Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 01, 2012

Η Υπαπαντή του Χριστού, του Μητροπολίτου Σουρόζ (†)Αντωνίου,


Η Υπαπαντή του Χριστού
του μακαριστού Μητροπολίτου Σουρόζ
 (†)Αντωνίου Bloom 
Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ἡμέρα Κυρίου», ἐκδ. Ἀκρίτας
Νῦν ἀπολύεις τὸν δοῦλόν σου, δέσποτα, κατὰ τὸ ρῆμα σου ἐν εἰρήνῃ· ὅτι εἶδον οἱ ὀφθαλμοί μου τὸ σωτή ριόν σου, ὃ ἡτοίμασας κατὰ πρόσωπον πάντων τῶν λαῶν, φῶς εἰς ἀποκάλυψιν ἐθνῶν καὶ δόξαν λαοῦ σου Ἰσραήλ» (Λκ. 2. 29 32)
Tὰ λόγια τοῦ Ἁγίου Συμεών σημειώνουν τὸ τέλος μιᾶς μακρᾶς περιόδου, χιλιάδων χρόνων κατὰ τὴ διάρκεια τῶν ὁποίων οἱ ἄνθρωποι ζοῦσαν χωρὶς τὸ Θεό· εἶχαν περάσει χιλιά δες χρόνια ἀπὸ τότε ποὺ ὁ Ἀδὰμ εἶχε χύσει τὸ πρῶτο του δάκρυ, ἀπὸ τότε ποὺ εἶχε θρηνήσει γιὰ πρώτη φορὰ πάνω στὴ γῆ ἐκείνη στὴν ὁποία δὲν εὕρισκες πιὰ τὸ Θεὸ ἀνάμεσα στὰ πλάσματά Του.
Ὁλόκλη ρη ἡ γῆ, ὅλο τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων ποθοῦσε τὴν ἡμέρα ἐκείνη ποὺ ἐπιτέλους θὰ συναντοῦσε γιὰ μιὰ ἀκόμη φορὰ τὸ Θεό του πρόσωπο μὲ πρόσωπο. Νά λοιπὸν ποὺ ἡ μέρα ἐκείνη εἶχε φτάσει: ὁ Θεὸς ἔγινε ἄνθρωπος μέσα σὲ μιὰ φάτνη στὴ Βηθλεέμ· ὁ Αἰώνιος μπῆκε μέσα στὸ χρόνο· ὁ Ἀπεριχώρητος καὶ Ἀτελεύτητος ὑπάχθηκε στοὺς περιορισμοὺς τῆς κτιστῆς μας κατάστασης.
Αὐτὸς ποὺ εἶναι ἡ ἴδια ἡ ἁγιότητα μπῆκε στὸν κόσμο τῆς ἁμαρτίας τὴ μέρα τοῦ βαπτίσματός Του μὲ τὸ νὰ βυθιστεῖ στὰ φοβερὰ νερὰ τοῦ Ἰορδάνη μέσα στὰ ὁποῖα οἱ ἄνθρωποι εἶχαν ἀποπλύνει τὰ ἁμαρτήματά τους· βυθίστηκε στὰ νερὰ τοῦ ποταμοῦ σὰν μέσα στὰ νεκρὰ νερὰ τῆς μυθολογίας καὶ τῶν παραμυθιῶν καὶ βγῆκε φορτισμένος μὲ τὴ νέκρα καὶ τὴ θνητότητα τῶν ἀνθρώπων τοὺς ὁποίους εἶχε ἔλθει νὰ σώσει.
Σήμερα θυμόμαστε τὴν Ὑπαπαντὴ τοῦ Κυρίου, τὴ συνάντησή Του μὲ τὸ πρῶτο πρόσωπο, ἐκτὸς ἀπὸ τὴ Μητέρα Του, τὸ ὁποῖο μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος Τὸν εἶχε διαισθανθεῖ ὡς Θεό. Ἡ τραγωδία τῆς ἀποστέρησης τοῦ Θεοῦ τὴν ὁποία βρίσκουμε στὴν Παλαιὰ Διαθήκη καὶ τὸν εἰδωλολατρικὸ κόσμο ἔχει τελειώσει· ὁ Κύριος εἶναι μαζὶ μὲ τὸ λαό Του·  ἡ πληρότητα τῆς Θεότητας κατοικεῖ πάνω στὴ γῆ αὐτή.
Μιὰ νέα ὅμως τραγωδία ἀρχίζει, ἡ πορεία τοῦ Θεανθρώπου πρὸς τὸ Σταυρό. Ὁ Χριστὸς γεννήθηκε στὴ χώρα τοῦ θανάτου καὶ μὲ σκοπό Του νὰ πεθάνει. Γεννήθηκε μὲ σκοπό Του νὰ πεθάνει γιὰ χάρη μας.  Ἂν προσέξατε τὰ ἀναγνώσματα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης τὰ ὁποῖα διαβάζονται γιὰ τὴ γιορτὴ αὐτὴ εἶναι πιθανὸ νὰ καταλάβατε τοὺς λόγους γιὰ τοὺς ὁποίους θεσπίστηκε.
Στὸ δέκατο τρίτο κεφάλαιο τῆς Ἐξόδου διαβάζουμε ὅτι ὁ Θεὸς ζήτησε ἀπὸ τὸ Μωυσῆ τὴν καθιέρωση τοῦ κάθε πρωτότοκου ἀγοριοῦ, τὴν προσφορὰ τοῦ παιδιοῦ σὰν μιὰ θυσία σὲ μνήμη τοῦ γεγονότος ὅτι ὁ Ἰσραὴλ σώθηκε ἀπὸ τὴ δουλεία τῶν Αἰγυπτίων μέσῳ τοῦ θανάτου ὅλων τῶν πρωτοτόκων τῆς Αἰγύπτου.
Ἡ παρουσίαση αὐτὴ τοῦ κάθε πρωτότοκου βρέφους στὸ Ναὸ δὲ σήμαινε μιὰ πλήρη ἀφιέρωση στὸ Θεό: τὰ παιδιὰ αὐτὰ ἐπέστρεφαν στὴ συνέχεια πίσω στὴν καθημερινὴ κοσμικὴ ζωή. Ἡ παρουσία σήμαινε τὴν ἄφεσή τους στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, σήμαινε ὅτι ὁ Θεὸς εἶχε πάνω τους δικαίωμα ζωῆς καὶ θανάτου καὶ τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἀναγνωριζόταν ἀπὸ τὸ ὅτι οἱ γονεῖς πλήρωναν γιὰ τὸ παιδὶ σὰν λύτρα ἕνα ἀμνὸ ἢ ἕνα ζεῦγος περιστεριῶν.
Ὁ πρωτότοκος ἦταν πραγματικὰ μιὰ αἱματηρὴ θυσία ἡ ὁποία ἀναβαλλόταν ἀπὸ αἰώνα σὲ αἰώνα μέχρι τὴ μέρα ποὺ ὁδηγήθηκε στὸ ναὸ ὁ Μονογενὴς Γιὸς τοῦ Θεοῦ ποὺ εἶχε γίνει Γιὸς τῆς Παρθένου, ὁ «υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου». Καὶ γιὰ πρώτη φορὰ στὴν ἀνθρώπινη ἱστορία ἡ αἱματηρὴ αὐτὴ θυσία ἔγινε δεκτὴ ἀπὸ τὸ Θεὸ παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ ἀντικατάστατο τῆς θυσίας εἶχε προσφερθεῖ, αὐτὴ τὴ μοναδικὴ φορὰ ὁ Θεὸς Πατέρας δέχτηκε καὶ τὸν ἴδιο τὸ θάνατο τοῦ Βρέφους.
Ἡ θυσία ἔπρεπε νὰ περιμένει τὸν καιρό της· πέρασαν κάπου τριάντα χρόνια ἀπὸ τὴν παρουσίαση τοῦ βρέφους μέχρι τὸ θάνατο τοῦ ὥριμου Ἰησοῦ· ἡ θυσία ὅμως εἶχε γίνει δεκτὴ καί, ὅταν ἦλθε ὁ καιρός, τὸ βρέφος ποὺ εἶχε προσφερθεῖ ἀπὸ τὴν Παρθένο Μαρία πέθανε στὸ Γολγοθὰ πάνω σ’ ἕνα σταυρό.
Ἐνῷ ὁ Ἅγιος Συμεὼν διακήρυττε τὴ λύτρωση τοῦ κόσμου ἀπὸ τὴ μακραίωνη ἀποξένωσή του ἀπὸ τὸ Θεὸ ἔδινε ταυτόχρονα καὶ στὴ Θεομήτορα τὴ φοβερὴ προειδοποίηση ὅτι μιὰ ρομφαία θὰ διαπερνοῦσε καὶ τὴ δική της τὴν καρδιά, ὅτι ἡ θυσία ποὺ ἀναστελλόταν γιὰ τὴ στιγμὴ ἐκείνη θὰ φανερωνόταν κάποια μέρα σὰν θεϊκὴ βουλὴ καὶ θὰ ἀποτελοῦσε ἕνα τραγικὸ μονοπάτι γιὰ τὸ Χριστὸ καὶ γιὰ ἐκείνη (Λκ. 2. 34, 35).
Ὁ Χριστὸς ἀκολούθησε πραγματικὰ τὸ τραγικὸ αὐτὸ μονοπάτι, τὸ μονοπάτι τῆς ἀνθρώπινης καὶ τῆς Θείας ἐγκατάλειψης, τὴν ὁδὸ πρὸς τὸν Κῆπο τῆς Γεθσημανῆ καὶ τὸ θάνατο τοῦ Γολγοθᾶ. Ὁ θάνατός Του ἦταν μιὰ καταπάτηση τοῦ θανάτου ἐφ’ ὅσον ἀναστήθηκε ζωντανὸς ἀπὸ τὸ μνῆμα. Ἔπειτα ἀναλήφθηκε μὲ δόξα καὶ μᾶς ἔδωσε τὸ Ἅγιό Του Πνεῦμα καὶ ὅμως οὔτε καὶ τότε δὲν ἐξαλείφεται τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ καὶ ἡ τραγωδία τοῦ κόσμου δὲ φτάνει στὸ τέλος της.
Ὁ ἐγερθεὶς Χριστὸς ἔχει στὰ χέρια καὶ στὰ πόδια Του τὰ σημάδια ἀπὸ τὰ καρφιά, στὴν πλευρὰ τὴν οὐλὴ ἀπὸ τὴ λόγχη καὶ στὸ μέτωπό Του τὰ σημάδια ἀπὸ τὴν κορώνα τὴν ὁποία Τοῦ εἶχαν φορέσει κοροϊδευτικά, τὸ στεφάνι ποὺ ἀντὶ νὰ εἶναι βασιλικὸ εἶχε γίνει ἀπὸ ἀγκάθια.
Γινόμαστε κι ἐμεῖς μέτοχοι τῆς σταυρικῆς αὐτῆς ὁδοῦ: ὁ καθένας ἀπὸ μᾶς παρουσιάστηκε στὴν ἐκκλησία ὕστερα ἀπὸ τὸ Βάπτισμά του· τότε διαβάστηκαν προσευχὲς γιὰ τὶς μητέρες μας καὶ γιὰ μᾶς καὶ ἡ ἐκκλησία ἐπικαλέστηκε τὸν Κύριο, τὸν Προστάτη τῶν νηπίων ποὺ εἶχε ὁ ἴδιος κρατηθεῖ στὶς ἀγκάλες τοῦ Ἁγ. Συμεών, ζητώντας ἔλεος καὶ συμπα­ράσταση.
Αὐτὸ ἔγινε κατ’ εἰκόνα τῆς παρουσίασης τοῦ Χριστοῦ· πρὶν ἀπὸ αὐτὸ εἴχαμε βαπτιστεῖ καὶ τὸ Βάπτισμα σύμφωνα μὲ τὸν Ἀπ. Παῦλο (Ρωμ. 6. 3 11) καὶ τὴν πίστη τῆς Ἐκκλησίας εἶναι μιὰ καταβύθιση στὸ θάνατο τοῦ Χριστοῦ ὥστε νὰ τὸν κάνει δικό μας θάνατο, μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ποὺ ἡ Ἀνάστασή Του γίνεται δική μας ἀνάσταση.
Ἐμεῖς λοιπὸν ποὺ ἔχουμε πεθάνει μὲ τὸ θάνατο τοῦ Χριστοῦ καὶ ἐγερθεῖ μὲ τὴν Ἀνάστασή Του ὁδηγούμαστε στὸ ναὸ ὅπως εἶχε ὁδηγηθεῖ κι Ἐκεῖνος, αἰώνιοι καὶ ἐν τούτοις ὑποκείμενοι στὴν τραγωδία τοῦ χρόνου, ζωντανοὶ ἀλλὰ προορισμένοι γιὰ τὸ θάνατο. Ὁ Χριστὸς ἦταν ζωντανὸς στὴν αἰώνια θεότητά Του καὶ τὴν ἀθάνατη ἀνθρώπινη σάρκα Του, ὅμως δέχτηκε τὸ θάνατο τῆς σάρκας Του γιὰ νὰ κοινωνήσει σὲ ὅλα μὲ τὴ δική μας ἁμαρτωλὴ σάρκα. Μὲ παρόμοιο τρόπο ὕστερα ἀπὸ τὴ συνανάστασή μας μαζί Του ὁ Χριστὸς μᾶς ἀποστέλλει – ὅπως προηγουμένως ὁ Πατέρας εἶχε στείλει Ἐκεῖνον – στὴ σφαίρα τῆς ἁμαρτίας γιὰ νὰ σηκώσουμε στὰ σώματα, τὶς ψυχὲς καὶ ὁλόκληρη τὴν ὕπαρξή μας τὸ σταυρὸ τοῦ κόσμου ὁ ὁποῖος ἔχει πέσει καὶ ἐξαγοραστεῖ ἀλλὰ ποὺ δὲν ἔχει ἀπολυτρωθεῖ ἀκό μα.
Σύμφωνα μὲ τὰ λόγια τοῦ Ἀπ. Παύλου καλούμαστε νὰ ἀνταναπλη­ρώσουμε στὰ σώματά μας τὰ ὑστερήματα τῶν θλίψεων τοῦ Χριστοῦ (Κολ. 1. 24) – κι ἐπειδὴ εἴμαστε τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἐπειδὴ εἴμαστε ἕνα μαζί Του, ἡ τραγωδία τὴν ὁποία ὁ ἐρχομός Του ἀπάλειψε ἀπὸ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη καὶ τὸν κόσμο τῆς ἀρχαιότητας καὶ ἡ ὁποία ἔγινε κατόπιν ἡ δική Του τραγωδία συνεχίζεται μέσα σ’ ἐμᾶς σὲ ὅλους τοὺς αἰῶνες.
Ὁ Πατριάρχης Ἀλέξιος (1877  1970. Ἔγινε Πατριάρχης Μόσχας τὸ 1945) εἶχε πεῖ μιὰ φορὰ ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ τὸ ὁποῖο, ἐνῷ συνεχῶς οἱ ἄνθρωποι ἀπορρίπτουν, σταυρώνεται κατὰ τὴ διάρκεια τῶν αἰώνων γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ κόσμου. Αὐτὸς εἶναι ὁ δρόμος τῆς Ἐκκλησίας, αὐτὸς εἶναι ὁ δικός μας ὁ δρόμος, αὐτὸ εἶναι τὸ μήνυμα τὸ ὁποῖο μᾶς φέρνει ἡ ἔνδοξη μὰ τρομακτικὴ αὐτὴ γιορτὴ τῆς Ὑπαπαντῆς τοῦ Κυρίου ἀπὸ τὸ δίκαιο Συμεών.
Πλησιάζουμε στὶς ἑβδομάδες ἐκεῖνες οἱ ὁποῖες μᾶς προπαρασκευάζουν γιὰ τὴν Τεσσαρακοστή, τὴν Ἁγία Ἑβδομάδα καὶ τὴν Ἀνάσταση· εἴμαστε ἤδη κοινωνοὶ τοῦ Θανάτου καὶ τῆς Ἀνάστασης τοῦ Χριστοῦ καὶ ὅμως ὀφείλουμε ξανὰ καὶ ξανὰ νὰ ἀκολουθήσουμε τὸ μονοπάτι· αὐτὸ τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας καὶ νὰ τὸ κάνουμε τρόπο ζωῆς μας πάντοτε, ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, ὅπου καὶ ἂν συμβεῖ νὰ βρεθοῦμε: εἴμαστε τὸ σταυρωμένο Σῶμα τοῦ Χριστοῦ τὸ ὁποῖο προσφέρεται ἀπὸ τὸ Θεό, τὸ ὁποῖο πέρα κι ἀπ’ αὐτό, καθ’ ὁμοίωση τοῦ Χριστοῦ, προσφέρει τὸ ἴδιο τὸν ἑαυτό του γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ κόσμου.

