Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Ιανουαρίου 07, 2012

«Από τότε ήρξατο ο Ιησούς κηρύσσειν και λέγειν· μετανοείτε ήγγικε γαρ η βασιλεία των ουρανών» (Ματθ. δ΄17).Κυριακή Μετά Φώτα Ιερά Μητρόπολις Πάφου


«Από τότε ήρξατο ο Ιησούς κηρύσσειν και λέγειν· μετανοείτε ήγγικε γαρ η βασιλεία των ουρανών» (Ματθ. δ΄17). 
Δυο σημαντικά γεγονότα κυριαρχούν στο σημερινό Ευαγγέλιο. Πρώτον η έναρξη της δημόσιας δράσης του Ιησού και δεύτερον, η ουσία και το περιεχόμενο του κηρύγματος του Ιησού. Και τα δυο γεγονότα συμπίπτουν χρονικά μετά τη βάπτιση του Ιησού, τη φυγή στην έρημο και την αποτελεσματική αντιμετώπιση του διαβόλου κατά τους γνωστούς πειρασμούς και τέλος τη φυλάκιση του Ιωάννη του βαπτιστή.   
Όταν λοιπόν, έμαθε ο Ιησούς πως συνέλαβαν τον Ιωάννη, έφυγε για τη Γαλιλαία και πήγε και έμεινε στην Καπερναούμ. Ιδιαίτερα συμβολικός ο χώρος, γιατί κατοικείται τόσο από ειδωλολάτρες, όσο και Ιουδαίους. Και τα κήρυγμα του Ιησού είναι παγκόσμιο, αφού κατά τον Προφήτη Ησαΐα «στο όνομά του θα στηρίξουν τα έθνη, την ελπίδα τους» (Ματθ. ιβ΄21).
Οι δυο αυτοί κόσμοι, ειδωλολατρικός και Ιουδαϊκός, παρά το ότι έχουν βασική θρησκευτική διαφορά, αφού οι πρώτοι λατρεύουν τα είδωλα, οι δε δεύτεροι λατρεύουν το ένα Θεό, εντούτοις και οι δυο έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό γνώρισμα. Και οι δυο ζουν στο σκοτάδι. Οι μεν πρώτοι λόγω της ειδωλολατρίας και της ασυδοσίας και οι δεύτεροι λόγω του σκότους της αμαρτίας.
Όλη, λοιπόν, η «Γαλιλαία των εθνών» ζει στη σκιά του θανάτου εξ’ αιτίας της αμαρτίας. Μάλιστα λόγω της τύφλωσης της αμαρτίας όλοι τους αδυνατούσαν να δουν το φως της σωτηρίας. Για τούτο εφανερώθη σ’ αυτούς ο Θεός και ως «φως μέγα» ανέτειλε για χάρη τους. Επειδή όλοι, ανεξαρτήτως από τη θρησκευτική τους αντίληψη, είναι αμαρτωλοί, ο Ιησούς απευθύνεται σε όλους με τα ίδια λόγια: «Μετανοείτε ήγγικε γαρ η βασιλεία των ουρανών». Μετανοείτε γιατί έφτασε η βασιλεία του Θεού.
Επειδή δε η ειδωλολατρία και η αμαρτία ήταν πράξεις συνειδητές για τούτο και συνειδητά θα έπρεπε να ξεφύγουν από αυτές και ο μόνος τρόπος για να ξεφύγουν ήταν η μετάνοια. Δηλαδή, η αλλαγή σκέψης, τρόπου ζωής και συμπεριφοράς. Η μετάνοια ήταν και είναι η μοναδική προϋπόθεση για επιστροφή και σωτηρία. Έφτασε η βασιλεία του Θεού, «ήγγικε γαρ η βασιλεία των ουρανών».
Αποδέκτες αυτής της πρόσκλησης είναι όλα τα έθνη. Για τούτο και η «Γαλιλαία των εθνών» ήταν ο καταλληλότερος χώρος για την έναρξη του κηρύγματος του Ιησού. Και αυτό το κήρυγμα έρχεται σαν σωστικό φως για να φωτίσει τα σκοτάδια της ζωής και της ψυχής των ανθρώπων. Άνθρωποι κάθε έθνους που αδυνάτησαν και αδυνατούν να κατανοήσουν τον υψηλό προορισμό τους, άνθρωποι που εγκλωβίστηκαν στη σκιά της ηθικής αναρχίας ή και αναλγησίας, τώρα έχουν τη δυνατότητα να δουν με τα μάτια της ψυχής το σωτήριο φως.
«Φως ανέτειλεν αυτοίς», κατά τον προφήτη Ησαΐα. και αυτό το φως είναι ο ίδιος ο Ιησούς. Είναι αυτός που είπε: «Εγώ ειμί το φως του κόσμου, ο ακολουθών εμοί ου μη περιπατήσει εν τη σκοτία, αλλ’ έξει το φως της ζωής» (Ιωάν. η΄12). Εγώ είμαι το φως του κόσμου, εκείνος που θα με ακολουθεί δε θα πλανιέται μέσα στο σκοτάδι, αλλά θα έχει το φως που φέρνει στη ζωή. Όμως, πόσοι άνθρωποι αποδεχόμαστε αυτό το φως; Πόσοι πάλι απαρνούνται αυτό το φως για χάρη των «λυχναριών»; Αλλά το μεγαλύτερο δράμα μας ως ανθρώπων είναι ότι συνειδητά προτιμούμε το σκοτάδι παρά το φως. Κατά τον Ευαγγελιστή Ιωάννη «Το φως ήρθε στον κόσμο, οι άνθρωποι όμως αγάπησαν περισσότερο το σκοτάδι παρά το φως, γιατί οι πράξεις τους ήταν πονηρές».
Κάθε άνθρωπος που πράττει έργα φαύλα μισεί το φως και δεν έρχεται στο φως, γιατί φοβάται μήπως φανούν τα έργα του και κριθούν» (Ιωάν. γ΄19-20). Όμως ο Χριστός φωτίζει τους ανθρώπους, τόσο με το ευαγγέλιο Του όσο και με τη Χάρη Του όσους προσπαθούν να τον πλησιάσουν. Για τούτο, όσοι βρίσκονται στη σωστή πορεία με πράξεις που είναι σύμφωνες με την αλήθεια του θεού, αυτοί έρχονται προς φως για να φανεί πως οι πράξεις τους έχουν γίνει από υπακοή στο θέλημα του Θεού και όχι λόγω κάποιας υστεροβουλίας.
Θεός, φως, αλήθεια, αγάπη είναι έννοιες που συνυπάρχουν. Κατ’ επέκταση και ο άνθρωπος που αγαπά το θεό, αγαπά και το συνάνθρωπο «Όποιος όμως μισεί τον αδερφό του βρίσκεται στο σκοτάδι και πορεύεται μέσα στο σκοτάδι και δεν ξέρει που πάει, γιατί το σκοτάδι έχει τυφλώσει τα μάτια του». Και συνεχίζει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης στην Α΄ καθολική επιστολή του: «μην αγαπάτε τον κόσμο, μήτε όσα είναι του κόσμου. Αν κάποιος αγαπάει τον κόσμο, δεν έχει μέσα του την αγάπη για τον πατέρα. Γιατί όλα όσα είναι του κόσμου – οι αμαρτωλές επιθυμίες του εγώ, η λαχτάρα ν’ αποχτήσουμε ό,τι βλέπουν τα μάτια μας, και η υπεροψία πως κατέχουμε γήινα αγαθά – δεν προέρχονται από τον πατέρα αλλά από τον αμαρτωλό κόσμο! Ο κόσμος όμως παρέρχεται και μαζί του όλα όσα επιθυμούν οι άνθρωποι, να κατέχουν μέσα σ’ αυτόν, ενώ όποιος εκτελεί το θέλημα Του Θεού θα ζήσει αιώνια» (Α΄Ιωάν. β΄11 και 15-17).
Στη μακραίωνη ιστορία της ανθρωπότητας πολλοί ήταν οι μεγάλοι που φώτισαν με τη σοφία τους τον κόσμο. Όμως, κανένας από αυτούς δεν τόλμησε να χαρακτηρίσει τον εαυτό του ως «φως του κόσμου». Μόνο ο Ιησούς, που είναι «το φως το αληθινόν, ο φωτίζει πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον», τόλμησε, όχι μόνο να πει ότι είναι «το φως του κόσμου», αλλά και να διαβεβαιώσει ότι όποιος τον ακολουθήσει δε θα βρεθεί ποτέ στο σκοτάδι. Για τούτο και ο Προφήτης Ησαΐας, οκτώ αιώνες πριν τον ερχομό του, τον είχε προαναγγείλει ως «φως μέγα».
Είναι πάντως χαρακτηριστικό το γεγονός ότι, ενώ ο Προφήτης Ησαΐας μιλά για «Γαλιλαία των εθνών», στο τέλος κάνει λόγο για «λαό» που κάθεται στο σκοτάδι. Μέσα από τη λέξη «λαός» μας οδηγεί στην ενότητα του ανθρώπινου γένους. Κατά συνέπεια οι άνθρωποι, είτε βρίσκονται στην πλάνη ως ειδωλολάτρες, είτε βρίσκονται σε κατάσταση «ασέβειας» ως αμαρτωλοί, όλοι τους βρίσκονται μακριά από το φως και άρα όλοι βρίσκονται στο σκοτάδι.
Αδελφοί μου, σε ποια κατάσταση βρισκόμαστε εμείς οι άνθρωποι της τρίτης χιλιετίας; Έχουμε δει το «μέγα φως» ή σαν νέα «Γαλιλαία των εθνών» ζούμε τη δική μας πλάνη και ασέβεια; Αν παρ’ ελπίδα βρισκόμαστε στη σύγχρονη «Γαλιλαία των εθνών» υπάρχει ακόμα περιθώριο να αντιδράσουμε θετικά. Ο Ιησούς μας δίνει σήμερα αυτή τη δυνατότητα να το πράξουμε μέσα από τη δύναμη της μετάνοιας και της επιστροφής. Μας προτρέπει σήμερα ο Ιησούς «μετανοείτε, ήγγικε γαρ η βασιλεία των ουρανών». Αλήθεια αυτή η βασιλεία του Θεού ήρθε για μας και το περιβάλλον μας; Αν όχι τι κάνουμε ο καθένας μας για να έρθει ή να επεκταθεί η βασιλεία των ουρανών, η βασιλεία του Χριστού. Ας ευχηθούμε να είναι θετική η προσφορά του καθενός μας. Αμήν.

Θεόδωρος Αντωνιάδης

Κυριακή μετά τα Φώτα Ιερά Μητρόπολις Κωνσταντίας και Αμμοχώστου


Κυριακή μετά τα Φώτα
Η Κυριακή που ακολουθεί τη μεγάλη Δεσποτική εορτή των Θεοφανείων, ονομάζεται Κυριακή μετά τα Φώτα.  Το αποστολικό ανάγνωσμα της ημέρας είναι παρμένο από την προς Εφεσίους Επιστολή του Αποστόλου Παύλου.
Το αποστολικό ανάγνωσμα δεν αναφέρεται συγκεκριμένα στο γεγονός της Βάπτισης του Ιησού Χριστού, αλλά παραπέμπει στο μυστήριο της θείας οικονομίας για τη σωτηρία των ανθρώπων, το οποίο αποκάλυψε στην ανθρωπότητα ο Ιησούς Χριστός με την ενανθρώπησή του. Η εορτή των Θεοφανείων αποτελεί την φανέρωση της Αγίας Τριάδας στον κόσμο. Ο Ιησούς Χριστός κατά τη Βάπτισή του στον Ιορδάνη Ποταμό παρουσιάζεται και ομολογείται ενώπιον των ανθρώπων ως ο Υιός του Θεού, ο Λυτρωτής και Σωτήρας του κόσμου. Την ίδια αυτή αλήθεια υπογραμμίζει και ο Απόστολος Παύλος στο παρόν αποστολικό ανάγνωσμα. Ο Χριστός με την ενανθρώπησή του, την Σταυρική του Θυσία, την Ανάσταση και την Ανάληψή του στους ουρανούς γίνεται η πηγή της χάριτος και ο διανομέας των ποικίλων χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος στα μέλη της Εκκλησίας. Κατά τον τρόπο αυτό το αποστολικό ανάγνωσμα της Κυριακής μετά τα Φώτα έρχεται ως άμεση συνέχεια του θεολογικού νοήματος και μηνύματος της εορτής των Θεοφανείων.
Η ενότητα της Εκκλησίας και τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος
Ο κάθε άνθρωπος που λαμβάνει το Άγιο Βάπτισμα γίνεται μέλος του σώματος της Εκκλησίας και είναι πλέον συνδεδεμένος με την κεφαλή αυτού του σώματος, που είναι ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός. Ο σύνδεσμος αυτός της ενότητας δεν περιορίζεται μόνο στη σχέση με την κεφαλή, αλλά επεκτείνεται και σε όλα τα μέλη του σώματος. Το κάθε μέλος είναι συνδεδεμένο αρμονικά με την κεφαλή του σώματος, αλλά ταυτόχρονα και με όλα τα υπόλοιπα μέλη. Μέσα στο σώμα της Εκκλησίας το κάθε μέλος έχει τη δική του θέση και αποστολή «κατά το μέτρον της δωρεάς του Χριστού». Δηλαδή ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός, η κεφαλή της Εκκλησίας είναι εκείνος που παρέχει τα διάφορα χαρίσματα στα μέλη του σώματος. Τα χαρίσματα είναι οι δωρεές του Αγίου Πνεύματος και χορηγούνται στους πιστούς από τον Ιησού Χριστό «κατά το μέτρον της δωρεάς». Δίδονται δηλαδή ως δωρεά στους πιστούς κατά την κρίση του Θεού και ανάλογα με την πίστη μας προς αυτόν, αλλά σε καμία περίπτωση δεν αποτελούν αμοιβή της αξίας ή των ικανοτήτων μας. Πάντως δεν υπάρχει βαπτισμένος άνθρωπος που να μην λαμβάνει τη δωρεά του Χριστού με τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος.
Ο Απόστολος Παύλος χαρακτηρίζει τα διάφορα χαρίσματα ως καρπό του Αγίου Πνεύματος και αυτά τα χαρίσματα καλείται να καλλιεργήσει ο άνθρωπος μέσα στην Εκκλησία «εις έργον διακονίας, εις οικοδομήν του Σώματος του Χριστού». Τα χαρίσματα δηλαδή και οι χαρισματούχοι άνθρωποι της Εκκλησίας δεν αποσκοπούν στην αυτοπροβολή αλλά στην οικοδομή του σώματος της Εκκλησίας, στην κατάκτηση της αγιότητας των πιστών. Άλλωστε η πορεία του πιστού ανθρώπου δεν έχει αποκλειστικό - ατομικό χαρακτήρα, κανείς δηλαδή δεν πορεύεται προς την τελειότητα μόνος του, αλλά πορευόμαστε ως κοινωνία προσώπων. Γι΄ αυτό τονίζει ο Απόστολος Παύλος: «μέχρι καταντήσωμεν οι πάντες εις την ενότητα της πίστεως και της επιγνώσεως του υιού του Θεού, εις άνδρα τέλειον, εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού».
Ο Απόστολος Παύλος για να καταδείξει τον τρόπο με τον οποίο ο Ιησούς Χριστός μοίρασε και μοιράζει τα διάφορα χαρίσματα χρησιμοποιεί δύο εικόνες: «αναβάς εις ύψος ηχμαλώτευσεν αιχμαλωσίαν και έδωκε δόματα τοις ανθρώποις. το δε ανέβη τι εστιν ει μη ότι και κατέβη πρώτον εις τα κατώτερα μέρη της γης;». Η άκρα ταπείνωση του Ιησού Χριστού δεν σταματά πάνω στο Σταυρό, αλλά κατέρχεται στα κατώτατα της γης, στον Άδη. Ο Άδης στη θεολογική ορολογία είναι η κατάσταση των ψυχών που στερούνται των ζωοποιών ενεργειών του Θεού. Ο Ιησούς Χριστός λοιπόν δεν τελειώνει την αποστολή του επί του Σταυρού, αλλά κατέβηκε μέχρι τον Άδη και κήρυξε στα «εν φυλακή πνεύματα» (Α΄ Πετρ. 3,19). Εκεί στον Άδη κατέβηκε μόνος του αλλά στη συνέχεια ανέβηκε φέρνοντας πολλούς μαζί του και διέλυσε ουσιαστικά το βασίλειο, την κυριαρχία του Άδη στις ψυχές των ανθρώπων. Στη συνέχεια και σαράντα μέρες μετά την Ανάστασή Του αναλήφθηκε στους ουρανούς και κάθισε στα δεξιά του Θεού Πατέρα. Στην Ανάληψη δεν ήταν μόνος αλλά έφερε μαζί Του και την ανθρώπινη φύση, την οποία προσέλαβε με την ενανθρώπησή Του. Έτσι η ανθρωπότητα αποκτά και πάλιν τον «αρχαίον κάλλος», τη δυνατότητα της κοινωνίας με τον Θεό.
Ο Ιησούς Χριστός με την Ανάληψή Του «έδωκε δόματα τοις ανθρώποις». Τα «δόματα» είναι τα χαρίσματα. Τα χαρίσματα είναι πολλά και ποικίλα γι΄ αυτό και δεν μπορεί κανείς να τα έχει όλα. Μόνον ο Ιησούς Χριστός ως άνθρωπος είχε όλες τις δωρεές και τα χαρίσματα. Οι πιστοί, τα μέλη του σώματος της Εκκλησίας λαμβάνουν τα χαρίσματα από την κεφαλή του σώματος. Και παρά το γεγονός ότι τα χαρίσματα ποικίλουν, εντούτοις δεν καταργούν την ενότητα της Εκκλησίας, αλλά λειτουργούν όπως το σώμα. Όπως στο ανθρώπινο σώμα υπάρχουν πολλά μέλη, έτσι και στην Εκκλησία υπάρχουν πολλοί άνθρωποι με διάφορα χαρίσματα. Κανένα μέλος του σώματος δεν περισσεύει, είναι όλα απαραίτητα για την αρμονική λειτουργία του. Έτσι και στην Εκκλησία το κάθε μέλος και το κάθε χάρισμα έχει το σκοπό του. Όλα αποσκοπούν στον καταρτισμό των Αγίων και την ενότητα των πιστών. Άλλωστε οι ποικιλία των χαρισμάτων οδηγεί στην αλληλεξάρτηση και στην αλληλοβοήθεια και επιφέρει την απαλλαγή από τον εωσφορικό εγωισμό. Ο εγωισμός και η υπερηφάνεια διαλύει την κοινωνική συνοχή και οδηγεί στην απομόνωση και αποξένωση από τους άλλους και πρωτίστως από τον Θεό. 
   
