Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τρίτη, Νοεμβρίου 05, 2013

Ο βίος καί τά βιώματα τού Αγ. Νεκταρίου


Ο Άγιος Νεκτάριος

Η εκκλησία μας σήμερα τιμά αδελφοί μου, πανηγυρικά τιμά τη μνήμη του Αγίου Νεκταρίου, Επισκόπου Πενταπόλεως του θαυματουργού.
Ασκήτευσε στην Αίγινα και το 1920 ίδρυσε την Ιερά Μονή, τη γνωστή σημερινή Ιερά Μονή της Αγίας Τριάδος.
Από μικρός ο Άγιος υπήρξε αγνός και καθαρός.
Στις σπουδές του άριστος μαθητής, φοιτητής, ακαδημαϊκός, και στη προσωπική του ζωή όσιος.
Στη μοναχική που καθιέρωσε, υπήρξε μάρτυς του πόνου, και του αναιμάκτου μαρτυρίου της συνειδήσεως.
Σαν διδάσκαλος και ιεροκήρυκας υπήρξε προφήτης και απόστολος.
Μέσα στην ιεροσύνη και ως διάκονος και ως πρεσβύτερος, και ως επίσκοπος υπήρξε μια συνεχή προσφορά θυσίας, προς τον αμαρτωλό άνθρωπο.
Ύστερα από τον άδικο κατατρεγμό του, και την εξορία του από την Αλεξάνδρεια, εδώ στην Ελλάδα, κατάφερε με την δύναμη και τη Χάρη του Χριστού μας, να διδάξει στη πατρίδα μας την αληθινή βιωματική μυστική ζωή της ορθοδόξου εκκλησίας, δηλαδή να ξεχωρίσει από τον παρωχημένο σκοταδισμό και τις δυσειδαιμονίες της εποχής του, την ατόφια διδασκαλία τη μυστική, της εκκλησίας της ορθοδόξου.
Να αναγεννήσει λίγο το πνεύμα του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, και να ξαναφέρει στην επιφάνεια τα θέματα περί προσευχής.
Αφού ξεχώρισε ο Άγιος κατά πρώτον λόγον τον άνθρωπο, από τον χριστιανό άνθρωπο,
- εννοείται βέβαια με τα κηρύγματα και τα γραπτά του κείμενα – κατόπιν ζωγράφισε τον χριστιανό.
Πώς είναι με το κάθε πάθος χωριστά, και πως είναι όταν κοσμείται από τις αρετές του Θεού.
Και τέλος δίδει και τον χριστιανό, που κατακτάται ολόκληρος από τη θεία χάρη.
Όλα αυτά περιγράφονται άριστα σε ένα βιβλίο του, που το κυκλοφόρησε ως «Γνώθι σ’αυτόν».
Είναι αυτό που έλεγε ο Απόστολος Παύλος και το οποίον είπε και το σημερινό αποστολικό ανάγνωσμα, «Ζώ δε ουκέτι εγώ, Ζεί δε εν εμοί Χριστός».

Στην καρδιά μας, όχι ο άνθρωπος που αγαπάμε, σύζυγος, παιδιά, γονείς, αδέλφια, αλλά ο ΧΡΙΣΤΟΣ.
Πρώτα ο Χριστός και ύστερα ο αγαπημένος ή η αγαπημένη.
Αγάπη στον πρώτον, τον Θεόν, εξ όλης ψυχής, καρδίας, ισχύος, διανοίας, αλλά και αγάπη στον δέυτερον ως σεαυτόν, δηλαδή να τον αγαπάς όπως τον εαυτόν σου και τίποτα περισσότερο.
Στην καρδιά μας ο Χριστός και όχι ο χρυσός.

Η προτεραιότητα, μας συμβουλεύει ο Άγιος Νεκτάριος, είναι ο Χριστός, το Άγιον θέλημά Του, η εκκλησία και τα μυστήριά της, και ύστερα ακολουθούν οι κοσμικές γνώσεις, η καριέρα, το επάγγελμα, και να προχωρήσουμε λίγο παρακάτω στην αμαρτωλή εξουσία και δύναμη, στις επιστήμες, στον αμαρτωλό πλούτο, στην παλικαριά, στην πρωτιά, στην διεστραμμένη τέχνη, στην τελειομανία και τόσα άλλα που μας απομακρύνουν απ' το Χριστό.
Και όταν βασιλεύσει ο Χριστός και η ειρήνη στην καρδιά μας, τότε την πλούσια αυτή ευλογία, απλόχερα την δίνουμε στον άνδρα μας, στη γυναίκα μας, στα παιδιά μας, στους γονείς μας και στον κάθε πλησίον.
Αυτόν τον πλούτον, της θείας χάριτος, που έχει και κοσμεί τη καρδιά μας, ΕΥΚΟΛΑ εμείς την μοιράζομε, τη δίνουμε, η την μοιραζόμαστε αν θέλετε, με τον σύντροφο της ζωής μας, και την οικογένειά μας και με τον κάθε συνάνθρωπό μας.
Σε ασύγκριτο βαθμό, τον σκορπούσε αυτόν τον πνευματικό πλούτο, της θεία χάριτος, ο Άγιος Νεκτάριος, στο πλήρωμα της εκκλησίας, πολύ δε περισσότερον ως διευθυντής της Ριζαρείου Σχολής, στους σπουδαστές της, καθώς αργότερα και στις μοναχές της Ιεράς Μονής Αγίας Τριάδος
που ίδρυσε ο ίδιος στην Αίγινα.

Χριστιανοί μου,
η ζωή του Αγίου Νεκταρίου από τότε που έγινε επίσκοπος Πενταπόλεως, ήτο γεμάτη πίκρες, φθόνους, συκοφαντίες, προδοσίες, εξορίες, κατατρεγμούς, πειρασμούς και θλίψεις, και αρρώστιες πολλές.
Διαβάστε το βίο, κυκλοφορούν σε πολλά φυλλάδια και θα τον δείτε και θα θαυμάσετε.
Αλλά και η ΥΠΟΜΟΝΗ του όμως, ήτο απροσμέτρητος, Ιώβειος, αγόγγυστος, και Αγία, γι αυτό και ήτο όλος φώς, και όλος δόξα, και αυτό το φώς δεν ήτο ένας απλός φωτισμός του νου.
Αλλά άκτιστον ουράνιον φώς, που τον κάλυπτε ορατά ολόκληρον, και τον γέμιζε από ειρήνη, αγάπη, δόξα και δύναμη πίστεως, αυτήν που χρειαζόμαστε, στις δύσκολες ημέρες που έρχονται, όποιες κι αν είναι αυτές.
Το άκτιστον φώς, ως ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, πηγάζει μέσα από τις ΚΑΘΑΡΕΣ καρδιές, διότι μέσα σ’ αυτήν βασιλεύει ο Χριστός, ΕΝΤΟΣ ΗΜΩΝ η βασιλεία του Θεού, βεβαιώνει ο ίδιος ο Κύριος στην Αγία Γραφή, όπου ο Χριστός εκεί και το ανέσπερον, άκτιστον φώς, όπου ο Χριστός εκεί και ο Παράδεισος, εκεί και η βασιλεία Του.
Στον Άγιο Νεκτάριο, καρδιά και νους, ήταν ένα πράγμα, γι αυτό, επαναλάμβανε συχνά, «ζεί δε εν εμοί Χριστός, ζώ δε ουκέτι εγώ, ζεί δε εν εμοί Χριστός».

Όταν το 1962 μ' αξίωσε ο Θεός και πήγα για πρώτη φορά στον Άγιο Νεκτάριο, μόλις είχε αγιοποιηθεί, πρίν ένα χρόνο, δύο, συνάντησα εκεί, μια μοναχή Θεοδώρα, η οποία μάλιστα μας είχε και η ίδια, αγιογραφήσει τον Άγιο Νεκτάριο, όπως ακριβώς ήταν, όπως ήταν, -την έχουμε αυτήν την εικόνα, -
εκείνη η ευλογημένη ψυχούλα η μοναχή, μου εκμυστηρεύτηκε κάτι, αχ πάτερ μου λέει,
"Τι απέραντη ουράνια και ακατάληπτη ευτυχία, με καταλαμβάνει σε κάθε Θεία Λειτουργία του Αγίου, όταν βεβαιώνεται, ότι ακουμπάει η ψυχή μου, πνευματικά ακουμπάει η ψυχή μου στο στήθος του Χριστού, μέσω του Αγίου, ως άλλος αγαπημένος μαθητής απόστολος και Ευαγγελιστής του Κυρίου, Ιωάννης… "
Και ρώτησα εγώ, "και πώς γίνεται αυτό", -μεσάνυχτα εγώ τότε από τέτοια πράγματα-, να, μας έμαθε να λέμε και το Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με.
Όταν λοιπόν από τις πολλές φορές που το λέγω στη Θεία Λειτουργία, χωρίς να το καταλάβω, από μόνο του το κεφάλι μου γέρνει αριστερά, και σκύβει σκύβει και ακουμπά προς το μέρος της καρδιάς, όπως ακριβώς, διδάσκεται και η εφαρμογή, η πρακτική εφαρμογή της νοεράς προσευχής.
Και άλλοτε το βιώνω, το ίδιο πράγμα νοιώθω δηλαδή εκείνη τη στιγμή που γέρνει, το κεφάλι μου προς το μέρος της καρδιάς, γέρνει η ψυχή μου και ακουμπά στο στήθος του Κυρίου.
Και άλλοτε αυτό το βιώνω, στη Θεία Κοινωνία όταν επιστρέφω στη θέση μου.

Για κοιτάξτε τώρα ένα παράξενο πράγμα, την Κυριακή του Αγίου Δημητρίου, μια ψυχή από σάς, -είναι εδώ,- δε λέω άνδρας γυναίκα, λέω μόνο μια ψυχή, μετά τον καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων, είδε λοιπόν γύρω μας, εδώ μέσα στο ναό, να παρευρίσκονται, -η ψυχή εννοεί,- όχι τα μάτια, όχι τα σωματικά μάτια, η ψυχή ένοιωσε την ώρα που έλεγε την ευχή και είχε κλειστά τα μάτια, ότι γέμισε από τους Αποστόλους, τον Πέτρο, τον Παύλο, τον Ιωάννη, τον Ιάκωβο, τον Ανδρέα και άλλους.
Επίσης τον Άγιο Νεκτάριο, τον Άγιο Νικόλαο, τον Άγιο Ιωάννη το Χρυσόστομο, τον Μέγα Βασίλειο, τον Άγιο Χαράλαμπο, και άλλους πολλούς. Επίσης τον Άγιο Γεώργιο, πρώτα βέβαια τον Άγιο Δημήτριο, ήταν και του Αγίου Δημητρίου, τον Άγιο Στέφανο, τον Άγιο Μηνά, τον Άγιο Αρτέμιο και άλλους …
Εκατομμύρια μαρτύρους, μαζί με την Αγία Βαρβάρα, την Αγία Αικατερίνη την Αγία Παρασκευή, την Αγία Ειρήνη και άλλους και άλλους και άλλους …
Επίσης αισθάνθηκε και ολόκληρον τον αόρατο κόσμο, των αγγέλων και αρχαγγέλων, Χερουβείμ και Σεραφείμ, Θρόνων και Κυριοτήτων, και πάνω από όλους την Υπεραγία Θεοτόκο.
Εκείνη τη στιγμή, είδε να φεύγουν από δω μπροστά, κάτι παιδάκια, τα οποία τα αναγνώρισε γιατί ήταν εδώ καθισμένα, Ήταν η Λυδία της Ξένιας, ήταν ο Στέφανος ο δικός μου και ο Μηνάς, ήταν ο Μιχαλάκης του κυρίου Κώστα, και της Θυμίας, ήταν ο Τιμόθεος του κυρίου Λευτέρη, ήταν η Δήμητρα, -πού είναι η Δήμητρα;- , ήταν η Γεωργία της κυρίας Νίκης, ήταν μια Μαρία και άλλοι.
Τα οποία φύγαν όλα μαζί άνοιξε ο χώρος των ανδρών, εν μέσω των αποστόλων πήγαν στο θρόνο του Κυρίου, όπου εκάθητο ο Κύριος και έπεσαν στην αγκαλιά Του.
Τα παιδιά έπεσαν στην αγκαλιά Του, τα παιδάκια, τα άκακα, κάτω από δύο χρονών,
Δε θα θυμώνετε…
Αχ χριστιανοί μου πόσο θάθελα όλοι και εμείς, και σείς και μείς οι λειτουργοί του Υψίστου που σήμερα είμαστε τρείς, ο πατής Παναγιώτης, ο πατήρ Αντώνιος και εγώ ο βρωμερός, και ο καθένας χωριστά, να ένοιωθε, να ζήσει, να ζούσε, να βίωνε, με τρόπο καθαρά πνευματικό και ακατάλυπτο – ΟΧΙ ΜΕ ΤΟ ΜΥΑΛΟ – όχι με το νού, όχι με φαντασίες, όχι με ψευδοφάνιες,
όχι με ψευδοκαταστάσεις και ανατριχιάσματα, όχι, αλλά με ουράνια θεωρία, να μπορεί να βλέπει με τα μάτια της ψυχής του, την καρδιά του, να ακουμπά, στο θεανθρώπινο στήθος του Κυρίου μας, εδώ.
Και στη συνέχεια να καταφιλά, όπως εκείνα τα παιδάκια, που ακουμπούσαν στο στήθος Του, πώς όλα μαζί δεν ξέρω, και ύστερα άρχισαν να του φιλούν τα χεράκια και τα πόδια τα πανάχραντα του Κυρίου,
να μπορούσαμε και μείς νοερά, να το κάνομε αυτό όπως τόκανε στην πραγματικότητα και ο Μέγας Παϊσιος.
Θα αισθανόμασταν τότε ανέκφραστη μακαριότητα, "τι ευτυχία Θεέ μου" θα λέγαμε,
Δεν τα βιώνουμε όμως …
Να γιατί εκκλησιαζόμεθα, να γιατί εκκλησιαζόμαστε, Φύγαν όλοι οι νεαροί στην ηλικία των 14, 15, 16,
Τι πάς εκκλησία, αφού δε καταλαβαίνεις, πώς θα καταλάβει το ξερό σου το κεφάλι;
Αφού δε προσεύχεσαι.
Αφού σε όλη τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας, δε λές Χριστέ μου ελέησέ με, βοήθησέ με το σκοτισμένο μου μυαλό!
Σάμπως το λένε οι γονείς για τα παιδιά;
Εδώ βιώνουμε την ανθρώπινη τραγωδία μας, την αμαρτωλότητά μας, αλλά βιώνουμε όμως και την ελπίδα της σωτηρίας μας.

Αυτά πρόσφερε ο Άγιος Νεκτάριος σε κάθε Λειτουργία, στην Αγία Τριάδα στην Αίγινα, και όταν ο Άγιος λειτουργούσε, δεν συνέβαιναν μόνο αυτά που μου είπε και μου αποκάλυψε η αδελφή Θεοδώρα και το βρήκα ύστερα από 48 χρόνια αυτό το πράγμα γραμμένο σε ένα τριμμένο χαρτί, αλλά και στο Χερουβικό Ύμνο και στον καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων, έμπαινε ολόκληρος μέσα σε ένα φώς, τόσο φώς που δεν τον έβλεπε η γερόντισσα Μαγδαληνή που ήταν διάκονος τότε του Αγίου Νεκταρίου σύμφωνα με την μαρτυρία.

