Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τρίτη, Οκτωβρίου 15, 2013

Η λειτουργική θεολογία του αγ. Νικολάου Καβάσιλα

Μετά από την έκθεση της εργογραφίας του αγ. Νικολάου και των γενικών χαρακτηριστικών της λειτουργικής θεολογίας του, προχωρούμε σήμερα στη μελέτη του αρχιμ. Νικολάου Ιωαννίδη του βάθους που φέρει ο λόγος του μεγάλου αυτού βυζαντινού λειτουργιολόγου.
Πιο συγκεκριμένα θα μπορούσαμε να πούμε ότι όλη η διάταξη της θείας λειτουργίας συνδέεται με τα γεγονότα της επίγειας ζωής του Κυρίου. Έτσι η πρόθεση φανερώνει την πρώτη ηλικία του Χριστού «την ηλικίαν εκείνην εξ ης εγένετο δώρον. Εγένετο δε εξ αυτής γεννήσεως… ότι και κατά την γέννησιν δώρον ην, κατα τον νόμον, επεί πρωτότοκος ην»[35]. Η μικρά είσοδος σημαίνει τις αρχές της θείας παρουσίας του· «ότε παρεγένετο μέν, ούπω δ’ εφαίνετο τοις πολλοις, ότε “εν τώ κόσμω ην, και ο κόσμος αυτόν ουκ εγίνωσκεν , τον προ του Ιωάννου καιρόν, πριν αφθήναι τον λύχνον»[36] και η ύψωση του Ευαγγελίου κατα την είσοδο δείχνει «την ανάδειξιν του Κυρίου… ότε ήρξατο φαίνεσθαι τοις πολλοίς. Δια γαρ του Ευαγγελίου ο Χριστός δηλούται»[37].
Christ2
Η ανάγνωση του αποστολικού και ευαγγελικού κειμένου σημαίνει την «τελειοτέραν φανέρωσιν» του Κυρίου, κατά την οποίαν μιλούσε και δίδασκε δημόσια, δηλαδή «τα δι’ αυτού του Κυρίου, ή τα διά των αποστόλων λεγόμενα»[38]. Η μεγάλη είσοδος συμβολίζει την πορεία του από την πατρίδα του στην Ιερουσαλήμ, «εν η θύεσθαι έδει», και την εισοδό του σ’ αυτήν «επί πώλου όνου» με τη συνοδεία και επευφημία του λαού (Ματ. 21, 7-11)[39]. Ο θάνατος και η ανάσταση δηλώνονται διά της «μεταβολής των προκειμένων δώρων», αφού δεχθούν «το πανάγιον αυτού και παντοδύναμον Πνεύμα»[40], και η κάθοδος του αγίου Πνεύματος «επί την Εκκλησίαν» σημαίνεται με το ζέον ύδωρ που εκχέεται στο αγιο ποτήριο: «Και δή σημαίνεται του ζέοντος ύδατος εγχεομένου… το μέν γάρ ύδωρ τούτο αυτό τε ύδωρ ον και πυρός μετέχον, το Πνεύμα σημαίνει το άγιον, ο και ύδωρ λέγεται και ως πυρ εφάνη τότε τοίς του Χριστού μαθηταίς εμπεσόν»[41].
Από τα παραπάνω επιβεβαιώνεται η παραδοσιακή χρήση της ιστορίας από τον όσιο Νικόλαο για την παρουσίαση των γεγονότων της θείας οικονομίας, πρέπει όμως να παρατηρήσουμε οτι παράλληλα με τον όρο ιστορία χρησιμοποιεί και τον ορο εικών. Έτσι σε άλλα σημεία, αναφερόμενος στη φανέρωση της θείας οικονομίας, λέγει: «καθάπερ τις εικών μία ενός σώματος της του Σωτηρος πολιτείας»[42] η «θεωρώμεν την ιερουργίαν άπασαν κατά μέρος, καθ’ όσον της του Σωτήρος οικονομίας εικόνα φέρει»[43]. Η χρήση της λέξεως εικών παράλληλα προς τη λέξη ιστορία, που χρησιμοποιεί για τη θεία οικονομία, δεν είναι τυχαία.
Η λέξη εικών εδώ δεν χρησιμοποιείται βέβαια από τον συγγραφέα μας με την Παύλειο έννοια, -ότι δηλαδή εικόνα του Θεού είναι ο Υιός του Θεού (Κολ. 1,15· Β’ Κορ. 4,4), ο δε άνθρωπος είναι εικόνα του Υιού του Θεού (Κολ. 3,10· Ρωμ. 8,29)-, αλλά χρησιμοποιείται με την έννοια της φανέρωσης μιας κρυμμένης πραγματικότητας. Άλλωστε τόσο η βιβλική όσο και η πατερική παράδοση με την ίδια σημασία χρησιμοποιεί τον όρο εικών και άλλους συναφείς. Ο απόστολος Παύλος αναφέρει ότι οι ιερείς «υποδείγμασι και σκιά λατρεύουσι» (Εβρ. 8,5), δηλαδή η λατρεία που προσφέρουν είναι απεικόνιση και σκιά των επουρανίων, και ο Μάξιμος ο Ομολογητής λέγει «σκιά γαρ τα της Παλαιάς· εικών δε τα της Νέας Διαθήκης· αλήθεια δε η των μελλόντων κατάστασις»[44]. Και εδώ οι όροι σκιά και εικών ταυτίζονται· στην προκειμένη δε περίπτωση, της θείας μυσταγωγίας, ασφαλώς ανάγουν τον πιστό στη θεωρία της αλήθειας, που για τον Καβάσιλα «ενθεωρείται» στα ιερά μυστήρια [45].
Η αλήθεια της θείας οικονομίας είναι ότι ο Λόγος του Θεού προσέλαβε την ανθρώπινη φύση για να τη σώσει, και η σωτηρία αυτή γίνεται γεγονός προσωπικό για τον καθε πιστό δια της ενώσεώς του με τον Κύριο, που πραγματοποιείται στα ιερά μυστήρια. Λέγει πολύ χαρακτηριστικά ο άγιός μας: «Συνάψας εαυτώ την φύσιν την ημετέραν δια της σαρκός, ην ανείλετο, συνάπτων δε ημών έκαστον τη εαυτού σαρκί τη δυνάμει των μυστηρίων». Έτσι τα ιερά μυστήρια είναι τα μέσα για να τελειωθεί η θεία οικονομία και να ανατείλει ο Κύριος «την εαυτού δικαιοσύνην και την ζωήν εν ταις ημετέραις ψυχαίς»[46].
Χάριν της φανερώσεως της οικονομίας του Σωτήρος επινοήθησαν οι λειτουργικοί τύποι, τα σύμβολα, αναφέρει ο Καβάσιλας, ώστε ο πιστός να προσεγγίζει το μυστήριο «ου λόγοις μόνον», αλλά και δια των οφθαλμών, «επ’ όψιν», αφού η ορατή αναπαράσταση αποτυπώνει εναργέστερα την πραγματικότητα της εικόνας· ετσι εισάγεται στη ψυχή οχι μόνο «θεωρία, αλλά και πάθος»[47], δηλαδή πίστη, ελπίδα κ.τ.λ. Οι λειτουργικές πράξεις λοιπόν και τα σύμβολα φανερώνουν τη σωτηριώδη οικονομία του Χριστού, τη βίωσή της στο παρόν και προαναγγέλουν την πληρότητα των εσχάτων[48].
Όπως αντιλαμβανόμαστε γίνεται σαφές ότι το λειτουργικό σύμβολο συνδυάζει χριστολογία, ανθρωπολογία και σωτηριολογία, και αυτή η πραγματικότητα διέπει ολόκληρη τη σκέψη του ιερού πατρός. Ο Χριστός είναι η κεντρική και κατευθυντήρια σκέψη του· ο άνθρωπος που ζει, τελειώνεται, καταξιώνεται και σώζεται εν Χριστώ, αποτελεί το εντρύφημά του· και όλα αυτά τα περιγράφει ζωντανά και αναλυτικά στα λειτουργικά του έργα, δίνοντας συγχρόνως και την ορθή, την ορθόδοξη διάσταση του ανθρωπισμού, που κατά την εποχή του είχε παραποιηθεί από τη δυτική νοοτροπία των βυζαντινών ανθρωπιστών της εποχής.
Είναι πολύ χαρακτηριστικά τα όσα σχετικά επί του προκειμένου λέγει, αναφερόμενος στην ερμηνεία των ιερατικών αμφίων, επιτραχηλίου και ζώνης: «Ο δε επί του τραχήλου λώρος την επιχεομένην αυτώ χάριν της ιερωσύνης σημαίνει, ήτις αναπαύεται εν τω τραχήλω τω δεξαμένω τον του Χριστού ζυγόν και διά του στήθους μέχρι των ποδών διήκει, την καρδίαν ημερούσα και παν το σώμα αγιάζουσα, ην δεί και τη ζώνη τη επιμελεία των αρετών και τη κολάσει των σαρκικών επιθυμιών επισφίγγειν εαυτοίς»[49]. Εδώ βλέπουμε καθαρά οτι στο κέντρο της ερμηνευτικης σκέψης του βρίσκεται ο Χριστός, ο άνθρωπος και η σωτηρία του· ο «ζυγός του Χριστού» ημερεύει την καρδία και αγιάζει το σώμα μέσω της επιμέλειας της ψυχής.
Τη χριστολογική και ανθρωπολογική διάσταση των μυστηρίων θεμελιώνει ο ιερός συγγραφέας μας στην εκκλησιολογία. Είναι πολύ γνωστή η φράση του ότι η Εκκλησία «σημαίνεται εν τοις μυστηρίοις»[50]. Τα μυστήρια, όπως αναφέραμε, φανερώνουν ιστορικά τον ίδιο τον Χριστό, είναι λειτουργίες του ιδίου του σώματος του Χριστού και επομένως και της Εκκλησίας, αφού Εκκλησία είναι το σώμα του Χριστού. Έτσι τα μυστήρια δεν μπορούν να νοηθούν ή να ερμηνευθούν εκτός Εκλησίας. Για τον Καβάσιλα δεν μπορεί να υπάρξει «μυστηριολογία» δυτικού τύπου, δηλαδή εξέταση των ιερών μυστηρίων χωριστά από τη χριστολογία, ανθρωπολογία, σωτηριολογία και εκκλησιολογία, που είχε προφανώς υιοθετηθεί από κάποιους βυζαντινούς σχολαστικούς της εποχής του.
Γι’ αυτό σημειώνει ότι τα μυστήρια είναι ενταγμένα όχι συμβολικά, αλλά ουσιαστικά στο σώμα του Χριστού, όπως τα μέρη μιας καρδιάς ή τα κλαδιά ενός δένδρου ή τα κλήματα μιας κληματαριάς· και μάλιστα συμπληρώνει ότι η ενότητα αυτή δεν δείχνει απλώς μια «κοινωνία ονόματος» ή «αναλογία ομοιότητος», αλλά «πράγματος ταυτότητα»[51], δηλαδή αληθινή, πραγματική ενότητα. Και ασφαλώς πρόκειται για την «ταυτότητα», για την ενότητα του Χριστού, του ανθρώπου και της σωτηρίας του μέσα στα μυστήρια της Εκκλησίας η οποία και την καθορίζει.
Κατ’ εξοχήν όμως, για τον βυζαντινό θεολόγο μας, η Εκκλησία «σημαίνεται» στο μυστήριο της θείας ευχαριστίας. Ταυτίζει την Εκκλησία, το «σώμα και αίμα Χριστού», με την ευχαριστιακή «βρώσι και πόσι» (Ιω. 6,55) και διακηρύττει ότι η Εκκλησία δια της θείας μεταλήψεως ανανεώνει συνεχώς την ταυτότητά της, δηλαδή την ενότητά της με τον Χριστό, και φανερώνεται ως το «Κυριακόν σώμα του»: «Και γαρ σώμα και αίμα Χριστού τα μυστήρια· αλλά τη Εκκλησία Χριστού ταύτα βρώσις εστι και πόσις αληθινή· και τούτων μετέχουσα ου προς το ανθρώπινον αυτά μεταβάλλει σώμα, καθάπερ άλλο τι σιτίον, αλλ’ αυτή μεταβάλλεται προς εκείνα των κρειττόνων υπερνικώντων… ούτω και την του Χριστού Εκκλησίαν ει τις ιδείν δυνηθείη, κατ’ αυτό τούτο καθ’ όσον αυτώ ήνωται και των αυτού μετέχει σαρκών, ουδέν έτερον ή αυτό μόνον το Κυριακόν όψεται σώμα»[52].
Αυτή η ενότητα Εκκλησίας και σώματος και αίματος Χριστού την καθιστούν αγία και τα μέλη της άγια: « Άγιοι γάρ καλούνται διά τον άγιον ου μετέχουσι και ω σώματος και αίματος κοινωνούσι»[53]. Η αρμονία δε των μελών της Εκκλησίας, που διαφυλάσσεται μέσα στην ενότητα και την εν Χριστώ ζωή τους, αποτελούν και απαραίτητη προϋπόθεση γνήσιας συμμετοχής στα ιερά μυστήρια και αυθεντικής μετάδοσης του ζωοποιού αγιασμού: «έως εσμέν αυτώ (τώ Χριστώ) συνημμένοι και την αρμονίαν φυλάττομεν, ζώμεν την ζωήν και τον αγιασμόν έλκοντες διά των μυστηρίων από της κεφαλής εκείνης και της καρδίας. Επειδάν δε αποτμηθώμεν και της ολότητος εκπέσωμεν του παναγίου σώματος, μάτην των ιερών γευόμεθα μυστηρίων· ου γαρ διαβήσεται η ζωή προς τα νεκρά και αποκοπέντα μέλη»[54].
[Συνεχίζεται]
35. Αυτόθι, ΣΤ’, 1, S.C. 4BIS, σ. 80 (PG 150, 380D). Πρβλ. αυτόθι, ΙΑ, 1, S.C. 98 (PG 150, 389BC)
36. Αυτόθι, ΙΗ’, 3, S.C. 4BIS, σ.138 (PG 150, 416C).
37. Αυτόθι, Κ’, 1, S.C. 4BIS, σ. 146 (PG 150, 412C).
38. Αυτόθι, ΚΒ’, 4-5, S.C. 4BIS, σ. 164 (PG 150, 416 D).
39. Αυτόθι, ΚΔ’, 3, S.C. 4BIS, σ. 164 (PG 150, 420C).
40. Αυτόθι, ΚΖ’, S.C. 4BIS, σ. 174. (PG 150, 425Β C).
41. Αυτόθι, ΛΖ’, 3-4, S.C. 4BIS, σ. 228 (PG 150, 452Β). Βλ. επίσης αυτόθι, 1, S.C. 4BIS, σ. 226 (PG 150, 449D). Πρβλ. R. BORNERT, Les commentaires byzantins, σ. 241.
42. Ερμηνεία της Θείας Λειτουργίας, Α’, 6, S.C. 4BIS, σ. 60 (PG 150, 372Β).
43. Αυτόθι, ΙΣΤ’, 8, S.C. 4BIS, σ.130 (PG 150, 405Α).
44. Σχόλια περί εκκλησιαστικής Ιεραρχίας, 3, 3, 2, PG 4, 157.
45. Ερμηνεία της Θείας Λειτουργίας, ΙΣΤ’, 8, S.C. 4BIS, σ. 130 (PG 150, 405Α).
46. Περί της εν Χριστώ ζωής, Ι, 32, S.C. 335, σ. 10614-16 (PG 150, 508C).
47. Ερμηνεία της Θείας Λειτουργίας, Α’, 14, S.C. 4BIS, σ. 68 (PG 150, 376Α).
48. Βλ. ΜΑΞΙΜΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ, Μυσταγωγία, ΙΑ’, PG 91, 692D-693B και IE’, 693D. Πρβλ. R. BORNERT, Les commentaires byzantins, σ. 243. Πρβλ. Ι. ΦΟΥΝΤΟΥΛΗ, «Νικόλαος Καβάσιλας ο μυσταγωγός», σ. 146.
49. Εις την ιεράν στολήν, 2, S.C. 4BIS, σ. 364. Πρβλ. Ι. ΦΟΥΝΤΟΥΛΗ, αυτόθι, σ. 1.
50. Ερμηνεία της Θείας Λειτουργίας, ΛΗ’, 1, S.C. 4BIS, σ. 230 (PG 150, 452CD).
51. Αυτόθι. Πρβλ. Ν. ΜΑΤΣΟΥΚΑ, «Η διδασκαλία του Νικολάου Καβάσιλα για τα μυστήρια της Εκκλησίας», Πρακτικά Θεολογικού Συνεδρίου εις τιμήν και μνήμην του σοφωτάτου και λογιωτάτου και τοις όλοις αγιωτάτου οσίου πατρός ημών Νικολάου Καβάσιλα του και Χαμαετού (17-20 Ιουνίου 1982), Θεσσαλονίκη 1984, σσ. 122-123.
52. Ερμηνεία της Θείας Λειτουργίας, ΛΗ’, 2, S.C. 4BIS, σ. 230 (PG 150, 452D-453Α).
53. Αυτόθι, ΛΣΤ’, 1, S.C. 4BIS, σ. 222 (PG 150, 449Α).
54. Αυτόθι.
πηγή

