Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 03, 2014

Θεολογικὴ προσέγγιση τῶν διαπροσωπικῶν σχέσεων





Ὁ ὅρος διαπροσωπικὲς σχέσεις χρησιμοποιήθηκε ἀρχικὰ στὸν χῶρο τῆς Ψυχιατρικῆς καὶ τῆς Κοινωνικῆς ψυχολογίας, ἀλλὰ σύντομα καθιερώθηκε στὸν εὐρύτερο ἀκαδημαϊκὸ χῶρο καὶ στὴν θεολογικὴ ἐπιστήμη. Εἰδικότερα μάλιστα ἡ χρήση τοῦ ὅρου αὐτοῦ στὴν θεολογικὴ ἐπιστήμη διευκόλυνε τὸν διάλογό της μὲ τὶς ἄλλες ἐπιστῆμες, ἐνῶ ταυτόχρονα προσέδωσε σὲ αὐτὸν εὐρύτερο καὶ βαθύτερο περιεχόμενο.

Ὡς διαπροσωπικὲς χαρακτηρίζονται οἱ σχέσεις ποὺ πραγματοποιοῦνται μεταξὺ δύο ἢ περισσοτέρων προσώπων. Ἡ ἐπιστήμη ποὺ ἔχει ὡς ἀντικείμενό της τὴν ἔρευνα τῶν σχέσεων αὐτῶν εἶναι πρωτίστως ἡ Κοινωνικὴ ψυχολογία. Μὲ τὶς σχέσεις αὐτὲς ἀσχολεῖται βέβαια καὶ ἡ Κοινωνιολογία. Ἐνῶ ὅμως ἡ Κοινωνιολογία ὡς μὴ ἀξιολογικὴ ἐπιστήμη βλέπει στὶς διαπροσωπικὲς σχέσεις μόνο τοὺς κοινωνικοὺς ρόλους, χωρὶς νὰ ὑπεισέρχεται στὴν ψυχολογικὴ διάστασή τους, ἡ Κοινωνικὴ ψυχολογία προχωρεῖ στὴν διερεύνηση τῆς διαστάσεως αὐτῆς, ποὺ προσελκύει καὶ τὸ κύριο ἐνδιαφέρον της. Ἔτσι, ἂν σὲ κάποια κοινωνικὴ ὁμάδα ὅλα λειτουργοῦν ἁρμονικά, ἡ Κοινωνιολογία θὰ διαπιστώσει σωστὴ λειτουργία τῶν ρόλων της. Ἂν ὅμως ἡ ἁρμονία αὐτὴ ὀφείλεται σὲ ἀμοιβαῖο σεβασμὸ τῶν μελῶν της ἢ σὲ κάποια ἄλλη αἰτία, θὰ τὸ διερευνήσει ἡ Κοινωνικὴ ψυχολογία.

Ἡ ἀνάπτυξη διαπροσωπικῶν σχέσεων δὲν ἀποτελεῖ συμβατικὸ ἢ δευτερογενὲς στοιχεῖο τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς. Ὁ ἄνθρωπος, ποὺ εἶναι ἀπὸ τὴν φύση του κοινωνικὸ ὄν, ἀναπτύσσει αὐθόρμητα διαπροσωπικὲς καὶ κοινωνικὲς σχέσεις. Συνδέεται μὲ τὰ πρόσωπα ποὺ τὸν περιβάλλουν καὶ ἔρχεται σὲ κοινωνία μαζί τους. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ περιορισμὸς τοῦ ἐνδιαφέροντος τῆς ἐπιστημονικῆς ἔρευνας στὴν ἀτομικότητα ἢ τὴν ὑποκειμενικότητα, ποὺ ἦταν συνήθης στὴν νεωτερικότητα, ἀδικοῦσε καὶ παρερμήνευε ὄχι μόνο τὴν κοινωνικὴ ἀλλὰ καὶ τὴν ἀτομικὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου.

Ἐκτὸς ὅμως ἀπὸ τὴν ὁριζόντια κοινωνικότητά του ὁ ἄνθρωπος ἔχει καὶ τὴν κατακόρυφη κοινωνικότητα, ποὺ ἐκδηλώνεται ὡς θρησκευτικότητα. Ὄχι μόνο οἱ συνειδητὰ θρησκευόμενοι ἄνθρωποι, ἀλλὰ καὶ ὅσοι παρουσιάζονται ὡς θρησκευτικῶς ψυχροὶ ἢ ἀδιάφοροι ἔχουν πάντοτε κάποιο εἶδος θρησκευτικότητας, ποὺ ἐκδηλώνεται ὡς προσήλωση σὲ κάποια ἰδεολογία ἢ σὲ κάποια «προσωπικὴ» φιλοσοφία, ἢ ἀκόμα ὡς πίστη σὲ διάφορες προλήψεις καὶ προκαταλήψεις. Τὰ θρησκευτικὰ ὅμως αὐτὰ ὑποκατάστατα δημιουργοῦν συνήθως προβληματικὲς καταστάσεις καὶ φαλκιδεύουν τὴν κατακόρυφη κοινωνικότητα, ποὺ διευρύνει τὴν ἀνθρώπινη ἐλευθερία.

Ὁ ἄνθρωπος συγκροτεῖται καὶ ἀναπτύσσεται ὡς πρόσωπο στὸ πλαίσιο τῶν διαπροσωπικῶν σχέσεών του, ποὺ καλλιεργοῦνται μέσα στὴν οἰκογένεια, τὴν κοινωνία καὶ τὴν εὐρύτερη ἀνθρωπότητα. Ποτὲ κανεὶς δὲν ζεῖ μόνος του• πουθενὰ δὲν εἶναι ἄσχετος μὲ κάποιο περιβάλλον. Ἀκόμα καὶ ὁ πιὸ μοναχικὸς ἄνθρωπος, ὁ πιὸ ἀπόκοσμος ἐρημίτης δὲν ζεῖ τὴν ζωή του ὡς μοναδικὸς κάτοικος τῆς γῆς. Καὶ μόνη ἡ εὐτυχία ἢ ἡ πικρία ποὺ αἰσθάνεται γιὰ τὴν μοναξιὰ του ἀποτελεῖ ἕναν τρόπο ἀνταποκρίσεως, μία θετικὴ ἢ ἀρνητικὴ τοποθέτηση ἀπέναντι στὸν κόσμο. Μὲ ἄλλα λόγια ὁποιαδήποτε ἀποστασιοποίηση τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸ περιβάλλον του εἶναι καὶ παραμένει πάντοτε σχετική. Γι’ αὐτὸ σὲ κάθε περίπτωση ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ ἐξετάζεται μέσα στὸ πλαίσιο τοῦ περιβάλλοντός του, τῶν γονιῶν του, τῶν συγγενῶν του, τοῦ κόσμου του καὶ τοῦ συνόλου τῶν σχέσεων καὶ ἀλληλεξαρτήσεών του.

Στὴν καθημερινὴ ζωὴ οἱ διαπροσωπικὲς σχέσεις τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἄλλωστε καὶ εὐρύτερα οἱ κοινωνικὲς ἀλλὰ καὶ οἱ θρησκευτικὲς ἀκόμα σχέσεις τους, κινοῦνται σὲ φυσικὸ καὶ συναισθηματικὸ ἐπίπεδο μὲ διάφορες παραλλαγὲς καὶ ἀποχρώσεις. Ἔτσι ἔχουμε τὶς διαπροσωπικὲς σχέσεις τῶν γονιῶν μὲ τὰ παιδιά τους, τῶν παιδιῶν μεταξύ τους, τῶν συγγενῶν, τῶν φίλων, τῶν συμμαθητῶν, τῶν συνεργατῶν, τῶν συμπατριωτῶν κ.τ.λ.

Ἀφετηρία γιὰ τὴν ἀνάπτυξη τῶν σχέσεων αὐτῶν εἶναι ἡ ἴδια ἡ ἀνθρώπινη φύση μὲ τὴν ἔμφυτη κοινωνικότητά της. Εἰδικότερα εἶναι ἡ ἔμφυτη ἀγάπη, ποὺ ὑπάρχει στὸν κάθε ἄνθρωπο ὡς «σπερματικὸς λόγος»[1]. Βέβαια ἡ ἀγάπη αὐτὴ δὲν εἶναι σὲ ὅλους ἡ ἴδια• δὲν ἀναπτύσσεται μὲ τὸν ἴδιο ρυθμὸ οὔτε φθάνει πάντοτε στὸ ἴδιο ἐπίπεδο. Ὅσο περισσότερο καλλιεργεῖται καὶ ἐνισχύεται ἡ ἀγάπη, τόσο περισσότερο εὐρύνεται ἡ συνείδηση τοῦ ἀνθρώπου καὶ γίνονται λεπτότερες οἱ σχέσεις του μὲ τοὺς ἄλλους. Ἔτσι, ἐκτὸς ἀπὸ τὶς παθολογικὲς ἐκεῖνες καταστάσεις ποὺ ἐγκλωβίζουν τὸν ἄνθρωπο στὸν ἑαυτό του, ὑπάρχει καὶ ἕνα ὁλόκληρο φάσμα φυσιολογικῶν καταστάσεων, στὶς ὁποῖες ὁ ἄνθρωπος εἶναι λιγότερο ἢ περισσότερο περιορισμένος στὸν ἑαυτό του καὶ ἀνοικτὸς στοὺς ἄλλους.

Ἡ φύση τῶν διαπροσωπικῶν σχέσεων ἐξαρτᾶται πρωτίστως ἀπὸ τὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου καὶ ὄχι ἀπὸ τὰ ἐξωτερικὰ σχήματα καὶ τοὺς κοινωνικοὺς τύπους. Στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου σχηματίζονται οἱ σκέψεις ποὺ πραγματοποιοῦνται μὲ ἐνέργειες καὶ πράξεις[2]. Αὐτὸ βέβαια δὲν σημαίνει ὅτι ὅλα γίνονται ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὰ ἐξωτερικὰ σχήματα καὶ τοὺς κοινωνικοὺς τύπους ἢ ὅτι αὐτὰ δὲν χρειάζονται ἢ δὲν πρέπει νὰ λαμβάνονται ὑπόψη. Ὅλα ὅμως αὐτὰ στεροῦνται πραγματικοῦ νοήματος, ὅταν δὲν συνδέονται μὲ τὸν ἐσωτερικὸ κόσμο τοῦ ἀνθρώπου, μὲ τὴν καρδιά του. Γι’αὐτὸ ἡ καλλιέργεια, ὅπως καὶ ἡ ἐξύψωση τῶν διαπροσωπικῶν σχέσεων, πρέπει νὰ ξεκινᾶ ἀπὸ τὸν ἔσω ἄνθρωπο.

Ποιὰ ὅμως εἶναι ἡ δεοντολογία, μὲ τὴν ὁποία μποροῦν νὰ οἰκοδομηθοῦν οἱ σωστὲς διαπροσωπικὲς σχέσεις τῶν ἀνθρώπων; Ἡ δεοντολογία αὐτὴ στὴν Ἁγία Γραφὴ διατυπώνεται καὶ προβάλλεται μὲ τὴν διπλὴ ἐντολὴ τῆς ἀγάπης: «Ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐν ὅλῃ τῇ καρδίᾳ σου καὶ ἐν ὅλη τῇ ψυχῇ σου καὶ ἐν ὅλῃ τῇ διανοίᾳ σου. Αὕτη ἐστι πρώτη καὶ μεγάλη ἐντολή. Δευτέρα δὲ ὁμοία αὕτη• ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτὸν»[3].

Ὅπως γίνεται φανερό, ἡ δεοντολογία αὐτὴ δὲν ἔχει θεωρητικὴ ἀλλὰ ὀντολογικὴ βάση. Δὲν στηρίζεται δηλαδὴ σὲ θεωρητικὲς ἀρχὲς οὔτε ἀπαρτίζεται ἀπὸ ἀπρόσωπους κανόνες, ἀλλὰ συνδέεται ἄμεσα μὲ τὴν ἀρχὴ τοῦ εἶναι, τὸν Θεό, καὶ ἀποκαλύπτεται μὲ προσωπικὲς σχέσεις. Ἡ βάση τῆς δεοντολογίας αὐτῆς εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεός, ποὺ ἀποτελεῖ καὶ τὸ ἀρχέτυπο τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἡ βάση τῆς δεοντολογίας τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου βρίσκεται στὴν ὀντολογία τῆς δημιουργίας του καὶ τῆς ὑπάρξεώς του[4]. Ὁ ἄνθρωπος ἐντέλλεται νὰ ἀγαπήσει τὸν ἄπειρο Θεό, γιατί ἀπὸ αὐτὸν δημιουργήθηκε καὶ αὐτὸν εἰκονίζει. Καλεῖται δηλαδὴ νὰ στρέψει τὸν ἑαυτό του στὴν αἰτία καὶ τὸ πρότυπο τῆς ὑπάρξεώς του. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι καλεῖται σὲ μία διαρκῆ πρὸς τὰ ἄνω ἐπέκταση. Καὶ ἡ κατακόρυφη αὐτὴ ἐπέκταση πρέπει νὰ συμβαδίζει μὲ τὴν ὁριζόντια πλάτυνσή του• μὲ τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον. Χωρὶς τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον παραμένει ἀόριστη καὶ ἀπροσδιόριστη. Ἀλλὰ καὶ χωρὶς τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ παραμένει μετέωρη καὶ ψεύτικη.

Ποιὰ ὅμως εἶναι ἡ φύση τῆς ἀγάπης αὐτῆς ποῦ καλεῖται νὰ καλλιεργήσει ὁ ἄνθρωπος; Ἡ χριστιανικὴ ἀπάντηση στὸ ἐρώτημα αὐτὸ εἶναι σαφής. Ἀγάπη εἶναι ὁ Τριαδικὸς Θεός: «Ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστὶ»[5]. Καὶ ὁ Θεὸς εἶναι ἀγάπη ὡς ὁμοούσια καὶ ἀδιαίρετη Τριάδα προσώπων. Τὰ τρία πρόσωπα εἶναι ὁ ἕνας Θεός. Καὶ ὁ ἕνας Θεὸς εἶναι τρία πρόσωπα: Πατήρ, Υἱὸς καὶ Ἅγιο Πνεῦμα. Ὁ Πατὴρ ἀγαπᾶ τὸν Υἱὸ καὶ προσφέρει σὲ αὐτὸν τὰ πάντα. Καὶ ὁ Υἱὸς ἀγαπᾶ τὸν Πατέρα καὶ ἀνταποδίδει σὲ αὐτὸν τὰ πάντα. Τέλος τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ποὺ ἐκπορεύεται ἀπὸ τὸν Πατέρα, εἶναι κοινὸ στὸν Υἱὸ καὶ τὸν Πατέρα. Τὰ τρία πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος εἶναι ἐντελῶς ἀνοικτὰ μεταξύ τους• στὸ κάθε πρόσωπο ὑπάρχουν καὶ τὰ δύο ἄλλα, ἀλληλοπεριχωροῦνται. Ἡ ἀσύλληπτη αὐτὴ ἑνότητα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ μὲ τὴν ὁμοούσια φύση καὶ τὴν πλήρη περιχώρηση τῶν προσώπων ἐκφράζει τὸν χαρακτήρα τῶν διαπροσωπικῶν σχέσεων στὸ ἐπίπεδο τῆς θεολογίας, ποὺ προβάλλει ὡς ὕψιστο ἰδεῶδες γιὰ τὶς διαπροσωπικὲς σχέσεις τῶν ἀνθρώπων.

Γιὰ νὰ μάθει λοιπὸν ὁ ἄνθρωπος τὴν πραγματικὴ ἀγάπη καὶ νὰ προχωρήσει πρὸς τὶς αὐθεντικὲς καὶ σωστὲς διαπροσωπικὲς σχέσεις, πρέπει νὰ γνωρίσει τὸν Τριαδικὸ Θεό. Καὶ ἐπειδὴ ἡ γνώση κάποιου πράγματος γίνεται μὲ τὴν συμπερίληψή του στὴν προσωπικὴ ζωὴ αὐτοῦ ποὺ τὸ γνωρίζει, ἕπεται ὅτι καὶ ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ γίνεται μὲ τὴν συμπερίληψή του στὴν προσωπικὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου. Πῶς ὅμως μπορεῖ γίνει αὐτό, ὅταν ὁ Θεὸς εἶναι ὑπερβατικὸς καὶ ἀπρόσιτος;

Ὁ ὑπερβατικὸς καὶ ἀπρόσιτος κατὰ τὴν οὐσία του Θεὸς γνωρίζεται μέσα στὸν κόσμο μὲ τὶς ἐνέργειές του. Οἱ ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ ἀποκαλύπτουν τὸν ἴδιο τὸν Θεό. Καὶ οἱ ἐνέργειες, μὲ τὶς ὁποῖες γίνεται γνωστὸς ὁ Θεὸς στὸν κόσμο, εἶναι οἱ θεοφάνειες καὶ οἱ ἐντολές του. Οἱ ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ ἐκφράζουν τὸ εἶναι του, τὸ ἦθος του, τὴν ἀγάπη του. Ὅποιος τηρεῖ τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ, γνωρίζει τὸν Θεό: «Ἐν τούτῳ γινώσκομεν ὅτι ἐγνώκαμεν αὐτόν, ἐὰν τὰς ἐντολὰς αὐτοῦ τηρῶμεν. Ὁ λέγων, ἔγνωκα αὐτόν, καὶ τὰς ἐντολὰς αὐτοῦ μὴ τηρῶν, ψεύστης ἐστι, καὶ ἐν τούτῳ ἡ ἀλήθεια οὐκ ἔστιν»[6].

Οἱ ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ ποὺ ἀποκαλύφθηκαν στὸν ἄνθρωπο «πολυμερῶς καὶ πολυτρόπως»[7] φανερώθηκαν μὲ τὸν πληρέστερο τρόπο στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Ἐπιπλέον ὁ Χριστός, ὡς «εἰκὼν τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀοράτου»[8], εἶναι τὸ πρότυπο τῆς κατασκευῆς τοῦ ἀνθρώπου. Στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ καὶ μὲ τὴν τήρηση τῶν ἐντολῶν του γνωρίζει ὁ ἄνθρωπος τὸν Θεὸ τῆς ἀγάπης καὶ βρίσκει τὸ πραγματικὸ νόημα τῆς ζωῆς καὶ τῆς ὑπάρξεώς του. Ἡ ἀλήθεια γιὰ τὸν ἄνθρωπο συμπυκνώνεται στὴν ἀλήθεια γιὰ τὸν Τριαδικὸ Θεό. Καὶ ἡ ἀλήθεια γιὰ τὸν Τριαδικὸ Θεὸ διατυπώνεται στὸ Τριαδικὸ δόγμα.

