλασίονα», δηλ. εκατό φορές περισσότερο από ό,τι θα περίμενε κανείς σε μια κανονική καρποφορία. Συ­χνά είμαστε έτοιμοι να τονίσουμε την αποτυχία του Χρι­στιανισμού σε ορισμένες περιπτώσεις, ξεχνώντας τους λόγους που την προκάλεσαν και κυρίως ξεχνώντας ότι σε άλλες περιπτώσεις η επιτυχία του υπήρξε αξιοθαύμαστη και πάνω από κάθε μέτρο και κάθε προσδοκία.
Στο απαισιόδοξο, πλην όμως πραγματικό, ερώτημα με το οποίο αρχίσαμε, η παραβολή μας δίνει την εξής απάντηση: Εάν ο σπόρος του Χριστιανισμού δεν βλάστη­σε παντού, ας μην αναζητούμε την αιτία ούτε στις διαθέ­σεις του σπορέα ούτε στην ποιότητα του σπόρου, αλλ' ας στραφούμε αλλού, στο είδος του αγρού που δέχτηκε το σπόρο, στον τρόπο που ανταποκρίθηκαν οι άνθρωποι στο Ευαγγέλιο του Χριστού, στην ποιότητα της γης που αντι­προσωπεύει ο καθένας μας.
Οι τρεις κατηγορίες άγονου εδάφους που περιγράφον­ται στο κείμενο μας είναι δυνατό να βρεθούν σε πολλές εκφάνσεις της ζωής του καθενός μας. Άλλοτε από αμέ­λεια, άλλοτε από επιπόλαιη και χωρίς βαθιές ρίζες αντιμετώπιση ουσιαστικών πραγμάτων που σχετίζονται με την ίδια τη ζωή μας, άλλοτε από αδυναμία να αντισταθούμε στην ευχαρίστηση της στιγμής εμποδίζουμε την καρποφορία του θείου λόγου μέσα μας.
Η παραβολή αυτή αποτελεί ένα αφυπνιστικό προσ­κλητήριο προς αυτοέλεγχο, αυτοκριτική και αυτογνωσία. Ενώ εμείς από τη μια μεριά είμαστε έτοιμοι να διαπιστώ­σουμε ότι ο Χριστιανισμός φαίνεται να απέτυχε σε πολ­λούς ανθρώπους, να επιρρίψουμε την ευθύνη σ' αυτούς που κακώς τον εκπροσωπούν, να κατακρίνουμε θεσμούς και πρόσωπα, η παραβολή από την άλλη μεριά εφιστά την προσοχή μας στο έδαφος που εκπροσωπεί ο καθένας μας για το σπόρο του θείου λόγου. Πέρα δε από αυτήν την αυτοεξέταση, μας μεταδίδει κι έναν τόνο αισιοδοξίας: παρά την αποτυχία ορισμένων περιπτώσεων, ο λόγος του Θεού τελικά καρποφορεί και μάλιστα με τρόπο εκπληκτι­κό και θαυμαστό, αποδίδοντας καρπό εκατό φορές περισ­σότερο από το κανονικό. Για το αν βρίσκεται ο άνθρωπος όχι στην καρποφόρα γη αλλά στο πετρώδες και άγονο έδαφος δεν μπορεί να κατηγορήσει κανέναν άλλον παρά μόνο τον εαυτό του.
πηγή

Κυριακή Δ' Λουκά (Λουκά η' 5-15) του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Αλεξανδρουπόλεως κ.κ. Άνθιμου

Ο λόγος του Θεού στην ανθρωπότητα είναι σαν το σπόρο που σπέρνεται στο χώμα. Κρύβει μέσα του την δυναμική της δημιουργίας που διαρκώς καινουργιώνει το πρόσωπο της γης. Έτσι παρομοίασε ο Χριστός σήμερα την αξία του λόγου του. Γενικά, όμως, κάθε λόγος περί του Θεού, ακόμα και αν δεν διδαχθεί υπάρχει έμφυτος σε κάθε άνθρωπο που οπωσδήποτε κάποτε διερωτάται από πού προήλθε, γιατί υπάρχει, και, πού θα πάει μετά το θάνατό του. Αυτοί οι υπαρξιακοί συλλογισμοί, οδηγούν στο αναπόφευκτο ερώτημα «εάν υπάρχει ο Θεός και ποιά είναι η σχέση μας με αυτόν». Σ’ αυτή του την αναζήτηση ο άνθρωπος, στην αρχή προσκύνησε άψυχα είδωλα, μυθικά τέρατα και φυσικά φαινόμενα. Αργότερα θεοποίησε ήρωες και προσπαθούσε να τους εξευμενίσει. Η σχέση του ανθρώπου με τους θεούς ήταν σχέση εξάρτησης και υποταγής. Η ζωή του ανθρώπου ήταν παιχνίδι στα χέρια των θεών, η μοίρα του ανθρώπου παίζονταν στα ζάρια των ημιθέων. Ακόμα και τα παιδιά τους θυσίαζαν, προκειμένου να έχουν την εύνοια των αθανάτων. Αμυδρά μόνο ξεχώριζε, κάποτε, η αρετή, ελάχιστες φορές δικαιώνονταν η δικαιοσύνη και όσο πλησίαζε ο κόσμος στα ιστορικά χρόνια, άρχισε να καταγράφει κάποιους πίνακες αξιών. Αποτελούσε μύχια ελπίδα των ανθρώπων η προσμονή να γίνουν οι θεοί υποστηρικτές τους και δικαιοκρίτες. Κάθε λόγος μεταξύ θεών και ανθρώπων εδράζονταν κυρίως στο άλογο και σε εξαιρετικές περιπτώσεις στο παράλογο. Ακόμα και η ελληνική διανόηση, πολύ αργά έφτασε στο να απορρίψει την μοιρολατρία του δωδεκαθεϊσμού και γι’ αυτό, πολλοί σοφοί της κλασσικής αρχαιότητος κατηγορήθηκαν και κάποιοι καταδικάστηκαν για  αθεΐα. Ενας δύσκολος τοκετός που επί χιλιετίες περίμενε καρτερικά τη γέννηση μιας «άλλης σχέσης» με το Θεό.     

Υ

πήρξαν και αρκετοί που τη σχέση τους με το Θεό, την αντικατέστησαν με την «έννοια της τύχης». Έτσι δεν κουράστηκαν να βρούν το λόγο της υπάρξεώς τους, δεν χρειάστηκε να οικοδομήσουν κάποιο λόγο με το Θεό, δηλαδή, απαρνήθηκαν κάθε λογική διεργασία μαζί του και απέδωσαν τα πάντα σε μιά άλλη θεότητα την «μοίρα», την «ειμαρμένη». Ήταν εκείνοι που αποποιήθηκαν κάθε ευθύνη για την πορεία της ζωής τους, «δεν φταίμε εμείς σε τίποτε» διαλαλούσαν, «είμαστε τυχαία περιστατικά, δημιουργήματα συμπτώσεων, τίποτε δεν εξαρτάται από μας».

Μην σας φαίνεται περίεργο, αλλά τέτοιοι άνθρωποι υπάρχουν και σήμερα. Άνθρωποι που δεν ψάχνουν για ποιό λόγο γεννήθηκαν, δεν συζητούν με το Θεό και νομίζουν ότι δεν θα τους ζητηθεί λόγος για το πώς διαχειρίστηκαν τη ζωή που τους δόθηκε. Είναι οι τεμπέληδες που δεν κουράζονται με γρίφους. Είναι οι ανεύθυνοι που γυρεύουν άλλοθι για την ξέφρενη πορεία της ζωής τους.

Όμως, ο αρχαίος μας πρόγονος, ο σοφός Αριστοτέλης, καταδίκασε για πάντα την έννοια της τύχης και της μοίρας. Είπε, «όπου υπάρχει νούς και λόγος, εκεί υπάρχει ελάχιστη τύχη. Όπου υπάρχει πολύ τύχη, εκεί υπάρχει ελάχιστος λόγος και νούς». Οπότε ο άνθρωπος καλείται πλέον να καλλιεργήσει το μυαλό του και το λογικό του, που και τα δύο εκφράζονται με το λόγο του. Στην εποχή μας η ψευδαίσθηση της «τύχης» αντικαταστάθηκε με τον όρο «η επιστήμη». Με αυτήν προσπαθούν πολλοί να ερμηνεύσουν τον λόγο της υπάρξεώς τους και να μαντέψουν το μέλλον τους. Κρατώντας το κερί της επιστήμης νομίζουν ότι θα διαλύσουν το σκοτάδι της αγνωσίας που υπάρχει βαθύ γύρω μας. Στο τέλος καταδικάζουν και την επιστήμη σε ασφιξία και την πνίγουν σ’ενα πεδίο χωρίς ορίζοντα. 

Η

 διδασκαλία του Ευαγγελίου αποκαλύπτει στον κόσμο τα «περί του Θεού». Ο ίδιος ο Χριστός φανερώνεται ως Λόγος του Θεού που είναι πρόσωπο και υπήρχε «εξ αρχής». Δημιούργησε τον κόσμο σε συνεργασία με το Θεό, οπότε είναι λόγος Δημιουργικός. Μας παρουσίασε την πραγματική σχέση που έχουμε με το Θεό, σχέση παιδιών προς πατέρα. Ο Θεός δεν χρειάζεται τίποτε από τους ανθρώπους. Εκείνος είναι η πηγή των αγαθών δωρεών. Δεν τιμωρεί τους ανθρώπους αλλά τους παιδαγωγεί. Δεν μας εγκαταλείπει αλλά μας περιμένει πάντοτε. Δεν μας προσκαλεί αλλά έρχεται ο ίδιος να μας συναντήσει. Ψάχνει να μας βρει και να μας επαναφέρει στην ασφάλεια και στην ξεγνοιασιά. Νίκησε και το θάνατό μας (που μόνοι μας φέραμε στον κόσμο) και μας χάρισε ανάσταση και ζωή. Για όλα αυτά βεβαιώθηκε ο κόσμος καθώς κατέγραψε τη ζωή, τη διδασκαλία, το πάθος και την Ανάσταση του Ιησού Χριστού. Κατέγραψε τις εμπειρικές, ζωντανές μαρτυρίες για εκείνον. Έτσι έγινε πραγματικότητα ότι ο λόγος του είναι «ζωντανός και δραστικός». Εξάλλου οι ίδιοι οι εχθροί του ομολόγησαν ότι «ποτέ άλλοτε δεν μίλησε άνθρωπος, όπως εκείνος». Και σημείωσαν ότι μιλούσε «έχοντας εξουσία και όχι όπως οι Γραμματείς». Μετά το Χριστό η Εκκλησία διατήρησε προφορικά και γραπτά τον απόηχο των λόγων του. Βίωσε ότι ο λόγος του ήταν αληθινός. Οι χριστιανοί τον αξιοποίησαν σαν λυχνάρι, για να αποφεύγουν τις κακοτοπιές στο σκοτάδι. Γι αυτό, ενώ κάθε ανθρώπινος λόγος μας βοηθά να σκεπτόμαστε, ο λόγος του Θεού μας βοηθά να ζούμε. Είναι λόγος που εξηγεί τα παρελθόντα, δίνει νόημα στα παρόντα και προετοιμάζει για τα μελλούμενα. Είναι λόγος που μας πιάνει από το χέρι μόλις γεννηθούμε και μας οδηγεί μέχρι να μας περάσει στα μετά το θάνατο. Πέρασαν δυό χιλιάδες χρόνια από τότε που ακούστηκε ο λόγος του Χριστού στη γη και μας αποκάλυψε το Θεό Πατέρα. Από τότε μέ-χρι σήμερα όλα άλλαξαν στον πλανήτη μας. Το μόνο που παραμένει ίδιο είναι το Ευαγγέλιο. Όσοι το πιστεύουμε, ζούμε μ’αυτό. Όσοι δεν το πιστεύουν, δεν κατάφεραν να το εξαλείψουν από τα ενδιαφέροντα των ανθρώπων. Όσοι το πολεμούν, δεν μπόρεσαν και να το εγκαταλείψουν σε σκονισμένες βιβλιοθήκες. Έρχεται και ξανάρχεται ως αφορμή, «άλλοι να πέφτουν κι άλλοι να σηκώνονται». Αποτελεί το αλάτι που νοστιμεύει τη ζωή όσων θέλουν. Κάθε καινούργια επιστήμη και κάθε νέα ανακάλυψη της τεχνολογίας, είτε θα συμφωνεί με το Ευαγγέλιο, είτε θα έρχεται σε αντίθεση με αυτό. Ο Χριστός είχε διαβεβαιώσει πως ο ουρανός και η γη θα περάσουν, όμως τα λόγια του θα μείνουν για πάντα.