H Ὑπαπαντὴ τοῦ Χριστοῦ


Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh (1914- 2003))






Νῦν ἀπολύεις τὸν δοῦλόν σου, δέσποτα, κατὰ τὸ ρῆμα σου ἐν εἰρήνῃ· ὅτι εἶδον οἱ ὀφθαλμοί μου τὸ σωτήριόν σου, ὃ ἡτοίμασας κατὰ πρόσωπον πάντων τῶν λαῶν, φῶς εἰς ἀποκάλυψιν ἐθνῶν καὶ δόξαν λαοῦ σου Ἰσραήλ» (Λκ. 2. 29­32)

Tὰ λόγια τοῦ Ἁγίου Συμεών σημειώνουν τὸ τέλος μιᾶς μακρᾶς περιόδου, χιλιάδων χρόνων κατὰ τὴ διάρκεια τῶν ὁποίων οἱ ἄνθρωποι ζοῦσαν χωρὶς τὸ Θεό· εἶχαν περάσει χιλιάδες χρόνια ἀπὸ τότε ποὺ ὁ Ἀδὰμ εἶχε χύσει τὸ πρῶτο του δάκρυ, ἀπὸ τότε ποὺ εἶχε θρηνήσει γιὰ πρώτη φορὰ πάνω στὴ γῆ ἐκείνη στὴν ὁποία δὲν εὕρισκες πιὰ τὸ Θεὸ ἀνάμεσα στὰ πλάσματά Του.

Ὁλόκληρη ἡ γῆ, ὅλο τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων ποθοῦσε τὴν ἡμέρα ἐκείνη ποὺ ἐπιτέλους θὰ συναντοῦσε γιὰ μιὰ ἀκόμη φορὰ τὸ Θεό του πρόσωπο μὲ πρόσωπο. Νά λοιπὸν ποὺ ἡ μέρα ἐκείνη εἶχε φτάσει: ὁ Θεὸς ἔγινε ἄνθρωπος μέσα σὲ μιὰ φάτνη στὴ Βηθλεέμ·  ὁ Αἰώνιος μπῆκε μέσα στὸ χρόνο· ὁ Ἀπεριχώρητος καὶ Ἀτελεύτητος ὑπάχθηκε στοὺς περιορισμοὺς τῆς κτιστῆς μας κατάστασης.

Αὐτὸς ποὺ εἶναι ἡ ἴδια ἡ ἁγιότητα μπῆκε στὸν κόσμο τῆς ἁμαρτίας τὴ μέρα τοῦ βαπτίσματός Του μὲ τὸ νὰ βυθιστεῖ στὰ φοβερὰ νερὰ τοῦ Ἰορδάνη μέσα στὰ ὁποῖα οἱ ἄνθρωποι εἶχαν ἀποπλύνει τὰ ἁμαρτήματά τους· βυθίστηκε στὰ νερὰ τοῦ ποταμοῦ σὰν μέσα στὰ νεκρὰ νερὰ τῆς μυθολογίας καὶ τῶν παραμυθιῶν καὶ βγῆκε φορτισμένος μὲ τὴ νέκρα καὶ τὴ θνητότητα τῶν ἀνθρώπων τοὺς ὁποίους εἶχε ἔλθει νὰ σώσει.

Σήμερα θυμόμαστε τὴν Ὑπαπαντὴ τοῦ Κυρίου, τὴ συνάντησή Του μὲ τὸ πρῶτο πρόσωπο, ἐκτὸς ἀπὸ τὴ Μητέρα Του, τὸ ὁποῖο μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος Τὸν εἶχε διαισθανθεῖ ὡς Θεό. Ἡ τραγωδία τῆς ἀποστέρησης τοῦ Θεοῦ τὴν ὁποία βρίσκουμε στὴν Παλαιὰ Διαθήκη καὶ τὸν εἰδωλολατρικὸ κόσμο ἔχει τελειώσει· ὁ Κύριος εἶναι μαζὶ μὲ τὸ λαό Του· ἡ πληρότητα τῆς Θεότητας κατοικεῖ πάνω στὴ γῆ αὐτή.

Μιὰ νέα ὅμως τραγωδία ἀρχίζει, ἡ πορεία τοῦ Θεανθρώπου πρὸς τὸ Σταυρό. Ὁ Χριστὸς γεννήθηκε στὴ χώρα τοῦ θανάτου καὶ μὲ σκοπό Του νὰ πεθάνει. Γεννήθηκε μὲ σκοπό Του νὰ πεθάνει γιὰ χάρη μας. Ἂν προσέξατε τὰ ἀναγνώσματα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης τὰ ὁποῖα διαβάζονται γιὰ τὴ γιορτὴ αὐτὴ εἶναι πιθανὸ νὰ καταλάβατε τοὺς λόγους γιὰ τοὺς ὁποίους θεσπίστηκε.

Στὸ δέκατο τρίτο κεφάλαιο τῆς Ἐξόδου διαβάζουμε ὅτι ὁ Θεὸς ζήτησε ἀπὸ τὸ Μωυσῆ τὴν καθιέρωση τοῦ κάθε πρωτότοκου ἀγοριοῦ, τὴν προσφορὰ τοῦ παιδιοῦ σὰν μιὰ θυσία σὲ μνήμη τοῦ γε­γονότος ὅτι ὁ Ἰσραὴλ σώ­θηκε ἀπὸ τὴ δουλεία τῶν Αἰγυπτίων μέσῳ τοῦ θανά­του ὅλων τῶν πρωτοτόκων τῆς Αἰγύπτου.

Ἡ παρουσίαση αὐτὴ τοῦ κάθε πρωτότοκου βρέφους στὸ Ναὸ δὲ σήμαινε μιὰ πλήρη ἀφιέρωση στὸ Θεό: τὰ παιδιὰ αὐτὰ ἐπέστρεφαν στὴ συνέχεια πίσω στὴν καθημερινὴ κοσμικὴ ζωή. Ἡ παρουσίαση σήμαινε τὴν ἄφεσή τους στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, σήμαινε ὅτι ὁ Θεὸς εἶχε πάνω τους δικαίωμα ζωῆς καὶ θανάτου καὶ τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἀναγνωριζόταν ἀπὸ τὸ ὅτι οἱ γονεῖς πλήρωναν γιὰ τὸ παιδὶ σὰν λύτρα ἕνα ἀμνὸ ἢ ἕνα ζεῦγος περιστεριῶν.





Ὁ πρωτότοκος ἦταν πραγματικὰ μιὰ αἱματηρὴ θυσία ἡ ὁποία ἀναβαλλόταν ἀπὸ αἰώνα σὲ αἰώνα μέχρι τὴ μέρα ποὺ ὁδηγήθηκε στὸ ναὸ ὁ Μονογενὴς Γιὸς τοῦ Θεοῦ ποὺ εἶχε γίνει Γιὸς τῆς Παρθένου, ὁ «υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου». Καὶ γιὰ πρώτη φορὰ στὴν ἀνθρώπινη ἱστορία ἡ αἱματηρὴ αὐτὴ θυσία ἔγινε δεκτὴ ἀπὸ τὸ Θεὸ παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ ἀντικατάστατο τῆς θυσίας εἶχε προσφερθεῖ, αὐτὴ τὴ μοναδικὴ φορὰ ὁ Θεὸς Πατέρας δέχτηκε καὶ τὸν ἴδιο τὸ θάνατο τοῦ Βρέφους.

Ἡ θυσία ἔπρεπε νὰ περιμένει τὸν καιρό της· πέρασαν κάπου τριάντα χρόνια ἀπὸ τὴν παρουσίαση τοῦ βρέ­φους μέχρι τὸ θάνατο τοῦ ὥριμου Ἰησοῦ· ἡ θυσία ὅμως εἶχε γίνει δεκτὴ καί, ὅταν ἦλθε ὁ καιρός, τὸ βρέφος ποὺ εἶχε προσφερθεῖ ἀπὸ τὴν Παρθέ­νο Μαρία πέθανε στὸ Γολγοθὰ πάνω σ’ ἕνα σταυρό.

Ἐνῷ ὁ Ἅγιος Συμεὼν διακήρυττε τὴ λύτρωση τοῦ κόσμου ἀπὸ τὴ μακραίωνη ἀποξένωσή του ἀπὸ τὸ Θεὸ ἔδινε ταυτόχρονα καὶ στὴ Θεομήτορα τὴ φοβερὴ προειδοποίη­ση ὅτι μιὰ ρομφαία θὰ διαπερνοῦσε καὶ τὴ δική της τὴν καρδιά, ὅτι ἡ θυ­σία ποὺ ἀναστελλόταν γιὰ τὴ στιγμὴ ἐκείνη θὰ φανερωνόταν κάποια μέρα σὰν θεϊκὴ βουλὴ καὶ θὰ ἀποτελοῦσε ἕνα τραγικὸ μονοπάτι γιὰ τὸ Χριστὸ καὶ γιὰ ἐκείνη (Λκ. 2. 34, 35).

Ὁ Χριστὸς ἀκολούθησε πραγματικὰ τὸ τραγικὸ αὐτὸ μονοπάτι, τὸ μονοπάτι τῆς ἀνθρώπινης καὶ τῆς Θείας ἐγκατάλειψης, τὴν ὁδὸ πρὸς τὸν Κῆπο τῆς Γεθσημανῆ καὶ τὸ θάνατο τοῦ Γολγοθᾶ. Ὁ θάνατός Του ἦταν μιὰ καταπάτηση τοῦ θανάτου ἐφ’ ὅσον ἀναστήθηκε ζωντανὸς ἀπὸ τὸ μνῆμα. Ἔπειτα ἀναλήφθηκε μὲ δόξα καὶ μᾶς ἔδωσε τὸ Ἅγιό Του Πνεῦμα καὶ ὅμως οὔτε καὶ τότε δὲν ἐξαλείφεται τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ καὶ ἡ τραγωδία τοῦ κόσμου δὲ φτάνει στὸ τέλος της.

