Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Κυριακή, Ιουνίου 22, 2014

Πρωτείο και εκλογή των Πατριαρχών

Το κείμενο του Πατριαρχείου Μόσχας ισχυρίζεται ότι η αποδοχή Πρώτου καταργεί τη μυστηριακή ισότητα μεταξύ των ᾽Επισκόπων[175]. Το ίδιο υπαινίσσεται και για τη αποδοχή Πρώτου έχοντος Πρεσβείον τιμής με συγκεκριμένες κανονικές αρμοδιότητες, την ύπαρξη του οποίου αρνείται. Γιατίόμως αυτό δε συμβαίνει σε επαρχιακό επίπεδοΕάν η αναγνώριση Πρώτου σε παγκόσμιο επίπεδο καταλύει την όντως υφισταμένη μυστηριακή ισότητα μεταξύ τωνΕπισκόπων, τότε δεν θα έπρεπε να υπάρχει Πρώτος ούτε στο επαρχιακό επίπεδο Τότε δε θα έπρεπε να υπάρχει εκκλησιαστική ιεραρχία, αλλά ο κάθε επίσκοπος να θεωρείται και να είναι απολύτως αυτοκέφαλος. Όπως όμως, αυτονόητα, υπάρχει ιεραρχία στο επαρχιακό επίπεδο που δεν καταλύει ασφαλώς τη μυστηριακή ισότητα των επισκόπων, κατά τον ίδιο τρόπο υπάρχει ιεράρχηση μεταξύ των κατά κατά τόπους Εκκλησιών και αυτονόητα στην ιεράρχηση υπάρχει πάντα οΠρώτος.
Πηγή:http://fanarion.blogspot.gr/
Πηγή:http://fanarion.blogspot.gr/
Είναι γνωστό από την εκκλησιαστική ιστορία ότι αρχικά και μέχρι την Α´ Οικουμενική Σύνοδο οι επίσκοποι εξελέγοντο από πλησιοχώρους και γειτνιάζοντες επισκόπους. Η Α´ Οικουμενική Σύνοδος λαβούσα υπόψη της τη διοικητική πολιτική διαίρεση σε επαρχίες διαμορφώσασα το Μητροπολιτικό σύστημα όρισε την εκλογή κάθε επισκόπου της επαρχίας από τους επισκόπους της επαρχίας μαζί με τον Μητροπολίτη, ενώ η εκλογή του τελευταίου εγίνετο από όλους τους υπ᾽ αυτόν επισκόπους[176]. Η διαμόρφωση του Πατριαρχικού συστήματος δικαιολογεί αναλογικά την εκλογή του Πατριάρχη από Μητροπολίτες του κάθε Πατριαρχείου.
Η διοικητική αυτή εξέλιξη, δηλ. η εκλογή Πατριάρχου για θρόνο τετιμημένο με Πρεσβεία, ασφαλώς και δε συνδέθηκε από τους ιερούς κανόνες με την απονομή απότους ίδιους Πρεσβείων σε συγκεκριμένους τόπους. Πατριαρχεία δε κατέστησαν αρχικά κατά την α´ χιλιετία μόνο οι εκκλησιαστικές έδρες, στις οποίες είχαν απονεμηθεί Πρεσβεία. Έτσι η Εκκλησία της Κύπρου κατέστη αυτοκέφαλος με το κανόνα η´ της Γ´ Οικουμενικής Συνόδου[177], δεν αναγνωρίστηκε όμως ως Πατριαρχείο, ούτε διέθετε Πρεσβεία τιμής.
Ενώ λοιπόν οι ιεροί κανόνες απέδωσαν Πρεσβεία σε συγκεκριμένους εκκλησιαστικούς θρόνους που έγιναν στη συνέχεια Πατριαρχεία με απόδοση ίσων πρεσβείων στην Κωνσταντινούπολη για την Ανατολή και στη Ρώμη για τη Δύση, με «ελάττωσιν» και «υποβιβασμόν» όμως της τιμής για τα άλλα πατριαρχεία της Ανατολής, δεδομένων και των προνομίων που δόθηκαν δια των κανόνων θ´ και ιζ´ της Χαλκηδόνας στο θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως[178], δεν συνέδεσαν τα συγκεκριμένα αυτά Πρεσβεία με τον τρόπο εκλογής των φορέων τους, δηλ. των πέντε Πατριαρχών. Τούτο δε συνέβη, διότι, όπως έχει αναφερθεί, τα Πρεσβεία αφορούν τόπο καιόχι πρόσωπα η πρόσωπα που αποτελούν το φορέα τους.
Είναι προφανές ότι η αντίληψη και η βαρύτητα της αποστολικότητας της εκκλησιαστικής αυθεντίας η της πολιτικής σημασίας η των δύο αυτών των παραγόντων που συνέτρεχαν σε ένα τόπο υπερίσχυσε της αντίληψης κατά την οποία ο Μητροπολίτης της οποιασδήποτε επαρχίας έπρεπε να εκλέγεται από τους επισκόπους της επαρχίας του, πράγμα που αναλογικά θα εσήμανε ότι ο Πρώτος σε παγκόσμιο επίπεδο θα έπρεπε να εκλέγεται από τους άλλους Πατριάρχες η Προκαθημένους σήμερα των άλλων κατά τόπους Εκκλησιών. Εάν αυτό το προέβλεπαν όμως οι ιεροί κανόνες, όπως αυτό φαίνεται να επιθυμεί το κείμενο του Πατριαρχείου Μόσχας, θα έπρεπε –αναλογικά με τα της εκλογής του Μητροπολίτου προβλεπόμενα– και οι Προκαθήμενοι των κατά τόπους Εκκλησιών να εκλέγωνται όχι από τους υπ᾽ αυτούς Μητροπολίτες, αλλά –αναλογικά με τα ισχύοντα για τους Μητροπολίτες– από τους άλλους Προκαθημένους.
Αυτό ασφαλώς θα κατέλυε, όπως ορθά επισημαίνει το κείμενο του Πατριαρχείου Μόσχας[179], για την εκλογή του Πρώτου σε παγκόσμιο επίπεδο, την αυτοκεφαλία των κατά τόπους Εκκλησιών. Άλλωστε το κείμενο της Ραβέννας υιοθετώντας την αρχή της ομοφωνίας σε παγκόσμιο επίπεδο, υιοθετώντας δηλ. το πνεύμα του 34ου κανόνα, των Αποστόλων που αναφέρεται στο τοπικό επίπεδο, δεν εξομοιώνει τη θέση του Μητροπολίτου μιας επαρχιακήςσυνόδου με αυτή του Πρώτου στο πλαίσιο της Πενταρχίας. Έτσι ο τελευταίος δεν υποχρεούται, για παράδειγμα, δις του έτους στην ενεργοποίηση του συνοδικού θεσμού, κάτι που είναι υποχρεωτικό για το Μητροπολίτη μιας επαρχίας σύμφωνα με τον ε´ κανόνα της Α´ Οικουμενικής συνόδου[180].
Εκείνο το οποίο επιτυγχάνει το κείμενο της Ραβέννας είναι η ένταξη του επισκόπου Ρώμης στο πλαίσιο της Πενταρχίας και η υποχρεωτική ομόφωνη λήψη αποφάσεων για δογματικά και υψίστης σημασίας κανονικά ζητήματα. Υπό την έννοια αυτή το σημείο ομοφωνίας Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών αποτελεί σημαντική πρόοδο στο μεταξύ τους διάλογο, είναι η αποδοχή μιας θέσης που συμφωνεί απόλυτα με την ορθόδοξη Εκκλησιολογία, την κανονική πρακτική αιώνων και την ιστορική πραγματικότητα.
Το γεγονός όμως ότι κατά τους ιερούς κανόνας οι Προκαθήμενοι των με Πρεσβεία τετιμημένων θρόνων δεν εκλέγονται μεταξύ τους, ουδόλως σημαίνει ότι είναι και λειτουργούν εντελώς αυτόνομα. Η εκλογή κάθε Πατριάρχου ηλέγχετο από τους υπολοίπους τόσο ως προς την κανονικότητα της εκλογής, όσο και ως προς την ορθοδοξία του εκλεγέντος προσώπου. Αυτό το νόημα είχαν και έχουν τα ακολουθούντα την εκλογή «Ειρηνικά–Συνοδικά» γράμματα που ουδόλως συνιστούν μια τυπική διαδικασία. Ανεφέρθη ήδη το παγκοίνως γνωστό παράδειγμα του Ιγνατίου και του Ι. Φωτίου. Εάν μετά την εκλογή ανέκυπτε πρόβλημα Ορθοδοξίας, έπαυε η μεταξύ τους κοινωνία. Σε περίπτωση καθαιρέσεως η εκπτώσεως ενός Πατριάρχου, η εσωτερική αυτή πράξη των Μητροπολιτών ενός Πατριαρχείου, έπρεπε και πρέπει να γίνει αποδεκτή από τους υπολοίπους, είτε άμεσα, όπως το θέλει ο Θεόδωρος ο Στουδίτης, είτε έμμεσα με τηναναγνώριση του διαδόχου του.
Όλα τα ανωτέρω καταδεικνύουν εμφανώς ότι οι Πατέρες των Οικου-μενικών Συνόδων απέδωσαν Πρεσβεία τιμής σε συγκεκριμένους εκκλησιαστικούς θρόνους μη συνδέοντας άμεσα την εκλογή των φορέων τους από τους υπόλοιπους εκκλησιαστικούς θρόνους, στους οποίους αποδόθηκαν Πρεσβεία τιμής. Κατά συνέπεια δε συνέδεσαν και δε ζήτησαν την αναλογική εφαρμογή σε παγκόσμιο επίπεδο των διατάξεων που αφορούν την εκλογή του Πρώτου σε τοπικό επίπεδο. Ούτε το κείμενο της Ραβέννας αναφέρεται σε κάτι τέτοιο. Αυτό όμως φαίνεται να επιζητούν οι συντάκτες του κειμένου του Πατριαρχείου Μόσχας. Επειδή όμως δε συμβαίνει αυτό, θεωρούν ότιδικαιούνται να αρνούνται την ύπαρξη Πρώτου με τις συγκεκριμένες αρμοδιότητεςπου του απονέμουν οι ιεροί κανόνες και η κανονική παράδοση.
[Συνεχίζεται]
[175]. Βλ. στο πρωτότυπο κείμενο, οπ.παρ.: «Таковое признание, упраздняя сакраментальное равенство епископата».
[176]. Κανόνες δ´, ε´, στ´, του Α´ Οικουμενικής Συνόδου Ρ. Π., Β´, 122, 124-125, 128.
[177] Ρ. Π., Β´, 203-204.
[178]. Κατά συνέπεια δεν μπορεί να γίνει δεκτή η ερμηνεία του Αγ. Νικοδήμου του Αγιορείτου για ισότητα τιμής και τάξεως όλων των πατριαρχικών θρόνων. Βλ. Πηδάλιον, Αθήναι 1970, 157-158.
[179]. Στόκείμενο, οπ. παρ.: «…следствием которой становится умаление или даже упразднение автокефалий Поместных Церквей».
[180]. Ρ. Π., Β´, 124-125.

Η Αγία Απογοήτευση




  Συγκινήθηκα πολύ, όταν χθές μιλώντας με μία νέα κοπέλα που είπε : 

-Πάτερ , κάθε χρόνο που περνά, μετράω και όλο λιγότερους φίλους 



-Μπήκες στην στράτα του Θεού. Της απαντώ. 


-Και ποια είναι αυτή; 


Η Αγία απογοήτευση! 


Σε εγκαταλείπουν τα πάντα, οι αγάπες, τα όνειρα, οι πατρίδες, οι φίλοι, οι χαρές 


σου, τα χρήματα, η υγεία, οι ελπίδες, όλες οι ανθρώπινες σιγουριές και 


βεβαιότητες, η ίδια η ζωή, το παρελθόν και το μέλλον σου… 

-Και μετά; 


-Μετά σε περιμένει η αγκαλιά Του Χριστού, η γλυκιά Του Αγάπη . 

Άμα δεν σε απογοητεύσουν οι άνθρωποι δεν γίνεται να σε γοητεύσει ο Χριστός. 


Είσαι σε καλό δρόμο! 

πηγή  το είδαμε εδώ

Κυριακὴ Β΄ Ματθαίου (Ματθ. 4,18-23). Η εκλογή των Αποστόλων

1. π. Α. κρ. Αγ. Ποτηρ. ιστ«Οἱ δὲ εὐθέως ἀφέντες τὰ δίκτυα ἠκολούθησαν αὐτῷ» 
Ἡ ἑβδομάδα ποὺ μᾶς πέρασε καὶ ἡ ἑβδομάδα ποὺ μᾶς ἔρχεται, ἀγαπητοί μου, ἕως τὶς 29 τοῦ μηνός, ὅλο αὐτὸ τὸ χρονικὸ διάστημα ποὺ ἀρχίζει ἀπὸ τὴν ἑπομένη τῶν ἁγίων Πάντων καὶ φτάνει μέχρι τὶς 29 τοῦ μηνὸς αὐτοῦ, εἶνε περίοδος νηστείας. Εἶνε ἡ νηστεία τῶν ἁγίων Ἀποστόλων. Εἶνε μία εὔκολη νηστεία, καὶ ἀλλοίμονο ἂν δὲν τὴν κάνουμε.
Νηστεία κάνουν στὸ Ἅγιον Ὄρος οἱ ἀσκηταί. Οὔτε κρέας καὶ οὔτε ψάρι δὲν τρῶνε· τίποτε ἀπ᾿ αὐτά. Μέσα στὶς τρύπες καὶ μέσα στὶς σπηλιὲς μένουν. Αὐτοί κάνουν νηστεία. Ἡ νηστεία αὐτὴ τῶν Ἀποστόλων εἶνε πολὺ εὔκολη, διότι τὴν περίοδο αὐτὴ τῆς νηστείας ἐπιτρέπεται νὰ φᾷς ψάρι, τὸ κρέας μόνο ἀπαγορεύεται. Δὲν ξέρω ἐσεῖς ἂν τὴν τηρῆτε.
Ἐκτὸς τῆς νηστείας αὐτῆς τῶν ἁγίων Ἀποστόλων ἔχουμε καὶ ἄλλες νηστεῖες.
Ἡ πιὸ αὐστηρὰ νηστεία, ποὺ εἶνε ζυμωμένη μὲ δάκρυα, εἶνε τὴ Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Ὅποιος δὲν κλαίει τὴ Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ εἶνε κτῆνος, χαϊβάνι εἶνε, γιατὶ ὅλη ἡ γῆ κλαίει σαράντα μέρες μὲ τὸ Χριστό προτοῦ νὰ σταυρωθῇ. Μετὰ τὴ νηστεία τῶν Ἀποστόλων ἔχουμε τὴ νηστεία του Δεκαπενταυγούστου· δεκαπέντε μέρες νηστεύουμε πρὸς τιμὴν τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου. Καὶ μετὰ εἶνε ἡ νηστεία τῶν Χριστουγέννων. Ἡ πιὸ ἐλαφρὰ νηστεία τοῦ ἔτους εἶνε ἡ νηστεία τῶν ἁγίων Ἀποστόλων.
Εὑρισκόμεθα λοιπὸν στὴ νηστεία τῶν ἁγίων Ἀποστόλων, καὶ ἡ νηστεία αὐτὴ ἐθεσπίσθη γιὰ νὰ προετοιμάσῃ τοὺς Χριστιανοὺς ψυχικῶς νὰ ἑορτάσουν τὴ μεγάλη ἑορτὴ τῶν Ἀποστόλων. Καὶ ἀκριβῶς γιὰ τὸν λόγον αὐτὸν καὶ τὸ εὐαγγέλιο ποὺ ἀκούσαμε σήμερα εἶνε σχετικὸ μὲ τοὺς ἁγίους ἀποστόλους. [ἡ Κυριακὴ αὐτή, ἡ Β΄ τοῦ Ματθαίου, πίπτει κατὰ κανόνα μέσα στὴ νηστεία τῶν ἁγίων Ἀποστόλων\
Θὰ σᾶς ὁμιλήσω ἁπλᾶ, ὅπως πάντα, γιὰ νὰ μὲ καταλάβετε ὅλοι.