Περὶ συγχωρήσεως



Στὴν ἐκκλησία -ἀλλὰ καὶ ἐκτὸς ἐκκλησίας- λέμε πολλὰ πράγματα χωρὶς νὰ συνειδητοποιοῦμε τί λέμε. Π.χ. στὸ Σύμβολο τῆς Πίστης λέμε ὅτι πιστεύουμε στὴν «ἄφεση ἁμαρτιῶν». Τὸ ἐπαναλάμβανα καὶ ἐγὼ ἐπὶ χρόνια πρὶν ἀναρωτηθῶ γιατί ἄραγε αὐτὸ εἶχε μπεῖ στὸ Σύμβολο τῆς Πίστης. 

Ἐκ πρώτης ὄψεως φαὶνεται περιττό. «Ἂν κανεὶς εἶναι χριστιανός», σκέφτηκα, «καὶ βέβαια πιστεύει στὴ συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν. Ἐννοεῖται!» Ἐκεῖνοι ὅμως ποὺ συνέταξαν τὸ Σύμβολο τῆς Πίστης προφανῶς σκέφτηκαν ὅτι αὐτὸ ἦταν κομμάτι τῆς πίστης μας ποὺ θὰ ἒπρεπε νὰ τὸ φέρνουμε στὴ μνήμη μας κάθε φορὰ ποὺ πηγαὶνουμε στὴν ἐκκλησία. Καὶ ἔχω καὶ ἐγὼ ἀρχίσει νὰ συνειδητοποιῶ ὅτι εἶχαν δίκιο. Τὸ νὰ πιστεύεις στὴν συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν δὲν εἶναι ἀκριβῶς τόσο εὔκολο ὅσο νόμιζα. Τὸ νὰ πιστεύεις πραγματικὰ σ' αὐτὸ εἶναι κάτι πού, ἂν δὲν εἶσαι διαρκῶς σὲ ἐπιφυλακή, μπορεῖ εὔκολα νὰ σοῦ διαφύγει. 

Πιστεύουμε ὅτι ὁ Θεὸς μᾶς συγχωρεῖ γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας. Πιστεύουμε ἐπὶσης ὅτι τὸ κάνει ἐφόσον καὶ ἐμεῖς συγχωροῦμε τὶς ἁμαρτίες τῶν ἄλλων ἀπέναντί μας. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία γι' αὐτό. Τὸ λέει ἡ προσευχὴ τοῦ Χριστοῦ στὸν Οὐράνιο Πατέρα, τὸ «Πάτερ ἡμῶν». Τὸ τόνισε αὐτὸ ὁ Χριστός. Ἂν δὲν συγχωρεῖτε, δὲν θὰ συγχωρεθεῖτε. Κανένα ἄλλο κομμάτι τῆς διδασκαλίας Του δὲν εἶναι πιὸ ξεκάθαρο. Οὔτε καὶ ὑπάρχει καμιὰ ἐξαίρεση σ' αὐτό. Δὲν λέει νὰ συγχωροῦμε τὶς ἁμαρτίες τῶν ἄλλων ὅταν δὲν εἶναι τόσο ἀποκρουστικὲς ἢ ὅταν ὑπάρχουν σοβαρὲς δικαιολογίες γι' αὐτὲς ἢ κάτι τέτοιο. Πρέπει νὰ τὶς συγχωροῦμε ὅλες, ὁσοδήποτε ἀπαίσιες καὶ φρικτὲς κι ἂν εἶναι, ὁσοδήποτε συχνὰ κι ἂν ἐπαναλαμβάνονται. Ἂν δὲν τὶς συγχωροῦμε, δὲν θὰ συγχωρηθεῖ καμιὰ ἀπὸ τὶς δικές μας.

Ἔχω τὴν ἐντύπωση ὅτι κάνουμε κάποιο λάθος καὶ ὅσον ἀφορᾶ τὴ συγχώρηση τῶν δικῶν μας ἁμαρτιῶν καὶ ὅσον ἀφορᾶ τὴ συγχώρηση ποὺ ὀφείλουμε νὰ δίνουμε στοὺς ἄλλους γιὰ τὶς ἁμαρτίες τοὺς ἀπέναντί μας. Ἂς πάρουμε πρῶτα-πρῶτα τὸ θὲμα τῆς συγχωρητικότητας τοῦ Θεοῦ ἀπέναντί μας. Βρίσκω πώς, ὅταν νομίζω ὅτι ζητῶ ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ μὲ συγχωρήσει, στὴν πραγματικότητα-καὶ αὐτὸ γίνεται ἀρκετὰ συχνὰ ἂν δὲν εἶμαι πολὺ προσεκτικὸς-αὐτὸ ποὺ ζητῶ ἀπὸ τὸν Θεὸ εἶναι κάτι τὸ τελείως διαφορετικό. Δὲν τοῦ ζητῶ νὰ μὲ συγχωρήσει, ἀλλὰ νὰ δικαιολογήσει τὴν ἁμαρτία μου. Ὑπάρχει ὅμως τεράστια διαφορὰ μεταξύ τοῦ συγχωρῶ καὶ τοῦ δικαιολογῶ. Ἡ συγχώρηση ἐννοεῖ τὸ ἑξῆς:
«Ναί, τὸ ἔχεις κάνει αὐτὸ ἀλλὰ δέχομαι τὴ μετάνοιά σου. Ποτὲ δὲν θὰ σοῦ τὸ φυλάξω στὸ μέλλον καὶ θὰ εἶναι ὅλα μεταξύ μας τὸ ἴδιο ἀκριβῶς ὅπως καὶ πρίν». 

Τὸ «δικαιολογῶ» ὅμως σημαίνει κάτι τὸ τελείως διαφορετικό. Σημαίνει: «Βλέπω ὅτι δὲν μποροῦσες νὰ κάνεις ἀλλιῶς ἢ βλέπω ὅτι δὲν τὸ ἤθελες. Πραγματικὰ δὲν φταῖς». Ἀλλά, ἂν πραγματικὰ δὲν φταῖς, τότε δὲν ὑπάρχει καὶ λόγος νὰ ὑπάρξει συγχώρηση. Ὑπ' αὐτὴ τὴν ἔννοια ἡ «συγχώρηση» καὶ ἡ «δικαιολόγηση» εἶναι σχεδὸν τελείως ἀντιφατικὲς ἔννοιες. 

