Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Πέμπτη, Ιουνίου 19, 2014

Ο μακάριος Γέρων Ευσέβιος Γιαννακάκης (1910 – 19 Ιουνίου 1995) στην Κατοχή


Ο Αντώνης αναζήτησε τον ιερομόναχο π. Σεραφείμ, ο όποιος ήταν ήδη ενημερωμένος και τον περίμενε. Ο Γέροντας Σεραφείμ ήταν όσιακή, σεβάσμια και πατερική μορφή. Ο Γέροντας Σεραφείμ εξαρχής όρισε τον Αντώνη διακονητή του. Έμενε στο ίδιο κελλί μαζί του. Με πολλή χαρά και προθυμία διάκονούσε ο Αντώνης το Γέροντα του, γιατί γνώριζε ότι μέσω εκείνου υπηρετούσε το Θεό.
Πολλές οι δυσκολίες για το δόκιμο από την πρώτη στιγμή της μοναχικής του ζωής. Είχε πάει με χαρά στο Μοναστήρι, συνάντησε όμως κάποια πνευματική χαλάρωση, λόγω του μή κοινοβιακού μοναχικού συστήματος. Το Μοναστήρι της Αγίας Λαύρας ήταν τότε ιδιόρρυθμο. «Βρήκα εξωτερικές δυσκολίες πολλές, πάρα πολλές, όμως στο ιδανικό μου δεν είχα δυσκολίες. Ώς προς την κλήση μου ήμουν απέραντα ικανοποιημένος. Ήμουν εσωτερικά αναπαυμένος», έλεγε ο ίδιος αργότερα.
Ειχε πάει έτοιμος στο Μοναστήρι, καλλιεργημένος και με επίγνωση. Ήταν τόση η επίδοση του στους ασκητικούς μοναχικούς αγώνες, πού πολύ σύντομα -μέσα σ’ ένα χρόνο- έγινε Μοναχός με το όνομα Εύσέβιος και μετά από μία εβδομάδα Ιεροδιάκονος.
Οί παλαιοί Πατέρες της Λαύρας μιλούν για την ευλάβεια, την ταπείνωση, την υπακοή, το άδολο, την αγαθότητα και την αγάπη του π. Εύσεβίου προς όλους. Ο συμμοναστής του αείμνηστος π. Άνθιμος Δημακόπουλος, μετέπειτα ηγούμενος της Μονής, αφηγείται:
«Τον πρώτο καιρό πού ήρθε ο Αντώνης στη Λαύρα, ήταν «σημεΐον αντιλεγόμενον» μέσα στο Μοναστήρι, γιατί ειχε τις αυστηρές αρχές με τις όποιες ζούσε στην Αθήνα. Εμείς τον κοιτάζαμε άφ’ υψηλού. Είχε όμως υπομονή, και σε άλλαζε με τη στάση του…(όπως λέει σε απομαγνητοφωνημένη αφήγησή του στις 19 Ιανουαρίου 1996).
»Διέφερε από όλους μας. Γνώριζε καλά γιατί ήρθε στο Μοναστήρι… Εκείνος ήταν καλλιεργημένος και δίδαξε κι εμάς με τη ζωή του… Είχε συμπάθειαν θεάρεστον και εύσπλαγχνίαν άδολον. Αν έβλεπε ότι κάποιος δυσκολευόταν να πάει για μια διακονία, τον συνέτρεχε. Ήταν αεικίνητος… έτρεχε παντού να βοηθήσει, χωρίς να εξετάζει αν μια εργασία ήταν δικό του διακόνημα η κάποιου άλλου, όπως αναφέρει σε προφορική αφήγησή του στις 22 Ιουνίου 1995. Εκδήλωνε την αγάπη του και με λόγια και με έργα….
»Για όλα τα θέματα της Μονής και για τους μοναχούς, όταν αρρώσταιναν, εκείνος έτρεχε. Δεν πήγαινε άλλος. Όταν εϊχαμε κάποιο δύσκολο θέμα στο Μοναστήρι, εκείνον στέλναμε να το διεκπεραιώσει. Λέγαμε: «ό π. Ευσέβιος θα τα καταφέρει». Δεν άναβε. Δεν μπορούσαμε έμεΐς να τον μιμηθούμε…» όπως και πάλι ανέφερε σε αφήγησή του στις 22 Ιουνίου 1995.
Ο Γέροντας του τον αγαπούσε πολύ για την τέλεια υπακοή και την προθυμία του. Ξεψύχησε με το όνομα του π. Ευσεβίου στα χείλη του. «Ευσέβιε, παιδάκι μου, Ευσέβιε, παιδάκι μου», έλεγε.
«Τα τρία χρόνια υποταγής μου στο Γέροντα Σεραφείμ ήταν τα καλύτερα της ζωής μου. Δεν έκανα τίποτα το δικό μου και είχα απέραντη χαρά» έλεγε ο ίδιος αργότερα», νουθετώντας τις Μοναχές του.
Τον Οκτώβριο του 1943 εκοιμήθη ο Γέροντας του, και τον Δεκέμβριο ο π. Ευσέβιος έζησε το δράμα της εκτέλεσης των Πατέρων και της καταστροφής της Μονής από τους Γερμανούς.
Στις 13 Δεκεμβρίου έγινε η φρικτή εκτέλεση των 1300 Καλαβρυτινών και η πυρπόληση της πόλης από τους Γερμανούς. Ή είδηση δεν έφθασε στην Αγία Λαύρα, διότι οι Γερμανοί είχαν κλείσει τις εξόδους και εισόδους. Όμως οι Μοναχοί από μέρες είχαν αρχίσει να κρύβουν τα πολύτιμα κειμήλια της Μονής. Στην προσπάθεια αυτή πρωτοστάτησε ο π. Ευσέβιος, ο όποιος ήταν τότε εκκλησιαστικός (νεωκόρος).
Το πρωί της 14ης Δεκεμβρίου, αν και έπρεπε να σημάνει το τάλαντο κανονικά στις 4.30, εκείνος σήμανε στις 3.15. «Είχα μέσα μου μια πολύ κακή προαίσθηση… μια τρομερή ανησυχία. Σαν να έβλεπα μπροστά μου τους Γερμανούς να δρουν. Σήμανα μια ώρα νωρίτερα, όμως ούτε ο Ηγούμενος ούτε κανείς άλλος δεν μοϋ έκανε παρατήρηση». Έκ των υστέρων φάνηκε ότι αν εσήμαινε κανονικά, οι Γερμανοί θα τους έβρισκαν όλους μέσα στην Εκκλησία, και δεν θα γλύτωνε κανείς. Έτσι φώτισε ο Θεός τον π. Ευσέβιο, και χάρη σ’ εκείνον σώθηκαν οι περισσότεροι Πατέρες.
Στη θεία Λειτουργία εκείνο το πρωί κοινώνησαν όλοι. Είχε αρχίσει να ξημερώνει όταν βγήκαν από το Ναό. Συνάχτηκαν οι Πατέρες και συζητούσαν τί θα έπρεπε να κάνουν σε περίπτωση πού θα έρχονταν οι Γερμανοί στο Μοναστήρι. Ξαφνικά κάποιος φώναξε: «οί Γερμανοί στα κυπαρίσσια»!
Οί περισσότεροι Πατέρες έτρεξαν και κρύφθηκαν στο δάσος. Ο π. Ευσέβιος με κάποιον άλλον υποτακτικό και κάποιον δόκιμο μόλις πού πρόφθασαν να κρυφθούν κάτω από ένα μεγάλο πουρνάρι, πενήντα περίπου μέτρα πιο πέρα. Λίγο αν πήγαιναν προς τα κει οι Γερμανοί, θα τους έβρισκαν.
Έκεΐ, κάτω από το πουρνάρι, άκουγαν τις φωνές και τα γέλια των Γερμανών. Εντός ολίγου ολόκληρο το Μοναστήρι παραδόθηκε στις φλόγες. Ακούσθηκαν και πέντε μεμονωμένοι πυροβολισμοί. «Πολύ φοβούμαι για τους Πατέρες», ψιθύρισε ο π. Ευσέβιος στους άλλους δύο. Μετά από λίγο ακούσθηκαν οι Γερμανοί να φεύγουν χασκαρίζοντας.
Αφησαν να περάσει κάμποση ώρα. Βγήκαν από το πουρνάρι και προχώρησαν προς το Μοναστήρι πού καιγόταν ακόμα. Ήταν οι πρώτοι επιζώντες πού επέστρεφαν. Προπορευόταν ο π. Ευσέβιος. Εκεί κάτω από τον ιστορικό πλάτανο, τί να δει; Τέσσερις Πατέρες σκοτωμένοι, μαζί και ένας εργάτης της Μονής. Ποιος μπορεί να περιγράψει την οδύνη της ψυχής του; Χύνοντας άφθονα δάκρυα μετέφεραν οι τρεις τους με την κουβέρτα τους νεκρούς στο παρεκκλήσιο του κοιμητηρίου.
Την άλλη μέρα ήλθε ο Ηγούμενος και οι άλλοι Μοναχοί πού είχαν κρυφθεί στο βουνό. Ενταφίασαν με βαθιά οδύνη τους εκτελεσθέντες Πατέρες.
Από το Δεκέμβριο έως τον Απρίλιο πού έφυγαν οι Γερμανοί, ο π. Ευσέβιος και οι άλλοι Μοναχοί διανυκτέρευαν στο δάσος. Την ήμερα επισκεύαζαν όπως μπορούσαν τις χαμωκέλλες (κοτέτσια) του Μοναστηρίου, για να κατοικήσουν.
Παράλληλα ο π. Ευσέβιος πρωτοστατεί στα έργα της αγάπης στην προσπάθεια να βοηθηθούν οι χήρες και τα ορφανά των Καλαβρύτων. Οί μοναχοί έβαζαν στην άκρη ένα μέρος από τα τρόφιμα πού τους έδινε το Μοναστήρι, και ο π. Ευσέβιος τα συγκέντρωνε και τα πήγαινε στα Καλάβρυτα. Ο ίδιος έδινε όλο το μερίδιο του.