Φοβερόν το μυστήριον, και όλο αυτό το μεγαλείο της αποκαλύψεως της θείας λαμπρότητος,
εισέρχεται μυστικά στις καρδιές όλων μας όσων τις έχουν ανοικτές.
Από τα απροσπέλαστα εκείνα μυστήρια των ουρανίων Θείων Λειτουργιών του Αγίου Νεκταρίου, είθε ο Άγιος να δίδει, να δωρίζει σε όλους εμάς που εκκλησιαζόμαστε σε κάθε ναό της χώρας, μετά φόβου Θεού, πίστεως, αγάπης, υπομονής και ταπεινού φρονήματος, λίγες στιγμές Θεέ μου, λίγες, λίγες, λίγες στιγμές, λίγα δευτερόλεπτα, μας φτάνουν, λίγα δευτερόλεπτα, έστω και πέντε, να μας χαρίσει τη θεία μακαριότητα που ζούσε εκείνος, μπροστά στην Αγία Τράπεζα όταν έκανε ή όταν έκανε προσευχή, με τη βεβαιωμένη ελπίδα ότι θα τύχουμε όλοι μας, την σωτηρία μας, δυνάμει του θείου ελέους και της Σταυρικής Του Θυσίας,

Αμήν.


ΚΗΡΥΓΜΑ ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ ΤΑΞΙΑΡΧΕΣ

Ο άνθρωπος της εποχής μας περισσότερο από κάθε άλλη εποχή, επιδιώκει την εφαρμογή των αρχών της ελευθερίας, της δικαιοσύνης και της ισότητας. Αναζητεί την αναγνώρισή του ως άτομο αξίας. Ο κόσμος είναι κουρασμένος και ταλαιπωρημένος από τις ακατάπαυστες διαμάχες και εκμεταλλεύσεις των κοσμικών δυνάμεων, οι οποίες αποβλέπουν αποκλειστικά και μόνον στο προσωπικό τους συμφέρο και στην εκμετάλλευση του ανθρώπου. Η εικόνα του Θεού, ο άνθρωπος, έχει παραμερισθεί, διότι, όπου κυριαρχεί το συμφέρον, εκεί καταπατείται ο άνθρωπος
 Η Ορθοδοξία είναι η μόνη οδός, που οδηγεί τον άνθρωπο στην σωστή θεώρηση περί του Θεού, περί της ζωής και περί τα του εαυτού του. Είναι η μοναδική δύναμις, που αγκαλιάζει την σκληρή από την αμαρτία ψυχή και εμφυτεύει μέσα της την μετάνοια. Είναι η μόνη, που οδηγεί τον αμαρτωλό άνθρωπο από την λάσπη της αμαρτίας στην αγιότητα και τον αποκαθιστά στην υιοθεσία της Χάριτος του Θεού.
Ο άνθρωπος, που ζει μακριά από τον Θεό, είναι επόμενο να βιώνει την κυριαρχία ενός σκότους που δεν του επιτρέπει να δει και να αντιλαμβάνεται ορθά τα διάφορα προβλήματα της ζωής. Το θρησκευτικό δόγμα παίζει οπωσδήποτε σημαντικό ρόλο στη ζωή του ατόμου. Βάσει του ορθού ή μη δόγματος διαμορφώνεται ο όλος βίος του ανθρώπου. Γι’ αυτό μέσα στο χώρο της Ορθόδοξης Εκκλησίας οι Άγιοι Ταξιάρχες έχουν ιδιαίτερη θέση και αξία.
Εκείνο που χαρακτηρίζει τον ορθόδοξο χριστιανό, είναι το γεγονός ότι ο ίδιος αποχωρίζεται από την αγάπη προς την αμαρτία, την αμαρτωλή ζωή και τα αμαρτωλά πάθη, και αφοσιώνεται πλήρως στην αγάπη προς τον Θεό και τον συνάνθρωπό του. Χωρίζεται από τον κόσμο, αλλ’ ουδέποτε απομακρύνεται από τον συνάνθρωπό του. Θέλει την επικοινωνία με τον Θεό, αλλά κοινωνεί με τους συνανθρώπους του. Ζει αγγελική πολιτεία, μιμούμενος την φωτοφόρο ζωή των Αγγέλων, αλλά γίνεται ταυτόχρονα φως και παράδειγμα για τους γύρω του, τους εγγύς και τους μακράν διαβιούντας.
Χρέος μας είναι να προσθέτουμε στις αρχικές θείες ενέργειες τις δικές μας καλές πράξεις, τα έργα πίστεως, ώστε τα μηνύματα του Ευαγγελίου να ενσωματωθούν πλήρως με την όλη προσωπικότητά μας. Μ’ αυτό τον τρόπο αναδεικνυόμεθα άτομα αναγεννημένα, υιοί φωτός, άξιοι του ονόματος και της κλήσεώς μας ως τέκνα Θεού.
Η αγάπη του Παντοδυνάμου Θεού είναι μία ιδιότητα που εξωτερικεύεται με τη δημιουργία από την ανυπαρξία τόσον του αοράτου κόσμου ή του κόσμου των αγγέλων, όσον με την δημιουργία του υλικού και ορατού σύμπαντος. Η αποκορύφωση της όλης δημιουργικής αγάπης του Θεού εκδηλώνεται με την πλάση του ανθρώπου και τελικά με την εν Χριστώ σωτηρία του ανθρωπίνου γένους.
Ο κόσμος των Αγγέλων ήταν η πρώτη δημιουργική πράξη του Θεού. Οι άγιοι Άγγελοι είναι νοητά κτίσματα, άυλα πνεύματα και αεικίνητα. Οι Άγγελοι είναι ελεύθερα και αυτεξούσια πνεύματα• είχαν την απόλυτη ελευθερία, εάν ήθελαν, να μείνουν σταθεροί στην αγιότητα , ή να στραφούν προς το κακό, όπως συνέβη με τον Εωσφόρο, που επινόησε το κακό, και όλους τους αγγέλους που τον ακολούθησαν και έπεσαν. Οι Άγγελοι είναι ασώματοι και υπηρετούν τον Θεό δοξολογώντας ακατάπαυστα την αγιότητα και την άπειρή Του δύναμη. Ο Θεός δημιούργησε τους αγγέλους από την αρχή αθανάτους και ξένους προς την φθορά και τον θάνατο. Είναι όμως τρεπτοί ως προς την φύση και τη γνώμη τους, δηλαδή έχουν την δυνατότητα να αλλάξουν την φύση τους και από το καλό να μεταπηδήσουν στο κακό. Την δόξα και λαμπρότητά τους την λαμβάνουν από τον Θεό. Οι Άγγελοι είναι περιγραπτοί, δεν παρευρίσκονται παντού, όπως συμβαίνει μες τον Θεό.
Οι σημερινοί εορταζόμενοι Άγιοι Ταξιάρχες, είναι το υπόδειγμα για τον κάθε Χριστιανό, διότι ως λύχνοι καιόμενοι και ως λαμπάδες τηκόμενες υπηρετούν με πίστη και αφοσίωση το θείο θέλημα, αναδεικνυόμενοι προστάτες και βοηθοί των ανθρώπων που με ελπίδα καταφεύγουν σ’ αυτούς και με πίστη επιζητούν την Χάρη τους. Ως πολύφωτοι αστέρες μέσα στο λαμπρό στερέωμα της Εκκλησίας του Χριστού, διαχέουν το φως της αγγελικής πολιτείας σ’ όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης.
Ο Θεός, όταν δημιούργησε τους Αγγέλους, τους έδωσε να έχουν την απόλυτη ελεύθερα γνώμη. Έπρεπε όμως να αποδείξουν ότι ήταν άξιοι της τιμής με την οποία τους κόσμησε. Γι’ αυτό δοκιμάστηκε η πίστη τους. Ένας απ’ αυτούς, ο Εωσφόρος, που ήταν ο πρώτος όλων των αγγελικών Ταγμάτων, αυτός που ήταν ο ωραιότερος, δυνατότερος και λαμπρότερος, υπερηφανεύθηκε και πίστεψε ότι μπορεί να αντικαταστήσει τον Θεό και να στήσει τον θρόνου του υπεράνω του Θεού. Αυτό ήταν το αμάρτημά του. Υπερηφανεύθηκε! Επαναστάτησε εναντίον του Θεού και μαζί του παρέσυρε μεγάλο αριθμό αγγέλων, που με την πτώση τους μετατράπηκαν από φωτεινούς αγγέλους σε σκοτεινούς και από αγίους σε πονηρούς. Όταν έπεσαν οι πονηροί άγγελοι, που ονομάζονται δαίμονες, συγκεντρώθηκαν όλα τα επουράνια Τάγματα και ο Αρχάγγελος Μιχαήλ στάθηκε στο κέντρο και αναφώνησε: «Στώμεν καλώς, στώμεν μετά φόβου Θεού» και αμέσως οι άγιοι Άγγελοι στάθηκαν πιστοί προς τον Θεό και δεν ακολούθησαν την πονηρά σκέψη του Εωσφόρου. Αυτό, λοιπόν, το γεγονός εορτάζουμε σήμερα. Δεν γιορτάζομε την πτώση του Εωσφόρου και των πονηρών του πνευμάτων, αλλά γιορτάζομε τη συνάθροιση των αγίων Αγγέλων που έδειξαν πίστη ορθή και ακλόνητη στον Ένα Αληθινό Θεό και Δημιουργό των όλων. Συναθροίστηκαν οι άγιοι Άγγελοι για να εκφράσουν την πίστη τους στο Δημιουργό τους και από τότε παρέμειναν σταθεροί στην αγιότητα και στο καλό.
Το γεγονός αυτό μας υπενθυμίσει δύο πράγματα: Πρώτον, εάν οι άγγελοι που έπεσαν στην υπερηφάνεια, έχασαν την αξία τους και τη λαμπρότητά τους εξ αιτίας της αμαρτίας, πόσο μάλλον θα συμβεί σε μας τους Ορθοδόξους Χριστιανούς, εάν δεν στεκόμαστε στο ύψος των αρετών; Εάν στον Εωσφόρο συνέβηκε τόσο ανεπανόρθωτο κακό, επειδή δεν πρόσεξε και στράφηκε στο κακό, πόσο μάλλον θα συμβεί σ’ εκείνους που θεληματικά μένουν προσκολλημένοι στην αμαρτία; Δεύτερον, πρέπει να παραδειγματιστούμε από την πιστότητα των αγίων Αγγέλων.
Ένα άλλο σημαντικό σημείο που μας υπενθυμίζει η σημερινή εορτή των Ταξιαρχών, είναι ότι ο λύχνος της χριστιανικής μας υπάρξεις  πρέπει φέγγει επί του λυχνοστάτη, αλλά και  οι χριστιανικές μας αρχές πρέπει να σελαγίζουν από οποιαδήποτε κοινωνική θέσηNα κατέχουμε και να χύνουμε  στους  γύρω μας το παρήγορο και ιλαρότατο φως της Πίστεως, της ελπίδας και της αγάπης.
Οι Άγιοι Ταξιάρχες αναδείχθηκαν με την αφοσίωση τους στον Ένα Αληθινό Θεό κανόνες της ορθής πίστεως. Υπήρξαν οι προστάτες και οι υπερασπιστές όλων εκείνων που χειμάζονται από τα ποικιλόμορφα προβλήματα της καθημερινότητας.
Η σημερινή γιορτή των Ταξιαρχών μας δίδει την αφορμή να κάνουμε μια ανασκόπηση του εαυτού μας. Να εξετάσουμε, κατά πόσο εφαρμόζουμε τις θείες εντολές του Κυρίου, κατά πόσο είμεθα πιστοί στον Σωτήρα μας, κατά πόσο επιβλέπουμε στις ανάγκες των φτωχών, κατά πόσο ανακουφίζουμε τον πόνο των ασθενών. Και από τα βάθη της καρδιάς μας, ας του ζητήσουμε να μας αξιώσει να γίνουμε και εμείς “φως Χρίστού” . Να ζήσουμε μια αγγελική πολιτεία, μιμούμενοι τους δύο Παμμεγίστους Ταξιάρχας Μιχαήλ και Γαβριήλ. Και τέλος, να διασκορπίζουμε, με την παραδειγματική μας ζωή, τα μηνύματα της ελπίδας για μια καλλύτερη κοινωνία απηλλαγμένη από τις συμφορές του βίου, τον πόνο και την δυστυχία.

Του Οσίου Πατρός ημών Νικοδήμου του Αγιορείτου Εις την Σύναξιν των εννέα Ταγμάτων, Θρόνων, Χερουβίμ, και Σεραφίμ, Κυριοτήτων, Δυνάμεων, και Εξουσιών, Αρχών, Αρχαγγέλων, και Αγγέλων.

