Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Κυριακή, Φεβρουαρίου 09, 2014

Τελώνης & Φαρισαίος, προσευχή, αμαρτία... π. Συμεών Κραγιόπουλου: Τι σημαίνει "περίοδος Τριωδίου"; (Σχόλιο στην Κυριακή του Τελώνη και του Φαρισαίου)


«Τριώδιο»: Η ετυμολογία της λέξεως



 Σήμερα, όπως τό ξέρουμε όλοι, είναι η Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου, και αρχίζει το Τριώδιο. Είναι η Κυριακή που μας εισάγει στο Τριώδιο, στην περίοδο του Τριωδίου.

Καίτοι τα έχουμε πει και άλλη φορά, με πολύ λίγα λόγια να σας πω τι σημαίνει Τριώδιο, και από που πήρε αυτήν την ονομασία η περίοδος αυτή, για να το γνωρίζετε και να μην μπερδεύεστε. Οι περισσότεροι θα το ξέρετε, αλλά ίσως μερικοί δεν το ξέρετε. Γιατί αρκετοί όταν ακούν Τριώδιο, εννοούν χορούς και τέτοια. Ακόμη και το ραδιόφωνο και η τηλεόραση αναφέρονται στην περίοδο του Τριωδίου σαν περίοδο χορών και διασκεδάσεων.

Η περίοδος αυτή είναι ειδική περίοδος και έχει ειδικό σκοπό. Ονομάζεται Τριώδιο από το βιβλίο που η Εκκλησία μας άρχισε να χρησιμοποιεί από χθες το απόγευμα στον εσπερινό. Μαζί με την Παρακλητική, που έχει τα αναστάσιμα, χρησιμοποίησε η Εκκλησία μας χθες στον εσπερινό και σήμερα στον όρθρο το βιβλίο που λέγεται Τριώδιο. Από σήμερα μέχρι το Μέγα Σάββατο χρησιμοποιεί η Εκκλησία μας το Τριώδιο. Επομένως, όλη αυτή η περίοδος, από σήμερα μέχρι το Μέγα Σάββατο, είναι περίοδος Τριωδίου.

Λέγεται Τριώδιο το βιβλίο, όπως το είπαμε και άλλη φορά, αλλά πιθανόν μερικοί ή να μη θυμούνται ή και να μην το έχουν ακούσει, διότι οι κανόνες που περιέχονται στο βιβλίο αυτό έχουν συνήθως τρεις ώδές. Δηλαδή σε κάθε όρθρο, είτε είναι Κυριακή είτε είναι καθημερινή, διαβάζουμε τον έξάψαλμο, ψάλλουμε τα καθίσματα, την «Τιμιωτέραν», τους αίνους, την δοξολογία, αλλά ψάλλουμε και κανόνες. Οι κανόνες είναι μία ομάδα τροπαρίων, και σε κάθε ορθρο μπορεί να λέγονται δύο-τρεις κανόνες. Ο κάθε κανόνας έχει εννέα ωδές. Δηλαδή τρία-τέσσερα τροπάρια αποτελούν την πρώτη ωδή. Άλλά τόσα τροπάρια αποτελούν τη δευτέρα ωδή. Άλλα τόσα τροπάρια την τρίτη ωδή μέχρι και την ενάτη ωδή. Οι ωδές αυτές έγιναν με βάση τις ωδές της Παλαιάς Διαθήκης.

Ωδή θα πει ύμνος. Ο Μωυσής, αν θυμάστε, μόλις πέρασαν την Ερυθρά θάλασσα δόξασε τον Θεό. Η αδελφή του η Μαριάμ πήρε τις γυναίκες, και αυτός είχε τους άνδρες, και όλοι μαζί έψαλαν και δόξασαν και ύμνησαν τον Θεό. Τότε έκαναν έναν ύμνο. Αυτός ο ύμνος είναι η πρώτη ωδή. Αργότερα έγινε άλλος ύμνος -πάλι στην Παλαιά Διαθήκη- και είναι η δευτέρα ωδή, σε μια άλλη περίπτωση άλλος ύμνος που είναι η τρίτη ωδή κλπ. Δηλαδή οι οκτώ πρώτες ωδές είναι κείμενα της Παλαιάς Διαθήκης και αυτά τα κείμενα είναι ποιητικά, είναι ύμνοι, είναι προσευχή και ψαλμωδία στον Θεό. Τελευταία ωδή είναι της Παναγίας: "Μεγαλύνει η ψυχή μου τον Κύριον και ηγαλλίασε το πνεύμα μου...».

Με βάση λοιπόν αυτές τις ωδές γίνονται τα πρώτα τροπάρια όλων των κανόνων. Γι' αυτό τα τροπάρια της πρώτης ωδής πάντοτε αναφέρονται στο γεγονός αυτό της διαβάσεως της Ερυθράς θαλάσσης. «Υγράν διοδεύσας ωσεί ξηράν και την Αιγυπτίαν μοχθηρίαν διαφυγών, ο Ισραηλίτης...» «Χέρσον αβυσσοτόκον πέδον ήλιος επεπόλευσέ ποτε...» «Κύματι θαλάσσης τόν κρύψαντα πάλαι...» Το πρώτο τροπάριο της δευτέρας ωδής των κανόνων αναφέρεται στο γεγονός εξ αφορμής του οποίου έγινε η δευτέρα ωδή της Παλαιάς Διαθήκης. Και ούτω καθεξής της τρίτης ωδής, της τετάρτης, της πέμπτης, της έκτης, εβδόμης, ογδόης. Το πρώτο τροπάριο της ενάτης ωδής όλων των κανόνων αναφέρεται στην Παναγία, επειδή η ενάτη ωδή είναι η ωδή της Παναγίας.

Οι κανόνες λοιπόν έχουν εννέα ωδές. Όμως όλοι οι κανόνες που είναι στις ακολουθίες έξω από το βιβλίο αυτό που λέγεται Τριώδιο, δηλαδή οι κανόνες που είναι στο βιβλίο Παρακλητική και οι κανόνες που είναι στα Μηναία έχουν οκτώ ωδές. Πάντοτε λείπει η δευτέρα ωδή, η οποία είναι λυπητερή ωδή.

Στο βιβλίο αυτό που λέγεται Τριώδιο υπάρχουν στους κανόνες συνήθως τρεις ωδές. Γι' αυτό ονομάζεται το βιβλίο Τριώδιο. Και επειδή είναι το βιβλίο που περιέχει τα τροπάρια αυτά τα κατανυκτικά που ψάλλονται αυτήν την περίοδο, και όλη η περίοδος ονομάστηκε Τριώδιο. Δηλαδή: κάθε μέρα στους κανόνες υπάρχει η ογδόη και ενάτη ωδή και επιπλέον μία από τις άλλες ωδές. Τη Δευτέρα, ας πούμε, έχουν πρώτη ωδή, ογδόη και ενάτη. Την Τρίτη έχουν δευτέρα ωδή. Τώρα στο Τριώδιο επειδή είναι Σαρακοστή, είναι περίοδος μετανοίας και καλούμαστε σε πένθος, έχουν δευτέρα ωδή που, όπως είπαμε, είναι λυπητερή. Την Τρίτη λοιπόν οι κανόνες έχουν δευτέρα ωδή, ογδόη και ενάτη. Την Τετάρτη· τρίτη ωδή, ογδόη και ενάτη. Την Πέμπτη· τετάρτη ωδή, ογδόη, ενάτη. Την Παρασκευή· πέμπτη ωδή, ογδόη, ενάτη. Το Σάββατο έχουν συνήθως τέσσερις ωδές· έκτη, εβδόμη, ογδόη και ενάτη. Σπάνια, πολύ σπάνια οι κανόνες έχουν δύο ή οκτώ ή εννέα ωδές.

Όταν λέμε περίοδος Τριωδίου, εννοούμε την περίοδο αυτήν που χρησιμοποιούμε αυτό το βιβλίο, το οποίο περιέχει τα τροπάρια που μιλούν για την ταπείνωση, για τη μετάνοια, για το πένθος, που μιλούν για την επιστροφή του ανθρώπου στον Θεό, για τον φόβο του Θεού, για την κατάνυξη, που μιλούν για τη νηστεία και για όλον εκείνο τον κόπο που πρέπει να καταβάλλει ο άνθρωπος, για να ξαναγυρίσει στον Θεό, για να ευαρεστήσει στον Θεό. Αυτό λοιπόν σημαίνει Τριώδιο, και σ' αυτήν την περίοδο μπήκαμε από σήμερα.


Πρέπει να το πάρουμε απόφαση

Λέγαμε και με τα παιδιά προηγουμένως ότι εμείς οι χριστιανοί πρέπει να το πάρουμε απόφαση· δεν μπορούμε να είμαστε όπως είναι οι άλλοι άνθρωποι, που πιστεύουν σε κάτι άλλο και ζουν σύμφωνα μ' αυτό. Αυτοί πιστεύουν απλώς στη ζωή αυτή, απλώς στη διασκέδαση, απλώς στους χορούς και στα παρόμοια. Σ' αυτά πιστεύουν και αυτά κάνουν. Εμείς όμως οι χριστιανοί υποτίθεται ότι πιστεύουμε σ' αυτό που διδάσκει η Εκκλησία. Δεν γίνεται επομένως σ' εμάς τους χριστιανούς, oι οποίοι γνωρίζουμε ότι από σήμερα εισερχόμεθα στο Τριώδιο, η περίοδος αυτή, η λέξις αυτή «Τριώδιο», αντί να μας θυμίζει ότι πρέπει να μετανοήσουμε, πρέπει να ταπεινωθούμε, πρέπει να συγχωρηθούμε με τους άλλους, να μην έχουμε με κανέναν έχθρα και κακία, να μας φέρνει στον νου χορούς και διασκεδάσεις. Ενώ γνωρίζουμε ότι ετσι είναι για μας τα πράγματα, επηρεαζόμαστε από τους άλλους, με αποτέλεσμα και για μας Τριώδιο να σημαίνει ότι θα κάνουμε χορούς.

Πήραμε αφορμή και τα είπαμε στα παιδιά από το ότι στο Γυμνάσιο θα διοργανώσουν χορό αυτήν την εβδομάδα. Αυτά ξέρουν. Και στα σχολεία αυτά ξέρουν και τα ραδιόφωνα αυτά ξέρουν. Εντάξει· όσοι πιστεύουν έτσι, ας κάνουν έτσι. Όσοι όμως πιστεύουμε αλλιώς, όσοι θέλουμε να πιστεύουμε αλλιώς, να ζήσουμε κι εμείς σύμφωνα με την πίστη μας. Δηλαδή μόνο οι άνθρωποι των κομμάτων θα κάνουν, ας πούμε, αυτό το οποίο λέει η ιδεολογία του κόμματος τους με κάθε θυσία; Μόνο oι αιρετικοί θα ζουν σύμφωνα με την αίρεσή τους, με την πίστη την αιρετική που έχουν; Όλοι οι άλλοι δηλαδή να είναι συνεπείς προς την πίστη τους, προς τις αρχές τους, και μόνο οι χριστιανοί, οι ορθόδοξοι χριστιανοί, να είμαστε τόσο χαλαροί, και απλώς να πιστεύουμε ορισμένα πράγματα, όμως η ζωή μας πιο πολύ να επηρεάζεται από το τι πιστεύουν οι άλλοι και όχι από το τι πιστεύουμε εμείς;

Θα παρακαλούσα, όσοι τουλάχιστον έρχεσθε εδώ· και για να έρχεσθε εδώ τώρα, οπωσδήποτε κάτι υπάρχει μέσα στη ψυχή σας· για να έρχεσθε εδώ, σας φέρνει ο Θεός· δεν μπορεί να έλθετε αλλιώς. Όσοι λοιπόν ερχόμαστε εδώ, θα παρακαλούσα φέτος, από σήμερα κιόλας, να το προσέξουμε αυτό. Δηλαδή κάθε μέρα να το αισθανόμαστε ότι είμαστε σ' αυτήν την περίοδο που λέγεται Τριώδιο. Βέβαια, τις πρώτες τρεις εβδομάδες προετοιμαζόμαστε. Δεν είναι τόσο σφιχτά τα πράγματα. Προετοιμαζόμαστε για την κυρίως περίοδο του Τριωδίου που είναι η Σαρακοστή, η οποία αρχίζει από τη Κυριακή της Τυρινής το απόγευμα και τελειώνει το Μέγα Σάββατο. Να μην αφήνουμε να περνάει η ημέρα, χωρίς να το ενθυμούμαστε αυτό, ότι είμαστε μέσα σ' αυτήν την περίοδο.


