Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Κυριακή, Ιανουαρίου 19, 2014

Ιερομόναχος στον κόσμο;

   
Ο διάλογος που ακολουθεί είναι αληθινός και έγινε μέσα από το διαδίκτυο με ένα νέο που σπουδάζει σε εκκλησιαστική ακαδημία. Μέσα από αυτόν τον διάλογο προέκυψε ένας γόνιμος προβληματισμός πού θέλησα να τον μοιραστώ μαζί σας ο κάθε ένας από εμάς μπορεί αβίαστα να καταλάβει, μία από τις αιτίες πού το καράβι της Εκκλησίας δεν αρμενίζει σωστά.


ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΝΕΟΥ ΜΕΤΑ ΤΟΥ Π. ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ

- Νέος: Πατέρα Νεκτάριε ευλογείτε,
Από μικρό παιδί μεγάλωσα κοντά στην Εκκλησία και διαπίστωσα ότι έχω έφεση στα θεία και διάθεση προσφοράς στο έργο του Χριστού. Τώρα είμαι 22 ετών και αποφάσισα ότι θέλω να γίνω ιερομόναχος στον κόσμο, στην επαρχιακή Μητρόπολη όπου ζω. Το έχω σκεφθεί πολύ καλά και ξέρω ότι θα έχω πειρασμούς, τόσο από το οικογενειακό περιβάλλον όσο και από τον κόσμο, αλλά δεν με πτοεί τίποτα. Τι θα με συμβουλεύατε εσείς γι’ αυτή μου την απόφαση;

- π. Νεκτάριος: Αγαπητό μου παιδί,
Χαίρομαι που επιθυμείς να υπηρετήσεις την Εκκλησία του Χριστού, καθώς μάλιστα φαίνεσαι να διαθέτεις ενθουσιασμό και αγωνιστικό φρόνημα. Προτού προχωρήσεις όμως, πρώτο σου μέλημα θα πρέπει να είναι να ανιχνεύσεις το θέλημα του Χριστού, για να πάρεις την κατάλληλη απόφαση.

Εάν επιθυμείς να γίνεις κληρικός στον κόσμο, υπάρχει ο δρόμος του εγγάμου κληρικού, όπου με την αρμόζουσα αφοσίωση στον Κύριό μας, μπορεί κανείς να γίνει τίμιος εργάτης στον αμπελώνα Του, ένα λαμπερό άστρο για το ποίμνιο του Χριστού μας.

Από την άλλη, άγαμος κληρικός στον κόσμο δεν νοείται στην παράδοση της εκκλησιαστικής ζωής της ορθοδόξου Εκκλησίας μας. Ας μην παρασυρόμαστε από τα σύγχρονα εκκοσμικευμένα φαινόμενα. Ο ιερομόναχος στον κόσμο αποτελεί σχήμα οξύμωρο. Ο μοναχός είναι για την Μονή και αν θα χειροτονηθεί ιερέας, αυτό θα γίνει μόνο για τις ανάγκες της Μονής του και όχι για τον κόσμο. Αν ο οικείος Μητροπολίτης για τις ανάγκες της Μητροπόλεως, θέλει κάποιον ιερομόναχο, τότε ζητά από τον Ηγούμενο της Μονής και ο Ηγούμενος επιλέγει τον πλέον κατάλληλο και τον στέλνει να βοηθήσει στην έκτακτη ανάγκη της Μητροπόλεως.

Σε αυτές τις περιπτώσεις ο Μητροπολίτης διορίζει τον ιερομόναχο, ως έκτακτο κληρικό της Μητρόπολης και το έγγραφο του διορισμού του, αναφέρει ότι διορίζεται ο ιερομόναχος αυτός προσωρινώς ή εκτάκτως και για τις ανάγκες της Μητροπόλεως. Αυτό σημαίνει ότι ο Μητροπολίτης σε εύλογο χρόνο θα τον στείλει πίσω στην Ιερά Μονή του, γιατί αυτή η υπηρεσία του στον κόσμο αποτελεί μια έκτακτη αποστολή.

Για του λόγου το αληθές, σου επισυνάπτω την σχετική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, όπως δημοσιεύθηκε και στον ημερήσιο τύπο, μετά από προσφυγή ιερομονάχου που απελύθη από την ενοριακή του θέση:

Το Γ' Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας (1753/2008) έκρινε ότι: «οι ιερομόναχοι δεν μπορούν να διοριστούν ως τακτικοί εφημέριοι, τούτο δε διότι σύμφωνα με τις διατάξεις των Ιερών Κανόνων (βλ .ιδίως Δ’ Κανόνα της εν Χαλκιδώνι Δ’ Οικουμενικής Συνόδου) οι μοναχοί εγκαταβιώνουν υποχρεωτικά στην Ιερά Μονή της μετανοίας τους την οποία δεν πρέπει να εγκαταλείπουν παρά μόνον «δια χρείαν αναγκαίαν», κατά την κρίσιν αποκλειστικός του οικείου Μητροπολίτου(ΣτΕ565/1938)».

Ακόμη, η απόφαση του ΣτΕ αναφέρει ότι: «μόνο έγγαμοι κληρικοί διορίζονται σε θέσεις τακτικών εφημερίων και ότι η παύση ιερομονάχου από θέση προσωρινού εφημερίου και η επαναφορά του στη Μονή, όπου ανήκει, απόκειται στην απόλυτη διακριτική εξουσία του Μητροπολίτη, μη υποχρεουμένου να αιτιολογεί την σχετική πράξη». Και διερωτώμαι: Άραγε ο Θεός, σαν τότε που χρησιμοποίησε την γαϊδούρα του Βαλαάμ για να μιλήσει στον προφήτη, μήπως σήμερα χρησιμοποιεί τις δικαστικές αποφάσεις για να μας θυμίσει τους κανόνες αφού εμείς ούτε τους διαβάζουμε ούτε τους θυμόμαστε ούτε θέλουμε να τους εφαρμόσουμε;

Μετά από όσα σου προανέφερα, σε παρακαλώ εξήγησέ μου το σκεπτικό σου, γιατί θέλεις να γίνεις ιερομόναχος στον κόσμο; Διότι αν δεν αποφύγεις ένα λανθασμένο ξεκίνημα, είναι πολύ πιθανόν να έχουμε τραγική κατάληξη…

- Νέος: Εγώ είχα ξεκινήσει για το Μοναστήρι και είδα ότι δεν μπορώ να ζήσω εκεί. Το σκεπτικό μου είναι, ότι και ο κόσμος χρειάζεται διακονία. Δεν κάθομαι έξω για μια καλύτερη ζωή. Άλλωστε οι Πατέρες λένε ότι δεν αγιάζει ο τόπος αλλά ο τρόπος. Έχουμε τρανό παράδειγμα τον Γέροντα Πορφύριο, που έκανε το κέντρο της Αθήνας παράδεισο. Συμφωνώ ότι η θέση του μοναχού είναι στα Μοναστήρια, όμως πολλές φορές ο Θεός αλλού μας οδηγεί, δεν νομίζετε;

- π. Νεκτάριος: Αγαπητό μου παιδί. Παρακολουθώντας το σκεπτικό σου, διακρίνω κάποιες λανθασμένες αφετηρίες και θα προσπαθήσω να σου εξηγήσω αναλυτικά. Σκοπός της ζωής του ανθρώπου είναι ο αγιασμός του, δηλαδή η σωτηρία του. Ο Θεός μας είναι Φως, άρα και εμείς καλούμεθα να γίνουμε φως, για να ενωθούμε μαζί Του. Όπως ξέρεις, μόνο τα όμοια ενοποιούνται, το φως ενώνεται με το φως, το σίδερο με το σίδερο…Αντιθέτως τα ανόμοια δεν μπορούν να ενωθούν. Λοιπόν, αν δεν έχεις γίνει φως, πώς τότε θα γίνεις ένα με το Φως; Φυσικό αποτέλεσμα θα είναι να απομακρυνθείς από το Φως και να ζήσεις μετά στο αιώνιο σκοτάδι! Πιστεύω να το καταλαβαίνεις αυτό.

Είναι σωστό αυτό που γράφεις, ότι δεν αγιάζει ο τόπος αλλά ο τρόπος. Δηλαδή, ο τρόπος ζωής μέσω του οποίου εξυπηρετείται ο στόχος, που είναι η αγιότητα. Αυτός ο τρόπος δεν είναι άλλος από το καμίνι της υπακοής και της ταπείνωσης, που παίρνει για τον πιστό την μορφή ή της συζυγίας στο Μυστήριο του Γάμου, ή της υποταγής σε Γέροντα, στο Μυστήριο του Μοναχισμού (η Δυτική, παπική θεολογία περιορίζει τα μυστήρια μόνο σε επτά, αντίθετα από την Ορθόδοξη Παράδοση). Και τα δύο αυτά μυστήρια λοιπόν, οδηγούν στην ένωσή μας με τον Θεό, δια της ταπεινώσεως. Το υπογραμμίζω, δια της ταπεινώσεως. «Η ταπείνωσις και χωρίς άλλων έργων συγχωρεί πολλά αμαρτήματα· τα έργα όμως άνευ της ταπεινώσεως όχι μόνον υπάρχουσιν ανωφελή αλλά και πολλών κακών πρόξενα». (Ισαάκ Σύρρου Ασκητικά Λόγος ΜΘ’ Περί αληθούς γνώσεως κλπ.).

Μέσα στον γάμο, αν το ζευγάρι δεν αποκτήσει ταπείνωση, τότε τα θέλω του ενός θα συγκρουστούν με τα θέλω του άλλου και έτσι προβάλλοντας δύο εγώ, το ζευγάρι χωρίζει… Σκέφτεσαι στην Αγία Τριάδα να ήθελε άλλα ο Πατήρ, άλλα ο Υιός και άλλα το Άγιο Πνεύμα; Δεν νοούνται ποτέ τρία διαφορετικά θελήματα στη θεία βούληση. Έτσι και στους ανθρώπους, όταν ο ένας θέλει το ένα και ο άλλος το άλλο, δεν υπάρχει ενότητα. Υπάρχει το θέλω και το εγώ. Γι’ αυτό το λόγο χωρίζουν τα ζευγάρια και για τον ίδιο λόγο τσακώνονται τα μέλη μιας οικογένειας, επειδή, δηλαδή όταν επιμείνουν σε διαφορετικά θελήματα, δημιουργείται διαφωνία και ένταση. Διαφωνία χωρίς υποχώρηση (ταπείνωση), σημαίνει διάλυση. Έτσι η ενότητα χάνεται, γιατί όσο λείπει η ταπείνωση, τόσο χωριζόμεθα από τον Θεό και γίνεται έτσι πιο επισφαλής η σωτηρία μας.

Έπειτα, ερχόμαστε στο θέμα του Μοναχισμού, που, όπως καταλαβαίνω σε ενδιαφέρει περισσότερο. Ο Μοναχισμός είναι η δεύτερη οδός σωτηρίας που κάνει τον άνθρωπο φως, διότι τον ωθεί να ενωθεί με τον Θεό δια της εκκοπής τους θελήματός του. Ο μοναχός δεν μπορεί να έχει θέλω και εγώ. Ας μην ξεχνάμε ότι, με την απόκτηση του ιδίου θελήματος, ο Εωσφόρος από φωτεινός Αρχάγγελος μετατράπηκε σε σκοτεινό δαίμονα, ενώ ο Αδάμ και η Εύα όταν απέκτησαν ίδιον θέλημα, έχασαν τον Παράδεισο. Το ίδιον θέλημα αποστασιοποιεί τον άνθρωπο από το θέλημα του Θεού και τον απομακρύνει από κοντά Του. Γι’ αυτό ο Χριστός, στο Πάτερ Ημών μας είπε να λέμε το “Γεννηθήτω το θέλημά Σου”. Πρέπει να έχουμε ένα θέλημα, αυτό που θέλει ο Κύριός μας.

Ο Μοναχισμός ξεκινά από εκεί, κόβει το θέλω και το εγώ. Έτσι ταπεινώνεται ο άνθρωπος καθημερινά. «Ένεκα σου θανατούμεθα όλη την ημέρα…» Γι’ αυτό το λόγο οδηγείται κανείς να υποταχθεί σε έναν Γέροντα και μια αδελφότητα, για να αποκτήσει δια της ταπεινώσεως και της αποβολής του εγώ και του θέλω τη σωτηρία του. Εσύ πώς θα μπεις σε αυτήν την οδό της ταπεινώσεως, για να χαθεί εντελώς το θέλω σου και το εγώ σου; Έξω στον κόσμο, πολύ φοβάμαι ότι θα κάνεις ό,τι θέλεις. Γι’ αυτό οι Πατέρες δεν άφηναν εύκολα τους μοναχούς να πάνε μόνοι τους, ούτε για ασκητές. Έπρεπε να περάσουν πρώτα από το Κοινόβιο, το σχολείο της υπακοής. Και μετά, δύσκολα πάλι τους έστελναν μόνους «ουαί το ενί…» Ο μόνος κάνει το ίδιον θέλημα και υπάρχει φόβος να χαθεί η ταπείνωση και μαζί η σωτηρία του ανθρώπου, ακόμα και στον ασκητισμό, που προϋποθέτει πνευματικότητα τελείας ανιδιοτέλειας και απόλυτη προβολή του θελήματος του Θεού, αρετές που κατακτώνται μετά από χρόνια στην υπακοή.

Επομένως σκοπός που γίνεται κάποιος μοναχός και ιερομόναχος, δεν είναι η διακονία της Εκκλησίας και του κόσμου! Αυτή είναι μια πλανεμένη θεώρηση της Δυτικής θεολογίας που τείνει να εισέλθει και εις την δική μας. Στην Πατερική παράδοση δεν υπάρχει πουθενά, ενώ αντίθετα προβάλλεται το ησυχαστικό και κοινοβιακό πνεύμα του μοναχισμού, η κατάλληλη πνευματική ατμόσφαιρα που αναπτύσσει τον έρωτα του μοναχού για τον Θεό και το θέλημά Του, μέσα από το οποίο καταλήγει να αγαπήσει με αληθινή αγάπη και όλο τον κόσμο.

Αγαπητό μου παιδί. Το να πιστεύεις ότι από το ξεκίνημά σου έχεις την εμπειρία και ότι κατέχεις την οδό της σωτηρίας και μπορείς να οδηγήσεις και άλλους ανθρώπους σε αυτήν την οδό, τι άλλο μπορεί να είναι εκτός από πλάνη; Εάν ο τυφλός οδηγεί τυφλό, καταλαβαίνεις πού θα καταλήξουν…Μπορείς λοιπόν εσύ να πάρεις, παιδί μου, επί τον τράχηλό σου τόσες ψυχές; Πώς θα τις οδηγήσεις, αφού ο ίδιος δεν βάδισες σ’ αυτήν την οδό, αφού δεν την γνώρισες εμπειρικά; Οι Απόστολοι έζησαν και διδάχθηκαν πρώτα από τον Χριστό… Ο Παύλος πάλι, οδηγήθηκε κατά θαυμαστό τρόπο από τον ίδιο τον Χριστό, όπως και ο Γέροντας Πορφύριος, που λαμβάνοντας ιδιαίτερη χάρη από τον Κύριο, είναι μια εξαιρετική, ιδιάζουσα περίπτωση. Εσύ; Εσύ πού γνώρισες την οδό της σωτηρίας;

Αυτά γίνονται δυστυχώς μέσα στην Εκκλησία παιδί μου…Κάποιοι βιάζονται να χειροτονηθούν αλλά και κάποιοι βιάζονται να χειροτονήσουν ιερομονάχους αλλά και εγγάμους κληρικούς, χωρίς να υπάρχουν οι προϋποθέσεις αλλά και οι εγγυήσεις που απαιτούνται για ένα τόσο υψηλό λειτούργημα. Έτσι οι με αυτόν τον τρόπο γενόμενοι κληρικοί τυφλοί όντες, αναλαμβάνουν να οδηγήσουν το ποίμνιο. Παίρνουν ενορίες και γίνονται ιεροκήρυκες… Αποτέλεσμα; Αυτό που βλέπουμε σήμερα μέσα στην Εκκλησία. Κοιτάζουν τι Σταυρό θα βάλουν, τι στολή κτλ. κι αυτή είναι η βασική μέριμνα κάποιων κληρικών. Έτσι τελικά επειδή οι ίδιοι δεν απέβαλαν ποτέ το θέλω τους, αλλά ούτε και το εγώ τους για χάρη του Χριστού, αδυνατούν τώρα να βοηθήσουν τον σύγχρονο άνθρωπο στα προβλήματά του, αλλά είναι και οι ίδιοι δυστυχείς και κάποιες φορές τραγικοί άνθρωποι. Γι’ αυτό και λένε σε όλους γενικές και αόριστες συμβουλές του τύπου, «νήστεψε, προσευχήσου». Δεν μπορούν να βοηθήσουν ουσιαστικά και κατάλληλα τον κάθε συγκεκριμένο άνθρωπο με τις ιδιαίτερες ανάγκες του, διότι δεν έχουν οι ίδιοι καθαρθεί και φωτισθεί. Όπως αν δεν πας στο σχολείο, δεν μαθαίνεις γράμματα, έτσι και αν δεν φοιτήσεις στο πνευματικό σχολείο, πώς θα μπορέσεις μετά να γίνεις δάσκαλος και να διακονήσεις τους μαθητές του Ιησού, χωρίς τα απαραίτητα εφόδια;

Παιδί μου, η Εκκλησία παρουσιάζει σήμερα αυτήν την άσχημη εικόνα και αδυνατεί να σταθεί κοντά στον άνθρωπο, διότι επικρατεί η άποψη ότι οι «παπάδες» είναι για να καλύπτουν τα κενά των εφημεριακών θέσεων. Δεν τους ενδιαφέρει κάτι άλλο. Όπου υπάρχει επίσκοπος που πέρασε από Μοναστήρι και έμαθε την οδό της σωτηρίας, αυτός δεν χειροτονεί μοναχούς μέσα στον κόσμο. Πολύ περισσότερο, δεν τους αναθέτει ενορία. Αλλά αφού πρώτα μάθουν, αφού οι μοναχοί του γίνουν πρώτα φως, τότε ο επίσκοπος, τους ζητά από τον ηγούμενό τους. Εσύ που θέλεις να διακονήσεις στον κόσμο, ποια οδό ταπείνωσης ακολούθησες; Αυτή την οδό ταπείνωσης προς την σωτηρία εξυπηρετούν ο έγγαμος βίος αλλά και ο μοναχικός βίος. Ο πρώτος νοείται ως συζυγία και ο δεύτερος ως υπακοή. Οι Πατέρες δεν προβάλλουν ως ασφαλή, άλλη οδό για την σωτηρία και την αγιότητα.