Του Οσίου Πατρός ημών Νικοδήμου του Αγιορείτου
Εις την Σύναξιν των εννέα Ταγμάτων, Θρόνων, Χερουβίμ, και Σεραφίμ, Κυριοτήτων, Δυνάμεων, και Εξουσιών, Αρχών, Αρχαγγέλων, και Αγγέλων.
Αρχάγγελος Μιχαήλ
Μιχαήλ ο ενδοξότατος και λαμπρότατος ταξιάρχης των ασωμάτων Δυνάμεων, πολλάς ευεργεσίας και χάριτας φαίνεται ότι έδειξεν εις το γένος των ανθρώπων, τόσον εν τη Παλαιά Διαθήκη, όσον και εν τη Νέα, χάριτι του Ευαγγελίου. Σημείωσαι, ότι Μιχαήλ θέλει να ειπή, δύναμις Θεού, ή αρχιστράτηγος δυνάμεως Kυρίου. Διότι αυτός εφάνη πρώτον εις τον Πατριάρχην Αβραάμ. Έπειτα εις τον Λώτ, όταν ελύτρωσεν αυτόν με τας θυγατέρας του από το θεόπεμπτον πύρ, και από την καταστροφήν των Σοδόμων. Μετά ταύτα εφάνη εις τον Πατριάρχην Ιακώβ, όταν ελύτρωσεν αυτόν από τας φονικάς χείρας του αδελφού του Ησαύ. Αυτός επροπορεύετο έμπροσθεν της παρεμβολής των υιών Ισραήλ, όταν ελευθερώθησαν από την σκλαβίαν των Αιγυπτίων, και με τον στύλον του πυρός και της νεφέλης, ευκόλυνεν εις εκείνους την δυσκολίαν της οδοιπορίας. Αυτός εφάνη εις τον μάντιν Βαλαάμ, όταν εκείνος επήγαινε διά να καταρασθή τον Ισραηλιτικόν λαόν, φοβερίζωντας αυτόν, και φανερά εμποδίζωντας από το τοιούτον κίνημα. Αυτός και προς τον Ιησούν του Ναυή ερωτήσαντα, απεκρίθη. «Εγώ αρχιστράτηγος Κυρίου νυνί παραγέγονα». Ούτος και εν τη νέα χάριτι εχώνευσε τους ποταμούς, τους οποίους μίαν φοράν απέλυσαν οι δυσσεβείς εναντίον του εν Χώναις αγιάσματός του, και εναντίον του θείου Ναού του. Και άλλα δε πολλά ιστορούνται δι’ αυτόν εν ταίς θεοπνεύστοις Γραφαίς. Διά τούτο και ημείς προστάτην αυτόν και φύλακα της ζωής ημών προβαλλόμενοι, την πάνσεπτον αυτού πανήγυριν εορτάζομεν σήμερον, η οποία και Σύναξις ονομάζεται δι’ αιτίαν τοιαύτην.
Ο διά υπερβολήν υπερηφανίας επαρθείς κατά του πάντων Ποιητού και Δεσπότου Διάβολος, και καυχησάμενος να βάλη τον θρόνον του επί των νεφελών του ουρανού, και να γένη όμοιος τω Υψίστω, καθώς περί αυτού γράφει ο Ησαΐας (Ησ. ιδ΄, 14), ούτος, λέγω, επειδή ευθύς οπού ενόησε ταύτα και εβουλήθη, εξέπεσεν από την ουράνιον δόξαν και από το αρχαγγελικόν αυτού αξίωμα. Καθώς είπεν εν Ευαγγελίοις ο Κύριος. «Εθεώρουν τον Σατανάν ως αστραπήν εκ του ουρανού πεσόντα» (Λουκ. ι΄, 18). Ομοίως δε και το υποτασσόμενον εις αυτόν τάγμα των Αγγέλων, απεσκίρτησεν από Θεού διά υπερηφάνειαν, διά τούτο εξέπεσε και αυτό μαζί με τον αρχηγόν του Διάβολον. Και έγιναν όλοι ομού σκοτεινοί αντί φωτεινοί. Και δαίμονες, αντί Άγγελοι.
Τότε λοιπόν λέγεται, ότι ο μέγας ούτος αρχιστράτηγος Μιχαήλ, βλέπωντας την ελεεινήν των Αγγέλων έκπτωσιν, εκατάλαβε την αιτίαν της τοιαύτης εκείνων πτώσεως. Και δια τούτο με την υποταγήν και ταπείνωσιν, την οποίαν έδειξεν ως δούλος ευχάριστος και οικέτης πιστός προς τον εδικόν του Δεσπότην Θεόν, διεφύλαξε, τόσον την εδικήν του δόξαν και λαμπρότητα, την παρά Θεού χαρισθείσαν, όσον και την δόξαν των άλλων Αγγελικών ταγμάτων. Όθεν δια την υποταγήν και ευγνωμοσύνην του ταύτην, εδιωρίσθη παρά του Θεού Παντοκράτορος, να ήναι πρώτος των Αγγελικών τάξεων. Συνάξας γαρ και ενώσας εις εν τους χορούς των Αγγέλων, εφώναξεν εις αυτούς το «Πρόσχωμεν». Ήτοι ας προσέξωμεν και ας εννοήσωμεν, τί έπαθον ούτοι οι εκπεσόντες δαίμονες δια την υπερηφανίαν τους, οίτινες προ ολίγου ήτον μαζί με ημάς Άγγελοι. Και ας στοχασθώμεν τί μεν είναι ο Θεός, τί δε είναι ο Άγγελος. Ο μεν γαρ Θεός, είναι Δεσπότης και Δημιουργός ημών των Αγγέλων. Ημείς δε οι Άγγελοι, είμεθα δούλοι και κτίσματα του Θεού. Και έτζι ανύμνησε και εδόξασε τον των απάντων Θεόν, αναβοήσας εκείνον βέβαια τον θείον και αγγελικόν ύμνον με όλους τους Αγγέλους, «Άγιος, Άγιος, Άγιος Κύριος Σαβαώθ, πλήρης ο ουρανός και η γη της δόξης αυτού».
Σημείωσαι, ότι μερικοί Διδάσκαλοι προσαρμόζουσιν εις την πτώσιν ταύτην του εωσφόρου, και των δαιμόνων και εις την ανδραγαθίαν του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, τα ρητά εκείνα της Αποκαλύψεως τα λέγοντα· «Kαι εγένετο πόλεμος εν τω ουρανώ, ο Μιχαήλ και οι Άγγελοι αυτού, επολέμησαν μετά του δράκοντος. Kαι ο δράκων επολέμησε και οι Άγγελοι αυτού και ουκ ίσχυσαν. Ούτε τόπος ευρέθη αυτών έτι εν τω ουρανώ. Kαι εβλήθη ο δράκων ο μέγας. Ο όφις ο αρχαίος, ο καλούμενος Διάβολος. Kαι ο Σατανάς, ο πλανών την οικουμένην όλην εβλήθη εις την γην. Kαι οι Άγγελοι αυτού μετ’ αυτού εβλήθησαν» (Αποκάλ. ιβ΄, 7). Λέγει δε και ο Kορυφαίος Πέτρος· «Ει γαρ ο Θεός Αγγέλων αμαρτησάντων ουκ εφείσατο, αλλά σειραίς ζόφου ταρταρώσας παρέδωκεν εις κρίσιν τετηρημένους» (Β΄ Πέτ. β΄, 4).
Αλλά και ο Απόστολος Ιούδας ούτω φησίν· «Αγγέλους τε τους μη τηρήσαντας την εαυτών αρχήν, αλλά απολιπόντας το ίδιον οικητήριον, εις κρίσιν μεγάλης ημέρας, δεσμοίς αϊδίοις υπό ζόφον τετήρηκεν» (6).
Έφη δε και ο θεολόγος Γρηγόριος· «Πρώτον μεν εννοεί ο Θεός τας αγγελικάς δυνάμεις και ουρανίους. Kαι το εννόημα έργον ήν, Λόγω συμπληρούμενον και Πνεύματι τελειούμενον. Kαι ούτως υπέστησαν λαμπρότητες δεύτεραι, λειτουργοί της πρώτης λαμπρότητος… Βούλομαι μεν ειπείν, ότι ακινήτους (υποληπτέον ταύτας) προς το κακόν, και μόνην εχούσας την του καλού κίνησιν. Άτε περί Θεόν ούσας, και τα πρώτα εκ Θεού λαμπομένας. (Τα γαρ ενταύθα, δευτέρας ελλάμψεως.) Πείθει δε με μη ακινήτους, αλλά δυσκινήτους και υπολαμβάνειν ταύτας και λέγειν, ο διά την λαμπρότητα εωσφόρος, σκότος διά την έπαρσιν και γενόμενος και λεγόμενος. Αί τε υπ’ αυτόν αποστατικαί δυνάμεις, δημιουργοί της κακίας τη του καλού φυγή, και ημίν πρόξενοι» (Λόγ. εις την Χριστού Γέννησιν).
Και τούτο δε ενταύθα σημείωσαι, ότι ο Θεοδώρητος λέγει, πως εξέπεσαν από όλας τας τάξεις των Αγγέλων, συμπεραίνωντας τούτο από το λόγιον του Αποστόλου Παύλου το λέγον· «Ουκ έστιν ημίν η πάλη προς αίμα και σάρκα· αλλά προς τας αρχάς, προς τας εξουσίας». Ούτω γαρ επί λέξεως λέγει· «Εκ των αγίων ήσαν ταγμάτων οι πονηροί δαίμονες. Αλλά και διά πονηρίαν, της τάξεως εκείνης εξέπεσαν. Έχουσι δε και νυν τας προσηγορίας εις έλεγχον της βδελυρίας». Συμφωνεί εις τούτο και ο θείος Ιερώνυμος, ότι δηλαδή οι εκπεσόντες Άγγελοι, εξέπεσον, όχι από ένα τάγμα, αλλά από πολλά. Βεβαιοί δε τον λόγον του από το αυτό ρητόν του μεγάλου Παύλου.
Αγκαλά και ο θεοφόρος Μάξιμος, και ο Δαμασκηνός Ιωάννης, θέλουσιν ότι από την ενάτην μόνην τάξιν των Αγγέλων, να έπεσον όσοι Άγγελοι έπεσον. Τον δε εωσφόρον, ο μεν Χρυσόστομος, πρώτον των Αγγέλων λέγει και ότι αυτός εξετραχηλίσθη από τον αγγελικόν κολοφώνα. Τω δε Χρυσοστόμω, συμφωνεί ο ιερός Αυγουστίνος και ο Διάλογος. Kαι ο Ιερώνυμος δε ανώτατον αυτόν πάντων των Αγγέλων υπέλαβε. Ο δε Τερτυλλιανός, εξέχοντα και σοφώτατον αυτόν πάντων είπε, και απλώς, ο εωσφόρος από το τάγμα των Σεραφίμ εξέπεσε· καν και ο ανωτέρω Δαμασκηνός και ο θείος Μάξιμος, πρώτον αυτόν είπον της ενάτης τάξεως των Αγγέλων.
Περί δε του πλήθους των Αγγέλων λέγει ο Χρυσορρήμων· «Ότι γαρ άπας ο αήρ, Αγγέλων εμπέπλησται, άκουσον τί φησιν ο Παύλος. “Οφείλουσιν αι γυναίκες εξουσίαν έχειν επί της κεφαλής διά τους Αγγέλους”» (Λόγ. εις την Ανάληψιν, τόμω ε΄ της εν Ετόνη εκδόσεως).
Σημειούμεν ενταύθα, ότι επειδή το Μυστήριον τούτο της των Αγγέλων Συνάξεως παρελάβομεν εξ αρχαίας παραδόσεως, καθώς γράφεται παρά πολλοίς χειρογράφοις Συναξαρισταίς, θαυμάζω, πως τινες καίτοι σοφοί όντες, εμοί γούν τω ασόφω ουκ έδωκαν νοήσαι, πως εθάρσησαν να ειπούν, ότι αυτό είναι μύθος και μυθάριον! αποστολικόν γαρ παράγγελμα είναι, κατά τον Μέγαν Βασίλειον, το να κρατώμεν τας παραδόσεις, ας παρελάβομεν. Kαι αυτοί δε οι τούτο λέγοντες, πολλά λέγουσιν αλλαχού περί φυλακής των εκκλησιαστικών παραδόσεων, όπου γε την αρχαίαν παράδοσιν ταύτην βεβαιούσι και άλλοι, ων είς εστι και ο Φιλαδελφείας Μακάριος ο Χρυσοκέφαλος, έν τε τω εις τους Ταξιάρχας λόγω, και εν τω εις τα εννέα τάγματα. Ει δε και προβάλλουσιν, ότι εν τη ουρανίω Ιεραρχία τάξις απαράβατός εστι, φωτίζεσθαι και τελειούσθαι τας κατωτέρω τάξεις των Αγγέλων υπό των ανωτέρω, αποκρινόμεθα ότι ναί. Τούτο αληθεύει εν όσω ασύγχυτος μένει η τάξις εκάστης χοροστασίας. Τότε δε εν τη πτώσει του εωσφόρου πόλεμος εγένετο εν τω ουρανώ, κατά την ιεράν Αποκάλυψιν. Όθεν πάσα η τάξις και αρμονία των υπερκοσμίων ουσιών συνεχύθη και ανεστράφη, καθότι έπεσον και από τα ανώτερα του αρχαγγελικού τάγματος, εκ του οποίου ήτον ο Μιχαήλ. Kαι τούτο βεβαιούται από τα λόγια του Αποστόλου. «Ουκ έστιν ημίν, λέγοντος, η πάλη προς αίμα και σάρκα. Αλλά προς τας αρχάς, προς τας εξουσίας». Δείκνυται γαρ εκ του ρητού τούτου, ότι κατά τον θείον Ιερώνυμον και τον Θεοδώρητον τους ερμηνεύοντας το ρητόν αυτό, οι εκπεσόντες Άγγελοι, δεν έπεσον από ένα μόνον τάγμα, αλλά από πολλά και ανώτερα του τάγματος των Αρχαγγέλων, οποίαι είναι αι Αρχαί και αι Εξουσίαι. Kαι αφίνω να λέγω, ότι, κατά τον Χρυσόστομον, και Αυγουστίνον, και Διάλογον, και Ιερώνυμον, ο εωσφόρος ήτον ανώτατος πάντων των Αγγέλων, και εξέπεσεν εκ του αγγελικού κολοφώνος. Επειδή λοιπόν αύται αντιστρέψασαι την τάξιν, αντί να μυήσουν και να φωτίσουν τα κατώτερα τάγματα εις το αγαθόν, εμύησαν αυτά εις το κακόν και εσκότισαν, τούτου χάριν ο Αρχάγγελος Μιχαήλ σταθείς εν τη οικεία τάξει του αγαθού, εμύησε τας ανωτέρω Αρχάς και Εξουσίας να μένουν εν τη τάξει του αγαθού καθ’ ην εκτίσθησαν. Τί λοιπόν άτακτον, ή άτοπον ακολουθεί, ανίσως ο κατώτερος Μιχαήλ και μείνας εν τω αγαθώ, βλέπων τας ανωτέρω Αρχάς και Εξουσίας να εκπίπτουν του αγαθού, εμύησεν αυτάς και εδίδαξε να μένουν εν τω αγαθώ; Βέβαια ουδέν.
Kαι εν τη καθ’ ημάς γαρ ιεραρχία, του Ιερέως και Ιεράρχου ατακτούντων και κακώς φρονούντων, και Διάκονος και Μοναχός ευτακτούντες και ορθώς φρονούντες, δύνανται νουθετήσαι και ευτακτήσαι αυτούς, καθώς τα παραδείγματά εισι πάμπολλα. Σημείωσαι όμως ότι η ανωτέρω περικοπή, η κατά το τέλος του Συναξαρίου γραφομένη του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, ήτοι η λέγουσα αυτολεξεί· «Το τοιούτον ουν μυστήριον εξ αρχαίας παραδόσεως παραλαβόντες την παρούσαν εορτήν εορτάζομεν, Σύναξιν αυτήν ονομάζοντες, ως είρηται». Αύτη, λέγω, κακώς παρελείφθη από τους τετυπωμένους Συναξαριστάς. Ει γαρ προσέκειτο, ουκ άν, οίμαι, μύθον το Συναξάριον τούτο οι ανωτέρω ωνόμασαν, ως φύλακες των εκκλησιαστικών παραδόσεων.
Το τοιούτον λοιπόν μυστήριον εξ αρχαίας παραδόσεως παραλαβόντες ημείς, την παρούσαν εορτήν εορτάζομεν. Σύναξιν αυτήν ονομάζοντες των Αγγέλων: τουτέστι προσοχήν, ομόνοιαν και ένωσιν.
Αρχάγγελος Γαβριήλ
Μαζί δε με τον Αρχάγγελον Μιχαήλ εορτάζομεν σήμερον και τον ωραιότατον και χαριέστατον Αρχάγγελον Γαβριήλ. Διατί και αυτός πολλάς ευεργεσίας εποίησεν εις το ανθρώπινον γένος, τόσον εν τη Παλαιά, όσον και εν τη Νέα Διαθήκη. Γαβριήλ δε θέλει να ειπή, Θεός και άνθρωπος, κατά τον Πρόκλον Kωνσταντινουπόλεως. Δια τούτο και αυτός υπηρέτησεν εξαιρέτως εις το μυστήριον της ενσάρκου οικονομίας του Θεανθρώπου Λόγου. Το περί του Αρχαγγέλου Γαβριήλ τούτο Συναξάριον ημείς προσεθήκαμεν.
Επειδή πάντη ανάρμοστον και ανακόλουθον είναι, να λέγεται μεν η εορτή αύτη των δύω Αρχιστρατήγων Μιχαήλ και Γαβριήλ, και πάντα τα τροπάρια και οι Kανόνες να αναφέρωσι περί των δύω Αρχαγγέλων. Έπειτα δε εν τω Συναξαρίω, να αναφέρεται μόνος ο Μιχαήλ.
Εν μεν γαρ τη προφητεία του Δανιήλ φέρεται αυτολεξεί το όνομά του, όταν εξήγησεν εις τον Δανιήλ την όρασιν, οπού είδε περί των βασιλέων Μήδων και Περσών και Ελλήνων. «Γαβριήλ, γαρ φησι, συνέτισον εκείνον (τόν Δανιήλ δηλ.) την όρασιν» (Δαν. η΄, 16). Και πάλιν ο αυτός Γαβριήλ εφανέρωσεν εις τον αυτόν Δανιήλ, ότι μετά εβδομήκοντα εβδομάδας χρόνων, ήγουν μετά τετρακοσίους εννενήντα επτά χρόνους, έχει να έλθη ο Χριστός. «Και ιδού, φησιν, ανήρ Γαβριήλ, Νν είδον εν τη οράσει εν τη αρχή πετόμενος, και ήψατό μου ωσεί ώραν θυσίας εσπερινής, και συνέτισέ με», και τα εξής (Δαν. θ΄, 21). Αυτός είναι οπού ευηγγέλισε και την γυναίκα του Μανωέ, ότι έχει να γεννήση τον Σαμψών. Αυτός είναι οπού ευηγγέλισε τον Ιωακείμ και την Άνναν, ότι μέλλουν να γεννήσουν την κυρίαν και Δέσποιναν Θεοτόκον.

