Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τρίτη, Ιανουαρίου 07, 2014

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ο ΧΟΖΕΒΙΤΗΣ (8 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ) π. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΟΡΜΠΑΡΑΚΗΣ


       «Ο Όσιος Γεώργιος καταγόταν από την Κύπρο και οι γονείς του ήταν ευσεβείς χριστιανοί. Ο μεγαλύτερος αδελφός του, ονόματι Ηρακλείδης, ενόσω ζούσαν ακόμη οι γονείς του, πήγε στους αγίους Τόπους για να προσκυνήσει, οπότε θέλησε να παραμείνει εκεί ως μοναχός, στη Λαύρα του Καλαμώνα, κοντά στο σημερινό μοναστήρι του οσίου Γερασίμου τον Ιορδανίτη. Ο  Γεώργιος παρέμεινε κοντά στους γονείς του, έως ότου έφυγαν από τη ζωή αυτή, οπότε τον παρέλαβε μαζί με την κληρονομιά του ο θείος του, που είχε μια μοναχοκόρη και ήθελε να τον κάνει γαμπρό του. Ο Γεώργιος όμως δεν ήθελε να παντρευτεί και έφυγε στον άλλο του θείο, που ήταν ηγούμενος σ' ένα Μοναστήρι. Αλλά επειδή ο προηγούμενος θείος του πίεζε τον αδελφό του ηγούμενο ν' αφήσει τον Γεώργιο να φύγει από το μοναστήρι, ο Γεώργιος έφυγε κι από 'κει και πήγε στον αδελφό του Ηρακλείδη στη Λαύρα του Καλαμώνα. Λόγω του νεαρού της ηλικίας του όμως, τον οδήγησε στη Μονή της Υπεραγίας Θεοτόκου, την λεγόμενη Χοζεβά που βρίσκεται σε μια ερημική και άγρια χαράδρα - εκεί υπάρχει το σπήλαιο στο οποίο είχε καταφύγει καταδιωγμένος από τους βασιλείς του Ισραήλ Αχαάβ και Ιεζάβελ ο προφήτης Ηλίας - κι είναι κοντά στην αρχαία Ρωμαϊκή οδό, που οδηγεί από τα Ιεροσόλυμα στην Ιεριχώ. Εκεί πλέον ο Γεώργιος αφού έγινε μοναχός, έζησε αυστηρή ασκητική μοναχική ζωή. Η φήμη της αρετής του ήταν μεγάλη και τα άγια έργα του δίδαξαν πολλούς. Τελικά, ειρηνικά παρέδωσε την αγία του ψυχή στον Θεό».

Η υμνογραφία της Εκκλησίας μας, κατά λογικό και φυσικό τρόπο, επικεντρώνει ιδιαιτέρως στο γεγονός ότι ο όσιος ασκήθηκε και αγίασε στους τόπους που πάτησαν οι άγιοι πόδες του Κυρίου Ιησού Χριστού. Ήταν ο φλογερός πόθος του για τον Θεό που οδήγησε και εκείνου τα βήματα στους αγίους Τόπους – «αλούς θείω έρωτι, παμμάκαρ, των τόπων αγίων της Σιών, προς τούτους επεδήμησας» (αιχμαλωτισμένος από θείο έρωτα, παμμάκαρ, των αγίων τόπων της Σιών, μετέβηκες σε αυτούς) -  στους οποίους παρέμεινε μέχρι τέλους της ζωής του, έστω και αν πέρασε από πολλές δυσκολίες, και μέχρι να φτάσει εκεί και όταν έφτασε. «Ουχ οδού μήκος ίσχυσεν, ουδέ τόπων δυσχέρεια, παραλύσαι, όσιε, το διάπυρον της προς Θεόν εκδημίας σου∙ κακεί γαρ γενόμενος και τοις τόποις ευφρανθείς, ου οι πόδες επάτησαν του Θεού ημών, ουκ ημέλησας όλως, ειμή φθάσης δι’ ασκήσεως και πόνων και προς Σιών την ουράνιον» (Δεν μπόρεσε το μήκος της οδού ούτε η δυσχέρεια των τόπων να παραλύσουν τη φλογερή στροφή σου προς τον Θεό. Διότι και εκεί φθάνοντας και αφού ευφράνθηκες από τον τόπο που πάτησαν οι πόδες του Θεού μας, δεν έδειξες καμία αμέλεια, παρά να φθάσεις με την άσκηση και τους κόπους και προς την ουράνια Σιών).

Είναι πολύ όμορφη μάλιστα η εικόνα του υμνογράφου που περιγράφει την ασκητική βιοτή του οσίου, ο οποίος φανερώνοντας τον εγκάρδιο έρωτά του προς τον Χριστό, εν κατανύξει ψυχής κατέβρεχε την αγία γη με τα δάκρυά του – πολλές φορές τονίζουν οι ύμνοι το χάρισμα των δακρύων που είχε ο όσιος – και με τις τρίχες της κεφαλής του νοερώς σφούγγιζε τα πόδια του Κυρίου, σαν να Τον έβλεπε νοερώς μπροστά του. «Τον εγκάρδιον έρωτα υποφαίνων τοις δάκρυσι, κατανύξει, ένδοξε, γην κατέβρεχες, και ταις θριξίν εναπέματτες, Χριστού υποπόδιον, εννοών τε και αυτόν ως παρόντα και βλέποντα, ον επόθησας» (Φανερώνοντας τον εγκάρδιο έρωτά σου προς τον Χριστό, ένδοξε, εν κατανύξει κατάβρεχες τη γη με τα δάκρυα, και με τις τρίχες της κεφαλής σου σφούγγιζες τα πόδια του Χριστού, βλέποντάς Τον και εννοώντας Τον ως παρόντα, Αυτόν που πόθησες). Κι όχι μόνον τούτο: οι άγιοι τόποι, η αγία Σιών, θεωρούνται από τον υμνογράφο ως σκαλοπάτι για να ανέλθει ο όσιος στην άνω Σιών, τη Βασιλεία των Ουρανών. Ο αγιασμένος τόπος δηλαδή λειτουργούσε για τον όσιο Γεώργιο ως διαρκής πρόκληση και αφορμή μνήμης του Χριστού και ενθυμήσεως της αληθινής πατρίδας. Ο ίδιος ο Χριστός εξέλεξε ως τόπο ερχομού Του τη Σιών, ο τόπος αυτός έγινε για τον όσιο, λόγω της αγάπης του προς τον Χριστό, εφαλτήριο ανόδου του προς Εκείνον. «Ο Δεσπότης ουρανόθεν δι’ ημάς κατερχόμενος, την Σιών ευρίσκει θείον αληθώς ευναστήριον∙ η ενσκηνώσας συ πόθω, ώσπερ κλίμακι, προς την άνω ανήλθες Σιών ταύτη χρώμενος».

Η σφοδρή αγάπη του οσίου προς τον Χριστό εκδηλωνόταν, όπως είπαμε, με τα άφθονα δάκρυα κατανύξεως, αλλά και με τους ασκητικούς του  κόπους. Δεν θα υπήρχαν όμως όλα αυτά, αν ο όσιος δεν είχε βρει το «μυστικό» της πνευματικής ζωής: τον έλεγχο των λογισμών του. Ο έλεγχος των λογισμών, ως γνωστόν, είναι εκείνο που κρατάει  καθαρή την καρδιά του ανθρώπου, ώστε να υπάρχει και να αυξάνει σ’ αυτήν η αγάπη του Χριστού, συνεπώς να καρποφορούν μέσα της και οι αρετές Εκείνου. Όπως το σημειώνει ο υμνογράφος: «Της ψυχής την ακρόπολιν λογισμών ου κατέσεισαν προσβολαί Μακάριε» (Την ακρόπολη της ψυχής σου δεν την κλόνισαν οι προσβολές των λογισμών, μακάριε). Έτσι ο όσιος Γεώργιος φάνηκε σαν ουρανός, κατάφωτος από τα αστέρια των πρακτικών αρετών της άσκησης, έχοντας ως  ήλιο τον Κύριο και την ψυχή του σαν σελήνη που φωτίζεται από Αυτόν. «Ουρανός τις ανεφάνης τοις πρακτέοις ως άστρασι κατηγλαϊσμένος, φέρων ως φωσφόρον τον Κύριον, την σην ψυχήν ως σελήνην καταυγάζοντα».

Γιατί σβύνουν τα φώτα στις Ντισκοτέκ ;


Δοκίμιο για τη ντροπή...

 

π. Σαββάτιου Μπαστοβόι

Η κάθε εποχή σήμανε και μια μάχη με κάτι. Η Αναγέννηση πάλεψε για την αναστήλωση του ανθρώπου, ενώ η μοντέρνα εποχή για την καθίδρυση της δημοκρατίας κ.α. Αλλά η πιο ενδιαφέρουσα μάχη γίνεται σήμερα.  
Η τελευταία μάχη της ανθρωπότητας, ίσως φανεί περίεργο, είναι η μάχη κατά της ντροπής. 
Η θεωρία του Φρόιντ περί συμπλεγμάτων, την οποία διατύπωσε τον 19ο αιώνα, μπήκε στα μυαλά πολλών, πολλές φορές χωρίς τη θέλησή τους. Δεν ξέρω σε ποιο βαθμό κατάφερε ο Φρόιντ να θεραπεύει αυτά τα συμπλέγματα, το σίγουρο πάντως είναι ότι δημιούργησε ένα νέο σύμπλεγμα, το οποίο μόλυνε τον 20ο αιώνα: το σύμπλεγμα Φρόιντ. 
Ο Φρόιντ δεν έκανε τίποτα άλλο παρά να παραφράσει τη ρήση του Βούδα: «Η ζωή είναι πόνος, για κάθε πόνο υπάρχει μία αιτία
». Όμως ο Φρόιντ το πάει παραπέρα προσθέτοντας και τις αιτίες αυτού του πόνου, κατά την άποψη του φυσικά.
Οι αιτίες του πόνου κατά Φρόιντ είναι λίγο ασυνήθιστες. Μια απ’ αυτές είναι το «οιδιπόδειο σύμπλεγμα», ενώ μια άλλη η ντροπή, η οποία προέρχεται από το αίσθημα της κατωτερότητας και την οποία αισθανόμαστε εξαιτίας κάποιων προηγούμενων αποτυχιών. 
Η εμμονή της επιτυχίας στη ζωή φαίνεται να έχει βρει στην εποχή μας μια λύση τόσο απλή: «Να επιμένεις και να επιβάλλεσαι. Πώς θες να σε σέβονται οι άλλοι αν εσύ δε σέβεσαι τον εαυτό σου;». Νίκησε τη συστολή σου την αιτία όλων των αποτυχιών. 
Οι μοντέρνοι ψυχολόγοι προσφέρουν ένα πλήθος μεθόδων για ν’ απαλλαγούμε από την ντροπή, αυτή όντας μια κεντρική ενασχόληση της σύγχρονης παιδαγωγικής και των νέων οικογενειών. 




