Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 20, 2015

Κήρυγμα Κυριακής 22.2.2015 Κυριακή της Τυρινής Ρωμ. γ 11-ιδ 4 «ΤΟ ΕΝΔΥΜΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ»



Κυριακή της Τυρινής Ρωμ. γ 11-ιδ 4

«ΤΟ ΕΝΔΥΜΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ»

«Αλλ’ ενδύσασθε τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν»
Γυμνούς μας κάνει η αμαρτία, αγαπητοί μου αδελφοί. Οι αμαρτίες μας αφαιρούν κάθε θεία δόξα και τιμή. Διώχνουν τον άγιο Πνεύμα. Απομακρύνουν την χάρι του Θεού. Εξαφανίζουν τα χαρίσματα και τις δωρεές του Θεού. Και αφού απογυμνώσουν την ψυχή από κάθε στολίδι της και αρπάσουν τον πλούτο της επιτίθενται δια των αγριωτάτων παθών και πληγώνουν την ψυχήν και δεν σταματούν παρά μόνον όταν την νεκρώσουν και την μετατρέψουν σε σπήλαιο ληστών.


Αυτά έχει υπόψιν του ο Απόστολος Παύλος σήμερα Κυριακή της Τυροφάγου, προ των πυλών της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής, μας συμβουλεύει να αρνηθούμε τα έργα του σκότους, τα έργα της αμαρτίας που μας αφαιρούν το θείο ένδυμα, την ωραιότητα της ψυχής μας, το πατρικό πλούτο που μας χάρισε, και να φροντίσουμε να ενδυθούμε τον Ιησού Χριστό που είναι το ένδυμά μας.

«Ενδυθήτε τον Κύριο Ιησούν Χριστό».

1) Η έκπτωσή μας εκ του Θεού.

Ο Θεός Πατέρας όταν μας εδημιούργησε μας εστόλισε με πλούσια και ποικίλα χαρίσματα. Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός μας διδάσκει, ότι ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο άκακο, ευθύ, χωρίς λύπες και θλίψεις, ελεύθερο, αυτεξούσιο, λογικό, σκεπτόμενο, αθάνατο, αναμάρτητο, ευτυχισμένο. Τον κατέστησε βασιλέα της ορατής κτίσεως και τον ετίμησε με την φιλία του και την αγάπη του «Κατ’ εικόνα Θεού και εποίησεν αυτόν» συνοψίζει ο Προφήτης και νομοθέτης Μωϋσής ενώ κατοικούσε στην γη με το νοερό του ευρισκόταν στον ουρανό μαζί με τις νοερές και πνευματικές φύσεις και ουσίες.

Αλλοίμονο όμως!!

Ο άνθρωπος δεν παρέμεινε σ’ αυτή την μακαρία και θεία κατάσταση. Ήλθε ο διάβολος και του έμαθε την ανυπακοή στον Θεό του, και ευεργέτη του. Τον συμβούλεψε να περιφρονήσει την θεία εντολή και να παρακούσει να μη φυλάξει το θείο πρόσταγμα. Τον εκολάκευσε ο πονηρός ότι θα γινόταν Θεός και εκείνος ο ανόητος και ολιγόπιστος εγωϊστής και βιαστικός ακολούθησε την συμβουλή του εχθρού του και εξέπεσε. Δυστυχώς εξέπεσε ο άνθρωπος. Εξέπεσε και απώλεσε τα πάντα. Που είναι η ευτυχία; Δυστυχία και ταλαιπωρία συνάντησε στη ζωή του. Που είναι η ζωή και η αθανασία; Αντί αυτών αρρώστειες, πόνος, φθορά, θάνατος και διάλυση. Που είναι η βασιλεία; Ο Βασιλιάς έγινε δούλος. Και η άλογος φύση δεν υπακούει σ’ αυτόν πια. Που είναι η φιλία του Θεού και η μακαρία επικοινωνία μαζί του; Έχασε τον Θεό κρύφθηκε από τα μάτια του η θεωρία Του. Τον απεστράφησαν τα επουράνια. Αποκόπηκε από την φυσική του πατρίδα και αναγκάσθηκε να κατοικεί στον Άδη. Έχασε τον πατέρα του και συνάντησε τους εχθρούς του τους δαίμονες για να τον βασανίσουν και να τον καταγελούν. Που πήγαν τα χαρίσματα του Θεού, η αθανασία, η ελευθερία, το αυτεξούσιο, οι αρετές; Αλλοίμονο χάθηκαν!!

Έκτοτε αυτή είναι η κατάσταση του αμαρτωλού ανθρώπου. Σ αὐτή την κατάστασή του οδηγεί και σήμερα η αμαρτία και τα πάθη. Γυμνός από θεία δόξα ο αμαρτωλός άνθρωπος περιφέρεται στον κόσμο αυτό μέχρι να παραδώσει την ψυχή του για να την κληρονομήσουν χαιρεκακούντες οι δαίμονες που κατόρθωσαν να τον οδηγήσουν στον Άδη, στην κόλαση και να τον εμποδίσουν να ζήσει στην βασιλεία του Θεού. Ποιά γλώσσα μπορεί να περιγράψει την πτώση; Ποιός θρήνος μπορεί να μας παρηγορήσει για την δυστυχία; Ποιός νους θα μπορέσει να συλλάβει το ύψος από το οποίο γκρεμισθήκαμε; Αυτό τον αδαμιαίον θρήνο αποδίδουν τα ωραιότατα τροπάρια και ο ύμνος της σημερινής Κυριακής που θρηνούν και μας παρηγορούν για την πτώση μας και την έξωσή μας από τον Παράδεισο.

2. Η παρηγορία μας.

Μπορούμε όμως να παρηγορηθούμε όταν ακούσουμε τον Απόστολο Παύλο που μας προτρέπει να ενδυθούμε τον Χριστό. Φορόντας το βασιλικό ένδυμα αποκτούμε όλα όσα μας εστέρησαν οι αμαρτίες και μας αφαίρεσε ο διάβολος. Όλα τα αποκτούμε πάλι και πολλά περισσότερα.

Πως όμως θα ενδυθούμε τον Χριστό; Με τα αγιώτατα μυστήρια, το βάπτισμα, το χρίσμα, την μετάνοια-εξομολόγηση, την θεία Κοινωνία. Αλλά και με τον προσωπικό αγώνα μας για την εκτέλεση των εντολών του Θεού, για την υπακοή στο θείο θέλημα και την απόκτηση των αρετών.

Όλα αυτά στολίζουν την ψυχή. Φέρνουν μέσα μας την θεία χάρη. Καταδιώκουν την ρυπαρές επιθυμίες την ιλύν και τον βόρβορον θεραπεύουν τις πληγές των ανθρώπων, ελευθερώνουν τις δυνάμεις της ψυχής από την δουλεία της αμαρτίας. Κάνουν τον άνθρωπο αρεστό στο Θεό και του χαρίζουν και τον επαινό του.

«Ενδυθήτε τον Κύριον Ιησούν Χριστόν»

Καλλίτερο από αυτό το σύνθημα δεν θα μπορούσε να μας δώσει η Εκκλησία μας. Σύνθημα για την περίοδο που αρχίζει σήμερα. Να αγωνισθούμε να φορέσουμε αυτό το θεϊκό ένδυμα το οποίο υφαίνουν οι αρετές. Η πίστη, η αγάπη, η σωφροσύνη, η δικαιοσύνη, η σύνεση, ο φόβος του Θεού, η εγκράτεια, η ταπείνωση, η αφιλαργυρία, η πτωχεία, η νηστεία, η ελπίδα, η υπομονή, η ανδρεία, η ελεημοσύνη, όλες οι άλλες.

Διάλεξε από αυτά τα θεία στολίδια και χαρίστε τα στην ψυχή σας να την στολίσουν για πάντα εις αιώνα αιώνος. Αμήν.

Κυριακή τῆς Τυρινῆς (Ματθ. στ΄ 14-21) ΟΜΙΛΙΑ ΕΠΙ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ

Κατήχησις τοῦ ὁσίου καὶ θεοφόρου πατρὸς ἡμῶν Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου εἰς τὴν Κυριακὴν τῆς Τυροφάγου
Περὶ νηστείας, καὶ ὅτι ἡ ἀληθὴς νηστεία τοῦ ἀληθινοῦ ὑποτακτικοῦ ἐστὶ τὸ κόψαι τὸ ἴδιον θέλημα.
Εὐλόγησον πάτερ.
Ἀδελφοὶ καὶ πατέρες, ὁ ἀγαθὸς Θεὸς ἡμῶν, ὁ χαρίζων τὴν ζωὴν ἡμῶν, καὶ ἄγων ἡμᾶς ἀπὸ χρόνον εἰς χρόνους διὰ φιλανθρωπίαν αὐτοῦ ἤγαγεν ἤδη ἡμᾶς καὶ ἐν χρόνῳ τούτῳ τῶν ἁγίων νηστειῶν, ἐν ᾧ ἕκαστος τῶν ἀγωνιστῶν ἀγωνίζεται καὶ κοπιάζει ὑπὲρ τῆς σωτηρίας τῆς ψυχῆς αὐτοῦ, καθὰ προαιρεῖται καὶ δύναται καὶ ὁ σπουδάζων εἰς τὴν ἐγκράτειαν νηστεύει διπλᾶς καὶ τριπλᾶς ἡμέρας, ὁ δὲ εἰς τὴν ἀγρυπνίαν σπουδάζων ἀγρυπνεῖ,
ἀναγινώσκει, προσεύχεται τόσας καὶ τόσας ὥρας· ἄλλος πάλιν εἰς τὰς γονυκλισίας ποιεῖ τόσας καὶ τόσας μετανοίας ἕως ἐδάφους ἢ καὶ ἄχρι τοῦ ὑποποδίου κατὰ τὴν ἑαυτοῦ δύναμιν καὶ ἄλλος ἐπὶ ἄλλῳ τινι τῶν κατορθωμάτων ἀγωνίζεται, καὶ εἰ ἐβούλετό τις ἰδεῖν πολλὴν σπουδὴν καὶ προθυμίαν ἐν ταῖς ἡμέραις ταύταις ὁ μοναχὸς ὁ ὑπὸ τὴν ὑποταγὴν ὢν καὶ ἔχει διακόνημα καὶ ὑπάρχει ἀληθινὸς ὑπήκοος, οὐκ ἔχει τὸν ἀγῶνα ἐν τινι καιρῷ μόνον, ἀλλ᾿ ἐν πάσῃ τῇ ζωῇ αὐτοῦ ἀδιακόπως ἀγωνίζεται· ἀλλὰ τὶς ἐστὶν ὁ ἀγὼν τοῦ ὑπηκόου ὑποτακτικοῦ; καὶ ποῖον ἐστὶ τὸ μέγα κατόρθωμα αὐτοῦ καὶ ὁ στέφανος ὁ λαμπρός; τὸ μὴ θαρρεῖν τῷ ἰδίῳ λογισμῷ, μηδὲ ποιεῖν αὐτογνωμόνως τὸ ἑαυτοῦ θέλημα, ἀλλ᾿ ὅ,τι ποεῖ, ποιεῖ τοῦτο διὰ ἐρωτήσεως τοῦ ἡγουμένου ἢ καὶ τοῦ αὐτοῦ γέροντος ἢ τοῦ οἰκονόμου, ὅπερ ἐστὶ μᾶλλον βελτιώτερον πάντων τῶν καλῶν ἀγωνισμάτων καὶ ὡς ἐν συντόμῳ εἰπεῖν, μαρτυρίου στέφανον κέκτηται ἡ ὑποταγὴ μετὰ τῆς ἀδιακρίτου ὑπακοῆς· ἤτοι τὸ κόπτειν τὸ ἴδιον θέλημα καὶ ποιεῖν τοῦ προεστῶτος αὐτοῦ, ὅπερ ὡς μαρτύριον λογίζεται ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ὅτι ἐκχέει τὸ αἷμα αὐτοῦ διὰ τὸ Χριστόν· ὅμως γνῶμεν καλῶς ἀδελφοὶ ὅτι ἐν ταύταις ταῖς ἁγίαις ἡμέραις γενήσεται ἐναλλαγὴ τῶν φαγητῶν, αὔξησις τῶν γονυκλισιῶν καὶ μετανοιῶν καὶ τῆς ἀκολουθίας καὶ ψαλμῳδίας κατὰ τὴν παραδοθεῖσαν ἡμῖν παλαιὰν παράδοσιν τῶν ἁγίων πατέρων ἡμῶν· διὰ τοῦτο καὶ ἡμεῖς δεξώμεθα προθύμως καὶ περιχαρῶς τὸ δῶρον τῶν νηστειῶν· μὴ σκυθρωπάσωμεν διὰ τὴν κακοπάθειαν καὶ τὸν μαρασμὸν τοῦ σώματος, ἀλλ᾿ ὦμεν χαίροντες διὰ τὴν ὑγείαν καὶ σωτηρίαν τῆς ψυχῆς ἡμῶν. 
Διέλθωμεν οὖν τὰς ἁγίας ταύτας ἡμέρας μετὰ ἱλαρότητος προσώπου καὶ καρδίας, ἄκακοι, ἀκατάκριτοι, ἀόργητοι, ἀπόνηροι, ἄφθονοι, μᾶλλον εἰρηνικοί, ἠγαπημένοι πρὸς ἀλλήλους, πρᾷοι, εὐυπήκοοι, πλήρεις ἐλεημοσύνης καὶ καρπῶν ἀγαθῶν, ἐν τῷ καιρῷ τῆς ἡσυχίας, ἡσυχάζειν· χρείας καλούσης τοῦ λόγου, ἀποκρίνεσθε μετὰ ταπεινώσεως καὶ εὐλαβείας, φεύγοντες τὴν πολυφαγίαν, πολυλογίαν καὶ τὸν θόρυβον καὶ τὴν ταραχὴν τῶν πολλῶν, ὅπως ποιῶμεν τὰς ὑπηρεσίας ἡμῶν ἀθορύβως καὶ ἀταράχως μᾶλλον δὲ εἰρηνικῶς καὶ ἡσύχως ὡς διάκονοι Χριστοῦ· διότι ὁ θόρυβος καὶ ἡ ταραχὴ προξενεῖ μεγίστην ψυχικὴν βλάβην ἐν τῷ Κοινοβίῳ καὶ τῇ συνοδίᾳ τῶν ἀδελφῶν· πρὸς ἐπιτούτοις πᾶσι χρὴ ἔχειν προσοχήν, καὶ σκοπιάν, μὴ ἀνοίγειν θύραν τοῖς κακοῖς λογισμοῖς εἰσερχομένοις μολύνειν τὴν ψυχὴν ἡμῶν, μηδὲ διδόναι τόπον τῷ διαβόλῳ, καθάπερ διδάσκει ἡμᾶς καὶ ἡ θεία Γραφὴ λέγουσα «ἐὰν ἀναβῇ πνεῦμα τοῦ ἐξουσιάζοντος ἐπὶ σὲ τόπον σου μὴ δός»· διότι ὁ ἐχθρὸς ἡμῶν διάβολος ἐξουσίαν οὐκ ἔχει δυναστεῦσαι ἡμᾶς, ἀλλὰ μόνον ὑποβάλλει κακοὺς λογισμούς, ὠς ὁ ἁλιεὺς τὸ δόλωμα· καὶ ὅταν ἡμεῖς στέργομεν δεχόμενοι αὐτούς, τότε κυριεύει ἡμῶν· ὅταν ἡμεῖς οὐ δεχόμεθα ἀλλὰ πόρρω ἀποβάλλομεν αὐτοὺς διὰ τῆς εὐχῆς καὶ τῆς ἐπικλήσεως τοῦ ἐνδόξου ὀνόματος τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, τότε ὁ ἐχθρὸς φεύγει ἀφ᾿ ἡμῶν κατῃσχυμένος· καταβάλλωμεν οὖν κόπον καὶ σπουδὴν ἵνα φυλάξωμεν τὴν ψυχὴν ἡμῶν καθαρὰν καὶ ἀμόλυντον ἀπὸ παντὸς ῥυπαροῦ λογισμοῦ καὶ ἄτρωτον ἐκ τῶν βελῶν τοῦ πονηροῦ ὡς νύμφην Χριστοῦ, καὶ οὕτως ἀξιωθείημεν γενέσθαι οἰκητήριον τοῦ ἁγίου Πνεύματος καὶ ἀκοῦσαι· «Μακάριοι οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται»· καὶ ὡς φησιν ὁ Ἀπόστολος, ὅσα ἐστὶν ἀληθινά, ὅσα σεμνά, ὅσα τίμια, ὅσα δίκαια, ὅσα ἁγνὰ καὶ καθαρά, ὅσα προσφιλῆ, ὅσα εὔφημα, εἴ τις ἀρετὴ καὶ εἴ τις ἔπαινος, ταῦτα ποιεῖτε, ταῦτα συνδιαλέγεσθε πρὸς ἀλλήλους, καὶ ὁ Θεὸς ἔσται μεθ᾿ ἡμῶν· διὰ τοῦτο φύγωμεν ἀδελφοὶ τὴν γαστριμαργίαν καὶ τὴν μέθην, ἅτινα γεννῶσι πᾶν εἶδος ἁμαρτίας φάγωμεν καὶ πίωμεν μετ᾿ εὐλαβείας καὶ φόβου Θεοῦ, δοξάζοντες τὸν Θεόν, ὅστις ἐλυτρώσατο ἡμᾶς τῆς πλάνης καὶ τῆς ταραχῆς τοῦ κόσμου· 
Ἐὰν οὕτω ποιῶμεν ἤδη μέν ἀξιωθησόμεθα φθάσαι καὶ τῆν Κυρίαν ἡμέραν τῆς Χριστοῦ ἀναστάσεως, ἐν δὲ τῷ μέλλοντι αἰῶνι ἐν τῇ ἐξαναστάσει τῶν νεκρῶν ἐπιτευξόμεθα τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν, ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν, ᾧ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος, σὺν τῷ Πατρὶ καὶ τῷ ἁγίῳ Πνεύματι νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων· ἀμήν.

ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΚΑΙ ΖΩΑ ὑγιής συνύπαρξη καί παθογένειες κατά τόν Ὅσιο Παΐσιο τόν ἁγιορείτη


ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΚΑΙ ΖΩΑ ὑγιής συνύπαρξη καί παθογένειες κατά τόν Ὅσιο Παΐσιο τόν ἁγιορείτη

Αναρτήθηκε: 12/02/2015
antropos_kai_zoa
τοῦ ἀρχιμ. Ἰακώβου Κανάκη
Στήν θεολογία γιά νά θεωρηθεῖ ἀπό κάποιους εἰδικούς ἕνα ἔργο ἀξιόπιστο θά πρέπει ὁ συγγραφέας νά ἔχει εἰδίκευση στό θέμα πού πραγματεύεται. Αὐτό ἐν πρώτοις εἶναι σωστό. Τί γίνεται ὅμως ὅταν στό νοῦ σου καρφώνεται ἡ ἰδέα προσέγγισης ἑνός θέματος γιά τό ὁποῖο δέν εἶσαι εἰδικός; Νομίζω τό ὀρθότερο εἶναι νά προστρέξεις στούς εἰδικούς καί κυρίως σέ αὐτούς πού ἔχουν κάνει τήν καλύτερη ἐπιστημονική ἔρευνα, πού στήν περίπτωσή μας εἶναι ἡ βιωματική ἔρευνα. Εἶναι ἡ ζωή καί ὁ καταγεγραμμένος λόγος τῶν ἁγίων μας. Γιά τά θέματα τῆς πνευματικῆς καί καθημερινῆς ζωῆς μας εἴμαστε πλούσιοι διότι ἔχουμε πολλούς εἰδήμονες, πού δέν εἶναι ἄλλοι ἀπό τούς  ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι ἀστείρευτη αὐτή ἡ «βιβλιοθήκη τῶν ἁγίων». Στίς μέρες μας, πρίν λίγο καιρό, εἴχαμε τήν χαρά σέ αὐτήν τήν ἀμέτρητη χορεία τῶν ἁγίων νά προστεθεῖ ἕνα ἀκόμα λαμπρό καί λαοφιλές μέλος της, ὁ Ὅσιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης. Ὁ μεγάλος αὐτός ἅγιος τῆς Ἐκκλησίας μας μέσα ἀπό τήν ἐμπειρία του ἔχει ἀποσαφηνίσει πολλά ζητήματα, τά ὁποῖα ἀφοροῦν στήν σύγχρονη ἐποχή μας. Εἶναι ὁ λόγος του καθαρός καί σαφής. Εἶναι λόγος πού ἀναπαύει τίς ψυχές γιατί γράφεται μέ «πόνο καί ἀγάπη γιά τόν σύγχρονο ἄνθρωπο». Μέ βάση τά ὅσα ἐκεῖνος εἶπε θά διεξέλθουμε τό θέμα μας.
            Τό περιεχόμενο τῆς προκείμενης ἐργασίας προέκυψε ἀπό τήν ἰδιαίτερη σχέση καί συμπεριφορά πού ὑπάρχει πλέον ἀνάμεσα στούς συνανθρώπους μας καί τά ζῶα. Πράγματι, παρατηροῦμε, μέρα μέ τήν ἡμέρα, ὅτι οἱ ἄνθρωποι δεικνύουν μιά ἰδιαίτερη φροντίδα καί ἐνδιαφέρον γιά τά κατοικίδιά τους – καί ὄχι μόνο- ἀμελώντας ἀκόμα, σέ πολλές περιπτώσεις, καί αὐτούς τούς συγγενεῖς καί  φίλους τους! Σέ ἄλλες περιπτώσεις μάλιστα, δέν θέλουν καθόλου νά συναναστρέφονται ἀνθρώπους ἀλλά μόνο τά ζωντανά τους; Ὄντως φθάνουν σέ ὑπερβολές. Ποιά ὅμως εἶναι ἡ θέση τοῦ ἁγίου Παϊσίου, αὐτοῦ τοῦ μεγάλου ἁγίου μας, σχετικά μέ τό θέμα; Μέχρι ποίου σημείου φθάνει ἡ φροντίδα μας γιά αὐτά; Μήπως οἱ ὑπερβολές στήν φροντίδα αὐτή φανερώνει μιά ψυχική βλάβη; Ποιά εἶναι ἡ ὀρθή τοποθέτηση στό θέμα; Στά ἐρωτήματα αὐτά δίνει θεόπνευστες ἀπαντήσεις ὁ νεός ἅγιος τῶν ἡμερῶν μας, τίς ὁποῖες θά προσπαθήσουμε νά μεταφέρουμε. Ὡστόσο, γιά μιά καλύτερη προσέγγιση στό θέμα, προτρέπουμε τούς ἐνδιαφερομένους νά διαβάσουν τά ὅσα ὁ ἅγιος λέγει γιά τό προαναφερθέν θέμα ἀλλά καί γιά τόσα ἄλλα στήν σειρά πού ἔχει ἐπιμεληθεῖ τό Ἱερό Ἡσυχαστήριο «Εὐαγγελιστῆς Ἰωάννης ὁ θεολόγος» στήν Σουρωτή Θεσσαλονίκης. Ἄς μᾶς ἐπιτραπεῖ νά καταθέσουμε ὅτι κατά τήν γνώμη μας κορυφαῖο ἀπό τήν σειρά τῶν κειμένων αὐτῶν εἶναι ὁ τόμος μέ τόν τίτλο «ΠΑΘΗ ΚΑΙ ΑΡΕΤΕΣ». Δέν πρέπει νά ὑπάρχει χριστιανός πού δέν ἔχει διαβάσει τό βιβλίο αὐτό.
Ὁ ἁγιασμένος γέροντας κάνει καταρχήν ἕναν σαφῆ διαχωρισμό μεταξύ τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου, τῶν ζώων καί γενικότερα τῆς κτίσης, πρίν καί μετά τήν πτώση τῶν πρωτοπλάστων.
            «Μέσα στόν Παράδεισο τά ζῶα αἰσθάνονταν τήν εὐωδία τῆς Χάριτος καί ἀναγνώριζαν τόν Ἀδάμ γιά ἀφέντη τους.[1] Μετά τήν παράβαση ὅμως βγήκαν καί αὐτά ἀπό τόν Παράδεισο, χωρίς νά φταῖνε, καί δέν ἀναγνώριζαν τόν Ἀδάμ γιά ἀφεντικό τους, ἀλλά ὁρμοῦσαν νά τόν ξεσχίσουν. Ἦταν σάν νά τοῦ ἔλεγαν «Εἶσαι κακός·δέν εἶσαι τό ἀφεντικό μας».[2]
Αὐτό πού ἀναφέρει ὁ γέροντας εἶναι πασιφανές ἀκόμα καί στίς μέρες μας. Βλέπουμε τά ἀποτελέσματα τῆς πτώσης σέ ὅλο αὐτό πού ὀνομάζουμε οἰκολογικό πρόβλημα. Ὅμως τά πράγματα μποροῦν νά διορθωθοῦν ὄχι τόσο μέ τίς ἐνέργειες τῶν ὀμάδων πού σκοπό ἔχουν νά εὐαισθητοποιήσουν τούς ἀνθρώπους περί τοῦ θέματος- ἄν καί αὐτό εἶναι σημαντικό- ἀλλά κυρίως μέ τήν μετάνοια, τήν  ἀλλαγή δηλαδή τοῦ νοῦ. Τί ἐννοοῦμε; «… ὁ ἄνθρωπος μέ τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ πλησιάζη ξανά στόν Θεό, ντύνεται καί πάλι τήν θεία Χάρη, ὁπότε ἐπανέρχεται στήν κατάσταση πού εἶχε πρό τῆς πτώσεως καί τά ζῶα τόν ἀναγνωρίζουν γιά ἀφεντικό τους. Τότε κινεῖται ἄφοβα ἀνάμεσα στά ἄγρια ζῶα, τά ὁποῖα παύουν πιά νά εἶναι ἄγρια, ἀφοῦ τό ἀφεντικό τους ἔχει ἡμερέψει.»[3]
Ἀκόμα, ὁ ἅγιος γέροντας περιγράφει πῶς ὁ πιστός μπορεῖ νά «καταμερίζει» τήν ἀγάπη του. Σχετικά μέ τό θέμα αὐτό, ὁ Ἀββᾶς Ἰσαάκ ἀναφέρει: «Καρδία ἐλεήμων εἶναι καῦσις καρδίας ὑπέρ πάσης τῆς κτίσεως…».[4] Ἑρμηνεύοντας τόν λόγο αὐτό ὁ γέροντας Παΐσιος λέει: « Ναί, ἔτσι εἶναι…ὁ πνευματικός ἄνθρωπος δίνει τήν ἀγάπη του πρῶτα στόν Θεό, ἔπειτα στούς ἀνθρώπους, καί τήν ὑπερχείλιση τῆς ἀγάπης του τήν δίνει στά ζῶα καί σέ ὅλη τήν κτίση».[5]
Τό ἐρώτημα πού τίθεται εἶναι ἄν τά ζῶα ἀπό τήν μεριά τους κατανοοῦν αὐτήν τήν ἀλλαγή. Ὁ γέροντας ἀπαντᾶ:
« Αὐτή ἡ θεϊκή ἀγάπη πληροφορεῖ καί τά ζῶα, τά ὁποῖα καταλαβαίνουν τόν ἄνθρωπο πού τά ἀγαπάει καί τά πονάει καί τόν πλησιάζουν, χωρίς νά φοβοῦνται. Ἀκόμη καί τά τά ἄγρια ζῶα μποροῦν νά διακρίνουν ἕναν ἄνθρωπο πού τά ἀγαπάει ἀπό ἕναν κυνηγό πού θέλει νά τά σκοτώση. Τόν κυνηγό τόν ἀποφεύγουν, τόν ἄνθρωπο πού τά ἀγαπάει τόν πλησιάζουν. Νόμιζα ὅτι δέν συμβαίνει τό ἴδιο καί μέ τά φίδια, γιατί τό φίδι εἶναι τό μόνο ζῶο πού δέν ἀγαπιέται ἀπό τούς ἀνθρώπους. Διαπίστωσα ὅμως ἀργότερα ὅτι καί τά φίδια διαισθάνονται τήν ἀγάπη τοῦ ἀνθρώπου καί πιάνουν φιλία μαζί του. Ἄν ὁ ἄνθρωπος ἔρθη στήν θέση τοῦ φιδιοῦ καί τό πονέση, τό φίδι ἀμέσως τό καταλαβαίνει καί τόν πλησιάζει σάν φίλος. Εἶναι σάν νά λέη: ´Δόξα σοι ὁ Θεός, βρῆκα κι ἐγώ ἐπιτέλους ἕναν φίλο!᾽».[6]