Πολλοὶ νομίζουν ὅτι τὸ Τριαδικὸ δόγμα ἀφορᾶ μόνο τοὺς θεολόγους καὶ θεωροῦν ἀνώφελη τὴν γνώση του, καὶ πολὺ περισσότερο τὴν ἐγγύτερη ἐξέτασή του. Ἀλλὰ ἀκόμα καὶ πολλοὶ θεολόγοι σήμερα δὲν ἀποδίδουν στὸ δόγμα αὐτὸ τὴν βαρύτητα ποὺ ἔχει καὶ δὲν ἐνδιαφέρονται πραγματικὰ γιὰ τὸ βαθύτατο νόημά του. Ἔτσι ὅμως δημιουργεῖται τεράστιο κενὸ στὸ περιεχόμενο τῆς χριστιανικῆς πίστεως μὲ καταλυτικὲς ἐπιπτώσεις στὴν χριστιανικὴ ἀνθρωπολογία καὶ ἠθική. Εἰδικότερα μάλιστα γιὰ τὸ θέμα τῶν διαπροσωπικῶν σχέσεων καὶ τὴν ἐν κοινωνίᾳ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων ἡ σπουδαιότητα τοῦ δόγματος αὐτοῦ εἶναι πρωταρχική. Θὰ μποροῦσε νὰ λεχθεῖ ὅτι τὸ Τριαδικὸ δόγμα προβάλλει τὸ χριστιανικὸ ἰδεῶδες γιὰ τὸν ὀρθὸ προσανατολισμὸ καὶ τὴν σωστὴ ἀνάπτυξη τοῦ προσώπου καὶ τῶν διαπροσωπικῶν σχέσεων τοῦ ἀνθρώπου.

Στὴν Ἁγία Τριάδα μόνο τὰ ὑποστατικὰ ἰδιώματα, ποὺ χαρακτηρίζουν τὴν προσωπικὴ ἑτερότητα τῶν τριῶν ὑποστάσεων, παραμένουν ἀκοινώνητα. Ὁ Πατέρας εἶναι ἀγέννητος, ὁ Υἱὸς γεννητὸς καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἐκπορευτό. Ὅλα τὰ ἄλλα στὴν Ἁγία Τριάδα εἶναι κοινά. Ὅπως παρατηρεῖ ὁ Μ. Βασίλειος, δὲν μπορεῖ κανεὶς μὲ κανένα τρόπο νὰ ἐπινοήσει τομὴ ἢ διαίρεση καὶ νὰ ἐννοήσει τὸν Υἱὸ χωρὶς τὸν Πατέρα ἢ νὰ χωρίσει τὸ Πνεῦμα ἀπὸ τὸν Υἱό. Ἡ κοινωνία τῶν προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος εἶναι ἄρρητη καὶ ἀκατανόητη, ὅπως ἐπίσης καὶ ἡ διάκρισή τους[9]. Κανένα ἀπὸ τὰ τρία πρόσωπα δὲν εἶναι ἀναγώγιμο στὴν θεία οὐσία ἢ τὴν θεία ἐνέργεια[10]. Ἀλλὰ καὶ τὸ καθένα ἀπὸ αὐτὰ ἔχει ὅλη τὴν θεία οὐσία καὶ τὴν θεία ἐνέργεια.

Ἡ ἀλήθεια τοῦ Τριαδικοῦ δόγματος ἔχει κεφαλαιώδη θεολογικὴ καὶ ἀνθρωπολογικὴ σπουδαιότητα. Κάθε παραλλαγὴ τῆς ἀλήθειας αὐτῆς προσβάλλει ὄχι μόνο τὴν ἀκρίβεια τῆς χριστιανικῆς θεολογίας ἀλλὰ καὶ τὴν φύση τῆς χριστιανικῆς ἀνθρωπολογίας καὶ ἠθικῆς.Ἔτσι ἡ προσθήκη τοῦ Filioque στὸ Σύμβολο τῆς πίστεως, ποὺ μαρτυρεῖ διάθεση ὑπαγωγῆς τοῦ προσώπου στὴν οὐσία, τοῦ προσωπικοῦ στὸ γενικό, δὲν ἐπηρέασε μόνο τὴν θεολογία, ἀλλὰ ἀποτυπώθηκε καὶ στὸ ἐπίπεδο τῆς ἀνθρωπολογίας καὶ τῆς ἠθικῆς τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου τῆς Δύσεως.

Βέβαια ἡ ἁπλὴ διαπίστωση τῆς σπουδαιότητας τοῦ δόγματος γιὰ τὴν προσωπικὴ καὶ τὴν κοινωνικὴ ζωὴ τῶν πιστῶν στερεῖται νοήματος. Χωρὶς νόημα παραμένει καὶ ἡ τυπικὴ διατήρηση τοῦ δόγματος, ὅταν αὐτὸ δὲν συνδέεται μὲ τὴν καθημερινὴ πράξη καὶ ζωή. Τέλος, ὄχι μόνο χωρὶς νόημα, ἀλλὰ καὶ μεμπτὴ ὡς ὑποκριτική, καθίσταται ἡ τάση ποὺ καυτηριάζει τὶς ἀποκλίσεις τῶν δυτικῶν ἀπὸ τὴν καθιερωμένη ὀρθόδοξη πράξη καὶ ζωή, οἱ ὁποῖες ὅμως εἰσχώρησαν στὸ μεταξὺ καὶ διαδόθηκαν στὸν ὀρθόδοξο κόσμο. Αὐτὸ ἰσχύει ἄλλωστε στὴν πράξη καὶ γιὰ τὴν ὑπαγωγὴ τοῦ προσωπικοῦ στὸ γενικό. Ὅταν τὸ δόγμα ἀγνοεῖται ἢ ἀποσυνδέεται ἀπὸ τὴν ζωή, καὶ ὅταν στὴν θέση τοῦ αὐτοελέγχου καὶ τῆς αὐτοκριτικῆς παρουσιάζεται ὁ ἔλεγχος καὶ ἡ κατάκριση τῶν ἄλλων, τότε φαλκιδεύονται ὄχι μόνο οἱ διαπροσωπικὲς σχέσεις ἀλλὰ καὶ ὅλες οἱ πλευρὲς τῆς χριστιανικῆς ζωῆς.

Ὁ «κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσιν» Θεοῦ πλασμένος ἄνθρωπος κλήθηκε νὰ βαδίσει πρὸς τὴν τελειότητα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Καὶ αὐτὴν τὴν τελειότητα μυσταγωγεῖ ἡ ἀνταπόκριση τοῦ ἀνθρώπου στὴν πρόσκληση τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶναι ἀγάπη καὶ ἀπευθύνεται πρὸς αὐτὸν μὲ τὴν διπλὴ ἐντολὴ τῆς ἀγάπης. Αὐτὴν τὴν τελειότητα ζητεῖ καὶ ὁ Χριστὸς μὲ τὴν προσευχή του πρὸς τὸν Θεὸ καὶ Πατέρα: «Ἵνα πάντες ἓν ὦσι, καθὼς σύ, Πάτερ, ἐν ἐμοὶ καγὼ ἐν σοί»[11].

Μὲ τὴν τήρηση τῆς ἐντολῆς τῆς ἀγάπης ἀναδεικνύεται σὲ ἠθικὸ ἐπίπεδο ἡ ὁμοουσιότητα τῶν ἀνθρώπων. Ἡ ὀντολογικὴ ὅμως ἀποκατάσταση τῆς ὁμοουσιότητας αὐτῆς, ποὺ εἶναι ἀπαραίτητη γιὰ τὴν ἀνάδειξή της στὸ ἠθικὸ ἐπίπεδο, δὲν εἶναι δυνατή, ὅσο παραμένει διασπασμένη ἀπὸ τὴν ἁμαρτία ἡ ἀνθρώπινη φύση. Ἐδῶ προβάλλει καὶ τὸ αἴτημα γιὰ τὴν σωτηρία, δηλαδὴ γιὰ τὴν διάσωση τῆς ἀκεραιότητας καὶ τὴν ἀνακαίνιση τῆς ἀνθρώπινης φύσεως.

Ἡ ἀνακαίνιση αὐτὴ προσφέρεται ἀπὸ τὸν Χριστό, ποὺ γεννήθηκε «ἐκ Πνεύματος ἁγίου καὶ Μαρίας τῆς Παρθένου» καὶ δημιούργησε ἔτσι τὸν καινὸ ἄνθρωπο. Τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἐπεκτείνεται μέσα στὴν ἱστορία μὲ τὴν Ἐκκλησία του, εἶναι τὸ θεμέλιο τῆς καινῆς κτίσεως καὶ τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς ὁμοουσιότητας τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Αὐτὸ προσφέρεται ὡς δῶρο σὲ ὅλους τοὺς πιστούς, αὐτὸ κοινωνοῦν καὶ μέσα σὲ αὐτὸ ξανακερδίζουν τὴν ὁμοουσιότητά τους. Ἔτσι μὲ τὴν παρουσία τοῦ Χριστοῦ ἔχουμε τὴν δημιουργία τῆς καινῆς κτίσεως: «Εἴ τις ἐν Χριστῷ καινὴ κτίσις»[12]. Ἡ καινὴ αὐτὴ κτίση δὲν ἀποκαλύπτεται κατὰ τὴν παροῦσα ζωὴ ὡς ἀνακαίνιση τοῦ ἐξωτερικοῦ κόσμου, ἀλλὰ ὡς ἐσωτερικὴ ἀνακαίνιση τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἀλλαγὴ τῆς σχέσεώς του μὲ αὐτόν. Καὶ στὸν βαθμὸ ποὺ ζεῖ ὁ ἄνθρωπος τὴν ἐσωτερικὴ αὐτὴ ἀνακαίνιση, διακρίνει καὶ τὴν ἐσχατολογικὴ ἀνακαίνιση, τὴν ἀνακαίνιση σὲ ὅλη τὴν κτίση.

Ὁ Χριστὸς μεταδίδει τὴν σωτήρια καὶ ἀνακαινιστικὴ χάρη του ὄχι μόνο στὴν φύση ἀλλὰ καὶ στὴν ὑπόσταση τοῦ κάθε ἀνθρώπου[13]. Μὲ τὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, μὲ τὶς ἐντολὲς καὶ τὴν διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ διαγράφεται τὸ «πρόγραμμα», ποὺ καλεῖται νὰ ἀκολουθήσει ὁ ἄνθρωπος, γιὰ νὰ ἐνεργοποιήσει τὴν πανανθρώπινη ὁμοουσιότητα. Ἡ ἐνεργοποίηση αὐτὴ προβάλλει στὸν πιστὸ ὡς ἔργο ζωῆς. Μὲ κάθε σκέψη καὶ κάθε πράξη, μὲ τὸ ὅλο φρόνημα καὶ τὴν ὅλη ζωὴ του ὁ πιστὸς καλεῖται νὰ φανερώσει τὴν ἀλήθεια τῆς ἐντάξεώς του στὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ• καλεῖται νὰ φανερώσει τὴν οἰκείωση καὶ τὴν ἀφομοίωση τῆς θείας ἀγάπης στὸ ὀστράκινο σκεῦος του.

Βέβαια ποτὲ ἡ ἀγάπη τοῦ ἀνθρώπου δὲν μπορεῖ νὰ φτάσει τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Καὶ ποτὲ τὸ ἄνοιγμα τοῦ προσώπου του πρὸς τοὺς ἄλλους δὲν μπορεῖ νὰ φτάσει στὸν βαθμὸ τοῦ ἀνοίγματος τῶν προσώπων τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ ὅμως δὲν σημαίνει ὅτι ἡ ἀγάπη καὶ ἡ κοινωνία τῶν προσώπων τῶν Χριστιανῶν δὲν πρέπει νὰ καλλιεργοῦνται μὲ πρότυπο τὴν ἀγάπη καὶ τὴν κοινωνία τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ.Τὸ ἔργο αὐτὸ δὲν εἶναι εὔκολο, γιατί ἀπαιτεῖ τὴν πλήρη αὐταπάρνηση καὶ αὐτοπροσφορὰ τοῦ ἀνθρώπου στὸν Θεὸ καὶ τὸν πλησίον. Εἶναι ἔργο πίστεως ποὺ πραγματοποιεῖται μὲ τὴν ἄρση τοῦ σταυροῦ καὶ τὴν ὅδευση τῆς στενῆς καὶ τεθλιμμένης ὁδοῦ ποὺ ὁδηγεῖ στὴν ὄντως ζωή.

Ἡ ἀνακαίνιση λοιπὸν ποὺ προσφέρει ὁ Χριστὸς στὸν κόσμο συντελεῖται: α) μὲ τὴν ὀντολογικὴ ἀποκατάσταση τῆς ὁμοουσιότητας τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, ποὺ πραγματοποιήθηκε μὲ τὴν πρόσληψή της ἀπὸ τὸν Θεὸ Λόγο, καὶ β) μὲ τὴν οἰκείωση τῆς ὁμοουσιότητας αὐτῆς ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, ποὺ πραγματοποιεῖται μὲ τὴν πίστη, τὴν κοινωνία τῶν μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας, τὴν ὑπακοὴ στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν τήρηση τῶν ἐντολῶν του· πρωτίστως βέβαια τῆς ἐντολῆς τῆς διπλῆς ἀγάπης στὴν καθημερινὴ ζωή.

Τὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας ἀποκαθιστοῦν τὸν ἄνθρωπο στὴν ὀντολογική του ὁμοουσιότητα μὲ τοὺς συνανθρώπους του, ποὺ ἔρχεται μετὰ τὴν προπατορικὴ πτώση ὡς δῶρο τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ βιώνεται μέσα στὴν Ἐκκλησία. Οἱ πιστοὶ μὲ τὴν χάρη αὐτὴ ἀποκτοῦν τὴν δυνατότητα νὰ ἐνεργοποιήσουν τὴν μυστηριακὴ ὁμοουσιότητα στὸ ἠθικὸ ἐπίπεδο μεταφράζοντας τὶς ἐντολὲς σὲ τρόπους ζωῆς. Καὶ στὸ στάδιο ὅμως αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ λησμονεῖται ὁ ἐκκλησιολογικὸς καὶ χαρισματικὸς χαρακτήρας τῆς ἀνακαινίσεως. Αὐτὸ ἄλλωστε ὑποδηλώνεται ἐξαρχῆς μὲ τὰ μυστήρια ποὺ εἰσάγουν τὸν ἄνθρωπο στὴν Ἐκκλησία, τὸ Βάπτισμα, τὸ Χρίσμα καὶ τὴν θεία Εὐχαριστία, τὰ ὁποία ἐμπεριέχουν συμβολικὰ καὶ τὸ «πρόγραμμα» τῆς χριστιανικῆς ζωῆς.

Ὅπως εἶναι γνωστό, οἱ πρῶτοι χριστιανοὶ τῶν Ἱεροσολύμων ἐπιδίωξαν τὴν ἑνότητά τους μὲ τὴν ἀποταγὴ ὅλων τῶν ὑπαρχόντων τους καὶ τὴν ἐλεύθερη προσφορά τους γιὰ κοινὴ χρήση: «Οὐδὲ εἷς τι τῶν ὑπαρχόντων αὐτῶ ἔλεγεν ἴδιον εἶναι, ἀλλ’ ἦν αὐτοῖς ἅπαντα κοινὰ»[14]. Ἡ κοινοκτημοσύνη ὅμως αὐτή, ποὺ ἀφοροῦσε μόνο τὴν κατανάλωση ἀγαθῶν, ἐκδηλώθηκε ὡς χαρισματικὸ φαινόμενο, ποὺ δὲν προσέλαβε θεσμικὴ μορφή. Γι’αὐτὸ ἄλλωστε δὲν ἦταν δυνατὸ νὰ διατηρηθεῖ διαχρονικὰ καὶ καταργήθηκε. Τὴν διαχρονικὴ διατήρηση τῆς κοινοκτημοσύνης κατέστησε δυνατὴ ἀκολούθως ὁ θεσμὸς τοῦ μοναχισμοῦ ποὺ προβλέπει ὄχι μόνο κατανάλωση ἀλλὰ καὶ παραγωγὴ ἀγαθῶν. Στὸν μοναχισμὸ καθιερώνεται μαζὶ μὲ τὴν ἀποταγὴ τῆς ἀτομικῆς ἰδιοκτησίας καὶ ἡ ἀποταγὴ τοῦ ἀτομικοῦ θελήματος. Ἔτσι αἴρεται εὐρύτερα ἡ αἰτία τῆς διασπάσεως καὶ γίνεται δυνατὴ ἡ ἑνότητα τῶν μελῶν τῆς κοινότητας.

Βέβαια καὶ ὁ μοναχικὸς θεσμὸς ἔχει τὴν κοσμική του διάσταση μὲ τὴν κοινὴ περιουσία, τὴν κατοικία, τὰ διακονήματα κ.τ.λ., ποὺ εἶναι ἀπαραίτητα γιὰ τὴν ἐπιβίωση τῶν μοναχῶν. Ἐδῶ ὅμως ὅλα αὐτὰ ρυθμίζονται μὲ ἄξονα τὴν κατακόρυφη κοινωνικότητα, δηλαδὴ τὴν κοινωνία μὲ τὸν Θεό. Ὁ πρῶτος ἄλλωστε σκοπὸς τοῦ μοναχισμοῦ εἶναι ἡ τήρηση τῆς πρώτης καὶ μεγάλης ἐντολῆς, τῆς ἐντολῆς τῆς ἀγάπης πρὸς τὸν Θεό. Αὐτὴ ὄχι μόνο δὲν ἀλλοτριώνει τὴν φύση τῶν διαπροσωπικῶν σχέσεων τῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ ἀντιθέτως τὶς τοποθετεῖ στὴν ὀντολογική τους βάση καὶ προοπτική.Ἔτσι ἡ ὁριζόντια κοινωνικότητα προβάλλεται σὲ ὑψηλότερο πνευματικὸ ἐπίπεδο καὶ εὐρύνεται ἀπεριόριστα: «Μοναχὸς ἐστιν ὁ πάντων χωρισθεὶς καὶ πᾶσι συνηρμοσμένος»[15].

Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι στὸν Χριστιανισμὸ ἡ ὕπαρξη τῆς ἀγάπης στὶς διαπροσωπικὲς σχέσεις προβάλλεται ὡς μαρτυρία τῆς νίκης ἐναντίον τοῦ θανάτου καὶ τῆς μετοχῆς στὴν ἀληθινὴ ζωὴ[16]. Καὶ ὁ ὀρθόδοξος μοναχισμὸς συνδέει τὴν ταυτότητά του μὲ τὴν βίωση τῆς ἀγάπης στὶς διαπροσωπικὲς σχέσεις: «Εἶδες τὸν ἀδελφόν σου, εἶδες Κύριον τὸν Θεόν σου»[17]. Ἤ, ὅπως γράφει ὁ ἅγιος Σιλουανός, «ὁ ἀδελφός μας εἶναι ἡ ζωή μας…ἡ χάρη ἔρχεται μὲ τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν ἀδελφὸ καὶ μὲ τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν ἀδελφὸ διατηρεῖται»[18]. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ ἐκκοσμίκευση τοῦ μοναχισμοῦ ἢ ἡ θεολογικὴ ἀλλοτρίωσή του ἀποστερεῖ καὶ τὴν κοσμικὴ κοινωνία ἀπὸ τὴν παρουσία κέντρων ἀναφορᾶς, ὅπου ἐπιχειρεῖται ἡ ἰδεώδης μορφὴ ἀναπτύξεως τῶν διαπροσωπικῶν σχέσεων.