Εν δε τη Νέα Διαθήκη, αυτός είναι οπού ευηγγέλισε τον Ζαχαρίαν, εστώς εκ δεξιών επί του θυσιαστηρίου του θυμιάματος, ότι έχει να γεννήση τον μέγαν Ιωάννην τον Πρόδρομον. Αυτός έτρεφε και την Αειπάρθενον Μαριάμ δώδεκα χρόνους μέσα εις τα Άγια των Αγίων με τροφήν ουράνιον. Αυτός δή αυτός, και ποίος αμφιβάλλει, ευηγγέλισε την αυτήν Θεοτόκον, ότι μέλλει να γεννήση εκ Πνεύματος Αγίου τον Υιόν και Λόγον του Θεού. Αυτός εφάνη εις το όραμα του Ιωσήφ, ως θέλουσι πολλοί, και είπεν εις αυτόν να μη φοβηθή, αλλά να παραλάβη Μαριάμ την γυναίκά του, επειδή το εν αυτή γεννηθέν εκ Πνεύματός εστιν Αγίου. Αυτός εφάνη και εις τους ποιμένας και ευηγγέλισεν αυτούς, ότι ετέχθη ο Σωτήρ του κόσμου Χριστός. Και αυτός εν οράματι είπεν εις τον Ιωσήφ να πάρη το Παιδίον και την Μητέρα αυτού και να φύγη εις Αίγυπτον. Και πάλιν αυτός ο ίδιος είπεν αυτώ να επιστρέψη εις την γην Ισραήλ. Πολλοί δε των ιερών διδασκάλων και ασματογράφων γνωματεύουσιν, ότι ο θείος Γαβριήλ ήτον ο λευχειμονών εκείνος Άγγελος, όστις κατελθών από τον Ουρανόν, απεκύλισε τον λίθον από της θύρας του μνημείου του ζωοδότου Ιησού, και εκάθητο επάνω αυτού. Και αυτός ήτον ο ευαγγελίσας τας Μυροφόρους περί της αναστάσεως του Κυρίου. Και διά να ειπούμεν καθολικώς, ο θειότατος Γαβριήλ υπηρέτησεν εις το Μυστήριον της ενσάρκου οικονομίας του Θεού Λόγου απ’ αρχής έως τέλους. Δια τούτο και η Εκκλησία του Χριστού παρέλαβε να συνεορτάζη αυτόν μαζί με τον Αρχάγγελον Μιχαήλ, και να επικαλήται την παρ’ αυτού χάριν και βοήθειαν.

Ἡ Ἱερωσύνη, οἱ Ποιμένες καὶ τὰ προσόντα αὐτῶν


 



α) Ἡ φύσις καὶ ἀποστολὴ τῆς Ἱερωσύνης.

Τὴν εὐθύνην καὶ τὸ λειτούργημα τῆς διαποιμάνσεως τοῦ πιστοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ ἀναλαμβάνουν διὰ τῆς χειροτονίας των οἱ Ποιμένες τῆς Ἐκκλησίας, ἤτοι ὁ Ἐπίσκοπος καὶ ὁ Πρεσβύτερος καὶ ὁ τούτων βοηθὸς ἐν τῇ διακονίᾳ τῶν Μυστηρίων διάκονος (ιη΄ τῆς Α΄ ), χαρακτηριζόμενοι καὶ ὡς «προεστῶτες» αὐτῆς (α΄ Ἀντιοχ.).


Οἱ ἱ. Κανόνες διακρίνουν τάς ἑξῆς τάξεις ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ: Ἱερωμένους ἤ ἱερατικοὺς (ἐπισκόπους – πρεσβύτερους – διακόνους), κληρικοὺς (ὑπηρέτας – ψάλτας – ἐφορκιστάς – θυρωροὺς – ἀναγνώστας), (κδ΄ Λαοδ.) καὶ λαϊκοὺς (οζ΄ ΣΤ΄, κζ΄ Λαοδ.). Πρὸς τούτοις ἕτεροι κανόνες προσθέτουν καὶ τοὺς ἀσκητάς. Ἡ διάκρισις αὕτη δὲν εἶναι ὀντολογική, καθ’ ὅσον πάντες διὰ τοῦ Βαπτίσματος καὶ τῶν ἁγίων Μυστηρίων κοινωνοῦν τῆς θείας ζωῆς τοῦ Χριστοῦ, καθιστάμενοι μέτοχοι τῆς σωζούσης χάριτος τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἀγαθῶν τῆς Βασιλείας Του, καὶ διάκονοι τοῦ θελήματός Του καὶ τῆς Ἐκκλησίας Του, ἀλλὰ λειτουργικὴ λόγῳ τῆς ἰδιαιτέρας διακονίας ἑκάστου εἰς τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ.


Τὸ ἱερατικὸν λειτούργημα ἀποτελεῖ «Θεοῦ δωρεάν» καὶ «χάρισμα» (στ΄ Μεγαλ. Βασιλείου), δωρηθὲν παρὰ τοῦ Σωτῆρος («παρ’ ἐμοῦ φησίν, ἐδέξασθε τὸ τῆς ἱερωσύνης ἀξίωμα» Ἐγκυκλ. Ἐπιστ. Γενναδίου Κων/λεως) μὴ ἐξαρτώμενον ἐκ τῆς δικαιοσύνης τοῦ λαμβάνοντος αὐτό, ἤ ἐκ τῆς κοινότητος ἀντιπροσωπευτικῶ δικαίῳ ἤ ἀκόμη καὶ ἐκ τοῦ χειροτονοῦντος, ὅστις δὲν ἐνεργεῖ ἐξ ἰδίας ἐξουσίας, ἀλλ’ ὡς ἐντελοδόχος τοῦ Ἀρχιποίμενος Χριστοῦ, καὶ «δώσει λόγον τῷ πάντων κριτῆ» (β’ Κυρίλλου). Διὰ τοῦ διδομένου χαρίσματος ὁ ποιμὴν ἰκανοῦται ἵνα ποιμάνη τὸν λαὸν τοῦ Θεοῦ. Ἐντεῦθεν καὶ ἡ ἱερωσύνη χαρακτηρίζεται ὡς «θεία» (ι΄ Σάρδ.) ἤ ὡς «τὸ θεῖον καὶ σεβάσμιον ὄνομα τῆς ἱερωσύνης» (κ΄ Σάρδ.).


Ὡς χάρισμα ἡ ἱερωσύνη εἶναι συνέχεια καὶ μετοχὴ εἰς τὴν μίαν καὶ μοναδικὴν ἱερωσύνην τοῦ Χριστοῦ, ἡ ὁποία ἔχει δωρηθῆ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν. Εἰς μόνον ἱερεὺς ὑπάρχει εἰς τὴν Ἐκκλησίαν. Οἱ δὲ «ἄνθρωποι ἱερεῖς» τὴν ἱερατείαν αὐτοῦ ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ λειτουργοῦντες» (Κανὼν Καρχηδόνος).


Λειτουργοί της ἱερωσύνης τοῦ Χριστοῦ εἶναι κατὰ πρώτον λόγον οἱ ἐπίσκοποι, διό καὶ ὡς ἱερεῖς ἤ «τοῦ Θεοῦ ἱερεῖς» εἰς τοὺς ἱεροὺς Κανόνας χαρακτηρίζονται κυρίως οἱ Ἐπίσκοποι, (μθ’, ξδ’, πα’ Καρθαγ.). Ὁ ἱερατικὸς χαρακτὴρ τοῦ λειτουργήματος τῶν ἐπισκόπων πιστοῦται ἐκ τῆς προεδρικῆς αὐτῶν θέσεως εἰς τὸ μυστήριόν τῆς θείας Εὐχαριστίας («προεστάναι θείου θυσιαστηρίου» α΄ Κυρίλλου), ὅπερ εἶναι καὶ τὸ κεντρικὸν καὶ συστατικόν της Ἐκκλησίας Μυστήριον. Ἐντεῦθεν καὶ ὁ ἐπίσκοπος εἶναι ὁ κατ’ ἐξοχὴν ὑπεύθυνος διὰ τὴν μετάδοσιν «τῆς προσφορᾶς» (ιγ’ Α΄ ), τὴν ἐπιβολὴν καὶ διακανονισμὸν τῶν ἐπιτιμίων τῆς ἀποχῆς ἀπὸ τῆς θείας κοινωνίας, τὴν ἀποδοχὴν τῶν μετανοούντων (ιβ΄ Α΄) καὶ ἀποκατάστασιν αὐτῶν εἰς τὴν θείαν κοινωνίαν, ὡς καὶ τὴν χειροτονίαν τῶν λειτουργῶν τῶν θείων Μυστηρίων.


Ἡ μοναδικὴ αὐτὴ ἱερατικὴ «λειτουργία καὶ φροντὶς τοῦ λαοῦ» (λστ’ Απ.) καθιστᾶ τούς ἐπισκόπους «ἰθυντάς» ἤ «καθηγητάς» (νγ’ Καρθαγ.), «ἐπιστάτας τῶν τοῦ Σωτῆρος ποιμνίων», «ποιμένας» («τῆς ἀρχιερωσύνης, δι’ ἥς ποιμαίνειν ἐτάχθησαν», ἰστ’ ΑΒ’ ). Οὗτοι εἶναι οἱ «οἰκονομοῦντες» τάς Ἐκκλησίας (στ’ Β ). Ὡς οἰκονόμοι τῶν μυστηρίων τοῦ Θεοῦ οἱ ποιμένες δέον νὰ ἔχουν βαθείαν συνείδησιν, ὅτι δὲν ἀσκοῦν ἰδὶαν ἐξουσίαν, ὡς χαρακτηριστικῶς διδάσκει καὶ ὁ ἱ. Χρυσόστομος: «ὁ δὲ λοιπὸν ζητεῖται ἐν τοῖς οἰκονόμοις, ἵνα πιστὸς τις εὑρεθῆ. Τουτέστιν, ἵνα μὴ τὰ δεσποτικὰ σφετερίσηται, ἵνα μὴ ὡς δεσπότης ἐαυτῶ ἐκδικῆ, ἀλλ’ ὡς οἰκονόμος διοικῆ. Οἰκονόμου γὰρ τὸ διοικεῖν τὰ ἐγκεχειρισθέντα καλῶς. Οὒχ αὐτῶ λέγειν εἶναι τὰ δεσποτικά, ἀλλὰ τουναντίον τοῦ δεσπότου τὰ ἑαυτοῦ». Εἶναι ἐπίσης τὰ κέντρα ἑνότητος τῶν ὧν προΐστανται Ἐκκλησιῶν, ὡς εἰκόνες καὶ τύποι καὶ εἰς τόπον Θεοῦ, ἔχοντες τὴν φροντίδα πάντων τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων» «ὡς τοῦ Θεοῦ ἐφορῶντος» (λη’ Ἀποστ.).


Ἐντεῦθεν κατανοεῖται καὶ ἡ ἀπαίτησις τῶν Κανόνων περὶ ὑπάρξεως ἑνὸς μόνον ἐπισκόπου ἐν ἑκάστῃ ἐπισκοπῆ. Περισσότεροί του ἑνὸς ἐπίσκοποι θὰ ἐσήμαινε διάσπασιν τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας διὰ τῆς ὀργανώσεως τῶν μελῶν αὐτῆς περὶ δυὸ ἤ καὶ περισσοτέρους ἐπισκόπους, κέντρα ἑνότητος. (ιε΄ Ζ΄, η΄ Α΄, ιστ΄ τῆς ΑΒ΄).


Τῆς ἱερωσύνης τοῦ Χριστοῦ μετέχουν καὶ οἱ πρεσβύτεροι, συμποιμαίνοντες καὶ συνδιοικοῦντες μετὰ τοῦ Ἐπισκόπου τάς ἐπισκοπάς ἐν ταῖς ἐνορίαις. Οὗτοι ἀξιοῦνται ὡσαύτως «καθέδρας» καὶ «προεδρίας» συμμετέχοντες τοῦ χαρίσματος καὶ τῆς εὐθύνης τοῦ ἐπισκόπου διό καὶ οἱ ἀπαιτήσεις τῶν Κανόνων διὰ τὰ καθήκοντα τῶν πρεσβυτέρων ἐν πολλοῖς συμπίπτουν μὲ τάς ἀφορώσας τοὺς ἐπισκόπους.


Ὁ ἐπίσκοπος, ὡς κέντρον ἑνότητος καὶ ζῶσα εἰκὼν τοῦ Χριστοῦ ἐν ἑκάστῃ τοπικὴ Ἐκκλησία, μόνος αὐτὸς κέκτηται τὸ δικαίωμα τοῦ χειροτονεῖν τοὺς λειτουργούς τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ δικαίωμα τοῦτο καθιστᾶ τὸν ἐπίσκοπον τὸ μοναδικὸν κέντρον ἑνότητος.


Ὁ ἐπίσκοπος συνάπτει οἰονεί γάμον μετὰ τῆς λαχούσης αὐτῶ ἐπισκοπῆς διό καὶ οὗτος ὀφείλει ὅπως μὴ ἐγκαταλείπη «τῆς αὐθεντικῆς αὐτοῦ καθέδρας» καὶ «μὴ ἀμελεῖν τῆς φροντίδος καὶ τῆς συνεχείας τοῦ ἰδίου θρόνου» (οα΄ Καρθαγ.). Ἡ δὲ μετάθεσις ἐπισκόπου θεωρεῖται πνευματικὴ μοιχεία.


Οἱ πρεσβύτεροι καὶ διάκονοι διὰ τῆς χειροτονίας των συνδέονται μετὰ Ναοῦ πόλεως, ἤ κώμης, ἤ Κοιμητηρίου, ἤ Μαρτυρίου, ἤ ἱδρύματος, ἤ Μονῆς, ἐὰν πρόκειται περὶ μοναχῶν. Χειροτονία κληρικοῦ ἀπολελυμένως γενομένη εἶναι ἄκυρος (στ΄ Δ ),ἐφ’ ὅσον δὲν ἐξασφαλίζει ὀργανικὴν σύνδεσιν τοῦ χειροτονουμένου πρὸς τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ὅπερ πάντοτε ἔχει ὡς κέντρον ἑνότητος καὶ συνάξεων Ναὸν τινά.


Τόσον ὁ ἐπίσκοπος ἐν τῇ ἐπισκοπῇ ὅσον καὶ ὁ πρεσβύτερος ἐν τῇ κοινότητι, ἐν ἥ διακονεῖ, εἶναι κέντρα, ἀλλὰ καὶ λειτουργοί τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας συνάγοντες περὶ τὸν Χριστὸν τὸν λαὸν τοῦ Θεοῦ. Κατὰ τὸν Κ Μουρατίδην «αἱ ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ διακρίσεις ὑφίστανται ἀκριβῶς πρὸς ἐπίτευξιν τῆς ἑνότητος τῶν μελῶν τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας καὶ οὐδόλως εἰς τὴν διαίρεσιν ἤ ἀντίθεσιν αὐτῶν».