Το δίλημμα πλέον υπάρχει σε μας, σήμερα. Πόσο θεωρούμε το Χριστό, Λόγο του Θεού; Πόσο αξιοποιούμε το λόγο του Θεού στη ζωή μας; Δεν είναι εύκολος λόγος, γι’αυτό μπορώ να πω: πόσο παλεύουμε με το λόγο του Θεού; Μόνο παλεύοντας με το Ευαγγέλιο μπορούμε να νιώσουμε ελεύθεροι από κάθε δουλεία, είτε εσωτερικής προελεύσεως είτε εξωτερικής. Μόνο τότε μπορούμε να καταλάβουμε την ευθύνη μας έναντι του κόσμου και απέναντι των συνανθρώπων μας. Μόνο τότε γινόμαστε κύριοι της Δημιουργίας και μπορούμε να διαφεντεύουμε το παρόν και το μέλλον μας.

Αγαπητοί μου,

Από σήμερα, ας αφήσουμε το λόγο του Θεού, σαν σπόρο να μπεί στην καρδιά μας. Ας τον καλλιεργήσουμε κι ας τον αφήσουμε να μεγαλώσει για να μας προσφέρει τους καρπούς του. Ας αποφασίσουμε από σήμερα να ανοίγουμε και να διαβάζουμε, κάθε ημέρα, επί 1 ώρα το Ευαγγέλιο, που είναι γραμμένο στα ελληνικά. Η γεύση της σχέσεώς μας με το Θεό, περνάει μέσα από τις σελίδες του. Ειναι κρίμα να ζούμε χωρίς Χριστό, είναι κρίμα να αγνοούμε τη σχέση μας με τον κόσμο, είναι κρίμα να φεύγουμε από αυτό τον κόσμο, χωρίς να ξέρουμε που πηγαίνουμε. Ας αφήσουμε το σπόρο να καρποφορήσει.



 Ο Μητροπολίτης σας

✥ Ο Αλεξανδρουπόλεως Άνθιμος

ΚΥΡΙΑΚΗ Δ’ ΛΟΥΚΑ, Ευαγγ. Ανάγνωσμα Λουκά 8:5-15, (16-10-2011) Ερμηνεία Αγιογραφικών Αναγνωσμάτων Ξένια Παντελή, θεολόγος



Η σημερινή ευαγγελική περικοπή  σηματοδοτεί την επίσημη έναρξη του νέου κατηχητικού έτους. Από σήμερα η εκκλησία μας και τα στελέχη της με ανανεωμένες δυνάμεις θα ξεκινήσουν την εκ νέου σπορά του λόγου του Θεού αποσκοπώντας στην κατά Χριστόν πρόοδο και προκοπή του λαού του Θεού. Για το λόγο αυτό έχει θεσπιστεί να διαβάζεται κατά τη θεία λειτουργία, η γνωστή παραβολή του καλού σπορέως, ο οποίος ρίχνει το σπόρο στη γη και αναμένει να πάρει τους καρπούς της σποράς.

Όπως όλες οι παραβολές του Χριστού και αυτοί η παραβολή αποκαλύπτει το μυστήριο της βασιλείας του Θεού. Μέσα από τις εικόνες της καθημερινής ζωής των ανθρώπων και την απλότητα της αφηγήσεως, ο παραβολικός λόγος του Χριστού μας διδάσκει για τις αλήθειες του λόγου του Θεού, του λόγου του Ευαγγελίου και της βασιλείας του Θεού. Έτσι οι ιεροί ευαγγελιστές τοποθετούν τη παραβολή μέσα στο πλαίσιο εκείνο συμφώνα με το οποίο ο Χριστός αναγγέλλει το λόγο του Θεού. Η παραβολή του σπορέως είναι μία από τις σημαντικότερες παραβολές και είναι παρμένη από την αγροτική ζωή. Είναι πολύ σημαντικό επίσης ότι ο ίδιος ο Κύριος ερμηνεύει την παραβολή μετά από ερώτηση των μαθητών του. Η εικόνα είναι συμβολική. Ο σπορέας είναι ο Χρίστος, ο σπόρος είναι το ευαγγέλιο του και η γη είμαστε όλοι εμείς που καλούμαστε να καρποφορήσουμε μέσα μας τον λόγο του Θεού. Ο σπόρος καρποφορεί αναλόγως με τη δεκτικότητα και τη γονιμότητα του εδάφους.

Η εικόνα του Χριστού Μεσσία ως σπορέως ανατρέπει εκείνη των Ισραηλιτών οι οποίοι ανέμεναν το Μεσσία ως κοσμικό άρχοντα. Η εικόνα του σπορέως δεν περιέχει ούτε ίχνος βίας ούτε κοσμικής δυνάμεως και όλοι οι άνθρωποι καλούνται να γίνουν μετοχοί της βασιλείας του Θεού να αποκτήσουν τη σωτηρία και γι αυτό ο σπόρος σπέρνεται παντού. Ο σπορέας σπέρνει το σπόρο χωρίς διάκριση στο δρόμο, στο πετρώδες έδαφος, μέσα σε ακανθώδες έδαφος κατά τον ίδιο τρόπο που σπέρνει και στο καλλιεργημένο και γόνιμο έδαφος. Ωστόσο αν ήταν μια απλή γεωργική πράξη  θα ήταν παράλογο για την αλόγιστη σπατάλη του σπόρου μέσα σε καλά και άγονα εδάφη όπου θα ήταν βέβαιο ότι η σπορά θα ήταν εκατό τοις εκατό αποτυχημένη. Όμως η παραβολή αυτή ξεφεύγει από την απλή πραγματικότητα της καθημερινότητας και της αγροτικής ζωής ο Χριστός δίνει ένα διπλό μήνυμα. Το πρώτο είναι ότι οι άνθρωποι δεν πρέπει να αναμένουν το Μεσσία να έλθει με θόρυβο και με κοσμική εξουσία αλλά για μια ταπεινή έλευση. Το δεύτερο μήνυμα της παραβολής είναι ότι ο Θεός δεν κάνει διάκριση μεταξύ των ανθρώπων δεν οδηγεί κάποιους στην σωτηρία και κάποιους στην απώλεια, αλλά καλεί όλους να γίνουν μέλη και κληρονόμοι της βασιλείας του Θεού. Η βασιλεία του Θεού δεν θα έλθει στον καθένα μας δια της βίας αλλά εργάζεται αθόρυβα στις καρδιές των ανθρώπων, όπως ο σπειρόμενος σπόρος βλαστάνει και παράγει καρπούς.

O σπειρόμενος σπόρος είναι λόγος του Θεού. Ο σπόρος αυτός σπέρνεται από τον ίδιο Χριστό και εισέρχεται στις καρδιές των ανθρώπων. Ο λόγος του Θεού, το Ευαγγέλιο του είναι ο ίδιος ο Χριστός. Άρα είναι λόγος απόλυτης γνησιότητας, αυθεντικότητας και αναμφισβήτητης πνευματικής εξουσίας. Είναι ο ίδιος ο Χριστός αποκαλυπτόμενος αυτοπροσώπως μέσα στα ιερά κείμενα της Αγίας Γραφής, ο οποίος κρούει την θύρα της ανθρώπινης ψυχής  αναζητώντας ικανό και δεκτικό έδαφος προκειμένου να καρποφορήσει και να βλαστήσει. Τα ιερά αυτά κείμενα ευαγγελίζονται το μήνυμα της εν Χριστώ σωτηρίας.

Η σπορά όμως του θείου λόγου είναι και θεμελιώδες  έργο της Εκκλησίας σύμφωνα με τη δική του εντολή «Μαθητεύσατε πάντα τα έθνη» (Ματθ. 28,19). Κηρύξατε το ευαγγέλιον πάση τη κτίσει»(Μαρκ.16,15). Έργο και σκοπός και καθημερινός αγώνας της Εκκλησίας και των ποιμένων της είναι  να φέρουν κοντά τους ανθρώπους, να σπείρουν  στις καρδιές τους το σπόρο του λόγου της πίστεως. Έπειτα  σπορά και καρποφορία συνδέονται μεταξύ τους, άλλος ενεργεί τη σπορά και άλλοι πραγματοποιούν τη συγκομιδή των καρπών. Ο Θεός σπείρει και οι άνθρωποι θερίζουν.

Από όσο γνωρίζουμε και από την αγροτική ζωή από τη στιγμή που γίνεται η σπορά μέχρι την ώρα του θερισμού μεσολαβεί αρκετός χρόνος κι έτσι διαπιστώνουμε ότι ο Θεός παρέχει χρόνο στον καθένα μας να καλλιεργήσει το λόγο του Θεού μέσα του και να τον καταστήσει καρποφόρο. Ακόμη ο θερισμός είναι η εικόνα της τελικής κρίσεως και της εσχατολογικής αιώνιας βασιλείας του Θεού. Ο σπόρος  σπείρεται στο έδαφος  και δίδει την εντύπωση ότι χάνεται, καταστρέφεται, πεθαίνει για το λόγο αυτό συμβολίζει την ανάσταση των σωμάτων, τα οποία θα αναστηθούν όπως και σπόρος. Εξάλλου ο ίδιος ο Κύριος είχε τονίσει: «Μακάριοι οι ακούοντες το λόγο του Θεού και φυλάσσοντες αυτόν» (Λουκ.11,28). Ευτυχισμένοι είναι εκείνοι που ακούνε το λόγο του Θεού και τον κρατούνε στοργικά σαν θησαυρό στην καρδιά τους. Μόνο τότε καρποφορεί σε αρετή και σε πνευματική προκοπή ο θείος λόγος.

Η παραβολή του σπορέως αποτελεί κλίση προς όλους τους ανθρώπους να δεχθούν το λόγο του Θεού. Ο καθένας οφείλει να μεταβάλει σε σχέση με το σπόρο, δηλαδή το λόγο του Θεού, τη πέτρινη καρδιά του σε καλλιεργημένο και καρποφόρο έδαφος. Ο λόγος του Θεού καρποφορεί «εν υπομονή» και όταν αντιληφθούμε ότι ο Κύριος Ιησούς Χριστός είναι ο μεγάλος σπορέας, αυτός ποτίζει, αυτός καλλιεργεί με την  χάρη του τον ευαγγελικό λόγο στις ψυχές  μας και τότε με καρτεριά και εμπιστοσύνη  θα ζητάμε και θα περιμένουμε τους καρπούς.

Αυτό που ωθεί τον Θεό στη σπορά του λόγου είναι η μεγάλη αγάπη του. Κάθε ενέργεια του Θεού αποτελεί έκφραση της αγάπης του προς τον άνθρωπο. Δεν μας αφήνει να αμφιβάλλουμε και να τρέφουμε ψευδαισθήσεις. Η καρποφορία του σπόρου χρειάζεται υπομονή. Δεν είναι αρκετό ότι θα πέσει στο χωράφι της ψυχής μας ο σπόρος του Ευαγγελίου
.


Κυριακή Δ' Λουκά - Η ακαρπία +Μητροπολίτης Φλωρίνης Αυγουστίνος


Ἡ ἀκαρπία
(Ομιλία του μακαριστού Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου)
Ωραῖο, ἀγαπητοί μου, εἶνε τὸ θέαμα τῆς ὑπαίθρου τὶς μέρες αὐτὲς τοῦ φθινοπώρου. Ἀρχίζει μάχη γιὰ τὴ σπορά.Χαρὰ Θεοῦ!
Οἱ γεωργοὶ κάνουν τὸ σταυρό τους καὶ πιάνουν δουλειά, γιὰ νὰ πέσῃ ὁ σπόρος στὴ γῆ. Ἐμπιστεύονται τὶς ἐλπίδες τους στὸν Κύριο. Ἀλλ᾿ ἂν εἶνε ὡραῖο στὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων τὸ θέαμα τῆς σπορᾶς στοὺς ἀγρούς, ἀσυγκρίτως ὡραιότερο στὰ μάτια τῶν ἀγγέλων εἶνε τὸ θέαμα μιᾶς ἄλλης σπορᾶς, σπορᾶς πνευματικῆς, ποὺ γίνεται στὶς ψυχές. Σπέρνει συνεχῶς ὁ Κύριος· σπόρος ἡ ἀλήθεια του, γῆ οἱ καρδιές μας. Ἑκατομμύρια ἀντίτυπα τῆς ἁγίας Γραφῆς τυπώνονται καὶ κυκλοφοροῦν. Χιλιάδες κήρυκες κηρύττουν. Καὶ τώ-ρα, ποὺ τελειοποιήθηκαν τὰ μέσα ἐπικοινωνίας καὶ ἐνημερώσεως, καὶ διὰ τῶν αἰθέρων μεταδίδεται ἡ φωνὴ τοῦ κηρύγματος παντοῦ. Ἀλλ᾿ ὑπάρχει καὶ κάτι λυπηρό. Ἀπὸ τὰ ἑκατομμύρια, ποὺ ἀκοῦνε τὸ κήρυγμα τοῦ εὐαγγελίου, ἐλάχιστοι εἶνε ἐκεῖνοι ποὺ τὸ πιστεύουν καὶ τὸ ἐφαρμόζουν. Οἱ ἄλλοι; Εἶνε ἄκαρποι, ὅπως λέει ὁ Κύριος στὴν παραβολὴ τοῦ σπορέως. Ἀλλὰ ποιά εἶνε ἡ αἰτία τῆς ἀκαρπίας αὐτῶν τῶν ψυχῶν; Ὁ Κύριος ἀπαντᾷ· οἱ ἴδιοι!

