Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Ιουνίου 21, 2014

Πρωτοπρ. Βασ. Γεωργόπουλος, Συζητώντας με ένα μάρτυρα του Ιεχωβά.



Συζητῶντας μὲ ἕνα μάρτυρα τοῦ Ἰεχωβᾶ.
Προσοχὴ εἰς τὰς μεθοδεύσεις
Τοῦ πρωτ. π. Βασιλείου Ἀ. Γεωργοπούλου,Ἐπικ. Καθ. Θεολογικῆς Σχολῆς Α.Π.Θ
Εἶναι γνωστὸ ὅτι ὄχι μόνο ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀλλὰ καὶ τὸ σύνολο τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου δὲν ἔχει ἀπολύτως τίποτα κοινὸ στὴν πίστη μὲ τοὺς Μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ. Εἶναι ἐπίσης γνωστοὶ οἱ ἀπαξιωτικοὶ χαρακτηρισμοὶ μὲ τοὺς ὁποίους ἀναφέρεται ἡ ἑταιρεία «Σκοπιὰ» στὰ ἔντυπά της γιὰ τὸ σύνολο τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου.
Δὲν εἶναι ὅμως εὐρύτατα γνωστὲς οἱ πρακτικὲς καὶ οἱ μεθοδεύσεις, ποὺ χρησιμοποιοῦν οἱ Μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ, κατὰ τὶς συζητήσεις τους, στὰ πλαίσια τῆς προσηλυτιστικῆς τους δραστηριότητας. Οἱ μέθοδοι, ποὺ χρησιμοποιοῦν οἱ ὀπαδοὶ τῆς ἐν λόγῳ αἱρέσεως, ἔχουν πάντα συγκεκριμένη στόχευση καὶ προϋποθέτουν καὶ ἀντίστοιχη ἐκπαίδευση.

Ἂς δοῦμε κάποιες ἀπὸ αὐτὲς τὶς πρακτικές.
Ι) Ἀναζήτηση σημείου ἐπαφῆς
Πρόκειται γιὰ τὴν ἀφορμὴ ἐκκίνησης τῆς συζήτησης. Θέματα θρησκευτικὰ ( π.χ. ὄνομα τοῦ Θεοῦ, ἱερὲς εἰκόνες κ.ἄ.) καὶ κοινωνικά, ποὺ “ἐντυπωσιάζουν”, μὲ μιὰ δομημένη διατύπωση, ποὺ στὴν συνέχεια, ἀναλόγως τῶν ἀπαντήσεων, ἀγνοώντας τὴ στόχευση, ὁ ἄνθρωπὸς θὰ ὁδηγηθεῖ σὲ μιὰ λογικοφανῆ χειραγώγηση. (Πρβλ. G. Pape, Ich War Zeuge Jehovas, 1993, σσ.164-167)
II) Παράθεση χωρίων τῆς Ἁγίας Γραφῆς 
Ἡ στόχευση ἐδῶ εἶναι ὁ ἐντυπωσιασμός. Δημιουργεῖται στὸν ἄνθρωπο ἡ ἐντύπωση, ἐφόσον συζητήσει, πόσο δῆθεν καλὰ γνωρίζουν τὴν Ἁγία Γραφή. Ἐντύπωση μάλιστα, ποὺ ἐνισχύεται ἀπὸ τὴ δική του, ἐνδεχομένως ἄγνοια, ἢ τὴν ἀνεπαρκῆ γνώση ἢ τὴ μὴ συστηματικὴ μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς.
Προφανῶς δὲν γνωρίζει ὅτι αὐτὴ ἡ σωρηδὸν παράθεση βιβλικῶν χωρίων, ἀπὸ τὸν Μάρτυρα τοῦ Ἰεχωβᾶ, εἶναι προετοιμασμένα γιὰ τὴν περίπτωση αὐτή. Ἂν παρασυρθεῖ, ἐντυπωσιαστεῖ, τὸν ἐμπιστευθεῖ καὶ τὸν ἀκολουθήσει στὶς «Γραφικὲς Μελέτες» ἀναζήτησης τῆς ἀλήθειας» τότε ἔχει ἀρχίσει, ἄθελά του, ἡ χειραγώγησή του στὴν πλάνη.
ΙΙΙ) Ἡ διαστρέβλωση τῶν ἁγιογραφικῶν χωρίων 
Πρόκειται γιὰ μία διαχρονικὴ πρακτικὴ ὅλων τῶν αἱρετικῶν. Τὰ ἁγιογραφικὰ χωρία ἀπομονώνονται ἀπὸ τὸ ἱστορικό τους πλαίσιο, ἀποκόπτονται ἀπὸ τὴ νοηματική τους συνάφεια, ἑρμηνεύονται αὐθαίρετα καὶ προσάγονται ὡς ἁγιογραφικὲς δῆθεν μαρτυρίες αἱρετικῶν δοξασιῶν.
Ἕνα ἀντιπροσωπευτικὸ παράδειγμα, μεταξὺ τῶν πολλῶν, ἀποτελεῖ ἡ θέση τῆς αἵρεσης γιὰ τὴν μετάγγιση αἵματος. Τὰ βιβλικὰ χωρία, ποὺ ἀπαγορεύουν τὴ βρώση αἵματος ἢ τὴν ἀφαίρεση τῆς ζωῆς μὲ βίαιο τρόπο οἱ Μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ τὰ προσάγουν ὡς δῆθεν ἁγιογραφικὲς μαρτυρίες, ποὺ ἀπαγορεύουν τὴν μετάγγιση αἵματος.
ΙV) Στὴν ἴδια συνάφεια σχετικὰ μὲ τὴ χρήση τῆς Ἁγίας Γραφῆς, συζητώντας κάποιος μὲ Μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ, θὰ διαπιστώσει, κατὰ περίπτωση, τὰ ἑξῆς: α) παραποίηση χωρίων,β) ἐπιλεκτικὴ χρήση καὶ ἀποσιώπηση ἄλλων, γ) σύγχυση γραμματικῆς καὶ ἀλληγορικῆς ἑρμηνείας, δ) συνδυασμὸ ἄσχετων χωρίων, ε) χρήση προβληματικῶν μεταφράσεων τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ποὺ ἐξυπηρετοῦν τὴν ἰδεολογικὴ χειραγώγηση στὶς κακοδοξίες τῆς αἵρεσης, στ) μὴ διάκριση ὡς πρὸς τὴν ἀπόλυτη καὶ σχετικὴ ἔννοια μιᾶς λέξης καὶ ζ) ἑρμηνευτικὴ κακοποίηση πολυσήμαντων λέξων καὶ ὅρων ὅπως λ.χ. τῆς λέξης «ψυχή». (Πρβλ. F.W.Haack, Jehovas Zeugen, 19753, σσ. 34-36).
V) Ἐπιλεκτικὴ «ἀμνησία» 
Αὐτὴ ἡ παράμετρος ἔχει νὰ κάνει μὲ τὴν ἱστορία καὶ τὸ παρελθὸν τῆς αἵρεσης. Οἱ Μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ, συνήθως, δὲν ξέρουν ἢ παθαίνουν «ἀμνησία», ὅταν πρέπει νὰ ἀπαντήσουν γιὰ τὶς κατὰ καιροὺς ἀλλαγὲς στὶς διδασκαλίες τους, γιὰ τὸ πλῆθος τῶν ψευδοπροφητειῶν τους, ποὺ διαψεύστηκαν οἰκτρὰ ἢ γιὰ ὁρισμένα γεγονότα ἀπὸ τὴν ἱστορία τῆς μετοχικῆς ἑταιρείας «Σκοπιά».
Ὡς ἐπίλογο θὰ παραθέσουμε τὴν συγκλονιστικὴ μαρτυρία, ἑνὸς πρώην «πρεσβύτερου», ἐπὶ 53 χρόνια ὀπαδοῦ τῆς αἵρεσης τῶν Μαρτύρων τοῦ Ἰεχωβᾶ στὴ Θεσσαλονίκη. Ὁ ἂνθρωπος αὐτός, μεταξὺ τῶν ἄλλων, ἀναφέρει καὶ τὰ ἑξῆς ἀποκαλυπτικά: «Μετὰ ἀπὸ σκληρὸ ἀγώνα 53 ἐτῶν, κατέληξα σὲ μιὰ τραγικὴ διαπίστωση: Κοντὰ στοὺς μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ ὄχι μόνο δὲν εἶχα βρῆ τὴν ἀλήθεια, ἀλλὰ καὶ ἔβλεπα καθημερινὰ νὰ διαστρεβλώνεται συστηματικὰ καὶ νὰ κακοποιῆται μπροστὰ στὰ μάτια μου καὶ μὲ τοὺς πιὸ χονδροειδεῖς τρόπους, κάθε ἔννοιά της. (…) Ἕνα πολὺ βρώμικο καὶ ἀπατηλὸ παιχνίδι παίζει ἡ Σκοπιὰ εἰς βάρος τῆς νοημοσύνης, τῆς ἀξιοπρέπειας καὶ τῆς πίστεως τῶν μαρτύρων τοῦ Ἰεχωβᾶ, οἱ ὁποῖοι -ἐκτὸς τῶν ἄλλων εἶνε καὶ μιὰ πλουτοφόρα πηγή, ἕνας σωστὸς Πακτωλὸς γι’ αὐτήν» (Βλ. Ἐμ. Ἰ. Ἀντωνιάδη, Διαψεύδονται οἱ προφητεῖες τῶν Μαρτύρων τοῦ Ἰεχωβᾶ, 1994, σ. 10. σ. Σ. Διατηρήσαμε τὴν ὀρθογραφία καὶ τὴν ὑπογράμμιση τοῦ συγγραφέα).
Ορθόδοξος Τύπος,13/06/2014