Είναι λάθος λοιπόν και αυθαιρεσία των πνευματικών, να δίνουν συμμαρτυρίες, για να χειροτονούνται ιερομόναχοι στον κόσμο, κύριοι του εαυτού τους και ανεξάρτητοι της υπακοής. Αυτό γίνεται, διότι ούτε οι ίδιοι οι πνευματικοί ακολούθησαν αυτή την οδό, με αποτέλεσμα να υπάρχει κι αυτή η ακαταστασία και πνευματική πενία στο χώρο της Εκκλησίας. Λένε, “καλός νέος είναι, ας δώσω συμμαρτυρία”…Μα δεν βλέπουν ότι ο νέος είναι μεν καλός αλλά είναι τυφλός; Πώς θα οδηγήσει μετά ένας τυφλός την ενορία; Και το κακό αυτό διαιωνίζεται. Αυξάνονται οι τυφλοί, που τελικά οδηγούν το ποίμνιο της ενορίας τους στην οδό της κολάσεως. Κάνουν τυπικούς χριστιανούς, ηθικιστές μόνο. Αυτό μας ήλθε από τη χριστιανική Δύση και μεταδόθηκε στην καθ’ ημάς Ανατολή με αποτέλεσμα σήμερα οι νέοι, να αναζητούν την πνευματικότητα στους διάφορους γκουρού της αλλόθρησκης Ανατολής. Όλα τα φαινόμενα, παιδί μου, έχουν την ερμηνεία τους…Ο άνθρωπος σήμερα ψάχνει το γνήσιο, την ουσία. Αναζητά το φως…Τι από όλα αυτά έχεις εσύ για να προσφέρεις; Ελπίζω να με καταλαβαίνεις…

Ιερομόναχος ή Μοναχός γίνεται κάποιος, όχι για να διακονήσει τον κόσμο, αλλά για να κτίσει την οικοδομή της σωτηρίας του. Η διακονία μπορεί να έλθει αργότερα, αλλά δεν είναι αυτοσκοπός. Όταν εσύ γίνεσαι ιερομόναχος πιστεύοντας ότι μπορείς να διακονήσεις, ξεκινάς με το εγωιστικό σφάλμα της υπέρμετρης αυτοπεποίθησης. Όταν θα είσαι έτοιμος πνευματικά, κάτι που αναγνωρίζει και βεβαιώνει μόνο ο ηγούμενος της Μονής που εγκαταβιώνεις, τότε θα έχεις όλα τα εφόδια και την ευλογία να διακονήσεις. Αυτό είναι πιθανό να συμβεί στο μέλλον. Δεν είναι όμως του παρόντος. Πόσο λυπάμαι κάθε φορά που γίνονται μοναχοί, νέοι άνθρωποι και νομίζουν ότι γίνονται για να υπηρετήσουν τον κόσμο και την εκκλησία! Πόσο εγωιστικό είναι αυτό! Αλλά ταυτόχρονα κάνουν και το ίδιον θέλημα, αυτό θέλουν - αυτό κάνουν και από την άλλη στην προσευχή τους λένε καθημερινά, “Γεννηθήτω το θέλημά Σου Κύριε”! Ποιο είναι το θέλημα του Θεού; Το λένε φυσικά οι Πατέρες στα κείμενά τους, το λένε οι Άγιοι στα γραπτά τους. Πώς εμείς κάνουμε το αντίθετο; Καλά δεν βλέπουμε ότι ξεκινάμε λάθος; Ή καλυπτόμαστε πίσω από την δήθεν υπακοή στον πνευματικό μας; Φυσικά κάποιοι πνευματικοί, με δάκρυα στα μάτια στο λέω, έχουν χάσει τον πνευματικό τους προσδιορισμό, ξεχνούν τον σκοπό της αποστολής τους και γι’ αυτό συμβαίνουν όσα συμβαίνουν…στο χώρο της Εκκλησίας μας.

Εσύ, παιδί μου ξεκίνα σωστά, για να γίνεις δοχείο της χάριτος του Θεού, να γίνεις φως, να ενωθείς με το Φως και να ζήσεις για πάντα μαζί Του. Αυτός είναι ο μοναχός, αυτός είναι και ο σκοπός που γίνεται κάποιος μοναχός. Ο άνθρωπος αγαπά πρώτα τον Κύριό του, που είναι Φως και γίνεται κι ο ίδιος φως, κατά την δωρεάν του Χριστού και ενώνεται έτσι μαζί. Όπως ο άνδρας αγαπά την γυναίκα και οδηγούνται σε Γάμο και ενώνονται σε ένα, έτσι και ο άνθρωπος που αγαπά τον Χριστό και τον αναζητά, οδηγείται στους γάμους του μετά του Κυρίου του (Μοναχισμός). Για να γίνει όμως η ένωση του Ιησού με τον μοναχό, πρέπει πρώτα να γίνει φως ο μοναχός και αυτή η διαδικασία διδάσκεται μόνο στις Μονές και όχι στο σπίτι του μοναχού. Κινδυνεύεις, παιδί μου να χαθείς και εσύ, αλλά σίγουρα εάν γίνεις και ιερομόναχος, θα πάρεις στο λαιμό σου πολλές ψυχές και θα είσαι εσύ υπεύθυνος για τον χαμό τους. Αυτό συμβολίζει εξάλλου και το πετραχήλι με τα κρόσσια που έχει στο κάτω μέρος. Παίρνεις, το λαό του Θεού, στον τράχηλό σου και τα κρόσσια είναι οι ψυχές τους, για τις οποίες θα δώσεις λόγο, αν τις οδηγήσεις ως άλλος Μωυσής στη γη της επαγγελίας ή στην Αίγυπτο. Αλλά αν δεν έζησες πρακτικά την οδό της σωτηρίας, που διδάσκεται ή μέσα στο μυστήριο του Γάμου ή στο Μοναστήρι, πώς πας να γίνεις Μωυσής! Δύσκολο, πολύ δύσκολο! Χωρίς να έχεις σπουδάσει καπετάνιος, πού πας να πιάσεις το τιμόνι του πλοίου;

Οι Άγιοι, λέγουν ότι η σωτηρία του ανθρώπου μέσα στον κόσμο είναι δύσκολη. Γι’ αυτό και ναυαγούν και τα νέα ζευγάρια. Γέμισε ο τόπος από διαζύγια, διότι δεν υπάρχουν καπετάνιοι καλοί. Κινδυνεύει το καράβι της οικογένειας και ο πνευματικός - καπετάνιος, αδυνατεί να τους βοηθήσει ουσιαστικά. Δεν μπορεί ο έρημος αφού ο ίδιος δεν τροφοδοτείται και δεν συνδέεται βαθειά και έντονα με τον αρχηγό της ζωής. Αποτέλεσμα, να χτυπά το καράβι στα βράχια και να χάνεται…Γι’ αυτό, πολλοί άνθρωποι αναζητούν τη σωτηρία τους στη δεύτερη οδό, του Μοναχισμού. Εδώ, έχοντας καλό οδηγό και κάνοντας υπακοή, το καράβι φτάνει αισίως στο λιμάνι του Χριστού. Αν όμως ο μοναχός και μέσα στη Μονή, κάνει το δικό του το θέλημα, τότε αφού δεν ακούει τον οδηγό του, πάλι στα βράχια θα καταλήξει.

Μόνο όποιος μοναχός υπακούει, όπως λένε οι Άγιοι, αυτός γρήγορα κερδίζει το ποθούμενο και γίνεται φως. Γίνε φως και τότε το φως που θα εκπέμπεις, επειδή είναι του Χριστού, θα οδηγήσει στη σωτηρία χιλιάδες ανθρώπους. Ξεκίνα σωστά και θα με θυμάσαι για πάντα στην ζωή σου.

- Νέος: Διαβάζοντας Γέροντα τα γραφόμενά σας, ήθελα να επισημάνω τα εξής:
Καταρχήν υπακοή μπορείς να κάνεις και στον Γέροντά σου, που βρίσκεται στον κόσμο ή εντός μοναστηριού. Όπως και να το κάνουμε, οι πνευματικοί που διαλέξαμε έχουν εμπειρία χρόνων. Αφού το επιτρέπει ο δικός μου πνευματικός, να γίνω ιερομόναχος στον κόσμο, ο οποίος έχει βγάλει πλειάδα μοναχών σε μοναστήρια, αυτό δεν είναι αρκετό για μένα; Διαφορετικά, υποθέτω ότι δεν θα μου έδινε ευλογία.

Δεν σκέφτομαι ότι θα είμαι το φως και θα οδηγήσω τον κόσμο στην σωτηρία. Ούτε ότι, από την πρώτη στιγμή της ιερωσύνης μου θα βγω να κηρύττω. Περνούν αρκετά χρόνια και ύστερα αναλαμβάνεις τα ινία, εφόσον σε κρίνει κατάλληλο ο επίσκοπός σου. Προσωπικά, ποτέ δεν με ενθουσίασαν ούτε οι σταυροί, αλλά ούτε και τα κουκούλια. Έπειτα κι εσείς, δώσατε στα καλογέρια σας επιγονάτια και σταυρούς. Θα ξέρετε, ότι στις μονές όμως μόνο ο ηγούμενος τα φοράει αυτά.

Ακόμα, ποιος μου εγγυάται ότι πηγαίνοντας σε μοναστήρι θα έρθει το αναμενόμενο αποτέλεσμα και ότι θα μείνω για όλη μου τη ζωή; Παράδειγμα, μοναχοί της μονής σας, ο π. Παντελεήμων που όχι μόνο έφυγε, αλλά τα “πέταξε” κιόλας! Εσείς πατέρα Νεκτάριε από πού ξεκινήσατε; Από τον κόσμο; Και πώς πήρατε τότε επάνω σας τόσες ψυχές, αφού δεν εγκαταβιώσατε πρώτα για πολλά χρόνια σε μοναστήρι;

- π. Νεκτάριος: Αγαπητό μου παιδί.
Αρχικά, για το θέμα της υπακοής έχω να σου πω τα εξής: Υπακοή όταν είσαι έξω στον κόσμο πρέπει να το καταλάβεις, δεν μπορείς να κάνεις. Κάποτε πίστευα κι εγώ, όταν ήμουν ως ιερομόναχος στον κόσμο, ότι έκανα υπακοή! Συνειδητοποίησα όμως κι ευτυχώς γρήγορα, ότι αυτό είναι μια απάτη του εαυτού μας, από την οποία πέρασα. Άλλη είναι η μοναχική υπακοή μέσα στο μοναστήρι και άλλη στον κόσμο. Το πρώτο είναι η ημέρα, το δεύτερο είναι η νύχτα. Έχει τεράστια διαφορά η ζωή στο κοινόβιο μοναστήρι από τη ζωή του διαμερίσματος, όπου η υπακοή είναι ανύπαρκτη έως υποτυπώδης. Απατηλή και όχι ουσιαστική υπακοή κατά τα Πατερικά πρότυπα.

Κάποτε, όταν ήμουν νέος, ξεγελούσα κι εγώ τον εαυτό μου, λέγοντας τα ίδια με σένα κι εγώ. Δεν ξεχνώ, ότι και ο δικός μου πνευματικός, που μου έδωσε και τη συμμαρτυρία, ήταν πολύ αυστηρός και άγιος άνθρωπος, αλλά ζούσε κι αυτός στον κόσμο. Δεν λέει κάτι η ευλογία του πνευματικού σε αυτές τις περιπτώσεις, που σε αφήνει έκθετο σε μια ζωή χωρίς υπακοή, γεμάτη κινδύνους… Το είδα, το έζησα πρώτος εγώ, αλλά και άλλοι ιερομόναχοι και Αρχιμανδρίτες που συνεχίζουν να ζουν στον κόσμο.

Αντίθετα στο κοινόβιο μοναστήρι η υπακοή έχει σταθερή συνέχεια, διαρκή έλεγχο, ζωντανό παράδειγμα, και συνδυάζεται με τον ησυχαστικό χαρακτήρα της ζωής και την προστασία από τις προκλήσεις του κόσμου. Γι’ αυτό το λόγο προσλαμβάνει μοναδική αξία και από τη φύση της, αποτελεί τη βάση για την πνευματική πρόοδο.

Στο δεύτερο θέμα που θέτεις, έχω να σου πω τα εξής: Όταν αναλαμβάνεις μια ενορία, είναι σαν να σε βάζουν στο πηδάλιο ενός αεροπλάνου, όπου πρέπει να ξέρεις να πιλοτάρεις, διαφορετικά αν δεν ξέρεις, δεν αναλαμβάνεις. Δεν είσαι παιδί μου, πλέον επιβάτης του αεροπλάνου, αλλά είσαι οδηγός ή συνοδηγός στο πιλοτήριο και πρέπει υποχρεωτικά να ξέρεις να οδηγείς, έστω και αν είναι άλλος ο πιλότος. Αντιλαμβάνεσαι πιστεύω, ότι το ιερό είναι το πιλοτήριο. Για τους ενορίτες σου θα είσαι εσύ οδηγός, έστω κι αν υπάρχει κι άλλος που οδηγεί…Σου θέτω δε και το εξής ερώτημα: Ο άλλος που λέει ότι είναι πιλότος, πού έμαθε κι αυτός να πιλοτάρει; Πιθανότατα, πουθενά κι εκείνος… Γι’ αυτό το λόγο το σκάφος έχει συνεχώς κλονισμούς και δείχνει να καταποντίζεται… Αν ξέραμε να οδηγούμε, η εκκλησία θα ήταν γεμάτη από αγίους όπως ήταν και παλαιότερα, ενώ τώρα; Δυστυχώς πόσο σπάνιο είναι στις ημέρες μας το παράδειγμα της αγιότητας. Κι αν παρουσιασθεί κάποιος άγιος, μέσα από Ιερά Μονή θα είναι…

Επίσης για το θέμα που μου γράφεις, ότι με την ευλογία του επισκόπου θα κάνεις ό,τι κάνεις και όταν εκείνος το επιτρέψει, θα επαναλάβω αυτά που είπα και προηγουμένως. Σέβομαι και τιμώ την αρχιεροσύνη και τους επισκόπους μας και πολύ τους ευλαβούμαι, όμως πρόσεξε αυτό που θα ρωτήσω: Νομίζεις ότι ξέρουν όλοι οι αρχιερείς να οδηγήσουν το σκάφος; Αν το οδηγούσαν σωστά, δεν θα ολισθαίναμε πνευματικά όπως συμβαίνει σήμερα. Θα είχε η Εκκλησία μας αγίους κληρικούς και πλήθος από αγίους λαϊκούς. Δε βλέπεις πόσο σπάνια ανακηρύσσονται πλέον άγιοι; Όσοι ανακηρύσσονται, ως προείπα, είναι μοναχοί από μονές… Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει σήμερα η εκκλησία μας αγίους. Βεβαίως κι έχει, αλλά είναι πλέον ελάχιστοι, σε αντίθεση με τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες.

Στο τρίτο θέμα σου αναφέρεσαι στους σταυρούς και τα κουκούλια. Δεν υποστηρίζω ότι δεν πρέπει να παίρνουν οι ιερομόναχοι μας οφίκια. Πρέπει όμως να προσέχουμε τα κίνητρα και τις διαθέσεις μας. Θα έχεις προσέξει λοιπόν ότι συχνά ασχολούμεθα μόνο με αυτά, διότι δεν έχουμε κάτι πνευματικότερο να κάνουμε... Έτσι, μιλούμε, ως γνωρίζεις, για πολλά επουσιώδη, ανώφελα, ακόμα και ψυχοφθόρα που συζητούνται εντός του ιερού, ξεχνώντας αυτό το οποίο υπηρετούμε, δηλαδή τον Χριστό μας και όσα μας ανυψώνουν πνευματικά.

Έπειτα με ρωτάς, ποιος σου εγγυάται ότι πηγαίνοντας σε κάποια ιερά μονή θα κατακτήσεις την αγιότητα και ότι θα γίνεις φως; Μα παιδί μου καλό, γιατί τότε γίνεσαι μοναχός; Για να γίνεις δαίμονας; Φαντάζομαι όχι. Ποθείς το Φως, αγαπάς το Φως και θέλεις να γίνεις φως. Γι’ αυτό πας στη μονή. Την εγγύηση αυτή, αν τηρήσεις την υπακοή και όλες τις υποσχέσεις σου, στη δίνει η Εκκλησία μας. Όλοι οι άγιοι Πατέρες ξεκάθαρα στο υπογράφουν. Τα εκατομμύρια των αγίων μοναχών που στολίζουν το πνευματικό στερέωμα της Εκκλησίας μας, όλοι αυτοί στο υπογράφουν. Ποιος άγιος ή Πατέρας της Εκκλησίας συμβουλεύει ότι ο ιερομόναχος μέσα στον κόσμο σώζεται; Ποια ορθόδοξη παράδοση προβάλλει ως πρότυπο μια τέτοια μορφή μοναχισμού; Άνοιξε όλα τα ιερά κείμενα και δεν θα βρεις πουθενά τέτοια προτροπή ή συμβουλή!

Βέβαια θα σου πω ότι και στον κόσμο αγίασαν κάποιοι ιερομόναχοι, αλλά ριψοκινδύνευσαν από μόνοι τους, διότι ουδείς άγιος τους το εγγυάτο. Και πάλι, αν εξετάσουμε, θα δούμε ότι είχαν αγαθό κίνητρο και σίγουρα αυτό δεν ήταν ότι δεν ήθελαν ή δεν μπορούσαν να ζήσουν σε μονή. Ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, μετά από δεκαετίες στην υπακοή του μοναχικού βίου, πήρε ευλογία για να ξεκινήσει το σωτήριο έργο του στον κόσμο, θέτοντας σε κίνδυνο, όπως μαρτυρά ο ίδιος, την ψυχή του, για να βγάλει απ’ το σκοτάδι χιλιάδες ψυχές.

Εγγύηση για την αγιότητα είναι η μοναχική υπακοή και όχι η άρνησή της. Οι εξαιρετικές περιπτώσεις δεν μπορούν να προβληθούν ως κανόνας και παράδειγμα για έναν αρχάριο που αφιερώνεται στον Κύριο. Αν ξέρεις ότι έπαθες έμφραγμα καρδιάς, σε ποιο νοσοκομείο θα πας; Φυσικά θα πας εκεί που θα σου εγγυηθούν ότι θα πετύχει η εγχείρησή σου. Δεν θα πας κάπου που οι πιθανότητες είναι 5%, έτσι δεν είναι; Πώς φροντίζουμε όμως για την σωτηρία του σώματός μας και για την ψυχή μας ψάχνουμε να βρούμε δικαιολογίες; Το ίδιο έκανα δυστυχώς κι εγώ ως νέος. Δοξάζω τον Κύριό μου, που δεν με εγκατέλειψε και βρήκα το δρόμο και πάλι της μονής.