Φυσικά, σὲ πολλὲς περιπτώσεις-εἴτε μεταξὺ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου εἴτε ἀνθρώπων μεταξύ τους-ἐνδέχεται νὰ ὑπάρχει καὶ τὸ ἕνα καὶ τὸ ἄλλο. Ἕνα τμῆμα ἀπὸ κεῖνο ποὺ ἀρχικὰ φαινόταν νὰ εἶναι ἁμαρτία καταλήγει νὰ εἶναι κάτι γιὰ τὸ ὁποῖο δὲν εὐθύνεται κανείς, ὅποτε δικαιολογεῖται. Καὶ συγχωρεῖται τὸ τμῆμα ποὺ παραμένει ἁμαρτία. Ἂν κανεὶς εἶχε μία τέλεια δικαιολογία, τότε δὲν θὰ ὑπῆρχε λόγος νὰ ὑπάρξει συγχώρηση. Ἂν χρειάζεται νὰ συγχωρηθεῖ ἡ ὅλη πράξη, τότε δὲν ὑπῆρχε δικαιολογία γι' αὐτήν. Τὸ πρόβλημα εἶναι ὅτι ἐκεῖνο ποὺ λέμε «Ζητῶ τὴ συγχώρηση τοῦ Θεοῦ» πολὺ συχνὰ συμβαίνει νὰ εἶναι «Ζητῶ ἀπὸ τὸ Θεὸ νὰ δεχτεῖ τὶς δικαιολογίες μου». Ἐκεῖνο ποὺ μᾶς ὁδηγεῖ σ' αὐτὸ τὸ σφάλμα εἶναι ὅ,τι μαζὶ μὲ τὴν ἁμαρτία, συνήθως, ὑπάρχει καὶ κάποια δικαιολογία, ὑπάρχουν κὰποια ἐλαφρυντικά. 

Εἴμαστε τόσο ἀνυπόμονοι νὰ τὰ ἐπισημὰνουμε αὐτὰ στὸ Θεὸ-ἀλλὰ καὶ στὸν ἑαυτό μας-ποὺ τείνουμε νὰ ξεχάσουμε ποιὸ εἶναι τὸ πραγματικὰ σπουδαῖο ζήτημα, δηλαδὴ ἐκεῖνο τὸ κομμάτι ποὺ δὲν καλύπτεται ἀπὸ δικαιολογίες, τὸ κομμάτι ποὺ εἶναι ἀδικαιολόγητο, καίτοι ὄχι καὶ ἀδύνατο νὰ συγχωρηθεῖ. Ἂν τὸ ξεχάσουμε αὐτό, θὰ μείνουμε μὲ τὴν ἐντὺπωση ὅτι ἔχουμε μετανοήσει καὶ συγχωρηθεῖ, ἐνῶ αὐτὸ ποὺ ἒχει γίνει στὴν οὐσία εἶναι ὅτι ἁπλὰ ἔχουμε μείνει οἱ ἴδιοι ἱκανοποιημένοι ἀπὸ τὶς δικαιολογίες μας. Μπορεῖ μάλιστα οἱ δικαιολογίες μας νὰ εἶναι πολὺ ἀτυχεῖς, γιατί ἔχουμε τὴν τάση νὰ ἱκανοποιούμαστε εὔκολα ἀπὸ τὰ λεγόμενα περὶ τοῦ ἑαυτοῦ μας.

Ὑπάρχουν δύο εἰδῶν φάρμακα γι' αὐτὸ τὸν κίνδυνο. Τὸ ἕνα εἶναι νὰ θυμόμαστε ὅτι ὁ Θεὸς ξέρει ὅλες τὶς πραγματικὲς δικαιολογίες πολὺ καλύτερα ἀπό μᾶς. Ἄν, πράγματι, ὑπάρχουν ἐλαφρυντικά, δὲν ὑπάρχει περίπτωση νὰ μὴν τὰ λάβει ὑπόψη του ὁ Θεός. Ἐκεῖνος θὰ ξέρει καὶ πολλὲς δικαιολογίες ποὺ ἐμεῖς δὲν τὶς εἴχαμε κἄν σκεφτεῖ καί, κατὰ συνέπεια, κάποιες ταπεινὲς ψυχές, μετὰ τὸ θάνατό τους, θὰ βρεθοῦν ἐμπρὸς στὴν εὐχάριστη ἔκπληξη ὅτι σὲ ὁρισμένες περιπτώσεις εἶχαν ἁμαρτὴσει πολὺ λιγότερο ἀπ' ὅτι οἱ ἴδιες νόμιζαν. Ὅτι πραγματικὲς δικαιολογίες ὑπάρχουν, ὁ Θεὸς θὰ τὶς βρεῖ. Ἐκεῖνο ὅμως ποὺ ἐμεῖς πρέπει νὰ φέρουμε ἐνώπιόν Του εἶναι τὸ κομμάτι τῆς πράξης ποὺ δὲν εἶναι ἐπιδεκτικὸ δικαιολόγησης: τὴν ἁμαρτία. Ἁπλὰ χάνουμε τὸν καιρὸ μας μιλώντας γιὰ ὅλα ὅσα, κατὰ τὴν γνώμη μας, μποροῦν νὰ δικαιολογηθοῦν. 

Ὅταν πᾶς σ' ἕνα γιατρό, τοῦ δείχνεις τὸ μέρος τοῦ σώματός σου ποὺ πάσχει-π.χ. ἕνα σπασμένο χέρι-θὰ ἦταν χαμένος χρόνος νὰ κάτσεις νὰ τοῦ ἐξηγεῖς ὅτι τὰ πόδια καὶ τὰ μάτια κι ὁ λαιμός σου δὲν ἔχουν κανένα πρόβλημα. Μπορεῖ νὰ κάνεις λάθος ὡς πρὸς αὐτὸ καί, ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἂν πραγματικὰ δὲν ἔχουν πρόβλημα, αὐτὸ θὰ τὸ δεῖ ὁ γιατρός.

Τὸ δεύτερο φάρμακο εἶναι τὸ νὰ πιστεύουμε πραγματικὰ καὶ ἀληθινὰ στὴ συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν. Ἕνα μεγάλο ποσοστὸ τοῦ ἄγχους μας νὰ βροῦμε δικαιολογίες εἶναι ἐπειδὴ δὲν πιστεύουμε στ' ἀλήθεια στὴ συγχώρηση, ὅτι δηλαδὴ ὁ Θεὸς θὰ μᾶς ξαναδεχτεῖ καὶ αὐτὸ ὄχι μόνο ἂν βρεθεῖ κάποιου εἴδους δικαιολογία γιά μᾶς. Γιατί κάτι τέτοιο ἐπ' οὐδενὶ λόγῳ θὰ ἦταν συγχώρηση! Πραγματικὴ συγχώρηση σημαίνει νὰ κοιτᾶς τὴν ἁμαρτία στὰ μάτια, ἐκεῖνο δηλαδὴ τὸ κομμάτι τῆς ἁμαρτίας ποὺ ἔχει μείνει ἀκάλυπτο ἀπὸ δικαιολογίες-ἀφοῦ ἔχουν πιὰ ἐξαντληθεῖ ὅλες οἱ δικαιολογίες-καὶ νὰ τὴ δεῖς σὲ ὅλη της τὴ φρικαλεότητα, βρομιά, τρομερότητα καὶ κακία, βλέποντας ὃμως ἐπίσης καὶ τὸ ὅτι ὁ Θεὸς ἔχει πλήρως συμφιλιωθεῖ μὲ τὸν ἄνθρωπο ποὺ τὴ διέπραξε!

Ὅταν τώρα περνᾶμε στὸ θέμα τῆς δικῆς μας συγχώρησης ἄλλων αὐτὸ εἶναι κάτι ποὺ ἐν μέρει εἶναι τὸ ἴδιο καὶ ἐν μέρει διαφορετικὸ ἀπὸ τὸ προηγούμενο. Εἶναι τὸ ἴδιο γιατί καὶ σ' αὐτὴ τὴν περίπτωση ἡ συγχώρηση δὲν εἶναι ταυτόσημη μὲ τὴ δικαιολόγηση. 

Πολλοὶ ἄνθρωποι δὲν τὸ γνωρίζουν αὐτό. Νομίζουν ὅτι, ἂν τοὺς ζητήσεις νὰ συγχωρήσουν κάποιον ποὺ τοὺς ἀπάτησε ἢ τοὺς φέρθηκε κατεξουσιαστικὰ εἶναι σὰν νὰ τοὺς ζητᾶς νὰ δεχτοῦν ὅτι στὴν πραγματικότητα δὲν ἔγινε ἀπάτη ἢ κατεξουσίαση εἰς βάρος τους. Ἂν ὅμως ἔτσι εἶχαν τὰ πράγματα, τότε δὲν θὰ ὑπῆρχε τίποτε ποὺ νὰ χρειάζεται νὰ συγχωρηθεῖ. Ἑξακολουθοῦν νὰ ἐπαναλαμβάνουν, «ἀλλά σοῦ ἐξηγῶ ὅτι ὁ ἂνθρωπος αὐτὸς παρέβη μία πολὺ σοβαρὴ ὑπόσχεση». Ἀκριβῶς ἔτσι εἶναι! Καὶ αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο ποὺ πρέπει νὰ συγχωρήσεις. (Σημειωτέον ὅτι αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ πιστέψεις τὴν ἑπόμενη ὑπόσχεση αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου. Σημαὶνει ὅμως ὅτι πρέπει πάσῃ θυσία νὰ ἐξαλείψεις ἀπὸ τὴν καρδιά σου κάθε γεύση ἀγανάκτησης, κάθε ἐπιθυμία νὰ τὸν ὑποβιβάσεις ἢ νὰ τὸν πληγώσεις ἢ νὰ τοῦ ἀνταποδώσεις τὸ κακό). 

Ἡ διαφορὰ ἀνάμεσα σ' αὐτὴ τὴν περίπτωση καὶ στὴν περίπτωση ποὺ ζητᾶς ἀπὸ τὸ Θεὸ νὰ σὲ συγχωρήσει ἐσένα εἶναι ἡ ἑξῆς: ὅταν πρόκειται γιὰ μᾶς τοὺς ἴδιους, πολὺ εὔκολα βρίσκουμε δικαιολογίες. Ὅταν πρόκειται γιὰ ἄλλους, δὲν δεχόμαστε εὔκολα τὶς δικαιολογίες. Ὅσον ἀφορᾶ τὴ δική μου ἁμαρτία ἀπέναντι σὲ ἄλλους κατὰ πάσα πιθανότητα (καίτοι ὄχι βεβαιότητα) οἱ δικαιολογίες ποὺ προβάλλω εἶναι καὶ ἀντικειμενικὰ τόσο καλὲς ὅσο ἐγὼ νομίζω ὅτι εἶναι. Ὅσον ἀφορᾶ ὅμως τὶς ἁμαρτίες τῶν ἄλλων ἀπέναντί μου, κατὰ πάσα πιθανότητα (καίτοι ὄχι βεβαιότητα) οἱ δικαιολογίες εἶναι καλύτερες ἀπ' ὅτι νομίζω. 

Πρὲπει λοιπὸν κανεὶς νὰ ξεκινήσει δίνοντας προσοχὴ στὸ καθετὶ ποὺ μπορεῖ νὰ δείχνει ὅτι ὁ ἄλλος δὲν εἶναι καὶ τόσο ἔνοχος ὅσο νομίζαμε ὅτι εἶναι. Καὶ ἂν ὅμως ἀκόμα ἔχει ὅλο τὸ ἄδικο μὲ τὸ μέρος του, καὶ πάλι πρέπει νὰ τὸν συγχωρήσουμε. Ἀκόμα καὶ ἂν τὸ 99% τῆς ἐνοχῆς του καλύπτεται ἀπὸ πραγματικὰ πολὺ καλὲς δικαιολογίες, ἐμεῖς ἔχουμε νὰ κάνουμε μὲ τὸ ἐναπομένον 1% τὸ ὁποῖο πρέπει νὰ συγχωρήσουμε. Τὸ νὰ παραβλέπει κανεὶς ἐκεῖνο ποὺ ὀφείλεται σὲ πολὺ καλὲς δικαιολογίες δὲν εἶναι χριστιανικὴ ἀγάπη. Εἶναι ἁπλὰ δικαιοσύνη. Τὸ νὰ εἶσαι ὅμως χριστιανὸς σημαίνει ὅτι συγχωρεῖς ἐκεῖνο ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ καλυφθεῖ ἀπὸ δικαιολογίες, γιατί ὁ Θεὸς ἔχει συγχωρήσει καὶ σ' ἐσένα ἐκεῖνο ποὺ δὲν καλύπτεται ἀπὸ δικαιολογίες.