Ὁ ἐγερθεὶς Χριστὸς ἔχει στὰ χέρια καὶ στὰ πόδια Του τὰ σημάδια ἀπὸ τὰ καρφιά, στὴν πλευρὰ τὴν οὐλὴ ἀπὸ τὴ λόγχη καὶ στὸ μέτωπό Του τὰ σημάδια ἀπὸ τὴν κορώνα τὴν ὁποία Τοῦ εἶχαν φορέσει κοροϊδευτικά, τὸ στεφάνι ποὺ ἀντὶ νὰ εἶναι βασιλικὸ εἶχε γίνει ἀπὸ ἀγκάθια.

Γινόμαστε κι ἐμεῖς μέ­τοχοι τῆς σταυρικῆς αὐτῆς ὁδοῦ: ὁ καθένας ἀπὸ μᾶς παρουσιάστηκε στὴν ἐκκλησία ὕστερα ἀπὸ τὸ Βάπτισμά του· τότε διαβά­στηκαν προσευχὲς γιὰ τὶς μητέρες μας καὶ γιὰ μᾶς καὶ ἡ ἐκκλησία ἐπικαλέστηκε τὸν Κύριο, τὸν Προστάτη τῶν νηπίων ποὺ εἶχε ὁ ἴδιος κρατηθεῖ στὶς ἀγκάλες τοῦ Ἁγ. Συμεών, ζητώντας ἔλεος καὶ συμπα­ράσταση.

Αὐτὸ ἔγινε κατ’ εἰκόνα τῆς παρουσίασης τοῦ Χριστοῦ· πρὶν ἀπὸ αὐτὸ εἴχαμε βαπτιστεῖ καὶ τὸ Βάπτισμα σύμφωνα μὲ τὸν Ἀπ. Παῦλο (Ρωμ. 6. 3­11) καὶ τὴν πίστη τῆς Ἐκκλησίας εἶναι μιὰ καταβύθιση στὸ θάνατο τοῦ Χριστοῦ ὥστε νὰ τὸν κάνει δικό μας θάνατο, μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ποὺ ἡ Ἀνά­στασή Του γίνεται δική μας ἀνάσταση.

Ἐμεῖς λοιπὸν ποὺ ἔχουμε πεθάνει μὲ τὸ θάνατο τοῦ Χριστοῦ καὶ ἐγερθεῖ μὲ τὴν Ἀνάστασή Του ὁδηγούμαστε στὸ ναὸ ὅπως εἶχε ὁδηγηθεῖ κι Ἐκεῖνος, αἰώνιοι καὶ ἐν τούτοις ὑποκείμενοι στὴν τραγωδία τοῦ χρόνου, ζωντανοὶ ἀλλὰ προορισμένοι γιὰ τὸ θάνατο. Ὁ Χριστὸς ἦταν ζωντανὸς στὴν αἰώνια θεότητά Του καὶ τὴν ἀθά­νατη ἀνθρώπινη σάρκα Του, ὅμως δέχτηκε τὸ θάνατο τῆς σάρκας Του γιὰ νὰ κοινωνήσει σὲ ὅλα μὲ τὴ δική μας ἁμαρτωλὴ σάρκα. Μὲ παρόμοιο τρόπο ὕστερα ἀπὸ τὴ συνανάστασή μας μαζί Του ὁ Χριστὸς μᾶς ἀποστέλλει – ὅπως προηγουμένως ὁ Πατέρας εἶχε στείλει Ἐκεῖνον – στὴ σφαίρα τῆς ἁμαρτίας γιὰ νὰ σηκώσουμε στὰ σώματα, τὶς ψυχὲς καὶ ὁλόκληρη τὴν ὕπαρξή μας τὸ σταυρὸ τοῦ κόσμου ὁ ὁποῖος ἔχει πέσει καὶ ἐξαγοραστεῖ ἀλλὰ ποὺ δὲν ἔχει ἀπολυτρωθεῖ ἀκό­μα.

Σύμφωνα μὲ τὰ λόγια τοῦ Ἀπ. Παύλου καλούμαστε νὰ ἀνταναπληρώσουμε στὰ σώματά μας τὰ ὑστερή­ματα τῶν θλίψεων τοῦ Χριστοῦ (Κολ. 1. 24) – κι ἐπειδὴ εἴμαστε τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἐπειδὴ εἴμαστε ἕνα μαζί Του, ἡ τραγωδία τὴν ὁποία ὁ ἐρχομός Του ἀπάλειψε ἀπὸ τὴν Παλαιὰ Δια­θήκη καὶ τὸν κόσμο τῆς ἀρχαιότητας καὶ ἡ ὁποία ἔγινε κατόπιν ἡ δική Του τραγωδία συνεχίζεται μέσα σ’ ἐμᾶς σὲ ὅλους τοὺς αἰῶνες.

Ὁ Πατριάρχης Ἀλέξιος (1877­ 1970. Ἔγινε Πατριάρχης Μόσχας τὸ 1945) εἶχε πεῖ μιὰ φορὰ ὅτι ἡ Ἐκκλη­σία εἶναι τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ τὸ ὁποῖο, ἐνῷ συνεχῶς οἱ ἄνθρωποι ἀπορρίπτουν, σταυρώνεται κατὰ τὴ διάρκεια τῶν αἰώνων γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ κόσμου. Αὐτὸς εἶναι ὁ δρόμος τῆς Ἐκκλησίας, αὐτὸς εἶναι ὁ δικός μας ὁ δρόμος, αὐτὸ εἶναι τὸ μήνυμα τὸ ὁποῖο μᾶς φέρνει ἡ ἔνδοξη μὰ τρομακτικὴ αὐτὴ γιορτὴ τῆς Ὑπαπαντῆς τοῦ Κυρίου ἀπὸ τὸ δίκαιο Συμεών.

Πλησιάζουμε στὶς ἑβδομάδες ἐκεῖνες οἱ ὁποῖες μᾶς προπαρασκευάζουν γιὰ τὴν Τεσσαρακοστή, τὴν Ἁγία Ἑβδομάδα καὶ τὴν Ἀνάσταση· εἴμαστε ἤδη κοινωνοὶ τοῦ Θανάτου καὶ τῆς Ἀνάστασης τοῦ Χριστοῦ καὶ ὅμως ὀφείλουμε ξανὰ καὶ ξανὰ νὰ ἀκο­λουθήσουμε τὸ μονοπάτι· αὐτὸ τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας καὶ νὰ τὸ κάνουμε τρόπο ζωῆς μας πάντοτε, ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, ὅπου καὶ ἂν συμβεῖ νὰ βρεθοῦμε: εἴμαστε τὸ σταυρωμένο Σῶμα τοῦ Χριστοῦ τὸ ὁποῖο προσφέρεται ἀπὸ τὸ Θεό, τὸ ὁποῖο πέρα κι ἀπ’ αὐτό, καθ’ ὁμοίωση τοῦ Χριστοῦ, προσφέρει τὸ ἴδιο τὸν ἑαυτό του γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ κόσμου.

Υπαπαντή και Σαραντισμός




«Κόλπους Πατρός τυπούσι του σου,Χριστέ μου, του Συμεών αι χείρες, αι φέρουσί σε.»
Τους κόλπους του ουρανίου Πατέρα συμβολίζουν, Χριστέ μου, τα χέρια του Συμεών που Σε κράτησαν στην αγκαλιά του.

Μόλις πέρασαν σαράντα ημέρες από την γέννηση του Θεανθρώπου, προσεφέρθη ο Κύριος στο ιερό υπό Μητρός Παρθένου, και υπεδέχθη Αυτόν ο πρεσβύτης Συμεών. Κατά τη διάταξη του Μωσαϊκού νόμου «παν άρσεν πρωτότοκον έσται αφιερωμένον τω Θεώ, και την εις τούτον νενομισμένην θυσίαν προσενέγκη, ζεύγος τρυγόνων, ή δύο νεοσσούς περιστερών». Δηλαδή, κάθε πρωτότοκο αρσενικό παιδί ήταν αφιερωμένο στο Θεό, και προς τούτο γινόταν μία συγκεκριμένη τελετή στο ναό, περιλαμβάνουσα και προσφορά δύο τρυγόνων ή περιστεριών.
Λαβών δε ο πρεσβύτης Συμεών τον Κύριο της δόξης στα χέρια του είπε το «Νυν απολύεις τον δούλον σου Δέσποτα κατά το ρήμα σου εν ειρήνη…». Τώρα, δηλαδή, Κύριε, ας πεθάνω, αφού είδα το Σωτήρα του κόσμου. Διότι αυτό περίμενε χρόνια ο δίκαιος Συμεών˙ να δει με τους οφθαλμούς του τον Κύριο και Θεό του. Και πλέον ευτυχισμένος μπορούσε να υπάγει εις τα αγκάλας του Θεού.

Έπειτα από αυτή τη γενική αναφορά, γίνεται κατανοητό ότι ο σαραντισμός έχει τις ρίζες του στην εποχή του Μωυσή (καθώς αυτό το στοιχείο το αντλούμε μέσα από τον Μωσαϊκό νόμο). Λέγοντας «σαραντισμό», εννοούμε ότι η μητέρα προσφέρει το νεογέννητο στο ναό και αυτό προς δόξαν του τριαδικού Θεού.
Η γυναίκα, έπειτα από την κύηση χρειάζεται ένα διάστημα ώστε να επανέλθει και πάλι στην προ του τοκετού κατάσταση. Αυτό το διάστημα ίσως είναι λιγότερο από της σαράντα  ημέρες, αλλά από τη στιγμή την οποίαν οι πατέρες της εκκλησίας θέσπισαν αυτό τον συμβολικό αριθμό, οφείλουμε κι εμείς να τον υπακούμε.. Σίγουρα αυτοί κάτι παραπάνω θα γνώριζαν για να εισάγουν αυτό το διάστημα των σαράντα ημερών. Ας μη μας διαφεύγει άλλωστε ότι την εποχή διαμορφώσεως των τελετουργικών της Εκκλησίας μας, τόσες ημέρες εχρειάζοντο.
Η γυναίκα λοιπόν, κατά το πρότυπο της  Παναγίας, έπειτα από σαράντα ημέρες πηγαίνει το βρέφος στο ναό για δυο λόγους. Πρώτον, για να εισάγει το βρέφος στο ναό, ώστε αυτό να μπορεί στη συνέχεια να βαπτισθεί και να συμμετάσχει στην εν Χριστώ λατρευτική ζωή, και δεύτερον για να καθαρισθεί και αυτή (καθώς οι ευχές του σαραντισμού αναφέρονται και στον καθαρισμό της γυναικός).
Παρατηρούμε ότι, όταν η γυναίκα έρχεται στο ναό για να λάβει υπο του ιερέως την ευχή του σαραντισμού, ο ιερεύς δεν την αφήνει να μπει στον κυρίως ναό, διότι θεωρείται ακόμα ακάθαρτη. Ακάθαρτη και όχι αμαρτωλή, όπως το συγχέουν πολλοί άνθρωποι στις ημέρες μας. Η γυναίκα δεν διέπραξε καμία αμαρτία, αντιθέτως έφερε στον κόσμο έναν άνθρωπο. Ακαθαρσία θεωρείται ό,τι αποβάλλεται από τον ανθρώπινο οργανισμό, δια τούτο και παραμένει η γυναίκα έπειτα από την κύηση στον οίκο της για σαράντα ημέρες, ώσπου να καθαριστεί πλήρως και να μπορεί να συμμετάσχει και πάλι στη λατρευτική ζωή της εκκλησίας.  Γι΄αυτό το λόγο και διαβάζει ο ιερεύς την ευχή στον πρόναο του ναού και έπειτα καθώς λαμβάνει στα χέρια του το βρέφος και το εισάγει στον κυρίως ναό, τότε και η γυναίκα, αφού έχει καθαρισθεί από τις ευχές, ασπάζεται μετ’ ευλαβείας τις εικόνες. Όλα αυτά γίνονται προς μίμηση του σαραντισμού του Κυρίου.