Στό ζήτημα ἄν ἔχουν τά ζῶα ψυχή θά λέγαμε ὅτι ὑπάρχει ἕνα εἶδος ψυχῆς πού δέν ἔχει ὅμως καμμία σχέση μέ τήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου. Ἐπίσης, τά ζῶα δέν ἔχουν μεταθανάτια ζωή. Αὐτό πού κυρίως ἔχουν εἶναι ἔνστικτα. Λέγει ὁ γέροντας: « Ὁ Θεός γιά νά ἐξυπηρετοῦνται, ἔχει δώσει καί σ᾽αὐτά ὅ, τι χρειάζονται· τούς ἔδωσε τήν διαίσθηση. Μετά τήν πτώση ὁ ἄνθρωπος στερήθηκε τό ὑπερφυσικό, ἀλλά τοῦ ἔμεινε ὁ νοῦς, ἡ λογική. Π.χ. οἱ ἄνθρωποι βλέπουν κάπου πλατάνια καί καταλαβαίνουν ὅτι ἐκεῖ ὑπάρχει καί νερό· ψάχνουν καί τό βρίσκουν. Ἐνῶ τά ζῶα τό πληροφοροῦνται σάν νά ἔχουν ραντάρ. Ἡ καμήλα, ὅταν εἶναι ἔρημο καί διψάη, τρέχει μόνη της πρός τό μέρος πού ὑπάρχει νερό καί ὁ καμηλιέρης τήν ἀκολουθεῖ. Εἶναι σάν νά παίρνη τηλεγράφημα.»[7]
Ἄκουσα κάποτε ἕναν ἁγιασμένο γέροντα νά λέει ὅτι γιά τά ζῶα θεός εἶναι ὁ ἄνθρωπος. Ὁ πατήρ Παΐσιος διασαφηνίζει τό θέμα αὐτό λέγοντας: « Τά καημένα τά ζῶα θεό ἔχουν τόν ἄνθρωπο. Ὅπως ἐμεῖς ζητοῦμε βοήθεια ἀπό τόν Θεό, ἔτσι καί αὐτά ζητοῦν βοήθεια ἀπό τόν ἄνθρωπο. Στό Ἅγιον Ὄρος ἄκουγα γιά τόν Γερό- Θεοφύλακτο ἀπό τήν Σκήτη τοῦ Ἁγίου Βασιλείου ὅτι εἶχε μεγάλη φιλία μέ τά ἄγρια ζῶα. Αὐτά διαισθάνονταν τήν ἀγάπη του καί πήγαιναν στήν Καλύβη του, ὅταν εἶχαν καμμιά ἀνάγκη. Κάποτε μάλιστα ἕνα ζαρκάδι πού εἶχε σπάσει τό πόδι του πῆγε ἔξω ἀπό τό Κελλί του καί βάλαζε θλιμμένα. Βγῆκε ὁ γέροντας καί τό εἶδε νά τεντώνει τό σπασμένο του ποδαράκι σάν νά τοῦ τό ἔδειχνε. Ἐκεῖνος τοῦ ἔφερε λίγο παξιμάδι νά φάη καί πῆρε δύο ξυλάκια, μέ τά ὁποῖα ἔδεσε σταθερά τό πόδι του. Μετά εἶπε στό ζαρκαδάκι: Πήγαινε τώρα στό καλό καί μετά ἀπό μιά ἑβδομάδα νά ξαναπεράσης νά τό δῶ». Ὁ καλός Γέροντας συννενοήθηκε μέ τό ζῶο σάν γιατρός μέ πονεμένο ἄνθρωπο, ἐπειδή εἶχε γίνει ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ!»[8] Παρόμοιο περιστατικό ἀναφέρεται ὅτι ἔκανε ὁ Ὅσιος Γεράσιμος ὁ Ἰορδανίτης στό λιοντάρι πού εἶχε μπῆ στό πόδι του ἕνα καλάμι.[9]
Οἱ προοδευμένοι στήν πνευματική ζωή ἄνθρωποι γίνονται εὐαίσθητοι σέ ὅλα τους, προσέχουν τήν κάθε λεπτομέρεια καί πονοῦν γιά τά «φάλτσα» τῆς ζωῆς μας. Ἔχουν προχωρήσει καί βιώνουν τούς «λόγους τῶν ὄντων». Δηλαδή ἀναγνωρίζουν τό λόγο ὕπαρξης κάθε ὄντος. Στό θρόϊσμα τῶν φίλων, στό κελαϊδιμα τῶν πουλιῶν, στόν ἦχο τοῦ τρεχούμενων νερῶν ἀναγνωρίζουν τήν ἀκατάπαυστη δοξολογία τῆς δημιουργίας πρός τόν Θεό.[10] Συχνά παραφωνία σέ αὐτήν τήν δοξολογία εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ἀφοῦ τό χάρισμα τῆς ἐλευθερίας του λειτουργεῖ οὐσιαστικά ἐναντίον του. Ὅμως, ἄς μιλήσουμε γιά αὐτόν πού ἀπέκτησε τήν πραγματική ἐλευθερία διά τῆς ὑπακοῆς. Ἄς δοῦμε κάποιες λεπτομέρεις γιά τόν τρόπο πού προσέγγιζε τά ζῶα καί πῶς ἐκείνα ἀναγνώριζαν τήν στάση του.
«Μιά φορά, τότε πού ἤμουν μέ τήν κήλη,[11] κάποιοι ἐργάτες κουβαλοῦσαν ξύλα μέ τά ζῶα ἐκεῖ στήν περιοχή τοῦ Καλυβιοῦ. Βλέπω σέ μιά στιγμή ἕνα ζῶο νά πέφτη, τό καημένο, κάτω καί τό σαμάρι μέ τά ξύλα νά πέφτη ἀπό πάνω του. Διπλώθηκαν τά πόδια του καί δέν μποροῦσε νά τά ἱσιώση. Ἐγώ ξέχασα ὅτι εἶχα κήλη, ξέχασα ὅτι δυσκολευόμουν ἀκόμη καί νά περπατήσω. Τρέχω, πετάω τά ξύλα. Πάω νά σηκώσω τό σαμάρι, δέν μποροῦσα. Δίνω μιά, τραβάω τά σχοινιά καί ἐλευθέρωσα τό ζῶο. Ὁπότε ἕνας Πατέρας πού ἦταν ἐκεῖ κοντά φώναξε: <Πρόσεχε, ἔχεις κήλη, θά πάθης καμμιά ζημιά>. Τότε θυμήθηκα ὅτι εἶχα κήλη. <Καλά, τοῦ λέω, ἐγώ ἔχω κήλη· ἐσύ πού δέν ἔχεις κήλη, γιατί δέν ἔτρεξες;>. <Φοβήθηκα μήπως μέ κλωτσήση>, μοῦ λέει. <Εὐλογημένε, τοῦ λέω, τό ζῶο, καί λύκος νά εἶναι, ὅταν τό καημένο βρίσκεται σέ ἀνάγκη, ζητάει βοήθεια καί δέν κάνει κακό στόν ἄνθρωπο>. Ἀλλά καί ἄν πεινοῦν κι ἄν διψοῦν στόν ἄνθρωπο καταφεύγουν, γιατί ὁ ἄνθρωπος εἶναι τό ἀφεντικό τους. Θυμᾶμαι, στό Καλύβι τοῦ Τιμίου Σταυροῦ,[12] ἕνα καλοκαίρι, μιά ὀχιά κατέβηκε ἀπό τήν λαμαρίνα τῆς σκεπῆς καί κουλουριάστηκε μπροστά μου. Σήκωνε τό κεφάλι της ψηλά, ἔβγαζε τήν γλῶσσα της καί σφύριζε. Διψοῦσε πολύ-εἶχε καῆ ἀπό τόν πολύ καύσωνα- καί μέ ἀπειλοῦσε. Ζητοῦσε νερό, ἀλλά μέ ἐπιτακτικό τρόπο, λές καί ἤμουν ὑποχρεωμένος νά πάω νά τῆς φέρω νερό. «Βρές, τῆς λέω, ἐσύ, ἔτσι πού κάνεις, δέν συγκεινεῖς τόν ἄλλον!». Τῆς ἔβαλα μετά νεράκι καί ἤπιε. Ἐνῶ τά τσακάλια πολύ μέ συγκινοῦν, γιατί, ὅταν πεινοῦν, κλαῖνε σάν τά μωρά παιδιά. Νά δῆτε τί ἔχω πάθει μέ τά γατάκια τώρα στό καλύβι.[13] Πρόσεξαν πώς, κάθε φορά πού χτυποῦσε τό καμπανάκι, ἔβγαινα ἔξω, καί πότε-πότε τούς ἔριχνα κάτι νά φᾶνε. Ὅταν λοιπόν πεινοῦν, τραβοῦν τό σχοινί καί χτυπάει τό καμπανάκι. Βγαίνω καί βλέπω νά χτυποῦν αὐτά τό καμπανάκι καί τά ταΐζω. Πῶς τά ἔχει κάνει ὅλα ὁ Θεός!»[14]
῎Ας καταγράψουμε μερικές ἀκόμη ἐμπειρίες τοῦ γέροντα μέ τά ζῶα.
«Ἔρχονται, Γέροντα, ζῶα στό Καλύβι σας;»
Πῶς δέν ἔρχονται! Ἔρχονται τσακάλια, ἀγριόχοιροι…Ἔρχεται ποῦ καί ποῦ  καί μιά μικρή ἀλεποῦ. Ὅταν φεύγουν οἱ γάτες, ἔρχεται ἡ ἀλεπουδίτσα. Οἱ ἀγριόχοιροι, τό καλοκαίρι, δέν ἐμφανίζονται, ἐπειδή φοβοῦνται τούς κυνηγούς· τότε μόνο φίδια ἐμφανίζονται, γιατί τά φοβοῦνται οἱ ἄνθρωποι.
Ἔρχονται καί πουλιά, κοπάδια, μικρά-μεγάλα. Τούς βάζω βρεγμένο παξιμάδι καί τρῶνε. Τό ἰνδοκάρυδο ἀπό τά λουκούμια τό κρατῶ ξεχωριστά γιά κάτι πουλιά πού φέρνουν τήν ἄνοιξη. Τά καημένα καλαηδοῦν ἀνοιξιάτικα ἀκόμη ἀπό τόν χειμώνα μέ τά χιόνια. Φέρνουν παρηγοριά δηλαδή. Αὐτά πεθαίνουν γιά τό ἰνδοκάρυδο.
-Γέροντα, στό Σινᾶ, ἐκεῖ πού μένατε, εἶχε ζῶα;
- Στό Σινᾶ, ἐπειδή ἦταν ἔρημος, πλησίαζαν πιό πολύ τά ἄγρια ζῶα, καθώς καί τά πουλιά. Εἶχε καί πέρδικες, εἶχε καί ὀρτύκια, σάν αὐτά πού ἔτρωγαν οἱ Ἑβραῖοι στήν ἔρημο.[15]Εἶχε καί κάτι ὄμορφα ποντίκια, σάν χελωνάκια, χωρίς οὐρά, πού εἶχαν ἐπάνω στήν ράχη τους ἕνα τρίχωμα σάν βούρστα! Τά ταίζα ὅλα, τίς πέρδικες, τά ὀρτύκια, τά ποντίκια! Ἔβαζα ὅ, τι εἶχα ξεχωριστά πάνω σέ πλάκες, γιατί μάλωναν! Πήγαινε τό πουλάκι νά φάη, πήγαινε καί τό ποντίκι, ὁπότε σηκωνόταν τό πουλάκι νά φύγη.
Τά πουλιά ὅπου πήγαινα, μέ ἀκολουθοῦσαν.Ὅταν ἀνέβαινα πάνω στά βράχια καί ἄρχιζα νά ψάλλω, μαζεύονταν ἐκεῖ καί στό τέλος τούς ἔρριχνα λίγο ρύζι. Ἄμα ἤθελα ἡσυχία, δέν ἔπρεπε νά ψάλω καθόλου, γιατί μαζεύονταν ὅλα γύρω μου! Θυμᾶμαι μιά φορά πού πιάστηκε ἡ μέση μου καί ἔμεινα μερικές μέρες ξαπλωμένος, ἕνα πουλάκι, τό καημένο, μπῆκε μέσα στό κελλί μου καί ἦρθε πάνω στό στῆθος μου. Στάθηκε ἐκεῖ, μέ κοιτοῦσε στό πρόσωπο καί κελαηδοῦσε, ὦρες, πολύ γλυκά.Μοῦ ἔκανε ἐντύπωση!»[16]
  