Αὐτὸ εἶναι κάτι ποὺ εἶναι δύσκολο. Ἴσως δὲν εἶναι τόσο δύσκολο νὰ συγχωρήσει κανεὶς μία μοναδικὴ βαριὰ πράξη. Ἀλλὰ τὸ νὰ συγχωρεῖς τὶς ἀδιάκοπες προκλήσεις τῆς καθημερινῆς ζωῆς-τὸ νὰ ἐξακολουθεῖς νὰ συγχωρεῖς τὴν αὐταρχικὴ πεθερά, τὸν κατεξουσιαστικὸ σύζυγο, τὴν γκρινιάρα γυναίκα, τὴν ἐγωιστικὴ κόρη, τὸ δόλιο γιὸ-ποιὸς μπορεῖ νὰ τὸ κάνει; Νομίζω πὼς αὐτὸ εἶναι δυνατὸ μόνο ὅταν θυμόμαστε ποιὰ εἶναι ἡ θέση ποὺ ἔχουμε πάρει καὶ τί ἐννοοῦμε μ' αὐτὸ ποὺ λέμε στὶς προσευχὲς μας κάθε νύχτα, «συγχώρησέ μας τὶς ἁμαρτίες μας ὅπως κι ἐμεῖς συγχωροῦμε ὅσους ἔχουν ἁμαρτήσει ἀπέναντί μας». Ἡ συγχώρηση τοῦ Θεοῦ προσφέρεται ὑπ' αὐτοὺς καὶ μόνο τοὺς ὅρους. Τὸ νὰ ἀρνούμαστε νὰ τὸ κάνουμε εἶναι σὰν νὰ ἀρνοὺμαστε τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ ἐπάνω μας. Στὸν κανόνα αὐτὸ δὲν ὑπάρχει οὔτε ἴχνος ἐξαίρεσης. Καὶ ὁ Θεὸς πάντα ἐννοεῖ αὐτὸ ποὺ λέει.

(Κείμενο ποὺ βρέθηκε στὰ κατάλοιπά του)'
πηγή

Ὁ Ἅγιος Λουκιανός Ἕνα φωτεινό παράδειγμα Ἀρχιμανδρίτης Βαρνάβας Λαμπρόπουλος




Ἕνα φωτεινό παράδειγμα

Μεγάλος καί θαυμαστός ἦταν ὁ ἅγιος Λουκιανός. Λουκιανός ἦταν τό ὄνομά του· καί σημαίνει ἄνθρωπος φωτεινός. Καί ὁλόκληρη ἡ ζωή του ἦταν φῶς καί δίδαγμα γιά μᾶς.
 

* * *
 
Σέ νεαρή ἡλικία οἱ γονεῖς του τόν παρώθησαν νά μελετάει τίς ἅγιες Γραφές. Καί ὁ νεαρός Λουκιανός ἀγάπησε τόν λόγο τοῦ Κυρίου πολύ. Καί ἀγωνιζόταν ὄχι μόνο νά τόν μαθαίνει πιό βαθειά, ἀλλά καί νά τόν τηρεῖ.

Ἔτσι ἀπόκτησε πολλές ἀρετές. Καί πιό πολύ ἀπό ὅλες ἀγάπη. Καί πόθησε νά βοηθεῖ τούς ἄλλους ὑλικά καί πνευματικά.

Καί λοιπόν; Πρῶτα, μέ θάρρος καί μέ φωτισμένη καρδιά, ἐμοίρασε ὅλα του τά ὑπάρχοντα, τήν κληρονομία του ἀπό τόν πατέρα του, στούς φτωχούς. Καί ἀφοσιώθηκε στόν Κύριο.

Ἔγινε ἱερέας. Λειτουργοῦσε. Ἁγίαζε. Κήρυττε καί νουθετοῦσε. Τότε γύρω στό 300‐320 μ.Χ.

Ἀγωνιζόταν γιά τόν λαό τοῦ Κυρίου. Ἑρμήνευε στά κηρύγματά του τίς ἅγιες Γραφές. Ἔγραφε βιβλία γιά τόν Χριστό καί γιά τήν αἰώνια ζωή. Ἀκούραστος καί ἀκαταπόνητος στό ἔργο τοῦ Κυρίου. Καί οἱ Χριστιανοί λαχταροῦσαν νά φιλοῦν τό χέρι του πού ἔγραφε βιβλία γιά τήν αἰώνια ζωή.
 

* * *
 
Μέ ἰδιαίτερη ἀγάπη στράφηκε στά παιδιά. Κοντά του ἔμαθαν νά ἀγαποῦν τόν Χριστό. Καί νά Τόν ὁμολογοῦν: ὅτι εἶναι ὁ μόνος ἀληθινός Θεός καί ὁ μόνος σωτήρας τοῦ κόσμου.

Δύο μικρά παιδιά, μαθητές, τζάμπα προσπάθησαν οἱ εὐδωλολάτρες νά τά φοβήσουν. Ἔμειναν ἄκαμπτα. Καί ἐκεῖνοι τυφλωμένοι ἀπό τόν σατανᾶ ἔκαμαν μιά θηριωδία ἀσυνήθιστη. Τύλιξαν τριμμένο σινάπι τά κεφαλάκια τους. Τό τριμμένο σινάπι καίει σάν κάρβουνο. Καί τά παιδιά ξεψύχισαν μέ τρομερούς πόνους δοξάζοντας τό ἅγιο Ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Ἔγιναν μάρτυρες.

Ἄστραψε καί βρόντησε ὁ ἀσεβής αὐτοκράτορας Μαξιαμιανός.

‐Ἄχρηστοι, (φώναξε μέ ὀργή στούς συνεργάτες του), τά ἐβάλατε μέ τά μικρά παιδιά καί ξεχάσατε τόν αἴτιο!...

Ἔδωκε αὐστηρές ἐντολές.

Καί ὁ Λουκιανός συνελήφθη. Καί κλείσθηκε στήν φυλακή. Μέ ἐντολή νά πεθάνει ἐκεῖ ἀπό τήν πείνα. Γιά νά μήν ἡρωοποιηθῆ!...

Καί ἔμεινε ἐκεῖ.

Πλησίαζαν τά ἅγια Θεοφάνεια.

Καί ἔτρεξαν πολλοί μαθητές του νά πάρουν τήν εὐχή του. Καί ὁ ἅγιος Λουκιανός παρακάλεσε νά τοῦ πᾶνε ἅγια σκεύη, ψωμί, κρασί, νερό.

Καί ἐκεῖ, μέσα στήν φυλακή, τήν ἅγια ἡμέρα τῶν Θεοφανείων, ὁ ἅγιος Λουκιανός ἔκαμε τήν τελευταία του θεία λειτουργία: γιά τήν ψυχή του· γιά ὠφέλεια τῶν μαθητῶν του· καί γιά ὅλο τόν κόσμο.

Ξάπλωσε κάτω. Καί κρατώντας σάν σέ ἅγια Τράπεζα στό στῆθος του τά ἅγια σκεύη, ἐτέλεσε μέ τήν βοήθεια τῶν μαθητῶν του τήν θυσία τοῦ Χριστοῦ γιά τήν ζωή τοῦ κόσμου. Καί ἀφου κοινώνησε πρῶτος «εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καί ζωήν αἰώνιον», μετέδωκε καί στούς ἄλλους.

Ὤ ἔλεος Θεοῦ! Ὤ δόξα καί τιμή.
 

* * *
 
Καί μόλις πού τελείωσαν ἐμπῆκαν ἐντεταλμένοι τοῦ βασιλιά νά ἰδοῦν: ζεῖ ἀκόμη;

Καί βλέποντάς τους ὁ ἅγιος Λουκιανός κατάλαβε. Καί συγκεντρώνοντας τίς δυνάμεις του, φώναξε τρεῖς φορές:

Χριστιανός εἶμαι!

Χριστιανός εἶμαι!

Χριστιανός εἶμαι!

Καί παρέδωκε τό πνεῦμα του. Στά χέρια τοῦ Χριστοῦ.
 
* * *
 
Τό λείψανό του οἱ ἀσεβεῖς παγανιστές, λάτρεις τοῦ Δία καί ὅλου ἐκείνου τοῦ ἑσμοῦ τῶν δαιμόνων, τό πέταξαν στήν θάλασσα! Μέ ἰδιαίτερη μανία ἔκοψαν τό χέρι του πού ἔγραφε τά ἅγια βιβλία του γιά τόν Χριστό, καί δεμένο σέ μιά μεγάλη πέτρα τό ἔρριξαν στά βάθη τῆς θάλασσας.

Νόμισαν πώς «κάτι» ἔκαμαν!...

Ἀλλά ὁ Κύριος ἐφρόντισε καί μετά δεκαπέντε ἡμέρες βρῆκαν οἱ μαθητές του τό λείψανό του, ἄφθαρτο καί ὁλόκληρο. Καί μαζί καί τό χέρι του!... Καί τά μετέφεραν στήν ἐκκλησία.

Ὁ Θεός δοξάζει τούς ἁγίους Του. Τούς τιμάει γιά ὅλα. Καί σέ ὅλα.

Ἡ μνήμη του τελεῖται στίς 15 Ὀκτωβρίου.

Συναξαριστής της 15ης Οκτωβρίου

 Ὁ Ἅγιος Λουκιανός ὁ ἱερομάρτυρας, πρεσβύτερος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀντιοχείας

Γεννήθηκε στὰ Σαμόσατα τῆς Συρίας ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς, καὶ μὲ ἀνάλογο τρόπο ἀνατράφηκε.

Μετὰ τὸ θάνατο τῶν γονέων του, διαμοίρασε στοὺς φτωχοὺς τὴν πατρική του περιουσία καὶ ἀφοσιώθηκε στὴ μελέτη τῶν θείων Γραφῶν, διότι στὴ σκέψη του ἐπικρατοῦσαν τὰ λόγια τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: «Πᾶσα γραφὴ θεόπνευστος καὶ ὠφέλιμος πρὸς διδασκαλίαν, πρὸς ἔλεγχον, πρὸς ἐπανόρθωσιν, πρὸς παιδείαν τὴν ἐν δικαιοσύνῃ». Δηλαδή, ὅλη ἡ Γραφὴ ἔχει ἐμπνευσθεῖ ἀπὸ τὸ Θεό. Γι᾿ αὐτὸ εἶναι ὠφέλιμη γιὰ νὰ διδάσκει τὴν ἀλήθεια, νὰ ἐλέγχει τὶς πλάνες, νὰ διορθώνει αὐτοὺς ποὺ ἁμαρτάνουν καὶ νὰ παιδαγωγεῖ στὴν ἀρετή.

Κατόρθωσε, λοιπόν, καὶ ὁ Λουκιανὸς νὰ γίνει βαθὺς γνώστης τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ χειροτονήθηκε πρεσβύτερος στὴν Ἀντιόχεια. Ἐκεῖ δίδασκε μὲ θάῤῥος καὶ ἀκρίβεια τὸ θεῖο λόγο, ἐνθαῤῥύνοντας τοὺς χριστιανοὺς στὸ μαρτύριο.

Στὴν Ἀντιόχεια, μάλιστα, ἵδρυσε σχολή, ὅπου φοίτησαν ἀρκετοὶ μαθητές, καταρτιζόμενοι στὰ χριστιανικὰ δόγματα καὶ στὴν ἄσκηση τῆς ἀρετῆς.

Ὅταν ὁ Λουκιανὸς ἔμαθε ὅτι στὴ Νικομήδεια ὁ Διοκλητιανὸς καταδίωκε καὶ θανάτωνε τοὺς χριστιανούς, ἄφησε τὴν Ἀντιόχεια καὶ πῆγε στὴ Νικομήδεια γιὰ νὰ στηρίξει καὶ νὰ ἐνισχύσει τοὺς Χριστιανοὺς στὸ μαρτύριο. Συνελήφθη, ὅμως, ἀπὸ τὸ Διοκλητιανὸ καὶ κλείστηκε στὴ φυλακή, ὅπου καὶ πέθανε ἀπὸ πείνα.

Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείω Πνεύματι, λελαμπρυσμένος, γνῶσιν ἔνθεον, ἐταμιεύσω, καὶ τῆς πίστεως τὸν λόγον ἐτράνωσας, ὅθεν Μαρτύρων ἀλείπτης γενόμενος, Λουκιανὲ ἐν ἀθλήσει ἠρίστευσας. Μάρτυς ἔνδοξε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἠμὶν τὸ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον Ἦχος β’. Τὴν ἐv πρεσβείαις.
Τὸv ἐν ἀσκήσει τὸ πρότεροv λαμπρυνθέντα, καὶ ἐν ἀθλήσει τὸ δεύτερον φαιδρυvθέντα, πάντες ὡς φωστῆρά σε φαιδρότατον, Λουκιανὲ τοῖς ὕμvοις, ἐνδόξως σε γεραίρομεν. Πρεσβεύων μὴ παύσῃ ὑπὲρ πάντων ἠμῶv.

