Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Δευτέρα, 29 Ιανουαρίου 2018

EΚΚΟΛΑΠΤΟΜΕΝΟΙ ΑΓΙΟΙ Άρθρο – γροθιά του Καθηγουμένου της Ι.Μ. Δοχειαρίου Γέροντα Γρηγορίου

 Τα τελευταία χρόνια γεμίσαμε αγίους








Σήμερα τοὺς Ἁγίους δὲν μᾶς τοὺς προβάλλει ἡ Ἐκκλησία καὶ δὲν ἐκκολάπτονται στὸν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ στὰ σαλόνια, σὲ συγκεντρώσεις ὑπὲρ τὸ μέτρον εὐσεβῶν καὶ εὐλαβῶν χριστιανῶν, ποὺ διακηρύττουν ὁράματα καὶ θαύματα καὶ θεοπτίες, καὶ προβάλλονται σὲ ἡμερολόγια καὶ σὲ ἡμεροδεῖκτες πιὸ μπροστά· πῆραν δηλαδὴ τὴν σειρὰ τῆς Ἐκκλησίας. Πίνοντας τὸν καφὲ καὶ τὸ τσάι της ἡ κάθε μεγαλοκυρία, ἀποφθέγγεται γιὰ «ἁγίους», τῶν ὁποίων ἡ ζωὴ ἦταν προβληματική. Δυστυχῶς καὶ σὲ καλογερικὲς συνάξεις προβάλλονται πρόσωπα ἀμφισβητούμενα γιὰ τὴν ζωή τους. Καὶ ἀκολουθίες τοὺς συντάσσουνε καὶ πανηγύρεις ἐπιτελοῦνε στὰ καθολικὰ τῶν Μονῶν. Δὲν ἀναμένουν τὴν φωνὴ τῆς Ἐκκλησίας.
Πῶς νὰ τὸ κάνουμε; Ὁ αἰσθησιακὸς ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἅγιος. Εἶναι μιὰ πονεμένη ἱστορία. Ὅτι ἔκανε τὸν ἀγῶνα του, τὸν ἔκανε, ἀλλὰ δὲν ὑπερνίκησε τὸν αἰσθησιακό του κόσμο. Σήμερα μακιγιάρουμε τοὺς νεκρούς μας, μὲ τὴν φοβερὴ ἐρώτηση «Θέλετε νὰ εἶναι χαμογελαστός, σοβαρός, ἱλαρός;» Καὶ μετὰ ἐμεῖς προβάλλουμε τὰ χαμογελαστὰ αὐτὰ πρόσωπα σὲ ὅλα τὰ μέσα ἐνημερώσεως ὡς καρποὺς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος! Ὅταν ὅμως πίσω ἀπὸ αὐτὸ τὸ χαμόγελο ὑπάρχουν ἀγκάθια καὶ τριβόλια, ἐμεῖς τί νὰ κάνουμε; Ἑκόντες-ἄκοντες νὰ τὰ ἀποδεχώμαστε; Ὑπάρχει λύσσα, τοὺς δικούς μας ἀνθρώπους νὰ τοὺς βάζουμε στὴν βιτρίνα τῶν Ἁγίων.
Ἐπληροφορήθηκα, δὲν ξέρω ἂν εἶναι πέρα γιὰ πέρα ἀληθινὸς ὁ λόγος, ὅτι τὸ Πατριαρχεῖο, ἡ Μεγάλη Ἐκκλησία, σταματᾶ τὶς ἁγιοποιήσεις, γιατὶ εἶναι ἀλήθεια ὅτι τὰ τελευταῖα χρόνια γεμίσαμε ἁγίους, τῶν ὁποίων τὰ συγγράματα διαβάζονται καὶ προβάλλονται περισσότερο ἀπὸ τὴν Καινὴ Διαθήκη! Ἀφοῦ ὑπάρχει ἡ δύναμη τοῦ μαγνητοφώνου, φορτωνόμαστε διδαχὲς καὶ προφητεῖες ποὺ ἐμᾶς ὡς πνευματικοὺς μᾶς φέρνουν σὲ δύσκολη θέση. Ἰδίως οἱ «προφῆτες» ἀναμοχλεύουνε πράγματα, πού, ἀντὶ νὰ ἐνθαρρύνουν τὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων, τοὺς ἀγχώνουν, τοὺς ἁρπάζουν τὸ χαμόγελο τῆς ζωῆς μέσα ἀπὸ τὴν καρδιά τους.Ἑνὸς συγχρόνου ἁγίου τὸ κέντρο τῆς διδασκαλίας του εἶναι οἱ πόλεμοι, οἱ μάχες καὶ οἱ ταραχές. Καὶ ἕνας Ἁγιορείτης, καὶ αὐτὸς προφητάναξ:
– Μαζέψτε τρόφιμα, κρύψτε τὰ γενήματά σας καὶ τὰ ἀγαθά σας, γιατὶ θὰ γίνη πόλεμος.