Οἱ λαμβάνοντες τὸ χάρισμα τῆς ἱερωσύνης ὑπέχουν βαρείας εὐθύνας διὰ τὴν κατὰ Χριστὸν καθοδήγησιν καὶ αὔξησιν τοῦ ποιμνίου των.

«…Ἐπεί γάρ, ὡς ἅπαξ ἐγκεχειρισμένον ἱερατικὴν φροντίδα, ταύτης ἔχεσθαι μετ’ εὐρωστίας πνευματικῆς, καὶ οἵον ἀνταποδύεσθαι τοῖς πόνοις καὶ ἱδρῶτα τὸν ἔμμισθον ἐθελοντὶ ὑπομεῖναι».

Ἀποστολὴ τῶν ποιμένων καὶ ἰδίᾳ τῶν ἐπισκόπων εἶναι ἡ «οἰκοδομὴ τῶν λαῶν» καὶ ἡ καθοδήγησις αὐτῶν εἰς τὸν κατὰ τοῦ διαβόλου καὶ τῶν παθῶν ἀγώνα. Ὅ,τι μετ’ ἰδιαιτέρας ἐμφάσεως λέγουν οἱ β΄ καὶ γ΄ Κανόνες τῆς ΑΒ΄ Συνόδου περὶ τῆς διαποιμάνσεως τῶν μοναχῶν ἰσχύει ἀναμφιβόλως καὶ διὰ τὴν διαποίμανσιν τῶν ἐν τῷ κόσμῳ βιούντων. Ὁ ποιμὴν ἐν πρώτοις δέον, «θεοφιλής» ὤν, νὰ ἔχῃ τὴν «πρόνοιαν τῆς ψυχικῆς σωτηρίας» τῶν ποιμαινομένων «ἀρτίως τῷ Θεῷ» προσάγων τάς ψυχάς αὐτῶν (β΄ ΑΒ). Τοὺς ἀποδιδράσκοντας ἐκ τῆς Μονῆς (ἤ τῆς ἐν τῷ κόσμῳ ἐκκλησιαστικῆς ποίμνης) δέον νὰ ἀναζητῆ «μετὰ πολλῆς τῆς ἐπιμελείας» καὶ νὰ ἀγωνίζεται «τῆ προσηκούσῃ καὶ καταλλήλῳ τοῦ πταίσαντος ἰατρείᾳ τὸ νενοσηκὸς ἀνακτᾶσθαι καὶ ἐπιρρωνύειν». Μὴ πράττων τοῦτο πρέπει νὰ ἀφορίζεται. «Εἰ γὰρ ὁ ζώων ἀλόγων τὴν προστασίαν ἐγχειριζόμενος, καὶ τοῦ ποιμνίου καταμελῶν, οὐκ ἀτιμώρητος καταλιμπάνεται. Ὁ τῶν τοῦ Χριστοῦ θρεμμάτων τὴν ποιμαντικὴν ἀρχὴν καταπιστευθείς, καὶ ραστώνῃ καὶ ραθυμίᾳ τὴν αὐτῶν σωτηρίαν ἀπεμπολών, πῶς οὐ δίκας τοῦ τολμήματος εἰσπραχθήσεται;» (γ΄ ΑΒ΄).


Τὸ ποιμαντικὸν ἔργον δὲν περιορίζεται μόνον εἰς τάς κατ’ ἄτομον ἐποικοδομητικάς συνομιλίας ποιμένος καὶ ποιμαινομένων, ἀλλὰ τελεῖται καὶ ἐν τῇ ἱερουργίᾳ τῶν θείων Μυστηρίων καὶ τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, ὡς καὶ ἐν τῇ ἐν γένει πνευματικῆ διακυβερνήσει τοῦ ποιμνίου. Οὕτως οἱ ἱεροὶ Κανόνες ἐπιτάσσουν, ὅπως οἱ ποιμένες τελοῦν τὰ ἱερὰ Μυστήρια κανονικῶς καὶ μετὰ κατάλληλον προετοιμασίαν μεταδίδοντες αὐτὰ τοῖς ἀξίοις καὶ οὐδέποτε τοῖς αἱρετικοῖς. Ὅπως κηρύττουν τακτικῶς καὶ ἀνελλιπῶς τὸν θεῖον Λόγον κατὰ τάς θείας Γραφάς καὶ τὴν Πατερικὴν Παράδοσιν (ιθ΄ ΣΤ΄), ρυθμίζοντες τὸν λαὸν «πρὸς πίστιν ὀρθὴν καὶ πολιτείαν ἐνάρετον». Ὅπως μεριμνοῦν «διὰ τὴν ἐπιστροφὴν τῶν αἱρετικῶν», ἰδίᾳ οἱ ἐπίσκοποι (ρκα΄ Καρθαγ.). Ὅπως διαχειρίζωνται (οἱ ἐπίσκοποι) τὰ οἰκονομικά της Ἐκκλησίας μετὰ τῶν πρεσβυτέρων καὶ τῶν διακόνων καὶ μεταδίδουν τοῖς χρείαν ἔχουσι κληρικοῖς καὶ λαϊκοῖς (κε΄ Ἀντιοχ., νθ΄ Ἀποστ.)., «μετὰ φόβου Θεοῦ καὶ πάσης εὐλαβείας» (μα΄ Ἀποστ.), ὡσαύτως ἐπιτάσσουν ὅπως μὴ ἀσχολοῦνται μὲ διοικητικάς καὶ στρατιωτικάς ὑποθέσεις καὶ ἀσχολίας ἐπὶ ἐγκαταλείψει τῶν ποιμαντικῶν των καθηκόντων (ι΄ Ζ΄, πγ΄ Ἀποστ.), μὴ ἐπιλαμβάνωνται οἴκων καὶ κτημάτων ἀλλοτρίων διὰ κέρδος, εἰμὴ χάριν ἐπιμελείας ὀρφανῶν καὶ ἀπροστατεύτων, κατ’ ἐντολὴν τοῦ ἐπισκόπου (γ΄ Δ΄), παρεμβαίνουν δὲ παρὰ τῷ βασιλεῖ καὶ τοῖς ἄρχουσι, ὡς πατέρες πνευματικοί, μόνον πρὸς συνηγορίαν ὑπὲρ ἀδικουμένων, διωκομένων, ὀρφανῶν, χηρῶν καὶ πτωχῶν (ζ, η΄ Σάρδ.), διότι παρεμβάσεις εἰς τοὺς ἄρχοντας δι’ ἰδιοτελεῖς λόγους προκαλοῦν σκανδαλισμὸν καὶ στεροῦν τοὺς ἐπισκόπους τῆς πρὸς αὐτοὺς παρρησίας. Ἔργον τῶν ποιμένων εἶναι καὶ ἡ ἀποδοχὴ τῶν μετανοούντων καὶ ἐπιστρεφόντων ὡς καὶ ἡ καταλλαγὴ αὐτῶν τῆ Ἐκκλησίᾳ (νβ΄ Ἀποστ., μγ΄ Καρθαγ.).


Ἰδιαιτέρως οἱ ἐπίσκοποι εἶναι ὑπεύθυνοι διὰ τὴν κατήχησιν τῶν Κατηχουμένων καὶ τὴν ἐξέτασιν αὐτῶν πρὸ τοῦ Βαπτίσματος (μστ΄ Λαοδ., οη΄ Πενθ.) ὡς καὶ τὴν προστασίαν τῶν μοναχῶν (δ΄ Δ΄). Εἰς τοὺς ὑπ’ αὐτὸν δὲ κληρικοὺς ὀφείλει ὁ ἐπίσκοπος ἀγάπην καὶ αὐτοὶ ὀφείλουν εἰς αὐτὸν ὑποταγὴν (ιδ΄ Σάρδ.), ὡς πρὸς «Πατέρα» (η΄ Καρθαγ.), καθ’ ὅσον «αὐτὸς ἐστιν ὁ πεπιστευμένος τὸν λαὸν τοῦ Κυρίου ὑπὲρ τῶν ψυχῶν αὐτῶν λόγον ἀπαιτηθησόμενος» (λθ΄ Ἀποστ.).


Οὕτως ὁ ἐπίσκοπος εἶναι κυρίως καὶ προεχόντως ποιμὴν καὶ φιλόστοργος πατὴρ τῶν πρεσβυτέρων («οἰκεῖος πατήρ» ιγ΄ ΑΒ΄ ) καὶ πάντων τῶν ὑπ’ αὐτὸν κληρικῶν καὶ λαϊκῶν καὶ οὐχὶ διοικητὴς τις καὶ ἄρχων ἀσκῶν ἀπρόσωπον καὶ ψυχράν διοίκησιν, μὴ ἑδραζομένην εἰς τὴν ἀγάπην καὶ μὴ προάγουσαν τὴν κοινωνίαν τῶν προσώπων. Ὡς εἰκόνες τοῦ Χριστοῦ, οἱ ἐπίσκοποι δέον νὰ ἀκτινοβολοῦν καὶ τὰ ποιμαντικὰ χαρίσματα Αὐτοῦ. Ἐνῶ δὲ ὁ βασιλεὺς (καὶ γενικῶς οἱ ἄρχοντες) εἶναι πρόσωπον ἐξωτερικὸν καὶ «σωματικόν», ὁ ἀρχιερεὺς ὀφείλει νὰ εἶναι πρόσωπον «ἐσωτερικὸν καὶ πνευματικόν, καὶ τοῦ πρατοτάτου καὶ ἀμνησικάκου Χριστοῦ μιμητής γνησιώτατος». Οὕτως ἠσθάνοντο καὶ οἱ Πατέρες τῆς Σαρδικῆς: «Ἐπειδὴ ἥσυχοι καὶ ὑπομονητικοὶ ὀφείλομεν εἶναι, καὶ διαρκῆ τὸν πρὸς πάντας ἔχειν οἶκτον» (ιη΄ Σάρδ.). Ὁμοίως ἀντιλαμβάνεται τὴν ἀποστολὴν τοῦ ἐπισκόπου καὶ ὁ βυζαντινὸς πολιτικὸς νόμος: «Ἐπίσκοπος ἐστιν ἐπιτηρητὴς καὶ ἐπιμελητὴς πασῶν τῶν ἐκκλησιαζομένων ψυχῶν τῶν ἐν τῇ αὐτοῦ ἐπαρχίᾳ…. ἴδιον δὲ Ἐπισκόπου, τοῖς μὲν ταπεινοῖς συγκατέρχεσθαι, καταφρονεῖν δὲ τῶν ἐπαιρομένων… Καὶ προκινδυνεύειν τοῦ ποιμνίου, καὶ τὴν ἐκείνων στενοχωρίαν, οἰκείαν ὀδύνην ποιεῖσθαι». Ὡς φιλόστοργος πατὴρ ὁ ἐπίσκοπος δέον νὰ μὴ ἐγκαταλίπη ἐπὶ μακρὸν χρονικὸν διάστημα τὴν ἐπαρχίαν του καὶ «λυπεῖν τὸν ἐμπεπιστευμένον αὐτῶ λαόν» (Σάρδ. ια΄).


Γενικῶς ἐπίσκοποι καὶ πρεσβύτεροι ὀφείλουν νὰ μὴ ἀμελοῦν τοῦ ὑπ’ αὐτοὺς κλήρου καὶ λαοῦ, παιδεύοντες αὐτοὺς εἰς εὐσέβειαν, ἐὰν δὲ ἀμελοῦν αὐτῶν ἀφορίζονται, ἐπιμένοντες δὲ τῆ ἀμελείᾳ καὶ ραθυμίᾳ καθαιροῦνται (νη΄ Ἀποστ.).
Ἐν τῇ ἐνασκήσει τοῦ ποιμαντικοῦ ἔργου οἱ ποιμένες διατρέχουν τὸν κίνδυνον νὰ ἀσκοῦν τοῦτο ἀνθρωποκεντρικῶς, ἤτοι κατὰ τὴν ἰδὶαν αὐτῶν κρίσιν καὶ ὄχι κατὰ τὸ φρόνημα τῆς Ἐκκλησίας. Πρὸς ἀποφυγὴν τοῦ κινδύνου τούτου οἱ ποιμένες ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων καὶ τῆ διακυβερνήσει τῶν ψυχῶν δέον ὅπως ἀκολουθοῦν τοὺς ἱεροὺς Κανόνας, οἱ ὁποῖοι ἐκφράζουν τὴν θεανθρωπίνην βούλησιν τῆς Ἐκκλησίας, ἐπὶ ἀμφιβόλων δὲ ἥ καὶ ἀμφισβητουμένων θεμάτων καταφεύγουν εἰς τὴν συνοδικὴν ἐπίλυσιν αὐτῶν. Διό οἱ ἐπίσκοποι ὀφείλουν νὰ μετέχουν εἰς τάς συνόδους διὰ νὰ διδάσκουν ἤ διδάσκωνται «εἰς κατόρθωσιν τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῶν λοιπῶν» (μ΄ Λαοδ.). Ὀφείλουν ἐπίσης νὰ ἀπευθύνωνται πρὸς τὸν πρῶτον μεταξὺ αὐτῶν διὰ τὰ γενικώτερα ἐκκλησιαστικὰ ζητήματα (λδ΄ Ἀποστ.). Κατὰ τὸν ιδ΄ τῆς Ζ΄ «ὅτι τάξις ἐμπολιτεύεται τῆ ἱερωσύνῃ, πᾶσιν ἀρίδηλόν ἐστι. Καὶ τὸ σὺν ἀκριβείᾳ διατηρεῖν τάς τῆς ἱερωσύνης ἐγχειρήσεις Θεῶ εὐάρεστον».


Τὸ καθῆκον τοῦτο τῆς συμμορφώσεως τῆς πορείας τῆς Ἐκκλησίας πρὸς τὴν βούλησιν τοῦ Κυρίου βαρύνει κυρίως τοὺς ἐπισκόπους, οἵτινες εἶναι οἱ κατ’ ἐξοχὴν διδάσκαλοι τῆς Ἀληθείας χαρακτηριζόμενοι καὶ ὡς «ὀφθαλμοὶ τῆς Ἐκκλησίας». Ἐκ τῆς καλῆς δὲ ἤ κακῆς καταστάσεως αὐτῶν τὸ ὅλο σῶμα τῆς Ἐκκλησίας συνδιακινδυνεύει ἤ συνδιασώζεται. Οἱ ἐπίσκοποι, ἔχοντες τὸ χάρισμα τῆς διδασκαλίας τῆς Ἀληθείας, δέον νὰ εἶναι ὅλως εὐαίσθητοι εἰς πᾶσαν προσπάθειαν λανθανούσης ἤ καὶ φανερᾶς νοθεύσεως τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ βίου διὰ διδασκαλιῶν ἤ κατευθύνσεων ξένων ἤ καὶ ἀντιθέτων πρὸς τὸ πνεῦμα τῆς Ἐκκλησίας.