Ἀπ᾽ αὐτοὺς ἄλλοι μὲν μοιάζουν μὲ πατημένοδρόμο, ἄλλοι μὲ πετρῶδες ἔδαφος, καὶ ἄλλοι μὲ ἀκανθοφόρο γῆ. Ἂς δοῦμε ὅμως κάπως λεπτομερέστερα τὴν ἑρμηνεία τῆς παραβολῆς.
Ἡ πρώτη αἰτία, ἀγαπητοί μου, ποὺ δὲν καρ-ποφορεῖ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ εἶνε ἡ  ἀνευλάβεια ποὺ ἔχουν πολλοί. Καὶ τὴν ἀνευλάβεια τὴ δημιουργεῖ κυρίως ἡ ὑπερηφάνεια, ἡ ἑωσφορικὴ  ἰδέα ὅτι  αὐτοί, ὡς ἀνώτερα πνεύματα, δὲν ἔχουν ἀνάγκη τὰ ἁπλᾶ λόγια τῶν ἁλιέων τῆς Γαλιλαίας. Περιφρονοῦν τὸ εὐαγγελικὸ κήρυγμα. Τοὺς φαίνεται μωρία. Ἂν βρεθοῦν σὲ θρησκευτικὴ ὁμιλία, εἰρωνεύονται· «Αὐτὰ ποὺ λέει ὁ κήρυκας εἶνε γιὰ νήπια…». Αὐτοὶ  εἶνε σοφοί, βλέπετε, καὶ θέλουν ν᾿ ἀκοῦνε ῥητορεία Δημοσθένους καὶ διαλεκτικὴ Σωκράτους!…
Δὲν προσέχουν τὴν οὐσία τῶν λόγων, ποὺ εἶνε πνεῦμα καὶ ζωή, ἀλλὰ τὴ μορφή, τὶς λέξεις.Στέκονται κάτω ἀπ᾽ τὸν ἄμβωνα ὄχι σὰν ἀκροαταὶ ποὺ διψοῦν ν᾿ ἀκούσουν τὴν ἀλήθεια ἀλλὰ σὰν κριταί. Ἀλλοίμονο ἂν ὁ ἱεροκήρυκας πέσῃ σὲ κανένα συντακτικὸ λάθος· εἶνε ἕτοιμοι νὰ τὸν διαπομπεύσουν. Ἀλλὰ ὁ λόγος αὐτός , ποὺ αὐτοὶ ἐπικρίνουν, θὰ κρίνῃ καὶ αὐτοὺς καὶ τὸν κόσμο ὁλόκληρο. Διότι τὸ κήρυγμα δὲν εἶνε κοσμικὴ λογοτεχνία. Ὁ γιατρὸς ὅταν συνιστᾷ ἕνα φάρμακο δὲν ῥητορεύει, καὶ ὁ γνήσιος κήρυκας δὲν ἀνεβαίνει στὸ βῆμα γιὰ νὰ παρατάξῃ φανταχτερὲς λέξεις καὶ εἰκόνες καὶ νὰ ἱκανοποιήσῃ αἰσθητικὲς ἰδιοτροπίες· ἐμφανίζεται ἀπὸ ἐσωτερικὴ ἐπιταγὴ ὡς πρέσβυς τοῦ Κυρίου γιὰ ν᾽ ἀναγγείλῃ μὲ φόβο Θεοῦ καὶ νὰ ἑρμηνεύσῃ μὲ ἁπλᾶ λόγια τὸ διάγγελμα τοῦ ἐσταυρωμένου Βασιλέως· «Μετανοεῖτε­ καὶ­ πιστεύετε ­ἐν ­τῷ ­εὐαγγελίῳ »(Μᾶρκ. 1,15). Ἀλλὰ δυστυχῶς τὰ θέματα περὶ μετανοίας καὶ πίστεως, ποὺ εἶνε τὰ βαθύτερα καὶ ὑψηλότερα ἀπ᾽ ὅλα, δὲν συγκινοῦν αὐτοὺς ποὺ ἀρέσκονται σὲ λεκτικὰ καρυκεύματα. Ἀκοῦνε ἀδιάφορα ἢ γελοῦν , ὅπως οἱ σύγχρονοι τοῦ Νῶεὅταν ἐκεῖνος τοὺς ἔλεγε ὅτι ὁ κόσμος θὰ καταστραφῇ, ἢ ὅπως οἱ ἐπικούρειοι ἀκροαταὶ τοῦ ἀποστόλου Παύλου ὅταν ἐκεῖνος τοὺς ἔλεγε ὅτι οἱ νεκροὶ θ᾿ ἀναστηθοῦν. Γελοῦν. Ἂς γελοῦν· θά ᾽ρθῃ ὥρα ποὺ θὰ κλάψουν πικρά.
Αὐτοῦ τοῦ εἴδους οἱ ἀκροαταὶ μοιάζουν κ τὰ τὴν παραβολὴ μὲ τὸν πατημένο δρόμο. Εἴδατε νὰ φυτρώνουν ἄνθη στὸ δημόσιο δρόμο,ποὺ τὸν πατοῦν διαρκῶς ἄνθρωποι καὶ  ἁμάξια; Ἔτσι καὶ στὶς ψυχὲς τῶν ὑπερηφάνων δὲν ἀνθεῖ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ. Ἡ ὑπερηφάνεια σκλή-ρυνε τὴ συνείδησί τους. Ἡ καρδιά τους ἔγινεπέρασμα τῶν ἐναερίων πνευμάτων, τὰ ὁποῖαδὲν ἀφήνουν οὔτε σπυρὶ ἀληθείας στὴν ἐπιφάνειά της. Ὦ ὑπερήφανες καρδιές! ἂν δὲν ταπεινωθῆτε «ὡς­τὰ­ παιδία» (Ματθ. 18,3), ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, ἔστω κι ἂν ἐξαγγέλλεται ἀπὸ ἕνα Χρυσόστομο ἢ Μέγα Βασίλειο, δὲν πρόκειταινὰ ῥιζώσῃ καὶ νὰ καρπίσῃ μέσα σας. Ἀλλ᾽ ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ὑπερήφανη καρδιὰ ὑπάρχει καὶ ἡ δειλή. Ὅσοι εἶνε δειλοὶ ἀκοῦνε στὴν ἀρχὴ μὲ εὐλάβεια καὶ χαρὰ τὸ κήρυγμα.Συγκινοῦνται, ἀναστενάζουν, δακρύζουν. Κι ὁ ἱεροκήρυκας σχηματίζει τὴν ἰδέα, ὅτι αὐτοὶθὰ ἐξελιχθοῦν σὲ σπουδαίους Χριστιανούς. Πόσο ὅμως πλανᾶται! Ἔρχονται περιστάσειςκαὶ ἀποδεικνύεται, ὅτι οἱ ἀκροαταὶ αὐτοὶ δὲνἔχουν ῥίζα καὶ βάθος.Διώκονται γιὰ τὴν πίστι; κινδυνεύει ἡ ζωήτους; ἢ ἐξ αἰτίας τηρήσεως τοῦ θείου νόμουἀπειλοῦνται τὰ ὑλικά τους συμφέροντα; θὰ κάνουν ὑποχώρησι, θὰ ποῦν ψέμα, θὰ κατα-πατήσουν τὴν ἀργία τῆς Κυριακῆς, θ᾽ ἀγνοήσουν φιλίες καὶ ὑποχρεώσεις, θὰ κολάσουν τὴν ψυχή τους γιὰ ν᾽ ἀποφύγουν μιὰ ὑλικὴ ζημιά.
Καλὴ ἡ Θρησκεία, ἐφ᾿ ὅσον δὲν ζητάει θυσίες! μόλις στὸν ὁρίζοντα προβάλῃ ὁ σταυρός, ὁ διωγμὸς δηλαδή, τότε τὰ ὡσαννὰ σταματοῦν, ὁ ἐνθουσιασμὸς πέφτει, ὁ ζῆλος μαραίνεται, καὶ ὁ δειλὸς χριστιανὸς ἐγκαταλείπει τὴ μάχη.Καὶ ὄχι μόνο ἐν καιρῷ διωγμοῦ ἀλλὰ καὶ ἐν καιρῷ θλίψεως . Παρατηρῆστε. Συμβαίνει δυστύχημα στὴν οἰκογένεια; ἔρχεται ὁ θάνατος; Ὁ δειλὸς ταράζεται, γογγύζει κατὰ τῆς θείας προνοίας· παύει νὰ ἐκκλησιάζεται, νὰ μελετᾷ καὶ νὰ προσεύχεται. «Ἀφοῦ ἤμουν τόσο καλός», λέει, «γιατί νὰ μοῦ ἔρθῃ τὸ δυστύχημα;». Βλέπει δηλαδὴ τὶς σχέσεις του μὲ τὸν Κύριο ἐμπορικά. «Σὲ ἀγαπῶ, Κύριε! πρέπει νὰ
μοῦ δώσῃς ὅλα τ᾽ ἀγαθά. Ἔτσι θὰ σ᾽ ἀγαπῶ περισσότερο». Αὐτὸς εἶνε ὁ συμφεροντολόγο ςθρῆσκος. Ἀλλ᾿ ἐὰν ὁ Κύριος ἀφαιρέσῃ κάτι ἀ-πὸ τὰ εἴδωλα ποὺ λατρεύει, τότε πικραίνεταικαὶ φεύγει ἀπὸ κοντά του. Δὲν εἶχε ῥίζα ὁ ἄνθρωπος αὐτός. Ἂν ἀγαποῦσε τὸ Θεὸ ἀνιδιο-τελῶς, θὰ ἔμενε πιστὸς μέχρι τέλους.Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ δὲ μένει στὸν ὑπερή-φανο καὶ δὲν καρποφορεῖ σὲ ψυχὲς δειλῶν. Αὐτοὶ μοιάζουν μὲ τὴν πετρώδη γῆ , στὴν ὁποία ἔπεσε μὲν ὁ σπόρος καὶ βλάστησε, ἀλλὰμὲ τὶς πρῶτες καυστικὲς ἀκτῖνες τοῦ ἥλιου «ἐξηράνθη ­διὰ­τὸ μὴ­ ἔχειν ­ἰκμάδα»(Λουκ. 8,6).
 Ἄκαρποι οἱ ὑπερήφανοι, ἄκαρποι οἱ δειλοί,ἀλλ᾿ ἄκαρποι καὶ ὅσοι κυριεύονται ἀπὸ Μέριμνες τοῦ βίου, ἀπάτη τοῦ πλούτου καὶ ἡδονές. Ἀπ᾽ τὸ πρωὶ ὣς τὸ βράδυ ὁ κόσμος κινεῖται πυρετωδῶς σὰν μηχανὴ μέσα σ᾽ ἕνα κύκλο μυρίων μεριμνῶν. Δὲν εἶνε μόνο οἱ φροντίδεςγιὰ τὴν τροφὴ καὶ τὸ ροῦχο· σ᾽ αὐτὲς προσθέτει καὶ νέες περιττὲς φροντίδες, ποὺ καταντοῦν κωμικές. Ἡ γυναίκα γιὰ καλλυντικά,βαφὲς καὶ ἀρώματα ξοδεύει χρήματα ἀλλὰ καὶ ὧρες πολύτιμες. Ὁ ἄντρας πάλι δὲ μπορεῖ χωρὶς τσιγάρο, χαρτοπαίγνιο, τυχερὰ παιχνίδια, ἀπολαύσεις Βάκχου καὶ Ἀφροδίτης.
Ψυχὴ ποὺ κυλιέται μέσα στὶς φροντίδες αὐτὲς μοιάζει κατὰ τὴν παραβολὴ μὲ χωράφι, ποὺδέχτηκε μὲν τὸν καλὸ σπόρο, ἀλλὰ μαζὶ μὲ τὸ σπόρο φύτρωσαν καὶ ἀγκάθια , ποὺ μεγάλωσαν, ἀπορρόφησαν τοὺς χυμοὺς τῆς γῆς κ᾽ ἔπνιξαν τὰ τρυφερὰ στάχυα. Ἀφαιρέστε ἀπ᾽ τὸ χωράφι τ᾽ ἀγκάθια, γιὰ ν᾽ ἀναπτυχθοῦν καὶ καρποφορήσουν τὰ στάχυα. Ἀφαιρέστε ἀπ᾽ τὶς ψυχὲς τὶς μέριμνες γιὰ τὰ μάταια, τὴ μανία τοῦ πλούτου καὶ τὶς ἡδονὲς τοῦ βίου, καὶ θὰ δῆτεν᾽ ἀναπτύσσωνται οἱ ἀρετὲς τοῦ Εὐαγγελίου.
Πολλὲς φορὲς ἀκούσατε, ἀγαπητοί μου, τὴ φωνὴ τοῦ Κυρίου. Κάνατε ἆραγε κάτι γενναῖο, ἀρχίσατε ζωὴ χριστιανική, παρουσιάσατε καρπούς;
Ἐὰν ναί, οἱ καρδιές σας εἶνε καλὴ γῆ·συνεχίστε. Ἐὰν ὅμως ὄχι, τότε κλάψτε γιὰτὴν ἀκαρπία καὶ ἀναζητῆστε τὴν αἰτία.Λίγες λέξεις ἄκουσαν οἱ Νινευῗτες ἀπὸ τὸν Ἰωνᾶ κ᾽ ἔδειξαν μετάνοια. Λίγα εἶδε κι ἄκουσε ὁ ἑκατόνταρχος Λογγῖνος τὴ Μεγάλη Παρασκευὴ κι ἄλλαξε ζωή. Καὶ σύ, φίλη ψυχή, ποὺχρόνια ἀκοῦς τὶς σάλπιγγες τῶν οὐρανῶν, γιατί δὲν ἀλλάζεις;
Τί ἆραγε συμβαίνει στὴν καρδιά σου; Μήπως ἡ ὑπερηφάνεια σ᾽ ἔχει σκληρύνει; Μήπως ἡ δειλία καὶ τὸ συμφέρονδὲ σ᾽ ἀφήνουν νὰ σηκώσῃς τὸ σταυρό; Ἢ μήπως ἡ ζάλη κοσμικῶν φροντίδων, ἡ δίψα τοῦ χρήματος καὶ ἡ λύσσα τῶν ἡδονῶν σὲ κρατοῦν μακριὰ ἀπὸ τὴν ἐπιρροὴ τοῦ θείου λόγου; Καλλιέργησε τὴν καρδιά . Ζήτησε μὲ πίστιτὴ βοήθεια τοῦ Κυρίου. Σύντριψε μὲ τὸ σφυρὶ τῆς ταπεινώσεως τὴν πέτρα τῆς ὑπερηφανείας.
Κάψε μὲ τὴ φλόγα τῆς προσευχῆς τ᾽ ἀγκάθια τῶν μεριμνῶν. Ὄργωσε βαθειὰ μὲ τὸ ἀλέτρι τῆς αὐταπαρνήσεως καὶ πέταξε τὰ μικρὰ ἢ μεγάλα ἐλαττώματα. Ὕψωσε στὸ κέντρο τὴ σημαία τοῦ σταυροῦ, νὰ τὴ βλέπουν ν᾿ ἀνεμίζῃ καὶ νὰ φεύγουν τὰ ἐναέρια πνεύματα καὶ νὰ μὴν ἁρπάζουν τὸ σπόρο. Φράξε μὲ τὸ φράχτη τῆς ἀδιαλείπτου προσοχῆς τὸ χωράφι. Πότιζε μὲ δάκρυασυνεχοῦς μετανοίας τὸ ἔδαφος τῆς καρδιᾶς,γιὰ νὰ γίνῃ καὶ σ᾽ ἐσένα ἐκεῖνο ποὺ ψάλλει ἡ Ἐκκλησία γιὰ ὅσους καλλιέργησαν τὴν ψυχήτους καὶ τὴν ἔκαναν κῆπο τοῦ Χριστοῦ· «Ταῖς τῶν δακρύων σου ῥοαῖς τῆς ἐρήμου τὸ ἄγονον ἐγεώργησας­καὶ­τοῖς­ἐκ βάθους στεναγμοῖς    εἰς  ἑκατὸν  τοὺς πόνους  ἐκαρποφόρησας»
(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
Γραπτὴ ὁμιλία, ἡ ὁποία μεταδόθηκε ἀπὸ τὸν ῾Ραδιοφωνικὸ Σταθμὸ Λαρίσσης τὸ 1949 στὴν καθαρεύουσα
.