 
Ὁ Ὅσιος Βάρσος ὁ ὁμολογητής, Ἐπίσκοπος Ἐδέσσης

Ἔζησε στὰ μέσα του 4ου αἰῶνα. Μὲ τὴν δυναμικὴ δράση του, ἦταν καρφὶ στὸ μάτι τῶν Ἀρειανῶν αἱρετικῶν, ὅταν αὐτοὶ συντάραζαν τὴν ἐκκλησία.

Τότε ὁ Ὅσιος Βάρσος εἶχε ἤδη διακριθεῖ σὰν ἐπίσκοπος Ἐδέσσης μὲ τὴν ἀγαθοεργία του, τὴν δραστηριότητά του καὶ τὴν δύναμη τῆς διδασκαλίας του. Πλούτισε τὶς γνώσεις του ἀφοῦ ἐπισκέφτηκε τὴν Φοινίκη, τὴν Αἴγυπτο καὶ αὐτὴν τὴ Θηβαΐδα.

Ἀλλὰ στὴ σκληρὴ διαμάχη μεταξὺ Ὀρθοδοξίας καὶ αἱρετικῶν, ὁ ἐπίσκοπος Βάρσος δὲν ἦταν δυνατὸ νὰ παραμείνει ἀμέτοχος. Διδάσκοντας, ὑπεράσπιζε τὸ ὀρθόδοξο δόγμα καὶ ξεσκέπαζε τὴν πλάνη τῶν Ἀρειανῶν.

Γι᾿ αὐτὸ ὁ αὐτοκράτορας Οὐάλης, θερμότατος ὑπερασπιστὴς τῶν αἱρετικῶν, ἐξόρισε τὸν Βάρσο στὴ νῆσο Ἄρανδο. Ἀλλ᾿ ἐκεῖ ἔφταναν πλήθη ὀρθοδόξων καὶ ζητοῦσαν τὴν εὐλογία τοῦ Βάρσου, ποὺ ἔτσι ἐξακολουθοῦσε νὰ εἶναι καρφὶ στὸ μάτι τῶν αἱρετικῶν.

Μὲ τὶς προτροπές τους ὁ Οὐάλης τὸν ἐξόρισε στὴν Ὀξύῤῥυγχο τῆς Αἰγύπτου. Ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ νέα συῤῥοὴ ὀρθοδόξων κύκλωνε τὸν γενναῖο ἐπίσκοπο.

Τέλος τὸν ἔκλεισε σ᾿ ἕνα φρούριο κοντὰ στὸ Ἀλγέρι. Καὶ ἐκεῖ ἄφησε τὴν τελευταία του πνοή, ἀφοῦ ἀφιέρωσε τὴ ζωή του ὁλόκληρη ὑπηρετῶντας τὸν θεό, τὴν Ἐκκλησία καὶ τὸν πλησίον.

Ἡ δὲ σωζόμενη κλίνη τοῦ Ἁγίου στὴν Ἄρανδο, ἐτιμᾶτο ἀπὸ τοὺς ντόπιους γιὰ τὰ ἐκτελούμενα δι᾿ αὐτῆς θαύματα.

 
Ὁ Ὅσιος Σαβίνος ὁ ἐπίσκοπος

Ὁ Ὅσιος αὐτός, λόγω τῶν πολλῶν του ἀρετῶν ἔγινε ἐπίσκοπος, ἄγνωστο σὲ ποιὸν τόπο.

Ἔπειτα, ἐπειδὴ μισοῦσε τὶς ταραχὲς ποὺ συνόδευαν τὸ ἐπισκοπικὸ ἀξίωμα, ἔφυγε στὴν ἔρημο. Ἐκεῖ ἔκανε πολλοὺς ἀσκητικοὺς ἀγῶνες καὶ ἔφτασε σὲ μεγάλα ὕψη ἀρετῆς.

Ὁ Θεὸς τὸν ἀξίωσε νὰ θαυματουργεῖ καὶ θεράπευσε πολλοὺς συνανθρώπους του ἀπὸ διάφορες σωματικὲς καὶ ψυχικὲς ἀῤῥώστιες. Ἀφοῦ καὶ μὲ τὴν σοφὴ διδασκαλία του ὠφέλησε πολλούς, ἀπεβίωσε εἰρηνικά.

(Ὁ Παρισινὸς Κώδικας 1578 τὸν ἀναφέρει σὰν ἐπίσκοπο Κύπρου).

 
Διήγηση μοναχοῦ ὑποτακτικοῦ περὶ ὑπακοῆς

Λεπτομέρειες βλέπε «ΜΕΓΑ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗ» Ματθαίου Λαγγῆ τόμος 10ος σελ. 333, ἔκδ. 1992.

 
Ὁ Ἅγιος Εὐθύμιος ὁ Νέος

Γεννήθηκε στὶς μέρες τοῦ αὐτοκράτορα τοῦ Βυζαντίου Λέοντα Ε´ τοῦ Ἀρμενίου (813-820), σὲ κάποια κωμόπολη τῆς Γαλατίας, τὴν Ὄψω, ποὺ ἦταν κοντὰ στὴν Ἄγκυρα (σημερινὴ πρωτεύουσα τῆς Τουρκίας). Οἱ γονεῖς του ἦταν πλούσιοι καὶ εὐσεβεῖς, καὶ ὀνομαζόταν Ἐπιφάνιος καὶ Ἄννα. Εἶχαν καὶ δυὸ κόρες, τὴν Μαρία, ποὺ ἦταν πρεσβυτέρα καὶ τὴν Ἐπιφανία.

Ὅταν ὁ Ἅγιος ἦλθε σὲ κατάλληλη ἡλικία, παντρεύτηκε καὶ ἀπόκτησε μία κόρη τὴν Ἀναστασώ (τὴ γυναῖκα του τὴν ἔλεγαν Εὐφροσύνη). Ἐπειδὴ ὅμως ἐπιθυμοῦσε τὴ μοναχικὴ πολιτεία, ἀφοῦ τακτοποίησε τὶς οἰκογενειακές του ὑποθέσεις, πῆγε σὲ μοναστήρι, κοντὰ στὸν Ὅσιο Ἰωαννίκιο, στὸν Ὄλυμπο τῆς Βιθυνίας.

Ἐκεῖ, μετὰ ἀπὸ δοκιμασία, γίνεται μοναχός, τὸ 842, μὲ τὸ ὄνομα Εὐθύμιος, ἀπὸ Νικήτας ποὺ ὀνομαζόταν πρῶτα. Μετὰ ἀπὸ ἀρκετὰ χρόνια ἀσκήσεως στὸ κοινόβιο αὐτό, ὁ Εὐθύμιος ἀναχώρησε γιὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος.

Ἀπὸ ἐκεῖ ἐπέστρεψε στὸν Ὄλυμπο καὶ μετὰ ἀπὸ πολλὲς περιπέτειες καὶ ταξίδια, ἵδρυσε κοντὰ στὴ Θεσσαλονίκη τὴν Μονὴ Περιστερῶν τὸ 871, ὅπου ἐγκαταστάθηκε καὶ τὴν ἀνέδειξε μὲ τὴν ἄριστη πνευματικὴ ζωή του, σὲ ἄριστο πνευματικὸ κέντρο. Ἔτσι λοιπόν, ἀσκητικὰ καὶ θεάρεστα ἀφοῦ ἔζησε, ἀπεβίωσε εἰρηνικὰ τὴν 15η Ὀκτωβρίου 894.

Τὴ βιογραφία του συνέγραψε ὁ ἐπίσκοπος Θεσσαλονίκης Βασίλειος, ποὺ ὑπῆρξε καὶ μαθητὴς τοῦ Ἁγίου.

 