Όλοι όσοι έχουμε λάβει το μυστήριο του Αγίου Βαπτίσματος είμαστε μέτοχοι της χάριτος, φορείς των χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος. Τα χαρίσματα αυτά είναι πολλά και ποικίλα και τα μοιράζονται σύμφωνα με τα κριτήρια και μέτρα του Θεού. Γι΄ αυτό και ο καθένας μας έχει διαφορετικά χαρίσματα. Η ποικιλία των χαρισμάτων δεν πρέπει να απειλεί την ενότητα της Εκκλησίας, ούτε να προκαλεί γογγυσμούς κατά του Θεού, ούτε και φθόνο κατά των συνανθρώπων μας που ίσως έλαβαν περισσότερα και μεγαλύτερα χαρίσματα. Ο καθένας με τα δικά του χαρίσματα να συμβάλλει «εις την ενότητα της πίστεως» και να αγωνίζεται να αξιοποιήσει και να αυξήσει τα χαρίσματα που έλαβε,  αποβλέποντας στη δόξα του Θεού και στην πνευματική οικοδομή των αδελφών.


Κυριακὴ μετὰ τὰ Φῶτα (Ἐφεσ δ΄ 7-13)



Διονύσιος Ψαριανός (Μητροπολίτης Σερβίων καί Κοζάνης (+))


8 Ἰανουαρίου 1967


Ἀγαπητοὶ χριστιανοί,

Πέρασαν οἱ μεγάλες ἑορτὲς καὶ μᾶς ἀφήκαν πίσω τὸν ἀντίλαλό τους. Ἀντίλαλος τῶν ἑορτῶν τῆς θείας Ἐπιφανείας, ὅπως ἀλλιῶς λέγονται στὴν ἐκκλησιαστικὴ γλώσσα οἱ ἑορτὲς τῶν Χριστουγέννων, εἶναι καὶ τὸ σημερινὸ ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα. Μᾶς μιλάει γιὰ τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, ποὺ μὲ τὴ Γέννηση κατέβηκε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ στὴ γῆ κι ὕστερα πάλι μὲ τὴν Ἀνάληψή του ἀνέβηκε στὸν οὐρανό· ἐκεῖνος ποὺ ἀναλήφθηκε μὲ θεϊκὴ δόξα εἶναι αὐτὸς ποὺ τὸν εἴδαμε τώρα νὰ γεννηθῆ ταπεινὸς ἄνθρωπος. Ἂς ξανακούσουμε τὰ ἀποστολικὰ λόγια, ἐξηγημένα τώρα στὴ δική μας ἁπλοελληνικὴ γλώσσα.

Ἀδελφοί, στὸν καθέναν δόθηκε ἡ θεία χάρη, σύμφωνα μὲ τὸ μέτρο ποὺ ἔχει, ὅταν μοιράζη τὴ δωρεά του ὁ Χριστός. Γι' αὐτὸ λέγει ὁ ψαλμός· ὅταν ἀνέβηκε ψηλά, αἰχμαλώτισε κι ἔσυρε μαζί του τοὺς ἀνθρώπους καὶ τοὺς ἔδωκε δῶρα. Κι αὐτὸ τὸ ἀνέβηκε, ποὺ λέγει, τί ἄλλο φανερώνει παρὰ πὼς κατέβηκε πρῶτα στὰ πιὸ χαμηλὰ μέρη τῆς γῆς; Ἐκεῖνος ποὺ κατέβηκε αὐτὸς εἶναι ποὺ ἀνέβηκε παραπάνω ἀπ' ὅλους τοὺς οὐρανούς, γιὰ νὰ γεμίση μὲ τὸν ἑαυτό του τὰ πάντα. Κι αὐτὸς ἔδωκε νὰ εἶναι ἄλλοι ἀπόστολοι, ἄλλοι προφῆτες, ἄλλοι εὐαγγελιστές, ἄλλοι ποιμένες καὶ διδάσκαλοι, πρὸς τὸ σκοπὸ νὰ καταρτίζωνται oι πιστοὶ καὶ νὰ 'ναι σὲ θέση νὰ προσφέρουν ἔμπρακτη ὑπηρεσία κι ἔτσι νὰ οἰκοδομῆται τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ὥς ποὺ νὰ φτάσουμε ὅλοι νὰ ἔχουμε μία πίστη καὶ ξεκάθαρη γνώση γιὰ τὸν υἱὸ τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ γίνουμε ὁ καθένας σωστὸς ἄνδρας, στὰ μέτρα τῆς ὡριμότητος τῶν ἀνθρώπων τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ.

Αὐτὰ εἶναι, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, τὰ λόγια τοῦ Ἀποστόλου σήμερα στὴ δική μας ἁπλὴ γλώσσα. Μὰ ὅπως τὸ εἴπαμε κι ἄλλη φορά, κάτω ἀπὸ τὰ ἁπλὰ λόγια τῆς θείας Γραφῆς κρύβονται πάντα μεγάλα νοήματα κι εἶναι ἀνάγκη, ὄχι μόνο νὰ ἐξηγοῦμε τὰ λόγια, μὰ καὶ νὰ τὰ ἑρμηνεύουμε, νὰ σκάβουμε δηλαδὴ σὲ βάθος, γιὰ νὰ ἀνακαλύψουμε κάθε φορὰ τὸ πνεῦμα κάτω ἀπὸ τὸ γράμμα. Γιατί, ἂν μείνουμε στὶς λέξεις καὶ στὸ γράμμα, μικρὸ κέρδος καὶ ὠφέλεια μποροῦμε νὰ ἔχουμε. Καμμιὰ φορὰ μάλιστα, ὅταν μένουμε στὶς λέξεις καὶ τὸ γράμμα, ὄχι μόνο δὲν κερδίζουμε, μὰ καὶ ζημιωνόμαστε.

Στὶς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων ἔχουμε τὸ περιστατικὸ τοῦ αἰθίοπα καὶ τοῦ Φιλίππου. Ἕνας αἰθίοπας ἐπάνω σ' ἕνα ἁμάξι ἐπήγαινε στὸ δρόμο του καὶ διάβαζε τὸν προφήτη Ἠσαΐα· τὰ λόγια τὰ διάβαζε, μὰ τὰ νοήματα δὲν τὰ καταλάβαινε. Τότε ὁ Φίλιππος, ὄχι ἐκεῖνος ἀπὸ τοὺς δώδεκα Ἀποστόλους, ἀλλὰ ἐκεῖνος ἀπὸ τοὺς ἑπτὰ Διακόνους, ὠδηγημένος ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, πλησίασε στὸν αἰθίοπα καὶ τὸν ρώτησε «Ἄρα γε γιγνώσκεις ἃ ἀναγιγνώσκεις;». Δηλαδὴ· τάχα καταλαβαίνεις αὐτὰ ποὺ διαβάζεις; Κι ὁ αἰθίοπας ἀπάντησε· «Πῶς γὰρ ἂν δυναίμην, ἐὰν μὴ τὶς ὁδηγήσῃ με;»
Δηλαδὴ· καὶ πῶς θὰ μποροῦσα νὰ καταλάβω, ἂν κάποιος δὲν μὲ ὁδηγήση;

Νὰ διαβάζουμε λοιπὸν μόνο τὶς λέξεις καὶ νὰ ξέρουμε ἔστω τὴ σημασία τους δὲν θὰ πῆ πὼς καταλαβαίνουμε πάντα καὶ τὰ νοήματα τῆς θείας Γραφῆς, ποὺ εἶναι βιβλίο θεόπνευστο καὶ πνευματέμφορο, βιβλίο δηλαδὴ γραμμένο μὲ τὴν ἔμπνευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ γεμάτο ἀπὸ τὴ ζωὴ καὶ τὴν ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Μὰ τὸ Πνεῦμα τῆς θείας Γραφῆς δὲν εἶναι οἱ λέξεις· ἂν ἦσαν, τότε πῶς ἐμεῖς τολμοῦμε καὶ τὶς μεταφράζουμε στὴ δική μας γλώσσα; Οἱ λέξεις καὶ τὸ γράμμα εἶναι τὸ ὑλικὸ καὶ σαρκικὸ σῶμα τῆς θείας Γραφῆς, ὁ ἀνθρώπινος καὶ φυσικὸς τρόπος ὅπου μ' αὐτὸν ἐκφράζεται ὁ Θεὸς καὶ μᾶς μιλάει, κάθε φορὰ στὴ γλώσσα μας καὶ ἀνάλογα μὲ τὴ νοητική μας ἀντίληψη. Μέσα σὲ τοῦτο τὸ σῶμα, παρόμοια ὅπως μέσα στὸ ἀνθρώπινο σῶμα ὑπάρχει ἡ ψυχή, εἶναι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ποὺ δίνει ζωὴ στὸ γράμμα καὶ τὰ ἁπλὰ λόγια γίνονται «ρήματα ζωῆς αἰωνίου». Γι' αὐτὸ ὁ Χριστὸς λέγει κάπου στὸ Εὐαγγέλιο πὼς «τὸ πνεῦμα ἐστι τὸ ζωοποιοῦν, ἡ σὰρξ οὐκ ὠφελεῖ οὐδέν». Καὶ γι' αὐτό, ἐπειδή, διαβάζοντας ὁ καθένας καὶ καταλαβαίνοντας τὶς λέξεις, δὲν εἶναι βέβαιο πὼς κατέχει καὶ τὸ πνεῦμα, ἡ Ἐκκλησία ἑρμηνεύει τὴ θεία Γραφὴ καί, ὅπως ὁ Φίλιππος στὸν αἰθίοπα, γίνεται ὁδηγὸς στοὺς πιστούς, γιὰ νὰ βαθύνουν καὶ νὰ καταλάβουν τὰ πνευματικὰ νοήματα τοῦ θείου λόγου. Τὸ εἴπαμε κι ἄλλη φορὰ πὼς οἱ Εὐαγγελικοί, οἱ Χιλιαστὲς κι ὅλοι οἱ αἱρετικοὶ γι' αὐτὸ πλανιῶνται, γιατί διαβάζουν μόνοι τους κι ἑρμηνεύουν τὴ θεία Γραφὴ ὅπως ὁ καθένας νομίζει καὶ θέλει.

Ὕστερα ἀπ' ὅσα εἴπαμε ὡς ἐδῶ, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ἀντὶ γιὰ ἄλλη διδαχὴ ἐπάνω στὴ σημερινὴ ἀποστολικὴ περικοπή, ἂς ἑρμηνέψουμε πλατύτερα τὰ λόγια ποὺ ἐξηγήσαμε στὴ γλώσσα μας κι ἂς βαθύνουμε στὰ πνευματικά τους νοήματα. Μᾶς λέγει ὁ Ἀπόστολος πὼς στὸν καθέναν δόθηκε ἡ θεία χάρη, σύμφωνα μὲ τὸ μέτρο τῆς δωρεᾶς τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὸ θὰ πῆ πὼς ὁ Χριστὸς δὲν δίνει σὲ ὅλους τὸ ἴδιο· σ' ἄλλον δίνει πολὺ καὶ σ' ἄλλον δίνει λίγο. Θὰ πῆς τώρα· αὐτὸ δὲν εἶναι δικαιοσύνη· καὶ πῶς μπορεῖ ὁ Χριστὸς νὰ εἶναι ἄδικος; Δικαιοσύνη ὅμως δὲν εἶναι ἡ ἰσότητα, καθὼς τὸ φωνάζουν ὅλοι στὸν καιρό μας. Δικαιοσύνη εἶναι ἡ ἀναλογία, νὰ παίρνη δηλαδὴ ὁ καθένας ὅσο τοῦ ἀξίζει. Κι αὐτὸ τὸ «ἀξίζει» δὲν εἶναι πιὰ μέτρο τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ μέτρο δικό μας. Σοῦ ἀξίζει νὰ πάρης πολύ; Θὰ πάρης ἀπὸ τὸ Θεὸ πολύ. Δὲν σοῦ ἀξίζει; Θὰ πάρης λίγο ἤ καὶ θὰ χάσης κι ἐκεῖνο ποὺ ἔχεις. Γι' αὐτὸ κάπου λέγει στὸ Εὐαγγέλιο ὁ Χριστός· «παντὶ τῷ ἔχοντι δοθήσεται». Ὅταν ἐσὺ θέλης κι εἶσαι ἄξιος νὰ πάρης ἀπὸ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, ὁ Θεὸς δὲν θὰ ἀρνηθῆ, μὰ θὰ σοῦ δώση μὲ τὸ παραπάνω· «δοθήσεται καὶ περισσευθήσεται», λέγει πάλι ὁ Χριστός.