Ἕκαστος ἐπίσκοπος δέον νὰ ἀποτελῆ τὴν ἀγρυπνοῦσαν συνείδησιν τῆς Ἐκκλησίας διακρίνων τὰ «τῆ ἐκκλησιαστικῆ πίστει σύμφωνα» (ι΄ Καρθαγ.), ἤ καὶ ἀντιτιθέμενα, ἀγωνιζόμενος διὰ τὴν «ἐπιστήμην», ἤτοι τὴν ἀκρίβειαν τῶν δογμάτων, διὰ τὴν «ὁμολογίαν τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας» καὶ διὰ «τὴν τῆς ἀληθείας ἐκδικίαν» (ιζ΄ Σάρδ.) Οἱ μέλλοντες νὰ χειροτονηθοῦν ἐπίσκοποι καὶ πρεσβύτεροι δέον νὰ εἶναι γνῶσται τῶν συνοδικῶς δεδογμένων «ἵνα μὴ ποιοῦντες κατὰ τῶν ὅρων τῆς συνόδου μεταμεληθῶσιν» (ιη΄ Καρθαγ.).


Τὸ λειτούργημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἐνεργοποιοῦν οἱ ἐπίσκοποι ἰδιαιτέρως εἰς τάς Συνόδους, ἀλλὰ καὶ ἐν ἀνάγκῃ πρὸ αὐτῶν διὰ τῆς διακοπῆς τοῦ μνημοσύνου τῶν εἰς κατεγνωσμένην αἵρεσιν πεσόντων μητροπολιτῶν ἤ πατριαρχῶν προϋποθέτει γνῶσιν θεολογικήν, ὄχι βεβαίως ἐν διανοητικῇ μόνον ἐννοίᾳ, ἀλλὰ ἐν τῇ ἁγιοπατερικῇ ἐννοίᾳ τῆς μυστικῆς κοινωνίας καὶ γνώσεως τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἐνεργειῶν αὐτοῦ πρὸς διάκρισιν ἀπὸ τάς ἐνεργείας τοῦ διαβόλου. Ἄλλαις λέξεσιν οὐχὶ μόνον «μορφωμένοι» ἤ κοινωνικῶς δραστήριοι ἀλλ’ ἅγιοι καὶ χαρισματοῦχοι ἐπίσκοποι ἐκφράζουν τὴν ἀλάθητον συνείδησιν τῆς Ἐκκλησίας. Ὑπερβολικὴ ἐνασχόλησις τῶν ἐπισκόπων μὲ τὰ κοινωνικὰ ἔργα εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπορροφήση αὐτοὺς ὁλοτελῶς καὶ νὰ παρασύρη αὐτοὺς εἰς μίαν ἀνθρωποκεντρικὴν ποιμαντικήν, ἥτις δὲν θὰ ἐπιτρέπη εἰς αὐτοὺς νὰ εἶναι οἱ κατ’ ἐξοχὴν θεολόγοι, διδάσκαλοι καὶ ὁδηγοὶ τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ εἰς τὴν Ἀλήθειαν τῆς Ἐκκλησίας.



β. Προσόντα καὶ καθήκοντα τῶν Ποιμένων.

Ἀπαίτησις τῆς Ἐκκλησίας διὰ τοὺς Ποιμένας, ἐκφραζομένη διὰ τῶν ἱ. Κανόνων, εἶναι ὅπως οὗτοι παρέχουν εἰς τοὺς πιστοὺς ὑπόδειγμα ἁγίας ζωῆς, ὄντες «κανόνες πίστεως» καὶ ἁγιότητος ἤ κατὰ τὸν ιβ΄ τῆς Λαοδικείας «ὄντες ἐκ πολλοῦ δεδοκιμασμένοι ἔν τε τῷ λόγῳ τῆς πίστεως καὶ τῆ εὐθέως βίου πολιτείᾳ». Ἡ ἐπὶ πολὺν χρόνον δοκιμασία εἰς ἕκαστον βαθμὸν εἶναι ἀναγκαία διὰ νὰ ἀποδειχθῆ «ἡ πίστις (αὐτῶν) καὶ ἡ τῶν τρόπων καλοκαγαθία, καὶ ἡ στερρότης καὶ ἡ ἐπιείκεια, γνώριμος γενέσθαι δυνήσεται» (ι΄ Σάρδ.). Μετὰ τοιαύτην δοκιμασίαν τὸ ποίμνιον δύναται νὰ ἀναγνωρίση τοὺς ποιμένας ὡς ὁδηγοὺς καὶ διδασκάλους του.


Τὸ ποιμαντικὸ ἔργον δύναται νὰ ἀσκῆται μόνον ὑφ’ ὅσων «ὁ βίος ὀρθός ἐστι καὶ μηδὲν τούτοις ἀντίκειται» (ιβ΄ Θεοφ.). Τὸ δὲ «ἐν λαϊκοῖς ἐπιλήψιμον πολλῶ μᾶλλον ἐν κληρικοῖς ὀφείλει καταδικάζεσθαι» (ε΄ Καρθαγ.). Οἱ «τῷ θυσιαστηρίῳ προσεδρεύοντες, ἤτοι δουλεύοντες» ὀφείλουν νὰ τηροῦν σωφροσύνην καὶ ἐγκράτειαν (δ΄ Καρθαγ.) διὰ νὰ ἔχουν καὶ τὴν πρὸς τὸν Θεὸν παρρησίαν «ἵνα ὁ παρὰ τοῦ Θεοῦ ἁπλῶς αἰτοῦσιν, ἐπιτυχεῖν» (γ΄ Καρθαγ.). Διὰ δὲ «τὴν ὀλίγων ἀναισχυντίαν πλεονάκις τὸ θεῖον καὶ σεβασμιώτατον ὄνομα τῆς ἱερωσύνης εἰς κατάγνωσιν ἐληλυθέναι» (κ΄ Σάρδ.), ἤ λοιδορεῖται ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων (κστ΄ Δ).


Οἱ ἱ. Κανόνες ἐφιστοῦν τὴν προσοχὴν τῶν κληρικῶν διὰ τὸ ἀνεπίληπτον τῆς συμπεριφορᾶς των. Διὰ τῶν γνωστῶν κωλυμάτων ἐμποδίζονται ἀπὸ τῆς ἱερωσύνης οἱ μετὰ τὸ βάπτισμα ὑποπεσόντες εἰς βαρέα ἁμαρτήματα, ἐνῶ μὴ κωλυτικὰ τῆς ἱερωσύνης ἁμαρτήματα ἐξαλείφονται διὰ τῆς χάριτος τῆς χειροτονίας (θ΄ Νεοκ.).


Ἡ Ἐκκλησία ἀπαιτεῖ ἀπὸ τοὺς ὑποψηφίους κληρικοὺς καθαρότητα βίου ἐπιτρέπουσαν τὴν ἱερουργίαν ἐνώπιον τοῦ καθαροτάτου Κυρίου, «ὥστε τοὺς ἐν κλήρῳ καταλεγομένους καὶ ἄλλοις τὰ θεῖα διαπορθμεύοντας, καθαροὺς ἀποφῆναι καὶ λειτουργοὺς ἀμώμους, καὶ τῆς νοερᾶς τοῦ μεγάλου Θεοῦ καὶ θύματος, καὶ ἀρχιερέως, θυσίας ἀξίους». Ἐκτὸς τούτου εἶναι ἀνακόλουθον «εὐλογεῖν ἕτερον τὸν τὰ οἰκεῖα τημελεῖν ὀφείλοντα τραύματα» (γ΄ ΣΤ΄).


Ἐντεῦθεν καὶ ἡ ὑπὸ τῶν χειροτονούντων ἀκριβής ἐξέτασις τοῦ βίου τῶν χειροτονουμένων καὶ τῶν συνθηκῶν, ὑφ’ ἅς εἰσέρχονται εἰς τὸν κλῆρον, εἶναι ἀπαραίτητος. Μόνον ὅταν εὑρεθῆ ἀδιάβλητος ὁ ὑποψήφιος εἶναι δυνατὸν νὰ χειροτονῆται. Οὕτω θὰ διατηρῆται καθαρὸν τὸ «συνειδός» τῶν χειροτονούντων καὶ ἀδιάβλητος «ἡ ἱερὰ καὶ σεπτὴ λειτουργία». Ὡς κριτήριον δὲ διὰ τὴν ἀνύψωσιν εἰς τὴν ἱερωσύνη δέον νὰ λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν μόνον ἡ προσωπικὴ ἀξία καὶ ἀρετὴ τοῦ χειροτονουμένου καὶ ὄχι ἡ ἀπὸ γένους ἱερατικοῦ καταγωγή του.


Οἱ κληρικοὶ πρέπει νὰ εἶναι ἰδιαιτέρως εὐαίσθητοι εἰς πᾶν ὅ,τι θὰ ἐσκανδάλιζε τοὺς ἀνθρώπους, ἀποφεύγοντες ἐνεργείας, αἱ ὁποῖαι πιθανὸν νὰ μὴ βλάπτουν αὐτούς, ἀλλὰ σκανδαλίζουν τὸ ποίμνιον. Ἐπὶ πλέον οἱ ποιμένες ὀφείλουν νὰ εἶναι «ἀπαθεῖς», διότι ἐμπαθεῖς ὄντες καθίστανται ἀναίσθητοι καὶ ὑπόκεινται εἰς τὴν ὀργὴν τοῦ Θεοῦ καὶ εἰς βαρέα ἐπιτίμια, ὡς παραβᾶται τῶν θείων ἐντολῶν καὶ τῶν Ἀποστολικῶν διατάξεων (δ΄ Ζ΄).


Ἡ ὅλη στάσις καὶ ἐμφάνισις τῶν κληρικῶν δέον νὰ εἶναι κόσμια, σεμνὴ καὶ ταπεινόφρων. «Πᾶσα βλακεία καὶ κόσμησις σωματική, ἀλλότριαι εἰσι τῆς ἱερατικῆς τάξεως, καὶ καταστάσεως». Διό καὶ οἱ ἱερωμένοι δέον νὰ μὴ κοσμοῦνται «δι’ ἐσθήτων λαμπρῶν καὶ περιφανῶν», νὰ μὴ «χρίωνται μῦρα», καὶ νὰ περίκεινται «μετρίαν καὶ σεμνὴν ἀμφίεσιν», διότι «πᾶν ὅ μὴ διὰ χρείαν, ἀλλὰ διὰ καλλωπισμὸν παραλαμβάνεται, περπερείας (κενοδοξίας) ἔχει κατηγορίαν, ὡς ὁ μέγας ἔφη Βασίλειος» (ιστ΄ Ζ’). Εἰς πᾶσαν δὲ περίστασιν, ἀκόμη καὶ εἰς τάς σεμνάς κοινωνικάς ἀναστροφάς, ὡς εἶναι αἱ συνεστιάσεις μετὰ «θεοφόβων καὶ εὐλαβῶν ἀνδρῶν», δέον νὰ ἀποβλέπη εἰς τὴν πνευματικὴν ὠφέλειαν τῶν μεθ’ ὧν συναναστρέφεται. «Ἵνα καὶ αὐτὴ ἡ συνεστίασις πρὸς κατόρθωσιν πνευματικὴν ἀπάγῃ» (κβ΄ Ζ΄). Χρέος τέλος τοῦ ἱερωμένου εἶναι ὅπως ὁδηγῆ καὶ τὰ τέκνα του εἰς τὴν χριστιανικὴν ζωὴν ἀποτρέπων ταῦτα ἀπὸ ἐφαμάρτων διασκεδάσεων.


Εἶναι αὐτονόητον ὅτι τὸ ἱερατικὸν ἦθος, ὡς ἀπαιτοῦν καὶ περιγράφουν αὐτὸ οἱ ἱ. Κανόνες, δὲν εἶναι ἐξωτερικὴ συμμόρφωσις πρὸς ἀντικειμενικὸν τινὰ ἠθικὸν νόμον, ἀλλὰ τὸ ἦθος τῆς ἐλευθέρας καὶ ἐξ ἀγάπης ὑπακοῆς εἰς τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἡ πρὸς τοὺς ἀδελφοὺς ἐξ ἄλλου ἀγάπη ὑποχρεοῖ ἔσωθεν τὸν ἱερωμένον ὅπως προσέχη τὴν ἐξωτερικὴν διαγωγήν του, διὰ νὰ μὴ παράσχη ἀφορμάς σκανδάλου εἰς τοὺς ἀδελφούς του, κατὰ τὸ «πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλ’ οὐ πάντα συμφέρει…» (Α’ Κόρ. στ 12). Ὁ ἄξιος ἱερωμένος προσέχει πάντοτε νὰ μὴ προτιμᾶ «τὰ εἴδωλα τοῦ Χριστοῦ», ὑπὸ τὸν ὄρον «εἴδωλα» νοουμένων πάντων τῶν ἀπολυτοποιουμένων καὶ θεοποιουμένων σχετικῶν καθ’ ἑαυτὰς ἀξιῶν (στ΄ Βασιλ.) καὶ νὰ μὴ προδίδη δεύτερον τὸν «ἅπαξ ὑπὲρ ἡμῶν σταυρωθέντα», ἔχων συνείδησιν ὅτι ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ «πεπιστεύμεθα σῶμα καὶ αἷμα Χριστοῦ». Τὸ ἱερατικὸν ἦθος, ὡς καὶ τὸ χριστιανικὸν γενικώτερον ἦθος, ἔχει χριστολογικὴν καὶ ἐκκλησιολογικὴν βάσιν. Ἡ μετοχὴ εἰς τὸ κοινὸν σῶμα καὶ αἷμα Χριστοῦ δίδει εἰς τὸν ἱερωμένον τὴν δυνατότητα τῆς θεανθρωπίνης ἀγάπης καὶ τοῦ θεανδρικοῦ ἤθους τοῦ Χριστοῦ.
πηγή

Δῶστε, δῶστε στοὺς φτωχούς!





Ξέρω ὅτι πολλοὶ ἀπὸ τοὺς συγκεντρωμένους πάλι θὰ μᾶς κατηγορήσουν, ὅταν μιλοῦμε γι᾿ αὐτά, καὶ θὰ ποῦν «Μή, σὲ παρακαλῶ, μὴ γίνεσαι φορτικὸς καὶ βαρετὸς στοὺς ἀκροατές· ἄφησέ το στὴ συνείδηση τοῦ καθενός, ἄφησέ το στὴν κρίση τῶν ἀκροατῶν· ἔτσι τώρα μᾶς ντροπιάζεις, μᾶς κάνεις νὰ κοκκινίζουμε!...».

Ἀλλ᾿ ὄχι! Αὐτὰ τὰ λόγια δὲν τὰ ἀνέχομαι! Γιατί οὔτε ὁ Παῦλος ντρεπόταν νὰ ἐνοχλῇ συνέχεια γιὰ τέτοια πράγματα καὶ νὰ ζητᾶ σὰν ζητιάνος. Ἐὰν ἔλεγα τοῦτο, δηλαδὴ δός μου, φέρε γιὰ τὸ σπίτι μου, ἴσως νά ῾ταν ντροπή. Ἂν καὶ οὔτε τότε θά ῾ταν ντροπή. «Οἱ γὰρ τῷ θυσιαστηρίῳ», λέγει, «προσεδρεύοντες, τῷ θυσιαστηρίῳ συμμερίζονται» (Α´ Κορ. 9,13). Πλὴν ὅμως πιθανὸν νὰ μὲ κατηγοροῦσε κάποιος, ὅτι μιλῶ γιὰ τὸν ἑαυτὸ μου· τώρα ὅμως παρακαλῶ γι᾿ αὐτοὺς ποὺ στεροῦνται, μᾶλλον ὄχι γι᾿ αὐτοὺς ποὺ στεροῦνται, ἀλλὰ γιὰ σᾶς ποὺ δίνετε· γι᾿ αὐτὸ καὶ μιλῶ χωρὶς νὰ ντρέπομαι.
Γιατί ποῦ εἶναι ἡ ντροπὴ σὰν πῶ, δῶσε στὸν Κύριο ποὺ πεινᾷ, ντῦσε τον ποὺ γυρίζει γυμνός, φιλοξένησέ τον ποὺ εἶναι ξένος; Ὁ Δεσπότης σου δὲν ντρέπεται μπροστὰ σ᾿ ὅλη τὴν οἰκουμένη νὰ λέγῃ «ἐπείνασα καὶ οὐκ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν» (Ματθ. 25, 42), ὁ ἀνενδεής, ἐκεῖνος ποὺ δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ τίποτε· καὶ ἐγὼ θὰ ντραπῶ καὶ θὰ διστάσω; Σὲ παρακαλῶ, μακριὰ τέτοια πράγματα! Τοῦ διαβόλου εἶναι αὐτὴ ἡ ντροπή!