Η λειτουργική θεολογία του αγ. Νικολάου Καβάσιλα

Μετά από την έκθεση της εργογραφίας του αγ. Νικολάου και των γενικών χαρακτηριστικών της λειτουργικής θεολογίας του, προχωρούμε σήμερα στη μελέτη του αρχιμ. Νικολάου Ιωαννίδη του βάθους που φέρει ο λόγος του μεγάλου αυτού βυζαντινού λειτουργιολόγου.
Πιο συγκεκριμένα θα μπορούσαμε να πούμε ότι όλη η διάταξη της θείας λειτουργίας συνδέεται με τα γεγονότα της επίγειας ζωής του Κυρίου. Έτσι η πρόθεση φανερώνει την πρώτη ηλικία του Χριστού «την ηλικίαν εκείνην εξ ης εγένετο δώρον. Εγένετο δε εξ αυτής γεννήσεως… ότι και κατά την γέννησιν δώρον ην, κατα τον νόμον, επεί πρωτότοκος ην»[35]. Η μικρά είσοδος σημαίνει τις αρχές της θείας παρουσίας του· «ότε παρεγένετο μέν, ούπω δ’ εφαίνετο τοις πολλοις, ότε “εν τώ κόσμω ην, και ο κόσμος αυτόν ουκ εγίνωσκεν , τον προ του Ιωάννου καιρόν, πριν αφθήναι τον λύχνον»[36] και η ύψωση του Ευαγγελίου κατα την είσοδο δείχνει «την ανάδειξιν του Κυρίου… ότε ήρξατο φαίνεσθαι τοις πολλοίς. Δια γαρ του Ευαγγελίου ο Χριστός δηλούται»[37].
Christ2
Η ανάγνωση του αποστολικού και ευαγγελικού κειμένου σημαίνει την «τελειοτέραν φανέρωσιν» του Κυρίου, κατά την οποίαν μιλούσε και δίδασκε δημόσια, δηλαδή «τα δι’ αυτού του Κυρίου, ή τα διά των αποστόλων λεγόμενα»[38]. Η μεγάλη είσοδος συμβολίζει την πορεία του από την πατρίδα του στην Ιερουσαλήμ, «εν η θύεσθαι έδει», και την εισοδό του σ’ αυτήν «επί πώλου όνου» με τη συνοδεία και επευφημία του λαού (Ματ. 21, 7-11)[39]. Ο θάνατος και η ανάσταση δηλώνονται διά της «μεταβολής των προκειμένων δώρων», αφού δεχθούν «το πανάγιον αυτού και παντοδύναμον Πνεύμα»[40], και η κάθοδος του αγίου Πνεύματος «επί την Εκκλησίαν» σημαίνεται με το ζέον ύδωρ που εκχέεται στο αγιο ποτήριο: «Και δή σημαίνεται του ζέοντος ύδατος εγχεομένου… το μέν γάρ ύδωρ τούτο αυτό τε ύδωρ ον και πυρός μετέχον, το Πνεύμα σημαίνει το άγιον, ο και ύδωρ λέγεται και ως πυρ εφάνη τότε τοίς του Χριστού μαθηταίς εμπεσόν»[41].
Από τα παραπάνω επιβεβαιώνεται η παραδοσιακή χρήση της ιστορίας από τον όσιο Νικόλαο για την παρουσίαση των γεγονότων της θείας οικονομίας, πρέπει όμως να παρατηρήσουμε οτι παράλληλα με τον όρο ιστορία χρησιμοποιεί και τον ορο εικών. Έτσι σε άλλα σημεία, αναφερόμενος στη φανέρωση της θείας οικονομίας, λέγει: «καθάπερ τις εικών μία ενός σώματος της του Σωτηρος πολιτείας»[42] η «θεωρώμεν την ιερουργίαν άπασαν κατά μέρος, καθ’ όσον της του Σωτήρος οικονομίας εικόνα φέρει»[43]. Η χρήση της λέξεως εικών παράλληλα προς τη λέξη ιστορία, που χρησιμοποιεί για τη θεία οικονομία, δεν είναι τυχαία.
Η λέξη εικών εδώ δεν χρησιμοποιείται βέβαια από τον συγγραφέα μας με την Παύλειο έννοια, -ότι δηλαδή εικόνα του Θεού είναι ο Υιός του Θεού (Κολ. 1,15· Β’ Κορ. 4,4), ο δε άνθρωπος είναι εικόνα του Υιού του Θεού (Κολ. 3,10· Ρωμ. 8,29)-, αλλά χρησιμοποιείται με την έννοια της φανέρωσης μιας κρυμμένης πραγματικότητας. Άλλωστε τόσο η βιβλική όσο και η πατερική παράδοση με την ίδια σημασία χρησιμοποιεί τον όρο εικών και άλλους συναφείς. Ο απόστολος Παύλος αναφέρει ότι οι ιερείς «υποδείγμασι και σκιά λατρεύουσι» (Εβρ. 8,5), δηλαδή η λατρεία που προσφέρουν είναι απεικόνιση και σκιά των επουρανίων, και ο Μάξιμος ο Ομολογητής λέγει «σκιά γαρ τα της Παλαιάς· εικών δε τα της Νέας Διαθήκης· αλήθεια δε η των μελλόντων κατάστασις»[44]. Και εδώ οι όροι σκιά και εικών ταυτίζονται· στην προκειμένη δε περίπτωση, της θείας μυσταγωγίας, ασφαλώς ανάγουν τον πιστό στη θεωρία της αλήθειας, που για τον Καβάσιλα «ενθεωρείται» στα ιερά μυστήρια [45].
Η αλήθεια της θείας οικονομίας είναι ότι ο Λόγος του Θεού προσέλαβε την ανθρώπινη φύση για να τη σώσει, και η σωτηρία αυτή γίνεται γεγονός προσωπικό για τον καθε πιστό δια της ενώσεώς του με τον Κύριο, που πραγματοποιείται στα ιερά μυστήρια. Λέγει πολύ χαρακτηριστικά ο άγιός μας: «Συνάψας εαυτώ την φύσιν την ημετέραν δια της σαρκός, ην ανείλετο, συνάπτων δε ημών έκαστον τη εαυτού σαρκί τη δυνάμει των μυστηρίων». Έτσι τα ιερά μυστήρια είναι τα μέσα για να τελειωθεί η θεία οικονομία και να ανατείλει ο Κύριος «την εαυτού δικαιοσύνην και την ζωήν εν ταις ημετέραις ψυχαίς»[46].
Χάριν της φανερώσεως της οικονομίας του Σωτήρος επινοήθησαν οι λειτουργικοί τύποι, τα σύμβολα, αναφέρει ο Καβάσιλας, ώστε ο πιστός να προσεγγίζει το μυστήριο «ου λόγοις μόνον», αλλά και δια των οφθαλμών, «επ’ όψιν», αφού η ορατή αναπαράσταση αποτυπώνει εναργέστερα την πραγματικότητα της εικόνας· ετσι εισάγεται στη ψυχή οχι μόνο «θεωρία, αλλά και πάθος»[47], δηλαδή πίστη, ελπίδα κ.τ.λ. Οι λειτουργικές πράξεις λοιπόν και τα σύμβολα φανερώνουν τη σωτηριώδη οικονομία του Χριστού, τη βίωσή της στο παρόν και προαναγγέλουν την πληρότητα των εσχάτων[48].
Όπως αντιλαμβανόμαστε γίνεται σαφές ότι το λειτουργικό σύμβολο συνδυάζει χριστολογία, ανθρωπολογία και σωτηριολογία, και αυτή η πραγματικότητα διέπει ολόκληρη τη σκέψη του ιερού πατρός. Ο Χριστός είναι η κεντρική και κατευθυντήρια σκέψη του· ο άνθρωπος που ζει, τελειώνεται, καταξιώνεται και σώζεται εν Χριστώ, αποτελεί το εντρύφημά του· και όλα αυτά τα περιγράφει ζωντανά και αναλυτικά στα λειτουργικά του έργα, δίνοντας συγχρόνως και την ορθή, την ορθόδοξη διάσταση του ανθρωπισμού, που κατά την εποχή του είχε παραποιηθεί από τη δυτική νοοτροπία των βυζαντινών ανθρωπιστών της εποχής.
Είναι πολύ χαρακτηριστικά τα όσα σχετικά επί του προκειμένου λέγει, αναφερόμενος στην ερμηνεία των ιερατικών αμφίων, επιτραχηλίου και ζώνης: «Ο δε επί του τραχήλου λώρος την επιχεομένην αυτώ χάριν της ιερωσύνης σημαίνει, ήτις αναπαύεται εν τω τραχήλω τω δεξαμένω τον του Χριστού ζυγόν και διά του στήθους μέχρι των ποδών διήκει, την καρδίαν ημερούσα και παν το σώμα αγιάζουσα, ην δεί και τη ζώνη τη επιμελεία των αρετών και τη κολάσει των σαρκικών επιθυμιών επισφίγγειν εαυτοίς»[49]. Εδώ βλέπουμε καθαρά οτι στο κέντρο της ερμηνευτικης σκέψης του βρίσκεται ο Χριστός, ο άνθρωπος και η σωτηρία του· ο «ζυγός του Χριστού» ημερεύει την καρδία και αγιάζει το σώμα μέσω της επιμέλειας της ψυχής.
Τη χριστολογική και ανθρωπολογική διάσταση των μυστηρίων θεμελιώνει ο ιερός συγγραφέας μας στην εκκλησιολογία. Είναι πολύ γνωστή η φράση του ότι η Εκκλησία «σημαίνεται εν τοις μυστηρίοις»[50]. Τα μυστήρια, όπως αναφέραμε, φανερώνουν ιστορικά τον ίδιο τον Χριστό, είναι λειτουργίες του ιδίου του σώματος του Χριστού και επομένως και της Εκκλησίας, αφού Εκκλησία είναι το σώμα του Χριστού. Έτσι τα μυστήρια δεν μπορούν να νοηθούν ή να ερμηνευθούν εκτός Εκλησίας. Για τον Καβάσιλα δεν μπορεί να υπάρξει «μυστηριολογία» δυτικού τύπου, δηλαδή εξέταση των ιερών μυστηρίων χωριστά από τη χριστολογία, ανθρωπολογία, σωτηριολογία και εκκλησιολογία, που είχε προφανώς υιοθετηθεί από κάποιους βυζαντινούς σχολαστικούς της εποχής του.
Γι’ αυτό σημειώνει ότι τα μυστήρια είναι ενταγμένα όχι συμβολικά, αλλά ουσιαστικά στο σώμα του Χριστού, όπως τα μέρη μιας καρδιάς ή τα κλαδιά ενός δένδρου ή τα κλήματα μιας κληματαριάς· και μάλιστα συμπληρώνει ότι η ενότητα αυτή δεν δείχνει απλώς μια «κοινωνία ονόματος» ή «αναλογία ομοιότητος», αλλά «πράγματος ταυτότητα»[51], δηλαδή αληθινή, πραγματική ενότητα. Και ασφαλώς πρόκειται για την «ταυτότητα», για την ενότητα του Χριστού, του ανθρώπου και της σωτηρίας του μέσα στα μυστήρια της Εκκλησίας η οποία και την καθορίζει.
Κατ’ εξοχήν όμως, για τον βυζαντινό θεολόγο μας, η Εκκλησία «σημαίνεται» στο μυστήριο της θείας ευχαριστίας. Ταυτίζει την Εκκλησία, το «σώμα και αίμα Χριστού», με την ευχαριστιακή «βρώσι και πόσι» (Ιω. 6,55) και διακηρύττει ότι η Εκκλησία δια της θείας μεταλήψεως ανανεώνει συνεχώς την ταυτότητά της, δηλαδή την ενότητά της με τον Χριστό, και φανερώνεται ως το «Κυριακόν σώμα του»: «Και γαρ σώμα και αίμα Χριστού τα μυστήρια· αλλά τη Εκκλησία Χριστού ταύτα βρώσις εστι και πόσις αληθινή· και τούτων μετέχουσα ου προς το ανθρώπινον αυτά μεταβάλλει σώμα, καθάπερ άλλο τι σιτίον, αλλ’ αυτή μεταβάλλεται προς εκείνα των κρειττόνων υπερνικώντων… ούτω και την του Χριστού Εκκλησίαν ει τις ιδείν δυνηθείη, κατ’ αυτό τούτο καθ’ όσον αυτώ ήνωται και των αυτού μετέχει σαρκών, ουδέν έτερον ή αυτό μόνον το Κυριακόν όψεται σώμα»[52].
Αυτή η ενότητα Εκκλησίας και σώματος και αίματος Χριστού την καθιστούν αγία και τα μέλη της άγια: « Άγιοι γάρ καλούνται διά τον άγιον ου μετέχουσι και ω σώματος και αίματος κοινωνούσι»[53]. Η αρμονία δε των μελών της Εκκλησίας, που διαφυλάσσεται μέσα στην ενότητα και την εν Χριστώ ζωή τους, αποτελούν και απαραίτητη προϋπόθεση γνήσιας συμμετοχής στα ιερά μυστήρια και αυθεντικής μετάδοσης του ζωοποιού αγιασμού: «έως εσμέν αυτώ (τώ Χριστώ) συνημμένοι και την αρμονίαν φυλάττομεν, ζώμεν την ζωήν και τον αγιασμόν έλκοντες διά των μυστηρίων από της κεφαλής εκείνης και της καρδίας. Επειδάν δε αποτμηθώμεν και της ολότητος εκπέσωμεν του παναγίου σώματος, μάτην των ιερών γευόμεθα μυστηρίων· ου γαρ διαβήσεται η ζωή προς τα νεκρά και αποκοπέντα μέλη»[54].
[Συνεχίζεται]
35. Αυτόθι, ΣΤ’, 1, S.C. 4BIS, σ. 80 (PG 150, 380D). Πρβλ. αυτόθι, ΙΑ, 1, S.C. 98 (PG 150, 389BC)
36. Αυτόθι, ΙΗ’, 3, S.C. 4BIS, σ.138 (PG 150, 416C).
37. Αυτόθι, Κ’, 1, S.C. 4BIS, σ. 146 (PG 150, 412C).
38. Αυτόθι, ΚΒ’, 4-5, S.C. 4BIS, σ. 164 (PG 150, 416 D).
39. Αυτόθι, ΚΔ’, 3, S.C. 4BIS, σ. 164 (PG 150, 420C).
40. Αυτόθι, ΚΖ’, S.C. 4BIS, σ. 174. (PG 150, 425Β C).
41. Αυτόθι, ΛΖ’, 3-4, S.C. 4BIS, σ. 228 (PG 150, 452Β). Βλ. επίσης αυτόθι, 1, S.C. 4BIS, σ. 226 (PG 150, 449D). Πρβλ. R. BORNERT, Les commentaires byzantins, σ. 241.
42. Ερμηνεία της Θείας Λειτουργίας, Α’, 6, S.C. 4BIS, σ. 60 (PG 150, 372Β).
43. Αυτόθι, ΙΣΤ’, 8, S.C. 4BIS, σ.130 (PG 150, 405Α).
44. Σχόλια περί εκκλησιαστικής Ιεραρχίας, 3, 3, 2, PG 4, 157.
45. Ερμηνεία της Θείας Λειτουργίας, ΙΣΤ’, 8, S.C. 4BIS, σ. 130 (PG 150, 405Α).
46. Περί της εν Χριστώ ζωής, Ι, 32, S.C. 335, σ. 10614-16 (PG 150, 508C).
47. Ερμηνεία της Θείας Λειτουργίας, Α’, 14, S.C. 4BIS, σ. 68 (PG 150, 376Α).
48. Βλ. ΜΑΞΙΜΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ, Μυσταγωγία, ΙΑ’, PG 91, 692D-693B και IE’, 693D. Πρβλ. R. BORNERT, Les commentaires byzantins, σ. 243. Πρβλ. Ι. ΦΟΥΝΤΟΥΛΗ, «Νικόλαος Καβάσιλας ο μυσταγωγός», σ. 146.
49. Εις την ιεράν στολήν, 2, S.C. 4BIS, σ. 364. Πρβλ. Ι. ΦΟΥΝΤΟΥΛΗ, αυτόθι, σ. 1.
50. Ερμηνεία της Θείας Λειτουργίας, ΛΗ’, 1, S.C. 4BIS, σ. 230 (PG 150, 452CD).
51. Αυτόθι. Πρβλ. Ν. ΜΑΤΣΟΥΚΑ, «Η διδασκαλία του Νικολάου Καβάσιλα για τα μυστήρια της Εκκλησίας», Πρακτικά Θεολογικού Συνεδρίου εις τιμήν και μνήμην του σοφωτάτου και λογιωτάτου και τοις όλοις αγιωτάτου οσίου πατρός ημών Νικολάου Καβάσιλα του και Χαμαετού (17-20 Ιουνίου 1982), Θεσσαλονίκη 1984, σσ. 122-123.
52. Ερμηνεία της Θείας Λειτουργίας, ΛΗ’, 2, S.C. 4BIS, σ. 230 (PG 150, 452D-453Α).
53. Αυτόθι, ΛΣΤ’, 1, S.C. 4BIS, σ. 222 (PG 150, 449Α).
54. Αυτόθι.
πηγή