Αὐτὲς οἱ δωρεὲς καὶ τὰ πνευματικὰ χαρίσματα τοῦ Χριστοῦ εἶναι οἱ καρποὶ τοῦ θείου καὶ ἀπολυτρωτικοῦ του ἔργου, ὅπως ἀκριβῶς προφητικὰ τὸ λέγει ὁ ψαλμός. Ὅταν ἀνέβηκε ψηλὰ ὁ Χριστός, ὅταν δηλαδὴ ὑψώθηκε στὸ Σταυρὸ κι ὕστερα ἀναστήθηκε κι ἀναλήφθηκε στὸν οὐρανό, ἐλευθέρωσε τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὴν αἰχμαλωσία τοῦ Σατανᾶ, τοὺς τράβηξε μαζί του, σὰν δικούς του αἰχμαλώτους, καὶ τοὺς ἔδωκε τὰ λάφυρα τῆς νίκης του. Λάφυρα τῆς νίκης τοῦ Χριστοῦ εἶναι τὰ πνευματικὰ χαρίσματα.

Αὐτὸ ὅμως τὸ «ἀνέβηκε», γιὰ τὸ Χριστό, φανερώνει πὼς πρῶτα κατέβηκε· κατέβηκε πρῶτα, ὅταν ἦρθε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ γεννήθηκε στὴ γῆ κι ὑστέρα, ὅταν μὲ τὸν θάνατό του ἔφτασε ὥς τὸν Ἅδη. Αὐτὸς λοιπὸν ποὺ κατέβηκε, αὐτὸς εἶναι καὶ ποὺ ἀνέβηκε παραπάνω ἀπὸ κάθε ἀρχὴ καὶ ἐξουσία στὴ γῆ καὶ στὸν οὐρανό. Ὥστε τώρα, ὄχι πιὰ σὰν Θεός, μὰ σὰν Θεάνθρωπος Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ νὰ εἶναι παντοῦ καὶ ἡ παρουσία του νὰ γεμίζη τὰ πάντα. Καὶ εἶναι αὐτὸς ποὺ ἵδρυσε στὴ γῆ τὴν Ἐκκλησία καὶ μοιράζει σ' αὐτὴν τὰ χαρίσματα· ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία δὲν ὑπάρχουν χαρίσματα τοῦ Χριστοῦ, ὥστε ἄλλοι νὰ εἶναι ἀπόστολοι, ἄλλοι προφῆτες, ἄλλοι εὐαγγελιστές, ἄλλοι ποιμένες καὶ διδάσκαλοι.

Τὰ διάφορα λοιπὸν ἀξιώματα καὶ τὰ διάφορα ἔργα στὴν Ἐκκλησία δὲν εἶναι ἀνθρώπινη ἐφεύρεση, καθὼς κάποιοι θέλουν νὰ λένε, μὰ εἶναι χαρίσματα τῆς δωρεᾶς τοῦ Χριστοῦ. Καὶ τὰ χαρίσματά του ὁ Χριστὸς δὲν τὰ δίνει χωρὶς σκοπὸ γιὰ νὰ μείνουν ἀχρησιμοποίητα· τὰ δίνει γιὰ νὰ καταρτίζωνται οἱ πιστοί, ποὺ καὶ αὐτοὶ πρέπει νὰ ἔχουν ἐνεργὸ θέση καὶ ὑπηρεσία στὴν Ἐκκλησία. Ἔτσι οἰκοδομεῖται καὶ προάγεται τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ὥσπου νὰ φτάσουμε ὅλοι στὴν ἑνότητα τῆς πίστεως καὶ στὴν ἐπίγνωση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ θὰ εἶναι σημεῖο τῆς πνευματικῆς καὶ ἠθικῆς μας ὡριμότητος, ποὺ θὰ φανερώνη πὼς εἴμαστε πιὰ σωστοὶ καὶ τέλειοι ἄνδρες, στὰ μέτρα τῶν ἀνθρώπων τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Γιατί αὐτὸ θὰ πῆ ἀληθινὸς χριστιανός, σωστὸς καὶ ὁλοκληρωμένος ἄνθρωπος, ποὺ κάθε μέρα πλησιάζει στὸ τέλειο πρότυπο, ποὺ εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός.



Ἀγαπητοὶ χριστιανοί,

Καὶ μὲ τὴν ἑρμηνεία καὶ ἀνάπτυξη, ποὺ ἐπιχειρήσαμε τῆς σημερινῆς ἀποστολικῆς περικοπῆς, δὲν πήγαμε πολὺ πιὸ πέρα καὶ πιὸ βαθιὰ ἀπὸ τὴν ἁπλὴ γλωσσικὴ ἐξήγηση ποὺ ἐκάμαμε στὴν ἀρχή. Πρῶτα, γιατί δὲν ἔχουμε τὸν ἀπαιτούμενο χῶρο, κι ὕστερα, γιατί δὲν εἴμαστε βέβαιοι πὼς ἀκοῦτε καὶ παρακολουθεῖτε χωρὶς κόπο. Μὰ ἔστω καὶ τόσο εἶναι ἀρκετό, γιὰ νὰ καταλάβουμε πὼς τὸ θεῖο κήρυγμα, σὰν αὐθεντικὴ ἑρμηνεία τῆς πίστεώς μας ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, εἶναι πολὺ βαρὺ καὶ ὑπεύθυνο ἔργο, καὶ γιὰ κεῖνον ποὺ κηρύττει καὶ γιὰ κείνους ποὺ ἀκοῦνε. Ἂς μείνουμε λοιπὸν γιὰ σήμερα ἐδῶ κι ἂς ἔχουμε ὅλοι μας τὸ φωτισμὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ τὴ χάρη τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, γιὰ νὰ μποροῦμε νὰ καταλαβαίνουμε καὶ νὰ τηροῦμε στὸ βίο μας τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρός. Ἀμήν.

Κυριακὴ μετὰ τὰ Φῶτα (Ματθ. δ΄ 12-17)



Διονύσιος Ψαριανός (Μητροπολίτης Σερβίων καί Κοζάνης (+))


 
9 Ἰανουαρίου 1966


Ἀγαπητοὶ Χριστιανοί,

Πάλι καὶ σήμερα γιὰ τὴ μετάνοια θὰ ποῦμε. Καὶ μακάρι πάντα γιὰ τὴ μετάνοια νὰ λέγαμε, γιατί ὅλο τὸ κήρυγμα τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας του σ' ἕνα πράγμα καὶ σὲ μία λέξη περιλαμβάνεται καὶ συγκεφαλαιώνεται· στὴ μετάνοια. Μὲ τὴ μετάνοια ὁ Χριστὸς ἄρχισε τὸ κήρυγμά του καὶ μὲ τὴ μετάνοια τὸ τελείωσε. Γιὰ τὸ πῶς τελείωσε μᾶς λέγει τὸ Εὐαγγέλιο, πὼς μετὰ τὴν Ἀνάσταση παράγγειλε στοὺς Ἀποστόλους νὰ κηρύξουνε μετάνοια στ' ὄνομά του σ' ὅλα τὰ ἔθνη. Γιὰ τὸ πῶς ἄρχισε μᾶς τὸ εἶπε τὸ Εὐαγγέλιο σήμερα, μὰ ἂς τὸ ξανακούσουμε στὴ δική μας ἁπλὴ γλώσσα.

Ἐκεῖνο τὸν καιρό, ὅταν ἀκουσεν ὁ Ἰησοῦς πὼς ὁ Ἰωάννης παραδόθηκε, ἔφυγε καὶ πῆγε στὴ Γαλιλαία. Καὶ ἀφίνοντας τὴ Ναζαρέτ, ἦλθε καὶ κατοίκησε στὴν Καπερναοὺμ ποὺ ἦταν κοντὰ στὴ θάλασσα, στὰ σύνορα ποὺ κατοικοῦσαν οἱ φυλὲς Ζαβουλὼν καὶ Νεφθαλείμ, γιὰ ν' ἀληθέψη κεῖνο ποὺ εἶπε ὁ Θεὸς μὲ τὸ στόμα τοῦ προφήτη Ἠσαΐα. Ἡ γῆ τοῦ Ζαβουλῶν καὶ ἡ γῆ τοῦ Νεφθαλείμ, στὸ δρόμο κατὰ τὴ θάλασσα πέρ' ἀπὸ τὸν Ἰορδάνη, ἡ Γαλιλαία ποὺ τὴν κατοικοῦνε τὰ ἔθνη· ὁ λαὸς ποὺ κάθεται στὸ σκότος εἶδε μεγάλο φῶς καὶ σὲ κείνους ποὺ κάθονται στὴ χώρα καὶ στὴ σκιὰ τοῦ θανάτου φῶς φανερώθηκε γι' αὐτούς. Ἀπὸ τότε ἄρχισε ὁ Ἰησοῦς νὰ κηρύττη καὶ νὰ λέγη· Μετανοεῖτε· γιατί πλησιάζει ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν.


 



Ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ὅταν παραδόθηκε ὁ Ἰωάννης ὁ Βαπτιστής, παρουσιάσθηκε φανερὰ κι ἄρχισε τὸ κήρυγμά του στὸ λαό. Μὲ τὰ ἴδια λόγια τοῦ Ἰωάννη· «Μετανοεῖτε...» ἐκήρυττε ὁ Ἰωάννης, «Μετανοεῖτε...» ἐκήρυττε κι ὁ Χριστός. Αὐτὸ φανερώνει πρῶτα πὼς τὸ κήρυγμα τοῦ Χριστοῦ στὸν κόσμο εἶναι συνέχεια στὸ κήρυγμα τῶν Προφητῶν. Γιατί ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς δὲν ἦρθε ἐπαναστατικὰ νὰ κατάργηση τὸ νόμο τοῦ Μωϋσῆ καὶ τὸ κήρυγμα τῶν προφητῶν· δὲν ἦρθα, εἶπε ὁ ἴδιος, νὰ καταργήσω, μὰ νὰ συμπληρώσω. Αὐτὸ νὰ τὸ ἀκοῦνε κάμποσοι ἀπό μᾶς, ποὺ θέλουνε νὰ καταργήσουνε τὰ παληὰ καὶ νὰ διδάξουνε καινούργια· ποὺ πᾶνε νὰ γκρεμίσουνε τὸν κόσμο, γιὰ νὰ τὸν ξαναφτιάσουνε τάχατες ἀπὸ τὴν ἀρχή. Νὰ γκρεμίζης εἶναι πολὺ εὔκολο, μόνο νὰ δοῦμε πῶς ξαναχτίζεις. Καὶ νὰ λὲς πὼς ὅλα τὰ παληὰ εἶναι γιὰ πέταμα, εἶναι κι αὐτὸ ἕνας λόγος, μόνο νὰ δοῦμε, ὅταν τὰ πετάξης, τί θὰ βάλης στὴ θέση τους.

Μὰ ἂς τὸ ἀφήσουμε τώρα ἐτοῦτο τὸ ζήτημα γιὰ ἄλλη φορὰ κι ἂς ξαναγυρίσουμε στὸ «Μετανοεῖτε...». Εἴπαμε λοιπὸν πὼς κι ὁ Ἰωάννης ὁ Βαπτιστὴς κι ὁ Χριστὸς ἀρχίζουνε τὸ κήρυγμά τους μὲ τὴν ἴδια λέξη· κι αὐτὸ φανερώνει πρῶτα πὼς τὸ κήρυγμα τοῦ Χριστοῦ εἶναι συνέχεια στὸ κήρυγμα τῶν Προφητῶν. Τὸ «Μετανοεῖτε...» ὅμως αὐτὸ φανερώνει ἀκόμη καὶ κάτι ἄλλο κι αὐτὸ πρέπει νὰ τὸ προσέξουμε πολύ. Γιατί ἂν δὲν προσέξουμε κι ἂν δὲν καταλάβουμε γιατί ὁ Πρόδρομος κι ὁ Χριστὸς ἀρχίζουν μὲ τὸ «Μετανοεῖτε...», τότε δὲν θὰ καταλάβουμε τίποτα κι ἀπ' ὅλο τὸ Εὐαγγέλιο. Εἴπαμε δὰ πὼς ὅλο τὸ κήρυγμα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας του, δηλαδὴ ὅλο τὸ Εὐαγγέλιο συμπεριλαμβάνεται καὶ συγκεφαλαιώνεται στὴ μετάνοια.

Τὸ πιὸ μεγάλο κακό, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, τὸ πιὸ μεγάλο κακὸ εἶναι ἡ ἀμετανοησία. Ὅλα τὰ κακὰ κι ὅλες oι ἁμαρτίες δὲν εἶναι τόσο μεγάλες ποὺ νὰ μὴν τὶς συχωρνάη ὁ Θεός. Μὰ εἶναι μία ἁμαρτία ποὺ μένει ἀσυχώρετη. Ὁ Χριστὸς εἶπε πὼς ἡ ἁμαρτία αὐτὴ εἶναι ἡ βλασφημία «κατὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Καὶ οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μᾶς ἐξηγοῦνε πὼς ἡ βλασφημία «κατὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» εἶναι ἡ ἀμετανοησία. Ἡ μετάνοια εἶναι ζωὴ καὶ σωτηρία, ἡ ἀμετανοησία εἶναι θάνατος καὶ ἀπώλεια. Ὅποιος δὲν μετανοεῖ, δὲν καταλαβαίνει τὸ φταίξιμό του καὶ τὴν ἁμαρτία του, δὲ ζητάει τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, δὲν ἔχει συχώρεση ἀπὸ τὸ Θεό. Γιατί ὁ Θεὸς ἐλεᾶ καὶ συχωρνάει ἐκείνους ποὺ νιώθουνε τὰ φταιξίματά τους, ποὺ κλαῖνε γιὰ τὶς ἁμαρτίες τους, ποὺ ζητοῦνε τὸ θεῖο ἔλεος· μ' ἕνα λόγο ἐκείνους ποὺ μετανοοῦνε. Γιατί ἐτοῦτο εἶναι ἡ μετάνοια· νὰ λυπηθῆς, νὰ κλάψης, νὰ ζήτησης ἔλεος καὶ συχώρεση γιὰ τὸ φταίξιμό σου, νὰ δώσης λόγο πὼς δὲν θὰ ξανακάμης τὸ ἴδιο καὶ νὰ βάλης τὰ δυνατά σου νὰ μὴν τὸ ξανακάμης. Ὅλα ἐτοῦτα, χριστιανέ μου, εἶναι ποὺ σὲ κάνουνε καινούργιο ἄνθρωπο, ὅλα ἐτοῦτα εἶναι ποὺ σὲ ἀνεβάζουν, ὅλα ἐτοῦτα εἶναι ἡ μετάνοια κι ἡ μετάνοια εἶναι ἡ πρόοδός σου κι ἡ προκοπή σου, ἡ ζωή σου κι ἡ σωτηρία σου. Ἡ ἀμετανοησία σὲ ρίχνει καὶ σὲ κατεβάζει, σοῦ θολώνει τὸ μυαλὸ καὶ σὲ τυφλώνει κι ὕστερα τὰ βλέπεις ὅλα θολὰ καὶ τὰ καταλαβαίνεις ὅλα ἀνάποδα. Πολλοὶ θαρροῦνε πὼς ἡ μετάνοια εἶναι ἀδυναμία καὶ πὼς ἡ ἀμετανοησία εἶναι θέληση. Μακάρι νὰ 'χουμε ὅλοι μας μιὰ τέτοια ἀδυναμία, ποὺ μᾶς ἀνεβάζει καὶ νὰ μᾶς λείπη τέτοια θέληση, ποὺ μᾶς καταστρέφει. Ἡ ἀμετανοησία, χριστιανοί μου, εἶναι ξεροκεφαλιά, ἡ μετάνοια εἶναι ἐξυπνάδα.


Ἀγαπητοὶ χριστιανοί,

Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἦρθε νὰ μᾶς κάμη καινούργιους ἀνθρώπους. Μὰ καινούργιο στὸν κόσμο δὲν ὑπάρχει, παρεκτὸς ἀπ' ὅ,τι εἶναι ἀληθινὸ κι ἀληθινὸ πάλι δὲν εἶναι παρ' ἐκτὸς ἀπ' ὅ,τι εἶναι φυσικό, σύμφωνο δηλαδὴ μὲ τοὺς νόμους ποὺ ἔβαλε ὁ Θεὸς στὴ δημιουργία του. Ὅ,τι εἶναι φυσικό, εἶναι ἀληθινό· ὅ,τι εἶναι ἀληθινό, εἶναι τοῦ Θεοῦ· κι ὅ,τι εἶναι τοῦ Θεοῦ, εἶναι πάντα καινούργιο, εἶναι ζωὴ αἰώνιος. Ἡ μετάνοια εἶναι κι αὐτὴ νόμος τοῦ Θεοῦ, ὅρος τοῦ Εὐαγγελίου. Ὁ Χριστὸς λοιπὸν μᾶς καλεῖ γιὰ νὰ μᾶς κάμη καινούργιους καὶ μᾶς βάζει ὅρο καὶ νόμο τὴ μετάνοια. Ἂς μετανοοῦμε, χριστιανοί μου, γιὰ νὰ προκόβουμε στὸ καλύτερο· γιὰ νὰ 'χουμε ζωή, ζωὴ αἰώνιο. Ἀμήν.

Κυριακή μετά τά Φῶτα. (†) ἐπίσκοπος Γεώργιος Παυλίδης Μητροπολίτης Νικαίας




Κυριακή μετά τά Φῶτα
(Ματθ. δ΄ 12-17)

Φῶς ἐκ φωτός
«....ὁ λαός ὁ καθήμενος ἐν σκότει εἶδε φῶς μέγα...»

 
Λόγια γεμᾶτα φλόγα καί ἀγαλλίασι. Ὁ προφήτης στέκεται ἀνήσυχος καὶ βλέπει τό μέλλον.  Σκοτεινό καί ἀβέβαιο.  Ὅμως αἴφνης διασχίζει τὸ σκοτάδι αὐτὸ ἕνα μυστηριῶδες φῶς. Εἶναι γλυκύ καὶ θεῖον. Οἱ λαοί καταπλήσσονται. Οἱ ἀκτῖνες τοῦ οὐρανίου φωτὸς φωτίζουν τὸν κόσμον. Οἱ καρδιὲς σκιρτοῦν. Τὰ πρόσωπα φεγγοβολοῦν. Ἡ ζωὴ ἀποκτᾷ ἰδιαίτερον χρῶμα. Ἡ ἐλπίδα ζωντανεύει τὶς ψυχὲς τῶν λαῶν. Ἡ «χώρα καὶ ἡ σκιὰ τοῦ θανάτου» δὲν ἠμποροῦν πλέον νά πιέσουν τὰ ἀνθρώπινα στήθη.  Καινούργια πνοὴ παντοῦ...
Δικαιολογημένη, ἀδελφέ, ἡ συγκίνησις τοῦ προφήτου.  Καὶ θὰ γίνῃ περισσότερον κατανοητή, ἄν παρουσιάζετο μὲ κάποια μεγαλυτέρα ἀνάλυσι ἐφ’ ἑνὸς ἡ κατάστασις ἡ προχριστιανικὴ καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἡ μορφή τοῦ κόσμου μετὰ τὴν ἀνατολὴ αὐτοῦ τοῦ φωτός. Ἔτσι θὰ γίνῃ περισσότερον σαφὲς καὶ τὸ ἰδικόν μας σημερινὸν χρέος.

1. Τ ὸ   β α θ ὺ   σ κ ο τ ά δ ι.

Ἀπὸ ποῦ, ἀλήθεια, νὰ ἀρχίσῃ κανείς;  Γύρω, ἐκτὸς τῶν Ἰουδαίων, παντοῦ ἡ λατρεία τῶν εἰδώλων. Ποῦ εἶχε καταντήσει ὁ ἄνθρωπος ! 
Νὰ λατρεύῃ αὐτὸς, ὁ κατ’ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσιν τοῦ Θεοῦ πλασθείς, νὰ λατρεύῃ, τὰ ἄψυχα, τὸν ἥλικο, τ’ ἀστέρια, τοὺς ὠκεανούς, τὰ ζῶα, τὰ πράγματα. «Καὶ ἤλλαξαν τὴν δόξαν τοῦ ἀφθάρτου Θεοῦ ἐν ὁμοιώματι εἰκόνος φθαρτοῦ ἀνθρώπου καὶ πετεινῶν καὶ τετραπόδων καὶ ἑρπετῶν» (Ρωμ. α΄23).  Καὶ αὐτοὶ ἀκόμη οἱ πολιτισμένοι Ἕλληνες κατέφυγον εἰς φανταστικὲς θεότητες, ποὺ τὶς ἔδωσαν ἰδιότητες ἀνθρώπινες, μὲ πάθη καί μίση καὶ ἀνηθικότητες.
Μιὰ τοιαύτη κατόπιν θρησκευτικὴ κατάστασις τῆς ἀνθρωπότητητος δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ ἔχῃ ἀντίκτυπον καὶ εἰς τὴν ἠθικὴν ζωὴν τῶν λαῶν.  Ἡ ἀνηθικότης εἶχε κατακτήσει τὸ σύμπαν.  Σωστή «σκιὰ θανάτου» ἦταν ἁπλωμένη παντοῦ. Τρομερὴ φθορὰ τῆς ἀνθρωπίνης ἀξιοπρεπείας.
Χωρὶς ἐντροπὴν ὁ ἄνθρωπος καταπατοῦσε τὴν ἁγίότητα καὶ τὴν τιμιότητα.
Ἡ οἰκογένεια ἦτο ἀνύπαρκτη. Ἡ γυναίκα χωρὶς καμμίαν ἀξίαν, ταπεινὸ ἀντικείμενο στὴ διάθεσι τοῦ ἀνδρός. Ὡς μητέρα δὲν εἶχε κανένα δικαίωμα στὰ παιδιὰ της. Ὅ,τι ἤθελε τὰ ἐκαμεν ὁ ἄνδρας. Ὡς σύζυγος ἦτο δυστυχισμένη ὕπαρξις.  Πολλάκις, μετὰ τὸν θάνατον τοῦ συζύγου της, ἐκαίετο καὶ αὐτὴ μαζύ του ζωντανή. Τὰ παιδιὰ, χωρὶς ἀξίαν. Ἄν ὁ πατέρας δὲν τὰ ἤθελε, τὰ ἐσκότωνε, τὰ πετοῦσε στὴ χαράδρα, χωρὶς νὰ δώσῃ λογαριασμό.
Ἡ κοινωνία ἦταν οὐσιαστικά διαλελυμένη. Ἠ ἀγάπη ἦταν ἄγνωστη. Ἡ δικαιοσύνη ἀνύπαρκτη σχεδόν.  Οἱ περισσότεροι ἦσαν δοῦλοι.  Εἰς τὶς λίμνες τῶν μεγάρων τῆς Ρώμης ἔτρεφαν τὰ χρυσόψαρα ἀπὸ τὶς σάρκες τῶν δούλων, τοὺς ὁποίους ἔρριπταν ἐπίτηδες, διὰ νὰ τρέφωνται τὰ ψάρια.  Καὶ αὐτὰ ὅλο ἐγίνοντο μὲ τὴν συμπαράστασιν καὶ αὐτῶν τῶν φιλοσόφων τῆς ἐποχῆς. Σκοτάδι, λοιπόν καὶ σκιὰ θανάτου παντοῦ. Οἱ μόνοι ποὺ ζοῦσαν κάπως ἀνώτερα ἦσαν οἱ Ἰδουδαῖοι. Ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ εἶχαν ἀρχίσει νὰ ξεθωριάζουν.  Μόνον τύπους καὶ σύμβολα εἶχαν. Ἀληθινὴν ζωὴν δὲν εὕρισκες.  Κάτι περίμεναν νὰ ἁλλάξῃ.... Ἀλλὰ τί; Καὶ πῶς; Καὶ ποιός θὰ ἦταν ὁ δυνατός;

2. Τ ὸ   μ έ γ α   Φ ῶ ς !
 
Αἴφνης ἔλαμψε τὸ φῶς.  Καὶ ἦταν ὄχι ἁπλῶς φῶς, ἀλλὰ μέγα Φῶς.  «Φῶς ἐκ φωτὸς ἔλαμψε τῷ κόσμῳ, Χριστὸς ὁ Θεός», ψάλλει ἡ Ἐκκλησία μας.
Αὐτὸς εἶναι τό οὐράνιο Φῶς. «Ἐγώ εἰμι τὸ Φῶς τοῦ κόσμου» (Ἰωάν. η΄ 12), εἶπεν ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Ἦλθε.  Καὶ ἐπλημμύρισαν οἱ λαοὶ ἀπὸ ἀκτῖνες σωτηρίου φωτός. Ἔμαθεν ὁ κόσμος τὴν ἀλήθειαν περὶ τοῦ Θεοῦ. Ὕψωσε τὰ μάτια του ψηλότερα ἀπὸ τὰ δημιουργήματα καὶ ἐλάτρευσε τὸν αἰώνιον Δημιουργόν.
Ἐφωτίσθη ἐπάνω εἰς τὸ θέμα τῆς ψυχῆς καὶ τῶν καθηκόντων του. Ἄκουσε διὰ τὴν ἀρετὴν καί τὴν γοητείαν τῆς ἠθικῆς. Ἀπέκτησεν οἰκογένειαν. Ἐστερέωσε τὰ θεμέλια της ἐπάνω εἰς τὸ πνεῦμα. Ἡ γυναίκα ἐξυψώθη καὶ ἔγινεν ἰσοδύναμος μὲ τὸν ἄνδρα. Ἀνεδείχθη ἀπὸ σκλάβα, βασίλισσα τοῦ σπιτιοῦ. Τὸ παιδὶ ἐχαρακτηρίσθη ὡς δῶρον του οὐρανοῦ καὶ ἐτέθη ὑπὸ τὴν προστασία τοῦ Θεοῦ.  Κατηργήθη ἡ δουλεία.
Ἔγιναν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἀδελφοί. Ἐθεμελιώθη ἡ δικαιοσύνη. Ἁπλώθηκε ἡ ἀγάπη εἰς τὸν κόσμον. Ἀνετράπησαν ὅλαι αἱ παλαιαὶ θεωρίαι τῶν φιλοσόφων. Ὑψώθηκε ἐπάνω στά ἐρείπια τοῦ παλιοῦ κόσμου νέον οἰκοδόμημα, τοῦ ὁποίου ἀρχιτέκτων ὑπῆρξεν ὁ ἴδιος ὁ Χριστός.
Ἀπὸ τότε δὲν ὑπάρχουν πλέον σκοτειναὶ πτυχαὶ εἰς τὴν ζωήν. Τὰ ἐφώτισεν ὅλα τὸ γλυκύτατον, τὸ θεῖον φῶς, πού ἦλθεν ἀπὸ τὸν οὐρανὸν εἰς τοὺς «καθημένους ἐν χώρᾳ καὶ σκιᾷ θανάτου» λαούς.
Τί μεγαλυτέραν δωρεὰν τοῦ οὐρανοῦ ἦτο δυνατόν νὰ ζητήσῃ ποτέ ἡ γῆ; Καὶ ὅμως !

3. Π ά λ ι ν   σ κ ο τ ά δ ι !....

Κρίμα !  Μετὰ ἀπὸ τέτοιαν πλήμμυραν φωτός, ὁ καθένας θὰ ἐπερίμενε ν’ ἀγαπήσῃ ὁ κόσμος τὸ Φῶς καὶ νὰ ποθήσῃ νὰ ζῇ διαρκῶς μέσα εἰς τὸ φῶς. Ὅμως δὲν ἔγινεν αὐτό. Ἡ μεγαλυτέρα μερὶς τοῦ κόσμου, εἴτε συνειδητά, εἴτε ἀσυνείδητα, ἔδιωξεν αὐτὸ τὸ φῶς.  Δὲν τῆς ἄρεσεν, δὲν τῆς ἀρέσει ἡ φωτεινή ζωή.
Προτιμάει τὴν σκοτεινή, τὴν μυστική, τὴν ζωὴν τοῦ ἀνθρώπου χωρὶς χαλινόν, χωρὶς ἐντροπήν.  Καὶ μένει ἔτσι στὸ σκοτάδι, διότι ἔτσι κρύβεται.  «Πᾶς γὰρ ὁ φαῦλα πράσσων μισεῖ τὸ φῶς καὶ οὐκ ἔρχεται πρὸς τὸ φῶς, ἵνα μὴ ἐλεχθῇ τὰ ἔργα αὐτοῦ» (Ἰωαν. γ΄,20). Ἔτσι εἶναι. Ὁ ἁμαρτωλὸς μισεῖ τὸ φῶς. Δὲν πρέπει, συνεπῶς, νὰ ἀποροῦμεν διὰ τὴν σημερινὴν κατάστασιν τοῦ κόσμου.

Ὅπου λείπει ὁ Χριστὸς καὶ τὸ φῶς του, ἁπλώνεται «ἡ σκιὰ τοῦ θανάτου». Ἔτσι ζῇ ὅλη ἡ ἀνθρωπότης εἰς ἕνα ἀληθινὸν ἠφαίστειον. Συγκρούσεις καὶ πόλεμοι καὶ αἵματα. Ἀπὸ κοινωνικῆς καὶ ἠθικῆς πλευρᾶς ἀληθινὸς φαῦλος κύκλος. Παντοῦ ἀκαστασία.  Φθορὰ τοῦ ἤθους.  Διάβρωσις τοῦ οἰκογενειακοῦ θεσμοῦ. Ἡ νεότης παρασύρεται εἰς τὸν κρημνόν.
Τὸ θεάμα, κινηματογράφος καὶ θεάτρον, συνήθως καταστρεπτικόν. Τὸ ἀνάγνωσμα ἐκρηκτικόν. Ἡ ψυχαγωγία ἐπικίνδυνος.  Διασύρονται ὑπολήψεις. Τραυματίζονται παραδόσεις γενεῶν. Τὸ ἔγκλημα εἰς ἠμερησίαν διάταξιν. Σκοτώνουν ὁ πατέρας, ἡ μητέρα τὰ παιδιὰ διὰ λόγους οἰκονομικοὺς, διὰ λόγους τιμῆς.... Ἔλειψαν αἱ παλαιαὶ οἰκογενειακαὶ ἀρχαί. Ἡ δικαιοσύνη στραγγαλίζεται. Ἡ ἀγάπη ψυχραίνεται. Ἡ ἀξιοπρέπεια περιφορνεῖται. Ἡ ἠθικὴ ἐμπαίζεται. Ἡ μάσκα τοῦ μοντέρνου πολιτισμοῦ κατακτᾷ ἔδαφος. Σπαταλῶνται χρήματα διὰ τὴν ματαιοδοξίαν. Ὁ πόνος ἁπλώνει τοὺς πλοκάμους του. Τὸ πλοιάριον τῆς ἀνθρωπότητος πλέει χωρὶς πυξίδα...
Μὰ εἶναι τρομερόν !  Δὲν μᾶς ἔχουν ἀκόμη συνετίσει τόσαι πικρίαι, τόσοι πόλεμοι, τόσα δάκρυα; Δὲν μᾶς ἔχουν συνετίσει;

Ἀ γ α π η τ ο ί,

Μέσα ἀπὸ τοὺς τάφους, ἀπὸ τὸ σκοτάδι, ἀπὸ τὰ συντρίμματα ἀκούεται καὶ σήμερον καθαρὰ ἡ φωνὴ τοῦ προφήτου: «Ὁ λαὸς ὁ καθήμενος ἐν σκότει εἶδε φῶς μέγα...». Ναί !  Τὸ Φῶς τὸ μέγα εἶναι κοντά μας 2.000 τώρα χρόνια.
Εἶναι ὁ Χριστός !  Κοιτάξτε Τον.  Κρατάει στό Χέρι Του τὴν ἄσβεστη λαμπάδα καὶ μᾶς καλεῖ: «Δεῦτε λάβετε Φῶς !» Οἱ ἄγγελοι τὸν περιβάλλουν μὲ θάμβος. Οἱ ἅγιοι τοῦ οὐρανοῦ μὲ ἀγαλλίασιν. Ἡμεῖς; Ἀλήθεια, τί θά κάνωμεν ἡμεῖς; Χωρὶς χρονοτριβήν, πρέπει νὰ πετάξωμεν τὰ ὅπλα τοῦ θανάτου, τὰ μίση, τὰ πάθη, τὰς κακίας μας καὶ νὰ πάρωμεν λαμπάδες.
Νὰ γίνωμεν λαπαδηφόροι.  Νὰ τρέξωμεν παντοῦ.  Νὰ ἀνάψουμε φανάρια.  Νὰ διαλυθοῦν τὰ σκοτάδια τοῦ κακοῦ.  Νὰ γίνῃ ἀνάστασις καινούργια στὶς ψυχές μας.  Νὰ σπάσουμε τὰ σίδερα.  Νὰ πᾶμε στὸ ὁλόφωτο βασίλειο τῆς ἀγάπης, τῆς εἰρήνης τοῦ Θεοῦ.  Νὰ σωθοῦμε...

Ἀδελφέ,

Νὰ τὸ σύνθημα ὅλωνς μας:
Στὸ σκοτάδι τοῦ κόσμου ν’ ἁπλωθῇ τοῦ Χριστοῦ μας τὸ φῶς.
Λαμπαδηφόροι Χριστιανοί τῆς Ἑλλάδος !  Οἱ οὐρανοί, ἡ γῆ, οἱ σταυροί, οἱ τάφοι, οἱ ἄγγελοι, οἱ ἅγιοι, οἱ ψυχές μας προστάζουν. Τί κάθεσθε; Δὲν ἀκοῦτε;
Ν’ ἁπλωθῆ παντοῦ τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ!....

Ἐπισκόπου Γεωργίου Παυλίδου
Μητροπολίτου Νικαίας

Άγιος Προφήτης, Πρόδρομος και Βαπτιστής Ιωάννης




Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ: Πρόκειται για τον τελευταίο Προφήτη, τον Προφήτη που συνδέει την Καινή με την Παλαιά Διαθήκη, του οποίου ο σκοπός της ζωής του υπήρξε η αναγγελία της ενανθρώπισης του Υιού του Θεού. Πρόκειται για τον Ιωάννη τον Βαπτιστή στον οποίο θα προσέλθει ο Κύριος να βαπτιστεί και Αυτός και να δοθεί με αυτόν τον τρόπο η ευκαιρία της επιφανείας του Αγίου Τριαδικού Θεού. Ο Υιός «ταπεινών εαυτόν» βαπτίζεται, το Πνεύμα το Άγιον, «Ωσεί περιστερά», φανερώνεται σαν ένα περιστέρι και η φωνή του Θεού Πατρός ακούγεται να δηλώνει: «Ουτός εστιν ο υιός μου ο αγαπητός». Αυτός είναι ο αγαπητός Μου Υιός. Εδώ λοιπόν βλέπουμε την εξαιρετική τιμή που επιφυλάσσει ο Θεός στο «σκεύος εκλογής του», τον τελευταίο από την πλειάδα των προφητών Του: την προαναγγελία της σωτηρίας του γένους των ανθρώπων, που έχει υποσχεθεί αιώνες πριν ο ίδιος ο Θεός στους πρωτόπλαστους. Πρόκειται για τη μοναδική τιμή, σ’ αυτόν που μέσα στην ταπείνωσή του, λέγει στους ακροατές του ότι «ου (του οποίου Κυρίου) ουκ ειμί άξιος το υπόδημα των ποδών λύσαι». Δηλαδή, διαμαρτυρόμενος όταν τον παρομοιάζουν με τον αναμενόμενο Μεσσία, λέγει ότι δεν είναι άξιος ούτε τα κορδόνια των υποδημάτων Του να λύσει. Πρόκειται γι’ αυτόν που προς στιγμήν αποτολμά ακόμη και να αρνηθεί να βαπτίσει τον Ιησού, λέγοντας «εγώ έχω χρείαν υπό σου βαπτισθήναι, και συ έρχη προς με;» Εγώ έχω ανάγκη να βαπτισθώ από εσένα και έρχεσαι Εσύ σε μένα; Αλλά η μοναδική αυτή τιμή δεν υπολείπεται της πράγματι μεγάλης αξίας του.
Ο ΒΙΟΣ ΤΟΥ: Τα επίθετα «δίκαιος» και «άγιος», δηλαδή δίκαιος και άγιος απέναντι Θεού και ανθρώπων, που σημειώνει ο ευαγγελιστής Μάρκος και τα οποία αποδίδει ως χαρακτηρισμούς του που προέρχονται από τον ίδιο τον Ηρώδη, αποδίδουν ίσως μόνο ένα μέρος της σημαντικής αυτής προσωπικότητας. Ο ευσεβής και ταπεινός, δίκαιος, άγιος και απόγονος θρησκευόμενης οικογένειας ως τέκνο του ιερέα Ζαχαρία που συνδέεται με συγγένεια και με την Παρθένο Μαρία, ζει απλά και φτωχικά στην έρημο (ως Ναζιραίος, ασκητής δηλαδή των χρόνων της Π. Διαθήκης) κηρύττοντας τη μετάνοια στο λαό του Ισραήλ και μεταφέροντας το ελπιδοφόρο μήνυμα της έλευσης του Θεανθρώπου. Προετοιμάζει την «οδόν του Κυρίου», εξ ου και η προσωνυμία του Πρόδρομος. Βαπτίζει στον Ιορδάνη όσους προσέρχονται σ’ αυτόν εξομολογούμενοι τις αμαρτίες τους. Διδάσκει τον λόγο και τις εντολές του Θεού τονίζοντας τη λύτρωση που θα φέρει ο αναμενόμενος Μεσσίας και καλεί όλους σε μετάνοια. Γι’ αυτό και δεν διστάζει να ελέγχει και τον Ηρώδη που συζούσε με την Ηρωδιάδα, γυναίκα του αδελφού του Φίλιππου: «Ουκ έξεστί σοι έχειν τη γυναίκα του αδελφού σου», λέγει. Εξαιτίας αυτού του ελέγχου, η Ηρωδιάδα, προσπαθώντας να βρει αφορμή να απαλλαγεί από την ελεγκτική παρουσία του Ιωάννη και τις βαριές αλλά δίκαιες κατηγορίες του κατόρθωσε να πείσει τον Ηρώδη να αποφασίσει, να τον συλλάβει και να τον κλείσει σε φυλακή, φιμώνοντάς τον, ώστε να μην ακούγεται ο ενοχλητικός έλεγχός του. Ωστόσο, και εκεί που βρισκόταν ο ασυμβίβαστος Ιωάννης δεν έπαυσε να κηρύττει τον λόγο του Θεού, ελέγχοντας τον Ηρώδη και την Ηρωδιάδα. Παρ’ όλα αυτά ο λαός τον αγαπούσε. Ακολουθούσε το κήρυγμά του και σεβόταν τη διδαχή του. Πίστευε στο προφητικό του κήρυγμα για την έλευση του αναμενόμενου Σωτήρα. Γι’ αυτό κι ο βασιλιάς της Ιουδαίας δεν τολμούσε να τον θανατώσει. Όμως η Ηρωδιάδα, όταν ο επιπόλαια φερόμενος βασιλεύς Ηρώδης στη γιορτή των γενεθλίων του, «γλεύκους μεμεστωμένος» υποσχέθηκε να χαρίσει οτιδήποτε, «έως ημίσους της βασιλείας» του, στην κόρη της και ανεψιά του μετά από έναν ωραίο χορό, βρήκε την ευκαιρία να εκδικηθεί και να απαλλαγεί από τη φυσική παρουσία του Ιωάννη. Συμβούλεψε την κόρη της να ζητήσει «την κεφαλήν Ιωάννου του βαπτιστού». Κι ο Ηρώδης που με τόση ευκολία και χωρίς πολλή σκέψη έδωσε μια τόσο σοβαρή και μεγάλη υπόσχεση, δεν κατάφερε τώρα, αν και «περίλυπος γενόμενος», να αρνηθεί, βοηθώντας μ’ αυτόν τον τρόπο να πετύχει την εκδίκησή της η Ηρωδιάδα. «Και ήνεγκε την κεφαλήν αυτού επί πίνακι και έδωκεν αυτήν τω κορασίω, και το κοράσιον έδωκεν αυτήν τη μητρί αυτής». Όμως, ο Τίμιος του Κυρίου Πρόδρομος, ο μέγιστος των Προφητών, ο Κήρυκας της Χάριτος, ο ασυμβίβαστος, ζούσε για την αγάπη και τη δόξα του Χριστού. Και υπέγραψε αυτήν την αγάπη του με την ίδια του την κεφαλή. Δεν είναι τυχαίο ότι σε όλους τους ορθοδόξους ναούς η μορφή του εικονίζεται δίπλα στο Δεσπότη Κύριο, δεξιά της Ωραίας Πύλης. Ο Πρόδρομος, ως γνήσιος Προφήτης, παραμένει ανυποχώρητος, πιστός στο παράδειγμα των Προφητών πριν απ’ αυτόν (Ησαΐας, Ιερεμίας, Ηλίας, Ελισσαίος), και το αίμα του είναι η μεγαλύτερη μαρτυρία της συνέπειας στο πανάγιο θέλημα του Θεού.
Του Κων. Α. Οικονόμου δασκάλου, του 32ου Δ. Σχ. Λάρισας
Ελευθερία,06-01-2012

Νηπιοβαπτισμός



Θεοδόσιος Μαρτζοῦχος (Πρωτοσύγκελλος Ἱ. Μ. Νικοπόλεως καὶ Πρεβέζης)


 
«Αὐτός ποὺ θά πιστέψει καί θά βαπτισθεῖ, θά σωθεῖ»
(Μάρκ.16,16)


Τί οὔν;
Ἑτέρου πιστεύσαντος ἕτερος οὐ θεραπεύεται; φησίν.
Οὐκ ἔγωγε οἶμαι...
Ἰω. Χρυσοστόμου, (Λόγος «Εἰς τόν παραλυτικόν διά τῆς στέγης χαλασθέντα»)



Ἡ λέξη Βάπτισμα στίς Γραφές συναντιέται πολλές φορές καί ἐννοεῖ τήν μέ τό νερό κάθαρση ἀπό τούς μολυσμούς καί τήν ἁμαρτία. Σέ συνέχεια τῶν τελετουργικῶν Βαπτισμάτων πού ἐπέβαλε ὁ Μωσαϊκός Νόμος, ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος εἶναι κυριαρχοῦσα μορφή συνδυασμένη μέ αὐτό τό θέμα, τόσο πολύ, ὥστε, πῆρε καί προσωνυμία Βαπτιστής ἀπό τήν διδασκαλία του καί τήν συνήθεια νά βαπτίζει τούς προσερχομένους ἐν μετανοία.

Βάπτισε, προσελθόντα, καί αὐτόν τόν Κύριο.

Γιά τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ τό Βάπτισμα ἀρχίζει μέ τήν ἐντολή τοῦ Χριστοῦ στούς ἀποστόλους (Ματθαῖος 28,19) "Βαπτίζοντες αὐτούς εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ ἁγίου Πνεύματος". Ἔκτοτε οἱ πιστεύοντες βαπτίζονται. Ἀπό τόν Εὐνοῦχο τῆς Κανδάκης (Πράξεις 8,27) μέχρι τόν οἶκον Στεφανᾶ (Α' Κορινθίους 1, 15). Τό Βάπτισμα ἀποκτᾶ τήν θεολογική του ἐξήγηση στήν ἐπιστολή τοῦ ἁγίου Παύλου, πρός Ρωμαίους στό ἕκτο κεφάλαιο, τόσο στό κομμάτι του πού διαβάζουμε στήν ἀκολουθία τοῦ Μυστηρίου τοῦ Βαπτίσματος ὅσο καί στό ὑπόλοιπο κεφάλαιο πού διευκρινίζεται ἡ σημασία, τοῦ σέ ποιόν εἶναι κανείς δοῦλος καί ἀπό ποιόν ἐξαρτᾶται. "Δοῦλοι ἐστέ ᾧ ὑπακούετε, ἤτοι ἁμαρτίας εἰς θάνατον ἤ ὑπακοῆς εἰς δικαιοσύνην" (Ρωμ. 6, 16).

Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ διά τῶν ἀποστόλων καί τῶν διαδόχων τους "μαθητεύει" πάντα τά ἔθνη. Ἐπεξηγεῖ τήν διαδοχή τῆς περιτομῆς ὑπό τοῦ Βαπτίσματος ὡς ἀφιερωματική ἀναφορά τοῦ ἀνθρώπου στόν Θεό καί διδάσκει στούς προσερχομένους "τάς ἐντολὰς τοῦ Χριστοῦ" ὡς τρόπο ζωῆς, καθώς καί τήν ἐκκλησιαστική κοινότητα ὡς μυστηριακή συνθήκη γιά νά καρποφορήσει αὐτός ὁ τρόπος.


 



Ὅταν ὁ ἄνθρωπος-μέλος τῆς Ἐκκλησίας, ἀστοχεῖ στό ἐπιδιωκόμενο δηλ. ἁμαρτάνει, ἡ Ἐκκλησία ὑποδέχεται τούς πάντες μετανοοῦντας καί πάλι, μετά ἀπό μία μακρά θεολογική διχογνωμία (Δονατιστές) γιά τό θέμα, δηλ. γιά τό κατά πόσον εἶναι ἀποδεκτοί εἰς μετάνοια καί οἱ ἀρνηθέντες τόν Χριστόν (lapsi=πεπτωκότες).

Ὅταν οἱ διωγμοί τῶν τριῶν πρώτων αἰώνων τελειώνουν, ἡ Ἐκκλησία συστηματοποιεῖ ἐλεύθερα τό "μαθητεύσατε" ὀργανώνοντας τήν κατήχηση τῶν ἐνδιαφερομένων νά βαπτισθοῦν καί νά γίνουν χριστιανοί.

Κατά τήν περίοδο τῶν διωγμῶν, ὅταν ἕνας ἄγνωστος στόν ἐπίσκοπο, ἐπιθυμοῦσε νά γίνει Χριστιανός, τήν εὐθύνη τῆς εἰλικρίνειας τῶν κινήτρων του τήν ἀναδεχόταν-ἀναλάμβανε κάποιος ἤδη Χριστιανός-ἀνάδοχος, ὁ ὁποῖος καί ἐγγυᾶτο στήν Ἐκκλησία γι' αὐτόν (τόν προσερχόμενο). Στήν συνέχεια γραφόταν στούς καταλόγους τῶν Κατηχουμένων τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας καί ἄρχιζε τό... «μαθητεύσατε». Διδασκόταν ὅλη τήν διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ γιά τήν σωτηρία καί ἐμυεῖτο στόν τρόπο ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας (στήν Ἐκκλησία τῆς Ρώμης ἡ κατήχηση διαρκοῦσε δύο χρόνια), ἀφοῦ συμμετεῖχε μαζί μέ τούς Χριστιανούς στίς προσευχές καί ἀποσυρόταν πρίν τό μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας στό ὁποῖο, ὡς ἀβάπτιστος, δέν θά μετεῖχε.

Δέν ἔφευγε γιά νά μήν... ἀκούσει ἤ μήπως δεῖ (δέν πρόκειται γιά τά... Ἐλευσίνια μυστήρια!) ἀλλά γιατί δέν θά συμμετεῖχε-μετελάμβανε! Τό ἴδιο γινόταν καί ἴσχυε, δηλαδή ἔφευγαν πρίν τήν τέλεση τῆς Θ. Εὐχαριστίας, καί οἱ ἐπιστρέφοντες ἐν μετανοίᾳ ἤδη χριστιανοί καί ὄντες ἐν ἐπιτιμίῳ.

Ἡ Καινή Διαθήκη παραθέτει ὕμνους ἤ προσευχές-δάνεια ἀπό τίς λειτουργίες τῶν πρώτων κοινοτήτων. Οἱ εἰδικοί τῆς Βίβλου ὑποστηρίζουν ὅτι πολλές ἀπό τίς ὁμολογίες τῆς πίστεως εἶναι ἀναμφισβήτητα λειτουργικοί τύποι πού χρησιμοποιοῦνταν σέ ἀρχαῖες βαπτίσεις. Αὐτό σημαίνει ὅτι ὑπάρχει ἕνας πολύ δυνατός δεσμός ἀνάμεσα στό Βάπτισμα καί τήν ὁμολογία τῆς πίστεως. Στήν πρώτη Ἐκκλησία ἡ Βάπτιση ἀπευθύνεται κατά βάσιν σέ ἐνήλικες πού αὐτοπροσώπως ὁμολογοῦν τήν πίστη τους.


 



Ἀπό τήν ἀρχή ὅμως τοῦ 4ου αἰώνα τό Βάπτισμα μικρῶν παιδιῶν γενικεύεται. Ἡ ἐπιμονή στό προπατορικό ἁμάρτημα καί στήν ἀναγκαιότητα νά ἐλευθερωθοῦν ἀπό αὐτό καί τά μικρά παιδιά ἐξηγεῖ ἐν μέρει αὐτή τήν ἐξέλιξη. Μετά ἀπό αὐτό σπανίως γίνονται βαπτίσεις ἐνηλίκων. Τά «στάδια» τοῦ Βαπτίσματος ἐξαφανίζονται.

Ἡ κοινωνία σιγά-σιγά γίνεται ὁλόκληρη μία Ἐκκλησία. Αὐτοί πού μένουν ἔξω ἀπό τήν Ἐκκλησία εἶναι ἐλάχιστοι αἱρετικοί σέ κάποιες περιοχές. Ἡ εἰδωλολατρεία σβύνει ἤ ἔστω ἔτσι νομίζει ἡ Ἐκκλησία! (Παυλικιανοί, Καθαροί, Ἰανσενιστές, Νεογνωστικοί). Προοδευτικά στήν συνείδηση τῶν ὑπευθύνων της Ἐκκλησίας γεννιέται ἡ ἀντίληψη ὅτι ὅλα πλέον εἶναι τοῦ Θεοῦ. Ἡ δαιμονική ἐπανάπαυσις στήν «καθαρή» γῆ τῆς Ἐκκλησίας φτάνει στό ἄκρον ἄωτον στήν περίπτωση τοῦ αἱρετικοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Νεστορίου ὁ ὁποῖος ζητᾶ ἀπό τόν αὐτοκράτορα «τήν γῆν, καθαράν τῶν αἱρετικῶν» γιά νά τοῦ ἀντιδώσει «τήν τῶν Οὐρανῶν Βασιλείαν»!!! Σιγά-σιγά ὁ τρίτος πειρασμός τοῦ Χριστοῦ (Ματθ.4, 8-10) «ναρκώνει» τήν Ἐκκλησία.

Στίς γιορτές τῶν Θεοφανείων καί τοῦ Πάσχα πρωτευόντως καί ἴσως κάποιες φορές καί τῶν Χριστουγέννων καί τῆς Πεντηκοστῆς, ἡ Ἐκκλησία βάπτιζε τά νέα μέλη της. Ἀπόηχος τοῦ γεγονότος ἡ συμπερίληψις στήν Θεία Λειτουργία αὐτῶν τῶν ἑορτῶν, τοῦ ὕμνου «Ὅσοι εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε... » ἀντί τοῦ Τρισαγίου. Πλέον ὅμως καί τεχνικά καταργοῦνται τά βαπτιστήρια τῶν ἐνηλίκων ἤ μεταποιοῦνται καί ἔρχεται σέ χρήση ἡ κολυμβήθρα ὡς σκεῦος κινητό.

Ἡ σταδιακή εἰσαγωγή τοῦ νηπιοβαπτισμοῦ προφανῶς προέκυψε μετά τόν πλήρη ἐκχριστιανισμό τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας. Ἤ ἔστω τήν αὐταπάτη τοῦ ἐκχριστιανισμοῦ. Γιατί τί εἴδους ἐκχριστιανισμός εἶναι αὐτός πού δέν γεννάει κανένα μάρτυρα στήν προέλαση τοῦ πρώϊμου ὀθωμανικοῦ κράτους ἀλλά ἀντιθέτως ἐξισλαμίζεται ὁ κύριος ὄγκος τῶν πρώην Χριστιανῶν τῆς Ἀνατολίας (Heath Lowry: Ἡ φύση τοῦ πρώιμου ὀθωμανικοῦ κράτους, ἔκδ. Παπαζήση);

Καί τά δύο τμήματα τῶν Χριστιανῶν, Ἀνατολικοί καί Δυτικοί, ἐπαναπαυμένοι στήν ἀφελῆ ἀντίληψη ὅτι οἱ γονεῖς εἶναι Χριστιανοί, βαπτίζουν τά νήπια «στηρίζοντας» τήν «Chretianite». Οἱ φωνές τοῦ Τερτυλλιανοῦ ὅτι "οἱ Χριστιανοί δέν γεννιοῦνται ἀλλά γίνονται" ἔχουν ἀπό αἰῶνες σιωπήσει! Ὅταν ἔρχεται γιά τήν Δύση ἡ Μεταρρύθμιση (προτεστάντες), μεταξύ τῶν ἄλλων θεμάτων ἀνακύπτει καί τό τοῦ νηπιοβαπτισμοῦ. Στήν πορεία τῆς ἱστορικῆς κατάτμησης τοῦ προτεσταντισμοῦ, πολλές ὁμολογίες δέν δέχονται τόν νηπιοβαπτισμό θεωρώντας μαζί μέ τόν κανόνα τῆς ἐν Νεοκαισαρείᾳ Συνόδου ὅτι «... οὐκ ἐκ προαιρέσεως ἡ πίστις αὐτῶν, ἀλλ’ ἐξ ἀνάγκης». Φυσικά ἡ Ρωμαιοκαθολική ἀλλά καί ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία οὔτε κἄν δέχτηκε νά συζητήσει πιθανότητα ὀρθῆς κρίσεως σέ μία τέτοια τοποθέτηση. Ἐξαντλήθηκε σέ μία ἀπολογητική συνηγορία τῆς συνήθειας τοῦ νηπιοβαπτισμοῦ πού ἴσως τότε νά εἶχε λόγους ὅμως ἀτυχῶς φτάνει καί μέχρι τό σήμερα καί συναντᾶμε σέ περιοδικό μητροπόλεως (πρῶτο τρίμηνο 2008) ἀγχώδη προσπάθεια (2. «Ὁ νηπιοβαπτισμός γνωστός στήν Ἐκκλησία ἀπό τήν ἀρχή... » 3. «Μέ τό βάπτισμα τοῦ νηπίου δέν καταργεῖται ἡ ἐλεύθερη βούλησή του») καταξίωσης ἑνός θεσμοῦ, πού ἄν μή τί ἄλλο, πρέπει νά ἐπαναδρομολογηθεῖ.

Δέν νομίζουμε ὅτι μπορεῖ κανείς νά ἐπικαλεστεῖ ὡς ἐπιχείρημα ὑπέρ τοῦ νηπιοβαπτισμοῦ τήν γενική φροντίδα τῶν γονέων γιά τό βρέφος. Ἡ ἐνστικτώδης ἀγάπη καί μέριμνα καταξιώνεται ὅταν ἀντιγράφει τήν θεϊκή φροντίδα σεβασμοῦ ἐλεύθερης ἀγάπης! Οὔτε οἱ γονεῖς τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου τόν φρόντιζαν λιγότερο ἀφοῦ 19 χρονῶν πηγαίνοντας γιά σπουδές στήν Ἀθήνα εἶναι ἀβάπτιστος ἐνῶ ὁ πατέρας του εἶναι κληρικός!!! Ἀργότερα ὁ ἴδιος σέ διδασκαλία του γιά τό βάπτισμα ὡς ἐπίσκοπος, θά ρωτάει: «Τί δ ἄν εἴποις περί τῶν ἔτι νηπίων καί μήτε τῆς ζημίας ἐπαισθανομένων, μήτε τῆς χάριτος; ἤ καί ταῦτα βαπτίσομεν;». Βέβαια, τοποθετεῖται εὐνοϊκά στό θέμα τοῦ νηπιοβαπτισμοῦ ἔστω καί εἰσάγοντας ἠλικιακό ὅριο τήν τριετία ζωῆς τοῦ νηπίου, λέγοντας τό ἀπίθανό «τοῦ βίου τάς εὐθύνας τηνικαύτα ὑπέχειν ἄρχονται ἡνίκα ἄν ὅ τε λόγος συμπληρωθεῖ καί μυστήριον μάθωσι»!!! οὐσιαστικά (ἄς μή τό φοβόμαστε) αὐτοαναιρούμενος.

Δέν νομίζω ὅτι θά ζητήσει κανείς εὐθύνες ἀπό ἕνα τριετές νήπιο πού... μιλάει! Ὁ ἅγιος Γρηγόριος (μέγας διδάσκαλός μας) ἐδῶ ὑπερβάλλει. Ὅπως ὑπερβάλλουμε καί μεῖς ὅταν δέν θέλουμε νά δοῦμε «κατάματα» τά κενά τῆς θεολογικῆς μας σκέψεως «στηριζόμενοι» στήν τοποθέτηση «σκέφτονται ἄλλοι (ἡ παράδοση) γιά μᾶς». Ἡ παράδοση εἶναι περιουσία• ὄχι «καπέλο» πού μᾶς πέφτει μεγάλο κλείνοντας καί τά μάτια μας! Εἶναι στάση ζωῆς• ὄχι φωτοτυπία μιᾶς στιγμῆς ἀπό τήν ζωή. Εἶναι προοπτική καί εἶναι ὁ λόγος πού διεγείρει τήν φαντασία γιά σωστή δουλειά. Εἶναι ἐρώτημα. Εἶναι φανέρωση. Εἶναι ἀλήθεια. Εἶναι δημιουργία. Εἶναι «σύσταση» καί ὄχι ὑπακοή.

Φυσικά, δόξα τῷ Θεῷ, παραμένει ἡ ἐλεύθερη βούληση. Φυσικά καί βάπτιζε νήπια στό παρελθόν καί στήν ἀρχή τῆς ἱστορίας της ἡ Ἐκκλησία. Τό θέμα μας ὅμως εἶναι ὄχι μία ἱστορικίστικη δικαίωση τοῦ νηπιοβαπτισμοῦ (κατά προτεσταντικοῦ τύπου ἀναδρομή στό γνήσιο ἀρχικό ἀποστολικό πλαίσιο) ἀλλά μία ἐκτίμηση τοῦ ἄν καί κατά πόσον σήμερα «συμφέρει» τήν Ἐκκλησία ἡ συνέχιση μιᾶς τέτοιας πρακτικῆς σέ ἕνα κόσμο πού κάνει ἐμφανές καί «διά γυμνοῦ ὀφθαλμοῦ», τό ὅτι δέν ἔχει πλέον σχέση μέ τήν Ἐκκλησία.

Δέν μᾶς ἐνδιαφέρει ἡ θεσμική ἀπόρριψη τοῦ νηπιοβαπτισμοῦ ἀπό τούς προτεστάντες. Δέν ἔχουμε ὅμως καί ἀγωνία νά συνεχιστεῖ μία παράδοση πού ἀγνοεῖ τήν σημερινή πραγματικότητα! Ἡ Ἐκκλησία ζεῖ σέ ἕνα μετανεωτερικό περιβάλλον. Κυριαρχεῖ δηλαδή στό σήμερα ἕνας ὑποκειμενισμός ἀναιρετικός τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας, ἀφοῦ στήν Ἐκκλησία ὁ ἄνθρωπος προσπαθεῖ νά βιώσει τό ἀπό κοινοῦ (... ἡμῶν... Πάτερ ἡμῶν, ὄχι ἐμοῦ), τήν ἑνότητα, τήν συσσωμάτωση ἐνῶ ὁ σημερινός ἄνθρωπος ἔχει σημαία του τό «ἐγώ» ὄχι μόνο στίς ἐπιθυμίες, ἀλλά καί ὡς στάση ζωῆς. Οἱ ἄνθρωποι βλέπουν ἀκόμα καί τήν σχέση μέ τόν Θεό ἀτομικά-ἐγωκεντρικά. Γιά τό θέμα πού ἀσχολούμαστε ἀκόμα καί ἡ Ἐκκλησία «ἀπήχθει αὐτῶν τῇ ὑποκρίσει» (Γαλ. 2, 13) καί ἀνέχεται πλέον τήν πλήρη Ἐκκλησιολογική ἀναίρεση τοῦ μυστηρίου τῆς εἰσδοχῆς τῶν νέων μελῶν της, μετατρέποντάς το σέ ἰδιωτική-οἰκογενειακή τελετή. Φυσικό συνακόλουθο προέκυψε τό γεγονός τοῦ "ἐκχυδαϊσμοῦ" τοῦ Βαπτίσματος ἀπό τίς παιδαριωδίες πού συνδυάστηκαν μέ τήν «τελετή». Μπαλόνια, ἀρκοῦδοι, λουλούδια, λαμπάδες διακοσμημένες μέ τερατάκια καί δεινόσαυρους, «ἐμφώτιοι χιτῶνες» παντός χρώματος (United colours of Benetton), ἀτμόσφαιρα νηπιαγωγείου.