Ἀξιοποιοῦμε σωστὰ τὸ χρόνο τῆς ζωῆς μας; Μόνοι μποροῦμε νὰ σηκωθοῦμε ψηλά; Ὄχι! Πρέπει κάποιος ἄλλος ὑψηλώτερος ἀπὸ ἐμᾶς νὰ μᾶς σηκώσει. Αὐτὴ εἶναι ἡ θεία χάρις

  χρόνος τῆς ζωῆς μας, ἀδελφοί μου, εἶναι ἄπιαστος. Κυλάει σὰν ποτάμι ὁρμητικὸ καὶ στὸ πέρασμά του παρασύρει τὶς χαρὲς καὶ τὶς λύπες μας. Μέχρι νὰ ξημερώσει βλέπουμε τὸν ἥλιο νὰ μεσουρανεῖ καὶ πάλι νὰ δύει χωρὶς νὰ μποροῦμε νὰ τὸν συγκρατήσουμε, νὰ τὸν σταματήσουμε, γιὰ νὰ ἀπολαύσουμε τὶς εὐχάριστες στιγμές του, τὶς μοναδικὲς καὶ ἀνεπανάληπτες στιγμὲς τοῦ σήμερα, ποὺ ἤδη ἔγινε παρελθόν, ἔγινε χθές.
    Ὡς ἀνθρώπινο κατασκεύασμα ὁ χρόνος δὲν ἔχει καμιὰ σχέση μὲ τὸν ἄχρονο Θεό μας, ἀφοῦ ὅπως λέει καὶ ὁ ποιητὴς, ὁ αἰῶνας εἶναι στιγμὴ τοῦ Θεοῦ. Καὶ ὅμως ὁ ἄχρονος Λόγος τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου καταδέχθηκε σὲ κάποια χρονικὴ στιγμὴ νὰ γίνει ἄνθρωπος, νὰ φορέσει τὴν ἀνθρώπινη σάρκα, χωρὶς βέβαια νὰ χάσει κάτι ἀπὸ τὴ θεϊκή Του ὑπόσταση, γιὰ νὰ θεώσει ὅλους ἐμᾶς, ποὺ μᾶς φθείρει ὁ πανδαμάτορας χρόνος· αὐτὸς ποὺ περνᾶ ἀπὸ πάνω μας καὶ ἀφήνει ἔντονα τὰ σημάδια τοῦ περάσματός του. Ὅλοι μας ἀποροῦμε βλέποντας τὸ χρόνο νὰ μᾶς στιγματίζει καὶ προβληματιζόμαστε γιὰ τὴν ταχύτητά του. Τὸ παρελθὸν συνεχῶς μεγαλώνει, τὸ παρὸν μένει ἄπιαστο, τὸ μέλλον γίνεται παρὸν καὶ παρελθὸν σὲ κλάσματα δευτερολέπτου. Τρέχουμε ἄραγε νὰ κατακτήσουμε τὴ ζωὴ ἢ νὰ φύγουμε ἀπὸ τὴ ζωή; Καὶ ποιὰ ζωὴ ζητοῦμε νὰ κατακτήσουμε; Τὴν πρόσκαιρη, αὐτὴ ποὺ κυλᾶ σὰν τὸ ρεῦμα τοῦ ποταμοῦ, ἢ τὴν ἄρρευστη, τὴν αἰώνια, αὐτὴ γιὰ τὴν ὁποία μᾶς ἔπλασε ὁ Δημιουργός μας; Ἀσφαλῶς τὸ ἐρώτημα δὲ στέκει. Μία εἶναι ἡ ζωή· ἡ ζωὴ κοντὰ στὸ Χριστό, αὐτὸν ποὺ εἶναι ἡ ὄντως «Ζωή» (Ἰω. ια΄25). Καὶ ἄν τὸ χρόνο τῆς πρόσκαιρης ζωῆς μας τὸν ἐκμεταλλευθοῦμε γιὰ ἀπόκτηση τῆς κατὰ Θεὸν ἀρετῆς καὶ σοφίας, τότε ἡ χαρά μας θὰ εἶναι ἀνυπέρβλητη, γιατὶ θὰ ἔχουμε ἐπιτύχει τὸ ἐφετό, τὴν ἕνωσή μας μὲ τὸν ἄχρονο Θεάνθρωπο Ἰησοῦ. Ὅμως τὸ κύλισμα τοῦ χρόνου προκαλεῖ θλίψη βαθύτατη. Θλίψη γιὰ δύο λόγους: Πρῶτα γιατὶ δὲν ἐκμεταλλευόμαστε σωστὰ τὸ χρόνο ποὺ μᾶς ἀξίωσε ὁ Θεὸς νὰ ζήσουμε καὶ δεύτερο γιατὶ οἱ καλὲς στιγμές του δὲν ἐπαναλαμβάνονται. Ἕνα μᾶς μένει νὰ πράξουμε. Νὰ ἐκμεταλλευτοῦμε τὸν ὑπόλοιπο χρόνο τῆς ζωῆς μας ἐπαναλαμβάνοντες τὸ αἴτημα: " Τὸν ὑπόλοιπον χρόνον τῆς ζωῆς ἡμῶν ἐν εἰρήνῃ καὶ μετανοίᾳ ἐκτελέσαι παρὰ τοῦ Κυρίου αἰτησώμεθα".
   Μὲ αὐτὴ τὴν αἴτηση πρῶτα ἀπ’ ὅλα ζητοῦμε ἀπὸ τὸ Θεὸ νὰ μᾶς ἐξασφαλίσει τὴν εἰρήνη, ἰδίως τὴν ἐσωτερική, ἀπαλλαγμένη ἀπὸ τὰ χαμαίζηλα πάθη καὶ τὶς καθημερινὲς ἁμαρτίες. Μὴ λησμονοῦμε ὅτι ἡ εἰρήνη εἶναι καρπὸς τοῦ Παναγίου Πνεύματος, εἶναι πολύτιμο δῶρο τοῦ Θεοῦ στὸν ἀγωνιζόμενο καὶ ἀπὸ παντοῦ πολεμούμενο ἄνθρωπο. Μᾶς τὸ τονίζει ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὴν ἐπιστολή του πρὸς τοὺς Γαλάτες: «Ὁ καρπὸς τοῦ Πνεύματός ἐστιν ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, ἀγαθωσύνη, πραότης, ἐγκράτεια» (Γαλατ. ε΄ 22). Ἡ μετάνοια ἐξ ἄλλου ἀποτελεῖ τὸ μόνο μέσο γιὰ τὴν προσέγγιση τοῦ Θεοῦ, γιὰ μιὰ δημιουργικὴ πορεία πρὸς τὸ μέλλον μὲ σαφῆ ἀξιοποίηση τῶν ἀρνητικῶν ἐμπειριῶν τοῦ παρελθόντος.
   Δὲν πρέπει, ἀδελφοί μου, νὰ λησμονοῦμε ὅτι ἡ ἀξιοποίηση τοῦ χρόνου παραμονῆς μας ἐπάνω στὴ γῆ εἶναι ἡ ἀφετηρία τοῦ τελικοῦ στόχου τῆς ζωῆς μας, ποὺ εἶναι τὰ χριστιανικὰ τέλη καὶ ἡ καλὴ ἀπολογία ἐνώπιον τοῦ δικαιοκρίτου Κυρίου. Ὁ χρόνος μας αὐτὸς εἶναι περιορισμένος καὶ τελειώνει σύντομα. Ἀποτελεῖ, λοιπόν, θανάσιμο ἁμάρτημα ἡ μὴ σωστὴ ἀξιοποίησή του· ἁμάρτημα, ποὺ ὄχι μόνο δεικνύει ἀχαριστία μπροστὰ στὸ μεγάλο αὐτὸ δῶρο τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν καθένα μας, ἀλλὰ καὶ πονηρία καὶ ὀκνηρία μαζί. Ἄν δὲν τὸν ἀξιοποιοῦμε σωστά, γιὰ νὰ παρουσιάσουμε θετικὸ πνευματικὸ ἔργο, ἁμαρτάνουμε, ἰδίως ὅταν τὸν σπαταλοῦμε ράθυμα, σὲ φληναφήματα, μωρολογίες, ἀργολογίες, κακοήθεις διασκεδάσεις, ποὺ φουντώνουν τὴ σάρκα καὶ ἀτονοῦν τὸ πνεῦμα, τρυφηλὴ ζωή, παχυλὰ γεύματα, ἀποχαυνωτικὸ ὕπνο, ἄσεμνα ἀναγνώσματα, πονηρὰ θεάματα καὶ πολλὲς ἄλλες χρονοβόρες καί, φυσικά, ψυχοκτόνες ἀναλώσεις.