Ας δούμε όμως τώρα λίγο αναλυτικότερα την ακολουθία του σαραντισμού.
Σήμερα, ως γνωστόν, η ακολουθία του σαραντισμού αποτελείται από τέσσερις ευχές. Θέμα και των τεσσάρων ευχών είναι η προσαγωγή του βρέφους στο ναό κατά το πρότυπο του Κυρίου (σύμφωνα με τις διατάξεις του Μωσαϊκού νόμου). Οι ευχές αποτελούν ευλογίες του βρέφους και δεήσεις υπέρ αυτού, που κατά «μίμησιν» του Κυρίου προσάγεται στο ναό και αφιερούται στο Θεό. Αυτός είναι και ο εμφανείς σκοπός της ακολουθίας. Το παιδί εισέρχεται στην εκκλησία και αυτό σαραντίζει και όχι η μητέρα του. Η μητέρα συνοδεύει το βρέφος και ευλογείται μαζί με αυτό. Αναφέροντας ότι, η ευλογία περιλαμβάνει και τους δυο γονείς μαζί, και όχι μόνο την μητέρα, όπως συνήθως γίνεται.
Πρέπει επίσης να επισημανθεί το γεγονός, ότι το βρέφος είναι χωρίς αμφιβολία αβάπτιστο, διότι προϋποθέτουν και οι δυο ευχές ότι η είσοδός του στο ναό γίνεται για πρώτη φορά, καθώς ζητούν να αξιωθεί «εν καιρώ ευθέτω» του αγίου βαπτίσματος. Εξ άλλου οι ευχές της πρώτης ημέρας, της ογδόης, και της τεσσαρακοστής παρουσιάζουν προοδευτικό χαρακτήρα και εντάσσονται ουσιαστικά στις προβαπτισματικές πράξεις. Η κλιμάκωσις είναι φανερή. Την πρώτη ημέρα ευλογείται το βρέφος και χαιρετίζεται η έλευσή του στο κόσμο. Την όγδοη λαμβάνει το όνομα και χαρακτηρίζεται πια «δούλος Χριστού» και «χριστιανός». Την τεσσαρακοστή ημέρα εισέρχεται στο ναό του Θεού και «προσφέρεται» σε Αυτόν. Έπονται δε, η κατήχησις, το βάπτισμα, το χρίσμα και η θεία κοινωνία.
Επίσης, κατά την παράδοση αλλά και κατά τις τυπικές διατάξεις της ακολουθίας, έπειτα από την ανάγνωση των ευχών, ο ιερεύς κρατώντας στα χέρια του το βρέφος το εισάγει στο ιερό βήμα αδιακρίτως φύλου. Σύμφωνα με τον καθηγητή κ. Ι. Φουντούλη, ούτε οι ευχές, ούτε οι τυπικές διατάξεις της ακολουθίας κάνουν διαχωρισμό μεταξύ φύλου, αλλά εισάγονται στο ιερό βήμα και προσκομίζονται στο Θεό (καθώς ο ιερεύς τα ανυψώνει με τα χέρια του στον ουρανό), ως «δώρον» και «ανάθημα». Πού αλλού θα προσφερθεί το δώρο στο Θεό, παρά στο θυσιαστήριό του; Αυτό ακριβώς ερμηνεύει και την είσοδο όλων των βρεφών αδιακρίτου φύλου στο Άγιο βήμα. Δεν έχει καμία σχέση με την ιερωσύνη που επιφυλάσσεται στους άνδρες. Πρόκειται περί πράξεως προσφοράς του νέου ανθρώπου στο Θεό και για τον χριστιανισμό δεν υπάρχει διάκριση μεταξύ άρρενος και θηλαίου.
Συνελοντ’ ειπείν,  ο σαραντισμός είναι μια πανάρχαια λειτουργική πράξη της εκκλησίας μας, η οποία έχει τις ρίζες της στον Μωσαϊκό νόμο, καθώς αυτός γίνεται σήμερα ως προτύπωση της υπαπαντής του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και οι γυναίκες συμβολίζουν την Παναγία, η οποία έφερε στις αγκάλες της τον Υιόν της και τον πρόσφερε στον ναό ως θυσίαν «ευπρόσδεκτη».     
        
Παπαθεοχάρης Μιχαήλ
Φοιτητής θεολογίας

ΛΟΓΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΥΠΑΠΑΝΤΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ



Ρήματα ζωής αιωνίου καλούμαστε να ακούσουμε σε κάθε ευαγγελική περικοπή που αναγιγνώσκονται στους ιερούς ναούς. Ρήματα σωτηρίας, πνευματικής καθάρσεως και χαράς. Κάθε μια λέξη είναι και μια πρόσκληση για τη μίμηση των λόγων του Κυρίου μας, μέσω του παραδείγματός Του. Δεν μας εγκατέλειψε ούτε λεπτό, αλλά αντιθέτως με το παράδειγμά Του στάθηκε φωτεινός οδοδείκτης. Έτσι, λοιπόν, και στο σημερινό ευαγγέλιο της Υπαπαντής του Κυρίου μας, μας έδωσε το παράδειγμα πηγαίνοντας να καθαριστεί ο άσπιλος και τέλειος Θεός.
   Μετά τη γέννηση του Ιησού και την συμπλήρωση των προκαθορισμένων ημερών οδήγησαν οι γονείς Του τον Κύριο στο ναό για την τήρηση του νόμου. Ο νόμος αυτός έλεγε ότι κάθε πρωτότοκο παιδί έπρεπε να αφιερωθεί στο Θεό. Προσέφεραν θυσία ένα ζευγάρι τρυγόνια ή δύο μικρά περιστέρια. Στα Ιεροσόλυμα υπήρχε και ένας άνθρωπος ονόματι Συμεών, που ήταν πλήρης Πνεύματος Αγίου και περίμενε καρτερικά να δει τον Μεσσία πριν πεθάνει σύμφωνα με την υπόσχεση που του έδωσε ο Θεός. Μόλις οδήγησαν τον Ιησού οι γονείς Του στο ναό, τον παίρνει στα χέρια του ο Συμεών και αναφωνεί το γνωστό σε όλους μας «Νῦν ἀπολύεις τὸν δοῦλόν σου, δέσποτα, κατὰ τὸ ῤῆμά σου ἐν εἰρήνῃ…» (Λουκ. β’, 29–32). Ακούγοντας όλα αυτά ο Ιωσήφ με τη Μαρία θαύμασαν για τα λόγια που ειπώθηκαν από το Άγιον Πνεύμα δια μέσου του Συμεών. Τότε ευλόγησε τους γονείς και τους λέει ότι ο Υιός τους θα γίνει αιτία να σωθούν ή να καταστραφούν πολλοί άνθρωποι, αλλά είπε και στην Θεοτόκο ότι θα περάσει την ψυχή της ρομφαία. Στα Ιεροσόλυμα υπήρχε και μια γυναίκα που την έλεγαν Άννα και ήταν πολύ προχωρημένης ηλικίας. Είχε παντρευτεί αλλά μετά από επτά έτη έμεινε χήρα και την υπόλοιπη ζωή της την αφιέρωσε στην προσευχή και τη δοξολογία στο Θεό, χωρίς να φεύγει καθόλου από το ναό. Αντικρίζοντας και αυτή τον Ιησού δόξαζε το Θεό και έλεγε για το παιδί, ότι έφτασε η λύτρωση. Εκπληρώνοντας τις προσταγές του νόμου επέστρεψαν ο Ιησούς με τους γονείς Του στη Ναζαρέτ, όπου μεγάλωνε και δυνάμωνε πνευματικά με τη χάρη του Θεού.
   Ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός σαρκώθηκε και ήρθε στη γη κάνοντας το θέλημα του Πατρός Του, για να ανακαινίσει τη φθαρείσα φύση. Είναι για μας το παράδειγμα υπακοής και ταπεινώσεως. Έκανε υπακοή στον Πατέρα και ταπεινώθηκε από τα ίδια τα δημιουργήματά Του. Φόρεσε την χωμάτινη σαρκική στολή και υπέμεινε τους εμπτυσμούς και τα ραπίσματα. Θέλοντας και μη πέφτουμε σε σύγκριση. Μας έδωσε τα πάντα. Εμείς τί κάναμε; Δεν θα πρέπει να μας χαρακτηρίζει η αγνωμοσύνη προς τις δωρεές του Κυρίου μας, γιατί δε μας ζητά τίποτε άσκοπα, ότι γίνεται είναι για τη σωτηρίας μας.
   Μας έδειξε το δρόμο λέγοντάς μας «ἐγώ εἰμί ἡ ὁδός…»(Ιω. ιδ, 6). Υποτάχθηκε στον Πατέρα και μας άνοιξε το δρόμο που πρέπει να ακολουθήσουμε για να πετύχουμε τη θέωση. Αυτό γίνεται με την τήρηση των ευαγγελικών νόμων, όπως μας το επιβεβαίωσε ο ίδιος ο Σωτήρας μας κάνοντας πράξη τους νόμους τους οποίους ο ίδιος έθεσε. Οι νόμοι είναι απλοί και ξεκινούν από την Παλαιά Διαθήκη με τις δέκα εντολές, για να καταλήξουν στην τελειοποίησή τους στην Καινή Διαθήκη. Η σωτηρία μας δεν είναι κάτι δύσκολο και άφθαστο, το μόνο που χρειάζεται είναι να είμαστε καλοί άνθρωποι και να τελούμε τα θρησκευτικά μας καθήκοντα, όπως είχε πει και ο μακαριστός γέροντας Ιωσήφ ο Βατοπαιδινός. Μόνο που υπάρχει μια προϋπόθεση για να είναι εύκολη η σωτηρία μας και ονομάζεται αγάπη, που ξεκινάει από μια λέξη και καταλήγει σε έναν τρόπο ζωής, όπως μας το δήλωσε και ο Ιησούς λέγοντας «ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους, καθὼς ἠγάπησα ὑμᾶς ἵνα καὶ ὑμεῖς ἀγαπᾶτε ἀλλήλους» (Ιωάννη ιγ’, 34). Η αγάπη είναι η κορυφή και η τελείωση κάθε ανθρώπου. Χωρίς αγάπη κανένας δε μπορεί να φτάσει στο τέρμα της πνευματικής του πορείας, όπως είπε και ο Απόστολος Παύλος στον περίφημο «Ύμνο της Αγάπης», «Εὰν ταῖς γλώσσαις τῶν ἀνθρὠπων λαλῶ καὶ τῶν ἀγγέλων, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, γέγονα χαλκός ἠχῶν ἤ κύμβαλον ἀλαλάζον. Καὶ ἐὰν ἔχω προφητείαν καὶ εἰδῶ τὰ μυστήρια πάντα καὶ πᾶσαν τὴν γνῶσιν, καὶ ἐὰν ἔχω πᾶσαν τὴν πίστιν, ὥστε ὄρη μεθιστάνειν, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, οὐδέν εἰμί» (Α΄ Κορ. ιγ’).
   Προσπαθώντας αγαπητοί μου αδελφοί να φέρουμε εις πέρας τις ευαγγελικές εντολές αγάπης του Κυρίου μας βρίσκουμε πολλούς πειρασμούς και εμπόδια. Να μην πτοηθούμε, διότι «ἐν παντὶ θλιβόμενοι ἀλλ̉ οὐ στενοχωρούμενοι, ἀπορούμενοι ἀλλ̉ οὐκ ἐξαπορούμενοι, διωκόμενοι ἀλλ̉ οὐκ ἐγκαταλειπόμενοι, καταβαλλόμενοι ἀλλ̉ οὐκ ἀπολλύμενοι» (Β΄ Κορ. δ’, 8-9), «ὅτι ἰσχυροί ἐστε καὶ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ἐν ὑμῖν μένει καὶ νενικήκατε τὸν πονηρόν» (Α’ Ιω. β’, 14).

Λόγος Μεγ.Αθανασίου εις την Υπαπαντή του Κυρίου



Με το να είπή δέ ή Παναγία Παρθένος• «Ιδού ή δούλη Κυρίου, ας γίνη εις έμέ όπως είπες», έφανέ-ρωσε τούτο. Είμαι πίναξ, λέγει, επάνω εις τον όποιον γράφεται ό,τι θέλει ό Κύριος του παντός. Άφού δε ό άγγελος ελαβε την διαβεβαίωσιν της πίστεως της Παρθένου άνεχώρησεν άπ' αυτής.

