Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Κυριακή, Φεβρουαρίου 09, 2014

Διαρκές έγκλημα χωρίς τιμωρία!




Τα είχαμε πει από το 2011! Και τα είχαμε επισημάνει! 
Οι παράξενοι σεισμοί  στην Κρήτη πριν τον καθορισμό της ΑΟΖ ήταν από τεχνικές σεισμικές έρευνες που εγίναν γύρω από το νησί για την ανέρευση πετρελαίου και τον υπολογισμό της ποσότητας που υπάρχει. 

Σήμερα o  lobbystas έγραφε για τον συσχετισμό του σεισμού της Κεφαλλονιάς και τις έρευνες για πετρελαίο με την μέθοδο των τεχνικών σεισμών, έγραφε για ασφαλιστικές αγγλικές εταιρίες κλπ. 
Έλεγε για συσκέψη στο Μαξίμου και άλλα:

Το άρθρο του lobbysta 

http://www.aoristies.gr/2011/11/blog-post_24.html

http://www.aoristies.gr/2012/09/blog-post_27.html#more

Η ΣΥΓΚΙΝΗΤΙΚΗ MAΡΤΥΡΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΕΓΑΛΗ ΑΓΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ


Ο ΑΓΙΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ ΜΕ ΑΠΟΔΕΧΟΤΑΝ ΟΠΩΣ ΕΙΜΟΥΝ



Γράφει η Μάρω Σιδέρη 


Κοιτάζω και ξανακοιτάζω την εικόνα του Γέροντα Πορφυρίου- του Αγίου Πορφυρίου, όπως ακούω να τον λένε οι πιστοί ολόγυρά μου. Κοιτάζω την αγιογραφία του με το φωτοστέφανο και νοιώθω ανόητη. Θεέ μου πόσο ανόητη! Ήταν Άγιος λοιπόν εκείνος ο γέροντας που με υποδεχόταν χωρίς να μιλά όταν έμπαινα στο κελάκι του τρομαγμένη; Ήταν άγιος εκείνο το γλυκό, υπομονετικό γεροντάκι που σεβάστηκε πάντα την άρνησή μου να ακούω συμβουλές τύπου Κατηχητικού και δε μου έδωσε ποτέ καμιά τέτοια συμβουλή; Ήταν Άγιος λοιπόν!

Κι εγώ νοιώθω ανόητη γιατί πάντα ήξερα ότι ήταν Άγιος, κι όμως τον φοβόμουν. Ένα παιδί ήμουν όταν τον γνώρισα, με όλα τα θέματα που έχει ένα παιδί που μπαίνει σε μια άγρια μαύρη εφηβεία. Ένα παιδί, μεγαλωμένο με χριστιανικές αρχές που όμως ήθελε να τις γκρεμίσει γιατί δεν του άρεσαν, δεν το ικανοποιούσαν, το καταπίεζαν. Τέτοιο παιδί ήμουν όταν γνώρισα το Γέροντα, γι’ αυτό και καταπιεζόμουν όταν έπρεπε να ακολουθήσω την οικογένειά μου που λαχταρούσε να τον επισκεφτεί. 

Εκείνα τα Κυριακάτικα μεσημέρια όταν έπρεπε να βγάλω τα αγαπημένα μου τζιν και να φορέσω τη φούστα για να πάω να του φιλήσω το χέρι με εξόργιζαν. Τη θυμάμαι αυτή την οργή που έσκαγε μέσα μου σιωπηλά – γιατί δεν τολμούσα να πω ότι δεν ήθελα να τον δω. Δεν τολμούσα γιατί μέσα μου ήξερα ότι ήταν Άγιος- πώς να αρνηθώ την ευχή ενός τέτοιου ανθρώπου; Κι από την άλλη τον φοβόμουν που ήταν Άγιος. Στην αρχή φοβόμουν γιατί ένοιωθα ότι ήξερε τις σκέψεις και τις πράξεις μου και έτρεμα μην τις αποκάλυπτε στη μαμά μου... 

Κι όταν κατάλαβα ότι δεν αποκάλυπτε τίποτα, πάλι τον φοβόμουν γιατί πίστευα ότι με έκρινε για όσα είχα κάνει, όσα είχα πει, για ότι ήμουν, ότι δε με ενέκρινε για φιλαράκι του – και γιατί να το έκανε άλλωστε; Είχε ήδη εγκρίνει για φιλαράκια του την αδερφή μου, τη μαμά μου, το μπαμπά μου. Σ’ εκείνους μιλούσε, τους καλωσόριζε, τους έδινε το σταυρό που κρατούσε στο χέρι να τον φιλήσουν. Σε μένα δεν το έκανε... δεν άπλωνε το χέρι να του το φιλήσω... πλησίαζα μόνη μου, τρομαγμένη, καταπιέζοντας τον εαυτό μου να το κάνω και πάντα έφευγα με τρόμο ότι δεν με είχε δεχτεί. 

Ώσπου ένα μεσημέρι Σαββάτου , η μαμά μου ζήτησε επιτακτικά να ετοιμαστώ για να πάμε στο Γέροντα. Ήθελα να της πω ότι δεν ήθελα να έρθω μα δεν τόλμησα. Κι έτσι φώναξα ότι ήθελα να έρθω με το παντελόνι. Η μαμά μου ήταν ανένδοτη κι έτσι μπήκα οργισμένη στο δωμάτιό μου και πίσω από την ασφάλεια της μοναξιάς μου τον έβρισα. Τον έβρισα τόσο, που μετά από τόσα χρόνια ακόμα ντρέπομαι για όσα είπα μονάχη στο δωμάτιό μου. Μετά, βγήκα φορώντας τη φούστα μου, μπήκα στο αυτοκίνητο, σιωπηλή και πάντα με την ίδια οργή μέσα μου. Όταν φτάσαμε στο κελάκι του, μπήκαμε όλοι μέσα – εγώ απλά τυπικά θα του φιλούσα το χέρι και θα έφευγα τρέχοντας έξω. Εκείνο το απόγευμα ήταν η πρώτη φορά που με χαιρέτησε με το όνομά μου. Έλα Μάρω μου είπε και μου άπλωσε το χέρι. Θεέ μου πόσο μου άρεσε που άκουσα τη φωνή του να με λέει όπως με φώναζαν οι φίλοι μου! Και πόση ανακούφιση αισθάνθηκα, με την υποδοχή του! Ασφαλώς για να με υποδεχτεί έτσι για πρώτη φορά, ενώ εγώ είχα ξεσπάσει εναντίον του στο δωμάτιό μου,μάλλον δεν ήταν Άγιος. Μάλλον δεν ήξερε τι είχα πει...


Κι εκεί που πήγα μια ανάσα ανακούφισης τον άκουσα να μου λέει στοργικά- πολύ στοργικά: Μάρω θα μπορούσες να βγεις λίγο έξω, για να μιλήσω στο μητέρα σου;

Καλύτερα να άνοιγε η γη να με καταπιεί εκείνη την ώρα!
  
Ήμουν σίγουρη ότι, ως Άγιος, όχι μόνο είχε ακούσει όλα όσα είχα ψιθυρίσει, αλλά θα τα έλεγε όλα στη μαμά μου! 