   Ἀδελφοί μου, ἔχουμε χρέος μας νὰ ἐξαγοράζουμε τὸν καιρὸ σύμφωνα μὲ τὴν προτροπὴ πάλι τοῦ ἀποστόλου τῶν Ἐθνῶν: "Βλέπετε πῶς ἀκριβῶς περιπατεῖτε, μὴ ὡς ἄσοφοι, ἀλλ' ὡς σοφοί, ἐξαγοραζόμενοι τὸν καιρόν, ὅτι αἱ ἡμέραι πονηραί εἰσιν" (Ἐφεσ. ε΄ 15 ). Νὰ ἀξιοποιοῦμε τὸ χρόνο μας μὲ ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον, μὲ δικαιοσύνη, μὲ σωφροσύνη, μὲ ἀδιάλειπτη προσευχὴ πρὸς τὸν ἄχρονο Δημιουργὸ καὶ Κυρίαρχο τῶν καρδιῶν μας. Μὴ λησμονοῦμε, λέγω πάλι, ὅτι τὸ τέλος ἐγγύς, καὶ οὐδεὶς αὐτὸ τὸ γνωρίζει. Ἔρχεται ὅπως ὁ κλέπτης τὴ νύχτα καὶ κλέβει τὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων. «Ἡ ἡμέρα Κυρίου ὡς κλέπτης ἐν νυκτὶ οὕτως ἔρχεται» μᾶς προειδοποιεῖ ὁ οὐρανοβάμων Ἀπόστολος στοὺς Θεσσαλονικεῖς (Κεφ. ε΄ 1-8). Ὀφείλουμε λοιπὸν νὰ ζοῦμε ὡς υἱοὶ τοῦ φωτὸς καὶ υἱοὶ ἡμέρας καὶ ὄχι ὡς υἱοὶ τῆς νύχτας καὶ τοῦ σκότους. Ἄς τὸν ἀκούσουμε τὶ μᾶς παρωτρύνει νὰ πράττουμε: «Μὴ καθεύδομεν ὡς οἱ λοιποί, ἀλλὰ γρηγορῶμεν καὶ νήφωμεν· οἱ γὰρ καθεύδοντες νυκτὸς καθεύδουσι καὶ μεθυσκόμενοι νυκτὸς μεθύουσιν. Ἡμεῖς δὲ ἡμέρας ὄντες νήφωμεν, ἐνδυσάμενοι θώρακα πίστεως καὶ ἀγάπης καὶ περικεφαλαίαν ἐλπίδα σωτηρίας».
   Τὸ τρίπτυχον τοῦ χρόνου μας ἄς εἶναι πάντοτε ἔμβλημά μας στὴν ἐπίγεια πορεία μας: «Πάντοτε, χαίρετε, ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε, ἐν παντὶ εὐχαριστεῖτε» (Α΄ Θεσ. ε΄ 16-18). Δηλαδή, πάντοτε νὰ παρουσιαζόμαστε χαρούμενοι μὲ ἐσωτερικὴ χαρά, ἀνείπωτη ἀπὸ τὴν ζωντανὴ παρουσία τοῦ Χριστοῦ στὴ ζωή μας. Συνεχῶς νὰ προσευχόμαστε, γιὰ νὰ μᾶς ἐπισκιάζει ἡ χάρη τοῦ Κυρίου μας καὶ νὰ καθοδηγεῖ τὰ βήματά μας πρὸς ἔργα σωτηριώδη, καὶ γιὰ κάθε δωρεὰ τοῦ δωρεοδότη Χριστοῦ μας, ποὺ μᾶς ξημερώνει ζωντανούς, μᾶς δίνει τὸν ἄρτο τὸν ἐπιούσιο, μᾶς χαρίζει ὑγεία καὶ δύναμη καὶ μᾶς ἐπιτρέπει νὰ ἀπολαμβάνουμε τὰ ἀγαθὰ τῆς δημιουργίας Του, νὰ τὸν εὐχαριστοῦμε ἀκατάπαυστα.
   Ἐδῶ θὰ πρέπει νὰ τονίσουμε καὶ τὴν ἄλλη προτροπὴ τοῦ θεηγόρου Παύλου: «Ὁ ἥλιος μὴ ἐπιδυέτω ἐπὶ τῷ παροργισμῷ ὑμῶν». ( Ἐφεσ. δ΄ 26). Δηλαδὴ νὰ μὴ νυκτώνει καὶ μᾶς βρίσκει ἡ ἑσπέρα μαλωμένους μὲ κάποιους ἀπὸ τοὺς συνανθρώπους μας. Δὲν πρέπει νὰ βαστᾶμε τὴν ὀργὴ καὶ τὸ θυμό μας γιὰ χρόνο πολύ. Ἡ ἁγία Συγκλητικὴ μᾶς διδάσκει γι' αὐτό: «Τί μισεῖς τὸν λυπήσαντά σε ἄνθρωπον; Οὐκ αὐτός ἐστιν ὁ ἀδικήσας, ἀλλ' ὁ διάβολος. Μίσησον τὴν νόσον, καὶ μὴ τὸν νοσοῦντα». Δηλαδή, Νὰ μὴ μισοῦμε τοὺς συνανθρώπους μας, ὅσο καὶ ἄν μᾶς ἀδικοῦν, γιατὶ πίσω ἀπὸ αὐτοὺς κρύβεται ὁ μισόκαλος διάβολος. Νὰ μισοῦμε τὴν ἁμαρτία, ἀλλὰ νὰ ἀγαποῦμε τοὺς ἁμαρτωλούς.
   Ὀφείλουμε νὰ ἐπισημάνουμε ὅτι θὰ πρέπει νὰ ἐργαζόμαστε στὴ ζωὴ αὐτή, ὅπως λένε οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας σὰν νὰ μὴ πεθάνουμε ποτέ, ἀλλὰ καὶ νὰ προετοιμαζόμαστε γιὰ τὸ θάνατο σὰν νὰ πεθάνουμε αὐτὴ τὴ στιγμή. Ἔτσι θὰ εὐαρεστήσουμε τὸν ἄχρονο Θεό μας καὶ θὰ κληρονομήσουμε τὴν οὐράνια Βασιλεία, «τὴν ἡτοιμασμένην ἀπὸ καταβολῆς κόσμου» (Ματθ. κε΄ 34).
   Ὁ θαυμαστὸς Γέροντας Ἰωάννης ὁ Δομβοΐτης, ὁ φιλόσοφος καὶ θεολόγος τῆς οἰκονομίας τοῦ χρόνου τῆς ζωῆς, ἐπανελάμβανε τὸ τοῦ Ἀββᾶ Ἰσαάκ: «Ἐκ τῆς πολυλογίας συμφύρεται καὶ ὁ λογικώτερος νοῦς» (Λόγ. μγ΄, σελ. 178) καὶ τὸ ἐφάρμοζε ἀπόλυτα. Σιωποῦσε καὶ λόγος ἀργὸς καὶ σαπρὸς δὲν ἔβγαινε ἀπὸ τὰ χείλη του, γιὰ νὰ εἶναι σύμφωνος μὲ τὸν ἀπόστολο Παῦλο: «Λόγος σαπρὸς ἐκ τοῦ στόματος ὑμῶν μὴ ἐκπορευέσθω» (Ἐφεσ. δ΄ 29). Αὐτὸ δίδασκε ὄχι μόνο μὲ λόγια, ἀλλὰ πρακτικά, χωρὶς νὰ ἀφήνει οὔτε δευτερόλεπτο τῆς ζωῆς νὰ κυλᾶ χωρὶς νὰ βρίσκεται μέσα στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, χωρὶς νὰ ὠφελεῖ ἢ νὰ ὠφελεῖται ἀπὸ τὶς συναναστροφές του ἢ ἀπὸ τὴν ἄσκηση τῆς σιωπῆς, ἡ ὁποία τὸν διατηροῦσε σὲ διαρκῆ ἑνότητα μὲ τὸν πανοκτίρμονα καὶ ψυχοσώστη Κύριό μας. Τὸ σύνθημα τῶν ἀρχαίων προγόνων μας «Φείδου χρόνου» τὸν συνεῖχε ἔτσι ὥστε ἀπὸ τὸ περίσσευμα τῆς καρδιᾶς του δίδασκε νὰ ἀποφεύγουμε τὶς σχοινοτενεῖς ὁμιλίες καὶ νὰ προτιμοῦμε τὴν ἐσωκάρδια εὐχὴ ἀπὸ τὶς μωρὲς συζητήσεις καὶ γενεαλογίες ὑπακούοντας στὸ Παύλειο: «Μωρὰς ζητήσεις καὶ γενεαλογίας καὶ ἔρεις καὶ μάχας νομικὰς περιΐστασο· εἰσὶ γὰρ ἀνωφελεῖς καὶ μάταιοι» (Τιτ. γ΄ 9).
     Τὴ βεβαιότητά του ἐξ ἄλλου ὅτι μιὰ φορὰ μονάχα ζοῦμε καὶ ὅτι τὰ ἔργα μας γράφονται στὶς δέλτους τοῦ οὐρανοῦ περιγράφει πολὺ παραστατικὰ ὁ Γέρων Ἰωάννης, ὁ Δομβοΐτης, στὸ ποίημά του «Ἅπαξ μόνον» ὡς ἑξῆς:
ἐξ ἀναστροφῶν σου
καὶ ὡς πνεύματος ἀγαθῶν
 