Ο Φαρισαίος και ο τελώνης

Το πρωί στην εκκλησία η ευαγγελική περικοπή που ακούσαμε ήταν παραβολή. Την έφτιαξε δηλαδή ο Κύριος. Δεν μας αναφέρει ένα γεγονός, αλλά ο Κύριος κάνοντας αυτήν την παραβολή παρουσιάζει σαν γεγονός τη μετάβαση του τελώνου και του Φαρισαίου στον ναό, για να προσευχηθούν. Και μιλήσαμε το πρωί παίρνοντας αφορμή από τα λίγα λόγια που έβαλε ο ίδιος ο Κύριος στο στόμα του τελώνου. «Ο Θεός, ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ» [=Θεέ μου, συχώρεσέ με τον αμαρτωλό]. Τίποτε άλλο ο τελώνης, αυτός ο μεγάλος αμαρτωλός, τίποτε άλλο δεν κάνει παρά κάθεται σε μια γωνιά του ναού και λέει αυτές τις λέξεις.["Ν": Το κείμενο της παραβολής (& σε μετάφραση) εδώ. Τι ήταν οι φαρισαίοι και οι τελώνες εδώ]

Ενώ ο Φαρισαίος προχωρεί, πηγαίνει μπροστά μπροστά, σε καλή θέση και, κομπορρημονεί και μεγαλαυχεί [=καυχιέται]. Ο Φαρισαίος, ας πούμε, σκέφτεται φαρισαϊκά, εκδηλώνεται φαρισαϊκά, προσεύχεται φαρισαϊκά, υποτιμάει και τον τελώνη: «Δεν είμαι ούτε σαν αυτόν εδώ τον τελώνη». Τον οποίο βλέπει κάπου εκεί σε μια γωνιά.

Ο τελώνης, όπως είπα και το πρωί, ούτε και με τον Φαρισαίο τα βάζει. Θα ήθελα να το προσέξουμε αυτό. Είναι μερικοί που λένε: «Αυτός ο Φαρισαίος- αυτοί που κάνουν τους μεγάλους σταυρούς και τις μεγάλες μετάνοιες». Αυτοί που μιλούν έτσι τάχα για Φαρισαίους σημερινούς, αν ήταν εκεί στο ναό και έβλεπαν τον τελώνη να κάνει αυτά που έκαμνε, φοβούμαι ότι θα τον έλεγαν Φαρισαίο. «Για κοίταξέ τον πώς...». 

Γιατί ο τελώνης κάθισε εκεί κάπου, κτυπούσε, λέει, και το στήθος, ούτε τα μάτια του δεν σήκωνε ψηλά και έλεγε: «Ο Θεός, Ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ». Αν ήταν κανένας από τους σημερινούς μη Φαρισαίους, θα τον έλεγε Φαρισαίο. Ο τελώνης λοιπόν ούτε με τον Φαρισαίο δεν τα βάζει, μολονότι ο Φαρισαίος τον κατηγόρησε και -πώς να πούμε;- πολύ τον περιφρόνησε. Τίποτε. Ίσως ούτε καν θα τον πρόσεξε ο τελώνης, δεν θα κατάλαβε καλά, δεν θα έδωσε καν σημασία. Ξέρει μόνο αυτό: «Ο Θεός, ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ». «Θεέ μου, γίνε ίλεως. Σπλαγχνίσου με, ελέησέ με τον αμαρτωλό».


Η δικαίωση του τελώνου

Ο τελώνης, όπως τον παρουσιάζει ο Κύριος, σαν να τα συγκεντρώνει όλα σ' αυτές τις λίγες λέξεις, σ' αυτήν την μικρή προσευχή που κάνει. Αλλά, όπως λέγαμε και το πρωί, μέσα σ' αυτές τις λίγες λέξεις είναι και όλα τ' άλλα. Δηλαδή δεν μπορούμε να πούμε ότι ο τελώνης εκείνη την ώρα απλώς λέει αυτά τα λόγια. Ο τελώνης εκείνη την ώρα είναι ταπεινός, είναι μετανοημένος, έχει φόβο Θεού μέσα του, έχει κατάνυξη μέσα στη ψυχή του, πενθεί, αν δεν έχει δάκρυα εξωτερικά, οπωσδήποτε έχει μέσα του δάκρυα, και συγχρόνως θεωρεί τον εαυτό του ως τον τελευταίο των ανθρώπων.

Έχει συναίσθηση της αμαρτωλότητός του, δεν έχει διάθεση να διασκεδάσει, να φάει και να κάνει φαγοπότια και τέτοια, αλλά συγχρόνως έχει ελπίδα στον Θεό, έχει πίστη στον Θεό. Αλλιώς, δεν θα πήγαινε εκεί. Έχει ένα κάτι μέσα του που τον έσπρωξε να πάει ως εκεί είναι πιασμένος απ' αύτήν την ελπίδα και περιμένει το έλεος του Θεού. Ο τελώνης λοιπόν είναι αυτός ο οποίος δικαιώνεται, είναι αυτός τον οποίο άκουσε ο Θεός, ελέησε ο Θεός, πρόσεξε την προσευχή του ο Θεός και τον δικαίωσε με την έννοια ότι τον έκανε δίκαιο, δηλαδή ενάρετο. Σήμερα όταν λέμε τον δικαίωσε, αλλιώς το εννοούμε.

Ενώ ο τελώνης δεν είχε καμιά αρετή, δεν έχει να πει τίποτε, ο Φαρίσαίος λέει τόσα· έκανα τούτο, έκανα εκείνο. Και κατεβαίνει ο Φαρισαίος όχι δικαιωμένος, δηλαδή γυμνός από την Χάρη του Θεού. Δεν έχει τίποτε ο Φαρισαίος, ενώ ο τελώνης είναι αυτός που τα έχει όλα τώρα· του τα 'δωσε ο Θεός. Διότι ο Θεός δέχεται τη μετάνοιά του, ακούει την προσευχή του, τον περιβάλλει με το έλεός του, γεμίζει την καρδιά του με την Χάρη του, συγχωρεί τις αμαρτίες του, τον καθαρίζει, τον αγιάζει, τον κάνει δικό του και αισθάνεται ο τελώνης -όχι απλώς του το λέει ο Θεός, αλλά και το αισθάνεται κιόλας- ότι είναι παιδί, του Θεού. «Τα αρχαία παρήλθεν, ιδού γέγονε καινά τα πάντα». Δηλαδή πάει εκείνη η μέχρι τότε ζωή.


Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με τόν αμαρτωλό

Όπως ο Κύριος παρουσιάζει τον τελώνη σ' αυτήν την παραβολή, ο τελώνης δεν κάνει τίποτε άλλο παρά αυτό το μικροπραγματάκι: λέει τη σύντομη προσευχή «ο Θεός, ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ», μέσα όμως στην οποία είναι όλα τα άλλα και δικαιώνεται, με την έννοια που είπαμε. Παίρνοντας λοιπόν αφορμή απ' αυτό -το λέγαμε και το πρωί, το λέμε και τώρα- τουλάχιστον αυτό να κρατήσουμε όλη αυτήν την περίοδο, και νομίζω κανένας δεν μπορεί να παρουσιασθεί και να πει «εγώ δεν μπορώ να το κάνω». Δεν υπάρχει κανείς που δεν μπορεί να το κάνει αυτό: Και οι δυνατότεροι και οι λιγότερο δυνατοί και οι μεγάλοι και οι μικροί και οι μεν και οι δε, οι πάντες μπορούμε να λέμε «Ο Θεός, ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ», που ελεγε ο τελώνης ή «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με τον αμαρτωλόν»- τη γνωστή αυτή προσευχή, την οποία μπορεί κανείς να λέει παντού και πάντοτε, αλλά να τη λέει όμως μ' αυτήν τη συναίσθηση του τελώνου.

Δεν μπορεί δηλαδή να λες την ευχή και από την άλλη πλευρά να κακολογείς τους άλλους, να περιφρονείς τους άλλους, να κατακρίνεις τους άλλους, να μελετάς πως θα τους αδικήσεις, να μελετάς πως θα τους ξεπεράσεις. Ή, δεν μπορείς να λες την ευχή αυτήν και να υπερηφανεύεσαι, να λες την ευχή αυτήν και να είναι η ψυχή σου πέτρα, να λες την ευχή αυτήν και να αυθαδιάζεις ενώπιον του Θεού, να λες την ευχή αυτήν και να μην ανέχεσαι τους άλλους, να τα βάζεις έστω και με τους αμαρτωλούς κλπ. και να τους λες Φαρισαίους. Δεν συμβιβάζονται αυτά. Ή να λες την ευχή και να τσακώνεσαι με τη σύζυγό σου, επειδή δεν σου έκανε φαγητό ή επειδή έκανε νηστήσιμο φαγητό... Κατά τα άλλα λες την ευχή. Δεν γίνεται.

Θυμάμαι, κάποιον ο οποίος έλεγε την ευχή, μάλιστα κλεινόταν στο δωμάτιό του και για πολλή ώρα έλεγε την προσευχή, ενώ η γυναίκα του από την άλλη πλευρά μαράζωνε, καθώς αυτός δεν έδινε σημασία, σαν να μην ήταν παντρεμένος. «Ευλογημένε, παντρεμένος είσαι, έχεις τη γυναίκα σου- θα πρέπει να την περιβάλλεις με αγάπη, θα πρέπει να την περιβάλλεις με στοργή, θα πρέπει να δεις τι κάνει, πως πηγαίνει, να της πεις έναν γλυκό λόγο, να την παρηγορήσεις, να τη στηρίξεις, να σε αισθανθεί ότι είσαι ο άνδρας της». Γίνονται αυτά τα πράγματα; Εκείνος λοιπόν που λέει την ευχή, οπωσδήποτε έχει και τα άλλα. Δεν μπορεί να μην τα έχει τα άλλα· διότι αλλιώς δεν θα λέει σωστά την ευχή, θα την λέει εντελώς τυπικά την ευχή, δηλαδή αυτήν την προσευχή.


Ένα αίτημα

Ωστόσο όμως παρακαλώ, και επιτρέψτε μου να πω ότι το ζητώ από όλους: Αυτήν τη φετινή περίοδο του Τριωδίου από σήμερα κιόλας, όπως είπαμε στην αρχή, όλοι να ενθυμούμαστε κάθε μέρα ότι είναι περίοδος Τριωδίου και ότι καλούμαστε σε πνευματικό αγώνα. Αυτό θα μας το θυμίζει η προσευχή αυτή.

Ξύπνησες τό πρωί. Όπως κι αν έχει το πράγμα, μπαίνοντας - βγαίνοντας θα προλάβεις να πεις μερικές φορές την ευχή. Δεν χρειάζεται οπωσδήποτε να σταθεί κανείς σε στάση προσευχής, για να πει αυτήν τη σύντομη προσευχή. Μπορεί κανείς, φορώντας τα παπούτσια του και καθώς πλύνεται και καθώς ξυρίζεται, να λέει την ευχή, αντί να λέει άλλα πράγματα. Και ωσότου πάει στη δουλειά και ωσότου γυρίσει, από τη δουλειά και καθώς πιέζεται στη δουλειά και δεν ξέρει τι να κάνει και ξεφυσάει και στενοχωριέται και του 'ρχεται να πει και καμιά κακή κουβέντα, τι τον πειράζει να θυμηθεί την ευχή;

Πρώτον· κάνει προσευχή ενώπιον του Θεού. Δεύτερον ξεχνάει την κακία του. Τρίτον αφού κάνεις προσευχή, ο Θεός το έχει υποσχεθεί: πριν τον καλέσουμε, έρχεται κιόλας.  Πριν του το ζητήσουμε, ο Κύριος επεμβαίνει και μας βοηθάει.