«Δοξάζει ή ψυχή μου τον Κύριον».,.
«Διότι είδε με εύμένειαν την ταπεινην δούλην του.Διότι από τώρα θα με μακαρίζουν όλαι αι γενεαί», 'Αλλά πόσο μεγάλο κατόρθωμα είναι ή παρθενία; Όταν κανείς θέλη να άσκηση τάς αλλάς άρετάς καθοδηγείται από τον νόμον, ή παρθενία όμως, επειδή είναι ανωτέρα του νόμου και έχει ως ύψηλότερον σκοπόν την διαμόρφωσιν της προσωπικής ζωής,είναι άφ' ενός μεν γνώρισμα του μέλλοντος αιώνος, άφ' έτερου δε είκών της καθαρότητας των αγγέλων."Οταν δηλαδή ό Δεσπότης του παντός ό Θεός Λόγος,επειδή ήθελεν ό Πατήρ να άνεγείρη και να ανακαίνιση τα πάντα, επέλεξε, δια να γίνη μήτηρ του σώματος το όποιον έπρόκειται να φορέση, την Παρθένον, ή οποία και έγινε, και με αυτόν τον τρόπον ήλθε μεταξύ μας ως άνθρωπος ό Κύριος,έκαμε την επιλογήν αυτήν,ώστε,όπως τα πάντα έγιναν δι' αΰτού,έτσι και ή παρθενία να προέλθη εξ αύτού,και να δοθή πάλιν δι'αυτού το χάρισμα τούτο εις τους ανθρώπους και να πολλαπλασιάζεται. Πόσο μεγάλο θα έλεγε κανείς το καύχημα της αγίας Παρθένου και θεοειδούς Μαρίας,επειδή υπήρξε και είναι μήτηρ του Λόγου ως προς την γέννηοιν του Σώματος; Διότι το θείον αυτό γέννημα στρατιά μεν αγγέλων έδοξολόγηοε, κάποια γυναίκα δε ύψωσε την φωνήν και έλεγε: «Μακαριά ή κοιλία που σε έβάστασε και οι μαστοί που έθήλασες».Και ή ιδία ή Μαρία πού έγέννησε τον Κύριον και ή οποία έμεινεν άειπάρθενος, επειδή αντελήφθη αυτό πού συνέβη εις τον εαυτόν της, έλεγεν «Από τώρα θα με μακαρίζουν όλαι αί γε-νειαί». Αυτό πού συνέβη εις την Μαρίαν είναι καύχημα δι' όλας τάς παρθένους. "Ολαι δηλαδή αύται κρέμονται ωσάν παρθενικά παρακλάδια άπ' αυτήν, ή οποία είναι ωσάν ρίζα δι' αυτάς.
«Και όταν συνεπληρώθησαν αί ήμέραι του καθαρισμού, σύμφωνα προς τον Μωσαϊκόν νόμον, έφεραν αυτόν εις τα Ιεροσόλυμα, δια να τον παρουσιάσουν εις τον Κύριον, όπως είναι γραμμένον εις τον νόμον του Κυρίου,ότι κάθε άρσενικόν που ανοίγει μήτραν,πρέπει να θεωρηθή ως άφιερωμένον εις τον Κύριον, και δια να προσφέρουν θυσίαν,σύμφωνα με αυτό πού λέγει ό νόμος του Κυρίου εν ζεύγος τρυγόνια ή δύο μικρά περιστέρια». Ούτος περιείίλήθη την σάρκα, Οχι δια να ύπάρχη και να ζή όπως οι άλλοι άνθρωποι, αλλ' έγινεν άνθρωπος δια να άγιάζη την σάρκα. Εάν δε νομίση κανείς ότι ή φράσις «δια να παρουσιάσουν εις τον Κύριον» αναφέρεται εις τον ίδιον τον Κύριον, έχει λάθος εις αυτήν την σκέψιν. Διότι πότε άπεκρύβη ό Κύριος από τα μάτια του Πατρός διά να μη ήμπορή ό Πατήρ να τον βλέπη; "Η ποίος τόπος ευρίσκεται έξω από την έξουσίαν του Κυρίου, ώστε να ευρίσκεται εκεί και να μη ευρίσκεται μαζί με τον Πατέρα, εάν δεν ανήρχετο εις Ιεροσόλυμα και δεν έπαρουσιάζετο εις τον ναόν; Και πώς προσέφερε τάς τυπικάς θυσίας, άφού ό ίδιος είναι ή αλήθεια; Μήπως αυτά δεν εγράφησαν δι' εκείνον, αλλά δι' ημάς; "Οπως δηλαδή, ενώ είναι Θεός,γίνεται κατά φυσικόν τρόπον άνθρωπος χωρίς να ύποστή μεταβολήν,και υφίσταται την περιτομήν και βαπτίζεται και τα άλλα σχετικά, όχι δια τον εαυτόν του,αλλά δι' ημάς,δια να γίνωμεν ημείς δια της χάριτος θεοί, ενώ είμεθα άνθρωποι, και δια να ύποστώμεν πνευματικήν περιτομήν και όχι νομικήν,και δια να καθαρισθώμεν από τον ρύπον της αμαρτίας δια του βαπτίσματος και δια να σταυρωθώμεν δια τον κόσμον και άναστηθώμεν δια τον Θεόν- ή ακακία και ή σωφροσύνη[...]


Μεγάλου Αθανασίου, Ερμηνεία εις το Κατά Λουκάν. "Εργα, 12, σελ. 317-321.

Υπαπαντή του Χριστού (2 Φεβρουαρίου)-Λόγος εις τον προφήτη Συμεών και εις το «νυν απολύεις τον δούλον σου Δέσποτα» Τιμοθέου, πρεσβυτέρου Ιεροσολύμων




Ποιος είναι ό τελευταίος δίκαιος; Το όνομα Συμεών βρίσκεται στο κατά Λουκάν Ευαγγέλιο. Αυτός θεωρείται πρώτος και τελευταίος, δηλαδή τελευταίος του ιουδαϊκού νόμου και πρώτος του νόμου της θείας χάρης. Ήταν Ιουδαίος όσον άφορα τη θρησκεία, Χριστιανός όσον άφορα την ευχαριστία του προς τον Θεό. Νομικός όσον άφορα την ανάγνωση του νόμου, άγγελος όμως όσον άφορα την κατανόηση του νόμου. Ο Συμεών, που πριν από λίγο αναφέραμε, αυτός που από τη φαρισαϊκή βλασφημία ξεπετάχθηκε σαν ρόδο μέσα από αγκάθια είναι ο πρώτος που γνωρίζουμε ότι απέκτησε την εύνοια της χάρης του Θεού. Ο Συμεών, που τόσο πολύ προχώρησε στη δικαιοσύνη, ώστε δέχτηκε προσωπικά θεϊκή προφητεία, που έλεγε πως δεν θα αφήσει την παρούσα πρόσκαιρη ζωή πριν αγκαλιάσει με τα ίδια του τα ανθρώπινα χέρια την αιώνια ζωή, δηλαδή τον Κύριο μας Ιησού Χριστό. Ο δίκαιος λοιπόν Συμεών επιθύμησε να δει τον Κύριο πριν από την ενανθρώπησή του, όμως κατά την ενανθρώπησή του και τον είδε και τον κατάλαβε και τον αγκάλιασε και παρακάλεσε με το φθαρτό σώμα του να τον πάρει στα χέρια του, και με δουλικό φέρσιμο να φωνάξει δυνατά προς τον Δεσπότη του σύμπαντος, που είχε τη μορφή νηπίου, αυτό που πριν από λίγο ακούσαμε· «Τώρα, Κύριε, μπορείς ν’ αφήσεις τον δούλο σου να πεθάνει ειρηνικά όπως του υποσχέθηκες, γιατί τα μάτια μου είδαν τον Σωτήρα που ετοίμασες για όλους τους λαούς. Είδα, τώρα μπορώ να πεθάνω, να μη παραμείνω στη γη. Να πεθάνω ειρηνικά, να μη παραμείνω εδώ με οδύνες. Είδα, να πεθάνω, είδα τη δόξα σου Κύριε, τους χορούς των αγγέλων, τη δοξολογία των αρχαγγέλων, την κτίση να σκιρτά από χαρά, τα επουράνια και τα επίγεια να επικοινωνούν. Τώρα να πεθάνω, να μη μείνω στη γη, να μη δω την αυθάδεια των ομοεθνών Ιουδαίων εναντίον σου, να μη δώ το ακάνθινο στεφάνι που έπλεκαν για σένα, να μη δώ τον δούλο να σε ραπίζει, να μη δω να σε τρυπούν με λόγχη, να μη δω τον ήλιο να σκοτίζεται, να μη δω τη σελήνη να χάνει το φως της, να μη δω τα στοιχεία της φύσης να αλλοιώνονται, να μη σε δω σταυρωμένο, να μη δω τις ταφόπετρες να σπάνε, να μη δω το παραπέτασμα του Ναού να σχίζεται στα δύο. Επειδή και τα στοιχεία της φύσης ακόμη δεν μπορούσαν να ανεχτούν αυτήν την ύβρη, πονούσαν μαζί με τον Δεσπότη. “Τώρα, Κύριε, μπορείς ν’ αφήσεις τον δούλο σου να πεθάνει ειρηνικά, όπως του υποσχέθηκες, γιατί τα μάτια μου είδαν τον Σωτήρα, που ετοίμασες για όλους τούς λαούς”».
Τί λέει σχετικά ο Ευαγγελιστής; «Στα Ιεροσόλυμα βρισκόταν ένας άνθρωπος που τον έλεγαν Συ¬μεών. Ήταν πιστός και περίμενε τη σωτηρία του Ισραήλ και τον καθοδηγούσε το Πνεύμα το άγιο. Του είχε φανερώσει το άγιο Πνεύμα, ότι δεν θα πεθάνει προτού να δει τον Μεσσία. Τότε το άγιο Πνεύμα του υπέδειξε να πάει στο Ναό». Τί σημαίνει· «Το άγιο Πνεύμα του υπέδειξε να πάει στο Ναό»; Άκουσε προσεχτικά. Ενώ ο Συμεών βρισκόταν στο σπίτι του και προσευχόταν σιωπηλά να πραγματοποιηθεί η προφητεία, ο Ιωσήφ και η Παρθένος από δική τους πρωτοβουλία σκέφτηκαν να πάνε τον μικρό Ιησού στο Ναό, για να εκτελέσουν τα καθιερωμένα για τα νήπια. Εκείνη τη στιγμή το άγιο Πνεύμα δραστηριοποίησε την προφητεία και παρακίνησε τον Συμεών λέγοντας του· «Σήκω, γέροντα, γιατί μένεις άπραγος; Ήλθε η ώρα να πραγματοποιηθεί η προφητεία. Τρέχα γρήγορα. Έφτασε αυτός που θα σε απαλλάξει απ’ αυτήν τη ζωή. Ταρακούνησε τους κενούς τάφους. Προετοίμασε τον τάφο σου. Τακτοποίησε τις υποθέσεις του σπιτιού σου. Ήλθε αυτός που θα σε απαλλάξει απ’ αυτήν τη ζωή. Ήλθε ο Εμμανουήλ. Τρέξε στο Ναό και εκεί προφήτευσε τί θα συμβεί στο ιερό νήπιο».