Θὰ διέλθω ἅπαξ μόνον
φεῦ! τοῦ βίου τὴν ὁδὸν
κι’ ἂς προσέχω πάντα χρόνον
πᾶν μου βῆμα τῶν ποδῶν.
 
Κι’ ἀπὸ τὴν ζωὴν τὴν ἄλλην
εἰς τὴν γῆν δὲν θἄλθω πάλιν.
 
Κι’ ἔχω ἤδη προχωρήσει
-τρέχω ὅσον κι’ ὁ καιρός-
καὶ ποιὸς ξέρει ἂν θ’ ἀργήσῃ
τέρμα νὰ φανῇ ἐμπρός;
 
Κι’ ἀπὸ τὴν ζωὴν τὴν ἄλλην
εἰς τὴν γῆν δὲν θἄλθω πάλιν.
 
Πᾶς τις ὅ,τι ἐδῶ πράττει
θεῖον ἢ οὐτιδανὸν
ἀνεξίτηλος χαράττει
σμίλη εἰς τὸν οὐρανόν·
 
Σ’ τοῦ Θεοῦ τὰ ὑπερῶα
τῶν ψυχῶν εἶν’ τὰ μητρῷα.
  
   Σὲ ἄλλο ποίημά του μὲ τίτλο: «Μὴ θορυβεῖτε, μὴ περιφέρεσθε» καταγράφει τὶς διαπιστώσεις του καὶ τὰ συμπεράσματά του ἀπὸ τὴν κακὴ ἐκμετάλλευση τοῦ χρόνου, ποὺ ἔγκειται στὶς πολλές, ἀλλὰ ἀνωφελεῖς γνωριμίες, στὶς ἄσκοπες ὁμιλίες, στὰ γέλια, τοὺς ἀστεϊσμοὺς καὶ τὶς ἀργολογίες. Μὲ ὅλα, δηλαδή αὐτά, ποὺ ἀποπροσανατολίζουν τὴν πυξίδα προορισμοῦ τοῦ ἀνθρώπου, σκοτίζουν τὴ διάνοιά του καὶ προκαλοῦν ταραχὴ στὴν καρδιά του:
 
Αἱ γνωριμίαι αἱ πολλαὶ κι’ ἄσκοποι ὁμιλίαι,
οἱ γέλωτες, ἀστεϊσμοὶ καὶ αἱ ἀργολογίαι,
αὐτὰ σκοτίζουσι τὸν νοῦν, ταράσσουν τὴν καρδίαν
κι’ ἀνεπαισθήτως γίνονται ὁδὸς πρὸς ἁμαρτίαν.
 
   Φιλοσοφώντας ἀδιάκοπα ὁ Γέρων Ἰωάννης ὅτι «ματαιότης ματαιοτήτων τὰ πάντα ματαιότης» (Ἐκκλ. ι, 2), στὸ ποίημα του «Μάταια ἢ κακά» ἀναφέρει ὅτι ὁ ἄνθρωπος, ἀπευθυνόμενος ταπεινὰ στὸν ἑαυτό του, ἐκτὸς ἀπὸ λίγα καλὰ ποὺ κάνει στὴ ζωή του, τὰ περισσότερα ἢ εἶναι μάταια ἢ τὸν κάνουν νὰ μετανοίωνει γι’ αὐτά :
 
Ὅσ’ εἶδα κι’ ὅσα ἔκανα σ’τοῦ βίου μου τὸν χρόνο
γι’ ἄλλα εἶπα· «εἶν’ μάταια», γιὰ ἄλλα «μετανοιώνω».
Μ’ ἂν ἔκανα κἀνα καλό, στ’ ἀλήθεια, ἀπ’ τὴν ψυχή μου,
μόνον γι’ αὐτὸ «κατ’ ἔκανα», λέω, εἰς τὴν ζωή μου.
 
   Συμβουλεύοντας τέλος κάποιο μοναχὸ γιὰ νὰ μὴ δώσει «εἰς σάλον τὸν πόδα» (Ψαλμ. 120, 3) του καὶ νὰ μὴ περιπέσει σὲ ραθυμία θανατηφόρα, γιὰ τὴν ὁποίαν δὲν ὠφελεῖ νὰ μετανοιώσει, ὅταν ἔλθει ὁ θάνατος, γράφει:
 
Ὅταν τὸν χρόνο ἄδικα ἀφήνῃς τὰ περνάῃ
μὴ λησμονῆς ὅ,τ’ ἔχασες πὼς πίσω δὲν γυρνάει.
Γι’ αὐτό, τοῦ χρόνου τῆς ζωῆς ἡ κάθε μιὰ σπατάλη
εἶναι ἀπώλεια βαρειά, σἂν κείνη δὲν εἶ’ ἄλλη.
Διαβαίνεις μόνο μιὰ φορὰ τὸ δρόμο τῆς ζωῆς σου
σκέψου τ’ αὐτὸ, φίλε, καλὰ κι’ ἐντός σου μόνος κλείσου.
Ἂν ὅ,τι πρέπει νὰ γινῇ στὸ δρόμο αὐτὸ δὲν γίνῃ
τί τ’ ὄφελος ἂν δάκρυα αἰώνια κανεὶς χύνῃ.
 
 Δὲν πρέπει λοιπόν νὰ λησμονοῦμε ὅτι κάθε στιγμὴ τῆς ἐπίγειας ζωῆς μας εἶναι ἀνεπανάληπτη καὶ ὀφείλουμε νὰ ἐξαγοράζουμε τὸν καιρὸ μὲ τὴν προσευχή. Πολλὲς φορὲς ὅμως ἐνῶ προσευχόμεθα δὲν λαμβάνουμε, δὲν βρίσκουμε ἀνταπόκριση. Τὸ ταμεῖο τῆς χάριτος δὲν μποροῦμε νὰ τὸ ἐκβιάσουμε. Ὁ Κύριος ἔχει στὰ χέρια Του τὸ κλειδὶ καὶ θὰ ἀνοίξει νὰ μᾶς δώσει, ὅταν πρέπει. Ἡ θεία χάρις εἶναι ἕνας πολὺ διακριτικὸς ἐπισκέπτης καὶ τὸ παραμικρὸ νὰ συμβεῖ συστέλλει τὶς ἀκτῖνες της. Αὐτὴ μᾶς σηκώνει ψηλά, μᾶς θεώνει. Μόνοι μποροῦμε νὰ σηκωθοῦμε ψηλά; Ὄχι! Πρέπει κάποιος ἄλλος ὑψηλώτερος ἀπὸ ἐμᾶς νὰ μᾶς σηκώσει. Αὐτὴ εἶναι ἡ θεία χάρις. Ἐὰν ποτὲ μᾶς ἀξιώσει ὁ Θεὸς νὰ μποῦμε στὸν Παράδεισο, θὰ ἀπορήσουμε γιὰ τρία πράγματα:
·        Δὲν θὰ δοῦμε μέσα αὐτοὺς ποὺ περιμέναμε νὰ δοῦμε.
·        Θὰ δοῦμε αὐτοὺς ποὺ δὲν περιμέναμε νὰ δοῦμε, καί
·        Θὰ ἀπορήσουμε πῶς μπήκαμε καὶ ἐμεῖς οἱ ἴδιοι μέσα.
    Ὀφείλουμε, λοιπόν, νὰ συστήνουμε σὲ ὅλους νὰ μὴ χάνουν τὸν καιρό τους. Κάθε στιγμὴ τοῦ χρόνου πρέπει νὰ μᾶς εὑρίσκει εἴτε στὴν προσευχή, εἴτε στὴν κατὰ Θεὸ ἐργασία, σὲ διαρκῆ ἐπιδίωξη τοῦ ἁγιασμοῦ μας.   
 Ὁ χρόνος τρέχει. Ὅλα παρέρχονται καὶ σβήνουν. Ἕνας μόνο μένει στοὺς αἰῶνες. Ὁ Χριστός μας καὶ μαζί του «ὁ ποιῶν τὸ θέλημα Αὐτοῦ» (Α΄ Ἰωάν. β΄ 17). Ὁ χρόνος κυλάει, ἀλλὰ ἀφήνει πίσω τὰ σημάδια του. Ὁ χρόνος καὶ μᾶς μεγαλώνει καὶ μᾶς μικραίνει. Ὅσο αὐξάνονται τὰ χρόνια τῆς γήϊνης ζωῆς μας τόσο φθίνει ὁ χρόνος ποὺ μᾶς χωρίζει ἀπὸ τὴν αἰωνιότητα. Ὁ χρόνος καὶ μᾶς φθείρει καὶ μᾶς ἀνακαινίζει. Φθορὰ εἶναι τὸ γῆρας, οἱ ἀσθένειες, οἱ πόνοι. Ἀνακαίνιση ἡ μετάνοια, ἡ πνευματικὴ ὡριμότητα, γιὰ τὴν ὁποία ὁ Ἀπόστολος Παῦλος γράφει: «Εἰ καὶ ὁ ἔξω ἡμῶν ἄνθρωπος διαφθείρεται, ὁ ἔσωθεν ἀνακαινοῦται ἡμέρᾳ τῇ ἡμέρᾳ» (Β΄ Κορ. δ΄ 16). Γι’ αὐτὸ ἐπιγραμματικὰ ἂς τονίσουμε ὅτι τὸ χθές, ὅσο ἐπαχθὲς κι ἂν εἶναι, ὁ Χριστὸς τὸ ἀλλάζει. Τὸ σήμερα, ὅσο ἀγχῶδες καὶ ἂν εἶναι καὶ δύσκολο καὶ ἔμπονο ὁ Χριστὸς τὸ μεταποιεῖ σὲ ἀγῶνα ὡραῖο, σὲ ζυγὸ χρηστὸ καὶ ἐλαφρύ. Τὸ αὔριο, ὅσο θολὸ κι ἂν εἶναι τὸ μετατρέπει Αὐτὸς σὲ ἐλπιδοφόρο. Ἂς εἴμαστε λοιπόν, ἀδελφοί μου, πάντοτε κοντὰ στὸ Χριστό μας, τὴν ὄντως ἀγάπη, καὶ ἐκμεταλλευόμενοι τὸ χρόνο τῆς ζωῆς μας νὰ μὴ λησμονοῦμε τὰ λόγια τοῦ μεγάλου συγχρόνου Γέροντος, Γαβριὴλ τοῦ Κυπρίου, ὅτι πρέπει τὴ ζωή μας νὰ τὴν θεμελιώνουμε στὸτρίπτυχο ποὺὁδηγεῖστὴσωτηρίακαὶποὺἀποτελεῖται ἀπὸΖῶσαπίστη,βεβαίαἐλπίδακαὶἐνεργὸἀγάπη.


Συντάκτης: Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν
Πηγή: ΣΤΥΛΟΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2014


Ο Άγιος Νεκτάριος θεραπεύει δαιμονισμένο κατά την άφιξή του στην Αίγινα - Συγκλονιστικό Θαύμα


Ο άγιος Νεκτάριος πήγε κατά τα τέλη του καλοκαιριού του 1904 στην Αίγινα. Σκοπός του ήταν να ιδρύσει την μονή, η οποία τώρα φέρει το όνομά του. 
Καθώς πλησίαζε το καράβι που τον μετέφερε στο νησί, ένας νεαρός δαιμονόπληκτος, ο Σπύρος, έπεσε στο κατώφλι του φαρμακείου της Αίγινας και άρχισε να φωνάζει :
 

- Έρχεται, έρχεται ο Δεσπότης ! Τρέξτε να τον προϋπαντήσετε ! Έρχεται ο άγιος που θα σώσει το νησί !...



Προσπάθησαν να τον ησυχάσουν, αλλά δεν μπόρεσαν. Ο Σπύρος συνέχισε να φωνάζει. Ένα πλήθος περιέργων μαζεύτηκε και διαρκώς μεγάλωνε. Κοίταζαν με θλίψη το σωριασμένο παλικάρι και απορούσαν με τα λεγόμενά του.




Μερικοί έτρεξαν στον παπά - Μιχάλη, τον εφημέριο. 
 

- ο Σπύρος, παπά, μαντεύει για κάποιον δεσπότη. Έρχεται, φωνάζει, ένας δεσπότης που θα σώσει το νησί.



Ο παπά – Μιχάλης έσπευσε να δει τί συμβαίνει. Διέσχισε τον κλοιό των συγκεντρωμένων και πλησίασε τον Σπύρο. Εκείνος εξακολουθούσε να φωνάζει : 
 

- Έρχεται ο δεσπότης από την Ριζάρειο ! Ο Θεός λυπήθηκε τον τόπο ! Έρχεται ο άγιος Πενταπόλεως !...



Ο Ιερεύς παρακολούθησε αρκετά τον σωριασμένο νέο, που από την προσπάθεια να φωνάζει έβγαζε αφρούς από το στόμα. Έπειτα έφυγε συλλογισμένος και κατευθύνθηκε στην αποβάθρα του λιμανιού. Εκείνη την ώρα ήρθε το καράβι από τον Πειραιά. Ανάμεσα στους επιβάτες ο παπά – Μιχάλης διέκρινε τον δεσπότη.



Έσκυψε με ευλάβεια και του φίλησε το χέρι.
 

- Σεβασμιώτατε, καλώς ήρθατε στην Αίγινα. Πρώτη φορά έρχεσθαι εδώ ; 
 

- Πρώτη, απήντησε χαμογελώντας.
 

- Ορίστε, πάμε για το σπίτι….. Μόνο………..

- Επιθυμείτε τίποτε ; 
 

- Να, εδώ λίγο πιο πέρα, μας συγκλόνισε ένα γεγονός.

- Τί συνέβη ; 
 

- Υπάρχει κάποιος φτωχός νέος, που σέρνεται στην αγορά, κλείνει τα μάτια και προφητεύει τα μέλλοντα. Αυτός βρίσκεται τώρα σωριασμένος και φωνάζει ότι θα έρθετε σεις και θα σώσετε τον τόπο. Σας αποκαλεί μάλιστα άνθρωπο του Θεού… Άγιο ! 
 

- Πού ακριβώς βρίσκεται αυτός ο νέος ;
 

- Από δω, Σεβασμιώτατε.



Προχώρησαν και έφθασαν στο κατώφλι του φαρμακείου. Ο Σπύρος εξακολουθούσε να φωνάζει : 
 

- Έρχεται ο δεσπότης………. Έρχεται να σώσει τον τόπο…… Θα φτιάξει εκκλησία……… Θα φτιάξει το πιο μεγάλο Μοναστήρι.



Ο Άγιος κοντοστάθηκε. Ύψωσε το πρόσωπο στον ουρανό και προσευχήθηκε. Έπειτα σήκωσε την ράβδο του, το μόνο σημάδι της αρχιερωσύνης του, και βουλώνοντας το στόμα του παλικαριού είπε : 
 

- «Το πνεύμα του πύθωνος, το πονηρόν και ακάθαρτον σε επιτάσσω εν ονόματι του Χριστού του Εσταυρωμένου, να εξέλθεις από τον νέον τούτον».



Αμέσως τότε ο Σπύρος αναστέναξε και σηκώθηκε όρθιος ! Άνοιξε τα μάτια.  Έπειτα έσκυψε και γεμάτος ευγνωμοσύνη φίλησε το χέρι του οσίου, που τον θεράπευσε.


Ἀμέσως καὶ ὁλοψύχως!. Κυριακή Β΄ Ματθαίου. (†) ἐπίσκοπος Γεώργιος Παυλίδης Μητροπολίτης Νικαίας

Ἀμέσως καὶ ὁλοψύχως!
«Οἱ δὲ εὐθέως ἀφέντες τὰ, δίκτυα ἠκολούθησαν αὐτῷ».
  Κυριακή Β΄ Ματθαίου (Ματθ. δ΄ 18-23)

(†) ἐπισκόπου Γεωργίου Παυλίδου Μητροπολίτου Νικαίας

Ἦταν αἱ πρῶται ἡμέραι ἀκόμη. Ὁ Ἥλιος τῆς δικαιοσύνης, ὁ Κύριος, ἔρριχνεν ἁπαλὰ τὶς ἀκτῖνες τοῦ σωτηρίου φωτός Του εἰς τὴν γῆν, ποὺ ζοῦσε στὸ φρικτὸ σκοτάδι τῆς πλήρους ἀγνοίας τῶν ἐθνικῶν, ἤ τῆς ἀναιμικῆς πίστεως τῶν Ἰουδαίων. «Μετανοεῖτε· ἤγγικε γὰρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν»..... Ἔτσι ἤρχισε τὸ κήρυγμά Του.
Ἡ βασιλεία, ποὺ θὰ ἀντικαθίστα τὴν «χώραν»καὶ τὴν «σκιὰν» τοῦ θανάτου, ἐπλησίαζε...
Μίαν ἡμέραν, ἐνῷ περιπατοῦσεν εἰς τὴν παραλίαν τῆς λίμνης Γεννησαρέτ, εἶδεν ἐκεῖ τοὺς ἀδελφούς, τὸν Πέτρον καὶ τὸν Ἀνδρέαν. Ἔρριχαν τὰ δίχτυα εἰς τὴν θάλασσαν. Ψαράδες ἦταν..
-Ἐλᾶτε κοντὰ μου καὶ θὰ σᾶς κάμω «ἁλιεῖς ἀνθρώπων», τοὺς εἶπε. Τίποτε ἄλλο. Καμμιὰν ἄλλην ἀμοιβὴν καὶ ὑπόσχεσιν. Ἀλληλοκοιτάχτηκαν. Καὶ χωρὶς συζήτησιν, ἄφησαν τὰ δίχτυα καὶ τὸν ἠκολούθησαν. 
Λίγο πιὸ κάτω ἦσαν ἄλλοι δύο ἀδελφοί: Ὁ Ἰάκωβος καὶ ὁ Ἰωνάννης. Κοντά των καὶ ὁ πατέρας των, ὁ Ζεβεδαῖος. Τακτοποιοῦσαν καὶ αὐτοὶ τὰ δίχτυα. Μὲ ἁπλότητα καὶ χωρὶς πολλὰ λόγια ἐκάλεσε καὶ τοὺς δυὸ αὐτοὺς ἀδελφούς. Δὲν ἐπερίμεναν περισσότερο. Σηκώθηκαν. Ἄφησαν τὸν πατέρα τους καὶ τὰ δίχτυα καὶ «εὐθέως» ἠκολούθησαν τὸν Χριστόν...