Να κρατήσουμε λοιπόν αυτό. Πως, ας πούμε, έχει κανείς το δαχτυλίδι στο χέρι και θυμάται ότι είναι παντρεμένος. Όπως κι αν έχει το πράγμα, δεν μπορεί να το ξεχάσει Το δαχτυλίδι του το θυμίζει. Έχει κανείς κάτι άλλο και αυτό τον κάνει να θυμάται κάτι άλλο που θέλει να θυμάται. Να λέμε λοιπόν την ευχή, την προσευχή αυτή, οπουδήποτε και οποτεδήποτε και να αξιοποιούμε όλα τα κενά που έχουμε μέσα στο εικοσιτετράωρο. Η ευχή αυτή έχει, να προσπαθούμε να έχει, όλα αυτά: τη μετάνοια, την ταπείνωση, την επιστροφή στον Θεό, τη ζήτηση, τον πόθο για τον Θεό. «Θεέ μου, Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με».

Λένε μερικοί «δεν μπορώ να την πω». Ή, πώς θα την πεις; Δεν είναι εδώ μαγνητόφωνο, ας πούμε, να το βάλεις να την πει. Λαχταράει η ψυχή σου το έλεος, ακριβώς διότι αισθάνεσαι πολύ αμαρτωλός, πολύ αδύνατος, διότι αισθάνεσαι να πιέζεσαι, να είναι βαριά η ψυχή σου από τις πτώσεις σου, διότι αισθάνεσαι την κακία των ανθρώπων γύρω σου, διότι αισθάνεσαι ότι έχεις ανάγκη από τον Θεό. Όταν τα αισθάνεσαι αυτά, μπορείς να μην τη λές; Και να σε εμποδίζουν, εσύ θα τη λες. Κραυγάζεις, δηλαδή φωνάζεις και λές «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με».

Λέγοντας λοιπόν την ευχή, και θα ενθυμούμαστε ότι είμαστε μέσα στην περίοδο αυτή του Τριωδίου και θα προσευχόμαστε. Και καθώς θα προσευχόμαστε, μέσα σ' αυτήν την προσευχή θα έχουμε και όλα τ' άλλα. Ή, καθώς θα ενθυμούμαστε ότι είμαστε στην περίοδο του Τριωδίου, θα προσπαθούμε να έχουμε και όλα τα άλλα, τα οποία βρίσκουμε με κάθε λεπτομέρεια, θα έλεγε κανείς, μέσα στα βιβλία της Εκκλησίας και μάλιστα στο βιβλίο αυτό που λέγεται, όπως είπαμε, Τριώδιο.


Ο πόθος: αυτό που προσέχει ο Θεός

Σας είχα πει την περασμένη φορά ότι υπάρχουν και βιβλία κατάλληλα για την περίοδο αυτή. Ένα βιβλίο γραμμένο από τον π. Σμέμαν για τη Μ. Τεσσαρακοστή, που είναι πορεία προς το Πάσχα. Ο μακαρίτης ο Φραγκόπουλος έχει γράψει με κάθε λεπτομέρεια για όλα αυτά τα θέματα. Για τις τρεις πρώτες εβδομάδες το βιβλίο το τιτλοφορεί «Η θύρα της μετανοίας». Το δεύτερο βιβλίο που αναφέρεται στις εβδομάδες της κυρίως Σαρακοστής το τιτλοφορεί «Το στάδιο των αρετών». Αλλά και άλλα βιβλία.

Γενικά το βιβλίο του Σμέμαν είναι πολύ καλό. Αρχίζει από την Κυριακή που αναγινώσκεται η ευαγγελική περικοπή η οποία αναφέρεται στο περιστατικό του Ζακχαίου. Λέει ο Σμέμαν ότι ο Ζακχαίος επιθυμεί να δει τον Κύριο. Και αυτή η επιθυμία τον κάνει να ξεπεράσει τις δυσκολίες που έχει και κυρίως το ότι ήταν κοντός· ξεπερνάει δηλαδή τον εαυτό του. Εάν δεν επιθυμούσε τόσο πολύ να δει τον Κύριο, θα έλεγε «δεν μπορώ, δεν γίνεται, είναι τόσος κόσμος» κλπ. Επειδή λοιπόν επιθυμούσε τον Κύριο, μηχανεύτηκε η μάλλον η επιθυμία αυτή τον έκανε να μηχανευθεί, να βρει έναν τρόπο. Ανέβηκε στη συκομορέα και είδε τον Κύριο και ο Κύριος αμέσως ανταποκρίθηκε. Ο Κύριος ως Θεός είδε την επιθυμία που υπήρχε μέσα στην καρδιά του Ζακχαίου και δεν τον άφησε έτσι. 

Θα λέγαμε, ο Θεός προσέχει πάρα πολύ αυτό: την επιθυμία. Αν δηλαδή κανείς έχει πόθο μέσα του, αν έχει επιθυμία μέσα του, αν έχει λαχτάρα, αν αγαπά τον Θεό. Βέβαια, είναι δώρο του Θεού αυτό, αλλά είναι κάτι που είναι και από τον άνθρωπο. Βλέπετε, όταν κι εμείς κάτι το λαχταρούμε, το ποθούμε πολύ, όλοι να τα βάλουν μαζί μας, όλοι να παρεμβάλουν εμπόδια, εμείς θα βρούμε τρόπο να φθάσουμε σ' αυτό το οποίο θέλουμε. Αρχίζει λοιπόν ο πατήρ Σμέμαν την πορεία προς το Πάσχα από τον πόθο. Η πορεία  αυτή δεν είναι απλώς να γιορτάσουμε το Πάσχα, αλλά είναι να έλθει το Πάσχα στην ψυχή μας. Δηλαδή σκοπός είναι να αναστηθεί η ψυχή. Γι' αυτό αναστήθηκε ο Χριστός. Ανασταινόμενος ο Χριστός ανασταίνει εμάς· όχι για μας, αλλά ανασταίνει εμάς. 

Ένας που ποθεί τον Χριστό, αγαπά τον Χριστό, ενώνεται με τον Χριστό, είναι αδύνατο να μη σταυρωθεί μαζί με τον Χριστό και να μην αναστηθεί με τον Χριστό. Μερικοί όταν συναντήσουν δυσκολίες στη ζωή και ζορισθούν, στενοχωριούνται, αποθαρρύνονται, τρομοκρατούνται και το βάζουν στα πόδια. Δεν ποθείς τον Χριστό; Δεν επιθυμείς τον Χριστό; Δεν λαχταράει η ψυχή σου τον Χριστό; Ε, αφού αυτό υπάρχει μέσα στην καρδιά σου, αυτό σημαίνει πώς ό,τι έγινε με τον Χριστό, θα γίνει και με σένα. Καθώς είσαι μαζί με τον Χριστό, είναι αδύνατο να μην περάσεις από τον σταυρό που πέρασε εκείνος, είναι αδύνατο να μη συσταυρωθείς με τον Χριστό, για να συναναστηθείς με τον Χριστό. 


Προετοιμασία για τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή

Επίσης κάτι που τονίζει ο π. Σμέμαν και χρειάζεται νομίζω να το σημειώσουμε αυτήν την ώρα είναι ότι η Εκκλησία δεν μας βάζει κατευθείαν μέσα στη Μ. Τεσσαρακοστή. Ας πούμε, χωρίς να παρεμβάλλονται οι τρεις εβδομάδες προετοιμασίας, την Κυριακή, που λέγεται σήμερα Κυριακή της Τυρινής, να μας έλεγε ότι από την άλλη μέρα, από αύριο Δευτέρα, μπαίνουμε στην Τεσσαρακοστή.

Ο άνθρωπος δεν μπορεί απότομα από τη μιά κατάσταση στην άλλη, και η Εκκλησία, που γνωρίζει καλά τη φύση του ανθρώπου, την ψυχολογία του ανθρώπου, τον προετοιμάζει. Ας πούμε, αρχίζει από σήμερα το Τριώδιο, Κυριακή τελώνου και Φαρισαίου -είπαμε, με το περιστατικό του Ζακχαίου μας τονίζει την επιθυμία- και μας τονίζει την ταπείνωση, μας τονίζει την προσευχή που γίνεται με ταπείνωση. Μας τονίζει τη μετάνοια, την επιστροφή του ανθρώπου στον Θεό με την παραβολή του ασώτου υιού που θα ακούσουμε την άλλη Κυριακή.

Έχετε ακούσει και εγώ πρέπει να έχω ξαναπεί αυτό που λέγεται, ότι εάν δεν είχε διασωθεί τίποτε από τα Ευαγγέλια και είχε διασωθεί μόνο η παραβολή του ασώτου υιού, μας έφθανε, για να καταλάβουμε ποιος ήταν αυτός ο Χριστός που ήλθε στη γη, τι είναι ο Θεός μας, πόσο αγαπά ο Θεός τον άνθρωπο, πόσο περιμένει τον άνθρωπο να γυρίσει, να επιστρέψει, να του δώσει τα αγαθά εκείνα που έχασε, να τον συγχωρήσει. Περιμένει ο Θεός και είναι έτοιμος να συγχωρήσει τον άνθρωπο και είναι έτοιμος να του δώσει «τον μόσχον τον σιτευτόν», που είναι ο ίδιος ο Χριστός. Και μόνο η παραβολή αυτή να είχε διασωθεί, μας έφτανε· θα ξέραμε τι είναι Ευαγγέλιο.

Η Εκκλησία λοιπόν μας προετοιμάζει για τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή με την παραβολή του τελώνου και Φαρισαίου, με την παραβολή του ασώτου υιού, όπου τονίζεται η επιστροφή στον Θεό, με την παραβολή της Κρίσεως -παραβολή είναι η περικοπή που αναγινώσκεται την Κυριακή της Απόκρεω- οπότε στήνεται το τελικό δικαστήριο και ο Χριστός κρίνει τους ανθρώπους με βάση την αγάπη. Δηλαδή ο άνθρωπος επιθυμεί, ποθεί, ταπεινώνεται, μετανοεί, επιστρέφει στον Θεό -«ελθών εις εαυτόν» ο άσωτος, κατάλαβε τι έγινε και γυρίζει στον Θεό, επιστρέφει στον Θεό- και φθάνει στην αγάπη.

Όπως λέει ο άγιος Διάδοχος ο Φωτικής καί όπως τονίζουν όλοι οι Πατέρες, το τέλος της αρετής, η τελειότητα της αρετής, η ατέλεστος τελειότης είναι η αγάπη. Ξεκινάει κανείς με τη μετάνοια, με την κάθαρση, με τον φωτισμό και φθάνει στην αγάπη. Αγαπά κανείς τον Χριστό, αγαπά την Αγία Τριάδα, αγαπά τον άνθρωπο, αλλά αγαπά όπως λέει ο Κύριος: «Επείνασα και εδώκατέ μοι φαγείν, εδίψησα και εποτίσατέ με». «Εγώ, εγώ». Ο Χριστός πείνασε, ο Χριστός δίψασε, ο Χριστός ήταν στη φυλακή. Αυτό σημαίνει ότι δεν φθάνει ν' αγαπήσεις τον άλλο, απλώς για να τον εξυπηρετήσεις. Όχι. Πρέπει να ανακαλύψεις μέσα στον άλλο αυτό, που αξίζει όσο δεν αξίζει όλος ο κόσμος· να ανακαλύψεις αυτό το ιδιαίτερο που έχει ο καθένας στη ψυχή του, αλλά και η ψυχή του καθενός είναι κάτι το ιδιαίτερο. Όχι απλώς βοήθησα τον Γιώργο, βοήθησα τον Γιάννη, εξυπηρέτησα τον Βασίλη ή προσφέρθηκα και βοήθησα την Άννα και τη Βασιλική ή μια ομάδα ανθρώπων κλπ. Αυτός ο άνθρωπος είναι πρόσωπο· δεν είναι απλώς άτομο.

Αν δούμε τον Χριστό μέσα στον καθένα...