Τυπικά, χρυσόβουλα και εμπόριο οίνου στον Άθω

OINOSATHOS_3_A
Πατητήρια στο Άγιο Όρος (Φωτ. Άρης Φωτιάδης)
Οι κτήτορες -οι ιδρυτές-  των μοναστηριών, τα προίκισαν με αμπέλια γνωρίζοντας την αξία τους για την επιβίωση των μονών. Πρώτος ο όσιος Αθανάσιος, ιδρυτής της Μεγίστης Λαύρας, φύτεψε αμπέλια στον Μυλοπόταμο, κάπου 4 ώρες μακριά, κρίνοντας τον τόπο κατάλληλο για καλλιέργεια. 
Στο Ά.  Όρος δεν υπήρχαν μεγάλες εκτάσεις για σιτηρά οπότε η αμπελοκαλλιέργεια θα εξασφάλιζε ένα προϊόν για ανταλλαγή με είδη που οι μονές στερούνταν. Μέσα σε λίγα χρόνια η φύτευση αμπελιών και η παραγωγή οίνου αναπτύχθηκε υπερβολικά. Έτσι στο Τυπικό του 972,  τον πρώτο κανόνα για τις αθωνίτικες κοινότητες, μπήκαν περιορισμοί στο εμπόριο και τις συναλλαγές. Απαγορευόταν στους μοναχούς να πουλάνε κρασί πέρα από τα όρια του ποταμού Ζυγού και επιτρεπόταν μεταξύ μοναχών η ανταλλαγή του οίνου που περίσσευε με άλλα αγαθά. Επιτρεπόταν η πώληση οίνου σε κοσμικούς που επισκέπτονταν τον Άθω  ώστε οι μοναχοί σε ένδεια να έχουν τα απαραίτητα για την διαβίωση.
Τα όρια του ποταμού Ζυγού ήταν κάπου 4 χλμ δυτικότερα από τα σύνορα του Α. Όρους  που είχαν οριοθετηθεί το 943 και έφταναν ως τα σημερινά Νέα Ρόδα. Επομένως γιατί το Τυπικό στένευε τα όρια των αθωνιτών; Ο αρχαιολόγος Ιωακείμ Παπάγγελος στη μελέτη του «Άμπελος και οίνος στη μεσαιωνική Χαλκιδική» δίνει μια εξήγηση πολύ λογική. Ο λόγος ήταν το χωριό Κομίτισσα, με μεγάλη αμπελοκαλλιέργεια, που βρισκόταν σε αθωνική γη λίγο έξω από την περιοχή του Ζυγού. Το Τυπικό θέλοντας να προστατέψει την οικονομία του χωριού περιόρισε τα όρια της αγιορείτικης γης αφήνοντας τη Κομίτισσα απ έξω, ελεύθερη να εμπορεύεται τα κρασιά της. Με την πάροδο των αιώνων αυτό έγινε το σημερινό σύνορο του Α. Όρους.
Όπως φαίνεται όμως οι εμπορικές δραστηριότητες αναπτύχθηκαν αντί να περιοριστούν οπότε λίγα χρόνια αργότερα το Τυπικό του αυτοκράτορα Βασιλείου Β΄ προσπαθεί να βάλει φρένο στις δραστηριότητες αυτές με ποινή μέχρι και οριστική απέλαση από τον Άθω. Το Τυπικό αυτό ήταν πολύ αυστηρό αλλά οι εξαιρέσεις δεν είναι σημερινό φαινόμενο. Το 984 ο Αθανάσιος της Μεγίστης Λαύρας χαρίζει στον ηγούμενο της Ιβήρων χρυσόβουλο (το επίσημο αυτοκρατορικό διάταγμα)  με το οποίο ο Βασίλειος Β΄ παραχωρούσε στη Λαύρα ‘εξκουσσεία’ (φοροαπαλλαγή) για πλοίο χωρητικότητας 6.000 μοδίων. Όπως καταλαβαίνουμε τόσο μεγάλο πλοίο δεν ήταν μόνο για τη μεταφορά χρειωδών.(1)
SAMSUNG CSC
Αποστακτήρας στο Βατοπέδι (Φωτ. Άρης Φωτιάδης)
Το 1045 εκδίδεται το Τυπικό του Κωνσταντίνου Θ΄ Μονομάχου και πληροφορούμαστε ότι οι μονές είχαν στην κατοχή τους πλοία με τα οποία μετέφεραν κρασί και άλλα προϊόντα σε πολλά μέρη μέχρι την Κωνσταντινούπολη. Οι μονές εμπορεύονταν όχι μόνο τον οίνο που τους περίσσευε αλλά και άλλων περιοχών. Οι κάτοικοι της Χαλκιδικής, οινοπαραγωγοί κυρίως, πουλούσαν στις μονές το κρασί τους είτε γιατί δεν μπορούσαν, είτε γιατί δεν συνέφερε λόγω μικρής παραγωγής να το μεταφέρουν σε άλλες αγορές. Το Τυπικό όριζε ότι τα μοναστήρια μπορούσαν να διατηρούν πλοιάρια χωρητικότητας μέχρι 200-300 μοδίων και να εμπορεύονται στη Θεσσαλονίκη μέχρι ανατολικά στον Αίνο. Θα έπρεπε επίσης να πωλούν το περίσσευμα οίνου στα κοντινά πολίχνια και μάλιστα σ αυτά που δεν έπιαναν άλλα πλοία.  Έτσι ο αυτοκράτορας φρόντιζε για την επιβίωση των πολιχνίων αλλά προστάτευε και την εμπορική ζώνη της Κωνσταντινούπολης από τα αθωνικά εμπορικά. Τα μεγάλα πλοία θα παροπλίζονταν με εξαίρεση του Βατοπαιδίου και αυτά που παραχωρήθηκαν με χρυσόβουλα.
Η ανάπτυξη του εμπορίου όμως έφερε και την ανάπτυξη των μονών, που επέκτειναν τις εγκαταστάσεις τους, πλούτισαν τις βιβλιοθήκες και αύξησαν τον πληθυσμό τους. Γύρω στο 1000 υπήρχαν πάνω από 3.000 μοναχοί στο Ά. Όρος.
Τον επόμενο αιώνα ο Αλέξιος Α΄ Κομνηνός με χρυσόβουλο του 1102 δίνει πλήρη αυτονομία στο Ά. Όρος και απαλλαγή από κάθε φορολογία. Τότε για τη μεταφορά και πώληση προϊόντων επιβαλλόταν ο φόρος της δεκάτης, το κράτος κρατούσε το 10% από τα προϊόντα.
Τα έγγραφα των μονών περιέχουν πλήθος πληροφοριών για την αμπελοκαλλιέργεια, που πρέπει εκείνη την εποχή να ήταν η σημαντικότερη καλλιέργεια  στην περιοχή του Άθω αλλά και εκτός. Ο Ευστάθιος που είναι αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης από το 1180-1195 θεωρεί ότι οι μοναχοί (όχι μόνον του Άθω) είχαν διαφθαρεί με την ενασχόληση με κτήματα αμπελώνες και εμπόριο. «Εφιλοσόφουν περί της αμπέλου αντί της θεολογίας» όπως γράφει. (2)
Οι αυτοκράτορες του Βυζαντίου ήταν γενναιόδωροι προς τις μονές γιατί οι μοναχοί είχαν το λαό με το μέρος τους και επηρέαζαν την πολιτική και διοικητική τακτική. Από τις δωρεές αυτοκρατόρων και αξιωματούχων οι μονές εκτός από τα αγιορείτικα εδάφη είχαν αποκτήσει κτήματα  στην Χαλκιδική, στη Θεσσαλονίκη και σε πολλές ακόμα περιοχές. Τα κτήματα εκτός Όρους ήταν τα μετόχια των μοναστηριών. Το μεγαλύτερο μέρος της Χαλκιδικής ήταν αγιορείτικο μετόχι με βασική καλλιέργεια τα αμπέλια. Το εμπόριο και οι κτήσεις γης  έφεραν πολλές διαμάχες ανάμεσα στις μονές, τους κατοίκους ακόμα και το κράτος. Αυτό θα είναι το επόμενο ταξίδι μας στον κόσμο του αγιορείτικου κρασιού.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
  1.  Μαρία Γερολυμάτου, ‘Εμπόριο οίνου από τη Μακεδονία και Θράκη προς την Κων/πολη κατά τους 10-12ο αι.’  Τέχνη και τεχνική στα αμπέλια της Β. Ελλάδας, εκδ. ΕΤΒΑ, 2002.
  2. Ηλίας Αναγνωστάκης, ‘Κουκουβαί και τριγέρων οίνος’, Οίνον ιστορώ, εκδ. Κτήμα Γεροβασιλείου, 2004