Δὲν θὰ ντραπῶ, λοιπόν. Ἀντίθετα μάλιστα καὶ μὲ παρρησία θὰ πῶ· δῶστε σ᾿ ὅσους ἔχουν ἀνάγκη, καὶ θὰ φωνάζω πιὸ δυνατὰ ἀπ᾿ αὐτούς. Γιατί ἐὰν κάποιος ἔχῃ στοιχεῖα καὶ μπορεῖ νὰ μᾶς κατηγορήσῃ, ὅτι αὐτὰ τὰ λέμε γιὰ νὰ σᾶς παρασύρουμε πρὸς ὄφελός μας, καὶ μὲ τὸ πρόσχημα τῶν φτωχῶν κερδίζουμε ἐμεῖς, τότε πράγματι αὐτὰ δὲν εἶναι μονάχα ἄξια ντροπῆς, ἀλλὰ καὶ μυρίων κεραυνῶν, καὶ οὔτε ἀξίζει νὰ ζοῦν ὅσοι κάνουν παρόμοια.

Ἀλλὰ ἐάν, μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, καθόλου δὲν σᾶς ἐνοχλοῦμε γιὰ τὸν ἑαυτό μας καὶ κηρύττουμε ἀδάπανο τὸ εὐαγγέλιο, χωρὶς βέβαια νὰ κοπιάζουμε ὅπως ὁ Παῦλος, ἀρκούμενοι πάντως στὰ δικά μας, μὲ ὅλο τὸ θάρρος θὰ σᾶς λέγω, δῶστε στοὺς φτωχούς· καὶ δὲν θὰ σταματήσω νὰ τὸ λέγω, καὶ ὅταν δὲν δίνετε θὰ σᾶς εἶμαι σκληρὸςκατήγορος!*



 



*Ἀπὸ τὴν ΜΓ´ ὁμιλία του στὴν Α´ πρὸς Κορινθίους, Ε.Π.Ε. 18Α, 720 ἑξ.


Ἀπόδοση στὴ νεοελληνικὴ Ἀρχιμ. Χρυσόστομος Π. Ἀβαγιανός
πηγή

Το τραπέζι και τα πνεύματα


του ενορίτου μας Νικολάου Βοϊνέσκου

Ο μακαριστός π. Γαβριήλ Διονυσιάτης  το 1916-1917 βρισκόταν στο Ορφάνι του Παγγαίου, υπεύθυνος σε ένα μετόχι της Μονής του. Στην περιοχή εκείνη στάθμευε τότε μία μεραρχία στρατού. Μια ομάδα αξιωματικών, μυημένοι στον πνευματισμό, συνήθιζαν να συγκεντρώνονται τα βράδια γύρω από ένα τραπέζι και με την μεσολάβηση ενός στρατιώτη-μέντιουμ, καλούσαν τα πνεύματα του βασιλέως Γεωργίου, του Τρικούπη και άλλων διασήμων νεκρών. Όταν το τραπεζάκι εκινείτο (σημείο ότι άρχισε η επικοινωνία με το «πνεύμα»!) έκαναν ερωτήσεις και εκ μέρους του «πνεύματος» απαντούσε ο στρατιώτης –μέντιουμ.

Έτυχε ένα βράδυ σε μια τέτοια σύναξη να παρευρίσκεται και ο π. Γαβριήλ. Κατάλαβε ότι η όλη προσπάθεια ήταν επίκληση δαιμόνων. Όταν έφυγαν, βρήκε την ευκαιρία να κολλήσει κάτω από το τραπέζι δύο κεριά σε σχήμα Σταυρού. Όταν ξαναπήγαν και προσπάθησαν να επαναλάβουν την επίκληση των «πνευμάτων», δοκίμασαν οδυνηρή έκπληξη. Ενώ «καλούσαν» ώρα πολλή, το τραπέζι δεν εκινείτο από την θέση του και το «πνεύμα» δεν έκανε την εμφάνισή του. Άρχισαν να ερευνούν, μήπως κάποιος κάρφωσε το τραπέζι στο πάτωμα! Και ερευνώντας, ανακάλυψαν τον Σταυρό από κερί κάτω από το τραπέζι.

-Το έκαμα, για να πεισθείτε ότι στην πράξη σας κρύβεται δαιμονική ενέργεια, τους είπε ο π. Γαβριήλ.

Δεν το παραδέχτηκαν. Και άρχισαν να αραδιάζουν διάφορες πνευματιστικές θεωρίες, ότι τάχα το κερί σαν ουσία είναι «δέκτης καλός» και συγκεντρώνει το… ρεύμα  της επικοινωνίας κλπ.

-Καλά, τους είπε τότε ο π.Γαβριήλ. Αφού φταίει το κερί, αφαιρέσατέ το. Αλλά να μου επιτρέψετε να κάμω κάτι άλλο.

Και αφού άναψε το ένα κερί, σχημάτισε με τον καπνό ένα Σταυρό κάτω από το τραπέζι. Μετά τους είπε, να κάμουν τις επικλήσεις τους. Άρχισαν αυτοί και πάλι να καλούν τα δαιμόνια. Αλλά το τραπεζάκι πάλι έμενε ακίνητο. Δεν γινόταν τίποτε. Αναγκάσθηκαν τότε εκ των πραγμάτων να παραδεχθούν, ότι δεν είχαν να κάμουν με επικοινωνία πνευμάτων νεκρών ανθρώπων, αλλά με το διάβολο! Με εκείνον, που «ως λέων ωρυόμενος περιπατεί ζητών, τίνα καταπίη» αλλά και που η δύναμη και οι παγίδες του κυριολεκτικά συντρίβονται μπροστά στη δύναμη του Τιμίου Σταυρού, «φρίττει γάρ και τρέμει μη φέρων καθοράν αυτού την δύναμιν».

Είναι γεγονός, ότι στους καιρούς της αποστασίας που ζούμε, η μαγεία, ο πνευματισμός και άλλες συναφείς επιδόσεις γνωρίζουν ημέρες δόξης. Οι αγγελίες των μέντιουμ στις εφημερίδες αυξάνονται και πληθύνονται. Γιατί;

Γιατί ο άνθρωπος, που βγάζει από τη ζωή του το Θεό, εύκολα καταντάει να ψάχνει για παρηγοριά και ικανοποίηση σε κάποια υποκατάστατα της αληθινής πίστης. Πελαγωμένοι σήμερα οι άνθρωποι στα αδιέξοδα και στα προβλήματά τους, εύκολα παγιδεύονται στις σκοτεινές παγίδες του πονηρού, του εχθρού της σωτηρίας μας. Και αντί να βρουν λύτρωση, πέφτουν σε χειρότερο μπλέξιμο και σε μεγαλύτερη ταλαιπωρία.

Και όλα αυτά γιατί;

Γιατί δεν θέλουν να πατήσουν το πόδι τους στην Εκκλησία. Έστω και αν είναι δυό βήματα από το σπίτι τους.

Δεν αντέχουν την –έστω- πεντάλεπτη ορθοστασία της καθημερινής προσευχής.

Φοβούνται να πιάσουν στα χέρια τους ένα πνευματικό βιβλίο.

Διστάζουν να ταλαιπωρήσουν λίγο την «δέσποινα»-κοιλιά τους με την σωτήρια άσκηση της νηστείας.

Τρέμουν στην σκέψη να πάνε σε πνευματικό να εξομολογηθούν…

Και έτσι, τελείως γυμνοί από οποιαδήποτε προστασία, και αποκοιμισμένοι πάνω στο μαλακό μαξιλαράκι των παθών τους, εύκολα «τσιμπάνε» το φαινομενικά «χορταστικό» δόλωμα του σατανά. Και πέφτουν θύματά του!

Ρύσαι ημάς από του πονηρού, Κύριε!          


Πηγή: Από το βιβλίο «Δίδαξόν με τα δικαιώματά σου» του Αρχιμανδρίτη Σάββα Δημητρέα

Οἱ Ἅγιοι Γαλακτίων καὶ Ἐπιστήμη


 

Ἔζησαν τὸν 3ο αἰῶνα μ.Χ., ὅταν αὐτοκράτορας ἦταν ὁ Δέκιος.

Οἱ γονεῖς του Γαλακτίωνα - Κλειτοφῶν καὶ Λευκίππη - ἦταν πρῶτα εἰδωλολάτρες. Κάποιος, ὅμως, ἱερομόναχος, ποὺ ὀνομαζόταν Οὐνούφριος, τοὺς προσείλκυσε στὴ χριστιανικὴ πίστη. Ἀπὸ τότε διέθεταν τὰ πλούτη τους σὲ κάθε ἀγαθοεργία.

Τὸ δὲ γιό τους Γαλακτίωνα ἀνέθρεψαν «ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσίᾳ Κυρίου». Δηλαδή, μὲ παιδαγωγία καὶ νουθεσία, σύμφωνη μὲ τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου. Καὶ ἡ παιδαγωγία αὐτὴ δὲν ἄργησε νὰ φέρει τοὺς θαυμαστοὺς καρπούς της.

Ὁ Γαλακτίων ὅταν μεγάλωσε, νυμφεύθηκε μία ὡραία κόρη, τὴν Ἐπιστήμη, τὴν ὁποία ὁ ἴδιος εἵλκυσε στὸ Χριστό. Ἡ ζωή τους κυλοῦσε ἀφιερωμένη στὴν ὑπηρεσία τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ καὶ στὴ διακονία τοῦ πλησίον, ὥσπου ξέσπασε ὁ διωγμὸς τοῦ Δεκίου.

Τότε, ὁ μὲν Γαλακτίων πῆγε σὲ μοναστήρι τοῦ ὄρους Σινᾶ, ἡ δὲ Ἐπιστήμη σὲ γυναικεῖο κοινόβιο. Ἀλλὰ ἡ λαίλαπα τοῦ διωγμοῦ ἔφθασε καὶ στὰ μέρη ἐκεῖνα, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ συλληφθεῖ ὁ Γαλακτίων. Ὅταν πληροφορήθηκε αὐτὸ ἡ Ἐπιστήμη, ἔτρεξε καὶ παρακάλεσε τοὺς διῶκτες νὰ συλλάβουν καὶ αὐτὴν πρὸς ἐνίσχυση τοῦ συζύγου της. Ὁ ἄρχοντας Οὖρσος, μὴ μπορῶντας νὰ τοὺς πείσει νὰ ἀλλαξοπιστήσουν, τοὺς ἀποκεφάλισε (250 μ.Χ.).

Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Tὴν λαμπρὰν ξυνωρίδα τῶν μαρτύρων τιμήσωμεν ὥσπερ συζυγίαν ἀρίστην καὶ κλειτὴν καὶ θεόφρονα· τὸν θεῖον Γαλακτίωνα πιστοί, ὁμοῦ σὺν Ἐπιστήμῃ τῇ σεμνῇ. Δι' ἀσκήσεως γὰρ πόνων ἀθλητικὴν ἐξήνθησαν φαιδρότητα. Δόξα τῷ ἐνισχύσαντι ὑμᾶς, δόξα τῷ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι δι' ὑμῶν πᾶσιν ἰάματα.

Κοντάκιον Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Μαρτύρων Χριστοῦ, τοῖς δήμοις ἠριθμήθητε, ἀγῶσι στεῤῥοῖς, φαιδρῶς ἀγωνισάμενοι, Γαλακτίων ἔνδοξε, σῦν συζύγῳ σεπτῇ καὶ συνάθλῳ σου, Ἐπιστήμη, τῷ μόνῳ Θεῷ, πρεσβεύοντες ἄμφω ὑπὲρ πάντων ἡμῶν.

Ὁ Οἶκος
Τὸν γενναῖον ἐν Μάρτυσι Γαλακτίωνα, ἐν ᾀσμάτων ᾠδαῖς εὐφημήσωμεν, σὺν τῇ πανευκλεεῖ συζύγῳ, τῇ φερωνύμῳ Ἐπιστήμῃ· οὗτοι γὰρ καθεῖλον τοῦ ἐχθροῦ τὸ φρύαγμα, καὶ εἰδώλων τὸ ἄθεον ἤλεγξαν, τὴν δὲ πίστιν Χριστοῦ ἀνεκήρυξαν. Διὸ περιφανῶς λαβόντες παρ' αὐτοῦ, τοὺς στεφάνους τῆς ἀφθαρσίας, ἀπαύστως πρεσβεύουσιν ὑπέρ πάντων ἡμῶν.

Κάθισμα Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ἀσκήσει λαμπρύνας σου, τὸ ὀπτικὸν τῆς ψυχῆς, ἀκτῖσιν ἀθλήσεως, φωταγωγεῖς τοὺς πιστούς, Γαλακτίων μακάριε· ὅθεν σου τὴν ἁγίαν, καὶ φωσφόρον ἡμέραν, πίστει ἐπιτελοῦμεν, εὐσεβῶς σοι βοῶντες· Ὡς ἔχων παρρησίαν πρὸς Χριστόν, πρέσβευε σωθῆναι ἡμᾶς.

Ὁ Ὅσιος Γρηγόριος ὁ Ὁμολογητὴς Πάπας Ἀλεξανδρείας


Ἔζησε τὸν 9ο αἰῶνα στὰ χρόνια τοῦ βασιλιᾶ Λέοντα τοῦ Ε´. 

Κατὰ τὸν διωγμό, ποὺ αὐτὸς ἔκανε κατὰ τῶν εἰκόνων, ὁ Ἀλεξανδρείας Γρηγόριος, βάζοντας τὸ καθῆκον του πρὸς τὸν Θεὸ πάνω ἀπὸ τὶς ἀσεβεῖς διαταγὲς τοῦ αὐτοκράτορα, ὑπεράσπιζε τὸ Ὀρθόδοξο φρόνημα καὶ ματαίωνε τὴν ἐφαρμογὴ τῆς βασιλικῆς θέλησης.
 
Ὁ Λέων ὁ Ε´, στὴν ἀρχὴ μὲ γράμματα, ἀπείλησε τὸν θαῤῥαλέο Πατριάρχη. Ἐπειδὴ ὅμως μάθαινε, ὅτι δὲν λαμβάνονταν ὑπ᾿ ὄψιν οἱ ἀπειλὲς καὶ οἱ προσταγές του, ἔφερε τὸν γενναῖο πρόμαχο τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὴν βία στὴν Κωνσταντινούπολη. Ἐκεῖ τὸν ἐπετίμησε μπροστὰ στὴ Σύγκλητο

. Ἀλλ᾿ ἐπειδὴ δὲν πέτυχε τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἀρεσκείας του, τὸν καταδίκασε σὲ ἐξορία, κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ὁποίας, ὁ Γρηγόριος παρέδωσε τὴν πιστὴ καὶ ἀθλητικὴ ψυχή του.

