Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τρίτη, 3 Ιανουαρίου 2017

Ἡ Θεολογία καὶ τὸ συναίσθημα



Ὑπάρχει μία γενικὴ τάσις νὰ θεωρῆται ἡ θρησκεία ὡς συναίσθημα καὶ ἡ θεολογία ὡς διανοητικὴ ἐνέργεια τοῦ πιστεύοντος ἀνθρώπου. «Τὸ συναίσθημα τῆς ἀπολύτου ἐξαρτήσεως» («das schlechthinnige Abhangigkeitsgefuhl») ἐκ τοῦ Θεοῦ, ὡς τὸ ὠνόμασε χαρακτηριστικῶς ὁ μέγας θεολόγος τοῦ συναισθήματος, ὁ Schleiermacher (1), διέπει βασικῶς τὴν θρησκευτικὴν ζωὴν καὶ ὡς ἐκ τούτου ἐθεωρήθη ὡς ἀποτελοῦν τὴν οὐσίαν πάσης θρησκείας καὶ κατ' ἐξοχὴν τῆς χριστιανικῆς.

Εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς γερμανικῆς θεολογίας τὸν ὅρον «συναίσθημα» («Gefuhl») διεδέχθη διὰ τῆς «φιλοσοφίας τῆς ζωῆς» (« Lebensphilosophie ») ὁ ὅρος βίωμα («Εrlebnis»). Παρ' ἡμῖν, ἀφ' ὅτου ὁ ἀείμνηστος Νικόλαος Λούβαρις, ἡ εὐγενὴς ἐκείνη φυσιογνωμία τῆς νεοελληνικῆς θεολογίας, εἰσήγαγε καὶ ἀβιάστως ἐπέβαλε τὸν ὅρον βίωμα(2), μεταφράζων οὕτω τὸν ἀντίστοιχον γερμανικὸν ὅρον, ἡ θρησκεία θεωρεῖται γενικῶς ὡς βίωμα. Ἐπειδὴ μάλιστα τὸ περιεχόμενον τοῦ ὅρου τούτου φαίνεται ὅτι ἱκανοποιεῖ ὡρισμένας εὐσεβιστικὰς τάσεις τῆς νεοελληνικῆς θρησκευτικότητος, πολλοὶ ἐκ τῶν παρ' ἡμῖν θρησκευόμενων λογίων ἐθεώρησαν τὸν ὅρον τοῦτον ὡς σημαίνοντα ἐπιτυχῶς τὴν πατερικὴν ἀντίληψιν περὶ τῆς σχέσεως τοῦ ἄνθρωπου πρὸς τὸν Θεόν. Ἐντεῦθεν καὶ ἐδημιουργήθησαν διάφοροι ἐκφράσεις μὲ συνθετικὸν στοιχεῖον τὴν λέξιν ταύτην, ὡς «τὸ θρησκευτικὸν βίωμα», «βιωματικὸς» κ.λ.π., ἐν τῇ πεποιθήσει πάντοτε, ὅτι κατ' αὐτὸν τὸν τρόπον προσφέρεται ὑπηρεσία εἰς τὴν αὐθεντικὴν παράδοσιν τῆς Ἐκκλησίας.

Εἶναι πάντως γεγονός, ὅτι οἱ Πατέρες ἀγνοοῦν τοὺς ὅρους τούτους. Βεβαίως ἡ ἀπουσία μίας ὡρισμένης λέξεως ἐκ τοῦ πατερικοῦ γλωσσικοῦ θησαυροῦ δὲν καθιστᾶ eo ipso τὴν λέξιν ταύτην κατ' ἀρχὴν θεολογικῶς ἄχρηστον. Ὁσονδήποτε πλούσια καὶ ἂν εἶναι ἡ γλώσσα τοῦ παρελθόντος, αὕτη δὲν δύναται νὰ πληροῖ ἁπάσας τὰς γλωσσικὰς ἀνάγκας τοῦ παρόντος καὶ τοῦ μέλλοντος.