Κυριακή Δ’ Λουκά – Λόγος στο ευαγγέλιο που λέγει «βγήκε ο σπορέας να σπείρει τον σπόρο του» (Αγ. Γρηγόριος Παλαμάς)

Βγήκε ο Κύριος να σπείρει τον σπόρο του. Πού; Στις καρδιές των ανθρώπων γιατί αυτές είναι τα χωράφια που δέχονται τα πνευματικά σπέρματα. Από αυτές άλλες μοιάζουν με δρόμο, καταπατημένες κατά κάποιο τρόπο και καταπιεσμένες από τους πονηρούς λογισμούς και τα πάθη και από τους επόπτες αυτών, τους πονηρότατους δαίμονες, άλλες μοιάζουν με πετρώδη γη, όσες από μικροψυχία και πώρωση δεν μπορούν να συγκρατήσουν μέχρι το τέλος τα σπέρματα της διδασκαλίας και να καρποφορήσουν με αυτά καρπούς προς αιώνια ζωή, και άλλες μοιάζουν με γεμάτο από αγκάθια έδαφος, επειδή το ενδιαφέρον τους συγκεντρώνεται στα κτήματα και τον πλούτο και τις πρόσκαιρες απολαύσεις και στα προερχόμενα από αυτές.

Καθώς λοιπόν παρατηρούνται πολλές διαφορές στις καρδιές τών ανθρώπων, «βγήκε» λέγει, «ο σπορέας να σπείρει τον σπόρο του· και καθώς έσπερνε, άλλος έπεσε στο δρόμο και καταπατήθηκε και το κατέφαγαν τα πετούμενα του ουρανού».

Ένα μέρος λοιπόν, λέγει, ότι έπεσε στο δρόμο, δηλαδή σε καρδιές που ή ήταν έξω από την κύρια και ευθεία οδό, γι’ αυτό και καταπατήθηκε από τους πονηρούς δαίμονες που περπατούν στον κακότοπο, ή ήταν στην πονηρή οδό αυτών, γι’ αυτό και τα πετεινά τού ουρανού, δηλαδή τα εναέρια πονηρά πνεύματα, τον κατέφαγαν και τον αφάνισαν, και έτσι οι άνθρωποι εκείνοι είναι σαν να μη άκουσαν καθόλου τον λόγο τού Θεού· γιατί λέγει, «εκείνοι που έπεσαν δίπλα στο δρόμο είναι οι άνθρωποι που άκουσαν, έπειτα έρχεται ο διάβολος και αφαιρεί από τις καρδιές τους τον λόγο, για να μη σωθούν πιστεύοντας».

«Και άλλο μέρος», λέγει, «έπεσε στην πέτρα», ενώ ο Ματθαίος λέγει, «στα πετρώδη μέρη», δηλαδή σε πωρωμένη και σκληρή καρδιά, μέσα στην οποία δεν μπορεί να εισχωρήσει ο λόγος, ώστε να την κυριεύσει με δύναμη και να ριζωθεί κατά κάποιο τρόπο μέσα σ’ αυτήν. Γι’ αυτό και λέγει, «αφού φύτρωσε, ξηράθηκε, γιατί δεν είχε ικμάδα»· δηλαδή, αφού έμεινε λίγο και φάνηκε να προοδεύει κάπως, έπειτα εξαφανίσθη­κε, καθώς προέκυψαν κάποιοι πειρασμοί, χωρίς να μπορέσει να φέρει τέλειο καρπό εξ’ αιτίας τής αδυναμίας της προαίρεσης· γιατί λέγει, «εκείνοι που έπεσαν πάνω στην πέτρα είναι εκείνοι που όταν ακούσουν τον λόγο τον δέχονται με χαρά, δεν έχουν όμως ρίζα, αλλά πιστεύουν προσωρινά, και σε καιρό πειρασμού απομακρύνονται».

«Και άλλο μέρος έπεσε ανάμεσα στα αγκάθια», δηλαδή σε καρδιές που είναι τελείως προσκολλημένες στα σωματικά και πρόσκαιρα και βιοτικά και βυθισμένες στις φροντίδες γι’ αυτά και στις ηδονές από αυτά. Γι’ αυτό και αφού βλάστησαν τα τέτοια αγκάθια μαζί με τον σπόρο, τον κατέπνιξαν και τον αφάνισαν. Γιατί λέγει, «αυτό που έπεσε στα αγκάθια είναι εκείνοι που άκουσαν τον λόγο, αλλά πορευόμενοι μέσω των φροντίδων και του πλούτου και των ηδονών τού βίου πνίγονται μαζί μ’ αυτά και δεν φέρουν καρπό».

Αφού ο Κύριος απομάκρυνε έτσι και αποδοκίμασε και εκείνους που δεν πρόσεξαν στη διδασκαλία τού θείου Πνεύματος, και που αυτοί είναι όσοι έπεσαν δίπλα στο δρόμο, και εκείνους που πρόσεξαν βέβαια, αλλά για λίγο, και που είναι αυτοί που μοιάζουν με πετρώδη γη, και εκείνους που τη δέχθηκαν οπωσδήποτε και την κρατούν με γνώση, αλλ’ έχουν διαφθαρεί από τον πλούτο και τη δόξα και την απόλαυση (γιατί αυτοί είναι οι ακανθώδεις), έπειτα με την παραβολή εισάγει και παρουσιάζει ποιοι είναι οι ευδόκιμοι, λέγοντας, «το άλλο μέρος έπεσε στο εύφορο το έδαφος», δηλαδή σε ψυχή που έχει καλή και αγαθή προαίρεση, η οποία και δέχεται με προθυμία και κρατεί μέσα της τον λόγο τής διδασκαλίας, μη επιτρέποντας στους εχθρούς τής σωτηρίας της να δημιουργήσουν μέσα από αυτήν είσοδο, και τον φυλάσσει υπομονετικά, μένοντας με σταθερότητα στα όσα άκουσε, με το να υποφέρει, με γενναιότητα τους πειρασμούς και τελεσφορεί, απορρίπτοντας τον χρηματιστικό και απολαυστικό και ρευστό βίο, και φέρει καρπό, όπως λέγει ο θείος Μάρκος, «που ανεβαίνει και αυξάνει σε τριάντα και εξήντα και εκατό φορές περισσότερο».

Θα μπορούσε όμως κάποιος να ονομάσει αυτά δουλεία, μισθοφορία, υιότητα. Πραγματικά αυτός που πλησιάζει τον Θεό αληθινά, πρώτα βέβαια ως υπεύθυνος είναι δούλος εξ αιτίας τής πρώτης ανυποταξίας και ανυπακοής, έπειτα, αφού δουλεύσει, επιθυμεί και μισθό, και αφού προκόψει στην αγάπη, είναι σαν υιός πλέον, που έχει φθάσει στην κατοχή τής αρετής και υπακούει κατά τρόπο φυσικό και αβίαστο στον ουράνιο Πατέρα. Ας προσπαθήσομε, αδελφοί, ή τη θεία υιοθεσία να κερδίσομε με την αγάπη προς τον Θεό, την απομάκρυνση από όλα τα γήινα, και τη διαρκή προσευχή και ψαλμωδία και απερίσπαστη προσήλωση σ’ αυτά, ή να συνταχθούμε με τους μισθωτούς, κατορθώνοντας την σε όλα εγκράτεια κατά τον αγώνα, ή να συναριθμηθούμε με τους δούλους πενθώντας τις προηγούμενες αμαρτίες μας· όποιος είναι έξω και από τα τρία αυτά, είναι έξω από τον χορό των σωζομένων.