Όμως σκοτώνοντας το αίσθημα της ντροπής δε σημαίνει ότι ο ίδιος δε θα κάνεις κάποιες ντροπιαστικές πράξεις. Το αστείο της υπόθεσης πηγάζει ακριβώς από την άνεση, με την οποία κάποιος κάνει πράξεις ενοχλητικές, όντας σίγουρος ότι κάνει κάτι καλό. Αντίθετα, εμείς έχουμε την ανάγκη του αισθήματος της ντροπής, για να μην γινόμαστε ρεζίλι μπροστά στους άλλους. Η ντροπή είναι η εγγύηση της αξιοπρέπειας μας. 
Είναι περίεργο πως ο νεαρός με το «τουπέ», ο οποίος πριν παρουσιαστεί λέει ένα χαζό αστείο, με το οποίο γελάει μόνος του, αντικατέστησε το ιδεώδες του απλού σιωπηλού και ευγενικού νέου. Και ξέρετε τι τους κάνει τόσο ελκυστικούς σε κάποιους; Το γεγονός ότι δεν ντρέπεται καθόλου όταν του λες πόσο βλάκας είναι. 
Εγώ δε θα δοκιμάσω ν’ αντικαταστήσω αυτό το ιδεώδες με το χριστιανικό, επειδή θέλω να με διαβάσουν μέχρι τέλος. Αλλά θα πρότεινα μια βόλτα στις παραδόσεις των μεγάλων πολιτισμών να δούμε αν έχουμε κάποια σχέση μ’ αυτές. Ν’ αρχίσουμε με τους αρχαίους Έλληνες, οι οποίοι συνήθως προκαλούν τα θαυμασμό κι εκείνων που δεν γνωρίζουν τίποτε γι’ αυτούς. Ας πάρουμε την καλύτερη περίπτωση, έναν άντρα του καιρού μας: νέος, με λεφτά, επιτυχημένος επιχειρηματίας, ένας από εκείνους τους δύο που μπαίνει στον ανελκυστήρα σε μια διαφήμιση βερνικιού παπουτσιών και κοιτάζει με ζήλο τα παπούτσια του άλλου. Ένας από εκείνους που, ακολουθώντας τις συμβουλές του ψυχολόγου τους, πάντοτε αρχίζουν μια συζήτηση πρώτοι. 
Τώρα ας φανταστούμε αυτόν τον άνδρα των καιρών μας στην αυλή του Πυθαγόρα, όπου οι αρχάριοι σιωπούσαν για τρία χρόνια. Εννοείται ότι τον άνθρωπό μας, στην πρώτη προσπάθεια «να βγει στην επιφάνεια» θα τον έδιωχναν οι Πυθαγόρειοι ως άξεστο. 
Ας μεταφερθούμε τώρα μ’ αυτόν τον άνδρα στους ταοιστές, ίσως εκεί να τον δεχτούν. Αλλά να ο Λαο Ζι [Λάο Τσε], ούτε που σηκώνει τα μάτια του προς τον ομιλούντα νεοφερμένο, ξέροντας ότι «σιωπώντας μπορείς να τα πεις όλα». Στη συνέχεια πάμε στον Κομφούκιο. Αλλά και αυτός βλέποντας πόση σημασία δίνει ο ξένος στα γυαλισμένα παπούτσια του, του λέει: «Σοφός είναι αυτός ο οποίος, όντας ντυμένος με κουρέλια, μπορεί να σταθεί χωρίς να ντραπεί ανάμεσα σε ανθρώπους ντυμένους με ακριβά ρούχα
»
Δε θα συνέχιζα το ταξίδι μας, αλλά σας διαβεβαιώνω ότι αυτός ο άνδρας δε θα μπορέσει να σταθεί σε κανέναν πολιτισμό του κόσμου. 


Αυτό το ιδεώδες είναι προϊόν του αιώνα μας. Ένα προϊόν μιας ηπείρου χωρίς παράδοση, χωρίς θρησκεία και κουλτούρα, της ηπείρου των χάμπουργκερ. 
Οι διαφημίσεις που βλέπουμε στο δρόμο, στις εφημερίδες στην τηλεόραση, όλες μας προτρέπουν να είμαστε πρώτοι, να είμαστε οι καλύτεροι. Αλλά πώς είμαστε όλοι «πρώτοι»;
Στις παραδόσεις όλων των λαών για να είσαι πρώτος πρέπει να παλέψεις, πρέπει να έχεις αρετές. Τώρα όμως είναι πιο εύκολο. Θέλεις να είσαι πρώτος; Κανένα πρόβλημα. Αγόρασε τις τάδε μπαταρίες και κάπνισε τα τάδε τσιγάρα. Είσαι χοντρός; Πιες το τάδε ποτό και όλες οι κοπέλες θα σ’ ερωτευτούν. Οι συμμαθητές σου σε κοροϊδεύουν και σου δίνουν σφαλιάρες; Βάλε το τάδε άφτερ-σειβ και θα γίνεις δυνατός. 

Η σημερινή κοινωνία μεγαλώνει μια γενιά καταναλωτών. Χρειάζεται πολλή προσοχή για να μην μετατραπούμε σ’ εμπορικά ρομπότ που αγοράζουν χωρίς διάκριση πράγματα που δεν χρειάζονται. Αλλά προπάντων να προσέχουμε να μην πληρώσουμε για όλα αυτά με τις ίδιες τις αρετές μας, με την ίδια αξιοπρέπειά μας. Για να πουλήσουν οι οίκοι μόδας και καλλυντικών, λάνσαραν το κόμπλεξ των κοριτσιών που δεν έχουν φίλο. Η ηλικία από την οποία πρέπει να αισθάνεται το κορίτσι αυτό το κόμπλεξ μειώνεται ανάλογα με τη δίψα των παραγώγων για χρήματα. 

  


Μερικά προϊόντα όπως εσώρουχα, καλτσόν, μπλουζάκια, φουστίτσες και άλλα «ειδικά εργαλεία» θα είχαν μικρές πωλήσεις, όμως με το λανσάρισμα αυτού του κόμπλεξ του κοριτσιού που δεν έχει φίλο, πουλάνε καλά ακόμα και σε κοριτσάκια του γυμνασίου. 
Και επειδή σ’ αυτή την ηλικία τα κοριτσάκια δεν έχουν χρήματα δικά τους, εφηύραν και το κόμπλεξ του ¨στενόμυαλου γονιού¨. Συνήθως οι γονιοί αυτοί είναι «κακοί» και δεν αφήνουν τα παιδιά τους να ζήσουν τη ζωή τους. 
Αλλά το πιο ενδιαφέρον είναι όταν οι πωλητές όλων αυτών των προϊόντων κάνουν κήρυγμα. Κηρύγματα που φθάνουν στις καρδιές των νέων πιο καλά κι αν κήρυττε ο Απ. Παύλος: « Ο Θεός μας έπλασε άνδρα και γυναίκα και αισθανόμαστε έλξη ο ένας για τον άλλο. Εκείνος είπε ν'αγαπιόμαστε, ο ίδιος ο Θεός είναι αγάπη. Αγαπηθείτε,αγοράζοντας τα τάδε προφυλακτικά και το τάδε μακιγιάζ και τη δείνα σοκολάτα. Αρχίστε τώρα, η νιότη δεν περιμένει αιώνια..». 

Βέβαια η φύση μας λέγει αλλά. Αν το πάθος πήρε τη θέση του νου, ωστόσο καταλαβαίνουμε ότι δεν είναι καλό αυτό που κάνουμε. Γιατί πως εξηγείται ο πανικός της φοιτήτριας όταν ειδοποιηθούν ότι έξω στο διάδρομο έχουν έρθει οι γονείς της, απροειδοποίητα, ενώ κάποιον έχει την ίδια στιγμή στο κρεβάτι της. 
Αλλά πιο χαρακτηριστική είναι η ντροπή που αισθάνεται το κορίτσι όταν συναντήσει τους γονιούς του αγοριού και αντίστροφα. 
Αφού δεν κάνετε κάτι κακό γιατί ντρέπεστε; Όταν αμαρτήσαμε το πάθος έδιωξε την ντροπή, ενώ όταν έρθει η στιγμή να εξομολογηθούμε, η ντροπή γίνεται αξεπέραστη. 
Εσκεμμένα ανέφερα πριν τις παραδόσεις και την πίστη άλλων λαών για να μην φανώ ως ένας ανυπόφορος απολογητής του Χριστιανισμού. Οι αρετές ήταν και θα είναι ίδιες για όλους τους λαούς όλων των καιρών (η μετριοφροσύνη, η ντροπή, η σεμνότητα, η σοφία και η αγάπη). 
Αυτό που μας οδηγεί στην αρετή, σαν ένας μίτος της Αριάδνης, είναι το αίσθημα της ντροπής, το οποίο κατά τους Αγ. Πατέρες είναι η φωνή του Θεού μέσα μας. Η ντροπή δεν υπάρχει στα παιδιά όσο είναι αθώα. Αυτή εμφανίζεται μετά την πρώτη ροπή προς την αμαρτία όταν τα παιδί μαθαίνει τι είναι καλό και τι κακό. 
Το κοριτσάκι που μέχρι εχθές πηδούσε στην αγκαλιά σου μόλις σ’ έβλεπε, τώρα όταν δει ένα έργο με τετραγωνάκι, κοκκινίζει και γίνεται συνεσταλμένη. Αυτή η ντροπή είναι που την σταματάει απ’ το αμάρτημα σε κάποια ηλικία, αφού εναντιωθεί στις εκπομπές που την προτρέπουν να «νικήσει» τη ντροπή της. Αυτή η ντροπή μπορεί να τη σώσει και σ’ άλλες περιπτώσεις δυσάρεστες, γιατί όχι τραγικές, παραδίδοντας τη σώα και αβλαβή στη μέλλουσα οικογένειά της, στα παιδία και στο σύζυγό της. « Η αιδώς της γυναίκας σταματάει την αμαρτία» έλεγε ένας από τους Πατέρες της ερήμου. 
 