Σήμερα όλος ο κόσμος είναι άτομα. Όλοι είναι ατομιστές. Ο καθένας όμως είναι πρόσωπο. Και ο άνθρωπος γίνεται πρόσωπο, όταν είναι μέσα του ο Χριστός. Χωρίς τον Χριστό δεν μπορεί ο άνθρωπος να γίνει πρόσωπο. Γι' αυτό λέει «επείνασα και εδώκατέ μοι φαγείν». Δηλαδή ο Χριστός δεν είναι μέσα στον κάθε άνθρωπο, δυνάμει όμως είναι μέσα, διότι ο Χριστός έγινε άνθρωπος για όλους, απέθανε για όλους και από κάποια πλευρά είναι μέσα στη ψυχή του καθενός. Αν δούμε τον Χριστό μέσα στον καθένα, τότε βλέπουμε αληθινά τον άνθρωπο, τότε βλέπουμε αυτόν τον αληθινό άνθρωπο που πεινάει. Πεινάει, γιατί ακόμη δεν ένιωσε ότι δυνάμει μέσα του είναι ο Χριστός, δεν βρήκε ακόμη τον Χριστό· πεινάει, διψάει, είναι γυμνός, είναι φυλακισμένος. Και αρχίζει ο άνθρωπος να αγαπά, να αγαπά αληθινά.

Αγαπά και τον εαυτό του. «Αγαπήσεις τον πλησίον σον ως σεαυτόν». Δεν εξαιρείται ο εαυτός μας. Ν' αγαπήσεις τον αληθινό εαυτό σου. Να τον αγαπήσεις πραγματικά τον εαυτό σου όχι κατά φίλαυτο τρόπο. Οπότε βρίσκεις και τον άλλο και τον αγαπάς. Τον αγαπάς ως πρόσωπο, ως συγκεκριμένο πρόσωπο, όχι σαν μάζα. Η αγάπη δεν είναι θέμα κοινωνικό, η αγάπη δεν είναι θέμα κομματικό, η αγάπη δεν είναι θέμα απλώς να τακτοποιηθούν ορισμένα προβλήματα των ανθρώπων.

Ναι! Πόσοι, πόσοι διψούν! Μπορεί η ίδια σου η γυναίκα να διψάει αγάπη, αληθινή αγάπη, και δεν της την έδωσες ακόμη. Ο άνδρας σου να θέλει αυτήν την αγάπη την αληθινή και ακόμη δεν ένιωσε ότι τον αγάπησες ως πρόσωπο συγκεκριμένο, αλλά σαν τον άνθρωπο ο οποίος σε εξυπηρετεί, ο οποίος σου έδωσε ένα όνομα, ο οποίος σε στεγάζει κάτω από ένα σπίτι, ο οποίος φέρνει τα προς το ζην κλπ., για να περνάτε όμορφα και ωραία. Αλλά ακόμη δεν ένιωσε ότι ανακάλυψες αυτό το βαθύτερο είναι του. Δεν υπάρχει κανείς άνθρωπος, νομίζω, που, όταν δούμε αυτό το βαθύτερο που είναι ο καθένας και τον αγαπήσουμε, δεν θα το νιώσει αυτό και δεν θα συνεπαρθεί απ' αυτό και δεν θα πάρει διαφορετικότερη στάση απέναντί μας.

Έτσι λοιπόν με το να μας τονίζει η Εκκλησία την επιθυμία, την ταπείνωση, την επιστροφή, τη μετάνοια, την προσευχή την απλή, μας οδηγεί στην αγάπη. Στην αγάπη, με βάση την οποία θά κριθούμε· στην αγάπη, μ' αυτήν την έννοια. Και έτσι μας προετοιμάζει.


Πριν προσευχηθείς...  

Επανέρχομαι πάλι. Αυτό είναι που τονίζει ο π. Σμέμαν, ότι μας προετοιμάζει η Εκκλησία, για να μπούμε στη Σαρακοστή· δεν μας βάζει απότομα. Και θέλω εδώ να τονίσω αυτό που είπαμε σε άλλη περίπτωση: οτιδήποτε κι αν κάνεις, πρέπει να προετοιμάζεσαι. Πας στην εκκλησία το πρωί. Μην πας απλώς. Χρειάζεται μια προετοιμασία και στο σπίτι και καθ' οδόν. Προετοιμάσου λιγάκι, ώστε να μπεις κάπως έτοιμος μέσα στον ναό. Αλλιώς θα τον δεις τον άλλο, αλλιώς θα τον νιώσεις, αλλιώς θα αισθανθείς το όλο μυστήριο που γίνεται εκεί.

Λέγαμε, αν ενθυμείσθε μερικοί, ότι πας να προσευχηθείς το βράδυ ή το πρωί. Στάσου λίγο πρώτα- μην αρχίζεις αμέσως. Λίγα δευτερόλεπτα να σταθείς και να σκεφθείς ότι «θα κάνω προσευχή· εμφανίζομαι ενώπιον του Θεού. Εγώ είμαι σκουλήκι, ο τελευταίος από τους αμαρτωλούς, ο ανάξιος». Αυτά όλα μπορείς να τα σκεφθείς μέσα σε δέκα δευτερόλεπτα· ούτε δέκα δευτερόλεπτα. Αυτό όμως θα σε βοηθήσει να πεις μετά «Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού...». Εάν δεν κάνεις αυτήν την προετοιμασία, εάν δεν σταθείς λιγάκι να σκεφθείς κάπως έτσι, η προσευχή σου θα χωλαίνει.

Έναν καιρό που καίγαμε μαζούτ, χρειαζόταν η προθέρμανση· δεν γινόταν αλλιώς. Χωρίς την προθέρμανση, όσο μαζούτ κι αν είχε η δεξαμενή, όσο καλός και αν ήταν ο καυστήρας, δεν γινόταν δουλειά. Χρειαζόταν εκείνο το κουτάκι που γινόταν η προθέρμανση του μαζούτ. Έτσι λοιπόν χρειάζεται μια προετοιμασία. Όταν γίνει, λές «Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού...», λες «"Αγιος ο Θεός...» και αλλιώς τη -νιώθεις την προσευχή. Όταν δεν γίνει, αρχίζεις και συνεχίζεις την προσευχή σαν σιδηρόδρομος «Άγιος ο Θεός...» Δηλαδή η ίδια η προσευχή σου όχι μόνο δεν είναι προσευχή, αλλά ούτε καν προετοιμασία για προσευχή δεν είναι.

Είναι πολύ σπουδαία αυτή η παρατήρηση που κάνει ο π. Σμέμαν ότι γενικότερα ο άνθρωπος έχει ανάγκη από προετοιμασία, και η Εκκλησία, ας πούμε, τον προετοιμάζει, για να μπει στη Μ. Τεσσαρακοστή. Είναι σπουδαία η παρατήρηση, και ας την εφαρμόσουμε λοιπόν αυτήν την αλήθεια. Μπορεί να κάνεις μόνο ένα λεπτό προσευχή. Όμως, αν πρώτα πέντε δευτερόλεπτα συμμαζευτείς λιγάκι, θα δεις ότι θα κάνεις ένα λεπτό προσευχή και θα θέλεις να κάνεις ακόμη ενα και ακόμη άλλο ένα κλπ., αλλά θα είναι και σωστότερη η προσευχή σου.


Κάτι για τη νηστεία

Αυτήν την εβδομάδα, όπως ίσως θα ξέρετε, που είναι η πρώτη εβδομάδα του Τριωδίου, έχει κατάλυση εις πάντα και την Τετάρτη και την Παρασκευή. Είπαμε κι άλλη φορά ότι παλαιότερα υπήρχε λόγος που είχε κατάλυση· τώρα δεν υπάρχει, κανείς λόγος, αλλά οι χριστιανοί κάτι τέτοια τα θεωρούν ως κεκτημένα δικαιώματα και δεν τα χάνουν εύκολα.

Παλιά, όπως λέει ο άγιος Νικόδημος, όχι παντού αλλά σα κάποια περιοχή όπου ζούσαν και αιρετικοί Αρμένιοι, οι οποίοι είχαν αυστηρή νηστεία αυτήν την εβδομάδα, η Εκκλησία, ακριβώς για να μην παρασυρθούν οι ορθόδοξοι από τους αιρετικούς, είπε ότι όλη αυτήν την εβδομάδα οι χριστιανοί δεν θα νηστεύουν καθόλου. Και ενώ αυτό είχε τοπικό και καιρικό χαρακτήρα, τελικά επικράτησε σ' όλη την Εκκλησία να μην έχει νηστεία την πρώτη εβδομάδα του Τριωδίου. Εν πάση περιπτώσει και τα επίσημα βιβλία της Εκκλησίας, το Ημερολόγιο που κάθε χρόνο εκδίδει η Ιερά Σύνοδος γράφει ότι έχει κατάλυση εις πάντα. Επομένως, μπορείτε να φάτε ελεύθερα Τετάρτη και Παρασκευή την πρώτη εβδομάδα του Τριωδίου. Εφόσον είναι γενικό, ο Θεός θα μας το συγχωρήσει. Αν κανείς θέλει να νηστεύσει, μπορεί να νηστεύσει.

Για το θέμα της νηστείας θα μιλήσουμε πάλι, αλλά από τώρα λέω ν' αφήσουμε κατά μέρος αυτά που λέμε «δεν μπορώ και δεν γίνεται». Όλοι μπορούμε να νηστεύσουμε, εκτός από ελάχιστες, πολύ ελάχιστες εξαιρέσεις. Όλοι οι άλλοι μπορούμε να νηστεύσουμε και μάλιστα θα χαρούμε και την υγεία μας. Είμαστε άρρωστοι, επειδή δεν νηστεύουμε, όχι επειδή νηστεύουμε.

Και τις άλλες Κυριακές θα αναφερόμαστε που και που στα της περιόδου αυτής που λέγεται Τριώδιο. Αυτά για σήμερα. 

Κυριακή Τελώνου και Φαρισαίου: Η φαρισαϊκή διαγωγή μας σκοτώνει την εν Χριστώ σωτηρία μας π. Στέφανος Αναγνωστόπουλος



Χρόνια μας Πολλά.

Και λέω Χρόνια μας Πολλά, γιατί σήμερα όλοι μας που αρχίζει το Τριώδιο, γιορτάζουμε. Και γιορτάζουμε επειδή η παραβολή του Τελώνου και Φαρισαίου με την οποίαν αρχίζει το Τριώδιο, μας αφορά όλους μας, γιατί άλλος λίγο, και άλλος πολύ, έχει συμμετοχή στην υπερηφάνεια και στον Φαρισαϊσμό. Γι’ αυτό λοιπόν έχουμε και την ονομαστική μας εορτή και ευχήθηκα λοιπόν Χρόνια μας Πολλά.
Λέγεται Τριώδιο, αφενός μεν διότι αποτελείται από τρείς περιόδους, η πρώτη αρχίζει με την σημερινή Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου και τελειώνει με την Κυριακή της Τυρινής, η Δευτέρα περίοδος αρχίζει από την Καθαρά Δευτέρα και τελειώνει την Κυριακή των Βαΐων, και η Τρίτη περίοδος είναι η περίοδος της Μεγάλης Εβδομάδας.

Καλείται όμως «Τριώδιο» και για άλλον έναν λόγο. Διότι οι καθημερινές ακολουθίες δεν αποτελούνται από οκτώ ωδές, όπως αυτές υπάρχουν στην Παρακλητική και στα Μηναία, αλλά μόνον από τρείς ωδές. 

Λέγεται δε η σημερινή Κυριακή όπως την ακούσατε και την τονίσαμε δυο φορές «Τελώνου και Φαρισαίου», διότι αυτή ήταν και η παραβολή που ακούσαμε προηγουμένως. Μικρή αυτή η Ευαγγελική περικοπή, αλλά με πολύ μεγάλα, και βαθιά τα νοήματα. Διδακτικά και σωτήρια για όλους μας. Αρκεί βέβαια να τα προσέχουμε. Για εικοσιτρία ολόκληρα χρόνια, σ’ αυτόν εδώ τον μικρόν ναό, ομιλούμε αυτή την ημέρα για την υποκρισία και τον Φαρισαϊσμό, που είναι γεννήματα της υπερηφάνειας, της κενοδοξίας και του εγωισμού που έχουμε όλοι μας. Και άλλες φορές πάλι ομιλήσαμε για την ταπείνωση. 

Χιλιάδες σελίδες έχουν γραφεί και για τα δυο αυτά μεγάλα θέματα. Και για την υποκρισία και τον Φαρισαϊσμό, ακόμα πιο περισσότερες χιλιάδες για την υπερηφάνεια και πολύ περισσότερες για την ταπείνωση. Ο Φαρισαίος θεωρείτο για την εποχή του, άνθρωπος ενάρετος και ευσεβής. Πήγαινε πολύ τακτικά στο ναό, ή στις διάφορες συναγωγές κατά περιοχές. Προσευχόταν φανερά και επιδεικτικά. Σήκωνε δηλαδή ας πούμε τα χέρια ψηλά, και αν είχε και κανένα κομποσχοίνι το κρατούσε και αυτό ψηλά να το βλέπουν όλοι, έκανε αγαθοεργίες και ελεημοσύνες πολύ φανερές για να τις βλέπουν όλοι, και ήλεγχε μετά φανατισμού τους αμαρτάνοντας. Και δεν ήθελε να έχει καμιά σχέση μαζί τους, διότι εθεωρούσε τον εαυτόν του αμόλυντο και αναμάρτητο. Επιπλέον δε ο Φαρισαίος, εγνώριζε πάρα πολύ καλά τον Μωσαϊκό Νόμο. Και με δυο λόγια θα λέγαμε ότι ήταν ο άνθρωπος του Θεού. 

Ήταν όμως άνθρωπος του Θεού; Δεν ήταν! Όπως δεν είμαστε και πολλοί από μας. Διότι ο Θεός δεν τον δικαίωσε, αντιθέτως τον καταδίκασε. Γιατί αφενός μεν ξεχώρισε τον εαυτόν του από τους συνανθρώπους του, τους οποίους θεωρούσε μολυσμένους και μεγάλους αμαρτωλούς, και αφετέρου διότι φανερά κορόιδευε τον εαυτόν του. Δεν προσηύχετο στον Θεό. Προσηύχετο και απευθυνόταν μόνον στον εαυτό του. Ήταν σα να λέμε ότι είχε στήσει έναν καθρέφτη, έβλεπε τον εαυτόν του στον καθρέφτη και σ’ αυτόν προσηύχετο. Με τον εαυτόν του ομιλούσε, για τον εαυτόν του ομιλούσε, και από τον εαυτόν του έπαιρνε απαντήσεις. Αφού μιλούσε στον καθρέφτη! 

Γι’ αυτό και η στάση του ήταν ανάλογη. Στάθηκε όπως μας είπε ο Κύριος στην παραβολή, στάθηκε εις εαυτόν. Στάθηκε μπροστά στον εαυτόν του, μπροστά δηλαδή σ’ έναν καθρέφτη. Καμαρωτός καμαρωτός λοιπόν απέναντι στον εαυτόν του. Αυτός όμως ο τρόπος δεν είναι προσευχή! Είναι διαστροφή. Είναι αυτοδικαίωσις. Είναι αυτοθέωσις. Είναι εγωλατρεία. Και αυτό διότι πίστευε ο Φαρισαίος της εποχής εκείνης, ούτε λίγο, ούτε πολύ, ότι ο Θεός ήταν υποχρεωμένος απέναντί του. Και ο Θεός του χρεωστούσε ευγνωμοσύνη επειδή αυτός έπραττε κάποια φανερά καλά. Του χρωστούσε ευγνωμοσύνη ο Θεός, επειδή ήτανε καλός άνθρωπος, επειδή δεν έκανε τις ατιμίες και τα διάφορα άλλα φανερά αμαρτήματα, και δεν έμοιαζε βέβαια σαν τους λοιπούς αμαρτωλούς, και μάλιστα έδειξε και τον τελώνη. «Όπως ούτος ο τελώνης». Δεν είμαι εγώ, λέει, σαν τους άλλους. Δεν είμαι ώσπερ οι λοιποί των ανθρώπων! Ή όπως αυτός ο τελώνης! 

Τέλειος λοιπόν ξεπεσμός του ανθρώπου, του θρησκευομένου ανθρώπου. Καμαρώνει και φαντάζεται, φαντάζεται ότι ευχαριστεί τον Θεό διότι είναι καλός άνθρωπος. Άλλο καλός άνθρωπος, άλλο καλός χριστιανός. Και μάλιστα να σας πω και κάτι περισσότερο. Δεν φτάνει το καλός χριστιανός. Γιατί ο χριστιανός πρέπει να φτάσει στην τελείωση. Στον αγιασμό και στη θέωση. Πέραν λοιπόν απ’ το καλός χριστιανός, είναι η θέωσις. 
Ο Θεός σε ευχαριστώ σοι, διότι δεν είμαι ώσπερ οι λοιποί των ανθρώπων. Άρπαγες, άδικοι, πόρνοι, φονιάδες, κακούργοι, και τα λοιπά και τα λοιπά. Και απαριθμεί δηλαδή, γνωστά αμαρτήματα, που ήσαν φανερά. Που τα βλέπουν και τα ξέρουν όλοι οι άνθρωποι. Ξέρουν ότι αυτός είναι κλέφτης, ότι αυτός πήγε στη φυλακή, ότι ο άλλος σκότωσε, ότι ο άλλος πρόδωσε το σπίτι του, ότι ο άλλος έκανε αυτό, ότι ο άλλος έκανε εκείνο. Αλλά για τα εσωτερικά όμως αμαρτήματα και τις κρυφές του αδυναμίες, και τα ύπουλα πάθη που δουλεύουν μέσα μας, δεν έκανε κανέναν λόγο.
Δεν μίλησε παραδείγματος χάριν για την υπερηφάνεια, για την πονηριά, για την εσωτερική ασέλγεια. Ποιος δεν έχει ασέλγεια εσωτερική. Για την μνησικακία. Για την ακαταδεξία. Και για το φθόνο και τη ζήλεια. Υπάρχει κανένας από σας που να μη φθονεί και να μη ζηλεύει; Να μην αισθάνθηκε καμιά φορά αυτό το φιδάκι να δαγκάνει λίγο την καρδούλα του; Εγώ το αισθάνθηκα πολλές φορές! Εσείς ούτε μία; Δε μίλησε για την πλεονεξία! Δεν μίλησε για την φιλαργυρία! Δεν μίλησε για την βουλιμία και για την ακράτεια. Δεν μίλησε για τους αισχρούς λογισμούς! Τις αισχρές σκέψεις. Τις αισχρές επιθυμίες! Τα δουλέματα τα εσωτερικά της ψυχής του, πούσαν όλα μαύρα. Δε μίλησε για το δόλο και τη δειλία, για την αχαριστία και την συκοφαντία και τόσα άλλα, να μην τα απαριθμούμε κι όλα.
Και στη συνέχεια ο Φαρισαίος πάλι καμαρώνοντας μπροστά στον καθρέφτη, είπε στον εαυτόν του : «Νηστεύω δις του Σαββάτου και αποδεκατώ όσα κτώμαι». Δηλαδή νηστεύω Τετάρτη και Παρασκευή, και από το μισθό μου που είναι τριακόσιες χιλιάδες δραχμές το μήνα, κάθε μήνα τις τριάντα, το δέκα τοις εκατό δηλαδή, τις δίνω για ελεημοσύνη. Εγώ είμαι εντάξει, δεν είμαι σαν τους άλλους, ούτε σαν αυτόν τον τελώνην. 

Ο τραγικός αυτός κομπασμός, δυστυχώς αδελφοί μου, δημιουργεί όπως είπα και προηγουμένως, αυτοδικαίωση και κακομοιριά. Έτσι ο Φαρισαίος δεν κέρδισε απολύτως τίποτα, με τον τρόπον αυτόν που προσηύχετο, καταδίκασε τον εαυτόν του εις τους αιώνας των αιώνων, και ο άλλος που ήταν αμαρτωλός, και ποιος ξέρει σε πόσες μεγάλες αμαρτίες είχε πέσει, με το να ομολογεί όμως συντετριμμένος την αμαρτία του ενώπιον του Αγίου Θεού, να μην έχει την τόλμην να σηκώσει τα μάτια του για να ατενίσει τον Θεόν, με το να φωνάζει «ο Θεός μου, ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ», αυτός δικαιώθηκε, και όχι ο Φαρισαίος και υπερήφανος. Έτσι λοιπόν συμβαίνει και σε όλους εμάς. 

Η υπερηφάνεια, η κενοδοξία και ο εγωισμός, μας κάνουν τις περισσότερες φορές, να είμαστε υποκριταί. Ο Φαρισαϊσμός είναι τόσο μεγάλο πάθος, ώστε μερικοί από τους Πατέρες να τον θεωρούν πολυκέφαλο θηρίο σαν την Λερναία Ύδρα. Γι’ αυτό και ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέγει τα εξής: «Για όλα τα κακά, φταίει η υποκρισία, αφού όλοι μας λίγο ή πολύ, είμαστε εγωισταί και υπερήφανοι. Μας κάνει ακόρεστα να διψάμε τη δόξα, την επίδειξη, τη δύναμη, την εξουσία, τον πλούτο και τα λοιπά, για να μας ρίξει στο λάκκο της μεγαλομανίας, και από κει στην αιώνια απώλεια και την κόλαση. Και σ’ αυτήν την κατηγορία, δεν υπάγονται»,- προσέξτε, το λέγει αυτό ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, - «δεν υπάγονται οι πιο πολλοί από τους χριστιανούς, αλλά και πολλοί από μας, που φοράμε το ράσο, τους παπάδες, τους μοναχούς, τους καλογήρους, τους διακόνους, τους δεσποτάδες», και πρώτος από όλους, αφορά και μένα. Δεν ξεχωρίζω τον εαυτό μου σε τίποτα από τους άλλους. 
Δυστυχώς η υποκρισία, σαν διαβρωτική υγρασία εισέρχεται παντού.
Η υποκρισία; Στην ελεημοσύνη. Μπαίνει μέσα. Υποκρινόμεθα ότι είμεθα ελεήμονες, θέλομε να φαινόμαστε απέναντι στους άλλους, ενώ δεν είμεθα. Τι θα μας πει μεθαύριο ο Θεός; «Μη γνώτω η αριστερά σου τι ποιεί η δεξιά σου».

Στη νηστεία επίσης και στην προσευχή. Και κει μπαίνει η υποκρισία. Τι λέει ο Θεός; Θέλεις να προσευχηθείς; Κάντο κρυφά! Είσελθε εις το ταμείον σου, και ο Θεός ο βλέπων εν τω κρυπτώ, αποδώσει εν τω φανερώ. Νηστεύεις; Νήστευε. Μην το φανερώνεις. Μην το αποκαλύπτεις! Δεν τρώω σοκολατάκι, λέει. Σήμερα νηστεύω. Και μόλις πάει σπίτι, ανοίγει το ψηγείο, και καταβροχθίζει τα λουκάνικα. 
Λοιπόν… Α, μπαίνει και στην αγρυπνία, και να μας συγχωρέσουν και οι άγιοι μας οι ιεροψάλτες, αλλά λέγει ο Άγιος ιερός Χρυσόστομος, ότι η υποκρισία μπαίνει και στο ωραίο ψάλσιμο. Συγγνώμην, ε; Θα λέμε.
Λοιπόν, μπαίνει στο σεμνό το ντύσιμο, βάζουμε βλέπεις και τη μαντίλα, δε λέω ότι δεν πρέπει, ο Παύλος το επιβάλλει, αλλά προσέξτε την υποκρισία, αυτό θέλει να πει.
Επίσης και στα φτωχικά ρούχα. Ο άλλος φοράει φτωχικά ρούχα, από υποκρισία, υποκρινόμενος.  Αμ, που μπαίνει στη διδασκαλία και στο κήρυγμα… Εδώ είμαι πρώτος. Γιατί είμαι και διδάσκαλος, είμαι και κήρυκας του λόγου του Θεού, άρα λοιπόν και πρώτος φταίχτης σ’ αυτό το μεγάλο αμάρτημα.
Παντού λοιπόν εισέρχεται, και πάντοτε με το φόρεμα της ευσεβοφάνειας, και έτσι κυριευόμαστε όλοι μας, άλλος λίγο και άλλος πολύ από αυτοθαυμασμό και από αυτοϊκανοποίηση.  Είναι αυτό που βγάζει ο Φαρισαίος προς τα έξω. Τις καλές του πράξεις. Για το θεαθήναι τοις ανθρώποις. Και όλα τα κρυφά, τα άσχημα, τα βρωμερά, τα ύπουλα, τα δόλια, αυτά τα κρύβει μέσα του. 

Ήρθε κάποιος πριν πάρα πολλά χρόνια, και μου είπε, -και για να τελειώνω, για να δω, και πόσα λεφτά σας μίλησα κιόλας, για να μην σας κουράζω-. Λέει, εγώ πάτερ αγαπώ όλο τον κόσμο. Και βγάζω και το ψωμί, την μπουκιά μου απ’ το στόμα μου, και τη δίνω στον άλλον. -Μπράβο του.- Πάω λέει και στα νοσοκομεία, πάω και στα γεροκομεία. Πάω και στις φυλακές. Τρέχω εδώ, τρέχω εκεί. -Πολύ καλά. Χίλιες ευλογίες ναχεις απ’ το Θεό.- Να αλλά τον αδελφό μου όμως που μου έκανε πλαστογραφία στην υπογραφή της μάνας μου, όχι δεν θέλω να τον δω στα μάτια μου, αλλά όταν θα πεθάνει θα πάω πάνω στον τάφο του και θα κάνω ακαθαρσίες. -Δε μου τόπε έτσι, μου τόπε πιο βαριά, εγώ σας το λέω ελαφριά.- Τάκανε όλα, αλλά τον αδελφό δεν τον συγχωρούσε. Βλέπετε λοιπόν ότι η μνησικακία που υπήρχε στο βάθος της ψυχής του, ήταν ασυγκρίτως πολύ πιο μεγαλύτερη και εξουδετέρωνε, όλα τα καλά έργα τα οποία έκανε, και τα οποία όντως τα καλά του έργα, όπως τα απαρίθμησε ήταν αξιοθαύμαστα. Αλλά αυτό δεν φτάνει.

Πως θα σωθούμε. Θα σωθούμε με την μετάνοια. Και τον τρόπο μας τον δίδαξε ο τελώνης. Θα πέφτουμε στα πόδια του πνευματικού και θα ζητάμε έλεος. Πάτερ κάνε προσευχή να με συγχωρέσει ο Θεός. Ζητάω έλεος απ’ τον Θεόν. Σήμερα, αύριο πεθαίνω. Έλεος θέλω απ’ τον Θεόν. Έλεος. Γιατί το έλεος θα μας σώσει. Και μόνον το έλεος θα μας σώσει. Η κραυγή του τελώνου. «Ο Θεός μου ιλάσθητί μοι τω αμαρωλώ»,

Αμήν.


Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ (9 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ)



«Ο άγιος Νικηφόρος έζησε κατά τους χρόνους των βασιλέων Ουαλεριανού και Γαληΐνου και ήταν ένας απλός πολίτης. Είχε δε κι ένα χριστιανό φίλο, πρεσβύτερο της Εκκλησίας, που λεγόταν Σαπρίκιος, ο οποίος από διαβολική ενέργεια μίσησε τον άγιο Νικηφόρο και μνησικακούσε απέναντί του. Όταν συνελήφθη ο Σαπρίκιος από τους ειδωλολάτρες και υφίστατο πολλά βασανιστήρια για την πίστη του Χριστού, ο άγιος Νικηφόρος έστειλε μεσίτες προς αυτόν, ζητώντας συγχώρηση, αλλ’ ο Σαπρίκιος δεν τους άκουσε.  Είδε τότε ο άγιος Νικηφόρος ότι ο Σαπρίκιος οδηγείται εκεί που θα του έκοβαν το κεφάλι, οπότε έτρεξε και έπεσε στα πόδια του ζητώντας συγχώρηση. Και μολονότι του θύμιζε τους νόμους του Χριστού περί συμφιλιώσεως των ανθρώπων, εκείνος δεν υπεχώρησε. Ο Σαπρίκιος πέρασε από πολλά βασανιστήρια και πλησίαζε η ώρα να πάρει το στεφάνι και τα βραβεία από τον Χριστό. Κι ενώ λίγο έμελλε για να του κόψουν το κεφάλι, δεν έδινε τη συγχώρηση. Γι’ αυτόν τον λόγο, απογυμνώθηκε από τη βοήθεια του Θεού και είπε στους δημίους: Αφήστε με και θα θυσιάσω στους θεούς. Μόλις το είδε αυτό ο άγιος Νικηφόρος, παρέδωσε τον εαυτό του στους δήμιους και ομολόγησε τον Χριστό με παρρησία. Με την προσταγή του τυράννου τότε, του έκοψαν το κεφάλι, κι έτσι έλαβε ο άγιος γρήγορα τα βραβεία της αγάπης, την οποία και προσπαθούσε να κάνει πράξη, χάριν του Χριστού,  του δοτήρα της αγάπης».

Ο υμνογράφος του αγίου Νικηφόρου Θεοφάνης, στο εξαποστειλάριο του όρθρου μας δίνει με μία φράση το στίγμα του αγίου: «Νικηφόρε, φάνηκες νικητής όπως λέει το όνομά σου, γιατί νίκησες τους τυράννους στην αγάπη και στο μαρτύριο. Γι’ αυτό  και δέχτηκες το στεφάνι της νίκης από τον Κύριο» («Φερώνυμος εδείχθης της νίκης, ω Νικηφόρε, αγάπη και μαρτυρίω, νενικηκώς τους τυράννους∙ όθεν και νίκης το στέφος εδέξω παρά Κυρίου»). Πράγματι, οι ύμνοι της Εκκλησίας μας κυμαίνονται ακριβώς επάνω στα δύο αυτά: τη νίκη του αγίου με βάση την εντολή του Κυρίου, την αγάπη – όταν μάλιστα αγωνιζόταν να συμφιλιωθεί με τον ιερέα Σαπρίκιο, ο οποίος τον εχθρευόταν - τη νίκη του και  στο μαρτύριο, διότι δεν δίστασε διόλου να ομολογήσει την πίστη του με τίμημα την ίδια του τη ζωή. Αυτό σημαίνει ότι ο άγιος Νικηφόρος, απλός άνθρωπος, χωρίς αξιώματα, χωρίς θέσεις, αλλά με επίγνωση του σπουδαιοτέρου γεγονότος στη ζωή ενός πιστού: να μένει σταθερός στην πίστη του, έδειξε έμπρακτα ότι η ζωή του ήταν θεμελιωμένη  στην πρώτη και σπουδαιότερη εντολή του Κυρίου, την αγάπη, με τη διπλή της διάσταση: την προς τον Θεό και την προς τον συνάνθρωπο.

Ο άγιος Θεοφάνης υπενθυμίζει για πολλοστή φορά, μια που του δίνεται η ευκαιρία κατεξοχήν σήμερα με τον άγιο Νικηφόρο, ότι οι δύο αγάπες, προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο, είναι στην ουσία μία: κανείς δεν μπορεί να έχει τη μία αγάπη χωρίς την άλλη. Αγαπά κανείς τον Θεό σημαίνει ότι αγαπά ταυτοχρόνως και τον συνάνθρωπό του, έστω και τον εχθρό του∙ αγαπά κανείς τον συνάνθρωπο σημαίνει ότι αγαπά ταυτοχρόνως και τον Θεό. Κι αυτό γιατί ο Θεός «αγάπη εστί». Είναι αυτό που κηρύσσει διαπρυσίως ο ευαγγελιστής της αγάπης, ο άγιος Ιωάννης, όταν σημειώνει ότι «αυτός που λέει ότι αγαπά τον Θεό, αλλά μισεί τον συνάνθρωπό του, ψεύστης εστίν». Δεν είναι δυνατόν λοιπόν κανείς να ξεφεύγει από την αγάπη, χωρίς να χάνει την επαφή του με τον Θεό. Στο δοξαστικό μάλιστα των στιχηρών του εσπερινού η αλήθεια αυτή τονίζεται εμφαντικά: «Έδειξες σε όλους φανερά, αθλητά Νικηφόρε, ότι αυτός που δεν αγαπά τον πλησίον ούτε και τον Δεσπότη Χριστό μπορεί να αγαπήσει. Γι’ αυτό ακριβώς, συ ο ίδιος αγάπησες ειλικρινά τον ομόδουλό σου Σαπρίκιο, οπότε με την αγάπη αυτή πέταξες σαν να είχες φτερά και προς τον θείο έρωτα και έδωσες τη ζωή σου χάριν της ομολογίας και της πίστεως στον Χριστό. Ο δυσώνυμος όμως Σαπρίκιος, που κράτησε άσπονδο μίσος απέναντί σου, φάνηκε τελικά αρνητής και του Δεσπότη Χριστού» («Έδειξας πάσιν εμφανώς, αθλητά Νικηφόρε, ότι τον πλησίον ο μη φιλών, ούτε τον Δεσπότην αγαπήσαι δύναται∙ διόπερ, αυτός μεν ειλικρινώς αγαπήσας Σαπρίκιον τον ομόδουλον, εντεύθεν και προν τον θείον ανεπτερώθης έρωτα, και την ψυχήν σου τέθεικας υπέρ της εις Χριστόν ομολογίας και πίστεως. Σαπρίκιος δε ο δυσώνυμος, άσπονδον προς σε το μίσος κτησάμενος, αρνητής εδείχθη και του Δεσπότου Χριστού»).

Ίσως όμως σήμερα, εκείνο που παραξενεύει περισσότερο δεν είναι η αγάπη του αγίου Νικηφόρου. Αυτός με τη χάρη του Θεού την απέδειξε έμπρακτα, στεφανώθηκε, κέρδισε τον Παράδεισο, πρεσβεύει υπέρ ημών. Το παραδοξότερο είναι η δαιμονική άρνηση του ιερέα Σαπρικίου να δώσει συγχώρηση στον τέως φίλο του Νικηφόρο, κάτι που τον έκανε να ξεπέσει και από την αγάπη του Θεού και του στέρησε όχι μόνο τη θριαμβευτική είσοδό του ως μάρτυρα στη Βασιλεία του Θεού, αλλ’ ούτε και την απλή σωτηρία του. Από εκεί που υπομένει τόσα βασανιστήρια, που ομολογεί με γενναιότητα την πίστη του, να γίνεται στον επίλογο δειλό ανθρωπάκι και αρνησίχριστος. Την παραδοξότητα αυτή σημειώνει και ο υμνογράφος: «Ο Σαπρίκιος που δεν φύλαξε τους θεσμούς σου, Σωτήρα Κύριε, γυμνώνεται από της θεία Σου χάρη. Κι αφού υποχώρησε στους εχθρούς, στερείται ο δειλός από τη δόξα των μαρτύρων Σου. Γι’ αυτό και μένουμε έκπληκτοι από τη δίκαιη πρόνοιά Σου, οπότε φωνάζουμε δυνατά: Δόξα στη δύναμή Σου» («Ο τους θεσμούς σου μη φυλάξας Σαπρίκιος, σης γυμνούται, Σώτερ, θείας χάριτος∙ και τοις εχθροίς νώτα δεδωκώς, της των σων μαρτύρων στερείται δόξης ο δείλαιος∙ διο σου της δικαίας εκπλαγέντες προνοίας∙ τη δυνάμει σου δόξα κραυγάζομεν») (ωδή δ΄).

Πέρα από τη δοξολογία του ονόματος του Θεού που δοξάζει τους μάρτυρές Του, ο θρήνος και ο φόβος είναι τα αισθήματα που δημιουργεί η περίπτωση του Σαπρικίου. Ποιος μπορεί να καυχηθεί για το όποιο αξίωμά  του στην Εκκλησία, για τα κηρύγματά του, για τη δράση του, για τη θαρραλέα ακόμη πίστη του; Ο Σαπρίκιος τα είχε αυτά: ήταν ιερέας, κήρυσσε και δρούσε ιεραποστολικά, ομολογούσε την πίστη του με θάρρος. Το κριτήριο όμως είναι άλλο: απολύτως και μόνον η αγάπη, που αποδεικνύεται έμπρακτα ως συγχώρηση προς τον κάθε συνάνθρωπο. Τα πάντα μπορεί κανείς να έχει ως αρετές. Δεν έχει το ένα «ου εστί χρεία», την αγάπη, δεν έχει τίποτε. Γι’ αυτό και αφενός κανείς δεν μπορεί να καυχηθεί για οτιδήποτε: η αληθινή αγάπη φυτρώνει εκεί που υπάρχει το έδαφος της ταπείνωσης, αφετέρου το μαρτύριο από μόνο του δεν σώζει. Και στην περίπτωση ακόμη που ο Σαπρίκιος έδινε τη ζωή του για τον Χριστό, δεν θα ήταν χριστιανός μάρτυρας. Ο χριστιανός μάρτυρας πεθαίνει, αλλά χωρίς ίχνος μίσους και έχθρας μέσα του. Το λέει σαφέστατα και ο απόστολος Παύλος: «και εάν παραδώ το σώμα μου, ίνα καυθήσωμαι, αγάπην δε μη έχω, ουδέν ωφελούμαι». Και να καεί το σώμα μου για την πίστη μου, χωρίς αγάπη η θυσία αυτή δεν με ωφελεί.

Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 9 Φεβρουαρίου 2014. Ευαγγελιστής Λουκάς ιη΄10-14 (Αρχή Τριωδίου).





Κείμενο:
Άνθρωποι δύο ανέβησαν εις το ιερόν προσεύξασθαι, ο εις Φαρισαίος και ο έτερος τελώνης. ο Φαρισαίος σταθείς προς εαυτόν ταύτα προσηύχετο· ο Θεός, ευχαριστώ σοι ότι ουκ ειμί ώσπερ οι λοιποί των ανθρώπων, άρπαγες, άδικοι, μοιχοί, ή και ως ούτος ο τελώνης· νηστεύω δις του σαββάτου, αποδεκατώ πάντα όσα κτώμαι. και ο τελώνης μακρόθεν εστώς ουκ ήθελεν ουδέ τους οφθαλμούς εις τον ουρανόν επάραι, αλλ΄ έτυπτεν εις το στήθος αυτού λέγων· ο Θεός, ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ. λέγω υμίν, κατέβη ούτος δεδικαιωμένος εις τον οίκον αυτού ή γαρ εκείνος· ότι πας ο υψών εαυτόν ταπεινωθήσεται, ο δε ταπεινών εαυτόν υψωθήσεται.

Μετάφραση:
«Δύο άνθρωποι ανέβηκαν στο ναό για να προσευχηθούν. Ο ένας ήταν Φαρισαίος κι ο άλλος τελώνης. Ο Φαρισαίος στάθηκε επιδεικτικά κι έκανε την εξής προσευχή σχετικά με τον εαυτό του: «Θεέ μου, σ΄ ευχαριστώ που εγώ δεν είμαι σαν τους άλλους ανθρώπους άρπαγας, άδικος, μοιχός, ή και σαν αυτόν εδώ τον τελώνη. Εγώ νηστεύω δύο φορές την εβδομάδα και δίνω στο ναό το δέκατο απ΄ όλα τα εισοδήματά μου». Ο τελώνης, αντίθετα, στεκόταν πολύ πίσω και δεν τολμούσε ούτε τα μάτια του να σηκώσει στον ουρανό. Χτυπούσε το στήθος του και έλεγε: «Θεέ μου, σπλαχνίσου με τον αμαρτωλό». Σας βεβαιώνω πως αυτός έφυγε για το σπίτι του αθώος και συμφιλιωμένος με το Θεό, ενώ ο άλλος όχι· γιατί όποιος υψώνει τον εαυτό του θα ταπεινωθεί, κι όποιος τον ταπεινώνει θα υψωθεί».

Οἱ Ἅγιοι Μάρκελλος ἐπίσκοπος Σικελίας, Φιλάγριος ἐπίσκοπος Κύπρου καὶ Παγκράτιος ἐπίσκοπος Ταυρομενίου



Ἔζησαν καὶ οἱ τρεῖς κατὰ τὸν πρῶτο μετὰ Χριστοῦ αἰῶνα. Ὁ Μάρκελλος, πατέρας τοῦ Παγκρατίου, ἦταν προηγουμένως ὀπαδὸς τοῦ Σίμωνα τοῦ Μάγου.

Ἦλθε ὅμως στὴν ἀληθινὴ πίστη, μέσῳ τῆς διδασκαλίας καὶ τῶν θαυμάτων τοῦ ἀποστόλου Πέτρου, τὸν ὁποῖο καὶ ἀκολούθησε ἀπὸ τότε μὲ τὸ γιό του Παγκράτιο.

Καὶ ὁ μὲν Μάρκελλος ἔγινε κατόπιν ἐπίσκοπος στὶς Συρακοῦσες τῆς Σικελίας, ὅπου ἔφερε πολλοὺς εἰδωλολάτρες στὴν ἀληθινὴ θρησκεία.

Ὁ δὲ Παγκράτιος ἔγινε ἐπίσκοπος Ταυρομενίου (σημερινὴ Ταορμίνα) τῆς Σικελίας. Ὁ Φιλάγριος διέπρεψε σὰν ἐπίσκοπος τῆς Κύπρου. Καὶ οἱ τρεῖς δὲ πέθαναν, ἀφοῦ ὑπέστησαν πολλὲς δοκιμασίες στὴν ἐκτέλεση τῶν ποιμαντικῶν καθηκόντων τους, καὶ ζωὴ καθημερινοῦ μαρτυρίου.

(Ἡ μνήμη τοῦ Ἁγ. Παγκρατίου, ἐπαναλαμβάνεται καὶ τὴν 9η Ἰουλίου).

Ὁ Ὅσιος Ῥωμανὸς ὁ Κίλικας ὁ θαυματουργός


 


Ἡ καταγωγὴ τοῦ Ὁσίου αὐτοῦ ἦταν ἀπὸ τὴν Κιλικία, καὶ συγκεκριμένα ἀπὸ τὴν πόλη Ῥῶσο (ἀρχαία πόλη τῆς Συρίας στὸν Ἰσσικὸ κόλπο - Ἀλεξανδρέτας - ποὺ βρίσκεται κοντὰ στὶς Κιλικίες Πύλες). Ὁ πνευματικός του ὅμως ἀγῶνας ἔγινε στὰ μέρη τῆς Ἀντιόχειας. Ἐκεῖ, στοὺς πρόποδες ἑνὸς βουνοῦ ἔκτισε ἕνα μικρὸ κελί, ποὺ τοῦ χρησίμευε σὰν μελετητήριο καὶ συγχρόνως σὰν ἀσκητήριο. Ἦταν τύπος ἐγκρατὴς καὶ στοὺς τρόπους του ἁπλός, γεμάτος ταπεινοφροσύνη καὶ πραότητα.

Ἡ φήμη τῆς ἁγιότητάς του καὶ φρονήσεώς του ἔφερε πρὸς αὐτὸν πλήθη, ποὺ τοῦ ἐκδήλωναν τὴν ἐκτίμηση καὶ τὸν σεβασμό τους. Ἀλλὰ ἐκεῖνος, σὲ καμιὰ στιγμὴ δὲν αἰσθάνθηκε τὸν ἄνεμο τῆς ὑπερηφάνειας. Δὲν ἔβλεπε πόσο προόδευε, ἀλλὰ μόνο πόσο καθυστεροῦσε νὰ προοδεύσει. Συχνὰ μάλιστα ἔλεγε τὸν λόγο τοῦ Εὐαγγελίου, ὅτι, ὁποῖος νομίζει ὅτι στέκεται πνευματικά, ὀφείλει νὰ προσέχει μὴ πέσει.


Ὁ Θεὸς τὸν προίκισε καὶ μὲ τὸ χάρισμα νὰ θεραπεύει ἀσθένειες. Ἀλλ᾿ αὐτός, γιὰ νὰ εἶναι προσγειωμένος, ἔλεγε καὶ πάλι τὸ λόγο τοῦ Εὐαγγελίου, ὅτι, τὸ νὰ κάνει κανεὶς θαύματα δὲν εἶναι τίποτα. Τὸ σπουδαῖο εἶναι νὰ ἐργάζεται τὴν ἀρετὴ καὶ τὴν δικαιοσύνη. Μετὰ ἀπὸ τέτοια ἀληθινὰ ἁγία ζωή, ὁ Ὅσιος Ῥωμανός, ἀπεβίωσε εἰρηνικά.

Εὕρεσις Τιμίων Λειψάνων Ἁγίου Ἰννοκεντίου ἐκ Ρωσίας



Ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ τὴν μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἰννοκεντίου Ἐπισκόπου Ἰρκοὺτσκ τῆς Ρωσίας († 1731), στὶς 26 Νοεμβρίου.

Συναξαριστής της 9ης Φεβρουαρίου

Ἀπόδοσις τῆς Ἑορτῆς τῆς Ὑπαπαντῆς
 


 
Ὁ Ἅγιος Νικηφόρος

 


Ὁ Θεὸς εἶναι ἀγάπη. Καὶ ὁποῖος δὲν τὴν ἔχει, ματαιοπονεῖ, ἔστω καὶ ἂν εἶναι χριστιανὸς καὶ λέει ὅτι ἀγωνίζεται ἐν Χριστῷ. Ὅταν τὸ 257 μ.Χ. (ἐπὶ Οὐαλεριανοῦ καὶ Γαληΐνου) δόθηκε διαταγὴ διωγμοῦ κατὰ τῶν χριστιανῶν, ἔπιασαν πολλοὺς ἐπισκόπους καὶ Ἱερεῖς, μὲ σκοπὸ νὰ τοὺς βασανίσουν γιὰ νὰ ἀρνηθοῦν τὸ Χριστό.

Ὁ Νικηφόρος, χριστιανὸς εὐσεβέστατος, εἶδε μεταξὺ αὐτῶν τῶν Ἱερέων καὶ ἕναν, ὀνομαζόμενο Σαπρίκιο (πρεσβύτερο Ἀντιοχείας).
 Αὐτὸς ἔτρεφε μεγάλο μῖσος κατὰ τοῦ Νικηφόρου, πιστεύοντας ἴσως στὰ λόγια κάποιου συκοφάντη. Χωρὶς νὰ χάσει στιγμὴ ὁ Νικηφόρος, τρέχει ἀνάμεσα στοὺς δήμιους, πέφτει στὰ πόδια του καὶ παρακαλεῖ νὰ τὸν συγχωρέσει, ἔστω καὶ ἂν ἔκανε κάτι ποὺ δὲν τὸ κατάλαβε. Μάταια ὅμως.
 Ὁ Σαπρίκιος ἔκανε πὼς δὲν τὸν ἄκουγε. Ἔπειτα, μετὰ τὸ μαστίγωμα ποὺ δέχθηκε ὁ Σαπρίκιος, ὁ Νικηφόρος τὸν ἐπαναπλησιάζει, ἀσπάζεται τὶς πληγές του καὶ ζητάει νὰ τοῦ δώσει, ἔστω καὶ τὴν τελευταία στιγμή, τὴν εὐλογία του.
Ὁ Σαπρίκιος, ἀνένδοτος, τὸν διώχνει καὶ ὁδηγεῖται γιὰ ἀποκεφαλισμό. Ὅμως ὁ Θεὸς δὲ θέλησε τὴν θυσία του. Διότι μὲ τὸ στόμα τοῦ Ἀποστόλου Παύλου λέει: «Καὶ ἐὰν παραδῶ τὸ σῶμα μου ἵνα καυθήσομαι, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, οὐδὲν ὠφελοῦμαι». Καὶ ἄν, δηλαδή, δώσω τὸ σῶμα μου γιὰ νὰ καῶ, δὲν ἔχω ὅμως ἀγάπη, δὲν ὠφελοῦμαι τίποτα ἀπ᾿ τὴν θυσία αὐτή. Καὶ ἔτσι ἔγινε.

Ὁ Σαπρίκιος τὴν τελευταία στιγμὴ δείλιασε καὶ ἀρνήθηκε τὸ Χριστό! Μόλις τὸ ἄκουσε ὁ Νικηφόρος τὸν παρακαλεῖ νὰ ἀνακαλέσει τὴν ἄρνησή του. Τότε ἐκνευρισμένοι οἱ δήμιοι, ἀποκεφαλίζουν αὐτόν. Ἔτσι, ὁ Νικηφόρος πῆρε τὸ στεφάνι τοῦ μαρτυρίου καὶ ὁ Σαπρίκιος τὸ στίγμα τῆς ἀτιμίας.

Ἀπολυτίκιον. 
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ἀγάπῃ τοῦ Κτίσαντος, καταυγασθεὶς τὴν ψυχήν, τοῦ νόμου τῆς χάριτος, ἐκπληρωτὴς ἀκριβής, ἐμφρόνως γεγένησαι· ὅθεν καὶ τὸν πλησίον, ὡς σαυτὸν ἀγαπήσας, ἤθλησας Νικηφόρε, καὶ τὸν ὄφιν καθεῖλες· ἐντεῦθεν ἐν ὁμονοίᾳ, ἡμᾶς διατήρησον.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος α’. Χορός Ἀγγελικός.
Ἀγάπης τῷ δεσμῷ, συνδεθείς Νικηφόρε, διέλυσας τρανῶς, τήν κακίαν τοῦ μίσους· καί ξίφει τήν κάραν σου, ἐκτμηθείς ἐχρημάτισας, Μάρτυς ἔνθεος, τοῦ σαρκωθέντος Σωτῆρος· ὃν ἱκέτευε, ὑπέρ ἡμῶν τῶν ὑμνούντων, τήν ἔνδοξον μνήμην σου.

Κοντάκιον. 
Ἦχος α’. Χορὸς Ἀγγελικός.
Ἀγάπης τῷ δεσμῷ, συνδεθεὶς Νικηφόρε, διέλυσας τρανῶς, τὴν κακίαν τοῦ μίσους, καὶ ξίφει τὴν κάραν σου, ἐκτμηθεὶς ἐχρημάτισας, Μάρτυς ἔνθεος, τοῦ σαρκωθέντος Σωτῆρος· ὃν ἱκέτευε, ὑπὲρ ἡμῶν τῶν ὑμνούντων, τὴν ἔνδοξον μνήμην σου.

Ἕτερον Κοντάκιον. 
Ἦχος γ’. Ἡ παρθένος σήμερον.
Πτερωθεῖς ἀοίδιμε, τῇ τοῦ Κυρίου ἀγάπῃ, καὶ τὸν τούτου ἔνδοξε, Σταυρὸν ἐπ’ ὤμων βαστάσας, ἤσχυνας τοῦ διαβόλου τὰς μεθοδείας, ἤθλησας μέχρι θανάτου καὶ ἀληθείας· διὰ τοῦτο ἀνεδείχθης, ὁπλίτης μύστης, Θεοῦ τῆς Χάριτος.

Ὁ Οἶκος 
Τὴν τοῦ Παύλου σαφῶς διδασκαλίαν ἐπόθησας, καὶ τοῖς στέρνοις τοῖς σοῖς Ἔνδοξε κατεφύτευσας, βοῶν· Ἡ ἀγάπη οὐκ ἀσχημονεῖ, αὕτη τὸν Κτίστην ἄνθρωπον τέλειον ἡμῖν ἐχαρίσατο, δι' ἀγάπην πάντα ὑπέμεινεν, ἥλους καὶ σταυρόν, ὄξος καὶ ἐμπτύσματα, λόγχῃ ἐπάγη πλευρὰν ἁγίαν, δι' ἧς ἀνέβλυσεν ἡμῖν αἷμα καὶ ὕδωρ θεουργόν, ὃν ποθήσας, ἐφάνης νικηφόρος, ὡς καὶ τῇ κλήσει, ὁπλίτης, μύστης Θεοῦ τῆς χάριτος.

Μεγαλυνάριον.
Πλήρης ὢν ἀγάπης τῆς πρὸς Θεόν, ἠγάπησας μάκαρ, τὸν πλησίον ὡς σεαυτόν· ὅθεν καὶ ἀθλήσας, τοῦ μίσους τὸν ἐργάτην, καθεῖλες Νικηφόρε, Χριστῷ πειθόμενος.

Κάθισμα 
Ἦχος πλ. δ’. Τὴν Σοφίαν καὶ Λόγον.
Ἐντολῶν τοῦ Κυρίου ἐκπληρωτής, πεφηνὼς κατηλλάγης τῷ δυσμενεῖ, πρὸς σὲ τὴν διάνοιαν, τὴν αὐτοῦ Μάρτυς ἔχοντι, καὶ τὴν διὰ ξίφους, τελείωσιν εἴληφας, ἀντ' ἐκείνου Μάκαρ, Θεοῦ σε καλέσαντος· ὅθεν νικηφόρον, φερωνύμως δειχθέντα, αὐτὸς ἐστεφάνωσεν, ὡς Δεσπότης ἀξίως σε, Ἀθλοφόρε, ἀήττητε, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, τῶν πταισμάτων ἄφεσιν δωρήσασθαι, τοῖς ἑορτάζουσι πόθῳ, τὴν ἁγίαν μνήμην σου.

 
Ὁ Ὅσιος Ῥωμανὸς ὁ Κίλικας ὁ θαυματουργός

 


Ἡ καταγωγὴ τοῦ Ὁσίου αὐτοῦ ἦταν ἀπὸ τὴν Κιλικία, καὶ συγκεκριμένα ἀπὸ τὴν πόλη Ῥῶσο (ἀρχαία πόλη τῆς Συρίας στὸν Ἰσσικὸ κόλπο - Ἀλεξανδρέτας - ποὺ βρίσκεται κοντὰ στὶς Κιλικίες Πύλες). Ὁ πνευματικός του ὅμως ἀγῶνας ἔγινε στὰ μέρη τῆς Ἀντιόχειας. Ἐκεῖ, στοὺς πρόποδες ἑνὸς βουνοῦ ἔκτισε ἕνα μικρὸ κελί, ποὺ τοῦ χρησίμευε σὰν μελετητήριο καὶ συγχρόνως σὰν ἀσκητήριο. Ἦταν τύπος ἐγκρατὴς καὶ στοὺς τρόπους του ἁπλός, γεμάτος ταπεινοφροσύνη καὶ πραότητα.

Ἡ φήμη τῆς ἁγιότητάς του καὶ φρονήσεώς του ἔφερε πρὸς αὐτὸν πλήθη, ποὺ τοῦ ἐκδήλωναν τὴν ἐκτίμηση καὶ τὸν σεβασμό τους. Ἀλλὰ ἐκεῖνος, σὲ καμιὰ στιγμὴ δὲν αἰσθάνθηκε τὸν ἄνεμο τῆς ὑπερηφάνειας. Δὲν ἔβλεπε πόσο προόδευε, ἀλλὰ μόνο πόσο καθυστεροῦσε νὰ προοδεύσει. Συχνὰ μάλιστα ἔλεγε τὸν λόγο τοῦ Εὐαγγελίου, ὅτι, ὁποῖος νομίζει ὅτι στέκεται πνευματικά, ὀφείλει νὰ προσέχει μὴ πέσει.


Ὁ Θεὸς τὸν προίκισε καὶ μὲ τὸ χάρισμα νὰ θεραπεύει ἀσθένειες. Ἀλλ᾿ αὐτός, γιὰ νὰ εἶναι προσγειωμένος, ἔλεγε καὶ πάλι τὸ λόγο τοῦ Εὐαγγελίου, ὅτι, τὸ νὰ κάνει κανεὶς θαύματα δὲν εἶναι τίποτα. Τὸ σπουδαῖο εἶναι νὰ ἐργάζεται τὴν ἀρετὴ καὶ τὴν δικαιοσύνη. Μετὰ ἀπὸ τέτοια ἀληθινὰ ἁγία ζωή, ὁ Ὅσιος Ῥωμανός, ἀπεβίωσε εἰρηνικά.

 
Οἱ Ἅγιοι Μάρκελλος ἐπίσκοπος Σικελίας, Φιλάγριος ἐπίσκοπος Κύπρου καὶ Παγκράτιος ἐπίσκοπος Ταυρομενίου

 


Ἔζησαν καὶ οἱ τρεῖς κατὰ τὸν πρῶτο μετὰ Χριστοῦ αἰῶνα. Ὁ Μάρκελλος, πατέρας τοῦ Παγκρατίου, ἦταν προηγουμένως ὀπαδὸς τοῦ Σίμωνα τοῦ Μάγου.

Ἦλθε ὅμως στὴν ἀληθινὴ πίστη, μέσῳ τῆς διδασκαλίας καὶ τῶν θαυμάτων τοῦ ἀποστόλου Πέτρου, τὸν ὁποῖο καὶ ἀκολούθησε ἀπὸ τότε μὲ τὸ γιό του Παγκράτιο.

Καὶ ὁ μὲν Μάρκελλος ἔγινε κατόπιν ἐπίσκοπος στὶς Συρακοῦσες τῆς Σικελίας, ὅπου ἔφερε πολλοὺς εἰδωλολάτρες στὴν ἀληθινὴ θρησκεία.

Ὁ δὲ Παγκράτιος ἔγινε ἐπίσκοπος Ταυρομενίου (σημερινὴ Ταορμίνα) τῆς Σικελίας. Ὁ Φιλάγριος διέπρεψε σὰν ἐπίσκοπος τῆς Κύπρου. Καὶ οἱ τρεῖς δὲ πέθαναν, ἀφοῦ ὑπέστησαν πολλὲς δοκιμασίες στὴν ἐκτέλεση τῶν ποιμαντικῶν καθηκόντων τους, καὶ ζωὴ καθημερινοῦ μαρτυρίου.

(Ἡ μνήμη τοῦ Ἁγ. Παγκρατίου, ἐπαναλαμβάνεται καὶ τὴν 9η Ἰουλίου).

 


 

 
Ὁ Ἅγιος Πέτρος ὁ Δαμασκηνός

Ἦταν Ἱερέας μὲ πλήρη συνείδηση τῶν ὑποχρεώσεών του πρὸς τὸν Χριστὸ καὶ τὸν λαό. Μὲ τὸ προσωπικό του παράδειγμα, ἄμεμπτο καὶ διδακτικότατο, φώτιζε καὶ κατάρτιζε τοὺς πιστούς με τὰ τακτικὰ καὶ πρακτικότατα κηρύγματά του. Αὐτὸς μάλιστα εἶναι καὶ ὁ συγγραφέας τῆς Νηπτικῆς βίβλου, ποὺ ἐμπεριέχεται στὴ Φιλοκαλία.

Τὴν ἀγάπη του πρὸς τὸν Χριστό, δὲν τὴν ἔδειχνε μόνο σὲ καιροὺς εἰρηνικούς, ἀλλὰ καὶ σὲ δύσκολους. Καὶ τὴν ζωή του στεφάνωσε, ἀφοῦ πρόθυμα ἔδωσε τὸ κεφάλι του στὸν θάνατο διὰ ξίφους, γιὰ νὰ μείνει πιστὸς στὴν ὁμολογία τοῦ Χριστοῦ.

 
Οἱ Ἅγιοι Ἄμμων καὶ Ἀλέξανδρος
 

 
Οἱ Ὅσιοι Νικηφόρος καὶ Γεννάδιος ἐν Βολογντᾷ (+ 16ος αἰ.)
 

 
Εὕρεσις Τιμίων Λειψάνων Ἁγίου Ἰννοκεντίου ἐκ Ρωσίας

 


Ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ τὴν μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἰννοκεντίου Ἐπισκόπου Ἰρκοὺτσκ τῆς Ρωσίας († 1731), στὶς 26 Νοεμβρίου.

ΕΠΙ ΤΟΝ ΙΟΡΔΑΝΗΝ ΔΡΑΜΩΜΕΝ!

  « Τήν Βηθλεέμ ἀφέμενοι, τό καινότατον θαῦμα, πρός Ἰορδάνην δράμωμεν, ἐκ ψυχῆς θερμοτάτης, κἀκεῖσε κατοπτεύσωμεν τό φρικτόν Μυστήριον· θεοπ...