….Ας ακούσομε λοιπόν, αδελφοί, και εμείς με σύνεση, παρακαλώ, προ πάντων το ότι δεν είπε ο Κύριος, ότι βγήκε να οργώσει τα λογικά χωράφια, ούτε να κατακόψει δυο και τρεις φορές και να ξερριζώσει τις ρίζες τών άγριων βοτανών και να καταθρυμματίσει τους βώλους, δηλαδή να προκαλλιεργήσει τις καρδιές και τις διά­νοιές μας, αλλά βγήκε απευθείας να σπείρει. Γιατί; Επειδή η πριν από τη σπορά καλλιέργεια αυτή της ψυχής πρέπει να γίνεται από μας. Γι’ αυτό και ο πρόδρομος του ευαγγελίου τής χάριτος από πριν προέτρεπε με μεγάλη φωνή, λέγοντας, «ετοιμάσατε την οδό τού Κυρίου, κάμετε ευθείς τους δρόμους του», και «μετανοείτε, γιατί πλησίασε η βασιλεία τών ουρανών».

Ετοιμασία βέβαια και αρχή μετάνοιας είναι η αυτομεμψία, η εξομολόγηση, η αποχή από τα κακά. Αλλά και επί πλέον απειλεί εκείνους που δεν είναι έτσι προετοιμασμένοι, ώστε να φέρουν καρπούς άξιους της μετάνοιας· γιατί λέγει· «κάθε δένδρο που δεν κάμνει καλό καρπό κόβεται και ρίχνεται στη φωτιά». Εκκοπή ασφαλώς είναι η απόφαση του Θεού εναντίον εκείνων που αμαρτάνουν αμετανόητα, σύμφωνα με την οποία, αφού αποσπασθούν και από την παρούσα και από τη μέλλουσα ζωή, παραπέμπονται, αλλοίμονο, στην άσβεστη γέεννα του πυρός.

Ας μετανοήσομε λοιπόν, αδελφοί, και ας δείξομε καρπούς άξι­ους της μετάνοιας· ας απομακρυνθούμε καθένας από τις κακίες του· ας μάθομε να λέμε και να πράττομε καλά· ας καταστήσομε τους εαυτούς μας πρόθυμους για την υποδοχή τού ουράνιου σπέρματος, του λόγου τής ζωής· ας σταματήσομε τη γλώσσα μας από τα κακά (ποιά είναι αυτά; η ματαιολογία, η κατηγορία, η καταλα­λιά), και τα χείλη μας, ώστε να μη εκστομίζουν όρκους και ψεύδη και φλυαρίες. Προφανώς αυτά είναι τα από την παραβολή λεγόμενα πονηρά πετεινά τού ουρανού, τα οποία κατατρώγουν και αφανίζουν το καλό σπέρμα. Γιατί κάθε λόγος είναι κατά κάποιο τρόπο εναέριο πτηνό· γι’ αυτό και κάποιοι ονόμασαν τους λόγους πτερόεντες. Ο πονηρός όμως λόγος, βγαίνοντας από τον πονηρό θησαυρό τής καρδιάς, σαν από φωλιά, μέσω του στόματος, αφαιρεί τον αγιασμό τής ψυχής· γι’ αυτό και ο Κύριος λέγει αλλού, ότι «αυτά που βγαίνουν από το στόμα είναι εκείνα που μολύνουν τον άνθρωπο». Να μη βγαίνει λοιπόν λόγος σάπιος από το στόμα σας αλλ’ εκείνος που είναι ικανός να προσφέρει εποικοδόμηση σ’ όσους τον ακούνε.

Κανένας λοιπόν από σας να μη είναι τόσο προσηλωμένος στα βιωτικά, ώστε ν’ απολιθωθεί κατά κάποιο τρόπο από αυτά, και να μη μπορεί ν’ ανοίγει τα αυτιά και την καρδιά στη δροσιά τών λόγων τής διδασκαλίας τού Πνεύματος. Γιατί δηλαδή το χώμα τής γης, όταν δέχεται τη βροχή, φουσκώνει και μαλακώνει και λιπαίνεται, ενώ το κεραμίδι μένει σκληρό και ξηρό και αδιάλυτο; όχι γιατί η γη θερμαίνεται με τις ακτινοβολίες τού ηλίου, αλλά δεν  κατακαίεται, γι’ αυτό και έχει ανοιχτούς τους πόρους προς υποδοχή τής βροχής, ενώ το κεραμίδι κατακαιόμενο από τη βίαια επαφή με τη φωτιά έχει τους πόρους στο βάθος δυνατά σφραγισμένους και κλειστούς, ώστε να μη μπορούν να δέχονται τη βροχή, έστω και αν είναι πάρα πολύ λεπτή; Έτσι και αυτός που κατέχεται από τα σωματικά και τα γήινα και τα βιωτικά σκληρύνεται υπερβολικά και για πάντα στην καρδιά και έχοντας νεκρωμένη τη διάνοια πριν επιστρέψει στη γη δεν συναισθάνεται την από τον Θεό διδασκαλία· αυτός όμως που χρησιμοποιεί τον κόσμο αυτό και σύμφωνα με την παραίνεση του αποστόλου δεν κάνει κατάχρηση αυτού, θα είναι έτοιμος να ζητεί και ν’ ακούει με σύνεση και να ενεργεί με ζήλο και προθυμία και τα ουράνια· και όχι μόνο ν’ ακούει έτσι, αλλά και να κρατά μέσα του τη διδασκαλία και να την μετατρέπει σε έργο, για να μακαρισθεί από τον Κύριο εξομοιούμενος με τον πιστό και φρόνιμο δούλο· γιατί λέγει· «αυτός που ακούει τους λόγους μου και τους εφαρμόζει, αυτόν θα τον θεωρήσω όμοιο με φρόνιμο άνδρα».

Αυτός που παραδίδεται αποχαυνωμένος στη γαστριμαργία και το υπερβολικό ποτό και τις απολαύσεις και τη μέθη να μη το κάνει αυτό στο εξής, αλλιώς μάταια θα δεχθεί το ουράνιο σπέρμα, τον λόγο τής διδασκαλίας. Γιατί δεν θα μπορέσει να φανεί καρποφόρα γη για τον Θεό. Όλοι εσείς γνωρίζετε ότι, όταν το υγρό υπερχειλίζει στα σπαρμένα χωράφια, αυτά δεν μπορούν να φέρουν καρπό· πώς λοιπόν θα μπορέσει να παρουσιάσει ουράνιο καρπό μια καρδιά που είναι καταμουσκεμένη με απολαύσεις και κρασοπότια; Αυτός που περιέπεσε σε κάποια ακαθαρσία πορνείας ας επιστρέψει και ας απομακρυνθεί απ’ αυτήν και ας καθαρίσει τον εαυτό του με τη μετάνοια. «Μήπως δηλαδή αυτός που πέφτει δεν σηκώνεται, ή αυτός που απομακρύνεται δεν επιστρέφει;». Γιατί αν κυλιέται σ’ αυτόν τον βόρβορο, πώς δεχόμενος το θείο μύρο θα το κρατήσει μέσα του αβλαβές, το πολύτιμο μαργαριτάρι, εννοώ τον σωτήριο λόγο; Το μαργαριτάρι δεν φοριέται σε χοίρο, και το μύρο από τους συνετούς δεν ανακατεύεται με τον βόρβορο· γιατί είτε κάποιος χύσει αυτό και το αναμίξει με την κοπριά, είτε το βάλει σε ακάθαρτο σκεύος, όμοια αχρειώνει και καταστρέφει το μύρο, αν και βέβαια το θείο μύρο είναι απαθές· αλλ’ αυτό που θα πάθαινε, αν ήταν παθητό, αχρειωνόμενο, αυτό οπωσδήποτε θα πάθει αυτός που το τοποθέτησε σε τέτοιο σκεύος και δεν απομακρύνεται από την αμαρτία. Ο πλεονέκτης να σταματήσει στο εξής την πλεονεξία του, αλλά και να δίνει από όσα έχει σε εκείνους που δεν έχουν. Γιατί, αν δεν το κάνει αυτό, δεν θα διαφύγει τη θεία οργή, και αν δεν διαφύγει τη θεία οργή, πώς θα υποδεχθεί το θείο σπέρμα; Γιατί προς εκείνους που ερώτησαν, πώς θα αποφύγομε τη θεία οργή, ο Ιωάννης, ο Πρόδρομος του Κυρίου, έλεγε· «όποιος έχει δύο χιτώνες να προσφέρει τον ένα σε εκείνον που δεν έχει, και όποιος έχει τρόφιμα να κάνει το ίδιο».

Και γενικά ο καθένας σας τ’ αγκάθια και τα τριβόλια της αμαρτίας που έθρεψε μέσα του με την εμπαθή και φιλήδονη ζωή να τα ξερριζώσει με τη μετάνοια. Γιατί έτσι θα καλλιεργήσει τον εαυτό του και θα ετοιμασθεί για την υποδοχή τού σωτήριου σπέρματος και, αφού το λάβει, θα τελεσφορήσει και θα καρποφορήσει την αιώνια ζωή, για την οποία ζωή όχι μόνο τις ορέξεις τού σώματος αλλά, αν χρειασθεί, και την ίδια τη ζωή μας να προσφέρομε, γιατί έτσι θ’ ακολουθήσομε τα δεσποτικά ίχνη και θα γίνομε μέτοχοι τής με τη χάρη του Χριστού δόξας και βασιλείας, ζώντας μαζί μ’ αυτόν και δοξαζόμενοι μαζί του αιώνια.

Και μάρτυράς μας αδιάψευστος είναι ο κορυφαίος των μαρτύρων, ο θαυματουργός και μυροβλύτης Δημήτριος, στου οποίου την εικόνα γονατίζουν και παρίστανται χαρούμενοι βασιλείς και ιερείς, επειδή ακολούθησε τα δεσποτικά ίχνη με τον βίο και τον λόγο και τα πάθη, τού οποίου ευπρόσδεκτος πανηγυριστής και κοινωνός τής προκηρυσσόμενης ήδη τελετής θα είναι όχι γενικά οποιοσδήποτε, αλλ’ όποιος έχει προετοιμασθεί με τη μετάνοια. Γιατί, αυτός που απομακρύνθηκε από κάθε υλική προσπάθεια και, σύμφωνα με τον Παύλο, απέδειξε τον εαυτό του ολόκληρον ευωδία σε τέτοιο βαθμό, ώστε μετά την άθληση ν’ αναδείξει και τη σορό του πηγή ευωδέστατων μύρων, πώς θα δεχθεί να χορεύει γύρω του και να αναπέμπει ύμνους αυτόν που αναδίδει εμπαθή ύλη και εκπέμπει σαπίλα από αθεράπευτους μώλωπες αμαρτημάτων; Γιατί, σύμφωνα μ’ αυτό που έχει γραφεί, «δεν είναι ωραίος ο ύμνος των μαρτύρων σε στόματα αμαρτωλών». Ώστε λοιπόν, προεορτάζοντας, ας προκαθαρίσομε επίσης τους εαυτούς μας για την επερχόμενη κύρια ημέρα τής πανηγύρεως του μεγαλομάρτυ­ρα, ώστε, αφού ευφρανθούμε πνευματικά με την ανάμνηση των άθλων του για τον Χριστό και τον πριν από τους άθλους κατά Χριστόν βίο του και ευφρανθούμε μαζί μ’ αυτόν, να λάβομε αυτό αρραβώνα τής ελπιζόμενης από μας συμβίωσης μαζί με τους αιώνια ευφραινόμενους στους ουρανούς.

Αυτή τη συμβίωση είθε να επιτύχομε όλοι μας με τις πρεσβείες τού πολιούχου τής πόλης μας και Χριστομάρτυρα προς δόξα τού Πατέρα και τού Υιού και τού αγίου Πνεύματος, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Γένοιτο.

(Πηγή: Γρηγορίου Παλαμά Έργα, ΕΠΕ, τόμος 11, Πατερικαί Εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»)
 


Κυριακή του Σπορέως – Δ΄Λουκά Αρχιμ. Εφραίμ Βατοπαιδινού, Καθηγουμένου Ι.Μ.Μ.Βατοπαιδίου,


Ακούσαμε σήμερα, στην ευαγγελική περικοπή, από το στόμα του Χριστού μας, την παραβολή του σπορέως. Σε αυτήν, ο Κύριός μας, αναφέρει τους τρεις χαρακτηριστικούς τύπους των ανθρώπων, όσων πιστεύουν σε Αυτόν βέβαια ή και όσων νομίζουν ότι πιστεύουν. Όπως ο ίδιος λέει και μετά ερμηνεύει, σε μια ομάδα ανθρώπων ο σπόρος πέφτει στην οδό και έρχονται τα πετεινά του ουρανού και τον αρπάζουν. Αυτή είναι η ομάδα των ανθρώπων, που ακούει τον λόγο του Θεού, αλλά παραμένει υποχείρια στα θελήματα του παλαιού ανθρώπου, δεν αξιοποιεί την ευκαιρία που δίνει ο αγαθός Θεός. Αυτοί είναι εκείνοι οι οποίοι δεν εκτιμούν την Χάρη, που σπείρει μέσα στην ψυχή τους μέσω των λόγων του Ευαγγελίου, και εξαιτίας της απροσεξίας τους, της αμέλειάς τους, της αδιαφορίας τους, ο αιώνιος εχθρός του ανθρώπου, ο διάβολος, που παρομοιάζεται από τον Χριστό με τα πετεινά του ουρανού, σκοτίζει τον νου, αφαιρεί τον αγαθό σπόρο. Ο διάβολος δεν είναι όπως είπε κάποιος, η προσωποποίηση του κακού. Αυτό είναι πλάνη. Ο διάβολος είναι συγκεκριμένη πνευματική οντότητα και εμείς οι μοναχοί σίγουρα έχουμε σχετική εμπειρία της παρουσίας του. Όπως οι άγγελοι είναι αγαθά πνεύματα «εις διακονίαν αποστελλόμενα» (Εβρ. 1 ,14), έτσι είναι και οι δαίμονες πονηρά πνεύματα, τα οποία εργάζονται και ενοχλούν τον άνθρωπο, που προσπαθεί να ζήσει ως σωστός Χριστιανός και να θεραπεύ­σει την πνευματική του υπόσταση. Βέβαια η δύναμή τους είναι ένα τίποτα μπροστά στην θεία Χάρη, αλλά όμως, για τον απρόσεκτο άνθρωπο, είναι μεγάλος κίνδυνος. Η άλλη ομάδα των ανθρώπων είναι εκείνη που χαρακτηρίζεται ως νηπιώδης, η οποία στερείται «ικμάδος», δηλαδή υγρασίας. Προς στιγμήν βλαστάνει ο σπόρος, αλλά όμως η μέριμνα και οι βιοτικές, οι περί τα μάταια ενασχολήσεις, εμποδίζουν τον άνθρωπο να αναπτυχθεί πνευματικά. Πραγματικά, αδελφοί μου, όταν ζούμε σε αυτήν την ζωή με αμέλεια και ακόρεστη φιληδονία, ο εχθρός μας δημιουργεί μια ψευδαίσθηση· μια ψευδαίσθηση που έχει σχέση με την της επί γης αθανασία μας. Και δημιουργείται μέσα μας ο έμμονος λογισμός ότι θα μείνουμε εδώ για αιώνες. Και εργαζόμαστε χωρίς σταμάτημα, και πλατύνουμε τις επιχειρήσεις μας, ώστε να μη μας λείψει τίποτα, και συνεχώς ζούμε «μεριμνώντες και τυρβάζοντες περί πολλά» (βλ. Λουκ. 10,41). Λησμονούμε όμως ότι «ενός έστι χρεία» (βλ, Λουκ. 10,42) και έτσι δεν μπορούμε να έχουμε την πραγματική αίσθηση της θείας Χάριτος, αφού οτιδήποτε υπήρχε στην καρδιά και τον νου μας, από όσα ανήκουν στον Χριστό, οι βιοτικές μέριμνες δεν το άφησαν να καρποφορήσει· το έπνιξαν. Αν όμως επικρατήσει μια τέτοια ψυχική κατάσταση, πρέπει να ξέρετε, ότι θα χρειαστεί να καταβληθούν από τον άνθρωπο προσπάθειες πολλές και κόποι αμέτρητοι, κυρίως σε εμάς τους μοναχούς αναφέρομαι, αν αμελήσουμε στον αγώνα μας, για να γνωρίσει πνευματικό αντίκρυσμα.

Βέβαια, ένας οικογενειάρχης άνθρωπος δεν απαγορεύεται να φροντίζει τα του οίκου του, αλλά όμως, δεν επιτρέπεται να καταδαπανά τις δυνάμεις και την ενέργεια του νου στις μέριμνες για τα παρόντα. Αλλά να ζει, όπως λένε οι άγιοι Πατέρες, «υπό τους όρους της χρείας» και όχι της σπατάλης και της επιθυμίας.

Την τρίτη μερίδα, συνεχίζοντας ο Χριστός, την παρομοιάζει με την γη την καλή, την αγαθή και είναι αυτοί που δέχθηκαν με ευγνωμοσύνη και φόβο Θεού τον λόγο της αληθείας. Δέχθη­καν τον σπόρο της αποκαλύψεως και καρποφόρησαν «εν υπομονή» καρπό εκατονταπλασίονα.

Συμβαίνει πολλές φορές ο αγωνιστής να αδημονεί, πότε θα δει την επιβράβευση των μικρών κόπων του, την θεία Χάρη, τον αγιασμό. Είναι καλό, αλλά και επιβάλλεται βέβαια να αναζητούμε ικετευτικά την παρουσία της μητρός Χάριτος στην ζωή μας, η οποία και θα μας οδηγήσει στην τελειότητα. Όμως για να έλθει η υπερφυσική αυτή θεία ενέργεια μέσα μας, πρέπει να συντρέξουν κάποιες προϋποθέσεις. Πρέπει να δημιουργήσουμε την πρόσφορη, την εύφορη γη, ώστε να μπορέσει να βλαστήσει το αγαθό σπέρμα και συν τω χρόνω να καρποφορήσει. Πρέπει να γνωρίζουμε, ότι σύμφωνα με τους αγίους Πατέρες, ένα μόνο πράγμα είναι αδύνατον για την παντοδύναμο Χάρη του Θεού, και αυτό είναι το να σκηνώσει στον άνθρωπο που δουλεύει ακόμα στην αμαρτία, σε αυτόν δηλαδή που δεν κατάφερε να υποτάξει τις αμαρτωλές σωματικές πράξεις και τις διανοητικές εμπαθείς κινήσεις. Ας μη φανεί αυτό ακατόρθωτο ή έστω δύσκολο. Πόσοι και πόσοι βάδισαν αυτήν την οδό και κατέστρε­ψαν όλα τα «μηχανήματα των εχθρών»; Πώς το πέ­τυχαν αυτό; Απλώς αγάπησαν πραγματικά τον Θεό. Και η μόνη τους έγνοια, το μόνο τους μέλημα, δεν ήταν άλλο, παρά το να εζητούν πάντοτε, με κάθε τρόπο και με υπομονή, την Χάρη του Αγίου Πνεύματος. Εξαιτίας ακριβώς αυτής τους της καλής προαιρέσεως, ο Κύριος τους «διήνοιξε τον νουν» (Λουκ. 24,45)  κατάλαβαν ότι πρώτα απ’ όλα πρέπει να ζητάνε την βασιλεία και την δικαιοσύνη Του και «πάντα ταύτα προστεθήσονται αυτοίς» (Ματθ.6,33)·

Εύχομαι η θαυμαστή ενέργεια της Χάριτος, που παραμένει μόνιμα στην Εκκλησία μας από την ημέρα της Πεντηκοστής, να μας φωτίσει, ώστε να καθαριστεί η καρδία μας και να φέρουμε σε πέρας τον σκοπό της παρούσας ζωής μας. Γιατί αδελφοί μου, «τί ωφελείται άνθρωπος, εάν τον κόσμον όλον κερδίση, την δε ψυχήν αυτού ζημιωθή» (Ματθ. ι6,26), όπως και ο ίδιος, ο Κύριός μας, λέει; Ο άνθρωπος είναι κατεξοχήν πνευματικό ον, εικόνα του Θεού και δημιουργού Του και εξαρτώμενο από αυτόν. Από αυτόν δέχεται και «το ζην και το ευ ζην» και κατά φυσικό τρόπο, μόνο κοντά σε Αυτόν βρίσκει ανάπαυση και χαρά. Άρα δεν πετυχαίνει ο άνθρωπος, αν αναβαθμιστεί επαγγελματικά ή οικονομικά, αλλά ολοκληρώνει την προσωπικότητά του, εάν γίνει σκεύος της Χάριτος και δοχείο του Αγίου Πνεύματος.

(Αρχιμ. Εφραίμ Βατοπαιδινού, Καθηγουμένου Ι.Μ.Μ.Βατοπαιδίου, «Αθωνική Παρουσία», Ψυχωφελή Βατοπαιδινά 20, σ. 246-256, αποσπάσματα.) 

Κυριακη Δ΄Λουκά - πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Παπαθεοδώρου

Την παραβολή του σπορέα Θα ακούσουμε την Κυριακή αγαπητοί μου αδελφοί, από Το Ευαγγέλιο του Λουκά Βγήκε ένας σπορέας, για να σπείρει στο χωράφι του, και καθώς έσπερνε, άλλοι σπόροι έπεσαν στο δρόμο, άλλοι στις πέτρες, άλλοι ανάμεσα στα αγκάθια κι άλλοι σε γόνιμο έδαφος. Από την απλόχερη σποριά, μόνον οι σπόροι πού έπεσαν στο γόνιμο έδαφος φύτρωσαν και καρποφόρησαν.
Αγαπητοί μου, αυτή είναι ή παραβολή του σπορέως. Αλλά στις παραβολές , ό Κύριος άλλα λέει και άλλα εννοεί. .Ερωτούμε; Ποιος είναι ό γεωργός; Ποιος είναι ό σπόρος; Ποια είναι τά διάφορα εδάφη πού έπεσε ό σπόρος; Με συντομία Θα απαντήσουμε. ‘Ο γεωργός είναι ό ίδιος ο Χριστός, πού έσπειρε και εξακολουθεί να σπέρνη τον πολύτιμο σπόρο του. ‘Ο σπόρος του είναι ο λόγος του Θεού, ή διδασκαλία, το κήρυγμα Τα δε διάφορα μέρη όπου έπεσε ο σπόρος, είναι οι καρδιές των ανθρώπων,πού δεν είναι όμοιες μεταξύ τους.. Άλλες καρδιές είναι σκληρές σαν το δρόμο, πού όσο σπόρο και αν ρήξης, δεν πιάνει. Άλλες καρδιές είναι σαν Τα πετρώδη εδάφη.Οί άνθρωποι αυτοί έχουν καλή διάθεση, ακούνε με ευχαριστήσει το λόγο του Θεού αλλ’όταν παρουσιασθούν εμπόδια και πειρασμοί απ’ το διάβολο και Τα οργανά του,τότε όλος ο ενθουσιασμός των ανθρώπων αυτών μαραίνεται και σβήνει κί ο λόγος του Θεού κανένα αγαθό αποτέλεσμα δεν φέρνει στίς ψυχές αυτές. οι δε άλλοι είναι σαν τη γή πού αίνε γεμάτη αγκάθια. οι άνθρωποι αυτοί ακούνε με χαρά τόλόγοτού Θεού, προσπαθούν να το εφαρμόσουν, αλλά έχουν μπλεχτεί με κοσμικές φροντίδες και μέριμνες , πού μέρα και νύχτα σαν αγκάθια μυτερά τους κεντούνε και δεν τους μένει καιρός για την καλλιέργεια της ψυχής τους. Διασκεδάσεις, αισχροί έρωτες, δίψα,λύσσα για να μαζέψουν λεφτά και να γίνουν πλούσιοι, έχουν μεταβάλει την καρδιά τους σε χέρσο χωράφι, πού έχει γεμίσει αγκάθια. ‘Ο λόγος του Θεού στις καρδιές αυτές δεν καρποφορεί.
‘Αλλά δόξα το Θεώ… ‘Υπάρχει κα’μια μερίδα ακροατών, πού οι καρδιές τους είναι σαν τη καλή γή. Ακούνε με χαρά το λόγο του Θεού . Τον παίρνουν και τον φυτεύουν βαθιά μέσα στην καρδιά τους. οι ψυχές αυτές ευωδιάζουν, γεμίζουν από καρπούς, από αρετές και καλά έργα, οι ψυχές αυτές είναι το ευλογημένο χωράφι του Θεού, πού το βλέπει κανείς και το χαίρεται.
Και γεννιέται το ερώτημα; Εμείς, όσοι πάμε στην εκκλησία και ακούμε το λόγο τι Θεού, εμείς τη είμαστε; Είμαστε δρόμος σκληρός και πατημένος; Είμαστε χωράφι γεμάτο πέτρες, γεμάτο κακίες και ελαττώματα; Είμαστε χωράφι γεμάτο αγκάθια, γεμάτο φροντίδες και μέριμνες και αμαρτωλές επιθυμίες; ‘Η είμαστε καλή γη, χωράφι καλλιεργημένο, έτυμο να δεχτή το σπόρο και να καρποφορήσει; ‘Ο καθένας μας άς απαντήση…
Χωράφι, αγαπητοί μου, είναι ή καρδιά μας.Και αν ακόμη είναι γεμάτο πέτρες, και αγκάθια, κακίες και ελατώματα καί παθη καί κακές επιθυμίες, άς μην απελπιστούμε. Ας παρακαλέσουμε το Θεό και άς εργαστούμε.Το πιο χέρσο χωράφι, αν καλλιεργηθεί, μπορεί να γυνή θαυμάσιο περιβόλι. Κάί ή πιο’‘αγρια ψυχή , ή ψυχή ενός ληστού, αν πέραση από πάνω της το αλέτρι του πόνου, αν ποτιστή με Τα δάκρυα της μετανοίας, αν πέση ή φωτιά του Αγίου Πνευματος, τότε ή άγρια ψυχή ημερεύει και γίνεται αγία και καρποφορεί εκατονταπλάσια. Ληστές και πόρνες, άγρια χωράφια ‚χωράφια ‚ του διαβόλου μετανοούν και γίνονται χωράφια του Θεού .. ·‘ολοι, λοιπόν στην εντατική καλλιέργεια του ανεκτιμήτου αυτού αγρού, πού λέγεται ανθρώπινη ψυχη Αμήν


Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΚΑΛΟΥ ΣΠΟΡΕΩΣ (ΚΥΡΙΑΚΗ Δ’ ΛΟΥΚΑ) - (Λουκ. κεφ. 8, 5-15) Μιχαήλ Χούλη, Θεολόγου


   Στα τρία χρόνια του δημόσιου κηρύγματός του, περιόδευε ο Χριστός από πόλη σε πόλη και από χωριό σε χωριό, διδάσκοντας για το χαρμόσυνο άγγελμα της βασιλείας του Θεού. Κοντά του συγκεντρωνόταν πολύ κόσμος, και σε μια ανάλογη περίπτωση, τους είπε την εξής παραβολή: «Βγήκε ο σπορέας για να σπείρει το σπόρο του. Καθώς έσπερνε, μερικοί σπόροι έπεσαν στο δρόμο, όπου καταπατήθηκαν και τους έφαγαν τα πουλιά. Άλλοι έπεσαν στις πέτρες και, όταν φύτρωσαν, ξεράθηκαν, γιατί δεν είχε υγρασία. Άλλοι σπόροι έπεσαν ανάμεσα στα αγκάθια και, όταν αυτά φύτρωσαν μαζί τους, τους έπνιξαν. Άλλοι όμως έπεσαν στο γόνιμο έδαφος, φύτρωσαν κι έδωσαν καρπό εκατό φορές περισσότερο». Αφού τα είπε όλα αυτά, πρόσθεσε με έμφαση: «Όποιος έχει αυτιά για ν’ ακούει, ας τα ακούει».

Οι μαθητές του τότε τον ρωτούσαν: «Τι σημαίνει η παραβολή αυτή;» Εκείνος τους εξήγησε: «Ο σπόρος είναι ο λόγος του Θεού. Οι σπόροι που έπεσαν στο δρόμο, είναι εκείνοι που άκουσαν το λόγο του Θεού. Έρχεται ύστερα όμως ο διάβολος και τον υφαρπάζει από τις καρδιές τους, για να μην πιστέψουν και σωθούν. Οι σπόροι που έπεσαν στο πετρώδες έδαφος, είναι εκείνοι που, όταν ακούσουν το λόγο, τον δέχονται με χαρά, δεν έχουν όμως ρίζα. Γι’ αυτό πιστεύουν για λίγο διάστημα και, όταν έρθει ο καιρός της δοκιμασίας, απομακρύνονται. Αυτοί που έπεσαν στα αγκάθια, είναι εκείνοι που άκουσαν το λόγο, συμπορεύονται όμως με τις φροντίδες, με τον πλούτο και τις απολαύσεις της ζωής, πνίγονται απ’ αυτά και δεν καρποφορούν. Με το σπόρο που έπεσε σε γόνιμο έδαφος εννοούνται όσοι άκουσαν το λόγο με καλή και αγαθή καρδιά, τον φυλάνε μέσα τους και καρποφορούν με υπομονή».          

Η παραβολή αυτή διασώζεται πρώτη από τους συνοπτικούς ευαγγελιστές και η Εκκλησία παραθέτοντάς την, κατά την έναρξη του ετήσιου αγιαστικού έργου της, θέλει να τονίσει ότι ο Χριστός -και η Εκκλησία ως προέκτασή του- είναι ο μοναδικά σίγουρος δρόμος για τον αγιασμό και τη λύτρωση των ανθρώπων. Γιατί όμως ο Ιησούς δίδασκε με παραβολές, δηλαδή με αλληγορικές ιστορίες  από την καθημερινή ζωή, και δεν ξεκαθάριζε από την αρχή ερμηνευτικά τα λεγόμενά του; Για τρεις κυρίως λόγους: Καταρχάς, απαιτείται όχι ορθολογιστική προσέγγιση στις αλήθειες του Θεού, αλλά πίστη και εμπιστοσύνη στο θέλημά του. Κατά δεύτερον, γιατί οι εικόνες μένουν πολύ περισσότερο στο νου, κάνουν εντύπωση και προσπαθεί κανείς με ιδιαίτερο ζήλο να καταλάβει τι εννοούν. Και κατά τρίτον, γιατί δεν ήθελε ο Κύριος να παρεξηγήσουν οι Ιουδαίοι και οι Ρωμαίοι τα λεγόμενά του και να θεωρήσουν είτε ότι είναι πολιτικοθρησκευτικός μεσσίας είτε ότι κινδυνεύει η Ρώμη από έναν επίδοξο σφετεριστή της βασιλείας της. Ο Χριστός συχνά πρόσθετε στο τέλος των λόγων του το: «Όποιος έχει αυτιά για ν’ ακούει, ας ακούει». Αυτό σημαίνει ότι απαιτείται θεολογική δεκτικότητα στους ακροατές του θείου λόγου και ότι ευθύνη για τη σωτηρία του έχει ο καθένας προσωπικά, που δίδει ή δεν δίδει την πρέπουσα σημασία στην αποκάλυψη της αλήθειας δια Χριστού Ιησού.    

Γιατί δεν απέδωσε όμως πολύ στην πράξη η χριστιανική διδασκαλία, 2.000 χρόνια μετά τον Χριστό, και γιατί παρατηρούνται ακόμη μίση, έχθρες και διεθνείς συρράξεις;  Σε αυτήν την ερώτηση απαντά η συγκεκριμένη παραβολή. Ο Κύριος θέλει να διδάξει ότι το ποιος θα δεχθεί και ποιος θα υλοποιήσει το θέλημα του Θεού, δεν εξαρτάται από τη χριστιανική διδασκαλία που είναι μοναδική, ούτε από την αξία μόνο και εργατική προσφορά του διδάσκαλου, ποιμένα, αρχιερέα και ιερέα της Εκκλησίας. Αλλά κυρίως από το ποιόν, την ψυχοσύνθεση, τη σκληρότητα ή όχι, τον εγωισμό ή την ταπείνωση, την αδιαφορία ή την θέληση και ελευθερία του αποδέκτη του μηνύματος, που μπορεί να είναι Ιουδαίος ή Εθνικός, πιστός ή άπιστος, μικρός ή μεγάλος, άντρας ή γυναίκα. Αποκαλύπτει ακόμη ο Χριστός ότι οι απόστολοι, αλλά και οι μαθητές του, και οι κληρικοί και οι διδάσκαλοι σε όλες τις εποχές, δεν θα έχουν πάντοτε επιτυχίες στα ακροατήριά τους, αλλά και αποτυχίες στο έργο τους, στενοχώριες και διώξεις. Δεν θα πρέπει επομένως να αποθαρρύνονται, αλλά να αφήνουν την τελευταία λέξη και ενέργεια στο Θεό, τον μόνο που γνωρίζει τα άδηλα βάθη των ψυχών, αλλά και την λεπτομερή κατάληξη της ιστορίας. Εξάλλου, ο σπόρος που έπεσε σε γόνιμο έδαφος και αυξήθηκε και απέδωσε εκατό φορές περισσότερο, σημαίνει ότι το έργο της Εκκλησίας θα αποδώσει πολύ, και περισσότεροι είναι εκείνοι που θα σωθούν παρά εκείνοι που θα χαθούν. 

Η ακαρπία πολλών ανθρώπων, σύμφωνα με την παρούσα παραβολή, οφείλεται είτε στον σατανά, που είναι ο ηθικός αυτουργός στον ξεπεσμό του ανθρώπου, είτε στις δοκιμασίες και θλίψεις και αιρέσεις που απομακρύνουν πολλούς, είτε στις απολαύσεις και επιπολαιότητες και πάθη της ζωής, που ξεστρατίζουν αρκετούς από την πνευματική οδό προς τη βασιλεία του Θεού και οδηγούν δυστυχώς στις ψυχικές διαταραχές, το επίμονο άγχος και τον υπαρξιακό φόβο. Το βασικό όμως είναι, μας επισημαίνει η Εκκλησία, ότι ένας είναι ο δρόμος της σωτηρίας: Η γνωριμία με το Χριστό-σπορέα και η κατά χάριν ένωση μαζί του μέσω των μυστηρίων.

Προσοχή λοιπόν χρειάζεται να μην παραπλανηθεί κανείς, αλλά να συνδεθεί με την όντως ζωή, τον Θεάνθρωπο Ιησού, και να αποδώσει καρπούς πνευματικούς, ζώντας μια όσο το δυνατόν αγία και σε εγρήγορση ζωή, εν μετανοία, εν υπομονή και εν ταπεινώσει.    



           ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ:

    «Η Καινή Διαθήκη», “Ελληνικής Βιβλικής Εταιρείας”, Αθ. 2003
    «Κυριακοδρόμιο», εκδ. “Άρτος Ζωής”, Αθ. 2011
    «Λόγος και Ύπαρξη», τ. Α΄, έκδ. Β΄, εκδ. “Η Μεταμόρφωσις του Σωτήρος”, Αθ. 2001
    «Το κατά Μάρκον Ευαγγέλιο», Ιω. Καραβιδόπουλου, εκδ. “Π. Πουρναρά”, Θεσσαλ. 1988

 Πηγή


Κυριακή Δ' Λουκά. Μνήμη των Αγίων Πατέρων της εν Νικαία Ζ' Οικουμενικής Συνόδου (787). Η προσφορά των Αγίων Πατέρων π. Γεωργίου Μεταλληνού

1. Την μνήμη των Αγίων Πατέρων της Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου (787) εορτάζει σήμερα η Εκκλησία μας. Μία αίρεση προκάλεσε και την σύνοδο αυτή, η αίρεση της Εικονομαχίας. Πέρα από το αναμφισβήτητο χριστολογικό περιεχόμενό της είχε η Εικονομαχία και σαφή εκκλησιολογικό χαρακτήρα. Ήταν μια απροκάλυπτη επίθεση της Πολιτείας, που δεν ενεργούσε πια ως «διάκονος Θεού εις το αγαθόν» (Ρωμ. ιγ’ 3), εναντίον της Εκκλησίας. Οι δύο διακονίες του Γένους, η «Ιερωσύνη» και η «Βασιλεία», η ιερατική και η πολιτειακή διακονία, βρίσκονται αντιμέτωπες. Εγείρεται η επιδίωξη της Πολιτείας να υποτάξει την Εκκλησία, σε μια πρωτοφανή έκρηξη πολιτειοκρατίας. Η αίρεση ήταν το πνευματικό υπόβαθρο του προβλήματος.