Ἒφ' ὅσον ἡ αὐτοσυνειδησία τοῦ ἀνθρώπου ἐξελίσσεται, εἶναι προφανές, ὅτι καὶ ἡ θεολογία «ἔχει ἱστορίαν» καὶ ὅτι ἡ θεολογικὴ ὁρολογία ἀναποφεύκτως θὰ πλουτίζεται ἑκάστοτε καὶ διὰ νέων στοιχείων. Δία τὸν λόγον τοῦτον καὶ ὁ ὅρος βίωμα, ὅπως καὶ πᾶς ἄλλος ὅρος, δύναται κατ' ἀρχὴν νὰ χρησιμοποιῆται θεολογικῶς, ἀσχέτως τοῦ ἂν ἀγνοῆται ὑπὸ τῶν Πατέρων, ὑπὸ τὴν ἀπαραίτητον ὅμως προϋπόθεσιν, ὅτι θὰ σημαίνη νοηματικὸν περιεχόμενον («suppositum ») σύμφωνον ὁπωσδήποτε πρὸς τὴν καθόλου ὀρθόδοξον παράδοσιν τῆς Ἐκκλησίας.

Ἐνταῦθα εἶναι ἀνάγκη νὰ τονισθῆ μὲ πᾶσαν κατηγορηματικότητα, ὅτι ἡ ὀρθοδοξία τῆς Ἐκκλησίας δὲν συνίσταται ἁπλῶς εἰς ἕν σύνολον στερεοτύπων ὅρων καὶ ἐκφράσεων. Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ διὰ τῆς ὀρθοδόξου «γλώσσης» ἀναφορὰ τοῦ ἀνθρώπου εἰς τὸ ὀρθόδοξον «νόημα» τὸ διὰ τῆς γλώσσης ταύτης σημαινόμενον, καὶ περαιτέρω ἡ διὰ τοῦ ὀρθοδόξου «νοήματος» ἀναφορὰ εἰς τὴν σώζουσαν Ἀποκάλυψιν τοῦ Θεοῦ. Ἑπομένως ὀρθοδοξία εἶναι ἡ διὰ τῆς γλώσσης καὶ τοῦ νοήματος ἀναγωγὴ τοῦ ὅλου ἀνθρώπου εἰς τὸν Θεόν, ἡ κοινωνία Αὐτοῦ.

Ἐκ τούτων γίνεται σαφές, ὅτι τὸ πρόβλημα, ἂν ἡ θρησκεία εἶναι συναίσθημα ἢ βίωμα, δὲν εἶναι πρόβλημα περὶ τὴν λέξιν, ἀλλὰ περὶ τὸ θεολογικὸν περιεχόμενον τῶν ὅρων τούτων. Δὲν ὑπάρχουν ὀρθόδοξοι λέξεις καθ' ἑαυτάς, ἀλλ' ὑπάρχουν ὀρθόδοξα νοήματα, τὰ ὁποῖα καὶ προσδίδουν τὸν ὀρθόδοξον χαρακτήρα εἰς τὰς χρησιμοποιουμένας λέξεις. Μία λέξις καθίσταται ὀρθόδοξος, ὅταν τὸ ὑπ' αὐτῆς σημαινόμενον νοηματικὸν περιεχόμενον εἶναι ὀρθόδοξον. Τουναντίον μία λέξις, χρησιμοποιηθεῖσα πρὸς δήλωσιν ὀρθοδόξου νοηματικοῦ περιεχομένου καὶ ἐντεῦθεν καταστάσα ὅρος τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας, παύει αὐτομάτως νὰ εἶναι ὀρθόδοξος, ὅταν χρησιμοποιηθῆ ὑπὸ διάφορον, μὴ ὀρθόδοξον ἔννοιαν. Ὀρθόδοξος εἶναι ἡ ἔννοια ἐκείνη, ἡ ὁποία καὶ ἀποτελεῖ τὸ γεγονὸς τῆς κοινωνίας τοῦ Θεοῦ, τὸ γεγονὸς δηλ. τῆς κατανοήσεως, τῆς καταλήψεως, τῆς προσοικειώσεως Αὐτοῦ, τ.ἐ. τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου. Ἀντιθέτως μὴ ὀρθόδοξος ἔννοια (ἢ μὴ ὀρθόδοξον νόημα) εἶναι τὸ γεγονός, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ ἄνθρωπος δὲν κατανοεῖ τὸν Θεόν, τ.ἐ. δὲν σώζεται. Ὀρθοδοξία εἶναι τὸ γεγονὸς τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου.

Τὸ γεγονὸς τοῦτο ἀποτελεῖ καὶ τὴν «ἀληθῆ θρησκείαν » ("vera religio") τοῦ ἀνθρώπου. Ἀληθὴς θρησκεία εἶναι ἡ ἀναφορὰ τοῦ ἀνθρώπου εἰς τὸν Θεόν, ἡ κοινωνία Αὐτοῦ• εἶναι ἡ οἰκείωσις τῆς θείας Ἀποκαλύψεως, ἡ προσήκουσα ἀπάντησις τοῦ ἀνθρώπου εἰς τὴν θείαν κλῆσιν.

Εἰς τὸν Πλάτωνα εὑρίσκομεν τὴν διδασκαλίαν περὶ τῶν τριῶν «εἰδῶν» τῆς ψυχῆς (τοῦ «λογιστικοῦ», τοῦ «ἐπιθυμητοῦ» καὶ τοῦ «θυμοειδοῦς» (3), δὲν εἶναι δὲ σήμερον ἀσυνήθης ἡ (ὁπωσδήποτε πολλὰ προβλήματα ἐνέχουσα) διαίρεσις τῆς πνευματικῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου εἰς τὴν στενῶς νοουμένην νόησιν, τὴν βούλησιν καὶ τὸ συναίσθημα. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν διακρίσεων τούτων (4) δύναταί τις νὰ εἴπη, ὅτι τὸ συναίσθημα εἶναι ἕν μέρος τῆς πνευματικῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου καὶ μάλιστα («τὸ θυμοειδὲς» διὰ τὸν Πλάτωνα) ὄχι καὶ τὸ σπουδαιότερον. Ἐὰν λοιπὸν ἡ «θρησκεία» εἶναι συναίσθημα, τοῦτο θὰ σημαίνη, ὅτι αὐτὴ εἶναι μία ἐπὶ μέρους λειτουργία τῆς ψυχικῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ θρησκεία ἢ θὰ εἶναι ἕν ἐπὶ μέρους συναίσθημα, ὑπάρχον παραλλήλως πρὸς ἄλλα συναισθήματα ἐπηρεάζον αὐτὰ καὶ ἐπηρεαζόμενον ὑπ' αὐτῶν, ἢ θὰ συμπίπτη αὕτη τὸ πολὺ μὲ ὁλόκληρον τὴν συναισθηματικὴν ζωὴν τοῦ ἀνθρώπου, ὁπότε καὶ πάλιν θὰ παραμένη ἕν μόνον μέρος τῆς ὅλης ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου ὡς ἀνθρώπου.

Συγχρόνως τίθενται μεταξὺ ἄλλων καὶ τὰ ἑξῆς ἐρωτήματα: Ἐὰν ἡ θρησκεία ἐκληφθῆ ὡς περιοριζόμενη μόνον εἰς τὸ συναίσθημα, τότε ποία εἶναι ἡ σχέσις αὐτῆς πρὸς τὴν νόησιν καὶ τὴν βούλησιν; Ὀφείλουν ἡ νόησις, ἡ ἡγεμονικὴ ἀρχὴ τοῦ ἀνθρώπου, καὶ ἡ βούλησις αὐτοῦ νὰ ἐκλείψουν ἢ νὰ ὑποταγοῦν εἰς τὸ (θρησκευτικὸν) συναίσθημα; Καὶ διατὶ τοιαύτη βασιλικὴ μεταχείρισις τοῦ συναισθήματος; Εἶναι ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου μόνον ἢ κατ' ἐξοχὴν συναισθηματικὸν γεγονός; Πῶς τίθεται τὸ ζήτημα τῆς σωτηρίας διὰ τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐκ φύσεως ἔχουν ηὐξημένην νόησιν ἢ βούλησιν, ἀλλὰ μειωμένην συναισθηματικότητα; Σώζονται μόνον, ἢ τουλάχιστον κατ' ἐξοχήν, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐξεταζόμενοι μὲ τὴν μέθοδον τῆς «φαινομενολογίας τῆς θρησκείας» παρουσιάζονται ὡς ἔχοντες μὲν ἔντονον συναισθηματικὴν θρησκευτικότητα, ἀλλὰ νοήματα διὰ τὴν Δογματικὴν ἀπαράδεκτα καὶ βούλησιν ἠθικῶς διεστραμμένην ;

Εἶναι ἴσως ἐντεῦθεν προφανές, ὅτι ἡ θεώρησις τῆς θρησκείας ὡς συναισθήματος ὁδηγεῖ τὴν δογματικὴν σκέψιν ad absurdum. Ἡ «ἀληθὴς θρησκεία» τῶν μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ δὲν εἶναι μόνον συναίσθημα, ἀλλ' εἶναι καὶ νόησις καὶ βούλησις, ἐὰν δεχθῶμεν, ὅτι διὰ τῶν τριῶν τούτων ὅρων δηλοῦται ἡ ὅλη ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου ὡς ἀνθρώπου. Ἀληθὴς θρησκεία εἶναι ἡ αὐθεντικὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου εἰς ὅλον τὸ πλάτος καὶ τὸ βάθος τῆς αὐθεντικότητάς της.

Εὐρύτερον ὁπωσδήποτε περιεχόμενον ἐν σχέσει πρὸς τὸ διὰ τοῦ ὅρου «συναίσθημα» σημαινόμενον ἐκφράζει ὁ ὅρος «βίωμα». Τὸ βίωμα ὡς γεγονὸς ζωῆς ἔχει μὲν καὶ συναισθηματικὸν χαρακτήρα, περιλαμβάνει ὅμως μετ' αὐτοῦ εἰς ἑνότητα κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον καὶ τὰ λοιπὰ στοιχεῖα τὰ ἀποτελοῦντα τὴν ἀνθρωπίνην ζωὴν ἐν συνόλῳ. Ἐφ' ὅσον ὅμως εἰς τὸν ὅρον «βίωμα» ἀποδίδεται πολλάκις συναισθηματικὸν κυρίως περιεχόμενον, ὀφείλομεν ἐνταῦθα νὰ τονίσωμεν, ὅτι ἡ κοινωνία τοῦ Θεοῦ, ὅπως δὲν εἶναι μονομερῶς διανοητικὸν γεγονός, οὕτω καὶ δὲν εἶναι γεγονὸς μονομερῶς συναισθηματικόν. Διὰ τῆς διαπιστώσεως ταύτης μένει βεβαίως ἀνοικτὸν τὸ πρόβλημα, ἂν ἡ κοινωνία αὐτὴ τοῦ Θεοῦ, δηλ. ἡ ἀληθὴς θρησκεία, ἔχει κυρίως συναισθηματικόν, λογικόν, βουλητικὸν ἢ οἱονδήποτε ἄλλον χαρακτήρα.

Ἐὰν λοιπὸν ἡ ἀληθὴς θρησκεία ὁπωσδήποτε δὲν εἶναι μόνον συναίσθημα, ἐρωτᾶται περαιτέρω, τί εἶναι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ θεολογία. Ἐλέχθη ἤδη εἰς τὴν ἀρχήν, ὅτι εἶναι διαδεδομένη ἡ τάσις νὰ θεωρῆται ἡ θεολογία ὡς λογικὴ ἐπίδοσις τοῦ πιστεύοντος ἀνθρώπου. Συχνάκις ὁρίζεται ἡ θεολογία ὡς «ἡ ἐπιστημονικὴ αὐτοσυνειδησία τῆς πίστεως». (Διὰ τὸν Schleiermacher ἡ θεολογία εἶναι «ἐκκλησιαστικὴ ἐπιστήμη» (5).