Η ντροπή είναι ένα αίσθημα που έχουν όλοι οι άνθρωποι μετά την πτώση. Όταν αντιστεκόμαστε στην ντροπή για ν’ αμαρτήσουμε. Τότε αντιστεκόμαστε στη φωνή του Θεού: «Αδάμ, πού ει;» (=πού είσαι; Γένεσις 3,9). 
Όλοι κληρονομήσαμε αυτό το αίσθημα και αυτοί που πιστεύουν και αυτοί που δεν πιστεύουν. Αν θέλετε, αυτό είναι μία απόδειξη ότι ο Θεός υπάρχει, ότι η Βίβλος λέει την αλήθεια. 
Παρακολουθήστε τους νέους που έρχονται από κάνα χωριό στην πόλη για να σπουδάσουν, πόσο συνεσταλμένοι είναι. Θαυμάστε πως κοκκινίζουν όταν αγοράσουν ένα πακέτο τσιγάρα σ’ ένα γεμάτο κόσμο μπαρ. 
Θαυμάστε τη σεμνότητα με την οποία κάθεται σε μία γωνιά το κορίτσι το οποίο ερωτεύτηκε. 
Αναρωτηθήκατε ποτέ γιατί σβήνουν τα φώτα στις ντίσκο και γιατί αυτοί οι νέοι ντρέπονται να χορέψουν; Αναρωτηθήκατε γιατί οι έφηβες κλείνονται στο δωμάτιο για να μάθουν η μία στην άλλη αυτές τις αφύσικες κινήσεις; Αναρωτηθήκατε γιατί οι έφηβες όταν αλλάζουν χρώμα στα μαλλιά ή την κόμμωση τους στην αρχή ντρέπονται τους άλλους; Ίσως επειδή είναι κάτι αθώα παιδάκια, τα οποία δεν θα έκαναν τίποτα απ’ όλα αυτά αν δεν τα ζητούσαν οι καιροί. Ο νέος ζει μια εσωτερική σύγκρουση: από τη μια μεριά όλοι του λένε ότι αυτό που κάνει είναι καλό, από την άλλη αισθάνεται ότι μέσα του κάτι εναντιώνεται. Η εσωτερική φωνή του λέει ότι είναι μία ανοησία ένα πλήθος ανθρώπων να συγκεντρώνεται σε μία αίθουσα και να κουνιέται ο ένας μπροστά στον άλλο, απ’ την άλλη όμως προκαλεί ευχαρίστηση. Τότε, για να τα συμβιβάσει και τα δύο, σβήνουν τα φώτα στις ντίσκο, ενώ οι αρχάριοι πίνουν, για να αισθανθούν καλύτερα. Και το μόνο που μένει είναι ένα τρομερό κενό. 
Οι αρχάριοι κάνουν την αμαρτία με το φως σβηστό. Όχι μόνο ντρέπονται ο ένας τον άλλο, αλλά χωρίς να το καταλάβουν ντρέπονται και την πανταχού παρουσία του Κτίστη. 
Η συνήθεια να σβήνουν τα φώτα προέρχεται από τον Αδάμ, ο οποίος μόλις αμάρτησε κρύφτηκε. Από τότε εμείς επαναλαμβάνουμε την πράξη του Αδάμ. 


Τη νύχτα γίνονται ληστείες, βιασμοί. Το σκοτάδι ευνοεί την αμαρτία.Νύχτα έφυγε ο Ιούδας από το Μυστικό Δείπνο για να προδώσει τον Ιησού, όπως μας περιγράφει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης: «λαβών ουν τὸ ψωμίον εκείνος ευ̉θέως ε̉ξη̃λθεν, η̉̃ν δε νὺξ». Ο Ιούδας πηγαίνοντας να προδώσει τον Ιησού, κρατούσε στο χέρι του το κομματάκι ψωμιού που Εκείνος του είχε δώσει. Για να καταλάβουμε την ομορφιά αυτής της χειρονομίας, πρέπει να ξέρουμε ότι στην Ιουδαϊκή παράδοση ο οικοδεσπότης άπλωνε το πρώτο κομμάτι ψωμιού προς τον πιο αγαπητό φιλοξενούμενο. Αυτό θέλησε να δείξει και ο Χριστός, όταν έδωσε το ψωμί στον Ιούδα, ένα ψωμί που δεν ήταν απλό ψωμί αλλά ευχαριστιακό ψωμί, δηλαδή το ίδιο το σώμα του Χριστού, ο οποίος σταυρώθηκε για μας τους ανθρώπους, συνεπώς και για τον Ιούδα. Τονίζοντας ιδιαίτερα αυτό το σημείο ο Ευαγγελιστής Ιωάννης θέλει να μας δείξει την αδιαντροπιά, στην οποία έφτασε ο Ιούδας εξαιτίας του πάθους του. 
Η μάχη με την ντροπή είναι μία μάχη με τον ίδιο τον εαυτό μας. Να μην φανταστούμε ότι αν μείνουμε μ’ ένα πόδι ή ένα μάτι θα μας ονομάσουν ανάπηρους, ενώ αν αφήσουμε να καταστραφεί ένα από τα βασικά μας αισθήματα θα μας ονομάσουν άτλαντες. Πάλι ανάπηρους θα μας ονομάσουν. Επειδή είναι δυνατόν να νικήσουμε τη ντροπή και ταυτόχρονα να εξαφανίσουμε και το τελευταίο ίχνος της εικόνας τους Θεού. Χρειάζεται βέβαια προσπάθεια, αλλά δεν είναι αδύνατον. Έχουμε τη δύναμη και την ελευθερία να μετατραπούμε σε τέρατα, τα οποία κομματιάζουν τα ίδια τους τα παιδιά με κρύο αίμα στο όνομα μιας παράλογης απαλλαγής από τα κόμπλεξ;
Γι’ αυτούς που έχουν τη συνήθεια να μάχονται με την ντροπή προσπαθώντας ν’ απαλλαγούν απ’ αυτή, μπορούν να ικανοποιήσουν αυτή τους τη συνήθεια. Παλέψτε με τη ντροπή που αισθανόμαστε τότε, όταν δεν καταφέρνουμε να φαινόμαστε στους άλλους όπως θα θέλαμε εμείς, αυτή είναι μια ντροπή που πηγάζει από την περηφάνια. Παλέψτε με τη δηλητηριώδη ντροπή που μας πνίγει τότε όταν πρέπει να πούμε στον άλλο: «Συγχώρεσέ με, είχα άδικο». 
Όσο για τα κόμπλεξ, αν αυνανίζεσαι, αν «ανάβεις» όταν μιλάς σ’ ένα κορίτσι, αν είσαι τσιγκούνης και θέλεις να φαίνεσαι σπουδαιότερος απ’ ό,τι είσαι, πώς να μην έχεις; Άσ' τα αυτά και θ’ απαλλαγείς από τα κόμπλεξ. 
Κάνε τα έργα του φωτός γιατί «το φως της αλήθειας, ο Υιός του Θεού, ήλθεν εις τον κόσμο, άλλ’ οι άνθρωποι επροτίμησαν το σκοτάδι της πλάνης και όχι το φως
». Και έκαμαν την προτίμηση αυτή, διότι ήσαν πονηρά τα έργα τους. Διότι καθένας, που επιμένει να πράττει έργα πονηρά και κακά, δεν αδιαφορεί απλώς, αλλά αποστρέφεται το φως και δεν έρχεται εις το φως, δια να μην γίνει φανερή η ασχήμια και η φαυλότης των έργων του και προκληθεί ούτως η αποδοκιμασία του και η εξέγερσης της συνειδήσεώς του (βλ. κατά Ιωάννην 3, 19-20).
«Ας αποθέσωμε λοιπόν σαν άλλα νυκτερινά ενδύματα τα έργα της αμαρτίας, που γίνονται στο σκοτάδι, και ας φορέσουμε σαν άλλα όπλα τα φωτεινά έργα της αρετής» (απόστολος Παύλος, προς Ρωμαίους 13,12). 
Είναι λίγο δύσκολο να το κάνεις; Όλος ο κόσμος μεταμορφώνεται σε μια κοσμική ντισκοτέκ. Τα φώτα είναι σβηστά. Όλα είναι έτοιμα. Στο σκοτάδι, μια γνωστή φωνή, φωνάζει τ’ όνομά μας.


Μετάφραση: www.orthodoxigynaika.blogspot.com  
Πηγή: Προσκυνητής  
\

Η βαρύτητα της παρανομίας - Η επαινετή υιοθεσία (π. Θωμάς Βαμβίνης)

ημιουργήθηκε μεγάλος θόρυβος (μέ παγκόμιο ἀντίκτυπο) γιά τό μικρό κορίτσι πού βρέθηκε στά χέρια Τσιγγάνων στά Φάρσαλα. Πολλά εἰπώθηκαν ἀπό πολλές πλευρές, κάποιες φορές μέ ὑπερβολές, τά ὁποῖα φανέρωσαν πολλά προβλήματα πού συνδέονται μέ τίς κλειστές κοινωνίες τῶν Τσιγγάνων, μέ τίς ἀδυναμίες τῆς δημόσιας διοίκησης, ἀλλά καί τίς διαδικασίες υἱοθεσίας βρεφῶν.
Ἀπό ὅλα τά ἐπιμέρους θέματα πού δημιουργήθηκαν θά σχολιάσουμε δύο. Τό πρῶτο εἶναι ἡ «εὐαισθησία» μας ἀπέναντι στήν παρανομία. Δεύτερο, τό ἠθικό περιεχόμενο μιᾶς πράξεως υἱοθεσίας.

Ἡ βαρύτητα τῆς παρανομίας


Γιά τό πρῶτο θέμα μποροῦν νά ἐπισημανθοῦν δύο σημεῖα: Τό πρῶτο εἶναι ὅτι (οἱ ἄνθρωποι γενικῶς) εἴμαστε ἐπιλεκτικοί στήν εὐαισθησία μας ἀπέναντι στήν παρανομία. Στήν συνείδησή μας δέν ἔχουν τό ἴδιο βάρος ὅλες οἱ παράνομες πράξεις καί ἐνέργειες. Ἡ βαρύτητα εἶναι συνάρτηση τῆς πνευματικῆς ὡρίμανσης, τῶν ἰδιαίτερων συνθηκῶν ζωῆς, τοῦ ἐπαγγέλματος, ἀκόμη καί τοῦ ἰδεολογικοῦ προσανατολισμοῦ. Ἕνα ἁπλό (τετριμμένο) παράδειγμα πού κάνει κατανοητή αὐτήν τήν ἄποψη εἶναι ἡ παρονομία τῆς φοροδιαφυγῆς καί τῆς φοροκλοπῆς. Ὁ μισθωτός πού δέν ἔχει ἄλλα εἰσοδήματα, εἶναι συνήθως σφοδρός κατήγορος τῶν φοροφυγάδων, ἐλεύθερων κατά κανόνα ἐπαγγελματιῶν, ἐνῶ οἱ ἐλεύθεροι ἐπαγγελματίες, βλέποντας τό κόστος τῶν ἐπιχειρηματικῶν δραστηριοτήτων τους, κρίνοντας βαριές καί ἄδικες κάποιες φορολογικές νομοθεσίες, δέν ἔχουν στήν συνείδησή τους μέ ἰδιαίτερο βάρος τό παράπτωμα τῆς φοροδιαφυγῆς.
Ἕνα δεύτερο σημεῖο πού ἀξίζει ἐπισήμανση εἶναι τό ὅτι οἱ σχολιασμοί τῆς «οἰκειοποίησης» τοῦ κοριτσιοῦ στά Φάρσαλα ἐπικεντρώνονται κυρίως στήν παρανομία τῆς πράξεως καί ὄχι τόσο στήν οὐσία της. Αὐτό διαπιστώνει εὔκολα ἕνας ψύχραιμος παρατηρητής. Ὁπότε τό ἄμεσο ἐρώτημα εἶναι: Ἄν ἡ υἱοθεσία γινόταν νόμιμα, ἀλλά σκοπός της ἦταν ἡ ἐκμετάλλευση τοῦ κοριτσιοῦ στά φανάρια, θά ἦταν ἕνα γεγονός πού δέν θά χρειαζόταν ἀντιμετώπιση; Ἡ νομιμότητα, ὡς πρός τόν τύπο, θά καταργοῦσε τό ἐνδιαφέρον γιά τήν τύχη τοῦ κοριτσιοῦ;

Σέ πολλές περιπτώσεις ἕνα γεγονός κατακεραυνώνεται δημοσιογραφικά ἁπλά καί μόνον γιατί συνιστᾶ παράβαση τοῦ νόμου καί ὄχι γιατί πληγώνει τήν κοινωνία καί τά μέλη της. Παράδειγμα ἡ παράνομη εἰσαγωγή, δηλαδή, χωρίς τήν καταβολή τῶν προβλεπόμενων φόρων, διαφόρων σκευασμάτων- συμπληρωμάτων διατροφῆς, πού δίνονται γιά τήν ἀφύσικη καί τελικά ἐπικίνδυνη «ἀνάπτυξη» τοῦ σώματος.

Ἡ ἐπαινετή υἱοθεσία

Τό γεγονός τῶν Φαρσάλων ἐλλοχεύει τόν κίνδυνο νά διαβληθῆ στίς συνειδήσεις πολλῶν ἀνθρώπων ἡ ἀπό πολλές πλευρές ἀξιέπαινη πράξη τῆς υἱοθεσίας.

Τά κυκλώματα ἐμπορίας βρεφῶν, τά παιδιά τῶν φαναριῶν ἀγνώστων γονέων, ρίχνουν σκιά σέ μιά πράξη, ἡ ὁποία εἶναι τό λιγότερο ἱκανοποίηση τοῦ φυσικοῦ μητρικοῦ καί πατρικοῦ φίλτρου, καί ἡ ὁποία ὅμως σέ ἀρκετές περιπτώσεις πάει ψηλότερα, γιατί εἶναι μιά πράξη ἀληθινῆς καί ἀνιδιοτελοῦς ἀγάπης. 

Ἡ ἀνάληψη τῆς εὐθύνης, μέ τήν υἱοθεσία, γιά τήν ἀνατροφή ἑνός ἐγκαταλελειμμένου σ’ ἕνα ἵδρυμα βρέφους, μέ σκοπό νά λάβη πρῶτα ἀπ’ ὅλα τήν ἀγάπη πού στερήθηκε καί κατόπιν ὅλα τά ὑλικά, ἐκπαιδευτικά καί πνευματικά ἐφόδια γιά τήν ζωή του εἶναι ἄξια κάθε ἐπαίνου, ἀλλά καί προβολῆς γιά μίμηση. Γι’ αὐτό δέν θά πρέπει μέ κανένα τρόπο, τά τελευταῖα γεγονότα νά τήν σκιάσουν.






(Πηγή: parembasis.gr)

Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός για τον Παράδεισο, το Δέντρο, την Πτώση...

Νεκρός για τον κόσμο
Αποσπάσματα από το μνημειώδες έργο του αγίου Έκδοσις ακριβής της ορθοδόξου πίστεως (σε μετάφραση) 

Από εδώ (όπου και ολόκληρο το έργο, μαζί με το αρχαίο κείμενο) 
Η βιογραφία του αγίου Ιωάννη του Δαμασκηνού, του μεγάλου αγίου διδασκάλου της Ορθοδοξίας, ασκητή, ποιητή και μουσικού και πνευματικού αγωνιστή, εδώ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2: Γι’ αυτά που είναι δυνατόν να λεχθούν [για το Θεό] και γι’ αυτά που είναι άρρητα, και για όσα μπορεί να είναι γνωστά και όσα άγνωστα.

[… ] Πολλά λοιπόν που αντιλαμβανόμαστε ατελώς με το νου για το Θεό
δεν μπορούμε να τα διατυπώσουμε κατάλληλα, αλλά αναγκαζόμαστε με δικές μας
εκφράσεις να ομιλούμε γι’ αυτά που είναι πάνω από μας (θεία)· έτσι
αποδίδουμε στο Θεό ύπνο, οργή, αμέλεια, χέρια, πόδια και τα όμοια.
Γνωρίζουμε και ομολογούμε ότι ο Θεός είναι χωρίς αρχή και τέλος, αιώνιος,
παντοτινός, αδημιούργητος, αμετάβλητος, αναλλοίωτος, απλός, ασύνθετος,
ασώματος, αόρατος, αψηλάφητος, απερίγραπτος, άπειρος, απεριόριστος,
ακατάληπτος, αχώρητος στο νου, αγαθός, δίκαιος, παντοδύναμος, δημιουργός
όλων των κτισμάτων, παντοκράτορας, παντεπόπτης, προνοητής όλων,
εξουσιαστής και κριτής. […]

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 11: Γι’ αυτά που λέγονται για το Θεό ανθρωποπαθώς.

Επειδή όμως βρίσκουμε στην Αγία Γραφή να έχουν ειπωθεί πάρα πολλά
για το Θεό με τρόπο ανθρωπομορφικό, πρέπει να γνωρίζουμε, εφόσον
είμαστε άνθρωποι και έχουμε αυτή την παχιά σάρκα, ότι είναι αδύνατο να
εννοήσουμε ή να μιλήσουμε για τις θείες, υψηλές και άϋλες ενέργειες της
θεότητος, εάν δεν χρησιμοποιήσουμε ανάλογες σε μας εικόνες, τύπους και
σύμβολα. Όσα, λοιπόν, λέμε με ανθρωπομορφικό τρόπο για το Θεό, τα λέμε
με συμβολική σημασία, και έχουν κάποιο βαθύτερο νόημα· διότι το θείο είναι
απλό και δεν παίρνει σχήματα. […]
Και μ’ ένα λόγο, όλα όσα έχουν ειπωθεί για το Θεό με ανθρωπομορφικές εκφράσεις, έχουν κρυμμένη κάποια σημασία που διδάσκει τα υπερφυσικά με ανθρωπομορφικές εκφράσεις...

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 25: Για τον Παράδεισο.

Επειδή επρόκειτο ο Θεός να πλάσει τον άνθρωπο από ορατή και αόρατη
φύση, σύμφωνα με τη δική του εικόνα και ομοιότητα, σαν κάποιο βασιλιά
και άρχοντα όλης της γης και των αγαθών της, γι’ αυτό το λόγο προετοιμάζει
γι’ αυτόν κάτι σαν παλάτι, μέσα στο οποίο αν κατοικεί θα έχει μακάρια και
τρισευτυχισμένη ζωή. Αυτός ο τόπος είναι ο θείος παράδεισος, τον οποίο
ο Θεός έχει φυτέψει με τα χέρια του, ταμείο κάθε χαράς και ευχαριστήσεως.
Διότι η λέξη Εδέμ σημαίνει απόλαυση. Ήταν βέβαια στην ανατολή και
βρισκόταν πιο ψηλά απ’ όλη τη γη, αλλά είχε εύκρατο κλίμα και
ακτινοβολούσε από λεπτό και πολύ καθαρό αέρα· ήταν κατάφυτος από
αειθαλή φυτά, γεμάτος από ευωδία και φως, ο οποίος ξεπερνά στη φαντασία
κάθε εποχή του έτους και ομορφιά· είναι πράγματι θείος τόπος και άξια
κατοικία του ανθρώπου που πλάσθηκε κατ’ εικόνα Θεού, μέσα στον οποίο
δεν σύχναζε κανένα από τα άλογα ζώα, αλλά μόνον ο άνθρωπος, το
πλαστούργημα του Θεού.
Και στο μέσον του Παραδείσου ο Θεός φύτευσε το δένδρο της ζωής και το
δένδρο της γνώσεως. Το δένδρο της γνώσεως δόθηκε ως αφορμή, δοκιμασία
και άσκηση της υπακοής και παρακοής του ανθρώπου. Γι’ αυτό και πήρε
το όνομα «ξύλο της γνώσεως του καλού και του κακού»· διότι έδινε σε όσους
το δοκίμαζαν τη δύναμη να γνωρίσουν τη φύση τους· αυτό όμως ήταν καλό
για τους τέλειους, αλλά κακό για τους ατελείς και τους επιρρεπείς στις
επιθυμίες· ακριβώς όπως η ξηρά τροφή κάνει κακό στα βρέφη που τρέφονται
ακόμη με γάλα. Διότι ο Θεός που μας έπλασε δεν ήθελε να μεριμνάμε και
ν’ ασχολούμαστε με πολλά, ούτε ακόμη να φροντίζουμε και να
προνοούμε για τη δική μας τη ζωή.
Εδώ όμως την έπαθε ο Αδάμ· διότι, μόλις γεύθηκε τον καρπό του δένδρου,
αισθάνθηκε τη γύμνια του και φρόντισε να βάλει ένδυμα· πήρε δηλαδή φύλλα
συκιάς και ντύθηκε. Ενώ, πριν από τη γεύση, και οι δύο, ο Αδάμ και η Εύα,
ήταν γυμνοί, αλλά δεν ντρέπονταν. Διότι, τόσο πολύ ο Θεός ήθελε να είμαστε
απαθείς (διότι η γυμνότητα είναι χαρακτηριστικό της τέλειας απάθειας).
Ήθελε ακόμη να είμαστε αμέριμνοι, έχοντας ένας έργο, το αγγελικό, να
δοξολογούμε δηλαδή ακατάπαυστα τον Πλάστη μας, να εντρυφούμε στη δική
του θεωρία και να εμπιστευόμαστε σ’ Αυτόν τη φροντίδα του εαυτού μας.
Αυτό μας το είπε και με τον προφήτη Δαβίδ, με τα εξής λόγια: « Άφησε τη
μέριμνά σου στον Κύριο και Αυτός θα σε αναθρέψει». Αλλά και στα ιερά
Ευαγγέλια δίδασκε τους μαθητές του με τα ακόλουθα λόγια: «Μη φροντίσετε
για την ψυχή σας τί θα φάει, και για το σώμα τί θα φορέσει». Και συνεχίζει:
«Ζητάτε τη Βασιλεία του Θεού και τη δικαίωση που Αυτός προσφέρει,
και τα υπόλοιπα θα έλθουν στη ζωή σας». Και προς τη Μάρθα λέει:
«Μάρθα, Μάρθα, μεριμνάς και ασχολείσαι με πολλά, αλλά ένα είναι αναγκαίο·
η Μαρία έκανε την καλή επιλογή, την οποία δε θα τη χάσει ποτέ».
Ως επιλογή της εννοούσε βέβαια ότι καθόταν στα πόδια του και άκουγε
τα λόγια του.
Το δένδρο όμως της ζωής ήταν δένδρο που είχε ζωοπάροχη ενέργεια και
ήταν φαγώσιμο μόνον απ’ αυτούς που ήταν άξιοι της ζωής και δεν
υπόκεινταν στο θάνατο. 

   
Ο Θεός ευλογεί τον άνθρωπο-εικόνα Του πρόσωπο προς πρόσωπο (ο Θεός εικονίζεται συμβολικά με τη μορφή του Χριστού, επειδή η Θεότητα δεν ζωγραφίζεται).