Ἡ παρουσία τοῦ μοναχισμοῦ προσφέρει ἄφθονα στοιχεῖα γιὰ τὴν ἀνάπτυξη σωστῶν διαπροσωπικῶν σχέσεων στὴν καθημερινὴ ζωὴ τοῦ κόσμου. Ἡ παραίτηση ἀπὸ τὸ ἀτομικὸ θέλημα καὶ ἡ φροντίδα γιὰ τοὺς ἄλλους, ὁ παραμερισμὸς τοῦ ἀτομικοῦ συμφέροντος γιὰ τὴν ἐξυπηρέτηση τοῦ πλησίον, ἡ εἰλικρίνεια καὶ ἡ φιλαλήθεια στὶς καθημερινὲς σχέσεις, ἡ ἀποφυγὴ τῆς κατακρίσεως ἢ καὶ αὐτῆς ἀκόμα τῆς κρίσεως τῶν ἄλλων, ἡ θεώρηση τοῦ πλησίον ὡς ἀδελφοῦ, ὅπως καὶ πολλὰ ἄλλα ποὺ συνιστοῦν βασικὲς θέσεις τοῦ ὀρθόδοξου μοναχισμοῦ, ἐξευγενίζουν καὶ ἐξυψώνουν οὐσιαστικὰ τὶς διαπροσωπικὲς σχέσεις τῶν ἀνθρώπων.

Τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας, ὡς μέλη ἀλλήλων, εἶναι συνεργάτες καὶ συνυπεύθυνοι γιὰ ὁλόκληρο τὸ σῶμα. Ἄλλωστε αὐτὸ τὸ αἴσθημα ὑπαγορεύει καὶ ἡ ὁμοουσιότητα τῶν ἀνθρώπων. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ συμπεριφορὰ πρὸς τὸν πλησίον, ἡ στήριξή του, ἡ συμμετοχὴ στὸν πόνο καὶ τὴν χαρά του, ἡ ἀποφυγὴ τῆς προσβολῆς ἢ τοῦ σκανδαλισμοῦ του ἀποτελοῦν βασικὲς ὑποχρεώσεις γιὰ τὸν πιστό. Ἡ ἀνακαίνιση τοῦ ἀνθρώπου δὲν εἶναι ἀτομικὸ ἀλλὰ συλλογικὸ ἔργο, ποὺ πραγματοποιεῖται μὲ τὴν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Οἱ διαπροσωπικὲς σχέσεις δὲν ἀνήκουν στὸ περιθώριο ἀλλὰ στὸ ἐπίκεντρο τῆς χριστιανικῆς ζωῆς.

Ἐκφραστικὸ γιὰ τὸ θέμα αὐτὸ εἶναι τὸ αἴτημα ποὺ ἀπευθύνεται κατὰ τὴν Θεία Λειτουργία, λίγο πρὶν ἀπὸ τὴν Θεία Κοινωνία: «Τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως καὶ τὴν κοινωνίαν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος αἰτησάμενοι, ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους καὶ πάσαν τὴν ζωὴν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα»[19]. Ὁ Χριστιανὸς δὲν φροντίζει μόνο γιὰ τὴν προσωπικὴ προσαγωγή του στὸν Θεό, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν στήριξη τοῦ πλησίον νὰ πλησιάσει τὸν κοινὸ Πατέρα. Καὶ ἡ φροντίδα αὐτὴ δὲν ἀποτελεῖ δευτερεῦον ἀλλὰ κύριο ἔργο ποὺ ἐκφράζει τὴν ταυτότητά του ὡς μέλους τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὸ τὸ νόημα ἔχει καὶ ἡ προτροπὴ ποὺ ἀπευθύνει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος πρὸς τοὺς πιστούς: «Μηδεὶς τὸ ἑαυτοῦ ζητείτω, ἀλλὰ τὸ τοῦ ἑτέρου ἕκαστος»[20].

Ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἐντολὴ τῆς ἀγάπης ὑπάρχει καὶ ὁ λεγόμενος χρυσὸς κανόνας τῆς χριστιανικῆς ἠθικῆς: «Πάντα ὅσα ἂν θέλητε ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, οὕτω καὶ ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς»[21]. Ἐδῶ καλεῖται ὁ ἄνθρωπος νὰ μεταφέρει τὸν ἑαυτό του στὴν θέση τοῦ ἄλλου καὶ νὰ ἐνεργήσει ἀπέναντί του ἔτσι, ὅπως θὰ ἤθελε νὰ ἐνεργήσουν οἱ ἄλλοι ἀπέναντι σὲ αὐτόν. Ὁ κανόνας αὐτὸς προσφέρει στὸν καθένα τὸ ἀσφαλέστερο πρακτικὸ μέτρο σωστῆς συμπεριφορᾶς, ἀλλὰ δὲν κάνει λόγο γιὰ τὰ ὅριά της. Αὐτὰ ὑποδηλώνονται μὲ τὴν δεύτερη μεγάλη ἐντολή, ποὺ καλεῖ τὸν Χριστιανὸ νὰ ἀγαπήσει τὸν πλησίον του ὡς ἑαυτό του. Τὸν καλεῖ νὰ ἀνοιχθεῖ ἀπεριόριστα πρὸς ὁλόκληρη τὴν ἀνθρώπινη φύση. Νὰ μὴ ξεχωρίζει τὸν πλησίον ἀπὸ τὸν ἑαυτό του, ἀλλὰ νὰ τὸν βλέπει καὶ νὰ τὸν ἀγαπᾶ ὡς ἑαυτό του. Νὰ ζεῖ τὴν ζωὴ τοῦ πλησίον ὡς δική του ζωὴ καὶ νὰ γίνεται ἕνα μαζί του[22].

Ἡ θεώρηση αὐτὴ τοῦ πλησίον δὲν κατασκευάζεται σὲ θεωρητικὸ ἐπίπεδο, ἀλλὰ προκύπτει ὡς ὀντολογικὴ συνέπεια μέσα στὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Γιὰ τὸν Χριστιανὸ ὁ ἀληθινὸς ἑαυτὸς του εἶναι ὁ πλησίον. Χωρὶς αὐτὸν δὲν βρίσκεται οὐσιαστικὰ μέσα στὸ κοινὸ σῶμα. Δὲν ἐπαληθεύει τὴν ταυτότητα τοῦ Χριστιανοῦ. Αὐτὸ βέβαια δὲν γίνεται αἰσθητὸ μέσα στὴν ἐκκοσμικευμένη ἐκκλησιαστικὴ κοινότητα. Γι’αὐτὸ καὶ ἐξαρχῆς ἡ ἐκκοσμίκευση τῆς χριστιανικῆς ζωῆς ὁδήγησε πολλοὺς πιστοὺς ἔξω ἀπὸ τὴν κοσμικὴ κοινωνία καὶ συνέβαλε στὴν ἐμφάνιση τοῦ μοναχισμοῦ.

Ὁ μοναχισμὸς δὲν ἐπιδιώκει τίποτε περισσότερο ἀπὸ αὐτὸ ποὺ πρέπει νὰ ἐπιδιώκει κάθε Χριστιανός. Τὸ μοναστήρι εἶναι μία ἐκκλησία ποὺ λειτουργεῖ μέσα στὸ σῶμα τῆς ὅλης Ἐκκλησίας καὶ μὲ τὸν ἴδιο σκοπὸ ὅπως καὶ αὐτή. Γι’ αὐτὸ ἄλλωστε καὶ οἱ ὀρθόδοξοι λαοὶ ἔβλεπαν στὸ μοναχικὸ κοινόβιο τὴν ἰδεώδη χριστιανικὴ κοινωνία. Σὲ σχέση μάλιστα μὲ τὸ θέμα μας μπορεῖ νὰ λεχθεῖ ὅτι αὐτὸ ἀποτελεῖ καὶ τὸ τελειότερο πλαίσιο γιὰ τὴν καλλιέργεια σωστῶν διαπροσωπικῶν σχέσεων. Οὐσιαστικὰ ἡ κοινοβιακὴ ζωὴ στὴν ἰδανική της μορφὴ ἀποσκοπεῖ στὴν πληρέστερη δυνατὴ προσέγγιση τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ἑνότητας, ποὺ ἔχει ὡς ἔσχατο στόχο τὴν ἑνότητα τοῦ Θεοῦ τῆς ἀγάπης, τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ.

Γι’ αὐτὴν τὴν ἑνότητα προσευχήθηκε ὁ Χριστός: «Ἵνα πάντες ἓν ὦσιν»[23]. Στὸ πλαίσιο μιᾶς τέτοιας ἑνότητας ὁ καθένας ὡς πρόσωπο ἀποτελεῖ κατὰ κάποιον τρόπο τὸ κέντρο τοῦ συνόλου• κάθε ἄνθρωπος καὶ κάθε πράγμα εἶναι γι’αὐτόν. Ἀλλὰ καὶ ἀντίστροφα αὐτὸς ὁ ἴδιος μὲ καθετὶ ποὺ τοῦ ἀνήκει προσφέρεται σὲ ὅλους καὶ στὸν καθένα[24]. Ἡ Τριαδολογία εἰκονίζεται στὴν ἀνθρωπολογία. Κάθε πτυχὴ τοῦ Τριαδικοῦ δόγματος ἔχει καὶ τὸ ἀνθρωπολογικό της νόημα. Κάθε θεολογικὴ ἀλήθεια προβάλλεται στὸν ἄνθρωπο ὡς ἀλήθεια ζωῆς.

Ἡ σωστὴ ἀνθρώπινη κοινωνία ἀπαιτεῖ σωστὲς διαπροσωπικὲς σχέσεις. Καὶ οἱ σωστὲς διαπροσωπικὲς σχέσεις προϋποθέτουν σωστὰ πρόσωπα. Σωστά, τέλος, πρόσωπα ἢ ὁλοκληρωμένες ἀνθρώπινες ὑποστάσεις εἶναι ἐκεῖνες ποὺ ἀγκαλιάζουν μὲ τὴν ἀγάπη τους ὁλόκληρο τὸν κόσμο, ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα. Ἡ κένωση τοῦ ἀτομικοῦ ἐγωισμοῦ γιὰ τὴν ὑποδοχὴ τοῦ πλησίον ὡριμάζει καὶ ὁλοκληρώνει τὸ πρόσωπο. Ὅσο βαθύτερα «συγχωρεῖ» κάποιος μέσα του τοὺς ἄλλους, ὅσο περισσότερο τοὺς ἀγκαλιάζει μὲ τὴν ἀγάπη του, τόσο πιὸ σωστὲς διαπροσωπικὲς σχέσεις καλλιεργεῖ, τόσο περισσότερο ὁλοκληρώνεται ὡς πρόσωπο καὶ ἀνυψώνεται πρὸς τὸ ἰδανικὸ πρότυπό του, τὸν Τριαδικὸ Θεό. Καὶ αὐτὸ γίνεται δυνατὸ μὲ τὴν ταπείνωση, ποὺ ἀποτελεῖ τὴν ἄλλη ὄψη τῆς ἀγάπης.

Ἀπὸ ὅσα σημειώθηκαν γίνεται, νομίζουμε, φανερὸ ὅτι τέτοια πρόσωπα δὲν μποροῦν νὰ προετοιμαστοῦν χωρὶς τὴν θεανθρώπινη κοινωνία, ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία• δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ διαμορφωθοῦν χωρὶς τὶς ἀνθρωπολογικὲς καὶ πνευματικὲς προϋποθέσεις ποὺ ἔχει καὶ προσφέρει αὐτὴ στὸν ἄνθρωπο. Στὸν βαθμὸ ποὺ ὁ ἄνθρωπος προσανατολίζεται πρὸς τὴν κατεύθυνση αὐτὴν ὁλοκληρώνεται ὡς πρόσωπο καὶ καλλιεργεῖ σωστὲς διαπροσωπικὲς σχέσεις. Ζεῖ τὴν ἀληθινὴ ἀγάπη καὶ γίνεται ἐκφραστής της στὴν καθημερινὴ ζωή. Αὐτὸ φαίνεται δύσκολο, καὶ εἶναι πράγματι δύσκολο ἰδιαίτερα μέσα στὴν σύγχρονη ἐγωκεντρικὴ κοινωνία, γι’ αὐτὸ θεωρεῖται συνήθως ὡς ἔργο τῶν μοναχῶν. Ἡ ἐντολὴ ὅμως τῆς ἀγάπης δὲν ἀπευθύνεται μόνο στοὺς μοναχοὺς ἀλλὰ σὲ ὅλους τοὺς πιστούς.

Ἡ θεσμοποίηση ἑνὸς τέτοιου τρόπου ζωῆς γίνεται δυνατὴ μὲ τὴν αὐτεξούσια συγκατάθεση τῶν ἀνθρώπων καὶ ὄχι μὲ ὁποιονδήποτε ἐξωτερικὸ καταναγκασμό. Ὁ ἐξωτερικὸς καταναγκασμὸς μπορεῖ νὰ ἔχει ὁρισμένα πρόσκαιρα ἀποτελέσματα, ἀλλὰ προκαλεῖ ἀναπόφευκτα ἔντονες ἀντιδράσεις καὶ δημιουργεῖ ἐκρηκτικὲς καταστάσεις. Οἱ νόμοι καὶ οἱ θεσμοὶ μποροῦν νὰ ἐμποδίσουν τὴν ἀκαταστασία ἢ τὴν παρενόχληση τῆς κοινωνικῆς ζωῆς καὶ τῶν διαπροσωπικῶν σχέσεων, ἀδυνατοῦν ὅμως νὰ κατευθύνουν τὶς διαθέσεις τῶν ἀνθρώπων ἢ νὰ ἐμπνεύσουν τὴν ἀγάπη καὶ τὴν καταλλαγὴ στὶς καρδιές τους. Ἀντιθέτως, ἡ Ἐκκλησία μὲ τὴν ἀλήθεια τῶν δογμάτων της προσφέρει στοὺς ἀνθρώπους τὴν δυνατότητα νὰ συλλάβουν τὸ βαθύτερο νόημα τῆς ὑπάρξεώς τους καὶ νὰ ὁλοκληρωθοῦν ὡς πρόσωπα.


1. Βλ. Μ. Βασιλείου, Ὅροι κατὰ πλάτος 2,1,PG 31,908C.

[2]. Βλ. Ματθ. 15,19. Μάρκ. 7,21.

[3]. Ματθ.22,37-39.

[4]. Τὴν ἄμεση σχέση ὀντολογίας καὶ δεοντολογίας ὑπογραμμίζει ἰδιαίτερα ὁ Γέροντας Σωφρόνιος στὰ ἔργα του.

[5]. Α Ἰω.4,7.

[6]. Α΄ Ἰω. 2,3-4.

[7]. Ἑβρ. 1,1.

[8]. Κολ. 1,15.

[9]. Μ. Βασιλείου(;), Ἐπιστολὴ 38,4, PG 32,332D-333A.

[10]. Γιὰ περισσότερα βλ. Ἀρχιμ.Σωφρονίου, Ἄσκησις καὶ θεωρία, Ἔσσεξ Ἀγγλίας 1996, σ. 129 κ.ἑ.

[11]..Ἰω. 17,20.

[12]. Β΄ Κορ. 5,17.

[13]. Βλ.π.χ. Γρηγορίου Παλαμᾶ, Ὁμιλία 5, PG 151,64C.

[14]. Πράξ. 4,33.

[15]. Εὐαγρίου Ποντικοῦ, Περὶ προσευχῆς 121, PG 79,1193B.

[16]. Βλ. Α’ Ἰω.3,14.

[17]. Βλ. Ἀποφθέγματα ἁγίων Γερόντων (περὶ τοῦ ἀββᾶ Ἀπολλῶ), PG 65,136B.

[18]. Βλ. Ἀρχιμ. Σωφρονίου (Σαχάρωφ), Ὁ ἅγιος Σιλουανὸς ὁ Ἀθωνίτης, Ἔσσεξ Ἀγγλίας 102003, σ. 448-450.

[19]. Πληρωτικὰ Θ. Λειτουργίας.

[20]. Α΄ Κορ. 10,24.

[21]. Ματθ. 7,12.

[22]. Βλ. Ἀρχιμ. Σωφρονίου, Ὁ ἅγιος Σιλουανὸς ὁ Ἀθωνίτης, σ. 56.

[23]. .Ἰω. 17, 21.