Μακαρισμός σε εκείνους που έχουν μέσα τους αγάπη

Μακαρισμός σε εκείνους που έχουν μέσα στην καρδιά τους την αγάπη
Πραγματικά, αρχίζοντας από πολλά και διάφορα έργα και πράξεις, σαν να ξεκινούμε από διαφορετικούς τόπους και από πολλές πόλεις ο καθένας, προσπαθούμε να φθάσουμε σε ένα κοινό κατάλυμα, τη βασιλεία των ουρανών. Ως πράξεις και οδούς πρέπει να εννοούμε τις πνευματικές αρετές των αφοσιωμένων στον Θεό ανδρών· όσοι άρχισαν να βαδί­ζουν σ’ αυτές οφείλουν να τρέχουν προς μία κατεύθυνση, ώστε από διαφόρους χώρους και τόπους να συναχθούν σε μία πόλη, όπως έχει λεχθεί, τη βασιλεία των ουρανών, και να καταξιω­θούν να συμβασιλεύουν με τον Χριστό, υπαγόμενοι σ’ ένα βασι­λέα, τον Θεό Πατέρα.
margaritae
 Ως πόλη εδώ παρακαλώ να εννοήσεις μία και όχι πολλές, την αγία και αχώριστη τριάδα των αρετών, ή καλύτερα την πρώτη από τις τρεις, την οποία λέγουν και τελευταία, διότι είναι τέλος των καλών και υπερβάλλει όλες τις άλλες, εννοώ την αγάπη, από την οποία δεν έχει συσταθεί κανένα από τα όντα ούτε πρόκειται να συσταθεί καθόλου. Βέ­βαια τα ονόματά της
είναι πολλά, πολλές οι πράξεις της, περισ­σότερα τα γνωρίσματα, πολυάριθμα ιδιώματά της είναι θεία, αλλ’ η φύση της είναι μία και σε όλους εξίσου εντελώς απόρρητη, τόσο στους αγγέλους όσο και στους ανθρώπους και σε κάθε άλλη κτίση, που ενδεχομένως αγνοούμε. Είναι ακατάληπτη κατά τον λόγο της, απρόσιτη κατά τη δόξα, ανεξιχνίαστη κατά τα βουλεύματα, αιώνια, αφού είναι έξω από το χρόνο, αθεώρητη, διότι νοείται βέβαια αλλά δεν καταλαμβάνεται. Εί­ναι πολλές οι ομορφιές αυτής της αχειροποίητης και αγίας Σιών, που όποιος άρχισε να τις βλέπει δεν ευχαριστείται πλέον με τις αισθητές θεωρίες, δεν προσκολλάται πλέον στη δόξα αυτού του κό­σμου.
Επιτρέψατέ μου λοιπόν απ’ την αρχή να συνομιλήσω με αυτήν, να την προσφωνήσω και να της αφιερώσω όσον πόθο έχω. Μόλις, αγαπητοί μου πατέρες και αδελφοί, θυμήθηκα την ομορφιά της άμεμπτης αγάπης, και αμέσως το φως της βρέθηκε στην καρδιά μου και αιχμαλωτίσθηκα από τη γλυκύτητά της, έχασα τις εξωτερικές αισθήσεις, απέσυρα τελείως το νου μου από τα βιωτικά και λησμόνησα τα καθημερινά πράγματα. Αλλά έπειτα, δεν γνωρίζω πως, πέταξε πάλι μακριά από εμένα και με άφησε να θρηνώ την ασθένειά μου.
Ω αγάπη πολυπόθητη, μακάριος είναι όποιος σε ασπάσθηκε, διότι στο εξής δεν θα επιθυμήσει πλέον να ασπασθεί περιπαθώς ομορφιά γήινου πράγματος. Μακάριος είναι όποιος συσφίχθηκε μαζί σου από θείο έρωτα· διότι θ’ αρνηθεί όλον τον κόσμο και δεν θα μολυνθεί καθόλου πλησιάζοντας οποιονδήποτε άνθρωπο. Μακάριος είναι όποιος κατεφίλησε τις ομορφιές σου και τις απόλαυσε με άπειρο πόθο, διότι θα αγιασθεί στη ψυχή με το καθαρό ύδωρ και αίμα που στάζει από εσένα. Μακάριος εί­ναι όποιος σε κατασπάσθηκε, διότι θα υποστεί την καλή αλλοίωση πνευματικά και θα ευφρανθεί ψυχικά, διότι συ είσαι η ανεκλάλητη χαρά. Μακάριος είναι όποιος σε απέκτησε, διότι δεν θα υπολογίσει για τίποτε τους θησαυρούς του κόσμου, διότι είσαι ο πραγματικά ακένωτος πλούτος. Μακάριος και τρισμακάριος είναι επίσης εκείνος που προσέλαβες· διότι μέσα στη φαινομε­νική αδοξία θα είναι ενδοξότερος όλων των ενδόξων, τιμιότε­ρος όλων των τιμίων και σεμνότερος. Αξιέπαινος είναι όποιος σε κυνηγά, επαινετώτερος όποιος σε βρήκε, μακαριώτερος όποιος αγαπήθηκε από εσένα, όποιος έγινε δεκτός από εσένα, όποιος διδάχθηκε από εσένα, όποιος κατοίκησε μέσα σ’ εσένα, όποιος τράφηκε από σένα με τροφή τον Χριστό τον αθάνατο, τον Χριστό τον Θεό μας.
Ω θεία αγάπη, πού κρατείς τον Χριστό; Πού τον έχεις κρυμμένο; Γιατί πήρες τον Σωτήρα του κόσμου και απομακρύνθηκες από εμάς; Άνοιξε ένα παραθυράκι και σε εμάς τους αναξίους, για να δούμε και εμείς τον παθόντα για χάρη μας Χριστό και να πιστεύσουμε με το έλεός του ότι δεν θ’ αποθάνομε πλέον, αφού τον δούμε. Άνοιξέ μας εσύ που έγινες θύρα του στη σαρκική του φανέρωση, που εβίασες τα άφθονα και αβίαστα σπλάγχνα του Δεσπότη μας, για να βαστάσουν τις αμαρτίες και τις ασθένειες όλων, και μη μας απορρίψεις, λέγον­τας, «δεν σας γνωρίζω». Έλα μαζί μας, για να μας γνωρίσεις· διότι σου είμαστε άγνωστοι. Κατοίκησε μέσα μας, ώστε για χάρη σου να έλθει για να επισκεφθεί και εμάς τους ταπεινούς, προϋπαντώμενος από εσένα (αφού εμείς είμαστε τελείως ανάξιοι γι’ αυτό), ώστε να παραμείνει ομιλώντας για λίγο με εσένα και να δεχθεί και εμάς τους αμαρτωλούς να προσπέσουμε στα άχραντα πόδια του· να συνομιλήσεις μαζί του για το καλό μας και να πρεσβεύσεις να μας συγχωρηθεί το χρέος των κακών μας, ώστε ν’ αξιωθούμε διά σου να δουλεύουμε πάλι σ’ αυτόν τον Δεσπότη, να δεχθούμε την πρόνοιά του και να τρεφόμαστε από αυτόν. Διότι το να μη χρωστάει κανείς τίποτε, αλλά να αφανίζεται από την πείνα και τη φτώχια, σχεδόν προξενεί την ίση τιμωρία και κόλαση.
Είθε να συγχωρηθούμε από εσένα, αγία αγάπη, και διά μέσου σου να φθάσουμε στην απόλαυση των αγαθών του Δεσπότη μας, των οποίων την γλυκύτητα δεν μπορεί κανείς να γευθεί παρά μόνο διά σου. Διότι αυτός που δεν σε αγάπησε όσο πρέπει και δεν αγαπήθηκε από εσένα όπως χρειάζεται, ίσως βέβαια τρέχει, αλλά δεν τερματίζει. Κάθε δρομέας πριν τελειώσει τον δρόμο είναι αβέβαιος. Όποιος όμως έφθασε σ’ εσένα ή κατα­λήφθηκε από εσένα, είναι οπωσδήποτε βέβαιος, επειδή το τέ­λος του νόμου είσαι εσύ, εσύ που με περικυκλώνεις, που με φλογίζεις, που από πόνο καρδιάς, μου ανάβεις άπειρο πόθο του Θεού και των αδελφών και πατέρων μου. Διότι εσύ είσαι η διδασκάλισσα των προφητών, η συνοδοιπόρος των αποστόλων, η δύναμη των μαρτύρων, η έμπνευση των πατέρων και διδα­σκάλων, η τελείωση όλων των αγίων· και αυτήν τη στιγμή εσύ είσαι η δική μου προχείριση για την παρούσα διακονία.
Αλλά συγχωρήστε με, αδελφοί, που παρεξέκλινα λίγο από τα πλαίσια της κατηχήσεως του λόγου, πράγμα που προκάλεσε ο πόθος της αγάπης. Διότι την θυμήθηκα και «ευφράνθηκε η καρδιά μου» και επιδόθηκα σε εξύμνηση των θαυμάτων της. Για τον λόγο αυτόν αξιώνω και από τη δική σας αγάπη να την καταδιώκετε από πίσω με όλη σας τη δύναμη και να τη φθάσετε τρέχοντας με πίστη, και δεν θα διαψευσθούν καθόλου οι ελπίδες σας. Διότι κάθε φροντίδα και κάθε άσκηση, συνοδευόμενη από πολλούς κόπους, αν δεν απολήγει στην αγάπη με ταπεινό πνεύμα, είναι μάταια και δεν καταλήγει σε τίποτε χρήσιμο. Διότι δεν υπάρχει καμμία άλλη αρετή ή εκπλήρωση Κυριακής εντολής, με την οποία μπορεί κανείς ν’ αναγνωρισθεί ως μαθητής του Χριστού· πραγματικά λέγει, «από αυτό θα γνωρίσουν όλοι ότι είσθε μαθητές μου, εάν αγαπάτε αλλήλους».
Για χάρη της «ο Λόγος έγινε σάρκα και κατοίκησε σ’ εμάς», γι’ αυτήν, αφού ενανθρώπησε, υπέμεινε εκουσίως όλα τα ζωοποιά πάθη, για να ελευθερώσει από τα δεσμά του άδη το πλάσμα του, τον άνθρωπο, και, αναλαμβάνοντάς τον, να τον οδηγήσει στους ουρανούς. Για χάρη της έτρεξαν οι Απόστολοι εκείνον τον ατέλειωτο δρόμο, σαγήνευσαν όλη την οικουμένη με το αγκίστρι και τη σαγήνη του λόγου, την σήκωσαν από τον βυθό της ειδωλομανίας και την οδήγησαν στο σωτήριο λιμάνι της βασιλείας των ουρανών. Για χάρη της έχυ­σαν τα αίματά τους οι μάρτυρες, ώστε να μη χάσουν τον Χρι­στό. Γι’ αυτήν έδωσαν πρόθυμα τη ζωή τους οι θεοφόροι πατέρες μας και διδάσκαλοι της οικουμένης υπέρ της καθολικής και αποστολικής Εκκλησίας. Και εμείς οι ευτελείς αναλάβαμε την προστασία σας, των τιμιωτάτων πατέρων και αδελφών μας, ώστε, μιμούμενοι εκείνους κατά δύναμη, να πάθουμε και να υπομείνουμε για σας τα πάντα και να εκτελέσουμε για οικοδομή και ωφέλειά σας τα πάντα, για να σας παρουσιάσομε θύματα τέλεια, ολοκαυτώματα λογικά, στην τράπεζα του Θεού. Διότι σεις είσθε τα τέκνα του Θεού που μου έδωσε ο Θεός σαν παι­διά, σεις είσθε τα σπλάγχνα μου, τα μάτια μου. Σεις είσθε, για να εκφρασθώ με τους λόγους του Αποστόλου, το καύχημα και η σφραγίδα της διδασκαλίας μου.
            Ας φροντίσουμε, αγαπητοί μου αδελφοί εν Χριστώ, όπως με όλα, έτσι και με την αγάπη προς αλλήλους να λατρεύουμε τον Θεό, και εμένα, που με εκλέξατε για να με έχετε στη θέση του πνευματικού σας πατέρα, αν και απέχω πολύ να είμαι άξιος γι’ αυτήν, ώστε να χαίρεται ο Θεός για την ομόνοια και τελείω­σή σας, να χαίρομαι επίσης και εγώ ο ταπεινός, βλέποντας να επεκτείνεται πάντοτε η προκοπή του κατά Θεόν βίου σας προς το καλύτερο με την πίστη, την αγνεία, το φόβο Θεού, την ευλάβεια, την κατάνυξη και τα δάκρυα, με τα οποία καθαρίζεται ο εσωτερικός άνθρωπος και πλημμυρίζει θείο φως και γίνεται ολόκληρος του αγίου Πνεύματος με συντριμμένη ψυχή και καταβλημένο φρόνημα. Και η δική μου χαρά καθίσταται για σας ευλογία και αύξηση της άφθαρτης και μακάριας ζωής με τη δύναμη του Ιησού Χριστού του Κυρίου μας, στον οποίο ανήκει η δόξα στους αιώνες. Γένοιτο.
(Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου, Κατηχητικός Λόγος Α΄, Ε.Π.Ε Φιλοκαλία των νηπτικών και Ασκητικών 19Γ΄, σ. 303-311)

Πέντε αιτίες για τις οποίες παραχωρεί ο Θεός τη δυνατότητα στον διάβολο να πολεμά τους ανθρώπους:

Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής απαριθμεί πέντε αιτίες για τις οποίες παραχωρεί ο Θεός τη δυνατότητα στον διάβολο να πολεμά τους ανθρώπους:

Πρώτη αιτία, είναι για να μάθουμε να διακρίνουμε την αρετήν από την κακίαν μέσα από την εμπειρία αυτού του πολέμου.

Δεύτερη αιτία, είναι για να «εξαναγκαστούμε» τρόπον τινά, να προσκολληθούμε με βεβαιότητα και ακλόνητα στην αρετή.

Τρίτη αιτία, για να μην υπερηφανευόμαστε όταν προκόπτουμε στην αρετή, αλλά να συνειδητοποιήσουμε εκ της εμπειρίας του πνευματικού αυτού αγώνα ότι κάθε προκοπή είναι δωρεά του Θεού.

Τέταρτη αιτία, για να ταπεινωθούμε και για να συνειδητοποιήσουμε και μισήσουμε και ομολογήσουμε (εξομολόγησις) και εγκαταλείψουμε τις αμαρτίες μας, που γίνονται αιτία πειρασμών.

Πέμπτη αιτία, για να μην ξεχάσουμε την ιδική μας ασθένεια και την του Θεού δύναμη, όταν προοδεύοντας στον πνευματικό αγώνα αξιωθούμε και φθάσουμε σε κάποιαν αρετή.

Μέσα στις πιο πάνω αιτίες διαφαίνεται η Αγάπη του Θεού προς τον άνθρωπον. Ας μην ξεχνούμε ότι και οι θλίψεις και οι πειρασμοί είναι δώρα της φιλανθρωπίας του Θεού γιατί μέσα στις δοκιμασίες αυτές μπορούμε -αν το θελήσουμε- να συναντήσουμε τον πάσχοντα και σταυρωμένο Χριστό μας, και Αυτός θα μας αναστήση στην αιώνια ζωή.

Σε τελευταία ανάλυση, ο διάβολος με όλα τα τεχνάσματά του και παρ’ όλες τις μηχανουργίες του εναντίον μας, εν τούτοις αυτοκαταστρέφεται και θριαμβεύει η θεία φιλανθρωπία!

Όπως η σταυρική παγίδα, που έστησεν ο διάβολος στον Χριστόν, απέβη τελικά η συντριβή του ίδιου του διαβόλου και η νίκη του Ιησού, (για αυτό και ο Σταυρός είναι από τότε το φοβερότερον όπλο κατά του διαβόλου), έτσι και κάθε παγίδα που στήνει ο διάβολος και σε μας, μπορεί να αποβεί ήττα του Σατανά και αφορμή για τη σωτηρία μας.

Με μίαν όμως απαραίτητη προϋπόθεση: ότι θα αντιμετωπίζουμε τους εκάστοτε πειρασμούς με κόψιμο του δικού μας θελήματος (δηλαδή του εγωισμού μας) και υπακοή «άνευ όρων» στο θέλημα του Θεού.

ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΛΟΥΚΙΑΝΟΥ

15Γιορτάζουμε σήμερα 15 Οκτωβρίου, ημέρα μνήμης του Αγίου Ιερομάρτυρος Λουκιανού, του Πρεσβύτερου της Εκκλησίας της Αντιοχείας.

Ο Άγιος Λουκιανός καταγόταν από τα Σαμόσατα της Συρίας και ήταν γόνος ευσεβούς οικογενείας.
Έλαβε την απαραίτητη μόρφωση και μετά το θάνατο των γονέων του, σε ηλικία 12 ετών, μοίρασε την περιουσία του στους πτωχούς.

Εντρύφησε στην μελέτη της Αγίας Γραφής και όντας γνώστης της εβραϊκής, διόρθωσε και συμπλήρωσε τις μεταφράσεις των Ο΄, του Ακύλα, του Συμμάχου και του Διοκλητιανού επί τη βάσει του πρωτοτύπου, δωρίζοντας την μετάφρασή του στην εκκλησία της Νικομηδείας.

Χειροτονήθηκε πρεσβύτερος στην Αντιόχεια και διακρίθηκε για την ζέση του κηρύγματός του, με το οποίο παρακινούσε τους πιστούς στο μαρτύριο.

Όταν πληροφορήθηκε ότι ο Διοκλητιανός καταδίωκε στη Νικομήδεια τους Χριστιανούς εγκατέλειψε την Αντιόχεια και πήγε εκεί για να τους συμπαρασταθεί. Συνελήφθη όμως από τον Διοκλητιανό,φυλακίσθηκε και ετελεύτησε από πείνα.

Στους εορτάζοντες και στις εορτάζουσες, χρόνια πολλά και ευάρεστα στο Θεό !!!

Απολυτίκιο:
Ήχος γ'. Θείας πίστεως.
Θείω Πνεύματι, λελαμπρυσμένος, γνώσιν ένθεον, εταμιεύσω, και της πίστεως τον λόγον ετράνωσας, όθεν Μαρτύρων αλείπτης γενόμενος, Λουκιανέ εν αθλήσει ηρίστευσας. Μάρτυς ένδοξε, Χριστόν τον Θεόν ικέτευε, δωρήσασθαι ημίν το μέγα έλεος.

ΛΟΥΚΙΑΝΟΥ ΑΝΤΙΟΧΕΙΑΣ

Τῌ ΙΕ' ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ ΜΗΝΟΣ
ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ

Μνήμη τοῦ Ἁγίου Ὁσιομάρτυρος Λουκιανοῦ, Πρεσβυτέρου τῆς Μεγάλης Ἀντιοχείας.

Τῇ ΙΕ' τοῦ αὐτοῦ μηνός, Μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἱερομάρτυρος Λουκιανοῦ, πρεσβυτέρου Ἀντιοχείας τῆς μεγάλης.
Ἄρτου στερήσει Λουκιανὸς ἀντέχει,
Τοῦ ζῶντος ἄρτου μὴ στερηθῆναι θέλων.
Λιμῷ Λουκιανὸς δεκάτῃ θάνεν ἠδέ τε Πέμπτῃ.

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, Μνήμη του Ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν Σαβίνου Ἐπισκόπου.
Ἰσάγγελον Σαβῖνος εὖ βιοὺς βίον,
Θανὼν συνήφθη τῷ χορῷ τῶν Ἀγγέλων.

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, Μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν καὶ Ὁμολογητοῦ Βάρσου, Ἐπισκόπου Ἐδέσσης.

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, Μνήμη τῆς ἀθλήσεως Μοναχοῦ τινος καὶ Μάρτυρος, καὶ ὠφέλιμος διήγησις περὶ αὐτοῦ.

Ταῖς τῶν Ἁγίων σου πρεσβείαις, Ὁ Θεὸς, ἐλέησον ἡμᾶς. Ἀμήν.

Δευτέρα, Οκτωβρίου 14, 2013

Γιατί δεν πρέπει να σβήνονται γρήγορα τα κεριά που ανάβουν στα μανουάλια οι Χριστιανοί στην Εκκλησία;

κεριά μανουάλι


Μαθαίνουμε από τον Συναξαριστή του Αγίου Δημητρίου του Μυροβλήτου (26/10), ότι υπήρχε κάποιος ονόματι Ονησιφόρος, στον τάφο του Αγίου, ο οποίος είχε την διακονία να ανάβει και να σβήνει τις λαμπάδες και τα κεριά που έφερναν οι Χριστιανοί μπροστά στην εικόνα του Αγίου, όταν πήγαιναν να προσκυνήσουν.


Εκείνος λοιπόν, βιαζόταν και τα έσβηνε πριν αυτά καούν επαρκώς. Μια νύκτα, φάνηκε σε αυτόν στον ύπνο του ο Άγιος και του είπε: “Γνώριζε Ονησιφόρε, ότι αυτό που κάνεις δεν μου αρέσει. Γνώριζε επίσης ότι με αυτόν τον τρόπο και τον εαυτόν σου βλάπτεις, αλλά και εκείνους που φέρνουν τα κεριά και τις λαμπάδες. Γιατί, όσο περισσότερο καίγονται οι λαμπάδες μπροστά από τις Εικόνες, τόσο περισσότερο καίγονται οι αμαρτίες εκείνου που με πίστη τις φέρνει. Όταν όμως τις αφαιρούν, και εκείνος ο οποίος τις φέρνει, χάνει τον μισθό του, και εκείνος που τις αφαιρεί θα έχει κόλαση στην ψυχή του“.
Ο Ονησιφόρος, δεν έδωσε και πολύ σημασία, αλλά πράγματι σταμάτησε για λίγο καιρό να βιάζεται να τις σβήνει. Μια νύκτα, κάποιος Χριστιανός, πήγε δύο πολύ ωραίες λαμπάδες και αφού προσκύνησε παραμέρισε λίγο να προσευχηθεί και μετά έφυγε. Τότε ο Ονησιφόρος πήγε να τις σβήσει, επαναλαμβάνοντας δηλαδή αυτή του την κακή συνήθεια. Τότε, αμέσς ο Άγιος του είπε με φοβερή φωνή: “Πάλι τα ίδια άρχισες Ονησιφόρε;”. Αμέσως τότε από τον φόβο του, έπεσε ο Ονησιφόρος λιπόθυμος και μόλις ήλθε πάλι στον εαυτό του, μετανόησε για την πράξη του και έκτοτε δεν την επανέλαβε, αλλά και μάθαμε την ωφέλεια που προκύπτει από μια τόσο απλή και ευλαβική πράξη, που όταν γίνεται με πίστη, έχει τεράστια δύναμη.

(εκ του Μεγάλου Συναξαριστού της Ορθ. Εκκλησίας, Ματθ. Λάγγη)

πηγη/αντιγραφή

Τί μετὰ νεκρῶν τὸν ζῶντα λογίζεσθε;

  Σοφία Μπεκρῆ, φιλόλογος – θεολόγος Ἁγία καὶ Μεγάλη Παρασκευὴ καὶ ἕνα ἀνάμεικτο συναίσθημα χαρμολύπης κυριαρχεῖ στὶς καρδιὲς ὅλων. Ἀφενὸς μ...