Τί μποροῦμε νά ποῦμε γιά τήν συνηθισμένη ἔκφραση: «Προτιμῶ νά κάνω παρέα μέ τά ζῶα παρά μέ τούς ἀνθρώπους, εἶμαι ἀπογοητευμένος ἀπό αὐτούς». Αὐτή εἶναι μιά ἔκφραση πού δηλώνει τήν ἀπογοήτευση μεταξύ τῶν ἀνθρώπων. Πράγματι, δέν εἶναι ἄγνωστη καί στόν καθένα ἀπό ἐμᾶς. Ὅμως ἡ λύση δέν εἶναι νά μήν συναναστρεφόμαστε πλεόν μέ ἀνθρώπους καί τήν θέση τους νά πάρουν τά ζῶα. Νά σκεφτόμαστε ὅτι μετά τήν πτώση κουβαλᾶμε ὅλοι μας τήν φθορά καί κυρίως εἴμαστε δέσμιοι τοῦ ἐγωισμοῦ. Νά σκεφτόμαστε ὅτι ὑπάρχει τό ἀνθρώπινο καί ἔτσι νά συγχωροῦμε. Ὅμως, ὁ Ὅσιος Παΐσιος ἔλεγε ὅτι ἀπό τά ζῶα μποροῦμε νά πέρνουμε πολλά καί πολύτιμα παραδείγματα.
«-Γέροντα, τί εἶναι αὐτό τό βουητό πού ἀκούγεται;
  • Ἕνα μελίσσι ἐγκαταστάθηκε στό παράθυρό μου[17] καί τώρα ἐργάζεται ἐντατικά. Τί τραβάω τό βράδυ μέ τίς φωνές τους! Ἐλᾶτε νά σᾶς δείξω τήν κυψέλη μου. Νά δῆτε μέ τί ἀρχιτεκτονική ἐργάζονται οἱ μέλισσες, ἐνῶ δέν ἔχουν οὔτε ἀρχιτέκτονα οὔτε ἐργολάβο!Εὔχομαι νά δουλέψετε καί ἐσεῖς σωστά, πνευματικά, νά φτιάξετε πνευματική κυψέλη, νά βγάζη μέλι πνευματικό, νά ἔρχονται οἱ λαϊκοί νά τρῶνε καί νά γλυκαίνωνται πνευματικά.
-Τί σημαίνει, Γέροντα, αὐτό πού λέει ὁ Ψαλμωδός: <Ἀνθρώπους καί κτήνη σώσεις, Κύριε>[18];
-Ἐννοεῖ ὅτι ὁ Θεός βοηθάει καί τά ζῶα. Πόσοι ἄγιοι εἶναι προστάτες τῶν ζώων! Ἀλλά καί τί τραβάνε τά καημένα! Ἐμεῖς οὔτε μιά ἑβδομάδα δέν θά μπορούσαμε νά κάνουμε τήν ὑπακοή τού κάνουν αὐτά στόν ἄνθρωπο. Ἄν τά ταΐσουν, τά τάισαν·διαφορετικά μένουν νηστικά. Ἄν δέν κάνουν αὐτό πού θέλει τό ἀφεντικό τους, τά χτυποῦν. Καί τί κόπο κάνουν, χωρίς νά περιμένουν κανέναν μισθό. Ἐμεῖς ἕνα <Κύριε ἐλέησον> νά ποῦμε, Παράδεισο ἔχουμε νά λάβουμε. Μικρό πράγμα εἶναι αὐτό; Μᾶς πέρασαν ἐπομένως καί στήν ἀκτημοσύνη καί στήν ὑπομονή καί στήν ὑπακοή.
Ὅλα νά τά παρακολουθῆτε, γιατί ὅλα βοηθοῦν. Παρατηρῶ τά μυρμήγκια πόσα φιλότιμα ἐργάζονται, χωρίς νά ἔχουν ἐπιστάτη. Ἐγώ δέν βρῆκα σέ κανέναν ἄνθρωπο τήν λεπτότητα πού εἶδα στά μυρμήγκια. Τά νέα μυρμηγκάκια πᾶνε καί κουβαλοῦν στήν φωλιά ξυλάκια καί ἕνα σωρό ἄχρηστα πράγματα, ἐπειδή ἀκόμα δέν ξέρουν τί πρέπει νά φέρουν. Τά παλιά μυρμήγκια τά ἀφήνουν νά τά κουβαλήσουν, χωρίς νά τούς κόβουν τήν προθυμία, καί μετά τά βγάζουν ἔξω ἀπό τήν φωλιά. Ὕστερα, σιγά-σιγά τά νέα βλέπουν τί κουβαλοῦν τά παλιά καί μαθαίνουν τί πρέπει νά φέρνουν. Ἄν ἤμασταν ἐμεῖς, θά λέγαμε: <Ἔλα ἐδῶ ἐσύ, τί εἶναι αὐτά πού κουβαλᾶς; Πέταξέ τα γρήγορα ἔξω!>
Τά ζῶα τά ἔκανε ὁ Θεός, γιά νά ἐξυπηρετῆται ὁ ἄνθρωπος, ἀλλά καί γιά νά παραδειγματίζεται. Ὁ ἄνθρωπος, ἄν εἶναι ἄνθρωπος, ἀπό ὅλα ὠφελεῖται.»[19]
            Θά ἀναφέρουμε καί ἄλλο ἕνα παράδειγμα σχετικό μέ τό θέμα ὅπως ὁ ἴδιος ὁ ἁγιασμένος γέροντας περιγράφει, τό ὁποῖο φανερώνει τή λεπτότητα τῆς προοδευμένης καρδιᾶς του καί τήν ἀρμονική σχέση τοῦ ἀνθρώπου μέ τά ζῶα:
« Στό τελευταῖο σας γράμμα[20] μοῦ εἴχατε στείλει μιά εἰκόνα μέ τόν Ἀδάμ καί τά ζῶα στόν Παράδεισο. Σκέφθηκα λοιπόν νά σᾶς στείλω καί ἐγώ μέ τήν σειρά μου ζωγραφισμένο ἕνα πουλί, τόν πιό στενό μου φίλο, γιατί, ἄν σᾶς ἔστελνα ζωγραφισμένο ἕνα φίδι, νομίζω, θά σᾶς ἔπιανε φόβος. Τόν ἔχω ὀνομάσει Ὄλετ, πού σημαίνει στά ἀραβικά «παιδί». Μένει στό ραχώνι,[21] πεντακόσια μέτρα μακριά ἀπό τό καλύβι μου.[22] Κάθε μεσημέρι τοῦ πηγαίνω καλούδια καί φιλεύματα. Μόλις τοῦ δίνω κάτι νά φάη, παίρνει λίγο καί φεύγει. Ἐγώ τό φωνάζω νά ἔρθη, ἀλλά αὐτό φεύγει καί σέ λίγο ἔρχεται κρυφά ἀπό πίσω καί κρύβεται κάτω ἀπό τήν ζακέτα μου. Ὅτα πάω νά φύγω, μέ ξεπροβοδίζει σέ ἀπόσταση ἑκατό μέτρων περίπου, κι ἐγώ, γιά νά μή συνεχίση νά ἔρχεται ἀπό πίσω μου καί κουρασθῆ, τοῦ ἀφήνω κανένα ψίχουλο, γιά νά ἀπασχοληθῆ, καί φεύγω γρήγορα, γιά νά μέ χάση.
            Τώρα τελευταῖα ἄφησε τήν ἄσκηση καί ζητάει καλοπέραση!…Οὔτε σπασμένο ρύζι τρώει οὔτε βρεγμένο παξιμάδι, ἀλλά μόνο σκουληκάκια, πού θέλει νά τά βάζω στό…πιάτο- στήν χούφτα μου- καί νά ἀνεβαίνη ἐκεῖ νά τά τρώη.Πρόοδος!
            Εἶναι μέρες πού πανηγυρίζω μέ τόν Ὄλετ καί τήν συντροφιά του. Μπορεῖ νά πῆ κανείς: <Γιατί κάνεις ἐξαιρέσεις στόν Ὄλετ; Γιατί δέν κάνεις τό ἴδιο μέ τά ἄλλα πουλιά;>. Ἀπαντῶ: <Ὅταν φωνάζω τόν Ὄλετ νά ἔρθη, φέρνει μαζί του καί ἄλλα πουλιά, φίλους του, τά ὁποῖα τρέχουν ἀμέσως στό φαΐ, ἐνῶ ὁ Ὄλετ ἔρχεται ἀπό ὑπακοή καί ἀγάπη.Ἀκόμη καί ὅταν εἶναι νηστικός, κάθεται ἀρκετή ὥρα μαζί μου καί ξεχνάει τό φαγητό· ἐγώ τοῦ τό θυμίζω. Καί τώρα πού καλωσύνεψε ὁ καιρός καί βρίσκει ζουζούνια νά φάη, ὅταν τό φωνάζω, πάλι ἔρχεται, γιά τήν ὑπακοή, ἐνῶ εἶναι χορτάτο καί δέν τό ἀναγκάζει ἡ πεῖνα. Ἔ, πῶς νά μήν τό χαίρεσαι περισσότερο ἀπό τά ἄλλα πουλιά αὐτό τό φιλότιμο πουλάκι;>.

            Πολλές φορές μοῦ ἔρχεται ἀπό τήν πολλή μου ἀγάπη νά τό σφίξω μέσα στήν χούφτα μου, ἀλλά φοβᾶμαι μήπως κάνω σάν τήν μαϊμοῦ πού ἀπό ἀγάπη σφίγγει τά παιδιά της καί τελικά τά πνίγει. Γι᾽αὐτό σφίγγω τήν καρδιά μου καί τό χαίρομαι ἀπό μακριά, γιά νά μήν τό βλάψω.[23]

            Μιά μέρα ἄργησα νά πάω στό ραχώνι καί ὁ Ὄλετ, ἐπειδή φυσοῦσε πολύ, εἶχε λουφάξει ἀπό νωρίς. Ἄφησα τό φαγητό του καί ἔφυγα, χωρίς νά τόν δῶ. Τήν ἄλλη μέρα ξεκίνησα νά πάω πολύ νωρίς, γιατί ἀνησύχησα μήπως τό ἔφαγε κανένα γεράκι. Αὐτό, ὅταν εἶδε τό πρωί τό φαγητό πού τοῦ εἶχα ἀφήσει ἀποβραδίς, «τό πείραξε ὁ λογισμός» καί κατέβηκε στά μισά τοῦ δρόμου καί μέ περίμενε. Ὅταν μέ εἶδε, ἔκανε σάν τρελλό ἀπό τήν χαρά του.Τοῦ ἔδινα νά φάη, ἀλλά αὐτό περισσότερο ἤθελε συντροφιά παρά φαγητό. Τό θαυμάζω γιά τήν ἄσκησή του καί γιά τήν ἀγάπη πού ἔχει, καθώς καί γιά τήν εὐγνωμοσύνη του. Εὔχεσθε νά μιμηθῶ τίς ἀρετές του.
            Πιστεύω νά μήν ἔχετε παράπονο· σᾶς τά εἶπα ὅλα, χωρίς νά πάρω τήν συγκατάθεση τοῦ Ὄλετ. Ἐλπίζω νά μήν τόν στεναχωρήσω, μιά πού δέν θά γίνουν γνωστά ἔξω…Ἔχετε τούς χαιρετισμούς τούς δικούς του καί τούς δικούς μου τούς πολλούς».[24]
Ὁ γέροντας Παΐσιος κάνει σαφές ὅτι μποροῦμε νά παραδειγματιζόμαστε ἀπό τά ζῶα, νά τά φροντίζουμε ἀλλά ὄχι νά ἀντικαταστήσουν τίς ἀνθρώπινες σχέσεις. Τά βλέπει σάν μέρος καί αὐτά τῆς δημιουργίας πού μέ τό τρόπο τους δοξάζουν τόν Δημιουργό τους καί δίνουν παρηγοριά καί βοήθεια στούς ἀνθρώπους. Ὡς κατακλείδα ἀναφέρουμε τά λόγια του:
«Στό καλύβι μου ὄχι μόνον τά πετούμενα πουλάκια ἀλλά ὅλα τά ζῶα πού ἔρχονται ἐκεῖ- τσακάλια, λαγοί, νυφίτσες, χελῶνες, σαῦρες, φίδια- χορταίνουν ἀπό τήν ὑπερχείλιση τῆς ἀγάπης μου καί χορταίνω καί ἐγώ, ὅταν χορταίνουν αὐτά, καί ὅλοι μαζί, <τά θηρία καί πάντα τά κτήνη, ἑρπετά καί πετεινά πτερωτά>[25], <αἰνοῦμεν, εὐλογοῦμεν καί προσκυνοῦμεν τόν Κύριον>[26] ».[27]
Στήν παροῦσα σύντομη ἐργασία ἀναφέραμε μέ συντομία, ὅσα ὁ Ὅσιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης λέει σχετικά μέ τήν σχέση τῶν ἀνθρώπων μέ τά ζῶα. Ὁ λόγος του σαφής καί κατατοπιστικός γιατί εἶναι λόγος ἁγιοπνευματικός. Τά ὅσα μέ ἁπλότητα ἔλεγε ὁ ἅγιος αὐτός γέροντας δέν ἀπομειώνουν τά λεγόμενά του, ὅπως μερικοί θά ὑποστήριζαν, ἀλλά ἀντίθετα τοποθετοῦν τό θέμα στήν σωστή θεολογική του βάση. Ὁ ἅγιος δέν χρειάζεται νά λέει πολλά καί νά διανθίζει τόν λόγο μέ βαρύγδουπες ἐκφράσεις. Μιλᾶ μέ λίγα λόγια, μέ σαφήνεια χρησιμοποιώντας ὅμως παραδείγματα γιά νά γίνεται καταληπτός σέ κάθε ἄνθρωπο. Ὁμοιάζει σέ αὐτό μέ τόν λόγο τοῦ Χριστοῦ. Τά ὅσα ὅμως θά πεῖ δέν εἶναι θεωρίες ἀλλά βιωμένες ἀλήθειες.
                                                           
Ἔγραψα στήν Δημητσάνα
στίς 7 Φλεβάρη 2015
ἡμέρα μνήμης τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ
τοῦ ἐν Στειρίῳ

[1] Γεν. 1,28.
[2] Γέροντος Παϊσίου Ἁγιορείτου, Πάθη καί Ἀρετές, Λόγοι Ε´, Ἱερόν Ἡσυχαστήριον «Εὐαγγελιστής Ἰωάννης ὁ Θεολόγος» Σουρωτή Θεσσαλονίκης 2011, σ.232.
[3] Γέροντος Παϊσίου Ἁγιορείτου, Πάθη καί Ἀρετές, Λόγοι Ε´, Ἱερόν Ἡσυχαστήριον «Εὐαγγελιστής Ἰωάννης ὁ Θεολόγος» Σουρωτή Θεσσαλονίκης 2011, σ.232.
[4] Ἀββᾶ Ἰσαάκ τοῦ Σύρου, Οἱ Ἀσκητικοί Λόγοι, Λόγος ΠΑ´, σ.270.
[5] Γέροντος Παϊσίου Ἁγιορείτου, Πάθη καί Ἀρετές, Λόγοι Ε´, Ἱερόν Ἡσυχαστήριον «Εὐαγγελιστής Ἰωάννης ὁ Θεολόγος» Σουρωτή Θεσσαλονίκης 2011, σ.232.
[6] Γέροντος Παϊσίου Ἁγιορείτου, Πάθη καί Ἀρετές, Λόγοι Ε´, Ἱερόν Ἡσυχαστήριον «Εὐαγγελιστής Ἰωάννης ὁ Θεολόγος» Σουρωτή Θεσσαλονίκης 2011, σσ.232-233.
[7] Γέροντος Παϊσίου Ἁγιορείτου, Πάθη καί Ἀρετές, Λόγοι Ε´, Ἱερόν Ἡσυχαστήριον «Εὐαγγελιστής Ἰωάννης ὁ Θεολόγος» Σουρωτή Θεσσαλονίκης 2011, σ.233.
[8] Γέροντος Παϊσίου Ἁγιορείτου, Πάθη καί Ἀρετές, Λόγοι Ε´, Ἱερόν Ἡσυχαστήριον «Εὐαγγελιστής Ἰωάννης ὁ Θεολόγος» Σουρωτή Θεσσαλονίκης 2011, σσ.233-234.
[9] Ὁ βίος του μέ λεπτομέρειες στό www.iordanitis.net
[10] Ψλ.103.
[11] Τό 1987.
[12] Τήν περίοδο 1968-1979.
[13] Στό καλύβι «Παναγούδα».
[14] Γέροντος Παϊσίου Ἁγιορείτου, Πάθη καί Ἀρετές, Λόγοι Ε´, Ἱερόν Ἡσυχαστήριον «Εὐαγγελιστής Ἰωάννης ὁ Θεολόγος» Σουρωτή Θεσσαλονίκης 2011, σσ.234-235.
[15] Ἔξ.16,13. Ἀριθμ.11, 31-32.
[16] Γέροντος Παϊσίου Ἁγιορείτου, Πάθη καί Ἀρετές, Λόγοι Ε´, Ἱερόν Ἡσυχαστήριον «Εὐαγγελιστής Ἰωάννης ὁ Θεολόγος» Σουρωτή Θεσσαλονίκης 2011, σσ.236-237.
[17] Τόν Ἰούνιο τοῦ 1993.
[18] Ψλ. 35,7.
[19] Γέροντος Παϊσίου Ἁγιορείτου, Πάθη καί Ἀρετές, Λόγοι Ε´, Ἱερόν Ἡσυχαστήριον «Εὐαγγελιστής Ἰωάννης ὁ Θεολόγος» Σουρωτή Θεσσαλονίκης 2011, σσ.237-238.
[20] Τό γράμμα εἶχαν στείλει οἱ μοναχές ἀπό τήν Σουρωτή στόν Γέροντα τήν ἄνοιξη τοῦ 1975.
[21] Σημαίνει λόφος, βουναλάκι.
[22] Τό καλύβι τοῦ Τιμίου Σταυροῦ.
[23] Ἡ σχέση οῦ Γέροντα μέ τά ζῶα δέν ἦταν μιά ἐκδήλωση ζωοφιλίας ἀλλά ἔκφραση «ἐλεήμονος καρδίας», τῆς ὁποῖας ἡ ἀγάπη ξεχυνόταν πρός ὅλη τήν κτίση.
[24] Γέροντος Παϊσίου Ἁγιορείτου, Πάθη καί Ἀρετές, Λόγοι Ε´, Ἱερόν Ἡσυχαστήριον «Εὐαγγελιστής Ἰωάννης ὁ Θεολόγος» Σουρωτή Θεσσαλονίκης 2011, σσ.238-240.
[25] Ψλ.148,10.
[26] Στήν ὀγδόη ὠδή, Ὡρολόγιον τό Μέγα, ἔκδ. «Ἀποστολικῆς Διακονίας», Ἀθήνα 2001, σ.76.
[27] Γέροντος Παϊσίου Ἁγιορείτου, Πάθη καί Ἀρετές, Λόγοι Ε´, Ἱερόν Ἡσυχαστήριον «Εὐαγγελιστής Ἰωάννης ὁ Θεολόγος» Σουρωτή Θεσσαλονίκης 2011, σ.242.

Δεν πρέπει να λυπόμαστε όταν παθαίνουμε κάτι κακό, μα όταν κάνουμε κάτι κακό


Τη λύπη την έβαλε μέσα μας ο Θεός. Όχι, όμως, για να τη μεταχειριζόμαστε άσκοπα ή και βλαπτικά, σε ακατάλληλο χρόνο και σε αντίθετες συνθήκες στη φύση μας περιστάσεις, κλονίζοντας έτσι την υγεία της ψυχής και του σώματος, αλλά για ν” αποκομίζουμε απ” αυτήν όσο γίνεται μεγαλύτερο πνευματικό κέρδος.
Γι” αυτό, δεν πρέπει να λυπόμαστε όταν παθαίνουμε κάτι κακό, μα όταν κάνουμε κάτι κακό. Εμείς, ωστόσο, έχουμε αντιστρέψει τα πράγματα.
Έτσι, και αμέτρητα κακά να διαπράξουμε, ούτε λυπόμαστε ούτε ντρεπόμαστε. Αν, όμως, πάθουμε και το παραμικρό κακό από κάποιον, τότε τα χάνουμε, βαριοθυμούμε, γινόμαστε συντρίμμια και δεν συλλογιζόμαστε πως οι θλίψεις και οι πειρασμοί φανερώνουν τη φροντίδα του Θεού για μας περισσότερο από τα ευχάριστα περιστατικά.Αλλά γιατί αναφέρω τις θλίψεις αυτής της ζωής; Μήπως και η απειλή του αιωνίου κολασμού δεν αποτελεί τη φιλανθρωπία του Θεού καλύτερα από την υπόσχεσή Του για την ουράνια βασιλεία; Γιατί, αν δεν υπήρχε η απειλή του αιωνίου κολασμού, λίγοι θα ήταν εκείνοι που θα κέρδιζαν τη σωτηρία. Δεν είναι, βλέπεις, αρκετή για μας, τους ράθυμους, η υπόσχεση των ουράνιων αγαθών. Ο φόβος της κολάσεως πιο πολύ μας παρακινεί στην αρετή.
Γι” αυτό, λοιπόν, υπάρχουν η λύπη και η αθυμία, όχι για να μας κυριεύουν όταν πεθαίνει ένα αγαπημένο μας πρόσωπο ή όταν χάνουμε χρήματα ή όταν δοκιμάζουμε κάποια αποτυχία, αλλά για να μας βοηθούν στον πνευματικό μας αγώνα.
xSingleProduct()Ας λυπόμαστε όχι για τη θλίψη ή τη βλάβη που μας προξενεί κάποιος, αλλά για τις αμαρτίες μας, με τις οποίες λυπούμε το Θεό. Γιατί οι αμαρτίες διώχνουν μακριά μας το Θεό, ενώ οι θλίψεις, που δοκιμάζουμε από άλλους ανθρώπους, Τον κάνουν να μένει κοντά μας ως προστάτης.
Άλλωστε, πρέπει να το πάρεις απόφαση, άνθρωπέ μου, ότι στη ζωή αυτή θα έχεις βάσανα, δοκιμασίες, προβλήματα, πειρασμούς. Πρέπει να τ” αντιμετωπίζεις με γενναιότητα όλα αυτά, χρησιμοποιώντας ως όπλα την πίστη, την ελπίδα, την υπομονή. Ας εύχεσαι, βέβαια, να μην πέσεις ποτέ σε πειρασμό.
Όταν, όμως, παραχωρεί κάποιον ο Θεός, μην ταράζεσαι. Κάνε ό,τι μπορείς για να φανείς αληθινός στρατιώτης του Χριστού. Δεν βλέπεις που οι γενναίοι στρατιώτες, όταν η σάλπιγγα τους καλεί στην μάχη, αποβλέποντας στη νίκη, θυμούνται τους ένδοξους προγόνους τους, που έκαναν μεγάλα κατορθώματα, και ρίχνονται με θάρρος στον αγώνα; Όμοια κι εσύ, όταν έρχεται η ώρα της πνευματικής μάχης, να θυμάσαι τα κατορθώματα των αγίων μαρτύρων και ν” αγωνίζεσαι με γενναιότητα, με πίστη, με χαρά.
Δεν μπορεί, λοιπόν, ποτέ να λυπάται ο χριστιανός; Μπορεί, αλλά για δύο μονάχα λόγους: Όταν είτε ο ίδιος είτε ο πλησίον του έρχεται σε αντίθεση με το Θεό και το άγιο θέλημά Του. Δεν πρέπει, επομένως, να στενοχωριούνται και να θλίβονται εκείνοι που κακολογούνται, μα εκείνοι που κακολογούν.
Γιατί δε θ” απολογηθούν οι πρώτοι, για όσα λέγονται σε βάρος άλλων. Αυτοί πρέπει να τρέμουν και ν” ανησυχούν, γιατί αργά ή γρήγορα θα συρθούν στο φοβερό Δικαστήριο του Θεού, όπου θα λογοδοτήσουν για όσες κακολογίες ξεστόμισαν. Κι εκείνοι που κακολογούνται, πάντως, πρέπει ν” ανησυχούν, αν όσα λένε γι” αυτούς είναι αληθινά.
Αξιολύπητοι, βλέπεις, είναι οι αμαρτωλοί, έστω κι αν κανένας δεν τους κατηγορεί. Αξιοζήλευτοι, απεναντίας, είναι οι ενάρετοι, έστω κι αν ο κόσμος όλος τους κατατρέχει. Γιατί, όταν η συνείδηση ενός ανθρώπου είναι ήσυχη, όσες τρικυμίες κι αν ξεσηκώνονται εναντίον του, αυτός θα βρίσκεται πάντα σε λιμάνι γαλήνιο.
Όταν, όμως, η συνείδησή του είναι ταραγμένη, ακόμη κι αν όλα του έρχονται ευνοϊκά, θα βασανίζεται, σαν τον ναυαγό στη φουρτουνιασμένη θάλασσα.
Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου
πηγη

Ο Κωνσταντίνος Οπρισάν στη φρίκη της φυλακής Ζιλάβα

Στην Κασίμκα της φυλακής Ζιλάβας[1]:  ο θάνατος του Κωνσταντίνου Οπρισάν
Είχα την καλή τύχη να είμαι ένα από τα 16 πρόσωπα που η Ασφάλεια [η κομμουνιστική πολιτική αστυνομία] έφερε στη φυλακή Ζιλάβα…
Είχε κτισθεί στη Ζιλάβα ένα ειδικό ημικυλινδρικό κελλί, που βρισκόταν 7μ κάτω από τη γη. Δεν μπορείς να δεις τη Ζιλάβα, η φυλακή είναι όλη υπόγεια. Σ’αυτό τον κύλινδρο κτίσθηκαν τέσσερα κελλιά, χωρίς παράθυρα, με μια μόνο πόρτα. Το κελλί μας ήταν μικρό: δυο κρεβάτια δεξιά και δυο αριστερά, το βαρέλι με νερό και εκείνο για τις φυσικές ανάγκες. Χωρίς φυσικό φως, χωρίς αέρα. Ο αερισμός γινόταν μέσα σε τρεις τρύπες που ήταν κάτω, δίπλα στην πόρτα. Μέρα-νύχτα υπήρχε μόνο ένας ηλεκτρικός λαμπτήρας. Το νερό έτρεχε στους τοίχους, η υγρασία ήταν διαρκής, τα στρώματα μούχλιαζαν από κάτω μας. Οι συνθήκες ήταν σαφώς εξοντωτικές.
ConstantinOprisan2
Πηγή: singuruladevarortodoxia.blogspot.com
Μας έβαλαν ανά τέσσερεις σε κάθε κελλί. Εκεί που υπήρχε ενότητα, βαθιά πίστη και προσευχή, επιβίωσαν. Η Ασφάλεια μας έβαλε έτσι, ώστε σε κάθε κελλί να υπάρχει ένας καταστρεπτικός άνθρωπος, είτε ηθικά, είτε φυσικά. Σ’εμάς έβαλε τον Κωνσταντίνο Οπρισάν, του οποίου οι πνεύμονες ήταν κατεστραμμένοι από τη φυματίωση. Δυο φορές τη μέρα έβγαζε υγρό από τους πνέυμονες, αίμα κλπ. Ήταν φοβερό να τον βλέπεις. Στο δεύτερο κελλί βρίσκονταν δυο τρελλοί. Στo τρίτo, ένας ψυχικά ευμετάβλητος άνθρωπος.  Στο κελλί με τους δυο τρελλούς πέθαναν όλοι. Εμείς αντέξαμε, γιατί συσπειρωθήκαμε γύρω από τον Κωνσταντίνο.
Αυτός ήταν ο στύλος στον οποίο στηριχτήκαμε όλοι. Ήταν στο κρεβάτι, φυσικά ήταν ξαπλωμένος, αλλά πνευματικά ήταν πολύ κάθετος. Είμαι πεπεισμένος ότι την παρουσία του εκεί την επέτρεψε ο Θεός για μας. Υπήρχαν άνθρωποι που μάζευαν δέκα γύρω τους, άλλοι μόνο δυο-τρεις. Στην πραγματικότητα αυτοί δεν έκαναν τίποτε. Εμείς τους αναζητούσαμε και διψούσαμε να ακούμε πράγματα, να ξέρουμε ότι υπήρχε και μια άλλη βεβαιότητα εκτός από εκείνη του εγκλήματος, της αμαρτίας και της απογνώσεως που βιώναμε. Χρειαζόμασταν ένα τέτοιο πράγμα. Ο Θεός μας αποκάλυψε ανθρώπους, οι οποίοι μας έσωσαν. Σ’εμάς, που βρισκόμασταν στην Κασίμκα μάς έστειλε τον Κωνσταντίνο Οπρισάν.
Την πρώτη ημέρα που μπήκα μέσα στο κελλί, ο Κωνσταντίνος άρχισε να βγάζει υγρό από τους πνεύμονες. Έμεινα καρφωμένος στην πόρτα από κατάπληξη, διότι δεν είχα δει ποτέ ένα τέτοιο πράγμα. Αυτός ο άνθρωπος πνιγόταν. Πιθανώς είχε βγάλει ένα λίτρο φλέγμα και αίμα από τους πνεύμονες και εγώ είχα αναγούλες. Ο Κωνσταντίνος Οπρισάν, παρατηρώντας το, μού είπε: «Να με συγχωρέσεις!»… Ντράπηκα τόσο πολύ! Αφού ήμουν φοιτητής Ιατρικής Σχολής, αποφάσισα να τον φροντίζω. Δεν μπορούσε να κινηθεί και εγώ έκανα όλα όσα χρειαζόταν, τού έδινα να φάει, τον έπλενα…
Αυτός ήταν άγιος άνθρωπος. Ήταν η πρώτη φορά που γνώριζα έναν τέτοιο άνθρωπο. Δεν μιλούσε πολύ. Μάς μιλούσε καθημερινώς, περίπου για μια-δυο ώρες, αλλά κάθε λόγος που έβγαινε από το στόμα του ήταν άγιος – μόνο για τον Χριστό, για την αγάπη, για την συγχώρηση. Έλεγε τις προσευχές του και, ακούγοντας πώς τις λέει, ξέροντας πόσο πάσχει, ήμασταν βαθιά συγκινημένοι.
[Συνεχίζεται]
[1] Ζιλάβα σημαίνει υγρή.  Η Ζιλάβα ήταν μια από τις κομμουνιστικές φυλακές με εξοντωτικό καθεστώς, δίπλα στο Βουκουρέστι, η οποία στις «καλές» της περιόδους στέγαζε χιλιάδες πολιτικούς κρατουμένους. Ήταν κτισμένη σε 7-10μ κάτω από τη γη, αυτό το γεγονος προκαλώντας μεγάλη υγρασία μέσα στην φυλακή. Υπήρχε συχνά νερό στο πάτωμα των κελλιών και στο διάδρομο και ο αέρας ήταν πολύ λιγοστός, αφού τα μικρά παράθυρα ήταν καρφωμένα και βαμμένα. Το φαγητό – μόνο 1000 θερμίδες καθημερινά.
Για μερικούς από τους πιο απειθείς πολιτικούς φυλακισμένους, καταδικασμένους πάλι το 1956 σε μια ραδιουργημένη δίκη, κτίσθηκε η Κασίμκα. Η Κασίμκα ήταν ο τόπος  όπου εισερχόμενος, δεν εξερχόσουν πια. Σ’ένα από τα κελλιά της Κασίμκας βρίσκονταν ο Κωνσταντίνος Οπρισάν, ο Πατήρ Γεώργιος Κάλτσιου (τότε φοιτητής Ιατρικής Σχολής), ο Μάρκελλος Πετρισόρ και ο Ιωσίφ Ιωσίφ.

Βησσα­ρίων, ο Όσιος μιμητής των Προφητών

Ο όσιος Βησσαρίων γεννήθηκε στην Αίγυπτο. Μόλις απογαλακτίστηκε και αφού εκπαιδεύτηκε στα ιερά γράμ­ματα, φως άγιο έλαμψε στην καρδιά του από νεαρή ηλι­κία. Ύστερα από το γεγονός αυτό, αγάπησε ολόψυχα το Χριστό και δεν μόλυνε ποτέ και με κανέναν τρόπο το άγιο Βάπτισμα, το όποιο είχε λάβει όντας νήπιο. Ανέβη, λοιπόν, σε έναν έρημο τόπο και αγωνιζόταν σα να μην είχε σάρκα, αφού καταφρόνησε το σώμα, ως φθαρτό, και το υπέταξε στο κρείττον, δηλαδή στην ψυχή. Και στον αγώνα του αυτό βρήκε βοηθό και συμπαραστάτη το Θεό, τον οποίο ολοκάρδια ποθούσε. Και πράγματι, επί σαράντα ημερόνυχτα στά­θηκε ακλόνητος, σαν στύλος, έχοντας τα χέρια και το βλέμ­μα στραμμένα προς τον ουρανό, την δε ψυχή του ενωμένη με το Θεό. Για τούτο και ο Θεός τον τίμησε με τη χάρη και ευλογία του, αφού επιτέλεσε δι’ αυτού όχι μικρά, αλλά πολύ μεγάλα θαύματα.
askitis2
Ο όσιος λοιπόν Βησσαρίων, αφού διαφύλαξε αμόλυντο και ακηλίδωτο το κατ’ εικόνα, με όση δύναμη είχε, επιτέλεσε θαύματα όμοια με εκείνα που είχαν επιτελέσει οι μεγά­λοι Προφήτες, οι οποίοι επικοινωνούσαν ολοφάνερα με το Θεό. Ιδού μερικοί παραλληλισμοί:
Ο Μωϋσής, ο οποίος είναι η ρίζα όλων των Προφητών, με ένα ξύλο, που εικόνιζε το Σταυρό του Κυρίου, μεταποίη­σετα πικρά ύδατα σε γλυκά, για να καθησυχάσει τους Ιου­δαίους που γόγγυζαν. Αυτός δε ο μακαριστός Βησσαρίων, όταν ένας μαθητής του βάδιζε κάποτε σε δρόμο, που δεν υπήρχε πουθενά νερό, και είχε ανάψει από τη δίψα, σχημά­τισε στον αέρα το σημείο του Σταυρού και μεταποίησε την αλμυρή και μη πόσιμη θάλασσα σε γλυκιά. Έτσι την έκαμε δροσερή και πόσιμη. Αφού λοιπόν ήπιαν από αυτό το νερό και χόρτασαν, και μαζί μ’ αυτούς και άλλοι πολλοί, εξέφρασαν τις ευχαριστίες τους στο Θεό.
Κάποτε που ο Ιησούς του Ναυή πολεμούσε τους Ιεβουσαίους έκαμε τον ήλιο να σταματήσει την πορεία του, μέχρις ότου συνέτριψε όλους τους εχθρούς του. Και αυτός κά­ποτε ο μακαριστός Βησσαρίων, ευρεθείς σε κάποιον τόπο για την ωφέλεια πολλών, επειδή περνούσε η ώρα και πλη­σίαζε να νυχτώσει, αφού δεήθηκε στο Θεό, σταμάτησε τον ήλιο και δεν έδυε, μέχρις ότου επέστρεψε στον τόπο διαμονής του.
Ακόμη, όπως ο προφήτης Ηλίας, έτσι και ο όσιος Βησσαρίων, σε περίοδο ανομβρίας, κατέβασε βροχή από τον ουρανό και πότισε τη διψασμένη γη και μάλιστα όχι μια φορά και δύο, αλλά πολλές, αφού του το ζήτησαν.
Και ένα ακόμη παράλληλο θαύμα: Κάποτε ο προφήτης Ελισσαίος πέρασε με τη μηλωτή του προφήτη Ηλία τον Ιορδάνη ποταμό, χωρίς να βραχεί. Το ίδιο έκαμε και ο όσιος Βησσαρίων. Αντί βέβαια για τον Ιορδάνη, αυτός πέρασε το Νείλο ποταμό. Επίσης, αντί για μηλωτή, χρησι­μοποίησε ως αποτελεσματικό και κραταιό τρόπο το σημείο του Σταυρού και διαπέρασε πεζοπορώντας το Νείλο, που είναι μάλιστα ένας από τους μεγαλύτερους ποταμούς της γης, αφού βράχηκαν τα πόδια του, ω του θαύματος! μόλις μέχρι τους αστραγάλους.
Τί είναι μεγαλύτερο από τα εκπληκτικά αυτά θαύματα; Τί είναι πιότερο θαυμαστό;  Αλλά και διάφορα άλλα θαύ­ματα επιτέλεσε ο Όσιος με τη δύναμη του Σταυρού. Και αφού λοιπόν ο όσιος Βησσαρίων υπηρέτησε με άκρα συνέ­πεια το Θεό και έφτασε σε βαθύ γήρας, απήλθε στις αιώ­νιες μονές.

(Γεωργίου Δ. Παπαδημητρόπουλου, Με τους Αγίους μας, Φεβρουάριος, σ. 151-153)

Ὁ Ὅσιος Λέων ἐπίσκοπος Κατάνης


 


Ἔζησε στὰ χρόνια 836-912 καὶ ἡ καταγωγή του ἦταν ἀπὸ τὴν Ῥαβέννα τῆς Ἰταλίας. Οἱ γονεῖς του ἐναρμόνιζαν κατὰ τὸν καλύτερο τρόπο εὐγένεια καὶ εὐσέβεια. Θεωροῦσαν καλὴ ἀποκατάσταση τῶν παιδιῶν τους τὴν καλὴ ἀνατροφή τους καὶ τὴν διάπλασή τους μὲ φόβο Θεοῦ. Ὅ,τι δηλαδὴ λέει ὁ θεόπνευστος λόγος τῆς Ἁγίας Γραφῆς: «Ἐκτρέφετε αὐτὰ ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσίᾳ Κυρίου», ποὺ σημαίνει, νὰ ἀνατρέφετε τὰ παιδιά σας ἐπιμελῶς, μὲ παιδαγωγία καὶ νουθεσία, σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου,μ᾿ αὐτὴ τὴν ἀνατροφή, λοιπόν, μεγάλωσε καὶ ὁ Λέων.

Παρακολούθησε μεγάλες σπουδὲς καὶ ἔγινε ἄριστος ἐπιστήμονας. Ὅμως, μὲ τὶς χριστιανικὲς βάσεις ποὺ εἶχε πάρει ἀπὸ τοὺς γονεῖς του, κατάφερε καὶ διέφυγε τοὺς καπνοὺς τῆς ὑπερηφάνειας, μὲ ταπεινὸ καὶ ἀγαθὸ φρόνημα. Καὶ ὄχι μόνο αὐτό, ἀλλὰ φλεγόμενος νὰ ὑπηρετήσει μὲ ἀφοσίωση τὴν Ἐκκλησία, ἀποφάσισε νὰ ἱερωθεῖ.

Πέρασε ἀπ᾿ ὅλους τοὺς βαθμοὺς τῆς ἱερωσύνης, ἐκτελῶντας ἄριστα τὰ καθήκοντά του. Οἱ μεγάλες του ἀρετὲς ἀνέδειξαν τὸ Λέοντα ἐπίσκοπο Κατάνης στὴ Σικελία. Στὴ διακονία του αὐτὴ ἐργάστηκε μὲ ὅλη του τὴν ψυχή, διδάσκοντας καὶ φροντίζοντας γιὰ τὶς ψυχὲς καὶ τὰ σώματα τῶν φτωχῶν καὶ ὀρφανῶν. Μάλιστα, εἶχε καὶ τὸ χάρισμα νὰ θαυματουργεῖ.

Πέθανε εἰρηνικὰ καὶ τὸ τίμιο λείψανό του ἐνταφιάσθηκε στὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Λουκίας, ποὺ ὁ ἴδιος εἶχε κτίσει.

Ἀπολυτίκιον.

Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Ἱερέων ἀκρότης εὐσέβειας διδάσκαλος, καὶ θαυματουργὸς ἀνεδείχθης, Ἱεράρχα πανόλβιε· ἠθῶν γὰρ οὐρανίων τῷ φωτί, τοῦ Πνεύματος πλουτήσας τὴν ἰσχύν, θεραπεύεις τοὺς νοσοῦντας καὶ τὰς ψυχὰς, Λέον τῶν προσιόντων σοι. Δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ, πᾶσιν ἰάματα.

Κοντάκιον.
Ἦχος β’. Τὴν ἐν πρεσβείαις.
Τὸν ἀπὸ βρέφους Κυρίῳ ἀνατεθέντα, καὶ ἐκ σπαργάνων τὴν χάριν ἀνειληφότα, πάντες τοῖς ᾄσμασι στεφανώσωμεν, Λέοντα τὸν φωστῆρα τῆς Ἐκκλησίας καὶ πρόμαχον· αὐτῆς γὰρ ὑπάρχει τὸ στήριγμα.

Μεγαλυνάριον.
Ἔφριξαν ἰδόντες σε ἐν φλογί, ἱστάμενον Πάτερ, ὡς ἐν κήπῳ ἀειθαλεῖ, τὸν δὲ μάγον ὥσπερ, κηρὸν διαλυθέντα, οἱ εὐσεβεῖς ὦ Λέον, Θεὸν δοξάζοντες.

Ὁ Ἅγιος Κορνήλιος ὁ Ἱερομάρτυρας ἐκ Ρωσίας



Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Κορνήλιος γεννήθηκε τὸ ἔτος 1501 στὴ Ρωσία ἀπὸ εὔπορη καὶ εὐγενὴ οἰκογένεια. Ἔλαβε τὴν ἐκπαίδευσή του κοντὰ σὲ ἕνα γέροντα μοναχὸ στὴ μονὴ Μιρὸζ τοῦ Πσκώφ, στὴν ὁποία τὸν ἀπέστειλαν οἱ εὐσεβεῖς γονεῖς του.

Μετὰ τὸ πέρας τῶν σπουδῶν του ἀποφάσισε νὰ ἀκολουθήσει τὴν ὁδὸ τῆς μοναχικῆς πολιτείας καὶ νὰ γίνει μοναχός. Τὴν ἀπόφασή του αὐτὴ πραγματοποίησε, μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ, ὅταν ἐπισκέφθηκε τὴν Μονὴ τῶν Σπηλαίων τοῦ Πσκὼφ καὶ ἐντυπωσιάσθηκε ἀπὸ τὴν κατανυκτικότητα τῶν ἱερῶν Ἀκολουθιῶν καὶ τὸ κάλλος τῆς φύσεως.

Σὲ ἡλικία 28 ἐτῶν ἐξελέγη ἡγούμενος τῆς μονῆς καὶ μερίμνησε γιὰ τὴν κατὰ Θεὸ προκοπὴ καὶ αὔξηση αὐτῆς. Ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του ὁ ἀριθμὸς τῶν μοναχῶν αὐξήθηκε ἀπὸ δεκαπέντε σὲ διακόσιους.

Παράλληλα ὁ Ὅσιος φρόντισε γιὰ τὴν ἀνακαίνιση τῆς μονῆς καὶ τὴν ἀνέγερση ναῶν ἐντὸς αὐτῆς καὶ καλλιέργησε τὸ φιλανθρωπικὸ ἔργο τῆς μονῆς στοὺς λαοὺς τῶν Αἰστιῶν καὶ τῶν Σαετίων, ποὺ ζοῦσαν στὴν περιοχή. Διάδωσε τὴν Ὀρθοδοξία, ἔκτισε ναούς, πανδοχεῖα, ὀρφανοτροφεῖα καὶ οἰκοτροφεῖα γιὰ τοὺς ἀσθενεῖς καὶ τοὺς πτωχούς. Κατὰ τὴν διάρκεια φοβεροῦ λοιμοῦ στὴν περιοχὴ τοῦ Πσκὼφ ὁ Ὅσιος Κορνήλιος, μιμούμενος τὸν Ἅγιο Ἰωάννη τὸν Ἐλεήμονα, συμπαραστεκόταν στοὺς ἀσθενεῖς φροντίζοντάς τους, τοὺς κοινωνοῦσε καὶ ἔψαλλε τὴν ἐξόδιο Ἀκολουθία σὲ ἐκείνους ποὺ ἀπέθνῃσκαν. Κατέγραφε μάλιστα τὰ ὀνόματα τὸν κεκοιμημένων σὲ ἕνα βιβλίο, ποὺ τὸ ἀποκαλοῦσε «πρυμναία βίβλο» ἀπὸ τὸν συμβολισμὸ τῆς πρύμνης τοῦ πλοίου, καὶ τὰ μνημόνευε στὶς προσευχές του, ἀφοῦ τὸ βιβλίο αὐτὸ γιὰ τὸν Ὅσιο σήμαινε τὴ μνήμη τῶν κεκοιμημένων.

Κατὰ τὸν Λιβονικὸ πόλεμο ὁ Ὅσιος κήρυττε τὸν Χριστιανισμὸ στὶς κατεχόμενες πόλεις, ἀνήγειρε ναοὺς καὶ βοηθοῦσε γενναιόδωρα τοὺς Αἰστίους καὶ Λιβονούς, οἱ ὁποῖοι χειμάζονταν ἀπὸ τὸν πόλεμο. Μέσα στὴ μονὴ περιποιόταν μὲ αὐταπάρνηση τοὺς τραυματίες καὶ ἀκρωτηριασμένους, ἐνταφίαζε τοὺς νεκροὺς στὰ σπήλαια καὶ χάραζε τὰ ὀνόματά τους στὸ Συνοδικὸ τῆς μονῆς ὑπὲρ τῆς αἰωνίας μνήμης αὐτῶν.

Ἀκόμη καὶ στὶς πολεμικὲς ἐπιχειρήσεις ὁ Ὅσιος δὲν δίστασε νὰ συμπαρασταθεῖ στοὺς πολεμιστές. Τὸ ἔτος 1570, εὐλόγησε τὰ Ρώσικα στρατεύματα ποὺ πολιορκοῦσαν τὴν πόλη τοῦ Θελὶν καὶ τὴν ἴδια μέρα οἱ πολιορκημένοι Γερμανοὶ παρέδωσαν πράγματι οἰκιοθελῶς τὴν πόλη.

Ἐπιπλέον, σὲ καιρὸ εἰρήνης, ὁ Ὅσιος Κορνήλιος ἀσχολήθηκε μὲ τὴν συγγραφὴ καὶ τὴ συλλογὴ βιβλίων γιὰ τὴν βιβλιοθήκη τῆς μονῆς.

Ἡ μονὴ τῶν Σπηλαίων ἀναδείχθηκε φάρος τῆς Ὀρθοδοξίας γιὰ τὸ Ρωσικὸ λαὸ καὶ προμαχώνας ἐναντίων τῶν ἐξωτερικῶν ἐχθρῶν τῆς Ρωσίας. Ὅμως ὁ Ὅσιος ἔπεσε θύμα τῶν ἐσωτερικῶν ταραχῶν ποὺ ξέσπασαν στὴ χώρα καὶ ἀποκεφαλίσθηκε ἀπὸ τὸν τσάρο Ἰβὰν τὸν Τρομερὸ τὸ ἔτος 1570, σὲ ἡλικία 69 ἐτῶν, ὅπως μᾶς πληροφορεῖ τὸ Χρονικὸ ποὺ συνέταξε ὁ ἱεροδιάκονος Πιτιρίμ.
Ὁ τσάρος ἀμέσως ἀναγνώρισε ὅτι ὁ Ὅσιος ἔπεσε θύμα διαβολῆς καὶ συκοφαντιῶν καὶ ἀφοῦ μετανόησε μετέφερε ὁ ἴδιος τὸ ἱερὸ λείψανο τοῦ Ὁσίου Κορνηλίου στὴ μονή. Ὁ δρόμος τὸν ὁποῖο διήνυσε ὁ τσάρος φέροντας στὰ χέρια του τὸ ματωμένο λείψανο τοῦ Ὁσίου ὀνομάσθηκε «ὁδὸς τοῦ αἵματος». Τὸ ἱερὸ σκήνωμα ἐνταφιάσθηκε στὴ μονὴ τῶν Σπηλαίων, ὅπου καὶ παρέμεινε ἄφθορο ἐπὶ 120 χρόνια. Τὸ ἔτος 1690 ἀνεκομίσθη ἀπὸ τὸν Μητροπολίτη Πσκὼφ καὶ Ἰζμπὸρκ Μάρκελλο στὸν καθεδρικὸ ναὸ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου. Νέα ἀνακομιδὴ τῶν ἱερῶν λειψάνων ἔγινε κατὰ τὰ ἔτη 1872 καὶ 1892, ὁπότε καὶ τὰ ἐναπέθεσαν ἐντὸς νέων θηκῶν.

Συναξαριστής της 20ης Φεβρουαρίου

Ὁ Ὅσιος Λέων ἐπίσκοπος Κατάνης

 


Ἔζησε στὰ χρόνια 836-912 καὶ ἡ καταγωγή του ἦταν ἀπὸ τὴν Ῥαβέννα τῆς Ἰταλίας. Οἱ γονεῖς του ἐναρμόνιζαν κατὰ τὸν καλύτερο τρόπο εὐγένεια καὶ εὐσέβεια. Θεωροῦσαν καλὴ ἀποκατάσταση τῶν παιδιῶν τους τὴν καλὴ ἀνατροφή τους καὶ τὴν διάπλασή τους μὲ φόβο Θεοῦ. Ὅ,τι δηλαδὴ λέει ὁ θεόπνευστος λόγος τῆς Ἁγίας Γραφῆς: «Ἐκτρέφετε αὐτὰ ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσίᾳ Κυρίου», ποὺ σημαίνει, νὰ ἀνατρέφετε τὰ παιδιά σας ἐπιμελῶς, μὲ παιδαγωγία καὶ νουθεσία, σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου,μ᾿ αὐτὴ τὴν ἀνατροφή, λοιπόν, μεγάλωσε καὶ ὁ Λέων.

Παρακολούθησε μεγάλες σπουδὲς καὶ ἔγινε ἄριστος ἐπιστήμονας. Ὅμως, μὲ τὶς χριστιανικὲς βάσεις ποὺ εἶχε πάρει ἀπὸ τοὺς γονεῖς του, κατάφερε καὶ διέφυγε τοὺς καπνοὺς τῆς ὑπερηφάνειας, μὲ ταπεινὸ καὶ ἀγαθὸ φρόνημα. Καὶ ὄχι μόνο αὐτό, ἀλλὰ φλεγόμενος νὰ ὑπηρετήσει μὲ ἀφοσίωση τὴν Ἐκκλησία, ἀποφάσισε νὰ ἱερωθεῖ.

Πέρασε ἀπ᾿ ὅλους τοὺς βαθμοὺς τῆς ἱερωσύνης, ἐκτελῶντας ἄριστα τὰ καθήκοντά του. Οἱ μεγάλες του ἀρετὲς ἀνέδειξαν τὸ Λέοντα ἐπίσκοπο Κατάνης στὴ Σικελία. Στὴ διακονία του αὐτὴ ἐργάστηκε μὲ ὅλη του τὴν ψυχή, διδάσκοντας καὶ φροντίζοντας γιὰ τὶς ψυχὲς καὶ τὰ σώματα τῶν φτωχῶν καὶ ὀρφανῶν. Μάλιστα, εἶχε καὶ τὸ χάρισμα νὰ θαυματουργεῖ.

Πέθανε εἰρηνικὰ καὶ τὸ τίμιο λείψανό του ἐνταφιάσθηκε στὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Λουκίας, ποὺ ὁ ἴδιος εἶχε κτίσει.

Ἀπολυτίκιον.

Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Ἱερέων ἀκρότης εὐσέβειας διδάσκαλος, καὶ θαυματουργὸς ἀνεδείχθης, Ἱεράρχα πανόλβιε· ἠθῶν γὰρ οὐρανίων τῷ φωτί, τοῦ Πνεύματος πλουτήσας τὴν ἰσχύν, θεραπεύεις τοὺς νοσοῦντας καὶ τὰς ψυχὰς, Λέον τῶν προσιόντων σοι. Δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ, πᾶσιν ἰάματα.

Κοντάκιον.
Ἦχος β’. Τὴν ἐν πρεσβείαις.
Τὸν ἀπὸ βρέφους Κυρίῳ ἀνατεθέντα, καὶ ἐκ σπαργάνων τὴν χάριν ἀνειληφότα, πάντες τοῖς ᾄσμασι στεφανώσωμεν, Λέοντα τὸν φωστῆρα τῆς Ἐκκλησίας καὶ πρόμαχον· αὐτῆς γὰρ ὑπάρχει τὸ στήριγμα.

Μεγαλυνάριον.
Ἔφριξαν ἰδόντες σε ἐν φλογί, ἱστάμενον Πάτερ, ὡς ἐν κήπῳ ἀειθαλεῖ, τὸν δὲ μάγον ὥσπερ, κηρὸν διαλυθέντα, οἱ εὐσεβεῖς ὦ Λέον, Θεὸν δοξάζοντες.

 

 
 
Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυρας Σαδὼκ καὶ οἱ μαζὶ μ᾿ αὐτὸν 128 Μάρτυρες

Ἔλαβαν ὅλοι τους τὸ ἔνδοξο στεφάνι τοῦ μαρτυρίου στὴν Περσία, ὅταν βασιλιὰς ἦταν ὁ περίφημος Σαπὼρ ὁ Β´ (330), ποὺ ἀποδείχθηκε ὁ πιὸ ἐπικίνδυνος ἐχθρός του Βυζαντινοῦ Κράτους.

Ὁ Σαπὼρ καταδίωξε ἀνελέητα τοὺς χριστιανούς, ποὺ βρίσκονταν στὴν αὐτοκρατορία του. Κατὰ τὸν διωγμὸ αὐτὸν λοιπόν, μαρτύρησε καὶ ὁ ἐπίσκοπος Σαδὼκ μὲ 128 χριστιανούς, οἱ ὅποιοι αὐτὴ τὴν μέρα ἀποκεφαλίστηκαν, μαζὶ μὲ τὸν πνευματικό τους πατέρα, πιστοὶ στὴν ὁμολογία τοῦ Χριστοῦ.

 

 
Ὁ Ὅσιος Βησσαρίων

Ἀπὸ τοὺς τελειότερους τύπους τῆς ἀκτημοσύνης, τῆς ἐγκράτειας καὶ τῆς ζωῆς ποὺ ἦταν ὁλοκληρωτικὰ δοσμένη στὶς πνευματικὲς φροντίδες. Καταγόταν ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο καὶ κατὰ τὴν παιδικὴ καὶ νεανική του ἡλικία, εἶχε μάθει ἀρκετὰ καλὰ τὰ τῆς χριστιανικῆς πίστης καὶ λατρείας. Ὅταν δὲ ὕστερα ἀποσύρθηκε στὴν ἔρημο, ἀποκλειστικὴ προσπάθεια εἶχε τὸ νὰ ὑποτάξει τὴν σάρκα στὸ πνεῦμα καὶ νὰ πραγματοποιήσει ἠθικὴ κατάσταση, ὄχι μόνο ἀνίκητη ἀπὸ τοὺς πειρασμούς, ἀλλὰ καὶ ἀπρόσβλητη. Πρᾶγμα ποὺ τελικὰ κατόρθωσε σὲ πολὺ μεγάλο βαθμό.

Ἡ σκληραγωγία ποὺ ὑπέβαλε στὸν ἑαυτό του, θὰ νόμιζε κανεὶς ὅτι θὰ τὸν εἶχε κάνει ἀκοινώνητο καὶ σκληρὸ χαρακτῆρα. Κάθε ἄλλο ὅμως. Μέσα του ἔλαμπαν θησαυροὶ ἀγαθότητας καὶ ἀγάπης. Ἕναν μάλιστα μαθητή του, ποὺ τὸν ἀκολουθοῦσε πιστά, τοῦ φερόταν μὲ τέτοιο τρόπο, ὥστε τὸν δίδασκε νὰ πειθαρχεῖ ὄχι σὰν μηχανή, ἀλλὰ σὰν χριστιανὸς λογικὸς καὶ ἐλεύθερος.

Ἡ ζωή του ὑπῆρξε συνυφασμένη καὶ μὲ πολλὰ θαύματα. Πέθανε σὲ βαθιὰ γεράματα, ἀφοῦ στερέωσε πολλοὺς στὴν πίστη καὶ ἀντιπροσώπευσε μεταξὺ τῶν μοναχῶν ἕνα ἀπὸ τοὺς πιὸ γνήσιους ἀσκητισμοὺς μὲ πολὺ πνεῦμα καὶ φῶς.

 

 
Ὁ Ἅγιος Ἀγάθων Πάπας Ῥώμης

Ὑπῆρξε ὁ 79ος Πάπας Ῥώμης. Καταγόταν ἀπὸ τὸ Παλέρμο (τῆς Σικελίας) καὶ ποτίστηκε τὰ νάματα τῆς εὐσέβειας μικρὸς ἀκόμα, ἀπὸ τοὺς πιστοὺς καὶ ἐνάρετους γονεῖς του.

Πάπας ἔγινε τὸ 678 καὶ πῆρε πολὺ ἐνεργὸ μέρος στὴ ΣΤ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο μὲ τρεῖς ἀντιπροσώπους του, τοὺς πρεσβύτερους Θεόδωρο καὶ Σέργιο, καὶ τὸν διάκονο Ἰωάννη. Ἡ Σύνοδος αὐτὴ συνῆλθε ἐπὶ Κων/νου τοῦ Πωγωνάτου στὴν Κωνσταντινούπολη, ἐναντίον τῶν Μονοφυσιτῶν τὸ ἔτος 680. Συμμετεῖχαν δὲ σ᾿ αὐτὴ 289 πατέρες.

Οἱ ἀποφάσεις τῆς Συνόδου, ὑποστηρίχθηκαν μὲ πολλὴ θερμότητα ἀπὸ τὸν Πάπα Ἀγάθωνα. Διότι ἀναθεμάτισε ὅλους, οἱ ὅποιοι καὶ στὸ παρελθὸν ἔδειξαν μονοφυσιτικὸ φρόνημα, μεταξὺ δὲ αὐτῶν συγκαταλεγόταν καὶ ὁ Πάπας Ὀνώριος ὁ Α´, ποὺ εἶχε πεθάνει πρὶν 42 χρόνια.

Ἔτσι στὸν Ἀγάθωνα χρεωστᾶμε ἕνα ἀπὸ τὰ ἀποτελεσματικότερα βέλη κατὰ τῆς ἀξίωσης περὶ ἀλάθητου τῶν Πάπων.
Ὁ Ἀγάθων πέθανε τὸ 682.

 

 
Ὁ Ὅσιος Κινδέας

Ἀπεβίωσε εἰρηνικά.

 

 
Ὁ Ὅσιος Πλωτῖνος

Ἀπεβίωσε εἰρηνικά.

 

 
Ὁ Ἅγιος Ἀνιανός

Μὲ τὸ ὄνομα αὐτὸ βρίσκεται στὸν Συναξαριστὴ Sirmond (19 Φεβρ.).

 

 
Οἱ Ἅγιοι Δίδυμος, Νεμέσιος καὶ Ποτάμιος

Τοπικοὶ Ἅγιοι τῆς Κύπρου, ποὺ ἡ μνήμη τους ἀναγράφεται στὸ Ῥωμαϊκὸ Μαρτυρολόγιο. Ἀπαριθμοῦνται ἀπὸ τὸν Κυπριανό, μεταξὺ τῶν μαρτύρων τῆς Κυπριακῆς Ἐκκλησίας καὶ ἀπὸ τὸν Delehaye μεταξὺ τῆς Ἀλεξανδρινῆς Ἐκκλησίας.

 

 
Ὁ Ἅγιος Εὐτρόπιος

Ἀναφέρεται μόνο ἀπὸ τὸν Συναξαριστὴ Delehaye. Ἴσως εἶναι τὸ ἴδιο πρόσωπο μ᾿ αὐτὸ τῆς 3ης Μαρτίου, ποὺ γιορτάζει μαζὶ μὲ τοὺς Ἁγίους Κλεόνικο καὶ Βασιλίσκο.

 

 
Ὁ Ὅσιος Ἀγάθων ὁ θαυματουργὸς (Ρῶσος, 15ος αἰ.)

 

 
Ἀππία μάρτυς

 

 
Ἡ Ἁγία Mildred (Ἀγγλίδα)

Ἡ Ὁσία Mildred (Μιλδρέδη) ἦταν θυγατέρα τοῦ βασιλέως Μέρεγουολ καὶ τῆς Ἐρμενμπούργκας, πριγκίπισσας τοῦ Κέντ. Ἀκολούθησε τὴν ὁδὸ τῆς μοναχικῆς πολιτείας καὶ ἐκάρη μοναχὴ στὴ μονὴ τοῦ Μίνστερ, ὅπου διετέλεσε καὶ ἡγουμένη, ἐγκατασταθεῖσα ὑπὸ τοῦ Θεοδώρου, Ἀρχιεπισκόπου Καντουαρίας, τοῦ ἐκ Ταρσοῦ τῆς Κιλικίας. Ἡ Ὁσία διακρίθηκε γιὰ τὴν πραότητα τοῦ χαρακτήρα της καὶ τὴ φιλανθρωπική της δράση.
Κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 700 μ.Χ.

Λεπτομέρειες γιὰ τὴν ζωὴ αὐτῆς τῆς ἁγίας τῆς ὀρθοδοξίας, μπορεῖ νὰ βρεῖ ὁ ἀναγνώστης στὸ βιβλίο «Οἱ Ἅγιοι τῶν Βρεττανικῶν Νήσων», τοῦ Χριστόφορου Κων. Κομμοδάτου, ἐπισκόπου Τελμησσοῦ, Ἀθῆναι 1985.

 

 
Ὁ Ἅγιος Κορνήλιος ὁ Ἱερομάρτυρας ἐκ Ρωσίας

 


Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Κορνήλιος γεννήθηκε τὸ ἔτος 1501 στὴ Ρωσία ἀπὸ εὔπορη καὶ εὐγενὴ οἰκογένεια. Ἔλαβε τὴν ἐκπαίδευσή του κοντὰ σὲ ἕνα γέροντα μοναχὸ στὴ μονὴ Μιρὸζ τοῦ Πσκώφ, στὴν ὁποία τὸν ἀπέστειλαν οἱ εὐσεβεῖς γονεῖς του.

Μετὰ τὸ πέρας τῶν σπουδῶν του ἀποφάσισε νὰ ἀκολουθήσει τὴν ὁδὸ τῆς μοναχικῆς πολιτείας καὶ νὰ γίνει μοναχός. Τὴν ἀπόφασή του αὐτὴ πραγματοποίησε, μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ, ὅταν ἐπισκέφθηκε τὴν Μονὴ τῶν Σπηλαίων τοῦ Πσκὼφ καὶ ἐντυπωσιάσθηκε ἀπὸ τὴν κατανυκτικότητα τῶν ἱερῶν Ἀκολουθιῶν καὶ τὸ κάλλος τῆς φύσεως.

Σὲ ἡλικία 28 ἐτῶν ἐξελέγη ἡγούμενος τῆς μονῆς καὶ μερίμνησε γιὰ τὴν κατὰ Θεὸ προκοπὴ καὶ αὔξηση αὐτῆς. Ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του ὁ ἀριθμὸς τῶν μοναχῶν αὐξήθηκε ἀπὸ δεκαπέντε σὲ διακόσιους.

Παράλληλα ὁ Ὅσιος φρόντισε γιὰ τὴν ἀνακαίνιση τῆς μονῆς καὶ τὴν ἀνέγερση ναῶν ἐντὸς αὐτῆς καὶ καλλιέργησε τὸ φιλανθρωπικὸ ἔργο τῆς μονῆς στοὺς λαοὺς τῶν Αἰστιῶν καὶ τῶν Σαετίων, ποὺ ζοῦσαν στὴν περιοχή. Διάδωσε τὴν Ὀρθοδοξία, ἔκτισε ναούς, πανδοχεῖα, ὀρφανοτροφεῖα καὶ οἰκοτροφεῖα γιὰ τοὺς ἀσθενεῖς καὶ τοὺς πτωχούς. Κατὰ τὴν διάρκεια φοβεροῦ λοιμοῦ στὴν περιοχὴ τοῦ Πσκὼφ ὁ Ὅσιος Κορνήλιος, μιμούμενος τὸν Ἅγιο Ἰωάννη τὸν Ἐλεήμονα, συμπαραστεκόταν στοὺς ἀσθενεῖς φροντίζοντάς τους, τοὺς κοινωνοῦσε καὶ ἔψαλλε τὴν ἐξόδιο Ἀκολουθία σὲ ἐκείνους ποὺ ἀπέθνῃσκαν. Κατέγραφε μάλιστα τὰ ὀνόματα τὸν κεκοιμημένων σὲ ἕνα βιβλίο, ποὺ τὸ ἀποκαλοῦσε «πρυμναία βίβλο» ἀπὸ τὸν συμβολισμὸ τῆς πρύμνης τοῦ πλοίου, καὶ τὰ μνημόνευε στὶς προσευχές του, ἀφοῦ τὸ βιβλίο αὐτὸ γιὰ τὸν Ὅσιο σήμαινε τὴ μνήμη τῶν κεκοιμημένων.

Κατὰ τὸν Λιβονικὸ πόλεμο ὁ Ὅσιος κήρυττε τὸν Χριστιανισμὸ στὶς κατεχόμενες πόλεις, ἀνήγειρε ναοὺς καὶ βοηθοῦσε γενναιόδωρα τοὺς Αἰστίους καὶ Λιβονούς, οἱ ὁποῖοι χειμάζονταν ἀπὸ τὸν πόλεμο. Μέσα στὴ μονὴ περιποιόταν μὲ αὐταπάρνηση τοὺς τραυματίες καὶ ἀκρωτηριασμένους, ἐνταφίαζε τοὺς νεκροὺς στὰ σπήλαια καὶ χάραζε τὰ ὀνόματά τους στὸ Συνοδικὸ τῆς μονῆς ὑπὲρ τῆς αἰωνίας μνήμης αὐτῶν.

Ἀκόμη καὶ στὶς πολεμικὲς ἐπιχειρήσεις ὁ Ὅσιος δὲν δίστασε νὰ συμπαρασταθεῖ στοὺς πολεμιστές. Τὸ ἔτος 1570, εὐλόγησε τὰ Ρώσικα στρατεύματα ποὺ πολιορκοῦσαν τὴν πόλη τοῦ Θελὶν καὶ τὴν ἴδια μέρα οἱ πολιορκημένοι Γερμανοὶ παρέδωσαν πράγματι οἰκιοθελῶς τὴν πόλη.

Ἐπιπλέον, σὲ καιρὸ εἰρήνης, ὁ Ὅσιος Κορνήλιος ἀσχολήθηκε μὲ τὴν συγγραφὴ καὶ τὴ συλλογὴ βιβλίων γιὰ τὴν βιβλιοθήκη τῆς μονῆς.

Ἡ μονὴ τῶν Σπηλαίων ἀναδείχθηκε φάρος τῆς Ὀρθοδοξίας γιὰ τὸ Ρωσικὸ λαὸ καὶ προμαχώνας ἐναντίων τῶν ἐξωτερικῶν ἐχθρῶν τῆς Ρωσίας. Ὅμως ὁ Ὅσιος ἔπεσε θύμα τῶν ἐσωτερικῶν ταραχῶν ποὺ ξέσπασαν στὴ χώρα καὶ ἀποκεφαλίσθηκε ἀπὸ τὸν τσάρο Ἰβὰν τὸν Τρομερὸ τὸ ἔτος 1570, σὲ ἡλικία 69 ἐτῶν, ὅπως μᾶς πληροφορεῖ τὸ Χρονικὸ ποὺ συνέταξε ὁ ἱεροδιάκονος Πιτιρίμ.
Ὁ τσάρος ἀμέσως ἀναγνώρισε ὅτι ὁ Ὅσιος ἔπεσε θύμα διαβολῆς καὶ συκοφαντιῶν καὶ ἀφοῦ μετανόησε μετέφερε ὁ ἴδιος τὸ ἱερὸ λείψανο τοῦ Ὁσίου Κορνηλίου στὴ μονή. Ὁ δρόμος τὸν ὁποῖο διήνυσε ὁ τσάρος φέροντας στὰ χέρια του τὸ ματωμένο λείψανο τοῦ Ὁσίου ὀνομάσθηκε «ὁδὸς τοῦ αἵματος». Τὸ ἱερὸ σκήνωμα ἐνταφιάσθηκε στὴ μονὴ τῶν Σπηλαίων, ὅπου καὶ παρέμεινε ἄφθορο ἐπὶ 120 χρόνια. Τὸ ἔτος 1690 ἀνεκομίσθη ἀπὸ τὸν Μητροπολίτη Πσκὼφ καὶ Ἰζμπὸρκ Μάρκελλο στὸν καθεδρικὸ ναὸ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου. Νέα ἀνακομιδὴ τῶν ἱερῶν λειψάνων ἔγινε κατὰ τὰ ἔτη 1872 καὶ 1892, ὁπότε καὶ τὰ ἐναπέθεσαν ἐντὸς νέων θηκῶν.

Tι θα γίνουν οι άνθρωποι που έχουν καλοσύνη αλλά δεν πιστεύουν;

billboard-1[1]
-Νομίζεις ότι δεν πιστεύουν; Αλλά ας πούμε ότι δεν πιστεύουν. Όταν ήταν μικροί, η μάνα τους δεν τους κοινωνούσε; Αλλά και να μην τους κοινωνούσε , δεν βαφτίσθηκαν, δεν μυρώθηκαν; Δεν είναι γεννημένοι από ορθόδοξες και βαφτισμένες μάνες;
Ε, αυτούς τους ανθρώπους που έχουν καλωσύνη, θα δης, ο Καλός Θεός θα τους βολέψη με κάποιο τρόπο, είτε με δοκιμασίες είτε με μια αρρώστια είτε με ταλαιπωρίες είτε με έναν σεισμό είτε με έναν κεραυνό είτε με έναν κατακλυσμό είτε με έναν λόγο κ.λ.π. , και τελικά θα τους πάη στον Παράδεισο.

Πολλές φορές ίσως παρουσιασθή και ένας Άγιος ή ένας Άγγελος σε έναν τέτοιο άνθρωπο .παρόλο που δεν δικαιούται αυτήν την μεγάλη ευλογία. Μπορεί όμως να το κάνη και αυτό ο Χριστός ,αφού πρώτα χρησιμοποιήση όλα τα άλλα. Αλλά συχνά τι παθαίνουν οι άνθρωποι αυτοί; Πηγαίνει ο διάβολος και τους ξεγελάει και πολλοί , οι καημένοι , πλανιούνται , γιατί αρχίζει ο διάβολος να τους λέη: « Α, εσένα σου έδειξε τέτοιο μεγάλο θαύμα ,γιατί μπορείς να σώσης τον κόσμο » . Και ο ταλαίπωρος δεν λέει: « Θεέ μου, πώς να Σε ευχαριστήσω;
Εγώ δεν ήμουν άξιος για τέτοια χάρη » . Αντί δηλαδή να νιώση συντριβή , δέχεται τους λογισμούς που του φέρνει ο διάβολος και υπερηφανεύεται . Μετά ξαναπηγαίνει ο διάβολος και του στήνει « τηλεόραση », του δείχνει Αγγέλους, Αγίους και του λέει: « Εσύ θα σώσης την οικουμένη » . Αν αυτός ο άνθρωπος συνέλθη, πάλι ο Καλός ο Θεός θα τον βοηθήση.
Πάντως να μην ξεχνούμε ότι όλοι έχουμε κληρονομιά από τον θεό ,για αυτό σε όλους τους ανθρώπους στο βάθος υπάρχει καλωσύνη . Ο διάβολος όμως όλα τα μολύνει. Μερικοί έχουν διατηρήσει αυτήν την καλωσύνη ,έστω κι αν δεν ζουν κοντά στην Εκκλησία. Ε, αυτούς θα τους βολέψη ο Θεός.
Για αυτό, όταν βλέπετε άνθρωπο να έχη παρασυρθή και να έχη αμαρτωλή ζωή, αλλά να είναι πονόψυχος – βλέπει λ.χ. έναν άρρωστο και ραγίζει η καρδιά του, έναν φτωχό και τον βοηθάει – από εκεί να καταλάβετε ότι αυτόν δεν θα τον αφήση ο Θεός , θα τον βοηθήση. Και όταν βλέπετε έναν άνθρωπο απομακρυσμένο από τον Θεό να είναι σκληρός , άσπλαχνος κ.λ.π. ,τότε πρέπει να κάνετε μέρα- νύχτα προσευχή, να κάνη « αποβίβαση » ο Θεός στην καρδιά του , για να πάρει στροφή.
Τα κρίματα του θεού είναι άβυσσος. Ένα πράγμα ξέρω: όσοι ζουν κοσμική ζωή , γιατί δεν βοηθήθηκαν , αλλά παρασύρθηκαν ή και σπρώχθηκαν στο κακό , ενώ είχαν καλή διάθεση , αυτοί συγκινούν τον Θεό και ο Θεός θα τους βοηθήση. Θα χρησιμοποιήση διάφορους τρόπους ,να βρουν τον δρόμο τους . Δεν θα τους αφήση. Ακόμη και την ώρα του θανάτου θα τους οικονομήση να βρίσκωνται σε καλή κατάσταση.
Πηγή:Από το βιβλίο “ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΦΥΠΝΙΣΗ”
ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ ΛΟΓΟΙ Β΄

ΕΠΙ ΤΟΝ ΙΟΡΔΑΝΗΝ ΔΡΑΜΩΜΕΝ!

  « Τήν Βηθλεέμ ἀφέμενοι, τό καινότατον θαῦμα, πρός Ἰορδάνην δράμωμεν, ἐκ ψυχῆς θερμοτάτης, κἀκεῖσε κατοπτεύσωμεν τό φρικτόν Μυστήριον· θεοπ...