Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρχιμανδρίτης Σπυρίδωνας Πετεινάτος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρχιμανδρίτης Σπυρίδωνας Πετεινάτος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή, Οκτωβρίου 06, 2013

Κήρυγμα Κυριακής (Ευαγγέλιον Γ Λουκά)«Νεανίσκε, σοὶ λέγω, ἐγέρθητι. Καὶ ἀνεκάθισεν ὁ νεκρὸς καὶ ἤρξατο λαλεῖν… » Αρχιμ. Σπυρίδων Πετεινάτος

Στην πόλιν Ναϊν γίνονται όσα μας λέει το σημερινό ιερό Ευαγγέλιο.
 Εκεί «εξεκομίζετο τεθνηκώς», μετεφέρετο ένας νεκρός.
 Η ταλαίπωρος η μάννα, άγαλμα οδύνης εμπρός στο νεκρό μοναχοπαίδι
 της. Δεν μπορούσε να κρατηθή στα πόδια της. 
Μα και οι άλλοι; Διασταυρώνουν τα βλέμματά τους,
 πάνω από το νεκρό παλληκάρι, το φίλο και γνωστό τους
 και νοιώθουν ένα ολοφάνερο μούδιασμα, ένα 
απερίγραπτο ανατρίχιασμα. Παρακολουθούν βουβοί,
 ακούνε το μεγάλο διδάσκαλο, τον θάνατο, που αγορεύει
 από την τραγική έδρα του. Και τί λέει; Ας λέμε ότι μία ημέρα
 θα πεθάνωμε. Ο θάνατος κάθε φορά που περνά από δίπλα
 μας, μάς συγκινεί βαθύτατα, μας αναστατώνει και φέρνει στη
 συνείδησί μας το ανέκφραστο ρίγος θεμελιακών ερωτημάτων. 
Καθώς έχομε εμπρός μας τον νεκρό και νομίζομε πως αντηχεί
 ακόμα γύρω μας το γέλιο του ή το ζωηρό περπάτημά του, 
διερωτώμεθα και λέμε: 
Τι είμαστε;
 Πού πάμε; 
Γιατί όλη αυτή η αγωνία της ζωής μας;
 Που ευρισκόμεθα προηγουμένως, τότε που ίσως δεν υπήρχε
 αυτός εδώ ο ναός που δονείται σήμερα από κλάματα, αυτό εδώ το σπίτι
 που έχει μια τραγική όψι σήμερα, αυτοί οι γονείς; 
Κι΄ ύστερα, πού πηγαίνουμε; 
Πού θα είμεθα στο απροσμέτρητον μέλλον;
Επάνω σ΄ αυτά τα συγκλονιστικά ερωτήματα, που θέτει ο μεγάλος
 διδάσκαλος της ζωής μας, ο θάνατος, μόνον ο Χριστός δίνει 
απαντήσεις ορθές και ειρηνοφόρες. Ο λόγος του, το Ευαγγέλιό του, 
καθώς το ανοίγομε μας απαντά. Που είμεθα πριν  λάβομεν ύπαρξιν στον
 κόσμον αυτόν; Στη σκέψι του Θεού;  Στο σχέδιο του Πάνσοφου
 Δημιουργού. Και πού θα ευρισκόμεθα  στο μέλλον; Αν το θέλωμε, 
και πάλι κοντά στον ουράνιο Πατέρα. Στο σημείο αυτό μπορούμε να 
θυμηθούμε τα λόγια του Αγίου Αυγουστίνου: «Μας εδημιούργησες 
για σένα, Κύριε, και η καρδιά μας δεν θα ησυχάση ποτέ, παρά μονάχα 
την ημέρα που θα βρεθούμε για πάντα κοντά Σου». Χωρίς αυτή την 
πίστι στην αιωνιότητα και στον Κύριο της ζωής και του θανάτου,
 όταν έρχεται ο θάνατος σαν ξυλοκόπος και με το τσεκούρι του κτυπά 
το δένδρο της ζωής μας και το ρίχνη κάτω, ακούς τη συνείδησί σου 
να σου λέη: «Άφρον … ά δε ητοίμασας τίνι έσται;» 
Εκτός όμως από τα ερωτήματα ο θάνατος μας προσγειώνει.
Όταν βρεθούμε ανάμεσα στα μνήματα, μέσα στο δάσος των ξύλινων
 ή μαρμάρινων σταυρών, καθώς προχωρούμε μαζί με τη νεκρώσιμη
 πομπή, ξαφνικά ανοίγουν τα μάτια της ψυχής μας.
 Τότε «ο έχων ώτα ακούειν» παίρνει σήματα ανυπολογίστου αξίας. 
Πράγματι ο διδάσκαλος, έρχεται τότε και μας λέει: Κοιτάξτε πόσο παιδιαρώδη
 είναι όλα εκείνα που ο κόσμος έχει συνηθίσει να τα θεωρή σπουδαία
 και μεγάλα! Η φήμη και το όνομα, οι εγκόσμιες φιλοδοξίες  και οι τίτλοι,
 οι θέσεις και τα πρωτεία, η άγρα των τιμών και η αυτοδιαφήμησι,
 η σπουδαιοφάνεια και ο τορνευτός λόγος …. Όλα αυτά άνθρωποι της γης,
 είναι «σκύβαλα». Πόσο ανόητοι είναι όσοι κυνηγούν τόσο εφήμερα 
λουλούδια. Ο σεισμός του θανάτου, το γκρέμισμα του ανθρωπίνου
 σώματος, η φωτιά της δοκιμασίας δείχνει πώς δεν αντέχουν όλοι αυτοί
 οι χάρτινοι πύργοι στο «πύρ» το μεγάλο και άτεγκτο.
Τότε η ψυχή μας μυστικά συμφωνεί με τον ιερό Δαμασκηνό και 
συνοδεύει τον ψάλτη που λέει: 
«Πάντα ματαιότης τα ανθρώπινα, όσα ουχ υπάρχει μετά θάνατον, 
ου παραμένει ο πλούτος, ου συνοδεύει η δόξα, επελθών γαρ
 ο θάνατος, ταύτα πάντα εξηφάνισται». Πάνε, γίνονται καπνός. 
«Πομφόλυγες που διερράγησαν», θα μας πή ο ιερός Χρυσόστομος,
 είναι όλα αυτά. Αυτή η προσγείωσις, αυτό το μάθημα της ματαιότητος,
 που δίνει ο θάνατος στους κατοίκους της γης σε όσους έχουν την 
σπίθα της πίστεως, γίνεται αφορμή να υψώνουν, μέσα από τα μνήματα, 
τον όρθρο μιας νέας και αληθινής ζωής. Όσοι όμως δυστυχώς δεν έχουν
 αυτό το φως, διώχνουν τα ιερά, τα συγκλονιστικά και οικοδομητικά αυτά 
μηνύματα, όσο μπορούν πιο γρήγορα. Τα διώχνουν, για να ξαναγυρίσουν
 πάλι στα καθημερινά. Δηλαδή στις εχθρότητες, στους φθόνους, στις διαβολές,
 στους εγωϊσμούς.
Όταν πεθαίνει κάποιος συνήθως εμείς οι άλλοι, «οι περιλειπόμενοι»
 καθόμαστε και κοιτάζουμε το έργο του και τη ζωή του γενικώτερα. 
Σε καιρούς όμως κρισίμους, όπως είναι οι σημερινοί, καλύτερα είναι να κοιτάζωμε,
 όχι εκείνους που φεύγουν. Σήμερα χρειάζεται να προσέχωμε πιο πολύ τους 
ζωντανούς. Και αυτή η παρατήρησί μας, να γίνεται με το φακό του θανάτου,
 με το πρίσμα της αιωνιότητος. Εμείς που μένομε, που ζούμε, μπορούμε να
 αιτιολογήσωμε τη σημερινή μας ζωή με μέτρο και καθρέπτη τον θάνατο;
 Δικαιολογούνται αυτά που λέμε και κάνομε με την πραγματικότητα ότι μια
 ημέρα θα πεθάνωμε; 
Ας θυμώμαστε το μεγάλο Διδάσκαλο, γιατί αν το ξεχνάμε αγριεύομε. 
Και η γη έχει αρκετά πια θηρία, δεν χρειάζεται άλλα.
*Αρχιμ. Σπυρίδων Πετεινάτος, Ιεροκήρυκας
Ιεράς Μητροπόλεως Κεφαλληνίας

Σάββατο, Αυγούστου 31, 2013

Του αρχιμανδρίτη π. Σπυρίδωνα Πετεινάτου «Κύριε, ελέησόν μου τον υιόν, ότι σεληνιάζεται και κακώς πάσχει πολλάκις γαρ πίπτει εις το πυρ, και πολλάκις εις το ύδωρ»

Μολονότι φαίνεται παράξενον, εν τούτοις μέγας ευεργέτης του ανθρώπου είναι η θλίψις και ο πόνος. Ο πόνος κάμνει τον άνθρωπον να αισθανθή την αδυναμίαν του, να ταπεινωθή, να μετανοήση, να καταφύγει εις τον Θεόν τον ελεήμονα, να ζητήση με πόθον και να εύρη την θείαν βοήθειαν και προστασίαν. Καθαρά το βλέπομεν αυτό εις τον δυστυχή πατέρα του δαιμονισμένου παιδιού του σημερινού ευαγγελίου.
Πράγματι ο πατέρας αυτός είναι δυστυχής και ο πόνος καθημερινώς σπαράσσει την πατρικήν του καρδίαν. Φαίνεται από χρόνια πολλά να τον μαστίζη η θλίψις. Αλλά τώρα το κακόν έχει κορυφωθή. Δι’αυτό ταπεινωμένος έρχεται προς τον Χριστόν, γονατίζει εμπρός του και με πόνον εκφράζει την βαθείαν του θλίψιν. Του λέγει «Κύριε, ελέησόν μου τον υιόν, ότι σεληνιάζεται και κακώς πάσχει πολλάκις γαρ πίπτει εις το πυρ, και πολλάκις εις το ύδωρ». Το ταλαίπωρο παιδί! Κυριευμένο από πνεύμα πονηρόν περνά φοβερές κρίσεις. Με του πονηρού την επενέργειαν τυραννείται, βασανίζεται, υποφέρει πολύ. Και το πλέον επικίνδυνον είναι ότι το δαιμόνιον τον ρίχνει συχνά εις την φωτιάν ή εις το νερόν δια να τον θανατώση. Συμφορά μεγάλη και δι ‘αυτό, κυρίως όμως δια τον πατέρα. Ακριβώς δε η συμφορά αυτή τον οδηγεί προς τον Χριστόν. –Προηγουμένως είχε προσφύγει ο πατέρας αυτός εις τους μαθητάς του Κυρίου. Αυτοί όμως δεν μπόρεσαν να το θεραπεύσουν. Το αναφέρει τώρα και ζητεί του Χριστού την επέμβασιν προς θεραπείαν του παιδιού του. Ο Κύριος ελέγχει τότε την απιστίαν της γενεάς εκείνης, που έστεκε εμπόδιον δια να θαυματουργή εις πολλούς ο Χριστός και να τους θεραπεύη. Έπειτα, δίνει εντολήν να φέρουν το παιδί εμπρός του, «φερετέ μοι αυτόν ώδε». Μόλις του παρουσίασαν τον νεαρόν δαιμονισμένον, «επετίμησεν αυτώ ο Ιησούς, και εξήλθεν απ‘ αυτού το δαιμόνιον, και ιάθη ο παίς από της ώρας εκείνης». Έτσι, κοντά εις τον Χριστόν και με την χάριν του Χριστού, εσώθη το δαιμονισμένο παιδί και ξαναβρήκε ο δυστυχής πατέρας την χαράν και την ειρήνην του σπιτιού του.
Άλλ ‘εκείνο, που είπεν ο Χριστός εις τον πατέρα αυτόν, το λέγει και εις όλους τους Χριστιανούς γονείς, που υποφέρουν εξ αιτίας της κακής ζωής των παιδιών των. «Φέρετέ μοι αυτά ώδε». Φέρετε εις εμέ τα παιδιά σας. Φέρετέ τα εις τον ναόν μου, εις το Κατηχητικόν μου, εις την εξομολόγησιν και την θείαν Κοινωνίαν. Εκεί θα διδαχθούν την αλήθειαν και θα λάβουν την σωτήριον χάριν μου. Εκεί θα φωτισθούν, θα αλλάξουν, θα αγιασθούν. Κακά παιδιά, θυμώδη, πεισματάρικα, ανυπάκουα, με ψεύδη και λόγια πικρά εις το στόμα είναι τώρα. Άλλ ‘ όταν τα φέρετε εις εμέ και δεχθούν την χάριν μου, τα κακά θα γίνουν καλά, ενάρετα, τίμια, σωφρονισμένα, άγια παιδιά. Με την ιδικήν μου χάριν θα εξαγιασθή και η ψυχή και η ζωή των. Δεν θα βασανίζεσθε τότε, δεν θα εντρέπεσθε, διότι έχετε τέτοια παιδιά. Θα τα χαίρεσθε και θα τα καμαρώνετε, θα τα ζηλεύη δε όλη η γειτονιά και όλη η κοινωνία διότι αυτά θα είναι το στήριγμα και η χαρά του σπιτιού σας και το καύχημα της Πατρίδος. Λοιπόν, γονείς, λέγει ο Χριστός, μη στέκεσθε ψυχροί και αδιάφοροι και μην αφίνετε τα παιδιά σας να τα παρασύρει ο πονηρός εις τον δρόμον τον κακόν και να τα βασανίζουν οι κακίες των. Φέρετέ τα εις εμέ, δια να σωθήτε και σεις και εκείνα.
Αλλά, δια να γίνη αυτό, δηλαδή η προσαγωγή των παιδιών εις τον Χριστόν και η ψυχική των θεραπεία, χρειάζεται εις τους γονείς πρωτίστως πίστις μεγάλη και θερμή. Είπαμε  προτήτερα, ότι οι μαθηταί δεν μπόρεσαν να βγάλουν το δαιμόνιον και να θεραπεύσουν τον νεανίαν. Όταν το έβγαλεν ο Κύριος, οι μαθηταί ερωτούν τον Διδάσκαλον των: «Διατί ημείς ουκ ηδυνήθημεν εκβαλείν αυτώ;» Ο Κύριος τους απαντά: «Διά την απιστίαν υμών». Δεν είχατε και σεις και ο πατέρας του παιδιού όσην εχρειάζετο πίστιν. Δι’ αυτό και δεν έγινεν από σας το θαύμα. Και τους επρόσθεσεν ο Σωτήρ, εάν έχετε πίστιν ζωντανήν, θερμήν, καίουσαν πίστιν, που να υπενθυμίζη την θερμότητα, την οποίαν έχει ο σπόρος του σιναπιού, αν δηλαδή έχετε φλόγα πίστεως εις την ψυχήν σας, θα λέγετε εις το βουνό αυτό –έδειξε το βουνό που ήτο εκεί επάνω –πήγαινε από εδώ εκεί και θα γίνεται, και εις σας δεν θα είναι τίποτε αδύνατον. Δηλαδή, και τα αδύνατα θα γίνωνται δυνατά, εύκολα, κατορθωτά.
Και πράγματι. Η ιστορία της πίστεως είναι ιστορία θαυμάτων. Και η ιστορία των θαυμάτων είναι ιστορία της πίστεως. Πίστις και θαύμα, είναι αιτία και αποτέλεσμα, ρίζα και καρπός, Θεού και ανθρώπου πλήρης συμμαχία, δια να γίνωνται τα αδύνατα δυνατά και ο μικρός και αδύνατος άνθρωπος να απολαμβάνη του Θεού τα μεγάλα και υπερθαυμαστά έργα. Δια τον Χριστιανόν, όχι τον ολιγόπιστον και χλιαρόν, αλλά τον πιστόν που αισθάνεται εις την ψυχήν του τον Χριστόν, είναι όλα δυνατά. Πίστευε, Χριστιανε. Πίστευε ακλονήτως. Πίστευε με όλην σου την ψυχήν. Και εις τας μεγαλυτέρας συμφοράς της ζωής σου, εις τους τρομερωτέρους σου πειρασμούς, μένε ακλόνητος, σταθερός, με πλήρη εμπιστοσύνην εις τον Χριστόν και την βοήθειάν του. Και τότε μεγάλα θαύματα, θαύματα αληθινά θα δής εις την ζωήν σου, που θα τα κάμνει ο Θεός προς σωτηρίαν ιδικήν σου.

Σάββατο, Αυγούστου 24, 2013

Κυριακή Θ Ματθαίου (Ματθ. Ιδ. 22 – 34) «Έκραξε λέγων : Κύριε σώσον με» Αρχιμανδρίτης Σπυρίδων Πετεινάτος

Όλη νύκτα επάλαιβαν οι μαθηταί με τα κύματα, και μόλις 
« Τετάρτη φυλακή της νυκτός » δηλαδή κατά τα χαράματα, 
παρουσιάζεται ο Κύριος. 
Τότε ο ορμητικός Πέτρος, με την συγκατάθεσιν του Διδασκάλου,
 περπατά στα κύματα και Τον πλησιάζει.
Η αρχή υπέροχη, η πίστις του Αποστόλου Πέτρου δυνατή και
 κατορθώνει το υπέροχο και αξιοθαύμαστο τούτο γεγονός.
 Όσο βλέπει τον Διδάσκαλό του, όσο διευθύνεται προς Αυτόν,
 μπορεί να περπατά στην υδάτινη επιφάνεια της λίμνης της Τιβεριάδος.
Αλλ΄ο άνεμος ήταν ισχυρός. Ο Απόστολος άρχισε να παρατηρή γύρω του, 
καταλαμβάνεται από φόβο και τότε ο πολύπειρος ψαράς, άρχισε
 να βουλιάζη, να βυθίζεται ….
Δεν έμεινε όμως σ΄ αυτή την φάσι την τόσο επικίνδυνη.
 Ζήτησε αμέσως την θεία συμπαράστασι.
 « Βλέπων τον άνεμον ισχυρόν εφοβήθη και αρξάμενος 
καταποντίζεσθαι έκραξε λέγων, Κύριε, σώσον με ….».
 Και αμέσως ο Κύριος απλώνει το χέρι του, τον αρπάζει και του λέει: 
« Ολιγόπιστε! Εις τι εδίστασας; »
 Γιατί πρώτα εθάρρησες και ύστερα εδειλίασες;  
Γιατί, όπως λέγει ένας ερμηνευτής, Εκείνος  που σε ενίσχυσε 
να περπατάς επάνω στα κύματα, ο ίδιος δα σε ενισχύση να 
αντισταθής και στον άνεμο.
Ο Κύριος είναι και σήμερα παρών και στους αιώνας. 
Σήμερα όμως τον Απόστολον Πέτρον τον έχουμε εμείς αντικαταστήσει,
 Οι άνθρωποι του 21ου  αιώνος, και λίμνη της Τιβεριάδος είναι για εμάς 
σήμερα η θάλασσα του καθημερινού βίου. Παρόμοια γεγονότα 
επαναλαμβάνονται συχνά στον πνευματικό τομέα.
Κάποτε, στο απώτερο ή στο πρόσφατο παρελθόν, ακούσαμε τη
 φωνή του Κυρίου και ξεκινήσαμε για μια χριστιανική ζωή. 
Ατενίζοντας τον Κύριο, εμπνεόμενοι από το παράδειγμά Του,
 προχωρούσαμε στη ζωή τη δύσκολη, πάνω στα κύματα των πειρασμών,
 των ειρωνιών και των χλευασμών, των αντιξοοτήτων.
 Μέσα στο σπίτι, στο μαγαζί, στην υπηρεσία, στην Τράπεζα,
 στο Υπουργείο, στο Ιατρείο, στα χωράφια.
 Προχωρούσαμε πιστοί στο θέλημά Του, προσπαθώντας
 να εφαρμόσουμε καθημερινά τις θείες εντολές Του.
Έρχονται όμως και περίοδοι της ζωής μας, που σβήνει από
 εμπρός μας το θείο φως.
 Αποσύρομε το μάτι μας από τον αιώνιο Αρχηγό μας. 
Και τότε τα κύματα του κακού μας φαίνονται πιο ορμητικά,
 ο άνεμος του υλισμού  πιο ισχυρός και αρχίζουμε να κλονιζώμαστε 
και καταποντιζώμαστε στα έλη των συμβιβασμών, με χίλιες δυο δικαιολογίες:
 Έτσι κάνουν όλοι.
 Το κακό σήμερα είναι πιο ισχυρό από άλλοτε. 
Δεν μπορεί στον 21ο αώνα να ζήση κανείς με το Ευαγγέλιο στο χέρι κ.ο.κ.
Και υποχωρούμε στην αμαρτία, στην αδικία, στην κλοπή, στις απάτες. 
Αρχίζουμε έτσι να ζούμε διπλή ζωή. Να ζητούμε όλα να τα συμβιβάσουμε.
Υπάρχουν όμως και οι τρεις εκείνες περίφημες λέξεις του Αποστόλου Πέτρου: 
« Κύριε, σώσον με »
 που στα χείλη του καθενός μας μπορούν να έχουν απίστευτη δύναμι.
 Θα επαναληφθή ό,τι έγινε με τον μαθητή στην Τιβεριάδα.
 Οι τρεις αυτές λέξεις ανοίγουν τον ουρανό. 
Ελκύουν την θεία Χάρι, την δύναμι του Θεού προσελκύουν.
Πριν τον καλέσουμε σε κάθε μας δυσκολία, σε κάθε 
αντιξοότητα είναι κοντά μας, στο πλευρό μας. 
Άπλωσε σ΄Αυτόν τα χέρια σουκαι θα δης ότι Εκείνοςέχει ήδη
 απλώσει προς εσένα τα δικά Του παντοδύναμα χέρια. 
Εκείνος είναι κοντά μας, πριν ακόμα εμείς αποφασίσουμε
 να Τον πλησιάσουμε.
Άνοιξε την καρδιά σου στον Χριστό, παρακάλεσέ 
Τον μ΄όλη την δύναμι της ψυχής σου και θα σε ανασηκώση 
σαν τον Απόστολο Πέτρο. Θα νοιήσης δύναμι από την δύναμί
 Του για να συνεχίσης τον πνευματικό σου αγώνα με πίστι,
 φλόγα και ενθουσιασμό.
Καιρός δεν μένει τώρα για σκέψεις, ταλαντεύσεις, δισταγμούς και
 απαισιοδοξίες.
 Η τόσο δύσκολη, ηθικά πεσμένη εποχή μας, μας καλεί σε μεγάλες
 αποφάσεις, σε πορεία ανοδική.
Αρχιμ. Σπυρίδων Πετεινάτος
Ιεροκήρυξ Ιεράς Μητροπόλεως Κεφαλληνίας

Σάββατο, Αυγούστου 10, 2013

Κήρυγμα Ζ’ Κυριακής Ματθαίου (Ματθ. θ 27-35) «Ελέησον ημάς, Υιέ Δαβίδ» Aρχιμανδρίτης Σπυρίδων Πετεινάτος

Μέσα στους δύσκολους αυτούς καιρούς που ζούμε οι κραυγές οι ικετήριες 
των δύο τυφλών προς τον Ιησούν, έρχονται να μας συγκλονίσουν 
και να μας τονώσουν …
Δύσκολες οι ημέρες που πέρναγαν οι δύο τυφλοί.
 Πόνος πολύς, θλίψις βαρειά, κανείς δεν μπορούσε να τους βοηθήση.
 Απελπισμένοι από κάθε άλλον, ακολουθούν τον Κύριο, κραυγάζοντας :
 « Ελέησον ημάς, Υιέ Δαβίδ ».
Μήπως, συχνά, και οι δικές μας ημέρες δεν είναι δύσκολες;
 Μήπως σαν άτομα, σαν οικογένεια, σαν σύνολο δεν περνάμε θλίψεις και
 στενοχώριες; 
Αρρώστιες και οικονομικές δυσκολίες και θάνατοι ταράζουν το είναι μας.
 Ο καθένας μας καλείται να σηκώση ένα ελαφρότερο η βαρύτερο σταυρό,
 μεγαλύτερο ή μικρότερο διάστημα της ζωής του.
Εμπρός σε μικρότερα ή μεγαλύτερα προβλήματα, πολλοί ζητούν μόνοι 
να βρούν κάποια λύσι.
 Και αγνοούν τον Κύριο του ουρανού και της γης.
 Επαναπαύονται στις δικές τους δυνάμεις, στη σύγχρονη επιστήμη, 
στο άφθονο χρήμα που διαθέτουν και παραμερίζουν τον Ουράνιο Πατέρα.
Γι΄ αυτούς τους ανθρώπους είναι σα να μην γεννήθηκε ποτέ ο Χριστός.
 Σα να μην δίδαξε, σα να μην σταυρώθηκε, σα να μην αναστήθηκε ποτέ.
Και οι άνθρωποι αυτοί είναι πολλοί μέσα στην κοινωνία μας.
 Ίσως αρκετοί από εμάς ανήκουμε σ΄ αυτούς.
 Το βάρος το ρίχνουμε στις προσπάθειές μας και παραμερίζουμε την
 επίκλησι της θείας βοηθείας. Έτσθ, συχνά, η ψυχή μας ταράζεται. 
Αγωνία και ανησυχία μας κυριεύει. Λείπει η πίστις στο Θεό. 
Λείπει η εμπιστοσύνη στην πρόνοιά του.
Για να υπερνικήσουμε μια τέτοια κατάστασι, θα πρέπη, πρώτα να ριζώση
 μέσα μας η πεποίθησις ότι « τα πάντα και εν πάσι Χριστός ».
 Αυτό σημαίνει να πλησιάσουμε τον Κύριο, να γνωρίσουμε τον Κύριο,
 να συνδεθούμε με τον Κύριό μας, μάλιστα στην περίοδο των θλίψεων. 
Να πιστεύσουμε, ότι όλα θέματά μας διά του Ιησού θα λυθούν :
Τα ατομικά, τα οικογενειακά, τα επαγγελματικά, τα γενικώτερα.
Βέβαια η πίστις αυτή δεν θα μας δημιουργήση μια παθητική και
 μοιρολατρική στάσι. Θα μας δίδη την δύναμι και όλα τα ανθρώπινα 
στοιχεία να χρησιμοποιούμε, αλλά και στον Θεό να εμπιστευώμεθα.
Και συγχρόνως, δεύτερο, να μιμούμεθα τους δυο τυφλούς στην κραυγή,
 οι οποίοι έκραζον και παρεκάλουν τον Κύριον λέγοντες
 « Ελέησον ημάς, Υιέ Δαβίδ ».
 Με δυνατή φωνή να επικαλούμεθα την χάριν του Ουρανού. 
Όχι στον τόνο της φωνής δυνατή, αλλά στην πίστι φλογερή!
 Η κραυγή μας να είναι κραυγή της καρδιάς. 
Η δέησίς μας πύρινη, κάθε φορά που θα ζητούμε τη λύσι για θέματα που μας
 απασχολούν.
 Αυτή την θερμή Πίστι των δύο τυφλών εβράβευσε ο Κύριος,
 όταν « ήψατο των οφθαλμών αυτών λέγων : 
Κατά την πίστιν υμών γενηθήτω υμίν. Και ανεώχθησαν αυτών οι οφθαλμοί ».
 Και την δική μας πίστι βραβεύει, όταν την βρή θερμή, δυνατή.
 Τη βραυεύει όχι μόνο με τα εξωτερικά και υλικά δώρα της αγάπης του.
 Βραβείο είναι και η ειρήνη και η γαλήνη, που μας χαρίζει ο Ουρανός.
 Και ίσως, συχνά, το δεύτερο είναι πολύ πιο πολύτιμο από το πρώτο.
Κύριε, αρκετά συλλογισθήκαμε και προσπαθήσαμε να λύσουμε
 τα θέματά μας μόνοι μας. Αρκετά εμπιστευθήκαμε στις ανθρώπινες
 δυνάμεις μας, στα επιτεύγματά μας, στην επιστήμη μας.
 Ώρα, Πανάγαθε Κύριε, να παραμερίσωμε κάθε ενδοιασμό και
 ολιγοπιστία και ν΄ αναθέσουμε τα πάντα σε Σένα. 
Ναι, τα πάντα σε Σένα. 
Και να τα αναφέρουμε με θερμή καρδιά σε θερμή προσευχή!
*Αρχιμ. Σπυρίδων Πετεινάτος
Ιεροκήρυξ Ιεράς Μητροπόλεως Κεφαλληνίας  

Σάββατο, Ιουλίου 27, 2013

Κήρυγμα Ε Κυριακής Ματθαίου (Ματθ. η 28 – θ 1)«Τι ημίν και σοί, Ιησού υιέ του Θεού; Ήλθες ώδε προ καιρού βασανίσαι ημάς;» Αρχιμανδρίτης Σπυρίδων Πετεινάτος

Στην χώρα των Γεργεσηνών κατοικούσαν άνθρωποι που είχαν συνηθίσει
 στην παρανομία. Γιατί παράνομο ήταν, κατά τον Μωσαϊκό νόμο,
 να τρέφουν χοίρους. Απηγορεύετο να τρώνε χοιρινό κρέας ή να πουλάνε
 στους ειδωλολάτρες χοίρους. Αλλ΄ αυτοί περιφρονούσαν τον Νόμο.
 Τον καταπατούσαν χωρίς συστολή και ηύξαναν ανενόχλητοι τα εισοδήματά τους.
Εμπορεύονταν την αμαρτία και ήταν πολύ ευχαριστημένοι γιατί τους
 άφηνε σημαντικά κέρδη.
Ίσως μάλιστα στη συναγωγή να υποκρίνονταν τους ευσεβείς και τους δικαίους.
 Στο θυσιαστήριο, πιθανώς, να πήγαιναν πλούσια δώρα, για να εξευμενίσουν τον
 Θεό – έτσι πίστευαν –και να … εξαγοράσουν την ευλογία του.
Όταν όμως έφθασε ο Κύριος στη χώρα και εξεδίωξε τα δαιμόνια από τους
δυστυχισμένους εκείνους ανθρώπους και έδωκε την άδεια στα δαιμόνια να
 μπούν στην αγέλη των χοίρων και «ώρμησε πάσα η αγέλη των χοίρων κατά
του κρημνού εις την θάλασσαν και απέθανον εν τοις ύδασι», τότε άλλαξαν
τελείως στάσι. Τον έδιωξαν από τη χώρα τους, παρ΄ όλο ότι τους απήλλαξε
από την μάστιγα των δαιμονιζομένων, θεραπεύοντάς τους.
Ήταν οι άνθρωποι που ζούσαν με την γεύσι της αμαρτίας.
 Είχαν βολευθή με τη συνείδησί τους και ήσαν δούλοι στην ύλη.
 Λάτρευαν τα υλικά τους αγαθά, και δεν εδέχοντο κανείς να τους τα
αγγίξη. Έτσι τώρα, που ανέλπιστα χάνουν τα παράνομα κέρδη τους,
ξεσηκώνονται και διώχνουν τον Ιησούν από την χώρα τους! Όσο δεν
 εθίγοντο τα υλικά τους συμφέροντα, όλα επήγαιναν καλά.
Μόλις όμως ο Κύριος τους ετιμώρισε για τις παραβάσεις τους, εξανίστανται.
Γίνεται ο   α ν ε π ι θ ύ μ η τ ο ς γι΄ αυτούς.
Για πόσους όμως και σήμερα ο Κύριος γίνεται ο Ανεπιθύμητος!
 Διότι και σήμερα υπάρχουν άνθρωποι, που συστηματικά παραβαίνουν
 το νόμο του Θεού.
Πώς μπορεί να είναι επιθυμητός ο Κύριος, που είναι Νομοθέτης της ηθικής
 τάξεως, ο Κύριος που λέει: «Δικαιοσύνην μάθετε οι ενοικούντες επί της γης»,
 που ζητάει ειλικρίνεια, τιμιότητα, από τους ανθρώπους, που στην ατομική
 και στην κοινωνική τους ζωή καταπατούν θεληματικά τον θείο νόμο;
 Πού χρησιμοποιούν κάθε αθέμιτο μέτρο για να αυξήσουν τα παράνομα
κέρδη τους;
Ας υποθέσουμε ότι ο Κύριος έμπαινε σήμερα σ΄ένα εμπορικό κατάστημα.
 Ζητεί εκεί να συναντηθή με τον ιδιοκτήτη. Εκείνος ενοχλείται από την
 επίσκεψι. Έχει τα χέρια του βουτηγμένα στην πλεονεξία, στην αδικία.
 Γι΄ αυτό και λέει στον ανεπιθύμητο Επισκέπτη ότι το εμπόριό του δεν
 έχει καμμία σχέσι με την θρησκεία. Και του ζητάει να φύγη.
 Επισκέπτεται ο Κύριος ένα σημερινό βιομηχανικό κέντρο.
 Εργοδόται και εργάται δηλητηριασμένοι από τα σύγχρονα δηλητήρια
 τού δηλώνουν με θράσος : δεν σε γνωρίζουμε ποιος είσαι.
 Δεν σε θέλουμε, φύγε το συντομώτερο.
Η παρουσία Του και το μήνυμά Του εμποδίζει τις δουλειές τους.
 Τους μπερδεύει. Ενοχλεί τη συνείδησί τους. Οι εργασίες τους είναι ύποπτες.
 Τα σχέδιά τους παράνομα. Ο πόθος του πλουτισμού άπληστος.
 Γι΄ αυτό δεν Τον θέλουν. Είναι το Φως το ολόλαμπρο και δυνατό,
 που φωτίζει και ξεσκεπάζει τις αμφίβολες δουλειές τους που χρειάζονται
 ημίφως ή καλύτερα σκοτάδι.
Το Φως « ελήλυθεν εις τον κόσμον και ηγάπησαν οι άνθρωποι μάλλον το
 σκότος ή το φως, ήν γαρ πονηρά αυτών τα έργα». Αλλά δεν τολμούν πάλι
να τα βάλουν ανοικτά μαζύ Του. Του ζητούν λοιπόν με τρόπο καλό να παραμερίση.
 Δεν υβρίζουν, δεν παρουσιάζονται φανατικοί εχθροί Του. Κάθε άλλο.
Τηρούν μάλιστα και τα προσχήματα. « Να δώσουμε κάτι στο ναό ή λίγα
 ευρώ σε κανένα φτωχό; Ευχαρίστως. Να βάλουμε την εικόνα του Χριστού
στο μαγαζί ή στο αυτοκίνητό μας. Μη ζητάς όμως να επέμβης στις δουλειές μας,
μην επιμένης να κόψουμε τις κακές, όπως τις λες – συνήθειές μας,
 ν΄ αλλάξουμε ζωή. Ώ όχι! Σε παρακαλούμε πολύ μην επιμένης.
 Τώρα είναι καιρός να μείνουμε μόνοι μας, με τα σχέδιά μας και τις επιδιώξεις μας …
 Στην εποχή μας δεν μπορεί να εφαρμόση κανείς το νόμο του Θεού! …».
Όταν όμως διώχνουμε τον Κύριο ή σωστότερα όταν απομακρυνώμεθα από κάθε
 ηθικό δεσμό, τότε γινόμαστε δεσμώται της ελευθερίας μας.
 Υποδουλωνόμεθα στην ύλη, γινόμεθα σκλάβοι του χρήματος, όπως
 τόσοι και τόσοι στην εποχή μας.
Πόσο όμως διαφορετικά είναι όταν ο Κύριος είναι ο Επιθυμητός
 της ζωής μας. Επιθυμητός «σύντροφος, φίλος και αδελφός» όχι μόνο
 την Κυριακή, αλλ΄ όλες τις ημέρες της εβδομάδος στο γραφείο, στο
 εργοστάσιο, στο χωράφι. Και η παρουσία Του να κατευθύνη τη ζωή μας,
 που να ακολουθή τα ίχνη Του, να είναι σύμφωνη με τις θείες Του εντολές!
*Αρχιμ. Σπυρίδων Πετεινάτος
Ιεροκήρυξ Ιεράς Μητροπόλεως Κεφαλληνίας

Πέμπτη, Ιουλίου 11, 2013

Κήρυγμα Κυριακής Ευαγγέλιον (Κυριακής Πατέρων Δ Οικουμενικής Συνόδου).«Ου δύναται πόλις κρυβήναι επάνω όρους κειμένη» Αρχιμανδρίτης Σπυρίδων Πετεινάτος












Κήρυγμα Κυριακής Ευαγγέλιον (Κυριακής Πατέρων Δ Οικουμενικής Συνόδου).

pateras-spuridwn2Του π. Σπυρίδωνα*
Ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό που αποκτά ο Χριστιανός από τότε που θα ακολουθήση συνειδητά τη χριστιανική ζωή είναι η δημοσιότητα. Στρέφονται επάνω του ερευνητικά τα βλέμματα των άλλων και τον παρακολουθούν. Και να θέλη να κρυφθή, δεν το κατορθώνει. Αυτό τονίζει ο Κύριος με τα παραπάνω λόγια. Όπως, λέγει, δεν μπορεί να κρυφθή μια πόλις που είναι κτισμένη επάνω σ΄ένα βουνό, έτσι δεν είναι δυνατόν να μείνη κρυμμένος και ο αληθινός Χριστιανός. Αποκτά οπωσδήποτε μια ιδιότυπη δημοσιότητα.
Τί συντελεί όμως σ΄αυτό; Ο διαφορετικός τρόπος ζωής. Από τη στιγμή που ο άνθρωπος μετανοεί και αποφασίζει να ζήση σύμφωνα με όσα διδάσκει ο Κύριος, από τη στιγμή εκείνη γίνεται μέσα του μια βαθειά αλλαγή. Αλλάζει πορεία ζωής. Και ενώ μέχρι τότε εβάδιζε το δρόμο που βαδίζουν όσοι ζουν «απηλλοτριωμένοι του Θεού», χωρίς σχέσι με το Θεό, τώρα ξεχωρίζει ακολουθώντας διαφορετική κατεύθυνσι.
Αλλάζει πρώτα – πρώτα τρόπο σκέψεως. Τώρα αποκτά «νουν Χριστού». Σκέπτεται, φρονεί και κρίνει ό,τι και όπως ο Χριστός θέλει ή, τουλάχιστον, αγωνίζεται να σκέπτεται έτσι. Και είναι φυσικό η νοοτροπία του να τον τοποθετή σε διαφορετικώτερο πνευματικό επίπεδο, ώστε να έχη σαν αποτέλεσμα να τον προσέχουν οι άλλοι και να τους κάνη εντύπωσι, να προκαλή το θαυμασμό και το δέος ή, αντίθετα, τις ειρωνίες και την αντίδρασί τους. Ο τρόπος σκέψεως του πραγματικού Χριστιανού δεν συμφωνεί με τη νοοτροπία των ανθρώπων του κόσμου. Παύει να είναι «εκ του κόσμου».
Τη διάκρισι όμως και την έξαρσι των Χριστιανών από τον κόσμο, η οποία δημιουργεί και τη δημοσιότητα του Χριστιανού, την κάνει προ πάντων η διαφορετική ζωή που ζουν. Κάνει ζωηρότατη εντύπωσι στους ανθρώπους του κόσμου η ανωτερότης της ζωής των Χριστιανών. Ο απόστολος Πέτρος το τονίζει αυτό: Οι άνθρωποι του κόσμου, λέγει στους Χριστιανούς, «ξενίζονται μη συντρεχόντων υμών εις την αυτήν της ασωτίας ανάχυσιν» (Α Πέτρ. δ 4). Παραξενεύονται, διότι σεις οι Χριστιανοί δεν τρέχετε μαζί με τους ανθρώπους του κόσμου στον ίδιο δρόμο της ποικίλης ασωτίας. Η εντιμότης, η ειλικρίνεια, η αγάπη και κάθε άλλη αρετή που προσπαθούν να αποκτήσουν ανεβάζουν τους αληθινά πιστούς πολύ πιο ψηλά από το πεδίο που βρίσκονται όσοι είναι υποδουλωμένοι στην ανειλικρίνεια, στον ατομισμό και σε κάθε κακία. Η ζωή της αρετής και του αγιασμού ανεβάζουν τον πραγματικό ο π α δ ό  του Χ ρ ι σ τ ο ύ σαν σε κάποιο υψηλό «όρος» και τον κάνουν, χωρίς ο ίδιος να το επιδιώκη, δημόσιον άνθρωπον, περίβλεπτον.
Εκτός όμως από το λόγο που αναφέραμε, τη δημοσιότητα την οφείλει ο Χριστιανός και στη διακήρυξι της πίστεώς του.
Μπορεί οι άνθρωποι να έχουν τις ιδέες τους και τις πεποιθήσεις τους και να τις κρατούν για λογαριασμό τους ή να μη θέλουν να τις φανερώσουν στους άλλους ή και να φοβούνται να τις διακηρύξουν, διότι πιθανόν να προσκρούουν σε συμφέροντα ξένα. Είναι δυνατόν όμως και να μην έχουν καθόλου πεποιθήσεις για να ανακοινώσουν στους άλλους. Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο και με το Χριστιανό. Ο Χριστιανός αισθάνεται να τον ωθή στη διακήρυξι της πίστεώς του μια εσωτερική ανάγκη, που αποτελεί ξέσπασμα τηςεσωτερικής του ζωής κοντά στον Χριστό.
Αυτό διεκήρυξαν οι Απόστολοι του Κυρίου στο Ιουδαϊκό Συνέδριο: «Ου δυνάμεθα ά είδομεν και ηκούσαμεν μη λαλείν» (Πραξ. δ 20). Δεν μπορούμε να μη διακηρύξωμε όσα είδαμε και ακούσαμε. Αυτά επαναλαμβάνει και ο κάθε πιστός. Αλλά δεν είναι μόνο ο ζήλος και η εσωτερική ανάγκη του πιστού που τον σπρώχνουν στη δημόσια διακήρυξι της πίστεώς του. Είναι και η εντολή του Κυρίου, η οποία σαφώς και κατηγορηματικώς τον προτρέπει σε κάτι τέτοιο. «Ό εις το ους ηκούσατε κηρύξατε επί των δωμάτων», είπε στους μαθητές του τότε και λέγει και σήμερα. Αυτά δηλαδή που σας φανέρωσα ιδιαίτερα και σε στενό κύκλο έχετε υποχρέωσι να τα διακηρύξετε στους πιο δημόσιους χώρους, για να τα μάθουν όλοι. Να λοιπόν πώς ο Χριστιανός προβάλλεται και με το καθήκον της ιεραποστολής σε ευρύτερους κύκλους και γίνεται έτσι δημόσιος άνθρωπος, αποκτά τη δημοσιότητα που προσιδιάζει στους πιστούς ανθρώπους.
«Ου δύναται πόλις κρυβήναι επάνω όρους κειμένη». Δεν μπορεί, αδελφοί μου, ο πραγματικός Χριστιανός να κρύψη για πολύ την ιδιότητά του. Θα φανερωθή κατ΄ ανάγκην. Αληθινός Χριστιανός στο τέλος σημαίνει δημόσιος άνθρωπος . Αυτό όμως δημιουργεί μια τρομερή ευθύνη για καθένα που θέλη να είναι και να λέγεται Χριστιανός. Αλλά αν οι δημόσιοι άνδρες δεν μπορούν να φέρωνται κατά τρόπον που να διασύρεται η τιμή και η υπόληψις όχι μόνο του ατόμου τους, αλλά και της θέσεώς τους, πολύ περισσότερο δεν μπορούν οι πιστοί. Γι΄ αυτό χρειάζεται οι Χριστιανοί να ζουν «εν τω φωτί». Να είναι όλη η ζωή τους φως, δηλ. τιμία, αγία, ενάρετη. Να μη τους βρίσκη κανείς κανένα ψεγάδι. Αυτό το ένοιωσαν και το πραγματοποίησαν οι Απόστολοι του Κυρίου. Το πραγματοποίησαν οι αντάξιοι συνεχιστές του έργου τους, οι Άγιοι Πατέρες, των οποίων τη μνήμη γιορτάζουμε σήμερα. Και αφού έχομε κι΄ εμείς την ιδιαίτερη τιμή να είμαστε πνευματικοί τους απόγονοι, καταλαβαίνει πια ο καθένας ότι έχομε ένα λόγο παραπάνω να φανούμε αντάξιοί τους.
*Αρχιμ. Σπυρίδων Πετεινάτος
Ιεροκήρυκας Ιεράς Μητροπόλεως Κεφαλληνίας

Σάββατο, Ιουλίου 06, 2013

Κήρυγμα Κυριακής Ευαγγέλιον (Β Κυριακής Ματθαίου) Ματθ. δ 18 – 23«Δευτε οπίσω μου και ποιήσω υμάς αλιείς ανθρώπων» υπο του Αρχιμανδρίτου Σπυρίδωνος Πετεινάτου


Του π. Σπυρίδωνα*
Πού να το φαντασθούν οι απλοϊκοί εκείνοι ψαράδες! Η ζωή τους ήταν ως τη στιγμή που τους εκάλεσε ο Κύριος ύσυχη, ομαλή, περιωρισμένη. Ζούσαν, τον πιο πολύ καιρό, στις ψαρόβαρκές τους τραγουδώντας αμέριμνα τα τραγούδια του τόπου τους ή ψάλλοντας ψαλμούς. Το μέλλον τους ήταν προδιαγεγραμμένο. Θα περνούσαν τα χρόνια τους σε μια αδιάκοπη προσπάθεια για το ψωμί τους. Το μονότονο ρυθμό της ζωής τους θα τον έσπαζαν μόνο κάποιες τρικυμίες και μερικές αναποδιές από τις συνηθισμένες στη ζωή των ψαράδων. Και θάσβηναν από τον κόσμο αυτό κάποτε απαλά, χωρίς κανείς σχεδόν να το μάθη. Και θα γινόταν αυτό, αν ο Κύριος με τη σημερινή του πρόσκλησι δεν τους επεστράτευε με μια μεγάλη διπλή πρόσκλησι, που θα άλλαζε την πορεία όχι μόνο της δικής τους ζωής, αλλά και του κόσμου ολοκλήρου. Η μια πλευρά της απέβλεπε στην ατομική τους πνευματική ζωή. Ήταν η πρόσκλησις να ακολουθήσουν τον Ιησούν « Δεύτε οπίσω μου … ». Η πρόσκλησις αυτή να ακολουθήσουν τον Κύριο οι Απόστολοι εσήμαινε την πιο μεγάλη περιπέτεια στην ιστορία της πνευματικής ζωής των ανθρώπων. Από την ησυχία και την αμεριμνησία μιας γαλήνιας ζωής χωρίς βαθειές σκέψεις και ανησυχίες μεταπηδούσαν οι άνθρωποι αυτοί σε μια ζωή εντελώς διαφορετική. Θα έμπαιναν τώρα σε μια ζωή πνευματική, που δεν θα γνώριζε τι θα πη ησυχία και ανάπαυσις, σταματημός και ανάπαυλα.
Πρώτα – πρώτα ξερρίζωσαν τον εαυτό τους από μια νοοτροπία και ένα πνευματικό περιβάλλον, όπου ζούσαν ως τότε, για να μπουν σ΄ένα καινούργιο τρόπο ζωής, σ΄ένα καινούργιο τρόπο σκέψεως. Θα είχαν τώρα να παλέψουν με την ίδια τους τη λογική, που, σαν καθαρά ανθρώπινη λογική, θα επαναστατούσε κάθε στιγμή, καθώς θα άκουγε τα παράδοξα της πίστεως, τις μυστηριώδεις δηλαδή και πρωτάκουστες αλήθειες που θα απεκάλυπτε ο Κύριος. Θα είχαν να αγωνισθούν εναντίον του εαυτού τους, καθώς σε κάθε βήμα με τον Ιησούν θα άκουγαν κάποια « απαρνησάσθω ». Θα είχαν να πορευθούν στο άγνωστο μαζί με τον Ιησούν, νομάδες του Χριστού αυτοί, « τόπον εκ τόπου συνεχώς διαμείβοντες », χωρίς κανένα υλικό όφελος, χωρίς καμμία αναγνώρισι, χωρίς τίποτε από εκείνα που ικανοποιούν την ανθρώπινη ματαιοδοξία και τον ανθρώπινο εγωϊσμό. Θα βάδιζαν και στον πνευματικό τους δρόμο θα συναντούσαν τη λυσσαλέα αντίστασι του άρχοντος του σκότους. Θα αγωνίζονταν εναντίον των « πνευματικών της πονηρίας », τα οποία με κάθε μέσον θα ήθελαν να τους εκμηδενίσουν και να τους αναχαιτίσουν στην προσπάθειά τους να γίνουν όμοιοι με τον Χριστό μιμητἐς της ζωής Του και ποιητές των έργων Του. Αυτή ήταν η μια πλευρά της περιπέτειας στην οποία εκαλούντο. Είχε όμως και μια άλλη πλευρά. Ο Κύριος καλούσε τους Αποστόλους για μια ιερή και δύσκολη αποστολή.
« … ποιήσω υμάς αλιείς ανθρώπων ». Αυτή ήταν η κλήσι τους. Να γίνουν φορείς ενός νέου μηνύματος προς τους ανθρώπους οι Απόστολοι. Και όχι μόνο φορείς μηνύματος, αλλά και αλιείς ψυχών για την βασιλεία του Χριστού. Μια αποστολή μοναδική σε περιπέτειες και κινδύνους.
Σκεφθήτε, για μια στιγμή πώς ξεκίνησαν οι άνθρωποι αυτοί. Ξεκίνησαν χωρίς καμμιά υλική προϋπόθεσι για την προσπάθεια που θα άλλαζε ριζικά την όψι του κόσμου. Ξεκίνησαν χωρίς χρήματα, χωρίς επιχορηγήσεις, χωρίς νομοσχέδια, χωρίς κρατική υποστήριξι, χωρίς κοσμικά μέσα. Ξεκίνησαν για μια υπόθεσι πρωτοφανή και πρωτάκουστη. Έπρεπε να μεταφέρουν ένα παράδοξο μήνυμα στους ανθρώπους. Έπρεπε να κηρύξουν τη σωτηρία των ανθρώπων διά του Χριστού, πράγμα αληθινό καθ΄εαυτό, τόσο όμως δυσάρεστο για τον εγωϊσμό των ανθρώπων, για τις κακές συνήθειες των ανθρώπων, για τα πάθη των αμαρτωλών ανθρώπων. Κανένα φρούριο, κανένα οχυρό δεν είναι τόσο απόρθητο, όσο οι ανθρώπινες καρδιές. Και αυτές τις καρδιές ήταν υποχρεωμένοι να κατακτήσουν οι Απόστολοι.
Πόσους κόπους, πόσες στερήσεις, πόσες αγρυπνίες, πόσους κινδύνους, πόσα κονταροχτυπήματα με τον ίδιο το θάνατο δεν θα στοίχιζαν όλα αυτά! Και ακριβώς όλα αυτά αποτελούν τα επί μέρους στοιχεία της περιπετειώδους ζωής των αγίων Αποστόλων, που δεν εδίστασανκαι με την ίδια την ζωή τους να επισφραγίσουν την μεγαλειώδη περιπέτεια της κλήσεώς τους.
Ο Κύριος, δεν ήλθε να καλέση μονάχα τους Αποστόλους. Ήλθε να καλέση κι εμάς. Μας απευθύνει την ίδια πρόσκλησι. « Δευτε οπίσω μου και ποιήσω υμάς αλιείς ανθρώπων ». Δεν μας καλεί σε μια ζωή ανέσεων και « βολέματος ». Δεν μας προσκαλεί για μια ζωή, που θα εξασφαλίσωμε την απόλυτη ησυχία και το χουζούρι μας. Σε αγώνα και προσπάθεια μας προσκαλεί. Να τον ακολουθήσωμε. Να γίνωμε φορείς του μηνύματός Του σε ψυχές χαμένες στο πέλαγος του κόσμου. Ας το σκεφθούμε σοβαρώτερα. Ας αναλογισθούμε την τιμή της προσκλήσεώς Του και ας τον ακολουθήσωμε και σήμερα και αύριο και πάντοτε. Ως τη στερνή μας πνοή.
*Αρχιμ. Σπυρίδων Πετεινάτος, Ιεροκήρυκας
Ιεράς Μητροπόλεως Κεφαλληνίας

Παρασκευή, Ιουνίου 28, 2013

Κήρυγμα Κυριακής Αγ. Πάντων ( Ματθ. ι 32-33, 37-38. ιθ 27-30) Αρχιμανδρίτης Σπυρίδων Πετεινάτος



Την Κυριακή των Αγίων Πάντων η εκκλησία μας γιορτάζει τα πλήθη των αγίων, 
μάλιστα δε των αφανών, των αγνώστων αγίων και ηρώων.
Του π. Σπυρίδωνα*
Την Κυριακή των Αγίων Πάντων η εκκλησία μας γιορτάζει τα πλήθη των αγίων, μάλιστα δε των αφανών, των αγνώστων αγίων και ηρώων. Όλους εκείνους, που δεν γνωρίζομε τα ονόματά τους, που δεν έχομε αφιερώσει μια ιδιαίτερη γιορτή, μας προβάλει σήμερα. Τιμά τα πλήθη των αγίων, των οσίων, των διδασκάλων, των ομολογητών, των Πατέρων, που με την διδασκαλία τους και τη ζωή τους εφύλαξαν ανόθευτη την Πίστι, εφώτισαν την Οικουμένη, ανεδείχθησαν οι ομολογηταί της πίστεως στον καιρό τους.
Οι Άγιοι Πάντες προέρχονταν από όλες τις ηλικίες και τις κοινωνικές τάξεις. Νέοι και ώριμοι, άνδρες και γυναίκες, αριστοκράται και δούλοι, σοφοί και αγράμματοι, αποτελούν την παράταξι των αφανών αγίων. Δεν είναι η αγιότης προνόμιο μιας τάξεως ανθρώπων. Δεν είναι προνόμιο των μορφωμένων ή ολίγων γραμμάτων. Κάθε τάξις, κάθε φυλή, κάθε έθνος, λευκοί και μαύροι ανήκουν στην μεγάλη αυτή παράταξι.
Τούτη την αλήθεια ξεχνούν πολλοί σύγχρονοι άνθρωποι. Και λένε, κάπως επιπόλαια, δεν μπορώ να ζήσω σύμφωνα με τις εντολές του Θεού. Η αρετή, η αγιότης, είναι για τους λίγους. Δεν είναι για μένα, είναι για τους άλλους. Εγώ είμαι έμπορος, είμαι δικηγόρος, είμαι εργάτης …. Και γι΄αυτό είμαι υποχρεωμένος να καταπατήσω τη μια ή την άλλη εντολή, να παραβώ κάτι, που προστάζει η συνείδησίς μου …
Έρχονται όμως σήμερα οι ανώνυμοι αυτοί Άγιοι να μας υπομνήσουν ότι όλοι μπορούμε να βαδίσουμε στο δρόμο της αρετής, στο μονοπάτι της αγιότητος, αν το θελήσουμε. Μη ξεχνάμε ότι και στα ανάκτορα του Νέρωνος υπήρχαν άγιοι, και μίμοι και μάγοι έγιναν άγιοι.
Για όλους μας είναι δύσκολος αυτός ο δρόμος. Ναι , ο δρόμος της αγιότητος δεν είναι εύκολος. Ο δρόμος της αφανούς αρετής είναι ο πιο δύσκολος. Όταν οι γύρω σε επαινούν και σε προσέχουν, τότε αμείβεσαι κάπως για την τιμιότητά σου, την αγάπη σου, ή τον καλό λόγο, που θα πης στον συνάνθρωπό σου. Όταν όμως κανείς δεν σε προσέχη, όταν περάσης την πορεία της ζωής σου στην αφάνεια, ακόμα και στην ειρωνεία, τότε ανήκεις αληθινά στους ανωνύμους αγίους.
Η κρυφή αρετή, είναι η πιο ηρωϊκή! Πόσοι και πόσοι αφανείς άγιοι δεν ζουν και στις ημέρες μας! Η πολύτεκνη μάννα, που θυσιάζεται για την διατροφή και την καλή ανατροφή των παιδιών της, ο υπομονητικός ανάπηρος που δοξάζει τον Θεό, ο άλλος που προτίμησε τη φτώχεια από τα μη έντιμα πλούτη και τόσοι άλλοι είναι οι σιωπηλοί ήρωες. Ο νέος που θυσιάζει την σταδιοδρομία του και γίνεται ο ευσεβής ιερεύς του ορεινού χωριού, η σιωπηλή αδελφή του ελέους και τόσοι άλλοι αποτελούν το «περικείμενον νέφος» των αγίων του 21ου αιώνος. Ζητούν όμως από όλους μας μια κάποια μετοχή στην αφανή αρετή. Ζητούν να νοιώσουμε ότι ο χριστιανισμός είναι η θρησκεία του πιο σιωπηλού ηρωϊσμού.
Μια τέτοια όμως πορεία ζωής απαιτεί θέλησι, προσπάθεια και σύνδεσμο στενό με τον Κύριο του Ουρανού. Την αφανή αρετή κανείς δεν την εμπνέει, παρά μόνον ο Αρχηγός και τελειωτής Κύριος, που πέρασε τη ζωή του «ευεργετών», αλλά συγχρόνως και κρυπτόμενος. Ζητεί συχνά από τους οπαδούς του να μη πουν τίποτε σε κανένα. Και άλλοτε φεύγει σ΄έρημο τόπο, όταν ζητούν να τον ανακηρύξουν Βασιλέα.
Αυτόν τον δρόμο, τον δύσκολο, όταν ακολουθή ο άνθρωπος με αποφασιστικότητα, θέλησι και αγωνιστικότητα, συνδέεται αδιάρρηκτα με την πηγή της Δυνάμεως, τον Κύριο και Θεό γης και Ουρανού. Ο Θεός δίνει στον άνθρωπο την δύναμι να ζήση μια τέτοια αφανή, αλλά ηρωϊκή ζωή. Δεν είναι μια απλή φράσις ν΄ανέχεσαι, να υπομένης, να ανταποδίδης καλό την ώρα που πληγώνεσαι από το ύπουλο φαρμακερό βέλος, να δείχνης σε όλους αγάπη, να θυσιάζεσαι για τους άλλους, εις όλα αυτά χωρίς αμοιβή, αφανώς και ίσως μάλιστα υπό διωγμόν!
Πόσοι όμως ακολουθούν σήμερα την πορεία των Αγίων Πάντων; Αλλά και πόσο έχει ανάγκη η κοινωνία μας από τέτοιους σιωπηλούς, αφανείς αγίους!
Ας μας συγκλονίσουν τούτε οι δύο πραγματικότητες! Και ας μας δώσουν την δύναμι στην παράταξι των Αγίων Πάντων να ενταχθούμε!
*Αρχιμ. Σπυρίδων Πετεινάτος
Ιεροκήρυξ Ιεράς Μητροπόλεως Κεφαλληνίας

  Ἕκαστον μέλος τῆς ἁγίας σου σαρκός ἀτιμίαν δι' ἡμᾶς ὑπέμεινε τὰς ἀκάνθας ἡ κεφαλή ἡ ὄψις τὰ ἐμπτύσματα αἱ σιαγόνες τὰ ῥαπίσματα τὸ στό...