* * *

Τί λέει τὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο; Ὅπως σᾶς εἶπα, εἶνε σχετικὸ μὲ τὴν ἑορτὴ τῶν ἁγίων ἀποστόλων.
Εἶνε κανένας «χατζῆς» ἀπὸ τὸ χωριό σας; Ὅποιος ἔχει πάει κάτω στοὺς Ἁγίους Τόπους, στὰ Ἰεροσόλυμα καὶ στὸ Γολγοθᾶ, ξέρει, ὅτι ὑπάρχει μία λίμνη σὰν τῆς Μεγάλης Πρέσπας, μία λίμνη ποὺ ἔχει νερὰ καθαρά, μία λίμνη ποὺ εἶνε γεμάτη ψάρια, μία ἀπὸ τὶς πιὸ ὄμορφες λίμνες ποὺ ἔχει ὁλόκληρος ἡ Γῆ. Καὶ αὐτὴ τὴ λίμνη ὀνομάζει τὸ Εὐαγγέλιο «θάλασσαν τῆς Γαλιλαίας» (Ματθ. 4,18) ἢ «τῆς Τιβεριάδος» (Ἰωάν. 6,1· 21,1)· ἐπειδὴ εἶνε πολὺ μεγάλη, οἱ Ἰουδαῖοι καὶ οἱ Ἄραβες τὴ λένε «θάλασσα». Σ᾿ αὐτὴ λοιπὸν τὴ θάλασσα πέφτουν τὰ νερὰ τοῦ Ἰορδάνου ποταμοῦ. Ξεχειλίζει ὁ Ἰορδάνης καὶ φεύγουν τὰ νερά του γοργὰ – γοργὰ στὴ λίμνη τῆς Τιβεριάδος. Καὶ ἀπὸ ᾿κεῖ τρέχοντας τὰ ῥεύματά του πέφτουν σὲ μία ἄλλη λίμνη ποὺ εἶνε πολὺ κάτω, στὴ Νεκρὰ Θάλασσα. Ἀλλὰ ὅσο ὡραία εἶνε ἡ μία λίμνη, τόσο ἄσχημη καὶ κατηραμένη εἶνε ἡ ἄλλη. Ἡ μία εἶνε γεμάτη ψάρια· ἡ ἄλλη ―ὦ Θεέ μου Θεέ μου― εἶνε κόλασι, μαῦρα πίσσα τὰ νερά της. Τί ἦταν πρῶτα ἐκεῖ;
Διαβάζετε τὸ Εὐαγγέλιο, ἢ εἶνε κολλημένο τὸ αὐτάκι σας στὸ ῥαδιόφωνο γιὰ ν᾿ ἀκοῦτε τὶς ψευτιὲς τοῦ κόσμου, καὶ τὰ ματάκια σας εἶνε κολλημένα στὸ κουτὶ τοῦ δια᾿όλου γιὰ νὰ βλέπετε ὅλη νύχτα τὰ διάφορα πράγματα τοῦ κόσμου; Ἀλλοίμονό μας, ἀλλοίμονό μας! Μᾶς ἔδωσε μάτια ὁ Θεός, γιὰ νὰ βλέπουμε τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ καὶ νὰ λέμε Δόξα σοι, ὁ Θεός· μᾶς ἔδωσε αὐτιά, γιὰ ν᾿ ἀκοῦμε τὰ ὡραῖα λόγια τοῦ Χριστοῦ μας· κ᾿ ἐμεῖς ἀλλοῦ ἔχουμε κολλημένα τ᾿ αὐτιὰ καὶ τὰ μάτια μας.
Λοιπὸν λέγαμε γιὰ τὴν εὐλογημένη λίμνη τῆς Τιβεριάδος, ποὺ μιλᾷ σήμερα τὸ Εὐαγγέλιο, καὶ γιὰ τὴν ἄλλη παρακάτω τὴ Νεκρὰ Θάλασσα, ποὺ εἶνε κατηραμένη καὶ βρίσκεται 80 – 90 χιλιόμετρα παρακάτω. Τί ἦταν πρῶτα ἐκεῖ; Ἦταν ἕνας κάμπος καὶ εἶχε στὸν κάμπο σπίτια, παλάτια, μέγαρα, πλατεῖες, δρόμους, πάρκα. Καὶ ἤτανε εὐτυχισμένοι οἱ ἄνθρωποι ποὺ κατοικούσανε. Ἀλλὰ δὲν ἐσέβοντο τὸ Θεό, καὶ κάνανε τοῦ κόσμου τὶς ἁμαρτίες· πορνεῖες, μοιχεῖες, ἀκαρθασίες… Σὰν τὰ ζῷα ζούσανε. Στὸ ναό τους δὲν πηγαίνανε. Μόνο δουλειὰ καὶ λεφτὰ κοιτοῦσαν. Εἶχαν κάμπο μεγάλο μὲ σιτηρά, μὲ ἀμπέλια, μὲ δέντρα σπουδαῖα, καὶ γέμιζαν τ᾿ ἀμπάρια τους ἀπὸ σιτάρια, καλαμπόκια καὶ λάδι. Εχανε καὶ ὅλους τοὺς σπουδαίους καρπούς. Μιὰ μέρα ὅμως ―ὤ μιὰ μέρα, ποὺ θά ᾿ρθῇ καὶ σ᾿ ἐμᾶς―, μιὰ μέρα ποὺ κάθονταν διπλαπόδι στὴν πλατεῖα καὶ γελούσανε καὶ λέγανε αἰσχρὰ πράγματα· μιὰ μέρα ποὺ ὁ ἄλλος γέμιζε τὸ ἀμπάρι του· μιὰ μέρα ποὺ τὰ παιδιὰ καὶ οἱ νέοι χορεύανε· μιὰ μέρα ποὺ γινότανε γάμος ―Θεέ μου Θεέ μου!―, γέμισε πάνω ὁ οὐρανὸς ἀπὸ μαῦρα σύννεφα. Καὶ δὲν ἔπεσε βροχούλα. Ἄχ αὐτὴ ἡ βροχούλα ποὺ πέφτει, κάθε σταλαγματιὰ καὶ λίρα εἶνε! Μὰ ἐκείνη τὴν ἡμέρα τὰ μαῦρα σύννεφα ποὺ ἄστραψαν καὶ βρόντησαν δὲν ἔρριψαν νεράκι, ἀλλὰ ἔρριψαν φωτιὰ καὶ θειάφι. Λαμπάδιασε ὁ τόπος! Σταμάτησαν οἱ νέοι νὰ χορεύουν, σταμάτησε ὁ γάμος, σταμάτησαν οἱ μπακάληδες νὰ πουλοῦν καὶ ἀγοράζουν, σταμάτησαν τὰ παιδιὰ ἀπὸ τὸ σχολεῖο, σταμάτησαν τὰ πάντα, καὶ λαμπάδιασε ὁ τόπος. Κάηκαν τὰ δέντρα, κάηκαν οἱ ἀχερῶνες, κάηκαν τὰ σπίτια, κάηκαν τὰ πάντα. Κάρβουνα γινήκανε ὅλοι. Καὶ μετά; Ὦ Θεέ μου, δὲν ἔφτανε μόνο ἡ φωτιά, ἀλλὰ ἔγινε καὶ σεισμός· καὶ ἔπεσαν πεντακόσα μέτρα κάτω καὶ θάφτηκαν πέντε πολιτεῖες. Αὐτὰ εἶνε τὰ Σόδομα καὶ Γόμορρα. Κ᾿ ἐπάνω ἁπλώνεται ἡ Νεκρὰ Θάλασσα. Στὰ νερά της δὲν ζῇ τίποτα. Καὶ αὐτὸ δὲν τὸ λέει μόνο ἡ Γραφή, τὸ λέγει καὶ ἡ ἐπιστήμη. Μέσα ἐκεῖ ψαράκι δὲν ζῇ. Μαῦρα καὶ πικρὰ εἶνε τὰ νερά της. Ἀκόμη καὶ πουλὶ νὰ πετάξῃ ἀπὸ πάνω, σκάει καὶ πέφτει νεκρό.
Τὸ λέγει ὁ Χριστός.
Σόδομα καὶ Γόμορρα γινήκαμε κ᾿ ἐμεῖς, ἀδέρφια μου. Κλάψτε, γιατὶ κάποια καταστροφὴ θὰ ᾿ρθῇ στὴν ἁμαρτωλὸ γῆ. Σύννερα μαῦρα παρουσιάζονται στὸν κόσμο. Θὰ βρέξῃ πάλι. Ὄχι νεράκι, ποὺ είμεθα ἀνάξιοι νὰ τὸ πιοῦμε. Γιατὶ τὴ μπουκιὰ ἔχουμε στὸ στόμα καὶ βλαστημᾶμε τὸ Θεό. Νερὸ πίνουμε καθαρό, καὶ δὲν Τὸν εὐχαριστοῦμε. Θ᾿ ἀνοίξῃ ὁ οὐρανὸς πάλι καὶ θὰ πέσῃ φωτιά. Σόδομα καὶ Γόμορρα θὰ γίνουμε. Μόνον, μόνον ἐὰν μετανοήσουμε, θὰ σωθοῦμε. Μόνο μία μετάνοια θὰ μᾶς σώσῃ. Ἀλλὰ δυστυχῶς οὔτε οἱ παπᾶδες, οὔτε οἱ λαϊκοί, οὔτε οἱ πατριάρχαι, οὔτε βασιλιᾶδες, οὔτε πλούσιοι, οὔτε φτωχοί, οὔτε γυναῖκες, οὔτε ἄντρες, κανένας δὲν μετανοεῖ. Χτυπάει ἡ ἐκκλησία καὶ περνάει ἀπὸ τὸ χωριό σας ὁ ἐπίσκοπος, καὶ ἀνοιχτὸ εἶνε τὸ μαγαζί, καὶ τὰ παιδιά σας μὲ τὸ τσιγάρο στὸ στόμα εἶνε πρωῒ – πρωΐ…
Θεέ μου Θεέ μου, πῶς ἀλλάξαμε! Πρὸ ἑκατὸ χρόνια στὴ Σκοπιά, ποὺ ἦταν τρεῖς χιλιάδες, τσιγάρο δὲν πιάνανε. Ἁγιασμένα ἦταν τὰ μέρη. Καὶ πρωῒ – πρωῒ σηκωνόταν τὰ παλληκαράκια, οἱ νέες, τὰ παιδιά, καὶ ὅλοι πηγαίνανε στὴν ἐκκλησία, γιὰ νὰ λατρεύσουν τὸ Θεό. Τώρα πρωῒ – πρωῒ ξυπνᾶνε μὲ τὸ τσιγάρο στὸ στόμα καὶ λιβανίζουν τὸ διάβολο. Γιατὶ τὸ τσιγάρο, ὅπως εἶπε ὁ ἅγιος Κοσμᾶς, εἶνε τὸ λιβάνι τοῦ διαβόλου. Καπνίζεις; λιβανίζεις τὸν διάβολο.
Λοιπὸν Σόδομα καὶ Γόμορρα γινήκαμε. Ἀλλὰ ἔφυγα ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο.
Ὄχι, δὲν ἔφυγα ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο. Πῆρα ἀφορμὴ ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τοῦ Εὐαγγελίου, ποὺ ὁμιλεῖ γιὰ τὴν θάλασσα. Πῆγε ὁ Χριστὸς στὴ θάλασσα. Σὲ ποιά θάλασσα; Στὴ λίμνη. Ὄχι στὰ Σόδομα καὶ Γόμορρα. Πῆγε στὴ λίμνη τῆς Τιβεριάδος. Ἐκεῖ κοντά, γύρω – γύρω ἀπὸ τὴ θάλασσα αὐτή, ἦταν μικρὰ σπιτάκια, ποὺ κατοικούσανε ψαρᾶδες. Ῥίχνανε τὰ δίχτυα τους καὶ πιάνανε ψάρια. Ἤτανε ὄμορφα χωριά.
Στὰ μέρη αὐτὰ πῆγε ὁ Χριστός. Τί νὰ κάνῃ; Νὰ διαλέξῃ τοὺς μαθητάς του. Νὰ διαλέξῃ τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ συνέχιζαν τὸ ἔργο του στὸν κόσμο. Ποιό ἔργο του; Δὲν ὑπάρχει πιὸ δύσκολο ἔργο ἀπὸ τὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ. Ἐὰν σᾶς ἔδειχνα ἕνα πλατάνι μεγάλο καὶ σᾶς ἔλεγα, ὅτι τὸ πλατάνι αὐτὸ θὰ τὸ ξερριζώσῃ ἕνα μικρὸ παιδάκι, δὲν θὰ γελούσατε; Τὸ πλατάνι, γιὰ νὰ τὸ ξερριζώσῃς, δὲν φτάνουν οὔτε ἑκατὸ ἄντρες. Μπουλντόζα καὶ γερανὸ καὶ φουρνέλλο θέλει, γιὰ νὰ τὸ ξερριζώσῃς. Ἔτσι ἦταν τὸ κακὸ στὸν κόσμο. Σὰν πλατάνι ῥιζωμένο βαθειὰ μέσα στὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων. Καὶ ἔπρεπε νὰ τὸ ξερριζώσῃ ὁ Χριστός. Νὰ ξερριζώσῃ τὴν εἰδωλολατρία καὶ νὰ φυτέψῃ τὴ νέα ἀληθινὴ πίστι.
Πῆγε ἐκεῖ ὁ Χριστός, γιὰ νὰ διαλέξῃ τοὺς συνεργάτες του. Ἄλλος, στὴ θέσι του, θὰ διάλεγε ἄλλους ἀνθρώπους. Θὰ διάλεγε πλούσιους, ποὺ ἔχουν λεφτὰ πολλά, γιατὶ μὲ τὰ λεπτὰ νομίζει ὁ κόσμος ὅτι κατορθώνει τὰ πᾶν. Ἔχεις λεπτά; σοῦ λέει ὁ ἄλλος, μπορεῖς νὰ κάνῃς τὸ πᾶν. Πόσες φορὲς τὸ ἀκούσαμε· «Ὅποιος ἔχει τὸν κάτω θεό, τὸ χαμοθεό, ἔχει καὶ τὸν ἄνω θεό». Ἂν ἦταν ἄλλος, θὰ ζητοῦσε νὰ πάρῃ κοντά του πλούσιους καὶ νὰ συμμαχήσῃ μὲ τὸ κεφάλαιο, νὰ συμμαχήσῃ μὲ τὰ πολλὰ λεφτά. Θὰ ζητοῦσε νὰ βρῇ στρατηγούς, ποὺ εἶχαν σπαθιὰ καὶ στρατιώτας. Θὰ ζητοῦσε νὰ βρῇ σοφοὺς καὶ φιλοσόφους καὶ μορφωμένους.
Μὰ δὲν τὸ ἔκανε. Δὲν ζήτησε ὁ Χριστός μας κοντά του οὔτε κανένα πλούσιο, οὔτε κανένα στρατηγὸ μὲ τὰ σπαθιά, οὔτε κανένα βασιλιᾶ μὲ τὶς κορῶνες, οὔτε κανένα σοφὸ πού ᾿ξερε τοῦ κόσμου τὰ γράμματα. Ὄχι! Γιατί; Γιατὶ ἂν ἔπαιρνε πλούσιους, θὰ λέγανε ὅτι ὁ χριστιανισμὸς ξαπλώθηκε μὲ τὰ λεφτά. Ἂν ἔπαιρνε σοφοὺς καὶ φιλοσόφους καὶ ῥήτορας, θὰ λέγανε ὅτι ἡ θρησκεία μας ξάπλωσε μὲ τὴ φιλοσοσία καὶ τὴ ῥητορεία. Καὶ ἂν ἔπαιρνε σπαθιὰ μαζί του, θὰ λέγανε ὅτι κυβέρνησε τὸν κόσμο μὲ τὰ σπαθιά. Οὔτε σπαθιὰ πῆρε, οὔτε πουγκιὰ πῆρε, οὔτε φιλοσόφους πῆρε. Τί πῆρε; Νά τί μεγάλο πρᾶγμα! Τί πῆρε; Φτωχούς, ψαρᾶδες, ξυπόλητους ἀνθρώπους, ποὺ δὲν τοὺς ἔδινε κανεὶς σημασία, ποὺ ῥίχνανε τὰ δίχτυα τους ὅλη νύχτα μέσ᾿ στὴ λίμνη καὶ βγάζανε ψάρια καὶ ζούσανε τὴν οἰκογένεια.
Μά, θὰ μοῦ πῆτε, μόνο αὐτοὶ ἤτανε ἐκεῖ; Μόνο αὐτοὶ οἱ δώδεκα ψαρᾶδες ἤτανε; Δὲν ἤτανε ἄλλοι; Ἦταν καὶ ἄλλοι. Πόσοι ἄλλοι; Τοὐλάχιστον χίλιοι – δυὸ χιλιάδες ψαρᾶδες θὰ ἤτανε γύρω – γύρω στὴ λίμνη. Γιατί ὁ Χριστὸς ἀπὸ ὅλους ἐκείνους διάλεξε αὐτούς; Κουτουροῦ τοὺς πῆρε, ὅπως κουτουροῦ ξαπλώνεις τὸ χέρι σου καὶ πιάνεις τὰ χαλίκια; Ὄχι δά! Τοὺς διάλεξε ὁ Χριστὸς μέσα ἀπὸ τοὺς δυὸ χιλιάδες ψαρᾶδες, ποὺ ἦταν ἐκεῖ κοντὰ στὴ λίμνη μὲ τὰ καϊκάκια τους. Γιατί τοὺς διάλεξε; Μέσ᾿ στὰ χαλίκια αὐτοί ἦταν διαμάντια. Γιατί ἦταν διαμάντια; Γιατὶ ὁ Χριστὸς δὲν κοιτάζει τὰ ῥοῦχα μας, δὲν κοιτάζει τὸ πορτοφόλι μας, δὲν κοιτάζει τὰ σπίτια ποὺ κατοικοῦμε, δὲν κοιτάζει τὴν ὀμορφιά μας, δὲν κοιτάζει τίποτα ἀπὸ αὐτά. Τὴν καρδιά μας ζητάει. Καὶ σὰν καρδιογνώστης, ἔβλεπε ὅτι αὐτοί, κάτω ἀπὸ τὰ ῥοῦχα τοῦ ψαρᾶ, ἦταν ψυχὲς εὐγενεῖς.
Γιατί τοὺς διάλεξε; Γιά κοιτάξτε πρῶτα – πρῶτα ποῦ τοὺς βρῆκε; Τοὺς βρῆκε στὸ καφενεῖο; Τοὺς βρῆκε στὴν ταβέρνα νὰ κρατᾶνε ποτήρια καὶ νὰ κουτσοπίνουνε; Τοὺς βρῆκε νὰ παίζουν ζάρια; Ὄχι. Ποῦ τοὺς βρῆκε; Στὴ δουλειά τοὺς βρῆκε. Ῥίχνανε τὰ δίχτυα οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ καὶ πιάνανε ψάρια. Στὴ δουλειά τοὺς βρῆκε. Τοὺς διάλεξε ἀκόμα – γιατί; Δὲν φτάνει νά᾿ σαι ἐργατικός. Ὑπάρχουν ἐργατικοὶ ἄνθρωποι, ἀλλὰ δὲν συνεργάζονται μὲ ἄλλους. Μόνοι τους εἶνε. Ἀλλὰ αὐτοὶ οἱ ψαρᾶδες ποὺ διάλεξε ὁ Χριστός, ὁ Ἀνδρέας καὶ ὁ Πέτρος, ὁ Ἰωάννης καὶ ὁ Ἰάκωβος, είχανε συνεταιρισμό. Μαζί ἤτανε. Δουλεύανε μαζί. Ὁ Ἀνδρέας μὲ τὸν Πέτρο· ὁ Ἰάκωβος μὲ τὸν Ἰωάννη, εἶχαν καὶ τὸν πατέρα τους. Εὐλογημένα σπίτια, εὐλογημένα!
Παλαιότερα στὴ Σκοπιὰ τὰ ἀδέρφια δὲν χωρίζανε. Ζούσανε πατριαρχικῶς. Πῆγα σὲ ἕνα χωριὸ καὶ χάρηκε ἡ ψυχή μου. Βρῆκα ἕνα σπίτι ποὺ ἦταν ὅλοι μαζί· ἑπτὰ ἀδέρφια, ἑπτὰ νυφάδες, εκοσι παιδιά, ἐγγονάκια, καὶ ἕνας χαριτωμένος γέροντας τσομπάνος ὀγδόντα χρονῶν. Ἄ, εὐλογημένος ἄνθρωπος! σὰν τὸν πατριάρχη! Τώρα, λίγα σπίτια εἶνε πιὰ μαζί. Χωρίζουν τὰ ἀδέρφια, οἱ πεθερὲς χωρίζουν τὶς νύφες, χωρίζει ὁ κόσμος. Ἐνῷ βλέπεις ἐδῶ πέρα τὸ εὐαγγέλιο, ὅτι οἱ δώδεκα αὐτοὶ ψαρᾶδες ποὺ διάλεξε ὁ Χριστὸς δὲν ἦταν μόνο ἐργατικοί, ἀλλὰ εἶχαν ἕνα πνεῦμα συνεργασίας, συνεργάζοντο.
Τοὺς διάλεξε γιατὶ ἤτανε ἐργατικοί, τοὺς διάλεξε γιατὶ ἦταν ἀγαπημένα ἀδέρφια, τοὺς διάλεξε ἀκόμα – γιατί τοὺς διάλεξε; Γιατὶ ἦταν ἀνώτεροι ἄνθρωποι. Τί; Ποῦ τὸ βλέπουμε αὐτό; Ὅταν τοὺς εἶπε ὁ Χριστός, Ἐλᾶτε κοντά μου κι ἀφῆστε τὰ δίχτυα σας, αὐτοὶ τί κάνανε; Ἄφησαν τὰ δίχτυα τους, ἄφησαν τὰ καΐκια τους, τὰ ἄφησαν ὅλα καὶ ἦρθαν κοντὰ στὸ Χριστό. Τὰ θυσίασαν ὅλα γιὰ τὸ Χριστό. Ὑπήκουσαν ἀπόλυτα στὸ Χριστό. Γι᾿ αὐτό τοὺς διάλεξε ὁ Χριστός μας.
Ἔ, καὶ μετὰ αὐτοὶ οἱ δώδεκα τί κάνανε; Θέλετε θαῦμα; Ἐγὼ δὲν ξέρω ἄλλο μεγαλύτερο θαῦμα. Κάνει ὁ ἅγιος Φανούριος θαύματα; Κάνει. Κάνει ὁ ἅγιος Δημήτριος θαύματα; Κάνει. Κάνει ὁ ἅγιος Νεκτάριος θαύματα; Κάνει. Κάνει ὁ ἅγιος Νικόλαος θαύματα; Κάνουν! Ἀλλὰ τὸ πιὸ μεγάλο θαῦμα εἶνε αὐτὸ ποὺ θὰ γιορτάσουμε [μὲ τὴν ἑορτὴ τῶν ἁγίων ἀποστόλων\. Ψαρᾶδες, ξυπόλητοι, χωρὶς γράμματα, χωρὶς ἐπιστήμη, χωρὶς μπουκιά, χωρὶς σπαθιά, χωρὶς κανόνια, χωρὶς πυραύλους, χωρὶς τίποτα, νὰ γυρίσουν τὸν κόσμο ὁλόκληρο! Νὰ σᾶς πῶ ἕνα παράδειγμα; Ἐὰν ὑποθέσουμε ὅτι πέφτει στὸ χωριό σας ἕνα κοπάδι πεινασμένοι λύκοι, χίλιοι – δυὸ χιλιάδες λύκοι, καὶ σᾶς πῶ ὅτι τοὺς λύκους, τοὺς ἄγριους λύκους, τοὺς νίκησε – ποιός; Ὅτι πέφτουν μέσ᾿ στὸ κοπάδι τῶν λύκων δώδεκα προβατάκια. Ποιοί θὰ νικήσουν; Θὰ νικήσουν τὰ ἀρνιά; Τὰ ἀρνιὰ θὰ νικήσουν τοὺς λύκους; Μπά! Δὲν θὰ μείνῃ ποδαράκι, τίποτε δὲν θὰ μείνῃ. Οἱ λύκοι θὰ νικήσουν. Καὶ ὅμως, νά τὸ θαῦμα. Τὰ ἀρνάκια τοῦ Χριστοῦ μας ἐνίκησαν τοὺς λύκους! Ἐνίκησαν τὴν εἰδωλολατρία. Τὰ ἀρνάκια αὐτὰ τοῦ Χριστοῦ ἐνίκησαν τοὺς ἄγριους λύκους καὶ ὄχι μόνο τοὺς ἐνίκησαν, ἀλλὰ καὶ ἔκαναν τοὺς λύκους ἀρνιά! Αὐτό εἶνε τὸ μεγάλο θαῦμα· ὅτι μὲ τοὺς δώδεκα ψαρᾶδες, μὲ τοὺς δώδεκα φτωχοὺς καὶ ἀσήμαντους κατὰ κόσμον, ἔκανε ὁ Χριστὸς τὴ μεγάλη μεταβολὴ στὸν κόσμο.

* * *

Τοὺς γιορτάζουμε. Τί πρέπει νὰ κάνουμε; Νὰ νηστέψουμε αὐτὲς τὶς μέρες. Νὰ προετοιμαστοῦμε, νὰ ἐξομολογηθοῦμε, νὰ πᾶμε νὰ κοινωνήσουμε. Καὶ ὅταν χτυπήσουν οἱ καμπάνες τὴ μεγάλη αὐτὴ γιορτὴ τῶν κορυφαίων ἀποστόλων Πέτρου καὶ Παύλου, νὰ πλησιάσουμε κ᾿ ἐμεῖς καὶ νὰ ἐκφράσουμε τὴν εὐγνωμοσύνη μας σ᾿ αὐτούς. Τί ἄλλο πρέπει νὰ κάνουμε; Νὰ θυμηθοῦμε τί; Είπαμε· ἐργατικοὶ ἦταν αὐτοί; Δούλευαν ὅλη νύχτα στὴ λίμνη τους. Ἐργατικοὶ αὐτοί, ἐργατικοὶ κ᾿ ἐμεῖς. Ἐργατικὸς πρέπει νὰ εἶνε ὁ ἄνθρωπος. Πότε ὅμως ἐργατικός; Σᾶς τό᾿ πα καὶ ἄλλοτε, τὸ ἐπαναλαμβάνω καὶ τώρα· Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο δουλειά! Δουλειὰ σὰν τὰ μυρμήγκια. Εἶνε εὐλογημένη ἡ δουλειά. Κυριακὴ ὅμως ὄχι. Τὶς ἄλλες μέρες δουλειά! Γιατὶ τὸ νερὸ ποὺ δὲν τρέχει σκουληκιάζει, καὶ τὸ σίδερο ποὺ δὲν δουλεύει τὴ γῆ σκουριάζει· καὶ ὁ ἄνθρωπος ποὺ δὲν δουλεύει σκουριάζει, σαπίζει. Δουλειὰ ὅλες τὶς καθημερινές. Εὐλογημένα τὰ χωριὰ ποὺ τὴν καθημερινὴ τὰ καφενεῖα εἶνε κλειστά, γιατὶ δὲν ὑπάρχει κανείς στὸ καφενεῖο· ὅλοι στοὺς κάμπους, στὶς ῥεματιές, στὶς δουλειὲς ἐργάζονται. Κυριακὴ πρωῒ ὅμως; Ἦρθε ἡ ὥρα; Χτύπησε καμπάνα; Χτύπησε καμπάνα ἐδῶ στὴ Σκοπιά; Ὤ, νὰ σταματήσουν ὅλα. Ἡ γυναίκα θ᾿ ἀφήσῃ τὸ ῥάψιμο, ἡ γυναίκα θ᾿ ἀφήσῃ τὸ σκούπισμα, ἡ γυναίκα θ᾿ ἀφήσῃ τὸ μαγειρειό. Ὁ ἄντρας θ᾿ ἀφήσῃ τὴν τσάπα, ὁ τσομπάνος θ᾿ ἀφήσῃ τὰ πρόβατα στὸ μαντρί, ὁ δάσκαλος τὸ σχολεῖο, ὁ ὑπάλληλος τὸ γραφεῖο, οἱ πάντες. Φτερὰ στὰ πόδια καὶ ὅλοι στὴν ἐκκλησία. Τὸ κάνουμε; εὐλογία. Δὲν τὸ κάνουμε; θὰ τὸ πληρώσουμε· θά ᾿ρθῃ ἡ ὥρα αὐτή. Ἂν δὲν πίστευα, θὰ σποῦσα τὴ μαγκούρα αὐτὴ νὰ γίνω λοῦστρος μέσα στὴ Φλώρινα νὰ γυαλίζω παπούτσια. Πιστεύω στὸ Θεό, πιστεύω στὸ Εὐαγγέλιο. Πονῶ, σᾶς πονῶ. Ὅσο σᾶς ἀγαπάει ὁ δεσπότης σας, δὲν σᾶς ἀγαπάει κανένας στὸν κόσμο. Σᾶς πονῶ καὶ σᾶς φωνάζω, πρὶν νά᾿ νε ἀργά. Χτυπάει ἡ καμπάνα καὶ περνᾶνε τὰ ἅγια καὶ διαβάζεται τὸ Εὐαγγέλιο, καὶ κάθεσαι ἐσὺ καὶ κρατᾷς τὸ τσιγάρο στὸ στόμα καὶ κοροϊδεύεις μέσ᾿ στὴν πλατεῖα; Ἔρχεται ἡ ὀργή, ἔρχεται. Θεέ μου Θεέ μου, Παναγιά μου καὶ ἅγιοι Πάντες! Ἂς πέσουμε, ἂς Τὸν παρακαλέσουμε νὰ γίνῃ ἵλεως ὁ Θεός. Καὶ νὰ μιμηθοῦμε τοὺς ἀποστόλους, γιὰ νὰ ἔχουμε τὴν εὐχὴ τῶν ἁγίων ἀποστόλων καὶ τῶν ἁγίων πατέρων. Εθε ὁ Θεὸς διὰ τῶν πρεσβειῶν καὶ τῆς Παναγίας Θεοτόκου νὰ σώσῃ καὶ ἐλεήσῃ πάντας ἡμᾶς. Ἀμήν.
† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
(ἱ. ναὸς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου Σκοπιᾶς – Φλωρίνης 20-6-1971)

Τό Εὐαγγέλιο τῆς Κυριακῆς. Κατά Ματθαίον Εὐαγγέλιο. Κυριακή Β' Ματθαίου

Τό Εὐαγγέλιο τῆς Κυριακής καί ἡ ἀπόδοσή του  στήν νεοελληνική.
 Κατά Ματθαίον Εὐαγγέλιο Κεφ. 4, χωρία 18 ἕως23
 Ο ᾿Ιησοῦς Χριστὸς καλεῖ τοὺς πρώτους μαθητάς του

Δ΄.18 Τῷ καιρῷ ἐκείνω   περιπατῶν δὲ παρὰ τὴν θάλασσαν τῆς Γαλιλαίας εἶδε δύο ἀδελφούς, Σίμωνα τὸν λεγόμενον Πέτρον καὶ ᾿Ανδρέαν τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, βάλλοντας ἀμφίβληστρον εἰς τὴν θάλασσαν· ἦσαν γὰρ ἁλιεῖς·  
19 καὶ λέγει αὐτοῖς· δεῦτε ὀπίσω μου καὶ ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων. 20 οἱ δὲ εὐθέως ἀφέντες τὰ δίκτυα ἠκολούθησαν αὐτῷ. 
 21 Καὶ προβὰς ἐκεῖθεν εἶδεν ἄλλους δύο ἀδελφούς, ᾿Ιάκωβον τὸν τοῦ Ζεβεδαίου καὶ ᾿Ιωάννην τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, ἐν τῷ πλοίῳ μετὰ Ζεβεδαίου τοῦ πατρὸς αὐτῶν καταρτίζοντας τὰ δίκτυα αὐτῶν, καὶ ἐκάλεσεν αὐτούς. 
22 οἱ δὲ εὐθέως ἀφέντες τὸ πλοῖον καὶ τὸν πατέρα αὐτῶν ἠκολούθησαν αὐτῷ.

                 ῾Ο ᾿Ιησοῦς Χριστὸς περιέρχεται τὴν Γαλιλαίαν διδάσκων καὶ θεραπεύων

23 Καὶ περιῆγεν ὅλην τὴν Γαλιλαίαν ὁ ᾿Ιησοῦς διδάσκων ἐν ταῖς συναγωγαῖς αὐτῶν καὶ κηρύσσων τὸ εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας καὶ θεραπεύων πᾶσαν νόσον καὶ πᾶσαν μαλακίαν ἐν τῷ λαῷ.

ΑΠΟΔΟΣΗ
Εκείνο τον καιρό περπατώντας ο Ιησούς κοντά στη θάλασσα της Γαλιλαίας είδε δύο αδέλφια, τον Σίμωνα πού λεγόταν Πέτρος και τον αδελφό του, τον Ανδρέα, να ρίχνουν τα δίχτυα στη θάλασσα· γιατί ήσαν ψαράδες.
Και τους λέγει: Ελατέ κοντά μου και θα σας κάνω ψαράδες ανθρώπων. Και αυτοί αμέσως άφησαν τα δίχτυα και τον ακολούθησαν. Πηγαίνοντας πιο πέρα είδε άλλους δυο αδελφούς, τον Ιάκωβο, τον γιο του Ζεβεδαίου και τον αδελφό του τον Ιωάννη, μέσα στη βάρκα, μαζί με τον πατέρα τους τον Ζεβεδαΐο, να διορθώνουν τα δίχτυα· και τους εκάλεσε. Και αυ­τοί αμέσως άφησαν τη βάρκα και τον πατέρα τους και τον ακολούθησαν.
Και περιώδευσεν ο Ιησούς όλη τη Γαλιλαία διδάσκοντας στις συναγωγές των Ιουδαίων και κηρύσσοντας το Ευαγγέλιο της Βασιλείας του Θεού και θεραπεύοντας κάθε αρρώστια και κάθε ανικανότητα ανάμεσα στο λαό

Ὁ Ἀπόστολος τῆς Κυριακῆς. Ἐπιστολή πρός Γαλάτας Γ´ 22 - 29, Δ´ 1 - 5

Ἐπιστολή πρός Γαλάτας  Γ´ 22 - 29
καί ἡ ἀπόδοση στήν νεοελληνική

22 ἀλλὰ συνέκλεισεν ἡ γραφὴ τὰ πάντα ὑπὸ ἁμαρτίαν, ἵνα ἡ ἐπαγγελία ἐκ πίστεως Ἰησοῦ Χριστοῦ δοθῇ τοῖς πιστεύουσι. 23 Πρὸ δὲ τοῦ ἐλθεῖν τὴν πίστιν ὑπὸ νόμον ἐφρουρούμεθα συγκλεκλεισμένοι εἰς τὴν μέλλουσαν πίστιν ἀποκαλυφθῆναι.
24 ὥστε ὁ νόμος παιδαγωγὸς ἡμῶν γέγονεν εἰς Χριστόν, ἵνα ἐκ πίστεως δικαιωθῶμεν· 25ἐλθούσης δὲ τῆς πίστεως οὐκέτι ὑπὸ παιδαγωγόν ἐσμεν. 26 πάντες γὰρ υἱοὶ Θεοῦ ἐστε διὰ τῆς πίστεως ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ· 27 ὅσοι γὰρ εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε, Χριστὸν ἐνεδύσασθε.
28 οὐκ ἔνι Ἰουδαῖος οὐδὲ Ἕλλην, οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδὲ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ· πάντες γὰρ ὑμεῖς εἷς ἐστε ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ. 29 εἰ δὲ ὑμεῖς Χριστοῦ, ἄρα τοῦ Ἀβραὰμ σπέρμα ἐστὲ καὶ κατ’ ἐπαγγελίαν κληρονόμοι.
Πρός Γαλάτας Δ´ 1 - 5
Λέγω δέ, ἐφ’ ὅσον χρόνον ὁ κληρονόμος νήπιός ἐστιν, οὐδὲν διαφέρει δούλου, κύριος πάντων ὤν, ἀλλὰ ὑπὸ ἐπιτρόπους ἐστὶ καὶ οἰκονόμους ἄχρι τῆς προθεσμίας τοῦ πατρός. 3 οὕτω καὶ ἡμεῖς, ὅτε ἦμεν νήπιοι, ὑπὸ τὰ στοιχεῖα τοῦ κόσμου ἦμεν δεδουλωμένοι· 4 ὅτε δὲ ἦλθε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, ἐξαπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸν υἱὸν αὐτοῦ, γενόμενον ἐκ γυναικός, γενόμενον ὑπὸ νόμον, 5 ἵνα τοὺς ὑπὸ νόμον ἐξαγοράσῃ, ἵνα τὴν υἱοθεσίαν ἀπολάβωμεν.
Ἀπόδοση

 Πρός Γαλάτας Γ´ 22 - 29

22 Αλλ' ο γραπτός Νομος έκλεισεν ολοτελώς τα πάντα υπό την αμαρτίαν, ώστε η επαγγελία της λυτρώσεως να δοθή δια της πίστεως στον Ιησούν Χριστόν, εις όλους δηλαδή που πιστεύουν. 23Πριν δε να έλθη η δια της πίστεως λύτρωσις και σωτηρία, όλοι εφρουρούμεθα από τον Νομον, κλεισμένοι και περιμανδρωμένοι, προοριζόμενοι δια την πίστιν, που έμελλε εν καιρώ να αποκαλυφθή.
24 Ωστε ο Νομος έγινε παιδαγωγός μας, ο οποίος μας εξεπαίδευε και μας προπαρασκευάζε να ποθήσωμεν και γνωρίσωμεν τον Χριστόν, ώστε να πάρωμεν την δικαίωσιν από την πίστιν. 25 Από τότε δε που ήλθεν αυτή η πίστις, που ήλθε δηλαδή ο Χριστός, ο οποίος δια της πίστεως εις αυτόν μας δίδει την δικαίωσιν, δεν είμεθα πλέον κάτω από τον παιδαγωγόν, δηλαδή κάτω από τον Νομον.26 Διότι όλοι είσθε υιοί του Θεού δια της πίστεως στον Ιησούν Χριστόν,
27 επειδή όσοι έχετε βαπτισθή στο όνομα του Χριστού και ομολογείτε έτσι αυτόν Σωτήρα, εφορέσατε τον Χριστόν και ενωθήκατε με αυτόν. 28 Δι' αυτό και εις την νέαν κατάστασιν, εις την βασιλείαν του Χριστού, δεν υπάρχουν διαφραί εθνικότητος, τάξεως και φύλου. Δεν υπάρχει Ιουδαίος ούτε Ελλην, δεν υπάρχει δούλος ούτε ελεύθερος, δεν υπάρχει άρσεν και θύλυ, διότι όλοι σεις είσθε ένας νέος άνθρωπος και νέος οργανισμός, δια μέσου του Ιησού Χριστού.
 29 Εάν δε σεις οι εθνικοί, που επιστεύσατε, ανήκετε στον Χριστόν, άρα είσθε πνευματικοί απόγονοι του Αβραάμ και σύμφωνα με την υπόσχεσιν, που ο Θεός έδωσεν εις αυτόν, κληρονόμοι των ευλογιών.

Πρός Γαλάτας Δ´ 1 - 5

Σας λέγω δε και τούτο· ότι όσον χρόνον ο κληρονόμος είναι νήπιος και ανήλικος, δεν διαφέρει τίποτε από τον δούλον, καίτοι είναι κύριος όλης της κληρονομίας. 2 Αλλ' ευρίσκεται πάντοτε κάτω από την κηδεμονίαν και την εξουσίαν των επιτρόπων, που τον εκπροσωπούν, και κάτω από τους οικονόμους, που διαχειρίζονται την κληρονομίαν, μέχρι της προσθεμίας, που έχει ορίσει με την διαθήκην του ο πατήρ.
Ετσι και ημείς οι Χριστιανοί, εφ' όσον διαρκούσε η νηπιακή μας ηλικία, από πνευματικής απόψεως, ήμεθα υποδουλωμένοι κάτω από τας στοιχειώδεις διατάξστου μωσαϊκού Νομου και των άλλων θρησκειών, που έχουν οι άνθρωποι της αγνοίας.
Οταν δε συνεπληρώθη ο χρόνος και ήλθεν ο κατάλληλος καιρός, που είχεν ορισθή μέσα στο θείον σχέδιον, έστειλεν ο Θεός, από τον ουρανόν εις την γην, τον Υιόν του, ο οποίος έλαβε σάρκα ανθρωπίνην δια μέσου παρθένου γυναικός και υπετάχθη θεληματικά στον μωσαϊκόν Νομον.
Και τούτο, δια να εξαγοράση εκείνους που ευρίσκοντο κάτω από την κατάραν του Νομου, δια να πάρωμεν όλοι την υιοθεσίαν, που μας είχεν υποσχεθή ο Θεός.

Ερμηνευτική απόδοση Ι. Θ. Κολιτσάρα

Σύναξη των Αγιορειτών Πατέρων

Σύναξη των Αγιορειτών Πατέρων

Το Άγιον Όρος παρουσιάζει ιστορία πολύπτυχη, αξιοθαύμαστη και αξιοσέβαστη. Μια από τις ωραιότερες πτυχές του, αναμφίβολα, είναι ο αγιολογικός πλούτος του.
Η αθωνική αγιολογία δίκαια αποτελεί τη βασική δόξα και τον μεγαλύτερο έπαινο ενός υπερχιλιόχρονου μοναχισμού.
Οι άγιοι του Αγίου Όρους είναι οι φιλόστοργοι πατέρες των Αγιορειτών. Η αγάπη μας προς αυτούς προέρχεται από χρέος και ευγνωμοσύνη για τις δωρεές τους. Είναι αγάπη τέκνων προς κηδεμόνες, μαθητών προς διδασκάλους. Αυτοί μετέβαλαν την αγριότητα του Όρους σε ημερότητα, τον ακατοίκητο τόπο τον έκαναν κατοικήσιμο, την έρημο τη μετέτρεψαν σε πολιτεία.
Έγιναν κτήτορες μονών και σύναξαν πλησίον τους πλήθη μοναχών. Όσο ζούσαν ήταν σύμβουλοι και μετά την τελευτή τους έγιναν πρεσβευτές για όλους. Μοναχοί από διαφόρους τόπους συγκεντρώθηκαν σ’ ένα τόπο και πήραν ένα όνομα. Ακόλουθοι του πρώτου ησυχαστή Πέτρου, που του είπε η Θεοτόκος τη χαροποιό επαγγελία, περί συνεχούς προστασίας του Όρους.
Και έγινε πράγματι η Θεοτόκος μόνιμη σκέπη, φρουρός και ιατρός όχι μόνο των άγιων, αλλά και όλων των μοναχών.
Οι άγιοι του Αγίου Όρους δόθηκαν ολοκληρωτικά στον Θεό. Με πολυχρόνιους σκληρούς αγώνες καθάρισαν τον εαυτό τους και έγιναν δοχεία καθαρά να δεχθούν ουράνια χαρίσματα.
Την προς τους αδελφούς τους αγάπη απέδειξαν με το ν’ αφήσουν τη φίλη τους ησυχία και κατόπιν θεοσημειών να πορευθούν προς ίδρυση μονών, σκητών και κελλιών. Με κόπους πολλούς, έξοδα και πειρασμούς έκτισαν οικήματα για να είναι, κατά τον άγιο Νικόδημο, «σχολεία πάσης αρετής, εντολών του Θεού φυλακτήρια, πόνων ασκητικών φροντιστήρια, αγγελικής πολιτείας εργαστήρια, παλαιών και αγίων Κοινοβίων μιμητήρια, των ξένων καταγώγια, των πτωχών καταφύγια, λιμένες σωτηριώδεις και ακύμαντοι».
Από τους αγίους του ονομάσθηκε το όρος του Άθω άγιον. Αυτοί είναι η ωραιότητα του Όρους, το μεγαλείο του και η ακτινοβόλος θερμότητα που αναπαύει τους πιστούς.
Άγιον Όρος, κατά τον άγιο Νικόδημο, σημαίνει «τόπος άγιότητος· τόπος καθαρότητος· τόπος όπου επάτησαν τόσων αγίων πόδες. Τόπος, όστις έχει εζυμωμένα τα χώματα από τα αίματα, από τους ιδρώτας, και από τα δάκρυα εκατοντάδων και χιλιάδων οσίων Πατέρων εν ενί λόγω, το Άγιον Όρος είναι τόπος αρετής και αγαθοεργίας».
Οι άγιοι του Αγίου Όρους ανέδειξαν το Όρος και το έκαναν θαυμαστό όπως το Σινά, τα όρη της Παλαιστίνης, το Πηλούσιο, το Γαλήσιο, τον Λάτρο, τον Όλυμπο της Βιθυνίας. Οι άγιοι και οι μαθητές τους στο πέρασμα των αιώνων, ως όσιοι και μάρτυρες, ησυχαστές και κοινοβιάτες, έγκλειστοι και ιεραπόστολοι, αναδείχθηκαν λαμπροί συνεχιστές της γνήσιας Ορθόδοξης μοναχικής παραδόσεως, που τη φύλαξαν όπως γεννήθηκε στα λίκνα του Ανατολικού Μοναχισμού με αγρυπνίες και θυσίες...
Ο ΚΟΙΝΟΣ ΕΟΡΤΑΣΜΟΣ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΚΑΙ Η ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥΣ.
Ο κοινός εορτασμός των αγίων του Αγίου Όρους αρχίζει με τη σύνθεση της ακολουθίας και του εγκωμίου τους από τον άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, που είναι και ο τελευταίος συναξαριογράφος... Ο άγιος Νικόδημος ξεκίνησε την εργασία του αυτή «προτροπή και αξιώσει της Ιεράς και κοινής Συνάξεως πάντων των Μοναστηριακών του Αγίου Όρους Πατέρων».
Ακολουθία και εγκώμιο τυπώθηκαν στην Ερμούπολη της Σύρου το 1847 μ.Χ., «διά συνδρομής της Σεβάσμιας ομηγύρεως των εν Άθω Πατέρων», οι οποίοι προεγράφησαν για πεντακόσια περίπου αντίτυπα, και προς «κοινήν των Μοναχών, και πάντων των Ορθοδόξων Λαϊκών Χριστιανών ωφέλειαν». Ο ακριβής χρόνος της συγγραφής δεν είναι γνωστός.
Η πρώτη χρονολογημένη εικόνα της Συνάξεως των Αθωνιτών Πατέρων αγιογραφήθηκε το 1796 μ.Χ. και βρίσκεται στο αντιπροσωπείο της ιεράς μονής Κωνσταμονίτου στις Καρυές. Πιθανώς το 1796 μ.Χ. να γράφτηκε η ακολουθία και μέχρι της εκδόσεως της να κυκλοφόρησε σε χειρόγραφα, όπως συνηθιζόταν. Περί το 1800 μ.Χ. αγιογραφήθηκε η εικόνα των Αγιορειτών Αγίων, που βρίσκεται στην αίθουσα των Συνάξεων της Ιεράς Κοινότητος, ενώ παλαιότερα βρισκόταν στο τέμπλο του ιερού ναού του Πρωτάτου Καρυών Αγίου Όρους.
Ο άγιος Νικόδημος στο γλαφυρό του εγκώμιο πρός τους οσίους αναφέρει τους λόγους που τον οδήγησαν στην «καινή και κοινή μνήμη πάντων των του Όρους άγιων Πατέρων».
Γιατί «κοινοί προστάται και ευεργέται όλου κοινώς του αγίου Όρους» φάνηκαν. Αυτοί οι οποίοι «έγιναν εις ημάς μυρίων αγαθών πρόξενοι» άξιο είναι να εορτάζονται μαζί. Παλαιά συνήθεια της Εκκλησιάς ο κοινός εορτασμός αγίων, όπως των «εν Σινά και Ραϊθω αναίρεθέντων Οσίων», των «εν τω Σαββάτω της Τυρινης Οσίων Πατέρων», των «εν τη Λιβύη και Αιγύπτω και Θηβαΐδι ασκησάντων» και άλλων πολλών αγίων εόρτιες συνάξεις κατά χώρες, τόπους και μονές.
Συνεχίζοντας ο άγιος Νικόδημος γράφει πως, με την κοινή πανήγυρη των Αγιορειτών Οσίων, «όσοι Πατέρες του Όρους, είτε από τους ονομαστούς, είτε από τους ανωνύμους, έμειναν έως τώρα ανεγκωμίαστοι, διότι δεν έχουσιν ιδίαν ασματικήν ακολουθίαν, διά της κοινής ταύτης ακολουθίας και εορτής, και αυτοί» καθίσταται δυνατόν πλέον να «τιμώνται και εορτάζωνται».
Ακόμη «ίνα μη ως αχάριστα τέκνα φανώμεν, μη τιμήσαντες κοινώς τους πνευματικούς ημών Πατέρας τούτους και διδασκάλους και ευεργέτας και οδηγούς, των οποίων και τα Μοναστήρια κατοικούμεν, και τας διδασκαλίας εντρυφώμεν, και τον άρτον αυτών τρώγομεν». Και ακόμη «ίνα η κοινή αύτη των αγίων Πατέρων εορτή, γένηται παρακίνησις προς μίμησιν της αρετής, και του ζήλου αυτών εις ημάς τους μοναχούς του νυν καιρού».
Η πλήρης ασματική ακολουθία των οσίων είναι γραμμένη με όλη τη χάρη και την αγάπη του θείου Νικόδημου. Ο μεγάλος του σεβασμός προς τους τιμωμένους αγίους τον κάνει εκστατικό, θαυμαστό και εμπνευσμένο συνθέτη. Στους κανόνες του Όρθρου αναφέρονται ονομαστικά οι άγιοι, αλλά λείπουν αρκετά ονόματα. Οι κόποι του αγίου Νικόδημου και το σκύψιμο του στις αρχαίες του Όρους βιβλιοθήκες δεν του έδωσαν όλα τα ακριβά μυστικά τους.
Προσπάθεια συμπληρώσεως της ακολουθίας έκανε ο σύγχρονος και ήδη μακαριστός υμνογράφος μοναχός Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης, αλλά και από εδώ απουσιάζουν ονόματα αγίων, που η έρευνα στις ημέρες μας έφερε στο φως.
Η ακολουθία των οσίων ψάλλεται πανηγυρικά, με ιδιαίτερη λαμπρότητα και μεγαλοπρέπεια, τη Δεύτερη Κυριακή του Ματθαίου, μετά την Κυριακή των Αγίων Πάντων, σε όλες τις αγιορείτικες μονές και σκήτες και ιδιαίτερα στους προς τιμή των οσίων ναούς και το Πρωτάτο...
Η τιμή των Αγιορειτών Οσίων, παρότι επικεντρώνεται στον τόπο που έζησαν, δεν άργησε να λάβει και ευρύτερες διαστάσεις. Έτσι τιμώνται κι εορτάζονται στις γενέτειρες τους και στις περιοχές που έδρασαν ή που κατέχουν εικόνες και τίμια λείψανα τους...
(Μωϋσέως Μοναχού Αγιορείτου, Οι Άγιοι του Αγίου Όρους, Εκδ. Μυγδονία 2008, σ. 25-26,115-119 αποσπάσματα).

Οι ιερομάρτυρες Νεόφυτος & Αμβρόσιος και οι οσιομάρτυρες Μακάριος & Διονύσιος, οι εν Κρήτη μαρτυρήσαντες

Υπήρξαν μοναχοί της ιεράς μονής Βατοπαιδίου. Το 1820 απεστάλησαν οι ιερομόναχοι Νεόφυτος και Αμβρόσιος, ο Ιεροδιάκονος Παρθένιος και οι μοναχοί Διονύσιος και Δωρόθεος και αργότερα ο Μακάριος στην Κρήτη, κατόπιν προσκλήσεως, με τίμια λείψανα, προκειμένου να εκδιωχθεί η φοβερή ασθένεια της πανώλης, η οποία μάστιζε τους κατοίκους του νησιού. Αυτά ήταν, μέρος της Τιμίας Ζώνης της Θεοτόκου, δώρο στη μονή του αυτοκράτορα Ιωάννου Καντακουζηνού, τεμάχιο Τιμίου Ξύλου και η κάρα του αγίου Ανδρέου Κρήτης.
Ο άγιος νέος οσιομάρτυς Διονύσιος ο Βατοπαιδινός (+1822). Φορητή εικόνα στο παρεκκλήσιο της Αγίας Ζώνης της Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου
Άπό τή διήγηση του μοναχού Αρσενίου Παντοκρατορινού, που αντεγράφη στις 25 Ιουνίου 1932 και σώζεται στη μονή Βατοπαιδίου, πληροφορούμεθα πώς η μονή απέστειλε στό Μεγάλο Κάστρο της Κρήτης, το Ηράκλειο, τον Ιούνιο του 1820 πέντε αδελφούς της με τα προαναφερόμενα τίμια λείψανα. Μετά από δεκαπενθήμερο ταξίδι οι Βατοπαιδινοί πατέρες έφθασαν στό Ηράκλειο και μετά επίσημη εκεί υποδοχή, έκαμαν αγιασμούς ως το Πάσχα τού 1821 στην μεγαλόνησο.
Στις 22 Ιουνίου 1821 κληρικοί και λαϊκοί ήταν συναγμένοι στη μητρόπολη του Ηρακλείου για τον φόβο των Τούρκων, αφού σε πολλά μέρη είχαν εξεγερθεί. Κατά την έφοδο των Τούρκων στό κτήριο της μητροπόλεως θανατώθηκαν κληρικοί και λαϊκοί, μεταξύ των οποίων οι Βατοπαιδινοί ιερομόναχοι Νεόφυτος και Αμβρόσιος και ο μοναχός Μακάριος. Ο ιεροδιάκονος Παρθένιος και οι μοναχοί Διονύσιος και Δωρόθεος έλαβαν την Αγία Ζώνη, τον Τίμιο Σταυρό και την κάρα τού αγίου Ανδρέου Κρήτης και κρύφτηκαν σε σπίτια κρυπτοχριστιανών.
Μετά άπό πολλές περιπέτειες συνέλαβαν τον μοναχό Διονύσιο, «τον εβίασαν να τουρκίση και δεν έστρεξε». Μετά άπό πολλά βασανιστήρια τρύπησαν το κεφάλι του με πυρωμένη σούβλα και τον κρέμασαν την ημέρα της Καθαράς Δευτέρας τού 1822 (13 Φεβρουαρίου). Προηγουμένως είχε εξομολογηθεί και είχε μεταλάβει των θείων και αχράντων μυστηρίων. Σε επιστολή τού διασωθέντος ιεροδιακόνου Παρθενίου Βατοπαιδινού της 2 Σεπτεμβρίου 1824 επιβεβαιώνεται ότι ο ένας των πατέρων κρεμάσθηκε, προφανώς ο Διονύσιος.
Τα τίμια λείψανα περνώντας άπό διάφορα χέρια έφθασαν στη Σαντορίνη, όπου μετά πολλούς κόπους κατάφερε ο Προηγούμενος Διονύσιος Βατοπαιδινός με τή βοήθεια τού οικείου μητροπολίτου Ζαχαρία να τα παραλάβει και να τα μεταφέρει στό μοναστήρι του στις 2 Μαΐου 1831.
Η Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία, το Σεπτό Οικουμενικό Πατριαρχείο, διά της υπ΄ αριθμ. πρωτ. 837 της 21.9.2000 Πατριαρχικής και Συνοδικής Πράξεως κατέταξε στο Αγιολόγιο της Ορθοδόξου Εκκλησίας τους ως άνω Βατοπαιδινούς οσιομάρτυρες μετά των άλλων ιερομαρτύρων και μαρτύρων της Κρήτης, «ότι υπέρ Χριστού πανδήμως το μαρτύριον αποδεξάμενοι και ενώπιον πάντων γενναίως τον Ιησού Χριστόν ομολογήσαντες το αίμα αυτών υπέρ της αληθούς ομολογίας εξέχεαν και τού μαρτυρίου, ως γνήσιοι μάρτυρες τού Χριστού, παρά πάντων τών εν τη μεγαλονήσω Κρήτη Ορθοδόξων Χριστιανών μαρτυρηθέντες».
Συγκεκριμένα στό μηνολόγιο της ιεράς ακολουθίας αυτών αναφέρεται πώς εφόνευσαν αρχιερείς, ιερείς και «αγιορείτας πατέρας εκ της Ιεράς Μονης Βατοπεδίου, προσκομίσαντες εις το Μέγα Κάστρον προς προσκύνησιν κατά της επιδημίας της πανώλους τίμια λείψανα και την Αγίαν Ζώνην της Υπεραγίας Θεοτόκου».
Η μνήμη των ιερομαρτύρων Νεοφύτου και Αμβροσίου και του οσιομάρτυρος Μακαρίου τιμάται στις 22 Ιουνίου, του δε οσιομάρτυρος Διονυσίου η μνήμη τιμάται στις 10 Οκτωβρίου. Ακολουθία συνέθεσαν ο ιερομ. Κύριλλος Κογεράκης, νυν μητροπολίτης Ρόδου και ο κ. Χαραλάμπης Μπούσιας.
πηγή: Μοναχού Μωϋσέως Αγιορείτου, Βατοπαιδινό Συναξάρι, Έκδοσις: Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου Άγιον Όρος, 2007

Άγιος Γρηγόριος ο Διδάσκαλος ο Βατοπαιδινός (+22 Ιουνίου)

