Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Παρασκευή, Απριλίου 17, 2015

Αββάς Ισαάκ: Προσπάθησε να βρεις ησυχία, οι δουλειές δεν τελειώνουν ποτέ

Τά πολλά ὑλικά πράγματα δένουν τόν ἄνθρωπο στήν γῆ αὐτή, καί δέν τόν ἀφήνουν νά δεῖ τήν Αἰώνια Βασιλεία. Ἡ ἀφθονία τῶν πραγμάτων εἶναι ἐχθρός τῆς ἐγκράτειας.Εἰναι εὐτυχισμένος ἐκεῖνος πού προσπαθεῖ νά βρεῖ ἡσυχία γιά νά ἔλθει σ'ἐπικοινωνία μέ τόν Θεό, καί δέν ἐπηρεάζεται ἀπό τίς πολλές ἐργασίες. Γιατί ὅσο ζεῖ ὁ ἄνθρωπος θά ἔχει δουλειές καί δέν θά σταματήσουν ποτέ. Βέβαια, καί ἡ ἐργασία εἶναι ἀπαραίτητη γιά τήν προκοπή τῆς ψυχῆς. 
Οἱ Πατέρες μάλιστα ὁρίζουν ὅτι οἱ ἀρχάριοι στήν πνευματική ζωή πρέπει νά καταγίνονται πολύ μέ τή σωμάτικη ἐργασία, γιά νά μή τούς πειράζει ὁ σατανᾶς, χωρίς φυσικά νά παραλείπουν καί τήν προσευχή. Καί προσευχή καί ἐργασία. Νά μήν ἀμελεῖς τίς μετάνοιές σου, γιατί αὐτό φοβίζει τόν σατανᾶ. Νά γνωρίζεις ὅτι θά σέ πολεμήσουν πολύ οἱ δαίμονες, ὅταν ἀρχίζεις νά προσκυνᾶς τόν Θεό σου. Κανένα πρᾶγμα στόν πνευματικό ἀγώνα δέν εἶναι ἀνώτερο ὅσο ἡ ἀσκητική προσπάθεια, πού τόσο φθονοῦν οἱ δαίμονες, γιατί καίγονται ὅταν βλέπουν τούς χριστιανούς νά πέφτουν γονατιστοί μπροστά στόν Ἐσταυρωμένο.

Νά ζητᾶς τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ καί Αὐτός θά φωτίσει τό σκοτάδι τῆς καρδιᾶς σου καί θά κάνει ν' ἀνθίσει μέσα σου ἕνας πνευματικός παράδεισος. Πρῶτα ὅμως πρέπει νά κόψεις κάθε ἁμαρτωλό πρᾶγμα πού σέ συνδέει μέ τόν κόσμο καί μετά νά στραφεῖς στόν ἐσωτερικό σου κόσμο, γιά νά ξεριζώσεις ὅ,τι σάπιο ὑπάρχει. Αὐτά ὅπως σοῦ εἶπα καί πιό πάνω, δέν εἶναι εὔκολα πράγματα. Τό νά καθαρίσει κανείς τόν ἑαυτό του ἀπό τούς σαρκικούς μολυσμούς ἀπαιτεῖ ἀγώνα μεγάλο πού θά διαρκέσει πολύ καιρό. Καί αὐτά στά λέω ὄχι γιά νά σέ ἀπελπίσω γιά τή σωτηρία σου, ἀλλά γιά νά σέ βοηθήσω νά προχωρᾶς συνεχῶς, μέχρις ὅτου γευθεῖς τή γλυκύτητα πού προσφέρει ὁ Θεός. 
Γιατί ἡ γλυκύτητα τῆς ἁμαρτίας εἶναι ψευτική καί πρόσκαιρη. Μόνο κοντά στό Θεό θά βρεῖς πραγματική παρηγοριά καί καταφύγιο.Νά μισήσεις τά ἁμαρτωλά ἔργα καί τότε θά σέ πλησιάσει ὁ Θεός καί θά σοῦ στείλει τή χάρη Του.Κοντά στόν Θεό θά βρεῖς εἰρήνη καί χαρά, ἀρκεῖ νά Τόν ἀγαπήσεις μ' ὅλη τή δύναμη τῆς ψυχῆς σου.Κοντά στόν Θεό θ' ἀπολαύσεις τήν αἰώνια μακαριότητα στή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν.Ἀγάπησε ἀληθινά τόν Θεό καί τότε θά γίνεις εὐτυχισμένος.


Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ

    ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!!!
                    ΑΛΗΘΩΣ Ο ΚΥΡΙΟΣ!!!
Christ-
 π.ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΥ

Οι «εξουσίες» στον κόσμο
Η βασιλεία τού Χριστού δεν είναι «εκ τού κόσμου τούτου», δεν είναι «εντεύθεν», δηλαδή από εδώ (Ιω. ιη’ 36)˙ είναι βασιλεία πνευματική όχι υλική. Γι’ αυτό και ο Χριστός δεν ανταποκρίθηκε στις χιλιαστικές μεσσιανικές προσδοκίες των Ιουδαίων, με αποτέλεσμα να απο­γοητευθούν. Επροτίμησε να οδηγηθεί στον σταυρό, για να νικήσει όχι ένα κοσμικό εχθρό, αλλά τον προαιώνιο εχθρό τού ανθρώπου, τον θάνατο.


Ο Χριστός δεν είχε πρόβλημα να αποδώσει «τα τού καίσαρος τω καίσαρι» (Ματθ. κθ’ 21. Μάρκ. ιθ’ 17. Λουκ. κ’ 25). Όμως υπογράμμιζε πως πρέπει να αποδίδονται «τα τού Θεού τω Θεώ»! Το θέλημα τού Θεού έχει προτεραιότητα για τον χριστιανό, ακόμη και εάν αυτό τον οδηγήσει σε ταλαιπωρίες. Η Εκκλησία δεν μπορεί λόγου χάρη να εγκαταλείψει το ευαγγέλιο της μεταμόρ­φωσης τού ανθρώπου και τού κόσμου για να κηρύξει «άλ­λο ευαγγέλιο», προσαρμοσμένο στις απόψεις τού καίσα­ρα ή των ανθρώπων «τού κόσμου τούτου». Η Εκκλησία δεν μπορεί να εκκοσμικεύσει το έργο της υπακούοντας σε οποιεσδήποτε εξουσίες.
Σε μια τέτοια περίπτωση οι απόστολοι δήλωσαν ενώ­πιον τού συνεδρίου: «πειθαρχείν δει Θεώ μάλλον ή ανθρώποις» (Πράξ. ε’ 29).
Οι χριστιανοί αναγνωρίζουν τις ανθρώπινες κυβερ­νήσεις, ανεξάρτητα από το αν οι κυβερνώντες είναι χρι­στιανοί ή όχι. Σέβονται τους νόμους και αποδίδουν τιμή στις κοσμικές εξουσίες (Ρωμ. ιγ’ 1˙7. Α’ Πέτρ. θ’ 13˙16. Τίτ. γ’ 1. Παροιμ. η’ 15˙16. Σοφ. Σολ. στ’ 1˙3. Ιερεμ. λδ’ 6, εβραϊκό κείμενο: κζ’ 7. Πράξ. κβ’ 17˙29). Μάλιστα εύ­χονται για τους άρχοντες και τους αξιωματούχους της Πολιτείας, ώστε να επικρατεί ειρήνη και ευνομία, «ίνα ήρεμον και ησύχιον βίον διάγωμεν εν πάσι ευσεβεία και σεμνότητι» (Α’ Τιμ. β’ 1˙2).
 Η δημοκρατία
Η Ορθοδοξία συνιστά κατ’ εξοχήν κοινωνία «μετά πάντων των αγίων», κοινωνία πίστεως, λατρείας, ζωής, που αποτελεί το κατ’ εικόνα της ζωής τού Τριαδικού Θεού, δηλαδή ενότητα, αρμονία, αγάπη.
Ο άνθρωπος της πτώσεως έχασε αυτή την αρμονική και αγαπητική σχέση, ακολούθησε ένα τρόπο ζωής «πα­ρά φύσει» και οδηγήθηκε σε μεγάλα υπαρξιακά κενά. Στην προσπάθεια του να ξεπεράσει υπαρξιακά αδιέξοδα στα οποία τον οδήγησε η αυτονομία του, κατεσκεύασε ειδικές δομές, μεταξύ των οποίων και διαφόρους τύπους δημοκρατίας.
Κατά την αρχαιοελληνική αντίληψη δημοκρατία εσήμαινε τη συμμετοχή των πολιτών στα κοινά, με κριτή­ριο το «κοινώς δοκούν», δηλαδή τα χρηστά ήθη τού λαού. Αυτό που σήμερα ονομάζουμε δημοκρατία, δηλαδή η αντιπροσωπευτική δημοκρατία, δεν έχει ουσιαστική σχέση με την αρχαιοελληνική δημοκρατία. Μάλιστα ό­ταν η δημοκρατία αυτή προσδιορίζεται από ένα δογματι­κό πλουραλισμό, στον οποίο καταργούνται όλες οι αξίες και οι Ιεραρχικές δομές ή ακόμη και η διάκριση ανάμεσα στο καλό και στο κακό, τότε έχουμε αντιστροφή ή μάλ­λον διαστροφή της δημοκρατίας με την πρώτης τη έν­νοια.
Η δημοκρατία ως επίτευγμα τού αυτονομημένου ανθρώπου με σκοπό να λύσει τα προβλήματα που εδημιούργησε η αυτονομία του αξιολογείται θετικά από την Ορθοδοξία. Όμως οι δομές αυτές δεν μπορούν να οδηγή­σουν τον άνθρωπο στην υπέρβαση τού εγωισμού του, α­τομικού, ομαδικού (κομματικού) ή και εθνικού. Αυτό που δεν μπορεί να επιτύχει ο αυτονομημένος άνθρωπος, επι­τυγχάνεται στη νέα πραγματικότητα της Εκκλησίας τού Χριστού.
Στο πρόσωπο τού Ιησού Χριστού ο Θεός οδήγησε τα διεσκορπισμένα τέκνα τού Θεού «εις εν» («εις εν Χριστώ») και τα κατέστησε «αλλήλων μέλη». Με αυτόν τον τρόπο η Εκκλησία υπερβαίνει κάθε είδος ολοκλη­ρωτισμού και όλες τις μορφές της σύγχρονης δημοκρα­τίας, που για το χριστιανό λογίζονται ως κάτι πολύ λίγο.
Το φρόνημα των πιστών είναι το ίδιο το φρόνημα τού Χριστού, που από αγάπη εκένωσε τον εαυτό του εν ελευ­θερία για να εξυψώσει τον άνθρωπο. Ο πιστός που μέσα στην Εκκλησία βιώνει αυτή την κενωτική αγάπη εν ε­λευθερία, ξεπερνάει την αντίληψη των «ατομικών δι­καιωμάτων» και παύει να θέτει στο κέντρο τον εαυτό του η αγάπη αυτή «ου ζητεί τα εαυτής».
Κάθε χριστιανός μετέχει ενεργά «στα κοινά», δηλαδή στη ζωή τού όλου Σώματος της Εκκλησίας. Τα χαρίσμα­τα που έλαβε δεν τα χρησιμοποιεί για τον εαυτό του, αλ­λα για την οικοδομή τού Σώματος της Εκκλησίας. Στην Ορθόδοξη Εκκλησία δεν υπάρχει τίποτε το ιδιωτικό στα πλαίσια της ζωής τού Σώματος˙ ο καθένας συμβάλλει στην αύξηση τού Σώματος και συναυξάνεται μ’ αυτό.
Αυτή η συμμετοχή τού κάθε πιστού στη ζωή τού Σώ­ματος, στην οικοδομή και στην αύξηση του, που είναι καρπός αγάπης και ελευθερίας, δεν συνιστά μείωση τού ανθρωπίνου προσώπου αλλά εξύψωσή του.
 Η κοινωνική ευθύνη των χριστιανών
Ο άνθρωπος καλείται σε ελευθερία απέναντι στον κόσμο. Τελικά τα πάντα είναι γι’ αυτόν «σκουπίδια» («σκύβαλα») σε σχέση με το μοναδικό θησαυρό, τον Χρι­στό (Φιλιπ. γ’ 8). Τούτο όμως δεν δίνει το δικαίωμα στον χριστιανό να διαχωρίσει την ευθύνη του για την τύχη τού κόσμου και για τα προβλήματα των αδελφών.
Το καθήκον αυτό απορρέει από την ίδια τη φύση τού ανθρώπου, από το γεγονός τού «κατ’ εικόνα» τού Τριαδικού Θεού. Σκοπός τού χριστιανού είναι να ζήσει «κατ’ εικόνα» Θεού, δηλαδή τριαδικά, με πρότυπο τη ζωή των τριών Θείων Προσώπων.Αυτό σημαίνει να ζήσει με τον αδελφό του ή καλλίτερα «μέσα στον αδελφό του», γιατί και ο Πατήρ είναι «εν τω Υιώ» και ο Υιός «εν τω Πατρί», όπως και το Πνεύμα το Άγιον βρίσκεται αιώνια «εν τω Πατρί και εν τω Υιώ» (πρβλ. Ιω. ιζ’ 21).
Αυτή την πραγματικότητα καλούνται να ζήσουν οι πι­στοί στη θεία λειτουργία και να την μεταβάλουν σε καθη­μερινή πράξη (πρβλ. Α’ Κορ. Γ 16˙17).
Στη θεία λειτουργία ο πιστός ξαναζεί μαζί με ολόκληρη τη δημιουργία τη χαμένη ενότητα. Όλα προσλαμβά­νονται στο αγιασμένο σώμα του Χριστού.Όλα προσφέ­ρονται και πάλι ευχαριστία στον Θεό (πρβλ. Ζαχ. ιδ’ 20˙21)· «εαυτούς και αλλήλους και πάσαν την ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα». Αυτή είναι μία ευχή που επαναλαμβάνεται στη θεία λειτουργία. Εδώ δεν υπάρ­χουν περιθώρια εγωιστικά. Το κέντρο γίνεται και πάλι «Χριστός ο Θεός ημών»· και τού εαυτού μας, και τού α­δελφού μας, ολόκληρης της ζωής μας.
Στο πρόσωπο τού αδελφού μας παρουσιάζεται καθη­μερινά ο Χριστός. Περιμένει τους καρπούς τού κόπου και τού μόχθου μας. Ο πιστός οφείλει να παραθέσει «Χριστώ τω Θεώ» όλη τη ζωή του και όλες τις δυνάμεις και δυνατότητες του με πολύ συγκεκριμένο τρόπο: μέσω των αδελφών (Ματθ. κε’ 40)· θέτοντάς τις στην υπηρεσία των αδελφών τού Χριστού.
Αυτό σημαίνει πως οι δυνατότητες τού ανθρώπου, και εκείνες που απορρέουν από την πραγματική του φύση («κατ’ εικόνα Θεού») δεν έχουν σαν κέντρο το δικό του εγωιστικό συμφέρον, αλλά την αγάπη τού Χριστού μέσω των αδελφών. Ο άνθρωπος ως «κατ’ εικόνα Θεού» μετέ­χει της πανσοφίας και παντοδυναμίας τού Θεού (πρβλ. Γέν. α’ 28. Ψαλμ. η’ 1˙10. Σοφ. Σειρ. ιζ 2˙4. Σοφ. Σολ. Γ 2). Όμως η πανσοφία και η παντοδυναμία δεν είναι δυνα­τόν να λειτουργούν ανεξάρτητα από την αγάπη και να α­ποτελούν αυτοσκοπό. Αν τούτο γίνει, πρόκειται για δαι­μονική κατάσταση, για αλλοτρίωση τού ανθρώπου και παρά φύση επέμβαση του στη δημιουργία τού Θεού.
Ο απόστολος Παύλος αναφέρει χαρακτηριστικά πως αν μιλάει όλες τις ανθρώπινες και τις αγγελικές γλώσσες, αν γνωρίζει όλα τα μυστήρια και όλη τη γνώση, και αν έ­χει τη δύναμη να μετακινεί βουνά, όμως δεν έχει αγάπη, δεν είναι απολύτως τίποτα (Α’ Κορ. ιγ’ 1˙2). Και ο Ιάκω­βος ο αδελφόθεος διακρίνει τη «σοφία» σε «άνωθεν κατερχομένην» και σε «επίγειο, ψυχική, δαιμονιώδη». Η σοφία η «άνωθεν κατερχόμενη», λέγει, είναι «πρώτον μεν αγνή, έπειτα ειρηνική, επιεικής, ευπειθής, μεστή ελέους και καρπών αγαθών» (Ιακ. γ’ 16˙17).
Η κοινωνική ευθύνη των χριστιανών απορρέει από την ίδια τη φύση τού ανθρώπου, από τη χριστιανική αν­θρωπολογία. Θεμελιώνεται βαθιά στην ίδια την ύπαρξη τού ανθρώπου ως «κατ’ εικόνα Θεού». Σε αυτό το βάθος πρέπει να θεμελιώσουμε τη συμμετοχή που έχει κάθε χρι­στιανός στην αντιμετώπιση των προβλημάτων τού αδελ­φού και ολόκληρης της ανθρώπινης κοινωνίας.
Ο λόγος τού Θεού μας καλεί να κλαίομε με εκείνους που κλαίουν (Ρωμ. ιθ’ 15).Αλλά η προσπάθεια μας για αποτελεσματική βοήθεια του αδελφού αποτελεί καθήκον που δεν πηγάζει απλώς από το συναίσθημα, αλλά από την ίδια τη φύση μας.
Η κοινωνική ευθύνη των πιστών είναι μεγάλη και με­ταφράζεται σε πράξη για την αντιμετώπιση συγκεκριμέ­νων αναγκών: «Εάν ένας αδελφός ή μια αδελφή δεν έ­χουν επαρκή ενδύματα και στερούνται της καθημερινής τροφής, τους είπει δε κάποιος από σάς, πηγαίνετε στο κα­λό, ζεσταίνεσθε και χορταίνετε, και δεν τους δώσει τα α­ναγκαία δια το σώμα, ποια η ωφέλεια;» (Ιακ. β’ 15˙16, πρβλ. Ης. νη’ 1˙14).
 πηγη
Από το βιβλίο: Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΜΑΣ
πηγή
το είδαμε εδώ

ΚΥΡΙΑΚΗ ΘΩΜΑ«Ο Κύριός μου και ο Θεός μου» (Ιωάν.20,28) Εσύ είσαι ο κύριος της ζωής μου, Εσύ είσαι και ο Θεός μου.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΘΩΜΑ
Απόστολος: Πραξ. ε΄ 12 – 20
Ευαγγέλιον: Ιωαν. κ΄ 19 – 31
19 Απριλίου 2015
«Ο Κύριός μου και ο Θεός μου» (Ιωάν.20,28)
Εσύ είσαι ο κύριος της ζωής μου, Εσύ είσαι και ο Θεός μου.
Πολύ μεγάλη σημασία αποδόθηκε στη διακήρυξη του άπιστου Θωμά. Και όχι άδικα. Γιαυτό και η Εκκλησία μας, εμπνεόμενη από τον Κύριο, καθόρισε την πρώτη Κυριακή μετά το Πάσχα, ως Κυριακή του Θωμά, αναφερόμενη στην ομολογία του, που υπερεκάλυψε την προηγούμενη δυσπιστία του.
Επεκράτησε ακόμη και ο χαρακτηρισμός του απόστολου Θωμά, με το επίθετο άπιστος Ο άπιστος Θωμάς. Και έφτασε μέχρι τις μέρες μας, αυτός ο χαρακτηρισμός, αγαπητοί μου αδελφοί, να αποδίδεται σε κάθε ένα που προβάλλει γενικές αμφιβολίες ή είναι εσκεμμένα κακόπιστος. Ωστόσο το περίεργο δεν είναι ότι ο Θωμάς, απών κατά την εμφάνιση του Αναστάντος, ενώπιον των μαθητών, αμφέβαλλε για το γεγονός της αναστάσεως. Ανθρώπινη, μάλλον, η αμφιβολία. Φυσικά η τρίχρονη συμπόρευση με τον Κύριο, ή παρακολούθηση της διδασκαλίας Του, τα θαύματα και άλλα πολλά περιστατικά, θα έπρεπε να περιορίσουν την έκφραση της σοβαρότατης αμφιβολίας του. Δεν συνέβη όμως αυτό. Επρόκειτο για ένα κυριολεκτικά απίθανο γεγονός που προσπαθούσαν μάταια οι άλλοι μαθητές να τον πείσουν. «Εάν μη ίδω ου μη πιστεύσω» τονίζει εμφαντικά ο Θωμάς, και με απόλυτη πεποίθηση στη γνώμη του, στην ανεξήγητη γι αυτόν, ενθουσιώδη ανακοίνωση των άλλων μαθητών: «εωράκαμεν τον Κύριον». Είδαμε τον αναστάντα Κύριο! Και συμπληρώνει, ο Θωμάς, διατηρώντας τις λογικές αμφιβολίες του, ότι για να πεισθεί, θα έπρεπε ακόμη και να ψηλαφίσει τα σημεία των πληγών στο σώμα του Κυρίου. Η απαίτηση του Θωμά, να δει για να πιστέψει, είναι αντίθετη με την ίδια την έννοια της πίστης. Γιατί πίστη σημαίνει κυρίως εμπιστοσύνη σ’ αυτό, που μας αναφέρουν άλλοι. Προκύπτει θέμα εμπιστοσύνης για κάτι που δεν είδαμε, δεν αντιληφθήκαμε με τις αισθήσεις μας. Όμως η πίστη δεν αναφέρεται σε χειροπιαστά αντικείμενα.
Γιαυτό και ο Κύριος σε επόμενη ειρηνική εμφάνιση Του προκαλεί τον αμφισβητία Θωμά να ικανοποιήσει την επιθυμία του. Θα του προσφέρει χειροπιαστές αποδείξεις. Αδίστακτα τελικά, θα αναφωνήσει με μια διακήρυξη ιδιαίτερης σημασίας: «ο Κύριος μου και ο Θεός μου». Η δήλωσή του Θωμά, δεν είναι μια απλή αναγνώριση του Διδασκάλου. Διακηρύττει συγχρόνως και την θεότητα του Κυρίου. Και όμως για τον Κύριο, δεν ήταν ικανοποιητική η δήλωση του Θωμά. Γιαυτό και του απαντά: «ότι εώρακας με, επίστευσας. Μακάριοι οι μη ιδόντες και
~ 37 ~
πιστεύσαντες». Επειδή με είδες, πίστευσες Θωμά. Καλότυχοι, ευτυχισμένοι, αυτοί αν και δεν με είδαν, πίστευσαν. Φανταστείτε να είχαμε όλοι αυτήν την απαίτηση του Θωμά. Ζητεί ο Κύριος την απόλυτη, χωρίς δισταγμούς και αμφιβολίες πίστη μας. Η έννοια πίστη, αγαπητοί μου, δεν χρειάζεται αποδείξεις επιστημονικές. Δεν είναι αποτέλεσμα ψηλάφισης. Πολύ περισσότερο η θρησκευτική πίστη. Στη φωνή της καρδιάς, που έχει γεμίσει με την αγάπη μας προς τον Κύριό μας και Θεό μας, στηρίζεται η πίστη. Η παρουσία του Κυρίου στην ψυχή μας που εμποτίζει την καθημερινή μας ζωή, είναι συνέπεια της πίστης μας. Φανερώνεται με λόγια και πράξεις, ενισχύεται η πίστη, αποκτά περιεχόμενο και δύναμη.
Ενώ λοιπόν, αγαπητοί μου αδελφοί, είναι πολύ σημαντικό το γεγονός που μας προσφέρει η σημερινή περικοπή, ως θέμα πίστης, υπάρχει και κάτι ουσιαστικότερο. Αναφέρονται περισσότερες από μια περιπτώσεις, από τις εμφανίσεις που πραγματοποίησε ο Αναστάς Κύριος. Η θρησκεία μας, η πίστη μας, στηρίζεται ακριβώς στο γεγονός της αναστάσεως του Κυρίου. «Ει Χριστός ουκ εγήγερται ματαία η πίστις ημών», σημειώνει ο Απόστολος Παύλος. Καμιά αξία δεν έχει η πίστη μας, αν δεν έχει πραγματοποιηθεί η ανάσταση του Χριστού. Κυρίαρχο γεγονός και βάθρο της χριστιανικής πίστης αποτελεί η ανάσταση του Κυρίου. Γιαυτό αποκτούν ιδιαίτερη σημασία οι εμφανίσεις του Κυρίου μετά την ανάσταση. Επισφραγίζεται το μεγάλο γεγονός.
Επιπλέον, για τον Θωμάς και τους σύγχρονούς του, οι εμφανίσεις του Κυρίου μετά την σταύρωση και την ταφή, στερέωσαν την πίστη τους. Έδωσαν θάρρος στους φοβισμένους και κρυπτόμενους, «δια τον φόβον των Ιουδαίων», δώδεκα αποστόλους, αλλά και τον ευρύτερο κύκλο των πιστών ακολούθων και μαθητών του Κυρίου. Πρόσθεσαν επιχειρήματα, ενδυνάμωσαν την πίστη τους, που είχε προσωρινά κλονιστεί μετά την ταφή του Κυρίου. Πίστεψαν πρώτα αυτοί. Ακολουθώντας την εντολή του Κυρίου: «πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη», πηγαίνετε να διδάξετε όλον τον κόσμο, μετέφεραν το μήνυμα της ανάστασης σ’ όλο τον κόσμο. Μετέφεραν και φύτευσαν στις ψυχές των ανθρώπων την μοναδική πίστη. Βοήθησαν να ετοιμαστεί η βάση της νέας θρησκείας, και μετά τη γενέθλια ημέρα της, την Πεντηκοστή, να διαδοθεί σ’ όλους τους ανθρώπους η λυτρωτική αλήθεια της διδασκαλίας του Θεανθρώπου Ιησού. Κι όλα αυτά, αγαπητοί μου, στηρίχτηκαν στην ακράδαντη πίστη στην ανάσταση του Σωτήρα Χριστού.
Δ.Γ.Σ.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΘΩΜΑ (Ιω. κ΄ 19-31) (Πραξ. ε΄ 12-20) Ομολογία Πίστεως “ο Κύριός μου και ο Θεός μου”

 ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ !!!
                  ΑΛΗΘΩΣ Ο ΚΥΡΙΟΣ!!!
                                                       ΚΥΡΙΑΚΗ 19 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2015
ΤΟΥ ΘΩΜΑ                                               
  (Ιω. κ΄ 19-31)                                                                                (Πραξ. ε΄ 12-20)
Ομολογία Πίστεως
 “ο Κύριός μου και ο Θεός μου”
Χριστός Ανέστη αγαπητοί αδελφοί.  
Κλεισμένοι στο υπερώο των Ιεροσολύμων ήταν οι δέκα μαθητές (απουσίαζε ο Θωμάς). Από παντού τους έζωνε φόβος και τρόμος μετά από τα όσα έζησαν κατά τη διάρκεια του Πάθους του Διδασκάλου τους. Ιδιαίτερα μετά το μεγάλο γεγονός της Αναστάσεως ο κίνδυνος καταδίωξής τους ήταν ιδιαίτερα έντονος. Γι’ αυτό και οι αντιδράσεις τους ήταν ανάλογες.
Έτσι εξηγείται γιατί το βράδυ της Ανάστασης ήταν τρομοκρατημένοι και βρίσκονταν σε αμηχανία ως προς το τί έπρεπε να πράξουν.  Ξαφνικά όμως και χωρίς να ανοίξει η πόρτα του υπερώου εμφανίσθηκε ο Αναστάς Κύριος και είπε: «Ειρήνη υμίν». Βέβαια δεν εμφανίσθηκε με το φθαρτό ανθρώπινο σώμα, αλλά με το νέο, το αφθαρτοποιημένο.  Η εμφάνιση αυτή συνδέεται πιο πολύ με την ανάγκη να τους ενημερώσει και να τους διαβεβαιώσει ότι το έργο της σωτηρίας του ανθρώπου, στο οποίο είχαν κληθεί να γίνουν συνεργοί, θα συνεχιζόταν. Για να τούς στηρίξει στην πίστη και να μην τους αφήσει οποιαδήποτε περιθώρια αμφιβολιών, επέδειξε σ’ αυτούς τα χέρια και την πλευρά Του για να δουν τα σημάδια των πληγών Του που άφησε στο σώμα Του η Σταύρωση.
Στην παρουσία του Θωμά
«Μεθ’ ημέρας οκτώ» στον ίδιο χώρο του υπερώου, ο Αναστάς Κύριος πραγματοποιεί νέα εμφάνιση, παρόντος τώρα και του Θωμά. Προηγουμένως  οι άλλοι μαθητές φρόντισαν να τον ενημερώσουν για τα όσα συνέβησαν.  Εκείνος από υπερβολικό ζήλο για να συναντήσει τον Κύριο τους είπε: «Εάν μη ίδω εν ταις χερσίν Αυτού τον τύπον των ήλων,  και βάλω τον δάκτυλόν μου εις τον τύπον των ήλων, και βάλω την χείραν μου εις την πλευράν Αυτού, ου μή πιστεύσω». Θα πρέπει να σημειώσουμε εδώ ότι ο μαθητής του Κυρίου δεν έσπευσε να ψηλαφήσει τις πληγές του Διδασκάλου του διότι η “απιστία” του, αν μπορούσε να χαρακτηριστεί έτσι, ήταν καλή σύμφωνα με την ερμηνεία που δίνουν οι ίδιοι οι Πατέρες της Εκκλησίας μας.
Ο εσωτερικός κόσμος του Θωμά δεν διέλαθε της προσοχής του Παντογνώστη Κυρίου.  Φαινόταν καθαρά η καλή προαίρεσή του και ο μεγάλος σεβασμός που έτρεφε απέναντι στον Διδάσκαλό του.  Έτσι ο Χριστός αφού του απηύθυνε τον ίδιο χαιρετισμό, είπε αμέσως στον Θωμά: «Φέρε τον δάκτυλό σου εδώ και βάλε το χέρι σου στην πλευρά μου και μην μένεις άπιστος αλλά γίνε πιστός». Ο Κύριος του μίλησε τόσο απλά και ήρεμα που ο Θωμάς συγκλονίστηκε από τα βάθη της ψυχής του.  Δονήθηκαν τόσο όμορφα οι χορδές της καρδιάς του που αντί για μουσική μελωδία απέδωσαν τη σωτήρια ομολογία: «Ο Κύριός μου και ο Θεός μου».
Η ομολογία αυτή του Θωμά που είναι ομολογία πίστεως στην Θεότητα του Κυρίου μας, μπορεί να αποδίδεται και από τις χορδές της δικής μας καρδιάς και να εκπέμπεται σαν πράξη καθημερινής ζωής.  Αυτό σημαίνει ότι η ομολογία του Θωμά μπορεί να εκφράζεται στην καθημερινή μας ζωή ως μια γεννήτρια πίστεως που να μας υποκινεί να επαναλαμβάνουμε κι’ εμείς με τον δικό μας τρόπο: “Ο Κύριός μου και ο Θεός μου”.
Αγαπητοί αδελφοί, η  ομολογία πίστεως προς το Σωτήρα Χριστό δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο φραστικά αλλά θα πρέπει να λειτουργεί σαν  οδοδείκτης στην πορεία του κάθε ορθόδοξου Χριστιανού που ακολουθεί για να ενωθεί με το Θεό.  Η αναγνώριση της θεότητας του Αναστημένου Κυρίου μας γίνεται ιδιαίτερα μετά από την άξια συμμετοχή μας στο Ευχαριστιακό Δείπνο, το οποίο μάς προσφέρει σε κάθε Θεία Λειτουργία ως ευκαιρία για να συνδεθεί το θνητό με το αθάνατο, το φθαρτό με το άφθαρτο. Γι’ αυτό και μετά τη μετάληψη της Θείας Κοινωνίας διακηρύσσουμε με ισχυρή βεβαιότητα ότι «είδομεν το Φως το αληθινόν» που παραπέμπει με τον πιο αυθεντικό τρόπο στο «ο Κύριός μου και ο Θεός μου».
Χριστάκης Ευσταθίου, Θεολόγος

Επιστροφή από την άλλη ζωή

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!!!
               ΑΛΗΘΩΣ Ο ΚΥΡΙΟΣ!!!
Επιστροφή από την άλλη ζωή

Στην Καλύβα «Ευαγγελισμός της Θεοτόκου» της Αγίας Άννης Αγίου Όρους ασκήθηκε με άκρα υπακοή και ταπείνωσι ο μοναχός Ευλόγιος ο οποίος τελειώθηκε στα 1885 σε ηλικία 95 ετών.
Κατά κοινή ομολογία των Πατέρων της Σκήτης ο Γέρο-Ευλόγιος, πριν ακόμη παραδώση την ψυχή του, δέχθηκε τα εναέρια πνεύματα σε μια φρικτή απολογία, η οποία διήρκεσε 24 ώρες.
Οι πάντες έβλεπαν τον μελλοθάνατο αδελφό να κινή το κεφάλι του πότε δεξιά και πότε αριστερά και συγχρόνως ν' απολογήται στις εναντίων του κατηγορίες των δαιμόνων με τις ερωτήσεις: «Πού, πότε, Πού, πότε;». Αυτό γινόταν συνέχεια χωρίς διακοπή. Πολλοί από τους παριστάμενους δοκίμασαν να κρατήσουν το κεφάλι του, ώστε να μη κινήται συνεχώς, αλλά στάθηκε αδύνατον.
Πολλές φορές έλεγε: «Όχι, δεν έγινε αυτό, λέτε ψέματα. Για εκείνο που με κατηγορείτε, έκανα μετάνοια. Και πάλι συνέχιζε: «Πού, πότε;». Έτσι, χωρίς να ειπή τίποτε στους άλλους μοναχούς, παρέδωκε το πνεύμα, χωρίς καμμιά άλλη πληροφορία.
Εκ του βιβλίου: ψυχωφελείς οπτασίες γιά την άλλη ζωή

Η Ζωοδόχος Πηγή και ο ομώνυμος ναός της Κωνσταντινούπολης

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ !!!
               ΑΛΗΘΩΣ Ο ΚΥΡΙΟΣ!!!Η Ζωοδόχος Πηγή και ο ομώνυμος ναός της Κωνσταντινούπολης

του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου, δασκάλου
ΤΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ: Η εορτή της Ζωοδόχου Πηγής είναι γιορτή της Παναγίας μας.
Γράφει το συναξάρι της ημέρας: ≪Την Παρασκευή της Διακαινησίμου εορτάζουμε τα εγκαίνια του ναού της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών και Θεομήτορος, της Ζωηφόρου Πηγής.
Ακόμη ενθυμούμαστε και τα υπερφυή θαύματα που έγιναν στον Ναό αυτό από την Μητέρα του Θεού≫. Ένα από τα πολλά ονόματα της Θεοτόκου είναι και το Παναγία Ζωοδόχος Πηγή, αφού γέννησε την Ζωή, που είναι ο Χριστός. Το όνομα αυτό αποδόθηκε πρώτη φορά στην Παναγία από τον Ιωσήφ τον Υμνογράφο (9ος αι.).
Η γιορτή αναφέρεται στα εγκαίνια του Ιερού Ναού της Παναγίας, γνωστού ως ≪Η Ζωοδόχος Πηγή στο Μπαλουκλί≫, έξω από τα θεοδοσιανά τείχη της Κωνσταντινούπολης, κοντά στη δυτική πύλη της Σηλυβρίας, όπου υπήρχαν τα λεγόμενα "παλάτια των πηγών", θέρετρα Βυζαντινών Αυτοκρατόρων. Εκεί υπήρχε πηγή αγιάσματος που επιτελούσε και επιτελεί πολλά θαύματα.
Ο ΟΜΩΝΥΜΟΣ ΝΑΟΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ: Ο Ιερός Ναός της Ζωοδόχου Πηγής στην Πόλη ανεγέρθηκε από τον αυτοκράτορα Λέοντα τον Θράκα, που, πριν ακόμη γίνει αυτοκράτορας ως απλός στρατιώτης, συνάντησε έναν τυφλό έξω από την Χρυσή Πύλη της Κωνσταντινούπολης. Ο τυφλός του ζήτησε νερό να πιει και ο Λέων αναζήτησε την πηγή του νερού στην περιοχή, η οποία ήταν κατάφυτη από δένδρα, αλλά δεν μπόρεσε να την ανακαλύψει. Η διήγηση προσθέτει πως ο Λέων λυπήθηκε που δεν βρήκε νερό να δώση στον τυφλό. Άκουσε τότε φωνή να του λέγη: ≪Βασιλιά Λέοντα≫, ενώ ακόμη ήταν στρατιώτης, “να εισέλθεις βαθύτερα στο δάσος, και αφού λάβεις με τις χούφτες σου το θολερό αυτό νερό, να ξεδιψάσεις τον τυφλό και να του πλύνεις τα μάτια, και τότε θα γνωρίσεις ποια είμαι εγώ που κατοικώ στο μέρος αυτό”.
Ο Λέων έκανε αμέσως όπως τον διέταξε η φωνή και ο τυφλός είδε το φως του. Η φωνή εκείνη ήταν της Παναγίας. Όταν ο Λέων έγινε αυτοκράτορας (457-474), με ευγνωμοσύνη έκτισε στο μέρος εκείνο του αγιάσματος Ιερό Ναό προς τιμήν της Παναγίας, της Ζωοδόχου Πηγής. Όταν κατέρρευσε ο Ναός από τον χρόνο, ο Ιουστινιανός, χρησιμοποιώντας υλικά που περίσσεψαν από την Αγία Σοφία, ανοικοδόμησε τη Ζωοδόχο Πηγή καθιστώντας το ναό πιο μεγαλοπρεπή από τον παλαιότερο, ενώ αργότερα ο Βασίλειος Α΄ο Μακεδών, μετά από σεισμό, ανέλαβε την ανακαίνισή του(869). Το 536 μ.Χ. στη Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως, υπό τον Πατριάρχη Μηνά 536 - 552 μ.Χ.), λαμβάνει μέρος και ο Ζήνων, ηγούμενος ≪του Οίκου της αγίας ενδόξου Παρθένου και Θεοτόκου Μαρίας εν τη Πηγή≫. Ο Ναός αυτός κατέρρευσε τον 15ο αιώνα. Ο Pierre Gylles σημειώνει ότι εκείνο το έτος η εκκλησία δεν υπήρχε πια, αλλά οι ασθενείς εξακολουθούν να επισκέπτονται την Πηγή. Το 1825 το αγίασμα καταστράφηκε από γενιτσάρους κατά την εξέγερσή τους. Το 1833 ο Πατριάρχης Κωνστάντιος Α΄ μέ άδεια του Σουλτάνου ξαναέκτισε τον Ναό πάνω στα ερείπια του παλαιού. Τα επίσημα εγκαίνια έγινανστις 2 Φεβρουαρίου του 1835 από τον ίδιο τον Πατριάρχη στο Μπαλουκλί. Μπαλουκλί σημαίνει τόπος με ψάρια, αφού στην δεξαμενή της Πηγής υπάρχουν ψάρια. Σήμερα, εκτός από τη μεγάλη εκκλησία, λατρευτικό κέντρο του κτιριακού συγκροτήματος αποτελεί ο υπόγειος ναός της Ζωοδόχου Πηγής, όπου βρίσκονται η δεξαμένη με το αγίασμα και τα ψάρια.
Aκόμη και Tούρκοι και Tουρκάλες πηγαίνουν στην εκκλησία αυτή, παίρνουν αγιασμένο νερό και θεραπεύονται. Αξίζει να σημειώσουμε ότι το 1955 ο ναός βεβηλώθηκε από άτακτα στίφη Τούρκων που όρμησαν διαλύοντας τα πάντα κατά την περίοδο των λεγόμενων Σεπτεμβριανών, του ξεσπάσματος δηλαδή των βαρβάρων κατά κάθε τι χριστιανικού και ελληνικού που υπήρχε στην Πόλη.
ΤΑ ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΗΣ Ζ. ΠΗΓΗΣ ΣΕ ΕΠΩΝΥΜΟΥΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΥΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ: Στον ναό αυτό επιτελούνταν πολλά θαύματα με χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτό της λύσεως της στειρώσεως της αυτοκράτειρας Ζωής. Εκεί θεραπεύθηκαν επίσης οι αυτοκράτορες Ιουστινιανός, Λέοντας ο Σοφός, Ρωμανός Λεκαπηνός, ο Ανδρόνικος Γ, ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Στέφανος, ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Ιωάννης, πολλοί ανώτατοι αξιωματούχοι της αυτοκρατορίας, αλλά και κληρικοί, μοναχοί, απλοί Χριστιανοί. Τον 14ο αιώνα ο Νικηφόρος Κάλλιστος παραθέτει έναν κατάλογο 63 θαυμάτων.
ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΣΗ: Η πρωτότυπη εικόνα της Παναγίας της Ζωοδόχου Πηγής παρουσιάζει την Παναγία μέσα σε ένα συντριβάνι από το οποίο χύνεται άφθονο νερό, να κρατά στην αγκαλιά της τον Χριστό που ευλογεί. Δύο άγγελοι την στεφανώνουν κρατώντας ειλητάριο που γράφει: ≪Χαίρε ότι υπάρχεις βασιλέως καθέδρα, χαίρε ότι βαστάζεις τον Βαστάζοντα πάντα≫. Γύρω από το συντριβάνι εικονίζονται πολλοί ασθενείς με ποικίλες ασθένειες. Δέχονται το αγίασμα με το οποίο τους ραντίζουν οι υγιείς. Στην άκρη ζωγραφίζεται μια δεξαμενή με ψάρια.
Η ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΖΩΔΟΧΟΥ ΠΗΓΗΣ: Η σημερινή εορτή είναι α΄ Κινητή εορτή, διότι εξαρτάται από την ημέρα του Πάσχα και συνεπώς δεν εορτάζεται σε συγκεκριμένη ημερομηνία, όπως και άλλες μεγάλες εορτές (Ανάληψη, Πεντηκοστή, κ.ά.) Εορτάζεται ην Παρασκευή της Διακαινησίμου, δηλαδή την εβδομάδα που ακολουθεί αμέσως μετά το Πάσχα. Mετά την Aνάσταση είναι η πρώτη εορτή του Πεντηκοσταρίου. Β΄ Είναι Θεομητορική εορτή γιατί είναι μία εορτή πρός τιμήν της Παναγίας. H εορτή αυτή, σε αντίθεση με τις υπόλοιπες Θεομητορικές, έχει σχέση με τις θαυμαστές επεμβάσεις της Παναγίας πρός σωτηρίαν ανθρώπων που την επικαλέσθηκαν με πίστη. “H Zωοδόχος Πηγή μας υπενθυμίζει τα θαύματα, που έκανε η Παναγία σε ένα ωρισμένο ναό της στον τόπο εκείνο που προκαλεί τη συγκίνηση κάθε Έλληνος.” (Επ. Αυγουστίνος Καντιώτης). Όπως στο Mπαλουκλί εορτάζουν την ημέρα της Zωοδόχου Πηγής και ο ναός εκείνος της Θεοτόκου είναι πηγή θείων δωρεών, έτσι και κάθε εκκλησία που έχει ορθόδοξο παπά και λειτουργεί και τελούνται τα άγια μυστήρια, είναι μία ζωοδόχος πηγή. Και προσθέτει ο Μακαριστός Αυγουστίνος: “Στήν Eκκλησία τρέχει το νερό το αθάνατο της διδασκαλίας του Kυρίου ημών Iησού Xριστού. Tο νερό αυτό που ξεδιψά πηγάζει από την υπερτάτη θυσία του Kυρίου. Tο νερό αυτό θεραπεύει. Δίνει την υγεία στις ανάπηρες και τραυματισμένες ψυχές, διά πρεσβειών της Παναγίας.”
Μεγαλυνάριον
“Ύδωρ το ζωήρυτον της Πηγής, μάννα το προχέον, τον αθάνατον δροσισμόν το νέκταρ το Θείον την ξένην άμβροσίαν το μέλι το εκ πέτρας, πίστει τιμήσωμεν.”
Πηγή

ΕΚΔΗΛΩΣΗ-ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΗΣ Ε.ΡΩ.

Άγιος Μακάριος ο Νοταράς (+1805)

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!!!
              ΑΛΗΘΩΣ Ο ΚΥΡΙΟΣ!!!
Αγιορείτης Άγιος
Μνήμη 17 Απριλίου


Ο Άγιος Μακάριος (κατά κόσμον Μιχαήλ) γεννήθηκε το 1731 στα Τρίκαλα της Κορινθίας και καταγόταν από τη σπουδαία οικογένεια των Νοταράδων. Ο πατέρας του Γεωργαντάς (ή Γεώργιος), πρόκριτος της περιοχής Κορινθίας, απέκτησε από το γάμο του με την ενάρετη Αναστασία εννιά παιδιά. Από τον Ευστάθιο, δάσκαλο από την Κεφαλληνία, διδάχθηκε τα πρώτα γράμματα στο μοναστήρι της Παναγίας. Έδειξε την κλήση του προς τα έργα της ευσέβειας και την αγάπη του προς την Εκκλησία από μικρός. Ως επιστάτης των οικογενειακών κτημάτων απέτυχε αφού όχι μόνο δεν μπορούσε να εισπράξει τα ενοίκια από τους χωρικούς αλλά μοίραζε και τα δικά του στους φτωχούς. Ο πατέρας του δεν του επέτρεψε να γίνει μοναχός στη Μονή του Μεγάλου Σπηλαίου και έτσι επιδόθηκε στη μελέτη των θείων γραφών και πατερικών κειμένων.
Μετά το θάνατο του δασκάλου του ανέλαβε δωρεάν για έξι χρόνια να διδάξει τους μαθητές της Κορίνθου. Αυτό δημιούργησε το μεγάλο θαυμασμό και την εκτίμηση των συμπολιτών του με αποτέλεσμα το 1764 όλος ο κλήρος και ο λαός της περιοχής να ζητήσει από το Οικουμενικό Πατριαρχείο να τον χειροτονήσει ως επίσκοπο Κορίνθου μετά τη χηρεία του μητροπολιτικού θρόνου. Ο άγιος Μακάριος θεώρησε την ομόφωνη γνώμη κλήρου και λαού ως κλήση Θεού και δέχθηκε το αξίωμα της Αρχιεροσύνης. Κατά την χειροτονία του ονομάσθηκε Μακάριος.
Ως αρχιερέας έκανε μεγάλο αναμορφωτικό έργο. Φρόντισε για την επιμόρφωση του κλήρου. Έπαυσε τους αγράμματους ή υπέργηρους κληρικούς και όσους είχαν αναμειχθεί σε πολιτικά ζητήματα. Πρόσεχε πολύ τις χειροτονίες του και ήταν πιστός τηρητής των ιερών κανόνων. Φρόντισε για την ίδρυση σχολείων και για το κήρυγμα της μετανοίας στο ακαλλιέργητο λαό της επαρχίας του.
Το έργο του διέκοψε ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος (1768-1774). Μετά την καταστολή της εξέγερσης λόγω των αιματηρών αντιποίνων των Τούρκων κατέφυγε με την οικογένειά του στη αρχή στη Ζάκυνθο, στην οποία για τρία χρόνια δίδασκε το λαό, και μετά στη Ύδρα. Ποτέ δεν επέτρεψε στην επαρχία του. Αντικαταστάθηκε χωρίς να παραιτηθεί από νέο επίσκοπο που αναγκάσθηκε μετά από πιέσεις να διορίσει το Οικ. Πατριαρχείο. Από τότε υπογράφει «ο από Κορίνθου Μακάριος».
Στην Ύδρα συνάντησε τον μετέπειτα συνεργάτη του άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, τότε λαϊκό Νικόλαο, και τον «εξακουστό Σίλβεστρο τον ερημίτη» μεγάλη ασκητική προσωπικότητα. Από την Ύδρα πήγε στη Χίο και μετά στο Άγιον Όρος το 1777. Έμεινε στο βατοπαιδινό Κελλί του Αγίου Αντωνίου κοντά στον συντοπίτη του Γερο - Δαβίδ. Εκεί έγινε η σημαντική συνάντησή του με το μοναχό της Μονής Διονυσίου άγιο Νικόδημο στον οποίον παρέδωσε χειρόγραφο τη «Φιλοκαλία» για να διορθώσει τα σφάλματα που υπήρχαν, να ετοιμάσει πρόλογο και σύντομους βίους των αγίων συγγραφέων του έργου. Το περιεχόμενο της «Φιλοκαλίας» το αντέγραψε από χειρόγραφα αγιορειτικών βιβλιοθηκών «προπάντων όμως εις την βιβλιοθήκην της ενδόξου και μεγάλης μονής του βατοπαιδίου ανακάλυψε θησαυρόν, ήτοι βιβλίον περί ενώσεως του νοός μετά του Θεού, συλλεχθέν εις αρχαίους χρόνους υπό μεγάλων ζηλωτών εκ πάντων των αγίων, και έτερα περί προσευχής ...» όπως γράφει σε επιστολή του ο όσιος Παΐσιος Βελιτσκόφσκυ. Το πυρήνα της Φιλοκαλίας πήρε ο άγιος Μακάριος από το Βατοπαιδινό Κώδικα 605 του 13ου αιώνα όπως υποστηρίζει ο καθηγητής κ. Α. Ταχιάος. Η «Φιλοκαλία» εκδόθηκε το 1782, αποτέλεσε σταθμό στην ορθόδοξη πνευματική ζωή και δίκαια ο άγιος Μακάριος ονομάσθηκε Γενάρχης του φιλοκαλισμού.
Η σχέση του αγίου Μακαρίου με τη μονή Βατοπαιδίου καλλιεργήθηκε μέσω της σχολής της Αθωνιάδος. Ο Σχολάρχης, μετέπειτα βιογράφος και ακόλουθος του αγίου στη Χίο, Άγιος Αθανάσιος ο Πάριος έχει ως σύμβουλό του τον πρώην Κορίνθου Μακάριο. Ο άγιος Μακάριος γίνεται ο πνευματικός καθοδηγητής της Σχολής. Στο Κελλί του Αγίου Γεωργίου των Σκουρταίων έγινε μεγαλόσχημος μοναχός από τον ενάρετο Γέροντα Παρθένιο.
Αφού συμμετείχε στο αναγεννητικό και αναμορφωτικό κίνημα των ιεροπρεπών Κολλυβάδων μετέβει στη Χίο, μετά στη Πάτμο, στην οποία παρέμεινε στο Κάθισμα των Αγίων Πάντων Κουμάνας περίπου δέκα χρόνια. Αφού τακτοποίησε κληρονομικές του υποθέσεις στην Ύδρα και την Κόρινθο επέστρεψε στη Χίο στην οποία παρέμεινε τα τελευταία δώδεκα χρόνια της ζωής του ασχολούμενος με άσκηση, μελέτη, συγγραφή και διδασκαλία.
Το ταπεινό Κελλί του βρίσκεται στο ναό των Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου, που μετά την κοίμηση του είναι γνωστό με το όνομα Άγιος Μακάριος έγινε «φροντιστήριο, θεραπευτήριο, διδακτήριο και εξομολογητήριο πολλών ευλαβών Χιωτών αλλά και θύρα ελέους». Με το κήρυγμα του ωφελούσε τους πάντας. Όπως γράφει ο βιογράφος του: «Πως ήτον βολετόν να μην ωφελούνται οι Χριστιανοί εκείνοι, οι οποίοι πρώτον μεν έβλεπον ένα Αρχιερέα Κορίνθου να τους διδάσκη με ένα σχήμα ταπεινότατον, με ενδύματα πενιχρότατα, με ένα φαινόμενον ευτελέστατον‡ κατ' αλήθειαν, λέγω το καλυμμαύχι της κεφαλής του άλλος κανένας δεν ήθελε να καταδεχθή να φορέση».
Ο άγιος Μακάριος προετοίμαζε μέσα στα χρόνια της σκλαβιάς του γένους χριστιανούς για το μαρτύριο. Έγινε «αλείπτης», εμπνευστής, χειραγωγός, εξομολόγος των νεομαρτύρων Πολυδώρου του Κυπρίου (+1794), Θεοδώρου Βυζαντίου (+1795), Δημητρίου του Πελοπονησίου (+1803), Μάρκου του Νέου (+1801) και Αγγελή του Αργείου (+1813).
Πλήθος είναι τα έργα του, κυρίως αγιολογικά, προσωπικά ή σε συνεργασία με τους αγίους Νικόδημο Αγιορείτη και Αθανάσιο Πάριο. Ενώ ετοίμαζε το βιβλίο του «Νέον Λειμωνάριον» ασθένησε από ημιπληγία και παρέλυσε η δεξιά του πλευρά. Παρέμεινε κατάκοιτος για οκτώ μήνες προσευχόμενος συνεχώς με πολλά δάκρυα, γιατί όπως έλεγε δεν άρχισε να μετανοεί, κοινωνούσε καθημερινά και συμβούλευε όσους έρχονταν να πάρουν την ευλογία του.
Μετά τους μεγάλους αγώνες του κοιμήθηκε στις 17.4.1805. Ετάφη στη νότια πλευρά του προαυλίου του ναού των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου, όπου βρίσκεται σήμερα ο τάφος του. Ανακομιδή των τιμίων λειψάνων του έγινε το 1808. Πλήθος θαυματουργικών ιάσεων αναφέρονται σε πιστούς πού ασπάζονται τα ιερά του λείψανα. Οι κάτοικοι της Χίου τον τιμούσαν όταν ζούσε ως άγιο, τιμή που διαδόθηκε σε όλη την Εκκλησία.
Ταις αυτού αγίαις πρεσβείαις ο Θεός, ελέησον ημάς. Αμήν.

Ὁ Ἅγιος Συμεὼν ἐπίσκοπος Περσίας καὶ οἱ μαρτυρήσαντες μαζὶ μ᾿ αὐτὸν Αὐδελᾶς ὁ Πρεσβύτερος, Γοθαζάτ, Φουσίκ καὶ ἄλλοι 1150

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!!!
ΑΛΗΘΩΣ Ο ΚΥΡΙΟΣ!!!



Στὴν Περσία ὑπῆρχε χριστιανικὴ κοινότητα, ποὺ οἱ ἄνθρωποί της εἶχαν ἄμεμπτη ζωὴ καὶ μεγάλη αὐταπάρνηση, ἕτοιμοι νὰ θυσιαστοῦν γιὰ τὸ ὄνομα καὶ τὴν δόξα τοῦ Χριστοῦ.

Καρδιὰ αὐτῆς τῆς κοινότητας ἦταν ὁ ἐπίσκοπος Συμεών, παράδειγμα χριστιανικῆς ζωῆς. Οἱ Πέρσες ἔβλεπαν τοὺς χριστιανοὺς σὰν ἀγκάθι στὸ μάτι τους. Γι᾿ αὐτὸ καὶ τοὺς διέβαλαν στὸ βασιλιὰ Σαπὼρ τὸν Β´, μὲ τὸ πρόσχημα ὅτι εἶχαν ἐπαναστατικὲς διαθέσεις. Ἀμέσως ὁ Σαπὼρ διέταξε νὰ φέρουν τὸν ἐπίσκοπο δεμένο μπροστά του.

Ὁ Συμεὼν διαβεβαίωσε τὸ βασιλιὰ ὅτι ἡ χριστιανικὴ θρησκεία κάνει νομιμόφρονες πολῖτες καὶ ὄχι ἀνόητους ἐπαναστάτες. Ὁ βασιλιάς, ὅμως, ἦταν τόσο προκατειλημμένος ἐναντίον του, ποὺ διέταξε νὰ τὸν φυλακίσουν. Στὴ φυλακὴ ὁ Συμεὼν γνώρισε τὸν Γοθαζάτ, λιποτάκτη χριστιανό, ποὺ ἀλλαξοπίστησε γιὰ νὰ σώσει τὸ κεφάλι του.

Τότε ὁ Συμεών, μὲ κατάλληλο τρόπο, συγκίνησε καὶ πάλι τὴν καρδιὰ τοῦ Γοθαζὰτ γιὰ τὸ Χριστό. Ὅταν τὸ ἔμαθε αὐτὸ ὁ Σαπώρ, ὀργισμένος, ἀποκεφάλισε τὸν Συμεὼν καὶ τὸν Γοθαζάτ, καὶ ἐπιπλέον ἄλλους 1150 χριστιανοὺς ἀπὸ τὴν ἐκεῖ Ἐκκλησία, μαζὶ μὲ τὸν πρεσβύτερο Αὐδελᾶ. Ἔτσι, ὅλοι ἔδωσαν τοὺς ἑαυτούς τους, «προσφορὰν καὶ θυσίαν τῷ Θεῷ εἰς ὄσμην εὐωδίας». Δηλαδή, προσφορὰ καὶ θυσία στὸ Θεό, γιὰ νὰ εἶναι μπροστά Του μυρωδιὰ εὐωδιαστή.

Τὴν τελευταία στιγμὴ στὸ στρατόπεδο τῶν μαρτύρων, προστέθηκε καὶ ὁ κουροπαλάτης τοῦ βασιλιᾶ, ὀνόματι Φουσίκ. Ἦταν κρυπτοχριστιανὸς καὶ ὅταν εἶδε ἕναν ἀπὸ τοὺς 1150 νὰ δείχνει κάποια ταραχή, πλησίασε καὶ τὸν προέτρεψε νὰ μείνει πιστὸς μέχρι τέλους. Ὅταν τὸ ἔμαθε αὐτὸ ὁ Σαπώρ, διέταξε νὰ τὸν φονεύσουν μὲ τὸν πιὸ σκληρὸ τρόπο. Ἔτσι τοῦ ἔκοψαν τὴν γλῶσσα καὶ στὴ συνέχεια τὸν ἔγδαραν ζωντανό.

Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος δ’. Ὃ ὑψωθεῖς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ὡς ὑποφήτης τῶν ἐνθέων δογμάτων, Μαρτυρικὸν συνασπισμὸν ἐπαλείφεις, λόγοις ὁμοὺ καὶ πράξεσι πρὸς ἄθλους ἱερούς, μεθ' ὧν καὶ συνήθλησας, Συμεὼν Ἱεράρχα, καὶ Χριστῷ ἀνέδραμες, σὺν αὐτοὶς ἀνακράζων. Ἰδοὺ ἠμεῖς ὡς πρόβατα σφαγῆς, τὴ σῆ ἀγάπη, Σωτὴρ ἐλογίσθημεν.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον 

Ἦχος πλ. α’.
Τῶν ἁγίων Μαρτύρων τά κατορθώματα, οὐρανῶν αἱ δυνάμεις ὑπερεθαύμασαν, ὅτι ἐν σώματι θνητῷ τόν ἀσώματον ἐχθρόν, τῇ δυνάμει τοῦ Σταυροῦ ἀγωνισάμενοι καλῶς, ἐνίκησαν ἀοράτως, καὶ νῦν πρεσβεύουσι τῷ Κυρίῳ, ἐλεηθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Κοντάκιον 
Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ἐκ Περσίδος ἔλαμψας ὡς ἑωσφόρος, Συμεών μακάριε, δῆμον Ἁγίων Ἀθλητῶν, ἔχων ἡμῖν συνανίσχοντας, ὥσπερ ἀστέρας· μεθ᾽ὧν εὐφημοῦμέν σε.

Μεγαλυνάριον
Αἴγλῃ τοῦ Ἡλίου τοῦ νοητοῦ, κατηγλαϊσμένος, ἱερώτατε Συμεών, μετὰ τῶν συνάθλων, πυρσολατρῶν τὸ σκότος, διέβης ἀπροσκόπτως, φέγγει ἀθλήσεως.

Ὁ Ἅγιος Ἀγαπητὸς Πάπας Ῥώμης

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!!!
              ΑΛΗΘΩΣ Ο ΚΥΡΙΟΣ!!!



Ὑπῆρξε 58ος στὴ σειρὰ τῶν Παπῶν τῆς Ῥώμης καὶ κλήθηκε στὸν ποντιφικὸ θρόνο τὸ 535 μ.Χ. Ἦταν ἀσκητικὸς τύπος καὶ ἄνθρωπος μεγάλης ἀρετῆς. Γιὰ τὴν αἵρεση τῶν μονοφυσιτῶν πῆγε στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου καθήρεσε τὸν Πατριάρχη Ἄνθιμο Α´ ἀπὸ τὴν Τραπεζοῦντα, γιὰ τὰ ὄχι καλὰ φρονήματά του, καὶ μὲ σύνοδο ὑπὸ τὴν προεδρία του ἀνέδειξε Πατριάρχη τὸν Πρεσβύτερο Μηνᾶ, κληρικὸ εὐσεβέστατο καὶ Ὀρθόδοξο. Στὴν Κωνσταντινούπολη ἔτυχε μεγάλης ὑποδοχῆς ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Ἰουστινιανό, τὸν κλῆρο καὶ τὸν λαό.

Στοὺς Συναξαριστὲς βρίσκουμε καὶ τὶς ἑξῆς διηγήσεις γι᾿ αὐτόν: Ὅτι κατὰ τὸ ταξίδι του, σ᾿ ἕνα Ἑλληνικὸ λιμάνι βρῆκε κάποιο ἄνθρωπο ἄλαλο ἀπὸ τὴν γέννησή του καὶ ἀνίκανο νὰ βαδίζει.

Τὸ θέαμα ἦταν ἐλεεινὸ καὶ ἡ καρδιὰ τοῦ Πάπα Ἀγαπητοῦ ἐλέησε τὸν πάσχοντα. Μόνο μὲ τὴν ἁφή του, τοῦ ἀπόδωσε τὴν ὑγεία τῶν ποδιῶν του, κατόπιν ἔβαλε στὸ στόμα του τὴν θεία Κοινωνία καὶ ἔλυσε καὶ τὰ δεσμὰ τῆς γλώσσας του.

Ἄλλο θαῦμα ἔκανε στὴν Κωνσταντινούπολη, μὲ τὸ νὰ θεραπεύσει ἕναν τυφλό, ποὺ συνάντησε στὴ Χρυσὴ πύλη.

Ὁ Πάπας Ἀγαπητὸς πέθανε τὸ 536 στὴν Κωνσταντινούπολη, ἕνα χρόνο μετὰ τὴν ἐνθρόνισή του.

ΕΠΙ ΤΟΝ ΙΟΡΔΑΝΗΝ ΔΡΑΜΩΜΕΝ!

  « Τήν Βηθλεέμ ἀφέμενοι, τό καινότατον θαῦμα, πρός Ἰορδάνην δράμωμεν, ἐκ ψυχῆς θερμοτάτης, κἀκεῖσε κατοπτεύσωμεν τό φρικτόν Μυστήριον· θεοπ...