Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 14, 2013

Κυριακὴ μετὰ τὴν Ὕψωσιν του Τιμίου Σταυρού.π. Στυλιανός Μακρής




λπιδοφόρος γι τος ποφασισμένους κα ληθινος πιστος  σημερινς λόγος το Κυρίου: «ποιος χάσ τν ζωή του γι χάρη Μου κα γι χάρη τοΕαγγελίου ατς θ τν σώσ»· πιβεβαιωμένος στ μαρτύριο το αματοςκατομμυρίων μαρτύρων, παλαιν κα συγχρόνων, πο χασαν τ ζωή τους, γιν μν ρνηθον Ατν πο τος τν χάρισε· προκλητικς γι να κόσμο προκλητικς νηθικότητος· διαμφισβήτητος, ποσχετικ ληθινς γι τοςγωνιστς τς πνευματικς ζως, τος ωμαλέους κα φόβους μονομάχους στν ρένα το πόνου, ατος πο δν δειλίασαν κα δν δειλιάζουν στκουσμα κα στέκονται μ νδρεία κα σεβασμ στ μυστήριο το θανάτου.

Ο χριστιανο βιώνουμε καθημεριν τν θάνατο στπρόσωπο το ρχηγο τς πίστεώς μας, πο πεθαίνει κανασταίνεται μυστηριακμέσα στ θεία λειτουργία, γιν μς χαρίσ τν ζωή Του.σοι εναι νωμένοι μ τν Χριστ δν φοβονται τν θάνατο, γιατ  Χριστς δν κρατ τν νάσταση μόνο γι τν αυτό Του, φο «οχαυτ ρεσεν», δν κανε τίποτε γωϊστικά,  γάπη Του «ο ζητε τ αυτς». Γι’ ατ κα  πρ Χριστοθάνατος, τεκμηριώνει φ’ νς τν ν Χριστ ζωή, μι κα δν μπορες νπεθάνς γι τν Χριστό, ν δν ζς ν Χριστφ’ τέρου σφραγίζει ατν τν ζω ες τ διηνεκές, τν κατοχυρώνει αωνίως, δικαιώνοντας τν πρ Χριστοθανόντα.
ν ρωτούσαμε τος φέροντας τν διότητα το χριστιανον θελαν νμαρτυρήσουν γι τν Χριστ  ν χουν να θάνατο ερηνικ σ βαθειγεράματα,  συντριπτικ πλειοψηφία θ προτιμοσε τν δεύτερη πιλογή, τνντικατοπτρίζουσα σαφς κα τ εδος τς ν Χριστ ζωή τους.  διαφορία, λιγοπιστία,  χαλαρότητα,  πνευματικ τεμπελιά,  γάπη γι ατν τν ζωκα  νάγκη γι τν ξασφάλισή της μέχρι τέλους,  τρόμος στ νδεχόμενο τςπώλειά της, ποκαλύπτουν τ σωτερικό μας περιεχόμενο κα τν τρόπο ποντιλαμβανόμαστε κα διαχειριζόμαστε κα τν ζω κα τν θάνατο. 
Σαφέστατα λοι συμφωνομε πς  θάνατος εναι ξένος πρς τν φύση μας,ρα κα καθολικς ποῤῥιπτέος. ντούτοις, κα φ’ σον «πόκειται τοςνθρώποις παξ ποθανεν», φ’ σον δηλαδ λοι ο νθρωποι θ πεθάνουν κα μετ κολουθε  φοβερ κρίσις το Θεο, εναι προτιμώτερο γι τος θερμς πιστεύοντας στν Χριστ ν σώσουν τν ψυχή τους, ν περισώσουν τν ζωή τους, ταν τος δοθ  εκαιρία τς μολογίας κα το μαρτυρίου. Ο ρνητς το Χριστο εναι ραστς το βίου κα ο ραστς το Χριστο εναι ρνητς τοβίου γι χάρη Του. Κα ο μν κα ο δ γαπον τν ζωή, πργμα διόλου μεμπτό.μως ο τελευταοι τν βάζουν σ δεύτερη μορα, γι ν ξασφαλίσουν νωρίτερα τ πρτο κα νώτερο, π τ ποο τίποτε δν μπορε ν τος χωρίσ, οτε θλψις, οτε στενοχωρία  διωγμς  λιμς  γυμνότης  κίνδυνος  μάχαιρα,πως λέγει  πόστολος Παλος, λλ κα τίποτε τερπν κα μάταιο το κόσμου τούτου. κολουθον τν Χριστ κα αρουν τν Σταυρ τς μολογία Του. Ξέρουντι, κι ν πεθάνουν βιολογικά, θ ζήσουν ληθιν κοντά Του.
Τν τελευταο καιρ παρακολουθε κοιν γνώμη τν σφαγ ρθοδόξων καχριστιανν λλων μολογιν σ χρες,που κυριαρχε  σλαμισμός. Τ μσος κα κακία τν πλανεμένων φανατικν θτος κατατάξ ατομάτως καατοδικαίως στν αώνια κόλαση, π’που θ βλέπουν λάμποντες πρ τνλιον τος γίους μάρτυρες δίπλα στν Θεό. Στ σχατα χρόνια  πόλεμος τν δαιμόνων κατ τς ληθείας γίνεταιλοένα κα σκληρότερος μ τάσεις κορύφωσης σ μέρες ποκαλύψεως. φθόνος το πονηρο κατ τν ρθοδόξων μεγαλώνει, καθς πλησιάζει τ τέλος τςστορίας. Δν θ σς χαϊδέψω τ ατιά,δελφοί μου, δν θ σς π ομαντικλόγια. Πρέπει πιτέλους ν νδρωθτε πνευματικ κα ν κοιτάξετε τν λήθεια κατάματα, τν λήθεια πο εναι πολ σκληρή! Δν θ ντραπ κα δν θ φοβηθ ν π τι κάποιοι π σς θμαρτυρήσουν γι τν Χριστό, σως ρισμένοι -λίμονο- ν Τν παρνηθον. 
Ο καιρο εναι πονηροί, δύσκολοι, κα χρειάζεται γενναιότητα κα σωστπιλογή, ν θέλουμε ν σωθομε. Κάποιοι θ γίνουν γιοι, κάποιοι π σς, κάποια π τ παιδιά σας κα τ γγόνια σας, ν λλοι θ κατακριθον κα θκαταδικαστον σ κόλαση αώνια. Τ πράγματα μ τν Χριστ εναι ξεκάθαρα. Δν πάρχει τρίτη πιλογή.  μ τν Χριστό μας  μ τν διάβολο.  μ τν Σταυρό μας  μ τν κοσμικ ζωή μας. Σαφς κα δν θ κληθον λοι ν Τνμολογήσουν μ τ αμα τους, σαφς κα  μολογία το Χριστο γιότητα, σωτηρία, δν ξαντλονται στν θάνατο. Μπορομε κα πρέπει πρωτίστως νΤν μολογομε μ τν ζωή μας, μ τν μετάνοιά μας, μ τν συμμετοχή μας στθεα μυστήρια, μ τν στάση μας πέναντι στν κόσμο, μ τν τρόπο ποπολιτευόμαστε μέσα σ’ ατόν. πωσδήποτε μως, ν κληθομε, ν Τνμολογήσουμε κα μ τ αμα μας. 
 Χριστς μς διεκδικε· μς διεκδικε γι τ δικό μας καλό, γι ν μς χαρίστν σωτηρία. Μακάρι λοι ν νταποκριθομε θετικς, στε ν διεκδικήσουμε κι μες τν θεότητά Του κατ χάριν.


Κυριακή Μετά την ΎψωσινὌστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν» π.Αλέξιος Αλεξόπουλος

«Ὄστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν» - «Ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δέ ἐν ἐμοί Χριστός». Μπορούμε να πούμε πως με τον σημερινό του λόγο ο Χριστός κλιμακώνει τις απαιτήσεις του από τους υποψήφιους μαθητές του. Αν θυμηθούμε την πρώτη τους συνάντηση στην λίμνη της Γαλιλαίας τους καλεί να τον ακολουθήσουν, «Δεῦτε ὀπίσω μου», αφήνοντας τα πλοία του και γενικότερα τα υπάρχοντά τους στην ακρογιαλιά. Αργότερα, τους ανεβάζει σε ψηλότερο σκαλοπάτι ζητώντας τους να απαρνηθούν τους ανθρώπους που τους κρατούσαν δέσμιους συναισθηματικά: «ὁ φιλῶν πατέρα ἤ μητέρα ὑπέρ ἐμέ οὐκ ἔστι μου ἄξιος». Τώρα, αποδεσμευμένοι από υλικούς και συναισθηματικούς δεσμούς, τους καλεί (ταυτόχρονα και όλους εμάς), για την πιο βαριά απάρνηση. «Ὄστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν». Την ΑΥΤΑΠΑΡΝΗΣΗ. Το πνεύμα της θυσίας και της κακοπάθειας. Το αντίθετο της φιλαυτίας. Όλα πλέον περνούν από το κόσκινο – το κριτήριο του Θεού: τι θέλει ο Θεός; Τι θα έκανε ο Χριστός; Πως θα μιλούσε αυτός; Τι επιθυμεί ο Θεός; Αυτό δε σημαίνει παραίτηση από τη ζωή, αλλά απόφαση για ένα άλλον τρόπο ζωής, όπου πρότυπό μας και παράδειγμά μας είναι ο Χριστός. Και η αγάπη του Χριστού και ο πόθος της αιώνιας ζωής κοντά Του είναι οι πηγές από τις οποίες αντλούμε δυνάμεις για να μπορούμε να αγωνιζόμαστε!
π. Αλέξιος Αλεξόπουλος