[24]. Βλ. Archimandrite Sophrony, Parole a la Communaute 72 (2008), σ. 7-8.
πηγή

Φλεβάρη, Κουτσοφλέβαρε, λειψέ μήνα του χρόνου


B_FebruaryΟ δεύτερος μήνας του χρόνου είναι οΦεβρουάριος, ο Φλεβάρης, όπως τον ονομάζει ο λαός μας. Όπως μάθατε διαβάζοντας για τονΙανουάριο  ήταν αρχικά ο δωδέκατος μήνας του ρωμαϊκού ημερολογίου. Το 153 π.Χ. καθιερώθηκε ως ο δεύτερος μήνας. Όπως γνωρίζετε, ο μήνας αυτός δεν έχει 30 ή 31 μέρες όπως οι υπόλοιποι μήνες. Έχει μόνο 28 μέρες και κάθε τέσσερα χρόνια έχει 29 μέρες. Να γιατί συνέβη αυτό:
Όταν ο Ιούλιος Καίσαρας, το 46 π.Χ. κυριαρχούσε στη Ρώμη, το έτος χωριζόταν σε 12 μήνες, αλλά η διάρκεια του καθένα απ΄ αυτούς δεν ήταν σταθερή. Αυτό συνέβαινε γιατί τη διάρκειά τους την κανόνιζαν οι ιερείς και οι συγκλητικοί, ανάλογα με την κατάσταση που ήταν κάθε φορά τα πολιτικά τους συμφέροντα. Ο Καίσαρας κάλεσε τον Αλεξανδρινό αστρονόμο Σωσιγένη κι αυτός πρότεινε να υιοθετηθεί το ημερολόγιο του Πτολεμαίου, πράγμα που έγινε. Αυτό είχε 365 μέρες ανά έτος και κάθε τέταρτο έτος είχε 366 μέρες. Το ζήτημα φάνηκε να λύνεται, αλλά συνεχίστηκε και μετά τον Καίσαρα. Το απλό θα ήταν να μοιραστούν οι 365 μέρες στους 12 μήνες κι ο καθένας να έχει από 30 ή 31 μέρες. Όταν όμως άρχισαν να μοιράζονται στους μήνες, που ήταν αφιερωμένοι στους θεούς, ξεκίνησαν με τον Μάρτιο και του έδωσαν 31 μέρες και στον επόμενο, τον Απρίλιο 30 μέρες. Συνέχισαν εναλλάξ (Μάιος 31, Ιούνιος 30, Ιούλιος 31) αλλά όταν έφθασαν στον Αύγουστο, που ήταν αφιερωμένος στον αυτοκράτορα, θεωρήθηκε σωστό να έχει κι αυτός 31 μέρες. Η κατανομή των ημερών συνεχίστηκε (Σεπτέμβριος 30, Οκτώβριος 31, Νοέμβριος 30, Δεκέμβριος 31) μέχρι που έφθασε στον Ιανουάριο, που ήταν αφιερωμένος στον Ιανό. Δεν μπορούσαν παρά τουOLYMPUS DIGITAL CAMERAπαραχωρήσουν 31 μέρες. Έτσι, για τον Φεβρουάριο έμειναν οι υπόλοιπες 28 μέρες. Αυτό όμως δεν κακοφάνηκε σε κανέναν, μια κι ο μήνας αυτός ήταν αφιερωμένος στους νεκρούς και οι Ρωμαίοι έπρεπε να κάνουν εξαγνισμούς και καθαρισμούς για τον εαυτό τους. Αυτό άλλωστε σημαίνει και τ΄ όνομά του.
Το όνομα αυτό λοιπόν, το πήρε από τη λατινική λέξη februare, που σημαίνει εξαγνίζωκαθαρίζω. Και οι Ρωμαίοι τόσο πολύ επιθυμούσαν να τελειώσει ο μήνας αυτός, ώστε, για να μην έχουν την αίσθηση ότι έχει περισσότερες από 28 μέρες, κάθε τέσσερα χρόνια που είχε 29 μέρες, δεν την πρόσθεταν στο τέλος, αλλά μετρούσαν δυο φορές την έκτη μέρα του μήνα (bi sextus).  Έτσι τα έτη αυτά (κατά τα οποία ο Φεβρουάριος έχει 29 μέρες) ονομάστηκαν δίσεκτα. Ο λαός τα θεωρεί γρουσούζικα, και τώρα γνωρίζετε γιατί, αν σκεφθείτε πού ήταν αφιερωμένος ο μήνας. Ο λαός μας τον λέει και Φλεβάρη, ένα όνομα που πιθανόν προέρχεται από τιςφλέβες, δηλ. από τα πολλά νερά που δημιουργούνται στις πηγές, εξαιτίας των πολλών βροχών. Οι Πόντιοι τον αναφέρουν και ως Κούντουρον, δηλαδή με κοντή ουρά.
febrrrΟ Φεβρουάριος αντιστοιχεί περίπου στους μήνες Γαμηλιώνα καιΑνθεστηριώνα του αθηναϊκού ημερολογίου. Αυτόν τον μήνα συνήθως αρχίζει το Τριώδιο και κάποιες χρονιές, όταν το Πάσχα πέφτει πριν από τις 17 Απριλίου, αρχίζει και η Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Το δεύτερο μισό του μήνα συνήθως ο καιρός βελτιώνεται κι ανεβαίνει η θερμοκρασία. Αυτό «ξεγελάει» την αμυγδαλιά, που ανθίζει με άσπρα ή ροζ λουλούδια. Είναι ο προάγγελος της άνοιξης, που θεωρητικά δεν απέχει πολύ, αλλά δεν έρχεται αν δεν προχωρήσει για τα καλά ο Μάρτης. Αυτή την εποχή γίνονται και τα κλαδέματα και τα φυτέματα των νέων δέντρων. Αυτό δείχνει και η μαρμάρινη αναπαράσταση στην εικόνα: ο Φεβρουάριος παριστάνεται ως νεαρός άνδρας που σκάβει με φτυάρι τη γη γύρω από ένα δέντρο.
Υπάρχουν και παροιμίες αλλά και γνωμικά για τον Φεβρουάριο:
Ο Φλεβάρης κι αν φλεβίσει, καλοκαίρι θα μυρίσει.
Παπαντή καλοβρεγμένη, η κοφίνα γεμισμένη. (Αν βρέχει στην αρχή του μήνα – της Υπαπαντής – θα υπάρχει ευφορία)
Ο Φλεβάρης με νερό, κουτσός μπαίνει στον χορό.
Του Φλεβάρη είπαν να βρέξει και λησμόνησε να πάψει.
Ο Φλεβάρης φλέβες ανοίγει και πόρτες κλείνει. (δηλ. είναι βροχερός μήνας και κάνει κρύο).
Saints_february
Εκτός από τη μεγάλη δεσποτική γιορτή της Υπαπαντής του Κυρίου (2 Φεβρουαρίου), 40 μέρες μετά τα Χριστούγεννα, η Εκκλησία μας τιμά και αγίους, κυρίως μάρτυρες, οι οποίοι έδωσαν τη ζωή τους για τον Χριστό τον μήνα αυτόν, πριν από πολλά χρόνια. Οι πιο γνωστοί από τους αγίους αυτούς και η ημέρα κατά την οποία τιμούμε τη μνήμη τους φαίνονται στην παραπάνω εικόνα.
πηγή

Γέροντας Εφραίμ Αριζόνας - Φιλοθεϊτης



Προσοχή στις αναφορές στον Γέροντα.
Δεν προέρχονται από τον ίδιο όλες.
Ο Γέροντας Εφραίμ γεννήθηκε το 1928 στον Βόλο ως Ιωάννης Μωραΐτης.
Τα παιδικά του χρόνια τα πέρασε στη φτώχεια, βοηθώντας τον πατέρα του στην εργασία του, αλλά πάντα ακολουθούσε το ευσεβές παράδειγμα της μητέρας του (η οποία έγινε αργότερα μοναχή με το όνομα Θεοφανώ).

Σε ηλικία 14 χρονών άρχισε να λαχταρά τον μοναχισμό, αλλά δεν πήρε ευλογία από τον πνευματικό να πάει στο Άγιο Όρος έως ότου έγινε 19 χρονών.

Με την άφιξη του στο Άγιο Όρος πήγε κατευθείαν στον γέροντα Ιωσήφ (Ησυχαστή), ο οποίος τον αποδέχτηκε στην αδελφότητα του, και έκανε την κουρά του 9 μήνες αργότερα το 1948 με το όνομα Εφραίμ.
Από υπακοή στο γέροντά του, ο μοναχός Εφραίμ χειροτονήθηκε διάκονος και στη συνέχεια ιερέας.
Η ζωή στην αδελφότητα του γέροντος Ιωσήφ ήταν πολύ αυστηρή και ασκητική.

Μετά την κοίμηση του γέροντος Ιωσήφ το 1959, συγκεντρώθηκαν αρκετοί μοναχοί γύρω από γέροντα Εφραίμ που τον είχαν ως πνευματικό πατέρα.

Το 1973 η αδελφότητά του μετακόμισε στην Ιερά Μονή Φιλοθέου όπου έγινε και ηγούμενός της. Λόγω της φήμης του γέροντος Εφραίμ, η μοναστική αδελφότητα μεγάλωσε γρήγορα.
Του ζητήθηκε από την επιστασία του Αγίου Όρους, να αναβιώσει και να επανδρώσει πολλά μοναστήρια στο Άγιο Όρος τα οποία έπασχαν από λειψανδρία, όπως του Ξηροποτάμου, Κωνσταμονίτου και Καρακάλλου. Αυτά τα μοναστήρια είναι κάτω από την πνευματική του καθοδήγηση μέχρι και σήμερα.
Επίσης υπάρχουν πολλά άλλα μοναστήρια στην Ελλάδα κάτω από την πνευματική καθοδήγηση του γέροντος Εφραίμ, όπως η Ιερά Μονή Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου στις Σέρρες, της Παναγίας της Οδηγήτριας στην Πορταριά (Βόλος) και αυτό του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, πρώην μετόχι της Φιλοθέου, στη νήσο της Θάσου.

Το 1979 σε μια σύντομη επίσκεψή του στον Καναδά και στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής για λόγους υγείας, κατάλαβε πως είναι θέλημα θεού να επιστρέψει.
Από τότε έκανε ετησίως ταξίδι στην Βόρεια Αμερικής ταξιδεύοντας σε ελληνορθόδοξους ιερούς ναούς σε διάφορες πόλεις. Τα πνευματικά του παιδιά γίνανε δεκάδες χιλιάδες: λαϊκοί, μοναχοί, ιερείς.

Συνέχισε να είναι πνευματικός πατέρας ιερών μονών στο Άγιο Όρος και 8 γυναικείων μοναστηριών σε όλη την Ελλάδα, αλλά καθώς δεν ήταν πρακτικό να είναι ηγούμενος της Ιεράς Μονής Φιλοθέου, καθώς έλειπε για μεγάλα χρονικά διαστήματα στην Βόρεια Αμερική, παραιτήθηκε το 1990.

Στην Αμερική έως σήμερα έχει ιδρύσει 19 μοναστήρια, 17 είναι στις Η.Π.Α. και τα 2 είναι στον Καναδά (ανδρικά και γυναικεία), τα οποία υπάγονται στην Ελληνορθόδοξη Αρχιεπισκοπή Αμερικής και Καναδά.
Τα μοναστήρια είναι τα εξής: δύο στη Φλόριντα, δύο στο Τέξας, δύο στο Σικάγο, δύο στη νότια Καρολίνα, ένα στη Νέα Υόρκη, ένα στην Ουάσιγκτον, ένα στην Πενσυλβανία, ένα στην Καλιφόρνια, ένα στο Ιλινόις, ένα στο Μίτσιγκαν, ένα στο Μόντρεαλ, και ένα στο Τορόντο, αφιερωμένα στο Χριστό, στην Παναγία και σε διαφόρους Αγίους.
Επίσης έχει κατασκευάσει ένα γηροκομείο.

Σήμερα ο γέροντας Εφραίμ μονάζει στο μοναστήρι του Αγίου Αντωνίου στην έρημο της Αριζόνας, λίγη ώρα μακριά από την πρωτεύουσα της Αριζόνας το Phoenix και κοντά στην πόλη Florence.


Ιερά Μονή Αγίου Αντωνίου

Η ίδρυση και κατασκευή της Ιεράς Μονής Αγίου Αντωνίου ξεκίνησε το 1995. Η ιερά μονή είναι ανδρική και λειτουργεί με 45 μοναχούς από διάφορες εθνικότητες, με ηγούμενο τον π.Παϊσιο που προέρχεται από το Άγιο Όρος.

Το μοναστήρι έχει τώρα έκταση 2000 στρεμμάτων και το επισκέπτονται καθημερινά πολλοί προσκυνητές από όλο τον κόσμο.
Οι μοναχοί ακολουθούν και εφαρμόζουν επακριβώς τις Βυζαντινές παρακαταθήκες, τις παραδόσεις ,τις ιερές ακολουθίες, τις ολονυχτίες, τις προσευχές και τη ζωή με το ωράριο του Αγ. Όρους και στην Ελληνική γλώσσα.

Το μοναστήρι του Αγ. Αντωνίου είναι κοινόβιο με 5 εκκλησίες, του Αγ. Αντωνίου και Αγ. Νεκταρίου, του Αγ.Νικολάου, η οποία είναι πετρόκτιστη, του Αγ. Σεραφείμ, του Αγ. Δημητρίου, ρωσικού τύπου, και του Αγ. Γεωργίου. Κοντά στο μοναστήρι πάνω σε ένα λοφίσκο επίσης είναι κτισμένο το εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία, όμοιο με τα εκκλησάκια της Σαντορίνης, με χρώματα του μπλε και του άσπρου.

Οδηγίες για επισκέπτες στην Ιερά Μονή Αγίου Αντωνίου στην Αριζόνα των Η.Π.Α. 

Μέσω της σελίδα της Ιεράς Μονής μπορείτε να στείλετε ηλεκτρονικό μήνυμα στον Γέροντα:

πηγή

Ὅμιλία εἰς Μάρτυρας - Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος




Αἱ τῶν μαρτύρων ἑορταὶ οὐκ ἐν τῇ περιόδῳ τῶν ἡμερῶν μόνον͵ ἀλλὰ καὶ τῇ γνώμῃ τῶν ἐπιτελούντων κρίνονται. Οἷόν τι λέγω· ἐμιμήσω μάρτυρα; ἐζήλωσας αὐτοῦ τὴν ἀρετήν; κατ΄ ἴχνος αὐτοῦ τῆς φιλοσοφίας ἔδραμες; καὶ οὐκ οὔσης ἡμέρας μάρτυρος͵ ἑορτὴν μάρτυρος ἐπετέλεσας. Τιμὴ γὰρ μάρτυρος͵ μίμησις μάρτυρος. 

Ὥσπερ γὰρ οἱ τὰ φαῦλα πράττοντες͵ καὶ ἐν ἑορταῖς ἀνέορτοί εἰσιν· οὕτω καὶ οἱ τὴν ἀρετὴν μετιόντες͵ καὶ πανηγύρεως οὐκ οὔσης͵ ἑορτὴν ἐπιτελοῦσιν· ἐν γὰρ τῷ καθαρῷ τοῦ συνειδότος ἡ ἑορτὴ χαρακτηρίζεται. Τοῦτο καὶ ὁ Παῦλος δηλῶν ἔλεγεν· Ὥστε ἑορτάζωμεν μὴ ἐν ζύμῃ παλαιᾷ κακίας καὶ πονηρίας. ἀλλ΄ ἐν ἀζύμοις εἰλικρινείας καὶ ἀληθείας. Ἔστι τοίνυν ἄζυμα παρὰ Ἰουδαίοις͵ ἔστι καὶ παρ΄ ἡμῖν· ἀλλὰ παρ΄ ἐκείνοις μὲν ἄζυμον ἐξ ἀλεύρου͵ παρ΄ ἡμῖν δὲ καθαρότης βίου͵ καὶ ζωὴ κακίας ἁπάσης ἀπηλλαγμένη. 

Ὥστε ὁ ῥύπου καὶ κηλῖδος καθαρὰν τὴν ἑαυτοῦ διατηρῶν ζωὴν͵ καθ΄ ἡμέραν ἑορτάζει͵ πανηγυρίζων ἀεὶ͵ κἂν μὴ ἐν ἡμέρᾳ͵ μηδὲ ἐν σηκοῖς μαρτύρων͵ ἀλλὰ καὶ οἴκοι καθήμενος. Ἔστι γὰρ καὶ καθ΄ ἑαυτὸν ἑορτὴν μαρτύρων ἐπιτελεῖν. Καὶ ταῦτα λέγω͵ οὐχ ἵνα μὴ παραγινώμεθα πρὸς τοὺς τάφους τῶν μαρτύρων͵ ἀλλ΄ ἵνα παραγενόμενοι μετὰ τῆς προσηκούσης ἀπαντῶμεν προθυμίας͵ καὶ μὴ μόνον ταῖς ἡμέραις αὐτῶν͵ ἀλλὰ καὶ τούτων χωρὶς͵ τὴν αὐτὴν εὐλάβειαν παρεχώμεθα. 

Τίς γὰρ οὐκ ἂν ἀγάσαιτο σήμερον ἡμῶν τὸν σύλλογον͵ τὸ λαμπρὸν τοῦτο θέατρον͵ τὴν ζέουσαν ἀγάπην͵ τὴν θερμὴν διάθεσιν͵ τὸν ἀκατάσχετον ἔρωτα; Ὡς πᾶσα μὲν σχεδὸν ἡ πόλις ἐνταῦθα μεθώρμισται͵ καὶ οὔτε οἰκέτην δεσπότου φόβος κατέσχεν͵ οὔτε πένητα ἡ τῆς πτωχείας ἀνάγκη͵ οὔτε γηραιὸν τῆς ἡλικίας ἡ ἀσθένεια͵ οὔτε γυναῖκα τὸ τῆς φύσεως ἁπαλὸν͵ οὔτε πλούσιον τῆς περιουσίας ὁ τῦφος͵ οὐ τὸν ἄρχοντα τῆς ἐξουσίας ἡ ἀπόνοια· ἀλλ΄ ὁ τῶν μαρτύρων πόθος πᾶσαν ταύτην τὴν ἀνωμαλίαν ἐκβαλὼν͵ καὶ φύσεως ἀσθένειαν καὶ πενίας ἀνάγκην͵ μιᾷ ἁλύσει πλῆθος τοσοῦτον ἐνταῦθα εἵλκυσε͵ καὶ τῷ πόθῳ τῶν μαρτύρων ἐπτέρωσεν͵ ὡς ἐν οὐρανῷ νῦν πολιτευομένους διατρίβειν· πᾶσαν γὰρ ἀκολασίας καὶ ἀσελγείας πατήσαντες προσπάθειαν͵ τῷ τῶν μαρτύρων καταφλέγεσθε πόθῳ. 

Καθάπερ γὰρ τῆς ἀκτῖνος ἀνισχούσης δραπετεύει τὰ θηρία͵ καὶ πρὸς τοὺς οἰκείους καταδύεται χηραμούς· οὕτω τοῦ φωτὸς τῶν μαρτύρων εἰς τὰς ὑμετέρας καταλάμποντος διανοίας͵ ἅπαντα κατορύττεται τὰ νοσήματα͵ καὶ ἡ λαμπρὰ τῆς φιλοσοφίας ἀνάπτεται φλόξ. Ἀλλ΄ ὅπως μὴ νῦν μόνον͵ ἀλλὰ καὶ διηνεκῶς͵ καὶ τοῦ θεάτρου λυθέντος τοῦ πνευματικοῦ τούτου͵ ταύτην διατηρῶ μεν τὴν φλόγα͵ καὶ μετὰ τῆς αὐτῆς εὐλαβείας οἴκαδε ἀναχωρῶμεν͵ μὴ εἰς καπηλεῖα καὶ πορνεῖα͵ καὶ μέθην͵ καὶ κώμοις ἑαυτοὺς ἀφιέντες. Ἐποιή σατε τὴν νύκτα ἡμέραν διὰ τῶν παννυχίδων τῶν ἱερῶν· μὴ ποιήσατε πάλιν τὴν ἡμέραν νύκτα διὰ τῆς μέθης καὶ τῆς κραιπάλης͵ καὶ τῶν ᾀσμάτων τῶν πορνικῶν. 

Ἐτίμησας τοὺς μάρτυρας τῇ παρουσίᾳ͵ τῇ ἀκροάσει͵ τῇ σπουδῇ· τίμησον αὐτοὺς καὶ τῇ κοσμίῳ ἀναχωρήσει͵ μή τις ἰδών σε ἀσχημονοῦντα ἐν καπηλείῳ εἴπῃ͵ ὅτι οὐ διὰ τοὺς μάρτυρας παρεγένου͵ ἀλλ΄ ἵνα τὸ πάθος αὐξήσῃς͵ ἵνα τῇ πονηρᾷ ἐπιθυμίᾳ χαρίσῃ. Ταῦτα λέγω͵ οὐ κωλύων τρυφᾷν͵ ἀλλὰ κωλύων ἁμαρτάνειν͵ οὐ κωλύων πίνειν͵ ἀλλὰ κωλύων μεθύειν. Οὐ γὰρ ὁ οἶνος φαῦλον͵ ἀλλ΄ ἡ ἀμετρία πονηρόν· ὁ μὲν γὰρ οἶνος τοῦ Θεοῦ δῶρον͵ ἡ δὲ ἀμετρία τοῦ διαβόλου εὕρημα. Δουλεύσατε τοίνυν τῷ Κυρίῳ ἐν φόβῳ͵ καὶ ἀγαλλιᾶσθε αὐτῷ ἐν τρόμῳ. Βούλει τρυφῆς ἀπολαύειν; ἀπόλαυε ἐν οἰκίᾳ͵ ὅπου͵ κἂν μέθη γένηται͵ πολλοὶ οἱ περιστέλλοντες· μὴ ἐν καπηλείῳ͵ ἵνα μὴ κοινὸν ᾖς θέατρον τοῖς παροῦσι καὶ σκάνδαλον ἑτέροις. 

Καὶ ταῦτα λέγω͵ οὐ κελεύων οἴκοι μεθύειν͵ ἀλλ΄ ἐν καπηλείῳ μὴ διατρίβειν. Ἐννόησον ἡλίκος γέλως͵ μετὰ τοιαύτην σύνοδον͵ μετὰ παννυχίδας͵ μετὰ Γραφῶν ἁγίων ἀκρόασιν͵ μετὰ μυστηρίων θείων κοινωνίαν͵ καὶ μετὰ πνευματικὴν χορηγίαν͵ ἄνδρα ἢ γυναῖκα ἐν καπηλείῳ φαίνεσθαι διημερεύοντας. Οὐκ οἴδατε ἡλίκη κεῖται κόλασις τοῖς μεθύουσι; τῆς γὰρ βασιλείας τοῦ Θεοῦ ἐκβάλλονται͵ καὶ τῶν ἀποῤῥήτων ἐκπίπτουσιν ἀγαθῶν͵ καὶ εἰς τὸ αἰώνιον πῦρ ἐκπέμπονται. Τίς ταῦτά φησιν; Ὁ μακάριος Παῦλος· Οὐ πλεονέκται͵ φησὶν͵ οὐ μέθυσοι͵ οὐ λοίδοροι͵ οὐχ ἅρπαγες βασι λείαν Θεοῦ οὐ κληρονομήσουσι. Τί γένοιτ΄ ἂν ἀθλιώτερον τοῦ μεθύοντος͵ ὅταν διὰ μικρὰν ἡδονὴν τοσαύ της ἀπολέσῃ βασιλείας ἀπόλαυσιν; Μᾶλλον οὐδὲ ἡδονὴν ὁ μεθύων καρπώσασθαι δύναται· ἐν γὰρ τῇ συμμετρίᾳ τὰ τῆς ἡδονῆς͵ ἐν δὲ τῇ ἀμετρίᾳ τὰ τῆς ἀναισθησίας. Ὁ δὲ οὐκ αἰσθανόμενος ποῦ κάθηται͵ ἢ κατάκειται͵ πῶς ἂν αἴσθοιτο τῆς τοῦ πόματος ἡδονῆς͵ μηδὲ τὸν ἥλιον αὐτὸν δυνάμενος ὁρᾷν διὰ τὴν πυκνὴν τῆς μέθης νεφέλην͵ πῶς ἂν ἀπολαύσειεν εὐφροσύνης; τοσοῦτον γὰρ αὐτοῦ τὸ σκότος͵ ὡς μὴ ἀρκεῖν αὐτῷ τὰς ἀκτῖνας εἰς τὸ λῦσαι τὸν ζόφον ἐκεῖνον. Ἀεὶ μὲν͵ ἀγαπητοὶ͵ κακὸν ἡ μέθη͵ μάλιστα δὲ ἐν ἡμέρᾳ μαρτύρων. Μετὰ γὰρ τῆς ἁμαρτίας καὶ ὕβρις ἐστὶ μεγίστη καὶ παραφροσύνη͵ καὶ ἐξουδένωσις θείων λογίων· ὅθεν διπλῆ γένοιτ΄ ἂν καὶ ἡ κόλασις. 

Εἰ μέλλεις τοίνυν͵ εἰς μάρτυρας παραγενόμενος͵ μετὰ τὴν ἐντεῦθεν ἀναχώρησιν μεθύειν͵ βέλτιον οἴκοι μένειν͵ καὶ μὴ ἀσχημονεῖν͵ μηδὲ ὑβρίζειν τῶν μαρτύρων τὴν ἑορτὴν͵ μηδὲ σκανδαλί ζειν τὸν πλησίον͵ μηδὲ πολιορκεῖν τὴν διάνοιαν͵ μηδὲ ἁμαρτήματα προστιθέναι. ῏Ηλθες ἰδεῖν ἀνθρώπους ξεομένους͵ αἵματι περιῤῥεομένους͵ τραυμάτων χορῷ καλλωπιζομένους͵ τὴν παροῦσαν ἀποδυσαμένους ζωὴν͵ πρὸς τὴν μέλλουσαν ἱπταμένους· γενοῦ τῶν ἀγωνιστῶν ἄξιος. Κατεφρόνησαν ἐκεῖνοι ζωῆς͵ καταφρόνησον σὺ τρυφῆς· ἀπεδύσαντο ἐκεῖνοι τὸν παρόντα βίον͵ ἀπόδυσαι σὺ τῆς μέθης τὸν πόθον. Ἀλλὰ βούλει τρυφᾷν; παράμενε τῷ τάφῳ τοῦ μάρτυρος͵ ἔκχεε πηγὰς δακρύων ἐκεῖ͵ σύντριψον τὴν διάνοιαν͵ ἆρον εὐλογίαν ἀπὸ τοῦ τάφου· λαβὼν αὐτὴν συνήγορον ἐν ταῖς εὐχαῖς͵ ἐνδιάτριβε ἀεὶ τοῖς διηγή μασι τῶν παλαισμάτων ἐκείνου· περιπλάκηθι τὴν σορὸν͵ προσηλώθητι τῇ λάρνακι· οὐχὶ τὰ ὀστᾶ μόνον τῶν μαρτύρων͵ ἀλλὰ καὶ οἱ τάφοι αὐτῶν͵ καὶ αἱ λάρνακες πολλὴν βρύουσιν εὐλογίαν. Λάβε ἔλαιον ἅγιον͵ καὶ κατάχρισόν σου ὅλον τὸ σῶμα͵ τὴν γλῶτταν͵ τὰ χείλη͵ τὸν τράχηλον͵ τοὺς ὀφθαλμοὺς͵ καὶ οὐδέποτε ἐμπεσῇ εἰς τὸ ναυάγιον τῆς μέθης. Τὸ γὰρ ἔλαιον διὰ τῆς εὐωδίας ἀναμιμνήσκει σε τῶν ἄθλων τῶν μαρτύρων͵ καὶ πᾶσαν ἀκολασίαν χαλινοῖ͵ καὶ κατέχει ἐν πολλῇ καρτερίᾳ͵ καὶ περιγίνεται τῶν τῆς ψυχῆς νοσημάτων. 

Ἀλλὰ κήποις ἐνδιατρίψαι βούλει͵ καὶ λειμῶσι καὶ παραδείσοις; Μὴ νῦν͵ ὅτε δῆμος τοσοῦτος͵ ἀλλ΄ ἐν ἑτέρᾳ ἡμέρᾳ· σήμερον γὰρ παλαισμάτων και ρὸς͵ σήμερον θεωρία ἀγωνισμάτων͵ οὐ τρυφῆς͵ οὐδὲ ἀνέσεως. ῏Ηλθες ἐνταῦθα͵ οὐχ ἵνα εἰς ῥᾳστώνην δώσῃς σεαυτὸν͵ ἀλλ΄ ἵνα μάθῃς ἀγωνίζεσθαι͵ παγκρατιάζειν͵ καὶ ἄνθρωπος ὢν τῶν ἀοράτων δαιμόνων συγκόπτειν τὴν ἰσχύν. Οὐδεὶς γὰρ εἰς παλαίστραν ἐλθὼν τρυφᾷ͵ οὐδὲ εἰς καιρὸν παλαισμάτων παραγενόμενος ὡραΐζεται͵ οὐδὲ ἐν καιρῷ παρατάξεως τραπέζας ἐπιζητεῖ. Μὴ τοίνυν καὶ σὺ ψυχῆς ἀνδρείαν καὶ γνώμης εὐτονίαν ἐλθὼν θεάσασθαι͵ καὶ τρόπαιον καινὸν καὶ παράδοξον͵ καὶ μάχην τινὰ ἐξηλλαγμένην͵ καὶ τραύματα καὶ πολέμους͵ καὶ παγκράτιον ἀνθρώπου͵ πράξεις δαιμονικὰς εἰσαγάγῃς͵ μετὰ τὴν ξένην καὶ φρικτὴν ταύτην θεωρίαν μέθῃ καὶ τρυφῇ ἑαυτὸν ἐκδοὺς͵ ἀλλὰ τὰ κέρδη τῆς ψυχῆς συναγαγὼν͵ οὕτως οἴκαδε ἄπιθι͵ διὰ τῆς ὄψεως πᾶσιν ἐνδεικνύμενος͵ ὅτι μάρτυρας θεωρήσας ἀνεχώρησας. Ὥσπερ γὰρ οἱ ἀπὸ τῶν θεάτρων κατιόντες͵ δῆλοι πᾶσίν εἰσι συντεταραγμένοι͵ συγκεχυμένοι͵ μαλακιζόμενοι͵ τὰ εἴδωλα πάντων τῶν ἐκεῖ γεγενημένων φέροντες· οὕτω καὶ τὸν ἀπὸ θεωρίας μαρτύρων ἐπανιόντα πᾶσι γνώριμον εἶναι χρὴ͵ τῷ βλέμματι͵ τῷ σχήματι͵ τῇ βαδίσει͵ τῇ κατανύξει͵ τῇ συναγωγῇ τῆς διανοίας· πῦρ πνέοντα͵ συνεσταλμένον͵ συντετριμμένον͵ νήφοντα͵ ἐγρηγορότα͵ διὰ τῶν κινημάτων τοῦ σώματος τὴν ἔνδοθεν ἀνακηρύττοντα φιλοσοφίαν. 

Οὕτω τοίνυν εἰς τὴν πόλιν ἐπανίωμεν͵ μετὰ τῆς προσηκούσης εὐταξίας͵ μετὰ εὐτάκτου βαδίσεως͵ μετὰ συνέσεως καὶ σωφροσύνης͵ μετὰ ἡμέρου καὶ γαληνοῦ βλέμματος. Στολισμὸς γὰρ ἀνδρὸς͵ καὶ γέλως ὀδόντων͵ καὶ βῆμα ποδὸς ἀπαγγελεῖ τὰ περὶ αὐτοῦ. Οὕτως ἀεὶ ἀπὸ μαρτύρων ἐπανίωμεν͵ ἀπὸ μύρων πνευματικῶν͵ ἀπὸ λειμώνων οὐρανίων͵ ἀπὸ θεαμάτων καινῶν καὶ παραδόξων͵ ἵνα καὶ αὐτοὶ πολλὴν καρπωσώμεθα τὴν εὐκολίαν͵ καὶ ἑτέροις ἐλευθερίας πρόξενοι γενησώμεθα͵ καὶ τῶν μελλόντων ἐπιτευξώμεθα ἀγαθῶν͵ χάριτι καὶ φιλανθρωπίᾳ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ͵ μεθ΄ οὗ τῷ Πατρὶ͵ ἅμα τῷ ἁγίῳ Πνεύματι͵ δόξα͵ κράτος͵ τιμὴ͵ νῦν καὶ ἀεὶ͵ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
 

Ὁ Δίκαιος Συμεὼν ὁ Θεοδόχος



Κατοικοῦσε στὴν Ἱερουσαλήμ. Ἦταν δίκαιος, εὐλαβὴς καὶ φωτισμένος ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ποὺ τοῦ εἶχε φανερώσει ὅτι δὲ θὰ πέθαινε πρὶν δεῖ τὸ Χριστό. Ἡ χαρμόσυνη αὐτὴ πληροφορία τὸν ἐμψύχωνε ὡς τὰ βαθειά γεράματά του.

Τέλος, ἀκριβῶς σαράντα μέρες μετὰ τὴν γέννηση τοῦ Ἰησοῦ, τὸ Πνεῦμα τὸν πληροφόρησε ὅτι ἔπρεπε νὰ πάει στὸ Ἱερό. Ἑτοιμάστηκε, λοιπόν, μὲ νεανικὴ ζωηρότητα, πῆγε ἐκεῖ καὶ στάθηκε στὴν πόρτα, γεμάτος εὐχαρίστηση καὶ ἀγαλλίαση. Μέσα στὴν προσδοκία αὐτή, φάνηκαν νὰ ἔρχονται ὁ Ἰωσὴφ μὲ τὴν Παρθένο, ποὺ κρατοῦσε τὸν Ἰησοῦ.

Ὁ Συμεών, πληροφορημένος ἀπὸ τὸ Πνεῦμα ὅτι τὸ βρέφος αὐτὸ εἶναι ὁ Χριστός, τρέχει καὶ παίρνει τὸν Ἰησοῦ στὴν ἀγκαλιά του. Τὸν κρατάει εὐλαβικὰ καί, ἀφοῦ καλὰ-καλὰ παρατήρησε τὸ νήπιο καὶ δέχθηκε ὅλη τὴν ἱλαρότητα τῆς θείας μορφῆς του, ὕψωσε τὸ βλέμμα του ἐπάνω καὶ εἶπε εὐχαριστῶντας τὸ Θεό: «Νῦν ἀπολύεις τὸν δοῦλον σου, Δέσποτα, κατὰ τὸ ῥῆμα σου ἐν εἰρήνῃ· ὅτι εἶδον οἱ ὀφθαλμοί μου τὸ σωτήριόν σου, ὃ ἡτοίμασας κατὰ πρόσωπον πάντων τῶν λαῶν, φῶς εἰς ἀποκάλυψιν ἐθνῶν καὶ δόξαν λαοῦ σου Ἰσραήλ». Τώρα, δηλαδή, πᾶρε τὴν ψυχή μου Δέσποτα, σύμφωνα μὲ τὸ λόγο σου, εἰρηνικά, διότι τὰ μάτια μου εἶδαν αὐτὸν ποὺ θὰ φέρει τὴν σωτηρία ποὺ ἑτοίμασες γιὰ ὅλους τοὺς λαοὺς καὶ θὰ εἶναι γι᾿ αὐτοὺς φῶς, ποὺ θὰ ἀποκαλύψει τὸν ἀληθινὸ Θεὸ καὶ θὰ δοξάσει τὸ λαό σου Ἰσραήλ.

Ἀπολυτίκιον.
Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Τὸν Ὕπερθεον Λόγον σάρκα γενόμενον, ἐνηγκαλίσω ὡς βρέφος ἐν τῷ Ναῷ τοῦ Θεοῦ, Θεοδόχε Συμεὼν Πρεσβῦτα ἔνδοξε· ὅθεν καὶ Ἄννα ἡ σεπτή, ἀνθομολόγησιν αὐτῷ, προσήγαγεν ὠς Προφῆτις· ὅθεν ὑμᾶς εὐφημοῦμεν, οἷα Χριστοῦ θείους θεράποντας.

Κοντάκιον. 
Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ξυνωρὶς ἡ ἔνθεος, χαρμονικῶς εὐφημείσθω, Συμεὼν ὁ Δίκαιος, σὺν τῇ Προφήτιδι Ἄννῃ· οὗτοι γὰρ, εὐαρεστήσαντες τῷ Κυρίῳ, ὤφθησαν, τοῦ σαρκωθέντος Λόγου αὐτόπται· τοῦτον γὰρ καθάπερ βρέφος, εἶδον ἀξίως καὶ προσεκύνησαν.

Ἕτερον Κοντάκιον.
Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ἡ δυὰς ἡ ἔνθεος τῶν θεοφόρων, Συμεὼν ὁ δίκαιος, καὶ Ἄννα ἡ τοῦ Φανουήλ, μεγαλοφώνως αἰνείσθωσαν· ὅτι κατεῖδον, Χριστὸν ὥσπερ νήπιον.

Μεγαλυνάριον.
Δίκαιοι ἐν νόμῳ καὶ εὐλαβεῖς, Συμεὼν ὁ Πρέσβυς, καὶ ἡ Ἄννα ἡ Φανουήλ, ὤφθησαν Κυρίῳ, τῷ σεσωματωμένῳ, καὶ ὕμνησαν τὴν τούτου, ἄρρητον κένωσιν.

Ἄννα ἡ Προφήτιδα


 


Ἦταν θυγατέρα τοῦ Φανουὴλ καὶ καταγόταν ἀπὸ τὴν φυλὴ τοῦ Ἀσήρ, ὀγδόου γιοῦ τοῦ Ἰακώβ. Παντρεύτηκε πολὺ νέα, καὶ μετὰ ἑπτὰ χρόνια ἔμεινε χήρα. Ἀπὸ κεῖ καὶ πέρα ἔζησε μόνη της, χωρὶς νὰ ἔλθει πλέον σὲ νέο γάμο.

Παρηγοριὰ καὶ εὐχαρίστησή της ἦταν ἡ προσευχή, ἡ νηστεία, ἡ ἀνάγνωση τῶν Γραφῶν, ἡ φιλανθρωπία καὶ ἡ συχνὴ παρουσία της στὸ Ἱερό, σ᾿ ὅλες τὶς πρωϊνὲς καὶ ἑσπερινὲς δεήσεις. Γιὰ τὸν τρόπο αὐτὸ τῆς ζωῆς της, τὸ Ἅγιο Πνεῦμα μετέδωσε στὴν Ἄννα τὸ προφητικὸ χάρισμα.

Ἀξιώθηκε μάλιστα, ἂν καὶ 84 ἐτῶν τότε νὰ ὑποδεχθεῖ στὸ Ναὸ μαζὶ μὲ τὸν δίκαιο Συμεών, τὸ θεῖο Βρέφος. Κατὰ τὴν συνάντηση ἐκείνη, ἡ καρδιὰ τῆς Ἄννας ὑπερχάρηκε καὶ σκίρτησε. Πλησίασε, προσκύνησε τὸ παιδὶ καὶ κατόπιν, ἀφοῦ εὐχαρίστησε καὶ δοξολόγησε καὶ αὐτὴ τὸ Θεό, διακήρυττε ὅτι ἦλθε ὁ Μεσσίας πρὸς ὅλους, οἱ ὁποῖοι ζοῦσαν περιμένοντας μὲ εἰλικρινῆ εὐσέβεια τὴν λύτρωση τοῦ Ἰσραήλ.

Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Τὸν Ὕπερθεον Λόγον σάρκα γενόμενον, ἐνηγκαλίσω ὡς βρέφος ἐν τῷ Ναῷ τοῦ Θεοῦ, Θεοδόχε Συμεὼν Πρεσβῦτα ἔνδοξε, ὅθεν καὶ Ἄννα ἡ σεπτή, ἀνθομολόγησιν αὐτῶ, προσήγαγεν ὠς Προφήτις, ὅθεν ὑμᾶς εὐφημοῦμεν, οἴα Χριστοῦ θείους θεράποντος.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Τὸν Ὕπερθεον Λόγον σάρκα γενόμενον, ἐνηγκαλίσω ὡς βρέφος ἐν τῷ Ναῷ τοῦ Θεοῦ, Θεοδόχε Συμεὼν Πρεσβῦτα ἔνδοξε, ὅθεν καὶ Ἄννα ἡ σεπτή, ἀνθομολόγησιν αὐτῶ, προσήγαγεν ὠς Προφήτις, ὅθεν ὑμᾶς εὐφημοῦμεν, οἴα Χριστοῦ θείους θεράποντος.

Κοντάκιον 
Ἦχος α’.
Ὁ μήτραν παρθενικὴν ἁγιάσας τῷ τόκῳ σου, καὶ χεῖρας τοῦ Συμεὼν εὐλογήσας ὡς ἔπρεπε, προφθάσας καὶ νῦν ἔσωσας ἠμᾶς Χριστὲ ὁ Θεός. Ἀλλ' εἰρήνευσον ἐν πολέμοις τὸ πολίτευμα, καὶ κραταίωσον Βασιλεῖς οὓς ἠγάπησας, ὁ μόνος φιλάνθρωπος.

Ὁ Ἅγιος Βλάσιος ὁ Βουκόλος




Ἦταν ἀπὸ τὴν Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας καὶ οἱ γονεῖς του, πλούσιοι σὲ κοπάδια βοδιῶν, διακρίνονταν γιὰ τὴν εὐσέβεια καὶ τὶς ἐλεημοσύνες τους. Ἀκόμα θερμότερος στὴν πίστη καὶ προθυμότερος στὸ καλό, ὁ γιός ἦταν ἡ παρηγοριὰ πολυάριθμων φτωχῶν καὶ ὀρφανῶν, γιὰ τοὺς ὁποίους διέθετε κάθε χρόνο ὅλα τὰ εἰσοδήματα τῆς δουλειᾶς του.

Κάποτε γιὰ ἐπαγγελματικοὺς λόγους ἔφυγε ἀπὸ τὴν Καισάρεια. Αὐτὸ συνέβη ὅταν εἶχε κινηθεῖ φονικὸς διωγμὸς κατὰ τῶν χριστιανῶν, μεταξὺ τῶν ὁποίων πρῶτος καταζητήθηκε ὁ Βλάσιος. Ἔψαξαν παντοῦ, ἀλλὰ δὲν τὸν βρῆκαν πουθενά. Ὅταν ἐπέστρεψε, τοῦ ἀνέφεραν τὰ γεγονότα. Ἡ μητέρα τοῦ τὸν προέτρεπε νὰ φύγει γιὰ νὰ σωθεῖ. Ἀλλ᾿ ὁ Βλάσιος ἀρνήθηκε, μὲ τὴν σκέψη ὅτι θὰ ἦταν λιποτάκτης τῆς πίστης ἂν ἔφευγε γιὰ νὰ σωθεῖ. Καὶ ὅτι ἡ σωτηρία του αὐτὴ θὰ ἦταν ἄτιμη, τὴν στιγμὴ ποὺ στὸ βωμὸ τῆς πίστης θυσιάζονταν οἰκογενειάρχες.

Ἔμεινε λοιπὸν καὶ παρουσιάστηκε στὸ κριτήριο. Ἐκεῖ, μετὰ τὴν ἐπανειλημμένη ὁμολογία του καὶ τὴν σταθερὴ ἐπιμονή του σ᾿ αὐτή, βασανίστηκε φρικτά. Ἀλλὰ μὲ τὴν θαυμαστὴ ὑπομονή του, κέρδισε πολλοὺς ἀπὸ τοὺς ἐκεῖ παρευρεθέντες, οἱ ὁποῖοι μάλιστα ὁμολόγησαν τὴν ἀληθινὴ πίστη. Τέλος τὸ σῶμα του ὑπέκυψε στὸ θάνατο, ἡ νικηφόρα ὅμως ἄθλησή του ἀξιώθηκε νὰ πάρει τὸ λαμπρὸ καὶ ἀμάραντο στεφάνι τῆς αἰώνιας ζωῆς.

Οἱ Ἅγιοι Ἰωάννης, Σταμάτιος καὶ Νικόλαος, νεομάρτυρες ἐκ Σπετσῶν




Μαρτύρησαν γιὰ τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ στὴ Χίο τὸ 1822. Ἀπ᾿ αὐτούς, ὁ Σταμάτιος καὶ ὁ Ἰωάννης ἦταν ἀδέλφια. Ὁ πατέρας τους ὀνομαζόταν Θεόδωρος Γκίνης, ἡ δὲ μητέρα τους Ἀνεζώ.

Τὸ 1822 οἱ νέοι αὐτοί, μαζὶ μὲ ἄλλους πέντε καὶ τὸν συναθλητή τους Νικόλαο, μπῆκαν σ᾿ ἕνα πλοῖο φορτωμένο μὲ λάδι γιὰ νὰ τὸ ἐμπορευτοῦν σὲ διάφορα λιμάνια. Λόγω μεγάλης θαλασσοταραχῆς, προσάραξαν στὸν Τσεσμέ, μικρασιατικὴ παραλία ἀπέναντι ἀπὸ τὴν Χίο. Ὅταν βγῆκαν στὴν ξηρά, τοὺς φιλοξένησε κάποιος χριστιανός, ποὺ ἀργότερα τοὺς πρόδωσε στοὺς Τούρκους, μὲ ἀποτέλεσμα αὐτοὶ νὰ θανατώσουν δυὸ ἀπὸ τοὺς συντρόφους· δυὸ ἄλλοι διασώθηκαν ἀφοῦ ἔπεσαν στὴ θάλασσα καὶ συνελήφθηκαν οἱ Σταμάτιος, Ἰωάννης καὶ ὁ γέροντας πλοίαρχος Νικόλαος.

Στὶς 26 Ἰανουαρίου 1822 τοὺς παρουσίασαν στὸν πασὰ τῆς Χίου. Ὁ πασὰς ἀφοῦ τοὺς ἀνέκρινε, τοὺς μὲν Σταμάτιο καὶ Ἰωάννη ἔκλεισε στὴ φυλακή, τὸν δὲ γέροντα Νικόλαο ἀποκεφάλισε στὴν ἐκτὸς τοῦ Κάστρου πεδιάδα. Οἱ Τοῦρκοι ἀφοῦ δὲν κατάφεραν νὰ ἀλλαξοπιστήσουν τὰ δυὸ ἀδέλφια, στὸν ἴδιο τόπο ποὺ ἀποκεφάλισαν τὸν Νικόλαο, ἀποκεφάλισαν καὶ αὐτοὺς στὶς 3-2-1822.

Προηγουμένως, ὁ Σταμάτιος, ποὺ τότε ἦταν 18 χρονῶν καὶ ὁ Ἰωάννης, ποὺ ἦταν 22 χρονῶν, ἔστειλαν ἔγγραφη ἐξομολόγηση στὸν Μητροπολίτη Χίου, πῆραν τὴν εὐχή του, κατόρθωσαν νὰ κοινωνήσουν τῶν Ἀχράντων μυστηρίων καὶ ἔτσι ἔφυγαν γιὰ τὴν αἰώνια ζωὴ καθ᾿ ὅλα ἕτοιμοι.

Ὁ Ἅγιος Νικόλαος ὁ Ἰσαπόστολος


Ὁ Ἅγιος Νικόλαος, κατὰ κόσμο Ἰωάννης Ντιμιτρέβιτς Κασάτκιν, γεννήθηκε τὴν 1η Αὐγούστου 1836 στὸ χωριὸ Μπεργιοζόβσκυ τοῦ Μπέλκ, κοντὰ στὴν περιοχὴ τοῦ Σμολένκ. Οἱ γονεῖς του ὀνομάζονταν Δημήτριος καὶ Ξένη καὶ ἦσαν εὐσεβεῖς καὶ φιλόθεοι. Ἔτσι ὁ Ἅγιος ἀγάπησε τὸν ἐκκλησιαστικὸ βίο ἀπὸ τὴν παιδική του ἡλικία καὶ ἔκανε τὰ πρῶτα βήματά του μέσα στὴν Ἐκκλησία μὲ τὴν βοήθεια τοῦ πατέρα του, ὁ ὁποῖος ἦταν ἱερεύς. Ὅταν ὁ Ἰωάννης μεγάλωσε, πῆγε στὸ τοπικὸ δημοτικὸ σχολεῖο καὶ μετὰ στὸ ἐκκλησιαστικὸ σεμινάριο τοῦ Μελίνσκι. Ἀφοῦ ἀποφοίτησε μεταξὺ τῶν πρώτων, συνέχισε τὶς σπουδές του στὴ θεολογικὴ ἀκαδημία τῆς Ἁγίας Πετρουπόλεως, ἀπὸ τὴν ὁποία τελείωσε τὸ ἔτος 1861.

Στὴν Ἰαπωνία, λίγο μετὰ τὴν ἄφιξη τῶν Πορτογάλων Ἰησουϊτῶν στὸ νότιο ἄκρο τὸν 17ο αἰῶνα, οἱ Ὀλλανδοὶ ἔμποροι εἶχαν πείσει τὴν κυβέρνηση πὼς πρέπει ἡ χώρα νὰ προφυλαχθεῖ ἀπὸ τὴν ὀλέθρια ἐπιρροὴ τῶν ξένων. Τὸ ἀποτέλεσμα ἦταν νὰ κλείσουν τὰ λιμάνια γιὰ ὅλους ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς ἐμπόρους αὐτούς. Γιὰ διακόσια χρόνια κράτησε ἡ πολιτικὴ τοῦ ἀπομονωτισμοῦ, ποὺ ἄρχισε σιγὰ – σιγὰ νὰ ὑποχωρεῖ. Ἔτσι δόθηκε στὸν Ἅγιο Νικόλαο ἡ εὐκαιρία νὰ κηρύξει τὸ Εὐαγγέλιο στὴν Ἄπω Ἀνατολή.

Στὸ Χακοντάτε, λιμάνι τῆς βόρειας Ἰαπωνίας, ἐγκαταστάθηκε Ρωσικὴ Πρεσβεία καὶ τὸ προσωπικό της χρειαζόταν ἐφημέριο. Ὁ Ἰωάννης, ποὺ πρὶν τελειώσει τὴν ἀκαδημία εἶχε καρεῖ μοναχός, εἶχε μετονομασθεῖ σὲ Νικόλαο καὶ εἶχε χειροτονηθεῖ Πρεσβύτερος τὸ 1860 ἀπὸ τὸν Μητροπολίτη Νόβγκοροντ καὶ Ἁγίας Πετρουπόλεως Γρηγόριο, ἦταν ἐκεῖνος ποὺ μὲ χαρὰ δέχθηκε νὰ ἐργαστεῖ ἱεραποστολικὰ στὴν Ἰαπωνία. Καὶ ἔτσι τὸ 1861, σὲ ἡλικία 26 ἐτῶν, ὁ νεαρὸς ἱερομόναχος ξεκίνησε χωρὶς συνοδεία καὶ ταξίδεψε στὴν Σιβηρία. Ἔτσι ἔφθασε στὸ Χακοντάτε ὡς ἐφημέριος τοῦ διπλωματικοῦ σώματος. Ἀπὸ ἐκεῖ ἔστειλε γράμμα στὸν Μητροπολίτη τῆς Ἁγίας Πετρουπόλεως περιγράφοντας τὸν πολιτισμό, τὴν εὐγένεια καὶ τὸν λεπτὸ χαρακτῆρα τῶν Ἰαπώνων. Τοὺς θαύμαζε γι’ αὐτὰ καὶ ὅμως συγχρόνως τοὺς λυπόταν, ἐπειδὴ τοὺς ἔλειπε τὸ κυριότερο: ἡ Ὀρθόδοξη πίστη.

Στὸ Χακοντάτε δὲν τὸν εἶχαν ὑποδεχθεῖ θερμὰ οὔτε οἱ Ρώσοι οὔτε οἱ Ἰάπωνες. Εἰδικὰ οἱ τελευταῖοι, ἐξ’ αἰτίας τοῦ χρόνιου ἀπομονωτισμοῦ τους, δὲν εἶχαν τὴν διάθεση νὰ ἀκούσουν τὸ κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου. Αὐτὸ ἀποθάρρυνε κάπως τὸ Νικόλαο. Στὶς 9 Σεπτεμβρίου τοῦ 1861, ὅμως, δέχθηκε τῆς ἐπίσκεψη τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἰννοκεντίου, ἱεραποστόλου τῆς Ἀμερικῆς. Ἐκεῖνος τὸν ἐπετίμησε γιὰ τὸν φθίνοντα ἐνθουσιασμό του καὶ τὸν συμβούλεψε νὰ μάθει τὴν ἰαπωνικὴ γλῶσσα. Ἔτσι καὶ ἔγινε. Ὁ Ἅγιος Νικόλαος ἔμαθε τὴν γλῶσσα καὶ ἄρχισε νὰ κηρύττει. Κάποια βραδιά, λοιπόν, καθὼς μελετοῦσε στὸ κελί του, βλέπει ἕνα σαμουράϊ νὰ ὁρμᾶ στὸ δωμάτιό του μὲ τὸ σπαθὶ στὸ χέρι. Θὰ τὸν ἔσφαζε, τοῦ εἶπε, ἐὰν δὲν σταματοῦσε νὰ «διαφθείρει» μὲ τὰ κηρύγματά του τοὺς ντόπιους. Ταπεινὰ ὁ Ἅγιος Νικόλαος δέχθηκε νὰ πεθάνει, ἂν ὅμως πρῶτα ὁ ἐπίδοξος δολοφόνος του θὰ μάθαινε τί μελετοῦσε τὴν ὥρα ἐκείνη. Ὁ σαμουράϊ ἄφησε τὸ σπαθί του, γιὰ νὰ ἀκούσει τί εἶχε νὰ τοῦ πεῖ ὁ Ἅγιος. Καὶ ἔτσι αὐτὸς ἄρχισε νὰ τοῦ ἐξηγεῖ τὴν δημιουργία τοῦ σύμπαντος ἀπὸ τὸν Θεό, τὸ σχέδιο τῆς Θείας Οἰκονομίας καὶ πῶς ὁ Χριστὸς ᾖλθε στὸν κόσμο γιὰ νὰ σώσει τὸν ἄνθρωπο. Τὸ ἀποτέλεσμα ἦταν, ὁ παραλίγο δήμιός του νὰ κατηχηθεῖ καὶ νὰ βαπτισθεῖ. Λίγα χρόνια ἀργότερα ὁ σαμουράϊ Τακούμα Σαβάμπε ἔγινε ὁ πατὴρ Παῦλος, ὁ πρῶτος Ὀρθόδοξος Ἰάπωνας ἱερέας. Ἀκολούθησαν χρόνια ἱεραποστολικῆς δράσεως, μεταφράσεως λειτουργικῶν βιβλίων καὶ τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ ἔντονης κατηχητικῆς διακονίας.

Τὸ ἔτος 1880, μετὰ ἀπὸ πολλὰ χρόνια ἱεραποστολικῆς δράσεως, ἐξελέγη καὶ χειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος τῆς Ὀρθόδοξης Ἰαπωνικῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσικῆς Διασπορᾶς. Τὸ ἱεραποστολικό του ἔργο ἦταν πολὺ μεγάλο. Κατήχησε καὶ βάπτισε χιλιάδες ἀνθρώπους. Φρόντισε γιὰ τὴν ἀνέγερση ναῶν, τὴν πνευματικὴ καλλιέργεια καὶ τὴν λειτουργικὴ ἀγωγὴ τοῦ ἐφημεριακοῦ κλήρου. Ὁ ἴδιος ἔλεγε χαρακτηριστικά: «Ὁ Ὀρθόδοξος ἱεραπόστολος ὀφείλει νὰ ἔχει ἀνοιχτὲς τὶς πόρτες τοῦ σπιτιοῦ του, γι’ αὐτοὺς ποὺ ἐπιθυμοῦν μία προσωπικὴ ἐπικοινωνία καὶ νὰ μεταβαίνει πρόθυμα ὅπου ὑπάρχει δυνατότητα μεταδόσεως τοῦ Εὐαγγελίου».
Ὁ Ἅγιος Νικόλαος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1912.

 

Συναξαριστής της 3ης Φεβρουαρίου

Ὁ Δίκαιος Συμεὼν ὁ Θεοδόχος

 


Κατοικοῦσε στὴν Ἱερουσαλήμ. Ἦταν δίκαιος, εὐλαβὴς καὶ φωτισμένος ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ποὺ τοῦ εἶχε φανερώσει ὅτι δὲ θὰ πέθαινε πρὶν δεῖ τὸ Χριστό. Ἡ χαρμόσυνη αὐτὴ πληροφορία τὸν ἐμψύχωνε ὡς τὰ βαθειά γεράματά του.

Τέλος, ἀκριβῶς σαράντα μέρες μετὰ τὴν γέννηση τοῦ Ἰησοῦ, τὸ Πνεῦμα τὸν πληροφόρησε ὅτι ἔπρεπε νὰ πάει στὸ Ἱερό. Ἑτοιμάστηκε, λοιπόν, μὲ νεανικὴ ζωηρότητα, πῆγε ἐκεῖ καὶ στάθηκε στὴν πόρτα, γεμάτος εὐχαρίστηση καὶ ἀγαλλίαση. Μέσα στὴν προσδοκία αὐτή, φάνηκαν νὰ ἔρχονται ὁ Ἰωσὴφ μὲ τὴν Παρθένο, ποὺ κρατοῦσε τὸν Ἰησοῦ.

Ὁ Συμεών, πληροφορημένος ἀπὸ τὸ Πνεῦμα ὅτι τὸ βρέφος αὐτὸ εἶναι ὁ Χριστός, τρέχει καὶ παίρνει τὸν Ἰησοῦ στὴν ἀγκαλιά του. Τὸν κρατάει εὐλαβικὰ καί, ἀφοῦ καλὰ-καλὰ παρατήρησε τὸ νήπιο καὶ δέχθηκε ὅλη τὴν ἱλαρότητα τῆς θείας μορφῆς του, ὕψωσε τὸ βλέμμα του ἐπάνω καὶ εἶπε εὐχαριστῶντας τὸ Θεό: «Νῦν ἀπολύεις τὸν δοῦλον σου, Δέσποτα, κατὰ τὸ ῥῆμα σου ἐν εἰρήνῃ· ὅτι εἶδον οἱ ὀφθαλμοί μου τὸ σωτήριόν σου, ὃ ἡτοίμασας κατὰ πρόσωπον πάντων τῶν λαῶν, φῶς εἰς ἀποκάλυψιν ἐθνῶν καὶ δόξαν λαοῦ σου Ἰσραήλ». Τώρα, δηλαδή, πᾶρε τὴν ψυχή μου Δέσποτα, σύμφωνα μὲ τὸ λόγο σου, εἰρηνικά, διότι τὰ μάτια μου εἶδαν αὐτὸν ποὺ θὰ φέρει τὴν σωτηρία ποὺ ἑτοίμασες γιὰ ὅλους τοὺς λαοὺς καὶ θὰ εἶναι γι᾿ αὐτοὺς φῶς, ποὺ θὰ ἀποκαλύψει τὸν ἀληθινὸ Θεὸ καὶ θὰ δοξάσει τὸ λαό σου Ἰσραήλ.

Ἀπολυτίκιον.
Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Τὸν Ὕπερθεον Λόγον σάρκα γενόμενον, ἐνηγκαλίσω ὡς βρέφος ἐν τῷ Ναῷ τοῦ Θεοῦ, Θεοδόχε Συμεὼν Πρεσβῦτα ἔνδοξε· ὅθεν καὶ Ἄννα ἡ σεπτή, ἀνθομολόγησιν αὐτῷ, προσήγαγεν ὠς Προφῆτις· ὅθεν ὑμᾶς εὐφημοῦμεν, οἷα Χριστοῦ θείους θεράποντας.

Κοντάκιον. 
Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ξυνωρὶς ἡ ἔνθεος, χαρμονικῶς εὐφημείσθω, Συμεὼν ὁ Δίκαιος, σὺν τῇ Προφήτιδι Ἄννῃ· οὗτοι γὰρ, εὐαρεστήσαντες τῷ Κυρίῳ, ὤφθησαν, τοῦ σαρκωθέντος Λόγου αὐτόπται· τοῦτον γὰρ καθάπερ βρέφος, εἶδον ἀξίως καὶ προσεκύνησαν.

Ἕτερον Κοντάκιον.
Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ἡ δυὰς ἡ ἔνθεος τῶν θεοφόρων, Συμεὼν ὁ δίκαιος, καὶ Ἄννα ἡ τοῦ Φανουήλ, μεγαλοφώνως αἰνείσθωσαν· ὅτι κατεῖδον, Χριστὸν ὥσπερ νήπιον.

Μεγαλυνάριον.
Δίκαιοι ἐν νόμῳ καὶ εὐλαβεῖς, Συμεὼν ὁ Πρέσβυς, καὶ ἡ Ἄννα ἡ Φανουήλ, ὤφθησαν Κυρίῳ, τῷ σεσωματωμένῳ, καὶ ὕμνησαν τὴν τούτου, ἄρρητον κένωσιν.

 
Ἄννα ἡ Προφήτιδα

 


Ἦταν θυγατέρα τοῦ Φανουὴλ καὶ καταγόταν ἀπὸ τὴν φυλὴ τοῦ Ἀσήρ, ὀγδόου γιοῦ τοῦ Ἰακώβ. Παντρεύτηκε πολὺ νέα, καὶ μετὰ ἑπτὰ χρόνια ἔμεινε χήρα. Ἀπὸ κεῖ καὶ πέρα ἔζησε μόνη της, χωρὶς νὰ ἔλθει πλέον σὲ νέο γάμο.

Παρηγοριὰ καὶ εὐχαρίστησή της ἦταν ἡ προσευχή, ἡ νηστεία, ἡ ἀνάγνωση τῶν Γραφῶν, ἡ φιλανθρωπία καὶ ἡ συχνὴ παρουσία της στὸ Ἱερό, σ᾿ ὅλες τὶς πρωϊνὲς καὶ ἑσπερινὲς δεήσεις. Γιὰ τὸν τρόπο αὐτὸ τῆς ζωῆς της, τὸ Ἅγιο Πνεῦμα μετέδωσε στὴν Ἄννα τὸ προφητικὸ χάρισμα.

Ἀξιώθηκε μάλιστα, ἂν καὶ 84 ἐτῶν τότε νὰ ὑποδεχθεῖ στὸ Ναὸ μαζὶ μὲ τὸν δίκαιο Συμεών, τὸ θεῖο Βρέφος. Κατὰ τὴν συνάντηση ἐκείνη, ἡ καρδιὰ τῆς Ἄννας ὑπερχάρηκε καὶ σκίρτησε. Πλησίασε, προσκύνησε τὸ παιδὶ καὶ κατόπιν, ἀφοῦ εὐχαρίστησε καὶ δοξολόγησε καὶ αὐτὴ τὸ Θεό, διακήρυττε ὅτι ἦλθε ὁ Μεσσίας πρὸς ὅλους, οἱ ὁποῖοι ζοῦσαν περιμένοντας μὲ εἰλικρινῆ εὐσέβεια τὴν λύτρωση τοῦ Ἰσραήλ.

Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Τὸν Ὕπερθεον Λόγον σάρκα γενόμενον, ἐνηγκαλίσω ὡς βρέφος ἐν τῷ Ναῷ τοῦ Θεοῦ, Θεοδόχε Συμεὼν Πρεσβῦτα ἔνδοξε, ὅθεν καὶ Ἄννα ἡ σεπτή, ἀνθομολόγησιν αὐτῶ, προσήγαγεν ὠς Προφήτις, ὅθεν ὑμᾶς εὐφημοῦμεν, οἴα Χριστοῦ θείους θεράποντος.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Τὸν Ὕπερθεον Λόγον σάρκα γενόμενον, ἐνηγκαλίσω ὡς βρέφος ἐν τῷ Ναῷ τοῦ Θεοῦ, Θεοδόχε Συμεὼν Πρεσβῦτα ἔνδοξε, ὅθεν καὶ Ἄννα ἡ σεπτή, ἀνθομολόγησιν αὐτῶ, προσήγαγεν ὠς Προφήτις, ὅθεν ὑμᾶς εὐφημοῦμεν, οἴα Χριστοῦ θείους θεράποντος.

Κοντάκιον 
Ἦχος α’.
Ὁ μήτραν παρθενικὴν ἁγιάσας τῷ τόκῳ σου, καὶ χεῖρας τοῦ Συμεὼν εὐλογήσας ὡς ἔπρεπε, προφθάσας καὶ νῦν ἔσωσας ἠμᾶς Χριστὲ ὁ Θεός. Ἀλλ' εἰρήνευσον ἐν πολέμοις τὸ πολίτευμα, καὶ κραταίωσον Βασιλεῖς οὓς ἠγάπησας, ὁ μόνος φιλάνθρωπος.

 
Οἱ Ἅγιοι Ἀδριανὸς καὶ Εὔβουλος

Οἱ Ἅγιοι αὐτοὶ μάρτυρες κατάγονταν ἀπὸ τὴν χώρα Βανέα (δηλαδὴ τὴν χώρα τῆς Ἀρμενίας γύρω ἀπὸ τὴν λίμνη Βᾶν). Αὐτοὶ λοιπόν, θέλησαν νὰ δοῦν ἀπὸ κοντὰ τοὺς Μάρτυρες καὶ Ὁμολογητές του Χριστοῦ τῆς Καισαρείας καὶ γι᾿ αὐτὸ ἀναχώρησαν γιὰ τὴν πόλη αὐτή.

Ἐκεῖ φανερώθηκαν ὅτι εἶναι χριστιανοὶ καὶ ἀμέσως ὁδηγήθηκαν στὸν ἄρχοντα Φιρμιλιανό, ὅπου μὲ πολὺ θάῤῥος ὁμολόγησαν τὸν Χριστό. Τότε τοὺς ἔδειραν ἀνελέητα στὴ ῥάχη καὶ τὰ πλευρά. Ἀλλὰ καὶ πάλι, ὅταν γιὰ δεύτερη φορὰ ὁδηγήθηκαν στὸν ἄρχοντα, ὁμολόγησαν τὸν Χριστό. Ἐξοργισμένος ὁ ἄρχοντας, τοὺς ἔριξε τροφὴ στὰ θηρία. Καὶ ὁ μὲν Ἀδριανός, θηριομάχησε μὲ λιοντάρι καὶ ἐπειδὴ στάθηκε ἀβλαβής, ἀποκεφαλίσθηκε. Τὴν ἴδια ἀκριβῶς διαδικασία ὑπέστη καὶ ὁ Εὔβουλος, τὸ τέλος καὶ αὐτοῦ ἦταν ὁ ἀποκεφαλισμός. Ἔτσι καὶ οἱ δυὸ μαζὶ πῆραν τὰ ἀμάραντα στεφάνια τῆς αἰώνιας δόξας.

 
Ὁ Ἅγιος Βλάσιος ὁ Βουκόλος

 


Ἦταν ἀπὸ τὴν Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας καὶ οἱ γονεῖς του, πλούσιοι σὲ κοπάδια βοδιῶν, διακρίνονταν γιὰ τὴν εὐσέβεια καὶ τὶς ἐλεημοσύνες τους. Ἀκόμα θερμότερος στὴν πίστη καὶ προθυμότερος στὸ καλό, ὁ γιός ἦταν ἡ παρηγοριὰ πολυάριθμων φτωχῶν καὶ ὀρφανῶν, γιὰ τοὺς ὁποίους διέθετε κάθε χρόνο ὅλα τὰ εἰσοδήματα τῆς δουλειᾶς του.

Κάποτε γιὰ ἐπαγγελματικοὺς λόγους ἔφυγε ἀπὸ τὴν Καισάρεια. Αὐτὸ συνέβη ὅταν εἶχε κινηθεῖ φονικὸς διωγμὸς κατὰ τῶν χριστιανῶν, μεταξὺ τῶν ὁποίων πρῶτος καταζητήθηκε ὁ Βλάσιος. Ἔψαξαν παντοῦ, ἀλλὰ δὲν τὸν βρῆκαν πουθενά. Ὅταν ἐπέστρεψε, τοῦ ἀνέφεραν τὰ γεγονότα. Ἡ μητέρα τοῦ τὸν προέτρεπε νὰ φύγει γιὰ νὰ σωθεῖ. Ἀλλ᾿ ὁ Βλάσιος ἀρνήθηκε, μὲ τὴν σκέψη ὅτι θὰ ἦταν λιποτάκτης τῆς πίστης ἂν ἔφευγε γιὰ νὰ σωθεῖ. Καὶ ὅτι ἡ σωτηρία του αὐτὴ θὰ ἦταν ἄτιμη, τὴν στιγμὴ ποὺ στὸ βωμὸ τῆς πίστης θυσιάζονταν οἰκογενειάρχες.

Ἔμεινε λοιπὸν καὶ παρουσιάστηκε στὸ κριτήριο. Ἐκεῖ, μετὰ τὴν ἐπανειλημμένη ὁμολογία του καὶ τὴν σταθερὴ ἐπιμονή του σ᾿ αὐτή, βασανίστηκε φρικτά. Ἀλλὰ μὲ τὴν θαυμαστὴ ὑπομονή του, κέρδισε πολλοὺς ἀπὸ τοὺς ἐκεῖ παρευρεθέντες, οἱ ὁποῖοι μάλιστα ὁμολόγησαν τὴν ἀληθινὴ πίστη. Τέλος τὸ σῶμα του ὑπέκυψε στὸ θάνατο, ἡ νικηφόρα ὅμως ἄθλησή του ἀξιώθηκε νὰ πάρει τὸ λαμπρὸ καὶ ἀμάραντο στεφάνι τῆς αἰώνιας ζωῆς.

 
Ὁ Προφήτης Ἀζαρίας

Ἦταν γιὸς τοῦ Ὠδὴδ καὶ ἔζησε στὰ χρόνια της βασιλείας τοῦ Ἀσὰ (956 π.Χ.) γιοῦ καὶ διαδόχου του Ἀβία στὸ βασίλειο τοῦ Ἰούδα.

Ὁ Ἀσὰ ὑποστήριξε τὴν λατρεία τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ, ὀχύρωσε καλὰ τὴν Ἰουδαία καὶ ἐξόπλισε καὶ ἐκγύμνασε καλὰ 500.000 πολεμιστές. Σύμφωνα λοιπὸν μὲ τὴν διήγηση τοῦ βιβλίου Β´ Παραλειπομένων Κεφ. ιδ´ - ιε´, ἐξῆλθε κατὰ τῆς Ἰουδαίας Ζερᾶ ὁ Αἰθίοψ.

Λέγεται ὅτι πρόκειται γιὰ τὸν Φαραὼ Ὄσορκον Α´ τῆς 223 Αἰγυπτιακῆς δυναστείας, διάδοχό του Σησάκ, ποὺ νίκησε τὸν βασιλιὰ τοῦ Ἰούδα Ῥοβοάμ. Ὁ Φαραὼ διέθετε ἑκατομμύρια στρατοῦ καὶ 300 πολεμικὰ ἅρματα.

Ὁ Ἀσά, πρὸ τῆς μάχης, ἔκανε θερμότατη προσευχὴ πρὸς τὸν Θεό. Ὅταν λοιπόν, νίκησε, ὁ Ἀζαρίας, ἐμπνευσμένος ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο, πῆγε στὸν βασιλιὰ Ἀσὰ καὶ στὸ λαὸ καὶ εἶπε: «Ἀκούστε με σὺ ὁ βασιλιὰς Ἀσὰ καὶ ὅλος ὁ λαὸς τῶν φυλῶν τοῦ Ἰούδα καὶ τοῦ Βενιαμίν. Ὁ Κύριος θὰ εἶναι μαζί σας, ὅταν σεῖς θὰ προσέχετε νὰ εἶστε μαζί Του, λατρεύοντας τὸ ὄνομά Του καὶ τηρῶντας τὶς ἐντολές Του. Ὅταν Τὸν ζητᾶτε θὰ Τὸν βρίσκετε. Ἂν ὅμως Τὸν ἐγκαταλείψετε, θὰ σᾶς ἐγκαταλείψει καὶ Αὐτός». Λόγια πολυτιμότατα γιὰ κάθε Κράτος καὶ γιὰ κάθε λαό.

Ὁ Ἀζαρίας πέθανε εἰρηνικὰ καὶ τάφηκε στὸν ἀγρό του.

 
Οἱ Ἅγιοι Παῦλος καὶ Σίμων

Μαρτύρησαν διὰ ἀποκεφαλισμοῦ.

 
Ὁ Ὅσιος Κλαύδιος

Ἀπεβίωσε εἰρηνικά.

 
Οἱ Ἅγιοι Ἰωάννης, Σταμάτιος καὶ Νικόλαος, νεομάρτυρες ἐκ Σπετσῶν

 


Μαρτύρησαν γιὰ τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ στὴ Χίο τὸ 1822. Ἀπ᾿ αὐτούς, ὁ Σταμάτιος καὶ ὁ Ἰωάννης ἦταν ἀδέλφια. Ὁ πατέρας τους ὀνομαζόταν Θεόδωρος Γκίνης, ἡ δὲ μητέρα τους Ἀνεζώ.

Τὸ 1822 οἱ νέοι αὐτοί, μαζὶ μὲ ἄλλους πέντε καὶ τὸν συναθλητή τους Νικόλαο, μπῆκαν σ᾿ ἕνα πλοῖο φορτωμένο μὲ λάδι γιὰ νὰ τὸ ἐμπορευτοῦν σὲ διάφορα λιμάνια. Λόγω μεγάλης θαλασσοταραχῆς, προσάραξαν στὸν Τσεσμέ, μικρασιατικὴ παραλία ἀπέναντι ἀπὸ τὴν Χίο. Ὅταν βγῆκαν στὴν ξηρά, τοὺς φιλοξένησε κάποιος χριστιανός, ποὺ ἀργότερα τοὺς πρόδωσε στοὺς Τούρκους, μὲ ἀποτέλεσμα αὐτοὶ νὰ θανατώσουν δυὸ ἀπὸ τοὺς συντρόφους· δυὸ ἄλλοι διασώθηκαν ἀφοῦ ἔπεσαν στὴ θάλασσα καὶ συνελήφθηκαν οἱ Σταμάτιος, Ἰωάννης καὶ ὁ γέροντας πλοίαρχος Νικόλαος.

Στὶς 26 Ἰανουαρίου 1822 τοὺς παρουσίασαν στὸν πασὰ τῆς Χίου. Ὁ πασὰς ἀφοῦ τοὺς ἀνέκρινε, τοὺς μὲν Σταμάτιο καὶ Ἰωάννη ἔκλεισε στὴ φυλακή, τὸν δὲ γέροντα Νικόλαο ἀποκεφάλισε στὴν ἐκτὸς τοῦ Κάστρου πεδιάδα. Οἱ Τοῦρκοι ἀφοῦ δὲν κατάφεραν νὰ ἀλλαξοπιστήσουν τὰ δυὸ ἀδέλφια, στὸν ἴδιο τόπο ποὺ ἀποκεφάλισαν τὸν Νικόλαο, ἀποκεφάλισαν καὶ αὐτοὺς στὶς 3-2-1822.

Προηγουμένως, ὁ Σταμάτιος, ποὺ τότε ἦταν 18 χρονῶν καὶ ὁ Ἰωάννης, ποὺ ἦταν 22 χρονῶν, ἔστειλαν ἔγγραφη ἐξομολόγηση στὸν Μητροπολίτη Χίου, πῆραν τὴν εὐχή του, κατόρθωσαν νὰ κοινωνήσουν τῶν Ἀχράντων μυστηρίων καὶ ἔτσι ἔφυγαν γιὰ τὴν αἰώνια ζωὴ καθ᾿ ὅλα ἕτοιμοι.
 

 
Ὁ Ἅγιος Laurence (Ἀγγλος)

Λεπτομέρειες γιὰ τὴν ζωὴ αὐτοῦ τοῦ ἁγίου τῆς Ὀρθοδοξίας μπορεῖ νὰ βρεῖ ὁ ἀναγνώστης στὸ βιβλίο «Οἱ Ἅγιοι τῶν Βρεττανικῶν Νήσων», τοῦ Χριστόφορου Κων. Κομμοδάτου, ἐπισκόπου Τελμησσοῦ, Ἀθῆναι 1985.

 
Ὁ Ἅγιος Λαυρέντιος Ἀρχιεπίσκοπος Καντουαρίας

Ὁ Ἅγιος Λαυρέντιος ἦταν Ἀγγλοσάξονας καὶ ἔζησε περὶ τὰ μέσα τοῦ 6ου καὶ τὶς ἀρχὲς τοῦ 7ου αἰῶνα μ.Χ. Συνόδευσε τὸν Ἅγιο Αὐγουστίνο († 26 Μαΐου) καὶ ἐργάσθηκε γιὰ τὴν διάδοση τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως στὴ νότια Ἀγγλία. Ὁ Ἅγιος διαδέχθηκε στὴ θέση τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Καντουαρίας, τὸν Ἅγιο Αὐγουστίνο καὶ παρέμεινε στὸν θρόνο μέχρι τῆς κοιμήσεώς του, τὸ ἔτος 619 μ.Χ.

 
Ὁ Ὅσιος Ἀνσέριος ὁ Ἀπόστολος τῆς Δανίας καὶ τῆς Σκανδιναβίας

Ὁ Ἅγιος Ἀνσέριος γεννήθηκε στὴν Πικαρδία στὶς ἀρχὲς τοῦ 9ου αἰῶνα μ.Χ. Ἔμεινε ὀρφανὸς καὶ ἀνατράφηκε στὸ μοναστήρι τῆς Κορβίας, ὅπου καὶ ἔγινε μοναχὸς καὶ ἔλαβε τὴν ἐντολὴ νὰ ἐργασθεῖ ἱεραποστολικὰ στοὺς λαοὺς ποὺ δὲν εἶχαν γνωρίσει τὸν Χριστό. Ὁ Ἅγιος κήρυξε τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ στὶς χῶρες τὶς Βαλτικῆς. Λίγο ἀργότερα ἐκλέγεται Ἀρχιεπίσκοπος τῶν νέων χωρῶν, στὶς ὁποῖες ἐργάζεται ἱεραποστολικά, μὲ ἕδρα τὸ Ἀμβοῦργο. Τὸ ἱεραποστολικὸ ἔργο συνεχίζεται μέσα ἀπὸ τὴν ἄσκηση, τὴν προσευχή, τὴν ποιμαντικὴ δράση καὶ τὴ φιλανθρωπία.