Μετά από αυτά ο Συμεών ανανεωμένος με τα γρήγορα φτερά που χαρίζει η επιθυμία, ανακουφισμένος από το άγιο Πνεύμα, πρόφθασε τον Ιωσήφ και την Παρθένο στο Ναό, το παιδί που κρατούσαν όμως στην αγκαλιά δεν το πρόλαβε. Γιατί πώς θα μπορούσε να προλάβει ή πού θα μπορούσε να προλάβει τον πανταχού παρόντα;
Τον Ιωσήφ και την Παρθένο τους πρόλαβε ο Συμεών στο Ναό, όπου στάθηκε κοντά στις θύρες περιμένοντας την αποκάλυψη του αγίου Πνεύματος.
Ενώ βρισκόταν στο Ναό, έβλεπε πολλές μητέρες να εισέρχονται στο ιερό μαζί με τα βρέφη τους, για να τελέσουν τη θυσία του καθαρισμού, και ανάμεσα σ’ αυτές βρισκόταν κι αυτή που κρατούσε το μοναδικό τέκνο. Ο Συμεών στρέφοντας δεξιά κι αριστερά τα μάτια του, καθώς έβλεπε πολλές μητέρες με τη γνωστή ανθρώπινη εμφάνιση και μόνον την Παρθένο περιτριγυρισμένη από άπειρο θεϊκό φως, έτρεξε και αφού προσπέρασε όλες τις υπόλοιπες μητέρες φώναζε δυνατά σ’ όλους· «Ανοίξτε δρόμο για να φτάσω σ’ αυτόν που ποθώ, για να δω αυτόν που με γνωρίζει ήδη. Γιατί οι δούλες συναγωνίζεστε τη Δέσποινα; Γιατί προσφέρετε τα παιδιά σας στο θυσιαστήριο; Φύγετε από δω, να τα προσφέρετε πλέον σ’ αυτό το βρέφος, που είναι αρχαιότερο και από τον Αβραάμ».
Έν τω μεταξύ κρατώντας στην αγκαλιά του ο Συμεών τον Κύριο, που είχε τη μορφή νηπίου, ευλόγησε τον Ιωσήφ και τη Μαρία, τροποποίησε την προφητεία του Κυρίου λέγοντας στην Παρθένο· «Γιατί παρατηρείς Παρθένε αυτό το παιδί που είναι και δεν είναι δικό σου; Παρέμεινες βέβαια όπως ήσουν και πριν γεννήσεις. Γιατί το θηλάζεις συχνά, θέλεις να έχεις εύρωστο παιδί; Δεν χρειάζεται τροφή αυτός που χορήγησε το μάννα. Γιατί το χαϊδεύεις απαλά το μωρό και θέλεις να το κοιμίσεις; Δεν νυστάζει, δεν κοιμάται σύμφωνα με τη θεϊκή υπόσταση που κρύβεται μέσα του. Ο Προφήτης λέγει γι’ αυτό- «Δεν θα νυστάξει, ούτε θα κοιμηθεί ο Κύριος, ο οποίος περιφρουρεί τον Ισραήλ». Γιατί παρατηρείς αυτό το παιδί Παρθένε; Με τη θεϊκή δύναμη που κρύβεται μέσα του άπλωσε τον ουρανό από την μια άκρη του ορίζοντα ως την άλλη σαν πολύτιμο δερμάτινο κάλυμμα σκηνής, κρέμασε τη γη από το τίποτε, το νερό το έβαλε θεμέλιο στη γη. Αυτό το παιδί, έξοχη Παρθένε, κατευθύνει τον ήλιο, καθοδηγεί τη σελήνη, χορηγεί τους ευνοϊκούς για τον άνθρωπο άνεμους. Αυτό το παιδί, Παρθένε, είναι ο Δεσπότης όλων των όντων, γι’ αυτό εσύ που άκουσες ότι έχει τέτοια δύναμη, απ’ αυτό το παιδί μην προσδοκάς κοσμική αλλά πνευματική ευφροσύνη. Γιατί βέβαια «Αυτός θα γίνει αιτία να καταστραφούν ή να σωθούν πολλοί Ισραηλίτες. Θα είναι σημείο αντιλεγόμενο, για να φανερωθούν οι πραγματικές διαθέσεις πολλών. Όσο για σένα, ο πόνος για το παιδί σου θα διαπεράσει την καρδιά σου σαν δίκοπο μαχαίρι».
Αυτά είπε πριν από λίγο ο Συμεών στην Παρθένο με την αποκάλυψη του αγίου Πνεύματος για τον Ιησού που φαινόταν σαν νήπιο• «Αυτός θα γίνει αιτία να καταστραφούν ή να σωθούν πολλοί Ισραηλίτες». Γιατί να καταστραφούν και γιατί να σωθούν; Είναι αληθινό βέβαια αυτό που λέγεται για τον Κύριο. Γιατί ο Συμεών δεν μίλησε αφ’ εαυτού του, αλλά με την αποκάλυψη του αγίου Πνεύματος είπε ό,τι είπε για τον Κύριο στην Παρθένο λέγοντας «Αυτός θα γίνει αιτία να καταστραφούν ή να σωθούν πολλοί Ισραηλίτες», δηλαδή θα συντελέσει στην καταστροφή των απίστων και στην ανάσταση των πιστών. Στην καταστροφή της Συναγωγής και στην ανάσταση της Εκκλησίας, στην καταστροφή των δαιμόνων και στην ανάσταση των αγίων, όπως, παραδείγματος χάριν, σώζεται ο Ματθίας και καταστρέφεται ο Ιούδας, σώζεται ο ληστής από τα δεξιά του σταυρού και καταστρέφεται αυτός που ήταν στα αριστερά, γιατί ο πρώτος έδειξε ευσέβεια, ενώ ο δεύτε¬ρος βλασφήμησε.
«Αυτός θα γίνει αιτία να καταστραφούν ή να σωθούν πολλοί Ισραηλίτες, θα είναι σημείο αντιλεγόμενο». Είναι αληθινά αυτά τα λόγια, γιατί έγινε σημείο αντιλεγόμενο ο Κύριος μας με τη γέννα της Παρθένου, επειδή θεωρήθηκε μέγα θαύμα το να γεννήσει παρθένος και να παραμείνει συγχρόνως παρθένος. Το ότι η Παρθένος είναι ένα μεγάλο θαύμα, άκουσε αυτό που είπε ο Ησαΐας στο βιβλίο του, όταν απευθύνθηκε στον Άχαζ· «Ζήτησε από τον Κύριο να γίνει κάποιο θαύμα είτε στα βάθη της γης είτε στα ύψη του ουρανού. Απάντησε ο Άχαζ· Δεν πρόκειται να ζητήσω τέτοιο θαύμα και να θέσω κατά κάποιο τρόπο τον Κύριο σε πειρασμό, γιατί θα σας δώσει ο ίδιος ο Κύριος σημείο, δηλαδή ένα θαύμα». Ποιό είναι αυτό; «Να, η παρθένος θα συλλάβει». Γι’ αυτό το δεσποτικό θαύμα, ότι δηλαδή θα γεννήσει η παρθένος, που επρόκειτο στο μέλλον να αμφισβητηθεί από πολλούς με φιλόνεικη διάθεση, ο Συμεών προφήτευσε στην Παρθένο λέγοντας τί θα συμβεί στο μέλλον «Αυτός θα γίνει αιτία να καταστραφούν ή να σωθούν πολλοί Ισραηλίτες, θα είναι σημείο αντιλεγόμενο, για να φανερωθούν οι πραγματικές διαθέσεις πολλών. Όσο για σένα, ο πόνος
για το παιδί σου θα διαπεράσει την καρδιά σου σαν δίκοπο μαχαίρι».
Εξαιτίας αυτού μερικοί νόμισαν πως η μητέρα του Κυρίου θα έχει μαρτυρικό θάνατο με ξίφος, επειδή ο Συμεών είπε- «Σε σένα ο πόνος για το παιδί σου θα διαπεράσει την καρδιά σου σαν δίκοπο μαχαίρι». Όμως δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο, γιατί το δίκοπο μαχαίρι που αποτελείται από χαλκό διατρυπά το σώμα, τη ψυχή όμως δεν μπορεί να την διχοτομήσει. Γι’ αυτό μέχρι σήμερα η Παρθένος είναι αθάνατη, αφού αυτός που κατοίκησε μέσα της την μετέφερε σε περιοχές, όπου μόνο με ανάληψη μπορεί να πάει κανείς. Τί λοιπόν θέλει να πει ο Συμεών για τον θάνατο λέγοντας· «Για να φανερωθούν οι πραγματικές διαθέσεις πολλών, ο πόνος για το παιδί σου θα διαπεράσει την καρδιά σου σαν δίκοπο μαχαίρι»; Με τη λέξη ρομφαία εδώ ο Συμεών εννοεί την οδύνη της Παρθένου που θα διαπεράσει την ψυχή της και εξαιτίας της οποίας επρόκειτο να πονέσει, αφού θα έβλεπε να χάνεται αυτός που ήλθε να βρει και να σώσει αυτούς που έχασαν τον δρόμο τους. Το ότι ένιωσε οδύνη, επειδή νόμισε ότι είχε χάσει τον καρπό της παρθενικής μήτρας της, δηλαδή το γιό της, το ακούσαμε στο Ευαγγέλιο, όταν ο ευαγγελιστής Λουκάς είπε:
«Όταν ο Ιησούς έγινε δώδεκα χρονών». Τί συνέβη• «Όταν έγινε δώδεκα χρονών ο Ιησούς»; Η έννοια των λόγων με τη βοήθεια του ίδιου του λόγου ξεκαθαρίζει και η απορία αντιμετωπίζεται με τήν απορία. «Όταν έγινε δώδεκα χρονών». Ποιος είναι αυτός; Ο Θεός Λόγος, ο μονογενής Υιός του Θεού, αυτός που υπάρχει πριν γίνει ο κόσμος, αυτός που δημιούργησε πολύ παλαιά τον χρόνο του ορατού κόσμου, αυτός που γεννήθηκε πριν από τον χρόνο…
(Δ.Τσάμη, «Θεομητορικόν»,τ. Γ΄)

Λόγος εις την Υπαπαντή του Κυρίου μας (Γέρων Νεκτάριος Μουλατσιώτης)

Ομιλία Γέροντος Νεκταρίου Μουλατσιώτη σε μοναχούς και λαϊκούς στην Ιερά Μονή Αγίων Αυγουστίνου Ιππώνος και Σεραφείμ του Σαρώφ, Τρικόρφου Φωκίδος. Η ομιλία αυτή πραγματοποιήθηκε στις 2/2/2011.


Ομιλία με θέμα: ΛΟΓΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΥΠΑΠΑΝΤΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΜΑΣ

Μέρος α'




Μέρος β' 

Σημείον αντιλεγόμενον, του μακαριστού Μητροπολίτη Πατρών (†)Νικοδήμου Βαλληνδρά,


Σημείον  αντιλεγόμενον
Εις   την   Υπαπαντήν    του   Κυρίου
του μακαριστού Μητροπολίτη Πατρών
(†)Νικοδήμου Βαλληνδρά
από το βιβλίο του «Εόρτια Μηνύματα»,
Εκδόσεις Αποστολικής Διακονίας
«Ιδού ούτος κείται εις πτώσιν και ανάστασιν πολλών εν τω Ισραήλ
και εις σημείον αντιλεγόμενον»(Λουκ. β' 34 )
Με συγκίνησιν πολλήν ο δίκαιος Συμεών κρατεί εις τας αγκάλας του το θείον βρέφος. Η καρδία του είναι πλημμυρισμένη από αγαλλίασιν. Έχει εστραμμένον το βλέμμα προς τον ουρανόν και τα χείλη του κινούνται ευλαβικά, δια να προφέρουν θερμήν εύχήν, την οποίαν ή μακαριά εκείνη στιγμή έφερεν εις το στόμα του, «νυν απολύεις τον δούλον σου, δέσποτα...» Ό τρισευτυχισμένος εκείνος πρεσβύτης στρέφεται κατόπιν προς την Παναγίαν, δια να της είπη βαρυσήμαντους λόγους. Με σοβαρότητα, ή οποία χαρακτηρίζει προφήτην φωτισμένον από το πνεύμα του Θεού και αποκαλύπτοντα τας βουλάς του Υψίστου, λέγει: «ιδού ούτος κείται εις πτώσιν και ανάστασιν πολλών εν τω Ισραήλ και εις σημείον αντιλεγόμενον». Λόγοι αληθώς προφητικοί, τους οποίους ή Παναγία ακούει, όχι απλώς με συγκίνησιν, άλλα με δέος. Διότι προφητεύουν γεγονότα θλιβερά και δυσάρεστα, έφ' όσον μάλιστα συνεχίζονται με την διαβεβαίωσιν: «και σου δε αυτής την ψυχήν διελεύσεται ρομφαία», τ.ε και την ιδικήν σου μητρικήν καρδίαν θα διατρυπήση δίστομος μάχαιρα. Αι τελευταίαι λέξεις της προφητείας αυτής αναφέρονται εις το πάθος του Κυρίου, ενώπιον του οποίου θα εσπαράσσετο η μητρική καρδία. Τα προηγούμενα όμως προφητικά λόγια «ιδού ούτος κείται εις πτώσιν και ανάστασιν πολλών εν τω Ισραήλ και εις σημείον αντιλεγόμενον» είχον και έχουν την πραγματοποίησιν των εις πάσαν εποχήν.
1. «Σημείον αντιλεγόμενον». Αφ' ότου ήλθεν εις τον κόσμον ο ενανθρωπήσας Υιός του Θεού, έγινε το σοβαρώτερον σημείον της αντιλογίας των ανθρώπων. Ή προσωπικότης Του και ή διδασκαλία Του υψώνονται ως στήλη φωτεινή' πού ελκύει οπωσδήποτε την προσοχήν όλων, αλλά και καλεί όλους να λάβουν θέσιν απέναντι της. Αναλόγως δε προς την στάσιν πού παίρνουν απέναντι του Χρίστου, χωρίζονται πάντοτε εις δύο παρατάξεις οι άνθρωποι. Και όλη ή ιστορία της ανθρωπότητας κινείται περί άξονα τον Χριστόν. Το βαθύτερον νόημα των ιστορικών γεγονότων κάθε εποχής δεν είναι — όπως ηθέλησαν αυθαιρέτως να υποστηρίξουν μερικοί — απαύγασμα υλικών (και δη οικονομικών) παραγόντων, άλλ' είναι έκφρασις και εκδήλωσις της στάσεως πού λαμβάνουν εκάστοτε οι λαοί απέναντι του Χριστού και του Νόμου Του. Αυτός είναι το «αντιλεγόμενον σημείον». Άλλοι Τον δέχονται και άλλοι Τον αρνούνται. Άλλοι τάσσονται υπό την σημαίαν Του, πιστοί στρατιώται της βασιλείας Του, και άλλοι πολεμούν τα ιδανικά πού Εκείνος έγραψε με το Αίμα της θυσίας Του. Και ή μετά Χριστόν Ιστορία δια μέσου ποικίλων γεγονότων, δεικνύει την κίνησιν και την πορείαν πού ακολουθεί ή καμπύλη της χριστιανικότητος ή μη της ζωής των ατόμων και των κοινωνιών. Πράγματι! Άτομα και οικογένειαι πού Τον δέχονται και συμμορφώνονται προς το θέλημα Του έχουν μίαν εξέλιξιν «εις ανάστασιν», τ.ε. εξέλιξιν ευτυχή, παρ' όλας τας τυχόν δοκιμασίας των. Αντιθέτως, εκείνοι πού παίρνουν αρνητικήν στάσιν και δεν δέχονται υποταγήν εις το θείον Του θέλημα, εξελίσσονται κατά τρόπον πού οδηγεί «εις πτώσιν», δηλ. επακολουθεί εις αυτούς κατάπτωσις και καταστροφή, «σύντριμμα και ταλαιπωρία εν ταις οδοίς αυτών, και οδόν ειρήνης ουκ έγνωσαν» (Ρωμ. γ' 16-17), διότι το είπε προ αιώνων πολλών ο προφήτης «οι μακρύνοντες εαυτούς από του Θεού απολούνται». (Ψαλμ. οβ' 27) Και κοινωνίαι ολόκληροι οδηγούνται «εις ανάστασιν» ή εις «πτώσιν», αναλόγως της επικρατήσεως εις αυτάς χριστιανικού ή αντιχριστιανικού πνεύματος. Υπάρχει και του πολιτισμού πτώσις και ανάστασις (άνοδος), αναλόγως προς το κλίμα και τα ρεύματα πού επικρατούν. Με την χριστιανικήν πνοήν προάγεται ό πολιτισμός, και χωρίς αυτήν φθάνει γρήγορα εις την παρακμήν και την δύσιν του. Είναι αδιάψευστος ή προφητεία, ότι ό Κύριος Ιησούς Χριστός «κείται εις πτώσιν και ανάστασιν πολλών... και εις σημείον αντιλεγόμενον».
2. Ήδη επί των ήμερων της επιγείου ζωής του Κυρίου ετέθη αυτό το δίλημμα εις τους ανθρώπους, και παρουσιάζετο η Προσωπικότης Του και το κήρυγμα Του ως «σημείον αντιλεγόμενον» υπό διπλήν έννοιαν. Πρώτον μεν πολλοί διηρωτώντο: «Τις άρα ούτος εστίν»; (Μάρκ. δ' 41). Μήπως άλλωστε και ό Κύριος δεν ηρώτησε τους μαθητάς Του, δια να ακουσθή ή απήχησις της κοινής γνώμης, «τίνα με λέγουσιν οι άνθρωποι είναι;» (Ματθ. ιστ' 13). Και ή απάντησις, εκ μέρους των μαθητών, ήτο: «οι μεν Ιωάννην τον Βαπτιστήν, άλλοι δε Ηλίαν, έτεροι δε Ιερεμίαν ή ένα των προφητών». Άλλα και, πάλιν ερωτά ο Κύριος: «Υμείς δε τίνα με λέγετε είναι;» Και, εξ ονόματος των, ό Πέτρος εκφράζει το αληθές φρόνημα περί του Χρίστου, και πανηγυρικώς ομολογεί: «συ ει ό Χριστός ό υιός του Θεού του ζώντος» (αύτ. 14-16). Έκτοτε, δια μέσου των αιώνων και των γενεών, όλοι οι σοβαρώς σκεπτόμενοι άνθρωποι αντιμετωπίζουν το ερώτημα τούτο: «τις άρα ούτος εστίν»; Ποίος είναι λοιπόν Εκείνος, ό Όποιος παρουσιάζεται ως θεία μορφή, ως προσωπικότης αγιωτάτη και ως διδάσκαλος υψηλοτάτων αληθειών;
Άλλοι μεν ευλαβώς υποκλίνονται ενώπιον της αγίας Του προσωπικότητας και ευλαβώς υπακούουν εις το θείον Του θέλημα. Και σοφοί του κόσμου και απλοϊκοί του λάου. Υπό την σημαίαν του Κυρίου και επί των γραμμών του Ευαγγελίου Του, συναντώνται όσοι ομολογούν πίστιν και αφοσίωσιν εις Αυτόν λατρεύοντες την θεότητα Του. Άλλοι όμως έχουν τας επιφυλάξεις των. Τον θεωρούν απλώς ως μίαν υπέροχον φυσιογνωμίαν, αλλά προβάλλουν τας αμφιβολίας των εν σχέσει προς την Θεότητα Του.
Δεν είναι όμως ό Κύριος μόνον επί του πεδίου της πίστεως «σημείον αντιλεγόμενον», αλλά και επί του ηθικολογικού πεδίου. Δια τούτο κυρίως «σχίσμα εγένετο εν τω όχλω δι' αυτόν». (Ίω. ζ' 43) Διότι ό Κύριος δεν προβάλλει μόνον ως διδάσκαλος, αλλά και με την απαίτησιν της συμμορφώσεως της ζωής μας σύμφωνα με την διδασκαλίαν Του. Διχάζονται λοιπόν οι άνθρωποι. Και άλλοι μεν, κατανοοΟν-τες δτι ή διδασκαλία αυτή είναι ή υψίστη ηθική διδασκαλία, την αποδέχονται και συμμορφώνονται προς αυτήν άλλοι όμως επαναλαμβάνουν «σκληρός εστίν ούτος ό λόγος, τις δύναται αυτού ακούει ν;» (Ίω. στ' 60). Σκληραί δηλ. αι απαιτήσεις της διδασκαλίας αυτής, ποίος μπορεί να την ακούη και να την αποδέχεται; Στρέφουν λοιπόν τα νώτα και εγκαταλείπουν την γραμμήν του Κυρίου, καθ' ον χρόνον άλλοι, συνετώτεροι και με ειλικρινεστέραν διάθεσιν, επαναλαμβάνουν δια μέσου των αιώνων: «Κύριε, προς τίνα απελευσόμεθα; ρήματα ζωής αιωνίου έχεις», (αύτ. 68) Που άλλου να καταφύγωμεν έκτος από Σένα; Συ δίδεις την ορθήν κατεύθυνσιν του βίου και εξασφάλισιν ζωής αιωνίου.
3. Ενώ όμως ό Κύριος, κατ' αυτόν τον τρόπον, παρουσιάζεται ως «σημείον αντιλεγόμενον» και «κείται εις πτώσιν και ανάστασιν πολλών», αναλόγους της στάσεως ενός εκάστου, μένει πραγματικότης ανεπίδεκτος αμφισβητήσεως, ότι ό κάθε άνθρωπος εξάπαντος θα πάρη θέσιν ή μετά του Χριστού, ή κατά του Χριστού. Εκείνο το οποίον φαντάζονται πολλοί, ότι είναι δυνατόν να γίνη, να λάβουν δηλαδή μίαν στάσιν αδιάφορον, και ούτε ένθερμον αποδοχήν της χριστιανικής πίστεως να έχουν, αλλά ούτε και πολεμικήν, είναι αυταπάτη. Διότι «ό μή ων με τ' εμου κατ' εμού εστίν» (Ματθ. ιβ' 30) είπεν ό Κύριος. Εκείνη ή δήθεν ουδετερότης, ή οποία και εις τα επίμαχα διεθνή ζητήματα δίδει την εντύπωσιν ότι πρόκειται περί αρνήσεως και απροθυμίας δια σύμπραξιν και βοήθειαν, δεν είναι δυνατόν να υπάρχη εις τας σχέσεις μας απέναντι του Κυρίου. Διότι ό θέλων να εμφανίζεται ότι είναι αδιάφορος και ουδέτερος, εις την πραγματικότητα είναι αρνητής. Είναι δε και ένοχος, ως σύμμαχος του κάκου, και υπολογίζεται εις την παράταξιν των αρνουμένων τον Κύριον και το θέλημα Του. Μεγάλη, δυστυχώς, μερίς των ανθρώπων δεν είναι ούτε θερμοί ούτε ψυχροί. Είναι χλιαροί. Και ό Κύριος λέγει, ότι το χλιαρόν, όταν τίθεται εις το στόμα, προκαλεί τον έμετον, (είναι φράσις της Αποκαλύψεως του Κυρίου γ' 16), δια να δήλωση ότι μας θέλει θερμούς και αφοσιωμένους εις Αυτόν με αγωνιστικήν προσπάθειαν και θέλησιν να εφαρμόσωμεν την γραμμήν της διδασκαλίας Του εις τον βίον μας. Αν είμεθα χλιαροί, δεν μας θεωρεί ότι είμεθα μαζί Του. Αντιθέτως θεωρεί ότι οι χλιαροί είναι πραγματικώς ψυχροί και σύμμαχοι εις το κακόν.
Ιδού ποιαι απόψεις, άξιαι πολλής προσοχής, ανακύπτουν από την προφητείαν του δικαίου Συμεών, πού ελέχθη κατά την Υπαπαντήν του Κυρίου, την οποίαν σήμερον εορτάζομεν. Ας είναι αι σκέψεις αύται αφορμή, δια να συνειδητοποίηση ό καθένας εξ ημών την θέσιν την οποίαν έλαβεν, ή θα λαβή, απέναντι του Κυρίου. Και είθε ή κατανόησις αυτή να μας οδήγηση είς οριστικήν απόφασιν να μείνωμεν πολίται και κληρονόμοι της βασιλείας του Θεού εις τους αιώνας.