Ὁ Ἐπίσκοπος καὶ τὰ κάρβουνα




Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης, στὸν βίο τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θαυματουργοῦ, μᾶς διηγεῖται τὸ ἑξῆς διδακτικὸ γεγονός. Ὅταν ὁ μεγάλος ἐκεῖνος Πατέρας τοῦ γ' αἰῶνος ἦταν ἐπίσκοπος Νεοκαισαρείας, ἔλαβε κάποτε πρόσκληση ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τῆς πόλεως τοῦ Πόντου Κόμανα, ποὺ ἡ ἐπισκοπική της ἕδρα ἦταν κενή, νὰ πάει ἐκεῖ, γιὰ νὰ βοηθήσει μὲ τὸ κύρος του καὶ τὴ σοφία του στὴν ἐκλογὴ κατάλληλου ἱεράρχη. Ὁ Γρηγόριος ἀνταποκρίθηκε μὲ προθυμία, φθάνοντας στὰ Κόμανα, διεπίστωσε ὅτι οἱ ἐκεῖ πιστοὶ εἶχαν δίκιο ποὺ τὸν κάλεσαν. Γιατί, μὲ τὴν προσεκτικὴ ἐξέταση ποὺ ἔκανε, εἶδε ὅτι κανεὶς ἀπὸ τοὺς ἐπιφανεῖς χριστιανοὺς τῶν Κομάνων, ποὺ τὰ ὀνόματα τους πήγαιναν κι ἔρχονταν ἀπὸ στόμα σὲ στόμα σὰν κατάλληλα γιὰ τὴν πλήρωση τῆς ἐπισκοπικῆς ἕδρας, δὲν ἦταν ἄξιος νὰ τὴν καταλάβει. Ὅλοι εἶχαν, ἄλλος λιγώτερα κι ἄλλος περισσότερα, κάποια ἐλαττώματα, ποὺ σύμφωνα μὲ τοὺς κανόνες τῆς Ἐκκλησίας δὲν τοὺς ἐπέτρεπαν τὴν ἄνοδο στὸν θρόνο, τὴν ἐγκατάστασή τους, σὰν ἐκπροσώπων τοῦ Κυρίου, ὅπως μὲ τὴν καίρια λιτότητά του χαρακτηρίζει τὴν ἐπισκοπικὴ ἰδιότητα ἕνας ἀρχαϊκὸς διδάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας, ὁ Ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος.

Τί ἔπρεπε λοιπὸν νὰ κάνει ὁ Γρηγόριος; Ποῦ θὰ ἔβρισκε τὸν ἄνθρωπο ποὺ θὰ ταιρίαζε στὴν ἐπισκοπικὴ ἕδρα; Ἦταν βέβαιος, ὅτι μία ὁλόκληρη Ἐκκλησία, ἀνάμεσα στὰ μέλη της, διέθετε ἕνα τέτοιο ἄνθρωπο. Ἦταν ὅμως κάποιος ποὺ δὲν ἄνηκε στὴ λαμπρὴ ἐπιφάνεια ἀλλὰ στὸν ἄχροο σωρό. Ἦταν ἕνας θησαυρὸς κρυμμένος ποὺ θὰ ἔπρεπε ν' ἀναζητηθεῖ καὶ νὰ βρεθεῖ μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ, ἴσως δὲ καὶ μὲ τὴν ἀκουσία βοήθεια τοῦ Διαβόλου.

Καὶ πράγματι, αὐτὸ ἔγινε. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος, ἀφοῦ παραμέρισε τὰ ἐντυπωσιακὰ ὀνόματα, εἶπε στοὺς πιστοὺς τῶν Κομάνων:

— Ὁ ἐπίσκοπος ποὺ θέλει ὁ Θεὸς γιὰ σᾶς, δὲν βρίσκεται ἀνάμεσα σ' αὐτοὺς τοὺς ἀδελφούς σας. Βρίσκεται ἀνάμεσα στὸν ἀφανῆ λαό. Πρέπει λοιπὸν νὰ ψάξουμε νὰ τὸν ἀνακαλύψουμε.