[Αλληγορικές ερμηνείες]

Ορισμένοι βέβαια θεωρούσαν αισθητό τον παράδεισο,
ενώ άλλοι νοητό. Εγώ όμως έχω τη γνώμη ότι, όπως ο άνθρωπος πλάστηκε και
αισθητός και νοητός, έτσι και το ιερώτατο τέμενός του δημιουργήθηκε
ταυτόχρονα αισθητό και νοητό και με διπλή όψη. Διότι, όπως εξιστορήσαμε,
κατοικούσε με το σώμα στο θεϊκό και πανέμορφο τόπο,
ενώ με την ψυχή ζούσε σε ακόμη ανώτερο και ασύγκριτο και
πανέμορφο τόπο, έχοντας ως ένοικο της κατοικίας του το Θεό και ως
ένδοξο ένδυμα τον ίδιο το Θεό· ήταν ντυμένος με τη Χάρη του και
απολάμβανε το μοναδικό γλυκύτατο καρπό, τη θεωρία του προσώπου του,
η οποία τον έτρεφε σαν άλλο άγγελο. Γι’ αυτό το λόγο, πανάξια πήρε το
όνομα «δένδρο της ζωής». Διότι η γλυκύτητα της κοινωνίας με το Θεό
μεταδίδει στους μετόχους της ζωή που δεν διακόπτεται από το θάνατο.
Ο Θεός αυτό το ονόμασε «κάθε δένδρο» και είπε: «Από κάθε δένδρο που
βρίσκεται στον Παράδεισο θα τρώτε»· διότι ο Ίδιος είναι το παν και με τη
δύναμή του σχημάτισε τα πάντα.
Το δένδρο της γνώσεως του καλού και του κακού είναι η διάκριση της
κάθε είδους παρατηρήσεως. Και αυτή είναι η τέλεια γνώση της φύσεως,
η οποία είναι βέβαια καλή για τους τέλειους και γι’ αυτούς που ζουν τη
θεωρία του Θεού, διότι τους καθιστά γνωστή την παντοδυναμία του
Δημιουργού και δεν φοβούνται την πτώση, καθώς με την πάροδο του χρόνου
έχουν φθάσει σε κάποιο βαθμό αυτής της θεωρίας· δεν είναι όμως καλή για
τους νέους και επιρρεπείς στις επιθυμίες, διότι η φροντίδα για το σώμα τους
τραβά την προσοχή και τους αποσπά, καθώς είναι ασταθείς στην παραμονή
στο αγαθό και δεν σταθεροποιήθηκαν ακόμη στην αφοσίωση στο μοναδικό
καλό.
Θεωρώ, λοιπόν, ότι ο θείος Παράδεισος έχει δύο έννοιες. Και οι θεοφόροι
Πατέρες μας παρέδωσαν την αλήθεια, είτε δίδαξαν τη μία είτε την άλλη έννοια.
Μπορούμε μάλιστα να ερμηνεύσουμε ότι η έκφραση «παν ξύλον» σημαίνει
την τέλεια γνώση που προέρχεται από τα δημιουργήματα της θείας δυνάμεως,
όπως λέει ο θείος Απόστολος: «Ο αόρατος κόσμος γίνεται αντιληπτός από τα
κτιστά δημιουργήματα». Και απ’ όλες τις έννοιες και παρατηρήσεις πιο
σπουδαία είναι αυτή που αναφέρεται σε μας, στη δική μας σύσταση, όπως λέει
ο προφήτης Δαβίδ: «Από την γνώση του εαυτού μου θαυμάζω τη σοφία σου»·
δηλαδή, από την παρατήρηση της φύσεώς μου. Αυτή όμως η γνώση ήταν
επικίνδυνη για τον Αδάμ, που ήταν άπειρος, για τους λόγους που εκθέσαμε.
Ή πρέπει να θεωρήσουμε ως δένδρο της ζωής την πιο βαθιά έννοια για το
Θεό που προέρχεται από τα κτιστά, και την αναγωγή μέσω αυτών στον
Πλάστη, Δημιουργό και Αίτιο όλων των όντων· και αυτό το ονόμασε «παν
ξύλον», εννοώντας δηλαδή την πληρότητα και την ενότητα, που μας παρέχει
την μοναδική μετοχή του καλού· και «δένδρο της γνώσεως του καλού και του
κακού» ονόμασε την αισθητή και ηδονική βρώση, η οποία φαίνεται γλυκιά,
αλλά στην πραγματικότητα οδηγεί αυτόν που την γεύεται στην μετοχή των
κακών· διότι λέει ο Θεός: «Από κάθε δένδρο του Παραδείσου μπορείς να
φας»· νομίζω είναι σαν να λέει ο Θεός, «με όλα τα κτιστά οδηγήσου σε μένα
τον Πλάστη και δοκίμασε τον μοναδικό καρπό, εμένα,την όντως ζωή. Όλα ας
σου προσφέρουν ως καρπό την ζωή, και την κοινωνία μαζί μου να την κάνεις
συστατικό της υπάρξεώς σου· διότι έτσι θα γίνεις αθάνατος». «Και δεν θα
φάτε από το δένδρο της γνώσεως του καλού και του κακού. Την ημέρα που
θα φάτε απ’ αυτό, θα πεθάνετε». Διότι η αισθητή τροφή είναι από τη φύση της
αναπλήρωση αυτών που αποβάλλονται και πηγαίνει στον αφεδρώνα και
χάνεται· και είναι αδύνατον να μένει άφθαρτος αυτός που καταναλώνει την
αισθητή τροφή. […]

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 45: Για τη θεία οικονομία [=το θείο σχέδιο] και για τη φροντίδα του για μας και τη σωτηρία μας.

Επειδή, λοιπόν, εξαιτίας αυτής της προσβολής του αρχηγού της κακίας
δαίμονα, εξαπατήθηκε ο άνθρωπος και δεν φύλαξε την εντολή του
Δημιουργού, απογυμνώθηκε από τη χάρη και την παρρησία που είχε από
το Θεό και σκέπασε τη γύμνια του με τη σκληρότητα της άθλιας ζωής του
–διότι αυτό σημαίνουν τα φύλλα της συκιάς–· περιτυλίχθηκε τη νεκρότητα,
δηλαδή τη θνητότητα και την υλοφροσύνη της σάρκας –διότι αυτό δείχνει
η ένδυση των δερμάτινων χιτώνων–· εξορίστηκε από τον παράδεισο
σύμφωνα με τη δίκαιη κρίση του Θεού· καταδικάστηκε σε θάνατο και τον
υποδούλωσε στη φθορά. Παρ’ όλα αυτά, ο εύσπλαγχνος Θεός, που μας
έπλασε και μας έδωσε τη χάρη του, δεν έμεινε αδιάφορος, αλλά αφού πρώτα
με πολλούς τρόπους μας παιδαγώγησε και μας κάλεσε να μετανοήσουμε
με στεναγμούς και τρόμους, με τον κατακλυσμό και την παρ’ ολίγο
εξολόθρευση όλου του ανθρωπίνου γένους, με τη σύγχυση και διαίρεση των
γλωσσών, με εμφανίσεις αγγέλων, με εμπρησμό των πόλεων, με εικονικές
φανερώσεις του Θεού, με πολέμους, με νίκες, με ήττες, με θαυμαστά σημεία
και πολλά θαύματα, με το Νόμο, με τους προφήτες, που το κήρυγμα τους είχε
σκοπό την κατάργηση της αμαρτίας, η οποία με πολλές διακλαδώσεις
απλώθηκε και υποδούλωσε τον άνθρωπο και συσσώρευσε στη ζωή του
κάθε είδος κακίας· με το κήρυγμα των προφητών που είχε σκοπό επίσης την
επάνοδο του ανθρώπου στη θεία ζωή. 


Επειδή, δηλαδή, ο θάνατος εισήλθε στον κόσμο εξαιτίας της αμαρτίας και
κατατρώει την ανθρώπινη ζωή σαν κάποιο άγριο και ανήμερο θηρίο, έπρεπε
αυτός που επρόκειτο να την λυτρώσει να είναι αναμάρτητος και όχι υπόλογος
στο θάνατο εξαιτίας της αμαρτίας· έπρεπε ακόμη η ανθρώπινη φύση να
ενισχυθεί και ανανεωθεί, να παιδαγωγηθεί με πράξεις και να διδαχθεί το
δρόμο της αρετής που δεν οδηγεί στην καταστροφή, αλλά στην αιώνια ζωή.
Τέλος, ο Θεός φανερώνει το μεγάλο πέλαγος της αγάπης του για τον
άνθρωπο. Διότι ο ίδιος ο Δημιουργός και Κύριος παίρνει πάνω του τον
αγώνα για το αγαπημένο του πλάσμα και γίνεται στην πράξη δάσκαλος. Και
επειδή ο εχθρός με την ελπίδα της ισοθεΐας ξεγέλασε τον άνθρωπο, τώρα ο
ίδιος ξεγελιέται από το προκάλυμμα της σάρκας. Ταυτόχρονα αποδείχνεται
η αγαθότητα, η σοφία, η δικαιοσύνη και η δύναμη του Θεού. Η αγαθότητά
του, διότι δεν αδιαφόρησε για την αδυναμία του πλάσματός του, αλλά το
σπλαγχνίστηκε, όταν έπεσε, και του άπλωσε το χέρι. Η δικαιοσύνη του, διότι
ενώ ο άνθρωπος νικήθηκε, δεν φέρνει άλλον να νικήσει τον δυνάστη
(διάβολο) ούτε με βία γλυτώνει τον άνθρωπο από το θάνατο, αλλά τον ίδιο
τον άνθρωπο, που ο θάνατος λόγω της αμαρτίας υπόταξε, αυτόν ο αγαθός και
δίκαιος (Θεός) τον αναδείχνει πάλι νικητή και σώζει το όμοιο με το όμοιο,
πράγμα που ήταν αδύνατο· η σοφία του φαίνεται, διότι βρήκε αξιοπρεπή λύση
για κάτι αδύνατο. Διότι, με την καλή θέληση του Θεού Πατέρα, ο μονογενής
του Υιός και Θεός Λόγος, που είναι στον τόπο του Θεού Πατέρα και είναι
ομοούσιος με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, ο προαιώνιος και άναρχος,
όντας εξαρχής με το Θεό Πατέρα και Θεός ο ίδιος, έχοντας τη θεϊκή φύση,
έκλινε τους ουρανούς και κατέβηκε κάτω στη γη· ταπείνωσε, δηλαδή, το
αταπείνωτο ύψος του χωρίς να χάσει τη δοξα του και συγκαταβαίνει με
ανέκφραστη και ακατάληπτη συγκατάβαση στους δούλους του – διότι αυτό
δείχνει η κατάβαση του–· όντας τέλειος Θεός γίνεται τέλειος άνθρωπος και
πραγματοποιεί το πιο πρωτάκουστο απ’ όλα τα καινοφανή, το μοναδικό
καινούργιο κάτω από τον ήλιο, με το οποίο φανερώνεται η άπειρη δύναμη
του Θεού.
Διότι, τί μεγαλύτερο υπάρχει από το να γίνει ο Θεός άνθρωπος; Και ο Λόγος,
χωρίς να μεταβληθεί η θεία φύση του, σαρκώθηκε από Άγιο Πνεύμα και τη
Μαρία, την αγία και αειπάρθενο Θεοτόκο· ο μόνος φιλάνθρωπος γίνεται
μεσίτης μεταξύ Θεού και ανθρώπων. Συλλήφθηκε μέσα στην άχραντη μήτρα
της Παρθένου όχι με το θέλημα, την επιθυμία, τη σχέση με άνδρα και τη
γέννηση που είναι καρπός ηδονής, αλλά από το Άγιο Πνεύμα και με τον
τρόπο της αρχικής δημιουργίας του Αδάμ. Κάνει υπακοή στον Πατέρα
θεραπεύοντας τη δική μας παρακοή με το ανθρώπινο σώμα που πήρε από
μας, με το να γίνει σε μας τύπος υπακοής, χωρίς την οποία δεν είναι δυνατόν
να επιτύχουμε τη σωτηρία.

Μπορούμε να γνωρίσουμε το Θεό;



Να τον γνωρίσουμε; Και τι να γνωρίσουμε από το Θεό; Την ουσία, τη φύση, την τελειότητά του; Αδύνατο. Ως προς τούτο ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός λέγει: «Ἄπειρον τό θεῖον καί ἀκατάληπτον· καί τοῦτο μόνον αὐτοῦ καταληπτόν, ἡ ἀπειρία καί ἀκαταληψία». Δηλαδή· άπειρος είναι ο Θεός και παντέλειος και σε εμάς τους ατελείς και πεπερασμένους ανθρώπους ακατάληπτος. Τούτο μόνο μπορούμε ως προς το Θεό να εννοήσουμε· ότι ακριβώς είναι άπειρος και ακατάληπτος και ο νους μας ως εκεί είναι αδύνατο να φθάσει. Και αλήθεια, πώς να φθάσει; Και πώς να τον γνωρίσουμε το Θεό; Πώς να εισέλθουμε εμείς στα βάθη της ουσίας του και να ερευνήσουμε τη φύση, τη σύσταση και υπόστασή του; Αδύνατο. Και είναι αδύνατο, διότι ο Θεός είναι ουσία και φύση νοερά και εμείς άνθρωποι σαρκικοί και γήινοι. Ο Θεός είναι άπειρος και εμείς πεπερασμένοι. Ο Θεός είναι τέλειος και εμείς ατελείς. Ο Θεός είναι ο δημιουργός μας και εμείς τα δημιουργήματά του. 

Πώς, λοιπόν, να χωρέσει το άπειρο στο πεπερασμένο και να γνωρίσει το ατελές το τέλειο, το δημιούργημα το δημιουργό του; «Ὁ Θεός ἡμῶν ἀπρόσιτος καί τῷ νῷ ἡμῶν ἀχώρητος». Ούτε να τον πλησιάσουμε τόσο κοντά μπορούμε, για να τον γνωρίσουμε στην εντέλεια, ούτε ο μικρός και στενός και περιορισμένος νους μας μπορεί να χωρέσει τον άπειρο και παντέλειο Θεό. Αυτό εννοεί και η Αγία Γραφή, όταν λέγει· «Θεόν οὐδείς ἑώρακε πώποτε» (Ιωάν. α΄ 18) και ότι το Θεό «εἶδεν οὐδείς ἀνθρώπων, οὐδέ ἰδεῖν δύναται» (Α’ Τιμόθ. στ΄ 16) (1). Είπε και ο ίδιος ο Θεός στον προφήτη Μωυσή που ζήτησε να δει το Θεό· «οὐ δυνήσῃ ἰδεῖν τὸ πρόσωπόν μου· οὐ γὰρ μὴ ἴδῃ ἄνθρωπος τὸ πρόσωπόν μου καὶ ζήσεται» (Εξόδ. λγ΄ 20). Δεν θα μπορέσεις να δεις το πρόσωπό μου. Διότι δεν θα μπορέσει να ζήσει άνθρωπος, που θα αντικρύσει το πρόσωπό μου. Δεν μπορούμε, λοιπόν, οι άνθρωποι να γνωρίσουμε το Θεό, καθό μικροί και πεπερασμένοι και ατελείς. Και το πιο σημαντικό, καθό αμαρτωλοί εμείς και εκείνος άγιος. 

 

Ο άγ. Ιωάννης ο Δαμασκηνός, ο μεγάλος ποιητός, μουσικός και θεολόγος

Άγνωστος λοιπόν σε εμάς ο Θεός. Άγνωστος και στους Αγγέλους. Και σε ποιον είναι γνωστός; Είναι γνωστός στο μονογενή του Υιό, ο οποίος γεννήθηκε προ πάντων των αιώνων από αυτή την ουσία του Πατρός. Το λέγει σαφώς η Αγία Γραφή· «Θεὸν οὐδεὶς (από τους ανθρώπους) ἑώρακε πώποτε· ὁ μονογενὴς υἱὸς ὁ ὢν εἰς τὸν κόλπον τοῦ πατρός, ἐκεῖνος ἐξηγήσατο» (Ιωάν. α΄  18). Το Θεό κανείς άνθρωπος δεν τον είδε ποτέ. Ο μονογενής Υιός του που είναι πάντοτε ενωμένος μαζί του, εκείνος μας τον φανέρωσε και μας μίλησε για το Θεό. Και «οὐδεὶς ἐπιγινώσκει τὸν υἱὸν εἰ μὴ ὁ πατήρ, οὐδὲ τὸν πατέρα τις ἐπιγινώσκει εἰ μὴ ὁ υἱὸς καὶ ᾧ ἐὰν βούληται ὁ υἱὸς ἀποκαλύψαι» (Ματθ. ια΄ 27). Κανείς άλλος δε γνωρίζει καλά τον Υιό του Θεού παρά μόνο ο Πατήρ, και τον Πατέρα πάλι κανείς δεν τον γνωρίζει στην εντέλεια παρά ο Υιός, και από τους ανθρώπους εκείνος, στον οποίο ο Υιός θα θελήσει να τον φανερώσει και όσο πρέπει θα τον φανερώσει. 

Ακόμη και το Πνεύμα το Άγιο, σαν Θεός που είναι και αυτό, γνωρίζει το Θεό, διότι λέγει· «τό Πνεῦμα πάντα ἐρευνᾷ καί τά βάθη τοῦ Θεοῦ» (Α΄ Κορινθ. β΄ 10). Λέγει και ο Μέγας Βασίλειος, ότι η ουσία του Θεού είναι «παντί ἀπερίοπτος», σε όλους ακατάληπτη και απρόσιτη (απλησίαστη) «καί ὑπερβαίνει ἡ κατάληψις αὐτῆς», ξεπερνά η κατανόησή της «οὐκ ἀνθρώπους μόνον, ἀλλά καί πᾶσαν λογικήν φύσιν», όπως είναι οι Άγγελοι και όλα τα ουράνια πνεύματα, «Υιῷ δέ μόνον γνωστός ὁ Πατήρ καί Ἁγίῳ Πνεύματι». Μόνο στον Υιό και στο Άγιο Πνεύμα είναι γνωστός ο Πατήρ. Δεν μπορούμε, λοιπόν, οι άνθρωποι να γνωρίσουμε το Θεό, τη φύση, την ουσία του, την εσωτερική ζωή του Θεού. 

Εδώ, για να καταλάβουμε καλά το πράγμα, πρέπει να αναφέρουμε το παράδειγμα του αρχαίου φιλοσόφου Ιέρωνος. Τον κάλεσε, λέγει, ο βασιλιάς των Συρακουσών και του είπε· θέλω να μου πεις τι είναι ο Θεός. Ο φιλόσοφος του απάντησε. Δος μου τρις μέρες προθεσμία να σκεφθώ. Ο βασιλιάς του δίνει. Όταν σε τρεις μέρες παρουσιάσθηκε, λέγει στο βασιλιά. Θέλω άλλες τρεις μέρες. Και έπειτα άλλες τρεις και άλλες τρεις. Ο βασιλιάς απόρησε και τον ρωτά· γιατί τόσες αναβολές; Και ο Ιέρων του λέγει: Όσο περισσότερο σκέπτομαι τι είναι ο Θεός, τόσο πιο σκοτεινό μου φαίνεται το ζήτημα και τόσο πιο δύσκολη η απάντηση.

Μέγας Αντώνιος, ο Καθηγητής της Ερήμου: ένας απλός ερημίτης, χωρίς κανένα εκκλησιασικό "αξίωμα", αλλά σοφός και θαυματουργός διδάσκαλος. Η εικόνα είναι έργο φυλακισμένου Αμερικανού που μεταστράφηκε στην Ορθοδοξία και έγινε μοναχός μέσα στη φυλακή (από εδώ). Όποιος είναι χριστιανός, ας προσευχηθεί γι' αυτόν, παρακαλώ.

Και όμως μπορούμε να γνωρίσουμε το Θεό, αφού ο Θεός «οὐκ ἀμάρτυρον ἑαυτόν ἀφῆκεν» (Πράξ. ιδ΄ 17). Δεν άφησε τον εαυτό του τελείως άγνωστο και κρυμμένο. Μας είναι αδύνατο να έχουμε βέβαια τέλεια γνώση του Θεού. Δεν έχουμε όμως και παντελή άγνοια του Θεού και αφού ο ίδιος ο Θεός αποκάλυψε τον εαυτό του σε εμάς και με τη φύση και τα έργα της δημιουργίας του, και με την εσωτερική μαρτυρία της ψυχής μας. Ακόμη με το νόμο που μας έδωσε, και με τον Υιό του που μας απέστειλε. Λαμβάνουμε δε τόση γνώση, όση χωρεί η φύση μας, όσο παίρνει το μικρό μυαλό μας. Και όση μας χρειάζεται για τη θρησκευτική μας μόρφωση και κατάρτιση. Και όση μας προσφέρει ο Θεός με τη θεία του Αποκάλυψη. Και οι Πατέρες της Εκκλησίας, μολονότι τονίζουν το αδύνατο να γνωρίσουμε το Θεό, αναφέρουν το αδύνατο αυτής της γνώσεως στην ουσία του Θεού, στα βάθη, στο τι είναι ακριβώς ο Θεός στην εσωτερική του φύση και Θεότητα. Και μας λέγουν, ότι από τις θείες ενέργειες μπορούμε να γνωρίσουμε το Θεό.
«Ἡμεῖς δέ, λέγει ο Μ. Βασίλειος, ἐκ μέν τῶν ἐνεργειῶν (από τις ενέργειές του, από όσα κάνει για το καλό και τη σωτηρία μας, από αυτά) γνωρίζομεν τόν Θεόν ἡμῶν, τῇ δέ οὐσίᾳ αὐτῇ προσεγγίζειν οὐχ ὑπισχνούμεθα» (στην ουσία του όμως δε λέμε πως μπορούμε να τον πλησιάσουμε) Γιατί; Διότι «αἱ μέν γάρ ἐνέργειαι αὐτοῦ πρός ἡμᾶς καταβαίνουσιν, ἡ δέ οὐσία αὐτοῦ μένει ἀπρόσιτος». Οι πράξεις και τα έργα του φθάνουν έως εμάς και τις βλέπουμε. Η ουσία του όμως μένει μυστηριώδης και απλησίαστος. Μερική γνώση του Θεού μπορούμε να λάβουμε, και τη λαμβάνουμε από τις θείες ιδιότητες και ενέργειές του, από την πρόνοια και φροντίδα που φθάνουν έως εμάς και με τις οποίες δείχνει ο Ύψιστος το ενδιαφέρον του για το καλό και την πρόοδο τη δική μας (2).
Και τούτο το διδάσκουν οι άγιοι Πατέρες, λέγοντας· ότι η ψυχή «ὅτε πάντα τόν ἐπιχυθέντα ρύπον τῆς ἁμαρτίας ἀφ’ ἑαυτῆς ἀποτίθεται (όταν πετάξει η ψυχή από επάνω της όλη τη λέρα της αμαρτωλής ζωής της) καί μόνο τό «κατ’ εἰκόνα» καθαρόν φυλάττῃ… ὡς ἐν κατόπτρῳ θεωρεῖ τήν εἰκόνα τοῦ Πατρός, τόν Λόγον, καί ἐν αὐτῷ τόν Πατέρα», λέγει ο Μέγας Αθανάσιος. Ο άνθρωπος που διατηρεί αγνή και καθαρή την ψυχή του, είναι σαν να έχει εμπρός του καθρέπτη και βλέπει μέσα σε αυτόν το Θεό, και τον Πατέρα και τον Υιό.
Και ο Γρηγόριος ο Νύσσης τα ίδια διδάσκει και θεολογεί: «Ὁ πάσης τῆς κτίσεως καί ἐμπαθοῦς διαθέσεως τήν ἑαυτοῦ καρδίαν ἀποκαθάρας, ἐν τῷ ἰδίῳ κάλλει τῆς θείας φύσεως καθορᾷ τήν εἰκόνα», επειδή «τῆς ἰδίας φύσεως ἀγαθῶν ὁ Θεός ἐνετύπωσε», τῇ ἀνθρωπίνῃ «κατασκευῇ τά τιμήματα, οἷόν τινά κηρόν σχήματι γλυφῆς προτυπώσας». «Ἡ θεότης δέ ἐστί καθαρότης, ἀπάθεια καί κακοῦ παντός ἀλλοτρίωσις. Εἰ οὖν ταῦτα ἐν τῷ ἀνθρώπῳ ἐστί, Θεός πάντως»· ἐν αὐτῷ ἐστί «καί ἡ καθαρότης, ὁ ἀγιασμός, ἡ ἁπλότης, πάντα τοιαῦτα τα φωτοειδῆ τῆς θείας φύσεως ἀπαυγάσματα, δι’ ὧν Θεός ὁρᾶται». Με απλά λόγια· Άνθρωπε, όσο η αμαρτία σκοτίζει την ψυχή σου, και εκείνα του Θεού τα μυστικά, που θα μπορούσες να τα γνωρίσεις από φυσικού σου, σου μένουν κρυφά και άγνωστα. Μόνο δε αν καθαρίσεις τον εαυτό σου από αμαρτωλά αισθήματα και πάθη, μόνο τότε σου ανοίγεται ο δρόμος και η θύρα της γνώσεως του Θεού, και κατά τη δύναμη του νου σου και ανάλογα προς το φωτισμό που παίρνεις από το Άγιο Πνεύμα πλησιάζεις το Θεό και γνωρίζεις τα απαραίτητα από όσα κάνει ο Θεός για τη σωτηρία σου.