Στις 22 Ιουνίου η Εκκλησία μας τιμά τη μνήμη του αγ. Γρηγορίου του Βατοπαιδινού, του επονομαζόμενου και Διδασκάλου. Ο άγιος ιεράρχης Γρηγόριος ο Διδάσκαλος γεννήθηκε σε μία ευλογημένη οικογένεια στο Βουκουρέστι, το έτος 1765, παίρνοντας κατά τη βάπτισή του το όνομα Γεώργιος. Ο νεαρός Γεώργιος (Μινκουλέσκου) σπούδασε στις πιο φημισμένες σχολές της εποχής, όπως η ηγεμονική Ακαδημία του Αγίου Σάββα, αποκτώντας μία εξαιρετική μόρφωση, θύραθεν και θεολογική.Μετά το πέρας των σπουδών του, ανεχώρησε μαζί με άλλους δύο συμφοιτητές και φίλους για το μοναστήρι Νεάμτς, το οποίο τότε καθοδηγούνταν από το μέγα Παΐσιο Βελιτσκόφσκυ. Το έτος 1790 εκάρη μοναχός με το όνομα Γρηγόριος και όντας γνώστης της λατινικής και ελληνικής γλώσσας, έκανε υπακοή και μετέφρασε μερικά συγγράμματα των αγίων πατέρων. Μετά από μερικά χρόνια μαζί με το φίλο του, μοναχό Γερόντιο, στάλθηκε στο Βουκουρέστι, όπου του ενεπιστεύθη η φροντίδα της βιβλιοθήκης της μητροπόλεως.
AGGRVAT
Από εκεί, ανεχώρησε αργότερα για το Άγιον Όρος, ασκητεύοντας για κάποιο καιρό στην περιοχή Καλαμιτσίου της Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου. Το έτος 1812, ο άγιος Γρηγόριος έφυγε από τον Άθωνα και επέστρεψε στο μοναστήρι Νεάμτς, όπου συνεχίζοντας την εργασία μεταφράσεως και εκτυπώσεως των ιερών βιβλίων, παρέμεινε μέχρι το 1820, οπότε επέστρεψε στο Βουκουρέστι. Για λίγο καιρό διέμεινε στο μοναστήρι Αντίμ και ύστερα εγκαταστάθηκε στο μοναστήρι Καλνταρουσάνι, 30 χιλ. βορείως του Βουκουρεστίου, μοναστική εστία με αγιορειτικό τυπικό, καθιερωμένο μερικές δεκαετίες πριν, από έναν άλλο μαθητή του αγίου Παϊσίου, τον καθηγούμενο π. Γεώργιο από την Τσερνίκα. Εδώ έζησε ταπεινά σε ένα μικρό κελλί όπου είχε για κρεβάτι μία σανίδα σκεπασμένη με ψάθα και μία κουβέρτα, ένα τραπέζι, μία καρέκλα, μία εικόνα και δύο δισάκια βιβλία.
Αν και τότε ήταν μόνο ιεροδιάκονος, το 1823 ο ηγεμόνας της Ρουμανικής Χώρας, Γρηγόριος Δημήτριος Γκίκας, μαθαίνοντας την ταπείνωση και τη σοφία του, τον κάλεσε στο Βουκουρέστι για να τον εγκαταστήσει στον θρόνο της μητροπόλεως Ουγγροβλαχίας. Ο άγιος με δυσκολία δέχτηκε να υπακούσει, όμως αρνήθηκε να πάει με την άμαξα που του έστειλε ο βοεβόδας και ανεχώρησε για το Βουκουρέστι με τα πόδια. Λέγεται ότι πιάνοντάς τον η νύκτα στο δρόμο ζήτησε φιλοξενία στον ιερέα ενός χωριού κοντά στο Βουκουρέστι, όμως αυτός βλέποντάς τον ένα απλό μοναχό και σκονισμένο από το δρόμο δεν τον δέχτηκε στο σπίτι αλλά τον έστειλε να κοιμηθεί στο σταύλο. Όταν όμως αργότερα ήλθε να ασπαστεί το χέρι του νέου μητροπολίτη, όπως ήταν η συνήθεια, αναγνωρίζοντάς τον, ο ιερέας δεν μπορούσε να ελέγξει τον εαυτό του και έτρεμε από φόβο. Ο άγιος Γρηγόριος όμως, αναγνωρίζοντάς τον και αυτός, του είπε με πραότητα: «Ησύχασε, πάτερ’ τα γουρούνια της αγιωσύνης σου ήταν πολύ καθώς πρέπει» και δεν του έκανε τίποτε.
Η ενθρόνισή του έλαβε χώρα την 11η Ιανουαρίου 1823. Όταν του επέδωσε την αρχιερατική ράβδο ο ηγεμόνας, πρόφερε τα λόγια: «Ούτε αυτού που έτρεξε, ούτε αυτού που παρακάλεσε, αλλά αυτού που ευλόγησε ο Θεός!» Ως μητροπολίτης, ο άγιος Γρηγόριος εγκατέστησε επισκόπους στους θρόνους της Άρτζες, Ράμνικ και Μπουζάου, οικοδόμησε εκκλησίες και ίδρυσε σχολεία στα χωριά και τις πόλεις. Με δική του πρωτοβουλία επίσης ιδρύθηκαν τα Σεμινάρια του Βουκουρεστίου, του Μπουζάου, της Κούρτσα ντε Άρτζες και του Ράμνικ. Φρόντισε ιδιαιτέρως τους φτωχούς, τις χήρες και τα παιδιά. Άρχισε και την επισκευή του καθεδρικού μητροπολιτικού ναού του Βουκουρεστίου, ο οποίος τελείωσε μόλις μερικά χρόνια μετά την κοίμησή του, όσο και την εκτύπωση βίων αγίων σε 12 τόμους.
Το έτος 1829, ο άγιος Γρηγόριος εξορίστηκε στη Βεσσαραβία από το ρωσσικό καθεστώς. Του επετράπη να επανέλθει στο Βουκουρέστι μόλις το 1833 ενώ το 1834 στις 22 Ιουνίου, την ώρα της αγρυπνίας κοιμήθηκε εν Κυρίω. Ενταφιάστηκε στον αρχιερατικό θρόνο σε θέση την οποία μόνος είχε διαλέξει, κάτω από τη στέγη του καθεδρικού ναού στη βορεινή πλευρά του ιερού βήματος, στο ύψος της προσκομιδής. Το 1841, μετά από 7 χρόνια έγινε η ανακομιδή των λειψάνων του και η μεταφορά τους στο οστεοφυλάκιο της μονής Καλνταρουσάνι.
 Μετά από ένα αιώνα, το 1934, τα λείψανα τοποθετήθηκαν σ’ ένα μικρό φέρετρο από σκαλιστή βελανιδιά στο παρεκκλήσιο του κοιμητηρίου του μοναστηριού. Το 1961, με φροντίδα του πατριάρχου Ιουστινιανού επανενταφιάστηκε στον νάρθηκα της μεγάλης εκκλησίας του μοναστηριού και πάνω στον τάφο του τοποθετήθηκε μία ωραία σκαλισμένη πέτρινη πλάκα.
Στη συνεδρία της 20ης-21ης Οκτωβρίου 2005, κατόπιν αναφοράς της Θεολογικής και Λειτουργικής Επιτροπής, με πρόταση του μακαριωτάτου πατριάρχου κυρού Θεοκτίστου, υπό την ιδιότητά του ως αρχιεπισκόπου Βουκουρεστίου και μητροπολίτου Μουντενίας και Δόμπρουτσας, η Ιερά Σύνοδος της Ορθοδόξου Ρουμανικής Εκκλησίας, ενέκρινε την ένταξη στο αγιολόγιο του μητροπολίτη Γρηγορίου του Διδασκάλου, με γενική τιμή ως ιεράρχου με τον τίτλο: άγιος ιεράρχης Γρηγόριος ο Διδάσκαλος μητροπολίτης Ρουμανικής Χώρας, εγγεγραμμένος στο ημερολόγιο της Ορθοδόξου ρουμανικής εκκλησίας στην ημερομηνία της 22ας Ιουνίου με μαύρο σταυρό, απλό ως άγιος με πολυέλαιο.
Η επίσημη ανακήρυξη της κατατάξεως στο αγιολόγιο έλαβε χώρα στον πατριαρχικό καθεδρικό ναό του Βουκουρεστίου κατά την ημέρα των πολιούχων αυτού αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, την 21 Μαΐου 2006,  κατά τη διάρκεια της θείας λειτουργίας η οποία τελέστηκε από το μακαριώτατο πατριάρχη κυρό Θεόκτιστο, πλαισιωμένο από τα περισσότερα μέλη της Ιεράς Συνόδου της Ορθοδόξου ρουμανικής εκκλησίας και αντιπροσώπων των αδελφών Ορθοδόξων Εκκλησιών, του Σεβασμιωτάτου Αρχιεπισκόπου Θυατείρων και Μεγάλης Βρεττανίας Γρηγορίου, Αντιπροσώπου του Οικουμενικού πατριαρχείου, του Σεβασμιωτάτου των ανατολικών Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής Μητροφάνους εκ μέρους του πατριαρχείου Σερβίας, του Σεβασμιωτάτου Ιγνατίου της Πλέβνας εκ μέρους του πατριαρχείου Βουλγαρίας, του Σεβασμιωτάτου Ελασσώνος Βασιλείου εκ μέρους της Ορθοδόξου εκκλησίας της Ελλάδος και του Σεβασμιωτάτου Λούμπλιν και Χέλμ εκ μέρους της Ορθοδόξου εκκλησίας της Πολωνίας.

Ὁ Ἅγιος Εὐσέβιος ὁ ἱερομάρτυρας ἐπίσκοπος Σαμοσάτων



Ἔζησε στὰ ταραγμένα χρόνια ποὺ ἡ Ἐκκλησία ὑπέφερε ἀπὸ τὴν αἵρεση τοῦ Ἀρείου. Τότε βασιλιὰς ἦταν ὁ Κωνστάντιος (338 μ.Χ), γιὸς τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου καὶ ὑποστηρικτὴς τῆς σατανικῆς αὐτῆς αἵρεσης, καταχραστής, μάλιστα, καὶ τῆς βασιλικῆς ἐξουσίας.

Καταδίωξε σκληρὰ ἐκείνους ποὺ ἔφεραν ἀντίσταση στὶς αἱρετικές του προθέσεις. Τότε διώχθηκε καὶ ὑπέφερε πολλὲς κακοπάθειες καὶ ὁ Εὐσέβιος, ποὺ ἦταν ἐπίσκοπος Σαμοσάτων. Ὅμως, ὑπέμεινε ὅλες τὶς δοκιμασίες μὲ θαυμαστὴ καρτερία καὶ τὴν ἐλπίδα ὅτι τελικὰ θὰ νικήσει ἡ Ὀρθοδοξία. Ὅταν πέθανε ὁ Κωνστάντιος, τὸν διαδέχθηκε ὁ Ἰουλιανός, ποὺ θέλησε νὰ ἐπαναφέρει τὴν εἰδωλολατρία. Τότε νέες διώξεις ἄρχισαν γιὰ τὸν Εὐσέβιο, ποὺ ἦταν χειρότερες ἀπὸ τὶς προηγούμενες.

Τὰ ἴδια συνέβησαν καὶ μὲ τὸν αὐτοκράτορα Οὐάλη, ποὺ ἦταν καὶ αὐτὸς ὑποστηρικτὴς τῶν ἀρειανῶν. Μετὰ τὸ θάνατο τοῦ Οὐάλη, ὁ Εὐσέβιος ἐπανῆλθε στὴν ἐπισκοπή του ἀπὸ τὴν ἐξορία του στὴ Θρᾴκη καὶ ἄρχισε τὴν κάθαρση στὴν ἐπαρχία του ἀπὸ τοὺς ἀρειανούς.

Κάποια μέρα, περνοῦσε ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι μίας αἱρετικῆς γυναίκας. Αὐτὴ μὲ μῖσος τὸν κτύπησε δυνατὰ στὸ κεφάλι μὲ μία μεγάλη πέτρα καὶ τὸν σκότωσε (τὸ ἔτος 379). Ἔτσι, ὁ Εὐσέβιος ἀποδείχθηκε μεγάλος ἀθλητὴς τῆς πίστεως, τοῦ ὁποίου «τὸ νίκος ἀφθαρσία ἐν ζωῇ πολυχρόνῃ». Δηλαδὴ τὸ ἔπαθλο τῆς νίκης του θὰ εἶναι ἡ ἀφθαρσία, ἡ χωρὶς τέλος ζωή.

Οἱ Ἅγιοι Ζήνων καὶ Ζηνᾶς ὁ ὑπηρέτης του


 


Ἔζησαν στὶς ἀρχὲς τοῦ 4ου μ.Χ. αἰῶνα. Καὶ ὁ μὲν Ζήνων ἦταν πλούσιος χριστιανὸς (καταγόταν ἀπὸ τὴν Φιλαδέλφεια τῆς Ἀραβίας), ὄχι μόνο σὲ χρῆμα, ἀλλὰ καὶ σὲ εὐσέβεια. Ὁ δὲ Ζηνᾶς ἦταν ὑπηρέτης τοῦ Ζήνωνα, καὶ τοὺς συνέδεε περισσότερο ἀδελφικὴ ἀγάπη, ὅπως ὅλα τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας.

Ὁ Ζήνων, φλεγόμενος ἀπὸ τὸν πόθο νὰ ἀφιερωθεῖ ὁλοκληρωτικὰ στὴ διάδοση τοῦ Εὐαγγελίου, διαμοίρασε ὅλα του τὰ ὑπάρχοντα στοὺς φτωχούς, καὶ χάρισε τὴν ἐλευθερία σ᾿ ὅλους τοὺς δούλους του. Ἀπ᾿ αὐτοὺς ὅμως ὁ Ζηνᾶς ἀρνήθηκε ν᾿ ἀφήσει τὸν πρώην κύριό του καὶ τὸν παρακάλεσε νὰ μείνει κοντά του. Ὁ Ζήνων δέχτηκε νὰ τὸν κρατήσει, σὰ φίλο καὶ ἀδελφὸ ἐν Χριστῷ.

Ὅταν κάποτε στὴ Φιλαδέλφεια τῆς Ἀραβίας ὁ ἔπαρχος Μάξιμος κήρυξε διωγμὸ κατὰ τῶν χριστιανῶν, ὁ Ζήνων παρουσιάστηκε μπροστά του καὶ ἀγωνίστηκε νὰ τοῦ καταδείξει τὴν ματαιότητα τῶν ἀγώνων του κατὰ τῆς χριστιανικῆς ἀλήθειας.

Ὁ ἔπαρχος, ἀντὶ ἄλλης ἀπάντησης, τὸν ἔδειρε καὶ τὸν φυλάκισε. Ὅταν τὸ ἔμαθε Ζηνᾶς ἔτρεξε στὸν ἔπαρχο καὶ τὸν παρακάλεσε νὰ ἐλευθερώσει τὸν κύριό του. Ὁ ἔπαρχος τότε φυλάκισε καὶ τὸν Ζηνᾶ, καὶ μετὰ ἀπὸ λίγες μέρες τοὺς ἀποκεφάλισε.

Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες.

  Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες. Γεώργιος Κ. Τζανάκης . Ἀκρωτήρι Χανίων Σχετικῶς μὲ τὸ θέμα τῶν αὐξήσεων τῶν μισθῶν τῶν ἀρχιερέων, ...