Ὁ λόγος ἔκανε αἴσθηση. Ὁπότε πετάγεται στὴ μέση ἕνας ἀπὸ τοὺς ἀκροατὲς τοῦ Ἁγίου, ἀσφαλῶς ἄνθρωπος μὲ ἐλαφρὸ τὸ ἕρμα τῆς πίστεως μέσα του καὶ λέει:

— Μήπως αὐτὸς ποὺ ζητᾶτε εἶναι ὁ καρβουνιάρης Ἀλέξανδρος;

Ἦταν ἕνα μέλος τῆς Ἐκκλησίας τῶν Κομάνων, ποὺ τελευταῖο ἀπ' ὅλα θὰ ἐρχόταν στὸν νοῦ. Κι ἐκεῖνος ποὺ τὸ ὀνομάτισε, τὸ ἔκανε γιὰ νὰ εἰρωνευθεῖ τὸν Ἅγιο Γρηγόριο, μὴ καταλαβαίνοντας ὅτι ὁ πιὸ καλὸς γιὰ ἐπίσκοπος μποροῦσε νὰ εἶναι ἕνας ἄσημος χριστιανός. Ἀλλὰ αὐτὸς ὁ λόγος, ποὺ τὸν εἶχε κινήσει τὸ πονηρὸ πνεῦμα, ἀποδείχθηκε ὕστερα ἀπὸ λίγο στοιχεῖο τῆς θείας προνοίας.

Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ἔκανε ὅτι δὲν πρόσεξε τὴν εἰρωνεία ἐκείνου τοῦ λόγου. Ἀπάντησε στὸ πείραγμα μὲ πνευματοφόρο διάκριση, φώναξε τὸν καταμαυρισμένο ἀπὸ τὴν καρβουνόσκονη Ἀλέξανδρο καὶ τὸν ἐξομολόγησε. Κι εἶδε, μὲ τὴν ἐξαγόρευση, ὅτι ὁ λερωμένος ὑλικὰ ἐκεῖνος χριστιανὸς ἦταν τὸ φωτεινὸ καὶ κατακάθαρο πετράδι, ποὺ ἀποζητοῦσε γιὰ νὰ στολίσει μ’ αὐτὸ τὸν θρόνο τῶν Κομάνων.

Ὁ Ἀλέξανδρος, ἀνάμεσα στὰ ἄλλα, εἶπε στὸν Ἅγιο Γρηγόριο, ὅτι δὲν εἶχε διαλέξει τὸ ἐπάγγελμα τοῦ καρβουνιάρη γιὰ ἄλλο λόγο, παρὰ γιατί ἔτσι θὰ γλίτωνε ἀπὸ τὸν κίνδυνο μιᾶς μεγάλης ἁμαρτίας, ποὺ ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς τὴ στηλίτευσε στὸ πρόσωπο τῶν Φαρισαίων: τῆς ἀνθρωπαρέσκειας. Ὁ Ἀλέξανδρος ἦταν μιὰ ψυχὴ καταυγασμένη ἀπὸ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, ἕνα ἔμψυχο ταμεῖο της, ἕνας κρυφὸς Ἅγιος, ἕνα φῶς σκεπασμένο. Τὸν ἀπεκάλυψε λοιπὸν στοὺς πιστοὺς τῶν Κομάνων ὁ Ἅγιος Γρηγόριος κι ἔστησε αὐτὸ τὸ φῶς «ἐπὶ τὴν λυχνίαν» τοῦ ἐπισκοπικοῦ θρόνου.

Σὰν ἔγινε ἀρχιποίμην ὁ Ἀλέξανδρος, ἔφτιαξε ἕνα λόγο, ἄξεστο ἀπὸ τὴν ἄποψη τῆς ρητορικῆς, ἀλλὰ γεμάτον ἀπὸ πνευματικότητα καὶ τὸν διάβασε στοὺς πιστούς, ποὺ ἐπρόκειτο νὰ εἶναι ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα ὁ πατέρας τους κι ὁδηγητής τους στὶς νομὲς τῆς σωτηρίας. Καὶ πάνω στὶς γραμμὲς αὐτῆς τῆς ἐγκυκλίου πολιτεύθηκε, φανερώνοντας ἔξοχα ποιμαντικὰ χαρίσματα: ἀδαμάντινη ὀρθοδοξία, ἀγάπη ἀπεριόριστη κι ἀκοίμητη, σύνεση πολλή. Ἔστεψε δὲ τὸν βίο του μὲ τὸ μαρτύριο κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ Δεκίου.

Ποιὸ εἶναι τὸ μάθημα ποὺ παίρνουμε ἀπ’ αὐτὸ τὸ γεγονὸς τῶν ἀρχαίων χρόνων τῆς Ἐκκλησίας; Ὅτι τὸ κύριο καὶ μέγιστο τῶν προσόντων, ποὺ ἀπαιτεῖται γιὰ τὴν ἱερωσύνη, εἶναι ἡ ἁγιότης. Κι ὅτι τὸ κύριο καὶ μέγιστο γνώρισμα τῆς ἁγιότητος εἶναι ἡ ταπεινοφροσύνη, ἡ ἀπωθητικὴ κίνηση τῆς ψυχῆς μπροστὰ στὴν ἀνθρώπινη δόξα.

Ὁ καρβουνιάρης τῶν Κομάνων εἶναι ἕνα ὑπέροχο πρότυπο, ποὺ ἡ ἀκτινοβολία του ἔχει ἀνεκτίμητη ἐποικοδομητικότητα. Ἕνα πρότυπο, ποὺ ποικίλες ἐκδόσεις του βλέπουμε στοὺς βίους τῶν μεγάλων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας καὶ γενικὰ ὅλων τῶν ἀξίων κληρικῶν κάθε χριστιανικῆς γενεᾶς. Τί βλέπουμε σὲ ὅλες αὐτὲς τὶς περιπτώσεις; Τὴν ταπεινοφροσύνη τοῦ Ἀλεξάνδρου, τὴ φυγόκεντρο τάση μπροστὰ στὸ ὑψηλότατο καὶ φρικτότατο ἀξίωμα τῆς ἱερωσύνης, ποὺ προκαλεῖ δέος σὲ κάθε ταπεινὴ κι ἄρα ἀληθινὰ χριστιανικὴ ψυχή. Ὁ Θεὸς τέτοιες ψυχὲς θέλει γιὰ τὶς τάξεις τῶν λειτουργῶν του, τὶς κάτω ἀγγελικὲς τάξεις, ποὺ τὶς ζηλεύουν οἱ Ἄνω, ὅπως λέει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος.