Παραμερίζοντες ἐνταῦθα τὸ ζήτημα, ἂν ἡ θεολογία εἶναι ἐπιστήμη, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ὑπογραμμίσωμεν ἐν πρώτοις τὸ γεγονός, ὅτι ἡ θεολογία δὲν δύναται νὰ εἶναι μία μονομερῶς λογικὴ ἐνέργεια τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ ἐτυμολογικὴ παραγωγὴ καὶ ἡ χριστιανικὴ ἱστορία τῆς λέξεως ταύτης δὲν ἀφήνουν ἴσως οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι ἡ θεολογία εἶναι ἡ κατανόησις τοῦ ἀποκαλυπτομένου Θεοῦ, ἡ γνῶσις Αὐτοῦ. Κατ' ἀρχὴν ἡ κατανόησις («Vesterhen ») καθ' ἑαυτὴν δὲν εἶναι γεγονὸς μονομερῶς «λογικὸν»· εἶναι καθολικὴ ἀναφορὰ τοῦ κατανοοῦντος ὑποκειμένου εἰς τὸ πρὸς κατανόησιν ἀντικείμενον. Διὰ τοῦτο καὶ δὲν εἶναι μόνον «λογική», ἀλλ' εἶναι ἐν ταυτῷ καὶ συναίσθημα («Gefuhl») καὶ ἐνόρασις («intuition») καὶ ἐσωτερικὴ προσέγγισις («Ε infuhlung») κ.λ.π. Χωρὶς δυσκολίαν μάλιστα θὰ ἠδύνατο τὶς νὰ διαπίστωση καὶ βουλητικὰ στοιχεῖα εἰς τὸ γεγονὸς τῆς κατανοήσεως. Ἐὰν λοιπὸν εἶναι γεγονός, ὅτι ἡ κατανόησις γενικῶς δὲν εἶναι ἕν μονομερῶς λογικὸν φαινόμενον, εἶναι τουλάχιστον ἐξ ἴσου ἀληθές, ὅτι καὶ ἡ κατανόησις τοῦ Θεοῦ, ἡ θεολογία, δὲν περιορίζεται μόνον εἰς τὴν στενῶς νοουμένην λογικήν τοῦ ἀνθρώπου. Τοῦ Θεοῦ δὲν κοινωνεῖ μόνον ἡ λογική τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλ' ὁ ὅλος ἄνθρωπος, ὁ ἄνθρωπος ὡς ὅλον. Ἄλλωστε εἶναι γνωστόν, ὅτι αἱ ἀναγνωριζόμεναι ὡς πηγαὶ τῆς Ἀποκαλύψεως δὲν ἀπευθύνονται μόνον εἰς τὴν στενῶς νοουμένην «νόησιν» τοῦ ἀνθρώπου, ὅπως καὶ δὲν ἀπαιτοῦν ἐξ αὐτοῦ μόνον τὴν προσφορὰν τῆς «νοήσεως». Ἡ Ἀποκάλυψις τοῦ Θεοῦ ἀπευθύνεται ὡς Εὐαγγέλιον εἰς ὁλόκληρον τὸν ἄνθρωπον καὶ ἀπαιτεῖ ὡς νόμος τὴν προσφορὰν ὁλοκλήρου τοῦ ἀνθρώπου εἰς τὸν Θεόν.

Ἡ θεολογία ὡς ἡ προσοικείωσις τῆς Ἀποκαλύψεως ἐκτείνεται εἰς ὅλον τὸ βάθος καὶ τὸ πλάτος τοῦ τὸν Θεὸν κατανοοῦντος ἀνθρώπου. Θεολογία εἶναι ἡ συνάντησις τοῦ Θεοῦ, ἡ πίστις εἰς Αὐτόν. Ἡ θεολογία, ἡ (ἀληθής!) θρησκεία καὶ ἡ γνήσια πίστις εἶναι κατ' οὐσίαν ἕν καὶ τὸ αὐτὸ γεγονός. Οὔτε ἡ θρησκεία εἶναι μόνον συναίσθημα, οὔτε ἡ θεολογία μόνον διανόησις, οὔτε ἡ πίστις μόνον ἐκδήλωσις ἁπλοϊκότητος καὶ ἀφέλειας (6). Ἡ ἀληθὴς θρησκεία, ἡ ἀξία τοῦ ὀνόματος τῆς θεολογίας καὶ ἡ συνειδητὴ πίστις εἶναι αὐτὸ τοῦτο τὸ γεγονὸς τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου, δηλ. τὸ γεγονὸς τῆς ὀρθοδοξίας. Τὸ γεγονὸς τοῦτο συμπίπτει μὲ τὴν ἐπιτέλεσιν τῆς αὐθεντικότητος τοῦ ἀνθρώπου, μὲ τὴν θέωσιν αὐτοῦ. Ἐφ' ὅσον τὸ συναίσθημα εἶναι μία ἐπὶ μέρους λειτουργία τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου ὡς ἀνθρώπου, καθίσταται προφανές, ὅτι ἡ θεολογία εἶναι καὶ συναίσθημα, ὅπως εἶναι καὶ νόησις καὶ βούλησις καὶ ἐνόρασις καὶ «βίωμα» καὶ πρᾶξις καὶ ἦθος καὶ ἁγιότης κ.ο.κ. Ἡ θεολογία περιλαμβάνει καὶ τὴν αὐθεντικὴν συναισθηματικὴν ζωὴν τοῦ ἀνθρώπου, ὅπως περιλαμβάνει καὶ τὰς λοιπὰς αὐθεντικὰς λειτουργίας τῆς ζωῆς αὐτοῦ, συμπίπτουσα οὕτω κατ' οὐσίαν μὲ τὴν ὅλην ζωὴν τοῦ ἀνθρώπου ὡς ἀνθρώπου, μὲ τὴν θρησκείαν, τὴν ἠθικήν, τὴν σωτηρίαν, τὴν ὀρθοδοξίαν αὐτοῦ.