Καθήμενος στὴν Μονὴ Δοχειαρίου, ἡ ὁποία εἶναι ἢ ἡ εἴσοδος ἢ ἡ ἔξοδος τοῦ Ὄρους, ἑκών-ἄκων θὰ τὰ ἀκούσω.
– Γέροντα, μᾶς εἶπε καταξιωμένος καὶ χαρισματοῦχος προορατικὸς ἐδῶ στὸ Ἅγιον Ὄρος, νὰ συνάξουμε τρόφιμα, γιατὶ θὰ γίνη πόλεμος.
– Ἂν τὸ ἐγκολπωθήκατε πραγματικὰ αὐτὸ ποὺ σᾶς εἶπε, κάνετέ το, ἀλλά, ἂν δῆτε ὅτι πέρασε ὁ καιρὸς καὶ καμμιὰ κίνηση πολέμου δὲν γίνεται, φέρτε τα σὲ μένα· ἐγὼ τὰ τρώγω καὶ ληγμένα.
Εἶναι φοβερὸ νὰ φεύγη ὁ προσκυνητὴς ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος ὄχι μὲ τὴν καρδιά του γεμάτη ἐλπίδα, ἀλλὰ ἀπελπισία καὶ ἀπογοήτευση. Πές του, μωρέ, στὸν δρόμο τοῦ Θεοῦ νὰ βρίσκεται καὶ ὅ,τι καὶ νὰ μᾶς βρῆ, ὁ Θεὸς δὲν θὰ μᾶς ἀφήση. Αὐτὲς βέβαια εἶναι τυράγνιες ἀπὸ πολλὰ χρόνια, ἀλλὰ σήμερα βρίσκονται στὸ ἀποκορύφωμα.
Πρὸ τριῶν ἐτῶν ἔλεγε Γέροντας μεγάλης Μονῆς μὲ μεγάλη ἐπιφάνεια ὅτι πρὸ τοῦ Δεκαπενταυγούστου θὰ γίνη πόλεμος. Ποιός θὰ φρενάρη αὐτὸ τὸ «χάρισμα»; Ποιός θὰ ραπίση αὐτὸν τὸν ψευδοπροφήτη;
Ἔφυγε μιὰ μάννα ἀπὸ τὴν Ἀθήνα καὶ πῆγε ἐκεῖ ποὺ τελεσιουργοῦνται στὴν Ἀμερικὴ τὰ θαύματα καὶ οἱ προφητεῖες, νὰ ρωτήση γιὰ τὸ μέλλον τοῦ ἄρρωστου παιδιοῦ της. Πιὸ μπροστὰ τῆς εἶπα:
– Ἄργησες νὰ θυμηθῆς τὸν Θεό. Τὸ παιδί σου ἔχει πάρει πιὰ τὸν δρόμο του. Κάνε ὅ,τι μπορεῖς γιὰ τὴν ψυχή του, γιατὶ καὶ ἐφηβεία πέρασε καὶ χρόνια νεανικῆς ἀκμῆς, ποὺ κανεὶς δὲν ὑπολογίζει τίποτα, θέλει νὰ δοκιμάση ὅλες τὶς ἀπολαύσεις τοῦ κόσμου.
Ὅταν ἐπέστρεψε ἀπὸ τὸ μεγάλο κέντρο τῆς ἁγιότητας καὶ τῆς πνευματικότητας, ἀφοῦ πῆρε τὴν χαροποιὸ ἀπάντηση ὅτι τὸ παιδί της θὰ συνέλθη, μὲ πῆρε τηλέφωνο καὶ μοῦ λέγει:
– Νά, ἐσὺ ποὺ μὲ τὸ βρωμόστομά σου μοῦ εἶπες ὅτι τὸ παιδί μου πρέπει νὰ τὸ φροντίσω γιὰ τὰ πέραν τοῦ τάφου.
– Χαίρομαι –τῆς λέω– ποὺ τό ᾽χεις τόσο τακτοποιήσει τὸ παιδί σου καὶ συγχώρα με ποὺ σοῦ τὰ εἶπα, ὄχι ὅμως ὅτι ἔκανα λάθος.
Τὸ παιδὶ σὲ τρεῖς μέρες πέθανε. Μοῦ λέγει ἡ μάννα του:
– Τί νὰ κάνω;
– Ρώτα τοὺς προφῆτες καὶ αὐτοὶ θὰ σοῦ ποῦν…
Ποιός θὰ τοὺς μαζέψη αὐτοὺς τοὺς ψευδοπροφῆτες καὶ αὐτοὺς τοὺς ἁγίους; Ἠλίας δὲν ὑπάρχει πιά. Ὁ ποταμός, στὸν ὁποῖο τοὺς μάζεψε καὶ τοὺς ἔκοψε, ξεράθηκε.