Ο Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής, σύγχρονος μεγάλος άγιος δάσκαλος της Ορθοδοξίας (απόεδώ)

Ονόματα του Θεού

Έχει ονόματα ο Θεός με τα οποία πρέπει να τον ονομάζουμε και να τον προσφωνούμε; Έχει. Και τέτοια ονόματα χαρακτηριστικά του Θεού αναφέρει η Αγία γραφή. Έτσι τον ονομάζει «Πνεύμα», «Πνεῦμα ὁ Θεός». Τον λέγει «Αγάπη», «Ὁ Θεός ἀγάπη ἐστί», λέγει ο ιερός Ευαγγελιστής του. Τον αποκαλεί «Φως». «Ὁ Θεός φῶς ἐστί»· ο Θεός «φῶς οἰκεῖ ἀπρόσιτον», όπως λέγει ο Απόστολός του. Αλλά και ο ίδιος ο Θεός έδωσε όνομα στον εαυτό του. Το όνομα αυτό είναι το «ὁ Ὤν». Όταν έστειλε τον προφήτη Μωυσή στο Φαραώ και τους Αιγυπτίους, για να ελευθερώσει τους Εβραίους από την τυραννία τους, είπε ο Μωυσής στο Θεό. Και αν με ρωτήσουν ποιος σε έστειλε γι’ αυτόν τον σκοπό, τι θα τους απαντήσω; Και ο Θεός του είπε· θα τους πεις «ὁ Ὤν ἀπέσταλκέ με» (Εξόδ. γ΄ 12, 15). Και επειδή ο ίδιος ο Θεός έδωσε στον εαυτό του το όνομα τούτο, γι’ αυτό και γύρω από την κεφαλή του Παντοκράτορος Κυρίου στις εικόνες της Εκκλησίας μας είναι γραμμένο το τρισγράμματο αυτό όνομα: «ὁ Ὤν».

α) «Ὁ Ὤν»

Και τι θα πει «ὁ Ὤν»; Θα πει ο υπάρχων. Εκείνος που υπάρχει, όχι σαν να τον έφτιαξε κάποιος άλλος, αλλ’ υπάρχει από τον εαυτό του, που πάντοτε, αχρόνως, προαιωνίως και αϊδίως υπάρχει, εκείνος που υπάρχει, χωρίς να έχει αρχή ούτε και τέλος. Αυτό θα πει και το «αΐδιος»: πάντοτε, αενάως, ο ίδιος και απαράλλακτος, χωρίς ποτέ να μεταβάλλεται και να αλλάζει. Όπως τον λέγει και στη θεία του Λειτουργία ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος· «ἀεί ὤν, ὡσαύτως ὤν». Και αυτό το όνομα ταιριάζει μάλλον στο Θεό, αυτό «παρουσιάζεται μᾶλλόν πως τῆς θείας οὐσίας ὄνομα». «Ὁ Ὤν» θα πει: εγώ είμαι που πάντοτε υπάρχω. Γι’ αυτό και όταν κάνει την απόλυση ο ιερέας στις ακολουθίες της Εκκλησίας μας, έτσι αρχίζει: «Ὁ Ὤν, εὐλογητός Θεός ἡμῶν».

β) Ο Θεός ονομάζεται Πνεύμα

Όπως είπε ο Κύριος στη Σαμαρείτιδα. Και τούτο πάλι τι θα πει; Ότι ο Θεός δεν είναι Ον υλικό με σώμα και μάτια και χέρια, όπως είμαστε εμείς οι άνθρωποι, αλλ’ είναι Πνεύμα, το Πνεύμα, το απόλυτο, το άυλο, το άπειρο, το άχρονο και υπερτέλειο Πνεύμα, πρόσωπο πέρα ως πέρα πνευματικό, που ούτε τα μάτια μας, ούτε η σκέψη μας μπορούν να το συλλάβουν και εννοήσουν. Και παρουσιάζει μεν η Γραφή το Θεό με μάτια και χέρια και αυτιά και πόδια, αλλ’ αυτές είναι εκφράσεις ανθρώπινες, και θέλει με αυτές να μας δηλώσει τις ενέργειες του Θεού για εμάς τους ανθρώπους.

γ) Ο Θεός ονομάζεται αγάπη

Τούτο είναι το πιο συγκινητικό όνομα και ιδίωμα του Θεού. Και τούτο θέλει να πει, πως ο Θεός είναι προσωπικός Θεός, διότι μόνο το πρόσωπο αγαπά και σκορπίζει αγάπη και ευσπλαχνία. Ο Θεός, λοιπόν, είναι όλος αγάπη. Γνωρίζει μόνο να αγαπά. Να αγαπά και να μη μισεί. Να αγαπά και να μην εκδικείται, όσο κακοί και βλάσφημοι και υβριστές της θείας του Μεγαλοσύνης είναι οι άνθρωποι. Να αγαπά και να ευλογεί, να ευεργετεί, να συγχωρεί, να σώζει από κάθε κακό, από κάθε κίνδυνο και τους χειρότερους ανθρώπους. Αυτό θα πει, ο Θεός είναι αγάπη. Και έπειτα «ὁ μένων ἐν τῇ ἀγάπῃ ἐν τῷ Θεῷ μένει καί ὁ Θεός ἐν αὐτῷ», όπως λέγει ο ιερός Ευαγγελιστής του. Ο Θεός αγάπη. Και η Θρησκεία του θρησκεία της αγάπης. Και η Εκκλησία του Εκκλησία αγάπης. Και η βασιλεία του βασιλεία αγάπης. Και τούτο πάλι σημαίνει, ότι όποιος είναι του Θεού και ανήκει στην Εκκλησία του Θεού και ακολουθεί τη θρησκεία του Θεού και εμπνέεται από το Ευαγγέλιο του Υιού του Θεού είναι και αυτός αγάπη, γεμάτος αγάπη και σκορπίζει προς όλους την αγάπη με τα έργα της αγάπης και φιλανθρωπίας, της συγγνώμης, της ευεργεσίας.
Η "Μαρία η Ψηλή", μια σύγχρονη αγία με βαριά αναπηρία (κλικ εδώ)

δ) Ο Θεός ονομάζεται Φως

Και τούτο ο Ευαγγελιστής Ιωάννης το αποκαλύπτει και λέγει· «ὁ Θεὸς φῶς ἐστι καὶ σκοτία ἐν αὐτῷ οὐκ ἔστιν οὐδεμία» (Α΄ Ιωάν. α΄ 5). Ο Θεός είναι φως, άκτιστο φως, «φῶς νοερόν τούς τῆς ψυχῆς ἡμῶν ὀφθαλμούς εἰς τήν ἀντίληψιν αὐτοῦ ἀνακινοῦν» και «φῶς τῶν κεκαθαρμένων διανοιῶν, οὐχί τῶν σωματικῶν τούτων ὀφθαλμῶν», όπως λέγει ο ιερός Αυγουστίνος. Φως πνευματικό, το οποίο ανοίγει και φωτίζει τα μάτια της ψυχής στο να τον αντιλαμβανόμαστε και κατά κάποιον τρόπο να τον βλέπουμε. Είναι φως των καθαρισμένων διανοιών και όχι των σωματικών μας οφθαλμών. Φως νοερό και άγιο. Μπορούμε να το δούμε τούτο το φως; Αδύνατο. Μία ακτίνα είδαν οι μαθητές στο όρος Θαβώρ και έπεσαν κάτω από τη λάμψη του. Πώς να ατενίσουμε εμείς τούτο το φως της θεότητας, άνθρωποι γήινοι και σαρκικοί, δηλαδή χωματένιοι και αμαρτωλοί όντες; Είναι απρόσιτο και απροσπέλαστο. Πάντως ο Θεός είναι φως, «ὅ φωτίζει πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τόν κόσμον». ["Νεκρός": οι άγιοι και πολλοί απλοί άνθρωποι με καθαρή καρδιά το βλέπουν. Σχετικές καταχωρίσεις εδώ]
«Πνεύμα ο Θεός» – «Αγάπη ο Θεός» – «Φως ο Θεός». Και τα τρία αυτά χαρακτηριστικά, αλλά και λαμπρά και ένδοξα ονόματα του Θεού ο θεολογικότατος ευαγγελιστής Ιωάννης μας τα δίδει. Και μας τα δίδει σαν ένα προνόμιο και πνευματικό κεφάλαιο σε εμάς τους ανθρώπους. Και να θεολογούμε κάπως και εμείς και να εισχωρούμε, έστω και λίγο, στα ασύλληπτα μεγαλεία του Θεού μας. Και έτσι να καταλαβαίνουμε την ύψιστη τιμή που μας γίνεται να ανήκουμε στο Θεό, που είναι Πνεύμα και αγάπη και φως. Και μόνο αυτό; Το ουσιαστικότερο. Να γνωρίζουμε καλά το Θεό μας και ενούμενοι και εμείς μαζί του να επιτυγχάνουμε τη θέωσή μας. Και θέωσή μας είναι να γινόμαστε και εμείς εν τω Θεώ και διά του Θεού πνεύμα και αγάπη και φως. Άνθρωποι δηλαδή πνευματικοί και φωτεινοί, που μεταδίδουν και στους άλλους ανθρώπους πνεύμα και αγάπη και φως.