Στο τελευταίο θέμα σου ήδη κάνεις τον δάσκαλο. Μου γράφεις τι θα έπρεπε να έκανα, τι θα πρέπει να κάνω κτλ. Δεν σε παρεξηγώ, γιατί στην ηλικία σου και λίγο μεγαλύτερος ακόμη κι εγώ το ίδιο έκανα. Αλλά ήταν και είναι λάθος μου. Κάποτε τα λάθη μας, αδελφέ μου, πρέπει να τα αναγνωρίζουμε και να τα λέμε, για να προλαβαίνουμε τους νεότερους, αν αγαπάμε την Εκκλησία μας και την θέλουμε ψηλά. Θέλουμε μια Εκκλησία ζώσα, ή μια Εκκλησία που να γίνεται εξαιτίας μας περίγελος του κόσμου; Σου γράφω με αυτό το σκεπτικό και αυτό το πνεύμα, για να μην επαναλαμβάνονται τα λάθη που κάναμε εμείς οι παλαιότεροι. Αν και δεν είμαι πολύ παλαιός, αφού είμαι 51 ετών σήμερα, πιστεύω ότι πρέπει να βοηθήσουμε εσάς που θέλετε να γίνετε μοναχοί, να τα μάθετε σωστά, για να μπορέσει η Εκκλησία μας να στέκει ψηλά στα μάτια του λαού μας. Αυτό θα γίνει όμως μόνο αν πρώτα εμείς γίνουμε άγιοι· έπειτα, έχοντας αγίους μοναχούς, αγίους κληρικούς και αγίους επισκόπους, ο λαός θα γίνει περιούσιος λαός του Χριστού μας. Θα αποκτήσουμε και πάλι τότε νέφη αγίων.

Λοιπόν, τα λάθη που έκανα εγώ, πιστεύεις ότι πρέπει να τα κάνεις κι εσύ; Αν αρνούμαστε να τα παραδεχθούμε, τότε τα λάθη μας δεν μας διδάσκουν, δεν μας βοηθούν… Ειλικρινά, λυπάμαι για τα λάθη μου. Αν γνώριζα τότε την αξία του κοινοβίου μοναστηριού και το σκοπό για τον οποίο γίνεται κάποιος μοναχός, σε βεβαιώνω ότι από την αρχή θα πήγαινα και θα έμενα για πάντα σε μονή. Βέβαια, η αλήθεια είναι ότι πήγα, αλλά δυστυχώς με έβγαλαν έξω η τότε ανωριμότητά μου και το νεανικό σκεπτικό μου, που μου έλεγε ότι μπορώ να διακονήσω την Εκκλησία καλύτερα μέσα από μια ενορία. Αλλά και να προσφέρω έργο στην κοινωνία!

Αυτά δυστυχώς με συμβούλευαν τότε διάφοροι, καλοί κατά τα άλλα και εργατικοί ιερομόναχοι. Έτσι, στην ηλικία σου απέκτησα το ίδιο σκεπτικό που έχεις κι εσύ και πολλοί από τους ποθούντες σήμερα το αγγελικό σχήμα… Αυτά δυστυχώς όμως συμβαίνουν όταν τυφλοί οδηγούν τυφλούς, όπως έχω προαναφέρει. Έτσι δημιουργήθηκε το σύγχρονο μόρφωμα του ιερομόναχου στον κόσμο ή του “άγαμου κληρικού”, παρόμοιο με το πρότυπο των παπικών, που εμφανίζει τόσα προβληματικά φαινόμενα και έχει συχνά τραγικές καταλήξεις.

Τέλος, αν και δεν νομίζω ότι πρέπει να αναφερθώ σε μοναχούς που δεν τήρησαν τις υποσχέσεις τους και εγκατέλειψαν την ιερά μονή τους, θα το κάνω, διότι ελπίζω ότι θα σε βοηθήσουν κι εδώ τα λόγια μου. Το πρώτο κοινόβιο “μοναστήρι” το συναντούμε στον Ιησού Χριστό με τους δώδεκα μαθητές του. Πρώτος Ηγούμενος ο Χριστός μας, πρώτοι μοναχοί οι δώδεκα Απόστολοι. Μήπως όμως φταίει ο Χριστός που ο Ιούδας “πέταξε τα ράσα” του και πρόδωσε το διδάσκαλό του;

Μήπως φταίει ο Χριστός για τον Πέτρο που αρνήθηκε τον Κύριό του και μαζί το αποστολικό του αξίωμα; Άπαγε της βλασφημίας! Αν ο Ιούδας και ο Πέτρος τηρούσαν υπακοή και έκαναν ό,τι τους έλεγε ο Κύριος, τότε θα παρέμεναν συνεχώς κοντά στον Κύριό τους. Το ίδιο λοιπόν συμβαίνει και σε όλες τις μετέπειτα ιδρυθείσες ιερές μονές.

Παιδί μου, όταν οι μοναχοί υπακούουν και κάνουν ό,τι τους λέει ο γέροντάς τους, τότε προοδεύουν πνευματικά. Όταν όμως δεν ακούν και κάνουν το ίδιο θέλημα και το εγώ τους, τότε χάνονται όπως και ο Ιούδας. Σκέφτηκες ποτέ, γιατί σε μια μονή άλλοι προχωρούν πνευματικά και άλλοι πέφτουν; Απλά, οι μεν είναι υπάκουοι και ακολουθούν τη φωνή του γέροντά τους και οι άλλοι κάνουν το ίδιον θέλημα. Κάνουν κάποια στιγμή το ίδιο λάθος που έκαναν και ο Αδάμ με την Εύα και βρέθηκαν εκτός παραδείσου.

Τέτοιο είναι και το παράδειγμα του δικού μας μοναστηριού, στο οποίο αναφέρεσαι. Ο συγκεκριμένος ρασοφόρος μοναχός είχε πνευματική πρόοδο, μέχρι που αποφάσισε ο ίδιος να αθετήσει την υπακοή του. Αναχώρησε για άλλη μονή και αφού σε σύντομο χρονικό διάστημα άλλαξε άλλα τρία μοναστήρια, κατέληξε ν’ αποβάλει το ράσο του... Αυτή η κατάληξη, όπως καταλαβαίνεις, οφείλεται στην αποφυγή της υπακοής, στο γέροντά του και επήλθε σαν συνέπεια του θελήματός του.

Το ίδιο όμως συμβαίνει και στις ενορίες. Γιατί άλλοι ενορίτες προοδεύουν πνευματικά και άλλοι χάνουν την ψυχή τους; Τον ίδιο ιερέα δεν έχουν; Απλά, οι μεν προσέχουν και υπακούουν στα λόγια του ιερέα τους, στα λόγια του Ευαγγελίου, οι δε κάνουν το δικό τους. Κάνουν το ίδιον θέλημα, που μας απομακρύνει από το θέλημα του Θεού. Αυτό συμβαίνει όμως λόγω του εγωισμού μας, ο οποίος δημιουργεί το θέλω, την αυτοπεποίθηση, την εμπιστοσύνη στην προσωπική άποψη, στην γνώμη και άλλα πολλά μη ωφέλιμα…

Ακούμε καθημερινά κληρικούς και λαϊκούς από τα Μ.Μ.Ε. να επικαλούνται την “γνώμη τους” σε πνευματικά θέματα. Από πού προέρχονται όλα αυτά; Από το ίδιον θέλημα, από τον εγωισμό μας. Πώς θα απαλλαγούμε απ’ όλα αυτά, για να είμαστε ξανά με τον Ιησού; Υπάρχει στον Επίσκοπο, ή τον ιερομόναχο, στον μοναχό, στον κληρικό, στον χριστιανό προσωπική άποψη και γνώμη; Δεν έχουν την ίδια γνώμη με τον Χριστό και τους αγίους; Είναι δυνατόν να έχουν προσωπική άποψη; Τι μαρτυρεί αυτό; Εγωισμό και ίδιον θέλημα…

Παιδί μου. Οι άγιοι, μας δείχνουν δύο δρόμους, τον Μοναχισμό σε μοναστήρι, (διότι μοναχισμός εκτός μονής δεν υπάρχει) και το μέγα Μυστήριο του Γάμου. Αυτή είναι η Πατερική παράδοση της Εκκλησίας. Δεν είναι γνώμη δική μου, γιατί αν ήταν δική μου ποιος της έδινε σημασία; Λοιπόν, ή ακολουθούμε τη γνώμη των αγίων και πράττουμε σωστά, ή πράττουμε λάθος, κάνοντας το ίδιον θέλημα και μετανοούμε μετά! Όπως, ευτυχώς, πρόλαβα κι εγώ και αντελήφθην το λάθος μου. Αρκεί ο Κύριος να μας δώσει καιρό μετάνοιας, διότι αν στο ενδιάμεσο φύγουμε από αυτή την ζωή, δεν θέλω τότε να σκέφτομαι τι μπορεί να συμβεί στον μοναχό ή στον ιερομόναχο που ζούσε μέσα στον κόσμο!

Δες ότι και ο όσιος Γέροντας Πορφύριος, ξεκίνησε κι αυτός από παιδί σε μοναστήρι και τελικά έφτιαξε δικό του μοναστήρι και τότε έφυγε πάλι από τον κόσμο. Μάλιστα, πριν φύγει κι από την ζωή αυτή, ζήτησε να τον πάνε να ζήσει ξανά μέσα στο Άγιον Όρος, εκεί απ’ όπου ξεκίνησε κι έζησε στα πρώτα του χρόνια. Αυτό, δεν πρέπει κάτι να πει στην ψυχή μας; Σε διαβεβαιώνω ότι επειδή τον γνώρισα προσωπικά και γεύτηκα την χριστομίμητο αγάπη της καρδιά Του όπως και τόσες χιλιάδες άνθρωποι που τον γνώρισαν, οι κινήσεις του αυτές μου είπαν πάρα πολλά. Μακάρι να με καταλάβεις. Προσωπικά, ευχαριστώ και δοξάζω τον Θεό, που δεν με πήρε από τη ζωή όταν ήμουν μέσα στον κόσμο. Μέγα κι άγιο το όνομά Του και μεγάλη Του η αγάπη, που την είδα και την βλέπω καθημερινά στο αμαρτωλό πρόσωπό μου.

Εύχομαι και προσεύχομαι να μην κλάψει κανείς ιερομόναχος του κόσμου όπως έκλαψε πικρώς έξωθεν του παραδείσου ο Αδάμ. Μακάρι να καταλάβεις τα όσα οι θεόπτες άγιοι είπαν και έκαναν για εμάς τους μοναχούς. Μακάρι να τους ακούσεις, για να βάλεις σωστά θεμέλια και να προχωρήσεις στο βίωμα του θείου έρωτα, μέσα από την υπακοή που γεννά την ταπείνωση και οδηγεί προς την αγιότητα. Κτίζοντας το οικοδόμημα της ειρήνης του Θεού στην καρδιά σου με την Χάρη Του, εύχομαι να γίνεις αιτία σωτηρίας για πολλές ψυχές, αλλά πρωτίστως να μορφωθεί στην δική σου καρδιά ο Χριστός.

- Νέος: π. Νεκτάριε, τι θα γίνει με όλους τους Αρχιμανδρίτες που ζουν σήμερα έξω στον κόσμο και έχουν αναλάβει ποιμαντικό έργο σε διάφορες ενορίες; Μπορούν αυτοί να ζήσουν τώρα μέσα σε μοναστήρι;

- π. Νεκτάριος: Αγαπητό μου παιδί.
Ενός κακού μύρια έπονται. Όπως είναι η σημερινή κατάσταση δύσκολα οι ιερομόναχοι πού έχουν μάθε να ζουν στον κόσμο και εντός διαμερισμάτων, μπορούν να επιστρέψουν στις ιερές μονές τους.
Η συνήθεια είναι δεύτερη φύση του ανθρώπου και δύσκολα αποβάλλεται, αλλά υπάρχουν και άλλα προβλήματα πού καλούμεθα να αντιμεπωπίσουμε. Διότι οι ιερομόναχοι έχουν συνηθίσει πλέον σε έναν άλλο τρόπο καθημερινής ζωής, πού θέλει μεγάλες προσπάθειες για να επανενταχθούν σε ένα ιερό κοινόβιο. Δοξάζω τον Θεό διότι προσωπικά έζησα εκτός κοινοβίου λιγότερο από 10 χρόνια, με αποτέλεσμα η επανένταξή μου εντός κοινοβίου να μην με δυσκολέψει.

Υπάρχουν όμως αρχιμανδρίτες έξω στον κόσμο που ζουν πολλές δεκαετίες και έχουν δημιουργήσει υποχρεώσεις. Άλλοι εξ αυτών έχουν αγοράσει κάποιο σπίτι ή αυτοκίνητο με δάνειο, άλλοι ανέλαβαν τους γέροντες γονείς τους. Άλλοι διέρχονται ήδη την 3η ηλικία με προβλήματα υγείας, ποιος θα θελήσει τώρα να τους γηροκομήσει, όταν μάλιστα με την απόλυση από την εφημεριακή θέση πού κατέχουν τώρα θα χάσουν μισθό, εφάπαξ και σύνταξη; Πολλά τα προβλήματα, πού πρέπει όμως ν’ αντιμετωπιστούν. Υπάρχει όμως λύση. Όσοι αρχιμανδρίτες - ιερομόναχοι είναι 40 ετών και κάτω, έχουν την δυνατότητα και τον χρόνο να επανενταχθούν στις ιερές μονές τους. Όσοι είναι πάνω από 40 ετών, αυτοί θα πρέπει να παραμείνουν, κακώς μεν, στις θέσεις τους λόγω όλων των προαναφερθέντων προβλημάτων. Από εδώ και στο εξής, όσοι θέλουν να ακολουθήσουν την άγαμη και αφιερωμένη ζωή στον Κύριο ως μοναχοί ή ιερομόναχοι, να γνωρίζουν ότι θα εγκαταβιώνουν μόνο εντός των ιερών μονών τους αφού επέλεξαν το μοναχικό βίο για να κατακτήσουν το Φως που είναι ο Χριστός.

Αγαπητό μου παιδί είναι ανάγκη να γίνει επιτέλους μια σωστή αρχή, αν θέλουμε αγίους κληρικούς.

Αρχιμανδρίτου Νεκταρίου Μουλατσιώτη
Γέροντος Ιεράς Μονής Αγίου Αυγουστίνου Ιππώνος & Αγίου Σεραφείμ του Σάρωφ
Τρίκορφο Φωκίδος

πηγή : Ιερά Μονή Αγίου Αυγουστίνου Ιππώνος
& Αγίου Σεραφείμ του Σάρωφ
Τρίκορφο Φωκίδος
http://www.freemonks.gr
πηγή

Ὁ πόνος καί ὁ θάνατος κατά τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας



   
Εἰσαγωγικά
Η διερεύνηση τοῦ θανάτουἤ ἡ ἐξέταση ἐπιμέρους πτυχῶν του ἤ ἀκόμη ἡ ἑστίαση στήν πρό τοῦ θανάτου μέριμνα, πού ἐμπνευσμένα ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ἱεραπύτνης καί Σητείας κ.κ. Εὐγένιος ὅρισε νά προσεγγίσουμε στό πλαίσιο τῆς παρούσης ἱερατικῆς Συνάξεως, δὲν εἶναι εὔκολη ὑπόθεση. Καλούμαστε νά ἐπικεντρώσουμε τό ἐνδιαφέρον μας σέ ἕνα δυσνόητο μυστήριο, τό ὁποῖο προῆλθε ἀπό τή διάρρηξη μιᾶς σχέσης ζωῆς, ἕνα μυστήριο τό ὁποῖο συνιστᾶ τή ματαίωση μιᾶς τελειωτικῆς πορείας καί ἐκφράζει μιάν ὀντολογική παραχάραξη καί μιά στροφή σ᾽ ἕναν ἀλλότριο δρόμο2.


Ἐπιχειροῦμε νά μελετήσουμε τό γεγονός τοῦ θανάτου, τό ὁποῖο πολύ ὀρθά οἱ πατέρες ἑρμηνεύουν ὡς παρασιτική δύναμη τῆς ὕπαρξης, τραῦμα καί «παρά φύσιν» κατάσταση καί πού ἐνώπιον του δυσκολεύεται ὁ ἀνθρώπινος λόγος, ὅπως πολύ χαρακτηριστικά μᾶς πληροφορεῖ ὁ ἅγιος Ἀναστάσιος ὁ Σιναΐτης (Ζ΄ αἰώνας), σημειώνοντας ὅτι «ὁ τῶν θανατικῶν λόγος καί τό τούτου μυστήριον βαθύ καί δυσκατάληπτον καί ὀλίγοις χωρούμενόν ἐστιν»3. Ἀπό τήν ἄλλη τό ἐνδιαφέρον μας ἑστιάζεται σέ μιά συγκεκριμένη κατάσταση, πού ἄμεσα σχετίζεται μέ τόν θάνατο. Σέ αὐτήν τοῦ πόνου καί τῆς ἀσθένειας, στήν κατάσταση τοῦ «ὑποφέρειν», ἡ ὁποία ἀποτελεῖ ἀναπόφευκτη ἐμπειρία γιά ὅλους τούς ἀνθρώπους. Καί παρ᾽ ὅτι ὁ πόνος, ἡ θλίψη, ἡ ἀσθένεια, ἡ δοκιμασία, κατά τήν Ὀρθόδοξη Θεολογία, εἶναι στοιχεῖα ἀνώτερα καί ἀπό τά τάλαντα, δηλαδή τά χαρίσματα τά ὁποῖα δίνει ὁ Θεός, ἐν τούτοις οἱ ἄνθρωποι τῆς σημερινῆς ὑπερκαταναλωτικῆς, φιλόϋλης καί ταραγμένης ἐποχῆς μας ἀποστρέφονται τόν πόνο καί μισοῦν τήν ἀσθένεια, ἐνῶ ἀγαποῦν τό ἄμοχθο, τό ἄκοπο, τό εὔκολο καί τό ἀβίαστο.