Ὅταν, τὸ ἔτος 845 μ.Χ., τὸ Ἀμβοῦργο καταλαμβάνεται ἀπὸ τοὺς Νορμανδούς, ὁ Ἅγιος Ἀνσέριος ἀναγκάζεται νὰ ἐγκαταλείψει τὴν ἕδρα του προσωρινὰ καὶ νὰ περιοδεύσει στὶς χῶρες τοῦ Βορρᾶ. Μετὰ δύο χρόνια, ἐπέστρεψε στὴν ἕδρα του, ποὺ τώρα εἶχε συνενωθεῖ μὲ τὴν πόλη τῆς Βρέμης, μετὰ ἀπὸ ἀπόφαση τῆς Συνόδου τῆς Μαγεντίας. Ὁ Ἅγιος συνεχίζει τὴν ἱεραποστολικὴ δραστηριότητά του καὶ βαπτίζει Χριστιανὸ τὸν βασιλέα τῆς Δανίας Χόριχ καὶ τὸν διάδοχό του ποὺ ἦταν εἰδωλολάτρης καὶ εἶχε κινήσει διωγμὸ ἐναντίων τῶν Χριστιανῶν.
Ὁ Ὅσιος Ἀνσέριος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 865 μ.Χ.

 
Ὁ Ἅγιος Ρωμανὸς ὁ Πρίγκιπας

 


Ὁ Ἅγιος Ρωμανὸς τοῦ Οὔγκλιχ ἦταν υἱὸς τοῦ ἡγεμόνα Βλαντιμὴρ Κωνσταντίνοβιτς καὶ γεννήθηκε τὸ 1235 στὴ Ρωσία. Κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1285 μ.Χ.

 

 
Ὁ Ἅγιος Ἰάκωβος Ἀρχιεπίσκοπος Σερβίας

Ὁ Ἅγιος Ἰάκωβος ἔζησε στὴν Σερβία καὶ ἐξελέγη Ἀρχιεπίσκοπος αὐτῆς κατὰ τὸν 13ο αἰῶνα μ.Χ.

 
Ὁ Ἅγιος Συμεὼν ἐκ Ρωσίας 

Ὁ Ἅγιος Συμεὼν ἔζησε τὸν 13ο αἰῶνα μ.Χ. καὶ ἐξελέγη Ἐπίσκοπος τῆς πόλεως Τβὲρ τῆς Ρωσίας. Κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1289.

 
Ὁ Ὅσιος Σάββας ὁ Πνευματικὸς

Εἶναι ἄγνωστος ὁ τόπος καταγωγῆς τοῦ Ὁσίου Σάββα. Ἀσκήτεψε στὴν ἱερὰ μονὴ τοῦ Τιμίου Προδρόμου τῆς νήσου τῶν Ἰωαννίνων περὶ τὰ μέσα τοῦ 15ου αἰῶνα μ.Χ. καὶ ὑπῆρξε πνευματικὸς καθοδηγητὴς τῶν Ὁσίων Νεκταρίου καὶ Θεοφάνους τῶν Ἀψαράδων († 17 Μαΐου). Ἦταν γόνος ἀρχοντικῆς οἰκογένειας καὶ ἀπὸ μικρὴ ἡλικία ἀγάπησε τὴν πτωχεία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ ἔζησε μέχρι τὴν τελευταία του πνοὴ ὡς ἕνας ταπεινὸς καὶ πτωχὸς ἐρημίτης. Ποτὲ δὲν εἶδαν τὸν Ὅσιο νὰ θυμώσει, νὰ κατακρίνει καὶ νὰ μνησικακεῖ, ἐνῶ ἡ καρδιά του πλημμύριζε ἀπὸ ταπείνωση, γιὰ τὴν ὁποία ὁ ἴδιος ἔλεγε: «Ἡ ταπεινοφροσύνη εἶναι ἡ πέτρα ἡ στερεὰ καὶ ἄρρηκτη ἐπὶ τῆς ὁποίας οἰκοδομεῖται ἡ πνευματικὴ ζωή».

Ὁ ἀσκητικός του βίος ἦταν πολὺ αὐστηρός. Κάθε βράδυ προσευχόταν μέχρι τὸ πρωί. Ἡ τροφή του ἦταν ἐλάχιστη καὶ λιτή. Κρέας, ψάρι καὶ τυρὶ δὲν δέχθηκε ποτὲ στὸ τραπέζι του, ἐνῶ ποτὲ δὲν ἔριξε στὸ φαγητό του σταγόνα ἀπὸ λάδι.
Ὁ Ὅσιος Σάββας κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη στὶς 9 Ἀπριλίου τοῦ ἔτους 1505. Ὅταν παρέδωσε τὴν ψυχή του στὸν Κύριο, ἄρρητη εὐωδία ἀνέβλυσε ἀπὸ τὸ τίμιο σκήνωμά του. Ὁ Ὅσιος ἐνταφιάσθηκε στὴ μονὴ τοῦ Τιμίου Προδρόμου τῆς νήσου τῶν Ἰωαννίνων. Στὴ μονὴ Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος, Ρουσάνου Μετεώρων φυλάσσεται μὲ εὐλάβεια ἱερὸ λείψανο τοῦ Ὁσίου.

 
Ὁ Ὅσιος Παῦλος ἐκ Ρωσίας

Ὁ Ὅσιος Παῦλος, μαθητὴς τοῦ Ἁγίου Παϊσίου (Βελιτσκόφσκυ) ἀσκήτεψε στὴ μονὴ Σιμονὼφ τῆς Ρωσίας καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1825.

 
Ὁ Ἅγιος Νικόλαος ὁ Ἰσαπόστολος

Ὁ Ἅγιος Νικόλαος, κατὰ κόσμο Ἰωάννης Ντιμιτρέβιτς Κασάτκιν, γεννήθηκε τὴν 1η Αὐγούστου 1836 στὸ χωριὸ Μπεργιοζόβσκυ τοῦ Μπέλκ, κοντὰ στὴν περιοχὴ τοῦ Σμολένκ. Οἱ γονεῖς του ὀνομάζονταν Δημήτριος καὶ Ξένη καὶ ἦσαν εὐσεβεῖς καὶ φιλόθεοι. Ἔτσι ὁ Ἅγιος ἀγάπησε τὸν ἐκκλησιαστικὸ βίο ἀπὸ τὴν παιδική του ἡλικία καὶ ἔκανε τὰ πρῶτα βήματά του μέσα στὴν Ἐκκλησία μὲ τὴν βοήθεια τοῦ πατέρα του, ὁ ὁποῖος ἦταν ἱερεύς. Ὅταν ὁ Ἰωάννης μεγάλωσε, πῆγε στὸ τοπικὸ δημοτικὸ σχολεῖο καὶ μετὰ στὸ ἐκκλησιαστικὸ σεμινάριο τοῦ Μελίνσκι. Ἀφοῦ ἀποφοίτησε μεταξὺ τῶν πρώτων, συνέχισε τὶς σπουδές του στὴ θεολογικὴ ἀκαδημία τῆς Ἁγίας Πετρουπόλεως, ἀπὸ τὴν ὁποία τελείωσε τὸ ἔτος 1861.

Στὴν Ἰαπωνία, λίγο μετὰ τὴν ἄφιξη τῶν Πορτογάλων Ἰησουϊτῶν στὸ νότιο ἄκρο τὸν 17ο αἰῶνα, οἱ Ὀλλανδοὶ ἔμποροι εἶχαν πείσει τὴν κυβέρνηση πὼς πρέπει ἡ χώρα νὰ προφυλαχθεῖ ἀπὸ τὴν ὀλέθρια ἐπιρροὴ τῶν ξένων. Τὸ ἀποτέλεσμα ἦταν νὰ κλείσουν τὰ λιμάνια γιὰ ὅλους ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς ἐμπόρους αὐτούς. Γιὰ διακόσια χρόνια κράτησε ἡ πολιτικὴ τοῦ ἀπομονωτισμοῦ, ποὺ ἄρχισε σιγὰ – σιγὰ νὰ ὑποχωρεῖ. Ἔτσι δόθηκε στὸν Ἅγιο Νικόλαο ἡ εὐκαιρία νὰ κηρύξει τὸ Εὐαγγέλιο στὴν Ἄπω Ἀνατολή.

Στὸ Χακοντάτε, λιμάνι τῆς βόρειας Ἰαπωνίας, ἐγκαταστάθηκε Ρωσικὴ Πρεσβεία καὶ τὸ προσωπικό της χρειαζόταν ἐφημέριο. Ὁ Ἰωάννης, ποὺ πρὶν τελειώσει τὴν ἀκαδημία εἶχε καρεῖ μοναχός, εἶχε μετονομασθεῖ σὲ Νικόλαο καὶ εἶχε χειροτονηθεῖ Πρεσβύτερος τὸ 1860 ἀπὸ τὸν Μητροπολίτη Νόβγκοροντ καὶ Ἁγίας Πετρουπόλεως Γρηγόριο, ἦταν ἐκεῖνος ποὺ μὲ χαρὰ δέχθηκε νὰ ἐργαστεῖ ἱεραποστολικὰ στὴν Ἰαπωνία. Καὶ ἔτσι τὸ 1861, σὲ ἡλικία 26 ἐτῶν, ὁ νεαρὸς ἱερομόναχος ξεκίνησε χωρὶς συνοδεία καὶ ταξίδεψε στὴν Σιβηρία. Ἔτσι ἔφθασε στὸ Χακοντάτε ὡς ἐφημέριος τοῦ διπλωματικοῦ σώματος. Ἀπὸ ἐκεῖ ἔστειλε γράμμα στὸν Μητροπολίτη τῆς Ἁγίας Πετρουπόλεως περιγράφοντας τὸν πολιτισμό, τὴν εὐγένεια καὶ τὸν λεπτὸ χαρακτῆρα τῶν Ἰαπώνων. Τοὺς θαύμαζε γι’ αὐτὰ καὶ ὅμως συγχρόνως τοὺς λυπόταν, ἐπειδὴ τοὺς ἔλειπε τὸ κυριότερο: ἡ Ὀρθόδοξη πίστη.

Στὸ Χακοντάτε δὲν τὸν εἶχαν ὑποδεχθεῖ θερμὰ οὔτε οἱ Ρώσοι οὔτε οἱ Ἰάπωνες. Εἰδικὰ οἱ τελευταῖοι, ἐξ’ αἰτίας τοῦ χρόνιου ἀπομονωτισμοῦ τους, δὲν εἶχαν τὴν διάθεση νὰ ἀκούσουν τὸ κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου. Αὐτὸ ἀποθάρρυνε κάπως τὸ Νικόλαο. Στὶς 9 Σεπτεμβρίου τοῦ 1861, ὅμως, δέχθηκε τῆς ἐπίσκεψη τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἰννοκεντίου, ἱεραποστόλου τῆς Ἀμερικῆς. Ἐκεῖνος τὸν ἐπετίμησε γιὰ τὸν φθίνοντα ἐνθουσιασμό του καὶ τὸν συμβούλεψε νὰ μάθει τὴν ἰαπωνικὴ γλῶσσα. Ἔτσι καὶ ἔγινε. Ὁ Ἅγιος Νικόλαος ἔμαθε τὴν γλῶσσα καὶ ἄρχισε νὰ κηρύττει. Κάποια βραδιά, λοιπόν, καθὼς μελετοῦσε στὸ κελί του, βλέπει ἕνα σαμουράϊ νὰ ὁρμᾶ στὸ δωμάτιό του μὲ τὸ σπαθὶ στὸ χέρι. Θὰ τὸν ἔσφαζε, τοῦ εἶπε, ἐὰν δὲν σταματοῦσε νὰ «διαφθείρει» μὲ τὰ κηρύγματά του τοὺς ντόπιους. Ταπεινὰ ὁ Ἅγιος Νικόλαος δέχθηκε νὰ πεθάνει, ἂν ὅμως πρῶτα ὁ ἐπίδοξος δολοφόνος του θὰ μάθαινε τί μελετοῦσε τὴν ὥρα ἐκείνη. Ὁ σαμουράϊ ἄφησε τὸ σπαθί του, γιὰ νὰ ἀκούσει τί εἶχε νὰ τοῦ πεῖ ὁ Ἅγιος. Καὶ ἔτσι αὐτὸς ἄρχισε νὰ τοῦ ἐξηγεῖ τὴν δημιουργία τοῦ σύμπαντος ἀπὸ τὸν Θεό, τὸ σχέδιο τῆς Θείας Οἰκονομίας καὶ πῶς ὁ Χριστὸς ᾖλθε στὸν κόσμο γιὰ νὰ σώσει τὸν ἄνθρωπο. Τὸ ἀποτέλεσμα ἦταν, ὁ παραλίγο δήμιός του νὰ κατηχηθεῖ καὶ νὰ βαπτισθεῖ. Λίγα χρόνια ἀργότερα ὁ σαμουράϊ Τακούμα Σαβάμπε ἔγινε ὁ πατὴρ Παῦλος, ὁ πρῶτος Ὀρθόδοξος Ἰάπωνας ἱερέας. Ἀκολούθησαν χρόνια ἱεραποστολικῆς δράσεως, μεταφράσεως λειτουργικῶν βιβλίων καὶ τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ ἔντονης κατηχητικῆς διακονίας.

Τὸ ἔτος 1880, μετὰ ἀπὸ πολλὰ χρόνια ἱεραποστολικῆς δράσεως, ἐξελέγη καὶ χειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος τῆς Ὀρθόδοξης Ἰαπωνικῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσικῆς Διασπορᾶς. Τὸ ἱεραποστολικό του ἔργο ἦταν πολὺ μεγάλο. Κατήχησε καὶ βάπτισε χιλιάδες ἀνθρώπους. Φρόντισε γιὰ τὴν ἀνέγερση ναῶν, τὴν πνευματικὴ καλλιέργεια καὶ τὴν λειτουργικὴ ἀγωγὴ τοῦ ἐφημεριακοῦ κλήρου. Ὁ ἴδιος ἔλεγε χαρακτηριστικά: «Ὁ Ὀρθόδοξος ἱεραπόστολος ὀφείλει νὰ ἔχει ἀνοιχτὲς τὶς πόρτες τοῦ σπιτιοῦ του, γι’ αὐτοὺς ποὺ ἐπιθυμοῦν μία προσωπικὴ ἐπικοινωνία καὶ νὰ μεταβαίνει πρόθυμα ὅπου ὑπάρχει δυνατότητα μεταδόσεως τοῦ Εὐαγγελίου».
Ὁ Ἅγιος Νικόλαος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1912.

 

Προσευχή σε Απειλή Σεισμού

                                          
 Θεός ὁ μέγας, καί φοβερός, καί θαυμαστός, ὁ μόνος ἀληθινός, ὁ ποιῶν πάντα καί μετασκευάζων, ὁ ἐπιβλέπων ἐπί τήν γῆν καί ποιῶν αὐτήν τρέμειν, 
ὁ ἁπτόμενος τῶν ὀρέων καί καπνίζονται, ὁ σείων τήν ὑπ’ οὐρανόν ἐκ θεμελίων, οἱ δέ στύλοι αὐτῆς οὐ σαλεύονται, ὁ τά θεμέλια της γής σαλεύων, 
ἤδρασται δέ τῷ σῶ νεύματι, ὄν πάντα φρίσσει καί τρέμει ἀπό προσώπου τῆς δυνάμεώς Σου, ὅτι ἀνυπόστατος ἡ ὀργή τῆς ἐπί ἠμᾶς τούς ἁμαρτωλούς ἀπειλῆς 
Σου, 
ἀμέτρητον τέ καί ἀνεξιχνίαστον τό ἔλεος τῆς ἐπαγγελίας Σου, αὐτός μνήσθητι τῶν οἰκτιρμῶν Σου, Κύριε, καί τά ἐλέη Σου παρασχου ἠμίν, ὅτι ἀπό τοῦ αἰῶνος εἰσί, 
στήριξον τήν κτίσιν, στερέωσον τήν γῆν, παῦσον τόν κλόνον αὐτῆς, ἔδρασον τήν δονηθείσαν οἰκουμένην, καί μή συναπολέσης ἠμᾶς ταῖς ἀνομίαις ἠμῶν, 
μηδέ καταδικάσης ἠμᾶς ταῖς ἁμαρτίαις ἠμῶν, ἐν τοῖς κατωτάτοις τῆς γής.

τι σύ εἰ ὁ Θεός ἠμῶν, Θεός τοῦ ἐλεεῖν καί σώζειν, καί σύ τήν δόξαν ἀναπέμπομεν, 
τῷ Πατρί καί τῷ Υἱῶ καί τῷ Ἁγίω Πνεύματι, νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.


                                      
                                                      
                                                      

Είκοσι πρακτικές συμβουλές για να ταπεινωθείς


1. Σε ξέχασαν; Δε σε πήραν ούτε ένα τηλέφωνο; Δεν πειράζει. Και προπαντός μην παραπονείσαι.
2. Σε αδίκησαν; Ξέχασέ το.
3. Σε περιφρόνησαν; Να χαίρεσαι.
4. Σε κατηγορούν; Μην αντιλέγεις.
5. Σε κοροϊδεύουν; Μην απαντάς.
6. Σε βρίζουν; Σιωπή και προσευχή.
7. Σου αφαιρούν το λόγο; Σε διακόπτουν; Μη λυπάσαι.
8. Σε κακολογούν; Μην αντιμάχεσαι.
9. Σου μεταδίδουν ευθύνες τα παιδιά σου; Οι συγγενείς σου, οι δικοί σου οι άνθρωποι; Μη διαμαρτύρεσαι.
10. Θυμώνουν μαζί σου; Να παραμένεις ήρεμος.
11. Σου κλέβουν φανερά; Κάνε τον τυφλό.
12. Σε ειρωνεύονται; Να μακροθυμείς.
13. Δεν ακούνε τις συμβουλές σου; Ιδίως δεν ακούνε τις συμβουλές σου τα παιδιά σου; Πέσε στα γόνατα και κάνε προσευχή.
14. Εκνευρισμός στο αντρόγυνο; Εσύ φταις. Κι εσύ φταις. Όχι ο άλλος.
15. Έφταιξες; Ζήτησε συγγνώμη.
16. Δεν έφταιξες; Πάλι ζήτησε συγγνώμη.
17. Έχεις υγεία; Δόξαζε τον Θεόν.
18. Έχεις αρρώστια; Έχεις καρκίνο, ταλαιπωρείσαι, υποφέρεις, βασανίζεσαι, πονάς; Δόξαζε τον Θεόν.
19. Γκρίνια, ανεργία, φτώχεια μέσα στο σπίτι; Νήστευσε. Αγρύπνησε. Κάνε προσευχή.
20. Για όλους και για όλα προσευχή. Πολλή προσευχή. Πολλή προσευχή. Νηστεία και προσευχή διότι “τούτο το γένος των παθών και των δαιμόνων ουκ εκπορεύεται παρά μόνο με νηστεία και προσευχή”...

πηγή

Πατρών Χρυσόστομος - Τα χρήματα της Εκκλησίας ανήκουν στον λαό, ένα Ράσο μας αρκεί !!

  Μητροπολίτης Πατρών Χρυσόστομος: «Τα χρήματα της Εκκλησίας ανήκουν στον λαό – Όλα είναι διάφανα» Σε μια ομιλία με έντονο το στοιχείο της δ...