Τὶ ἄλλο πιὸ μεγάλο; +Μητροπολίτης Νικοπόλεως καί Πρεβέζης Μελέτιος


Ὁ Χριστός,

ποτέ δέν ἔκανε στούς μαθητές Του μάθημα, γιά τό μέ τί τρόπο θά πρέπει νά κηρύττουν·

ὅμως πολλές φορές τούς μίλησε γιά τό πῶς καί πόσο θά ἔπρεπε νά προσεύχονται.

Συμπέρασμα γιά μένα:

Εἶναι προτιμότερο, νά μπορῶ νά προσεύχομαι σάν τόν προφήτη Δανιήλ, προτιμώντας τήν προσευχή ἀπό ὁ,τιδήποτε ἄλλο,

παρά νά μπορῶ νά κηρύττω, νά μιλάω γιά τό Χριστό, σάν τόν ἀρχάγγελο Γαβριήλ, καί σάν μερικούς μεγάλους ἁγίους.

Ὁ ἄνθρωπος,

ὅταν ξέρει, νά προσεύχεται, νά μιλάει στόν Θεό, στόν οὐράνιο πατέρα του, καί νά Τόν ἀκούει,

ξέρει καί νά ἐργάζεται γιά τό Θεό· 

ξέρει καί νά κάνει τό θέλημά Του.

Καί τότε,

Τί ἄλλο πιό μεγάλο θέλει;

Ὑπάρχει κάτι ἄλλο πιό μεγάλο;

Ο Άγιος Απόστολος Ιούδας


Αυτός ήταν από τους Δώδεκα Αποστόλους και στο κατά Λουκάν Ευαγγέλιο, (κεφ. 6,16), παρόμοια και στις Πράξεις (κεφ. 1,13), ονομά­ζεται Ιούδας Ιακώβου, δηλαδή αδελφός του Ιακώβου του αδελφοθέου. Στο κατά Ματθαίον όμως Ευαγγέλιο, ονομάζεται Θαδδαίος και Λευαίος, (κεφ. 10,3) ο οποίος έγραψε και την Καθολική Επιστολή, την φωτιστική εκείνη και δογματική σε όλους τους Χριστιανούς, που πίστεψαν.
Πηγή:http://dieyxontonagion.blogspot.gr/
Πηγή:http://dieyxontonagion.blogspot.gr/
Ήταν δε κατά σάρκα αδελφός νομιζόμενος του Κυρίου, διότι ή­ταν υιός του Μνήστορα Ιωσήφ, σύμφωνα με τον Επιφάνιο (Αιρέσ. οη΄) και υπηρέτης του φρικτού Μυ­στηρίου της υπέρλογης ενανθρωπήσεως του Θεού Λόγου. Αυτός λοιπόν αφού στάλθηκε στον κό­σμο από τον ίδιο τον Χριστό, ως αδελφός αυτού και μυσταγωγός και ως άνθρακας, που άναψε με τις λαμπρότητές του κάθε πλάνη κατάφλεξε και φώτισε αυτούς, που ήταν σκοτισμένοι. Διότι αυτός, σέρνοντας τον ζυγό του Σωτήρα και ανοίγοντας τον αύλακα και σπέρνοντας τον σπόρο της ευσέβειας στην οικουμένη, αύξησε τον καρπό και, αφού στήριξε πολλούς στην αληθινή πίστη, τους έπεισε να περιπαίζουν και να περιγελούν τα των Ελλήνων είδωλα. Επειδή λοιπόν εκείνοι, που λάτρευαν τους ψεύτικους θεούς, δεν μπορούσαν να θεραπεύσουν τις ανίατες ασθένειες, γι’ αυτό κατέφευγαν στον Ά­γιο αυτόν Απόστολο και έτσι δέχονταν διπλή την θεραπεία, δηλαδή σώματος και ψυχής. Διότι η θεραπεία των ασθενειών του σώματος γινόταν οδηγός στους άπιστους προς την πίστη του Χριστού.
Πηγαίνοντας λοιπόν ο θείος αυτός Ιούδας στην Μεσοποταμία και στα εκεί πλησιόχωρα μέρη, κήρυξε το Ευαγγέλιο του Χριστού και φώτισε τα έθνη που βρίσκονταν εκεί. Πήγε και στην πόλη Έδεσσα και προς τον τοπάρχη Αύγαρο, τον οποίο θεράπευσε από την λέπρα (εάν αυτός, δηλαδή, υποτεθεί, ότι είναι ο Θαδδαίος). Στην συνέχεια πήγε στην πόλη Αραρά και εκεί αφού κρεμάσθηκε από τους άπιστους και με βέλη αφού κτυπήθηκε, παρέδωσε την ψυχή του στα χέρια του Θεού και έλαβε από αυτόν τον του μαρτυρίου αμαράντινο στέφανο.
(Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, Συναξαριστής  τ. Ε΄, έκδ. Συνοδία Σπυρίδωνος Ιερομονάχου, Νέα Σκήτη-Άγιον Όρος, σ.299-300)

Ὁ Ὅσιος Παΐσιος ὁ Μέγας καὶ θεοφόρος



Ὁ Ὅσιος Παΐσιος καταγόταν ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο καὶ γεννήθηκε τὸ ἔτος 300 μ.Χ. ἀπὸ γονεῖς πολὺ πλούσιους, ἀλλὰ καὶ εὐσεβεῖς. Ἦταν ἑπτὰ ἀδέλφια καὶ ὁ μικρότερος ἦταν ὁ Παΐσιος.

Σὲ μικρὴ ἡλικία ἔμεινε ὀρφανὸς ἀπὸ πατέρα καὶ ἡ στοργικὴ μητέρα του τὸν ἀνέθρεψε σύμφωνα μὲ τὶς ἐπιταγὲς τοῦ Εὐαγγελίου. Σὲ νεαρὴ ἡλικία, ὁ Παΐσιος πῆγε στὴν ἔρημο κοντὰ στὸν διάσημο γιὰ τὴν ἀρετή του ἀββᾶ Παμβώ. Μὲ ὁδηγὸ αὐτὸν τὸν ἔμπειρο πνευματικὸ πατέρα, ὁ Παΐσιος ἀπέκτησε πολλὲς θεῖες ἀρετές.

Ὅταν πέθανε ὁ Παμβώ, ὁ Παΐσιος ἀναχώρησε στὸ δυτικὸ μέρος τῆς ἐρήμου καὶ ἐκεῖ ἔστησε τὴν διαμονή του, ὅπου πλῆθος ἀνθρώπων πήγαιναν πρὸς αὐτόν, γιὰ νὰ ζητήσουν τὸ δρόμο τῆς σωτηρίας καὶ ν᾿ ἀκούσουν ἀπὸ τὸ στόμα του λόγια πνευματικὰ καὶ ψυχωφελῆ.

Ὅταν ὁ Παΐσιος ἔφτασε σὲ βαθιὰ γεράματα, τὸν παρεκάλεσαν πολλοὶ ἀδελφοί, ν᾿ ἀφήσει τὴν ἔρημο καὶ νὰ κατεβεῖ στὴν κοντινότερη πόλη, γιὰ νὰ μπορέσουν πολλοὶ ἄνθρωποι νὰ ὠφεληθοῦν ἀπὸ τοὺς ἅγιους λόγους του. Πρᾶγμα ποὺ ἔγινε καὶ ἔτσι δόθηκε σὲ πολλοὺς ἡ εὐκαιρία νὰ γνωρίσουν τὸν δρόμο τῆς σωτηρίας, ἀπὸ τὰ θεόπνευστα λόγια του Παϊσίου. Μαθητὴς τοῦ Ὁσίου ὑπῆρξε καὶ ὁ Ὅσιος Παῦλος.

Ἀφοῦ ὠφέλησε πολλοὺς συνανθρώπους του, πέθανε σὲ πολὺ προχωρημένη ἡλικία καὶ τὸν ἔθαψαν στὴν ἔρημο ὅπου ἀσκήτευε.

Μετὰ ἀπὸ χρόνια, ὁ πατὴρ Ἰσίδωρος, ἀνακόμισε τὰ ἅγια λείψανά του καὶ τὰ μετέφερε στὴν Πισιδία, ὅπου τὰ ἐναπόθεσε στὸ ἐκεῖ Μοναστήρι του.

Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὁ ἔνσαρκος ἄγγελος, τῶν Μοναστῶν κορωνίς, ὁ ἄσαρκος ἄνθρωπος, τῶν οὐρανῶν οἰκιστής, ὁ θεῖος Παΐσιος, χαίρει τὴ αὐτοῦ μνήμη, σὺν ἠμὶν ἑορτάζων, νέμει τοὶς κοπιώσι, δι' αὐτὸν θεῖον χάριν διὸ ἐν προθυμίᾳ πολλὴ τοῦτον τιμήσωμεν.

Κοντάκια
Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Ὡς τῆς ἐρήμου πολιοῦχον καὶ κοσμήτορα Καὶ τῶν Ὁσίων ἐγκαλλώπισμα καὶ σέμνωμα Μακαρίζομέν σε πάντες, Θεοῦ θεράπον· Σὺ γὰρ ὤφθης ἐκ παιδὸς ὅλος θεόληπτος Καὶ προσφόρως τῇ σῇ κλήσει πεπολίτευσαι.
Διὸ κράζομεν, χαίροις Πάτερ Παΐσιε.

Μεγαλυνάριον
Τῷ Χριστῷ ἐκ βρέφους ἀνατεθείς, ηὔξησαι εἰς μέτρον, ἡλικίας πνευματικῆς, καὶ τῶν ἐν ἐρήμῳ, στῦλος φωτὸς ἐφάνης, Παΐσιε παμμάκαρ, Αἰγύπτου βλάστημα.

Ὁ Ἅγιος Ἰὼβ Μητροπολίτης Μόσχας




Ὁ Ἅγιος Ἰώβ, πρῶτος Πατριάρχης Μόσχας γεννήθηκε περὶ τὸ 1530 μ.Χ. στὴν Στάριτσα καὶ κοιμήθηκε τὸ 1607 μ.Χ. Δὲν ἔχουμε ἄλλες λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τοῦ Ἁγίου.

 

Ὁ Ὅσιος Παΐσιος ὁ ἐν τῇ μονῇ Χιλανδαρίου ἀσκήσας

Ὁ Ὅσιος Παΐσιος ὁ Χιλανδαρινὸς ἐγεννήθηκε στὴν πόλη Μπάνσκο τῆς Βουλγαρίας, τὴν περιοχὴ τοῦ Σαμοκόβου, περὶ τοῦ 1722. Νέος ἦλθε στὴ μονὴ Χιλανδαρίου τοῦ Ἁγίου Ὄρους καὶ ἐμόνασε πλησίον τοῦ μεγαλυτέρου ἀδελφοῦ του ἡγουμένου Λαυρεντίου.

Συνέβαλε τὰ μέγιστα στὴν ἀφύπνιση τοῦ ἐθνικοῦ αἰσθήματος τῶν Βουλγάρων καὶ στὴ διαμόρφωση τῆς ἐθνικῆς τους συνειδήσεως. Ἐταξίδευσε στὴ Μόσχα γιὰ νὰ αὐξήσει τὶς γνώσεις του καὶ νὰ ἀναζητήσει σχετικὴ βιβλιογραφία, καὶ κυρίως ἔργα περὶ τῆς ἱστορίας τῶν σλαβικῶν λαῶν, πρωτότυπων ἢ μεταφρασμένων στὴ ρωσική, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἔλαβε ἀφορμὲς καὶ στοιχεῖα γιὰ μιὰ δική του σύνθεση, ποὺ κατέγραψε σὲ ἕνα ἔργο μὲ μικρὴ ἱστορικὴ ἀξία.