Δὲν τὸν ἠρώτησαν ποῦ θὰ πάνε! Τί θὰ κάμουν!  Πῶς θὰ ζήσουν!  Ἀ μ έ σ ω ς   καὶ χωρὶς ἀναβολὴν παρέδωκαν τοὺς ἑαυτοὺς των  ὁ λ ο ψ ύ χ ω ς  εἰς τὸν Χριστόν.
Αὐτὸ τὸ «εὐθέως», ποὺ σημειώνει ὁ ἱερὸς Εὑαγγελιστής, εἶναι πολὺ σημαντικόν, ἀγαπητέ μου ἀναγνῶστα. Ἀφορᾶ καὶ ἡμᾶς. Ἄς τὸ μελετήσωμεν προσεκτικά. 
Δεῦτε ὀπίσω μου...
Ἔτσι ἐκάλεσεν ὁ Κύριος τοὺς μαθητάς Του.  Χωρὶς καμμίαν ἄλλην ἐλκυστικὴν  πρότασιν. Ἁπλῶς τοὺς ὑπεσχέθη νὰ τοὺς κάμῃ «ἁλιεῖς ἀνθρώπων». Περίεργος, βέβαια, κλῆσις. Ἀσφαλῶς δὲν θὰ κατάλαβαν καὶ οἱ ἴδιοι τὸ βαθύτερον νόημα τῶν λόγων τοῦ Χριστοῦ. Ἦτο χωρὶς λάμψιν ὁ Διδάσκαλος. Χωρὶς πλοῦτον. Χωρὶς μέγαρα καὶ ἀνέσεις. Ἄν ἠρνοῦντο, θὰ ἦτο φυσικόν, δικαιολογημένοι. Καὶ ὅμως δὲν ἠρνήθησαν. Ἐπίστευσαν χωρὶς ἐπιφύλαξιν. Ἠκολούθησαν ἄνευ ἀναβολῆς. Ὁλοψύχως.
Καὶ ὁ Χριστὸς τοὺς ἤμειψε. Τοὺς ἀνέδειξε πράγματι «ἁλιεῖς ἀνθρώπων». Ἐτράβηξαν εἰς τὴν θείαν «σαγήνη», εἰς τὸ εὐλογημένο δίχτυ τῆς πίστεως, τοὺς ἀνθρώπους. Καὶ ἐθεμελίωσαν ἔτσι τὸν νέον κόσμον. Αὐτοὶ ἔγιναν οἱ οἰκοδόμοι. Δοξασμένοι καὶ αἰώνιοι.
Τὶ θὰ ἔχαναν ἄν δὲν ἀκολουθοῦσαν τὸν Χριστόν!  Ἄν ἀνέβαλλον!  Ἄν ἔλεγαν: «ἔχομεν δουλειές», ἀργότερα! 
Θὰ ἔμεναν ἀφανεῖς ψαράδες, ποὺ θὰ τοὺς ἔτρωγε τὸ κῦμα, ἡ ἀγωνία καὶ ἡ βιοπάλη... ὅπως τόσοι ἄλλοι στὴν ἐποχή των... Καὶ ὅμως χάρις εἰς τὸ «εὐθέως» ἐσώθησαν.
«Δεῦτε ὀπίσω μου». λέγει καὶ εἰς ἡμᾶς, φίλε ἀναγνῶστα, ὁ Κύριος. Ὄχι βέβαια διὰ νὰ μᾶς κάμῃ «ἁλιεῖς ἀνθρώπων». Ὡρισμένοι παίρνουν καὶ αὐτὴν τὴν τιμητικὴν ἀποστολήν.  Καὶ γίνονται οἱ σύγχρονοι μικροὶ ψαράδες, ποὺ προσελκύουν εἰς τὴν χριστιανικὴν ζωὴν τοὺς ἄλλους.
Οἱ ἄλλοι ὅλοι καλοῦνται ἀπὸ τὸν Χριστὸν διὰ νὰ γνωρίσουν βαθύτερα τὸ θέλημά Του, νὰ γίνουν συνειδητότερα μέλη τῆς Ἐκκλησίας Του, νὰ αἰσθανθοῦν δυνατότερα τὶς συγκινήσεις τῆς ἁγίας καὶ εὐλογημένης γνησίας χριστιανικῆς ζωῆς, νὰ καταστοῦν «υἱοὶ φωτὸς καὶ ἡμέρας», νὰ ἀναδειχθοῦν «ἅλας τῆς γῆς», πολῖται τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν.
Μεγάλη ἡ κλῆσις. Καὶ ὑψηλή. Καὶ αἰωνίων συνεπειῶν. Καὶ τὸ ἄξιον προσοχῆς εἶναι, ὅτι δὲν ζητεῖ ὁ Χριστὸς ἀπὸ ἡμᾶς νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὰς οἰκογενείας μας καὶ τὰς ἐργασίας μας. Οὔτε νὰ ὑποστῶμεν ταλαιπωρίας καὶ θυσίας, ὅπως οἱ Ἀπόστολοι. Ἐκεῖνοι Τὸν ἠκολούθησαν μέχρι τέλους καὶ ἔδωσαν καὶ τὸ αἷμα των δι’ Αὐτόν. Ἀπὸ ἡμᾶς ὁ Χριστὸς ζητεῖ μόνον νὰ διακόψωμεν τοὺς δεσμοὺς μὲ τὴν ἁμαρτίαν, νὰ εἴμεθα πρᾷοι καὶ εἰλικρινεῖς, ἄνθρωποι τῆς ἀγάπῃς καὶ τῆς καλωσύνης, ψυχαὶ μὲ ἰδανικὰ καὶ ἀνώτερα αἰσθήματα, ὑπάρξεις μὲ δημιουργικὴν πνοὴν καὶ εὐγενεῖς ἐπιδιώξεις. Μὲ ἄλλας λέξεις, ζητεῖ νὰ μᾶς κάμη προσωπικότητας, ποὺ θὰ ξεχύνουν ἄρωμα καὶ πολιτισμὸν κὰι θὰ δημιουργοῦν γύρω των ἀτμόσφαιρα πλυμμυρισμένην ἀπὸ φῶς καὶ ἀρετήν. 
Κρῖμα ὅμως!  Ἡ ἀπάντησις εἰς τὴν κλῆσιν τοῦ Χριστοῦ εἶναι τὶς πιὸ πολλὲς φορὲς στερεότυπη: «Σήμερα ἔχομε δουλειές. Αὔριον βλέπομεν». «Ἄν περάσῃ καὶ αὐτὸς ὁ χρόνος». «Ἔχομε καιρόν». «Βρὲ ἀδελφέ, μὴ βιάζεσαι. Δὲν χάθηκε ὁ κόσμος».  Καὶ ὁ καιρὸς περνᾷ. Καὶ ἡ ἡλικία προχωρεῖ καὶ αὐτή.  Καὶ τὰ μαλλιὰ ἀσπρίζουν. Καί....
Γιὰ σταθῆτε. Τὸ λάθος μας εἶναι φοβερόν.
Αὐτὴ ἡ ἀναβολὴ ἠμπορεῖ νὰ θάψῃ τὴν αἰώνιαν εὐτυχίαν μας.  Δὲν λέγομεν ὑπερβολάς. Γιατὶ λησμονοῦμεν δυὸ σοβαρὰς πλευρὰς τοῦ θέματος; 
Πρῶτον. Ποῦ τὸ ξέρεις;
Εἴμεθα βέβαιοι ὅτι θὰ ζήσωμεν ἀρκετὰ ἀκόμη χρόνια, ὥστε νὰ δικαιολογῆται αὐτὴ ἡ ἀναβολή; Δὲν βλέπομεν γύρω μας πόσον ἀδυσώπητος εἶναι ὁ θάνατος; Τὸ δρεπάνι του κοφτερό, θερίζει ἀπροειδοποίητα τοὺς φτωχοὺς ὁδοιπόρους τῆς γῆς.... Δὲν κάμει διακρίσεις.  Βασιλεῖς καὶ μεγάλοι εἰς τὸν τάφον, ὅπως καὶ οἱ φτωχοὶ καὶ ἄσημοι.
Ἔρχεται ὡς «κλέπτης ἐν νυκτί» ἡ ἡμέρα τοῦ θανάτου, διὰ νὰ θέσῃ τέρμα εἰς ὄνειρα καὶ ἐπιδιώξεις, διὰ νὰ ἀνακόψῃ τὴν ὁρμὴν τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ κυνηγᾷ τὴν «χίμαιραν», διὰ νὰ διαλύσῃ οἰκογενείας, διὰ νὰ διαψεύσῃ προσδοκίας, διὰ νά....
Καὶ ἄν ἔλθῃ, ἀδελφέ, εἰς ὥραν, ποὺ ἡμεῖς ἔχομεν ἀκόμη ἁπλωμένα τὰ δίχτυα τῶν ὑποθέσεών μας, χάριν τῶν ὁποίων ἀνεβάλαμεν τὴν προσέλευσίν  μας εἰς τὸν Χριστόν; Ἄν ἔλθῃ εἰς τοιαύτην ὥραν; Γυμνὴ ἡ ψυχή μας, τραυματισμένη ἀπὸ τὰ βέλη τοῦ διαβόλου, ρυπαρὰ ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας τὸν μολυσμόν, ἀνίσχυρη, ἔνοχος, ἀπροσταύτευτη, ἐγκαταλελειμμένη ἀπὸ ὅλα καὶ ἀπὸ ὅλους, τί θὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὸν Θεόν, πῶς θὰ δικαιολογηθῇ διὰ τὴν ἀναβολή, διὰ τὴν κατάπτωσίν της; 
Μή!  Μὴ ἀναβάλωμεν δι’ αὔριον, ὅ,τι ἠμποροῦμεν νὰ κάνωμεν σήμερον. Τὸ «αὐριον» δὲν εἶναι ἰδικόν μας. Εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ μὴ τὸ ἀντικρύσωμεν. Τὸ «σήμερον» μόνον μᾶς ἀνήκει. Ἄς μὴ τὸ ἀφήσωμε νὰ παρέλθῃ ἀνεκμετάλλευτον καὶ νεκρόν. Ὁ δρόμος τοῦ «αὔριον» ὁδηγεῖ εἰς τὴν πόλιν τοῦ «ποτέ», λέγει μία σοφὴ παροιμία. 
Πολλὰ ἔργα ἔμειναν στὴ μέση, ἐνῷ ἦτο δυνατὸν νὰ ὁλοκληρωθοῦν. Ἡ συνεχὴς ἀναβολὴ τὰ ἐματαίωνεν. Ἔτσι ἦλθεν ὁ θάνατος καί.... Ἄς κάμωμεν, λοιπόν, χωρὶς ἀναβολὴν τὸ καθῆκόν μας. Εἶναι πιὸ ἀργὰ ἀπὸ ὅ,τι νομίζομεν. Τὸ κερὶ τῆς ζωῆς μας σβήνει κάποτε ἀπότομα. Καὶ ἄν ἤδη πλησιάζῃ;
Καὶ δεύτερον. Θὰ τὸ θέλῃς τότε;
Ἀναβάλλομεν. Μᾶς καλεῖ ὁ Θεὸς. Ἡμεῖς τίποτε. «Ὅταν γηράσω. Ἔχω καιρόν». Πολὺ καλά. Ἔχεις καιρόν. Δηλ. ἄν τὸν ἔχῃς. Ἔστω ὅμως. Θὰ ἕχῃς ἇρά γε τότε τὴν διάθεσιν; Καὶ ἄν σκληρυνθῇ ἡ ψυχή; Καὶ ἄν ἡ ἁμαρτία διαποτίσῃ τὸ εἶναι μας κατὰ τρόπον μόνιμον καὶ ὁλοκληρωτικόν; Καὶ πεθάνῃ μέσα μας ἡ ἐπιθυμία μετανοίας καὶ ἐπιστροφῆς; Καὶ διαστραφῇ ἡ συνείδησις; Καὶ νεκρωθῇ ἡ πίστις; 
Ἡ διάθεσις τῆς ψυχῆς πρὸς μετάνοιαν ὁμοιάζει μὲ εὐαίσθητο σπάνιο λουλούδι. Φυτρώνει ὡρισμένην ἐποχὴν καὶ χρειάζεται πολὺ ὁμαλὰς καιρικὰς συνθήκας.  Στὸ χειμῶνα, στὸ λίβα δὲν ἀντέχει.  Καίεται καὶ ξηραίνεται....
Πόσες ψυχὲς ἔπαθαν αὐτὴν τὴν φθοράν!  Πόσοι ἄφησαν τὴν εὐκαιρίαν νὰ περάσῃ, καὶ ἀργότερα δὲν ξανῆλθε ἤ δὲν ἦσαν πιὰ πρόθυμοι νὰ τὴν ἐκμεταλευθοῦν!  Καὶ ἔφυγαν μὲ τὰ μεγάλα χρέη ἀνεξόφλητα!  Ὑπόδικοι!  Χρεῶσται!  Γιὰ πάντα. Χωρὶς ἐλπίδα πιὰ ἀλλαγῆς!  Μὴν ποῦμε, λοιπόν, ὅτι θὰ «ἀκολουθήσω τὸν Χριστὸν ἀργότερα». 
Αὐτὸ σημαίνει ματαίωσιν.  Καὶ αὐτὴ ἡ ματαίωσις εἶναι ὄλεθρος. Χωρὶς τέλος.  Χωρὶς ἐλπίδα μεταβολῆς. «Ἰδοὺ νῦν καιρὸς, εὐπρόσδεκτος, ἰδοὺ νῦν ἡμέρα σωτηρίας» (Β΄ Κορινθ. στ΄ 2) . «Νῦν».  Τώρα. Ὅχι αὔριον.  Λοιπὸν, ἀδελφοί, «μὴ καθεύδωμεν, ἀλλὰ γρηγορῶμεν καὶ νήφωμεν» (Α΄ Θεσ/κεῖς ε΄ 6), μᾶς συμβουλεύει ὁ Ἀπ. Παῦλος. Ἡ ἀναβολὴ εἶναι ὕπνος ὕπουλος. Ἀποκοιμίζει τὸν ἄνθρωπον σὲ στιγμὴν, ποὺ ὁ διάβολος κάμει ἀνεμπίδιστα τὸ ἔργον τῆς φθορᾶς. 
Βγάζει σιγὰ-σιγὰ  τὰ ἀγκωνάρια ἀπὸ τὴν οἰκοδομήν. Μᾶς ξεγελάει μὲ τὴν σκέψιν, ὅτι ἔχομεν καιρόν.... Και αἴφνης, ὅλα γίνονται συντρίμμια. Τὸ σπίτι πέφτει. Καὶ παρασέρνει μὲ τὴν πτῶσιν του τὰ πάντα. Ψυχήν, σωτηρίαν, παράδειον... Τρομερόν! 

Ἀγαπητοί,

Ἦταν κλειδοῦχος σὲ σιδηροδρομικὸ σταθμό. Χρόνια πολλά.  Κανόνιζε μὲ τὰ κλειδιὰ του τὶς γραμμές. Ἤξερε πότε ἔρχονται τὰ τραῖνα.
Μιὰ βραδιὰ εἶχαν ἔλθει κάποιοι φίλοι του. Θέλησε νὰ τοὺς περιποιηθῇ. Ἔστρωσαν τραπέζι στὸ σπίτι του. Εἶχαν καὶ λιγάκι κρασί.  Ἦλθαν στὸ κέφι... Ὥρα 10.30΄ μ.μ.  Σκοτάδι ἔξω.  Στὶς 12.15΄ περνοῦσεν ἡ ταχεῖα. Ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ἐλεύθερη τὴ γραμμή. Δὲν σταματοῦσε σ’ αὐτὸν τὸν σταθμόν.  Κοίταξε τὸ ὡρολόγι του.
-Ἔχουμε ἀκόμη καιρό, εἶπε. Ἀργότερα.
Ὥρα 11. 39΄.... 12.... 12.14΄... Σφυρίζει ἡ ταχεῖα... Θυμήθηκε τότε, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀνοίξῃ τὴ γραμμή... Ἔτρεξε.  Δὲν ἐπρόφθασε. Σὲ λίγο ἀκούστηκε ἕνας δαιμονιώδῃς κρότος. Φωνές, κλάματα, αἵματα... Καὶ τὸ σκοτάδι ἀπαίσιο... Τὶ εἶχε συμβῇ... Ἡ ταχεῖα μπῆκε σὲ ἄλλη γραμμή. Ἔπεσαν ἐπάνω σὲ σταματημένα βαγόνια. Σύγκρουσις τρομερά. Ἔξετροχιάσθη.  Νεκροὶ καὶ τραυματίαι ἀρκετοί.... Ὁ κλειδοῦχος τρελλάθηκε ἀπὸ τὴ θλῖψι του. Ἐγύριζε χρόνια στοὺς δρόμους καὶ ἐφώναζε: 
-Ἐγὼ φταίω.  Ἐγὼ φταίω.

Ἀδελφοί μου,

 Ἀπὸ τὰ συντρίμμια τοῦ τραίνου, ἀπὸ τὰ αἵματα τῶν τραυματιῶν, ἀπὸ τοὺς τάφους τῶν νεκρῶν καὶ ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ἔρχεται καθαρὰ ἡ προτροπή, ποὺ μᾶς λέγει:
-Σᾶς καλεῖ ὁ Χριστὸς νὰ Τὸν ἀκολουθήσετε. Μὴ ἀναβάλλετε οὔτε στιγμήν. Ἀπειλεῖται ἡ σωτηρία σας. Σπεύσατε!  Ἀμέσως καὶ ὁλοψύχως!....




Ἐπισκόπου Γεωργίου Παυλίδου
Μητροπολίτου Νικαίας
Λύχνος τοῖς ποσί μου
Λόγοι εἰς τὰ Εὐαγγέλια τῶν Κυριακῶν
(σελ.52-56)
Ἐκδόσεις Β΄
Ἀποστολική διακονία 
τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος 
Άναβάσεις - http://anavaseis.blogspot.com

Σε κάποιον μοναχικό για την ταραχή της ψυχής

Σε κάποιον μοναχικό για την ταραχή της ψυχής
Όλα τα έχεις, μόνο γαλήνη δεν έχεις. Όλα θα τα έδινες για τη γαλήνη, αλλά η γαλήνη, δεν έρχεται. Ήδη από την εποχή του πολέμου ταραχή βασιλεύει στην ψυχή σου. Διαρκώς σκέφτεσαι: «Πυροβόλησα στη μάχη, ίσως σκότωσα κάποιον .
Ίσως η μάνα κάποιου να θλίβεται για την απώλεια του γιού της και μαζί η γυναίκα του, τα παιδιά του, τα αδέλφια του και οι άλλοι συγγενείς του. Ίσως καταριούνται τον δολοφόνο του και δολοφόνος είμαι εγώ. Ποιος ξέρει τι θα βρει εμένα και τα παιδιά μου;». Με τέτοιες σκέψεις περπατάς, εργάζεσαι, ξαπλώνεις και σηκώνεσαι. Η ταραχή και ο φόβος βασανίζουν άγρια την ψυχή σου.
Δεν ακούς σε κάθε λειτουργία τη θαρραλέα ευλογία της Εκκλησίας του Θεού: «Εἰρήνη πᾶσι»! Ειρήνη σε όλους! Ποιος άλλος στον κόσμο εκτός Εκκλησίας προφέρει αυτές τις υπέροχες λέξεις; Και αυτό το κάνει με θέρμη και με τόσο πλήρη και πολύπλευρη σημασία. Ειρήνη μεταξύ πολιτικών και πολιτών, ειρήνη εξωτερική και εσωτερική, ειρήνη μεταξύ ανθρώπων και λαών, ειρήνη με τον Θεό και με τη συνείδηση, ειρήνη με τους υποστηρικτές και με τους διώκτες, με τη ζωή και το θάνατο , με τη γη και τους ουρανούς , με μια λέξη «ειρήνη η υπερέχουσα πάντα νουν» ( Φιλιπ.4,7 ) . Αυτήν την ειρήνη κηρύττει η Εκκλησία σ’ όλες τις χώρες του κόσμου.
Να πώς μιλά ο χριστιανός ποιητής:
Αν η ζωή σε βασανίζει
νου και καρδιά σου παίρνει,
αν με μοχθηρία στη σκλαβιά σε μαθαίνει
και αγάπη και πίστη σβήνει
γονάτισε με καυτά δάκρυα,
το βάθρο του Σταυρού αγκάλιασε
και θα συμφιλιωθείς με τους ουρανούς,
μ’ εσένα και με τους ανθρώπους!
( Ρώσος ποιητής Νικήτας: Προσευχή ενός παιδιού)
Γονάτισε μπροστά στον Κύριο Ιησού Χριστό, την Άρχουσα ειρήνη, ακούμπησε το ματωμένο πόδι Του και η ειρήνη θα σου επιστραφεί. Γιατί αυτός είναι η ειρήνη μας ( Εφ. 2,14 ) . Γι’ αυτό όταν η Εκκλησία λέει «Εἰρήνη πᾶσι» είναι σαν να λέει «Χριστός τοῖς πᾶσι! Ο Χριστός με όλους! Ο Χριστός σε όλα!». Αμήν.
Ο Χριστός να σου σώσει ειρήνη και ας είναι μαζί σου!

«ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ
Δεν φτάνει μόνο η πίστη…
ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ Β΄»
Εκδόσεις «εν πλώ»

Εορτή του Αγίου Ιουλιανού από τη Κιλικία

Εορτή του Αγίου Ιουλιανού από τη Κιλικία

Γιορτάζουμε σήμερα 21 Ιουνίου, ημέρα μνήμης του Αγίου Ιουλιανού από τη Κιλικία.
Ο Άγιος Ιουλιανός ήταν από τη Διοκαισάρεια της Κιλικίας. Ο πατέρας του ήταν ειδωλολάτρης βουλευτής, αλλά η μητέρα του είχε προσχωρήσει στη χριστιανική θρησκεία. Γι' αυτό και ανέθρεψε το γιο της Ιουλιανό σύμφωνα με τις επιταγές του Ευαγγελίου.
Ο Ιουλιανός αγάπησε τόσο πολύ τον εσταυρωμένο Κύριο, ώστε σε ηλικία 18 χρονών ομολόγησε με πολύ θάρρος την πίστη του στον έπαρχο Μαρκιανό, ενώ γνώριζε ότι τον περίμεναν άγρια βασανιστήρια.
Πράγματι, μόλις το άκουσε αυτό ο έπαρχος, διέταξε και τον έδειραν ανελέητα, και κατόπιν τον έριξαν στην πιο άθλια φυλακή. Έπειτα ο Μαρκιανός κάλεσε τη μητέρα του Ιουλιανού να επισκεφθεί το γιο της και να τον πείσει να αρνηθεί το Χριστό.
Η χριστιανή γυναίκα, όταν συνάντησε το νεαρό σπλάχνο της, έκανε ακριβώς το αντίθετο. Προέτρεψε τον Ιουλιανό, να μείνει στο ύψος του χριστιανικού του φρονήματος και τον ενθάρρυνε να υπομείνει όλα τα μαρτύρια.
Έτσι και έγινε. Όταν έπαρχος ξανακάλεσε τον Ιουλιανό, αυτός με περισσότερο θάρρος ομολόγησε μπροστά του και πάλι το Χριστό. Εξοργισμένος τότε ο έπαρχος Μαριανός έκλεισε τον Ιουλιανό μέσα σε ένα σάκο με δηλητηριώδη φίδια και τον έριξε στο πιο βαθύ σημείο της θάλασσας, όπου μαρτυρικά ο Ιουλιανός παρέδωσε την ψυχή του στο Θεό.
Στους εορτάζοντες και στις εορτάζουσες, χρόνια πολλά και ευάρεστα στο Θεό !!!
Απολυτίκιο:
Ήχος πλ. α'. Τον συνάναρχον Λόγον.
Μητρικαίς υποθήκαις μυστανωνούμενος, πανευκλεής στρατιώτης ώφθης Χριστού του Θεού, παντευχίαν μυστικήν περιζωσάμενος. όθεν καθείλες τον έχθρον, ως γενναίος αριστεύς, και ήθλησας θεοφρόνως, Ιουλιανέ θεόφρον, υπέρ ημών αεί πρεσβεύων Θεώ.

Παρασκευή, Ιουνίου 20, 2014

ΤΙ ΕΙΔΑ ΚΑΙ ΤΗ ΕΖΗΣΑ ΚΟΝΤΑ ΣΤΟ ΓΕΡΟΝΤΑ ΦΙΛΟΘΕΟ ΖΕΡΒΑΚΟ

«Όταν βγεις απ’ εδώ να πεις για το φώς πού είδες, αφού πρώτα το πάρεις σαν δώρημα απ’ το Χριστό μας. Διαφορετικά, μίλησε με τη σιωπή πού κηρύττει κι αυτή με τον τρόπο της». 

O παππούς πατήρ Φιλόθεος πάλι μου μίλησε για την έσχατη μέρα πού την διαισθάνεται πολύ κοντά. Ζω, μου ‘ πε, με την αγωνία του κόσμου, του κόσμου πού ‘γινε μάζα, και πορεύεται σαν πρόβατο σε σφαγή, χωρίς διαμαρτυρία και προσπάθεια να ξεφύγει απ’ τα χέρια του βέβαιου θανάτου. Ο Σατανάς έχει υπνώσει τούς ανθρώπους και τούς χρησιμοποιεί.

ΣΤΗΝ ΠΑΡΟ ΤΟ 1967-1968: 

 Τα μάτια του παππούλη, ήταν γεμάτα δάκρυα και το πρόσωπό του είχε φανερή την έκφραση
του πόνου και της αγωνίας. Έπειτα σιώπησε και τον αισθανόμουν και έβλεπα να ‘ναι βυθισμένος κάπου. Αυτή η σιωπή λάβαινε έκταση μα και μεγαλείο. Θέλησα κι εγώ να προσηλώσω τη μνήμη μου πάνω στο Σταυρό που ‘χα αντίκρυ μου κι έμεινα για ώρα βυθισμένος στο θαύμα του Θείου Πάθους!! Έπειτα από αρκετή ώρα, μέσα απ’ την προσήλωσή μου, είδα ένα σκοτάδι να φεύγει κι ένα φώς παράξενο και πρωτόγνωρο να λούζει τον παππού, όχι όμως και μένα. Το πρόσωπο του, άρχισε να αλλοιώνεται και να παίρνει μια έκφραση!!
«Ω, Θεέ, να μπορούσα να την περιγράψω ή να την έχω σαν εικόνα όλη μου τη ζωή! Αισθανόμουν πώς κάποιος του μιλούσε και ο ίδιος απαντούσε, μα δεν άκουγα τίποτα. 
Η βεβαιότητα μου αυτή δέ γεννούσε αμφισβήτηση, αλλά ούτε και ερώτηση. Είχα καθηλωθεί στο θαυμασμό μέσα αλλά και στο φόβο της αδυναμίας μου να νιώσω, τί γίνεται κει μπροστά μου… Ο παππούς, τώρα παρακαλούσε, ικέτευε και τον είδα να σκύβει πάνω στο πάτωμα το κεφάλι ταπεινά και λέει «ευχαριστώ»!!
Μέσα μου αισθανόμουν ειρήνη, απέραντη ειρήνη και ούτε ήθελα να ρωτήσω ή να ζητήσω κάτι. Ήμουν γεμάτος από κάτι πού δεν ήξερα, μα ωστόσο με πλημμύριζε χαρά και με γέμιζε ελπίδα. Η σιωπή εκεί μέσα, μιλούσε με πολλές γλώσσες κι ήταν τόσο όμορφη πού θα ‘θελα να μην έχει τέλος.
Έξω φυσούσε παγωμένος αέρας και το κρύο σε περόνιαζε ως το κόκκαλο, μα μες στην καρδιά μου είχα ζεστασιά. Ήθελα αυτό πού είχα, σχεδόν λαχταρούσα, να το δώσω σ’ όλους τούς ανθρώπους. Γιατί εδώ τώρα, τούς αγαπούσα σαν τον εαυτό μου και τούς πονούσα σαν τη σάρκα μου..
Έπειτα ο παππούς, μ’ αγκάλιασε στοργικά και μούπε: «Όταν βγεις απ’ εδώ να πεις για το φώς πού είδες, αφού πρώτα το πάρεις σαν δώρημα απ’ το Χριστό μας. 
Διαφορετικά, μίλησε με τη σιωπή πού κηρύττει κι αυτή με τον τρόπο της». Η Παναγία μου είπε, πώς του απεκάλυψε μια εικόνα που ‘δειχνε τούς ποιμένες να ‘ναι δεμένοι σ’ ένα βράχο και οι κουρούνες να τούς τρώνε τα σπλάχνα και να τούς κτυπούν με μανία με το ράμφος των. Όταν τον ρώτησα για την εικόνα δεν μου απάντησε, αλλά μου ‘δειξε μια άλλη εικόνα πού παρίστανε ανθρώπους μυριάδες, αμέτρητους, πού βούλιαζαν σε μια ατέρμονη πεδιάδα, λες και τούς ροφούσε η λασπουριά, φωνάζοντας απέλπιδες φωνές. Στη θέα αυτή ένιωθες φρίκη και γέμιζες αγωνία..
Κι άκουσα μου πε ο παππούς, τη φωνή του Προφήτη με το στόμα τ’ Άγιο της Παναγιάς, να μου λέει: «Οι ποιμένες κατέστρεψαν το αμπέλι μου και το μετέτρεψαν σε βούρκο». Ο παππούς λέγοντας μου αυτά, είχε πάνω του όλο το παράπονο του κόσμου και όλο τον καημό της ζωής. Τον άφησα περίλυπο στη σιγή του και τον παρεκάλεσα φιλώντας του το χέρι, να προσευχηθεί για μένα.. Έξω, η καμπάνα της Ι. Μονής, σήμαινε τον Εσπερινό!!
ΠΗΓΗ  το είδαμε εδώ

Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες.

  Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες. Γεώργιος Κ. Τζανάκης . Ἀκρωτήρι Χανίων Σχετικῶς μὲ τὸ θέμα τῶν αὐξήσεων τῶν μισθῶν τῶν ἀρχιερέων, ...