Μέσα σ’ ὅλα αὐτά ἕνας παπάς-μάγος τῆς φυλῆς νά «ἀνασκουμπώνεται» νά ἀνακατεύει νερά, λάδια, νά κόβει μαλλιά καί νά βουτάει στά νερά (ὑπό τήν ὑπόκρουση τῶν κραυγῶν τοῦ νηπίου καί τῶν καθησυχαστικῶν ἀνοητολογιῶν τῶν συγγενῶν) τόν βαπτιζόμενο!

Συμβολισμοί νεκροί καί ἀναντίστοιχοι μέ τό κοινωνικό «τώρα», ἄγνωστοι καί συνεπῶς χωρίς ἀναγωγική ἰσχύ. Διαδικασία. Καί ὅλα αὐτά σέ μιὰ γλώσσα ξένη καί ἀκατανόητη πού ἐπιτείνει τήν αἴσθηση μαγικῆς τελετῆς. Ἐπιπροσθέτως ὅλα αὐτά σέ ἀνθρώπους καί γιά ἀνθρώπους πού ἀκόμα καί ἄν δεχθοῦμε ὅτι πιστεύουν... στόν Θεό, οἱ συντριπτικά περισσότεροι καμμία σχέση δέν ἔχουν μέ τόν Χριστό καί μέ τήν Ἐκκλησία Του. Ἁπλῶς διεκπεραιώνουν ἕνα... ἐθνικό συνήθειο. «Οἱ μεγάλες γιορτές, κυρίως ἡ Ἡμέρα τοῦ Ἐξιλασμοῦ, τηροῦνταν ὄχι γιά ἐθιμοτυπικούς ἤ θεολογικούς λόγους, ἀλλά σάν ἐτήσιο προσκλητήριο ταυτότητας, πατρίδας χιλιετιῶν» γράφει ὁ G. Steiner, Errata ἔκδ. SCRIPTA, περιγράφοντας τήν ἀνάλογη κατάσταση στόν Ἰουδαϊκό κόσμο. Ἐπιπλέον οἱ Χριστιανοί μας κινοῦνται καί ἀπό μία φοβική (ἀπό πλευρᾶς τῶν μεγαλυτέρων στήν ἡλικία) ὑποχρέωση ἀπέναντι στόν... «γιαραμπή» Θεό στήν περίπτωση πού κάτι συμβεῖ ἀπό πλευρᾶς ὑγιείας στό νήπιο.

Μέσα σ’ ὅλα αὐτά (ἐν μέσῳ... τῶν συμφωνούντων) ὁ ἱερέας νά διαβάζει εὐχές πού ἀφοροῦν ἐνήλικες καί τίς ἁμαρτίες τους, σέ ἕνα βρέφος λίγων μηνῶν, πού οὔτε ἀντιλαμβάνεται οὔτε μιλάει! Νά ἐξορκίζει τό νήπιο σάν νά πρόκειται γιά συνειδητοποιημένα ὥριμο ἄτομο πού πλανεμένο σχετίζεται μέ τόν διάβολο σέ μία αὐταπάτη πορείας εὐτυχίας. «Κερασάκι» στήν ὅλη «τούρτα» ὁ ἀνάδοχος πού δέν μπορεῖ (ὄχι νά ἀπαγγείλει) οὔτε νά ἀναγνώσει τήν ὁμολογία πίστεως-«Πιστεύω». Καί ὁ ἱερέας νά βασανίζεται συνειδησιακά σκεπτόμενος ὅτι σ’ αὐτόν (τόν ἀνάδοχο) καί στῶν γονέων τήν Κατήχηση (!;) θά παραδώσουμε τόν νέο... χριστιανό γιά νά βιώσει καί νά συνειδητοποιήσει τήν πίστη του καί τήν σχέση του μέ τήν Ἐκκλησία.

Μόνη μας ἀγωνία μπὰς καί ὁ ἀνάδοχος ἔχει τελέσει (μόνον) πολιτικό γάμο!

Ὅλα τά παραπάνω εἶναι ἕνα «κομμάτι» τῆς σύγχυσης πού ὡς σύγχρονη Ἐκκλησία ζοῦμε.

Τό Βάπτισμα ἀποτελεῖ τό θεμέλιο καί τόν τρόπο εἰσόδου στό Μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας. Ὑπάρχει κάποιος (δέν λέω ἱερέας) ἀλλά καί μόνον συνειδητά χριστιανός πού δέν ἀντιλαμβάνεται καί δέν ζεῖ, ὅτι πλέον μέ τόν ἀπροϋπόθετο (ὅπως ἔχει καταντήσει) νηπιοβαπτισμό ἁπλῶς συντηροῦμε ἕνα θρησκευτικό σχῆμα χωρίς καθόλου περιεχόμενο καί συνεπῶς δυναμισμό ἀλλαγῆς; Ἄν αὐτό συνεχιστεῖ, τί μπορεῖ κανείς νά περιμένει;

Ἡ Ἐκκλησία εἶχε τόν δυναμισμό νά λέει: «Ἐάν νοσῶν τις φωτισθῆ, εἰς πρεσβύτερον ἄγεσθαι οὐ δύναται. Οὐκ ἐκ προαιρέσεως γάρ ἡ πίστις αὐτοῦ, ἀλλ’ ἐξ ἀνάγκης»(Κανών Β’ τῆς ἐν Νεοκαισαρείᾳ Συνόδου). Πῶς θά τόν ξεπεράσουμε; Σ’ ὅλο τό Εὐαγγέλιο ἡ ἀπροϋπόθετος σχέσις μέ τόν Χριστό εἶναι τό σκοπούμενο καί τό ἰδανικό. Ἀκόμα καί στήν μοναχική ἀπόταξη ἐπανέρχεται ἡ ἀγωνιώδης ἀπορία-ἐρώτηση: Μή ἐκ τινος ἀνάγκης ἤ βίας; Ὁ Κανών 95 τῆς ἁγίας Ἕκτης Συνόδου ἀκόμα καί γιά τούς αἱρετικούς (πού ἐν πολλοῖς ἦσαν χριστιανοί) λέει: «... κατηχοῦμεν αὐτούς καί ποιοῦμεν χρονίζειν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ καί ἀκροᾶσθαι τῶν Γραφῶν καί τότε αὐτούς βαπτίζομεν... ».

Ἄραγε σήμερα πού πλέον ἡ κοινωνία δέν εἶναι Χριστιανική (ἀκόμα καί ὅταν τήν ἔχουμε... βαπτίσει) δέν θά πρέπει νά ξανασκεφτοῦμε ἔστω τό μέγα αὐτό θέμα, σέ μία ἐποχή πού πιπιλάει τά ἀνθρώπινα δικαιώματα καί ποὺ κάθε χαζούλης ἔφηβος σοῦ πετάει κατάμουτρα τήν ἐξυπνάδα: «Μέ ρωτήσατε ποὺ μέ βαπτίσατε;»

Δέν ἔχει σημασία τό πόσο ἀποστομωτικά μποροῦμε νά ἀπαντήσουμε στήν ἐξυπνακίστικη ἐρώτηση τοῦ νεαροῦ. Σημασία ἔχει πῶς θά μπορέσουμε νά συνεννοηθοῦμε ὥστε νά γίνουμε γέφυρα προσέλευσής του στήν Ἐκκλησία. Ὅμως, «Γλῶσσα διαπορθμεύει τοῖς ἔξω τόν νοῦν» λέει ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος. Ἐμεῖς μένοντας στήν ὑπεράσπιση τοῦ θρησκευτικοῦ παρελθόντος δέν μιλᾶμε τήν γλώσσα τοῦ νεαροῦ.

«Τί θά φορᾶς συνεννόηση
νά σέ γνωρίσω
ὥστε νά μή χαθοῦμε πάλι
μές στούς πολυπληθεῖς σωσίες σου;»

Κ. Δημουλά: Ραντεβού μέ μίαν ἄγνωστη

Ἀτυχῶς ἔγινε (ὑπαιτιότητί της) ἄγνωστη ἡ Ἐκκλησία στόν σύγχρονο ἄνθρωπο. Πρέπει νά ἀποσαφηνίσει «τί φοράει» γιά νά μπορεῖ νά συνεννοεῖται μέ τά παιδιά της. Πρέπει νά δεῖ μέ τήν ἐλευθερία πού τῆς ἔδωσε ὁ Πανάγιος Ἱδρυτής της, τήν τωρινή πραγματικότητα καί νά ἀποφεύγει τίς ὑπεκφυγές! Ὁ Χριστός εἶναι ὁδός, ἀλήθεια καί ζωή. Ἡ Ἐκκλησία πρέπει νά δείχνει τόν δρόμο τῆς Ἀλήθειας πού ὁδηγεῖ στήν Ζωή.

Μένοντας σέ σχήματα ἀνενεργά καί πεθαμένα δέν μπορεῖ νά πεῖ μαζί μέ τόν ἐν ἁγίοις Γρηγόριο τόν Θεολόγο:

«Εἰ τί οὖν ἐμοί πείθεσθε...
αὐτοί τῶν ἀγαθῶν προσπηδήσατε καί διπλοῦν ἀγώνα ἀγωνιεῖσθε•
τόν μέν προκαθαίρειν ὑμᾶς αὐτούς τοῦ Βαπτίσματος,
τόν δέ συντηρεῖν τό Βάπτισμα...»

Ὁδηγὸς καὶ Λυτρωτὴς



Αὐγουστῖνος Ν. Καντιώτης (Μητροπολίτης Φλωρίνης (+))




«Ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου» (Ἰω. 1,29)

Χθὲς, ἀγαπητοί μου,τελείωσε τὸ Δωδεκαήμερο, ποὺ διαρκεῖ ἀπὸ τὰ Χριστούγεννα μέχρι τὰ Φῶτα, ἐξαιρουμένης τῆς παραμονῆς τῶν Φώτων. Μετὰ τὸ Δωδεκαήμερο πρώτη ἑορτὴ ποὺ ἀκολουθεῖ εἶνε ἡ σύναξις τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ, σήμερα.

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ ἀνθρώπινα ἐγκώμια· τὸν ἐγκωμίασε ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς ὅταν εἶπε, ὅτι μέσ᾿ στὰ πλήθη τῶν ἀνθρώπων ποὺ γεννήθηκαν ὣς τότε ἀνώτερος ἀπ᾿ ὅλους εἶνε αὐτός (βλ. Ματθ. 11,11). Εἶνε ὑπεράνω τοῦ Νῶε, τοῦ Ἀβραάμ, τοῦ Ἰακώβ, τῶν πατριαρχῶν, ὑπεράνω ὅλων τῶν μεγάλων ἀνδρῶν. Γεννήθηκε διὰ θαύματος ἀπὸ γέροντες γονεῖς, τὸν Ζαχαρία καὶ τὴν Ἐλισάβετ ποὺ ἦταν καὶ στείρα. Ὅσο μπορεῖ ἀπὸ μιὰ πέτρα ν᾿ ἀνθίσῃ λουλούδι, ἄλλο τόσο ἦταν δυνατὸν κι ἀπὸ τὰ σπλάχνα τῆς Ἐλισάβετ νὰ γεννηθῇ παιδί.

Ἔμβρυο ἀκόμη, σκίρτησε μέσα στὴν κοιλιὰ τῆς μητέρας του ὅταν ἐκείνη ὑποδεχόταν τὴν ἐπίσης ἔγκυο ὑπεραγία Θεοτόκο. Ἀπὸ τότε ἦταν ἁγιασμένος. Ὅπως μερικοὶ εἶνε Ἰοῦδες, τέκνα κατάρας ἐκ κοιλίας μητρός, ἔτσι κάποιοι ἄλλοι εἶνε εὐλογημένοι ἀπὸ τὰ σπάργανά τους.

Ὅταν μεγάλωσε, δὲν ἔμεινε στὸν κόσμο· βγῆκε ἔξω,πῆγε στὴν ἔρημο, στὸ σχολεῖο τῶν μεγάλων ἀνδρῶν. Ἐκεῖ ἔζησε μιὰ ζωὴ – ἔλεγχο τῆς σημερινῆς καταναλωτικῆς κοινωνίας ποὺ σύνθημά της ἔχει «Φάγωμεν καὶ πίωμεν, αὔριον γὰρ ἀποθνῄσκομεν» (Ἠσ. 22,13. Α΄ Κορ. 15,32). Ὦ σεῖς ποὺ ζῆτε μέσ᾿ στὸν παραλογισμό, ἐλᾶτε νὰ καθρεφτιστῆτε στὸν καθρέφτη αὐτόν. Πῶς ἔζησε ὁ ἅγιος Ἰωάννης; Τὸ φαγητό του ἦταν «ἀκρίδες» (Ματθ. 3,4), τὰ γνωστὰ ἔντομα τῶν ἀγρῶν, ποὺ καὶ μέχρι σήμερα λιτοδίαιτοι Ἄραβες τὰ ξηραίνουν καὶ τὰ τρῶνε. Ποτό του ἦταν τὸ νερὸ τοῦ Ἰορδάνου. Ροῦχο του εἶχε μιὰ κάππα ἀπὸ τρίχες καμήλας. Κρεβάτι του ἦταν ἡ ἄμμος δίπλα στὸ ποτάμι. Στέγη του τὰ ἄστρα τ᾿ οὐρανοῦ. Σύντροφοί του τὰ θηρία τῆς ἐρήμου, ποὺ στέκονταν μπροστά του σὰν ἀρνάκια. Ἡ ἁγιότης, βλέπετε, ὅλα τὰ τιθασεύει. Καὶ ἐνῷ λιοντάρια καὶ τίγρεις τὸν σεβάστηκαν, τὸν κατεσπάραξε μιὰ γυναίκα, ἡ Ἡρῳδιάς. Ἐκεῖ λοιπὸν ἔμεινε, στὸ πανεπιστήμιο τῆς σιωπῆς, ὅπου ἀνδρώνονται οἱ μεγάλες φυσιογνωμίες. Σὲ ὥριμη πλέον ἡλικία ἔλαβε ἐντολὴ ἄνωθεν, νὰ πάῃ στὴν ὄχθη τοῦ Ἰορδάνου κ᾿ ἐκεῖ νὰ στήσῃ τὸν ἄμβωνά του. Τὸ κήρυγμά του θερμοκαυτήρας, ἔλεγχος δριμύς. Ἄστραφτε καὶ βροντοῦσε. Καλοῦσε ὅλους σὲ ἐπιστροφὴ στὸ Θεό. Καὶ χιλιάδες ἀπ᾿ ὅλα τὰ κοινωνικὰ στρώματα ἔτρεχαν. Ἦταν μαγνήτης ποὺ εἵλκυε ὅλους. Συνιστοῦσε μετάνοια καὶ τοὺς βάπτιζε στὸν Ἰορδάνη.

Μέσα στὸ πλῆθος τῶν ἀνθρώπων ἦρθε καὶ ἕνας ποὺ ξεχώριζε. Μήπως φοροῦσε στέμμα, εἶχε σπαθί, τὸν ἔφερε ἅμαξα; Ὄχι. Ἁπλὸς ἄνθρωπος ἦταν. Ἀλλὰ ὄνομά του ἦταν «τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα» (Φιλιπ. 2,9). Ὅλα τὰ ὀνόματα θὰ σβήσουν, τὸ δικό του θὰ μείνῃ· Ἰησοῦς Χριστός!

Μποροῦσε νὰ φανταστῇ ὁ Ἰωάννης, ὅτι κάτω ἀπὸ τὸ ταπεινὸ σχῆμα ἑνὸς φτωχοῦ Ναζωραίου κρύβεται τὸ μεγαλεῖο τῆς θεότητος; Καὶ ὅμως τὸν ἀνεγνώρισε. Τοῦ λέει ὁ Χριστός• —Βάπτισέ με. —Αὐτὸ δὲν γίνεται· ἐγὼ εἶμαι ἕνα μηδὲν μπροστά σου, δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ σὲ βαπτίσω. Ὁ Χριστὸς ὅμως ἐπέμενε, καὶ τέλος βαπτίσθηκε. Ὄχι διότι εἶχε ἁμαρτίες —εἶνε ἀναμάρτητος―, ἀλλὰ γιὰ νὰ φανερωθῇ τὸ μυστήριο τῆς ἁγίας Τριάδος. Καὶ φανερώθηκε. Κατὰ τοῦτο ἐμεῖς διαφέρουμε ἀπὸ τ᾿ ἄλλα θρησκεύματα, καὶ τὰ μονοθεϊστικά· αὐτοὶ ἔχουν τὸν Ἀλλὰχ ἢ κάποιον ἄλλο, ἐμεῖς λέμε· Ἕνας Θεός, τρία πρόσωπα, Πατὴρ Υἱὸς καὶ Ἅγιον Πνεῦμα· ἁγία Τριάς, ἐλέησον τὸν κόσμον σου.

Πῶς φανερώθηκε τὸ μυστήριο τῆς ἁγίας Τριάδος; Ἐνῷ ὁ Χριστὸς ἦταν μέσ᾿ στὰ νερά, σχίστηκε ὁ οὐρανός —ἂς μὴν πιστεύουν οἱ ἄπιστοι, δικαίωμά τους· ἐμεῖς πιστεύουμε—, καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο σὰν περιστέρι ἦρθε καὶ κάθισε ἐπάνω στὴν κεφαλή του. Συγχρόνως ἀκούστηκε φωνὴ – διάγγελμα τοῦ οὐρανίου Πατρός.

Ὄχι σὰν τὰ διαγγέλματα τῆς πρωτοχρονιᾶς, πού ᾿νε γεμᾶτα ψευτιές. Διάγγελμα οὐράνιο καὶ αἰώνιο πρὸς ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα• «Οὗτός ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ εὐδόκησα» (Ματθ.3,17). Τὰ ἴδια λόγια ἀπὸ τὸν οὐράνιο Πατέρα ἀκούστηκαν καὶ ὅταν ἔκλεινε ἡ ἐπίγειος παρουσία τοῦ Χριστοῦ, συμπληρωμένα ὅμως μὲ τὴ σύστασι «Αὐτοῦ ἀκούετε» (Μάρκ. 9,8. Λουκ. 9,35).

Ἀπὸ τότε πλέον, ἀγαπητοί μου, ἡ ἀνθρωπότης ἔχει ὁδηγό. Ὁδηγός της εἶνε ὁ Χριστός, ποὺ εἶπε «Ἐγώ εἰμι ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή» (Ἰω. 14,6). Ὅποιος τὸν ἀκολουθεῖ σῴζεται, ὅποιος φεύγει ἀπὸ αὐτὸν χάνεται. Αὐτὸς εἶνε ὁ τέλειος ὁδηγός, ὁ τέλειος ἄνθρωπος, ἡ ἐνσάρκωσι τῆς ἀρετῆς. Οἱ ἄλλοι, ὁποιοιδήποτε κι ἂν εἶνε, εἶνε κλάσματα, δὲν φτάνουν τὴν ἀκεραία μονάδα, τὸν Ἕνα. «Εἷς ἅγιος, εἷς Κύριος, Ἰησοῦς Χριστός, εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός· ἀμήν» (Φιλ. 2,11 καὶ Θ. Λειτ.).

«Αὐτοῦ ἀκούετε», συνιστᾷ ὁ οὐράνιος Πατήρ. Ἀλλὰ δυστυχῶς οἱ ἄνθρωποι κλείνουν τ᾿ αὐτιά τους καὶ δὲν ἀκοῦνε τὴ φωνὴ τοῦ Χριστοῦ. Ἀνοίγουν τ᾿ αὐτιά τους – σὲ ποιόν; στὸν διάβολο καὶ στὰ ὄργανά του. Δὲν ἐκκλησιάζονται γιὰ ν᾿ ἀκούσουν τὴ φωνὴ τοῦ Εὐαγγελίου· κάθονται τὴ νύχτα στὴν τηλεόρασι γιὰ ν᾿ ἀκούσουν τὴ φωνὴ τοῦ δαιμονικοῦ κόσμου. «Ὅποιος δὲν ἀκούει τὸ Χριστό, θ᾿ ἀκούσῃ τὸν διάβολο», λέει ὁ Ῥῶσος Ντοστογιέφσκυ.

Ὅταν ὁ Χριστὸς ἦρθε στὴν ἔρημο, ὁ Ἰωάννης τὸν ἔδειξε μὲ τὸ δάκτυλό του, ὅπως λέει τὸ ὡραῖο δοξαστικὸ τῶν ὡρῶν· «Τὴν χεῖρά σου τὴν ἁψαμένην τὴν ἀκήρατον κορυφὴν τοῦ Δεσπότου, μεθ᾿ ἧς καὶ δακτύλῳ αὐτὸν ἡμῖν καθυπέδειξας, ἔπαρον ὑπὲρ ἡμῶν πρὸς αὐτὸν Βαπτιστά, ὡς παρρησίαν ἔχων πολλήν…» (θ΄ ὥρα Θεοφ.). Ὁ ὕμνος αὐτὸς ἦταν ὁ τελευταῖος ποὺ εἶπε ὁ Παπαδιαμάντης —ποὺ ἦταν καὶ σπουδαῖος ψάλτης—, ὅταν γέρος πλέον στὸ νησάκι του, φτωχὸς καὶ περιφρονημένος, ἔφευγε ἀπ᾿τὴ ζωή. Σηκώθηκε ἀπ᾿ τὸ κρεβάτι καὶ τὸ ἔψαλε. Μὲ τὰ λόγια αὐτὰ πέθανε. Μὲ «τραγούδια τοῦ Θεοῦ» ἔκλειναν τὰ μάτια τους τότε· τώρα…

Ὁ Ἰωάννης λοιπὸν ἔδειξε τὸ Χριστὸ στοὺς ἀνθρώπους καὶ εἶπε· «Ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου»· νά, λέει, αὐτὸς εἶνε τὸ ἀρνὶ τοῦ Θεοῦ ποὺ σηκώνει τὶς ἁμαρτίες τοῦ κόσμου (Ἰω. 1,29). Γιὰ νὰ τὸ καταλάβουμε αὐτό, πρέπει νὰ θυμηθοῦμε, ὅτι οἱ Ἑβραῖοι, γιὰ νὰ ἔχουν μιὰ ἀνακούφισι ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες τους, ἔπαιρναν ἕνα ἀρνί, τὸ πήγαιναν στὸ ναὸ τοῦ Σολομῶντος καὶ τὸ προσέφεραν θυσία.

Τὴν ὥρα ποὺ ὁ ἱερεὺς θὰ τὸ ἔσφαζε, ἅπλωναν τὰ χέρια ἐπάνω του, γιὰ νὰ φύγουν ἀπὸ πάνω τους οἱ ἁμαρτίες καὶ νὰ πᾶνε στὸ ἀρνί. Αὐτὸ ἦταν ἕνας τύπος, μία σκιὰ τῆς μεγάλης θυσίας ποὺ θὰ ἐρχόταν νὰ προσφέρῃ ὁ Χριστός. Ἑκατομμύρια ἀρνιὰ σφάχτηκαν, ἀλλὰ τὸ αἷμα τῶν ζῴων δὲν ἔχει τὴν δύναμιν «ἀφιέναι ἁμαρτίας» (Ματθ. 9,6). Μόνο τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ, τοῦ «ἀμνοῦ τοῦ Θεοῦ», σβήνει τὶς ἁμαρτίες. Να γιατί ὁ Χριστὸς λέγεται «ἀμνός» διότι ὅπως τὸ ἀρνὶ δὲν ἔκανε κανένα κακό, ἔτσι κι ὁ Χριστός· ὅπως τὸ ἀρνὶ ὁδηγεῖται στὴ σφαγὴ καὶ δὲν ἀντιδρᾷ, ἔτσι κι ὁ Χριστός· κι ὅπως στὶς θυσίες «φόρτωναν» τὶς ἁμαρτίες στὸ σφάγιο, ἔτσι κι ὁ Χριστὸς σηκώνει τὶς ἁμαρτίες ὅλων μας. Τὸ νιώσαμε αὐτό; Ἂν δὲν τὸ νιώσαμε, δὲν εἴμαστε Χριστιανοί. Δὲ μᾶς σῴζουν οὔτε κεριὰ καὶ λαμπάδες, οὔτε εἰκόνες καὶ προσκυνήματα, οὔτε μετάνοιες καὶ ἀσκήσεις· ὅλα αὐτὰ δὲν συγχωροῦν οὔτε μία ἁμαρτία. Τὶς ἁμαρτίες συγχωρεῖ μόνο «ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ», ὅπως εἶπε ὁ Ἰωάννης. Ἂν δὲν πιστέψῃς ὅτι τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ ποὺ ἐχύθη στὸ Γολγοθᾶ λυτρώνει, δὲ σῴζεσαι.

Τελειώνω μὲ μιὰ εἰκόνα. Ἕνας Βιεννέζος ζωγράφος ζωγράφισε ἕναν ἄνθρωπο, ποὺ τὸν ἔπιασαν οἱ ἐχθροί του καὶ τοῦ φόρτωσαν ἕνα βαρὺ φορτίο. Τὸ ἔδεσαν στὴ ῥάχη του τόσο σφιχτά, ὥστε δὲν μποροῦσε ν᾿ ἀπαλλαγῇ ἀπ᾿ αὐτό. Ἦταν σὰν τὸν Προμηθέα στὸν Καύκασο. Παρακαλοῦσε ἄλλους νὰ τὸν λύσουν, μὰ κανείς δὲ μποροῦσε. Τότε κάποιος τοῦ εἶπε· Ἂν θέλῃς νὰ ἐλευθερωθῇς, ἀνέβα σ᾿ ἐκεῖνο τὸ βουνό. Ἐκεῖ θὰ δῇς ἕνα σταυρὸ μὲ τὸν Ἐσταυρωμένο· ἂν τὸν παρακαλέσῃς μὲ πίστι, θὰ γίνῃ τὸ θαῦμα. Καὶ πράγματι ἔτσι ἔγινε· ἀμέσως τὸ φορτίο τοῦ ἔπεσε, κύλισε στὴν ἄβυσσο, κι αὐτὸς δόξασε τὸ Χριστό. Καθένας ἀπὸ μᾶς, ἀδελφοί μου, σηκώνει ἕνα βάρος μεγαλύτερο ἀπ᾿ τὸν Ὄλυμπο. Μόνο μὲ τὴν πίστι στὸ Χριστὸ θ᾿ ἀπαλλαγοῦμε. Ἂς πιστέψουμε σ᾿ αὐτόν. Δὲν ὑπάρχει τίποτε ἄλλο στὸν κόσμο. Σᾶς τὸ λέω ἐγώ. Πενήντα χρόνια κηρύττω· ἂν δὲν πίστευα, θὰ πήγαινα νὰ κάνω ὁ,τιδήποτε ἄλλο παρὰ νὰ κοροϊδεύω τοὺς ἀνθρώπους. Πιστεύω στὸ Θεό, πιστεύω στὴ θεία χάρι, πιστεύω στὰ μυστήρια, πιστεύω στὶς ἱερὲς παραδόσεις. Μπορεῖ κι ὁ ἥλιος νά ᾿νε ψέμα, καὶ τὰ ἄστρα νά ᾿νε ψέμα, κ᾿ ἐμεῖς νά ᾿μεθα ψέμα· ἕνα δὲν εἶνε ψέμα, ὁ Ἰησοῦς Χριστός· ὅν, παῖδες Ἑλλήνων, ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας· ἀμήν.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος


(Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Ἰωάννου Πτολεμαΐδος τὴν Παρασκευὴ 7-1-1983 μὲ ἄλλο τίτλο.)

Επίγειος Άγγελος του Αρχιμανδρίτη Δανιήλ Αεράκη




Ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος ήταν αληθινός άγγελος.
Από τη στιγμή της συλλήψεώς του επήρε τη χάρι του Θεού.
Και μέσα στην κοιλιά της Ελισάβετ ο άγιος Ιωάννης εσκίρτησε από χαρά, που αισθάνθηκε δίπλα του τον Υιό του Θεού στην κοιλιά της αγίας Θεοτόκου.
Και η χαρά του μεταδόθηκε και στην μητέρα του:
«Και ἐπλήσθη Πνεύματος ἁγίου η Ἐλισάβετ» (Λουκ.α΄41).
Και μακάρισε τότε η Ελισάβετ την νεαρή Μαρία με τα λόγια:
«Εὐλογημένη σύ ἐν γυναιξί και εὐλογημένος ὁ καρπός τῆς κοιλίας σου» (Λουκ. α΄42).

Και μετά;
Ο Ιωάννης έφυγε∙ και «ᾖν ἐν τοῖς ἐρήμοις» (Λουκ. α΄8).
Μέχρι πότε;
Μέχρι το τέλος της ζωής του.
Δεν επάτησε ποτέ στην Ιερουσαλήμ!
Ούτε για να πάρει την χάρι της Ιερωσύνης, που σαν λευίτης του ανήκε!

● Λογικός άνθρωπος δεν παίζει με τις δωρεές του Θεού!

● Λογικός άνθρωπος «δεν τις παίζει» τις δωρεές του Θεού!

Το μεγαλείο του Προδρόμου, σαν δούλου του Θεού, ήταν ο φόβος του αυτός.
Αυτό ήταν δικό του.
Όλα τα άλλα ήταν δωρεές του Κυρίου.

● Δικό του ήταν και κάτι ακόμα: η ταπείνωσίς του.

Αρνείται τα όσα από θαυμασμό οι άνθρωποι του απέδιδαν:
Όχι, δεν είμαι εγώ ο Ηλίας.
Όχι, δεν είμαι ο Προφήτης, που περιμένετε.
Όχι, δεν είμαι «εγώ ο Χριστός» (Ιωάν.α΄20-21).

● Φαίνεται η ταπείνωσίς του και όταν ρίχνη τον προβολέα μόνο στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού και τον αποστρέφη από το δικό του πρόσωπο.
Προβάλλει, δεν προβάλλεται.

Όποιος προβάλλει τον Ιησού Χριστό και τον εαυτό του τον σπρώχνει στη σκιά Εκείνου, αυτός τελικά είναι για το Χριστό μεγάλος.

Να γιατί ο Χριστός συνέταξε υπέροχο ύμνο για τον Ιωάννη:

Τι βγήκατε να δήτε στην έρημο;
Κοσμικό πρόσωπο με φανταχτερά ρούχα;
Αλλού να πάτε, τέτοιους να δήτε.
Τι ψάχνετε;
Για προφήτη;
Ο Ιωάννης είναι ο άγγελός μου.
Μάθετέ το: από όσους έχουν γεννηθή, ανώτερος από τον Ιωάννη το Βαπτιστή δεν υπάρχει (Λουκ.ζ΄24-28).
«Ἀμήν λέγω ὑμῖν, οὐκ ἐγήγερται ἐν γεννητοῖς γυναικῶν μείζων Ἰωάννου τοῦ βαπτιστοῦ» (Ματθ.ια΄ 11).

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...