Στο επόμενο για τις ιδιότητες του Θεού
______________________________________________
(1) Το ίδιο έλεγε και ο σοφός Σολομών· «τίς γὰρ ἄνθρωπος γνώσεται βουλὴν Θεοῦ; ἢ τίς ἐνθυμηθήσεται τί θέλει ὁ Κύριος;» (Σοφ. Σολ. θ΄ 13). Με αυτά θέλει να μας πει η Αγία Γραφή πως είναι ανεξερεύνητα τα θεία και ακατάληπτα από εμάς τους ανθρώπους. Γι’ αυτό και ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων έλεγε· «Οὐ τό τί ἐστί Θεός ἐξηγούμεθα (δε σας λέμε, δεν μπορούμε να σας πούμε και να σας εξηγήσουμε τι είναι ο Θεός)… ἐν τοῖς περί Θεοῦ ἡ μεγάλη γνῶσις τό τήν ἀγνωσίαν ὁμολογεῖν». Στα ζητήματα του Θεού η μεγάλη γνώση είναι να ομολογείς την άγνοιά σου. Και ο άγιος Αθανάσιος: «Καί εἰ μή δυνατόν καταλαβέσθαι τί ἐστι Θεός, ἀλλά δυνατόν εἰπεῖν  τἰ οὐκ ἔστι». Δεν μπορούμε να πούμε τι είναι ο Θεός. Μπορούμε όμως να πούμε τι δεν είναι. Και δεν είναι μικρός, ατελής, αδύνατος, θνητός, αμαρτωλός, όπως είναι ο άνθρωπος, και για αυτό ο άνθρωπος αδύνατο είναι να γνωρίσει το Θεό.
Η Γιαγιά Λαμπρινή από την Άρτα, μια αγία της διπλανής πόρτας (κλικ εδώ)
(2) Λέγει και ο αδελφός του Μ. Βασιλείου, ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης· «Ὅσον καί ἄν τό θεῖον εἶναι ἀνέπαφόν τε καί ἀκατανόητον καί πάσης ἀντιλήψεως τῆς ἐκ τῶν λογισμῶν ὑψηλότερον», όμως «ἡ ἀνθρωπίνη διάνοια πολυπραγμονοῦσα καί διερευνωμένη» διά των δυνατών σε αυτή λογισμών «ἐπορέγεται καί θιγγάνει (πλησιάζει και ψηλαφεί) τῆς ἀπροσπελάστου καί ὑψηλῆς φύσεως τοῦ Θεοῦ». Και δεν επιτυγχάνει μεν «ἐναργῶς ἰδεῖν τόν ἀόρατον», δεν παραμένει όμως και «ἀπεσχοινωμένη τῆς προσεγγίσεως ὡς μηδεμίαν δύναται τοῦ ζητουμένου λαβεῖν εἰκασίαν». Με απλά λόγια· όσο και αν το Θεό δεν μπορούμε με το στενό μυαλό μας να τον εγγίσουμε και να τον πλησιάσουμε, γιατί στέκει πολύ ψηλά από τη δική μας σκέψη, όμως ο νους μας, όταν ημέρα και νύκτα σκέπτεται και συλλογίζεται τι είναι ο Θεός, με τη δύναμη που έχει πλησιάζει κάπως και ψάχνει τη φύση του Θεού, η οποία και απλησίαστη είναι και πολύ υψηλά στέκει, και δεν κατορθώνει βέβαια φανερά και κατά πρόσωπο να δει τον αόρατο και αθέατο Θεό, δε μένει όμως τελείως μακριά από το να τον πλησιάσει, σαν να μη μπορεί τελείως και ολοτελώς να λάβει κάποια και μικρή, έστω, ιδέα και γνώση του Θεού. Και ο ιερός Χρυσόστομος προσθέτει: Δεν γνωρίζουμε μεν «τό τί τήν οὐσίαν ἐστίν ὁ Θεός (δεν γνωρίζουμε το τι ακριβώς είναι στην ουσία του ο Θεός), ἀλλ’ οὐ καθόλου αὐτόν ἀγνοοῦμεν (μα δεν έχουμε και τέλεια άγνοια αυτού). Οἴδαμεν γάρ ὅτι ἐστί (γνωρίζουμε, ότι υπάρχει) καί ὅτι (είναι) φιλάνθρωπος καί ὅτι (είναι) άγαθός καί ὅτι χρηστός και ἐπιεικής (εύσπλαχνος και συγκαταβατικός) και ὅτι (είναι) πανταχοῦ» παρών, μολονότι «πόσον τά εἰρημένα ἐστί ἤ καί πῶς πανταχοῦ ἀγνοοοῦμεν» (παρότι τι ακριβώς σημαίνουν αυτά που τώρα λέμε και πώς είναι πανταχού παρών δεν τα ξέρουμε). Δηλαδή, είναι δυνατόν και με τη σκέψη σου, άνθρωπε, να συλλάβεις κάτι περί Θεού. Είναι δυνατό, εφόσον έχεις τις θείες Γραφές που φανερώνουν το Θεό. Και ακόμη πιο πολύ είναι τούτο δυνατό, αν έχεις καθαρίσει την καρδιά σου από σαρκικούς αμαρτωλούς λογισμούς, να προχωρήσεις πολύ στη γνώση του Θεού και οικείος να γίνεις του Θεού, σύμφωνα με τη βεβαίωση του ίδιου του Κυρίου «μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται» (Ματθ. στ΄ 8).
Τούτο το θέμα είναι από τα πιο δύσκολα και πρέπει να μπούμε κάπως στο νόημα αυτό, που λένε οι θεολόγοι με τη θεολογικοί γλώσσα, ότι ο Θεός είναιαυθύπαρκτος και άπειρος. Και αυθύπαρκτος θα πει πως ο Θεός υπάρχει μόνος του και από τον εαυτό του. Μερικοί απερίσκεπτοι ρωτούν· Ποιος τον έφτιαξε το Θεό; Αυτοί, αν σκέπτονταν πιο βαθιά και λογικά, θα καταλάβαιναν πως ο Θεός είναι το ανώτατο και απειροτέλειο Ον, που δεν έχει καμία εξάρτηση από άλλα όντα και δεν επιδέχεται καμία σύγκριση με εκείνα τα οποία εκείνος δημιούργησε, ενώ ο ίδιος υπάρχει από τον εαυτό του και μένει αναλλοίωτος και αμετάβλητος.Είναι ο ίδιος ο Θεός αρχή και αιτία της ύπαρξής του. Και τούτο θα πει άχρονος, χωρίς χρόνο και αρχή ύπαρξης, και αναίτιος, χωρίς να υπάρχει κάποιος πιο πάνω από εκείνον, που να είναι η αιτία της ύπαρξής του. Υπάρχει ο Θεός προαιωνίως και αϊδίως, αχρόνως και ατελευτήτως, χωρίς αρχή και χωρίς τέλος, επαναλαμβάνουμε, και μόνο από τον εαυτό του. Χριστιανέ, μη το πολυεξετάζεις τούτο, γιατί είναι μυστήριο ασύλληπτο για το μικρό και φτωχό μυαλό μας και ακατανόητο.
Αυτό σημαίνει το αυθύπαρκτος. Και το άπειρος. Και τούτο δεν μπορούμε να το εννοήσουμε. Διότι εμείς είμαστε πεπερασμένοι. Και πώς το πεπερασμένο να χωρέσει το άπειρο; Πώς ένα ποτήρι νερού να συμπεριλάβει τον ωκεανό, παρότι ούτε άπειρος ούτε ατέρμονος είναι ο ωκεανός, αλλά και ορισμένο νερό έχει και τέρμα επίσης έχει. Αλλά φέρνουμε την εικόνα αυτή προς κατανόηση του πράγματος. Αδύνατο λοιπόν. Αλλ’ έστω. Άπειρος θα πει ότι δεν περικλείεται σε ορισμένα όρια, δεν έχει καμιά έλλειψη, καμιά αδυναμία. Θα πει πως κατέχει κάθε τελειότητα στον άπειρο βαθμό. Όπως λέγει η θεία Γραφή· «τῆς μεγαλωσύνης αὐτοῦ οὐκ ἔστι πέρας», «καί τῆς συνέσεως αὐτοῦ οὐκ ἔστιν ἀριθμός». Ο Θεός είναι άπειρος! Δηλαδή τόσο μεγάλος, τόσο τέλειος, τόσο ισχυρός που όλοι εμείς, όλη η κτίση, είμαστε ένα μηδέν, ένα τίποτε εμπρός του.
Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός ονομάζει το Θεό τέλειο και υπερτέλειο και πρωτέλειο. Ο άγιος Κύριλλος, Πατριάρχης Ιεροσολύμων, για να παραστήσει πολύ ζωηρά την άπειρη τελειότητα του Θεού, λέγει· Ο Θεός είναι «τέλειος ἐν τῷ βλέπειν, τέλειος ἐν τῷ δύνασθαι, τέλειος ἐν μεγέθει, τέλειος ἐν προγνώσει, τέλειος ἐν ἀγαθωσύνῃ, τέλειος ἐν δικαιοσύνῃ, τέλειος ἐν φιλανθρωπίᾳ». Τέλειος στο να βλέπει. Τα βλέπει όλα, ενώ εμείς ελάχιστα. Τέλειος στη δύναμη, ενώ ο άνθρωπος είναι και για πολύ μικρά πράγματα αδύνατος και ανίκανος. Τέλειος και στο μέγεθος, μόνος ο Θεός αληθινά Μέγας. «Μέγας Κύριος καί αἰνετός σφόδρα», που λέγει ο Ψαλμωδός, ενώ εμείς μικροί, ελάχιστοι. Τέλειος στην πρόγνωση. Τα προβλέπει και τα γνωρίζει όλα προτού να γίνουν. Ενώ εμείς τίποτε δεν μπορούμε να προβλέψουμε. Τέλειος στην αγαθότητα, στη δικαιοσύνη, στη φιλανθρωπία, στην αρετή. Ενώ εμείς οι άνθρωποι έχουμε αρετή, εάν μας τη δώσει εκείνος. Είμαστε δίκαιοι και αγαθοί και φιλάνθρωποι, εάν ο Θεός μας κάνει τέτοιους. Διαφορετικά, από τον εαυτό μας δηλαδή, ναι, αλήθεια, είμαστε πονηροί, κακοί, αμαρτωλοί. Άγγελοι και άνθρωποι και όλοι οι ουράνιοι νόες, αν ενώσουν όλη τη σκέψη και όλη τη γνώση και σοφία τους, δε θα μπορέσουν να εννοήσουν, όχι την άπειρη τελειότητα του Θεού, αλλ’ ούτε και μία από τις τελειότητές του, ούτε και μέρος μικρό από αυτές.

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...