Ὑποτακτικός του λιτανεύη τὰ τσουράπια του καὶ τὴν πετσέτα ποὺ σκούπιζε τὸ πρόσωπό του πρὸς ἁγιασμὸ τῶν πιστῶν! Ἀπὸ κείνους ποὺ περιμέναμε τὴν σοβαρότητα, τὴν ἀκρίβεια τῆς ζωῆς καὶ τῆς πίστεως κλονιστήκαμε. Γι᾽ αὐτὸ λέγω ὅτι καλὰ ἔκαμε τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, ἂν καὶ ἀδίκησε δύο μεγάλους Ἁγίους τοῦ αἰῶνα ποὺ μᾶς πέρασε. Καὶ ὄχι μόνον Ἁγίους, ἀλλὰ καὶ ἄνδρες ἐθνικοὺς καὶ διδασκάλους σὲ χρόνια πικρῆς σκλαβιᾶς. Ἄλγος κατέχει τὴν ψυχή μου, γιατὶ οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ σήμερα δὲν τιμῶνται πανελλαδικά, ὅπως θὰ ἔπρεπε, παρὰ μόνον στὸν τόπο τους καὶ στὰ περίχωρα. Ἀπὸ τὸν Θεὸ βέβαια πῆραν τὸν μισθό τους, ἀλλὰ ἐμεῖς περιμέναμε καὶ τὴν μισθαποδοσία τους ἀπὸ τὴν ἁγία μας Ἐκκλησία.
Στὴν Μονὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Πάτμου τρεῖς μοναχὲς στὴν ἐκταφὴ εὐωδίασαν. Τὸ μοναστήρι –δόξα τῷ Θεῷ– κρατήθηκε στὴν παράδοση τοῦ γέροντα Ἀμφιλοχίου «ἀφήνετε τὸν Θεό, αὐτὸς ἀντιδοξάζει τοὺς δοξάζοντας αὐτόν» καὶ δὲν σηκώσανε σημαῖες καὶ φλάμπουρα.
Τοὐλάχιστον οἱ σὲ ἔντυπα παρουσιάζοντες «ἁγίους», πρέπει νὰ καλοῦνται σὲ ἀπολογία, πρέπει νὰ ὑπάρχουν φρένα στὴν Ἐκκλησία. Νὰ μαζευτοῦν λίγο τὰ πράγματα τῆς ἐλεύθερης διδαχῆς, τῆς προφητείας καὶ τῆς θαυματουργίας. Ἀκόμα καὶ ἡ ἀκαδημαϊκὴ θεολογία ἂς φρενάρη καὶ ἂς χρησιμοποιῆ τὴν διδασκαλία τῶν παλαιῶν Πατέρων καὶ ὄχι τῶν προχειρολόγων τῆς ἐποχῆς μας. Δὲν θέλω βέβαια νὰ ἀποκρύψω ὅτι χαίρομαι ποὺ ἡ ἀκαδημαϊκὴ θεολογία ἐπέκτεινε τὰ ὅρια τῶν ἁγίων Πατέρων μέχρι καὶ τὴν ἐποχὴ τῶν Κολλυβάδων, ποὺ οἱ θεολόγοι παλαιότερα οὔτε τοὺς ἄγγιζαν. Ἂν μιλοῦσες γιὰ Κολλυβάδες, ἔπεφτε γέλιο εἰρωνικὸ ἀπὸ τοὺς καθηγητές.
Καὶ τὸ φοβερώτερο ἀκόμα εἶναι ὅτι δέχονται οἱ ἄνθρωποι αὐτοὺς ποὺ ἔζησαν στὸν κύκλο τους καὶ εἶναι δικοί τους ὅτι εἶναι ἅγιοι· μὲ ψιχουλάκια τοὺς παρουσιάζουν ἁγίους. Ἄξιοι προβολεῖς αὐτοί, ἐνῶ τῶν ξένων, ποὺ κρατοῦν τὶς γωνιὲς τῆς Ἐκκλησίας καὶ ποτὲ δὲν βγαίνουν στὸ κέντρο, ἀποσιωπᾶται κάθε διδασκαλία καὶ κάθε ἁγιασμένη ἐνέργειά τους.