Βγήκα με την καρδιά μου να χτυπάει σαν τρελή κι όση ώρα περίμενα απ έξω είχα ετοιμάσει στη σκέψη μου την άμυνά μου: είχα φορτώσει κι ήμουν έτοιμη για μάχη! Κι όμως καμιά μάχη δε συνέβη. Δεν ξέρω τι της είπε, ξέρω όμως ότι όταν βγήκε από το κελάκι η μαμά μου μού ζήτησε συγγνώμη χωρίς να μου εξηγήσει γιατί. Ξέρω ακόμα ότι δεν μου επέβαλε ποτέ ξανά να πάω μαζί τους στο Γέροντα. Μόνη μου πήγαινα, από ντροπή, γιατί δεν άντεχα στην ιδέα ότι δεν ήθελα να πάω, γιατί ζήλευα τη σχέση που είχε η αδερφή μου μαζί του κι ας μην τον πήγαινα!
  Ήθελα να τον αγαπάω κι ας μην τον αγαπούσα. Ήθελα να ένοιωθα την ευλογία του κι ας μην την ένοιωθα! Ήθελα να με θεωρήσει φιλαράκι του κι ας μην αισθανόμουν ότι ήταν δικός μου φίλος. 

Έπρεπε να βγω από το σκοτάδι της εφηβείας μου για να καταλάβω με ντροπή ότι εκείνος με είχε αποδεχτεί, έτσι όπως ήμουν. Κατάλαβα πως όταν δεν μου άπλωνε το χέρι να το φιλήσω, το έκανε όχι από αποδοκιμασία αλλά από αποδοχή. Στη μεταξύ μας σχέση εκείνος ήταν ο ειλικρινής κι εγώ η ψεύτικη. Εγώ πλησίαζα κι ας μην ήθελα, εκείνος όμως δεν άπλωνε το χέρι επειδή σεβόταν το φόβο και την αντίδρασή μου. Εγώ καταπίεζα τη Μάρω, ενώ εκείνος την αποδεχόταν κι έκανε αυτό που η Μάρω ήθελε... Ακόμα και την οργή μου εκείνος την ερμήνευε σαν προσευχή. Δε μου έκανε καμιά νύξη για το Χριστό, δε μου έδωσε καμιά συμβουλή, δε μου μίλησε για θαύματα για να με πείσει. Κι όμως ξέρω πια ότι αυτή η σιωπή ήταν η πιο τρανή απόδειξη ότι με είχε αποδεχτεί σα φιλαράκι του, έτσι όπως ήμουν. Ίσως γι’ αυτό ήταν ο μόνος που δεν αντέδρασε όταν πέρασα στη Θεολογία. Όλοι οι άλλοι, φίλοι συγγενείς θορυβήθηκαν: Η Μάρω στη Θεολογία? Ακόμα κι εγώ η ίδια δεν ήξερα γιατί είχα βάλει τη Θεολογία ως πρώτη επιλογή. Εκείνος όμως δεν είπε τίποτα. Ούτε με συνεχάρη, ούτε θριαμβολόγησε. Κράτησε την ίδια σιωπηλή, ξεκάθαρη στάση που επιθυμούσε η ψυχή μου. Μερικές φορές σκέφτομαι ότι βλέποντας το αγρίμι μέσα μου, με ανέθεσε απευθείας στο Θεό κι αυτό είναι για μένα η μεγαλύτερη απόδειξη ότι με ένοιωθε φιλαράκι του...

Αυτή τη σχέση την παθιασμένη την είχα με το Γέροντα ως το τέλος. Εγώ δε μαλάκωσα ποτέ κι εκείνος δεχόταν πάντα την ορμή μου σαν δείγμα αγάπης. Τον ξαναπρόσβαλα το Γέροντα, άλλη μια φορά και πάλι πίσω από την πλάτη του – ως γνήσια θρασύδειλη! Πάλι Σάββατο ήταν κι εγώ ήμουν φοιτήτρια πια και είχα εξεταστική. Τη Δευτέρα έδινα μάθημα και στις 9 το βράδυ του Σαββάτου έμαθα ότι είχα διαβάσει λάθος ύλη. Πανικοβλήθηκα κι όταν η μαμά μου προσπαθώντας να με ηρεμήσει μου είπε «Βρε τι σκας? Αφού έχεις το Γέροντα!», εγώ έγινα ηφαίστειο που έσκασε: «Δε μας παρατάς με το Γέροντά σου! Τι να μου κάνει τωρα ο Γέροντας;» Εκείνη την ώρα χτύπησε το τηλέφωνο κι όταν άκουσα τη μαμά μου να λέει: Γέροντα!... ναι εδώ είναι η Μάρω. Δίπλα μου!» ήθελα να έχει το πάτωμα μια καταπακτή για να χωθώ μέσα! Σα βρεμένο γατί πήρα το ακουστικό και η φωνή μου που τόσο σθεντόρια τον είχε αμφισβητήσει, τώρα είχε γίνει ψίθυρος. Την απορία του δε θα την ξεχάσω ποτέ: «Άραγε, ποια από τις δυο σας με επικαλέστηκε στ’ αλήθεια;» με ρώτησε, σα να ήθελε να με διαβεβαιώσει ότι εκείνος ως Άγιος δεν άκουγε λόγια του στόματος αλλά της ψυχής... «θα μπορούσες να έρθεις αύριο να διαβάσεις εδώ;» με ρώτησε με μια ευγένεια που όμοιά της δεν έχω συναντήσει. Είπα ναι, όλο ντροπή και χωρίς άλλα λόγια έκλεισε το τηλέφωνο. Το άλλο πρωί στις 7 ήμουν με τους γονείς μου στη Μαλακάσα. Ο Γέροντας είχε δώσει εντολή να ανοίξουν ένα γραφείο για να περιμένω- κι ας είχε λειτουργία στο Ναό. Εκείνος με αποδεχόταν όπως ήμουν... Όταν με δέχτηκε στο κελάκι, μετά τις 10, πάλι δεν είχε πολλά λόγια: «Αχ και να πίστευες λίγο! 10 θα έγραφες!» μου είπε απαλά κι άνοιξε το βιβλίο τέσσερις φορές. «δεν πειράζει όμως. Και το 5 καλό είναι!»


Από τα τέσσερα θέματα διάβασα τα δύο. Τα άλλα τα βρήκα ανούσια και χαζά! Έπεσαν και τα τέσσερα κι εγώ πήρα 5! 

Καλό ήταν! Καλό μου έκανε! Άλλωστε πάντα με το Γέροντα 5 έπαιρνα. Το παραπάνω δεν το αντέχω, ούτε το αξίζω και το ξέρω. Μου αρκεί όμως αυτό το 5... με κάνει να νοιώθω ότι τον έχω κοντά μου κι αυτό μου αρκεί. Όσο για το ότι είναι Άγιος; Το ξέρω μα δε το αντέχει το μυαλό μου... ο γέροντας ήταν άγιος πάντα , μόνο ένας Άγιος θα άντεχε κάποιαν σαν εμένα. 

Για μένα είναι Άγιος μα παραμένει ο Γέροντας, ο δικός μου Γέροντας, αυτός που χρησιμοποιεί την απιστία και τον εγωισμό και την αμφιβολία μου ως μέσα για να επικοινωνήσει μαζί μου. 

Είναι ο Γέροντας που δε με μάλωσε ποτέ, δε με κολάκεψε ποτέ, δε με εγκατέλειψε ποτέ μα μόνο με τα εντελώς απαραίτητα λόγια. Είναι ο Γέροντας που δε μου απαντά όταν απευθύνομαι σ’ αυτόν από υποκριτικό καθωσπρεπισμό και που με καλωσορίζει πάντα όταν του μιλάω απλά ως Μάρω...

Ἡ προσευχή ἀπομακρύνει τα πονηρά πνεύματα

Πηγαίνοντας μια Κυριακή στην Εκκλησία της σκήτης ο Αββάς Μακάριος, πού είχε χάρισμα από τον Θεό να διακρίνει με τα μάτια της ψυχής, όσα οι άλλοι δεν έβλεπαν με τα σωματικά τους μάτια, είδε την καλύβα κάποιου Μοναχού τριγυρισμένη από πονηρά πνεύματα. Πολλά είχαν τη μορφή παιδιών, πού έκαναν κάθε λογής αταξία. Άλλα έμοιαζαν με άσεμνες γυναίκες. Χόρευαν, πηδούσαν κι έκαναν διάφορα ανόητα καμώματα...
Χωρίς άλλο, συλλογίσθηκε ο Όσιος, έχει κυριευθεί από αμέλεια ο Αδελφός, γι αυτό έχουν τόσο θάρρος μαζί του οι δαίμονες.
Σαν τελείωσε η Λειτουργία, πήγε καί χτύπησε την πόρτα του Μοναχού:
-Ήλθα να σου ζητήσω μια χάρη, του είπε. Μετά χαράς, Αββά, αν περνά από το χέρι μου.
Βρίσκομαι σε μεγάλη στενοχώρια καί θέλω να προσευχηθείς για μένα στον Κύριο να με ανακούφιση.
Απόρησε ο Αδελφός, ακούγοντας τον Γέροντα να μιλά έτσι.
Δεν είμαι άξιος, Αββά, να προσεύχομαι εγώ για, σένα, του είπε συνεσταλμένα.
Δεν φεύγω από δω, επέμενε ο Όσιος, αν δε μου δώσεις υπόσχεση πως θα κάνεις κάθε βράδυ μια προσευχή για μένα.
Έτσι τον ανάγκασε να υποσχεθεί. Το ίδιο βράδυ κιόλας προσευχήθηκε για τον Γέροντα. Ύστερα συλλογίστηκε:
- Παρακάλεσες, ταλαίπωρε, για ένα τέτοιον άγιο και για ιόν εαυτό σου δεν ζήτησες τίποτε.
Πρόσθεσε έτσι άλλη μια προσευχή για τον εαυτό του. Το ίδιο έκανε και το άλλο βράδυ καί το επόμενο. Ώσπου συνήθισε να λέει δυο προσευχές όλη την εβδομάδα.
Την Κυριακή πέρασε πάλι έξω από την καλύβα του ο Όσιος. Οι δαίμονες βρίσκονταν εκεί, αλλά δυσαρεστημένοι. Κατάλαβε αμέσως πως η προσευχή του Αδελφού είχε αρχίσει να ενεργεί αποτελεσματικά. Μπήκε μέσα καί τον παρακάλεσε να προσθέσει άλλη μια προσευχή για χάρη του. Εκείνος δέχθηκε με προθυμία. Κοντά στις δύο προσευχές πού έκανε τώρα για τον Γέροντα, πρόσθεσε δυο ακόμη για τον εαυτό του. Πέρασε άλλη μια εβδομάδα πού ο Αδελφός έλεγε τέσσερες προσευχές.
Όταν πήγε την Κυριακή να τον ιδεί ο Όσιος, βρήκε τους δαίμονες αμίλητους καί σκυθρωπούς. Ευχαρίστησε τον Θεό και παρακάλεσε τον Αδελφό να προσθέσει καί τρίτη προσευχή για χάρη του.
Βλέπω μεγάλη ωφέλεια από τις προσευχές σου, Αδελφέ, του είπε, για να τον ενθαρρύνει.
Τώρα ο πρώην αμελής Μοναχός προσευχόταν το μεγαλύτερο μέρος της νύκτας, γιατί κοντά στις τρεις προσευχές, πού έλεγε για τον Όσιο, πρόσθεσε άλλες τρεις για τον εαυτό του.
Την Κυριακή πηγαίνοντας πάλι στην εκκλησία ο Αββάς Μακάριος, δέχτηκε την επίθεση των πονηρών πνευμάτων. Τον απειλούσαν και τον έβριζαν, γιατί έγινε αφορμή να διορθωθεί ο Μοναχός. Είχαν όμως απομακρυνθεί πολύ από την καλύβα του. Η προσευχή του τα εμπόδιζε να πλησιάσουν.
Ευχαρίστησε με την καρδιά του τον Θεό ο Όσιος για τη μεταβολή του Αδελφού. Ύστερα τον συμβούλευσε να μη παραμελεί ποτέ την προσευχή του, για να μην πέφτει εύκολα στις παγίδες πού στήνει ο διάβολος για να παρασύρει τον άνθρωπο στην απώλεια.

Από το Γεροντικο

Άγιος Πορφύριος: Μέσα στην Εκκλησία, πρεπει να προσευχόμαστε για όλους!!!

Άγιος ΠορφύριοςΤο σπουδαίο είναι να μπούμε στην Εκκλησία. Να ενωθούμε με τους συνανθρώπους μας, με τις χαρές και τις λύπες όλων. Να τους νιώθουμε δικούς μας, να προσευχόμαστε για όλους, να πονάμε για την σωτηρία τους, να ξεχνάμε τους εαυτούς μας. Να κάνομε το παν γι’ αυτούς, όπως ο Χριστός για μας.
Μέσα στην Εκκλησία γινόμαστε ένα με κάθε δυστυχισμένο και πονεμένο κι αμαρτωλό. Κανείς δεν πρέπει να θέλει να σωθεί μόνος του, χωρίς να σωθούν και οι άλλοι.
Είναι λάθος να προσεύχεται κανείς για τον εαυτό του, για να σωθεί ο ίδιος. Τους άλλους πρέπει να αγαπάμε και να προσευχόμαστε να μη χαθεί κανείς· να μπούν όλοι στην Εκκλησία. Αυτό έχει αξία.
Και μ’ αυτή την επιθυμία πρέπει να φύγει κανείς απ’ τον κόσμο, για να πάει στο μοναστήρι η στην έρημο.

ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ

15Γιορτάζουμε σήμερα 9 Φεβρουαρίου, ημέρα μνήμης του Αγίου Νικηφόρου.

O Άγιος Νικηφόρος έζησε στα χρόνια των αυτοκρατόρων Βαλεριανού (253 - 259 μ.Χ.) και Γαληνού (259 - 268 μ.Χ.), και συνδεόταν στενά με κάποιον ιερέα ονόματι Σαπρίκιο, ο οποίος έτρεφε μεγάλο μίσος κατά του Νικηφόρου γιατί πίστευσε στα λόγια κάποιου συκοφάντη. O Νικηφόρος ζητούσε επανειλημμένα από τον ιερέα να του πει τον λόγο και να τον συγχωρέσει, όμως μάταια.

Όταν το 257 μ.Χ. ξέσπασε μεγάλος διωγμός κατά των Χριστιανών, συνελήφθησαν πολλοί επίσκοποι και ιερείς μεταξύ των οποίων και ο Σαπρίκιος. Μόλις ο Άγιος διέκρινε μεταξύ των συλληφθέντων και τον Σαπρίκιο... τρέχει και πέφτει στο γόνατά του και τον παρακαλεί με δάκρυα να τον συγχωρήσει. O Σαπρίκιος αρνείται πεισματικά. Μετά το μαστίγωμα που δέχθηκε ο Νικηφόρος τον πλησιάζει και πάλι, ασπάζεται τις πληγές του και του ζητά να του δώσει έστω και την τελευταία στιγμή την ευλογία του.

O Σατρίκιος ανένδοτος, τον απομακρύνει και οδηγείται για αποκεφαλισμό. Η άρνηση και η αδιαλλαξία του Σαπρίκιου, τον καθιστούν ανάξιο στο μάτια του Θεού. Χωρίς πλέον την δύναμη της θείας χάρης, δεν άντεξε τα βασανιστήρια και την ώρα του αποκεφαλισμού λυγίζει και ζητά να θυσιάσει στο είδωλα. Μόλις το άκουσε ο Νικηφόρος, τρέχει και τον παρακαλεί να ανακαλέσει την άρνησή του.

Εκνευρισμένοι τότε οι δήμιοι, αποκεφαλίζουν τον Νικηφόρο και έτσι αξιώνεται εκείνος το στέφανο του μαρτυρίου, ενώ ο Σαπρίκιος το στίγμα της ατιμίας.

Στους εορτάζοντες και στις εορτάζουσες, χρόνια πολλά και ευάρεστα στο Θεό !!!

Απολυτίκιο:
Ήχος δ'. Ταχύ προκατάλαβε.
Αγάπη του Κτίσαντος, καταυγασθείς την ψυχήν, του νόμου της χάριτος, εκπληρωτής ακριβής, εμφρόνως γεγένησαι, όθεν και τον πλησίον, ως σαυτόν αγαπήσας, ήθλησας Νικηφόρε, και τον όφιν καθείλες, εντεύθεν εν ομονοία, ημάς διατήρησαν.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΕΛΩΝΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΦΑΡΙΣΑΙΟΥ

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΕΛΩΝΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΦΑΡΙΣΑΙΟΥ

Τῇ αὐτῇ ἡμέρα

 τῆς τοῦ Τελώνου καὶ τοῦ Φαρισαίου 
ἐκ τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Λουκᾶ ιη' 10 - 14 
παραβολῆς μνείαν ποιούμεθα.

Φαρισαΐζων, Ἱεροῦ μακρὰν γίνου,
Χριστὸς γὰρ ἔνδον, ᾧ ταπεινὸς δεκτέον.
Ἕτεροι εἰς τὸ τριῴδιον
Ὁ δημιουργὸς τῶν ἄνω καὶ τῶν κάτω,
Τρισάγιον μὲν ὕμνον ἐκ τῶν Ἀγγέλων,
Τριῴδιον δὲ καὶ παρ' ἀνθρώπων δέχου.

Ταῖς τῶν Ἁγίων πάντων,

 μεγαλουργῶν σου πρεσβείαις,
 Χριστέ, ὁ Θεὸς ἡμῶν ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς.
 Ἀμήν.

ΑΓΙΟΥ ΜΑΡΤΥΡΟΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ

Τῌ Θ' ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ ΜΗΝΟΣ
ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ

Μνήμη τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Νικηφόρου.


Τῇ Θ' τοῦ αὐτοῦ μηνός, 

Μνήμη τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Νικηφόρου.

Τὸν ἐκ παλαιοῦ κλητικὸν Νικηφόρον,
Τμηθέντα γνῶθι πρακτικὸν Νικηφόρον.
Φασγάνῳ ἀμφ' ἐνάτῃ Νικηφόρε, δειροτομήθης.

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ,

 Μνήμη τοῦ ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν Ῥωμανοῦ τοῦ Κίλικος.

Λήθην βαθεῖαν εἶχε καὶ ζῶν τοῦ βίου,
Ῥωμανὸς οὗτος, ὃς μετέστη τοῦ βίου.

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, 

Μνήμη τῶν Ἁγίων Μαρτύρων
 Μαρκέλλου Ἐπισκόπου Σικελίας, Φιλαγρίου Ἐπισκόπου Κύπρου, 
καὶ Παγκρατίου Ἐπισκόπου Ταυρομενίου.

Λυθέντες ἄνδρες σαρκικῶν τρεῖς ἁμμάτων (δεσμῶν δηλ.),
Τῶν τῆς Ἐδὲμ μετέσχον ἐντρυφημάτων.

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, 

ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Πέτρος ὁ Δαμασκηνὸς 
ξίφει τελειοῦται.

Ὁ διελέγξας τοὺς παραπλῆγας Πέτρος,
Θνῄσκει μονοπλὴξ τῷ διὰ ξίφους τέλει.

Ταῖς αὐτῶν ἁγίαις πρεσβείαις, 

ὁ Θεός,
 ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς. 
Ἀμήν.

Σάββατο, Φεβρουαρίου 08, 2014

Το κήρυγμα της Κυριακής: Τελώνου και Φαρισαίου


Του Αρχιμανδρίτου Παϊσίου Λαρεντζάκη
Ιεροκήρυκος της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κρήτης
 
«Οὐκ εἰμί ὣσπερ οἱ λοιποί τῶν ἀνθρώπων».
Η σημερινή Κυριακή είναι η πρώτη από τις τέσσερις Κυριακές που μάς προετοιμάζουν για την Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Η Κυριακή αυτή θα μπορούσε να θεωρηθεί ως πύλη. Η πύλη από την οποία θα περάσουμε την ιερή περίοδο που μάς οδηγεί στο Πάσχα. Η πύλη που διευκολύνει την πρόσβασή μας στην ατμόσφαιρα της μετανοίας, όπου θα πρέπει να μάς οδηγήσει η Μεγάλη Τεσσαρακοστή.
Την Κυριακή αυτή που στην εκκλησιαστική γλώσσα ονομάζεται «Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου», η Εκκλησία για να μάς ωθήσει προς την αληθινή μετάνοια, θέτει για άλλη μια φορά μπροστά μας την εικόνα δύο ανθρώπων που ανεβαίνουν στον ναό για να προσευχηθούν.
Ο Φαρισαίος είναι ο ευσεβής και δίκαιος στα μάτια των ανθρώπων. Ένας «καλός χριστιανός» με τα σημερινά δεδομένα. Ο τελώνης αντίθετα στη συνείδηση ολόκληρης της κοινωνίας είναι ο έσχατος των αμαρτωλών. Ο ένας υπερήφανος κι ο άλλος συντετριμμένος. Ας δούμε όμως την εικόνα του Φαρισαίου.
Δεν υπάρχει πιο αποκρουστικός τύπος από τον αλαζόνα και υπερήφανο. Ξεχωρίζει με αλαζονικό τρόπο τον εαυτό του από όλους τους άλλους ανθρώπους. Φτιάχνει ένα φανταστικό επηρμένο θρόνο, στον οποίο κάθεται με αγέρωχο ύφος και βλέπει όλους τους άλλους με περιφρόνηση. Αν έχει κάτι καλό το μεγαλοποιεί, το υπερεκτιμά, το παριστάνει με την φαντασία του σαν αποκλειστικά και μόνο δικό του κατόρθωμα και προνόμιο. Δίπλα σ’ αυτό προσθέτει και άλλα φανταστικά και ανύπαρκτα κατορθώματα για να κάνει όπως νομίζει, ακόμη λαμπρότερο το θρόνο της ματαιοδοξίας του. Από την στιγμή που βρίσκεται σε μια τέτοια κατάσταση, μπορεί με ασέβεια να υπερηφανεύεται ενώπιον του Θεού και με περιφρόνηση να μιλάει για τον συνάνθρωπό του: «Οὐκ εἰμί ὣσπερ οἱ λοιποί τῶν ἀνθρώπων».
Αν παρατηρήσουμε προσεκτικά τον φαρισαίο της παραβολής θα δούμε ότι είναι ασεβής και ιερόσυλος. Χρησιμοποιεί ότι ιερό υπάρχει για να επιδείξει τον εαυτό του. Προσεύχεται στο ναό, όχι όμως για να λατρεύσει τον Θεό, αλλά για να τοποθετήσει και να προβάλει τον εαυτό του, το δικό του είδωλο. Σταμάτησε στο κέντρο του ναού, «καθ’ ἑαυτόν», αγέρωχος δηλαδή άκαμπτος, υπερήφανος και μεγαλοπρεπής, με το κεφάλι ψηλά, χωρίς να καταδεχθεί να σκύψει με ευλάβεια ενώπιον του Θεού. Με την συμπεριφορά του παραμερίζει τον Θεό και χρησιμοποιεί τον ναό ως τόπο και ευκαιρία να επιδείξει στους προσκυνητές το εαυτό του. Εκείνη την στιγμή ήταν σαν να έλεγε στους προσκυνητές του ναού: «Σε μένα στρέψετε την προσοχή και τα μάτια σας· όχι στο ναό και στον ουρανό. Εγώ είμαι εδώ».
Ως ιερόσυλος ο Φαρισαίος, έτσι χρησιμοποιεί την προσευχή. Διότι τι είναι η προσευχή; Είναι η επικοινωνία του ανθρώπου προς τον Θεό. Η προσευχή είναι το προνόμιο εκείνο που μάς δίνει ο Πανάγαθος Κύριος να επικοινωνούμε μαζί του. Να Τον δοξάζουμε για το άπειρο μεγαλείο του, να Του εκφράζουμε την ευγνωμοσύνη μας για τις ανεκτίμητες δωρεές του, να Του εκθέτουμε με σεβασμό τις ανάγκες μας, να ζητούμε με πίστη τη χάρη Του και τη βοήθειά Του. Ο Φαρισαίος όμως, ασεβής προς τον Θεό, χρησιμοποίησε τον ιερό αυτό θεσμό της προσευχής όχι για να δοξάσει τον Θεό, αλλά για να δοξάσει τον εαυτό του. Για να εξαπατήσει τους άλλους ανθρώπους, ότι δήθεν προσεύχεται και να τους παρασύρει να ακούσουν το αυτολιβάνισμά του.
Ποιο ήταν το περιεχόμενο της προσευχής του; Τι έλεγε προς τον Θεό; Στον Θεό δεν έλεγε τίποτε, έλεγε μόνο προς τους ανθρώπους και διαλαλούσε την φανταστική υπεροχή και ανωτερότητά του σε σύγκριση με όλους τους άλλους. Η προσευχή του είναι μια αποκρουστική και εξοργιστική διαφήμιση της «αναμαρτησίας» του, που στην πραγματικότητα δεν υπήρχε. Κατηγορούσε τους πάντες. Έλεγε: «οὐκ εἰμί ὣσπερ οἱ λοιποί τῶν ἀνθρώπων ἂρπαγες, ἂδικοι, μοιχοί ἢ καί ὡς οὗτος ὁ τελώνης».
Που γνώριζε όμως αυτός τι ήταν όλοι οι άνθρωποι; Κι αν είδε μερικούς να είναι άρπαγες, άδικοι και μοιχοί, με ποια λογική γενικεύει αυτή την διαπίστωση και χαρακτηρίζει όλους τους ανθρώπους ως αμαρτωλούς; Ποιος του έδωσε το δικαίωμα να κρίνει και να κατακρίνει τους πάντες;
Και σαν να μην έφθανε η γενική καταδίκη όλων ανεξαιρέτως των ανθρώπων, στράφηκε με καταφρόνηση προς τον τελώνη. Τον έδειξε με το χέρι του σε όλους και με εγωισμό πρόσθεσε στα λεγόμενά του: «οὐκ εἰμί…ὣσπερ οὗτος ὁ τελώνης». Που γνώριζε ο φαρισαίος τι γινόταν στην καρδιά του τελώνου και τι έλεγε ο Θεός την ώρα εκείνη στον ειλικρινά μετανοημένο τελώνη; Υπήρξε πραγματικά μεγάλος αμαρτωλός ο τελώνης αλλά δεν ήταν πλέον. Ένας ήταν εκεί ο μεγάλος αμαρτωλός, ο υπερήφανος και αλαζονικός φαρισαίος, τον οποίο ο εωσφορικός εγωισμός τον παρέσυρε, όπως συμβαίνει πολύ συχνά με τους εγωπαθείς, να καταδικάζει όλους τους άλλους και να παρουσιάζει τον εαυτό του ολόλευκο κρίνο, μοναδικό φαινόμενο αναμαρτησίας στον κόσμο.
Δεν σταμάτησε όμως εδώ. Συνέχισε το εγωιστικό υβρεολόγιό του εναντίων των άλλων. Συνέχισε να επαινεί τον εαυτό του. Άρχισε να απαριθμεί τις δήθεν αρετές του, για τις οποίες θεωρούσε υποχρεωμένο κατά κάποιο τρόπο τον Θεό να τον βραβεύσει και τους άλλους να τον τιμήσουν και να τον δοξάσουν.
Ποιες ήταν αυτές οι δήθεν αρετές του; Μήπως ήταν η αγάπη και η καλοσύνη, η πραότητα και η μακροθυμία, η αυταπάρνηση και η προθυμία για την εξυπηρέτηση όσων είχαν ανάγκη, ο σεβασμός και η τιμή προς τους άλλους ως τέκνα Θεού. Ήταν όπως δίδασκε ο Νόμος, η εξ όλης της καρδιάς  και ψυχής και διανοίας αγάπη προς τον Θεό και προς τον πλησίον και τα καλά έργα που η αγάπη επιβάλει; Τίποτε από όλα αυτά. Απλώς όλες οι αρετές του ήταν η τήρηση δύο τυπικών και ανώδυνων μάλλον καθηκόντων. Η νηστεία του δύο φορές την εβδομάδα και η προσφορά στο ναό του ενός δεκάτου από τα εισοδήματά του.
Έτσι συμβαίνει πάντοτε με κάθε εγωιστή. Αν τύχει και κάνει κανένα καλό έργο το υπερβάλλει και το διαφημίζει, γιατί το κάνει όχι για τη δόξα του Θεού και την εξυπηρέτηση του αδελφού, αλλά «εἰς τό θεαθῆναι τοῖς ἀνθρώποις». Αλλά κι ακόμη ο Φαρισαίος εφάρμοζε πλήρως το Μωσαϊκό νόμο κι αν τηρούσε «πᾶσαν δικαιοσύνην», πάλι η αρετή του θα ήταν ένα τίποτε μπροστά στα μάτια του Θεού. Ο Απόστολος των Εθνών Παύλος έλεγε για τον εαυτό του ότι είναι ένα τίποτε. Κι αν είχε κάνει κάποιο καλό έργο, αυτό είναι, έλεγε του Θεού. Που να φανεί όμως τέτοια ευαισθησία στους φαρισαίους.
Ο φαρισαίος λατρεύει τον εαυτό του ενώ καταφρονεί το Θεό και τους ανθρώπους. Γι’ αυτό γίνεται μισητός στον Θεό. Αποκρουστικός στους ανθρώπους. Πολύ σωστά το Κοντάκιο της εορτής μάς συμβουλεύει: «Φαρισαίου φύγομεν ὑψηγορίαν».
Ας ξεκινήσουμε λοιπόν το ταξίδι μας προς το Πάσχα, συνειδητοποιώντας ότι είμαστε φαρισαίοι. Είμαστε φαρισαίοι που καλούμαστε να γίνουμε τελώνες. Κι αν έστω και λίγο κατορθώσουμε να δούμε ότι δεν είμαστε τίποτε παραπάνω από «ἀχρείοι δούλοι», τότε θα έχουμε κάνει μια αρχή. Θα έχουμε πάρει τον δρόμο που μέσα από την προσευχή του τελώνη, «ὁ Θεός ἰλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ», και τη μετάνοια, οδηγεί στην αποδοχή του Σταυρού του Χριστού και στη χαρά του αναστάσιμου θριάμβου Του. Αμήν.

Ο αγώνας μας, οι δυσκολίες, οι εχθροί & οι σύμμαχοί μας. Από το Γεροντικόν .

Ο αγώνας μας, οι δυσκολίες, οι εχθροί & οι σύμμαχοί μας. Από το Γεροντικόν 

ΌΤΑΝ κουράζεται η ψυχή σου από το βάρος των δοκιμασιών, ας ψάλλουν τα χείλη σου θείους ύμνους κι η καρδιά σου ας μελετά τα ουράνια, για να βρίσκης ανακούφισι. Μιμήσου τον κουρασμένο οδοιπόρο, που με το τραγούδι, που σιγολένε τα χείλη του, διασκεδάζει τον κόπο της οδοιπορίας, έλεγε ο Αββάς Υπερέχιος.

ΆΛΛΟΣ Πατήρ συνήθιζε να λέγει συχνά στους νεωτέρους:

— Απομάκρυνε τους πειρασμούς και κανείς δε θα γίνει Άγιος. Όποιος αποφεύγει τις δοκιμασίες, απομακρύνεται από την ουράνιο ζωή.

ΚΑΠΟΙΟΣ φιλόπονος μοναχός, που αγωνιζόταν με όλες του τις δυνάμεις για την αρετή, κάποτε ατόνησε κι έπεσε σε αμέλεια. Γρήγορα όμως συνήλθε κι έλεγε στον εαυτό του:

— Ταλαίπωρε άνθρωπε, μέχρι πότε θα καταφρονής τη σωτηρία σου; Δε φοβάσαι τον θάνατο και την κρίση;

Με τις σκέψεις αυτές γινόταν προθυμότερος στο έργον του Θεού.

Μια μέρα, ενώ προσηύχετο, μαζεύτηκαν γύρω του τα πονηρά πνεύματα και πάσχιζαν να
τον αποσπάσουν από την προσευχή. 

— Μέχρι πότε θα με βασανίζετε; είπε μ' αγανάκτηση ο αδελφός. Δε σας έφτασε τόσος χρόνος, που με είχατε ρίξει σε αμέλεια;

— Όταν ήσουν αμελής, δεν μας έδινες καμιά ενόχληση, αποκρίθηκαν με κακία οι δαίμονες, και σε παραμελούσαμε κι εμείς. Τώρα, που μας εναντιώνεσαι, σε πολεμούμε.

Σαν άκουσε αυτά ο αδελφός, εβίαζε πιο πολύ τον εαυτό του στον πνευματικό αγώνα και με τη Χάρι του Θεού πρόκοψε στην αρετή.

ΤΙ ΝΑ κάνω, Αββά, που με πειράζουν τα πάθη και οι δαίμονες; ρώτησε τον Όσιο Σισώη ένας νέος μοναχός.

— Μη λες πως πειράζεσαι από τους δαίμονες, τέκνον, αποκρίθηκε ο Γέροντας, γιατί οι πιο πολλοί πειραζόμεθα από τις κακές μας επιθυμίες.

ΑΡΧΑΡΙΟΣ ακόμη στη μοναχική ζωή ο Μωυσής ο Αιθίοψ, πολεμήθηκε από σαρκική επιθυμία. Πήγε τότε, ταραγμένος, να εξομολογηθεί στον Αββά Ισίδωρο.

Ο Γέροντας τον άκουσε με συμπάθεια κι αφού του έδωσε τις συμβουλές που έπρεπε, του είπε να γυρίση πίσω στο κελλί του. Επειδή όμως εκείνος δίσταζε ακόμη, μήπως επιστρέφοντας του ανάψει πάλι η φλόγα της κακής επιθυμίας, ο Αββάς Ισίδωρος τον πήρε από το χέρι και τον ανέβασε σ' ένα μικρό δωμάτιο, που είχε πάνω από το κελί του.

— Κύτταξε εδώ, του είπε, δείχνοντας του προς τη δύση.

Είδε τότε ο Μωυσής ένα ολόκληρο στράτευμα από πονηρά πνεύματα με τεντωμένα τόξα, έτοιμα για πόλεμο και τρόμαξε.

— Κύτταξε τώρα προς την ανατολή, είπε πάλι ο Γέροντας.

Μυριάδες Αγγέλων σε στρατιωτική παράταξη ήσαν έτοιμοι ν' αντιμετωπίσουν τον εχθρό.

Όλοι αυτοί, του είπε ο Αββάς Ισίδωρος, είναι σταλμένοι από τον Θεό να βοηθήσουν τον αγωνιστή. Βλέπεις πως οι υπερασπισταί μας είναι πολύ περισσότεροι και ασυγκρίτως ισχυρότεροι από τους εχθρούς μας;

Ο Μωυσής ευχαρίστησε με την καρδιά του τον Θεό γι' αυτή την αποκάλυψη και παίρνοντας θάρρος, γύρισε στο κελί του να συνέχιση τον αγώνα του.

ΠΗΓΑΙΝΕ συχνά ο διάβολος στη σπηλιά κάποιου Ερημίτη, για να τον τρομοκρατήση και να τον κάνη να φύγει από κει. Εκείνος όμως όχι μόνο δε δείλιαζε, αλλά περιφρονούσε το πονηρό πνεύμα. Τότε ο διάβολος, για να τον παραπλανήσει, του παρουσιάστηκε με τη μορφή του Χριστού.

— Είμαι ο Χριστός, του είπε.

Ο Ερημίτης έκλεισε τα μάτια του.

— Γιατί κλείνεις τα μάτια σου; του φώναξε ο διάβολος ερεθισμένος. σου είπα πως είμαι ο Χριστός.

— Εγώ δε θέλω να ιδώ τον Χριστό σ' αυτό τον κόσμο, αποκρίθηκε ο Ερημίτης, κρατώντας ακόμη τα μάτια του κλειστά.

Με τη θαρρετή απάντηση του ανθρώπου του Θεού ο διάβολος εξαφανίστηκε και δεν τόλμησε πια να τον πειράξει.

ΠΗΓΗ  Το βρήκαμε εδώ

Μητροπολίτης Γόρτυνος Ιερεμίας, Ἡ γνώμη τῶν παπικῶν ὅτι ὁ ἀπόστολος Πέτρος ἦταν ὁ πρῶτος Ἐπίσκοπος στήν Ρώμη γιά 25 χρόνια εἶναι λανθασμένη

            ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ
ΓΟΡΤΥΝΟΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΟΠΟΛΕΩΣ                Η ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΜΑΣ ΙΣΤΟΡΙΑ
  ΔΗΜΗΤΣΑΝΑ - ΜΕΓΑΛΟΠΟΛΙΣ        (Ἡ ζωή καί ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας)
Δημητσάνα - Μεγαλόπολη, Κυριακή 9 Φεβρουαρίου 2014
ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟ ΕΓΚΥΚΛΙΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ
Κήρυγμα 4ον: O EYAΓΓΕΛΙΣΜΟΣ ΣΤΑ ΕΘΝΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΕΤΡΟΥ
ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ
1. Στά κηρύγματά μας γιά τήν ἱερή ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀδελφοί μου χριστιανοί, μιλᾶμε γιά τήν διάδοση τοῦ χριστιανισμοῦ στά ἔθνη, στούς εἰδωλολάτρες δηλαδή. Καί εἴπαμε ὅτι τήν ἀποστολή αὐτή τήν ἀνέλαβε κυρίως ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Ὅμως καί ἄλλοι Ἀπόστολοι κήρυξαν στά ἔθνη. Σήμερα θά μιλήσουμε γιά τόν ἀπόστολο Πέτρο καί τόν ἀπόστολο Ἰωάννη.
2. Γιά τόν ἀπόστολο Πέτρο, ἀγαπητοί μου, γνωρίζουμε ὅτι ἔδρασε στήν Παλαιστίνη. Ἀλλά στό βιβλίο Πράξεις τῶν Ἀποστόλων διαβάζουμε ὅτι εὑρισκόμενος ὁ Πέτρος στά Ἰεροσόλυμα «ἐπορεύθη εἰς ἕτερον τόπον» (12,17). Ποιός ἦταν αὐτός ὁ «ἕτερος τόπος», στόν ὁποῖο πορεύθηκε, δέν γνωρίζουμε. 

Ἦταν ἔξω ἀπό τήν Ἰερουσαλήμ ἤ ἔξω ἀπό τήν Παλαιστίνη; Πάντως ἀφοῦ ὁ Ἀπόστολος τήν πρώτη του ἐπιστολή τήν στέλνει στούς χριστιανούς τοῦ Πόντου, τῆς Γαλατίας, τῆς Καππαδοκίας, τῆς Ἀσίας καί τῆς Βιθυνίας (1,1) μποροῦμε νά συμπεράνουμε ὅτι κήρυξε στίς ἐπαρχίες αὐτές. Ἐπίσης, ἀφοῦ στήν Κόρινθο ὑπῆρχαν χριστιανοί, πού ἦταν προσκολλημένοι στόν ἀπόστολο Πέτρο (ἡ μερίδα τοῦ Κηφᾶ), ὅπως τό μαθαίνουμε ἀπό τήν Α´ πρός Κορινθίους ἐπιστολή τοῦ ἀποστόλου Παύλου (1,12), μποροῦμε πάλι νά συμπεράνουμε ὅτι πῆγε καί στήν Κόρινθο ὁ ἀπόστολος Πέτρος. Ὡς βέβαιο πρέπει νά θεωροῦμε ὅτι ὁ Ἀπόστολος αὐτός πῆγε καί στήν Ρώμη γιά νά κηρύξει τό Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ. Ἔχουμε πολλές μαρτυρίες γι᾽ αὐτό, ἀλλά ἡ ἀρχαιότερη μαρτυρία εἶναι ὁ ἅγιος Κλήμης ἐπίσκοπος Ρώμης. Τό πρόβλημα ὅμως εἶναι τό πότε ὁ ἀπόστολος Πέτρος μετέβη στήν Ρώμη. Γιατί τό τελευταῖο κεφάλαιο τῶν Πράξεων τῶν Ἀποστόλων, πού μιλάει γιά τά χριστιανικά πράγματα τῆς Ρώμης, δέν ἀναφέρει τόν ἀπόστολο Πέτρο. Τό ἴδιο καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος στίς ἐπιστολές του πού ἔγραφε ὅταν ἦταν δέσμιος στήν Ρώμη (τίς πρός Κολοσσαεῖς, πρός Ἐφεσίους, πρός Φιλιππησίους καί πρός Φιλήμονα), δέν ἀναφέρει καί αὐτός τόν ἀπόστολο Πέτρο. Ἄρα αὐτός πρέπει νά ἔφθασε στήν Ρώμη στό τέλος τῆς παραμονῆς τοῦ ἀποστόλου Παύλου σ᾽ αὐτήν ἤ καί ἀργότερα ἀκόμη.
2. Τά εἶπα αὐτά, ἀγαπητοί μου, καί ζητῶ συγγνώμη πού σᾶς κούρασα, γιατί εἶχα τόν λόγο μου πού τά εἶπα. Ἀκοῦστε: Οἱ παπικοί στηρίζουν τό πρωτεῖο τοῦ Πάπα στό ὅτι ἡ Ἐκκλησία τους ἱδρύθηκε – λέγουν – ἀπό τόν ἀπόστολο Πέτρο, ὁ ὁποῖος ἦταν ὁ κορυφαῖος τῶν ἀποστόλων. Ἀλλά ἀπό τήν παραπάνω ἔρευνα φαίνεται καθαρά ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρώμης δέν ἱδρύθηκε ἀπό τόν ἀπόστολο Πέτρο. Προτοῦ ἀκόμη ὁ ἀπόστολος Παῦλος νά ἐπισκεφθεῖ τήν Ρώμη ἤδη εἶχε γράψει ἐπιστολή στήν Ἐκκλησία τῆς Ρώμης. Ἄρα εἶχε ἤδη ἱδρυθεῖ Ἐκκλησία ἐκεῖ. Δέν ἱδρύθηκε λοιπόν ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρώμης ἀπό τόν ἀπόστολο Πέτρο, γιατί αὐτός πῆγε στήν Ρώμη πολύ μετά τόν ἀπόστολο Παῦλο. Μαζί μέ τά ἄλλα τους λοιπόν οἱ παπικοί καί τό «πρωτεῖο» τους τό στηρίζουν σέ λανθασμένο ἐπιχείρημα, σέ σφαλερή βάση. Ἡ γνώμη τῶν παπικῶν ὅτι ὁ ἀπόστολος Πέτρος ἦταν ὁ πρῶτος Ἐπίσκοπος στήν Ρώμη γιά 25 χρόνια εἶναι καί αὐτή λανθασμένη, γιατί ἀντιτίθεται στόν ἀρχαιότερο κατάλογο τῶν Ρωμαίων Ἐπισκόπων, τόν ὁποῖο διέσωσε ὁ Εἰρηναῖος (στό ἔργο του Κατά αἱρέσεων 3,3,3). Κατά τόν κατάλογο αὐτόν πρῶτος Ἐπίσκοπος Ρώμης εἶναι ὁ Λῖνος. – Σ᾽ αὐτά τά μέρη λοιπόν τοῦ ἐθνικοῦ κόσμου, πού ἀναφέραμε παραπάνω, πῆγε ὁ ἀπόστολος Πέτρος γιά νά κηρύξει τό Εὐαγγέλιο.
3. Καί τώρα, ἀδελφοί μου χριστιανοί, θά ποῦμε ὀλίγα καί γιά τόν Ἀπόστολο καί Εὐαγγελιστή Ἰωάννη τόν θεολόγο, ποιά ἐθνικά μέρη ἐπισκέφθηκε αὐτός γιά τόν εὐαγγελισμό τῶν ἀνθρώπων. Κατά παλαιά παράδοση, ἡ ὁποία μαρτυρεῖται στά κείμενα, ὁ ἀπόστολος Ἰωάννης, μετά τόν μαρτυρικό θάνατο τοῦ Παύλου καί τήν ἅλωση τῆς Ἰερουσαλήμ (τό 70 μ.Χ.) ἦλθε ἀπό τά Ἰεροσόλυμα καί ἐγκαταστάθηκε στήν Ἔφεσο τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Σ᾽ αὐτό, ξαναλέγω, ἔχουμε πολλές μαρτυρίες ἀπό τά κείμενα. Τό λέγει καί ὁ ἅγιος Πολύκαρπος, Ἐπίσκοπος Ρώμης, κ.ἄ. Στήν Μικρά Ἀσία ὁ ἅγιος Ἀπόστολος ἐργάστηκε γιά τήν διοργάνωση τῶν χριστιανικῶν κοινοτήτων καί τήν διάδοση τοῦ χριστιανισμοῦ. Μετέβη καί στήν νῆσο Πάτμο ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης, ὅπου ἔγραψε τήν Ἀποκάλυψη. Ὡς σκοπόν γιά τήν μετάβασή του στήν Πάτμο ὁ Εὐαγγελιστής στήν Ἀποκάλυψή του ἀναφέρει «διά τόν λόγον τοῦ Θεοῦ καί τήν μαρτυρίαν τοῦ Ἰησοῦ» (1,9), δηλαδή γιά τό κήρυγμα. Αὐτό σημαίνει ἡ φράση«μαρτυρία τοῦ Ἰησοῦ». Ἀκόμη γιά τόν εὐαγγελιστή Ἰωάννη λέγεται ὅτι μετέβη καί αὐτός στήν Ρώμη γιά τό κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου. Γιά τόν Ἰωάννη ὁ Ἰησοῦς Χριστός εἶπε στόν Πέτρο, «ἐάν αὐτόν θέλω μένειν ἕως ἔρχομαι, τί πρός σέ;» (Ἰωάν. 21,22). Ἀπό τά λόγια αὐτά πίστευσαν μερικοί ὅτι ὁ Ἰωάννης δέν θά πεθάνει. Ὅμως ὁ Ἰωάννης πέθανε. Τό ἴδιο τό Εὐαγγέλιο μάλιστα δίνει ἐξηγήσεις σ᾽ αὐτό· λέγει: «Οὐκ εἶπεν ὁ Ἰησοῦς ὅτι οὐκ ἀποθνήσκει, ἀλλ᾽ ἐάν αὐτόν θέλω μένειν ἕως ἔρχομαι, τί πρός σέ;». Ἡ εὐσεβής παράδοση δέχθηκε ὅτι ὁ Ἰωάννης πέθανε μέν, ἀλλά ἡ ψυχή του δέν χωρίστηκε ἀπό τό σῶμα του. Ἔτσι, εἶπαν ὅτι ὁ Ἰωάννης κοιμᾶται στόν τάφο, ἀλλά ἡ ἀναπνοή του γινόταν αἰσθητή μέχρι τήν ἐπιφάνεια τοῦ ἐδάφους. Αὐτό τό εἶπε ὁ ἱερός Αὐγουστῖνος. Ἄλλοι ὅμως εἶπαν ὅτι οἱ μαθητές τοῦ Ἰωάννου ἦλθαν τήν ἄλλη ἡμέρα τῆς ταφῆς του στόν τάφο καί δέν βρῆκαν τό σῶμα του, γιατί μετατέθηκε στήν ἄλλη ζωή. Αὐτό τό λέγει ἕνα ἀπόκρυφο κείμενο «Πράξεις τοῦ ἀποστόλου Ἰωάννου», πού γράφτηκε ἀρχές τοῦ 300 μ.Χ.
4. Τέλος, γιά τόν λόγο μας περί τοῦ εὐαγγελιστοῦ καί θεολόγου Ἰωάννου, ἄς ποῦμε καί αὐτό: Ἀπό τό 300 μ.Χ. καί ἔπειτα ἐμφανίζεται μιά γνώμη ὅτι στήν Μικρά Ἀσία, ἐκτός ἀπό τόν εὐαγγελιστή Ἰωάννη, ὑπῆρχε καί ἄλλος Ἰωάννης. Ἡ γνώμη αὐτή προῆλθε ἀπό τήν ἀμφιβολία ἄν τήν Ἀποκάλυψη τήν ἔγραψε ὁ Ἰωάννης. Εἶπαν, δηλαδή, ὅτι τήν Ἀποκάλυψη τήν ἔγραψε ἄλλος Ἰωάννης, ὁ Ἰωάννης ὁ λεγόμενος «πρεσβύτερος», ὁ ὁποῖος σέ κάποιο κατάλογο τοῦ Παπία Ἱεραπόλεως ἀναφέρεται ὡς μαθητής τοῦ Χριστοῦ καί αὐτός. Ἀκόμη αὐτήν τήν ἰδέα θέλησαν νά τήν στηρίξουν καί στό ὅτι στήν Ἔφεσο ὑπῆρχαν δύο τάφοι μέ τό ὄνομα τοῦ Ἰωάννου. Τό θέμα αὐτό, ἀγαπητοί μου, περί τῶν δύο «Ἰωαννῶν», τοῦ «Εὐαγγελιστοῦ» καί τοῦ «Πρεσβυτέρου» τό ἀνακίνησαν στά νεώτερα χρόνια, ἀλλά δόθηκε ἡ ἑξῆς ἀπάντηση, τήν ὁποία δεχόμαστε καί ἐμεῖς: Ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης καί ὁ πρεσβύτερος Ἰωάννης εἶναι τό ἴδιο πρόσωπο. Ἄν ὁ Παπίας Ἱεραπόλεως ἀναφέρει τόν Ἰωάννη δύο φορές εἶναι γιατί ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης εἶχε δύο στάδια δράσεως: Τό ἕνα στήν Παλαιστίνη καί τό ἄλλο στήν Μικρά Ἀσία. Τόν λέγει «Πρεσβύτερο» ὁ Παπίας, διότι πραγματικά, ὅπως φαίνεται καί ἀπό τήν Καινή Διαθήκη ἀκόμη, τόν Ἐπίσκοπο τόν ὀνόμαζαν καί «Πρεσβύτερο». Οἱ δύο τάφοι μέ τό ὄνομα Ἰωάννης ἀνῆκαν καί οἱ δύο στόν εὐαγγελιστή Ἰωάννη. Ἀπό τόν πρῶτο τάφο τό σῶμα τοῦ Εὐαγγελιστοῦ μετακομίστηκε σέ ἄλλο νεώτερο τάφο. Ἔτσι καταρρίπτεται ἡ γνώμη περί ἄλλου πρεσβυτέρου Ἰωάννου καί ἄρα τήν Ἀποκάλυψη τήν ἔγραψε ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης καί ὄχι ἄλλος Ἰωάννης, καλούμενος «Πρεσβύτερος».
Σᾶς ἐκούρασα, ἀδελφοί, ἀλλά ἦταν ἀνάγκη νά σᾶς τά πῶ αὐτά, γιά νά μήν ὑπάρχει κενό στά μαθήματά μας στήν Ἐκκλησιαστική Ἱστορία πού μελετοῦμε.
Μέ πολλές εχές
† Ὁ Μητροπολίτης Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως Ἰερεμίας

ΕΠΙ ΤΟΝ ΙΟΡΔΑΝΗΝ ΔΡΑΜΩΜΕΝ!

  « Τήν Βηθλεέμ ἀφέμενοι, τό καινότατον θαῦμα, πρός Ἰορδάνην δράμωμεν, ἐκ ψυχῆς θερμοτάτης, κἀκεῖσε κατοπτεύσωμεν τό φρικτόν Μυστήριον· θεοπ...