Αίρεση, λοιπόν, κυρίως η Εικονομαχία, όπως τόσες άλλες, που συγκλόνισαν την Εκκλησία μας στη διαιώνια πορεία της. Πώς όμως συνέβη τούτο; Πώς δηλαδή απείλησε η αίρεση την Εκκλησία και πώς εξουδετερώθηκε ο κίνδυνος αυτός; Αυτό θα επιχειρήσουμε να αναπτύξουμε στη συνέχεια.

2. Ό,τι είναι αναγκαίο για την σωτηρία μας μας το εφανέρωσε ο Θεός «πολυμερώς και πολυτρόπως», καθ’ όλη την εξέλιξη του σχεδίου της Θείας Οικονομίας, από τους χρόνους της Π. Διαθήκης, κυρίως όμως στο πρόσωπο του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Ο Θεάνθρωπος Κύριός μας έγινε «υπογραμμός, ίνα τοις ίχνεσιν αυτού επακολουθήσωμεν» (Α’ Πέτρ. β’ 21). Γιατί μας απεκάλυψε εκείνο που αυτός ήταν (την οδό, την αλήθεια και τη ζωή) και έζησε εκείνο, που εδίδαξε. Δεν μας εξήγησε δηλαδή μόνο τί είναι αλήθεια, αλλά μας εφανέρωσε την ίδια την Αλήθεια, το Πρόσωπό του δηλαδή που είναι η μόνη και γι’ αυτό αιώνια αλήθεια. Απάλλαξε τον άνθρωπο από την αγωνιώδη προσπάθεια να βρει την αλήθεια. Γιατί βλέποντας τον Χριστό και το έργο του, έχει ενώπιόν του την Αλήθεια και δεν του μένει παρά ν’ ακολουθήσει τον Χριστό, για να είναι και αυτός «εν τη αληθεία» (Β’ Ιωάν. 3). Όποιος ζει μέσα στην Εκκλησία του Χριστού δεν φοβάται να πλανηθεί, γιατί η Εκκλησία ως το σώμα του Χριστού είναι «στύλος και εδραίωμα της Αληθείας» (Α’ Τιμ. γ’ 15).

Αλλ’ ο Χριστός δεν είναι μόνο η κηρύττουσα και αποκαλύπτουσα, αλλά και η κηρυττομένη Αλήθεια. Στο πρόσωπό του συγκεκριμενοποιείται το κήρυγμα της Αληθείας. Για αυτό και οι Απόστολοί του τον Χριστό εκήρυξαν (πρβλ. Α’ Κορ. α’ 23 κ.ά.). Δεν ανέπτυξαν κήρυγμα φιλοσοφικό, αόριστο, νεφελώδες. Τί έλεγε ο Παύλος στους Κορινθίους; «Ου γαρ έκρινα του ειδέναι τι εν υμίν, ει μη Ιησούν Χριστόν και τούτον εσταυρωμένον» (Α’ Κορ. β’ 2). Τον Χριστό παρέλαβε η Εκκλησία, από τον Χριστό ιδρύθηκε και αυτόν εκήρυξε. Γιατί το έργο του Χριστού συνέχισαν στον κόσμο και οι απόστολοι και οι πρώτοι χριστιανοί. Για να είναι όμως το έργο τους έργο Χριστού, έπρεπε και αυτοί να κηρύττουν ό,τι και ο Χριστός εκήρυξε, και να ζουν όπως ο Χριστός έζησε. Αν έλειπε αυτή η συνέχεια και συνέπεια, δεν θα ήταν οι χριστιανοί μέλη του σώματος του Χριστού, της Εκκλησίας, αλλά ξένο σώμα.

3. Το έργο του Χριστού επολέμησε απ’ αρχής ο Σατανάς. Γιατί είδε να καταλύεται, να συντρίβεται η βασιλεία του. Ο Χριστός ήλθε να «λύση τα έργα του διαβόλου». Να συντρίψει το κράτος και την δυναστεία του και να χαρίσει την ελευθερία της ιδικής του βασιλείας. Γι’ αυτό ο Σατανάς, που θεωρεί τον εαυτό του άρχοντα και εξουσιαστή του κόσμου (πρβλ. Ματθ. δ’ 9), εκήρυξε ανοικτό πόλεμο ενάντια στη βασιλεία του Χριστού. Ως όργανά του -στρατιώτες του- χρησιμοποίησε τους άρχοντες του Ισραήλ και τους Ρωμαίους, την πολιτική εξουσία του κόσμου. Στόχος του ήταν στην αρχή το ίδιο το Πρόσωπο του Χριστού μας. Όταν όμως είδε να εξουδετερώνεται η επίθεσή του με την αναστάσιμη νίκη του Κυρίου και να γλυστρά το θύμα μέσα από τα χέρια του, εστράφηκε εναντίον του σώματος του Χριστού, της Εκκλησίας. Αν δεν συνέτριψε τον ίδιο τον Χριστό, να συντρίψει τη συνέχεια του Χριστού, την Εκκλησία. Όπλα του και πάλι οι διωγμοί. Σηκώνει διωγμούς εκ μέρους των Εβραίων και κατόπιν εκ μέρους των Ρωμαίων. Η Εκκλησία, ως συνέχεια του έργου του Χριστού, έρχεται σ’ αντίθεση και προς την ιουδαϊκή θρησκοληψία και τον εβραϊκό εθνικισμό, και προς την ειδωλολατρία και την ψευδοφιλοσοφία (π.χ. τον γνωστικισμό). Γιατί αυτή εκήρυττε την σώζουσα αλήθεια, την αληθινή μονοθεΐα και την αληθινή σοφία.

Παρ’ όλο τον πόλεμο εναντίον της κατόρθωσε η Εκκλησία με την αποστολική σύνοδο (49 μ.Χ.) να μην υποδουλωθεί στον ιουδαϊκό εθνικισμό, γιατί αποστολή της δεν είναι να εξυπηρετήσει σχέδια εθνικιστικά, δηλαδή εθνοφυλετικά. Με την ενότητα της πίστεώς της μπόρεσε πάλι να κρατήσει την ψευδοφιλοσοφία έξω από τους κόλπους της. Έτσι, παρ’ όλους τους διωγμούς η Εκκλησία αντί να μειώνεται, αυξάνει και συνεχίζει την ενότητα πίστεως και ζωής των Αγίων Αποστόλων. Αναγκάζει μάλιστα η Εκκλησία, ως σώμα Χριστού, τους Ιουδαίους να σταματήσουν τον ανοικτό πόλεμο εναντίον της, τους ειδωλολάτρες να την παραδεχθούν και να ζητήσουν την συμμαχία της, τους φιλοσόφους να γίνουν χριστιανοί και το κράτος να την αναγνωρίσει. Τα αίματα των μαρτύρων της έγραψαν τον θρίαμβό της.

4. Ο Σατανάς όμως ανασυντάσσεται. Ό,τι δεν πέτυχε με τους διωγμούς, από έξω, θα επιδιώξει να το επιτύχει τώρα από μέσα, με το νέο φοβερό του όπλο, την αίρεση. Πρώτα επίστευε πως θα νικήσει, αν εξοντώσει τον Χριστό και τους μαθητές του. Τώρα, μετά την αποτυχία του, επιτίθεται εναντίον της αληθείας του Χριστού. Και να πώς. Ο Χριστός μας έδωσε μια πίστη, μια διδασκαλία και ένα νέο τρόπο ζωής, που σώζουν. Ο Σατανάς προσπαθεί να καταστρέψει την ενότητα αυτή, να διαστρεβλώσει την θεία Αποκάλυψη. Αυτό το σκοπό έχει η αίρεση. Δεν είναι μια άλλη θρησκεία, που γίνεται εύκολα αντιληπτή. Είναι καταστροφή της πίστεως, ύπουλη και παραπλανητική. Γιατί εμφανίζεται ως η αλήθεια και ως διόρθωση της πλάνης. Η αίρεση άρα δεν προσβάλλει τα σώματα, αλλά την ψυχή και γι’ αυτό απειλεί την καρδιά της Εκκλησίας. Αν επικρατούσε, θα επέφερε αλλοίωση της ουσίας του Χριστιανισμού, γιατί μια ποικιλία στην πίστη, όπως δυστυχώς την επιδιώκει και σήμερα ο αθεμελίωτος Οικουμενισμός, θα σήμαινε καταστροφή της πίστεως, η οποία τότε μόνο είναι εκκλησιαστική Πίστις, όταν συνοδεύεται από την ενότητα.

Το σπουδαιότερο όμως. Μια Εκκλησία, στην οποία επιβάλλεται η αίρεση και η πλάνη, είναι ξένη προς εκείνη, που ο Χριστός μας «απέκτησε με το αίμα του» (Πράξ. κ’ 28). Δεν είναι άλλο παρά «κόσμος», μακρά από τον Χριστό και την χάρη του.

Από το θανάσιμο αυτό κίνδυνο της αιρέσεως έσωσαν την Εκκλησία, με την χάρη και το φωτισμό του Χριστού μας οι Άγιοι Πατέρες. Ως γνήσια της Εκκλησίας τέκνα έγιναν πνευματικοί πατέρες και καθοδηγηταί των τέκνων της. Συνελθόντες σε συνόδους, εχώρισαν με τη μάχαιρα του Πνεύματος το νόθο από το γνήσιο, την αλήθεια από την πλάνη, τον θάνατο από τη σωτηρία. Με τους συνοδικούς όρους και τους ιερούς κανόνες των μας παρέδωσαν το συγκεκριμένο της αλήθειας του Χριστού, την Ορθοδοξία. Έτσι έθεσαν τα πνευματικά οροθέσια, που χωρίζουν καθαρά και αποτελεσματικά την θεία αποκάλυψη από την αίρεση. Επειδή δε σε κάθε εποχή δεν παύει ο Θεός να αναδεικνύει Αγίους Πατέρες, γι’ αυτό, ως μέλη της Εκκλησίας, μένουμε πάντα με την βεβαιότητα, ότι ακολουθώντας το δρόμο των Αγίων Πατέρων μας, μένουμε μέσα στην αλήθεια του Χριστού μας και γινόμασθε μέτοχοι της σωτηρίας Του.

Αδελφοί μου!

Τρεις φορές μέσα στο εκκλησιαστικό έτος τιμά η Εκκλησία μας Αγίους Πατέρες (της Α’, της Δ’ και της Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου). Τρεις φορές μέσα σ’ ένα χρόνο ζούμε «Κυριακή των Αγίων Πατέρων». Δεν είναι συμπτωματικό φυσικά, γιατί τίποτε δεν είναι τυχαίο και συμπτωματικό στη ζωή της Εκκλησίας. Με τον τριπλό εορτασμό τονίζει η Εκκλησία την μεγάλη προσφορά των Αγίων Πατέρων στην εδραίωση της πίστεώς μας πάνω στο ανυπέρβλητο μυστήριο της Αγίας Τριάδος. Προβάλλοντας δε την πρώτη, την τέταρτη και την έβδομη Οικουμ. Σύνοδο, την αρχή, το μέσο και το τέλος των μέχρι τώρα (αναγνωρισμένων) Οικουμενικών Συνόδων, αγκαλιάζει όλους τους Αγίους εκείνους, που προσέφεραν τη ζωή και την ύπαρξή τους, για να μπορούμε εμείς, να ζούμε μέσα στην ελευθερία των τέκνων του Θεού. Αν τιμάμε, λοιπόν -και δίκαια- όσους μας χαρίζουν την εθνική μας ελευθερία, πόσο ευγνώμονες πρέπει να είμασθε σ’ αυτούς που μας έσωσαν από τη χειρότερη δουλεία που υπάρχει, την αίρεση. Δεν υπάρχει όμως μεγαλύτερη ένδειξη ευγνωμοσύνης από το να μιμηθούμε τον αγώνα τους και να γίνουμε και μείς με τη χάρη του Χριστού, πατέρες της Εκκλησίας, όπως εκείνοι. Αυτό όμως προϋποθέτει, ότι είμασθε πρώτα πιστά τέκνα της.

Τί μετὰ νεκρῶν τὸν ζῶντα λογίζεσθε;

  Σοφία Μπεκρῆ, φιλόλογος – θεολόγος Ἁγία καὶ Μεγάλη Παρασκευὴ καὶ ἕνα ἀνάμεικτο συναίσθημα χαρμολύπης κυριαρχεῖ στὶς καρδιὲς ὅλων. Ἀφενὸς μ...