Ομιλία στο ευαγγέλιο της Κυριακής μετά την Ύψωση του Τιμίου Σταυρού, του + Μητροπολίτου Νικοπόλεως π. Μελετίου Καλαμαρά

Ομιλία στο ευαγγέλιο της Κυριακής μετά την Ύψωση του Τιμίου Σταυρού, του μακαριστού Μητροπολίτου Νικοπόλεως π. Μελετίου Καλαμαρά
ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΥΨΩΣΗ
(Μαρκ. 8, 34 – 9, 1)
Ὅποιος θέλει

Σήμερα, ἀκούσαμε στό Εὐαγγέλιο κάποια λόγια τοῦ Κυρίου, τά ὁποῖα ἐνῶ εἶναι τά γλυκύτερα πού μπορεῖ κανείς νά φαντασθεῖ στόν κόσμο, μᾶς φαίνονται λιγάκι δύσκολα καί βαρειά.
Ποιός εἶναι ὁ λόγος πού μᾶς φαίνονται δύσκολα καί βαρειά;
Μιλᾶνε γιά μιά αὐταπάρνηση.
Εἶπε ὁ Χριστός: «Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν».
Τά πρῶτα λόγια, οὕτως ἤ ἄλλως μᾶς εἶναι γλυκύτατα γιατί λένε: «Ὅποιος θέλει». Βούρδουλα ὁ Χριστός δέν ἔχει. Πίεση δέν ἀσκεῖ σέ κανένα. Ἐπιβολή καί αὐστηρότητα δέν δείχνει. Ὁ Θεός, εἶναι Θεός τῆς ἐλευθερίας. Καί ὁ Χριστός, εἶναι ὁ Υἱός τῆς μεγάλης ταπεινώσεως. «Ὅποιος θέλει νά ἔλθει ὀπίσω μου· νά μέ μιμηθεῖ».
Πηγαίνω πίσω ἀπό κάποιον σημαίνει ὅτι πάω κοντά του, τόν μιμοῦμαι. Σέ τί νά τόν μιμηθεῖ κανείς τόν Χριστό;
Στήν ὑπακοή πού ἔκανε στόν Πατέρα του.
Γιά χάρη τῆς σωτηρίας μας, κατέβηκε ἀπό τόν οὐρανό καί ἦλθε στή γῆ, ὄχι νά καλοπεράσει, οὔτε νά πάρει, ἄς ἐπιτραπεῖ ἡ ἔκφραση, ἕνα καφέ καί νά φύγει, ἀλλά ἦλθε καί ὑβρίσθηκε καί κακοπάθησε καί τόν ἐσταύρωσαν. «Ὅποιος λοιπόν θέλει νά ρθεῖ κοντά μου».
Ἀλλά γιατί νά πᾶμε κοντά στόν Χριστό;
Ἡ ἀπάντηση εἶναι γιά νά ἔχομε ζωή. Τί ζωή; Ἀληθινή ζωή. Πολλά λέγονται «ζωή» καί πολλά τά λένε «ζωή». Ἀλλά μερικά ἀπό αὐτά πού τά λέμε ζωή, δέν εἶναι ζωή, εἶναι θάνατος.
Γι' αὐτό καί ὁ Χριστός ἐπεξήγησε τά λόγια του. «Ὅποιος θέλει νά «φτειάξει» τή ζωή του, τήν ψυχή του, τήν καλή του διάθεση, νά κάνει ὄμορφη ἐδῶ στή γῆ τή ζωή του, τελικά θά χάσει: ψυχή, ζωή, διάθεση. Καί ὅποιος προτιμήσει ἀκούοντας τόν λόγο μου, καί προσπαθώντας νά τόν κατανοήσει, νά χαλάσει τή ζωή του, μέ τήν ἔννοια πού τό ἐννοῦν μερικοί, ἐδῶ στή γῆ, αὐτός θά διατηρήσει τή ζωή του γιά πάντα. Εἰς ζωήν αἰώνιον φυλάξει αὐτήν».
Ἐρώτημα τώρα. Γιά πόσο θέλεις ἐσύ τή ζωή σου καλή;
Γιά ἕνα μήνα, γιά μιά βδομάδα;...
Θά τό δεχόσουνα ποτέ ἅμα σοὔλεγαν, ἀπόλαυσε γιά λίγο ἐκεῖνο καί ἐκεῖνο, ἀλλά μετά θά γίνεις ἕνας ἄχρηστος γιά ὅλη σου τή ζωή; Ἕνα διαλελυμένο ὄν; Πού θά ὑποφέρεις; Πού θά μένεις σέ ἕνα κρεβάτι καί θά βασανίζεσαι; Θά τό ἔκανες ποτέ; Ὄχι!
Θέλομε ζωή, αἰώνια ζωή. Παντοτινή ζωή.
Θεμέλιο, ἡ ἐπίγνωση τοῦ Χριστοῦ
Ἀλλά γιά νά προτιμήσει κανείς τήν αἰώνια ζωή, τήν παντοτινή ζωή, πρέπει πρῶτα νά διαθέσει λίγη φαιά οὐσία. Νά κάτσει νά σκεφτεῖ τί εἶναι αὐτή ἐδῶ ἡ ζωή καί τί σημαίνει «αἰώνια ζωή». Νά σκεφτεῖ ὅτι τό νά ἐμπιστεύεσαι σέ κάποιον ἄνθρωπο, φίλο σου, τόν ἀδελφό σου, τήν γυναίκα σου, εἶναι πηγή γαλήνης καί εὐτυχίας. Καί ἀπ'  αὐτό νά πᾶς πιό πέρα καί νά καταλάβεις ὅτι ἡ ἐμπιστοσύνη στόν Χριστό εἶναι κάτι τό ἄπειρα μεγαλύτερο. Γιατί αὐτό πού λέει τό Εὐαγγέλιο, «ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν καί ἀράτω τόν σταυρόν αὐτοῦ», ἅμα δέν καταλάβεις τί σημαίνει Χριστός καί πόσο ἀξίζει νά τόν ἐμπιστευόμαστε, δέν πρόκειται νά τό ἀποδεχθεῖς, καί δέν θά πάρεις ποτέ ἀπόφαση νά τόν ἀκολουθήσεις οὔτε κατά ἕνα βηματάκι.
Γι' αὐτό ὅλη ἡ εὐσεβής ζωή, ἡ ἐνάρετη ζωή, ἡ πορεία πρός τήν αἰώνια ζωή, ἀρχίζει καί τελειώνει ἀπό τό πόσο ἀγωνίζεσαι νά ἀποκτήσεις ἐπίγνωση. Νά καταλάβεις σωστά τί εἶναι ὁ Χριστός γιά μᾶς.
Γιά νά καταλάβομε τί σημαίνει ἐπίγνωση, θά ἀναφέρομε δύο περιστατικά ἀπό τούς βίους τῶν ἁγίων.
Στίς 3 Μαρτίου, γιορτάζει ἕνας ἅγιος πού ὀνομάζεται Κλεόνικος. Βασανίστηκε καί μαρτύρησε μαζί μέ τρεῖς ἀκόμη φίλους του. Ἦταν ὅλοι παλληκαράκια, νεαρά παιδιά. Ὅταν λοιπόν τούς ἔπιασαν καί τούς πήγαιναν στό δικαστήριο, σάν χριστιανούς, τά παιδιά αὐτά γελοῦσαν ἤρεμα καί εὐχαριστημένα.
Τούς λέει λοιπόν ἐκεῖνος πού θά τούς δίκαζε μέ ἐξουσία νά κάνει ὅτι θέλει:
-Ἀπό γλέντι ἐρχόσαστε ρέ παληόπαιδα καί γελᾶτε;
Ἀπαντάει ὁ Κλεόνικος:
-Ναί, ἀπό γλέντι ἐρχόμαστε καί σέ γλέντι πηγαίνομε.
Καί ἀρχίζουν καί γελᾶνε ἀκόμη πιό πολύ τά καλά παιδιά.
Θυμώνει ὁ ἄρχοντας τῶν Ρωμαίων, ἐξουσιοδοτημένος τοῦ αὐτοκράτορα τῆς Ρώμης, καί τούς λέει:
-Θά σᾶς κάνω κομματάκια παληόπαιδα καί θά σᾶς ρίξω στά σκυλιά νά σᾶς φᾶνε.
Γελᾶνε οἱ ἅγιοι. Καί τόν δουλεύουν.
Ἐκεῖνος γίνεται θηρίο, ἀκούγοντας τέσσερα παιδιά πού βαδίζουν γιά τόν θάνατο νά γελᾶνε μαζί του. Γυρίζει φύλλο καί τούς λέει:
-Κλεόνικε, ἐγώ σέ ἀγαπάω. Εἶσαι καλό παιδί. Καί σέ πονάω. Ἐγώ σέ συμπαθῶ. Ἔλα καϋμένε. Κάνε μιά μικρή θυσιούλα νά πᾶς στό καλό, γιά νά ἐκπληρώσομε τόν νόμο, νά εἶμαι καί ἐγώ καλά καί ἐσύ καλά ἀφοῦ ἔτσι διατάζει ὁ βασιλιάς μας.
Ἀλλά ὁ ἅγιος Κλεόνικος δέν ὑποχωρεῖ:
-Ἔλα καλό μου παιδί, πᾶρε ἕνα κουκουτσάκι λιβάνι καί ρίχτο ἐπάνω στό θυσιαστήριο πού τό εἶχαν κεῖ πέρα καί ἔκαιγε εἰς τιμήν τοῦ Δία καί τῆς Ἀθηνᾶς. Νά ὀσφρανθῶ τήν μυρωδιά νά εὐχαριστηθῶ καί νά σέ ἀπολύσω ἀμέσως.
Ἀπαντάει ὁ ἅγιος Κλεόνικος:
-Ἐκεῖνο πού εἶναι βρῶμα γιά τόν Θεό καί γιά τήν ψυχή, τί σημασία ἔχει ἄν εἶναι, γιά λίγο, εὐωδία στήν μύτη τοῦ ἀνθρώπου; Σιγά, πού θά δεχθῶ νά κάνω τέτοια ἀνοησία. Μιά τέτοια πράξη εἶναι βρῶμα γιά τόν Θεό, καί ἄς εἶναι εὐωδία γιά τήν μύτη.
Καί προσθέτει.
-Γιατί νά τό κάνω; Γιά νά πάρω τόν ἔπαινό σου; Ὁ Χριστός θά μέ φτύνει. Ὅσο καί νά μέ ἐπαινεῖς ἐσύ, δέν γίνεται τίποτε. Σιγά ἄρχοντά μου, νά μή σέ ἀκούσω.
Γελᾶνε καί οἱ ἄλλοι μάρτυρες, τούς πηγαίνουν στά βασανιστήρια καί πεθαίνουν γιά τόν Χριστό.
Πῶς εἶχαν τό θάρρος καί γελοῦσαν; Εἶναι ἐκεῖνο πού εἴπαμε προηγουμένως. Εἶχαν ἐπίγνωση τί σημαίνει Χριστός. Εἶχαν ἐπίγνωση τί σημαίνει αἰώνια ζωή. Εἶχαν ἐπίγνωση τί σημαίνει ψυχή. Εἶχαν ἐπίγνωση ἀπό ποῦ ἔρχεται ἡ χαρά σ’ αὐτή τή ζωή. Ὅτι δέν εἶναι τέρψη τῆς γλώσσας μέ νοστιμιές ἤ τοῦ σώματος μέ ἄλλο τρόπο καί... ὅλα καλά. Τίποτε δέν εἶναι αὐτά. Τό εἶχαν καταλάβει καλά οἱ μάρτυρες. Καί γι' αὐτό, δέν ἔπαιζαν μέ τήν αἰώνια ζωή.
Γιατί ἐσύ ἀδελφέ, βαρυέσαι μερικές φορές τήν Κυριακή νά πᾶς στήν Ἐκκλησία; Γιατί ἀκόμη δέν ἔχεις καταλάβει καλά, οὔτε τί εἶναι ἡ ψυχή, οὔτε τί εἶναι ἡ αἰώνια ζωή, οὔτε τί εἶναι ὁ Χριστός, οὔτε τί εἶναι ἡ ὑπακοή στό θέλημα τοῦ Θεοῦ.
Αὐτό φταίει. Δέν φταίει τίποτε ἄλλο.
Φρόντισες νά τόν γνωρίσεις;
Ἄς δοῦμε τώρα ἕναν ἄλλο μάρτυρα τοῦ Χριστοῦ. Τόν ἅγιο Θεόδωρο τόν Τήρωνα. Ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Τήρων, ὅταν τόν ρώτησαν:
-Γιατί δέν δέχεσαι νά θυσιάσεις στούς Θεούς τῆς Ρώμης;
Ἀπάντησε:
-Ἐγώ πιστεύω στόν Υἱό τοῦ Θεοῦ.
Τόν εἰρωνεύεται ὁ δικαστής του:
-Ἀλήθεια, ἔχει καί γυιό ὁ Θεός σου;
-Ναί, τοῦ λέει, ἔχει.
-Καί ποιός εἶναι αὐτός;
-Φρόντισε νά τόν μάθεις.
Τί σοφά λόγια! Ὅσο ὡραῖα κηρύγματα  καί ἄν ἀκούσομε, ἅμα δέν φροντίσομε νά τόν γνωρίσομε τόν Χριστό, τά λόγια θά μπαίνουν στό ἕνα αὐτί καί θά βγαίνουν ἀπό τό ἄλλο. Μπορεῖ νά εἶναι ὡραῖα λόγια, ἀλλά δέν θά πᾶνε παραμέσα.
«Φρόντισε νά τόν γνωρίσεις», εἶπε ὁ ἅγιος Θεόδωρος. Φρόντισε σύ, μόνος σου, νά γνωρίσεις τόν Χριστό. Κοπιάζεις καί ἀγωνίζεσαι γιά τόσα. Στενοχωριέσαι γιά τόσα. Γιά τήν ψυχή σου δέν στενοχωριέσαι καί γιά τόν Χριστό δέν νοιάζεσαι;
-Καί τί θά κερδίσω, λέει ὁ δικαστής στόν ἅγιο, ἅμα γνωρίσω τόν Χριστό;
Τοῦ ἀπάντησε ἔξυπνα ὁ ἅγιος Θεόδωρος:
-Λίγο τό ἔχεις νά μάθεις τήν ἀλήθεια;
Ἀλήθεια εἶναι ὁ Χριστός.
Ὑπάρχει χειρότερο καί φοβερότερο ψέμα καί χειρότερη δυστυχία, ἀπό τό νά ἔχεις τή ζωή σου βουλιαγμένη στό ψέμα; Νά εἶναι τό μυαλό σου στό ψέμα; Ἡ καρδιά σου στό ψέμα; Οἱ πράξεις σου στό ψέμα; Τά συναισθήματά σου στό ψέμα; Νά εἶσαι ὅλος ἕνα ψέμα;
Ἄν αὐτό τό ἐκτιμήσεις σωστά, ὑπάρχει χειρότερη πίκρα καί ἀπογοήτευση;
Ἄς πάρουμε ἕνα μικρό παράδειγμα. Ἔχεις κάποιο φίλο πού τόν ἀγαπᾶς καί τόν ἐμπιστεύεσαι πολύ. Ὅτι λέει τό δέχεσαι μέ ἄνεση καί τό βάζεις στήν καρδιά σου. Καί πονᾶς καί ὑποφέρεις γι' αὐτόν ἐπειδή τόν ἀγαπᾶς καί τόν ἔχεις φίλο σου.
Ξαφνικά μαθαίνεις ὅτι εἶναι ἕνας μεγάλος ὑποκριτής πού δέν σέ ἀγαπᾶ παρά μόνο μέ τά λόγια. Τί πίκρα θά γεμίσεις; Τέτοια πίκρα πού γίνεται ἡ ζωή σου φαρμάκι. Καί μπορεῖ αὐτό τό φαρμάκι, νά σέ φαρμακώνει, γιά ὅλη σου τή ζωή.
Φαντάσου τώρα κάτι ἀνάλογο. Νά μάθεις, νά καταλάβεις κάποια φορά, ὅτι εἶχες λάθος σέ ὅλες σου τίς σκέψεις καί σέ ὅλες σου τίς ἐνέργειες. Καί γιά βάλε μέ τό νοῦ σου, τί φοβερό πού θά εἶναι αὐτό νά τό καταλάβεις, ὄχι ὅσο εἶναι ἀκόμη καιρός μετανοίας, ὅσο εἶσαι στή γῆ δηλαδή. Γιατί ὅσο εἶσαι ἐδῶ, μπορεῖς νά φωνάξεις ἔστω καί τήν τελευταία σου στιγμή ἕνα «μνήσθητί μου Κύριε», σάν τόν ληστή καί νά σέ ἀγαπήσει καί νά σέ ἐλεήσει καί νά σέ πάρει κοντά του ὁ Χριστός. Ἀλλά βάλε νά καταλάβεις ὅτι ἤσουν λάθος μετά τόν θάνατο, τήν ἡμέρα τῆς δευτέρας Παρουσίας, πού θά δεῖς τόν Χριστό νά ἔρχεται ἐν δόξῃ. Τότε ἡ δυστυχία γίνεται χιλιαπλάσια.
Βοήθεια καί σ’ ὅσους ἔφυγαν
Ὅταν κάνομε μνημόσυνα, ὅταν δηλαδή προσευχόμαστε γιά τήν ἀνάπαυση, γιά τήν σωτηρία καί γιά τήν αἰώνια ζωή ἑνός ἀδελφοῦ μας, ἡ Ἐκκλησία, μέ ὅσα κάνει γιά τούς κεκοιμημένους, μᾶς λέει: «Ἐντάξει. Ἔζησε μέ τόν τρόπο πού ἔζησε καί πέθανε. Ἀλλά τώρα τί γίνεται, ποῦ βρίσκεται, τί κάνει; Εἶναι καλά; Ἄν σεῖς τόν ἀγαπᾶτε, μπορεῖτε νά κάνετε κάτι νά τόν βοηθήσετε. Εἶναι καιρός ἀκόμη, μέχρι τήν ἡμέρα τῆς δευτέρας Παρουσίας. Εἶναι καιρός! Μέ τί θά τόν βοηθήσετε; Μέ προσευχές, μέ ἐλεημοσύνες. Μέ τά μνημονεύματα στήν Ἐκκλησία. Κάνοντας ὅτι καλό μπορεῖτε γιά χάρη του».
Ὁ Χριστός μᾶς λέει: «Μέχρι τήν ἡμέρα ἐκείνη πού θά χωρίσουν οἱ ἄνθρωποι καί θά πᾶνε ἄλλοι πρός τά δεξιά καί ἄλλοι πρός τά ἀριστερά, ὅλοι ἔχομε τήν δυνατότητα τῆς ἐπικοινωνίας. Ὅπως ὅταν τώρα πού εἴμαστε χωριό, οἰκογένεια, κάθε μέρα χαιρετιόμαστε, κουβεντιάζομε, ἐπικοινωνοῦμε, συναλλασσόμαστε, κατά τόν ἴδιο τρόπο τώρα, συναλλασσόμαστε πνευματικά μέ τίς προσευχές καί μέ τίς δεήσεις. Ἀλλά καμιά φορά καί μέ τίς κατάρες πού κάνομε ὁ ἕνας γιά τόν ἄλλο, γιά ζωντανούς καί κεκοιμημένους, οἱ ὁποῖες καί εἶναι μεγάλες ἁμαρτίες. Πιό μεγαλύτερες ἀπό τό νά τοῦ πετάξεις πέτρες στό κεφάλι. Ἔτσι εἶναι».
Ἡ δύναμη τῆς «μνημόνευσης»
Γιά νά ὁλοκληρώσουμε, θά ποῦμε μιά ἱστορία ἀπό τόν βίο ἑνός μεγάλου ἁγίου καί θαυματουργοῦ τῆς Ρωσίας. Τό ὄνομά του εἶναι Θεοδόσιος καί ἦταν ἀρχιεπίσκοπος τοῦ Τσερνιγκώφ.
            Πέθανε τό 1798. Καί ἀπό τότε ἔκανε συνεχῶς θαύματα. Ὅσοι πήγαιναν καί τόν ἐπικαλοῦντο ἐπάνω ἀπό τόν τάφο του, γινόντουσταν καλά. Ἔγιναν ἀναφορές καί ἡ Σύνοδος τῆς Ρωσίας, ἀποφάσισε νά ἀνοίξουν τόν τάφο του. Νά βγάλουν τά λείψανά του, νά τά βάλουν σέ λάρνακα, γιά νά προσκυνᾶνε. Ὅταν ἄνοιξαν τόν τάφο, εἶδαν τόν ἅγιο ὁλόκληρο καί τά ροῦχα του ὅλα ἀπείραχτα. Σάν νά τόν εἶχαν θάψει χθές καί σάν νά ἦταν ζωντανός ἑτοιμος νά τούς μιλήσει.
            Καί τότε εἶπαν: «Ποιός θά ἁπλώσει τό χέρι του ἐπάνω σ’ ἕνα τέτοιον ἅγιο; Ποιός εἶναι ἄξιος;»
            Φώναξαν ἕνα ἱερομόναχο ἀπό ἕνα μεγάλο μοναστήρι πού λεγόταν Ἀλέξιος καί τόν σέβοταν ὅλοι γιατί ἦταν ἅγιος ἄνθρωπος. Τοῦ εἶπαν:
            -Κάνε τόν Σταυρό σου καί ἔλα νά βγάλομε τό λείψανο καί νά τό βάλομε στή λάρνακα. Καί ὅπως μπορεῖς περιποιήσου το. Σιγύρισέ το ὅπως πρέπει καί τοποθέτησέ το στή λάρνακα.
            Ὁ ἅγιος αὐτός ὁ ἄνθρωπος τό ἔκανε. Ἀφοῦ τελείωσε ἡ ἐργασία του πῆγε στό κελλί του, καί ἔκλεισε τά μάτια του. Βλέπει τότε τόν ἅγιο Θεοδόσιο, τοῦ Τσερνιγκώφ μπροστά του καί τοῦ λέει:
            -Ἀλέξιε, σέ εὐχαριστῶ πολύ πού μέ περιποιήθηκες. Σέ εὐχαριστῶ πολύ. Ἦταν μεγάλο πράγμα γιά μένα. Ἀλλά θά σοῦ κάνω καί μιά παράκληση.
            -Εἶμαι ἐγώ ἅγιε τοῦ Θεοῦ ἄξιος νά δεχθῶ παράκληση ἀπό σένα; Νά κάνω τί; Ἐσύ ἔχεις τόση παρρησία ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.
            Τοῦ λέει ὁ ἅγιος Θεοδόσιος:
            -Θέλω νά μνημονεύεις τόν πατέρα μου καί τήν μητέρα μου.
            -Ἅγιε, σύ εἶσαι δίπλα στό θρόνο τοῦ Θεοῦ, ἐγώ θά προσευχηθῶ γιά τούς γονεῖς σου;
            Τοῦ ἀπαντᾶ ὁ ἅγιος:
            -Τό ξέρω, τό ξέρω τί εἶμαι. Ἀλλά ἐκείνη τήν χάρη πού ἔχουν οἱ προσευχές τῶν ἱερέων τήν ὥρα πού κάνουν τήν Θεία Λειτουργία, καί μνημονεύουν τούς ἀνθρώπους καί οἱ μερίδες πού βγάζουν μπαίνουν μέσα στό αἷμα τοῦ Χριστοῦ καί πλένονται μέ τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ, δέν τήν ἔχουν οὔτε οἱ προσευχές τῶν ἁγίων. Γι' αὐτό σέ παρακαλῶ νά μνημονεύεις τόν πατέρα μου καί τήν μητέρα μου. Τό ἔχουν ἀνάγκη.
Θέλεις; Ἀνοιχτός ὁ δρόμος
            Τί θέλομε νά ποῦμε; Ὁ Χριστός γέμισε στόν κόσμο εὐεργεσίες. Θά λέγαμε ἁπλά: Ἅπλωσε στόν κόσμο δυό ἀπέραντα τραπέζια. Τό ἕνα γεμᾶτο μέ ὅλα τά νόστιμα φαγητά, πού χορταίνουν τό στομάχι. Τό ἄλλο, γεμᾶτο καί αὐτό, ἀλλά μέ ὅλα τά εἴδη τῆς πνευματικῆς ὀμορφιᾶς καί τῆς ψυχικῆς ἀνάπαυσης, πού γεμίζουν τήν ψυχή.
            Καί μᾶς λέει: «Ὅτι ἔχει ἀνάγκη ὁ καθένας, νά διαλέγει καί νά παίρνει. Ὅλα χρειάζονται. Ἀλλά πιό πολύ τά πνευματικά. Ὅσο περισσότερα πάρετε ἀπό αὐτά, τόσο καλύτερα».
            Μέσα στούς βίους τῶν ἁγίων, ἀλλά προπαντός μέσα στό ἅγιο Εὐαγγέλιο, διαβάζομε καί βλέπομε τήν σοφία τοῦ Θεοῦ καί τίς εὐεργεσίες τοῦ Χριστοῦ γιά μᾶς.
            Ἐρώτημα: Ὑπάρχει μεγαλύτερη ἐπιπολαιότητα σέ ἄνθρωπο ἀπό τό νά μήν διαβάζει τό Εὐαγγέλιο; Νά μήν ψάχνει νά βρεῖ τόν Χριστό, νά ἀποκτήσει ἐπίγνωση; Ὑπάρχει χειρότερα χαλασμένο μυαλό, ἐντελῶς χαλασμένο, ἀπό τό νά ἀκούει τόν Χριστό νά λέει «Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν» καί νά κατσουφιάζει καί νά μήν θέλει νά τόν ἀκολουθήσει;
            Ἄν θέλει τί θά γίνει;
            Τήν στιγμή πού ἕνας ἄνθρωπος λέει «θέλω», ὁ Χριστός ὁ παντοδύναμος Θεός, ἁπλώνει ἀπό τόν οὐρανό τό χέρι του ἀοράτως καί τόν κρατάει. Τόν κρατάει ἀπό τό χέρι, τόν κρατάει ἀπό τό μυαλό, τόν κρατάει ἀπό τήν καρδιά. Καί κρατάει καί τό σῶμα του, καί τόν βοηθεῖ νά ὀρθοποδήσει. «Μόνο ἕνα ζητᾶ ἀπό ἐμᾶς ὁ Θεός», λέει ἕνας ἅγιος. «Θέληση καί προθυμία. Ὅλα τά ἄλλα θά μᾶς τά δώσει».
            Μόνο πού τό «θέλω» πού θά ποῦμε, νά μήν εἶναι οὔτε κακομοιρίστικο, οὔτε μιᾶς στιγμῆς. Μιά στιγμή «θέλω», γιά ἕνα δευτερόλεπτο λέω «θέλω» καί τίς εἰκοσιτέσσερες ἄλλες ὧρες λέω ἄλλα «θέλω», σέ πράγματα πού δέν τά θέλει ὁ Θεός.
            Καί ψιθυρίζω στήν καρδιά μου:
            -Ἄφησέ με ἥσυχο Χριστέ μου. Γιά μένα ἄλλη εἶναι ἡ ὀμορφιά τῆς ζωῆς.
            Τί θά ὠφελήσει τόν ἄνθρωπο ἄν τήν φτειάξει τή ζωή του, ὅπως τήν θέλει ἐδῶ στή γῆ, ἄν χάσει τήν αἰώνια ζωή; Τί θά δώσει ἀντάλλαγμα;  Μέ τί θά τήν πουλήσει τήν ψυχή του;
            Πόσο τήν πουλᾶς τήν αἰώνια ζωή καί τήν ψυχή σου;
            Τί σοφά λόγια, τί τετραγωνική λογική, γιά κείνους πού θέλουν νά προβληματιστοῦν.
            Ἄς ἀναζητήσομε τό φῶς, τήν ἀλήθεια, τήν αἰώνια ζωή. Ἀμήν.-
Τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου Νικοπόλεως κυροῦ Μελετίου,

διασκευασμένη ὁμιλία πού ἔγινε στίς 19/9/2004, στό Γαλατά.

ΚΗΡΥΓΜΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΥΨΩΣΙΝ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ π.ΧΕΡΟΥΒΕΙΜ ΒΕΛΕΤΖΑΣ

 
Στη σημερινή Κυριακή, Κυριακή μετά την Ύψωση του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού, ακούσαμε από τον Ευαγγελιστή Μάρκο τον ίδιο το Χριστό να μάς περιγράφει την σταυρώσιμη ζωή του Χριστιανού. Ο Κύριος απευθύνει μια πρόσκληση στον καθένα μας, να απαρνηθεί τον εαυτό του και να σηκώσει τον προσωπικό του σταυρό και να ακολουθήσει το Χριστό. Σε αυτά τα τρία σημεία θα λέγαμε ότι συνίσταται η κατά Χριστόν ζωή, που για να καταλήξει στην Ανάσταση και την αιώνιο Ζωή είναι ανάγκη να διέλθει από τον Σταυρό και το Γολγοθά. 

Ο Χριστός λοιπόν καλεί όλους μας σήμερα, αν θέλουμε βέβαια να Τον ακολουθήσουμε, πρώτα απ’ όλα να απαρνηθούμε τον εαυτό μας. Στη Βασιλεία του Θεού δεν χωρούν εγωιστές, δεν χωρούν όσοι ενδιαφέρονται και ασχολούνται μόνο με το δικό τους ατομικό συμφέρον. Για να μπορέσουμε να ακολουθήσουμε την οδό της σωτηρίας είναι ανάγκη να απαγκιστρωθούμε από το Εγώ μας, να αρνηθούμε τον ίδιο μας τον εαυτό. Ο Κύριος στο σημερινό Ευαγγέλιο εξηγεί τη σημασία της αυταπάρνησης του εγώ, λέγοντας ότι όποιος φροντίζει μόνο για τον εαυτό του, τελικά δεν καταφέρνει να σώσει την ψυχή του. Αντίθετα, όποιος θυσιάσει την ζωή του για τον Χριστό και για το Ευαγγέλιο, εκείνος θα σώσει την ψυχή του. Διότι, τονίζει, δεν υπάρχει κανένα όφελος να κερδίσει κανείς όλο τον κόσμο, και όμως να χάσει ή να καταστρέψει την ψυχή του, και δεν υπάρχει μεγαλύτερο και ανταξιότερο αντάλλαγμα από την αυταπάρνηση, προκειμένου να κερδίσουμε την ψυχή μας.
Αλήθεια, τι σημαίνει να απαρνηθούμε τον εαυτό μας; Αν η ζωή του πιστού είναι μίμηση της ζωής του Χριστού, τότε στο πρόσωπο του Θεανθρώπου μπορούμε να δούμε τι σημαίνει αρνούμαι τον εαυτό μου. Ο Υιός και Λόγος του Θεού, από άκρα αγάπη προς τον άνθρωπο συστέλλει την θεότητά Του και γίνεται άνθρωπος, και προσφέρει τον εαυτό Του θυσία επάνω στο Σταυρό, ως λύτρο για την αμαρτία όλου του κόσμου. Η αγάπη λοιπόν προς τον Θεό και προς τον πλησίον είναι αυτή που χρειαζόμαστε, προκειμένου να βάλουμε τον Χριστό, το Ευαγγέλιο και τον συνάνθρωπό μας πάνω από το εγώ μας, και προκειμένου να θυσιάσουμε τις προσωπικές μας βλέψεις και επιθυμίες και να αρνηθούμε με τον τρόπο αυτό τον εαυτό μας. Οι άνθρωποι που δεν έχουν πνεύμα Θεού θεωρούν σημαντικά τα υλικά αγαθά και φροντίζουν άμετρα μόνο για το ατομικό τους συμφέρον, πολλές φορές ακόμη και με αθέμιτα μέσα. Το πραγματικό συμφέρον όμως για κάθε άνθρωπο, πολύ δε περισσότερο για τον Χριστιανό, βρίσκεται και επιτυγχάνεται μέσα από την αυταπάρνηση και την αυτοθυσία, μέσα δηλαδή από την άσκηση και την εφαρμογή της εντολής της Αγάπης.
Το δεύτερο στοιχείο που απαιτείται, μετά την άρνηση του εαυτού μας, προκειμένου να είμαστε γνήσιοι μαθητές του Χριστού, είναι να σηκώσουμε με προθυμία το σταυρό μας. Αν ο Χριστός αγόγγυστα και οικιοθελώς σήκωσε τον Σταυρό Του, μας προσκαλεί σήμερα κι εμείς να σηκώσουμε τον δικό μας σταυρό, εφαρμόζοντας στην πράξη την πρώτη προϋπόθεση, δηλαδή την αυταπάρνηση. Η ζωή δεν έχει χαρακτηριστεί τυχαία σαν κυματώδες πέλαγος και σαν Γολγοθάς. Για τον καθένα μας υπάρχουν δυσκολίες και δοκιμασίες. Και κάθε φορά που καλούμαστε να αρνηθούμε τον εαυτό μας για την αγάπη του Θεού και του πλησίον, μοιάζει σαν ένας σταυρός, που οφείλουμε να σηκώσουμε με προθυμία, με υπομονή και προπαντός με πίστη.
Κι αφού σηκώσουμε το σταυρό μας, ας ακολουθήσουμε το Χριστό. Αυτό είναι και το τρίτο σημείο που ο ίδιος μάς τονίζει. Ας μη δειλιάσουμε, ας μην καταβληθούμε από τους κόπους, αλλά με καρτερικότητα ας Τον ακολουθήσουμε στον ανηφορικό δρόμο του Γολγοθά και ας σταυρωθούμε μαζί με τον Χριστό, σταυρώνοντας τα πάθη και τις επιθυμίες μας, όπως χαρακτηριστικά λέει ο απόστολος Παύλος[1]. Γιατί απλά, μετά το Γολγοθά ακολουθεί η Ανάσταση, η Ζωή και η όντως χαρά.
Ας ακολουθήσουμε λοιπόν όλοι τον Χριστό στην πορεία τη σταυρική, ας απαρνηθούμε τον εαυτό μας, ας σηκώσουμε το σταυρό μας και ας ανέβουμε μαζί Του στο Γολγοθά. Γιατί, όπως ο ίδιος βεβαιώνει στο τέλος της σημερινής Ευαγγελικής περικοπής, αν δειλιάσουμε και ντραπούμε και Τον αρνηθούμε, τότε και ο ίδιος θα μας αρνηθεί κατά την ημέρα της Κρίσεως, ενώπιον του Θεού και των αγίων Αγγέλων. Αν δειλιάσουμε και ρίξουμε το σταυρό μας ή χειρότερα, αν ακούσουμε τον πειρασμό και κατέβουμε από τον σταυρό, τότε θα τα έχουμε χάσει όλα. Ο Χριστός όμως πάλι μάς ενθαρρύνει λέγοντας ότι όποιος δεν πτοηθεί και Τον ακολουθήσει με πίστη και με υπομονή, θα νικήσει τελικά τον ίδιο το θάνατο και θα ζει αιώνια με τον Αρχηγό της Ζωής, τον Χριστό, όχι μόνο στην αιωνιότητα αλλά και από την παρούσα ζωή.

Kυριακή μετά την Ύψωση του Τιμίου Σταυρού - Τί συμβολίζει ὁ Σταυρός

του μακαριστού π. Αυγουστίνου Καντιώτου

Ο σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ, ἀγαπητοί μου, εἶνε τὸ σύμβολο τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο. Συνάπτει τὰ διεστῶτα, ἑνώνει Θεὸ καὶ ἄνθρωπο. Ἀλλ᾽ ἐνῷ ἑνώνει, συγχρόνως καὶ χωρίζει.

Χωρίζει; Μάλιστα, χωρίζει. Τί χωρίζει; Προσέξτε, ἀγαπητοί μου, τὴ συνέχεια.


Ἡ ἐσταυρωμένη ἀγάπη, ὁ Χριστός, ἐπιβάλλει ὑποχρεώσεις· θέλει ν᾿ ἀνταποκριθοῦμε στὴν ἀγάπη του, νὰ τὸν ἀγαπήσουμε φλογερά. «Ἡμεῖς», λέει ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης, «ἀγαπῶμεν αὐτόν, ὅτι αὐτὸς πρῶτος ἠγάπησεν ἡμᾶς» (Α΄ Ἰω. 4,19) . Καὶ πρώτη ἐκδήλωσις ἀγάπης πρὸς αὐτὸν εἶνε, νὰ μισήσουμε ἐκεῖνο ποὺ ὠδήγησε τὸν Κύριο στὸ σταυρό, δηλαδὴ τὴν ἁμαρτία. Ἡ ἁμαρτία μὲ τὶς ποικίλες μορφὲς καὶ διακλαδώσεις της, μὲ ἀγκυροβόλιο καὶ ὁρμητήριο τὴν καρδιὰ κάθε ἁμαρτωλοῦ, ξεκινᾷ κ᾽ ἐξαπλώνεται στὸ περιβάλλον, ἀποκτᾷ κι ἄλλους ὀπαδοὺς καὶ συνεργάτες, καὶ δημιουργεῖ αἰσχρὴ παράταξι, δικό της κόσμο ἄκοσμο, μέσα στὸν ὁποῖο κυρίαρχο στοιχεῖο εἶνε ἡ ἴδια. Αὐτὴ ἡ ἁμαρτία, ποὺ εἰσώρμησε ἀπὸ τὸν Ἀδὰμ στὴν ἀνθρωπότητα, ἀφοῦ ὠργανώθηκε ἐπιτελικά, ἐσταύρωσε «τὸν Κύριον τῆς δόξης» (Α΄ Κορ.2,8).

Ἡ ἁμαρτία, νά ὁ σταυρωτὴς τοῦ Κυρίου. Συνεπῶς, τὴν ἁμαρτία πρέπει νὰ μισήσουμε, γιατὶ εἶνε ὑπαίτιος γιὰ ὅλα τὰ κακά, καὶ νὰ ποῦμε· Θάνατος στὴν ἁμαρτία, θάνατος στὶς κακίες καὶ τὰ πάθη, ποὺ ἀποτελοῦν τὸν «παλαὸν ἄνθρωπον»! (῾Ρωμ. 6,6. Ἐφ. 4,22. Κολ. 3,9). Αὐτὸν πρέπει νὰ πολεμήσουμε, νὰ βιάσουμε, νὰ νεκρώσουμε, νὰ σταυρώσουμε , καὶ νὰ κάνουμε τὸν ἑαυτό μας ἀκίνητο καὶ ἀνενέργητο γιὰ τὸ κακό.

Ἡ νέκρωσις τῆς κακίας μέσα μας εἶνε ὁ πρῶτος σταυρὸς ποὺ πρέπει νὰ σηκώσουμε καὶ νὰ σηκώνουμε μέχρι τὴν τελευταία μας πνοή (βλ. Λουκ. 9,23) . Καὶ ἂν τὸ κακὸ ἀπ᾽ ἔξω ὀργανωθῇ καὶ ἐπιτεθῇ μὲ ὁρμὴ θηρίου, ὁ πιστὸς δὲν πρέπει νὰ ὑποχωρήσῃ οὔτε σπιθαμή, ἀλλὰ ν᾽ ἀντιτάξῃ γενναία ἀντίστασι, καὶ νά ᾽νε πρόθυμος γιὰ τὴν τήρησι τοῦ θείου θελήματος νὰ ὑποστῇ καὶ αὐτὸς σὲ μικρογραφία ὅσα ὑπέστη ὁ Κύριος γιὰ τὴ δική μας σωτηρία· νὰ ἐμπαιχθῇ, νὰ ἐμπτυσθῇ, νὰ μαστιγωθῇ, νὰ φορέσῃ ἀκάνθινο στεφάνι καὶ κόκκινη χλαμύδα, δηλαδὴ νὰ συνεχίσῃ στὴ σύγχρονη γενεὰ τὰ πάθη τοῦ Κυρίου, γιὰ νὰ ἔχῃ καὶ σ᾽ αὐτὸν ἐφαρμογὴ τὸ ῥητὸ τοῦ ἀποστόλου Παύλου· «περισσεύει τὰ παθήματα τοῦ Χριστοῦ εἰς ἡμᾶς» (Β΄ Κορ. 1,5).

Χριστὸς καὶ κόσμος εἶνε δύο κύριοι ἀσυμβίβαστοι· καὶ «οὐδεὶς δύναται δυσὶ κυρίοις δουλεύειν» (Ματθ. 6,24) . Ὁ κόσμος π.χ., ποὺ θεὸ ἔχει τὸ μαμωνᾶ, λέει· Καλὸ εἶνε τὸ λαμβάνειν, μὲ ὁποιοδήποτε μέσο καὶ τρόπο. Δόγμα του «Ἅρπαξε νὰ φᾶς καὶ κλέψε νά ᾿χῃς». Ἀντιθέτως ὁ Χριστὸς λέει· Μακάριον τὸ διδόναι, τὸ νὰ ἐλεῇς, νὰ συμμετέχῃς στὶς θλίψεις τῶν ἄλλων, νὰ τοὺς ἀνακουφίζῃς καὶ νὰ τοὺς βοηθᾷς (βλ. Πράξ. 20,35). Μεταξὺ Χριστοῦ καὶ κόσμου, ἀγάπης καὶ μίσους, μεταδοτικότητος καὶ πλεονεξίας, ἐλεημοσύνης καὶ ἁρπαγῆς, τί σχέσι ὑπάρχει; Ὁ Χριστιανὸς πρέπει νὰ βαδίζῃ δρόμο ὄχι παράλληλο ἀλλὰ κάθετο πρὸς ἐκεῖνον ποὺ χαράζει γιὰ τοὺς ὀπαδούς του ὁ κόσμος· καὶ ἡ τομή, τὸ σημεῖο δηλαδὴ ἐκεῖνο τῆς ζωῆς στὸ ὁποῖο γίνεται ἡ σύγκρουσις τοῦ θεϊκοῦ μὲ τὸ ἀντίθεο φρόνημα, σχηματίζει ἀκριβῶς σταυρό.

Ὅπου τομή, ἐκεῖ σταυρός. Ὅσες συγκρούσεις, τόσοι καὶ σταυροί. Οἱ Χριστιανοὶ ἀνακρίνουν, τέμνουν ψυχικὰ τὸν κόσμο, ἀλλὰ καὶ τέμνονται ἀπ᾿ αὐτὸν σωματικά. Ὁ πιστὸς δὲν πορεύεται σύμφωνα μὲ τὸ ῥεῦμα τοῦ κόσμου, ἀλλ᾿ ἐναντίον του, καὶ λέει στὸν ἀντίθεο κόσμο· Δὲν θὰ περάσῃς, δὲν θὰ μολύνῃς τὰ ὅσια καὶ τὰ ἱερὰ τῆς ψυχῆς μου! Πέφτω νεκρὸς ἀλλ᾿οὔτε σπιθαμὴ χριστιανικοῦ ἐδάφους δὲν σοῦ παραδίδω. Ἐδῶ εἶνε ἡ τομή, ἐδῶ εἶνε ὁ σταυρός μου, καὶ θὰ σταυρωθῶ γιὰ τὴν ἀλήθεια καὶ τὴ δικαιοσύνη.

Κόσμε, μὲ ὅλα τὰ θέλγητρα καὶ τὰ φόβητρα ποὺ διαθέτεις, ὡς πρὸς ἐμένα εἶσαι νεκρός . Καμμία ἐπίδρασι δὲν ἔχεις πάνω μου. Τί μπορεῖ νὰ μοῦ κάνῃ ἕνας νεκρός;

Ἀλλὰ καὶ ἐγώ –τὸ ἁμαρτωλὸ ἐγώ, ὁ «παλαιὸς ἄνθρωπος» ποὺ φέρουμε μέσα μας (ἔ.ἀ.) –, ὡς πρὸς τὸν κόσμο εἶμαι νεκρός. Νεκρὰ εἶνε τὰ μέλη μου· ἡ γλῶσσα μου δὲν λέει τὶς ματαιότητες τῶν ἀνθρώπων, τὰ μάτια μου δὲν βλέπουν τὰ πονηρά, τὰ αὐτιά μου δὲν ἀκοῦνε τὶς σειρῆνες τῆς ἁμαρτίας, τὰ χέρια μου δὲν ἁρπάζουν τὰ ξένα ἀγαθά, τὰ πόδια μου δὲν τρέχουν στοὺς διεστραμμένους δρόμους, ἡ καρδιά μου πρὸ παντὸς δὲν πάλλει γιὰ τὶς ἡδονὲς τοῦ κόσμου. Κόσμε, εἶμαι νεκρός. Βάλε ἕνα νεκρὸ μέσα σὲ χρυσάφι, ἐμπρὸς σὲ γαργαλιστικὰ φαγητὰ καὶ ποτά, σὲ θεάματα ἁμαρτωλῶν γυναικῶν· θὰ μείνῃ ἀκίνητος, ἀναίσθητος σὰν τὸ μάρμαρο. Κόσμε, τί ζητᾷς ἀπὸ μένα; Ἐγὼ εἶμαι νεκρὸς ὡς πρὸς ἐσένα.

Ἔτσι μιλάει ὁ Παῦλος· «Ζῶ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός» (Γαλ. 2,20) . Ἔτσι μιλοῦν οἱ πιστοὶ ποὺ ζοῦν τὴν ἐσταυρωμένη ζωή. «Οἱ τοῦ Χριστοῦ τὴν σάρκα ἐσταύρωσαν σὺν τοῖς παθήμασι καὶ ταῖς ἐπιθυμίαις» (ἔ.ἀ. 5,24) . Ἀλλ᾿ ἐμεῖς;

Πόσο μακριὰ εἴμαστε ἀπὸ τὴν ἐν Χριστῷ ζωή! Ὁ Κύριος εἶπε ἕνα τρομερὸ λόγο· «Ὃς οὐ λαμβάνει τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθεῖ ὀ πίσω μου, οὐκ ἔστι μου ἄξιος» (Ματθ. 10,38) . Ἑρμηνεύοντας τὸν λόγο αὐτὸν ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ἐπίσκοπος Θεσσαλονίκης τὸν 14ο αἰῶνα, λέει σ᾽ ἕνα κήρυγμά του πρὸς τὸν λαό· «Ὅταν μὲν εἶνε καιρὸς εἰρήνης τῆς κατ᾿ εὐσέβειαν, νεκρώνοντας διὰ τῆς ἀρετῆς ὁ ἄνθρωπος τὰ πονηρὰ πάθη καὶ τὶς ἐπιθυμίες σηκώνει ἔτσι τὸ σταυρό του καὶ ἀκολουθεῖ τὸν Κύριο. Ὅταν πάλι εἶνε καιρὸς διωγμοῦ, περιφρονώντας καὶ τὴ ζωή του καὶ θυσιάζοντάς την ὑπὲρ τῆς εὐσεβείας, σηκώνει ἔτσι τὸ σταυρό του καὶ ἀκολουθεῖ πίσω ἀπὸ τὸν Κύριο. Νὰ εἶσαι ἕτοιμος, χάριν τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς ἀληθείας τῶν δογμάτων νὰ δεχθῇς τὸν ἀτιμωτικὸ θάνατο». Σταυρός! Ἕνωσις μὲ τὸ Χριστό, χωρισμὸς ἀπὸ τὸν κόσμο ὄχι τοπικῶς ἀλλὰ τροπικῶς. Διότι μπορεῖ νὰ μένῃς στὴν ἔρημο, καὶ νὰ ἔχῃς στὴν καρδιά σου τὸν κόσμο· καὶ ἀντιθέτως, νὰ μένῃς στὴν πιὸ πολυθόρυβη πόλι, καὶ νὰ ἔχῃς στὴν καρδιά σου τὸν Χριστό.

Σύμβολο νεκρώσεως τῶν παθῶν ὁ σταυρός. Ἀλλὰ καὶ ζυγαριὰ ὁ σταυρὸς ποὺ μᾶς ζυγίζει. Ὅταν σταθοῦμε κάτω ἀπὸ τὸ σταυρὸ τοῦ Κυρίου καὶ σκεφθοῦμε σοβαρὰ τί ὑπέφερε ἐκεῖνος γιὰ τὴν σωτηρία μας, τί σταυρὸ σήκωσε, ὅταν ῥίξουμε ἕνα βλέμμα στὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας καὶ δοῦμε τί ὑπέφεραν οἱ πιστοὶ δοῦλοι τοῦ Χριστοῦ, τί σταυροὺς σήκωσαν,τότε αἰσθανόμαστε τὸν ἑαυτό μας πολὺ μακριὰ ἀπὸ τὸ ἰδανικὸ τοῦ σταυροῦ. Τί ζῇ μέσα μας, ὁ Χριστός; Ἀλλὰ να «ἡ ἐπιθυμία τῆς σαρκὸς καὶ ἡ ἐπιθυμία τῶν ὀφθαλμῶν καὶ ἡ ἀλαζονεία τοῦ βίου» (Α΄ Ἰω. 2,16) κυριαρχοῦν στὰ πρόσωπα, τὶς οἰκογένειες καὶ τὴν κοινωνία μας. Ἡ ἀγάπη τοῦ κόσμου κυριαρχεῖ στὶς διάνοιες καὶ τὶς καρδιές. Ἡ ἡδονὴ ἔγινε θεότης. Μιὰ ἐπιπόλαιη ζωή. Σωστὰ ἔγραψε ἕνα περιοδικό· «Τὸ χριστιανικὸ κήρυγμα τείνει νὰ συμβιβάσῃ τὸ φιλόκοσμο πνεῦμα τῶν χριστιανῶν μὲ τὶς ἀξιώσεις καὶ ἐπιταγὲς τῆς ἁγίας μας θρησκείας. Ὁ σταυρός, ποὺ ἀποτελεῖ σύμβολο διαρκοῦς θυσίας, παραμένει ὑψωμένος καὶ καθορᾶται σὰν ἁπλὸ σημεῖο Χριστιανισμοῦ ποὺ ἔχασε τὸ θεῖο περιεχόμενό του»(βλ. «Ἁγιορειτικὴ Βιβλιοθήκη», Βόλος 1952, σελ. 195-196 μτγλτ.).

Στὴν ἐποχή μας ἡ διαχωριστικὴ γραμμὴ μεταξὺ Χριστοῦ καὶ κόσμου τείνει νὰ ἐξαλειφθῇ. Ὅλα τὰ συγχωροῦμε, ὅλα τὰ ἀμνηστεύουμε, ὅλα ζητοῦμε νὰ τὰ συμβιβάσουμε μὲ τὴ συνείδησί μας. Τὴ θρησκεία τοῦ σταυροῦ ἔρχεται ν᾿ ἀντικαταστήσῃ ἡ «ἐθελοθρησκεία» (Κολ. 2,23), ἡ θρησκεία χωρὶς σταυρό, ἡ νέα κοσμικὴ θρησκεία, ἡ ὁποία διὰ ἱερέων καὶ πνευματικῶν της ἐκπροσώπων θὰ χαλαρώνῃ διαρκῶς τὰ ἡνία, καὶ τὸ ἀνθρώπινο κτῆνος ὑπὸ τὶς εὐλογίες τυφλῶν ὁδηγῶν θὰ γιγαντώνεται καθημερινῶς.

Δυστυχῶς, ἄξιαθρήνων πολλῶν τὰ καθ᾿ ἡμᾶς! Τὸν χριστιανισμὸ ἄλλοι μὲν ἀπὸ τοὺς βαπτισμένους Χριστιανοὺς τὸν ἀσκοῦν σὰν μία συνήθεια, σὰν ἕνα τύπο χωρὶς καμμία γνῶσι καὶ ἐπίγνωσι τοῦ μεγαλείου του, ἄλλοι τὸν ἔχουν κάνει ὑπόθεσι ἐμπορίου (βλ. Β΄ Πέτρ. 2,3) , ὑπάρχουν δὲ καὶ πολλοὶ ποὺ ὑβρίζουν τὸν σταυρὸ τοῦ Κυρίου.

Ἐχθροὶ τοῦ σταυροῦ, τοὺς ὁποίους ἔκλαιγε ὁ Παῦλος γράφοντας· «Πολλοὶ γὰρ περιπατοῦσιν, οὓς πολλάκις ἔλεγον ὑμῖν, νῦν δὲ καὶ κλαίων λέγω, τοὺς ἐχθροὺς τοῦ σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ, ὧν τὸ τέλος ἀπώλεια, ὧν ὁ Θεὸς ἡ κοιλία καὶ ἡ δόξα ἐν τῇ αἰσχύνῃ αὐτῶν, οἱ τὰ ἐπίγεια φρονοῦντες!» (Φιλιπ. 3,18-19).

Σταυρός, ἀγαπητοί μου, σημαίνει· ἕνωσις μὲ τὸ Χριστό, χωρισμὸς ἀπὸ τὸν κόσμο, νέκρωσις μελῶν, σταύρωσις παθῶν, ἄθλησις ὑπὲρ ἀληθείας καὶ δικαιοσύνης, ζωὴ θυσίας καὶ αὐταπαρνήσεως.

Χριστιανὸς χωρὶς σταυρὸ δὲν νοεῖται. Κύριε, στὸ ἔλεός σου ἐλπίζουμε, μὴ μᾶς καταισχύνῃς! Διὰ τοῦ σταυροῦ καὶ τῆς ἀναστάσεώς σου «ἐγνώρισάς μοι ὁδοὺς ζωῆς· πληρώσεις με εὐφροσύνης μετὰ τοῦ προσώπου σου, τερπνότητες ἐν τῇ δεξιᾷ σου εἰς τέλος» (Ψαλμ. 15,11).

 πηγή

Κυριακή μετά την Ύψωση Να σηκώνουμε το σταυρό μας

Την Κυριακή μετά την Ύψωση του Τιμίου Σταυρού, στο ευαγγελικό ανάγνωσμα ο Κύριος καλεί όλους τους πιστούς να σηκώνουμε με πίστη τον δικό μας σταυρό λέγοντας: Εκείνος που θέλει να με ακολουθεί ως μαθητής μου, ας διακόψει κάθε σχέση με τον διεφθαρμένο από την αμαρτία εαυτό του και ας πάρει τη σταθερή απόφαση να σηκώνει καθημερινά τον σταυρό του, και τότε ας με ακολουθεί. Διότι, όποιος θέλει να σώσει την πρόσκαιρη ζωή του, θα χάσει την αιώνια ζωή. Όποιος όμως χάσει και θυσιάσει τη ζωή του για μένα και το Ευαγγέλιό μου, αυτός θα σώσει την ψυχή του και θα κερδίσει την αιώνια μακαριότητα.
Τι νόημα έχουν τα λόγια αυτά του Κυρίου; Γιατί ο Κύριος ζητά από όλους τους μαθητές του να σηκώνουν διαρκώς ένα σταυρό; Για να κατανοήσουμε το νόημα των λόγων αυτών του Κυρίου θα πρέπει να δούμε πότε ο Κύριος είπε τα λόγια αυτά. Τα είπε ακριβώς μετά από την ώρα εκείνη που ο απόστολος Πέτρος με έντονο τρόπο προέτρεψε τον Κύριο να μην πάει στην Ιερουσαλήμ, να άνηθοι το Πάθος και το σταυρικό θάνατο. Τότε ο Κύριος μπροστά στους μαθητές επέπληξε τον Πέτρο και του είπε: «ὕπαγε ὀπίσω μου, σατανᾶ» (Ματθ. ις’ 23). Διότι ο Πέτρος δεν μπορούσε να κατανοήσει εκείνη την ώρα ότι χωρίς τον σταυρικό θάνατο του Κυρίου δεν θα σωζόταν το ανθρώπινο γένος.
Αμέσως λοιπόν μετά ο Κύριος προσκαλεί τους μαθητές του και τα πλήθη και μπροστά σε όλους λέει ότι όχι μόνον ο ίδιος πρέπει να σταυρωθεί, αλλά και ότι κανείς δεν μπορεί να σωθεί παρά μόνον αν σηκώσει ο καθένας τον δικό του σταυρό και Τον ακολουθήσει όπως το πρόβατο τον ποιμένα, όπως ο δούλος τον κύριό του, όπως ο στρατιώτης τον βασιλέα, ακολουθώντας τον ίδιο δρόμο.
Αλλά τι σημαίνει να σηκώνουμε τον σταυρό μας; Όπως οι κατάδικοι σήκωναν τον σταυρό τους μέχρι τον τόπο της θανατικής τους εκτελέσεως, με τη βεβαιότητα ότι σε λίγο θα πέθαιναν, έτσι κι εμείς: να ζούμε καθημερινά ως μελλοθάνατοι, έχοντας διακόψει οριστικά κάθε δεσμό με τη ζωή αυτή, με τον κόσμο, την αμαρτία, τον παλαιό εαυτό μας. Με την απόφαση κάθε στιγμή, αργά η γρήγορα, να πεθάνουμε.
Σημαίνει ακόμη να σηκώνουμε αγόγγυστα τον σταυρό της κάθε ημέρας. Δηλαδή τις θλίψεις και τις δοκιμασίες που θα επιτρέψει ο Θεός στη ζωή μας, κάθε στενοχώρια και πόνο, κάθε δυσκολία στον αγώνα για την κατανίκηση των παθών μας και την απόκτηση των αρετών. Με τη βεβαιότητα ότι ο σταυρός, ο πόνος και οι θλίψεις είναι η κοινή κληρονομιά των παιδιών του Θεού· και ότι ο Κύριος επιτρέπει στον καθένα μας ξεχωριστό και μοναδικό για την περίπτωσή μας κατάλληλο σταυρό, και αυτόν οφείλουμε να τον σηκώνουμε όχι με γογγυσμό και ταραχή, με αντίδραση και διαμαρτυρία. Ούτε καταναγκαστικά, επειδή δεν μπορούμε να κάνουμε αλλιώς. Αλλά με χαρά, με την πεποίθηση ότι αυτός ο σταυρός θα μας οδηγήσει στη σωτηρία.

Πόσο αξίζει μια ψυχή

Ο Κύριος στη συνέχεια κάνει μία σύγκριση ανάμεσα στην εγκοσμιότητα και στην αιωνιότητα. Τι θα ωφελήσει τον άνθρωπο, λέει, εάν κερδίσει όλο αυτόν τον υλικό κόσμο, και στο τέλος χάσει την ψυχή του, η οποία επειδή είναι πνευματική και αιώνια δεν συγκρίνεται με κανένα από τα υλικά αγαθά του φθαρτού κόσμου; Και, εάν ένας άνθρωπος χάσει την ψυχή του, τι θα δώσει ως αντάλλαγμα, για να την εξαγοράσει απ’ την αιώνια απώλεια;
Οποιοσδήποτε ντραπεί εμένα, συνέχισε ο Κύριος, επειδή φοβόνται τις περιφρονήσεις των ανθρώπων της αποστατημένης αυτής γενιάς, αυτόν θα τον αποκηρύξει και ο Υιός του ανθρώπου κατά τη μέλλουσα κρίση. Αυτός δηλαδή θα χάσει την ψυχή του για πάντα!
Με δύο λόγια δηλαδή ο Κύριος μας εξηγεί ποιο είναι το μεγαλύτερο κακό που μπορούμε οι άνθρωποι να πάθουμε: να χάσουμε την αθάνατη ψυχή μας. Διότι, μας λέει, η ψυχή μας αξίζει περισσότερο απ’ όλα τα αγαθά του κόσμου αυτού. Έχει μεγαλύτερη αξία απ’ όλα τα πλούτη, τις τιμές και τις απολαύσεις του κόσμου. Γι’ αυτό άλλωστε, για την πολύτιμη αυτή ψυχή μας ο Χριστός μας έδωσε το πλέον ατίμητο λύτρο, το τίμιο αίμα του. Εξαγόρασε την ψυχή μας απ’  τη σκλαβιά της αμαρτίας, διότι γνωρίζει ο Θεός την πραγματική αξία της ψυχής μας. Εμείς λίγο καταλαβαίνουμε την αιωνία αξία της. Λίγο κατανοούμε ότι η απώλεια της ψυχής είναι το μεγαλύτερο κακό που μπορούμε να πάθουμε. Διότι αν χάσουμε την ψυχή μας, αν χωρισθούμε δηλαδή αιωνίως απ’ τον Θεό και βυθισθούμε στο αιώνιο σκοτάδι, η απώλεια αυτή θα είναι οριστική και αμετάκλητη. Μήπως έχουμε δύο ψυχές, να δώσουμε τη μία στην αμαρτία και την άλλη στον Χριστό; Χρήματα και περιουσίες μπορούμε να ανταλλάξουμε. Την ψυχή μας όμως αν την χάσουμε, χάσαμε τα πάντα, χάσαμε κάθε αγαθό, χάσαμε τον αιώνιο Παράδεισο, χάσαμε τον Θεό. Την ψυχή μας λοιπόν και τα μάτια μας! Την ψυχή μας και τη σωτηρία μας! Πάνω απ’ όλα, και πρώτα απ’ όλα!
Ο Σωτήρ, 1984

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...