«Πατερικός φονταμενταλισμός» ή «μετα-πατερική θεολογική θολούρα»;

πηγή
Δρ. Φ., Σχολικός Σύμβουλος ΔΕ Διδάσκων στην Ανωτάτη Εκκλησιαστική Ακαδημία Βελλάς Ιωαννίνων Τριαντάφυλλος Σιούλης
Είναι πολύ σημαντική και παρήγορη ταυτόχρονα η διαπίστωση πως τα τελευταία χρόνια υπάρχει μια στροφή στην μελέτη της Πατερικής θεολογίας από Έλληνες και ξένους θεολόγους μέσα από διαχριστιανικούς διαλόγους και διάφορα συνέδρια. Πρόσφατο παράδειγμα το πολύ σημαντικό Συνέδριο που διοργανώθηκε στο Βόλο από την Ακαδημία Θεολογικών σπουδών με θέμα: «Νεο-πατερική σύνθεση και «μετα-πατερική» θεολογία: Το αίτημα της θεολογίας της συνάφειας στην Ορθοδοξία». Δίκαια, κατά τη γνώμη μας, το έργο της Ακαδημίας έχει ενταχθεί στο «πλαίσιο της ανανέωσης στο χώρο της ελλαδικής ορθόδοξης θεολογίας» και είναι γόνιμοι σε κάθε περίπτωση οι προκαλούμενοι διάλογοι και οι αντιπαραθέσεις.
Εντύπωση ωστόσο προξενεί η διαπίστωση πως η προβληματική ορισμένων ανάλογων συναντήσεων δείχνει να χρησιμοποιείται από κύκλους στην κατεύθυνση της αποδυνάμωσης, αν όχι απαξίωσης και φίμωσης, οποιασδήποτε διαφορετικής θεολογικής οπτικής και άποψης για την ορθόδοξη Πατερική θεολογία, κυρίως παραδοσιακής ή απόψεων που εκφράζουν κάποια επιφυλακτικότητα στους νεωτερισμούς και τις καινοτομίες…..
Πώς αλλιώς να εκλάβει κανείς κινδυνολογικές εκφράσεις που διατυπώθηκαν στο Συνέδριο και δημοσιεύθηκαν και κάνουν λόγο για «πατερικό φονταμενταλισμό», «εκκλησιαστική θριαμβολογία» «πνευματική υπεροχή έναντι του ‘Άλλου’ της Δύσης», «πνευματικό απομονωτισμό» και «ελληνοκεντρικότητα που αγγίζει την ειδωλολατρία». Διαπιστώνεται λοιπόν μια αντιπαράθεση και προκαλείται, ως προς τη χρήση των νεολογισμών αυτών και των νέων όρων και ορολογιών που «εντάσσονται» στα πλαίσια του θεολογικού διαλόγου και αφορούν στην πατερική σκέψη και στο πατερικό πνεύμα, η χρήση αντίστοιχων ορολογιών όπως «μετανεωτερική δήθεν θεολογία» και «μετα-πατερική θεολογική θολούρα».
Παράδειγμα υποβάθμισης, παραθεώρησης και περιθωριοποίησης των Πατέρων διαφαίνεται στην παρεξηγήσιμη άποψη που διατυπώθηκε στο Συνέδριο πως « … η ιστορική κριτική της Βίβλου δεν μπορεί σήμερα να αγνοείται από τους ορθοδόξους ερευνητές και να αντικαθίσταται απλά από την πατερική ερμηνευτική παράδοση. Ακόμη περισσότερο η ορθόδοξη επιστημονική χρήση της ιστορικο-κριτικής μεθόδου στη βιβλική ερμηνεία και η αναζήτηση της κυριολεκτικής σημασίας της Βίβλου μπορεί να διευκολύνει μια καρποφόρα εμπλοκή και χρήση της Βίβλου στη ζωή των ορθοδόξων πιστών, επιτρέποντας τη χρήση των Γραφών στο λειτουργικό κήρυγμα, όπως επίσης διευκολύνοντας τη δυναμική συνάντηση με το μήνυμα της Βίβλου στη λατρεία μέσα στο πλαίσιο της ορθόδοξης Λειτουργίας». Δηλαδή, αν καταλαβαίνουμε καλά, οι άγιοι Πατέρες (π.χ. Ιωάννης Χρυσόστομος, Ιερώνυμος) αλλά και οι εκκλησιαστικοί συγγραφείς (π.χ. Ωριγένης) «αγνόησαν» την ιστορική κριτική των κειμένων της Βίβλου; Δεν ενέταξε η εκκλησία, μετά από την ιστορικο-φιλολογική ερμηνευτική μέθοδο και την κριτική της Βίβλου (π.χ. Σχολή Αντιόχειας), στην λατρεία βιβλικά κείμενα; Ή τέλος πάντων η ιστορική κριτική αυτών είναι ξεπερασμένη και ανεπίκαιρη και άρα πρέπει να εγκαταλειφθεί και να αντικατασταθεί από άλλη, σύγχρονη;
Η συμφωνία των Πατέρων (consensus patrum) από τους πρώτους χριστιανικούς χρόνους μέχρι σήμερα φανερώνει ότι ο λόγος των Πατέρων, στηριγμένος στην μυστική και ποιμαντική εμπειρία του εκκλησιαστικού γεγονότος, υπερβαίνει τα κοσμικά σχήματα και τη συμβολική γλώσσα της προ-νεωτερικότητας, νεωτερικότητας και μετα-νεωτερικότητας, όντας ένα διαρκές βίωμα και μαρτυρία στηριγμένο στο «δώσε αίμα και πάρε πνεύμα», πάντα το ίδιο ζωντανό και πάντα το ίδιο επίκαιρο, όπως τα ανθρώπινα.
Μια θεολογία ενταγμένη στη ζωή της εκκλησίας δια των αγίων, όπως διαχρονικά βιώνεται από τους πρώτους χριστιανικούς χρόνους, το βυζάντιο, την εποχή της κολλυβαδικής αναγέννησης, τους σύγχρονους γεροντάδες και αγίους (π. Παϊσιος, π. Σωφρόνιος, π. Ιάκωβος, π. Πορφύριος, άγιος Σεραφείμ Σάρωφ, άγιος Νεκτάριος κ.ά.), είναι πνοή αναγεννητική, λυτρωτική, πάντα σύγχρονη και επίκαιρη. Η προσέγγισή τους πρέπει να γίνεται εντρυφώντας και ερευνώντας στο «ποιοι και τι ήσαν αυτοί, τι δίδασκαν, ποιο ήταν το πνευματικό κλίμα της εποχής τους, να ψηλαφήσουμε την αγωνία τους για την αλήθεια, να παρακολουθήσουμε την πιστότητα στην Παράδοση και την εμπιστοσύνη τους στο Άγιο Πνεύμα. Να γνωρίσουμε το εύρος της πνευματικής τους καλλιέργειας, την ευγένεια, την γενναιοψυχία και αισθαντικότητά τους. Να εκπλαγούμε από το θάρρος και την αγωνιστικότητά τους. Να ζήσουμε την ελπίδα τους, τις στιγμές της χαράς και της αγωνίας τους, να θαυμάσουμε το μεστό και πάντα επίκαιρο λόγο τους, αλλά και να γευτούμε από τις θείες εμπειρίες τους».
Δεν ξέρω πόσοι από εμάς της μετανεωτερικής εποχής περνάμε, όπως οι άγιοι Πατέρες «διά μέσου θλίψεων», «διά μέσου αίματος» για να «ανεβούμε στον ουρανό», να γίνουμε «πνευματοφόροι» και «θεοφόροι» όπως: «Είπε ο αββάς Λογγίνος στον αββά Ακάκιο: “… η ψυχή, τότε καταλαβαίνει ότι έχει μέσα της Πνεύμα Άγιο, όταν σταματήσουν τα πάθη που ρέουν απ’ αυτή σαν το αίμα. Όσο όμως είναι στην επιρροή των παθών, πως μπορεί να υπερηφανεύεται ότι είναι άπαθής; Δώσε αίμα και πάρε πνεύμα».
Γράφει ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος (Λόγος κστ΄): «Υπάρχουν μερικοί ακάθαρτοι δαίμονες που μόλις αρχίση κάποιος την μελέτη της Αγίας Γραφής του αποκαλύπτουν την ερμηνεία της. Τούτο ιδιαίτερα αγαπούν να το κάνουν σε καρδιές κενοδόξων ανθρώπων και μάλιστα μορφωμένων με την κατά κόσμον παιδεία. Και αποσκοπούν να τους ρίξουν σε αιρέσεις και βλάσφημες ιδέες απατώντας τους σιγά-σιγά. Θα αντιληφθούμε δε καλώς την δαιμονική αυτή θεολογία ή καλύτερα βαττολογία από την ταραχή και την ακατάστατη και άτακτη ευχαρίστησι που δημιουργείται στην ψυχή την ώρα της εξηγήσεως», αλλού δε γράφει ο ίδιος άγιος (Λόγος λ΄) πως αν δεν γνωρίσει κανείς τον Θεό με τέλεια αγνότητα και καθαρότητα αφού «οι αισθήσεις δεν έχουν ενωθή με τον Θεόν, είναι δύσκολο και επικίνδυνο να θεολογή», φτάνει δε στο σημείο να «ομιλεί περί θεού ‘στοχαστικώς’».
Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, σχετικά με αυτό το θέμα βασιζόμενος στην πατερική παράδοση, διατυπώνοντας την θεολογία του ησυχασμού στον αγώνα του να αντιμετωπίσει τον ορθολογισμό του Βαρλαάμ του Καλαβρού, λέγει πως υπάρχουν δύο σοφίες, η ανθρώπινη και η θεία, η φιλοσοφία και η θεολογία. Η φιλοσοφία, στηριγμένη κυρίως στον ορθό λόγο και στη νοησιαρχία, ικανοποιεί μερικώς την ανθρώπινη περιέργεια δίνοντας απαντήσεις σε διάφορα θέματα της καθημερινότητας διατυπώνοντας κανόνες συμπεριφοράς (καθηκοντολογία, ηθικισμός) η δε θεολογία βοηθά τον άνθρωπο στο να γνωρίσει το Θεό και να πετύχει τη σωτηρία του με την πίστη, δύναμη υπερβατική και με την άσκηση, καθαίροντας λίγο – λίγο τον εαυτό του, να ανεβαίνει στην πιο ψηλή βαθμίδα τελειώσεως, τη θεοπτία.
Στο ίδιο πνεύμα συνεχίζουν όλοι οι άγιοι Πατέρες στη συνέχεια, από τον άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, μέχρι τον άγιο Νεκτάριο. «Η Ορθόδοξη Εκκλησία διαφυλάττει ανόθευτη την αποστολική αλήθεια και ακέραιες τις διδασκαλίες των Πατέρων της. Έχοντας μάλιστα τη βεβαιότητα της αγιοπνευματικής συνεργίας στο θεολογικό τους έργο, χαρακτηρίζει τους ίδιους θεόπνευστους και θεοπαράδοτα τα συγγράμματα τους (Πενθέκτη Σύνοδος, ΣΤ’ Οικουμενική Σύνοδος, Τόμος Συνόδου έτους 1351). Εξαιτίας αυτής της βεβαιότητας, αποδίδει στην πατερική Παράδοση κύρος ίσο με αυτό της Αγίας Γραφής. Η διδασκαλία των Πατέρων είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την αλήθεια της Γραφής. Η θεολογική συμβολή της συνίσταται στη φανέρωση του κρυμμένου θησαυρού που βρίσκεται κάτω από το γράμμα της Γραφής και αποτελεί συνέχεια, επεξεργασία και βιωματική έκφραση αυτής. Στη συνείδηση της Εκκλησίας ο πατερικός λόγος αποτελεί συνέχεια και προέκταση του αποστολικού λόγου κι έτσι Γραφή και Παράδοση δεν αποτελούν μόνο την ενιαία έκφραση της θείας αλήθειας, αλλά και την οδό που οδηγεί τον άνθρωπο στη σωτηρία του.
Οι άγιοι Πατέρες είναι τα γνήσια πρότυπα της χριστιανικής ζωής. Με το έργο και τη ζωή τους συνδέουν το υπεραισθητό με το αισθητό, το κτιστό με το άκτιστο, το χρόνο με την αιωνιότητα. Κατά συνέπεια, η παρουσία και η μαρτυρία τους δεν εξαντλείται στην αρχαιότητα, γιατί η αγιαστική ενέργεια του Πνεύματος συνεχίζει να τελοιεί τα μέλη της Εκκλησίας και να αναδεικνύει Πατέρες και διδασκάλους. Το έργο και η προσφορά των Πατέρων δεν εξαντλείται στο θεολογικό πεδίο της ερμηνείας της αλήθειας και της ορθής διατύπωσης των δογμάτων της Εκκλησίας. Το πλούσιο και πολύπλευρο έργο τους συμβάλλει, σε κάθε εποχή, στο ανθρωπιστικό ιδεώδες και προσφέρει καρπούς στην ιστορία του πνεύματος και του πολιτισμού, ενώ με το φρόνημα, το ήθος και το βίο τους γίνονται οι εκφραστές του ανακαινισμένου εν Χριστώ ανθρώπου. Οι Πατέρες ενδιαφέρονται για τον άνθρωπο, πλούσιο ή φτωχό, ισχυρό ή αδύνατο, μορφωμένο ή απαίδευτο, για τη δικαιοσύνη, την αξία και την ελευθερία του ανθρώπου, για την ισότητα και την ειρήνη. Ο λόγος τους είναι προφητικός, επαναστατικός, χαρισματικός, απελευθερωτικός, κενωτικός και θεραπευτικός. Προσλαμβάνουν τον κόσμο και τα πνευματικά αγαθά του, χρησιμοποιώντας τα και εντάσσοντας τα αριστοτεχνικά στην έκφραση της αλήθειας και στην προοπτική της μεταμόρφωσης.
Η ουσιαστική κατανόηση του πνεύματος της πατερικής θεολογίας προϋποθέτει πρωτίστως τη ριζική μεταβολή της προσωπικής ζωής του ανθρώπου και τη μετοχή του στη ζωή της Εκκλησίας. Η αυτονόμηση του τελευταίου από το εκκλησιαστικό βίωμα και άρα από τις εμπειρίες των Πατέρων δυσχεραίνει την κατανόηση αυτού του πνεύματος και αποτελεί τον πρώτο λόγο ακαταληψίας της πατερικής θεολογίας. Συνεπώς, η κατανόηση της πατερικής γραμματείας βρίσκεται πέρα από τις δυσχέρειες που γεννούν τα ιστορικοφιλολογικα προβλήματα των κειμένων και οπωσδήποτε δεν εξαντλείται σ’ αυτά.
Έτσι, για την κατανόηση της διδασκαλίας ενός Πατέρα, ενώ κρίνεται αναγκαία η καλή γνώση του εκφραστικού μέσου, του πολιτιστικού περιβάλλοντος και της ιστορίας της εποχής του, εντούτοις τα στοιχεία αυτά δεν αποτελούν και ασφαλή τεκμήρια για την κατανόηση της. Οι Πατέρες ερμηνεύουν την αλήθεια χωρίς να αλλοιώνουν το περιεχόμενο της, χωρίς να την υποτάσσουν σε φιλοσοφικές κατηγορίες και χωρίς να κατασκευάζουν θεολογικά συστήματα. Οι διδασκαλίες τους είναι απόρροια της προσωπικής τους πνευματικής εμπειρίας, την οποία βιώνουν μέσα στην Εκκλησία με την προσευχή, τη μετοχή στα μυστήρια και την άσκηση. Η φωνή των Πατέρων είναι η φωνή του Αγίου Πνεύματος, που κατευθύνει και φωτίζει τη σκέψη τους. Οι Πατέρες δεν αυτονομούν τις αρετές ούτε όμως και τις αστοχίες των ανθρώπων. Τις εντάσσουν στο εκκλησιαστικό σώμα. Έτσι, οποιαδήποτε πράξη του ανθρώπου χαρακτηρίζεται ως αρετή ή αμαρτία όχι τόσο από τα θετικά ή αρνητικά της αποτελέσματα, αλλά από το αν εκπηγάζει ή προάγει ή λυμαίνεται την αγάπη και την ενότητα του Σώματος του Χριστού.
Κατά συνέπεια, ο Χριστιανός εκλαμβάνεται ως οικουμενικό πρόσωπο, που καλείται να ενσαρκώσει στην επίγεια ζωή του την αγάπη, με σκοπό τη δική του μεταμόρφωση, αλλά και του κόσμου. Η πατερική διδασκαλία τονίζει την χωρίς προϋποθέσεις αγάπη του Θεού για τον άνθρωπο. Αναδεικνύει την οικειότητα που υπάρχει ανάμεσα στο Θεό εν Χριστώ και τον άνθρωπο, τοποθετεί τις σχέσεις των ανθρώπων στη βάση του φιλάδελφου πνεύματος και του διαλόγου, δίνει διέξοδο στα υπαρξιακά αδιέξοδα και φανερώνει τα χαρίσματα και τις εσωτερικές δυνάμεις του ανθρώπου».
Στόχος πρέπει να είναι να ανακαλυφθεί και να αποκαλυφθεί η σπουδαιότητα αυτής της Παράδοσης, όπως για παράδειγμα της Φιλοκαλίας των έντεκα αιώνων, που «αγγίζει την ψυχή του σύγχρονου ανθρώπου σε Δύση και Ανατολή, χριστιανού και μη» «που υμνεί τη ζωή, αποκαλύπτει την αλήθεια, κομίζει πανανθρώπινες αξίες, αγγίζει όλες τις πτυχές της καθημερινότητας και εξανθρωπίζει τον άνθρωπο» και όχι να αποτελεί ζήτημα διανοητικής και μόνο προσέγγισης και να είναι αποκομμένη από τη λατρευτική και ευχαριστιακή ζωή της εκκλησίας.
Σε κάθε περίπτωση είναι παράδοξο να μιλά κανείς για βιβλικές αλήθειες χωρίς την άμεση προσφυγή στην ασφαλή ερμηνεία των Πατέρων. Να μιλά κανείς για ορθόδοξη πίστη και λατρεία χωρίς να αναφερόμαστε πρωτίστως στις πηγές που επεξεργάστηκαν το περιεχόμενο της πίστης, πλούτισαν, αλλά και διαμόρφωσαν τη λατρεία της Εκκλησίας. Χωρίς να αναδεικνύεται η ορθοπραξία των Πατέρων, η δυναμική τους σκέψη και ο προβληματισμός τους, που στις περισσότερες περιπτώσεις παραμένει επίκαιρος, ενώ παράλληλα τοποθετεί το μήνυμά τους στη σημερινή εποχή.
Η αντίληψη αυτή είναι παντελώς ξένη προς την καλλιέργεια κάθε είδους θρησκευτικού φονταμενταλισμού ή οπισθοδρόμησης. Μη πέσουμε στην παγίδα στην προσπάθειά μας να αναδείξουμε την Πατερική Παράδοση μέσα από ορισμένη «μοντέρνα» οπτική «ιδεολογικής χρήσης» να διαμορφώσουμε μια ορθόδοξη θεολογία που να καλλιεργεί ηθικούς τύπους ανθρώπων αλλά όχι ελεύθερα πρόσωπα. Μια τέτοια προσέγγιση και οπτική της ορθόδοξης πατερικής θεολογίας αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση και ασφαλή οδηγό και συνοδοιπόρο σε οποιαδήποτε πορεία διαλόγου και συνδιαλλαγής στην σημερινή εποχή της σύγχυσης και των διαφόρων σκοπιμοτήτων

  Ἕκαστον μέλος τῆς ἁγίας σου σαρκός ἀτιμίαν δι' ἡμᾶς ὑπέμεινε τὰς ἀκάνθας ἡ κεφαλή ἡ ὄψις τὰ ἐμπτύσματα αἱ σιαγόνες τὰ ῥαπίσματα τὸ στό...