Συναξαριστής της 5ης Νοεμβρίου

Οἱ Ἅγιοι Γαλακτίων καὶ Ἐπιστήμη
 

Ἔζησαν τὸν 3ο αἰῶνα μ.Χ., ὅταν αὐτοκράτορας ἦταν ὁ Δέκιος.

Οἱ γονεῖς του Γαλακτίωνα - Κλειτοφῶν καὶ Λευκίππη - ἦταν πρῶτα εἰδωλολάτρες. Κάποιος, ὅμως, ἱερομόναχος, ποὺ ὀνομαζόταν Οὐνούφριος, τοὺς προσείλκυσε στὴ χριστιανικὴ πίστη. Ἀπὸ τότε διέθεταν τὰ πλούτη τους σὲ κάθε ἀγαθοεργία.

Τὸ δὲ γιό τους Γαλακτίωνα ἀνέθρεψαν «ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσίᾳ Κυρίου». Δηλαδή, μὲ παιδαγωγία καὶ νουθεσία, σύμφωνη μὲ τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου. Καὶ ἡ παιδαγωγία αὐτὴ δὲν ἄργησε νὰ φέρει τοὺς θαυμαστοὺς καρπούς της.

Ὁ Γαλακτίων ὅταν μεγάλωσε, νυμφεύθηκε μία ὡραία κόρη, τὴν Ἐπιστήμη, τὴν ὁποία ὁ ἴδιος εἵλκυσε στὸ Χριστό. Ἡ ζωή τους κυλοῦσε ἀφιερωμένη στὴν ὑπηρεσία τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ καὶ στὴ διακονία τοῦ πλησίον, ὥσπου ξέσπασε ὁ διωγμὸς τοῦ Δεκίου.

Τότε, ὁ μὲν Γαλακτίων πῆγε σὲ μοναστήρι τοῦ ὄρους Σινᾶ, ἡ δὲ Ἐπιστήμη σὲ γυναικεῖο κοινόβιο. Ἀλλὰ ἡ λαίλαπα τοῦ διωγμοῦ ἔφθασε καὶ στὰ μέρη ἐκεῖνα, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ συλληφθεῖ ὁ Γαλακτίων. Ὅταν πληροφορήθηκε αὐτὸ ἡ Ἐπιστήμη, ἔτρεξε καὶ παρακάλεσε τοὺς διῶκτες νὰ συλλάβουν καὶ αὐτὴν πρὸς ἐνίσχυση τοῦ συζύγου της. Ὁ ἄρχοντας Οὖρσος, μὴ μπορῶντας νὰ τοὺς πείσει νὰ ἀλλαξοπιστήσουν, τοὺς ἀποκεφάλισε (250 μ.Χ.).

Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Tὴν λαμπρὰν ξυνωρίδα τῶν μαρτύρων τιμήσωμεν ὥσπερ συζυγίαν ἀρίστην καὶ κλειτὴν καὶ θεόφρονα· τὸν θεῖον Γαλακτίωνα πιστοί, ὁμοῦ σὺν Ἐπιστήμῃ τῇ σεμνῇ. Δι' ἀσκήσεως γὰρ πόνων ἀθλητικὴν ἐξήνθησαν φαιδρότητα. Δόξα τῷ ἐνισχύσαντι ὑμᾶς, δόξα τῷ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι δι' ὑμῶν πᾶσιν ἰάματα.

Κοντάκιον Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Μαρτύρων Χριστοῦ, τοῖς δήμοις ἠριθμήθητε, ἀγῶσι στεῤῥοῖς, φαιδρῶς ἀγωνισάμενοι, Γαλακτίων ἔνδοξε, σῦν συζύγῳ σεπτῇ καὶ συνάθλῳ σου, Ἐπιστήμη, τῷ μόνῳ Θεῷ, πρεσβεύοντες ἄμφω ὑπὲρ πάντων ἡμῶν.

Ὁ Οἶκος
Τὸν γενναῖον ἐν Μάρτυσι Γαλακτίωνα, ἐν ᾀσμάτων ᾠδαῖς εὐφημήσωμεν, σὺν τῇ πανευκλεεῖ συζύγῳ, τῇ φερωνύμῳ Ἐπιστήμῃ· οὗτοι γὰρ καθεῖλον τοῦ ἐχθροῦ τὸ φρύαγμα, καὶ εἰδώλων τὸ ἄθεον ἤλεγξαν, τὴν δὲ πίστιν Χριστοῦ ἀνεκήρυξαν. Διὸ περιφανῶς λαβόντες παρ' αὐτοῦ, τοὺς στεφάνους τῆς ἀφθαρσίας, ἀπαύστως πρεσβεύουσιν ὑπέρ πάντων ἡμῶν.

Κάθισμα Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ἀσκήσει λαμπρύνας σου, τὸ ὀπτικὸν τῆς ψυχῆς, ἀκτῖσιν ἀθλήσεως, φωταγωγεῖς τοὺς πιστούς, Γαλακτίων μακάριε· ὅθεν σου τὴν ἁγίαν, καὶ φωσφόρον ἡμέραν, πίστει ἐπιτελοῦμεν, εὐσεβῶς σοι βοῶντες· Ὡς ἔχων παρρησίαν πρὸς Χριστόν, πρέσβευε σωθῆναι ἡμᾶς.

 
Οἱ Ἅγιοι Ἑρμᾶς, Πατρόβας, Λίνος, Γάιος καὶ Φιλόλογος, Ἀπόστολοι ἀπὸ τοὺς 70

Πραγματικοὶ ποιμένες ὅλοι, τοῦ λογικοῦ ποιμνίου τῆς Ἐκκλησίας μας.

Τὸν Ἑρμᾶ ἀναφέρει ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὴν πρὸς Ῥωμαίους ἐπιστολή του, καθὼς καὶ τοὺς Πατρόβα, Γάιο καὶ Φιλόλογο. Ἐνῷ τὸν Λίνο ἀναφέρει στὴ δεύτερη πρὸς Τιμόθεον ἐπιστολή του.

Ὁ Ἑρμᾶς ὁρίστηκε ἐπίσκοπος στοὺς Φιλίππους τῆς Μακεδονίας, καὶ σ᾿ αὐτὸν ἀποδίδουν ὁ Ὠριγένης, ὁ Εὐσέβειος, ὁ Ἱερώνυμος καὶ ἄλλοι, τὸ γνωστὸ συγγραφικὸ ἔργο μὲ τὸν τίτλο ὁ «ποιμήν». Τὸ ἔργο αὐτὸ δείχνει τὸ βάραθρο, στὸ ὁποῖο φέρει ἡ ἁμαρτία καὶ διεγείρει ἔντονα τὸ αἴσθημα τῆς μετάνοιας καὶ τῆς μετὰ τοῦ Θεοῦ εἰρήνης.

Μέχρι κάποιο χρονικὸ διάστημα μποροῦσε νὰ τὸ ἀναγνώσει κανεὶς μόνο στὴ Λατινικὴ μετάφρασή του. Κατὰ τὸν 19ο αἰῶνα ὅμως, βρέθηκε καὶ τὸ ἑλληνικὸ πρωτότυπο.

Ὁ Πατρόβας πρόσφερε σπουδαῖες ὑπηρεσίες στὴν πίστη, σὰν ἐπίσκοπος Ποτιόλων στὴν Ἰταλία.

Ὁ Λίνος ἀναδείχτηκε πρῶτος ἐπίσκοπος Ῥώμης καὶ ποίμανε τὴν ἐκεῖ ἐκκλησία μὲ πρόνοια καὶ τόλμη, καὶ μαρτύρησε μὲ ἀποκεφαλισμό. Ἦταν ἐπίσκοπος ἕντεκα χρόνια καὶ τρεῖς μῆνες.

Ὁ Γάιος ποίμανε στὴν Ἔφεσο μετὰ τὸν Τιμόθεο,

καὶ ὁ Φιλόλογος ὁρίστηκε ἀπὸ τὸν ἀπόστολο Ἀνδρέα ἐπίσκοπος Σινώπης.

 
Οἱ Ἅγιοι Δομνῖνος, Τιμόθεος, Θεόφιλος, Θεότιμος, Δωρόθεος ὁ Πρεσβύτερος, Εὐψύχιος, Καρτέριος, Σιλβανός, Πάμφιλος, Φιλόθεος, Νέαρχος, καὶ ἄλλοι Ἅγιοι Μάρτυρες ἄνδρες καὶ γυναῖκες

Ὁ Δομνίνος καὶ οἱ μαζὶ μ᾿ αὐτὸν μαρτυρήσαντες Ἅγιοι, ὄχι οἱ ἐπώνυμοι ποὺ ἀναφέρονται πιὸ πάνω, ἔζησαν στὰ χρόνια τοῦ βασιλιᾶ Μαξιμιανοῦ καὶ ὅταν ἄρχοντας τῆς Παλαιστίνης ἦταν ὁ Ούρβανός (298).

Πρῶτος μαρτύρησε ὁ Δομνίνος, ποὺ μετὰ ἀπὸ πολλὰ βασανιστήρια τὸν ἔκαψαν ζωντανό.

Τοὺς δὲ Τιμόθεο, Θεότιμο, Θεόφιλο, ποὺ ἦταν νέοι στὴν ἡλικία καὶ εὐπαρουσίαστοι, τοὺς γρονθοκόπησαν μέχρι θανάτου.

Τὸν Δωρόθεο, ποὺ ἦταν σεμνὸς ἱερέας, παρέδωσαν γιὰ τροφὴ στὰ ἄγρια θηρία.

Τοὺς δὲ Καρτέριο καὶ Εὐψύχιο, ποὺ ἦταν τέλειοι ἄνδρες σωματικὰ καὶ πνευματικά, ἔκοψαν τὰ γεννητικά τους ὄργανα, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ πεθάνουν μαρτυρικὰ ἀπὸ ἀκατάσχετη αἱμοῤῥαγία.

Τὸν Σιλβανὸ καταδίκασαν νὰ βασανίζεται μέσα σὲ μέταλλα, μέχρι ποὺ πέθανε, στὴν τοποθεσία Φανό.

Ὁ δὲ Πάμφιλος, στολισμένος μὲ πολλὲς ἀρετές, πέθανε μετὰ ἀπὸ πολλὰ βασανιστήρια μέσα στὴ φυλακή, μαζὶ μὲ ἄλλους ὁμολογητὲς τῆς χριστιανικῆς πίστης.

Ἐπίσης, μὲ τοὺς προαναφερθέντες Ἁγίους, μαρτύρησαν καὶ ἀρκετὲς χριστιανὲς παρθένες κόρες.

 

 Ὁ Ὅσιος Γρηγόριος ὁ Ὁμολογητὴς Πάπας Ἀλεξανδρείας

Ἔζησε τὸν 9ο αἰῶνα στὰ χρόνια τοῦ βασιλιᾶ Λέοντα τοῦ Ε´.

Κατὰ τὸν διωγμό, ποὺ αὐτὸς ἔκανε κατὰ τῶν εἰκόνων, ὁ Ἀλεξανδρείας Γρηγόριος, βάζοντας τὸ καθῆκον του πρὸς τὸν Θεὸ πάνω ἀπὸ τὶς ἀσεβεῖς διαταγὲς τοῦ αὐτοκράτορα, ὑπεράσπιζε τὸ Ὀρθόδοξο φρόνημα καὶ ματαίωνε τὴν ἐφαρμογὴ τῆς βασιλικῆς θέλησης.

Ὁ Λέων ὁ Ε´, στὴν ἀρχὴ μὲ γράμματα, ἀπείλησε τὸν θαῤῥαλέο Πατριάρχη. Ἐπειδὴ ὅμως μάθαινε, ὅτι δὲν λαμβάνονταν ὑπ᾿ ὄψιν οἱ ἀπειλὲς καὶ οἱ προσταγές του, ἔφερε τὸν γενναῖο πρόμαχο τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὴν βία στὴν Κωνσταντινούπολη. Ἐκεῖ τὸν ἐπετίμησε μπροστὰ στὴ Σύγκλητο

. Ἀλλ᾿ ἐπειδὴ δὲν πέτυχε τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἀρεσκείας του, τὸν καταδίκασε σὲ ἐξορία, κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ὁποίας, ὁ Γρηγόριος παρέδωσε τὴν πιστὴ καὶ ἀθλητικὴ ψυχή του.

 
Οἱ Ἅγιοι Κάστορας καὶ Ἀγαθάγγελος

Ὁ ἅγιος Κάστορας (ποὺ σύμφωνα μὲ ἀδιασταύρωτες πληροφορίες ἦταν Ἐπίσκοπος) μαρτύρησε διὰ πυρός, ὁ δὲ ἅγιος Ἀγαθάγγελος διὰ ξίφους.

 
Οἱ Ἅγιοι Δομέντιος καὶ Παῦλος ὁ ἐπίσκοπος

Ἄγνωστοι στοὺς Συναξαριστές. Ἀναφέρονται στὸ Ἱεροσολυμιτικὸ Κανονάριο ἔκδ. Καλλίστου Ἀρχιμανδρίτου σελ. 117, χωρὶς βιογραφικὰ στοιχεῖα.

 
Ἐγκαίνια ναοῦ Θεοδώρου Τήρωνος «ἐν τοῖς Σφωρακίου»

Ἡ μνήμη αὐτὴ ἀναφέρεται στὸν Πατμιακὸ Κώδικα 266, ὅπου ἀντὶ Σφωρακίου γράφεται «Σπαρακίου». Στὸν ἴδιο Κώδικα κατὰ τὴν 26η Ἰουνίου «τὰ ἐγκαίνια τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου ἐν τῷ Ῥησίῳ».

 
Ἅγιος Ἰωνὰς ὁ θαυματουργὸς Ἀρχιεπίσκοπος Νοβογορδίας
(+1470) 


 
Δὲν ἔχουμε λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τοῦ Ἁγίου.

Γέροντας Παΐσιος: «Σταμάτα νὰ πλέκης κομποσχοίνι. Σήμερα εἶναι Κυριακὴ»

Κάποτε, ἦταν Κυριακὴ - αὐτὸ ἔχει σχέση μὲ τὸ ὅτι θέλουν νὰ καταργήσουν τὴν Κυριακὴ ὡς ἀργία - καὶ κάποιος δόκιμος μοναχός, στὸ Ἅγιον Ὅρος, ἔπλεκε κομποσχοίνι. Ὅποτε τοῦ λέγει ἀπὸ μόνος του, ὁ Γέροντας, ἐπιτακτικά: «Σταμάτα. Μὴ πλέκης, σήμερα εἶναι ἀργία. Δὲν πρέπει». Καὶ ἐκεῖνος ἀθώα, ἀλλὰ καὶ μὲ εἰλικρίνεια, εἶπε: «Έ, Γέροντα, αὐτὰ τὰ κομποσχοίνια δὲν τὰ πουλᾶμε. Τὰ δίνομε εὐλογία». Καὶ σ'αὐτό, ἀπήντησε ἀκόμη πιὸ δυναμικὰ ὁ π. Παΐσιος: «Δὲν ἔχει σημασία. Ὅποιος προσεύχεται μὲ αὐτὰ - ἄλλο θέμα πῶς θὰ τὸ οἰκονομήση, πῶς θὰ τὸ καλύψη ὁ καλὸς Θεὸς - πάντως ἀπὸ σᾶς θὰ παίρνη ἀρνητικὴ εὐλογία».

Ἀπόσπασμα ἀπὸ ΕΔΩ

Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες.

  Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες. Γεώργιος Κ. Τζανάκης . Ἀκρωτήρι Χανίων Σχετικῶς μὲ τὸ θέμα τῶν αὐξήσεων τῶν μισθῶν τῶν ἀρχιερέων, ...