------------------------------------------------------------


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Die Christliche Glaube nach den Grundsatzen der evangelischen Kirche im Zusammenhang dargestellt, 2. U berb. Ausg. Halle 1830, σ. 145 κ. ἄλλ. Εἰς τοὺς περίφημους λόγους του «πρὸς τοὺς περιφρονητὰς τῆς θρησκείας» ὁ Schleiermacher λέγει περὶ τῆς θρησκείας, ὅτι «ἡ οὐσία αὐτῆς δὲν εἶναι οὔτε νόησις, οὔτε πρᾶξις, ἀλλὰ θεωρία καὶ συναίσθημα» (Uber die Religion, Reden an die Gebildeten unter ihren Verachtern, ἔκδ.», Ο tto, 3. Α ufl. Gottingen 1913, σ. 26).

2. Βλ. Μ. Σιώτου, Νικόλαος Ι. Λούβαρις, Ἐν Ἀθήναις 1965, σ. 73.

3. Πλάτων : «... τὸ μὲν ᾧ λογίζεται λογιστικὸν προσαγορεύοντες τῆς ψυχῆς, τὸ δὲ ᾧ ἐρᾶ τε καὶ πεινῆ καὶ διψῆ καὶ περὶ τὰς ἄλλας ἐπιθυμίας ἐπτόηται ἀλόγιστόν τε καὶ ἐπιθυμητικόν, πληρώσεων τινῶν καὶ ἡδονῶν ἑταῖρον » (Πολιτεία Δ 439 d). « Οὐκοῦν τῷ μὲν λογιστικῷ ἄρχειν προσήκει, σοφῳ ὄντι καὶ ἔχοντι τὴν ὑπὲρ ἁπάσης τῆς ψυχῆς προμήθειαν, τῷ δὲ θυμοειδεῖ ὑπηκόῳ καὶ ξυμμάχῳ τούτου; Πάνυ γε » (αὐτόθι Δ 441 e). « Καὶ τούτῳ δὲ οὕτω τραφέντε καὶ ὡς ἀληθῶς τὰ αὐτῶν μαθόντε καὶ παιδευθέντε προστησέσθον τοῦ ἐπιθυμητικοῦ, ὃ δὴ πλεῖστον τῆς ψυχῆς ἐν ἐκάστῳ ἐστι καὶ χρημάτων φύσει ἀπληστότατον » (αὐτόθι Δ 442 a). Πρβλ. Τίμ. 77 b.

4. Ἐνταῦθα δὲν ἐξετάζεται εἰδικῶς ἡ σχέσις τῶν διακρίσεων τούτων πρὸς ἀλλήλας, φαίνεται ὅμως, ὅτι ἡ σχέσις αὐτή, ἐν ἀντιθέσει μάλιστα πρὸς ὅ,τι συνήθως νομίζεται, δὲν εἶναι ταυτότης. Οὕτως ἐνῶ ἡ βούλησις εἶναι ἔλλογος ἐνέργεια τοῦ ἀνθρώπου (πρβλ. τὴν ἐτυμολογικὴν συγγένειαν βούλομαι - βουλεύομαι, ὡς καὶ τὴν σχολαστικὴν ἀρχὴν «hihil volitum, nisi praecognitum»), τὸ πλατωνικὸν «ἐπιθυμητικὸν» εἶναι «ἀλόγιστον». Ὁμοίως καὶ ὁ πλατωνικὸς ὅρος «τὸ θυμοειδὲς» δὲν φαίνεται νὰ ἐκφράζη τὸν ὅλον συναισθηματικὸν κόσμον τοῦ ἀνθρώπου.

5. Βλ. Τ. Rendtorff, Kirche und Theologie. Die systematische Funktion des Kirchenbegriffs in der neueren Theologie, Gutersloh 1966, σ. 139 ἐξ.

6. Ρ. Τ illich : «Ἡ πίστις ὡς ἔκφρασις τοῦ ὅλου προσώπου ἀσφαλῶς περιλαμβάνει καὶ συναισθηματικὰ στοιχεῖα, ἀλλὰ δὲν ἀποτελεῖται μόνον ἐξ αὐτῶν. Ἅπασαι αἱ πλευραὶ τῆς θεωρίας καὶ τῆς πράξεως εἶναι παροῦσαι εἰς τὸ γεγονὸς τῆς πίστεως...» (Systematische Theologie, Bd III Stuttgart 1966, σ. 157).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου