Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άγιος Ανδρέας επίσκοπος Κρήτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άγιος Ανδρέας επίσκοπος Κρήτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα, Ιανουαρίου 07, 2019

Τὸ Θεϊκό Λυχνάρι, ὁ Τίμιος Πρόδρομος


Μεταξοτυπίες | Αγιορείτικα | Page 5

Ἅγιος Ἀνδρέας Κρήτης

O Ἰωάννης ὑπῆρξε ἐκεῖνος«πού δέ γεννήθηκε ἄνθρωπος μεγαλύτερός του στόν κόσμο» (Ματθ. 6, 11). 
Αὐτός εἶναι ἐκεῖνος γιά τόν ὁποῖο πραγματικά ὁ προφήτης Δαυίδ ψάλλει, σάν νά δανείζεται τό στόμα τοῦ Θεοῦ καί Πατέρα καί λέει: «Ἑτοίμασα λυχνάρι γιά τόν Χριστό μου. Πάνω σ’ αὐτό δέ, θά φανερωθεῖ καί θά λάμψει ἡ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού θά τόν χρίσει Μεσσία καί βασιλιά» (Ψαλμ. 131, 17-18). !
Αὐτός εἶναι ἐκεῖνος ὁ μεγάλος Ἠλίας, ὄχι ὁ Θεσβίτης, ἀλλά αὐτός πού στάθηκε ἀνάμεσα στό νόμο καί στή Χάρη καί ἔγινε πρόδρομος τῆς πρώτης παρουσίας τοῦ Χριστοῦ, ἄν καί ἱστορικά, ἔζησε μετά τόν Ἠλία τό Θεσβίτη, ἐκεῖνος πού εἶχε ὅμοια μ’ αὐτόν ἔμπνευση καί δύναμη, ὅπως προεῖπε ὁ ἀρχάγγελος στόν πατέρα του Ζαχαρία (Λουκ. 1, 17).
 Καί σέ ποιόν Ζαχαρία τά εἶπε αὐτά ὁ ἄγγελος; Στό Ζαχαρία πού τό αἷμα του φωνάζει πιό δυνατά ἀπό τό αἷμα τοῦ δίκαιου Ἄβελ (Ματθ. 23, 35). !
Αὐτός ὑπῆρξε καρπός θεϊκῆς ὑποσχέσεως, τό χαρμόσυνο ἄγγελμα τοῦ Γαβριήλ, τό τρυφερό κλωνάρι πού χαρίστηκε ἀπό τόν Θεό, στό ξεραμένο ἀπό τήν ἡλικία δέντρο.
 Τό καρπερό λουλούδι τῆς στείρας.
 Ὁ προφήτης πού εἶναι γιός προφήτη.
 Ὁ τρόφιμος τῆς ἐρήμου. 
Αὐτός πού ἑτοίμασε καί ἑτοιμάζει τούς ἀνθρώπους ὅλης τῆς οἰκουμένης στούς πνευματικούς ἀγῶνες καί στό καλοδέξιμο τοῦ Κυρίου. 
Ὁ λαμπερός δορυφόρος τοῦ Ἡλίου, πού λάμπει παντοτινά. Τό λυχνάρι τοῦ θεϊκοῦ Φωτός. 
Ὁ στρατιώτης τοῦ αἰώνιου βασιλιᾶ.
 Ὁ Νυμφαγωγός τοῦ Νυμφίου. 
Ὁ δοῦλος τοῦ Δεσπότη. 
Ἡ φωνή τοῦ Λόγου, πού ἱεράτευσε σάν τόν Μελχισεδέκ αἰώνια, ὡς ἀπάτορας, ἀμήτορας καί ἀγεννεαλόγητος. 
Ὁ ἱερέας πού ἀξιώθηκε νά ἱερουργήσει ἀκόμα καί τή Βάπτιση τοῦ Ἴδιου τοῦ Θεοῦ. Αὐτός πού ἄκουσε μέ τά ἴδια του τ’ ἀφτιά τόν Θεό Πατέρα νά μιλάει. Αὐτός πού βάπτισε τόν Υἱό καί Αὐτός πού εἶδε τόἍγιο Πνεῦμα. !
Αὐτός πού ὑπῆρξε τό τέλος τοῦ νόμου· Αὐτός πού μεσολάβησε ἀνάμεσα στή Χάρη τοῦ Θεοῦ καί στούς ἀνθρώπους. 
Αὐτός πού ὑπῆρξε ὁ μεγαλύτερος ἀπ’ ὅλους τούς προφῆτες καί στοῦ ὁποίου τό πρόσωπο ἐξαντλεῖται κάθε προφητική διακονία.
 Ὁ κήρυκας τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν.
 Ὁ πρόδρομος τοῦ Χριστοῦ πού εἶναι ἡ αὐτοαλήθεια. 
Ἡ θύρα ἀπό τήν ὁποία μπαίνουμε στό χῶρο τῆς μετάνοιας. 
Αὐτός πού ὑπῆρξε τό κόσμημα καί ἡ λαμπρότητα τῶν παρθένων,
 Αὐτός πού ἑτοίμασε τή σωτηρία μας. 
Αὐτός πού νομοθέτησε τή σωφροσύνη καί ἔγινε χαλινάρι στούς παράνομους καί φαύλους καί ἀκόμη Αὐτός πού χειραγώγησε ὅσους σεβάστηκαν τό θεϊκό νόμο. 

Κυριακή, Δεκεμβρίου 30, 2018

Περί της Περιτομής του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού

Αγίου Ανδρέου, Αρχιεπισκόπου Κρήτης του Ιεροσολυμίτου
Άγιος Ανδρέας Κρήτης «Και όταν συμπληρώθηκαν οι οκτώ μέρες για να γίνει η περιτομή του παιδιού, ονομάστηκε Ιησούς, όπως είχε ήδη ονομαστεί από τους αγγέλους πριν ακόμη συλληφθεί στην κοιλιά της μητέρας του» (Λουκάς 2:21).
«Χριστού περιτμηθέντος, ετμήθη νόμος. Και του νόμου τμηθέντος, εισήχθη χάρις»
1. Προοίμιο: Η 1η Ιανουαρίου είναι η Δεσποτική Γιορτή της Περιτομής του Χριστού πού γιορτάζει ένα γεγονός που έγινε οκτώ μέρες μετά την κατά σάρκα γέννησή του και κατά το οποίο πήρε το όνομά του Ιησούς (=Σωτήρας). Η Γιορτή αυτή συνδέει την Δεσποτική Γιορτή των Χριστουγέννων δηλ. των Γενεθλίων του Χριστού (25 Δεκεμβρίου) με την Δεσποτική Γιορτή των Θεοφανείων ή Φώτων δηλ. της Βαπτίσεως του Χριστού (6 Ιανουαρίου), και αποτελεί μαζί τους την λεγόμενη εορταστική περίοδο του Δωδεκαημέρου.
Αρχικά οι τρεις αυτές Δεσποτικές Γιορτές του Δωδεκαημέρου συμπεριλαμβάνονταν σε μία και αρχαία γιορτή, την Γιορτή των Θεοφανείων (6 Ιανουαρίου), της οποίας κεντρικό θέμα ήταν η αποκάλυψη του Τριαδικού Θεού στο πρόσωπο του Κυρίου Ιησού Χριστού. Η επιλογή της ημερομηνίας 6 Ιανουαρίου για την Γιορτή αυτή φαίνεται ότι οφειλόταν στο ότι ήταν ήδη ημέρα γιορτής στο παλαιό ρωμαϊκό ημερολόγιο ως ημέρα του χειμερινού ηλιοστασίου (ίσης ημέρας και νύχτας) από την οποία άρχιζε να μεγαλώνει η ημέρα και να μικραίνει η νύχτα.
Οι ρωμαίοι ειδωλολάτρες γιόρταζαν τα γενέθλια του αήττητου ορατού ήλιου ως του θεού του φωτός πού στηρίζει την φυσική ζωή στον κόσμο. Οι Χριστιανοί αντιμετώπισαν αυτήν την πρόσκληση γιορτάζοντας τον ερχομό του Χριστού στον κόσμο και προβάλλοντας τον Χριστό σαν τον ήλιο της δικαιοσύνης που μεταδίδει το άκτιστο θείο Φως του ενός Θεού «εν Τριάδι» και φωτίζει κάθε άνθρωπο που έρχεται στον κόσμο. Αργότερα επικράτησε η 25η Δεκεμβρίου ως η ημέρα του χειμερινού ηλιοστασίου και της γιορτής των γενεθλίων του ορατού ήλιου.
Η απάντηση των χριστιανών στη νέα αυτή ειδωλολατρική πρόκληση ήταν η μεταφορά της Γιορτής της Γεννήσεως του Χριστού στην ημερομηνία αυτή,[1] ενώ η 6η Ιανουαρίου παρέμεινε πλέον ως η Γιορτή της Βαπτίσεως του Χριστού. Η Γιορτή της Περιτομής του Χριστού ακολούθησε λογικά την Γιορτή των Χριστουγέννων οκτώ μέρες μετά.
Ο Λόγος περί της Περιτομής του Χριστού του μεγάλου πατρός της Εκκλησίας αγίου Ανδρέου Κρήτης (660-740), γνωστού από το υμνολογικό και κηρυγματικό έργο του, που ακολουθεί, μας εξηγεί την ιδιαίτερη σημασία της Δεσποτικής αυτής Γιορτής, η οποία εντάσσεται μέσα στο όλο έργο της αποκάλυψης του Θεού και της σωτηρίας μας που επιτέλεσε ο ενσαρκωθείς Υιός και Λόγος του Θεού, ο Κύριος και Λυτρωτής μας Ιησούς Χριστός. Επειδή ο Λόγος αυτός είναι εννοιολογικά πάρα πολύ πυκνός, τον παρουσιάζουμε αναλυτικότερα και επεξηγηματικά στην παρούσα μεταγλώττιση.
2. Οι Δεσποτικές Γιορτές και τα Γεγονότα του Βίου του Χριστού: Αρχίζει ο άγιος Ανδρέας με την επισήμανση ότι «είναι καλό και θεάρεστο να δοξάζουμε τον Θεό και να γιορτάζουμε για όλα όσα έκανε ο Σωτήρας μας Χριστός γιατί τα έκανε σαν Θεάνθρωπος και όχι σαν απλός άνθρωπος». Όλα όσα έκανε ο Χριστός, λέει ο άγιος, «αποτελούν εκπληκτικά θαύματα, γιατί έχουν θεανθρωπική βάση και θεανθρωπικό χαρακτήρα.
Γι αυτό είναι και μοναδικά και σωτήρια. Και δεν θα μπορούσαν τα γεγονότα αυτά να ήσαν διαφορετικά! Γιατί ο Χριστός είναι Θεός αληθινός που έγινε και άνθρωπος αληθινός». Τα έκανε αυτά γιατί ήθελε «να φανερωθεί στους ανθρώπους που είχαν αποξενωθεί από αυτόν και τον αγνοούσαν, και να υπομείνει σαν άνθρωπος αληθινός όλα τα ανθρώπινα ώστε να εκτελέσει όλα τα παραγγέλματα του θείου νόμου που είχαν δοθεί από τον Θεό στον άνθρωπο, με απώτερο σκοπό να δώσει αντί για αυτά άλλα καλλίτερα και τελειότερα (αντιδώσειεν)».
Το ρήμα «αντιδίδω» που χρησιμοποιείται εδώ από τον άγιο Ανδρέα Κρήτης, χαρακτηρίζει όλο το έργο (την κατά σάρκα οικονομία) του Χριστού που είναι μια σωτήρια αντίδοση. Με την ενανθρώπησή του πήρε ο Θεός όλα όσα έχουμε και τα αντάλλαξε όλα με άλλα δικά του που είναι γεμάτα με χάρη και αλήθεια.
Το ήθελε και το έκανε αυτό από φιλανθρωπία, γιατί έτσι μόνο θα αποκαθιστούσε τον άνθρωπο στην πραγματική και φυσική του κατάσταση, όπως τον είχε αρχικά πλάσσει ο ίδιος ως Θεός αληθινός.
Η ενανθρώπιση του Θεού ήταν το αντίδοτο του Θεού στην αποστασία του ανθρώπου που τον έκανε τον άνθρωπο να χάσει το δρόμο του και αποξενωθεί από τη θεία χάρη. Έγινε άνθρωπος ο Θεός για να θεοποιήσει τους ανθρώπους με την θεανθρώπινη υπόσταση του.
3. Η Δεσποτική Γιορτή της Περιτομής του Χριστού: Η περιτομή που υπέστη ο Χριστός οκτώ μέρες μετά την κατά σάρκα γέννηση του και την άσπορη προέλευσή του από την Παρθένο Μαρία φανερώνει αυτήν την αντίδοση που οδηγεί στη θέωση του ανθρώπου. Το γιορτάζουμε αυτό το γεγονός με ιδιαίτερη γιορτή επειδή αποτελεί πραγματικά, όπως λέει ο Άγιος Ανδρέας, «μέγιστο θαύμα».
Γιατί; Γιατί με αυτό ο Θεάνθρωπος Χριστός «όχι μόνον εκπλήρωσε τον νόμο, αλλά και φανέρωσε ταυτόχρονα και την υπέρβασή του, αποκαλύπτοντας τις πραγματικές διαστάσεις της σωτηρίας μας».
Στον Λόγο του αυτό, μας δίνει ο άγιος Ανδρέας Κρήτης με ένα τρόπο συνοπτικό αυτές τις διαστάσεις της σωτηρίας που μας προσφέρει ο ενσαρκωμένος Θεός.
4. Τι Σημαίνει η Περιτομή του Χριστού: Άνθρωπος Αληθινός αν και Θεός Αληθινός. Με το να υποστεί την περιτομή και να πάρει ένα συγκεκριμένο ανθρώπινο όνομα, σύμφωνα με το ιουδαϊκό πλαίσιο μέσα στο οποίο γεννήθηκε, απόδειξε ο Χριστός ότι ήταν πραγματικός άνθρωπος, αν και προϋπήρχε ως αληθινός Θεός, άπειρος και ασύγκριτος όπως ήταν πάντοτε.
Έγινε άνθρωπος μέσα σε ένα συγκεκριμένο χώρο-χρονικό και θρησκευτικό ανθρωπολογικό πλαίσιο και ακολούθησε την πορεία και τις προδιαγραφές της ανθρώπινης φύσης και της σχέσης της με τον Δημιουργό της Θεό. Η περιτομή του, λέει ο άγιος Ανδρέας, «φανερώνει ότι δεν είναι πλέον μόνον Υιός Θεού αλλά και Υιός της Παρθένου.
Είναι και παραμένει Υιός Θεού κατά κυριολεξία, όπως και ο Πατήρ είναι Πατήρ κατά κυριολεξία επειδή γεννάει τον Υιό, και το Πνεύμα το Άγιο είναι Πνεύμα κατά κυριολεξία επειδή εκπορεύεται από τον Πατέρα, και έτσι τα τρία αυτά θεία πρόσωπα, ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα, είναι ένας Θεός και υπάρχει σ’ αυτά η (μία) θεότητα». Ο Χριστός όμως «είναι και Υιός της Παρθένου και ακριβώς για αυτό το λόγο είναι και καταληπτός και προσιτός σε μας τους ανθρώπους».
Η ενανθρώπησής του δεν σημαίνει ότι έπαψε να είναι Θεός. Σημαίνει μάλλον ότι «έγινε και άνθρωπός μας, αυθεντικός, αληθινός, τέλειος άνθρωπος, τον οποίον μπορούμε τώρα να πλησιάζουμε με θάρρος όχι μόνον σαν Δεσπότη και Κτίστη αλλά και Σωτήρα μας γιατί είναι ένα μαζί μας. Πήρε την φύση μας, ακολούθησε την αληθινή πορεία της και την οδήγησε στην τελείωσή της.
Και τώρα μας την προσφέρει σαν ανταλλαγή και αντίδοτο για να γίνουμε και εμείς άνθρωποι αληθινοί, αυθεντικοί και τέλειοι όπως είναι εκείνος». Έτσι ακριβώς τον παρουσιάζει ο Λουκάς στην ευαγγελική αφήγησή του, την οποία αναφέρει ρητά ο άγιος Ανδρέας Κρήτης γιατί θέλει να δείξει αυτό το θεανθρώπινο θαύμα που παρουσιάζει ο Χριστός, δηλ. την ενανθρώπηση του Θεού και την θεοποίηση του ανθρώπου εν Χριστώ.
5. Η Γέννηση και η Περιτομή του Χριστού στο κατά Λουκά Ευαγγέλιο: «Και συνέβη, αμέσως μετά την αναχώρηση των αγγέλων στους ουρανούς, να πουν οι άνθρωποι, δηλ. οι ποιμένες, μεταξύ τους, ας πάμε μέχρι την Βηθλεέμ για να δούμε τι είναι αυτό το γεγονός για το οποίο ακούσαμε, και το οποίο μας γνωστοποίησε ο Κύριος. Έσπευσαν λοιπόν και ήρθαν, και βρήκαν την Μαριάμ και τον Ιωσήφ, και το βρέφος που βρισκόταν μέσα στην φάτνη.
Βλέποντάς το λοιπόν, κατάλαβαν τη σημασία που είχαν τα λόγια πού τους ειπώθηκαν σχετικά με το παιδί αυτό. Αλλά και όλοι οι άλλοι που άκουσαν έμειναν έκθαμβοι από όσα τους ανακοίνωσαν οι ποιμένες. Η Μαριάμ όμως συγκρατούσε τα λόγια αυτά μέσα της γιατί τα είχε βάλλει βαθιά στην καρδιά της. Γύρισαν λοιπόν οι ποιμένες στον τόπο τους δοξάζοντας και υμνολογώντας τον Θεό για όλα όσα άκουσαν και είδαν, όπως τους είχε ειπωθεί από πριν. Και όταν συμπληρώθηκαν οι ο κ τ ώ μ έ ρ ε ς για να γίνει η π ε ρ ι τ ο μ ή του παιδιού, ο ν ο μ ά σ τ η κ ε Ι η σ ο ύ ς, όπως είχε ήδη ονομαστεί από τους αγγέλους πριν ακόμη συλληφθεί στην κοιλιά της μητέρας του»![2]
6. Η Μεγάλη Σημασία της Ευαγγελικής Αφήγησης του Λουκά: «Είναι μεγάλος ο Λουκάς», λέει ο άγιος πατήρ, «γιατί μας εξηγεί τα μεγάλα και θαυμαστά μυστήρια που συνδέονται με το πρόσωπο, την ζωή και το έργο του Χριστού»! Σε τελευταία ανάλυση βέβαια, ο άγιος Ανδρέας λέει, με βάση την αρχαία εκκλησιαστική και πατερική παράδοση, ότι «το Ευαγγέλιό του Λουκά προέρχεται από τον απόστολο Παύλο, ο οποίος μιλάει με καύχηση γι αυτό όταν γράφει «κατά το Ευαγγέλιό μου» στις επιστολές του».[3]
«Αν δεν είχαμε αυτό το Ευαγγέλιο», λέει ο άγιος Ανδρέας Κρήτης, «τότε δεν θα γνωρίζαμε ότι η Παρθένος ευαγγελίστηκε», δηλαδή έμαθε τα εκπληκτικά νέα για την πραγματική ταυτότητα του υιού της•[4] «ότι ο Ιωάννης ο Βαπτιστής, ο μεγαλύτερος των προφητών, γεννήθηκε λίγο πριν από τον Χριστό για να γίνει πρόδρομος του Χριστού» σύμφωνα με το θείο σχέδιο της σωτηρίας του ανθρώπου•[5]
«ότι ο Σωτήρας μας Χριστός πολιτογραφήθηκε σαν άνθρωπος» μαζί με την μητέρα του και τον Ιωσήφ που πιστοποίησαν την γέννησή του•[6] «ότι ο Χριστός γεννήθηκε σε σπήλαιο της Βηθλεέμ»•[7] «ότι οι ποιμένες που βρίσκονταν στην συγκεκριμένη εκείνη περιοχή επίσης ευαγγελίστηκαν, δηλ. πληροφορήθηκαν για το θαύμα της ενανθρώπησης» και έγιναν οι πρώτοι αυτόπτες μάρτυρες του•[8]
«ότι ο ύμνος», που αποδίδει το κύριο γνώρισμα των Χριστουγέννων, «το Δόξα εν υψίστοις Θεώ, και επί γης ειρήνη πρωτο-ειπώθηκε από τους αγγέλους»•[9] «ότι η ειρήνη αυτή διαδηλώθηκε με την απογραφή που έγινε κατά διαταγή του Αυγούστου»•[10]
«ότι ο αρχιερέας Συμεών διακήρυξε το ευαγγέλιο της έλευσης του Χριστού και ότι η προφήτιδα Άννα το ομολόγησε και επιβεβαίωσε την σημασία του (ανθωμολογήσατο)»•[11]
«ότι ο Χριστός ως άνθρωπος συγκεκριμένος έλκυε την καταγωγή του μέσω του Ιωσήφ, του μνήστωρος της παρθένου Μαρίας, λόγω συγγένειας εξ αγχιστείας, από τον Δαυίδ και τελικά από τον Αδάμ και από τον ίδιο τον Θεό»•[12]
Αλλά το ίδιο ισχύει και με «τα περισσότερα γεγονότα μέχρι και εκείνα του πάθους, εκείνα που αναφέρονται στον Ηρώδη και στον Πιλάτο, στους δύο ληστές, και τα άλλα που δεν αναφέρονται στους άλλους Ευαγγελιστές».
7. Η Περιτομή του Χριστού και το Όνομα που έλαβε τότε: Η περιτομή του νεογέννητου Χριστού δεν δηλώνει μόνο την αληθινή ανθρωπότητά του αλλά και το θεανθρώπινο πρόσωπό του. Αυτό φανερώνει ιδιαίτερα το Ό ν ο μ α που δόθηκε τότε στον νεογέννητο Χριστό και ήταν προκαθορισμένο από τον Θεό.
«Ποιο όνομα», ρωτάει ο άγιος Ανδρέας, εννοεί ο Λουκάς όταν λέει ότι «ονομάστηκε από τον άγγελο πριν συλληφθεί στην κοιλιά της μητέρας του»;[13]   «Ο ίδιος ο ευαγγελιστής», λέει ο άγιος πατήρ, το εξηγεί αυτό παρουσιάζοντας τον άγγελο να λέει στην Μαρία: «Θα γεννήσεις υιό και θα του δώσεις το όνομα Ι η σ ο ύ ς. Αυτός θα είναι μέγας, και θα αποκληθεί Υιός του Υψίστου».[14]
Το ίδιο λέει και ο Ματθαίος στο σημείο που αναφέρει για την απιστία του Ιωσήφ και για το πως πείστηκε με το αγγελικό όραμα που είδε στον ύπνο του: «Γιατί αφού μνηστεύτηκε η μητέρα του Μαρία με τον Ιωσήφ, και πριν συνέλθουν, βρέθηκε έγκυος από το Πνεύμα το Άγιο. Ο Ιωσήφ όμως, ο άνδρας της, που ήταν δίκαιος, και δεν ήθελε να την εκθέσει, θέλησε να την διώξει στα κρυφά.
Αλλά καθώς διαλογιζόταν αυτό, ένας άγγελος του Κυρίου του παρουσιάστηκε στον ύπνο του και του είπε: Ιωσήφ, υιέ του Δαυίδ, μη διστάσεις να παραλάβεις την Μαριάμ την γυναίκα σου, γιατί το νεογνό που θα γεννήσει είναι από το Άγιο Πνεύμα. Θα γεννήσει υιό, και θα του δώσεις το όνομα Ι η σ ο ύ ς, γιατί αυτός θα σώσει τον λαό του από τις αμαρτίες του».[15]
Καί αμέσως μετά προσθέτει το εξής: «Και όλο αυτό έγινε για να εκπληρωθεί ο λόγος του προφήτου (Ησαία) που έλεγε, Ιδού η Παρθένος θα μείνει έγκυος και θα γεννήσει υιό, και θα τον αποκαλέσουν Ε μ μ α ν ο υ ή λ, που σημαίνει ο Θεός μεθ’ ημών».[16]
«Βλέπεις», λέει ο άγιος, «πώς συμφωνούν τα λόγια του προφήτη και του ευαγγελιστή; Γιατί η ερμηνεία του «Μεθ’ ημών ο Θεός» σημαίνει τη σωτηρία του λαού –ότι δηλαδή ο Δεσπότης έρχεται να συνοικήσει με τους δούλους; Το ίδιο με την αγγελική ρήση λέει και το όνομα Ι η σ ο ύ ς. Διότι Ι η σ ο ύ ς σημαίνει αυτόν που από συμπάθεια εργάζεται τα πάντα για να σώσει σύμφωνα με την οικονομία».
8. Το Όνομα Ιησούς ως το κύριο μήνυμα της Γιορτής της Περιτομής του Χριστού: Αυτό λοιπόν που μας προσφέρει πρωταρχικά η παρούσα Γιορτή είναι η αποκάλυψη της πραγματικής ταυτότητας του Χριστού. Όπως λέει ο άγιος Ανδρέας, μας δίνει την βαθύτερη σημασία της γιατί μας δείχνει πως «η μια χάρη (της ενσάρκωσης) μας παρουσιάζει μιαν άλλη (της οικονομίας της σωτηρίας), και τις ενώνει με τη γνώση (του Σωτήρα) φωτίζοντάς μας με την ιδιαίτερη λαμπρότητα και δόξα του προσώπου του».
«Ήδη», λέει ο άγιος πατήρ, «γιορτάσαμε το γεγονός της γέννησης του, και αντιληφθήκαμε ότι ήταν απόρρητη, και αναγνωρίσαμε ότι η παρθένος μητέρα γέννησε τον υιό της με άσπορο τρόπο. Τώρα όμως καλούμαστε να στραφούμε στον Υιό που γεννήθηκε χωρίς δισταγμό και δειλία. Η σημερινή Γιορτή μας καλεί να τον κατανοήσουμε από το ό ν ο μ ά που πήρε για χάρη μας».
Πρόκειται για το όνομα Ι η σ ο ύ ς που σημαίνει Σωτήρας, Εμμανουήλ, ο Θεός μεθ’ ημών, δηλαδή Εκείνος που ήρθε να συμφιλιώσει, να εξοικειώσει και να εξομοιώσει εμάς τους ανθρώπους με τον Θεό χαρίζοντάς μας αιώνια σωτηρία.
«Αυτό ακριβώς», λέει ο άγιος, «κατανόησαν και οι ποιμένες που πλησίασαν το νεογέννητο της Βηθλεέμ γιατί παρακινήθηκαν από τα όσα τους αποκάλυψαν οι άγγελοι. Στην αρχή φοβήθηκαν αν και τους καθησύχασε ο άγγελος λέγοντάς τους, Μη φοβάστε».[17]
Εκείνοι όμως φοβήθηκαν, γιατί με την παρουσία του αγγέλου, «δόξα Κυρίου έλαμψε γύρω τους», και, όπως γράφει ο Λουκάς, «τους κατέλαβε μεγάλος φόβος».[18] Τότε όμως ο άγγελος τους φανέρωσε την ταυτότητα του νεογέννητου βρέφους και διέλυσε τον φόβο τους. «Σας φέρνω καλά νέα μεγάλης χαράς που θα λάβει όλος ο λαός, γιατί σήμερα στην πόλη του Δαυίδ γεννήθηκε ο Σωτήρας σας, ο οποίος ονομάζεται Χριστός Κύριος».[19]
9. Η δύναμη που έχει το Όνομα Ιησούς: Την δύναμη του Ονόματος Ιησούς που πήρε ο Χριστός στην περιτομή του τονίζει ο άγιος Ανδρέας με ένα διάλογο τον οποίον κάνει με τον άγγελο του Ευαγγελίου! «Τι λες άγγελε; Έχει τέτοια δύναμη το Όνομα Ιησούς; Ναι (λέει αυτός). Διότι το Όνομα Ιησούς σημαίνει τον Σωτήρα, που είναι ο Χριστός Κύριος, Θεός και άνθρωπος, εξουσιαστής και ελεήμων.
Γι αυτό και παράγγειλα στους ποιμένες να έχουν θάρρος, και στον Ιωσήφ να του δώσει το Όνομα την Όγδοη Ημέρα, και έτσι τον έκανα να φαίνεται προσιτός σε όλους τους ανθρώπους. Πήρα από το νεογέννητο την εντολή να το παρουσιάσω με τα κατάλληλα λόγια. Ούτε και ο Ιωσήφ θα συμπαραστεκόταν άφοβα και με λαχτάρα στην μητέρα του βρέφους αν δεν του έδινα την εντολή να προσέξει σαν άνδρας την γυναίκα του. Παρόμοια έκανα και στην περίπτωση των ποιμένων.
Τους έκανα να τρέξουν σε εκείνον σαν σε Δεσπότη και Ευεργέτη και Κύριο, και τους έπεισα να τον δοξάσουν και να τον πλησιάσουν σαν τον Ιησού που υπέστη περιτομή την Όγδοη Ημέρα και ευαρεστήθηκε να λάβει τούτο τ ο Ό ν ο μ α. Έτσι λοιπόν, βλέποντάς τον να έχει συνταυτισθεί μαζί σας φυσικά και ουσιαστικά πρέπει να τολμήστε να τον πλησιάσετε ανενδοίαστα.
Και επειδή αντιλαμβανόσαστε το μέγεθος της συγκατάβασής του προς εσάς, οφείλετε να τον δοξολογήσετε για την χάρη αυτής της ημέρας. Είναι σημαντικό ότι στον διάλογο αυτό το Όνομα Ιησούς συνδέεται με την Όγδοη Ημέρα της οποίας την βαθύτερη σωτηριολογική σημασία εξηγεί συνοπτικά αλλά περιεκτικά ο άγιος πατήρ στην τελευταία και πάρα πολύ πυκνή νοηματικά παράγραφο του.
10. Η Όγδοη Ημέρα δηλώνει μετάβαση από την βρεφική ηλικία στην προσωπική τελειότητα, διότι την ημέρα αυτή, σύμφωνα με τις ιουδαϊκές θρησκευτικές προδιαγραφές, το βρέφος γίνεται παιδί, ενηλικιώνεται, αποκτά συγκεκριμένο πρόσωπο.
Ο άγιος πατήρ διαχωρίζει τις 7 πρώτες ημέρες από τη γέννηση ενός βρέφους από την 8η, λέγοντας ότι «η ογδοάδα είναι συμπλήρωση της εβδομάδας και αρχή του μέλλοντος». Γιατί; Διότι σύμφωνα με το ιουδαϊκό θρησκευτικό πλαίσιο η όγδοη μέρα αποτελεί σπουδαίο ορόσημο για κάθε νεογέννητη ανθρώπινη ύπαρξη εφόσον συμπληρώνει την βρεφική ηλικία ωριμότητας που οδηγεί στην ολοκλήρωση της (τελειότητα).
Λέει το εξής: «Η εβδομάδα συμπληρώνει το βρέφος και η ογδοάδα το τελειοποιεί και το συμπεριλαμβάνει μεταξύ των τελείων». Και πως γίνεται αυτό; «Γίνεται», όπως λέει ο άγιος πατήρ, «μέσω του ο ν ό μ α τ ο ς που του δίνεται την όγδοη μέρα».
Η ονοματοδοσία, δηλαδή, προσφέρει στο βρέφος μια συγκεκριμένη προσωπική ταυτότητα, το κάνει από ανώνυμο νήπιο, επώνυμο άνθρωπο. Του αναγνωρίζει με λειτουργική ιεροπρέπεια το φυσικό δικαίωμα του να είναι μια συγκεκριμένη ονομαστική (προσωπική) οντότητα, ένας ολοκληρωμένος, τέλειος, δηλ. τέλεια σχηματισμένος άνθρωπος ανάμεσα σε άλλους συγκεκριμένους ανθρώπους. Κατά την διατύπωση του αγίου Ανδρέα, «Η ογδοάδα είναι η αρχή της ενηλικίωσης, γιατί το βρέφος που καταρτίστηκε κατά τον εβδομαδιαίο χρόνο (της δημιουργίας του), εγγράφεται (με το δικό του προσωπικό όνομα) στον κατάλογο των παιδιών που θα παρακολουθήσουν μαθήματα» και θα μορφωθούν σαν μια ιδιαίτερη προσωπικότητα.
«Η ογδοάδα, λοιπόν, είναι πάρα πολύ σημαντική γιατί αλλάζει όλα όσα είναι νηπιώδη. Η εβδομάδα εισάγει την (φυσική) νηπιώδη αύξηση. Η ογδοάδα, όμως, εισάγει την προοπτική της (προσωπικής) τελειότητας». Είναι σαφές ότι η τελειότητα αναφέρεται εδώ στην προσωπική ταυτότητα την οποία αποκτά κάθε βρέφος που ονοματίζεται. Γιατί όμως γίνεται αυτό με την περιτομή, την όγδοη ημέρα;
11. Η περιτομή της όγδοης ημέρας δηλώνει μετάβαση από την σαρκική στην πνευματική κατάσταση. Η τελετουργική (μυστηριακή) περιτομή (αποκοπή) ενός σωματικού μορίου συνεπάγεται την απόρριψη μιας σαρκικής κατάστασης στην οποία εισέρχεται ο άνθρωπος με την γέννησή του, ενώ η αντικατάστασή της από την ονοματοδοσία συνεπιφέρει την είσοδο του ανθρώπου σε μια άλλη πνευματική κατάσταση η οποία τον οδηγεί στην τελείωσή του. Ο άγιος Ανδρέας αναφέρει τον Αβραάμ και τον πατέρα του τον Θάρα για να διευκρινίσει τις δύο αυτές καταστάσεις.
Ο Θάρα αντιπροσωπεύει την σαρκική κατάσταση της ειδωλολατρίας που θεωρεί τον υλικό σαρκικό κόσμο μέσα στον οποίο γεννιέται ο άνθρωπος ως το κύριο σημείο αναφοράς για τη ζωή του, γι αυτό και τον κάνει θεό του. Η άλλη είναι η πνευματική κατάσταση που θεωρεί τον Κτίστη του κόσμου ως το κύριο και καίριο σημείο αναφοράς για την ζωή του ανθρώπου που καθιστά τον άνθρωπο μέλος του λαού του Θεού και τον προετοιμάζει για την τελική ολοκλήρωση και τελείωσή του.
Λέει λοιπόν ο άγιος πατήρ: «Επειδή επρόκειτο η φύση να ζυμωθεί με είδωλα από τον Θάρα τον πατέρα του Αβραάμ, έπρεπε να ξεχωριστεί με κάποια σφραγίδα ένας λαός από τον Αβραάμ για τον Κτίστη, μέχρι την παρουσία του, την οποία χρειαζόταν ο άνθρωπος για να ανακαινισθεί. Η περιτομή αποβάλλει ένα υπόλειμμα της σάρκας και δίνει την σφραγίδα της ογδοάδας που αναφέρεται στα μέλλοντα.»
12. Η αντικατάσταση της ογδοήμερης περιτομής με το ιερό βάπτισμα και την αιώνια ζωή που χάρισε στον άνθρωπο η οκταήμερη ανάσταση του Χριστού. Είναι ξεκάθαρο ότι η ογδοάδα και τα μέλλοντα αναφέρονται στην έλευση (ενσάρκωση) του Κτίστη που σηματοδοτεί και την τελική φάση της αποκατάστασης και σωτηρίας του ανθρώπου σύμφωνα με το θέλημα του, δηλ. τον ερχομό του Χριστού. Όπως λέει ο άγιος πατήρ, «Η περιτομή δηλώνει ότι η Παρουσία του Χριστού θα παραγκωνίσει και θα αντικαταστήσει την περιτομή της σαρκός με την αναγέννηση που χορηγείται υπό του Αγίου Πνεύματος (δια του Βαπτίσματος).
  Η σφραγίδα της περιτομής δόθηκε για να προσδιορίσει ένα λαό του Θεού (τον Ισραηλιτικό) εξ αιτίας της ειδωλολατρίας και για την κατάλυση των ειδώλων. Μετά όμως από την κατάργηση των ειδώλων καταργείται και η περιτομή».
Αυτό ακριβώς έκανε ο Χριστός, όπως εξηγεί περαιτέρω ο άγιος πατήρ: μας χάρισε την όγδοη ημέρα (της αναστάσεως) και την αιώνια διαθήκη (νομοθεσία) του Θεού στον άνθρωπο αντικαθιστώντας τις προηγούμενες 7 διαθήκες του οι οποίες ήσαν προπαρασκευαστικά σύμβολα. Όπως το λέει ρητά, «Τα παλαιά ήσαν σύμβολα των νέων». Και ποια είναι αυτά «τα παλαιά»; Είναι 7 νομοθεσίες (δηλ. διαθήκες) που συνδέονται με τους εξής νομοθέτες: 1) τον Αδάμ, 2) τον Νώε, 3) τον Αβραάμ, 4) τον Μωυσή, 5) τον Δαυίδ, 6) τον Έσδρα, και 7) τον Ιωάννη τον Βαπτιστή.
«Ο Χριστός είναι ο όγδοος νομοθέτης μετά τον Αδάμ» που σηματοδοτεί την τελευταία μετάθεση του ανθρώπου από τις κατά καιρούς νομοθεσίες στην τελευταία και τέλεια που οδηγεί στην τελείωση του ανθρώπου στην απόλαυση της αιώνιας ζωής. Ιδού τα λόγια του αγίου πατρός: «Ο Αδάμ ήταν πρώτος που δέχτηκε ένα νόμο. Ο Νώε ήταν ο δεύτερος, και ο Αβραάμ ο τρίτος. Ο Μωυσής ήταν τέταρτος, και ο Δαυίδ πέμπτος γιατί έγινε νομοθέτης στις δοξολογίες για τους βασιλείς και τις σκηνοπηγίες.
Ο Έσδρας ήταν έκτος γιατί δευτέρωσε τον νόμο και παράδωσε ορισμένα έθιμα. Έπειτα φανερώθηκε ο Ιωάννης ο Βαπτιστής ως έβδομος, γιατί κήρυξε το βάπτισμα της μετάνοιας στον λαό και την κάθαρση των αμαρτιών μέσω του ύδατος.
Ο Ιησούς Χριστός είναι ο όγδοος, τελευταίος και μέγιστος νομοθέτης, όπως λέει ο Μωυσής: «Κύριος ο Θεός θα αναστήσει ανάμεσά σας ένα Προφήτη από τους αδελφούς σας σαν εμένα, και σ’ Αυτόν θα υπακούσετε, γιατί όποια ψυχή δεν υπακούσει σ’ εκείνον τον Προφήτη θα εξολοθρευτεί».[20]
«Μόνον αυτός είναι δυνατός να εκπληρώσει όσα νομοθετήθηκαν μέσω εμού γιατί προήλθαν από αυτόν, και αυτός θα είναι πλήρως χρισμένος με το Άγιο Πνεύμα και θα νομοθετήσει όσα είναι θεία και πνευματικά (νοερά) σαν Κύριος και Δημιουργός αν και προέρχεται από εσάς (κατά σάρκα)».
Ο Χριστός σαν Θεός και άνθρωπος έχει «σαββατίσει» (εκπληρώσει και καταργήσει) όλα όσα λέει ο αρχαίος νόμος με την σάρκα του. Με την όγδοη ημέρα της Αναστάσεώς του έγινε νομοθέτης όλου του κόσμου, όχι μόνον των Ιουδαίων αλλά και όλων των εθνών, προσφέρει σε όλους χωρίς διάκριση το χρίσμα και την τελείωση του Άγίου Πνεύματος και τους αποκαλεί με το δικό του όνομα, χριστούς (χριστιανούς). Αντικατάστησε την σαρκική περιτομή με την απόρριψη όλων των σαρκικών και εμπαθών φρονημάτων, και την αναζωπύρωση κάθε έργου αγαθού και πράξης αγαθής που οδηγούν στην αιώνια βασιλεία των ουρανών.
Αυτός είναι αληθινά «ο Άγγελος της Μεγάλης Βουλής του Πατρός, Θεός ισχυρός, Εξουσιαστής, Άρχων της ειρήνης, Πατήρ του μέλλοντος αιώνος» τον οποίον δοξολογούμε και λατρεύουμε στην Δεσποτική Γιορτή της Περιτομής του Χριστού.[21]
-----------------
[1] Σύμφωνα με τον αείμνηστο λειτουργιολόγο καθηγητή Ιωάννη Φουντούλη η Γιορτή των Χριστουγέννων εισήχθηκε πρώτα στη Ρώμη το 330 και έπειτα στην Ανατολή το 376. Ο ιερός Χρυσόστομος στον «Λόγον του είς την γενέθλιον ημέραν του Σωτήρος» της 25ης Δεκεμβρίου του 386, αναφέρει ότι μόλις 10 χρόνια πριν είχε εισαχθεί η Γιορτή αυτή στο εορτολόγιο της Εκκλησίας.
[2] Λουκ. 2: 15-21
[3] Ρωμ. 2:16, 16:25, Α Κορ. 15:1, Γαλ. 1:11, Β Τιμ. 2:8., κτ.λ.
[4] πρβλ. Λουκ. 1:26-38.
[5] Λουκ. 1:57-80.
[6] Λουκ. 2:1συν
[7] Λουκ. 2:7,12,16.
[8] Λουκ. 2:8-18.
[9] Λουκ. 2:13
[10] Λουκ. 1:79
[11] Λουκ. 2:25-36, 37-38
[12] Πρβλ. «του Θεού», Λουκ. 3:38 αλλά και την γενεαλογία του Χριστού στο 3:23-38.
[13] Λουκ. 2:21
[14] Λουκ. 1:31-32
[15] Ματθ. 1:18-22
[16] Ησ. 7:14, Ματθ. 1:22-23
[17] Λουκ 2:10
[18] Λουκ. 2:9
[19] Λουκ. 2:11
[20] Δευτ. 18:15,19
[21] Ησ. 9:6

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 13, 2014

Λόγος στήν ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ Ὕψωση τοῦ Τιμίου καί Ζωοποιοῦ Σταυροῦ (Ἁγίου Ἀνδρέου Ἀρχιεπισκόπου Κρήτης)


ipsositimioustaurou11Ἑορτάζουμε τήν πανήγυρι τοῦ Σταυροῦ, καί ὅλο τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας καταφωτίζεται. Ἑορτάζουμε τήν πανήγυρι τοῦ Σταυροῦ, καί ὅλη ἡ οἰκουμένη φωταγωγεῖται καί γεμίζει μέ ἀκτίνες θεϊκῆς χαρᾶς. Ἑορτάζουμε τήν πανήγυρι τοῦ Σταυροῦ, διά τοῦ ὁποίου τό σκοτάδι (τῆς ἁμαρτίας) διώχθηκε, καί ἦλθε τό φῶς (τῆς ἀρετῆς). Ἑορτάζουμε τήν πανήγυρι τοῦ Σταυροῦ, καί ὑψούμεθα πνευματικά μαζί μέ τόν Σταυρωθέντα Σωτήρα μας, ἀφήνοντας κάτω τή γῆ μέ τήν ἁμαρτία, γιά νά κερδίσουμε τά ἄνω ἀγαθά.

Ὑψώνεται ὁ Σταυρός, καί ὑψώνει μαζί του τήν ἀνθρωπότητα, πού λόγω τῆς ἁμαρτίας της, ἦταν πεσμένη κάτω.
Ὑψώνεται ὁ Σταυρός, καί ταπεινώνει τήν αὐθάδη ἔπαρση τῶν δαιμόνων.
Ὑψώνεται ὁ Σταυρός, καί ἡ ἐναντία δύναμη τοῦ πονηροῦ ὑποχωρεῖ καί ταπεινώνεται.
Ὑψώνεται ὁ Σταυρός, καί συναθροίζεται τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας.
Ὑψώνεται ὁ Σταυρός, καί οἱ πόλεις ἑορτάζουν πανηγυρικά· οἱ δέ λαοί προσφέρουν χαρούμενοι τίς ἀναίμακτες θυσίες στόν Θεό. Διότι καί μόνη ἡ μνήμη τοῦ Σταυροῦ εἶναι ὑπόθεση μεγάλης χαρᾶς, καί ἀποδίωξη τῆς λύπης.

Ἀλλά καί τό νά βλέπει κανείς τόν τύπο τοῦ Σταυροῦ, πόσο μεγάλο πράγμα εἶναι! Διότι ἐκεῖνος πού βλέπει τό Σταυρό, γεμίζει ἀνδρεία καί διώχνει τή δειλία. Τόσο μεγάλο πράγμα εἶναι ὁ Σταυρός! Καί αὐτός πού τόν κάνει κτῆμα του, θά ἔχει ἀποκτήσει ἕνα θησαυρό. Ἴσως νά νομίζετε ὅτι ὀνομάζω θησαυρό τό χρυσό, ἤ τά μαργαριτάρια, τούς βαρύτιμους ἰνδικούς λίθους, γιά τά ὁποῖα χαίρουν οἱ σαρκικοί ἄνθρωποι, ἀσχολούμενοι μέ τά μικρά καί ἀνάξια λόγου πράγματα. Ἐγώ ὅμως ὀνομάζω θησαυρό –καί δίκαια– ἐκεῖνο τό ὡραιότατο καί πολύτιμο πράγμα καί ὄνομα ἐπάνω στό ὁποῖο καί μέ τό ὁποῖο ἐπιτεύχθηκε ὅλη ἡ ὑπόθεση τῆς σωτηρίας μας.

Γιατί τά λέγω αὐτά; Ἐάν δέν ὑπῆρχε Σταυρός, δέν θά συντριβόταν ὁ θάνατος, δέν θά γυμνωνόταν ὁ ἅδης, δέν θά νεκρωνόταν τό πονηρό φίδι, ὁ διάβολος. Γι᾽ αὐτό εἶναι πολύ μεγάλο καί τίμιο πράγμα ὁ Σταυρός. Μεγάλο, διότι πάρα πολλά ἀγαθά καί εὐεργεσίες ἔγιναν δι᾽ αὐτοῦ. Τόσο πολλά, καθόσο καί τά θαύματα καί τά Πάθη τοῦ Χριστοῦ ὑπερνικοῦν κάθε δύναμη λόγου καί ἔκφρασης. Εἶναι τίμιο, ἐπίσης, διότι ὁ Σταυρός σημαίνει θεῖο Πάθος καί τρόπαιο. Πάθος, λόγω τοῦ ὅτι ὁ ἀπαθής Χριστός, ἑκούσια ὑπέστη σταυρικό θάνατο· τρόπαιο δέ, διότι ὁ διάβολος τραυματίσθηκε διά τοῦ Σταυροῦ, καί μαζί του νικήθηκε καί ὁ θάνατος. Συνετρίβησαν ἐπίσης οἱ πύλες τοῦ ἅδη, καί τέλος, ὁ Σταυρός ἔγινε γιά ὅλο τόν κόσμο κοινή σωτηρία.


staurosagionorosὉ Σταυρός εἶναι ἐλπίδα τῶν Χριστιανῶν, σωτήρας τῶν ἀπεγνωσμένων, λιμάνι γι᾽ αὐτούς πού βρίσκονται σέ δύσκολες βιοτικές περιστάσεις, ἰατρός γιά τούς ἀσθενεῖς· ἀπομακρύνει τά πάθη, δίνει τήν ὑγεία, δίνει τή ζωή στούς πνευματικά νεκρούς, καθοδηγεῖ πρός τήν εὐσέβεια, ἀποστομώνει τή βλασφημία.
Ὁ Σταυρός εἶναι σκάλα πού ἀνεβάζει στούς οὐρανούς· ὁδός πού ὁδηγεῖ πρός τήν ἀρετή· εἶναι πρόξενος ζωῆς πνευματικῆς· κατάργηση τοῦ θανάτου, ἀπαλλαγή ἀπό τή φθορά. Ἔχει τή δύναμη νά σβήσει τή φλόγα τῶν παθῶν καί τοῦ αἰώνιου πνευματικοῦ θανάτου· δίνει στήν ψυχή τήν παρρησία πρός τόν Θεό· εἶναι τό κλειδί γιά τή Βασιλεία τῶν οὐρανῶν.
Ὁ Σταυρός εἶναι φύλακας κατά τή νύκτα, πύργος κατά τήν ἡμέρα, χειραγωγός μέσα στό σκοτάδι, χαλινάρι σέ περιπτώσεις ὑπερβολικῆς χαρᾶς, ψυχαγωγός σέ περιστάσεις θλίψεων, συντελεῖ σέ συμφιλίωση· εἶναι παρακλητικός, φιλικός, ὑπερασπιστής· μᾶς προφυλάσσει καί μᾶς βοηθεῖ.
Ὁ Σταυρός εἶναι φύλακας τῶν πόλεων, ἀσφάλεια τῶν σπιτιῶν, σύνδεσμος τῆς φιλίας, ὀχύρωμα κατά τῶν ἐχθρῶν, ἀντίπαλος τῶν πολεμίων, διώκτης τῶν παθῶν, σκόνταμα καί ἐμπόδιο τῶν βαρβάρων, βραβευτής τῆς εἰρήνης, συμφιλίωση τοῦ κόσμου, κατάργηση τῶν ὁρίων, παροχή καί ἐξασφάλιση τῆς ἀγάπης, ὕψος τοῦ οὐρανοῦ, βάθος τῆς γῆς, σύνθεση ὅλης τῆς κτίσης, τοῦ μήκους αὐτῆς πού βλέπουμε, καί τοῦ πλάτους τῆς οἰκουμένης· καί γιά νά πῶ μέ λίγα λόγια, ὁ Σταυρός εἶναι τό κεφάλαιο τῶν Ἀχράντων Παθῶν τοῦ Χριστοῦ, καί ἡ κορυφή τῶν θαυμάτων πού ἔγιναν γιά ἐμᾶς.

Ὑψώνεται λοιπόν ὁ Σταυρός σήμερα, γιά νά δοξασθεῖ ὁ Χριστός. Δέν ὑψώνεται ὁ Χριστός, γιά νά δοξασθεῖ ὁ Σταυρός· ἀλλά ὑψώνεται ὁ Σταυρός, γιά νά δοξασθεῖ ὁ Χριστός. Δοξάζεται δέ ὁ Χριστός, γιά νά ὑψώσει καί μᾶς μαζί μέ τόν ἑαυτό Του.
Ὑψώνεται ὁ Σταυρός, καί μαζί του ὑψώνει καί τό φρόνημα τῶν εὐσεβῶν χριστιανῶν. Δοξάζεται ὁ Χριστός, καί δοξάζει μαζί Του καί αὐτούς πού Τόν δοξάζουν.
Ὑψώνεται ὁ Σταυρός, καί συντρίβει τήν ὑπερηφάνεια τῶν δαιμόνων. Δοξάζεται ὁ Χριστός, καί ντροπιάζει τόν ἀρχέκακο διάβολο.
Ὑψώνεται ὁ Σταυρός, καί ἀνορθώνει ἐκείνους πού καταπίπτουν. Δοξάζεται ὁ Χριστός, καί διαλύει τήν ντροπή ἐκείνων πού ἔπεσαν στήν ἁμαρτία.
Ὑψώνεται ὁ Σταυρός, καί γκρεμίζονται τά εἴδωλα. Δοξάζεται ὁ Χριστός, καί τραυματίζεται ὁ διάβολος.
Ὑψώνεται ὁ Σταυρός, ὄχι μόνο διότι ὑψώθηκε ὁ Χριστός ἐπάνω σ’ αὐτόν, ἀλλά γιατί μέ τή φανέρωσή του, ἔλεγξε τή μωρία καί τήν ὑπερηφάνεια τῶν Ἰουδαίων. Ἀπό ποῦ φανερώθηκε; Ἀπό τά ἔγκατα τῆς γῆς. Πότε φανερώθηκε; Στήν ἐποχή τῶν Βασιλέων πού πίστευσαν στόν Χριστό· ὄχι ὅπως μερικοί ἔπλασαν τάχα μέ τή φαντασία τους, ἐξαπατώντας τούς πολλούς μέ πιθανολογίες, ἀλλά μέ μιά θεία καί ἁπλή δύναμη, μέ μιά ὄντως ἐπινόηση σταθερῆς πίστης· διότι ἐπρόκειτο γιά θεϊκό κειμήλιο. Φανερώθηκε ὁ κοινός αὐτός θησαυρός, αὐτός λέγω ὁ Τίμιος τοῦ Κυρίου Σταυρός, ὁ ὁποῖος σήμερα ὑψώνεται σέ ὅλο τόν κόσμο, μαζί μέ ὅλα ἐκεῖνα πού συνετέλεσαν στήν οἰκονομία τοῦ μακάριου καί σωτήριου γιά τόν κόσμο θείου Πάθους.

Αὐτό λοιπόν ἑορτάζουμε σήμερα· γιά τοῦτο πανηγυρίζουμε· γιά τό ὅτι φανερώθηκε σήμερα τό ἅγιο ἐκεῖνο Ξύλο πού ἀπό παλαιά ἐκρύπτετο· γιά τό ὅτι ὁ κρυμμένος θησαυρός ἔλαμψε σάν ἄλλος χρυσός μέσα ἀπό τά σπλάχνα τῆς γῆς· γιά τό ὅτι ἀποκαλύφθηκε τό μέχρι τώρα θαμμένο ἐπίσημο λάβαρο τῆς χριστιανοσύνης· γιά τό ὅτι ἡ ἀλαζονεία καί ἡ ἔπαρση τῶν δαιμόνων ἠρέμησε μέ τή φανέρωση τοῦ Σταυροῦ· γιά τό ὅτι αὐτό πού ἀπό τή φύση του εἶναι ξίφος κατά τῶν ἐχθρῶν, φανερώθηκε μέσα ἀπό τή γῆ· γιά τό ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἔλαβε πάλι τό στολισμό της.
Αὐτός εἶναι ὁ Σταυρός τοῦ Κυρίου, τό Δεσποτικό «σημεῖο», τό σωτήριο ὅπλο, ἡ βασιλική δύναμη, τό τρόπαιο τῆς νίκης, τό σημεῖο διαχωρισμοῦ ἀλλά καί τῆς ἑνώσεως τῶν οὐρανίων καί τῶν ἐπιγείων, ἡ νομοθεσία τῶν πιστῶν, ἡ κορυφή καί ὁ ἐπίλογος τῶν Ἀποστόλων, τό τηλεσκόπιο τῶν Προφητῶν, τό στεφάνι τῶν Μαρτύρων, ὁ ἀρραβώνας τῶν προσκυνούντων τόν Χριστό.
Ἀπό τότε πού ἔχουμε τό Σταυρό, ὁ Χριστός προσκυνεῖται· ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ γνωρίσθηκε καί πιστεύθηκε· ἡ Ἰουδαϊκή θρησκεία καταργήθηκε· ἡ εἰδωλολατρία ἔσβησε· ἡ χριστιανική πίστη καί ζωή ἀνέτειλε καί ἐπικράτησε· γευθήκαμε τήν ἀναίμακτη λατρεία. Καί γιατί νά λέγω πολλά; Ἀπό τότε πού ἔχουμε τό Σταυρό, οἱ ἄνθρωποι συμπολιτεύονται μέ τούς Ἀγγέλους, καί αὐτός ὁ οὐρανός εἶναι πλέον προσιτός γιά τούς ἐπιγείους· ὁ δέ Θεός, διά τῆς θείας Χάριτος καί ἐνεργείας του, γίνεται πλέον μεθεκτός ἀπό τούς ἀνθρώπους.
Πράγματι ὁ Σταυρός εἶναι κάτι πολύ μεγάλο, καί σέ πολλά μέρη τῆς Ἁγίας Γραφῆς μαρτυρεῖται ἤ προτυποῦται, καί πολλά θαύματα γίνονται καθημερινῶς μέ τή δύναμή του. Πρέπει νά προσκυνοῦμε λοιπόν τό Σταυρό, διότι δι’ αὐτοῦ γνωρίσαμε τόν Κύριο. Πρέπει νά προσκυνεῖται ὁ Σταυρός, διότι δι’ αὐτοῦ δοξάζουμε τόν Χριστό. Προσκυνοῦμε τό Σταυρό, διότι δι’ αὐτοῦ λάβαμε τήν εὐλογία, καί ἐλευθερωθήκαμε ἀπό τήν κατάρα. Προσκυνοῦμε τό Σταυρό, διότι δι’ αὐτοῦ ἀποβάλαμε τήν πικρή γεύση τοῦ «ξύλου τῆς παρακοῆς», καί γευθήκαμε τή γλυκύτητα τῆς σωτηρίας.
Εὐλογημένο εἶναι τό Ξύλο ἀπό τό ὁποῖο κατασκευάσθηκε ἡ νοητή κιβωτός τῆς Ἐκκλησίας, καί ἡ ὁποία ἔχει τή δύναμη νά διασώζει τόν κόσμο ἀπό τόν κατακλυσμό τῆς ἁμαρτίας. Ὑψῶστε, λοιπόν, σήμερα μαζί μου τή φωνή, καί ἄς ἀπευθύνουμε μαζί μέ τήν Ἁγία Γραφή τά λόγια της πρός τό θησαυρό τοῦ Σταυροῦ. Καί θησαυρό τοῦ Σταυροῦ, ὀνομάζω τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ, τόν Χριστό, πρός τόν Ὁποῖον πρέπει νά ἀπευθύνουμε τά λόγια μας λέγοντες: «Πάντα τά ἔθνη, ὅσα ἐποίησας, ἥξουσι καί προσκυνήσουσιν ἐνώπιόν σου, Κύριε, καί δοξάσουσι τό ὄνομα σου, ὅτι μέγας εἶ Σύ καί ποιῶν θαυμάσια, Σύ εἶ  Θεός μόνος» (Ψαλμ. 85,9-10). Σ’ Αὐτόν ἀνήκει ἡ δόξα στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

[Ἁγίου Ἀνδρέου τοῦ Ἱεροσολυμίτου (Ἀρχιεπισκόπου Κρήτης), Λόγος Ι΄, εἰς τήν παγκόσμιον Ὕψωσιν τοῦ τιμίου καί ζωοποιοῦ Σταυροῦ, PG 97, 1017-36. Ἀπόσπασμα στή νεοελληνική].

Πέμπτη, Απριλίου 17, 2014

Ο Χριστός και τα άγια Πάθη Του για τη σωτηρία μας (Άγ. Ανδρέας Κρήτης)


Εξέτασε με δέος, άνθρωπε, πόσο πολύ υπερέχουν τα έργα του Χριστού πάνω στο Σταυρό από την ανθρώπινη μικρότητά μας! Και μη μείνης στο μέγεθος του Πάθους Του τόσο, όσο αναλογίσου την μεγαλειότητα του αξιώματός Του. Εκεί προσήλωσε τη σκέψη σου. 

Προσπάθησε να κατανόησης πόσο φοβερό είναι να βλέπης καρφωμένο στο Σταυρό τον ίδιο το Θεό και μάλιστα ανάμεσα σε ληστές. Φαντάσου, αν μπορής, έναν άνθρωπο απλό, αν θάθελε από μόνος του να υποφέρη τόσα, όσα ο Χριστός με τη θέλησή Του ήλθε εδώ στη γη να πάθη. 

Και όλα αυτά πότε;

Μετά από τη φανέρωση της θεότητός του μετά από τις γιατρευτικές του ενέργειες, μετά την απομάκρυνση από τους άρρωστους τόσων ασθενειών, μετά την παράδοση των Αγίων Μυστηρίων, μετά τις τόσες ευεργεσίες!

Ποια είναι όλα αυτά που έπαθε; Ποια είναι τα σημάδια του Σταυρικού πάθους; τα καρφιά, τα δεσμά, η Σταύρωση, το ξύδι, η χολή, η λόγχη, ο κλήρος για τα ενδύματα, η μοιρασιά τους, οι ειρωνείες όταν ήταν πάνω στο Σταυρό.

Και όλα αυτά ο Χριστός τα έπασχε με υπομονή και σιωπούσε. Και όλα αυτά για τη δική σου Λύτρωση και Σωτηρία.

Επισκόπου Κρήτης Αγίου Ανδρέου (660-740)
 

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 07, 2014

Περί της υποθέσεως Τελώνου και Φαρισαίου

 
Αγίου Ανδρέου Κρήτης
Ἡ παραβολή τοῦ Τελώνου καί τοῦ Φαρισαίου εἶναι σάν προάσκηση καί προετοιμασία, γιά ὅσους θέλουν νά κατακτήσουν τήν ἱερή ταπείνωση -πού εἶναι ὅλων τῶν ἀρετῶν ἡ βάση, ὅσων ἡ ἀπόκτηση θεμελιώνει τή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν- καί νά ἀποφύγουν τή θεομίσητη ἀλαζονεία, πού ἐκτρέπει τόν ἄνθρωπο ἀπό ὅλες τίς φιλόχριστες ἀρετές. Ποιός λοιπόν, δέν θά ζηλέψει τόν Τελώνη, τήν ἐπιστροφή καί τή μετάνοιά του καί δέν θά ἀποτινάξει τήν ὑπερηφάνεια τοῦ Φαρισαίου, ἀφοῦ ἡ ταπείνωση συνδέεται μέ τόν Χριστό καί ἡ ἀλαζονεία μέ τόν φαντασμένο καί γεμᾶτο ὑπερηφάνεια δαίμονα;

Ἡ ἀλαζονεία τόν πρῶτο ἀπό τούς ἀγγέλους, πού τό ὄνομά του ἧταν Ἑωσφόρος, τόν ἔκαμε διάβολο. Αὐτή ἔδιωξε τόν γενάρχη μας Ἀδάμ ἀπό τόν Παράδεισο. «Γκρέμισε ἀπό τό θρόνο τούς δυνατούς καί ἀνέβασε τούς ταπεινούς». «Ὁ Κύριος ἀντιμάχεται τούς ὑπερήφανους καί δίνει τή Χάρη Του στούς ταπεινούς». Αὐτή καταβάλλει τόν Φαραώ∙ «Εἶπε μέσα του ὁ ἀνόητος, δέν ὑπάρχει Θεός». Αὐτή νικᾶ τό Ναβουχοδονόσορα∙ «τόν Κύριο τόν Θεό σου θά προσκυνήσεις καί Αὐτόν μόνο θά λατρεύσεις». Καί «δέν θά κάμεις κανένα εἴδωλο». Καί σέ ἄλλον ἡ ἀρρώστια περνᾶ, ἐνῶ σέ ἄλλον τό πάθος γίνεται συνήθεια. Πράγματι, ἡ ὑπερηφάνεια εἶναι πυρετός, πού ἀμβλύνει τά πνευματικά αἰσθητήρια τοῦ ἀνθρώπου, φοβερή παράκρουση, πού ἐρεθίζει τόν ἄνθρωπο καί τόν σπρώχνει στήν πτώση, εἶναι ὑδρώπικας γεμᾶτος ἀέρα καί νερό.

«Ποιός θά ἀνεβεῖ στό βουνό τοῦ Κυρίου; Καθαρός στά χέρια καί ἀθῶος στήν καρδιά, πού δέν ἔλαβε μάταια τήν ψυχή του». Τέτοια ἦταν ἡ ματαιότητα καί ἡ ἀγερωχία τοῦ Τύρου, πού εἶχε ἀποδιώξει τή δροσιά τῆς Χάρης∙ γῆ κατάξερη. Τό γνωρίζετε τοῦτο βέβαια καί ἀπό λόγους καί ἀπό τήν πεῖρα σας∙ ὁ ὑπερήφανος δέν αἰσθάνεται τήν ἀνάγκη ἀπό τή Χάρη τοῦ Θεοῦ, πού τελειοποιεῖ καί γι᾿ αὐτό εἶναι ξηρός καί σκληρός, τοῦ λείπει ἡ ζωογόνα θερμότητα καί ἡ ζωτική ὑγρασία. Σ᾿ αὐτόν πού εἶναι σάν τό ξερό δέντρο, φτιάχνει τή φωλιά του ὁ νυκτοκόρακας διάβολος.

Μέ ἕνα λόγο, ἡ ταπείνωση εἶναι ἡ τροφή τῶν ἀρετῶν τῆς Χριστιανικῆς ὀμορφιᾶς, ἡ βάση τῆς εὐσεβείας καί ἀρχή καί τέλος. Εἶναι ἡ ἀναίρεση τῶν παθῶν, ἡ συντήρηση τῆς ὑγρασίας στή ρίζα τῆς πίστης. Ἡ ταπείνωση συνυπάρχει μαζί μέ τό φόβο τοῦ Θεοῦ πού διώχνει τήν ἀνομία, ὅπως εἶπε ὁ Προφήτης Ἱερεμίας καί ὁ σοφός Σολομώντας. Γιατί ἀληθινά, «ἀρχή τῆς σοφίας εἶναι ὁ φόβος τοῦ Κυρίου». Αὐτή κάνει τόν Τελώνη κήρυκα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἐνῶ ἡ ἀλαζονεία μεταβάλλει τό Φαρισαῖο σέ ἄδειο κύμβαλο πού θορυβεῖ. Ἀληθινά, ὁ ὑποκριτής εἶναι ρόδι τῶν Σοδόμων, πεπόνι ὡραῖο ἀπό ἔξω καί μέσα σάπιο καί ἀνούσιο.

Ἀνέβηκε ὁ Τελώνης στό ἱερό καί ἀνέβηκε σωματικά καί ψυχικά. Ἀνέβηκε στό ἱερό καί ὁ Φαρισαῖος σωματικά καί ψυχικά. Ὁ ἕνας ἀνέβηκε ἐνῶ ἡ ψυχή του κατέβαινε μέ τήν ταπείνωση. Ὁ ἄλλος κατέβηκε, ἐπειδή ἡ ψυχή του ψήλωνε ἀπό ὑπερηφάνεια. Ὁ ἕνας ἔκαμε τίς ἀναβάσεις τοῦ Δαυΐδ, βάδισε τό δρόμο πού ὁδηγεῖ στόν Παράδεισο. Ὁ ἄλλος κατέβηκε τό δρόμο πού πηγαίνει στόν Ἑωσφόρο, τόν ἀρχηγό τῆς ὑπερηφάνειας. Ὁ ἕνας ἀνέβηκε μέ τήν ἄνοδο καί τήν προκοπή στίς ἀρετές∙ ὁ ἄλλος κατέβηκε ἀπό τίς ἀρετές καί πλησίασε στίς κακίες.

Πολλοί μπαίνουν στό ἱερό, λίγοι ὅμως μετέχουν στά τελούμενα σ᾿ αὐτό, ἐπειδή δέν εἶναι ἄξιοι γιά τόν Οἶκο τοῦ Θεοῦ. Ὁ ὑπερήφανος δέν μένει μέσα στό κλῖμα τῆς ἀγάπης. Καί ὅποιος, κατά τόν Εὐαγγελιστή Ἰωάννη, δέν μένει μέσα στήν ἀγάπη, δέν μένει μέσα στόν κόλπο τοῦ Θεοῦ. Ὅποιος πάλι μένει μέσα στήν ἀγάπη, μένει μέσα στόν Θεό καί ὁ Θεός μέσα σ᾿ αὐτόν. Καί, κατά τόν Ἀπόστολο Παῦλο, αὐτός εἶναι ναός τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖνοι μόνο μπαίνουν στό ἱερό καί στό ναό τοῦ Θεοῦ, στούς ὁποίους ἐνεργεῖ ἰδιαίτερα ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ. Καί ὅπως λέει ὁ ψαλμωδός Δαυΐδ, ὁ Θεός φωτίζει μόνον ὅσους εἶναι νήπιοι καί μικροί. «Ὅπου ὑπάρχει ταπείνωση», λέει ὁ σοφός Σολομώντας, «ἐκεῖ βρίσκεται ἡ σοφία»∙ σοφία γιά τήν πίστη καί σοφία γιά τήν πράξη.

Αὐτή ἡ σοφία ἔλειπε ἀπό τόν Φαρισαῖο. Γι᾿ αὐτό, ἐπειδή ἦταν ὑποκριτής, μόνο ἐξωτερικά εὐχαριστεῖ τόν Θεό, ἐσωτερικά δέ γίνεται ἀχάριστος πρός τόν Θεό. Δέν τηρεῖ τήν ἐντολή «θά ἀγαπήσεις τόν πλησίον σου καθώς τόν ἑαυτό σου». Ἐπιδοκιμάζουμε ἀσφαλῶς τή λέξη «εὐχαριστῶ», γιατί ὁ Φαρισαῖος δέν ἀπέδιδε τήν ἀρετή στόν ἑαυτό του, ὅπως νόμιζε ὁ Ναβουχοδονόσορας καί ὁ Σεμεΐας καί ὁ Πέτρος. Σ᾿ αὐτήν τήν ὑπερηφάνεια ἔπεσε ὁ Ἑωσφόρος καί ὁ Ἀδάμ. Καυχιόταν ὅμως ὅτι εἶχε ἐκεῖνο πού στήν πραγματικότητα δέν εἶχε. Γιατί καί ἄν τό εἶχε, τό εἶχε ἤδη χάσει ἀπό τήν ὑπερηφάνειά του. Ἔχει χρέος αὐτός πού ἔχει κάτι ἀγαθό νά ὁμολογεῖ ὅτι δέν τό ἔχει καί νά λέει «εἶμαι τιποτένιος δοῦλος». Γιατί «κανένας θνητός δέν εἶναι δίκαιος μπροστά σ᾿ Ἐσένα».

Αὐτός πού δέν ταπεινώνεται πετᾶ τήν ἀγάπη καί ὅποιος δέν ἀγαπᾶ περιφρονεῖ. Ἀληθινά, εἶναι ἀρχή κάθε ἁμαρτίας ἡ ὑπερηφάνεια. Τήν ἀκολουθεῖ ὁ φθόνος, τό φθόνο ὁ φόνος. Ἐξ αἰτίας της ὁ Ἀβεσαλώμ βλέπει σάν ἐχθρό τόν πατέρα του καί παρακινεῖται νά τόν σκοτώσει. Ὁ κρυφός ἐχθρός εἶναι πιό ἐπικίνδυνος ἀπό τό φανερό καί δέ διαφέρει ἀπό τό διάβολο, πού μέ τή μορφή τοῦ φιδιοῦ ξεγέλασε τόν Πρωτόπλαστο. Γι᾿ αὐτό ὁ φανερός ἁμαρτωλός δικαιώνεται καί ὁ κρυφός καταδικάζεται. Ὁ ἕνας ἔχει τή φαυλότητά του μόνο, ὁ ἄλλος ἔχει ἀκόμα τό ψέμα καί τήν ἀπάτη. Καί γι᾿ αὐτό ἀποδιώχνεται ἀπό τήν ὑπέρτατη ἀλήθεια. Γιατί μέ τήν ἀγάπη του ὁ ἐκλεκτός προορίζεται γιά τή σωτηρία ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος Πέτρος στή δεύτερη Ἐπιστολή του καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στήν πρώτη πρός Ἐφεσίους καί στήν τρίτη πρός Κολασσαεῖς Ἐπιστολή του∙ ἡ ἔχθρα ὅμως ἀποδοκιμάζεται.

Κατάλαβε ὁ Τελώνης τήν ἁμαρτία του, συγχωρέθηκε καί ἐλευθερώθηκε ἀπό αὐτήν. Γι᾿ αὐτό καί ζεῖ, κατά τόν Προφήτη Ἰεζεκιήλ. Αὐτή τή ζωή κέρδισε καί ὁ Δαυΐδ, ὅπως ἔλεγε ὁ Νάθαν. Ὁ Φαρισαῖος ὅμως, δέν κατάλαβε τήν ἁμαρτία του καί ἔμεινε μακριά ἀπό τή ζωή.

Πρόσεξε καλά γιά δεύτερη φορά τόν Εὐαγγελικό λόγο. «Δύο ἄνθρωποι ἀνέβηκαν στό ἱερό νά προσευχηθοῦν, ὁ ἕνας Φαρισαῖος καί ὁ ἄλλος Τελώνης». Παράδειγμα καί πρότυπο τῶν ἀνθρώπων πού δικαιολογοῦν τόν ἑαυτό τους καί ἐξουθενώνουν ὅσους ἁμαρτάνουν ἔβαλε ὁ Κύριος τό Φαρισαῖο καί δεῖγμα τῶν ὑπερηφάνων. Τόν Τελώνη τόν χρησιμοποίησε ὡς παράδειγμα τῶν ἀνθρώπων πού ἁμαρτάνουν καί κάνουν τήν προσευχή καί τήν ἐξομολόγησή τους μέ καρδιά γεμάτη συντριβή. Γιά νά διδάξει ἔτσι ὁ Κύριος ὅλους νά μισοῦν τήν ὑπερηφάνεια καί νά ἀγαποῦν τήν ταπείνωση.

Καί δείχνει καθαρά ὁ Χριστός μέ αὐτήν τήν Παραβολή ὅτι ἡ δικαιοσύνη εἶναι μεγάλη ἀρετή καί φέρνει κοντά στόν Θεό τόν ἄνθρωπο. Ὅταν ὅμως δεχθεῖ κοντά της τήν ὑπερηφάνεια, πετάει σάν σκουπίδι τόν ἄνθρωπο στόν ἄπατο βυθό. Αὐτό ἀκριβῶς ἔπαθε καί ὁ Φαρισαῖος καί γι᾿ αὐτό τό λόγο δέχθηκε τήν κατάκριση καί ἔπεσε στήν ἀπώλεια. Ἡ ἀδικία καί ἡ ἁμαρτία εἶναι σιχαμερή καί μισητή καί, βαρύτερη ἀπό κάθε κακία, ἀπομακρύνει τόν ἄνθρωπο ἀπό τόν Θεό. Ἀλλά ἡ ταπείνωση μέ τή μετάνοια καί τήν ἐξομολόγηση τόν δικαιώνει καί τόν κάνει ἄξιο τῆς σωτηρίας καί τόν ὁδηγεῖ κοντά στόν Θεό. Αὐτό βρῆκε ὁ Τελώνης καί γι᾿αὐτόν τό λόγο δικαιώθηκε καί ἔγινε ἄξιος τῆς σωτηρίας.

«Ὁ Φαρισαῖος ἀφοῦ στάθηκε κάπου, εἶπε στήν προσευχή του∙ ”Σ᾿ εὐχαριστῶ, Θεέ μου, πού δέν εἶμαι ὅπως οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι, ἅρπαγες καί ἄδικοι”». Ἀλοίμονο στήν ὑπρηφάνεια. Ὁ Κύριος καί ὁ Προφήτης Ἡσαΐας τήν περιφρονοῦν, γιατί ὁδηγεῖ στήν Αἴγυπτο, δηλαδή στήν πνευματική δουλεία. Ἔχει τήν ἔπαρση τοῦ Φαραώ καί τό σκοτάδι τῆς Αἰγύπτου. Ἦταν ἡ αἰτία νά χαθεῖ ἡ ἐνθύμηση τοῦ ὀνόματός του σέ μιά στιγμή παταγωδῶς, ὄπως λέει ὁ ψαλμωδός Δαυΐδ καί νά μή διαιωνισθεῖ ἡ μνήμη του. Ἀλοίμονο στό φιλοκατήγορο στόμα, κατά τό ἕκτο κεφάλαιο τῶν Παροιμιῶν. «Δέν εἶμαι», λέει, «ὅπως οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοί ἤ καί καθώς αὐτός ὁ Τελώνης». Ἀρχή τῆς ὑπερηφάνειας φαίνεται πώς εἶναι ἡ περιφρόνηση. Αὐτός πού περιφρονεῖ τούς ἄλλους καί τούς θεωρεῖ μηδενικά, τὀν ἕνα φτωχό, καί τόν ἄλλον παρακατιανό, ἄλλον ἀμαθῆ καί ἄλλον ἀσήμαντο, ἄλλον ἄδικο καί ἄλλον ἁμαρτωλό, παρασύρεται ἀπό τήν περιφρόνηση αὐτή καί θεωρεῖ τόν ἑαυτό του μονάχα σοφό καί φρόνιμο καί ἀριστοκράτη καί πλούσιο καί δυνατό καί δίκαιο καί ἀνώτερο ἀπό ὅλους τούς ἀνθρώπους. Ἡ περιφρόνηση εἶναι ἀρχή τῆς ὑπερηφάνειας καί ἡ ὑπερηφάνεια πάλι εἶναι κακό γέννημα τῆς περιφρόνησης. Γι᾿ αὐτό καί ἡ περιλάλητη ἡμέρα τοῦ Κυρίου θά προκαλέσει τήν ἐκδίκηση σέ κάθε περιφρονητή καί ὑπερήφανο. Γιατί οἱ ὅμοιες ἁμαρτίες μέ ὅμοιο τρόπο τιμωροῦνται.

Ὁ Φαρισαῖος μέ τό ντύσιμο καί μέ τή στάση του, ἔδειξε τήν ἔπαρση πού εἶχε καί τήν ἀλαζονεία. Καί οἱ λόγοι του μαρτυροῦσαν στήν ἀρχή εὐγνωμοσύνη. Γιατί ἔλεγε «Θεέ μου, Σ᾿ εὐχαριστῶ». Ἔπειτα ὅμως, ὅσα εἶπε εἶναι γεμᾶτα ἀπό ἀλαζονεία καί ὑπερηφάνεια. Δέν εἶπε∙ Σύ μέ ἔπλασες Κύριε, καί μέ τή δική Σου βοήθεια ἐλευθερώνομαι ἀπό κάθε ἀδικία καί ἁρπαγή καί τά ἄλλα κακά. «Τί ἔχεις», μᾶς λέει ἡ Ἁγία Γραφή, «πού δέν τό ἔλαβες;» Ἀλλά ὁ Φαρισαῖος ὅ,τι εἶχε πετύχει, τό λογάριαζε σάν κατόρθωμα τῆς δύναμής του. Ἄς μάθει λοιπόν ὁ καθένας μας ὅτι χωρίς τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ δέν ἔχει τή δυνατότητα καί τήν ἰσχύ νά πραγματοποιήσει κάτι καλό. «Χωρίς Ἐμένα», λέει ὁ Χριστός, «δέν μπορεῖτε νά κάνετε τίποτα». Καί ὁ Προφήτης Δαυΐδ ἐπίσης λέει∙ «Ἄν ὁ Κύριος δέν οἰκοδομήσει σπίτι, μάταια κοπιάζουν αὐτοί πού τό οἰκοδομοῦν»∙ καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος∙ «Δέν εἶναι στό χέρι ἐκείνου πού θέλει, οὔτε αὐτοῦ πού κοπιάζει ἀλλά ὅλα ἐξαρτώνται ἀπό τόν Θεό, ὁ Ὁποῖος μᾶς ἐλεεῖ». Καί ὁ ἵδιος ἀλλοῦ λέει∙ «Ὄχι ὅμως ἐγώ, ἀλλά ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ πού εἶναι μαζί μου». Καί, «ὁ Θεός εἶναι πού κινεῖ μέσα μας καί τή θέληση καί τή δυνατότητα τῆς ἐνέργειας».

Καί γι᾿ αὐτό ἐνῶ ὁ Τελώνης ἦταν κῆπος ποτισμένος ἀπό τά πνευματικά νερά, ὁ Φαρισαῖος ἦταν γυμνόφυλλη δρῦς, ὅπως λέει ὁ Προφήτης Ἡσαΐας καί ὁ σοφός Σολομώντας. Γιατί καί ἄν ἔχουμε τιμηθεῖ μέ τήν ἐλευθερία τῆς προαιρέσεως, χωρίς τή συμμαχία τοῦ Θεοῦ κανένα ἀνδραγάθημα στό δρόμο τῆς ζωῆς δέν μποροῦμε νά πραγματοποιήσουμε. «Γνωρίζω», λέει ὁ Προφήτης Ἱερεμίας, «ὅτι ὁ δρόμος τοῦ ἀνθρώπου δέν ἐξαρτᾶται ἀπό τόν ἴδιο, οὔτε μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά φέρει σέ τέλος τό δρόμο του». Ἄς μή προσγράφουμε λοιπόν, στόν ἑαυτό μας τά τρόπαια τῶν ἀγώνων μας. Δικά μας μόνο εἶναι ἡ ἐπιλογή τοῦ καλύτερου καί ὁ ζῆλος∙ ὁ Θεός ὅμως θά ὁδηγήσει στήν πραγματοποίηση τήν ἀγαθή ἐπιθυμία τοῦ ἀνθρώπου, πού δέν ἔχει ἀπό φυσικοῦ του τήν ἱκανότητα νά λέγει ὅτι «μπορῶ», ἀλλά ἀντλεῖ τή δυνατότητα αὐτή ἀπό τή Θεία Χάρη». Ἄν λοιπόν καυχιόμαστε γιά τίς ἐπιτυχίες μας, αὐτό θά ἦταν κομπορρημοσύνη καί καύχηση∙ «Τί ἔχεις», μᾶς λέει, «πού δέν τό ἔλαβες; καί ἀφοῦ τό ἔλαβες, γιατί καυχιέσαι σά νά μήν τό ἔχεις λάβει;».

«Νηστεύω δύο φορές τήν ἑβδομάδα καί βγάζω τό δέκατο ἀπό ὅσα κερδίζω», λέει ὁ Φαρισαῖος. Ἐπειδή λοιπόν ὁ Φαρισαῖος κατηγόρησε τούς ἄλλους ἀνθρώπους καί τόν Τελώνη, ὅτι εἶναι μοιχοί καί ἅρπαγες, ὁ ἴδιος ἀντιτάσσει στή μοιχεία τήν ἀλαζονεία τῆς νηστείας του. Γιατί ἀπό τήν καλοπέραση προέρχεται ἡ πορνεία. Ὁ παραχορτασμός εἶναι πατέρας τῆς περιφρονήσεως καί ἡ πορνεία βγαίνει ἀπό τήν ἀφθονία. Καί ὁ Φαρισαῖος πού βασάνιζε μέ τή νηστεία τό σῶμα του, καυχιόταν ὅτι βρίσκεται πολύ μακριά ἀπό αὐτά τά πάθη. Οἱ Φαρισαῖοι νήστευαν δύο μέρες τήν ἑβδομάδα, Δευτέρα καί Πέμπτη.

Σέ ἀντίθεση μέ τό «ἅρπαγες καί ἄδικοι», ἔλεγε ὁ Φαρισαῖος , «βγάζω τό δέκατο ἀπό ὅσα κερδίζω». Σέ τόσο βαθμό ἔφτανε ἡ καύχησή του ὥστε γιά νά ἀποφύγει τήν ἁρπαγή καί τήν ἀδικία, ἔδινε στούς ἄλλους ἀκόμα καί τά δικά του. Οἱ Ἑβραῖοι ἔδιναν γιά ὅλα τά ὑπάρχοντά τους «ἕνα δέκατο» καί ἔπειτα τά τρία δέκατα. Καί τά τρία ἑνωμένα μαζί δείχνουν ὅτι οἱ Ἑβραῖοι μοίραζαν τό τρίτο τῆς περιουσίας τους. Ἀλλά ἔδιναν καί τίς ἀπαρχές καί τά πρωτογέννητα καί πολλά ἄλλα ἀπό τά εἰσοδήματά τους, γιά νά συγχωρεθοῦν οἱ ἁμαρτίες τους∙ ἦταν ὅσα ἔδιναν γιά τόν ἐξαγνισμό, ὅσα κατά τίς ἑορτές, κατά τίς μειώσεις τῶν χρεῶν καί τίς ἀπελευθερώσεις τῶν δούλων καί στά δάνεια πού ἦταν ἐλεύθερα ἀπό τόκο. Αὐτά δέ συγκεντρωμένα καί ὑπολογισμένα μαζί δείχνουν ὅτι ὁ Φαρισαῖος καί ἐάν ἀκόμη ἔδινε τό μισό τῆς περιουσίας του στούς ἀνθρώπους, δέν θά ἔκανε τίποτα σπουδαῖο, ὥστε νά καυχιέται γι᾿ αὐτό καί νά ὑπερηφανεύεται, ὅταν μάλιστα τό Εὐαγγέλιο ὁρίζει∙ «Ἄν ἡ δικαιοσύνη σας δέν γίνει περισσότερη ἀπό τῶν Γραμματέων καί τῶν Φαρισαίων, δέ θά μπεῖτε στή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν».

«Ὁ Τελώνης στεκόταν μακριά καί δέν ἤθελε μήτε τά μάτια του νά σηκώσει στόν οὐρανό ἀλλά χτυποῦσε τό στῆθος του λέγοντας∙ “Θεέ μου λυπήσου με τόν ἁμαρτωλό”. Σᾶς λέγω ὅτι κατέβηκε τοῦτος στό σπίτι του συγχωρημένος. Γιατί ὅποιος ὑψώνει τόν ἑαυτό του θά ταπεινωθεῖ καί θά ὑψωθεῖ ὅποιος ταπεινώνεται». Προσευχόταν ὁ Τελώνης καί ἀφοῦ δέν εἶχε ἔργα ἀγαθά, οὔτε νά τά ἀπαριθμήσει μποροῦσε, καθώς ὁ Φαρισαῖος, ἀλλά χτυποῦσε τό στῆθος του καί μαστίγωνε τήν καρδιά του καί ἔλεγε μέ πολλή συντριβή καί κατάνυξη∙ «Θεέ μου, λυπήσου με τόν ἁμαρτωλό». Γι᾿ αὐτό καί συνάντησε σπλαχνικό τόν ἐλεήμονα καί εὐδιάλλακτο Κύριο. Ἡ ταπεινοφροσύνη ρίχνει ὅλα τά ἁμαρτήματα, ἐνῶ ἡ ὑπερηφάνεια ἀφανίζει ὅλες τίς ἀρετές, ἐπειδή αὐτή εἶναι πιό μεγάλη καί πιό βαριά ἀπό κάθε ἁμαρτία καί κακία. Εἶναι προτιμότερο, ἀφοῦ ἁμαρτήσουμε, νά ἐπιστρέψουμε καί νά ταπεινωθοῦμε παρά νά πράττουμε τό ὀρθό καί νά καυχιόμαστε. Ὁ Τελώνης ἔβγαλε τό ἔνδυμα τῶν ἁμαρτιῶν του, ἀφοῦ δέχθηκε τήν κατηγορία τοῦ Φαρισαίου μέ πραότητα καί ὑπομονή. Καί ὁ Φαρισαῖος ἀπό τή δόξα κατέπεσε στό βάραθρο τῆς ἀνομίας, ἐπειδή ἔδωσε δίκαιο στόν ἑαυτό του καί κατηγόρησε τόν Τελώνη καί τούς ἄλλους ἀνθρώπους. Ὁ Τελώνης ἀπό τή ζωή τῆς ντροπῆς καί τῆς ἁμαρτίας γύρισε στή μακαριστή ζωή καί κατάσταση. Ὁ Φαρισαῖος ταπεινώθηκε ἀπό τόν ἐγωισμό καί τήν ἔπαρσή του.

Δύο πράγματα ζητοῦνται ἀπό ὅλους μας, νά καταδικάζουμε τά ἁμαρτήματά μας καί νά συγχωροῦμε τά ἁμαρτήματα τῶν ἄλλων. Γιατί ὅποιος βλέπει τά ἁμαρτήματά του γίνεται πιό συγχωρητικός ἀπέναντι στούς ἄλλους. Καί ὅποιος κατακρίνει τούς ἄλλους, κατακρίνει καί καταδικάζει τόν ἑαυτό του, ἀκόμα καί ἐάν ἔχει πολλές ἀρετές. Εἶναι στ᾿ ἀλήθεια μεγάλο πράγμα, ἀδελφοί μου, νά μήν κατακρίνεις τούς ἄλλους ἀλλά τόν ἑαυτό σου. Ἐμεῖς ὅμως παραβλέποντας τά δικά μας ἁμαρτήματα, κατακρίνουμε καί ἐξετάζουμε πιό πολύ τούς ἄλλους καί δέν ξέρουμε ὅτι καί ἄν ἀκόμα εἴμαστε πιό δίκαιοι ἀπό ὅλους, ὅταν κατακρίνουμε τούς ἄλλους, γινόμαστε ἔνοχοι καί εἴμαστε ἄξιοι γιά τήν ἵδια τιμωρία καί κόλαση, πού ἀξίζει ἐκεῖνος πού ἐμεῖς κρίνουμε∙ «Μέ ὅποιο μέτρο κρίνετε, μέ αὐτό καί θά κριθεῖτε». Ὅποιος πορνεύει παραβαίνει ἐντολή, καθώς καί αὐτός πού κρίνει τόν πορνεύοντα. Ἑπομένως καί οἱ δύο παραβαίνουν Θεία ἐντολή καί ὅποιος πορνεύει καί ὅποιος τόν κατακρίνει.

Ἄς μεταστρέψουμε τήν ἐξέταση καί τήν ἐνασχόλησή μας μέ τούς ἄλλους στόν ἑαυτό μας, ἀγαπητοί. Καί ἄν δοῦμε κάποιους νά ἁμαρτάνουν, ἄς ἔχουμε μπροστά στά μάτια μας τά δικά μας ἁμαρτήματα καί ἄς λογαριάζουμε ὅτι τά δικά μας εἶναι χειρότερα ἀπό τά ἁμαρτήματα τῶν ἄλλων. Γιατί ὅποιος ἁμάρτησε ἴσως μετάνιωσε κατά τήν ὥρα τῆς ἁμαρτίας, ἐνῶ ἐμεῖς μένουμε ἀδιόρθωτοι πάντα, κατακρίνοντας καί ἐξετάζοντας τούς ἄλλους. Ὁ Λώτ, ἄν καί κατοικοῦσε στά Σόδομα, κανένα δέν κατέκρινε καί δέν κατηγόρησε κανέναν. Γι᾿ αὐτό δικαιώθηκε καί διασώθηκε ἀπό τή φωτιά καί τή γενική καταστροφή, στήν ὁποία καταδικάστηκαν οἱ Σοδομῖτες. Μέ ταπείνωση λοιπόν καί ἐμεῖς ἄς κατακρίνουμε τόν ἑαυτό μας, ἄς ἐξευτελίσουμε τόν ἑαυτό μας, γιά νά ὑψωθοῦμε ἀκατάκριτοι στόν οὐρανό. Ἀς ἀγαπήσουμε τήν ταπεινοφροσύνη. Μέ αὐτήν δικαιώθηκε ὁ Τελώνης καί πέταξε τό φόρτωμα τῶν ἁμαρτημάτων του. Ἄς μισήσουμε τήν ἔπαρση, γιατί μέ αὐτήν ὁ Φαρισαῖος κατακρίθηκε καί ἔχασε τίς ἀρετές πού εἶχε. Ὁ Φαρισαῖος κατακρίθηκε, ἐπειδή ἔπραξε τό καλό ὄχι καλά. Ὁ Τελώνης δικαιώθηκε, ἐπειδή μέ καλό τρόπο ἀποτίναξε τά ἁμαρτωλά ἔργα του. Πρόσεξε ὁ Θεός τούς στεναγμούς τοῦ Τελώνη καί τή συντριβή του καί τά χτυπήματα στό στῆθος καί ἀφοῦ δέχθηκε τό «Λυπήσου με» τόν ἔβαλε μαζί μέ τόν δίκαιο Ἄβελ. Τίς θυσίες ὅμως, τίς ἀρετές καί τά κατορθώματα τοῦ Φαρισαίου, τοῦ μεγαλόστομου καί ὑπερήφανου, τά μίσησε καί τά ἀπώθησε. Καί γι᾿ αὐτήν τήν αἰτία τόν κατεδίκασε, ὅπως τόν ἀδελφοκτόνο Κάιν.

Ἄς μάθουμε, ἀδελφοί μου, ἄς διδαχθοῦμε καί ἄς πράξουμε μεγάλα κατορθώματα. Καί γι᾿ αὐτά ἄς μήν ἐπαιρώμαστε. Καί ἄν γίνουμε ἀγαθοί καί δίκαιοι καί καλοσυνάτοι καί σπλαχνικοί καί ἐλεητικοί, ἄς ἔχουμε ταπείνωση καί ὄχι ὑπεροψία καί ὑπερηφάνεια, γιά νά μή χάσουμε τόν ἱδρώτα καί τόν κόπο μας. «Ὅταν ὅλα αὐτά τά πράξετε», λέγει ὁ Κύριος, «νά λέτε πώς εἶσαστε ἄχρηστοι δοῦλοι. Κάναμε μονάχα τό χρέος μας». Γιατί εἶναι ἀνάγκη καί χρέος ἀναπόφευκτο, νά προσφέρουμε στόν Θεό τῶν ὅλων τή δουλική μας ταπείνωση, τήν ὑπομονή, τήν ὑποταγή, τήν ὑπακοή, τήν εὐγνωμοσύνη καί τήν εὐχαριστία. Χρέος μας νά δοξάζουμε καί νά προσκυνοῦμε τό Θέλημά Του τό πανάγιο καί νά μή μᾶς πειράζουν οἱ κατηγορίες τῶν ἄλλων καί οἱ ἐξευτελισμοί, μήτε νά στενοχωρούμαστε μέ τούς πειρασμούς, οὔτε νά θυμώνουμε ὅταν μᾶς κατηγοροῦν, γιατί καί ἀπό αὐτό πολλή ὠφέλεια ἀποκομίζουμε. Ἄς ἐννοήσουμε καί ἄς αἰσθανθοῦμε τή δύναμη τῆς ταπείνωσης καί τή βοήθειά της. Ἄς πληροφορηθοῦμε τήν καταδίκη τῆς ἐπάρσης, τή ζημία καί τήν ἀπώλεια -τόν ἴσκιο τοῦ Βεεμώθ κατά τόν Ἰώβ, στούς ὑγρούς τόπους καί στόν καλαμιῶνα, τό παραστράτισμα ἀπό τό δρόμο τῆς ἀλήθειας καί τοῦ φωτός τῆς δικαιοσύνης.

Καί ἐπειδή εἶναι μεγάλο ἀγαθό ἡ μετάνοια καί ἡ ἐξομολόγηση, ἡ συντριβή, τά δάκρυα, οἱ βαθεῖς στεναγμοί καί ἡ κατάνυξη, γι᾿ αὐτό, παρακαλῶ, νά ἐξομολογεῖσθε συνεχῶς στόν Θεό καί νά Τοῦ φανερώνετε τά ἁμαρτήματά σας. Ἄν Τοῦ ξεδιπλώνουμε τή συνείδησή μας καί Τοῦ δείχνουμε τά τραύματα τῶν ψυχῶν μας, ἄν δέν κρίνουμε τούς ἄλλους καί δέν ἀποθηριωνόμαστε μέ τίς βρισιές τῶν ἄλλων, οὔτε λυπούμαστε ἀπό τίς κατηγορίες καί τίς ἀδικίες τους, θά γίνει σ᾿ ἐμᾶς ὁ Κύριος σπλαχνικός καί φιλάνθρωπος. Θά ἀναμείξει τά φάρμακα τῆς συμπόνιας καί τῆς εὐσπλαχνίας Του, θά μᾶς τά βάλει σάν ἐπιθέματα καί θά μᾶς θεραπεύσει. Ἄς φανερώσουμε τά ἁμαρτήματά μας στόν Δεσπότην Χριστόν, πού δέν κατηγορεῖ ἀλλά θεραπεύει. Ἄν σιγήσουμε ἐμεῖς, Ἐκεῖνος τά γνωρίζει ὅλα. Ἄς ἀναφέρουμε λοιπόν, ἀδελφοί μου, τίς ἁμαρτίες μας καί ἄς ἐξομολογηθοῦμε μέ εἰλικρίνεια στόν Κύριο, γιά νά κερδίσουμε τήν ἀγάπη Του. Ἄς ἀφήσουμε ἐδῶ τά ἁμαρτήματά μας γιά νά καθαριστοῦμε, καί νά ἑτοιμαστοῦμε νά φύγουμε γιά ἐκεῖ καί νά ὁδηγηθοῦμε ἀπό τόν δίκαιο Κριτή στή Βασιλεία Του τήν ἀτελείωτη καί αἰώνια. Νά κληρονομήσουμε τή μελλοντική ἐκείνη ἄφθαρτη κατοικία καί τήν ἀδαπάνητη τρυφή καί ἀπόλαυση. Αὐτά ὅλα νά τά ἐπιτύχουμε μέ τή βοήθεια τοῦ Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ μας, τοῦ Ὁποίου ἡ δόξα καί δύναμή Του εἶναι αἰώνια. Ἀμήν

Δευτέρα, Αυγούστου 26, 2013

Στήν ἀποτομή τῆς κεφαλῆς τοῦ Τιμίου Προδρόμου Ἁγίου Ἀνδρέα Κρήτης


Τόν εἶπαν καί «Ἠλία». «Καί ἄν θέλετε νά τό παραδεχτεῖτε, αὐτός εἶναι ὁ Ἠλίας πού πρόκειται νά ἔρθει» (Ματθ. 11, 14). «Καί αὐτός θά πορευτεῖ πρίν ἀπό τόν Κύριο μέ τή δύναμη καί τό πνεῦμα τοῦ προφήτη Ἠλία» (Λουκ. 1, 17).
Πολλοί τόν ἀποκάλεσαν καί «διδάσκαλο». «Ἦρθαν δέ καί τελῶνες νά βαφτιστοῦν καί τοῦ εἶπαν, δάσκαλε τί νά κάνουμε»; (Λουκ. 3, 12).
Ἀκόμη ὀνομάστηκε «ἑτοιμαστής». «Γιατί θά πορευτεῖς πιό μπροστά ἀπό τόν Κύριο, νά ἑτοιμάσεις στίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων τό δρόμο τοῦ Θεοῦ»(Λουκ. 1, 76).
Καί «κήρυκας» ὀνομάστηκε. «Ὁ Ἰωάννης βάπτιζε στήν ἔρημο καί κήρυττε βάπτισμα μετανοίας γιά τή συγχώρεση τῶν ἁμαρτιῶν καί κήρυττε λέγοντας. Ἔρχεται πίσω ἀπό μένα αὐτός πού εἶναι ἰσχυρότερος ἀπό μένα».(Μάρκ. 1, 4-7).
Ὁ ἴδιος χαρακτήρισε τόν ἑαυτό του σάν φωνή. «Ποιός εἶσαι, πές μας. Ποιός εἶσαι γιά νά δώσουμε καί ἐμεῖς ἀπάντηση σ’ αὐτούς πού μᾶς ἔστειλαν. Πῶς θεωρεῖς ἐσύ τόν ἑαυτό σου; Καί ἐκεῖνος εἶπε. Ἐγώ εἶμαι ἡ φωνή ἐκείνου πού φωνάζει στήν ἔρημο» (Ἰωάν. 1, 22).
Εἶναι καί λέγεται καί «Βαπτιστής». «Φτάνει ὁ Ἰησοῦς στόν Ἰορδάνη ἀπό τή Γαλιλαία γιά νά βαπτιστεῖ ἀπό τόν Ἰωάννη» (Ματθ. 3, 13). «Ὁ δέ Ἰωάννης βρισκόταν ἐκεῖ καί βάπτιζε καί ἔρχονταν ὅλοι νά βαπτιστοῦν» (Μάρκ. 1, 4).
Πῆρε καί τό ὄνομα «ὁμολογητής». «Καί ὁμολόγησε καί δέν ἀρνήθηκε. Καί ὁμολόγησε ἐπίμονα καί εἶπε: Ἐγώ δέν εἶμαι ὁ Χριστός» (Ἰωάν. 1, 20).
Ἀναμφισβήτητα εἶναι καί «Μάρτυς». «Ἐκεῖνος δέν ἦταν τό φῶς, ἀλλά εἶχε σκοπό νά μαρτυρήσει, γιά τό φῶς» (Ἰωάν. 1, 8).
Αὐτός ἀκόμα ἀξιώθηκε νά ὑπογράψει τήν παρουσία τῆς Ἁγίας Τριάδος καί νά ὀνομαστεῖ γι’ αὐτό «ὑπογραφεύς τῆς Τριάδος». «Ἐκεῖνος ὅμως πού μέ ἔστειλε νά βαπτίζω στό νερό, Ἐκεῖνος μου εἶπε: Σ’ ὅποιον θά δεῖς νά κατεβαίνει τό Ἅγιο Πνεῦμα καί νά μένει ἐπάνω του, Αὐτός εἶναι Ἐκεῖνος πού θά βαπτίζει μέ Ἅγιο Πνεῦμα. Καί ἐγώ τόν εἶδα Αὐτόν καί ἔδωσα τή μαρτυρία μου γι’ αὐτόν ὅτι εἶναι Υἱός τοῦ Θεοῦ». (Ἰωάν. 1, 33-34).
Ὀνομάστηκε ἀκόμα «Δίκαιος καί Ἅγιος». «Ὁ Ἡρώδης φοβόταν τόν Ἰωάννη, γιατί γνώριζε πολύ καλά ὅτι ἦταν δίκαιος καί ἅγιος ἄνθρωπος» (Μάρκ. 6, 20).
Τόν ἀποκάλεσαν καί «Ἀπόστολο». «Ἐσεῖς οἱ ἴδιοι τό παραδέχεστε καί τό λέτε πώς σᾶς εἶπα ὅτι ἐγώ δέν εἶμαι ὁ Χριστός καί ὅτι ἐγώ ἔχω σταλεῖ, νά πορευτῶ πρίν ἀπό Ἐκεῖνον» (Ἰωάν. 3, 28).
Ἕνα ἄλλο ὀνομά του εἶναι «Εὐαγγελιστής». «Παρηγοροῦσε τό λαό μέ πολλά καί διάφορα ἄλλα, ἀλλά συγχρόνως τοῦ χάριζε καί τό χαρούμενο μήνυμα, τό Εὐαγγέλιο» (Λουκ. 3, 18).
Ἀκόμα ἔχει καί τό ὄνομα «Νυμφαγωγός». «Αὐτός πού ἔχει τή νύφη εἶναι Νυμφίος. Ἐκεῖνος πού εἶναι φίλος τοῦ Νυμφίου εἶναι αὐτός πού στέκεται στό πλάι του, τόν ἀκούει καί χαίρεται μέ βαθιά χαρά τή φωνή Του. Ἀπ’ αὐτή τή χαρά γέμισε καί ἡ δική μου ψυχή, γιατί ἀξιώθηκα νά σταθῶ πλάι στόν Νυμφίο Χριστό» (Ἰωάν. 3, 29-30).
Λέγεται καί «Λύχνος». «Ἐκεῖνος ἦταν τό λυχνάρι πού ἔκαιγε καί φώτιζε, ἐσεῖς δέ γιά μιά στιγμή θελήσατε νά κάνετε ἱλαρά τά πρόσωπά σας μέ τό δικό Του φῶς». (Ἰωάν. 5, 35).
Πῆρε καί τόν τίτλο «Ἔλεγχος τοῦ Ἡρώδη». «Γιατί ἔλεγε ὁ Ἰωάννης στόν Ἡρώδη. Δέν σοῦ ἐπιτρέπεται νά συζεῖς μέ τή γυναίκα τοῦ ἀδερφοῦ σου τοῦ Φιλίππου» (Μάρκ. 6, 18). «Ὁ Ἡρώδης ἐπειδή ἐλεγχόταν ἀπό τον Ἰωάννη γιά τήν Ἡρωδιάδα τόν ἔκλεισε στή φυλακή». (Λουκ. 3, 19).
Αὐτά τά τόσο μεγάλα καί τόσο σπουδαῖα ὀνόματα πῆρε ὁ Ἰωάννης. Μ’ αὐτά ἔχει τιμηθεῖ, γι’ αὐτό καί οἱ πράξεις του ἦταν σύμφωνες μέ τούς τίτλους του. Ἔτσι ὁ Ἰωάννης ὑπῆρξε ἐκεῖνος«πού δέ γεννήθηκε ἄνθρωπος μεγαλύτερός του στόν κόσμο» (Ματθ. 6, 11). Αὐτός εἶναι ἐκεῖνος γιά τόν ὁποῖο πραγματικά ὁ προφήτης Δαυίδ ψάλλει, σάν νά δανείζεται τό στόμα τοῦ Θεοῦ καί Πατέρα καί λέει: «Ἑτοίμασα λυχνάρι γιά τόν Χριστό μου. Πάνω σ’ αὐτό δέ, θά φανερωθεῖ καί θά λάμψει ἡ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού θά τόν χρίσει Μεσσία καί βασιλιά» (Ψαλμ. 131, 17-18).
Αὐτός εἶναι ἐκεῖνος ὁ μεγάλος Ἠλίας, ὄχι ὁ Θεσβίτης, ἀλλά αὐτός πού στάθηκε ἀνάμεσα στό νόμο καί στή Χάρη καί ἔγινε πρόδρομος τῆς πρώτης παρουσίας τοῦ Χριστοῦ, ἄν καί ἱστορικά, ἔζησε μετά τόν Ἠλία τό Θεσβίτη, ἐκεῖνος πού εἶχε ὅμοια μ’ αὐτόν ἔμπνευση καί δύναμη, ὅπως προεῖπε ὁ ἀρχάγγελος στόν πατέρα του Ζαχαρία (Λουκ. 1, 17).
Καί σέ ποιόν Ζαχαρία τά εἶπε αὐτά ὁ ἄγγελος; Στό Ζαχαρία πού τό αἷμα του φωνάζει πιό δυνατά ἀπό τό αἷμα τοῦ δίκαιου Ἄβελ (Ματθ. 23, 35).
Αὐτός εἶναι ἐκεῖνος πού σκίρτησε στήν κοιλιά τῆς μάνας του, πρίν ἀκόμα δεῖ τό φῶς τῆς ἡμέρας, γιατί πληροφορήθηκε τήν παρουσία τοῦ κυοφορούμενου Δεσπότη του. Αὐτός χρησιμοποίησε τή γλώσσα τῆς μάνας του καί, ἐνῶ βρισκόταν ἀκόμα στήν κοιλιά της, προανάγγειλε τή γέννηση τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ ἀπό τή Θεοτόκο Μαρία, λέγοντας: «Καί πῶς ἔγινε σέ μένα αὐτό τό πράγμα νά ἔρθει στό σπίτι μου ἡ μητέρα τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ μου;» (Λουκ. 1, 43).
Αὐτός εἶναι ἐκεῖνος πού μέ τό κήρυγμα τῆς μετανοίας θά μαλακώσει τίς καρδιές τῶν γονιῶν καί θά τίς ξαναφερει κοντά στά παιδιά τους καί «θά κάνει τούς παραστρατημένους νά ἀποκτήσουν φρόνηση ἁγίων καί δικαίων ἀνθρώπων καί ἔτσι θά προετοιμάσει τούς ἀνθρώπους, ὥστε νά δεχτοῦν τόν Κύριο καί νά γίνουν λαός Του» (Λουκ. 1, 17).
Αὐτός ὑπῆρξε καρπός θεϊκῆς ὑποσχέσεως, τό χαρμόσυνο ἄγγελμα τοῦ Γαβριήλ, τό τρυφερό κλωνάρι πού χαρίστηκε ἀπό τόν Θεό, στό ξεραμένο ἀπό τήν ἡλικία δέντρο. Τό καρπερό λουλούδι τῆς στείρας. Ὁ προφήτης πού εἶναι γιός προφήτη. Ὁ τρόφιμος τῆς ἐρήμου. Αὐτός πού ἑτοίμασε καί ἑτοιμάζει τούς ἀνθρώπους ὅλης τῆς οἰκουμένης στούς πνευματικούς ἀγῶνες καί στό καλοδέξιμο τοῦ Κυρίου. Ὁ λαμπερός δορυφόρος τοῦ Ἡλίου, πού λάμπει παντοτινά. Τό λυχνάρι τοῦ θεϊκοῦ Φωτός. Ὁ στρατιώτης τοῦ αἰώνιου βασιλιᾶ. Ὁ Νυμφαγωγός τοῦ Νυμφίου. Ὁ δοῦλος τοῦ Δεσπότη. Ἡ φωνή τοῦ Λόγου, πού ἱεράτευσε σάν τόν Μελχισεδέκ αἰώνια, ὡς ἀπάτορας, ἀμήτορας καί ἀγεννεαλόγητος. Ὁ ἱερέας πού ἀξιώθηκε νά ἱερουργήσει ἀκόμα καί τή Βάπτιση τοῦ Ἴδιου τοῦ Θεοῦ. Αὐτός πού ἄκουσε μέ τά ἴδια του τ’ ἀφτιά τόν Θεό Πατέρα νά μιλάει. Αὐτός πού βάπτισε τόν Υἱό καί Αὐτός πού εἶδε τόἍγιο Πνεῦμα.
Αὐτός πού ὑπῆρξε τό τέλος τοῦ νόμου· Αὐτός πού μεσολάβησε ἀνάμεσα στή Χάρη τοῦ Θεοῦ καί στούς ἀνθρώπους. Αὐτός πού ὑπῆρξε ὁ μεγαλύτερος ἀπ’ ὅλους τούς προφῆτες καί στοῦ ὁποίου τό πρόσωπο ἐξαντλεῖται κάθε προφητική διακονία. Ὁ κήρυκας τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν. Ὁ πρόδρομος τοῦ Χριστοῦ πού εἶναι ἡ αὐτοαλήθεια. Ἡ θύρα ἀπό τήν ὁποία μπαίνουμε στό χῶρο τῆς μετάνοιας. Αὐτός πού ὑπῆρξε τό κόσμημα καί ἡ λαμπρότητα τῶν παρθένων, Αὐτός πού ἑτοίμασε τή σωτηρία μας. Αὐτός πού νομοθέτησε τή σωφροσύνη καί ἔγινε χαλινάρι στούς παράνομους καί φαύλους καί ἀκόμη Αὐτός πού χειραγώγησε ὅσους σεβάστηκαν τό θεϊκό νόμο.
Αὐτός εἶναι ὁ μεγάλος Ἰωάννης. Τό ὄνομα πού βγῆκε ἀπό τό στόμα τοῦ Θεοῦ καί μεταφέρθηκε ἀπό τούς οὐρανούς στό Ζαχαρία μέ τήν ἀρχαγγελική φωνή. Αὐτός εἶναι ἡ φωνή πού γεννήθηκε ἀπό τόν κωφάλαλο πατέρα. Αὐτός πού μέ τή σιωπή τοῦ πατέρα του κατάργησε τή στειρότητα τῆς μάνας του. Αὐτός φανέρωσε τόν «Ἀμνό τοῦ Θεοῦ» μέ τό δάχτυλό του, δίνοντας σ’ αὐτό δύναμη πιό μεγάλη καί ἀπό τόν καλύτερο ρήτορα. Αὐτός πού στό πρόσωπό του ἔχει δικαίωμα νά καυχιέται ἡ ἐγκράτεια. Αὐτός πού ἔζησε σάν ἄσαρκος τήν ἐπίγεια ζωή του, πού βρέθηκε σάν πολύτιμος μαργαρίτης μέσα στή λάσπη. Αὐτός πού σάν πολύτιμος θησαυρός βρέθηκε σέ εὔθραυστο καί φτηνό θησαυροφυλάκιο. Αὐτός πού ἀπείλησε τίς ἄκαρπες ψυχές μέ τό ξινάρι τῆς Θείας δικαιοσύνης, ἡ φιλέρημη τρυγόνα τῆς Ἐκκλησίας, τό ἀσταμάτητο στόμα, ἡ φωνή ἐκείνου πού φωνάζει στήν ἔρημο καί ἀντηχεῖ βροντερά στά πέρατα τοῦ κόσμου, λέγοντας «ἑτοιμάστε τό δρόμο τοῦ Κυρίου, κάνετε ἴσια τά μονοπάτια ἀπ’ ὅπου θά περάσει ὁ Κύριος στίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων» (Ματθ. 3, 3 -Ἰωάν. 1, 23).
Αὐτός εἶναι ἡ γλῶσσα πού μέ τά θεϊκά της λόγια καί μέ τήν ἁγνή φωνή της, ἀκόμα καί μετά τό θάνατό του, ἐλέγχει τόν Ἡρώδη καί κηρύττει τόν Χριστό, λέγοντας: «Μετανοεῖτε, γιατί ἔφτασε ἡ βασιλεία τῶν Οὐρανῶν» (Ματθ. 3, 2).
Στόν Θεό ἀνήκει ἡ δόξα καί ἡ μεγαλωσύνη στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν

Ἀπό τό βιβλίο: «Θεϊκό Λυχνάρι, ὁ Τίμιος Πρόδρομος»
Ἐκδόσεις ΕΤΟΙΜΑΣΙΑ

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 20, 2013

Ἀνδρέου Κρήτης Περὶ τῆς ὑποθέσεως Τελώνου καὶ Φαρισαίου (σελ.118-129)


Κυριακὴ Τελώνου καὶ Φαρισαίου
Λουκ. ιη΄ 10-14


Ἀνδρέου Κρήτης
Περὶ τῆς ὑποθέσεως Τελώνου καὶ Φαρισαίου
(σελ.118-129)


Ἡ διὰ τοῦ Τελώνου καὶ Φαρισαίου ὕλη οἷόν τι προγύμνασμα καὶ προοδοποίησις πρόκειται τοῖς βουλομένοις ἔρχεσθαι τῆς ἱερᾶς ταπεινότητος, τῆς πασῶν τῶν ἀρετῶν λαμβανομένης, αἷς ἡ κτῆσις τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν ὄντως ἐνίδρυται, καὶ τῆς θεομισοῦς ἀλαζονείας ἀπέχεσθαι, τῆς πασῶν τῶν φιλοχρίστων ἀρετῶν παρατρεπούσης τὸν ἄνθρωπον.  Τίς οὖν οὐ ζηλώσει τὸν Τελώνην, καὶ τὴν ἐπιστροφὴν αὐτοῦ, καὶ τὴν μεταμέλειαν, καὶ τοῦ Φαρισαίου οὐ ἀποσείσεται τὸν ὄγκον;  εἴπερ ἡ μὲν ταπείνωσις συνάπτεται τῷ Χριστῷ, ἡ δὲ ἀλαζονεία τῷ πεφρονηματισμένῳ  καὶ πλήρει ὄγκου δαίμονι.
Ἡ ἀλαζονεία τὸ πρῶτον τῶν ἀγγέλων, ἡ κλῆσις καὶ Ἑωσφόρος ἦν, πάντως διάβολον καθιστᾷ. Αὕτη τὸν γενάρχην Ἀδὰμ τοῦ παραδείσου ἐξωθεῖται·  «Καθεῖλε δυνάστας ἀπὸ θρόνων, καὶ ὕψωσεν ταπεινούς», «Κύριος ὑπερφάνοις ἀντιτάσσεται, καὶ ταπεινοῖς δίδουσι χάριν». Αὕτη κατατίθεται τὸν Φαραώ· «Εἶπεν ἅφρων ἐν καρδίᾳ αὐτοῦ, Οὐκ ἔστι Θεός». Αὕτη τὸν Ναβουχοδονόσορα καταβάλλεται·  «Κυρίῳ γὰρ Θεῷ σου προσκυνήσεις, καὶ αὐτῷ μόνῳ λατρεύσεις».  Καὶ· «Οὐ ποιήσεις οὐδὲν ὁμοίωμα». Εἱ καὶ τῷ μὲν ἡ νόσος λύεται, τῷ δὲ ἕξις γίνεται πάθος. Ὄντως πυρετός ἐστιν ἡ ὑπερηφανία, ὑποπίπτουσα τῇ αἰσθήσει τοῦ πυρέττοντος, φενῖτις δεινὴ εἰς πτῶσιν τὸν ἄνθρωπον παροξύνουσα, ὕδρωφ ἔμπλεως καὶ ἀέρος καὶ ὕδατος.
«Τὶς γὰρ ἀναβήσεται εἰς τὸ ὄρος Κυρίου; Ἀθῶος χερσί, καὶ καθαρός τῇ καρδίᾳ, ὅς οὐκ ἔλαβεν ἐπὶ ματαίῳ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ».  Τοιάτη ἦν ἡ τοῦ Τύρου ματαιότης καὶ ἀγερωχία, ἡ τὴν ἰκμάδα ἀποβαλλομένη τῆς χάριτος, γῆ ἄνικμος. Ἴστι γὰρ δήπου τοῦτου καὶ λόγῳ καὶ πείρᾳ, ὁ ἀλαζὼν οὐ δεῖται τῆς τελειωτικῆς τοῦ Θεοῦ χάριτος καὶ διὰ τοῦτό ἐστιν ἄνικμος καὶ ξηρής, λείπεται τοῦ ζωτικοῦ θερμοῦ, καὶ τῆς ζωούσης ὑγρότητος. Ἐν τούτῳ κενῷ ὄντι δένδρῳ τὴν καλιὰν ἐργάζεται ὁ νυκτικόραξ διάβολος.
Καὶ ἁπλῶς εἰπεῖν, ἡ ταπείνωσις τροφὸς ὑπάρχει τῶν ἀρετῶν, του Χριστιανικοῦ κάλλους, εὐσεβείας κεφάλαιον καὶ ἀρχὴ καὶ τέλος.  Τῶν παθῶν ἀναίρεσις, συντήρησις ὑδρότητος ἐν τῇ ρίζῃ τῆς πίστεως. Ἡ ταπεινότης σύνεστι τῷ φόβῳ τοῦ Θεοῦ τῷ ἐλαύνοντι τὴν ἀνομίαν, ὡς ἔφη καὶ ὁ Ἰερεμίας καὶ ὁ Σολομών.  Ὄντως γὰρ «Ἀρχὴ σοφίας φόβος Κυρίου». Αὕτη τὸν τελώνην κήρυκα ποιεῖται τοῦ Πνεύματος· ἡ δὲ ἀλαζονεία τὸν Φαρισαῖον κενὸν ἐργάζεται τύμπανον, μάτην ἀλαλάζον. Ὄντως ροιὰ Σοδόμων ἐστῖν ὁ ὑποκριτής, πέπων τὰ μὲν ἔξωθεν ὡραῖος, τὰ δὲ ἔνδοθεν σαπρός τε καὶ ἄχαρις.
Ἀνέβη εἰς τὸ ἱερὸν ὁ Τελώνης, καὶ ἀνέβη καὶ σωματικῶς καὶ ψυχικῶς. Ἀνέβη εἰς τὸ ἱερὸν ὁ Φαρισαῖος σωματικῶς καὶ ψυχικῶς.  Ὁ μὲν γὰρ ἀνέβη τῇ ψυχῇ καταβαίνων διὰ τῆς ταπεινότητος· ὁ δὲ κατέβῃ τῇ ψυχῇ ἀναβαίνων διὰ τῆς ὑπερηφανείας. 
Ὁ μὲν ἀνέβη ταῖς κατὰ τὸν Δαυΐδ ἀναβάσεσιν, ἐπιβὰς τῆς ὁδοῦ τῆς φερούσης εἰς τὸν παράδεισον· ὁ δὲ κατέβη καταβαίνων εἰ τὸν Ἐωσφόρων, τὸν ἀρχηγὸν τῆς ὑπερηφανείας. 
Ὁ μὲν ἀνέβη διὰ τῆς ἀναβάσεως καὶ ἐπιδόσεως εἰς τὰς ἀρετάς· ὁ δὲ κατέβη ἀπὸ τῶν ἀρετῶν, καὶ προσεπέλασιν ταῖς κακίας.
Πολλοὶ εἰσέρχονται τῷ ἱερῷ, ἀλλ’ ὀλίγοι μετέχουσι τοῦ ἱεροῦ· οὐ γὰρ εἰσιν ἄξιοι του οἴκου τοῦ Θεου. Ὁ γὰρ ὑπερήφανος οὐ μένει ἐν τῇ ἀγάπῃ. Ὁ δὲ μὴ μένων ἐν τῇ ἀγάπῃ, ἐν τῷ Θεῷ οὐ μένει, κατὰ τὸν Ἰωάννην. Ὁ δὲ μένων ἐν τῇ ἀγάπῃ ἐν τῷ Θεῷ μένει καὶ ὁ Θεὸς ἐν αὐτῷ καὶ ἔστιν ναὸς Θεοῦ, κατὰ Παῦλον.  Ἐκεῖνοι κυρίως εἰσέρχονται τῷ ἱερῷ καὶ τῷ ναῷ τοῦ Θεοῦ, οἶς ἰδικῶς ἐνεγεῖ ὁ Θεὸς. Φωτίζει δὲ μόνους τοὺς νηπίους καὶ μικροὺς ὁ Θεὸς, κατὰ τὸν μουσουργέτην Δαβὶδ. «Ὅπου γὰρ ταπείνωσις, ἐκεῖ καὶ σοφία», κατὰ τὸν Σολομῶντα· σοφία πίστεως καί σοφία πράξεως.
Ταύτης τῆς σοφίας ἐλείπετο ὁ Φαρισαῖος· ὄθεν καὶ ὑποκριτὴς ὤν εὐχαριστεῖ κατὰ μόνα τὰ ἔξωθεν τῷ Θεῷ, κατὰ δὲ τὰ ἔνδοθεν ἀχάριστος γίνεται τῷ Θεῷ. 
Οὐ γὰρ τηρεῖ τὴν ἐντολήν, «Ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς ἑαυτόν».  
Ἦν ἀγαθὸν τὸ ρῆμα «Εὐχαριστῶ σοι», ἐπειδὴ οὐχ ἑαυτῷ ἀπεδίδου τὴν ἀρετὴν ὁ Φαρισαῖος, ὡς ἐνόμιζεν ὁ Ναβουχοδονόσωρ καὶ ὁ Σεμεΐας καὶ ὁ Πέτρος·  τινι ὑπερηφανείᾳ καὶ ὁ Ἑωσφόρος καὶ ὁ Ἀδὰμ περιέπεσον. 
Ὅμως ηὔχετο ὅ οὐκ εἶχεν ἔχειν· καὶ εἰ γὰρ εἶχε διὰ τῆς ὑπερηφανείας ἀπώλειαν. Ὀφείλει γὰρ καὶ ὁ ἔχων ὁμολογεῖν μὴ ἔχειν, καὶ λέγειν, ὅτι «Ἀχρεῖος δοῦλός εἰμι», ἐπεὶ «Οὐ δικαιωθήσεται ἐνώπιόν σου πᾶς ζῶν».

Ἀποβάλλεται ὄντος τὴν ἀγάπην ὁ μὴ ταπεινούμενος, καταφρονεῖ δὲ ὁ μὴ ἀγαπῶν. 
Ὄντως ἀρχὴ παντὸς εἴδους ἁμαρτίας ἡ ὑπερηφανεία.  Ταύτῃ ἔπειτα φθόνος, τῷ φθόνῳ φόνος δι’ἥν ἔν ἐχθροῦ μοίρᾳ ὁρᾷ τὸν πατέρα ὁ Ἀβεσαλώμ, καὶ κτείνειν προάγεται. 
Ὄντως ὁ κρύφιος κακὸς τοῦ φανεροῦ ἐστι χείρων, καὶ τοῦ διαβόλου οὐκ ἀπέοικε, δι’ ὄψεως τὸν πρωτόπλαστον φενοκίσαντος.  Διὰ τοῦτο ὁ φανερὸς φαῦλος δικαιοῦται, καὶ ἀφανὴς καταδικάζεται.  
Τῷ μὲν γὰρ μόνη φαυλότης, τῷ δὲ καὶ ψεῦδος καὶ διαπάτη παρέπεται, καὶ διὰ τοῦτο τῆς ἄκρας ἀληθείας ἀποδιώκεται.  Διὰ γὰρ τῆς ἀγάπης καὶ ὁ ἐκλεκτὸς προορίζεται, κατὰ τε τὸν Πέτρον Ἐπιστολῇ δευτέρᾳ καὶ τὸν Παῦλον πρώτῃ πρὸς Ἐφεσίους, καὶ τρίτῃ πρὸς Κολασσααεῖς, τὸ δὲ ἔχθος ἀποδοκιμάζει.
Ἔγνων ὁ Τελώνης τὴν ἰδίαν ἁμαρτίαν, καὶ δεδικαίωται, τῆς ἁμαρτίας πόρρωθεν γενόμενος. Ὅθεν καὶ ζῇ κατὰ τὸν Ἰεζεκιήλ. Ἥτις ζωὴ καὶ τῷ Δαβὶδ παρηκολούθησεν, ὡς ἐμαρτύρει ὁ Ναθάν, Οὐκ ἔγνω τὴν ἰδίαν ἁμαρτίαν ὁ Φαρισαῖος, καὶ τῆς ζωῆς πόρρωθεν γίγνεται.
Καὶ σκόπει καλῶς δεύτερον τὴν εὐαγγελικὴν ρῆσιν· «Ἄνθρωποι δύο ἀνέβησαν εἰς τὸ ἱερὸν προσεύξασθαι, ὁ εἷς Φαρισαῖος καὶ ὁ δεύτερος Τελώνης».  
Εἰς παράδειγμα καὶ τύπον τῶν ἀνθρώπων τῶν δικαιούντων ἑαυτούς, ἐξουθενούντων δὲ τοὺς ἁμαρτάνοντας, ἔθηκεν τὸν Φαρισαῖον Κύριος εἰς δεῖγμα τῶν ὑπερηφάνων, τὸν δὲ Τελώνην, ἔθηκεν εἰς παράδειγμα τῶν ἁμαρτανόντων ἀνθρώπων, καὶ μετὰ συντετριμμένης καρδίας τὰς προσευχὰς καὶ ἐξομολογήσεις ποιούμενων, ἵνα διδάξῃ πάντας τὴν μὲν ὑπερηφάνειαν μισεῖν, τὴν δὲ ταπείνωσιν ἀγαπᾷν.
Καὶ δείκνυσι καθαρῶς ἀπὸ ταύτης τῆς παραβολῆς ὁ Χριστὸς, ὅτι ἡ μὲν δικαιοσύνη καὶ ἀρετὴ μεγάλη ἐστί, καὶ πλησίον τοῦ Θεοῦ τὸν ἄνθρωπον ἵστηστιν· ὅταν δὲ τὴν ὑπερηφανείαν προσλάβηται, εἰς τὸν κατώτατον βυθὸν ἀπορρίπτει τὸν ἄνθρωπον.  
Τοῦτο γὰρ καὶ πέποθεν ὁ Φαρισαῖος, καὶ ἀπὸ ταύτης τῆς αἰτίας κατεκρίθη, καὶ εἰς ἀπώλειαν ἐξώκειλεν. Ἡ δὲ ἀδικία καὶ ἡ ἀμαρτία βδελυκτή ἐστι καὶ μισητή, καὶ πάσης κακίας βαρυτέρα, καὶ μακρύνει τὸν ἄνθρωπον ἀπὸ τοῦ Θεοῦ. 
Ἀλλὰ ἡ ταπείνωσις διὰ τῆς μετανοίας καὶ ἐξομολογήσεως δικαιοῖ τοῦτον καὶ σωτηρίας ἀξιοῖ, καὶ πλησίον φέρει καὶ ἵστησι τοῦ Θεοῦ.  Τοῦτο εὗρεν ὁ Τελώνης, καὶ ἀπὸ ταύτης τῆς αἰτίας ἐδικαιώθη, καὶ σωτηρίας ἠξίωται.
«Ὁ Φαρισαῖος σταθείς, πρὸς ἑαυτὸν εἶπεν· Ὁ Θεὸς, εὐχαριστῶ σοι, ὅτι οὐκ εἰμὶ ὥσπερ οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων, ἅρπαγες, ἄδικοι». Βαβαὶ τῆς ὑπερηφανείας Κύριος καὶ Ἡσαΐας ὀλογωρεῖ ὡς καταγούσης εἰς Αἴγυπτον, καὶ θάρσος ἐχούση τοῦ Φαραώ, καὶ σκιὰν τῆς Αἰγύπτου, καὶ μνήμης ἀπλώλειαν μετ’ ἤχον, κατὰ τὸν ἱεροψάλτην Δαβίδ, καὶ μὴ μνήμης ἀϊδιότητα.  Βαβὰι τοῦ φιλολοιδόρου στόματος, κατὰ τὸ ἕκτον τῶν Παροιμιῶν· «Οὐκ εἰμί, φησίν, ὥσπερ οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων, ἅπραγες, ἄδικοι καὶ μοιχοί, ἤ καὶ ὡς οὗτος  ὁ Τελώνης». Ἀρχὴ τῆς ὑπερηφανείας ἡ ὕβρις φαίνεται. 
Ὁ γὰρ διαπτύων τοὺς ἄλλους, καὶ μηδὲν τούτους ἠγούμενος, ἀλλὰ τοὺς μὲν πτωχούς, τοὺς δὲ δυσγενεῖς, τοὺς δὲ ἀμαθεῖς καὶ ἰδιώτας ὑπολαμβάνων, τοὺς δὲ ἀδίκους καὶ ἁμαρτωλούς, ἐκ τῆς ὕβρεως ταύτης παρασύρεται καὶ μόνον ἑ
αυτὸν οἴεται εἶναι σοφόν, συνετόν, εὐγενῆ, πλούσιον, δυνατόν, δίκαιον, καὶ πάντων ἀνθρώπων ὑπέρτερον καὶ ἔστιν ἡ ὕβρις ὑπερηφανείας ἀρχή, καὶ ἡ ὑπερηφάνεια κακὸν τῆς ὕβρις ἔκγονον.  Διὰ τοῦτο καὶ ἡ διαβόητος ἡμέρα Κυρίου τὴν ἐκδίκησιν ποιήσει ἐπὶ πάντα ὑβριστὴν καὶ ὑπερήφανον· αἱ γὰρ συγγενεῖς ἁμαρτίαι ὁμοτρόπως κολάζονται.
Ἔδειξεν ὁ Φαρισαῖος καὶ τῷ σχήματι αὐτοῦ καὶ τῇ στάσει τὴν ἔπαρσιν ἥν εἶχε, καὶ τὴν ἀλαζονείαν.  Καὶ οἱ μὲν λόγοι αὐτοῦ ἐξ ἀρχῆς ἦσαν εὐγνώμονες. Ἔλεγε γὰρ «Ὁ Θεὸς, εὐχαριστῶ σοι». 
Μετὰ ταῦτα δὲ ὅσα εἶπε πάσης ἀλαζονείας καὶ ὑπερηφανείας ἦσαν πεπληρωμένα. Οὐ γὰρ εἶπε· Σὺ μὲ ἐποίησας, Κύριε, καὶ διὰ τῆς βοηθείας τῆς σῆς ἐλευθεροῦμαι πάσης ἀδικίας καί ἁρπαγῆς, καὶ τῶν ἄλλων κακῶν· «Τί γὰρ ἔχεις, φησίν, ὅ οὐκ ἔλαβες;» Ἀλλὰ πάντα κατορθώματα ἐξ ἰδίας δυνάμεως ἐλογίζετο κατορθῶσαι. 
Πᾶς δὲ ἄνθρωπος ἐχέτο πληροφορίαν, ὅτι χωρὶς τῆς τοῦ Θεοῦ βοηθείας οὐ δύναται, οὐδὲ ἰσχύει κατορθῶσαί τι ἀγαθόν·  «Χωρὶς γὰρ ἐμοῦ, φησὶν ὁ Χριστός, οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν».  
Καὶ ὁ Προφήτης· «Ἐὰν μὴ Κύριος οἰκοδομήσῃ οἶκον, εἰς μάτην ἐκοπίασαν οἱ οἰκοδομοῦντες». Καὶ ὁ Ἀπόστολος·  «Οὐ τοῦ θέλοντος, οὐδὲ τοῦ τρέχοντος, ἀλλὰ τοῦ ἐλεοῦντος Θεοῦ».  Καὶ, «Οὐκ ἐγὼ δὲ, ἀλλ’ ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ, ἡ σὺν ἐμοί».  Καὶ, «Ὁ Θεὸς ἐστιν ὁ ἐνεργῶν, ἐν ἡμῖν καὶ τὸ θέλειν καὶ τὸ ἐνεργεῖν.»
Καὶ διὰ τοῦτο ὁ μὲν Τελώνης κῆπος ἦν τοῖς πνευματικοῖς ὕδασιν ὑποβρύχιος, ὁ δὲ Φαρισαῖος δρῦς ἦν ἄφυλλλος, κατὰ τὸν Ἡσαΐαν καὶ τὸν Σολομῶντα. Εἰ γὰρ καὶ τῷ αυτεξουσίῳ τετιμήμεθα τῆς προαιρέσεως, ἀλλ’ ὅμως, ἐκτὸς τῆς ἄνωθεν συμμαχίας οὐδὲν τῶν ἀνδραγαθημάτων ἐν τῇ ὁδῷ τοῦ βίου ἐπιτελέσαι δυνάμεθα. «Οἶδα γάρ, φησὶν ὅτι οὐ τοῦ ἀνθρώπου ἡ ὁδὸς αὐτοῦ, οὐδὲ πορεύεται ἀνὴρ κατορθῶσαι πορείαν αὐτοῦ».  
Μὴ οὖν ἑαυτοῖς λογιζώμεθα τῶν ἀγώνων τὰ τρόπαια.  Ἡμέτερον γὰρ τὸ προελέσθαι μόνον τὰ κρεῖττων καὶ σπουδάσαι, Θεοῦ δὲ τὸ εἰς ἔργον ἀγαγεῖν τὴν ἀγαθὴν ἐπιθυμίαν καὶ ἔφεσιν, τῷ μηδὲ φύσει τὸ δύνασθαι ἔχοντι, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς χάριτος λαμβάνοντι λέγειν, ὅτι «Δύναμαι». Τοῦτο κόμπος καὶ καύχησις· «Τὶ γὰρ ἔχεις, φησίν, ὅ οὐκ ἔλαβες; εἰ δὲ καὶ ἔλαβες, τί καυχᾶσαι ὡς μὴ λαβών;»
«Νηστεύω δὶς τοῦ Σαββάτου, ἀποδεκατῶ δὲ πάντα ὅσα κτῶμαι» Ἐπειδὴ γὰρ κατηγόρησε τῶν λοιπῶν ἀνθρώπων καὶ τοῦ Τελώνου ὁ Φαρισαῖος, ὅτι μοιχοί εἰσι καὶ ἅπραγες· αὐτὸς πρὸς μὲ τὸ τῆς μοιχείας πάθος τὴν νηστείαν ἠλαζονεύσατο· ἐπειδὴ ἀπὸ τῆς τρυφῆς γίνεται ἡ πορνεία· κόρος γὰρ πατὴρ ὕβρεως, καὶ πορνεία ἐκ πλησμονῆς· ὁ Φαρισαῖος δὲ τὸ σῶμα διὰ νηστείας κατατήκων, πολὺ ἀπέχειν ἐκαυχᾶτο τῶν τοιούτων παθῶν. Ἐνήστευον δὲ οἱ Φαρισαῖοι δὺο ἡμέρες τῆς ἐβδομάδος, δευτέραν καὶ πέμπτην.
Πρὸς δὲ τό, «Ἅρπαγες καὶ ἄδικοι» ἔλεγεν ὁ Φαρισαῖος, «Ἀποδεκατῶ πάντα ὅσα κτῶμαι».  Τοσοῦτον γὰρ ἐνεκαυχήσατο ἐναντιοῦσθαι τῇ ἁρπαγῇ καὶ τῇ ἀδικίᾳ, ὥστε καὶ τὰ ἑαυτοῦ ἑτέροις διδόναι. 
Οἱ γὰρ Ἑβραῖοι ἐδίδοσαν τῶν ὄντων ἁπάντων «δεκάτην μίαν», καὶ μετὰ τὴν τρίτην· καὶ αἱ τρεῖς συντεθειμέναι δεικνύουσιν, ὅτι τὸ τρίτον τῆς οὐσίας αὐτῶν ἐδίδου. 
Ἀλλὰ καὶ τὰς ἀπαρχὰς καὶ πρωτοτόκια, καὶ ἕτερα πλείονα παρεῖχον τῶν ὄντων ὑπὲρ ἁμαρτημάτων, τὰ ὑπὲρ καθαρισμοῦ, τὰ ἐν ἑορταῖς, τὰ ἐν ταῖς τῶν χρεῶν ἀποκοπαῖς, καὶ ταῖς τῶν δούλων ἀφέσεσι, καὶ τοῖς δανείσμασιν τοῖς ἀπηλλαγμένοις τόκου. Ταῦτα δὲ  πάντα συντεθειμένα καὶ συναριθμούμενα, τὸ ἥμιση τῆς οὐσίας διδοὺς ἀνθρώποις, οὐδὲν μέγα ἐργάζεται ἐπαιρόμενος καὶ ἀλαζονευόμενος, καὶ ταῦτα τοῦ Εὐαγγελίου λέγοντος·  «Ἐὰν μὴ πειρσσεύσῃ ἡ δικαιοσύνη ὑμῶν πλέον τῶν Γραμματέων καὶ Φαρισαίων, οὐκ εἰσλεύσεσθε εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν».
«Ὁ δὲ Τελώνης μακρόθεν ἐστώς, οὐκ ἤθελεν, οὐδὲ τοὺς ὀφθαλμοῦς εἰς τὸν οὐρανὸν ἐπᾶραι, ἀλλ’ ἔτυπτεν εἰς τὸ στῆθος αὐτοῦ, λέγων·  Ὁ Θεὸς, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ. 
Λέγω ὑμῖν, κατέβη οὗτος δεδικαιωμένος εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ· ὅτι πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτῶν ταπεινωθήσεται, ὁ δε ταπεινῶν ἑαυτὸν ὑψωθήσεται». 
Εὐχόμενος ὁ Τελώνης, καὶ ἔργα μὴ ἔχων ἀγαθά, οὐδὲ ἀπαριθμῆσαι ταῦτα ἠδύνατο, ὥσπερ ὁ Φαρισαῖος ἀλλ’ ἔτυπτε τὸ στῆθος,καὶ τὴν καρδίαν ἐμάστιζε, καὶ μετὰ συντριβῆς καὶ κατανύξεως ἔλεγε· «Ὁ Θεός, ἰλάσθητί μοι τῷ ἁματωλῷ».  
Διὰ τοῦτο καὶ  ἵλεων εὑρίσκει τὸν ἐλεήμονα, καὶ εὐδιάλλακτον Κύριον.  Πάντων γὰρ τῶν ἁμαρτημάτων καθαιρετική ἐστιν ἡ ταπεινοφροσύνη, ἡ δὲ ὑπερηφανία ἀφανίζει πάσας τὰς ἀρετάς· ὅτι πάσης ἁμαρτίας καὶ κακίας μείζων ἐστὶ καὶ βαρυτέρα.  Κρεῖσσον ἁμαρτάνοντας ἐπιστρέφειν καὶ ταπεινοῦσθαι, ἤ κατορθοῦντας ἐπαίρεσθαι. 
Ὁ Τελώνης τὰ ἁμαρτήματα ἀπεδύσατο, δεξάμενος τὴν τοῦ Φαρισαίου κατηγορίαν μετὰ πραότητος καὶ ὑπομονῆς καὶ ὁ Φαρισαῖος ἀπὸ δόξης εἰς τὸ τὴς ἀτιμίας κατέπεσε βάραθρον, δικαιώσας ἑαυτόν, καὶ κατηγορήσας τοῦ Τελώνου, καὶ τῶν λοιπῶν ἀνθρώπων. 
Ὁ Τελώνης ἀπὸ τῆς ἐπονειδίστου ζωῆς καὶ τῆς ἁμαρτίας, εἰς τὴν μακαρίνα ἐπανῆλθε ζωήν καὶ κατάστασσιν· ὁ δὲ Φαρισαῖος ἐταπεινώθη ἐξ ὄγκου καὶ τῆς ἐπάρσεως.
Δύο γὰρ ἀπατοῦμεθα πάντες ἄνθρωποι, τὸ καταγινώσκειν τῶν οἰκείαν ἁμαρτημάτων, καὶ τὸ τοῖς ἑτέροις ἀφιέναι ἁμαρτήματα. 
Ὁ γὰρ τὰ αὐτὰ (αὐτοῦ) βλέπων ἁμαρτήματα, συγγνωμικώτερος γίνεται τοῖς ἑτέροις· ὁ δὲ κατακρίνων ἑτέρους, ἑαυτὸν κατακρίνει,καὶ καταδικάζει, καὶ εἰ πολλὰς κέκτηται ἀρετάς. 
Ὄντως μέγα ἐστὶ τὸ μὴ κατακρίνεις ἑτέρους, ἀλλ’ ἑαυτούς, ἀδελφοί. 
Ἡμεῖς δὲ, τὰ ἑαυτῶν ἀφέντες ἁμαρτήματα, ἑτέρους μᾶλλον κατακρίνομεν, ἄλλους ἐξετάζομεν, οὐκ εἰδότες ὅτι, εἰ καὶ πάντων ἧμεν δικαιότεροι, ἑτέρους δὲ κατακρίνομεν, ὑπεύθυνοι γινόμεθα, καὶ τῆς αὐτῆς ἐσμεν ἄξιοι τιμωρίας καὶ κολάσσεως, ἧς καὶ ὁ κρινόμενος ἄξιός ἐστιν· « γὰρ κρίματι κρίνετε, φησί, τούτῳ καὶ κριθήσεσθε». 
Ὁ γὰρ πορνεύων ἐντολὴν παραβαίνει, καὶ ὁ κρίνων τὸν πορνεύοντα. 
Ὥστε καὶ ἀμφότεροι θείαν ἐντολήν παραβαίνουσιν, καὶ ὁ πορνεύων καὶ ὁ κρίνων.
Ἀλλὰ μεταθώμεθα τὴν εἰς ἑτέρους ἐξέτασιν καὶ πολλυπραγμοσύνην εἰς ἑαυτούς μᾶλλον, ἀγαπητοί.  
Καὶ ἐὰν ἴδωμέν τινας ἁμαρτάνοντας, ἡμεῖς τὰ ἑαυτῶν ἁμαρτήματα πρὸ ὀφθαλμῶν ἔχωμεν, καὶ χείρω τὰ ἡμέτερα λογιζώμεθα, ἤ τὰ τῶν ἑτέρων. 
Οἱ γὰρ ἁμαρτήσαντες, ἐν τῇ ὥρᾳ ἴσως τῆς ἁμαρτίας μετενόησαν, ἡμεῖς δὲ πάντοτε μένομεν ἀδιόρθωτοι, κατακρίνοντες καὶ ἑτέρων ἐξετάζοντες. 
Ὁ Λὼτ ἐκεῖνος ἐν Σοδόμοις οἰκῶν οὐδένα κατέκρινε, οὐδενὸς κατηγόρησε. Διὰ τοῦτο δεδικαίωται, καὶ ἀπὸ τοῦ πυρὸς διεσώθη καὶ τῆς πανωλεθρίας, ἧς οἱ Σοδομῖται κατεδικάσθησαν. 
Ταπεινωθέντες οὖν καὶ ἡμεῖς ἑαυτοὺς κατακρίνωμεν, ἑαυτοὺς καταισχύνωμεν, ἵνα ἀκατάκριτοι ὑ ψ η λ ο ὶ γενώμεθα. Ἀγαπήσωμεν τὴν ταπεινοφροσύνην.  
Διὰ ταύτης ὁ Τελώνης ἐδικαιώθη, καὶ τὸ φορτίον τῶν ἁμαρτημάτων ἀπέθετο.  Μισήσωμεν τὴν ἔπαρσιν, ὅτι ὁ Φαρισαῖος διὰ ταύτης κατεκρίθη, καὶ τὰς ἀρετὰς ἄς εἶχεν ἀπώλεσιν.
Ὁ Φαρισαῖος μὴ καλῶς τὸ καλὸν διαπραξάμενος κατακέκριται. 
Ὁ Τελώνης ὡς καλῶς τὰ μὴ καλὰ τῶν ἔργων ἀποσεισάμενος, δεδικαίωται. 
Ἐπέβλεψε γὰρ ὁ Θεὸς ἐπὶ τὸν στεναγμὸν τοῦ Τελώνου, καὶ τὴν αὐτοῦ συντριβήν, καὶ τὰς κατὰ τοῦ στήθους τύψεις καὶ προσδεξάμενος τό, ἱλάσθητι, μετὰ τοῦ Ἄβελ αὐτὸν ἐδικαίωσεν.  
Τὰς δὲ θυσίας, καὶ τὰς ἀρετάς, καὶ τὰ κατορθώματα Φαρισαίου ὡς μεγαλαύχου καὶ ὑπερηφάνου ἐβδελύξατο καὶ ἀπώσατο· καὶ ὡς τὸν ἀδελφοκτόνον Κάϊν κατεδίκασεν αὐτὸν ἀπὸ ταύτης τῆς αἰτίας.
Μάθωμεν, ἀδελφοί, καὶ διδαχθῶμεν, καὶ μεγάλα ἐργαζώμεθα κατορθώματα.  
Τούτων ἔνεκεν μὴ ἐπαιρώμεθα.  Καὶ ἐὰν ἀγαθοὶ γενώμεθα, δίκαιοι καὶ ἐπιεικεῖς καὶ συμπαθεῖς καὶ ἐλεήμονας· ἀλλὰ καὶ οὕτως ταπεινούμεθα, καὶ μὴ ὑπεροψίαν καὶ ἀλαζονείαν ἔχωμεν, μήποτε τοὺς καμάτους ἡμῶν καὶ τοὺς πόνους ἀπολέσωμεν». 
Ὅταν γάρ, φησίν, ταῦτα πάντα ποιήσητε, λέγει Κύριος, λέγετε ὅτι ἀχρεῖοι δοῦλοί ἐσμεν. 
Ὅ ὀφείλομεν ποιῆσαι, πεποιήκαμεν». 
Ἀναγκαῖον γὰρ καὶ ἀπαραίτητον χρέος ἐστί, προσφέρειν ἠμᾶς τῷ ἐπὶ πάντων Θεῷ τὴν δουλικὴν ταπείνωσιν, τὴν ὑπομονήν, τὴν ὑποταγή, τὴν εὐπείθειαν, τὴν εὐγνωμοσύνην, τὴν εὐχαριστίαν, καὶ μεγαλύνειν καὶ προσκυνεῖν τὸ θέλημα αὐτοῦ τὸ πανάγιον, καὶ μὴ δάκνεσθαι ταῖς παρ’ ἑτέρων λοιδορίας καὶ ὕβρεσι, μήτε ἄχθεσθαι τοῖς πειρασμοῖς, μήτε δυσχεραίνειν ὀνειδιζόμενοι, ὅτι καὶ ἀπὸ τούτων πολλὴν καρπούμεθα τὴν ὠφέλειαν. Μάθωμεν καὶ γνῶμαι, ἀδελφοί μου, τὴν τῆς ταπεινώσεως δύναμιν καὶ ἰσχὺν καὶ βοήθεια.
Μάθωμεν τῆς ἐπάρσεως τὴν καταδίκην καὶ τὴν ζημίαν καὶ τὴν ἀπώλειαν, τοῦ Βεεμώθ τὴν σκιάν, κατὰ τὸν Ἰώβ, ἐν τοῖς ὑγροῖς τόποις, κἄν τῷ καλάμῳ, τὴν ἐκτροπὴν τῆς ὁδοῦ τῆς ἀληθείας, καὶ τοῦ φωτὸς τῆς δικαιοσύνης.
Καὶ ἐπειδὴ μέγα ἀγαθόν ἐστι μετάνοια καὶ ἐξομολόγησις, καὶ ἡ συντριβή, καὶ τὰ δάκρυα, καὶ οἱ ἐκ βάθους στεναγμοί, καὶ ἡ κατάνυξις· διὰ τοῦτο, παρακαλῶ. ἑξομολγεῖσθε τῷ Θεῷ συνεχῶς, καὶ τὰ ἁμαρτήματα αὐτῷ ἐκκαλύπτετε. 
Εἰ γὰρ ἀναπτύσσωμεν τὸ συνειδὸς ἡμῶν, καὶ δεικνύωμεν αὐτῷ τὰ τραύματα τῶν ψυχῶν ἡμῶν, καὶ ἑτέρους οὐ κρίνομεν, οὐδὲ ἐκθηριούμεθα πρὸς τὰς τῶν πλησίον ὕβρεις, οὐδὲ λυπούμεθα διὰ τοὺς ὀνειδισμούς καὶ τὰς ἀδικίας αὐτῶν, ἵλεως ἡμῖν γενήσεται ὁ φιλάνθρωπος Κύριος, καὶ τὰ τῆς συμπαθείας αὐτοῦ, καὶ τῆς εὐσπλαχνίας κεράσει φάρμακα, καὶ ἐπιθήσει καὶ ἀτρεύσει ἡμᾶς. 
Δείξωμεν τὰ ἁμαρτήματα τῷ μὴ ὀνειδίζοντι Δεσπότῃ, ἀλλὰ θεραπεύοντι· κἄν γὰρ σιγήσωμεν ἡμεῖς, ἐκεῖνος ἅπαντα γινώσκει. 
Εἴπωμεν τοίνυν τὰ ἡμῶν ἁμαρτήματα, ἀδελφοί, καὶ ἐξομολογησώμεθα καθαρῶς, τῷ Κυρίῳ ἵνα κερδαίνωμεν τὴν τούτου συμπάθειαν. 
Ἀποθώμεθα ἐνταῦθα τὰ ἁμαρτήματα, ἵνα καθαροὶ γεγονότες καὶ ἕτοιμοι ἀπέλθομεν ἐκεῖσε, καὶ εἰσαχθῶμεν παρὰ τοῦ δικαίου Κριτοῦ εἰς τὴν βασιλείαν αὐτοῦ τὴν ἀτελεύτητον καὶ ἀΐδιον, καὶ κληρονομήσωμεν τὰς μελλούσας ἐκείνας καὶ ἀκηράτους μονάς, καὶ τὴν ἀδαπάνητον τρυφὴν καὶ ἀπόλαυσιν. 
Ὧν καὶ τύχοιμεν πάντες ἐν αὐτῷ Χριστῷ τῷ Θεῷ ἡμῶν,  ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμή.  
Ἡ παραβολὴ τοῦ Τελώνου καὶ τοῦ Φαρισαίου εἶναι σὰν προάσκηση καὶ προετοιμασία, γιὰ ὅσους θέλουν νὰ κατακτήσουν τὴν ἱερὴ ταπείνωση –πού εἶναι ὅλων τῶν ἀρετῶν ἡ βάση, ὅσων ἡ ἀπόκτηση θεμελιώνει τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν- καὶ ν’ ἀποφύγουν τὴ θεομίσητη ἀλαζονεία, ποὺ ἐκτρέπει τὸν ἄνθρωπο ἀπ’ ὅλες τὶς φιλόχριστες ἀρετές.  Ποιός δὲ θὰ ζηλέψη τὸν Τελώνη, τὴν ἐπιστροφὴ καὶ τὴ μετάνοια του καὶ δὲ θ’ ἀποτινάξη τὴν περηφάνεια τοῦ Φαρισαίου, ἄν ἡ ταπείνωση συνδέεται μὲ τὸ Χριστὸ καὶ ἡ ἀλαζονεία μὲ τὸ φαντασμένο γεμᾶτο περηφάνεια δαίμονα;
Ἡ ἀλαζονεία τὸν πρῶτο ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους, ποὺ τὸ ὄνομά του ἦταν Ἑωσφόρος, τὸν ἔκαμε διάβολο. Αὐτὴ ἔδιωξε τὸν γενάρχη μας Ἀδάμ ἀπὸ τὸν Παράδεισο. «Γκρέμισε ἀπὸ τὸ θρόνο τοὺς δυνατοὺς κι ἀνέβασε τοὺς ταπεινούς». «Ὁ Κύριος ἀντιμάχεται τοὺς ὑπερηφάνους καὶ δίνει τὴ χάρη του στοὺς ταπεινούς». Αὐτὴ καταβάλλει τὸ Φαραώ· «Εἶπε μέσα του ὁ ἀνόητος δὲν ὑπάρχει Θεός».  Αὐτὴ νικᾶ τὸ Ναβουχουδονόσορα· «τὸν Κύριο τὸ Θεό σου θὰ προσκυνήσης κι αὐτὸν μόνο θὰ λατρεύσης». Καὶ «δὲ θὰ κάμης κανένα εἴδωλο».  Καὶ σ’ ἄλλον ἡ ἀρρώστια περνᾶ, ἐνῶ σ’ ἄλλον τὸ πάθος γίνεται συνήθεια. Ἀλήθεια, ἡ ὑπερηφάνεια εἶναι πυρετός, ποὺ ἀντικαθιστᾶ τὴν αἴσθηση τοῦ ἀρρώστου, φοβερὴ παράκρουση, ποὺ ἐρεθίζει τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν σπρώχνει στὴν καταστροφή, εἶναι ὑδρώπικας γεμᾶτος ἀέρα καὶ νερό.
«Ποιός θ’ ἀνεβῆ στὸ βουνὸ τοῦ Κυρίου; Καθαρὸς στὰ χέρια κι ἀθῶος στὴν καρδιὰ, ποὺ δὲν ἔλαβε μάταια τὴν ψυχή του».  Τέτοια ἦταν ἡ ματαιότητα καὶ ἡ ἀγερωχία τοῦ Τύρου,  ποὺ εἶχε ἀποδιώξει τὴ δροσιὰ τῆς χάρης· γῆ κατάξερη.  Τὸ γνωρίζετε τοῦτο βέβαια κι ἀπὸ λόγους κι ἀπὸ τὴν πεῖρα σας· ὁ ὑπερήφανος δὲν αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκη ἀπὸ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, ποὺ τελειποιεῖ καὶ γι’ αὐτὸ εἶναι ξηρὸς  καὶ σκληρός, τοῦ λείπει ἡ ζωογόνα θερμότητα κι ἡ ζωτικὴ ὑγρασία. Σ’ αὐτόν ποὺ εἶναι σὰν τὸ ξερὸ δέντρο, φτιάχνει τὴ φωλιὰ του ὁ νυχτοκόρακας διάβολος.
Μ’ ἕνα λόγο, ἡ ταπείνωση εἶναι ἡ τροφὴ τῶν ἀρετῶν τῆς χριστιανικῆς ὀμορφιᾶς, ἡ βάση τῆς εὐσεβείας, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος. Εἶναι ἡ ἀναίρεση τῶν παθῶν, ἡ συντήρηση τῆς ὑγρασίας στὴ ρίζα τῆς πίστης. Ἡ ταπείνωση συνυπάρχει μαζὶ μὲ τὸ φόβο τοῦ Θεοῦ ποὺ διώχνει τὴν ἀνομία, ὅπως εἶπε ὁ Ἰερεμίας καὶ ὁ Σολομῶν. Γιατὶ ἀληθινὰ, ἀρχὴ τῆς σοφίας εἶναι ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ. Αὐτὴ κάνει τὸν Τελώνη κήρυκα τοῦ Πνεύματος, ἐνῶ ἡ ἀλαζονεία μεταβάλλει τὸ Φαρισαῖο σ’ ἄδειο κύμβαλο ποῦ θορυβεῖ. Ἀληθινὰ ὁ ὑποκριτῆς εἶναι ρόδι τῶν Σοδόμων, πεπόνι ὡραῖο ἀπ’ ἔξω καὶ μέσα σάπιο κι ἀνούσιο.
Ἀνέβηκε ὁ τελώνης στὸ ἱερὸ κι ἀνέβηκε σωματικὰ καὶ ψυχικά. Ἀνέβηκε στὸ ἱερὸ κι ὁ Φαρισαῖος σωματικὰ καὶ ψυχικά. Ὁ ἕνας ἀνέβηκε ἐνῶ ἡ ψυχή του κατέβαινε μὲ τὴν ταπείνωση. Ὁ ἄλλος κατέβηκε, ἐπειδὴ ἡ ψυχή του ψήλωνε ἀπὸ περιφάνεια. Ὁ ἕνας ἔκαμε τὴν ἀνάβαση τοῦ Δαυΐδ, βάδισε τὸ δρόμο ποὺ ὁδηγεῖ  στὸ παράδεισο. Ὁ ἄλλος κατέβηκε τὸ δρόμο ποὺ πηγαίνει στὸν Ἑωσφόρο, τὸν ἀρχηγὸ τῆς ὑπερηφανείας. Ὁ ἕνας ἀνέβηκε μὲ τὴν ἄνοδο καὶ τὴν προκοπὴ στὴν ἀρετή· ὁ ἄλλος κατέβηκε ἀπὸ τὴν ἀρετὴ κι ἐπλησίασε στὴν κακία.
Πολλοὶ μπαίνουν στὸ ἱερό, λίγοι ὅμως μετέχουν στὸ ἱερό, γιατὶ δὲν εἶναι ἄξιοι γιὰ τὸν οἶκο τοῦ Θεοῦ. Ὁ ὑπερήφανος δὲ μένει μέσα στὸ κλῖμα τῆς ἀγάπης. Κι ὅποιος δὲ μένει μέσα στὴν ἀγάπη, δὲ μένει μέσα στὸ κόλπο τοῦ Θεοῦ, κατὰ τὸν Ἰωάννη. Ὅποιος πάλι μένει μέσα στὴν ἀγάπη, μένει μέσα στὸ Θεὸ καὶ ὁ Θεὸς μέσα σ’ αὐτὸν κι εἶναι τοῦ Θεοῦ ναός, κατὰ τὸν Παῦλο. Ἐκεῖνοι μόνο μπαίνουν στὸ ἱερὸ καὶ στὸ ναὸ τοῦ Θεοῦ, ποὺ δέχονται ἰδιαίτερη ἐπίδραση τοῦ Θεοῦ. Κι ὁ Θεὸς φωτίζει μόνον ὅσους εἶναι νήπιοι καὶ μικροί, κατὰ τὸν ψαλμωδὸ Δαυΐδ. «Ὅπου ὑπάρχει ταπείνωση, ἐκεῖ βρίσκεται ἡ σοφία», κατὰ τὸν Σολομῶντα· σοφία γιὰ τὴν πίστη καὶ σοφία γιὰ τὴν πράξη.
Αὐτὴ ἡ σοφία ἔλειπε ἀπὸ τὸ Φαρισαῖο. Γι αὐτὸ κι ἐπειδῆ ἦταν ὑποκριτής, ἐξωτερικὰ μόνο εὐχαριστεῖ τὸ Θεό.  Δὲν τηρεῖ τὴν ἐντολὴ «θ’ ἀγαπήσης τὸν πλησίον σου καθὼς τὸν ἑαυτὸ σου». Ἐπιδοκιμάζομε τὴ λέξη «εὐχαριστῶ», γιατὶ ὁ Φαρισαῖος δὲν ἀπέδιδε τὴν ἀρετὴ στὸν ἑαυτὸ του, ὅπως ἐνόμιζε ὁ Ναβουχοδονόσωρ καὶ ὁ Σεμεΐας κι ὁ Πέτρος.  Σ’ αὐτὴ τὴν περηφάνεια ἔπεσε ὁ Ἑωσφόρος κι ὁ Ἀδάμ.  Καυχιόταν ὅμως ὅτι εἶχε αὐτὸ ποὺ δὲν εἶχε. Γιατὶ κι ἄν τὸ εἶχε, τὸ εἶχε χάσει ἀπὸ τὴν περηφάνεια του. Ἔχει χρέος κι αὐτὸς ποὺ ἔχει κάτι νὰ ὁμολογῆ ὅτι δὲν τὸ ἔχει καὶ νὰ λέει «εἶμαι τιποτένιος δοῦλος», γιατὶ «κανένας θνητὸς δὲν ἔχει δίκιο μπροστὰ σ’ ἐσένα».
Αὐτὸς ποὺ δὲν ταπεινώνεται πετᾶ τὴν ἀγάπη κι ὅποιος δὲν ἀγαπᾶ περιφρονεῖ. Ἀληθινὰ εἶναι ἀρχὴ κάθε ἁμαρτίας ἡ περηφάνεια. Τὴν ἀκολουθεῖ ὁ φθόνος, τὸ φθόνο ὁ φόνος. Ἐξ αἰτίας της σὰν ἐχθρὸ βλέπει ὁ Ἀβεσαλὼμ τὸν πατέρα του καὶ παρακινεῖται νὰ τὸν σκοτώση. Ὁ κρυφὸς ἐχθρὸς εἶναι πιὸ ἐπικίνδυνος ἀπὸ τὸ φανερὸ καὶ δὲ διαφέρει ἀπὸ τὸ διάβολο, ποὺ μὲ τὴ μορφὴ τοῦ φιδιοῦ ξεγέλασε τὸν πρωτόπλαστο. Γι’ αὐτὸ ὁ φανερὸς ἁμαρτωλὸς δικαιώνεται καὶ ὁ κρυφὸς καταδικάζεται. Ὁ ἕνας εἶχε τὴ φαυλότητά του μόνο, ὁ ἄλλος ἔχει ἀκόμα τὸ ψεῦδος καὶ τὴν ἀπάτη.  Καὶ γι’ αὐτὸ ἀποδιώχνεται ἀπὸ τὴν ὑπέρτατη ἀλήθεια. Γιατὶ μὲ τὴν ἀγάπη του καὶ ὁ ἐκλεκτὸς προορίζεται γιὰ τὴ σωτηρία κατὰ τὸν Πέτρο, δεύτερη ἐπιστολὴ καὶ κατὰ τὸν Παῦλο ἐπιστολὴ πρώτη πρὸς Ἐφεσίους καὶ τρίτη πρὸς Κολασσαεῖς· ἡ ἔχθρα ἀποδοκιμάζεται.  
Κατάλαβε ὁ τελώνης τὴν ἁμαρτία του, συγχωρέθηκε, λευτερωμένος ἀπ’ αὐτή.  Γι’ αὐτὸ καὶ ζῆ, κατὰ τὸν Ἰεζεκιήλ. Αὐτὴ τὴ ζωὴ κέρδισε καὶ ὁ Δαυΐδ, ὅπως ἔλεγε ὁ Ναθάν.  Δὲν κατάλαβε τὴν ἁμαρτία του ὁ Φαρισαῖος κι ἔμεινε μακριὰ ἀπὸ τὴ ζωή.
Πρόσεξε καλὰ γιὰ δεύτερη φορὰ τὸν εὐαγγελικό λόγο. «Δύο ἄνθρωποι ἀνέβηκαν στὸ ἱερὸ νὰ προσευχηθοῦν, ὁ ἕνας Φαρισαῖος κι ὁ ἄλλος Τελώνης». Παράδειγμα καὶ πρότυπο τῶν ἀνθρώπων ποὺ δικαιολογοῦν τὸν ἑαυτό τους κι ἐξουθενώνουν ὅσους ἁμαρτάνουν ἔβαλε ὁ Κύριος τὸ Φαρισαῖο, δεῖγμα τῶν ὑπερηφάνων. Τὸν Τελώνη τὸν χρησιμοποίησε ὡς παράδειγμα τῶν ἀνθρώπων ποὺ ἁμαρτάνουν καὶ κάνουν προσευχὴ καὶ τὴν ἐξομολόγησή τους μὲ καρδιὰ γεμάτη συντριβή, γιὰ νὰ διδάξη ὅλους νὰ μισοῦν τὴν ὑπερηφάνεια καὶ ν’ ἀγαποῦν τὴν ταπείνωση.
Καὶ δείχνει καθαρὰ ὁ Χριστὸς μ’ αὐτὴν τὴν παραβολὴ ὅτι ἡ δικαιοσύνη καὶ μεγάλη ἀρετὴ εἶναι καὶ κοντὰ στὸ Θεὸ φέρνει τὸν ἄνθρωπο. Ὅταν ὅμως δεχτῆ κοντά της τὴν ὑπερηφάνεια, πετάει σὰ σκουπίδι τὸν ἄνθρωπο στὸν ἄπατο βυθό. Αὐτὸ ἀκριβῶς ἔπαθε ὁ Φαρισαῖος καὶ γι’ αὐτὸ τὸ λόγο δέχτηκε κατάκριση κι ἔπεσε στὴν ἀπώλεια. Ἡ ἀδικία καὶ ἡ ἁμαρτία εἶναι σιχαμερὴ καὶ μισητὴ καί, βαρύτερη ἀπὸ κάθε κακία, ἀπομακρύνει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸ Θεό. Ἀλλὰ ἡ ταπείνωση μὲ τὴ μετάνοια καὶ τὴν ἐξομολόγηση τὸν δικαιώνει καὶ τὸν κάνει ἄξιο τῆς σωτηρίας καὶ τὸν ὁδηγεῖ κοντὰ στὸ Θεό. Αὐτὸ βρῆκε ὁ Τελώνης καὶ γι’ αὐτό τό λόγο δικαιώθηκε καὶ ἔγινε ἄξιος τῆς σωτηρίας.
«Ὁ Φαρισαῖος ἀφοῦ στάθηκε κάπου, εἶπε στὴν προσευχή του·  σ’ εὐχαριστῶ Θεέ μου, πού δὲν εἶμαι ὅπως ὅλοι οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι, ἅρπαγες καὶ ἄδικοι». Ἀλοίμονο στὴν ὑπερηφάνεια. Ὁ Κύριος κι ὁ Ἡσαΐας τὴν περιφρονοῦν, γιατὶ ὁδηγεῖ στὴν Αἴγυπτο, ἔχει τὸ θάρρος τοῦ Φαρραώ καὶ τὸν ἴσκιο τῆς Αἰγύπτου. Πάσχει κατὰ τὸν ψαλμωδὸ Δαυΐδ ἀπὸ ἀπώλεια τῆς μνήμης, δὲν ἔχει τῆς μνήμης διάρκεια. Ἀλοίμονο στὸ φιλοκατήγορο στόμα, κατὰ τὸ ἕκτο κεφάλαιο τῶν Παροιμιῶν.  «Δὲν εἶμαι λέει, ὅπως οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοί, ἤ καὶ καθὼς αὐτὸς ὁ Τελώνης». Ἀρχὴ τῆς ὑπερηφάνειας φαίνεται πώς εἶναι ἡ περιφρόνηση. Αὐτὸς ποὺ περιφρονεῖ τοὺς ἄλλους καὶ τοὺς θεωρεῖ μηδενικά, ἄλλον φτωχό, κι ἄλλον δεύτερης σειρᾶς, ἄλλον ἀμαθῆ κι ἄλλον ἀσήμαντο, ἄλλον ἄδικο κι ἄλλον ἁμαρτωλό, παρασύρεται ἀπὸ τὴν περιφόρνηση αὐτὴ καὶ θεωρεῖ τὸν ἑαυτό του μονάχα σοφὸ καὶ φρόνιμο, κι ἀριστοκράτη, καὶ πλούσιο καὶ δυνατὸ καὶ δίκαιο κι ἀνώτερον ἀπ’ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους. Εἶναι ἡ περιφρόνηση ἀρχὴ τῆς περηφάνειας κι ἡ περηφάνεια τῆς περιφρόνησης κακὸ γέννημα. Γι’ αὐτὸ κι ἡ περιλάλητη μέρα τοῦ Κυρίου θὰ προκαλέση τὴν ἐκδίκηση σὲ κάθε περφρονητὴ καὶ ὑπερήφανο.  Γιατὶ οἱ ὅμοιες ἁμαρτίες μὲ ὅμοιο τρόπο τιμωροῦνται.
Ἔδειξε ὁ Φαρισαῖος καὶ μὲ τὸ ντύσιμο καὶ μὲ τὴν στάση του τὴν ἔπαρση ποὺ εἶχε καὶ τὴν ἀλαζονεία. Καὶ οἱ λόγοι του μαρτυροῦσαν στὴν ἀρχὴ εὐγνωμοσύνη.  Γιατὶ ἔλεγε «Θεὲ μου σ’ εὐχαριστῶ». Ἔπειτα ὅμως ὅσα εἶπε εἶναι γεμᾶτα ἀπὸ ἀλαζονεία καὶ περηφάνεια.  Δὲν εἶπε· Σὺ μ’ ἔπλασες Κύριε, καὶ μὲ τὴ δική του βοήθεια ἐλευθερώνομαι ἀπὸ κάθε ἀδικία καὶ ἁρπαγὴ καὶ τὰ ἄλλα κακά. «Τί ἔχεις, μᾶς λέει, ποὺ δὲν τὸ ἔλαβες;» Ἀλλὰ ὅ,τι εἶχε πετύχει, τὸ λογάριαζε σὰν κατόρθωμα τῆς δύναμής του. Ἐνῶ κάθε ἄνθρωπος ἄς μάθη ὅτι χωρὶς τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ δὲν ἔχει τὴ δυνατότητα καὶ τὴν ἰσχὺ νὰ πραγματοποιήση κάτι καλό. Χωρὶς ἐμένα, λέει ὁ Χριστὸς δὲν μπορεῖται νὰ κάνετε τίποτε» Κι ὁ προφήτης· «Ἄν  ὁ Κύριος δὲν οἰκοδομήση σπίτι, μάταια κοπιάζουν αὐτοὶ ποὺ τὸ οἰκοδομοῦν»· καὶ ὁ Ἀπόστολος· «Δὲν εἶναι στὸ χέρι ἐκείνου ποὺ θέλει, οὔτε αὐτοῦ ποὺ κοπιάζει ἀλλὰ στὴν ἐξουσία τοῦ Θεοῦ ποὺ μᾶς ἐλεεῖ». Κι ἀλλιῶς· «Ὄχι ὅμως ἐγώ, ἀλλὰ ἡ χάρη τοῦ Θεου ποὺ εἶναι μαζί του» Κι ἀλλοῦ· «ὁ Θεὸς εἶναι ποὺ κινεῖ μέσα μας καὶ τὴ θέληση καὶ τὴν ἐνεργητικότητα».
Καὶ γι’ αὐτὸ ἐνῶ ὁ Τελώνης ἦταν κῆπος ποτισμένος ἀπὸ τὰ πνευματικὰ νερά, ὁ Φαρισαῖος ἦταν γυμνόφυλλη δρῦ, ὅπως λέει ὁ Ἡσαΐας κι ὁ Σολομῶν. Γιατὶ κι ἄν ἔχωμε τιμηθῆ μὲ τὴν ἐλευθερία τῆς προαιρέσεως, χωρὶς συμμαχία μὲ τὸ Θεὸ κανένα ἀνδραγάθημα στὸ δρόμο τῆς ζωῆς δὲν μποροῦμε νὰ πραγματοποιήσωμε. «Γνωρίζω, λέει, ὅτι ὁ δρόμος τοῦ ἀνθρώπου δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν ἴδιο, οὔτε μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ φέρη σὲ τέλος τὸ δρόμο του». Ἄς μὴν προσγράφωμε λοιπὸν στὸν ἑαυτὸ μας τὰ τρόπαια τῶν ἀγώνων μας. Σ’ ἐμᾶς μόνο ἡ προτίμηση τοῦ καλύτερου καὶ ὁ ζῆλος, ὁ Θεὸς ὅμως θὰ ὁδηγήση στὴν πραγματοποίηση τὴν ἀγαθὴ ἐπιθυμία τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ δὲν ἔχει μήτε ἀπὸ τὴ φύση τὴν ἱκανότητα ἀλλὰ ἀντλεῖ ἀπὸ τὴ θεία χάρη τὴ δυνατότητα νὰ λέγη ὅτι «μπορῶ». Αὐτὸ εἶναι κομπορρημοσύνη καὶ καυχησιές·  «Τί ἔχεις, μᾶς λέει, ποὺ δὲν τὸ ἔλαβες; κι ἀφοῦ τὸ ἔλαβες, γιατὶ καυχιέσαι σὰν μὴν τὸ ἔλαβες;»
«Νηστεύω δύο φορὲς τὴν ἑβδομάδα καὶ βγάζω τὸ δέκατο ἀπὸ ὅσα κερδίζω». Ἐπειδὴ ὁ Φαρισαῖος κατηγόρησε τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους καὶ τὸν Τελώνη, ὅτι εἶναι μοιχοὶ κι ἅρπαγες, ὁ ἴδιος ἀντιτάσσει στὴ μοιχεία τὴν ἀλαζονεία τῆς νηστείας του.  Γιατὶ ἀπὸ τὴν καλοπέραση προέρχεται ἡ πορνεία. Ὁ παραχορτασμὸς εἶναι πατέρας τῆς περιφρονήσεως καὶ ἡ πορνεία βγαίνει ἀπὸ τὴν ἀφθονία.  Κι ὁ Φαρισαῖος ποὺ βασάνιζε μὲ τὴ νηστεία τὸ σῶμα του, καυχιόταν ὅτι βρίσκεται πολὺ μακρὰ ἀπ’  αὐτὰ τὰ πάθη. Οἱ Φαρισαῖοι νήστευαν δύο μέρες τὴν ἑβδομάδα, Δευτέρα καὶ Πέμπτη.
Σὲ ἀντίθεση μὲ τὸ «Ἅρπαγες καὶ ἄδικοι, ἔλεγε ὁ Φαρισαῖος» «βγάζω τὸ δέκατο ἀπὸ ὅσα κερδίζω».  Σὲ τόσο βαθμὸ ἔφασε ἡ καύχησή του γιὰ ἐναντίωση στὴν ἁρπαγὴ καὶ στὴν ἀδικία, ὥστε νὰ δίνη στοὺς ἄλλους ἀκόμα καὶ τὰ δικά του. Οἱ Ἑβραῖοι ἔδιναν γιὰ ὅλα τὰ ὑπάρχοντά τους «ἕνα δέκατο» κι ἔπειτα ἀπὸ τὸ τρίτο.  Καὶ τὰ τρία ἑνωμένα μαζί δείχνουν ὅτι οἱ Ἑβραῖοι μοίραζαν τὸ τρίτο τῆς περιουσίας τους. Ἀλλὰ ἔδιναν καὶ τὶς ἀπαρχὲς καὶ τὰ πρωτογέννητα καὶ πολλὰ ἄλλα ἀπὸ τὰ εἰσοδήματά τους γιὰ τὶς ἁμαρτίες των· ἦσαν  ὅσα ἔδιναν γιὰ τὸν ἐξαγνισμό, ὅσα κατὰ τὶς ἑορτές, κατὰ τὶς μειώσεις τῶν χρεῶν καὶ τὶς ἀπελευθερώσεις τῶν δούλων καὶ στὰ δάνεια ποὺ ἦσαν ἐλεύθερα ἀπὸ τόκο. Αὐτὰ συγκεντρωμένα καὶ ὑπολογισμένα μαζί δείχνουν ὅτι τὸ μισὸ τῆς περιουσίας ἄν ἔδινε στοὺς ἀνθρώπους, δὲν κάμει τίποτε σπουδαῖο, ὥστε νὰ καυχιέται καὶ νὰ περηφανεύεται. Πολὺ λιγώτερο, ὅταν τὸ Εὐαγγέλιο ὁρίζει· «Ἄν ἡ δικαιοσύνη σας δὲν γίνη περισσότερη ἀπὸ τῶν Γραμματέων καὶ τῶν Φαρισαίων, δὲ θὰ μπῆτε στὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν».
«Ὁ Τελώνης στεκόταν μακριὰ καὶ δὲν ἤθελε μήτε τὰ μάτια του νὰ σηκώση στὸν οὐρανὸ ἀλλὰ χτυποῦσε τὸ στῆθος του λέγοντας·  Θεέ μου, λυπήσου με τὸν ἁμαρτωλό. Σᾶς λέγω ὅτι κατέβηκε τοῦτος στὸ σπίτι του συγχωρημένος.  Γιατὶ ὅποιος ὑψώνει τὸν ἑαυτὸ του θὰ ταπεινωθῆ καὶ θὰ ὑψωθῆ ὅποιος ταπεινώνεται» Προσευχόταν ὁ Τελώνης κι ἀφοῦ δὲν εἶχε ἐργα ἀγαθά, οὔτε νά τ’ ἀπαριθμήση δὲν μποροῦσε, καθὼς ὁ Φαρισαῖος, ἀλλὰ χτυποῦσε τὸ στῆθος του καὶ τὴν καρδιὰ του μαστίγωνε κι ἔλεγε μὲ πολλὴ συντριβὴ καὶ κατάνυξη· «Θεέ μου, λυπήσου με τὸν ἁμαρτωλό». Γι’ αὐτὸ καὶ συνάντησε σπλαχνικὸ τὸν ἐλεητικὸ καὶ πρόθυμο Κύριο.  Γιατὶ ἡ ταπεινοφροσύνη ρίχνει ὅλα, τὰ ἁμαρτήματα, ἐνῷ ἡ ὑπερηφάνεια ἀφανίζει ὅλες τὶς ἀρετὲς, γιατὶ εἶναι πιὸ μεγάλη καὶ πιὸ βαρειὰ ἀπὸ κάθε ἁμαρτία καὶ κακία. Εἶναι προτιμότερο, ἀφοῦ ἁμαρτησωμε, νὰ ἐπιστρέψωμε καὶ νὰ ταπεινωθοῦμε παρὰ νὰ πράττωμε τὸ ὀρθὸ καὶ νὰ καυχιώμαστε. Ὁ Τελώνης ἔβγαλε τὸ ἔνδυμα τῶν ἁμαρτιῶν του, ἀφοῦ δέχτηκε τὴν κατηγορία τοῦ Φαρισαίου μὲ πραότητα καὶ ὑπομονή. Κι ὁ Φαρισαῖος ἀπὸ τὴ δόξα κατέπεσε στὸ βάραθρο τῆς ἀνομίας, ἐπειδὴ ἔδωσε δίκαιο στὸν ἑαυτὸ του καὶ κατηγόρησε τὸν Τελώνη καὶ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους. Ὁ Τελώνης ἀπὸ τὴ ζωὴ τῆς ντροπῆς καὶ τῆς ἁμαρτίας γύρισε στὴ μακαριστὴ ζωὴ καὶ κατάσταση. Ὁ Φαρισαῖος ταπεινώθηκε ἀπὸ τὸν ἐγωϊσμὸ καὶ τὴν ἔπαρσή του.
Δύο πράγματα ζητοῦνται ἀπὸ ὅλους μας, νὰ καταδικάζωμε τὰ ἁμαρτήματά μας καὶ νὰ συγχωροῦμε τὰ ἁμαρτήματα τῶν ἄλλων.  Γιατὶ ὅποιος βλέπει τὰ ἁμαρτήματα του γίνεται πιὸ συγχωρητικὸς ἀπέναντι στοὺς ἄλλους. Κι ὅποιος κατακρίνει τοὺς ἄλλους, κατακρίνει καὶ καταδικάζει τὸν ἑαυτὸ του, ἀκόμα κι ἄν ἔχη πολλὲς ἀρετὲς. Εἶναι στ’ ἀλήθεια μεγάλο πρᾶγμα, ἀδελφοί μου, νὰ μὴν κατακρίνης τοὺς ἄλλους ἀλλὰ τὸν ἑαυτό σου. Ἐμεῖς ὅμως παραβλέποντας τὰ δικὰ μας ἁμαρτήματα, τοὺς ἄλλους πιὸ πολὺ κατακρίνομε, τοὺς ἄλλους ἐξετάζομε καὶ δὲν ξαίρομε ὅτι κι ἄν εἴμαστε ἀπ’ ὅλους πιὸ δίκαιοι, ὅταν κατακρίνωμε τοὺς ἄλλους γινόμαστε ἔνοχοι καὶ εἴμαστε ἄξιοι γιὰ τὴν ἴδια τιμωρία καὶ κόλαση, ποὺ ἀξίζει κι αὐτὸς ποὺ ἐμεῖ κρίνομε «Μὲ ὅποιο μέτρο κρίνετε, θὰ κριθῆτε». Ὅποιος πορνεύει παραβαίνει ἐντολή, καθὼς κι αὐτὸς ποὺ κρίνει τὸν πορνεύοντα. Ἑπομένως κι οἱ δύο παραβαίνουν θεία ἐντολὴ κι ὅποιος πορνεύει κι ὅποιος κρίνει.
 Ἄς μεταστρέψωμε τὴν ἐξέταση καὶ τὴν ἐνασχόλησή μας μὲ τοὺς ἄλλους στὸν ἑαυτὸ μας, ἀγαπητοί.  Κι ἄν δοῦμε κάποιους ν’ ἁμαρτάνουν, ἄς ἔχωμε μπροστὰ στὰ μάτια μας τὰ δικὰ μας ἁμαρτήματα κι ἄς λογαριάζωμε τὰ δικὰ χειρότερα ἀπὸ τῶν ἄλλων. Γιατὶ ὅποιος ἀμάρτησε ἴσως μετάνιωσε κατὰ τὴν ὥρα τῆς ἁμαρτίας, ἐνῶ ἐμεῖς μένομε ἀδιόρθωτοι πάντα, κατακρίνοντας καὶ ἐξετάζοντας τοὺς ἄλλους. Ἐκεῖνος ὁ Λώ, ἄν καὶ κατοικοῦσε στὰ Σόδομα κανένα δὲν κατέκρινε καὶ κανένα δὲν κατηγόρησε. Γι’ αὐτὸ καὶ δικαιώθηκε καὶ διασώθηκε ἀπὸ τὴ φωτιὰ καὶ τὴ γενικὴ καταστροφή, στὴν ὁποία καταδικάστηκαν οἱ Σοδομῖτες. Μὲ ταπείνωση λοιπὸν κι ἐμεῖς ἄς κατακρίνωμε τοὺς ἑαυτοὺς μας, ἄς ἐξευτλίσωμε τὸν ἑαυτὸ μας, γιὰ νὰ ὑψωθοῦμε ἀκατάκριτοι στὸν οὐρανό. Ἄς ἀγαπήσωμε τὴν ταπεινοφροσύνη. Μ’ αὐτὴν δικαιώθηκε ὁ Τελώνης καὶ πέταξε τῶν ἁμαρτημάτων του τὸ φόρτωμα. Ἄς μισήσωμε τὴν ἔπαρση, γιατὶ μ’ αὐτὴν ὁ Φαρισαῖος κατακρίθηκε κι ἔχασε τὶς ἀρετὲς ποὺ εἶχε.
Ὁ Φαρισαῖος κατακρίθηκε, ἐπειδὴ ἔπραξε τὸ καλὸ κι ὄχι καλὰ. Ὁ Τελώνης δικαιώθηκε, ἐπειδὴ μὲ καλὸ τρόπο τὰ ὄχι καλὰ ἔργα του ἀποτίναξε.  Πρόσεξε ὁ Θεὸς τοὺς στεναγμοὺς τοῦ Τελώνη καὶ τὴ συντριβή του καὶ τὰ χτυπήματα στὸ στῆθος κι ἀφοῦ δέχτηκε τὸ «Λυπήσου με» τὸν ἔβαλε μαζὶ μὲ τὸ δίκαιο Ἄβελ. Τὶς θυσίες ὅμως καὶ τὶς ἁμαρτίες καὶ τὰ κατορθώματα τοῦ Φαρισαίου, τοῦ μεγαλόστομου καὶ ὑπερηφάνου τὰ ἐμίσησε καὶ τὰ ἀπώθησε. Καὶ γι’ αὐτὴ τὴν αἰτία τὸν καταδίκασε, ὅπως τὸν ἀδελφοκτόνο Κάιν.
Ἄς μάθωμε, ἀδελφοί μου, κι ἄς διδαχτοῦμε κι ἄς πράξωμε μεγάλα κατορθώματα. Καὶ γι’ αὐτὰ ἄς μὴν ἐπαιρώμαστε. Κι ἄν γίνωμε ἀγαθοὶ καὶ δίκαιοι, καὶ καλωσυνᾶτοι καὶ σπλαχνικοὶ κι ἐλεητικοί,  ἀκόμα κι ἔτσι ἄς ἔχωμε ταπείνωση κι ὄχι ὑπεροψία καὶ περηφάνεια, γιὰ νὰ μὴ χάσωμε τὸν ἱδρῶτα καὶ τὸν κόπο μας. «Ὅταν ὅλα αὐτὰ τὰ πράξετε, λέγει ὁ Κύριος, νὰ λέτε πὼς εἴστε ἄχρηστοι δοῦλοι. Κάναμε τὸ χρέος μας». Γιατὶ εἶναι ἀνάγκη καὶ χρέος ἀναπόφευκτο, νὰ προσφέρωμε στὸ Θεὸ τῶν ὅλων τὴ δουλική μας ταπείνωση, τὴν ὑπομονή, τὴν ὑποταγή, τὴν ὑπακοή, τὴν εὐγνωμοσύνη, τὴν εὐχαριστία.  Χρέος μας νὰ δοξάζωμε καὶ νὰ προσκυνοῦμε τὸ θέλημά του τὸ πανάγιο καὶ νὰ μὴ μᾶς πειράζουν οἱ κατηγορίες τῶν ἄλλων κι οἱ ἐξευτελισμοί, μήτε νὰ στενοχωρούμαστε μὲ τοὺς πειρασμούς, οὔτε νὰ θυμώνουμε ὅταν μᾶς κατηγοροῦν, γιατὶ κι ἀπ’ αὐτὸ πολλὴν ὠφέλεια ἀποκομίζουμε. Ἄς ἐννοήσωμε κι ἄς αἰσθανθοῦμε τὴ δύναμη τῆς ταπεινώσεως καὶ τὴ βοήθεια της. Ἄς πληροφορηθοῦμε τὴν καταδίκη τῆς ἐπάρσεως καὶ τὴ ζημία καὶ τὴν ἀπώλεια –τὸν ἴσκιο τοῦ Βεεμὼθ κατὰ τὸν Ἰώβ, στοὺς ὑγροὺς τόπους καὶ στὸν καλαμιῶνα, τὸ παραστράτισμα ἀπὸ τὸ δρόμο τῆς ἀλήθειας καὶ τοῦ φωτὸς τῆς δικαιοσύνης.
Καὶ ἐπειδὴ εἶναι μεγάλο ἀγαθὸ ἡ μετάνοια, καὶ ἡ ἐξομολόγηση, ἡ συντριβή, τὰ δάκρυα, οἱ βαθεῖς στεναγμοὶ καὶ ἡ κατάνυξη, γι’ αὐτὸ, παρακαλῶ, νὰ ἐξομολογῆσθε συνεχῶς στὸ Θεὸ καὶ νὰ τοῦ φανερώνετε τὰ ἁμαρτήματά σας. Ἄν τοῦ ξεδιπλώνωμε τὴ συνείδησή μας καὶ τοῦ δείχνωμε τὰ τραύματα τῶν ψυχῶν μας, ἄν δὲν κρίνωμε τοὺς ἄλλους καὶ δὲν ἀποθηριωνώμαστε μὲ τὶς βρισιὲς τῶν ἄλλων, οὔτε λυπούμαστε ἀπὸ τὶς κατηγορίες καὶ τὶς ἀδικίες τους, θὰ γίνη σ’ ἐμᾶς ὁ Κύριος σπλαχνικὸς καὶ φιλάνθρωπος. Θ’ ἀναμείξη τὰ φάρμακα τῆς συμπόνιας καὶ τῆς εὐσπλαχνίας του, θὰ μᾶς τὰ βάλη σὰν ἐπιθέματα καὶ θὰ μᾶς θεραπεύση. Ἄς φανερώσωμε τ’ ἁμαρτήματά μας στὸ Δεσπότη, ποὺ δὲν κατηγορεῖ ἀλλὰ θεραπεύει. Ἄν σιγήσωμε ἐμεῖς, ἐκεῖνος τὰ γνωρίζει ὅλα. Ἄς ἀναφέρωμε λοιπόν ἀδελφοί μου, τὶς ἀμαρτίες μας κι ἄς ἐξομολογηθοῦμε μ’ εἰλικρίνεια στὸν Κύριο, γιὰ νὰ κερδίσωμε τὴν ἀγάπη του. Ἄς ἀφήσωμε ἐδῶ τὰ ἁμαρτήματά μας γιὰ νὰ καθαριστοῦμε, καὶ νὰ ἑτοιμαστοῦμε νὰ φύγωμε ἐκεῖ καὶ νὰ ὁδηγηθοῦμε ἀπὸ τὸ δίκαιο Κριτὴ στὴ βασιλεία τὴν ἀτελείωτη καὶ αἰώνια. Νὰ κληρονομήσωμε τὴ μελλοντικὴ ἐκείνη ἄφθαρτη κατοικία καὶ τὴν ἀδαπάνητη τρυφὴ κι ἀπόλαυση. Αὐτὰ ὅλα νὰ τὰ ἐπιτύχωμε μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Χριστοῦ του Θεοῦ μας, ποὺ ἡ δόξα κι ἡ δύναμή του εἶναι αἰώνια. Ἀμήν.

Μητροπολίτου Τρίκκης καὶ Σταγῶν Διονυσίου
Πατερικὸν Κυριακοδρόμιον
Τόμος Δεύτερος
Ἀθῆναι 1969
σελ.118-129

  Ἕκαστον μέλος τῆς ἁγίας σου σαρκός ἀτιμίαν δι' ἡμᾶς ὑπέμεινε τὰς ἀκάνθας ἡ κεφαλή ἡ ὄψις τὰ ἐμπτύσματα αἱ σιαγόνες τὰ ῥαπίσματα τὸ στό...