Δυστυχῶς δὲν γνωρίζουμε τὴν ἡμερομηνία τῆς εἰρηνικῆς κοιμήσεώς του καὶ γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ ἑορτάζεται τὴν ἴδια ἡμέρα μὲ τὸ συνώνυμό του Ὅσιο Παΐσιο τὸν Μέγα.

Ἡ κανονικὴ ἀναγνώριση τῆς ἁγιότητός του ἔγινε ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Βουλγαρίας.
 

Ὁ Ἅγιος Ζώσιμος


Ἀνῆκε στὶς στρατιωτικὲς τάξεις (καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἀπολλωνιάδα τῆς Σωζοπόλεως), ὅταν βασιλιὰς τῆς Ῥώμης ἦταν ὁ Τραϊανός. Δέχτηκε τὴν χριστιανικὴ διδασκαλία, βαπτίστηκε καὶ ἔγινε ἀπὸ τοὺς πιὸ ἔνθερμους χριστιανούς. 

Ἀλλ᾿ ὁ ἔπαρχος στὴν Ἀντιόχεια τῆς Πισιδίας Δομιτιανός, σκληρὸς πολέμιος τῆς Ἐκκλησίας, διέταξε τὸ θάνατό του, ἀφοῦ εἶδε ὅτι καμία ἀπειλὴ δὲν ἴσχυσε στὸ νὰ τὸν σύρει καὶ πάλι στὴ λατρεία τῶν εἰδώλων. Στὴν ἀρχὴ τὸν ἔδειραν καὶ τοῦ ἔσχισαν τὶς πλευρές, ποὺ κατόπιν ἔκαψαν μὲ σίδερο πυρακτωμένο. 

Ὅταν ὅμως καὶ αὐτὰ δὲν ἔφεραν ἀποτέλεσμα, τότε τὸν ἀποκεφάλισαν καὶ ἔτσι πῆρε τὸ ἀθάνατο στεφάνι τοῦ μαρτυρίου.

Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος δ´. Ταχὺ προκατάλαβε.
Στολαῖς ταῖς ἐξ αἵματος ὠραϊζόμενος, Κυρίῳ παρίστασαι τῷ Βασιλεῖ οὐρανῶν, ἀοίδιμε Ζώσιμε· ὅθεν σὺν ἀσωμάτων καὶ μαρτύρων χορείαις, ᾄδεις τῇ τρισαγίῳ καὶ φρικτὴ μελωδία· διὸ ταῖς ἱκεσίαις ταῖς σαῖς σῷζε τοὺς δούλους σου. 

Κοντάκιον 
Ἦχος β´. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Τῆς πλάνης τεμῶν τὸ κράτος τῇ ἐνστάσει σου καὶ νίκης λαβὼν τὸ στέφος τῇ ἀθλήσει σου, τοῖς Ἀγγέλοις ἔνδοξε, συναγάλλει Ζώσιμε πολύαθλε, σὺν αὐτοῖς Χριστῷ τῷ Θεῷ, πρεσβεύων ἀπαύστως ὑπὲρ πάντων ἡμῶν. 

Ὁ Οἶκος 
Γνῶσιν ἐνθεὶς τὴν ψυχὴν μου, καθαρόν μου τάς φρένας, καὶ τῶν σῶν ἐντολῶν ἐργάτην Σῶτερ ἀνάδειξον, ἵνα ἰσχύσω καταπαλαῖσαι τάς ποικίλας τῶν παθῶν μου ἐπαναστάσεις νικητικὸν ἀφθαρσίας βραβεῖον δεξάμενος, πρεσβείαις τοῦ σοῦ γενναίου ἀθλοφόρου Ζωσίμου φιλάνθρωπε· καὶ γὰρ αὐτὸς ἡμᾶς ἐν τῇ μνήμῃ αὐτοῦ συνεκαλέσατο, πρεσβεύων ἀπαύστως, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν τῶν τὴν ἐτήσιον μνήμην καὶ πανήγυριν ἐπιτελούντων. 

Κάθισμα 
Ἦχος γ´. Θείας πίστεως.
Λίθος τίμιος τῆς Ἐκκλησίας, φυλαττόμενος ἐν τοῖς ταμείοις, τοῖς οὐρανίοις γέγονας Ζώσιμε· τοὺς προσκυνοῦντας τοὺς λίθους διήλεγξας καὶ μαρτυρίου ποτήριον ἔπιες, μάρτυς ἔνδοξε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος. 

Μεγαλυνάριον 
Ἄστρον ἀνατέταλκε φαεινὸν ἐξ Ἀπολλωνίας, ὁ πολύαθλος τοῦ Χριστοῦ μάρτυς καὶ φωτίζει πιστῶν ἅπαν τὸ πλῆθος, Ζώσιμος ὁ θεῖος, ὂν νῦν γεραίρομεν.

Ὁ Ὅσιος Ζήνων


Ὁ Ὅσιος αὐτός, ἐγκατέλειψε τὸν κόσμο καὶ ἔγινε μαθητὴς τοῦ μεγάλου γέροντος Σιλουανοῦ. Γιὰ τὴν ὑπερβολική του ὑπακοὴ καὶ ἄκρα ἄσκηση καὶ ἀκτημοσύνη του, ὁ Θεὸς τὸν ἀξίωσε νὰ θαυματουργεῖ, καὶ ἔδιωξε πολλὰ δαιμόνια ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους. 

Ἔτσι, μὲ ἄσκηση καὶ ἀγῶνες ἀφοῦ πέρασε τὴν ζωή του, ἀπεβίωσε εἰρηνικὰ σὲ ἡλικία 62 χρόνων.

Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες.

  Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες. Γεώργιος Κ. Τζανάκης . Ἀκρωτήρι Χανίων Σχετικῶς μὲ τὸ θέμα τῶν αὐξήσεων τῶν μισθῶν τῶν ἀρχιερέων, ...