Εἶναι γεγονός πώς, ἄν γνωρίζαμε τό κέρδος καί τό ὄφελος τῶν μεγάλων πόνων τῆς ζωῆς μας, σίγουρα θά θέλαμε νά ὑποφέρουμε συνέχεια. Μάλιστα οἱ γνωστοί χῶροι τῶν μεγάλων πόνων, τά νοσοκομεῖα, τά ἄσυλα, τά σωφρονιστήρια, τά ψυχιατρεῖα, τά γηροκομεῖα, τά ὀρφανοτροφεῖα, θά ἦταν στή συνείδησή μας τόποι ἱεροί, χῶροι εὐλογίας, τόποι καθόδου τοῦ Θεοῦ καί ἀνόδου τοῦ ἀνθρώπου4. Κατά ἕνα παράδοξο τρόπο, λοιπόν, ἡ δυστυχία τοῦ πόνου καί τῆς ἀρρώστιας κρύβει μιά ἀπέραντη εὐτυχία, ἡ ὁποία, ἄν ἀνακαλυφθεῖ, θά γεμίσει μέ χαρά τή ζωή μας. Ὁ θάνατος, ἐπίσης, πού εἶναι δυσβάστακτος καί βίαιος, καί πού φαινομενικά ὁδηγεῖ στό τέλος, στήν πραγματικότητα κρύβει ἕνα ἀπέραντο μεγαλεῖο ζωῆς, τό ὁποῖο παραπέμπει σέ ἀρχή καί ὄχι σέ τέλος καί μάλιστα ἀρχή μιᾶς νέας ἀνακαινισμένης ζωῆς. Ἑπομένως,μιλώντας γιά τό θάνατο εἶναι ὀρθότερο νά μιλοῦμε γιά «τό μυστήριο τοῦ θανάτου» καί παρόμοια, ἀναφερόμενοι στόν πόνο καί τήν ἀσθένεια, εἶναι καλύτερο νά μιλοῦμε «γιά τό μυστήριο τοῦ πόνου».

Τό μυστήριο τοῦ θανάτου

Τό παράδοξοκαί φοβερόμυστήριοτοῦ θανάτου8, δὲν ἔγκειται μονάχα στὸ γεγονὸς τοῦ χωρισμοῦ τῆς ψυχῆς ἀπό τό σῶμα9, ἀλλά ἐπεκτείνεται καί σέ ἄλλες ὑπαρξιακές παραμέτρους, γι᾽ αὐτό ὁ θάνατος ἀποτελεῖ τή σταθερή μεταβλητή στό διαρκῶς μεταβαλλόμενο κόσμο. Ὅλα τά ἔμβια ὄντα πεθαίνουν, ὅμως μόνο ὁ ἄνθρωπος χαρακτηρίζεται ὡς θνητός. Κι αὐτό, ὄχι μόνο διότι ὁ ἀνθρωπος πεθαίνει, ἀφοῦ καί τά ἄλλα ὄντα πεθαίνουν, ἀλλά, κατά κύριο λόγο, διότι ὁ ἄνθρωπος γνωρίζει ὅτι θά πεθάνει. Αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ γνώση του περιλαμβάνει καί τό θάνατο. Γι᾽ αὐτό δέν παραμένει ἀδρανής μπροστά στό θάνατο, ἀλλά προσπαθεῖ νά τόν πολεμήσει καί νά τόν ἀπωθήσει ἤ νά τόν ἑρμηνεύσει καί νά τόν νοηματοδοτήσει10. Μέ τήν ἔννοια αὐτή ὁ θάνατος, ὡς «ἐπίκτητη»11 καὶ νομοτελειακή12 πραγματικότητα, αἰφνιδιάζει καὶ προβληματίζει τόν ἄνθρωπο, κυρίως ὅταν αὐτός ἀδυνατεῖ νά κατανοήσει τήν προσωπική13 του εὐθύνη στήν εἴσοδο τοῦ «μυστηρίου τῆς σιωπῆς». Γι᾽ αὐτό ἡ τοποθέτηση τῶν ἀνθρώπων ἀπέναντι στὸ θάνατο ποικίλλει καί εἶναι δυνατόν νά παρουσιάσει ἐκ διαμέτρου ἀντίθετα χαρακτηριστικά, ὡς ἀπόρροια τῶν διαφορετικῶν φιλοσοφικῶν, θρησκευτικῶν, πολιτισμικῶν καὶ ψυχολογικῶστάσεων καί διαθέσεών τους.

Δέν εἶναι σπάνιο τό φαινόμενο, γιά παράδειγμα, πού διαπιστώνουμε σήμερα, ὅτισυνάνθρωποί μας, οἱ ὁποῖοι δυσκολεύονται νά ἀντεπεξέλθουν στίς δύσκολες προσωπικές, οἰκονομικές καί ἐπαγγελματικές καταστάσεις, στήν ἐν γένει πίεση τῆς καθημερινότητας, νά ἐπιλέγουν τήν αὐτοκαταστροφική ὁδό, μέ ἀποκορύφωμα τήν αὐτοχειρία, πού σημαίνει ὅτι ἐπιλέγουν τό θάνατο ὡς διέξοδο καί τόν ἀποδέχονται ὡς τό μοναδικό τρόπο ἀπαλλαγῆς ἀπό τό πρόβλημά τους14. Ἡ τραγικότητα τοῦ βίαιου15αὐτοῦ φαινομένου εἶναι ἀκόμη ὀδυνηρότερη, ὅταν ὁ θάνατος ἐπιλέγεται ὡς λύση ἀπό πρόσωπα τῆς ἐφηβικῆς καὶ μετεφηβικής ἡλικίας. Καί, βέβαια, μέ τό ἴδιο σκεπτικό γίνεται ὁ θάνατος ἀποδεκτός ὡς διαφυγή καί διέξοδος τόσο στήν περίπτωση τῆς ἐνεργητικῆς εὐθανασίας, ὅσο καί τῆς παθητικῆς16, ὅπου ὁ ἐπιμερισμός τῆς «εὐθύνης» δέν ἑστιάζεται μονάχα σέ ἕνα πρόσωπο, ἀλλά ἐπεκτείνεται καί στό ἰατρικό προσωπικό, στούς νομοθέτες, στό οἰκογενειακό περιβάλλον καί τέλος στόν φίλιο κύκλο του.

Ἀπό τήν ἄλλη, στήν τελείως διαφορετική περίπτωση, ὁ θάνατος δέν ἐπιλέγεται ὡς λύση ἤ διέξοδος, ἀλλά ἀντίθετα ἐπιδιώκεται ἡ ὑπεκφυγή του, μεθοδεύεται ἡ λήθη καί ἡ ἀπώθησή του, στοιχεῖα τά ὁποῖα ἐκδηλώνονται μέ τήν ἀναζήτηση «ὑποκατάστατων» ὑπέρβασής του, μέ θεμιτά ἢ ἀθέμιτα μέσα, σέ προθανάτιο καί μεταθανάτιο ἐπίπεδο. Στό προθανάτιο ἐπίπεδο θά μπορούσαμε νά σημειώνουμε τήν ἔγγαμη17 παιδοποιία18,πού στοχεύει στή διαιώνιση τοῦ ἀνθρωπίνου εἴδους, γεγονός τό ὁποῖο οὐσιαστικά λειτουργεῖ ὡς ἕνα ἀντίδοτο κατά τοῦ θανάτου, ἐνῶ θά μπορούσαμε ἐπιγραμματικά νά ἀναφέρουμε ὡς ἀθέμιτο μέσο τήν κλωνική19 ἀναπαραγωγική διαδικασία, ἡ ὁποία ὑπόσχεται δημιουργία παιδιῶν δίχως τήν ἕνωση ἀνδρός καί γυναικός, καθώς καί τή δημιουργία ἀντιγράφων τοῦ ἑαυτοῦ μας ἤ τῶν προσφιλῶν προσώπων πού χάσαμε. Στό μεταθανάτιο στάδιο μποροῦμε νά ἀναφερθοῦμε στίς ἀτελέσφορες προσπάθειες τῆς διατήρησης τοῦ νεκροῦ σώματος σέ ὑγρό ἄζωτο στά εἰδικά ἰνστιτοῦτα κρυογονικῆς ἤ κρυογενετικῆς. Στούς χώρους αὐτούς, πού οὐσιαστικά λειτουργοῦν ὡς τάφοι-καταψύκτες, ἀποθηκεύονται οἱ ἄνθρωποι μέ διαδικασίες πού ἀναστέλλουν τή φθορά τοῦ σώματος λόγῳ τοῦ θανάτου. Ὁ νεκρός πού καταψύχεται ἀναμένει τήν πρόοδο τῆς ἐπιστήμης, μέχρις ὅτου ἀνακαλυφθοῦν ἀντίδοτα κατά τῆς γήρανσης καί τῶν ἀσθενειῶν πού προκάλεσαν τό θάνατο20.

Οἱ «μηχανισμοί ἄμυνας» τῆς λήθης καί ἀπώθησης, πού ἐπιδεικνύει ὁ ἄνθρωπος ὡς πρός τό θάνατο, ἐκδηλώνονται μέ τήν ὡραιοποίηση τοῦ κεκοιμημένου, τό στόλισμα τοῦ νεκρικοῦ σκηνώματος κ.ἄ. ἤ μέ τήν ἀποσιώπηση21 τοῦ γεγονότος τοῦ θανάτου ἢ τήν ἀπομάκρυνση22 τῶν νεκρῶν καί τῶν κοιμητηρίων μακρυά ἀπό τούς χώρους στούς ὁποίους ζοῦμε. Εἶναι χαρακτηριστική ἐν προκειμένῳ ἡ ἀναφορά ἑνός ἀνθρώπου πού βρέθηκε ἀντιμέτωπος μέ τήν προσπάθεια ἄρνησης καί ὡραιοποίησης τοῦ θανάτου ἀπό τό Δυτικό πολιτισμό. Ἀναφέρει τά ἐξῆς: «Πᾶνε κάμποσα χρόνια πού ἔχασα ἕνα προσφιλές μου πρόσωπο ἀπό καρκίνο. Οἱ Ἑλληνες ἰατροί ἔκριναν ἀναγκαία τή μετάβαση τῆς ἀσθενοῦς σέ εἰδικευμένο νοσοκομεῖο τῆς Νέας Ὑόρκης. Μετά ἀπό παρατεταμένο ἐγχείρημα θεραπείας, ἡ ἀσθενής κοιμήθηκε. Ἐστάλη στήν Ἀθήνα ἡ σορός της καί μέ ἔκπληξη διαπιστώσαμε πώς οἱ ἀμερικάνοι εἶχαν πολύ ἔντονα -σχεδόν γελοῖα- μακιγιάρει τό πρόσωπο τῆς νεκρῆς, τό πρόσωπο πού ποτέ δέν εἴχαμε ἀντικρύσει βαμμένο ἐν ζωῇ. “ Ἔτσι συνηθίζεται ἐκεῖ”, μᾶς πληροφόρησαν. Στήν Ἀμερική οἱ ἐργολάβοι κηδειῶν ξορκίζουν τήν ἀποτρόπαιη ὄψη τοῦ θανάτου, φτιασιδώνοντας τήν ἄψυχη μορφή τοῦ νεκροῦ»23.

Τό γεγονός αὐτό ἀποτελεῖ κραυγαλέο παράδειγμα ἀπώθησης τοῦ θανάτου, θανατοφοβικοῦ καί θανατοφυγικοῦ συνδρόμου. Στόν ἀντίποδα τῆς θανατοφοβικῆς αὐτῆς διάθεσης καί διάστασης πού σημειώσαμε, τῆς ὁποίας οἱ συνιστῶσες εἶναι ψυχολογικές καί θεολογικές24, ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία προβάλλει καί ὑποδεικνύει δύο πράγματα. Τό ἕνα εἶναι ἡ ὑπομονή καί ἡ καρτερικότητα ἤ, διαφορετικά, τό «ὑποφέρειν» καί τό ἄλλο εἶναι ἡ μνήμη θανάτου. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, καί εἰδικότερα ὁ κάθε πιστός, ἐξοικειώνεται μέ τήν ἰδέα τῆς παρουσίας τοῦ θανάτου καί τῶν θλίψεων στήν καθημερινότητά του, ἐφόσον ἡ καρτερικότητα καί ἡ ὑπομονή πού ἐπιδεικνύει γιά τήν ἀντιμετώπισή τους, σέ συνάρτηση μέ τήν ἐν Χριστῷ πίστη καί πορεία, ἀποτελοῦν τά ἐχέγγυα γιά τήν εἴσοδό του στή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν25. Ὑποφέρει ὁ χριστιανός καί ὑπομένει τά πάντα, διατηρώντας διαρκῶς στή μνήμη του τήν Παύλεια διατύπωση: «Τίς ἠμᾶς χωρίσει ἀπό τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ; Θλίψις ἢ στενοχωρία ἢ διωγμός, … ἢ κίνδυνος ἢ μάχαιρα…… πέπεισμαι γάρ ὅτι οὔτε θάνατος…. δυνήσεται ἡμᾶς χωρίσαι ἀπό τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ…»26. Εἶναι σαφές, κατά τήν Παύλεια ρήση, ὅτι ἀκόμη καί ὁ θάνατος δέν μᾶς χωρίζει ἀπό τό Χριστό, ὁ ὁποῖος δέν πρέπει νά εἶναι ἕνα ποθούμενο στή ζωή μας ἄλλά ὁ πρῶτος καί κυρίαρχος πόθος.

Ἡ δυσκολία τοῦ ἀνθρώπου νά ἀντιμετωπίσει τό θάνατο, ὀφείλεται στήν ἐσφαλμένη ἐκτίμηση πού ἔχει, ὅτι πρόκειται γιά τό «τέλος». Μάλιστα ἡ πλειονότητα τῶν ἀνθρώπων τῆς σύγχρονης κοινωνίας ἐξετάζει τό θάνατο κάτω ἀπό μηδενιστική προοπτική, γι᾽ αὐτό εἶναι σίγουρο ὅτι θά δυσκολευτεῖ νά τόν ἀποδεχτεῖ καί νά ὑπομείνει τίς ὁρατές ἐκφάνσεις του. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τό θάνατο τόν θεωρεῖ ὕπνο27 καί κοίμηση, ἀπό ὅπου προέρχεται ἡ ὀνομασία τοῦ κοιμητηρίου28, τόν θεωρεῖ ὡς πέρασμα ἀπό τήν παροῦσα στήν αἰώνια ζωή29. Ὁ θάνατος καί ὅ,τι συνδέεται μέ αὐτόν: οἱ κεκοιμημένοι, τά κοιμητήρια, οἱ τάφοι κ.λπ., δέν ἀποτελοῦν ἢ δέν θά πρέπει νά ἀποτελοῦν γιά τούς χριστιανούς ἑστίες ἄρνησης30, φόβου ἢ θλίψεων, ἀλλά, ἀντίθετα, πρέπει νά ἐκλαμβάνονται ὡς κριτήρια αὐτοθεώρησης, ἀναθεώρησης καί ἐπανατοποθέτησής μας ἔναντι τοῦ μυστηρίου τῆς ζωῆς, ὡς μέσα ἄσκησης τῆς καρτερικότητας καί τοῦ «ὑποφέρειν», ὡς ἀφορμές προαγωγῆς τῆς πνευματικότητάς μας. Τήν ὥρα αὐτή, ἔρχεται στή σκέψη μου ἕνα περιστατικό πού συνδέεται μέ τόν συντοπίτη μας μακαριστό Πατριάρχη Μελέτιο Μεταξάκη καί τόν ἀπό Ἀμασείας μακαριστό Μητροπολίτη Ρόδου Ἀπόστολο τόν Α΄, τό ὁποῖο δέν εἶναι ἀνεξάρτητο ἀπό ὅσα μέχρι τώρα ἐκθέσαμε. Σύμφωνα μέ τήν ἀφήγηση τοῦ Μητροπολίτου Ρόδου Ἀποστόλου, ὅταν τό 1921, ἐπί πατριαρχίας (1921-1923) Μελετίου Δ΄ τοῦ Μεταξάκη, μετέβη στήν Κωνσταντινούπολη καί βρέθηκε στό κοιμητήριο τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τῆς Χάλκης, ὅπου βρίσκεται ὁ τάφος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Νεοφύτου τοῦ Η΄, διαπίστωσε ὅτι τό μνημεῖο ἦταν στήν «ἀφάνεια», χορταριασμένο, «χωρίς ἓν Σῆμα, χωρίς ἕνα Σταυρόν». Ἡ θλίψη του ἀπό τό θέαμα πού ἀντίκρυσε, ἀλλά καί τό ὀρθόδοξο φρόνημα πού τόν διέκρινε, ἀποτυπώνονται στήν αὐτοβιογραφική διατύπωση πού ἀκολουθεῖ: «… Τήν ἐπιοῦσαν κατελθών εἰς τήν Ἱεράν Σύνοδον ἔκαμα πολύν λόγον διά τήν ἀστοργίαν ταύτην τῆς Ἐκκλησίας πρός τούς ἀφιερώσαντας εἰς αὐτήν ὅλην τήν ζωήν των.

Μάλιστα ὁ Πατριάρχης Μελέτιος μ’ ἔκαμεν παρατήρησιν ὅτι πολύ ἐταφολογήσαμεν, εἰς ὃ ἀπήντησα ὅτι, ἐάν δέν ταφολογήσωμεν δέν θά ἀρετολογήσωμεν...»31. Ὅπως ἀντιλαμβανόμαστε, ὁ ἐκκλησιαστικός λόγος περί τοῦ θανάτου ταυτίζεται μέ τό λόγο περί ἀρετῆς. Τό μνημεῖο, ὡς ἐνδεικτική ὁρατή ἔκφραση τῆς παρουσίας τοῦ θανάτου στή ζωή μας ἀλλά καί τῆς διατήρησης τοῦ κεκοιμημένου στή μνήμη32 μας, δίδει ἀφορμή νά φιλοσοφήσουμε γιά ὅσα ἀφοροῦν τή ζωή, νά τή θέσουμε στή σωστή βάση, οὕτως ὥστε νά ὑποφέρουμε μέ καρτερικότητα τίς θλίψεις καί τίς δυσκολίες πού παρουσιάζονται. Ἡ ψυχοπαιδαγωγική αὐτή διάσταση εἶναι ἐκείνη πού ἐπεξηγεῖ θεολογικά, σύμφωνα μέ τόν ἱερό Χρυσόστομο33, τήν τοποθέτηση τῶν κοιμητηρίων στήν εἴσοδο τῆς πόλης, ὥστε οἱ διερχόμενοι νά ἀποκομίζουν πνευματικά ὀφέλη μέ τή θέα τους. Ἡ δυσκολία πού ἀντιμετωπίζουν οἱ ἄνθρωποι νά ὑποφέρουν καί νά ὑπομένουν τό θάνατο, συνδέεται μέ τή μή ἀποδοχή τῆς πραγματικότητας ὅτι μεταβαίνουμε «ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τήν ζωήν» καί ὅτι πορευόμαστε πρός συνάντηση τοῦ Νυμφίου Χριστοῦ, μέ τόν ὁποῖο δέν μπορεῖ κανείς νά μᾶς χωρίσει, οὔτε καί αὐτός ὁ θάνατος, ὅπως προελέχθη. Ἡ ἄρνηση τῆς ἀνάστασης ἀποτελεῖ ἀπόρροια τῆς διαβρωμένης σχέσης μεταξύ τοῦ Πλάστη καί τοῦ πλάσματος, τῆς προβληματικῆς ἢ ἀνύπαρκτης πνευματικότητας τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ὁποία παραθεωρεῖ τό γεγονός ὅτι ὁ Χριστός «ἀπαρχή34 τῶν κεκοιμημένων ἐγένετο»35. 

Ἐφόσον ὁ Χριστός «πρωτότοκος τῶν νεκρῶν ἐγένετο», γίνεται ἀντιληπτό ὅτι ἡ ἄρνηση ἀποδοχῆς τῆς ἀναστάσεώς Του συνεπάγεται καί διαγραφή τῆς προοπτικῆς καὶ τῆς δικῆς μας ἀνάστασης36, γεγονός πού στερεῖ ἀπό τόν ἄνθρωπο τήν ἐλπίδα, τήν ὑπομονή στίς θλίψεις καί τό θάνατο. Ἑπομένως, γιά νά ἀπαντήσουμε στό ὑπαρξιακό ἐρώτημα «τί εἶναι θάνατος καί τί συμβαίνει μετά ἀπ᾽ αὐτόν», θά πρέπει πρωτίστως νά διερευνήσουμε τό πνευματικό καί θρησκευτικό ὑπόβαθρο τοῦ κάθε ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος καλεῖται, τελικά, νά ὁριοθετήσει τήν ἀπάντησή του ἀνάμεσα σέ δύο θεολογικά δίπολα: τό ἕνα εἶναι «ἡ ζωή καί ὁ θάνατος» καί τό ἄλλο εἶναι «ὁ θάνατος καί ἡ ἀνάσταση». Ἀλλιῶς ἀποκρίνεται ὁ ἄνθρωπος πού δέν ἔχει πίστη κι ἐντελῶς διαφορετικά θεωρεῖ τό θάνατο ὁ ἄνθρωπος πού ἔχει χριστιανική πίστη καί ἐκκλησιαστική ζωή καί πού πιστεύει στήν Ἀνάσταση. Ὁ κοσμικός ἄνθρωπος θεωρεῖ τό θάνατο ὡς τήν τελευταία πράξη τῆς ζωῆς του. Κι ὅσο αὐτός, με τό πέρασμα τῶν ἐτῶν, πλησιάζει ἤ δηλώνει τήν παρουσία του μέ κάποια προθανάτια ἀσθένεια, τόσο ὁ ἄνθρωπος φοβᾶται, αἰσθάνεται ἀπόγνωση, λύπη καί ἀπελπισία, διότι ἔφτασε πλέον στό τέρμα τῆς ζωῆς του. Γι᾽ αὐτό παρηγορεῖται συναισθηματικά πείθοντας τόν ἑαυτό του νά ἀποδειχθεῖ τήν πραγματικότητα τοῦ θανάτου μέ τό ἐπιχείρημα ὅτι ὅλοι πεθαίνουν κάποια στιγμή, σέ μερικές περιπτώσεις μάλιστα ἀφήνει πίσω του ἔργα, γιά νά θεραπεύσει τή ματαιοδοξία του καί νά μείνει τό ὄνομά του αἰώνιο σ᾽ αὐτή τή ζωή37.

Ἀπό τήν ἄλλη, ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ πιστεύει πώς ὁ θάνατος δέν εἶναι ἡ τελευταία πράξη τῆς ζωῆς ἀλλά ἕνα βῆμα πρό τοῦ τέλους. Ὁ θάνατος εἶναι ἕνας σταθμός στήν προσωπική μας πορεία ἄλλά ὄχι ὁ τελικός. Εἶναι μιά μετάβαση, ἀφοῦ, σύμφωνα μέ τήν Ὀρθόδοξη θεολογία, ὁ τελικός προορισμός τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ Ἀνάσταση. Ἡ ἀνάσταση ἀποτελεῖ τό τέρμα, ὄχι βέβαια μέ τήν ἔννοια τοῦ τέλους, ἀλλά κυρίως μέ τήν ἔννοια τοῦ προορισμοῦ, τοῦ σκοποῦ καί τοῦ στόχου. Ὁ θάνατος εἶναι ἡ προτελευταία πράξη τοῦ δράματος τῆς ζωῆς μας ὡς ἐκκλησιαστικῶν ἀνθρώπων, ἀφοῦ τελευταία εἶναι ἡ ἀνάσταση τῶν νεκρῶν πού παραπέμπει στήν ἐπανένωση τοῦ σώματος μέ τήν ψυχή, ἡ ὁποία βιαίως χωρίσθηκε «ἐκ τῆς ἁρμονίας». Ἡ ἀνάσταση καταργεῖ τή φθορά καί ἀποκαθιστᾶ κάθε σχέση, ἡ ὁποία διασπάσθηκε μέ τό θάνατο. Γι᾽ αὐτό ὁ χριστιανός δέν ζεῖ γιά νά πεθάνει, ἀλλά γιά νά ἀναστηθεῖ38

Τό μυστήριο τοῦ πόνου 

Ὅσα σημειώσαμε παραπάνω δηλώνουν τό γεγονὸς τῆς δυσκολίας πού ἀντιμετωπίζουμε ἐνώπιον τοῦ θανάτου καί σκιαγραφοῦν τήν ἀδυναμία τοῦ σύγχρονου ἀνθρώπου νά ὑποφέρει.Ὑποφέρω σημαίνει ἀνέχομαι, ὑφίσταμαι κάτι κακό, δοκιμάζομαι, πάσχω, βασανίζομαι39Γιά νά ὑποφέρει κάποιος, πρέπει νά ὑπάρχει πόνος, διότι κανείς δέν ὑποφέρει γιά τά εὐχάριστα τῆς ζωῆς ἀλλά γιά τά δυσάρεστα. Ὁ πόνος, ἡ θλίψη, ἡ δοκιμασία, ἡ ἀσθένεια, εἶναι καταστάσεις πού ὁ ἄνθρωπος προσπαθεῖ νά διώξει ἀπό τή ζωή του, νά τίς τοποθετήσει ἀπέναντί του. Ὡστόσο, συνιστοῦν κοινή μοῖρα στή ζωή μας, τόσο τήν βιολογική ὅσο καί τήν πνευματική40.

Ὁ πόνος ἤ «ἡ ἀθέλητη41 θλίψη»42, κατά τόν Ἅγιο Μάξιμο τόν Ὁμολογητή43, ὡς γεγονός τῆς ἐγκόσμιας πραγματικότητας, ἀποτελεῖ συνέπεια τοῦ κακοῦ, τῆς παράχρησης τοῦ αὐτεξουσίου καί τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀνθρώπου44 . Εἶναι ἄρρηκτα συνδεδεμένος45 μέ τήν ἡδονή τῶν αἰσθήσεων, σύμφωνα μέ τόν ἱερό Πατέρα, ὁ ὁποῖος ὑπογραμμίζει, μέ λόγο πού δέν ἐπιδέχεται ἀμφισβήτηση, ὅτι πόνος καί θάνατος συνδέονται ἄρρηκτα μέ τήν «παρά φύσιν» ἡδονή καί δέν εἶναι δυνατόν νά τά διαχωρίσει κάποιος, νά προβεῖ σέ υἱοθέτηση τῆς τελευταίας καί ἀπόρριψη τῶν ἄλλων. Ἐνδεικτικά σημειώνει: «Ἐξαιτίας τῆς παράλογης ἡδονῆς πού ἐπῆλθε στήν ἀνθρώπινη φύση, ἦρθε ἔπειτα ἡ κατά λόγον ὀδύνη μέ πολλά παθήματα, στά ὁποῖα καί ἀπό τά ὁποῖα ὑπάρχει ὁ θάνατος γιά νά ἀφαιρέσει τήν παρά φύση ἡδονή»46. Καί συνεχίζει ὁ ἱερός πατήρ, ὡς ἑξῆς: «… βρίσκοντας ὁ ἄνθρωπος ὅτι τήν κάθε ἡδονή τή διαδέχεται ἡ ὀδύνη, κατευθύνει ὅλη τήν ὁρμή του πρός τήν ἡδονή καί ὅλη τήν ἀποστροφή του πρός τήν ὀδύνη. Τήν πρώτη τήν ὑπερασπίζεται μέ ὅλη του τή δύναμη, ἐνῶ τήν ἄλλη τήν καταπολεμᾶ μέ ὅλο του τό ζῆλο, πιστεύοντας κάτι ἀδύνατο, ὅτι μέ τή μέθοδο αὐτή θά διαχωρίσει τή μία ἀπό τήν ἄλλη τό πάθος ὅμως φαίνεται νά τόν κάνει ν’ ἀγνοεῖ ὅτι σέ καμία περίπτωση δέν ὕπάρχει ἡδονή χωρίς ὁδύνη»47.

Συνεπῶς, ὀδύνη καί θάνατος εἶναι συνδεδεμένα μέ τήν ἡδονή, γι’ αὐτό καί ὁ ἄνθρωπος καλεῖται νά ὑπομένει καί νά ὑποφέρει τίς δυσκολίες πού ἀντιμετωπίζει, ὄχι μέ τό νά τίς δέχεται μαζοχιστικά, ἀλλά ἀναγνωρίζοντας, μέσῳ αὐτῶν, τή δυνατότητα νά προκόψει στήν ἐν Χριστῷ πνευματική ζωή του καί νά ἐπανατοποθετηθεῖ στή σχέση του μέ τό Θεό. Ἄς μη λησμονοῦμε ὅτι ἐκεῖνος πού δέν ὑποφέρει, δέν ὑπομένει τό σταυρικό πόνο, ὅπως π.χ. ὁ δίκαιος Ἰώβ, δέν εἶναι δυνατόν νά ἀπολαύσει τά ἀγαθά τῆς ὑπομονῆς του48 καί νά βιώσει τή χαρά τῆς Ἀναστάσεως. Ἐξάλλου, ὁ Ἱερός Χρυσόστομος πολύ εὔγλωττα σημειώνει ὅτι ὑποφέρουμε καί ὑπομένουμε τίς δυσκολίες καί τόν πόνο, ἀφοῦ ἔχουν δοθεῖ ἀπό τό Θεό, «διά τήν ἑκάστου δοκιμήν καί τελείωσιν»49.Ἀντιλαμβανόμαστε ὅτι, ὅπως τόν θάνατο τόν ἀντιμετωπίζουν διαφορετικά οἱ ἄνθρωποι, ἀνάλογα δηλαδή πρός τό πνευματικό καί ἐκκλησιαστικό τους ὑπόβαθρο, κατά τόν ἴδιο τρόπο καί τόν πόνο ἄλλοι τόν θεωροῦν ὡς ἀναγκαῖο κακό, τόν ἀποδέχονται μέ δυσφορία, μοιρολατρικά καί παθητικά καί προσπαθοῦν νά τόν ἀντιμετωπίσουν μέ τή λογική καί τήν ἐπιστήμη, ἐνῶ ἄλλοι τόν ἀντιμετωπίζουν ἐκκλησιαστικά θέτοντάς τον ὑπό τό πρίσμα τοῦ σταυροῦ. Ὁ πόνος, ὅπως καί ὁ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ, δέν ἑρμηνεύεται μέ τήν ἀνθρώπινη λογική καί σοφία. Ὁ θάνατος τοῦ Χριστοῦ ἔφερε τήν Ἀνάσταση καί ὁ πόνος τοῦ σταυροῦ ἔδωσε τή θεραπεία στόν κόσμο.

Μέ αὐτή τήν προοπτική, τό νά ὑποφέρει κανείς μέ χαρά καί ἑκουσιότητα, σημαίνει ὅτι ἐλευθερώνεται ἀπό τά δεσμά του. Ἡ ἀρρώστια στήν περίπτωση αὐτή γίνεται μέσο θεραπείας τῆς ψυχῆς50, ἡ ἴδια ἡ ἀρρώστια μεταποιεῖται σέ φάρμακο. Κι ὅπως δέν μπορεῖ νά βιώσει κανείς τή χαρά τῆς Ἀναστάσεως ἄν προηγουμένως δέν γευθεῖ τό πικρό ποτήριο τοῦ θανάτου, ἔτσι καί στήν περίπτωση τοῦ πόνου δέν μπορεῖ κανείς νά θεραπευθεῖ, ἄν προηγουμένως δέν περάσει τή διαδικασία τῆς ἑκούσιας καρτερίας, τῆς βιωματικῆς καί ἐλεύθερης ὑπομονῆς51Ὁ χριστιανός, μέσα ἀπό ἀλλεπάληλες δοκιμασίες, συνειδητοποιεῖ ὅτι τελικά τόν σώζει αὐτό πού τόν καταστρέφει. Οἱ θλίψεις καί οἱ δοκιμασίες, οἱ συμφορές καί οἱ ἀρρώστιες, οἱ ὁποῖες πέφτουν πάνω του ἡ μιά μετά τήν ἄλλη, μέ σκοπό νά τόν ἐξαφανίσουν, κυριολεκτικά τόν εὐεργετοῦν περισσότερο. Ἐπαναλαμβάνεται στή ζωή τοῦ κάθε ἀνθρώπου ἡ παραβολή τοῦ Καλοῦ Σαμαρείτη. Οἱ ληστές τόν ἐξαφανίζουν κινούμενοι ἀπό φθόνο καί μίσος. Τόν κτυποῦν ἀνηλεῶς μέ τήν ἀδικία, τή συκοφαντία, τίς ψευδεῖς ἐντυπώσεις, τούς πόνους, τίς ἀρρώστιες καί τόν ἀφήνουν «ἡμιθανῆ». Τότε ὅμως τόν ἀναλαμβάνει κάποιος Καλός Σαμαρείτης πού τόν αἰσθάνεται δίπλα του καί θερμαίνεται ἀπό τήν ἀγάπη του. Καί τότε ἀποδεικνύονται εὐεργέτες οἱ πειρασμοί πού θέλησαν νά τόν ἐξαφανίσουν διότι τόν ἐλευθέρωσαν ἀπό τό ψεῦδος καί τήν ἀνθρώπινη ματαιότητα. Ἐκεῖ πού ὁ χριστιανός ζεῖ τραγικές γιά τή ζωή του στιγμές καί νομίζει ὅτι ἐξαφανίζεται καί ἐκπνέει, τελικῶς ἀνακαλύπτει ὅτι ζεῖ καί ἀναπνέει.

Χωρίς Θεό ὁ ἄνθρωπος χάνει τήν ἐλπίδα του καί τή χαρά του. Ἄν ὁ ἄνθρωπος δέν ἔχει πορεία ἐσχατολογική καί δέν προσδοκᾶ τήν Ἀνάσταση, ὁ πόνος τῆς παρούσας ζωῆς, οἱ θλίψεις, οἱ πειρασμοί, οἱ δοκιμασίες, τά ἄγχη, οἱ ἀσθένειες, οἱ ὀδύνες καί οἱ στεναγμοί, γίνονται φορτία δυσβάστακτα, τά ὁποῖα τόν γονατίζουν, τόν κάνουν νά μελαγχολεῖ, τόν ἀπομονώνουν, τόν καταθλίβουν καί τόν νεκρώνουν πρόωρα. Ὁ πιστός εἶναι πάντα ἐλπιδοφόρος, ἐνισχύεται καί ἐνδυναμώνεται ἀπό τήν πίστη του καί τήν ἀφοσίωσή του στό Θεό, ὑποφέρει ἤ μᾶλλον ὑπομένει μέ χαρά καί ἐλπίδα ὅλα τά ὀδυνηρά52. Κι αὐτό ἔχει ἰδιαίτερη σημασία, ἄν λάβουμε ὑπόψη τήν τάση πολλῶν χριστιανῶν μας σήμερα νά ὑπομένουν ἀναγκαστικά καί παθητικά τίς δοκιμασίες τους καί ἔτσι ὁ ἀγώνας τους νά εἶναι ἄγευστος καί δίχως προσωπική συμμετοχή. Αὐτό πού πρέπει νά συνειδητοποιήσουμε ὅλοι μας εἶναι ὅτι ὁ πιστός ἄνθρωπος τό σταυρό του τόν σηκώνει ἑκούσια, ἐνεργητικά καί μέ προσωπική συμμετοχή καί ζωντάνια53

Ἡ ὑπέρβαση τοῦ πόνου καί τοῦ θανάτου 

Μέχρι τώρα σκιαγραφήσαμε τά κύρια σημεῖα ποὺ συνδέονται μέ τό ζήτημα τῆς καρτερικότητας, ἐν γένει, καί εἰδικότερα σέ σχέση μέ τό θάνατο, καθώς καί τίς παραμέτρους ἐκεῖνες οἱ ὁποῖες, ἐφόσον δέν προσεχθοῦν, σχετικοποιοῦν ἢ ἀκόμη καί διαγράφουν τίς προϋποθέσεις πού δίνουν τή δυνατότητα στόν πιστό νά ἐπιδεικνύει ὑπομονή καί ἀνοχή στίς ποικίλες θλίψεις καί στό θάνατο. Τό ζωτικό ἐρώτημα, ὅμως, πού ἀκόμη παραμένει, εἶναι πῶς δημιουργοῦνται οἱ προϋποθέσεις αὐτές, πού λειτουργοῦν εὐεργετικά γιά νά ὑποφέρουμε καί νά ὑπομένουμε τίς προαναφερθεῖσες ὀδυνηρές καταστάσεις.

Ὅπως ἔχουμε, ἤδη, σημειώσει, στόν ἀντίποδα τῆς ἀποσιώπησης, τῆς ἀπώθησης, τῆς λήθης καί τῆς ὡραιοποίησης τοῦ θανάτου, ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία προτείνει τή διαρκῆ μνήμη καί τή μελέτη του54. Ἡ διπλή ἐννοιολογική προσέγγιση, τήν ὁποία ἔχει ἡ μνήμη τοῦ θανάτου στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, δηλαδή ἡ μνήμη τῆς θνητότητας καί ἡ βεβαιότητα τοῦ τέλους τῆς  β ι ο λ ογ ι κ ῆ ς  μας ζωῆς55, ἐπιδρᾶ ὡς παιδαγωγός, σύμφωνα μέ τόν ἅγιο Ἡσύχιο τόν  π ρ ε σ β ύ τ ε ρ ο 5 6 , στό σῶμα καί τήν ψυχή, μᾶς ἐπαναφέρει στή μνήμη τοῦ Θεοῦ κατά τόν Ἅγιο Διάδοχο Φωτικῆς57, καί ἐπιδρᾶ καθοριστικά στήν κοινωνικότητα καί μεταμόρφωση τῶν διαπροσωπικῶν σχέσεων τοῦ ἀνθρώπου58. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἐξοικειωθεῖ μέ τό θάνατο, παύει νά τόν φοβᾶται, νά εἶναι δέσμιός59 του καί δέν διστάζει νά ὑπομείνει τίς δυσκολίες, νά ὑποφέρει γιά τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, νά προσεγγίσει τίς ὁρατές ἐκφράσεις τοῦ μυστηρίου τῆς σιωπῆς.Ὁ Χριστός δάκρυσε μπροστά στό μνῆμα τοῦ φίλου Του Λαζάρου. Οὐσιαστικά βρέθηκε ἀντιμέτωπος μέ τό γεγονός τοῦ θανάτου. Καί ἐνῶ θά μποροῦσε νά καθησυχάσει τίς ἀδελφές, τούς συγγενεῖς καί τούς φίλους τοῦ κεκοιμημένου Λαζάρου, λέγοντάς τους ὅτι ἀναπαύεται στά χέρια τοῦ Θεοῦ, δέν τό ἔκανε. Δέν ἔκανε αὐτό τό ὁποῖο ἐπιχειροῦμε ἐμεῖς πρός τούς ἄλλους, γιά νά παρηγορήσουμε καί νά παρηγορηθοῦμε. Τό μόνο πού ἔκανε ἦταν νά δακρύσει καί νά σιωπήσει. Ὕστερα ἀνέστησε τό Λάζαρο καί τόν ἐπανέφερε στή ζωή αὐτή, ἀπό τήν ὁποία, οὕτως ἤ ἄλλως, πρέπει νά ἐλευθερωθοῦμε60. Ὁ Χριστός ἑπομένως, μέ τά λόγια του καί μέ τά ἔργα Του διδάσκει τήν Ἀνάσταση. Ἄλλωστε, ποτέ δέν μίλησε γιά ἀθανασία ψυχῶν ἀλλά γιά ἀνάσταση σωμάτων. Κι αὐτό εἶναι ἡ μεγάλη προσδοκία τῆς Ἐκκλησίας μας.

Ὅταν ὁ ἄνθρωπος δέν πιστεύει στήν Ἀνάσταση, εἶναι πολύ φυσικό νά μή θέλει ἀλλά καί νά μήν μπορεῖ νά ὑπομείνει τόν πόνο τοῦ σταυροῦ. Ἡ πίστη στήν Ἀνάσταση τοῦ  Χ ρ ι σ τ ο ῦ  καί ἡ γνωριμία τῶν ἀνθρώπων μέ τό Χριστό εἶναι τό κλειδί γιά τήν ἀντιμετώπιση τοῦ πόνου. Γι᾽ αὐτό ἡ Ἐκκλησία μας πιστεύει καί διακηρύττει ὅτι ὁ πόνος καί ἡ θλίψη εἶναι ἕνα σύνδρομο πού ὀφείλεται στήν ἀπουσία τοῦ Θεοῦ. Κι ἄν ἐμεῖς σήμερα θέλουμε μέσα ἀπ᾽ αὐτή τήν εὐλογημένη Ἱερατική Σύναξη νά λάβουμε ἕνα προβληματισμό, τότε θά πρέπει νά τονίσουμε πώς ὁ πόνος καί ἡ ἀσθένεια, ἀκόμη καί ὁ θάνατος, ἀντιμετωπίζονται ὑπαρξιακά, μόνο ὅταν οἱ ἄνθρωποι γνωρίσουν καί σχετιστοῦν μέ τό Χριστό καί μόνο ὅταν λουσθοῦν μέ τό ἀνέσπερο φῶς τῆς Ἀναστάσεως. Αὐτή ἄλλωστε εἶναι καί ἡ εὐθύνη τῆς ποιμαντικῆς ὅλων ἐμᾶς τῶν κληρικῶν, κυρίως δέ αὐτῶν οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται σε χώρους νοσηλείας. Φυσικά ἡ μέριμνα τῶν ποιμένων δέν εἶναι νά ὁδηγήσουν στήν ἐξάλειψη τῶν ποικίλων προβλημάτων τοῦ σύγχρονου ἀνθρώπου, στήν διαγραφή τοῦ πόνου καί τῆς ἀρρώστιας καί στή ματαίωση τοῦ θανάτου, ἀφοῦ ἡ διακονία τους δέν εἶναι μιά μαγική ἐπέμβαση μέ θεαματικά καί σύντομα ἀποτελέσματα, ἀλλά στό νά μπορέσουν νά κάμουν τόν ἄνθρωπο, μέσα ἀπό τή θλίψη του καί τή δοκιμασία του, νά βρεῖ τό Θεό καί νά ἀναπαυθεῖ σ’ Αὐτόν.

Συνεπῶς, ὁ ἱερέας ἔχει τήν ὑψίστη εὐθύνη νά μιλήσει στούς ἀνθρώπους καί νά τούς μάθει τήν τέχνη νά βρίσκουν τό Θεό. Νά μιλήσει ὅμως στούς ἀνθρώπους μέ τόν τρόπο πού αὐτοί καταλαβαίνουν καί ὄχι μέ τόν τρόπο πού αὐτός ξέρει. Διότι πολλές φορές ἐμεῖς οἱ ἴδιοι οἱ ἱερεῖς ἐμποδίζουμε τήν ἐπικοινωνία τῶν ἀνθρώπων μέ τό Θεό, καί τήν κοινωνία μεταξύ Θεοῦ καί ἀνθρώπων62. Ἡ μόνη διέξοδος γιά τόν ἐξαρτημένο ἀπό τήν ἡδονή ἄνθρωπο εἶναι ἡ προσκόλληση στό Χριστό, τό Δημιουργό, ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ πηγή τῆς χαρᾶς. Μονάχα κάτω ἀπό τήν προοπτική αὐτή μπορεῖ ὁ χριστιανός νά δέχεται τή στέρηση τῆς ἡδονῆς καί νά ὑπομένει τήν ὀδύνη, ἀκόμη καί στήν περίπτωση πού ἡ τελευταία συνδέεται μέ τό θάνατο. Διότι μονάχα ἡ ἀληθινή χαρά ἔχει τή δυνατότητα νά ὑπερβεῖ τίς αἰσθήσεις καί τά αἰσθητά. Ἡ πρόταση αὐτή τῆς Ἐκκλησίας δέν συνιστᾶ οὐτοπία, δέν περιορίζεται σέ θεωρητικό ἐπίπεδο, στό θεολογικό ἐπιστητό. Εἶναι ἔκφραση τοῦ βιώματος καί τῆς ἐμπειρίας της, ὅπως ἐντοπίζεται στή μαρτυρική τελείωση τῶν ἁγίων μας, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν τά πρότυπα τῆς καρτερικότητας στίς θλίψεις, τίς διώξεις καί τό θάνατο. Ποιός μπορεῖ νά ἀμφισβητήσει ὅτι οἱ διώξεις καί τά βασανιστήρια τῶν ἁγίων, μαρτύρων καὶ νεομαρτύρων, δὲν ἐντάσσονται στήν προοπτική αὐτή; Ἐνώπιον αὐτῶν οἱ μάρτυρες καί νεομάρτυρες ἐπιδεικνύουν ἀπαράμιλλη καρτερικότητα καί ὑποφέρουν σέ τέτοιο βαθμό, πού ξενίζει τό σημερινό κοσμικό ἄνθρωπο ἡ σχετική ἀναφορά. Ὅλα αὐτά εἶχαν ἕνα καί μοναδικό σκοπό ἀπό μέρους τῶν νεομαρτύρων τῆς πίστης μας: τή συνάντηση καί ἕνωση τοῦ πρός τό μαρτύριο πορευομένου χριστιανοῦ μέ τόν «ἀρχιμάρτυρα» Ἰησοῦ Χριστό.

Ὁ καθηγητής κ. Σταῦρος Μπαλογιάννηςμᾶς διαφωτίζει σημειώνοντας ὅτι ἡ προσήλωση στό Χριστό καί ἡ ἐπιθυμία τοῦ ὑποψηφίου μάρτυρα νά τόν συναντήσει, προκαλεῖ τήν ἔκκριση συγκεκριμένων ὁρμονῶν στόν ὀργανισμό, πού ὠθοῦν τό μάρτυρα νά ὑποφέρει τόν πόνο καί νά ἐπιδεικνύει καρτερικότητα στίς δοκιμασίες. Ἐνδεικτικός εἶναι ὁ ἀκόλουθος λόγος63 τοῦ καθηγητοῦ: «Οὐδέν ἐκ τῶν ἀναφερομένων εἰς τά μαρτυρολόγια ἐπί τοῦ σθένους καί τῆς ἀντοχῆς τῶν μαρτύρων καί τῶν νεομαρτύρων εἶναι ὑπερβολικόν καί ὑπό τά αὐστηρά ἐπιστημονικά κριτήρια ἐξεταζόμενον. Ἡ ψυχική ἰσχύς διά τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, δύναται νά τροποποιήσει ὅλας τάς ἐγκεφαλικάς διεργασίας ἐπί τῆς ἀποδοχῆς, ἀντιλήψεως, κωδικοποιήσεως καί ἐγχαράξεως τοῦ ἄλγους, μέ ἀποτέλεσμα καί αἱ πλέον ἐπώδυνοι ὤσεις νά ἀποσβέννυνται καί νά μή καθίστανται αἰσθηταί κατά τήν ἔκτασιν καί τό μέτρον τῆς ἰσχύος των. Ἡ ἐπιλογή τοῦ καταλλήλου νευροδιαβιβαστοῦ ἢ τοῦ νευροτροποιητοῦ εἶναι εἰς θέσιν νά τροποποιήσῃ τήν ἀντίληψιν τοῦ ἄλγους καί ἀκόμη νά ὑποκαταστήσῃ αὐτό διά τοῦ αἰσθήματος τῆς ἀγαλλιάσεως καί τῆς ἐσωτερικῆς πληρότητος. Ἡ ὑπό τῆς ψυχικῆς ἰσχύος αὔξησις τῶν ἐπιπέδων τῶν ἐνδορφινῶν εἰς τόν ὀπτικόν θάλαμον τοῦ ἐγκεφάλου τοῦ ἀνθρώπου, καθιστᾷ ἱκανήν τήν ἀπόσβεσιν τοῦ ἄλγους καί τήν αὔξησιν τοῦ αἰσθήματος τῆς ἐλπίδος καί τῆς πληρότητας…». Κατέστη, ὑποθέτουμε, ἀντιληπτό ὅτι ἡ προσήλωση στό Χριστό θωρακίζει κατάλληλα τούς μάρτυρες ἀλλά καί κάθε χριστιανό ὥστε νά ὑποφέρει τίς δοκιμασίες καί νά ὑπομένει τίς θλίψεις. Παράλληλα ἐξαλείφει τό φόβο τοῦ θανάτου καί ὁ πόνος μεταποιεῖται σέ χαρά. Ἡ εὐαγγελική διατύπωση: «ὁ ὑπομείνας εἰς τέλος οὗτος σωθήσεται»64, δέν εἶναι οὐτοπική ἤ ἐξουθενωτική. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος διατυπώνει μέ σαφήνεια ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Θεός εἶναι Ἐκεῖνος, ὁ Ὁποῖος, μολονότι μᾶς δίδει τίς δοκιμασίες, γιά τόν ἔλεγχο τῆς πνευματικῆς μας ἑτοιμότητας καί τήν προαγωγή μας στήν πορεία τῆς τελειώσεως, μᾶς παρέχει καί τή δύναμη γιά νά τίς ὑπομείνουμε, ἐφόσον προσηλώσουμε τή σκέψη καί τή ζωή μας σέ Ἐκεῖνον. Χαρακτηριστική εἶναι ἡ ἀκόλουθη, παραφρασμένη, διατύπωση ἀπό τήν Α΄ πρός Κορινθίους ἐπιστολή: «ὁ Θεός,… οὐκ ἐάσει ἡμᾶς πειρασθῆναι ὑπέρ ὅ δυν(άμεθα), ἀλλά ποιήσει σύν τῷ πειρασμῷ καί τήν ἔκβασιν τοῦ δύνασθαι ὑπενεγκεῖν»65.

Συμπεράσματα

Μετά ἀπό τά ὅσα ἀναπτύχθηκαν παραπάνω μποροῦμε νά καταλήξουμε συνοπτικά στίς ἑξῆς συμπερασματικές θέσεις:

1. Ὅλα τά ἔμβια ὄντα πεθαίνουν, ὅμως μόνο ὁ ἄνθρωπος χαρακτηρίζεται ὡς θνητός. Κι αὐτό, ὄχι μόνο διότι ὁ ἀνθρωπος πεθαίνει, ἀφοῦ καί τά ἄλλα ὄντα πεθαίνουν, ἀλλά, κατά κύριο λόγο, διότι ὁ ἄνθρωπος γνωρίζει ὅτι θά πεθάνει. Αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ γνώση του περιλαμβάνει καί τό θάνατο. Ἔτσι μποροῦμε νά κατανοήσουμε τήν προσπάθεια τῆς θρησκείας καί τῆς φιλοσοφίας, π.χ. τοῦ Βουδισμοῦ καί ἄλλων θρησκειῶν καθώς καί τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς φιλοσοφίας, νά κάνουν τόν ἄνθρωπο νά συμβιβαστεῖ μέ τό θάνατο, εἴτε παρουσιάζοντάς τον ὡς ἀπελευθέρωση ἀπό τήν καταπίεση τοῦ σώματος καί τοῦ κόσμου τούτου εἴτε προτείνοντάς τον ὡς ἀφετηρία μιᾶς ἄλλης μεταφυσικῆς ζωῆς. Γεγονός πάντως εἶναι ὅτι ὁ ἄνθρωπος δέν παραμένει ἀδρανής μπροστά στό θάνατο, ἀλλά προσπαθεῖ νά τόν πολεμήσει καί νά τόν ἀπωθήσει ἤ νά τόν ἑρμηνεύσει καί νά τόν νοηματοδοτήσει. Γι᾽ αὐτό ἄλλωστε καί ἡ τοποθέτηση τῶν ἀνθρώπων ἀπέναντι στὸ θάνατο ποικίλλει καί εἶναι δυνατόν νά παρουσιάσει ἐκ διαμέτρου ἀντίθετα χαρακτηριστικά, ὡς ἀπόρροια τῶν διαφορετικῶν φιλοσοφικῶν, θρησκευτικῶν, πολιτισμικῶν καὶ ψυχολογικῶν στάσεων καί διαθέσεών τους.

2. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, καί εἰδικότερα ὁ κάθε πιστός, ἐξοικειώνεται μέ τήν ἰδέα τῆς παρουσίας τοῦ θανάτου καί τῶν θλίψεων στήν καθημερινότητά του, ἐφόσον ἡ καρτερικότητα καί ἡ ὑπομονή πού ἐπιδεικνύει γιά τήν ἀντιμετώπισή τους, σέ συνάρτηση μέ τήν ἐν Χριστῷ πίστη καί πορεία, ἀποτελοῦν τά ἐχέγγυα γιά τήν εἴσοδό του στή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Ὁ θάνατος θεωρεῖται ὕπνος, κοίμηση καί πέρασμα ἀπό τήν παροῦσα στήν αἰώνια ζωή. Ὅ,τι συνδέεται μέ αὐτόν: οἱ κεκοιμημένοι, τά κοιμητήρια, οἱ τάφοι κλπ., δέν ἀποτελοῦν γιά τούς χριστιανούς ἑστίες ἄρνησης, φόβου ἤ θλίψεων, ἀλλά, ἀντίθετα, ἐκλαμβάνονται ὡς κριτήρια αὐτοθεώρησης, ἀναθεώρησης καί ἐπανατοποθέτησής μας ἔναντι τοῦ μυστηρίου τῆς ζωῆς, ὡς μέσα ἄσκησης τῆς καρτερικότητας καί τοῦ «ὑποφέρειν», ὡς ἀφορμές προαγωγῆς τῆς πνευματικότητάς μας. Ἐξάλλου, ἡ Ἐκκλησία μέσα ἀπό τήν Παράδοση καί τή Λατρευτική πράξη της, δίνει εὐκαιρίες στούς πιστούς νά ἐξοικειωθοῦν μέ τό θάνατο καί νά ἀντιμετωπίσουν πραγματικά, καί ὄχι πλασματικά, ὅ,τι τούς ἀπασχολεῖ καί τούς θλίβει.

3. Ἄν ὁ ἄνθρωπος δέν πιστεύει στήν Ἀνάσταση, εἶναι πολύ φυσικό νά μή θέλει ἀλλά καί νά μήν μπορεῖ νά ὑπομείνει τόν πόνο τοῦ σταυροῦ. Ἡ πίστη στήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καί ἡ γνωριμία τῶν ἀνθρώπων μέ τό Χριστό εἶναι τό κλειδί γιά τήν ἀντιμετώπιση τοῦ πόνου. Γι᾽ αὐτό ἡ Ἐκκλησία μας πιστεύει καί διακηρύττει ὅτι ὁ πόνος καί ἡ θλίψη εἶναι ἕνα σύνδρομο πού ὀφείλεται στήν ἀπουσία τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεός δημιούργησε μόνο ζωή. Ὁ πόνος καί ὁ θάνατος εἶναι ἀποτέλεσματα τῶν ἐπιλογῶν τοῦ ἀνθρώπου. Ἀποτελοῦν συνέπεια τοῦ κακοῦ, τῆς παράχρησης τοῦ αὐτεξουσίου καί τῆς ἐλευθερίας του. Οἱ θλίψεις, οἱ στενοχωρίες καί ὁ θάνατος, συνιστοῦν μία πραγματικότητα, ἄρρηκτα συνδεδεμένη μέ τή μεταπτωτικὴ κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου, πού τόν ταλανίζει ἀνάλογα μέ τήν ἐγγύτητα ἤ τή μακρότητα πού βρίσκεται, σέ σχέση μέ τό Θεό. Ἑπομένως, ὁ πόνος καί ἡ ἀσθένεια, ἀκόμη καί ὁ θάνατος, ἀντιμετωπίζονται ὑπαρξιακά, μόνο ὅταν οἱ ἀνθρωποι γνωρίσουν καί σχετιστοῦν μέ τό Χριστό καί μόνο ὅταν λουσθοῦν μέ τό ἀνέσπερο φῶς τῆς Ἀναστάσεως. Αὐτή ἐξάλλου, εἶναι καί ἡ εὐθύνη τῆς ποιμαντικῆς τῶν κληρικῶν μας οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται σέ χώρους νοσηλείας: νά μιλήσουν στούς ἀνθρώπους καί νά τούς μάθουν τήν τέχνη νά βρίσκουν τό Θεό.

4. Ἡ ἄρνηση τῆς ἀνάστασης ἀποτελεῖ ἀπόρροια τῆς διαβρωμένης σχέσης μεταξύ τοῦ Πλάστη καί τοῦ πλάσματος, τῆς προβληματικῆς ἢ ἀνύπαρκτης πνευματικότητας τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ὁποία παραθεωρεῖ τό γεγονός ὅτι ὁ Χριστός «ἀπαρχή τῶν κεκοιμημένων ἐγένετο». Ἐφόσον ὁ Χριστός «πρωτότοκος τῶν νεκρῶν ἐγένετο», γίνεται ἀντιληπτό ὅτι ἡ ἄρνηση ἀποδοχῆς τῆς ἀναστάσεώς Του συνεπάγεται καί διαγραφή τῆς προοπτικῆς καὶ τῆς δικῆς μας ἀνάστασης, γεγονός πού στερεῖ ἀπό τόν ἄνθρωπο τήν ἐλπίδα, τήν ὑπομονή στίς θλίψεις καί τό θάνατο. Χωρίς Θεό ὁ ἄνθρωπος χάνει τήν ἐλπίδα του καί τή χαρά του. Ἄν ὁ ἄνθρωπος δέν ἔχει πορεία ἐσχατολογική καί δέν προσδοκᾶ τήν Ἀνάσταση, ὁ πόνος τῆς παρούσας ζωῆς, οἱ θλίψεις, οἱ πειρασμοί, οἱ δοκιμασίες, τά ἄγχη, οἱ ἀσθένειες, οἱ ὀδύνες καί οἱ στεναγμοί, γίνονται φορτία δυσβάστακτα, τά ὁποῖα τόν γονατίζουν, τόν κάνουν νά μελαγχολεῖ, τόν ἀπομονώνουν, τόν καταθλίβουν καί τόν νεκρώνουν πρόωρα.

5. Ἡ ὑπέρβαση τῆς ἀτέρμονης περιδίνησης, μεταξύ ἡδονῆς καί ὀδύνης, ἐπιτυγχάνεται μονάχα μέ τή χαρά πού ἀντλεῖται ἀπὸ τό Χριστό καί τήν προσήλωση τοῦ χριστιανοῦ στό Δημιουργό, ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ πηγή τῆς χαρᾶς. Ἡ πράξη αὐτή ἀποτελεῖ, «ἐν ἐλευθερίᾳ», μονόδρομο, γιά νά ὑπομένει κάποιος τίς δυσκολίες τῆς ζωῆς του. Μονάχα κάτω ἀπό τήν προοπτική αὐτή μπορεῖ ὁ χριστιανός νά δέχεται τή στέρηση τῆς ἡδονῆς καί νά ὑπομένει τήν ὀδύνη, ἀκόμη καί στήν περίπτωση πού ἡ τελευταία συνδέεται μέ τό θάνατο. Διότι μονάχα ἡ ἀληθινή χαρά ἔχει τή δυνατότητα νά ὑπερβεῖ τίς αἰσθήσεις καί τά αἰσθητά. Ἡ πρόταση αὐτή τῆς Ἐκκλησίας δέν συνιστᾶ οὐτοπία, δέν περιορίζεται σέ θεωρητικό ἐπίπεδο, στό θεολογικό ἐπιστητό. Εἶναι ἔκφραση τοῦ βιώματος καί τῆς ἐμπειρίας της, ὅπως ἐντοπίζεται στή μαρτυρική τελείωση τῶν ἁγίων μας, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν τά πρότυπα τῆς καρτερικότητας στίς θλίψεις, τίς διώξεις καί τό θάνατο. Τό ψυχικό σθένος τους καθώς ἐπίσης καί ἡ καρτερία τους ἐνώπιον τῶν βασάνων, ἀκόμη καί τῆς ἀπειλῆς τοῦ θανάτου, ἑρμηνεύονται ἀκόμη καί μέ ἐπιστημονικά κριτήρια, τά ὁποῖα καταδεικνύουν ὅτι ἡ προσήλωση στό Χριστό, ὁδηγεῖ στήν «καλὴν ἀλλοίωσιν» τοῦ ὅλου ἀνθρώπου, στήν ἀγόγγυστη ἀνοχή τῶν θλίψεων, στήν καρτερικότητα τῶν δυσκολιῶν καί τοῦ θανάτου.

Ἀρχιμ. τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου Μακαρίου Γρινιεζάκη,
Ἐπ. Καθηγητῆ τῆς Ἀνωτάτης Ἐκκλησιαστικῆς Ἀκαδημίας Κρήτης

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ-ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

1. Ὁ Ἀναστάσιος ὁ Σιναΐτης ἀναλύοντας ἐτυμολογικά τόν ὅρο «θάνατος», σημειώνει ὅτι προ- έρχεται ἐκ τοῦ «θένωντος διά τό τίθεσθαι κατά νῶτον τόν θνήσκοντα». Βλ. Ἀναστασίου Σιναΐτου, Ὁδηγός, PG 89, 81C.
2. Ματσούκα Νικολάου «Δογματική καί Συμβολική Θεολογία Γ´», Ἐκδόσεις Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 2005, σελ. 206.
3. Ἀναστασίου Σιναΐτου, «Ἐρωτήσεις καί ἀποκρίσεις», PG 19, 765C.
4. Μωϋσέως Μοναχοῦ Ἁγιορείτου, «Ὁ Ἅγιος Πόνος, Μαθητεία στήν ἐπίσκεψη τοῦ πόνου στή ζωή μας», Ἔκδοση Κέντρου Βιοϊατρικῆς Ἠθικῆς καί Δεοντολογίας, Ἀθήνα 2005, σελ. 22.
5. Διογένους Λαέτριου, «Ἐπίκουρος 10», 125: «ὅταν μέν ἡμεῖς ὦμεν, ὁ θάνατος οὐ πάρεστιν· ὅταν δ’ ὁ θάνατος παρῇ, τοθ’ ἡμεῖς οὐκ ἐσμέν».
6. Ἀνέστη Κεσελόπουλου, «Ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τήν ζωήν. Θεολογική προσέγγιση στίς προκλήσεις τῆς Βιοηθικῆς», Ἔκδοση Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 2003, σ. 122, 126.
7. Ἐνδεικτικά περί τοῦ θέματος βλέπε: Πρωτοπρεσβυτέρου Βασιλείου Καλλιακμάνη, «Τό μυστήριο τοῦ θανάτου στήν Ὀρθόδοξη Θεολογία», Τό μυστήριο τοῦ θανάτου εἰς τήν Λατρείαν τῆς Ἐκκλησίας, Πρακτικά Θ΄ Πανελλήνιου Λειτουργικοῦ Συμποσίου Στελεχῶν Ἱερῶν Μητροπόλεων, Βόλος, 5 7/11/2007), Ἔκδοση Κ.Ε.Ε.Μ.Υ.Ε.Ε., Σειρά Ποιμαντική Βιβλιοθήκη 19, Ἀθῆναι 2009, σσ. 67-76· Paul E. Irion, «e Funeral and the Mourners. Pastoral care of the Bereaved», Abingdon Press Publications, New York, pg 65· Ignace Peckstadt (père), “Quelques reflexions orthodoxes concernant la Cremation”, Contacts, 1997, Vol. 179, pg. 265.
8. Γιά τή διάκριση τοῦ θανάτου (πνευματικοῦ, βιολογικοῦ-σωματικοῦ, αἰώνιου), βλέπε: Γεωργίου Μαντζαρίδη, «Χριστιανική Ἠθική», Ἐκδόσεις Πουρναρᾶ, 4η Ἔκδοση, Θεσσαλονίκη 1995, σελ. 498· Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου Βλάχου, «Τὸ πρόσωπο στήν Ὀρθόδοξη Παράδοση», Ἀθήνα 2005, σελ. 305· Σ. Κοντογιάννη, «Ἡ ἱερότητα τῶν ταφικῶν μνημείων», Ἀνάτυπον ΕΕΘΣΠΑ, τ. 35, Ἀθῆναι 2000, σελ. 436.
9. «Ὄντως φοβερώτατον, τό τοῦ θανάτου μυστήριον, πῶς ψυχῆς ἐκ τοῦ σώματος, βιαίως χωρίζεται ἐκ τῆς ἁρμονίας, καὶ τῆς συμφυΐας ὁ φυσικότατος δεσμός, θείῳ βουλήματι ἀποτέμνεται…». (Ἰδιόμελο δ΄ ἤχου, τῆς Ἐξοδίου Ἀκολουθίας). Πρβλ. Jean-C. Larchet, Ceci est mon Corps. Le sens chretien du corps selon les Peres de l’Eglise, Collection “Qui suis-je”, τ. 8 Geneve 1996, σ. 120.
10. Γ. Μαντζαρίδη, ὅπ. π., σελ. 497.
11. Γεν. 3, 19 καὶ Σοφ. Σολομ. 1, 13: «… ὁ Θεός θάνατον οὐκ ἐποίησεν οὐδέ τέρπεται ἐπ’ ἀπωλείᾳ ζώντων.»
12. Μητροπολίτου Περγάμου Ἰωάννου Ζηζιούλα, «Ἀπό τό προσωπεῖον εἰς τό πρόσωπον. Ἡ συμβολή τῆς Πατερικῆς θεολογίας εἰς τήν ἔννοιαν τοῦ προσώπου», Ἱμάτια Φωτὸς ἀρρήτου, Ἐκδόσεις Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 2002, σελ. 104: «Ὁ θάνατος εἶναι ἡ ‘‘φυσική’’ ἐξέλιξις τῆς βιολογικῆς ὑποστάσεως… ἡ ἐπισφράγισις τῆς ὑποστάσεως ὡς ἀτομικότητος…».
13. Φωτίου Κωνσταντινουπόλεως, Τά Ἀμφιλόχια, 240, 4, PG 101, 1036B: «Ζωήν μέν γάρ ὤριστο παρά Θεῷ προέγνωστο δέ καί ὁ θάνατος· διά τοῦτο ἀναίτιος ὁ Θεός θανάτου οὐ γάρ ἡ πρόγνωσις εἰργάσατο θάνατον, ἀλλ’ ἡ τῆς ἐντολῆς παράβασις».Πρβλ. Jean C. Larchet, La Vie apres la Mort selon la tradition orthodoxe, Les editions du Cerf, Paris 2001, pg.13.
14. Jack D. Douglas, “e Social Meanings of the Suicide”, Princeton, New Jersey 1970, pg. 350-383· Μ. Γαλενιανοῦ, «Ὁ χορός τοῦ Ζαλόγγου ὡς ἠθικό δίλημμα», Ἐκδόσεις Ν. Παναγόπουλος, Ἀθήνα 2003, σελ. 61-67, 70-84· Tristram H. Engelhardt, Jr, «Τά θεμέλια τῆς Βιοηθικῆς. Μία χριστιανική θεώρηση», Μετ. Π. Τσαλίκη- Κιόσογλου,  Ἐ κ δ ό σ ε ι ς  Ἁ ρ μ ό ς , Θεσσαλονίκη 2007, σελ. 393 ἑξ.· Πρωτοπρεσβυτέρου Ἀδαμαντίου Αὐγουστίδη, «Ἡ ἀνθρώπινη ἐπιθετικότητα. Ποιμαντική καί ψυχολογική προσέγγιση στήν Κλίμακα τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου», Ἐκδόσεις Ἀκρίτας, Ἀθήνα 1999, σελ. 62.
15. Γιά τούς βίαιους θανάτους δικαίων καί ἀδίκων, βλέπε: Ἀναστασίου Σιναΐτου, «Ἐρωτήσεις και ἀποκρίσεις», PG 89, 500A - 504D. Πρβλ. Ἐ. Δουνδουλάκη, «Ἡ ζωή καί ὁ θάνατος κατά τόν Ἅγιο Ἀναστάσιο τό Σιναΐτη», Ἁγιολογικά καί Ὑμνολογικά Μελετήματα Α΄, Ἐκδόσεις Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 2006, σελ. 123-125.
16. Συλλογική Ἔκδοση περί Εὐθανασίας, «Ἡ σημαντική τοῦ «καλοῦ» θανάτου», «Ἐπιστήμη Κοινωνία», Εἰδικές Μορφωτικές Ἐκδόσεις, Ἀθήνα 2000, σελ. 124.
17. Ἰωάννου Χρυσοστόμου, «Περί παρθενίας», PG 48, 544: «ὅπου γάρ θάνατος ἐκεῖ καί γάμος· τούτου δέ οὐκ ὄντος, οὐδέ οὗτος ἕπεται».
18. Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, «Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, 4, 24», PG 94, 1208A: « ὅτε διά τῆς παραβάσεως θάνατος εἰς τόν κόσμον εἰσῆλθε, …. ὁ γάμος ἐπινενόηται, ὡς ἂν διά τῆς παιδοποιίας τό γένος τῶν ἀνθρώπων σώζηται».
19. Γιά τήν κλωνοποίηση βλέπε: Ἀρχιμανδρίτου Μακαρίου Γρινιεζάκη, «Κλωνοποίηση. Ἠθικοκοινωνικές καί θεολογικές συνιστῶσες», Διδακτορική Διατριβή), Σειρά: Παντοδαπά τῆς Βιοηθικῆς, Τόμος 1ος, Ἐκδόσεις Ἀκρίτας, Ἀθήνα 2005, σελ. 278 (ὅπου καί σχετική βιβλιογραφία)· Archimandrite Makarios Griniezakis, «Orthodox Christian Ethics within Bioethics», Pantodapa of Bioethics, Τόμος 2ος, Ἐκδόσεις Ἀκρίτας, Ἀθήνα 2007, σελ. 157.
20. Γιά τό σκοπό αὐτό ἔχουν δημιουργηθεῖ εἰδικά ἰνστιτοῦτα καί ὀργανισμοί πού ὑπεραμύνονται αὐτῶν τῶν προσπαθειῶν. Ἐνδεικτικά ἀναφέρονται: α. KrioRus Ρωσσική Ἐταιρεία πού ὑπόσχεται την κατάψυξη του ἐγκεφάλου ἤ καί ὁλόκληρου τοῦ σώματος, β. Hoffman Prototype Cryonics Trust Συμβούλιο στίς ΗΠΑ, τό ὁποῖο διεκδικεῖ τά νομικά δικαιώματα τῶν κρυοσυντηρημένων κυρίως σέ κληρονομικό ἐπίπεδο, γ. Cryonics Ιnstitute, Ἰνστιτοῦτο πού ἵδρυσε ὁ Ἀμερικανός Etingker γιά τό ἴδιο σκοπό. Διαθέτει 866 μέλη ἐκ τῶν ὁποῖων τά 12 εἶναι Ἕλληνες. Βλέπε γιά περισσότερες πληροφορίες στούς διαδικτυακούς ἱστοτόπους: http://www.otherside.gr/2011/08/katapsuxinekrwn-en-anamon aiwniaszwis/, http://news.pathfinder.gr/scitech/726176.html, http://www.newlife4you.gr/welcome.asp?aid=52, http://www.tanea.gr/kosmos/article/?aid=4645584 καί http://www.pheme.gr/article.aspx?id=274.
21. B. Duburque, «Ἡ ἐξαφάνιση τοῦ Χάρου καὶ τὸ μέλλον τοῦ ἀνθρώπου», Σύγχρονα Βήματα, τεῦχ. 46 (1983) 90.
22. Γιὰ τὴν ὡραιοποίηση καὶ τὴν ἀπώθηση στὸν ἐνταφιασμό, βλέπε: πατρός Φιλοθέου Φάρου, «Τὸ Πένθος». Ὀρθόδοξη, Λαογραφικὴ καὶ ψυχολογικὴ θεώρηση, Ἐκδοσεις Ἀκρίτας, Ἀθήνα 31998, σ. 58, 60, 61· P. Aries, «Western Attitudes toward Death: From the Middle ages to the present», USA 61983, σ. 94· J. Dider- Urbain, «Τὰ κοιμητήρια τῆς Δύσης (κοινωνίες γιὰ διατήρηση)», Σύγχρονα Βήματα, τεῦχ. 46 (1983) 80, 86· Πρωτοπρεσβυτέρου Θεμιστοκλέους Χριστοδούλου, «Περὶ τῆς Κηδείας. Ἱστορικό λειτουργικὴ προσέγγιση στὴ Νεκρώσιμη Ἀκολουθία καὶ στὰ περὶ αὐτῆς τελούμενα», Ἐκδόσεις Ὁμολογία, Ἀθήνα, 2004, σ. 141- 142.
23. Ἀλέξανδρος Σμέμαν, «Ἔσχατος ἐχθρός καταργεῖται ὁ θάνατος», Ἐκδόσεις Ἐν Πλῷ, 3η Ἔκδοση, Ἀθήνα 2006, σελ. 9.
24. Ἐνδεικτικός εἶναι ὁ ἀπέλπιδος λόγος τοῦ ποιητῆ Λαπαθιώτη: «μές στῆς καρδιᾶς μου τό κενό, μεγάλο σάν τόν οὐρανό, θ’ ἀκούσω πάλι τό βραχνό, τραγούδι τοῦ θανάτου…». Βλέπε: Γ. Μποζώνη, «Ὁ τρόμος τοῦ κενοῦ», Κωνσταντῖνος Δωρ. Μουρατίδης. Πρόμαχος Ὀρθοδοξίας. Τιμητικό ἀφιέρωμα, Ἀθήνα 2003, σελ. 444.
25. Πρ. 14, 22: «… παρακαλοῦντες ἐμμένειν τῇ πίστει καί… διά πολλῶν θλίψεων δεῖ ἡμᾶς εἰσελθεῖν εἰς τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ».
26. Ρωμ. 8, 35· 38.
27. Γιά τή θεώρηση τοῦ θανάτου ὡς ὕπνου βλέπε: Ἰωάννου Χρυσοστόμου, «Εἰς τό ὄνομα τοῦ κοιμητηρίου», PG 49, 394: «ἐπειδή… ἦλθεν Χριστός, καί ὑπέρ ζωῆς τοῦ κόσμου ἀπέθανεν, οὐκέτι θάνατος καλεῖται ὁ θάνατος, ἀλλά ὕπνος καί κοίμησις». Πρβλ. Βασιλείου Καισαρείας, «Εἰς τόν Μάρτυρα Βαρλαάμ», ΕΠΕ 7, 238. Περισσότερα γιά τό θέμα βλέπε: Ἐμμανουήλ Δουνδουλάκη, «Ἡ καύση τῶν νεκρῶν καί ἡ θέση τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας», Ἡ καύση τῶν νεκρῶν στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία (Μελέτες Ὀρθοδόξου Θεολογίας), Ἐκδόσεις Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 2003, σελ. 51.
28. Ἰωάννου Χρυσοστόμου, ὅ.π., PG 49, 394: «… διά τοῦτο κοιμητήριον ὠνόμασται, ἵνα μάθης ὅτι οἱ τετελευτηκότες καί ἐνταῦθα κείμενοι, οὐ τεθνήκασιν, ἀλλά κοιμῶνται καί καθεύδουσιν».
29. Jean C. Larchet, “La Vie apres la Mort selon la tradition orthodoxe”, ὅ.π., σελ. 301-316· τοῦ ἴδιου, Ceci est mon Corps…., ὅ.π., σελ. 122-124.
30. Edgar N. Jackson, “e Christian Funeral. It’s meaning, its purpose and its Modern Practice”, Channel press, New York 1966, σελ. 24-28.
31. Ρόδου (Ἀμασείας) Ἀποστόλου, «Ἀπομνημονεύματα», τ. 2, Ἀθῆναι 1947, σ. Ι, 24, ὑποσ. 9. Πρβλ. Βασιλείου Σταυρίδου, «Οἱ Οἰκουμενικοί Πατριάρχαι 1860 - σήμερον», Α΄ Ἱστορία, Ἐκδόσεις Ἑταιρεία Μακεδονικῶν Σπουδῶν 14, Θεσσαλονίκη 1977, σελ. 350.
32. Γιά τήν ὀνομασία τοῦ τάφου ὡς μνημείου, δηλαδή ὡς τόπου «μνήμης», βλέπε: Γεωργίου Μαντζαρίδη, «Ἡ καύση τῶν νεκρῶν ἀπό τήν ἄποψη τῆς Χριστιανικῆς Ἀνθρωπολογίας και Ἠθικῆς», «Ταφῆ ἢ Καύση τῶν Νεκρῶν», Πρακτικά Ἡμερίδος «Ἡ καύση τῶν νεκρῶν», Ἐκδόσεις Κ.Ε.Ε.Μ.Υ.Ε.Ε., Σειρά Ποιμαντική Βιβλιοθήκη 3, Ἀθήνα 2000, σελ. 104.
33. Ἰωάννου Χρυσοστόμου, «Περί θανάτου», 31, PG 63, 803· 809-810.
34. Γιά τήν ἱστορικό-θεολογική προσέγγιση τοῦ ὅρου «ἀπαρχή» τῶν κεκοιμημένων, στήν Πατερική θεολογία, βλέπε: Βασιλείου Στογιάνου, «Ἡ ἀνάστασις τῶν νεκρῶν. Εἰσαγωγικά προβλήματα καὶ ἑρμηνεία τοῦ Α΄ Κορ. 15», ΕΕΘΣΘ 20, Θεσσαλονίκη 1977, σελ. 176-188.
35. Ἰωάννου Χρυσοστόμου, «Κατηχητικός εἰς τό Ἅγιον Πάσχα», PG 59, 724. 
36. Α΄ Κορ. 15, 17· 18: « … εἰ δέ Χριστός οὐκ ἐγήγερται, … ἄρα καί οἱ κοιμηθέντες ἐν Χριστῷ ἀπώλοντο».
37. Μπέγζος Μάριος, Παπαθανασίου Ἀθανάσιος, «Θέματα Χριστιανικῆς Ἠθικῆς», Ὀργανισμός Ἐκδόσεων διδακτικῶν Βιβλίων, Ἀθήνα 1998, σελ. 185.
38. Μπέγζος Μάριος, Παπαθανασίου Ἀθανάσιος, ὅπ.π., σελ. 185-188.
39. «Σύγχρονον Λεξικόν τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης», Ἐπιτροπή Φιλολόγων, Ἐκδόσεις Ἄτλας, Ἀθήνα 1960, στό λήμμα ὑποφέρω.
40. Μαντζαρίδη Γεωργίου, ὅπ. π., σελ. 491.
41. Γιά τή νοσογραφία τῆς θλίψης, τῆς λύπης, καθώς καί τή θεραπευτική τους, βλέπε: Jean C. Larchet, «Ἡ θεραπευτική τῶν πνευματικῶν νοσημάτων. Εἰσαγωγή στήν Ἀσκητική παράδοση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας», τ. Α΄, Μετάφραση Χ. Κούλας, Ἐκδόσεις Ἀποστολικῆς Διακονίας, 2η Ἔκδοση, Ἀθήνα 2009, σελ. 299-314· τοῦ ἴδιου, ὅ.π., τ. Β΄, σελ. 270-299.
42. Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, «Ἑκατοντάδα διαφόρων κεφαλαίων», (6, 3), Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν Νηπτικῶν, τ. Β΄, Ἐκδόσεις Τό Περιβόλι τῆς Παναγίας, 3η Ἔκδοση, Ἀθήνα 1991, σελ. 216.
43. Ἀρχιμανδρίτου Μακαρίου Γρινιεζάκη, «Ἡ δύναμη τῆς συγγνώμης. Κένωση καὶ φιλανθρωπία στίς ἀνθρώπινες σχέσεις», Ἐκδόσεις Ἐν πλῷ, Ἀθήνα 2010, σελ. 126-129.
44. Γεωργίου Μαντζαρίδη, ὅ.π., σελ. 493.
45. Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, «Πρός Θαλάσσιον», PG 90, 628BC.
46. Ὅ.π., σελ. 215 § 35.
47. Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, ὅ.π., σελ. 157 § 53.
48. Ἰώβ 42, 10-12.
49. Ἀρχιμανδρίτου Νικολάου Ἰωαννίδη, «Ἡ ἀνθρώπινη ἀσθένεια καί ὁ πόνος στήν Πατερική Θεολογία», «Ἡ ὑγεία καί ἡ ἀσθένεια στή Λειτουργική ζωή τῆς Ἐκκλησίας», Πρακτικά Ι΄ Πανελλήνιου Λειτουργικοῦ Συμποσίου στελεχῶν Ἱερῶν Μητροπόλεων (Βόλος, 20-22/10/2008), Ἐκδόσεις Κ.Ε.Ε.Μ.Υ.Ε.Ε., Σειρά: Ποιμαντική Βιβλιοθήκη 21, Ἀθῆναι 2009, σελ. 99.
50. «Τάς γάρ ἀρρωστίας, διά τήν ὑγείαν τῆς ψυχῆς ἐπάγει ὁ Θεός», Ἰσαάκ τοῦ Σύρου, Λόγος 5, Ἐκδόσεις Ἰ. Σπετσιέρη, σελ. 24.
51. Μαντζαρίδη Γεωργίου, ὅπ. π., σελ. 494.
52. Μωϋσέως Μοναχοῦ Ἁγιορείτου, «Ὁ Ἅγιος Πόνος, Μαθητεία στήν ἐπίσκεψη τοῦ πόνου στή ζωή μας», Ἔκδοση Κέντρου Βιοϊατρικῆς Ἠθικῆς καί Δεοντολογίας, Ἀθήνα 2005, σελ. 26.
53. Ἀρχιμανδρίτου Μακαρίου Γρινιεζάκη, «Παράκλησις τῶν Θλιβομένων», Ἐκδόσεις τό Παλήμψιστον, 3η Ἔκδοση, Θεσσαλονίκη 2005, σελ……
54. Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, «Εἰς τὸ Πάτερ ἠμῶν», PG 90, 900AB· Γρηγορίου Ναζιανζηνοῦ, «Ἐπιστολὴ 31», PG 37, 68 BC· Ἀθανασίου Ἀλεξανδρείας, «Βίος ὁσίου Ἀντωνίου», PG 26, 872AB· Ἰωάννου Σιναΐτου, «Κλίμαξ 6», PG 88, 797A· Ἀνδρέα Κρήτης, «Εἰς τὸν ἀνθρώπινον βίον καὶ εἰς τοὺς κοιμηθέντας», 21, PG 97, 1292AC.
55. Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου, «Τὸ πρόσωπο στὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση», ὅ.π., σελ. 312-318.
56. Ἡσύχιου Πρεσβυτέρου, «Πρὸς Θεόδουλο, λόγος περὶ νήψεως καὶ ἀρετῆς χωρισμένος σὲ 203 κεφάλαια», Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν Νηπτικῶν, τ. Α΄, ὅ.π., σελ. 195 § 95.
57. Διαδόχου Φωτικῆς, «Λόγος ἀσκητικὸς χωρισμένος σὲ 100 πρακτικὰ κεφάλαια πνευματικῆς γνώσεως καὶ διακρίσεως», Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν Νηπτικῶν, τ. Α΄, ὅ.π., σελ. 313 § 81: «… μόνο ἡ ἐνθύμηση τοῦ θανάτου μπορεῖ νὰ καταργήσει ὅλες τὶς προσβολὲς τῶν δαιμόνων, ἐπειδή μᾶς ἐπαναφέρει στὴ μνήμη τοῦ Θεοῦ».
58. Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου, «Τὸ πρόσωπο στὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση», ὅ.π., σελ. 314.
59. Ἰωάννου Χρυσοστόμου, «Ἑρμηνεία εἰς τὴν πρὸς Ἑβραίους ἐπιστολήν», PG 63, 41: «ὁ τὸν θάνατον δεδοικώς, δοῦλος ἐστι, καὶ πάντα ὑφίσταται τοῦ μὴ ἀποθανεῖν».
60. Ἀλέξανδρος Σμέμαν, «Ἔσχατος ἐχθρός καταργεῖται ὁ θάνατος», Ἐκδόσεις Ἐν Πλῷ, 3η Ἔκδοση, Ἀθήνα 2006, σελ. 31.
61. Μαντζαρίδη Γεωργίου, ὅπ. π., σελ. 493.
62. Ἀρχιμανδρίτου Μακαρίου Γρινιεζάκη, ὅπ. π., σελ. 56.
63. Σ. Μπαλογιάννη, «Ἡ βιολογική διάστασις τῶν βασανισμῶν καί τῶν τρόπων θανατώσεως τῶν Νεομαρτύρων», Πρακτικά Θεολογικοῦ συνεδρίου εἰς τιμήν καὶ μνήμην τῶν Νεομαρτύρων (17-19 Νοεμβρίου 1986), Θεσσαλονίκη 1988, σελ. 363.
64. Μαρκ. 13, 13· Ματθ. 10, 22· 24,13.
65. Α΄ Κορ. 10, 13.

πηγή : Ἄγκυρα Ἐλπίδος
Διμηνιαῖο Ὀρθόδοξο Περιοδικό τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ἱεραπύτνης καί Σητείας.

ΠΕΡΙ ΑΧΑΡΙΣΤΙΑΣ ΚΑΙ ΑΣΕΒΕΙΑΣ


Σε χειρόγραφα των Μονών του Αγίου Όρους είναι γραμμένο το ακόλουθο διδακτικό παράδειγμα για την αχαριστία και ασέβεια πού δείχνουν τα παιδιά στους γονείς τους.
«Ένα ανδρόγυνο δεν είχε δικά του παιδιά και αποφάσισε να υιοθετήσει ένα ξένο μωρό πολύ μικρό παιδάκι.
Το παιδί όταν έγινε δέκα οχτώ χρόνων πέθανε η θετή του μητέρα. Ο δε πατέρας του, που το είχε υιοθετήσει είχε το επάγγελμα πραγματευτής – γυρολόγος – δηλαδή μικροπωλητής όπως λέμε σήμερα. Είχε ένα υποζύγιο και γύριζε στα γύρω χωριά όπου πουλούσε το εμπόρευμά του, από το οποίο, επειδή πολλά χρόνια έκανε αυτό το εμπόριο, είχε κάνει αρκετά χρήματα και μεγάλη περιουσία. Το παιδί, ο θετός πατέρας του, το ανέθρεψε όσο μπορούσε χριστιανικά και αφού έμαθε τα πρώτα και απαραίτητα για τη δουλειά τους αυτή γράμματα, το πήρε μαζί του στο εμπόριο για βοηθό και φύλακα του εκεί που γύριζε στα διάφορα χωριά.
Για την εργασία τους αυτή πολλές φορές μένανε σε διάφορα Χάνια. Έτσι λέγονταν τα ξενοδοχεία τότε, τα οποία είχαν δωμάτια για τους ανθρώπους και σταύλους για τα ζώα.
Τα Χάνια συνήθως βρίσκονταν σε έρημα μέρη μακριά από τα χωριά ή στα ενδιάμεσα για να διανυκτερεύουν οι διάφοροι έμποροι και ξενιτεμένοι ταξιδιώτες με τα ζώα τους.
Το θετό αυτό παιδί, για το οποίο γίνεται λόγος, βγήκε πολύ κακής προαιρέσεως άνθρωπος, διότι σκέφτηκε πονηρά κατά του ευεργέτου και θετού του πατέρα.
Έτσι με την πονηρή σκέψη του το κακοπροαίρετο αυτό παιδί, σε ένα από τα χάνια αυτά όταν νύχτωσε και μείνανε οι δυο τους και ο ξενοδόχος, αφού διαπίστωσε ότι δεν βρίσκεται κανείς άλλος εκεί, σηκώθηκε την νύχτα και εκεί που κοιμότανε ο πατέρας του, αυτός που τον ανέθρεψε, τον προστάτεψε και τον μεγάλωσε, αυτόν λέγω τον πατέρα του τον σκότωσε και όλη την νύχτα τον έβγαλε από το χάνι έξω στο δρόμο και τον έθαψε.
Το πρωί σαν έφεξε ο Θεός την ήμερα, το παιδί, πήρε το ζώο και το εμπόριο, έφυγε γύρισε στο σπίτι του πατέρα του και έγινε κάτοχος όλης της μεγάλης εκείνης περιουσίας του.

Ύστερα από χρόνια ήρθε σε συναίσθηση και μετανόησε για το κακό που είχε κάνει στο θετό του πατέρα και πήγε στον πνευματικό να εξομολογηθεί την αμαρτία του.
Ο πνευματικός του είπε: «Παιδί μου, είναι πολύ μεγάλο το αμάρτημα σου, αυτό, πήγαινε δώσε όλα τα χρήματα και την περιουσία που πήρες, από τον πατέρα ευεργέτη σου, δώσε και όλα τα δικά σου, που κέρδισες από την δουλειά του και ο Θεός είναι πολυέλεος και πολυεύσπλαχνος, θα κάνει και σε σένα το έλεος Του. Να πας όμως και να κάνεις ανακομιδή και να βγάλεις από τον τάφο τα οστά του θετού σου πατέρα.
Ο ασεβής εκείνος νέος πήγε κατά την εντολή του πνευματικού του να κάνει ανακομιδή κι όταν πλησίασε στον τάφο, του αδικοσκοτωμένου πατέρα, άκουσε να βγαίνει φωνή από τον τάφο και να λέει πολλές φορές τις φράσεις: «Κρίσις ω Κρίσις!». Ο νέος μόλις άκουσε τις φωνές αυτές φοβήθηκε, πήγε στον πνευματικό και του ανέφερε την παράξενη εκείνη φωνή που έλεγε «Κρίσις ω Κρίσις!».
Ο πνευματικός ρώτησε τον νέο: «Παιδί μου μια φορά ή πολλές φορές άκουσες τη φωνή να λέει αυτά τα λόγια;» Και εκείνος του είπε: «Πάτερ όσες φορές δοκίμασα να περάσω από το μέρος εκείνο ή να πάω κοντά στον τάφο ακούω πάντοτε να επαναλαμβάνει τα ίδια λόγια «Κρίσις ώ Κρίσις!».
Ο πνευματικός πάλι είπε στον νέο: «πήγαινε παιδί μου άλλη μια φορά στον τάφο, κι αν ακούσης τα ίδια λόγια, τότε να τον ρωτήσεις να σου πει ως πότε; και να δούμε τί θα σου απαντήσει».
Πράγματι ο νέος πήγε πάλι στον τάφο κι άμα άκουσε το «Κρίσις ω Κρίσις», όπως του είπε ο πνευματικός, ρώτησε και τότε άκουσε να λέει ο πεθαμένος «έως δέκα χρόνους».
Την απόκριση του πεθαμένου από τον τάφο μετέφερε ο νέος στον πνευματικό, ο οποίος του είπε: «Παιδί μου κάνε θερμή προσευχή στο Θεό, ο οποίος μόνος γνωρίζει τα κρίματα αυτά, ώσπου να περάσουν τα δέκα χρόνια και τότε έλα πάλι για να δούμε τί ο Κύριος θα φανερώσει.
Με φόβο, αγωνία και τρόμο πέρασαν τα δέκα χρόνια, κίνησε ο νέος να πάει στον πνευματικό για να δει μήπως έχει εκείνος καμμιά πληροφορία στην απορία τους αυτή.
Ο πνευματικός του είπε γύρισε στο σπίτι σου και κάνε θερμή προσευχή ίσως μας λυπηθεί ο Θεός και δώσει τέλος σ’ αυτό το μαρτύριο της συνειδήσεως.
Ο νέος επιστρέφοντας για το σπίτι του πέρασε από την αγορά της πόλεως και πήρε από το κρεοπωλείο ένα κατσικίσιο κεφάλι για να το μαγειρέψει, το έβαλε στο σακκίδιό του και στον δρόμο που πήγαινε, χωρίς αυτός να καταλάβει τίποτα, από το σακκίδιο έσταζε νωπό αίμα. Τούτο κίνησε την περιέργεια των ανθρώπων από εκεί που περνούσε και τον παρακολούθησαν, τον σταμάτησαν και τον ρώτησαν τί έχει μέσα στον σάκκο του που στάζει αίμα;
Αυτός είπε ότι από το κρεοπωλείο πέρασε και αγόρασε ένα κεφάλι κατσικίσιο για να φτιάξει φαγητό. Οι άνθρωποι όμως δεν τον πίστεψαν, άνοιξαν τον σάκκο και είδαν μέσα αντί για κατσικίσιο να είναι ανθρώπινο κεφάλι, το οποίο ήταν μόλις φρεσκοκομμένο και έσταζε αίμα!!
Αμέσως τον συνέλαβαν, τον παρέδωσαν στον Κριτή, όπου ομολόγησε το έγκλημα, που πρίν από δέκα χρόνια είχε σκοτώσει τον θετό πατέρα του, τον οποίο λήστεψε και έθαψε στην ερημιά!!
Ο Κριτής ξέθαψε το σώμα του νεκρού και είδε ότι έλειπε το κεφάλι, το οποίο ήταν εκείνο που, ο νέος, είχε στο σακκίδιό του, οπόταν καταδικάστηκε αμέσως σε θανατική ποινή για να αποδοθεί αυτό που ζήταγε ο νεκρός, την δικαιοσύνη, σύμφωνα με το ρητό της αγίας Γραφής που λέει ότι «πάντες οι λαβόντες μάχαιραν, εν μαχαίρα αποθανούνται» (Ματθ. ΚΣΤ’ 52)επειδή μπροστά στα μάτια του Θεού δεν υπάρχει, τίποτε το κρυπτό: «ουκ εστί κρυπτόν ο ου φανερόν γενήσεται καί άπόκρυφον ο ου γνωσθήσεται» (Ματθ. Ι’ 26)

πηγή

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...