Πόσο ἀπὸ τὰ  μικρά μου χρόνια μὲ πίκραινε ἡ φράση «αὐτὸς εἶναι δικός μας» καὶ πρέπει νὰ ἔχη διακεκριμένη μεταχείριση. Ἐργάσθηκα ὡς φοιτητὴς σὲ χριστιανικὸ βιβλιοπωλεῖο. Ἂν ἀπὸ τὰ σπανίζοντα βιβλία τὸ ζητοῦσε κάποιος ἄγνωστος, εἴχαμε βαρειὰ παρατήρηση «αὐτὰ τὰ ἔντυπα τὰ ἔχουμε γιὰ κάποιους δικούς μας κι ἐσὺ τὸ ἔδωσες σὲ ξένο». Ἔκρυβα τὸ πρόσωπό μου κάτω ἀπὸ τὸν πάγκο, γιὰ νὰ μὴν ἰδῆ τὰ δάκρυά μου. Τί πάει νὰ πῆ μέσα στὴν Ἐκκλησία δικοί μας καὶ ξένοι; Μέχρι σήμερα τὸ ἀκούω καὶ μάλιστα ἀπὸ ἀνθρώπους ποὺ θεωροῦνται σοβαροὶ καὶ προχωρημένοι στὴν πνευματικὴ ζωή. Ἀντοχὲς πολλὲς χρειάζονται καὶ στὴν συναναστροφὴ μὲ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ χαρακτηρίζονται πνευματικοί. Περισσότερες καὶ ἀπὸ αὐτὲς ποὺ πρέπει νὰ διαθέσης στὶς σκηνὲς τῆς ἀγορᾶς. Ὅλοι εἶναι δικοί μας, ὅλοι, ἀφοῦ βαπτίστηκαν, εἶναι παιδιὰ τοῦ Θεοῦ καὶ ἀδελφοὶ ἠγαπημένοι. Γι᾽ αὐτὸ στέκομαι καὶ προτιμῶ τὴν ἁγιότητα τοῦ πεζοδρομίου, παρὰ τὸν κύκλο τῶν θρησκευομένων.
Ὁ ἅγιος ἐμφανῶς γίνεται ὅπου ὑπάρχει ἁπλότητα, ταπείνωση καὶ ἀγάπη. Ὅλες οἱ ἐποχὲς ἔχουν ἁγίους. Θὰ τὸ πῆ βέβαια ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ καὶ θὰ περιμένουμε νὰ τὸ ἐπισφραγίση ἡ Ἐκκλησία. Ὄχι μὲ δοσίματα, ὄχι μὲ γνωριμίες, ὄχι μὲ προβολὲς ποὺ ἀμαυρώνουν καὶ αὐτὴν τὴν ἱερὴ πράξη τῆς Ἐκκλησίας. Μέχρι τὶς ἔσχατες ἡμέρες –ὅπως λέγει ὁ ἀββᾶ Ἰσαάκ–  θὰ ὑπάρχη ἡ πρόσκληση τοῦ Θεοῦ καὶ θὰ ὑπάρχουν μοναχοὶ καὶ ἀσκητὲς ἀφιερωμένοι τῷ Κυρίῳ καὶ μόνον. Ἂς ἀφήνουμε ὅμως τὸν Θεὸ νὰ λαλῆ τὰ ὑψηλὰ καὶ τὰ μεγάλα καὶ ἐμεῖς ἂς μένουμε στὴν ἀγάπη καὶ στὴν ὑπακοὴ τοῦ Χριστοῦ.
Παλαιά, τὸ κάθε σπίτι εἶχε καὶ μία βιοτεχνία γιὰ τὴν οἰκονομικὴ στήριξη τῆς οἰκογένειας. Ἔπλεκαν τὶς φανέλλες τῆς λεγόμενης πουλησιᾶς καὶ τὶς φανέλλες γιὰ τοὺς διακεκριμένους. Ἂς μὴ καταντήση ἡ ἁγιότητα σὰν τὶς φανέλλες τῆς πουλησιᾶς.
– Τί πὰ νὰ πῆ, γιαγιά, φανέλλες τῆς πουλησιᾶς;
– Ἔ, ἔ. Γιὰ τὸν ἐργάτη, γιὰ τὸν μαστοράκο, γιὰ τὸν φτωχὸ κι ἡ μοίρα του.
Ὅλα αὐτὰ ὅσο καὶ ἁπλᾶ νὰ φαίνωνται, γιὰ ἕναν ἄνθρωπο ποὺ θέλει νὰ δοθῆ στὸν Θεὸ εἶναι πίκρες, εἶναι στενοχωρίες, εἶναι λουκέτα ποὺ κλείνουν τὶς καρδιὲς καὶ δὲν τὶς ἀφήνουν νὰ πετάξουν οὔτε στὸ ὕψος τοῦ σπουργίτη.
Κύριε, ἐλέησον.
Γρηγόριος ὁ Ἀρχιπελαγίτης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου