Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Επίσκοπος Φαναρίου Αγαθάγγελος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Επίσκοπος Φαναρίου Αγαθάγγελος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη, Ιανουαρίου 25, 2018

Ταπείνωση και προσευχή (Κυριακή Τελώνου & Φαρισαίου

Η αντίθεση στην εικόνα της παραβολής είναι ισχυρότατη. «Άνθρωποι δύο ανέβησαν εις το ιερόν προσεύξασθαι, ο εις Φαρισαίος και ο έτερος Τελώνης». Στην πρώτη σκηνή της παραβολής περιγράφεται η στάση της προσευχής και το περιεχόμενο της προσευχής του Φαρισαίου.
Ο Φαρισαίος στην προσευχή του προβαίνει σε μία συγκλονιστική σύγκριση του εαυτού του με τους άλλους. Ευχαριστεί τον Θεό, γιατί δεν είναι όπως οι υπόλοιποι άνθρωποι, που είναι άρπαγες, άδικοι, μοιχοί, ή, σαν τον Τελώνη. Ο Φαρισαίος δηλαδή σύρει τη διαχωριστική γραμμή μεταξύ του εαυτού του, που τον θεωρεί δικαιωματικά εντός του Ναού, ενώ οι άλλοι είναι εκτός γιατί είναι αμαρτωλοί.
telfar2
Η εικόνα του Τελώνη και η προσευχή του δημιουργούν άλλο κλίμα και προκαλούν άλλα συναισθήματα. Καθόταν μακριά με τα μάτια χαμηλά, χτυπούσε το στήθος του και ζητούσε το έλεος του Θεού. Η προσευχή του ήταν προσευχή μετάνοιας. Ο Τελώνης δεν έχει να επιδείξει έργα αρετής για να ζητήσει δικαίωση, αλλά εμφανίζει, καταθέτει, ομολογεί την αμαρτωλότητά του ενώπιον του Θεού και ζητεί έλεος. Δε διαμαρτύρεται για την απόρριψή του από τους λοιπούς. Τον ενδιαφέρει η δικαιοκρισία του Θεού . Ο Όσιος Νείλος μας συμβουλεύει, στην προσευχή μας να ζητάμε τον καθαρισμό από τα πάθη μας, την απαλλαγή από την άγνοια και τη λήθη, την απαλλαγή από κάθε πειρασμό και εγκατάλειψη Θεού. Να ζητάμε μόνο τη δικαιοσύνη και τη Βασιλεία, δηλαδή την αρετή και την πνευματική γνώση, και όλα τα υπόλοιπα θα προστεθούν σ’ εμάς.
Το δίλημμα
Οι ακροατές της παραβολής τίθενται ενώπιον ενός ουσιαστικού διλήμματος. Ο Φαρισαίος είναι ο ιδανικός θρησκευτικός τύπος, ο οποίος τηρεί τα διατεταγμένα του Νόμου και των παραδόσεων. Ο Τελώνης είναι αμαρτωλός και ζητά εν μετάνοια το έλεος του Θεού. Θα αποδεχτεί ο Θεός και τους δύο ή μόνο τον ένα και ποιόν; Ο λόγος του Χριστού είναι σαφής: «Λέγω υμίν, κατέβη ούτος δεδικαιωμένος ή γαρ εκείνος». Εδώ ο Χριστός ανατρέπει την περί του τρόπου δικαιώσεως αντίληψη των ανθρώπων και αποκαλύπτει πως ο Θεός δέχεται τους ανθρώπους που μετανοούν και ζητούν το έλεός Του με ταπείνωση. Η εξαντλητική αίσθηση της πτώχειας μας είναι θεμέλιο πνευματικής προόδου. Η οντολογική επίγνωση της αμαρτωλότητάς μας είναι πηγή ενέργειας για την προσευχή και στέρεο θεμέλιο για την πνευματικότητά μας.

Τρόποι μετάνοιας
Αυτό το οποίο πρέπει να καταλάβουμε είναι ότι η σωτηρία και η δικαίωσή μας είναι δώρο του Θεού και δεν είναι καρπός των έργων μας. Η οποιαδήποτε αξιομισθία δεν μπορεί να μας χαρίσει τη Βασιλεία του Θεού, αλλά μόνο η αγάπη και η φιλανθρωπία του Θεού.
Ο ιερός Χρυσόστομος εμβαθύνει στον τύπο προσευχής του Τελώνη και μας λέγει ότι υπάρχουν συνολικά πέντε τρόποι μετάνοιας:
Πρώτος τρόπος είναι η αυτογνωσία των αμαρτημάτων μας και η εξομολόγησή τους. Δεύτερος τρόπος είναι το πένθος για τις αμαρτίες μας.
Τρίτος τρόπος είναι η ταπεινοφροσύνη. Τέταρτος τρόπος είναι η ελεημοσύνη, η βασίλισσα των αρετών.
Και τέλος, πέμπτος τρόπος μετάνοιας είναι ή προσευχή.
Η προσευχή πρέπει όμως να εκφράζει όλους τους πιο πάνω τρόπους, και την αυτογνωσία και την εξομολόγηση, και το πένθος για τις αμαρτίες μας και την ταπεινοφροσύνη και την ελεημοσύνη, γιατί μόνο έτσι είναι ουσιαστική και αποτελεσματική.
«Μη προσευξώμεθα φαρισαϊκώς»
Η ίδια η Εκκλησία, τώρα που ανοίγει το Τριώδιο, μας προτρέπει:«Μη προσευξώμεθα φαρισαϊκώς»,δηλαδή με υπερηφάνεια για τα έργα μας, αλλά να ζητάμε τη χάρη της σωτηρίας από τον Θεό αναγνωρίζοντας και ομολογώντας την αναξιότητά μας. Να προσευχόμαστε με φόβο, με πόνο, προσεκτικά, στοχαστικά, άγρυπνα, με χαρά, μας συμβουλεύει ο Ευάγριος. Ρίζα όλων των κακιών είναι η υπερηφάνεια. Σ’ αυτήν υπάρχει θάνατος και σκοτάδι. Η αγία ταπείνωση, με ανερμήνευτο τρόπο, μας ανάγει υπεράνω παντός κτιστού και διατηρεί στη ζωή μας τη Χάρη του Θεού.
Ας έχουμε, λοιπόν, στη σκέψη μας μια σοφή προειδοποίηση που λέγει: «ο διάβολος δεν τρώει, δεν πίνει, και αυτός ο τυπικά πιο μεγάλος ασκητής δεν είναι γι’ αυτό λιγότερο διάβολος…». Η ταπείνωση είναι το μόνο όπλο που νικά τον διάβολο, ο απαραίτητος όρος της σωτηρίας, η μυστική θεία δύναμη, που «συγκλείει εν εαυτή πάντας».
Όπου βλαστάνει η ταπείνωση, εκεί βρύει η δόξα του Θεού (άγιος Ισαάκ ο Σύρος), εκεί ο οφθαλμός του φυτού της ψυχής ανθίζει σε άνθος αμάραντο. Ο Θεός να μας ευλογεί ώστε να περιφρουρούμε κάθε σκέψη μας με την ταπείνωση και έτσι να κατέχουμε τη γνώση της αιώνιας Αλήθειας.
(Επισκόπου Φαναρίου, Αγαθαγγέλου. «Η ζύμη του Ευαγγελίου» σ. 69- 72)

Παρασκευή, Ιανουαρίου 12, 2018

Οι τρεις πειρασμοί του Κυρίου


    Πριν  από το δικό του Πάσχα και πριν από το Πάσχα του λαού Του ο Χριστός εισέρχεται στην έρημο (Ματθ. 4, 1). Και όπως ο παλαιός Ισραήλ με τον Μωυσή έμεινε σαράντα χρόνια, έτσι και ο Χριστός μένει σαράντα ημέρες μέσα στη δοκιμασία της ερήμου, όπου αντιμετωπίζει από τον πειραστή διάβολο τρεις πειρασμούς.


 
    Ο πρώτος πειρασμός ήταν ο «βιολογικός» πειρασμός, ο πειρασμός της πείνας και της δίψας (Ματθ. 4,2). Ο πονηρός, μετά σαράντα ημέρες νηστείας και άσκησης του Χριστού, του λέγει: «Εάν είσαι υιός του Θεού, κάνε τις πέτρες ψωμί για να χορτάσεις την πείνα σου και την πείνα του κόσμου. Ξεκινάς για το έργο Σου και ξεχνάς ότι ο κόσμος πεινά. Ικανοποίησε πρώτα τις υλικές του ανάγκες και μετά προσπάθησε να τους οδηγήσεις στην πνευματική ζωή».
Ο Χριστός στην πρόκληση του πονηρού αρνείται να μετατρέψει τις πέτρες σε ψωμί. Δεν υπόσχεται κανέναν υλικό παράδεισο, αλλά δημιουργεί ένα προηγούμενο και μια πνευματική παράδοση για τον λαό Του με την απάντησή Του: «Ο άνθρωπος δε ζει μόνο με το ψωμί, τα υλικά αγαθά, αλλά με τον λόγο του Θεού που δίδει περιεχόμενο στη ζωή του». Η πίστη και η πνευματική ζωή δεν μπορεί να υποτάσσονται στην καθημερινή ανάγκη. Η ορθόδοξη ζωή είναι η υπέρβαση της καθημερινότητας, είναι η είσοδος διά της ερήμου της ιστορίας στον χώρο της αιωνιότητας. Ο πειρασμός αυτός έχει ιδιαίτερη σημασία για μια κοινότητα, για έναν κόσμο που οικοδομείται.

Ο δεύτερος πειρασμός του Ιησού Χριστού στην έρημο ήταν ο πειρασμός της πνευματικής επάρκειας και πνευματικής ανεξαρτησίας από τη Χάρη και την παρουσία του Θεού. Είναι ένα είδος πειρασμού «αυτοσυνειδησίας». Ο πειραστής διάβολος παραλαμβάνει τον Ιησού, μας αναφέρει ο Ευαγγελιστής Ματθαίος, και τον οδηγεί στον Ναό, όπου διατυπώνει μέσα σε ιερό μάλιστα χώρο τον πειρασμό του: «Εάν είσαι υιός του Θεού, πέσε κάτω από τη στέγη του Ναού, γιατί είναι γραμμένο ότι δε θα πάθεις τίποτε, αφού ο Θεός θα δώσει εντολή για Σένα στους αγγέλους Του και θα σε σηκώσουν στα χέρια τους» (Ματθ. 4, 6).
Ο διάβολος προκαλεί τον Χριστό να κάνει κάποιο θαύμα, για να αποδείξει τη θεία Του προέλευση. Αντιλαμβάνεται κανείς τί θα σήμαινε, εάν έστω προς στιγμήν, αμφέβαλε ο Χριστός για τη φύση του προσώπου Του και της αποστολής Του· εάν ήθελε, σύμφωνα με τον πειρασμό, να δοκιμάσει, τη σχέση Του με τον Θεό Πατέρα και να βεβαιωθεί για τον εαυτό Του και τις δυνατότητές Του.
   Αν τώρα ο πειρασμός αυτός μεταφερθεί στον χώρο του ανθρώπου και της ανθρώπινης κοινωνίας, τότε μπορούμε να αντιληφθούμε γιατί ο κόσμος και ο άνθρωπος σήμερα βρίσκεται σε κατάσταση ελλείψεως αυτογνωσίας και αυτοσυνειδησίας. Πόσες φορές ο κόσμος δεν αναζητά από την πίστη θαύματα για να πιστέψει; Ο Κύριος, όμως, δεν ενδίδει στον μεγάλο αυτό πειρασμό- γιατί θέλει η πίστη του ανθρώπου να μη στηρίζεται σε θαυματουργικές πράξεις ή εξωτερικά τεκμήρια. Η πίστη στον Θεό, που είναι καρπός του Αγίου Πνεύματος, είναι ουσιαστικά μια ελεύθερη και αγαπητική αποδοχή που δικαιώνεται μόνο από τους καρπούς της.

Ο τρίτος πειρασμός της ερήμου είναι ο πειρασμός της εξουσίας και της δυνάμεως. «Εάν πέσεις και με προσκυνήσεις, θα σου δώσω όλα τα βασίλεια του κόσμου» (Ματθ. 43). Είναι πολύ χαρακτηριστικό πως στην έρημο ο διάβολος δεν έρχεται ν’ αποτρέψει τον Ιησού από τη μεσσιανική αποστολή Του και να τον απομακρύνει από την άσκηση μιας κάποιας εξουσίας. Ο Ιησούς Χριστός καλείται από τον σατανά να γίνει Μεσσίας του διαβόλου και να ασκήσει την εξουσία αυτή επάνω σ’ όλους τους λαούς της γης στο όνομα του πειραστή.
Ο τρίτος αυτός πειρασμός ανακεφαλαιώνει κατά τρόπο απτό και ωμό την τραγική ιστορία του ανθρώπου διά μέσου των αιώνων, μια Ιστορία πολέμων και βιαιοτήτων, αρπαγών και διεκδικήσεων. Μια ιστορία ασκήσεως εξουσίας όχι εν ονόματι της αλήθειας και του Θεού, αλλά εν ονόματι του ψεύδους και του διαβόλου. Μια ιστορία που δεν οδήγησε ποτέ τον άνθρωπο σε ελευθερία αλλά σε χίλιες δυό μορφές δουλείας.

Ο Χριστός, μέσα στο Ευαγγέλιο, δίδει το μέτρο και το νόημα της ηγεσίας. Η εξουσία συνδέεται όχι με την καταδυνάστευση αλλά με τη διακονία και την προσφορά. «Ξέρετε ότι οι άρχοντες καταδυναστεύουν τα έθνη και οι μεγάλοι τα καταπιέζουν. Αυτό δε θα γίνεται σ’ εσάς, αλλά εκείνος που θέλει να γίνει μεγάλος ανάμεσά σας θα είναι διάκονός σας, και εκείνος που θέλει να είναι πρώτος, αυτός θα είναι δούλος σας, όπως ακριβώς ο Υιός του Ανθρώπου δεν ήλθε να υπηρετηθεί, αλλά να διακονήσει και να δώσει τη ζωή του λύτρο αντί πολλών».



Μ’ αυτές τις τρεις αρχές ο Χριστός ξεκινά το τρίχρονο θείο έργο Του και συντελείται πραγματικά κάτι θαυμαστό: Ο λαός που βρισκόταν στο σκοτάδι και την απειλή του θανάτου είδε να ανατέλλει μέγα και λαμπρό Φως. Το Φως αυτό είναι η Χάρη του Θεού, το Φως της Θεότητας. Ο Κύριος καλεί σε μετάνοια και αλλαγή τον άνθρωπο, γιατί η Βασιλεία του Θεού δεν είναι πια ένα μακρινό όραμα, αλλά μια πραγματικότητα που είναι απτή στο πρόσωπο του Μεσσία Χριστού και βιώνεται μέσα στη Θεία Ευχαριστία και την Εκκλησία. Ας παρακαλάμε, λοιπόν, τον άγιο Θεό να φωτίζει το σκότος του νου μας, γιατί, όταν φωτιστεί το σκοτάδι του νου μας, τότε γινόμαστε ολοκληρωμένοι άνθρωποι, φωτόμορφα τέκνα της Εκκλησίας.


(Αγαθαγγέλου, επισκόπου Φαναρίου, «Η ζύμη του Ευαγγελίου», εκδ. Αποστολική Διακονία)

πηγή:εδώ

Παρασκευή, Ιανουαρίου 06, 2017

Σύναξις του αγίου ενδόξου Προφήτου, Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου

7 Ιανουαρίου
Σύναξις του αγίου ενδόξου Προφήτου, Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου
Από πολύ παλιά έχει καθορισθεί να εορτάζουμε κατά την επομένη ημέρα των Αγίων Θεοφανείων την Σύναξη του Προφήτου, Προδρόμου και Βαπτιστού , για το λόγο ότι αξιώθηκε να βαπτίσει τον Ιησού Χριστό. Ο Τίμιος Πρόδρομος υπήρξε ο Όρθρος που ανήγγειλε τον ερχομό της ημέρας του Κυρίου. Ο Όρθρος που προηγήθηκε της Ανατολής του Ηλίου της δικαιοσύνης. Έτσι τον ονομάζει ένας ύμνος των Θεοφανείων .
«Φωνή βοώντος εν τη ερήμω , ετοιμάσατε την οδόν του Κυρίου». Ομιλεί το στόμα του Ασκητού. Ο χαρισματικός άνθρωπος που αναδείχθηκε «μείζων εν γεννητοίς γυναικών». Ο Αγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος κηρύσσει προδρομικά μέσα στην έρημο το μήνυμα του Ευαγγελίου του Χριστού. Ξαναθυμίζει τα προφητικά λόγια του Ησαΐου ο Ευαγγελιστής Μάρκος, που βεβαίως αναφέρονται στον μεγάλο ερημίτη του Ιορδάνου. Ο Ιωάννης ο Πρόδρομος κηρύσσει, με πέντε βαρυσήμαντες λέξεις ό,τι θα διδάξει λίγο αργότερα ο Ιησούς: «Μετανοείτε, ήγγικε γαρ η βασιλεία των ουρανών».
Λίγες σε αριθμό οι λέξεις του, αλλά βαριές σε δύναμη μαρτυρίας. Ο άγγελος της ερήμου προετοιμάζει τον ερχομό του Κυρίου και κηρύσσει συνοπτικά τις διαστάσεις του λυτρωτικού του έργου. Το προδρομικό αυτό έργο του Ιωάννου καθαγιάζεται και επικυρώνεται από τον εν Τριάδι Θεό στο γεγονός της βαπτίσεως του Κυρίου. Ο Ιωάννης ο Βαπτιστής ήταν αναμφίβολα μια ασκητική φυσιογνωμία. «Είχε το ένδυμα αυτού από τριχών καμήλου και ζώνην δερματίνην περί την οσφύν αυτού, η δε τροφή αυτού ην ακρίδες και μέλι άγριον ». Αυτό σημαίνει πως ο Ιωάννης ήταν συγχρόνως και πρόδρομος, αλλά και υπόσχεση όλων των Αγίων Ασκητών της χριστιανικής ερήμου. Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι το βασικό έργο του Ιωάννου ήταν ν' αφυπνίσει τις συνειδήσεις των ακουόντων το κήρυγμά του και όχι να θωπεύσει τα αυτιά τους.
Το κήρυγμά του, κήρυγμα μετανοίας, σκόπευε στην συνειδητοποίηση και εξαγόρευση της ενοχής τους, των αμαρτιών τους. «Και εξεπορεύετο προς αυτόν πάσα η Ιουδαία χώρα και οι Ιεροσολυμίται, και εβαπτίζοντο πάντες εν τω Ιορδάνη ποταμώ υπ' αυτού εξομολογούμενοι τας αμαρτίας αυτών».
Η μαρτυρία, η φωνή του αγγέλου της ερήμου είναι η ίδια η φωνή της Εκκλησίας που βοηθά τον άνθρωπο να αναγνωρίσει στο πρόσωπο του Χριστού τον Μεσσία μέσα στην ξερή και άνυδρη έρημο του παρόντος κόσμου.
Η Εκκλησία μάς καλεί στη σημερινή εορτή να ακούσουμε την «φωνή βοώντος εν τη ερήμω ...» και να προετοιμάσουμε όλοι μας «την οδόν Κυρίου», για να εξανθίσει η έρημος που ζούμε και λέγεται σύγχρονη κοινωνία και ο καθένας μας να βιώσει το βαθύτερο και πολυδύναμο νόημά της με το « απελθείν εις ερημίαν των παθών του».
Όμως, την ημέρα αυτή εορτάζουμε και το γεγονός της μεταφοράς στην Κωνσταντινούπολη της τιμίας Χειρός του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, που έγινε κατά τον ακόλουθο τρόπο:
Όταν ο Ευαγγελιστής Λουκάς μετέβη στην πόλη Σεβαστή στην οποία είχε ενταφιασθεί το τίμιο λείψανο του Προδρόμου, παρέλαβε από τον τάφο τη δεξιά χείρα του Αγίου Ιωάννου και την μετέφερε στην Αντιόχεια. Δια της δεξιάς χειρός του Προδρόμου γίνονταν στην Αντιόχεια πολλά θαύματα. Λέγεται μάλιστα ότι κατά την εορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού ο Επίσκοπος ανύψωνε και την τιμία Χείρα. Την ώρα της ανυψώσεως άλλοτε εκτεινόταν και άλλοτε συστελλόταν. Με την έκτασή της δήλωνε ευφορία καρπών, ενώ με την συστολή δήλωνε ανέχεια και φτώχεια. Για τον λόγο αυτό πολλοί αυτοκράτορες του Βυζαντίου επιθυμούσαν να την πάρουν και, κυρίως, οι Κωνσταντίνος και Ρωμανός, οι Πορφυρογέννητοι. Έτσι, λοιπόν, κατά την περίοδο που διετέλεσαν αυτοκράτορες αυτοί οι δύο, κάποιος διάκονος της Εκκλησίας των Αντιοχέων, Ιώβ ονομαζόμενος, ένα βράδυ που κατά την παράδοση οι Χριστιανοί τελούσαν την ακολουθία του Αγιασμού, άρπαξε την αγία χείρα του Προδρόμου και την μετέφερε στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί ο φιλόχριστος αυτοκράτορας, αφού την ασπάσθηκε με πολύ σεβασμό, την τοποθέτησε στα βασιλικά ανάκτορα.
Η σύναξη των πιστών, σε ανάμνηση του γεγονότος της μετακομιδής της τιμίας Χειρός του προδρόμου στην Κωνσταντινούπολη, ετελείτο στην περιοχή του Φορακίου (ή Σφωρακίου ).
Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Επισκόπου Φαναρίου Αγαθαγγέλου, τ. Ιανουαρίου, σελ. 99-102.

Σάββατο, Μαΐου 16, 2015

«Ο δε έφη· Πιστεύω Κύριε· και προσεκύνησεν αυτώ» Η απάντηση της ταπείνωσης. (Κυριακή του Τυφλού)


«Ο δε έφη· Πιστεύω Κύριε· και προσεκύνησεν αυτώ»
Στην ευαγγελική περικοπή της Κυριακής του Τυφλού παρουσιάζεται ένα θαυμαστό γεγονός. Ένας εκ γενετής τυφλός αποκτά με τη θαυματουργική επέμβαση του Ιησού Χριστού την όρασή του. Και το γεγονός της θεραπείας του γίνεται αφετηρία σωτηρίας, η οποία στο τέλος του ευαγγελικού αναγνώσματος εκφράζεται διά της ομολογίας της πίστεώς του. Ο Χριστός τον ρωτά: «Συ πιστεύεις εις τον Υιόν του Θεού»; Και ο τυφλός τότε κατορθώνει να δει όχι μόνο το επίγειο, αλλά και το φως της Θεότητος: « Πιστεύω Κύριε· και προσεκύνησεν αυτώ».
Το γεγονός αυτό αποτελεί μια ευλογημένη ευκαιρία, έτσι ώστε και εμείς, ως ορθόδοξοι άνθρωποι, να προβληματιστούμε για την πίστη μας και να ανανεώσουμε την υπόσχεση που δώσαμε κατά την ημέρα της βαπτίσεώς μας.
Πολλές φορές, απογοητευμένοι από τα ανθρώπινα και τα καθημερινά, προβληματιζόμαστε για την παρουσία του Θεού στη ζωή μας. Ζητάμε σημεία για να πιστέψουμε . Ακόμη κι όταν ο Κύριος βρισκόταν καρφωμένος επάνω στον Σταυρό, οι άνθρωποι Τον πείραζαν και Τον βλασφημούσαν λέγοντας: «Εάν είσαι υιός του Θεού, κατέβα από τον Σταυρό και θα πιστέψουμε σε Σένα». Όμως ο Κύριος δεν απάντησε. Παρέμεινε, εν σιωπή, στον Σταυρό και πέθανε, για να ζήσει ο άνθρωπος, και αναστήθηκε, για να ανοίξει τη θύρα του Παραδείσου και να οδηγήσει τον άνθρωπο στη ζωή του Θεού.
Η σιωπή του Θεού
Οι αποδείξεις που ζητάμε πολλές φορές, για να πιστέψουμε στον Θεό, τραυματίζουν την αλήθεια, την αγαπητική σχέση με το Θεό, και γι’ αυτό η άρνηση του Κυρίου είναι άμεση και κατηγορηματική (Μάρκ. 8,12).
Ο Θεός ήλθε στον κόσμο αλλά κρύβεται ακόμη και μέσα στη φανέρωσή Του. Ο Θεός αποκρίνεται με τη σιωπή, αλλά για εκείνον που μπορεί να καταλάβει, να νιώσει. μέσα σ’ αυτή τη σιωπή δηλώνει την αγάπη Του για τον άνθρωπο. Είναι η «μωρία» του Θεού, ο ακατανόητος σεβασμός στην ελευθερία μας.
Κάθε αναγκαστική απόδειξη βιάζει την ανθρώπινη συνείδηση, μεταβάλλει την πίστη σε απλή γνώση. Γι’ αυτό ο Θεός κλείνεται μέσα στη σιωπή της οδυνώμενης αγάπης Του. Ο Θεός δε δίνει διαταγές. Μας προσκαλεί σε μια σχέση αμοιβαιότητας. Ο Πατέρας είναι Πατέρας χωρίς να επιβάλει την πατρότητά του. Ο Χριστός έρχεται για να καθίσει στο «τραπέζι των αμαρτωλών», και σταυρώνεται από υπερβολή ερωτικής αγαθότητας. «Ποιός σύζυγος», ρωτά ένας ασκητικός συγγραφέας του 6ου αι., «πέθανε ποτέ για τη σύζυγό του, και ποιά σύζυγος διάλεξε ποτέ να παντρευτεί έναν εσταυρωμένο; Ο Κύριος μνηστεύθηκε την Εκκλησία, της έδωσε μια προίκα με το αίμα Του, και της σφυρηλάτησε ένα δαχτυλίδι με τα καρφιά της σταυρώσεώς Του». Τόσο μεγάλη είναι η αγάπη του Θεού για τον άνθρωπο.
Συ, πιστεύεις;
Ο Χριστός δεν απευθύνεται ποτέ στη λογική, δεν παραθέτει αποδείξεις, μήτε επιχειρήματα, δε ρωτά: «Ξέρεις; Πείστηκες; Νικήθηκες;». Το μόνο που ρωτά είναι: «Πιστεύεις;». Και στο ερώτημα αυτό μια καθαρή καρδιά μόνο αυτό μπορεί να απαντήσει: «Πιστεύω, κύριε, βοήθει μοι τη απιστία». Την ώρα. λοιπόν, που μας βαραίνει η αμφιβολία για την παρουσία του Θεού, την ώρα που μας βαραίνει η μοναξιά, μόνο η βαθιά ταπείνωση έρχεται σε βοήθειά μας. Αυτή, η ταπείνωση, κάνει τον άνθρωπο να καταθέτει μπροστά στον Σταυρό του Χριστού ολόκληρο το είναι του. Και τότε έξαφνα ο Χριστός σηκώνει αντί για μας αυτό το βάρος: «Μάθετε απ’ εμού… ότι ο ζυγός μου χρηστός και το φορτίον μου ελαφρόν έστι» (Ματθ. 11, 30). Και ο λόγος αυτός δεν είναι απάτη· είναι φως μέσα στην κόλαση του σημερινού κόσμου.


(Αγαθαγγέλου, Επισκόπου Φαναρίου, «Η ζύμη του Ευαγγελίου», εκδ. Αποστ. Διακονία, σ. 136-138)

Σάββατο, Απριλίου 04, 2015

Κυριακή των Βαΐων – «Ιδού αναβαίνομεν…». «Ωσαννά, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου»

Κυριακή των Βαΐων – «Ιδού αναβαίνομεν…».

«Ωσαννά, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου»
Αν στο πρώτο μέρος της Μεγάλης Σαρακοστής η προσπάθεια μας αποσκοπούσε στην κάθαρση του νου και της καρδιάς με τη νηστεία, την προσευχή, τη συμμετοχή μας στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, τώρα πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι αυτή η κάθαρση δεν είναι αυτοσκοπός. Τώρα όλα πρέπει να μας οδηγήσουν στην οικειοποίησή μας με τον Σταυρικό θάνατο και την Ανάσταση.
«Την κοινήν ανάστασιν…»
Η Ανάσταση του Λαζάρου προεικονίζει ήδη την Ανάσταση του ιδίου του Χριστού. Και ενώ μέχρι σήμερα γνωρίζαμε ότι το Σάββατο είναι η ανάμνηση των απανταχού κεκοιμημένων, το Σάββατο αυτό του Λαζάρου εορτάζεται ως μια αναστάσιμη ημέρα. Μας προετοιμάζει να κατανοήσουμε τη νίκη του Χριστού απέναντι στον αιώνιο εχθρό, τον άδη. Μια νίκη που κάνει τον ίδιο τον άδη να τρέμει και πικρά να κλαίει. Ο φίλος του Χριστού ο Λάζαρος αποτελεί την προσωποποίηση του κάθε ανθρώπου και η Βηθανία, όπου βρίσκεται το σπίτι του, σύμβολο ολόκληρης της οικουμένης, ο τόπος όπου κατοικεί ο κάθε άνθρωπος. Ακολουθούμε τον Ιησού προς τα Ιεροσόλυμα, μέχρι τον τάφο του Λαζάρου, και ακούμε τη συγκλονιστική εντολή Του: «Λάζαρε, δεύρο έξω». Κατανοούμε τώρα ότι είναι η δύναμη της αγάπης, της αγάπης που γίνεται δύναμη και μπορεί να νικά τον θάνατο. Ο Θεός είναι Αγάπη και η Αγάπη είναι Ζωή. Είναι «η πάντων χαρά. Χριστός η αλήθεια, το φως και η ζωή. του κόσμου η ανάστασης…» (Κοντάκιο της εορτής).
«Ευλογημένος ο ερχόμενος»
Στη Βαϊοφόρο εικόνα, που προσκυνούμε την Κυριακή των Βαΐων, βλέπουμε τον Χριστό να εικονίζεται επάνω στον «υιόν υποζυγίου» και να πορεύεται επάνω στα Βάια των κλάδων και στα λουλούδια. Η πορεία μας φθάνει στο τέλος της. Φθάνουμε στην Εβδομάδα των Παθών. Οι ημέρες που ακολουθούν είναι Άγιες και Μεγάλες και έχουν ένα ορισμένο στόχο. Μας υπενθυμίζουν την εσχατολογική σημασία του Πάσχα. Σήμερα, όλοι μας λίγο πολύ θεωρούμε τη Μεγάλη Εβδομάδα ως μία όμορφη παράδοση. Όμως, Πάσχα σημαίνει το τέλος του κόσμου. Πάσχα σημαίνει το πέρασμα στην αιώνια Βασιλεία του Θεού. Τα γεγονότα της Μεγάλης Εβδομάδας, που θα ακολουθούσουν, δεν αποτελούν μια απλή ανάμνηση, αλλά γίνονται.
«Σήμερον…»
Ποιό μπορεί να είναι το νόημα του «σήμερον»; Ασφαλώς και όλα αυτά δε γίνονται «σήμερον». «Σήμερον» μπορούμε να θυμόμαστε αυτές τις πράξεις μας και η Εκκλησία είναι βασικά το δώρο και η δύναμη αυτής της ανάμνησης, που μεταβάλλει τις πράξεις από το παρελθόν σε αιώνια πραγματικά γεγονότα. Ο χρόνος παύει να υπάρχει με τη μορφή του παρόντος και του μέλλοντος και τον βιώνουμε σαν ένα διαρκές παρόν. «Τα Πάθη τα σεπτά η παρούσα ημέρα, ως φώτα σωστικά ανατέλλει τω κόσμω », μας διαβεβαιώνει ο υμνωδός. Άλλωστε αυτό δε βιώνουμε σε κάθε Θεία Λειτουργία; Ολόκληρο το έργο της Θείας Οικονομίας: «Μεμνημένοι… πάντων των υπέρ γεγενημένων… και της Δευτέρας και ενδόξου πάλιν Παρουσίας».
Από το εσπέρας της Κυριακής των Βαΐων εισερχόμεθα στον λειτουργικό χρόνο της Αγίας και Μεγάλης Εβδομάδας. «Ιδού ο Νυμφίος έρχεται…». Μαζί μ’ εμάς και όλη η ανθρωπότητα που ζει το κακό, την απόγνωση, τήν απελπισία, αλλά και προσδοκά.
Πιστεύουμε στην Ανάσταση και προσδοκούμε την Ανάσταση. Ξέρουμε ότι ο θάνατος του Χριστού εκμηδένισε τη δύναμη του θανάτου. Και περιμένουμε με χαρά και ελπίδα. Όταν βαπτιζόμαστε στο όνομα της Αγίας Τριάδας, βαπτιζόμαστε στον θάνατο του Χριστού και από εκείνη τη στιγμή συμμετέχουμε στη ζωή Του που βγήκε από τον Τάφο. Κοινωνούμε το Σώμα και το Αίμα Του, που είναι η τροφή της αθανασίας, της αιωνιότητας.
Ο Χριστός έρχεται στην καρδιά μας, για να μας αναγεννήσει και να μας αναστήσει. Είναι η αγάπη Εκείνου που δημιουργεί εκ του μηδενός ανθρώπινες υπάρξεις, κατά την εικόνα Του. Αυτή η οδυνώμενη αγάπη του Θεού περνά από τον Σταυρό και τον θάνατό Του και μεταμορφώνεται σε δύναμη και Ανάσταση. Ας πάμε κι εμείς κοντά σ’ Εκείνον, για να εορτάσουμε μαζί με τη δική Του και τη δική μας Ανάσταση.
(Αγαθαγγέλου, Επισκόπου Φαναρίου, «Η ζύμη του Ευαγγελίου», εκδ. Αποστ. Διακονία, σ. 108-110)

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 10, 2014

Ιερομάρτυς Χαράλαμπος, ο υπερήλικας αγωνιστής

Ο Άγιος Χαράλαμπος ήταν ιερεύς στη Μαγνησία της Μικράς Ασίας και έζησε επί αυτοκρατορίας του Σεπτιμίου Σεβήρου (193-211 μ.Χ.). Όταν το έτος 198 μ.Χ. ο Σεβήρος εξα­πέλυσε απηνή διωγμό κατά των Χριστιανών, ο έπαρχος της Μαγνησίας Λουκιανός συνέλαβε τον Άγιο και του εζήτησε να αρνηθεί την πίστη του. Όμως ο Άγιος όχι μόνο δεν το έκανε αυτό, αλλά αντίθετα ομολόγησε στον έπαρχο την προσήλωσή του στον Χριστό και εδήλωσε με παρρησία ότι σε οποιοδήποτε βασανιστήριο και να υποβληθεί δεν πρόκειται να αρνηθεί την πίστη της Εκκλησίας. Τότε η σκοτισμένη και σαρκική ψυχή του Λουκιανού επέτεινε την οργή της και διέταξε να αρχίσουν τα φρικώδη βασανιστήρια στο γέροντα ιερέα.
agxaral2
Πρώτα τον εγύμνωσαν και ο ίδιος ο Λουκιανός, παίρνοντας το ξίφος του προ­σπάθησε να πληγώσει το σώμα του Αγίου. Όμως αποκόπηκαν τα χέρια του και έμειναν κρεμασμένα στο σώμα του Ιερομάρτυρος και μόνο ύστερα από προσευχή του Αγίου συγκολλήθηκαν αυτά πάλι στο σώμα και ο ηγεμόνας κατέστη υγιής. Βλέποντας αυτό το θαύμα του Αγίου πολλοί από τους δήμιους επίστεψαν στον αληθινό Θεό.
Με το ζόφο στο νου και με τη θηριωδία στην καρδιά, ο έπαρχος έδωσε εντολή να διαπομπεύσουν τον Άγιο και να τον σύρουν διά μέσου της πόλεως με χαλινάρι. Τέλος, διέταξε τον αποκεφαλισμό του Αγίου, ο οποίος με το μαρτύριό του έλαβε τον αμαράντινο στέφανο της δόξας.
Τμήματα της τιμίας κάρας αυτού φυλάσσονται στην ιερά μονή Αγίου Στεφάνου Μετεώρων και στον ομώνυμο προσκυνηματικό ναό της κωμοπόλεως των Θεσπιών της Βοιωτίας.
(Επισκόπου Φαναρίου Αγαθαγγέλου, Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Φεβρουάριος, εκδ. Αποστ. Διακονία, σ. 108-109)
πηγή

Σάββατο, Ιουνίου 08, 2013

Η ΑΠΆΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΤΑΠΕΊΝΩΣΗΣ. (ΚΥΡΙΑΚΉ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΎ) «Ο δε έφη· Πιστεύω Κύριε· και προσεκύνησεν αυτώ» του Θεοφιλεστάτου Επισκόπου Φαναρίου κ.κ. Αγαθάγγελου



Στην ευαγγελική περικοπή της Κυριακής του Τυφλού παρουσιάζεται ένα θαυμαστό γεγονός. Ένας εκ γενετής τυφλός αποκτά με τη θαυματουργική επέμβαση του Ιησού Χριστού την όρασή του. Και το γεγονός της θεραπείας του γίνεται αφετηρία σωτηρίας, η οποία στο τέλος του ευαγγελικού αναγνώσματος εκφράζεται διά της ομολογίας της πίστεώς του. Ο Χριστός τον ρωτά: «Συ πιστεύεις εις τον Υιόν του Θεού»; Και ο τυφλός τότε κατορθώνει να δει όχι μόνο το επίγειο, αλλά και το φως της Θεότητος: « Πιστεύω Κύριε· και προσεκύνησεν αυτώ».
Το γεγονός αυτό αποτελεί μια ευλογημένη ευκαιρία, έτσι ώστε και εμείς, ως ορθόδοξοι άνθρωποι, να προβληματιστούμε για την πίστη μας και να ανανεώσουμε την υπόσχεση που δώσαμε κατά την ημέρα της βαπτίσεώς μας.
Πολλές φορές, απογοητευμένοι από τα ανθρώπινα και τα καθημερινά, προβληματιζόμαστε για την παρουσία του Θεού στη ζωή μας. Ζητάμε σημεία για να πιστέψουμε . Ακόμη κι όταν ο Κύριος βρισκόταν καρφωμένος επάνω στον Σταυρό, οι άνθρωποι Τον πείραζαν και Τον βλασφημούσαν λέγοντας: «Εάν είσαι υιός του Θεού, κατέβα από τον Σταυρό και θα πιστέψουμε σε Σένα». Όμως ο Κύριος δεν απάντησε. Παρέμεινε, εν σιωπή, στον Σταυρό και πέθανε, για να ζήσει ο άνθρωπος, και αναστήθηκε, για να ανοίξει τη θύρα του Παραδείσου και να οδηγήσει τον άνθρωπο στη ζωή του Θεού.

Η σιωπή του Θεού

Οι αποδείξεις που ζητάμε πολλές φορές, για να πιστέψουμε στον Θεό, τραυματίζουν την αλήθεια, την αγαπητική σχέση με το Θεό, και γι’ αυτό η άρνηση του Κυρίου είναι άμεση και κατηγορηματική (Μάρκ. 8,12).
Ο Θεός ήλθε στον κόσμο αλλά κρύβεται ακόμη και μέσα στη φανέρωσή Του. Ο Θεός αποκρίνεται με τη σιωπή, αλλά για εκείνον που μπορεί να καταλάβει, να νιώσει. μέσα σ’ αυτή τη σιωπή δηλώνει την αγάπη Του για τον άνθρωπο. Είναι η «μωρία» του Θεού, ο ακατανόητος σεβασμός στην ελευθερία μας.
Κάθε αναγκαστική απόδειξη βιάζει την ανθρώπινη συνείδηση, μεταβάλλει την πίστη σε απλή γνώση. Γι’ αυτό ο Θεός κλείνεται μέσα στη σιωπή της οδυνώμενης αγάπης Του. Ο Θεός δε δίνει διαταγές. Μας προσκαλεί σε μια σχέση αμοιβαιότητας. Ο Πατέρας είναι Πατέρας χωρίς να επιβάλει την πατρότητά του. Ο Χριστός έρχεται για να καθίσει στο «τραπέζι των αμαρτωλών», και σταυρώνεται από υπερβολή ερωτικής αγαθότητας. «Ποιός σύζυγος», ρωτά ένας ασκητικός συγγραφέας του 6ου αι., «πέθανε ποτέ για τη σύζυγό του, και ποιά σύζυγος διάλεξε ποτέ να παντρευτεί έναν εσταυρωμένο; Ο Κύριος μνηστεύθηκε την Εκκλησία, της έδωσε μια προίκα με το αίμα Του, και της σφυρηλάτησε ένα δαχτυλίδι με τα καρφιά της σταυρώσεώς Του». Τόσο μεγάλη είναι η αγάπη του Θεού για τον άνθρωπο.

Συ, πιστεύεις;

Ο Χριστός δεν απευθύνεται ποτέ στη λογική, δεν παραθέτει αποδείξεις, μήτε επιχειρήματα, δε ρωτά: «Ξέρεις; Πείστηκες; Νικήθηκες;». Το μόνο που ρωτά είναι: «Πιστεύεις;». Και στο ερώτημα αυτό μια καθαρή καρδιά μόνο αυτό μπορεί να απαντήσει: «Πιστεύω, κύριε, βοήθει μοι τη απιστία». Την ώρα. λοιπόν, που μας βαραίνει η αμφιβολία για την παρουσία του Θεού, την ώρα που μας βαραίνει η μοναξιά, μόνο η βαθιά ταπείνωση έρχεται σε βοήθειά μας. Αυτή, η ταπείνωση, κάνει τον άνθρωπο να καταθέτει μπροστά στον Σταυρό του Χριστού ολόκληρο το είναι του. Και τότε έξαφνα ο Χριστός σηκώνει αντί για μας αυτό το βάρος: «Μάθετε απ’ εμού… ότι ο ζυγός μου χρηστός και το φορτίον μου ελαφρόν έστι» (Ματθ. 11, 30). Και ο λόγος αυτός δεν είναι απάτη· είναι φως μέσα στην κόλαση του σημερινού κόσμου.

(Αγαθαγγέλου, Επισκόπου Φαναρίου, «Η ζύμη του Ευαγγελίου», εκδ. Αποστ. Διακονία, σ. 136-138)

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 06, 2013

Ομιλία εις την μνήμη του Αγίου Φωτίου(+6 Φεβρουαρίου)

Ό Μέγας Φώτιος έγεννήθηκε περί το 810 μ.Χ. στην Κωνσταντινούπολη από ευσεβή και επιφανή οικογένεια πού αγωνίσθηκε για την τιμή και προσκύνηση των ιερών εικόνων. Οι γονείς του ονομάζονταν Σέργιος και Ειρήνη και καταδιώχθηκαν έπι του είκονομάχου αυτοκράτορας Θεοφίλου (829-842 μ.Χ.)- Ό “Αγιος Σέργιος, του οποίου τη μνήμη τιμά ή Εκκλησία στις 13 Μαΐου, ήταν αδελφός του Πατριάρχου Ταρασίου (784-806 μ.Χ.) και περιπομπεύθηκε δέσμιος άπό το λαιμό ανά τις οδούς της Κών¬στα ντινουπόλεως, έστερήθηκε την ττεριουσία του και έξορίσθηκε μετά της συζύγου και των παιδιών του σε τόπο άνυδρο, όπου από τις ταλαιπωρίες απέθανε ως Όμολογητής.

Ο ιερός Φώτιος διέπρεψε πρώτα στα ανώτατα πολιτικά αξιώματα.”Οταν με εντολή του αυτοκράτορας απομακρύνθηκε βιαίως άττό τον πατριαρχικό θρόνο ό Πατριάρχης Ιγνάτιος, ανήλθε σε αυτόν, το έτος 858 μ.Χ., ό ιερός Φώτιος, ό οποίος διακρινόταν για την αγιότητα του βίου του και την τεράστια μόρφωση του. Ή χειροτονία του εις Έπίσκοπον έγινε την ήμερα των Χριστουγέννων του έτους 858 μ.Χ.Ό ιερός Φώτιος με συνοδικά γράμματα ανακοίνωσε, κατά τα καθιερωμένα, τα της εκλογής του στους Πατριάρχες της Ανατολής και έτόνισε την αποκατάσταση της ειρήνης στην Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως. Άλλα πριν ακόμη προλάβει να την παγιώσει επήλθε ρήξη μεταξύ των ακραίων πολιτικών και των οπαδών του Πατριάρχου Ιγνατίου, των «Ίγνατιανών». Οι «Ίγνατιανοί» συγκεντρώθηκαν στο ναό της Άγιας Είρήνης. αφόρισαν τον ιερό Φώτιο και ανακήρυξαν Πατριάρχη τον Ιγνάτιο. Ό Φώτιος συγκαλείτε σύνοδο στο ναό των Άγιων “Αποστόλων για την αντιμετώπιση του άνακύψαντος ζητήματος. Ή Σύνοδος κατεδίκασε ως αντικανονικές τις ενέργειες των «Ίγνατιανών»και έτόνισε ότι ό Ιγνάτιος, άφοΰ παραιτήθηκε από το θρόνο, δεν ήταν πλέον Πατριάρχης, εάν δε διεκδικούσε την επιστροφή του στον πατριαρχικό θρόνο, τότε αυτόματα θα ύφίστατο την ποινή της καθαιρέσεως και του αφορισμού.
Ό μεγάλος αυτός Πατέρας της Εκκλησίας ίερούργησε, ως άλλος απόστολος Παύλος, το Ευαγγέλιο. ‘Αγωνίσθηκε για την άναζωπύρωση της ιεραποστολικής συνειδήσεως, πού περιφρουρεί την πνευματική ανεξαρτησία και αυτονομία των ορθοδόξων λαών από εισαγωγές εθίμων ξένων πρός την ιδιοσυγκρασία τους, με σκοπό την αλλοίωση της ταυτότητας και της πνευματικής τους ζωής. Διότι έγνώριζε, ότι ό μέγιστος εχθρός ενός λάου είναι ή απώλεια της αυτοσυνειδησίας του, ή φθορά της πολιτισμικής του ίδιοπροσωπίας και ή αλλοίωση του ήθους του. Ό ιερός Φώτιος έγνώριζε την ιεραποστολική δραστηριότητα του ιερού Χρυσοστόμου, άφού αναφέρεται πολλές φορές στο έργο αυτό. και μάλιστα επηρεάσθηκε από αυτή στο θέμα της χρήσεως των επιτόπιων -γλωσσών και των μοναχών ως ιεραποστόλων. Επί των ήμερων του εκχριστιανίσθηκε το έθνος των Βουλγάρων, το οποίο έμυσταγώγησε πρός την άμώμητη πίστη του Χρίστου και το αναγέννησε με το λουτρό του θείου Βαπτίσματος.

Το θεολογικό του έργο έδικαίωνε τους αγώνες της Εκκλησίας, έβεβαίωνε την ορθόδοξη πίστη και ένέπνεε την εκκλησιαστική συνείδηση για την συνεχή εγρήγορση του όλου εκκλησιαστικού Σώματος. Υπό την έννοια αυτή ή εκκλησιαστική συνείδηση διέκρινε στο πρόσωπο του τον υπέρμαχο της ορθοδόξου πίστεως και τον εκφραστή του αυθεντικού φρονήματος της Εκκλησίας. Σε οιοδήποτε στάδιο του βίου και αν παρακολουθήσουμε τον ιερό Φώτιο, είτε στη Βιβλιοθήκη, επιδιδόμενο σε μελέτες, είτε ως καθηγητή της φιλοσοφίας στο πρώτο Πανεπιστήμιο της Μεσαιωνικής Ευρώπης, της Μαγναύρας, σε μια εποχή πού ή Δύση ήταν ακόμη βυθισμένη στο τέλμα των σκοτεινών αιώνων, είτε κοσμούντα τον άγιώτατο πατριαρχικό θρόνο της Κωνσταντινουπολίτιδος Εκκλησίας, είτε έξασκούμενο στην ελεημοσύνη και τη φιλανθρωπία, είτε υφιστάμενο την παραγνώριση των ανθρώπων και τις σκληρές στερήσεις δύο εξοριών, παντού αναγνωρίζαμε το μαχόμενο υπέρ της αληθούς ορθοδόξου πίστεως, της «αποστολικής τε και πατρικής παραδόσεως» και «της προγονικής ευσεβείας», ή οποία αποτελεί και το περιεχόμενο της πατερικής διδασκαλίας αυτού. Γι’ αυτό ουδέποτε ό “Αγιος ανέχθηκε οποιαδήποτε παρασιώπηση ή παραφθορά της αλήθειας.
Επί της βάσεως αυτής αντέκρουσε όχι μόνο τους είκονομάχους άλλα και τις παπικές αξιώσεις και το γερμανο-φραγκικό δόγμα του filioque, το οποίο διασαλεύει την κοινωνία των άγιο-πνευματικών προϋποθέσεων και ενεργειών και δεν έχει θέση μέσα στην κοινωνία του Σώματος της Εκκλησίας και της κοινότητος των αδελφών.
Ή δολοφονία του αυτοκράτορας Μιχαήλ του Γ’ στις 24 Σεπτεμβρίου 867 μ.Χ. από τον Βασίλειο Α’ τον Μακεδόνα, συνοδεύθηκε και με κρίση στην Εκκλησία. Ό νέος αυτοκράτορας έτάχθηκε υπέρ της προσεγγίσεως Κωνσταντινουπόλεως και Ρώμης και αναζήτησε ερείσματα στους «Ίγνατιανούς». Ό ιερός Φώτιος υπήρξε το θύμα αυτής της νέας πολιτικής σκοπιμότητας του αυτοκράτορας, ό οποίος τον εκθρόνισε και αποκατέστησε στο θρόνο τον Πατριάρχη Ιγνάτιο, στις 23 Νοεμβρίου 867 μ.Χ. Ή Σύνοδος του έτους 869 μ.Χ., πού συνήλθε στην Κωνσταντινούπολη, στο ναό της “Αγίας Σοφίας, αναθεμάτισε τον “Αγιο Φώτιο, όσοι δε Επίσκοποι έχειροτονήθηκαν από αυτόν ή παρέμεναν πιστοί σε αυτόν καθαιρέθηκαν και όσοι από τους μοναχούς ή λαϊκούς παρέμειναν οπαδοί του αφορίσθηκαν. Ό ίερός Φώτιος καθ’ όλη τη διαδικασία και παρά την προκλητική στάση των αντιπροσώπων του Πάπα ετήρησε σιγή, τους υπέδειξε να μετανοήσουν και αρνήθηκε να δεχθεί την αντικανονική ποινή. Στή συνέχεια έξορίσθηκε και υποβλήθηκε σε ποικίλες και πολλαπλές στερήσεις και κακουχίες. Επακολούθησε βέβαια ή .συμφιλίωση των δύο Πατριαρχών, Φωτίου και Ιγνατίου, αλλά ό θάνατος του Ιγνατίου στις 23 Όκτωβρίου του 877 μ.Χ. επέτρεψε την αποκατάσταση του πρώτου στον πατριαρχικό θρόνο ως το 886 μ.Χ. κατά το οποίο εξαναγκάσθηκε σε παραίτηση από το διαδεχθέντα τον αυτοκράτορα Βασίλειο δευτερότοκο υιό του Λέοντα ΣΤ’ τον Σοφό.
Ό Άγιος Φώτιος έκοιμήθηκε όσίως το έτος 891 μ.Χ. οντάς εξόριστος στην ιερά μονή των ‘Αρμεριανών. Το ιερό και πάντιμο σκήνωμα του εναποτέθηκε στη λεγόμενη μονή της Ερημιάς ή Ηρεμίας πού ήταν κοντά στη Χαλκηδόνα. Παλαιότερα ή σύναξη του έτελείτο στο Προφητείο, δηλαδή στο ναό του Τιμίου Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου, πού βρισκόταν στη μονή της Ερημιάς, ενώ τώρα τελείται στην ιερά πατριαρχική μονή της ‘Λγίας Τριάδος στη νήσο Χάλκη.

επισκόπου Φαναρίου Αγαθάγγέλου-Φεβρουάριος 2005

Σάββατο, Ιανουαρίου 26, 2013

του ευαγγελισμού της οικουμένης » Η συνάντηση με τον Θεό. (Κυριακή ΙΕ΄Λουκά) Επίσκοπος Φαναρίου Αγαθάγγελος


«Και προδραμών έμπροσθεν ανέβη επί συκομορέαν, ίνα ίδη αυτόν »
Στην Ευαγγελική περικοπή του Ζακχαίου φαίνεται η διαφορετική στάση και διάθεση που τηρούμε εμείς οι άνθρωποι απέναντι στον Χριστό, από την οποία εξαρτάται η σωτηρία ή η αιώνια καταδίκη μας. Ο Ζακχαίος ζητάει απεγνωσμένα να δει τον Χριστό. Για να δει τον Κύριο, επειδή είναι κοντός, σκαρφαλώνει επάνω σ’ ένα δέντρο. χωρίς να σκεφτεί τις κοροϊδίες, τα σχόλια, την απόρριψη του κόσμου. Και από το δέντρο η καρδιά του «πέφτει» στα χέρια του αγίου Θεού. Αναγνωρίζει στο πρόσωπο του Κυρίου τον Λυτρωτή του κόσμου και Μεσσία. Η καρδιά του λαμβάνει πείρα πληρώματος φωτοφόρου ζωής. Ο νους του ξαφνικά συλλαμβάνει κρυμμένα έως τότε νοήματα. Η εγγύτητα του Θεού τον εμπνέει.
Ο φόβος του πλήθους και η ματαιοδοξία
Αυτό που οφείλουμε να προσέξουμε στην περίπτωση του Ζακχαίου είναι ότι, πολλές φορές, οι χλευασμοί και η κοροϊδία, οι μάταιοι και ψευδείς λόγοι είναι αυτά που περισσότερο από καθετί άλλο εμποδίζουν στην αναζήτηση του Θεού. Για τον λόγο αυτό ας ακούσουμε τη φωνή του οσίου Ιωάννου του Καρπαθίου που λέγει: «Πρόσεχε τον εαυτό σου από τα φίλτρα της Ιεζάβελ, από τα οποία τα κυριότερα είναι οι λογισμοί της υπερηφάνειας και της μα­ταίας δόξης, δηλαδή της ματαιοδοξίας. Θα μπορέσεις να τα κατανικήσεις, με τη Χάρη του Θεού, αν θεωρείς τιποτένια την ψυχή σου και την εξευτελίζεις και ρίχνεις τον εαυτό σου ενώπιον του Κυρίου και Τον καλείς να σε βοηθήσει, και αν γνωρίζεις ότι τα χαρίσματα είναι ουράνια».
Οι Πατέρες της Εκκλησίας επιμένουν πολύ στο θέμα αυτό. Μας λένε ότι τις πιο πολλές φορές ούτε η έλξη του κακού, στην οποία έχουμε συνηθίσει, ούτε η αντίδραση που θα συναντήσουμε είναι εκείνα που μας εμποδίζουν ν’ αρχίσουμε μια νέα ζωή, αλλά ο φόβος της γελοιοποιήσεως, δηλαδή η ματαιοδοξία, που εξουθενώνει την ψυχή και την ευτελίζει. Η ματαιοδοξία σκοτίζει τον άνθρωπο και έτσι αυτός δεν μπορεί, όχι να ανέβει σ’ ένα δέντρο για να δει τον Θεό, αλλά δεν μπορεί να γνωρίσει τον Θεό.
Ο ματαιόδοξος είναι εντελώς υποταγμένος στην κρίση των άλλων. Η συνείδησή του σιωπά τελείως μπροστά στη φωνή του πλήθους. Η κρίση του Θεού παραμερίζεται. Ο Θεός είναι μακριά, αθέατος, ενώ το πλήθος είναι κραυγαλέο και αλαζονικό και απαιτεί υποταγή και συσχηματισμό. Με το να αποδεχτούμε να ζήσουμε σ’ έναν αλλόκοτο κόσμο προσποιήσεως και ψεύδους, μόνο και μόνο για να είμαστε κοινωνικά αποδεκτοί με τα μέτρα και τα κριτήρια του κόσμου, μεταμορφώνουμε την πραγματικότητα σε αυταπάτη. Η ματαιοδοξία δεν αποστερεί μόνο το ουσιαστικό περιεχόμενο αυτού που κατέχουμε, αλλά μας αφαιρεί και ό,τι έχουμε.
Στη ματαιοδοξία υπάρχει και μια άλλη καταστρεπτική δύναμη: ο ματαιόδοξος προσκολλάται στα εξωτερικά τεκμήρια και στην απατηλή εμφάνιση. Η κρίση του Χριστού ανασκαλεύει τις καρδιές των ανθρώπων αδιαφορώντας καμιά φορά για τα πιο πειστικά επιφανειακά τεκμήρια προκειμένου να διεισδύσει στο βάθος, πίσω απ’ αυτά, πέρα από τα φαινόμενα.
Η επίσκεψη του Κυρίου
Ο Χριστός, που βλέπει την καρδιά του Ζακχαίου, επισκέπτεται το σπίτι του και γίνεται δεκτός με σεβασμό και πολλή χαρά. Αυτός ο σεβασμός στον Θεό, αυτή η χαρά να ζεις μέσα στην παρουσία του Θεού, διακηρύσσεται στη ζωή του Ζακχαίου με την αληθινή μεταστροφή του, με την πράξη μετάνοιάς του, πράγμα που σημαίνει μια εντελώς καινούργια κατεύθυνση στη ζωή του. Και είναι ακριβώς αυτό που αναγνωρίζει ο Χριστός όταν λέγει: «και αυτός υιός Αβραάμ εστί». Να γιατί «σωτηρία τω οίκω τούτω εγένετο» και τα πάντα υπερκάλυψε η χαρά.
(Αγαθαγγέλου Επισκ. Φαναρίου, «Η ζύμη του Ευαγγελίου», εκδ. Αποστ. Διακονία)Θησαυρός Γνώσεων και Ευσεβείας

Σάββατο, Οκτωβρίου 20, 2012

Το μυστήριο της ανομίας και η σωτηρία του κόσμου. (Κυριακή ΣΤ΄ Λουκά)


πηγή


Η πραγματικότητα μιας τραγικής υπάρξεως.

Ο διάβολος είναι μία τραγική ύπαρξη. Ο Θεός τον έπλασε μαζί με τις Αγγελικές δυνάμεις και τον προόρισε να γίνει δοχείο ακτίστου φωτός. Αυτός όμως από εγωισμό μετέτρεψε την αγάπη του Θεού σε φιλαυτία και κίνησε ανταρσία εναντίον του Θεού. Δεν μπόρεσε να καταλάβει ότι ο θρόνος του Θεού είναι η αγάπη και η ταπείνωσή του.
Ό σατανάς αναγνωρίζει τόν Θεό καί πιστεύει στή δύ­ναμη τοο. Άλλα δέν αγαπά τόν Χριστό. Όμολογεϊ τη θε­ότητα τοο Κυρίου, αλλά φοβάται τη δύναμη της αγάπης Του. Γι αυτό καί τόν παρακαλεί νά μη τόν βασανίσει. Ό βασανισμός των δαιμόνων έγκειται στό γεγονός ότι. ενώ οί δαίμονες μισούν τόν Χριστό, ξέρουν ότι εκείνος εξακο­λουθεί νά τούς αγαπά καί νά τούς αγκαλιάζει.

Το καταστροφικό έργο του διαβόλου.
Ο δαιμονισμένος, ευρισκόμενος υπό την επήρεια των δαιμονίων, απαντά εις την ερώτηση του Ιησού ότι το όνομά του είναι «λεγεών, ότι δαιμόνια πολλά εισήλθεν εις αυτόν». Οι δαιμονικές δυνάμεις διαβάλλουν, δηλαδή διαιρούν, διασπούν τον άνθρωπο. Τον απομακρύνουν από τον Θεό, από τον εαυτό του, από τους άλλους ανθρώπους.
Ο άνθρωπος δημιουργήθηκε από τον Θεό ως μία προσωπική ενότητα, αλλά οι δαιμονικές δυνάμεις θρυμματίζουν, κομματιάζουν την ενότητα αυτή, την ψυχική αρμονία της υπάρξεως του ανθρώπου. Ο άνθρωπος γίνεται ένα πλήθος, μία μάζα, γίνεται το θέλημά του. Γι’ αυτό και παρά το φαινομενικό πλήθος γύρω του μεταπίπτει στην απομόνωση, στη μοναξιά. Και δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι «άδης» σημαίνει τον σκοτεινό εκείνο τόπο, όπου η κόλαση του ανθρώπου είναι η απελπιστική μοναξιά του. Δηλαδή εκεί που δεν υπάρχει δυνατότητα επικοινωνίας και αγάπης του ενός ανθρωπίνου προσώπου με το άλλο.

Η ενέργεια του μυστηρίου της ανομίας.
Το μυστήριο όμως της ανομίας ενεργείται ήδη στην ιστορία, στην ιστορία του κόσμου και την προσωπική μας ιστορία. Η ζωή συνθλίβεται και αφανίζεται. Οι πνευματικές αναζητήσεις περιφρονούνται και ποδοπατούνται. Η ελευθερία χρησιμοποιείται ως άλλοθι για τον αποπροσανατολισμό και την εξαχρείωση. Αν παραδοθούμε στο πνεύμα της εποχής μας και λησμονήσουμε ότι είμαστε άνθρωποι πλασμένοι κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού, αν δεχθούμε να ζούμε και να συμπεριφερόμαστε ως άβουλα όντα, που για την άνεση και το θέλημά τους δέχονται να προσκυνούν την οποιαδήποτε κτιστή πραγματικότητα, τί θα γίνει με τη ζωή μας και την αλήθεια;
Ο διάβολος παρουσιάζεται και είναι ξένος προς τον Σταυρό του Χριστού. Δε σταυρώνεται ο ίδιος, γιατί δεν έχει σχέση με την αγάπη και τη θυσία, ούτε ζητάει από τους ανθρώπους να σηκώσουν τον σταυρό τους. Υπόσχεται ευκολία και άνεση με μοναδικό όρο την πλήρη υποταγή μας. Όπως έκανε με τον Αδάμ, που για ένα ανεδαφικό και ανόητο θέλημα έχασε τη ζωή και την προοπτική της, έχασε την αγάπη και την κοινωνία, για να μείνει με το κέρδος του αλλοτριωμένου προσώπου και της αλλοτριωμένης ελευθερίας του.

Αποκατάσταση του αρχαίου κάλλους.
Ο Κύριος ήλθε στον κόσμο και αποκατέστησε στον εαυτό Του την αρμονία και την ενότητα του ανθρώπου, ως εικόνας του Θεού στο αρχαίο κάλλος της. Ο Χριστός είναι η υπέρβαση της αμαρτίας, της αστοχίας μας, του θελήμα­τός μας. Μας έχει ενώσει όλους στο Σώμα Του, που είναι το μυστήριο της Εκκλησίας. Αυτό το ζούμε μέσα στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας.
Έτσι, όταν αγωνιζόμαστε να εφαρμόσουμε τις θειες εντολές και μετανοούμε, καμιά αρρώστια του πνεύματος και της ψυχής δεν μένει αθεράπευτη. Ο άνθρωπος που συνδέεται με τον Θεό στο πρόσωπο του Χριστού όχι μόνο θεραπεύεται από τα διάφορα πάθη, αλλά συνήθως αλλάζει και την εξωτερική του εμφάνιση. Η Χάρη του Θεού ακτινοβολεί στο πρόσωπο του. Αυτή την εμπειρία ας αγωνισθούμε να ζήσουμε και εμείς.

(Αγαθαγγέλου, Επισκ. Φαναρίου, «Η Ζύμη του Ευαγγελίου», εκδ. Αποστ. Διακονία, σ. 34-36)

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 29, 2012

Οι προϋποθέσεις για τη χριστοζωή. (Κυριακή Β΄Λουκά)Επισκόπου Φαναρίου Αγαθάγγελου



01ΟΚΤ
«Αγαπάτε τους εχθρούς υμών. και αγαθοποιείτε »
Το Ευαγγελικό ανάγνωσμα, την Κυριακή Β΄ Λουκά, θέτει τις προϋποθέσεις της συμμέτοχης μας στη ζωή του Χριστού. Αυτές είναι: η συγχώρεση, η άφεση, η συμφιλίωση, η ειρήνη, η αγάπη.
Η αληθινή και ανεξάντλητη αγάπη είναι από τον Θεό και κατά Θεόν. Αν αγαπούμε, όχι μόνο δεν μισούμε, αλλά ούτε και κρίνουμε ή κατακρίνουμε. Η αγάπη είναι αναίρεση ή άρνηση του πειρασμού της κρίσεως και κυρίως της κατακρίσεως των άλλων των αδελφών μας, των πλησίον μας. Το έργο της κρίσεως ή της κατακρίσεως των άλλων ανήκει στην Οικονομία του Θεού, του Δημιουργού και Σωτήρα μας, ένα έργο που είναι εγκληματικό να περιορίζεται στα όρια της ανθρώπινης δικαιοσύνης, όταν οι σχέσεις μας με τον Θεό δεν είναι νομικές ή δικανικές, αλλά αγαπητικές ή οικίες, και όταν προπαντός στην κρίση του Θεού για τα ανθρώπινα πράγματα δεν βαρύνει η δικαιοσύνη , αλλά η αγαθότητά Του.

Το αμάρτημα της κατακρίσεως
Είναι εωσφορικό οι άνθρωποι. αντί να δέονται με συνήγορο την Υπεραγία Θεοτόκο για τη σωτηρία όλων, να αρπάζουν την κρίση ή την κατάκριση από τον Θεό. Και είναι εωσφορική αυτή η αρπαγή, γιατί μαρτυρεί φρόνημα αυθάδειας, απουσία προσοχής και σεβασμού στους άλλους, έλλειψη συγνώμης και αγάπης. Το να ασχολούμαστε συνεχώς με τους άλλους και όχι με τον εαυτό μας είναι φαρισαϊσμός, υποκρισία, άρνηση ή άγνοια της τελειότητας, αφού τελειότητα είναι «το πλησίον εαυτού δοξάζειν υπέρ εαυτόν».
Το βάρος, σύμφωνα με τη διδασκαλία του Ευαγγελίου, πέφτει στο να βλέπουμε τα δικά μας πταίσματα και να μην κατακρίνουμε τους αδελφούς μας. Το πρωταρχικό είναι η αίσθηση και η επίγνωση των δικών μας αμαρτιών και αδυναμιών, ως προϋπόθεση του θαύματος της μεταμορφώσεως και αναστάσεώς μας. Με μια λέξη. πρωταρχικό είναι η αύτομεμψία, που είναι η αφανής αλλά σταθερή προκοπή μας, η δίψα και η ελπίδα της σωτηρίας μας. Αλλά η αύτομεμψία για να μην περιοριστεί ή εκφυλιστεί σε ψευδοϋπερηφάνεια ή επιφανειακή ευσέβεια οφείλει να συμπορεύεται με την άρνηση κάθε πειρασμού να κρίνουμε ή να κατακρίνουμε τους άλλους, να αφήνουμε δηλαδή τις αμαρτίες μας και να καταπιανόμαστε με τις αμαρτίες των άλλων. Γιατί όποιος πραγματικά και ανυπόκριτα αγαπά τον Θεό «περί παντός ανθρώπου καλά λογίζεται».
Οφείλουμε να αρνούμαστε το θέλημά μας και να θεωρούμε ανάγκη πνευματική το να ταπεινώνουμε τους εαυτούς μας ενώπιον των αδελφών μας. Και ταπείνωση θα πει να μη βλάπτουμε και να μην προσβάλουμε, να μην κακοποιούμε και να μην κατακρίνουμε, γιατί έτσι μόνο μπορούμε να σωθούμε ή να νικήσουμε τους δαιμονικούς πειρασμούς. Σύμφωνα με την ασκητική εμπειρία του αγίου Ιωάννη της Κλίμακος, «οι δαίμονες μας εκβιάζουν ή να αμαρτήσουμε .ή όταν δεν αμαρτήσουμε να κρίνουμε τους συνανθρώπους μας». Η κρίση και η κατάκριση των άλλων είναι δαιμονική έμπνευση και εργασία, που προσβάλλει και εναντιώνεται στον Θεό και αποτελεί όλεθρο της ψυχής.

Η αγαπώσα καρδία
«Τί είναι μἰα αγαπώσα καρδία;», ερωτά ο άγιος Ισα­άκ ο Σύρος. «Είναι», λέγει, «μια καρδιά που φλογίζεται από αγάπη για ολόκληρη τη δημιουργία, για τους ανθρώπους, για τα πουλιά, για τα ζώα, για όλα τα δημιουργήματα… και αυτό από την πολλή ελεημοσύνη που κινείται στην καρδιά του αμέτρως καθ’ ομοιότητα του Θεού». Έτσι ο Χριστιανός δεν καταδικάζει κανέναν, αγαπά και τιμά τους πάντες χωρίς καμιά διάκριση, διότι «πάντας ανθρώπους ως Θεόν μετά Θεόν λογίζεται» (άγιος Ευάγριος).
Η εγγύηση για να κάνουμε πράξη τα λόγια που ακούμε στην ευαγγελική περικοπή του κατά Λουκά

Ευαγγελίου δεν είναι ανθρώπινη. Ο Χριστός είναι ανάμεσά μας. Όσο πλησιάζουμε τον Χριστό, τόσο οι αποστάσεις μικραίνουν μεταξύ μας. Ένας από τους Πατέρες της Ερήμου, ο άββάς Δωρόθεος, δίνει μια ωραία και σαφή εικόνα της σωτηρίας υπό μορφήν ενός κύκλου. Το κέντρο του κύκλου είναι ο Θεός και όλοι οι άνθρωποι βρίσκονται στην περιφέρεια. Προχωρώντας προς τον Θεό, καθένας ακολουθεί μια ακτίνα του κύκλου, και όσο πιο πολύ πλησιάζει προς το κέντρο του κύκλου τόσο και οι ακτίνες πλησιάζουν μεταξύ τους. Έτσι, η πιο μικρή απόσταση ανάμεσα στον Θεό και τον άνθρωπο περνά από τον πλησίον. Μόνο έτσι αν ζήσουμε, μπορούμε να αγαπούμε τους εχθρούς μας, να είμεθα υιοί του Υψίστου, να είμεθα οικτίρμονες προς όλους καθώς και ο Πατέρας μας ο επουράνιος.

(Αγαθαγγέλου, Επισκ. Φαναρίου, «Η ζύμη του Ευαγγελίου»)

Σάββατο, Απριλίου 07, 2012

«Ιδού αναβαίνομεν…». (Κυριακή των Βαΐων)




«Ωσαννά, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου»

Αν στο πρώτο μέρος της Μεγάλης Σαρακοστής η προσπάθεια μας αποσκοπούσε στην κάθαρση του νου και της καρδιάς με τη νηστεία, την προσευχή, τη συμμετοχή μας στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, τώρα πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι αυτή η κάθαρση δεν είναι αυτοσκοπός. Τώρα όλα πρέπει να μας οδηγήσουν στην οικειοποίησή μας με τον Σταυρικό θάνατο και την Ανάσταση.

«Την κοινήν ανάστασιν…»

Η Ανάσταση του Λαζάρου προεικονίζει ήδη την Ανάσταση του ιδίου του Χριστού. Και ενώ μέχρι σήμερα γνωρίζαμε ότι το Σάββατο είναι η ανάμνηση των απανταχού κεκοιμημένων, το Σάββατο αυτό του Λαζάρου εορτάζεται ως μια αναστάσιμη ημέρα. Μας προετοιμάζει να κατανοήσουμε τη νίκη του Χριστού απέναντι στον αιώνιο εχθρό, τον άδη. Μια νίκη που κάνει τον ίδιο τον άδη να τρέμει και πικρά να κλαίει. Ο φίλος του Χριστού ο Λάζαρος αποτελεί την προσωποποίηση του κάθε ανθρώπου και η Βηθανία, όπου βρίσκεται το σπίτι του, σύμβολο ολόκληρης της οικουμένης, ο τόπος όπου κατοικεί ο κάθε άνθρωπος. Ακολουθούμε τον Ιησού προς τα Ιεροσόλυμα, μέχρι τον τάφο του Λαζάρου, και ακούμε τη συγκλονιστική εντολή Του: «Λάζαρε, δεύρο έξω». Κατανοούμε τώρα ότι είναι η δύναμη της αγάπης, της αγάπης που γίνεται δύναμη και μπορεί να νικά τον θάνατο. Ο Θεός είναι Αγάπη και η Αγάπη είναι Ζωή. Είναι «η πάντων χαρά. Χριστός η αλήθεια, το φως και η ζωή. του κόσμου η ανάστασης…» (Κοντάκιο της εορτής).

«Ευλογημένος ο ερχόμενος»
Στη Βαϊοφόρο εικόνα, που προσκυνούμε την Κυριακή των Βαΐων, βλέπουμε τον Χριστό να εικονίζεται επάνω στον «υιόν υποζυγίου» και να πορεύεται επάνω στα Βάια των κλάδων και στα λουλούδια. Η πορεία μας φθάνει στο τέλος της. Φθάνουμε στην Εβδομάδα των Παθών. Οι ημέρες που ακολουθούν είναι Άγιες και Μεγάλες και έχουν ένα ορισμένο στόχο. Μας υπενθυμίζουν την εσχατολογική σημασία του Πάσχα. Σήμερα, όλοι μας λίγο πολύ θεωρούμε τη Μεγάλη Εβδομάδα ως μία όμορφη παράδοση. Όμως, Πάσχα σημαίνει το τέλος του κόσμου. Πάσχα σημαίνει το πέρασμα στην αιώνια Βασιλεία του Θεού. Τα γεγονότα της Μεγάλης Εβδομάδας, που θα ακολουθούσουν, δεν αποτελούν μια απλή ανάμνηση, αλλά γίνονται.

«Σήμερον…»

Ποιό μπορεί να είναι το νόημα του «σήμερον»; Ασφαλώς και όλα αυτά δε γίνονται «σήμερον». «Σήμερον» μπορούμε να θυμόμαστε αυτές τις πράξεις μας και η Εκκλησία είναι βασικά το δώρο και η δύναμη αυτής της ανάμνησης, που μεταβάλλει τις πράξεις από το παρελθόν σε αιώνια πραγματικά γεγονότα. Ο χρόνος παύει να υπάρχει με τη μορφή του παρόντος και του μέλλοντος και τον βιώνουμε σαν ένα διαρκές παρόν. «Τα Πάθη τα σεπτά η παρούσα ημέρα, ως φώτα σωστικά ανατέλλει τω κόσμω », μας διαβεβαιώνει ο υμνωδός. Άλλωστε αυτό δε βιώνουμε σε κάθε Θεία Λειτουργία; Ολόκληρο το έργο της Θείας Οικονομίας: «Μεμνημένοι… πάντων των υπέρ γεγενημένων… και της Δευτέρας και ενδόξου πάλιν Παρουσίας».
Από το εσπέρας της Κυριακής των Βαΐων εισερχόμεθα στον λειτουργικό χρόνο της Αγίας και Μεγάλης Εβδομάδας. «Ιδού ο Νυμφίος έρχεται…». Μαζί μ’ εμάς και όλη η ανθρωπότητα που ζει το κακό, την απόγνωση, τήν απελπισία, αλλά και προσδοκά.
Πιστεύουμε στην Ανάσταση και προσδοκούμε την Ανάσταση. Ξέρουμε ότι ο θάνατος του Χριστού εκμηδένισε τη δύναμη του θανάτου. Και περιμένουμε με χαρά και ελπίδα. Όταν βαπτιζόμαστε στο όνομα της Αγίας Τριάδας, βαπτιζόμαστε στον θάνατο του Χριστού και από εκείνη τη στιγμή συμμετέχουμε στη ζωή Του που βγήκε από τον Τάφο. Κοινωνούμε το Σώμα και το Αίμα Του, που είναι η τροφή της αθανασίας, της αιωνιότητας.
Ο Χριστός έρχεται στην καρδιά μας, για να μας αναγεννήσει και να μας αναστήσει. Είναι η αγάπη Εκείνου που δημιουργεί εκ του μηδενός ανθρώπινες υπάρξεις, κατά την εικόνα Του. Αυτή η οδυνώμενη αγάπη του Θεού περνά από τον Σταυρό και τον θάνατό Του και μεταμορφώνεται σε δύναμη και Ανάσταση. Ας πάμε κι εμείς κοντά σ’ Εκείνον, για να εορτάσουμε μαζί με τη δική Του και τη δική μας Ανάσταση.

(Αγαθαγγέλου, Επισκόπου Φαναρίου, «Η ζύμη του Ευαγγελίου», εκδ. Αποστ. Διακονία, σ. 108-110)

Κυριακή, Φεβρουαρίου 19, 2012

Το μυστήριο του ελαχίστου αδελφού





Σ' αὐτήν τήν ἔννοια τοῦ πλησίον κρύβεται καί ἡ βαθύτερη σημασία 
τῆς Χριστιανικῆς ἀγάπης. Δέν ἀγαπᾶμε κατά καθῆκον, ὅπως συνήθως
 λέμε. Ἡ ἀγάπη εἶναι ἡ ἀναπνοή τοῦ Χριστιανισμοῦ, ὁ φυσικός τρόπος
 τῆς ὑπάρξεώς του. Δέν ἀγαπῶ, λοιπόν τόν πλησίον μου μέ τήν ἔννοια
 τοῦ οἴκτου, τῆς εὐσπλαχνίας, τῆς ἐλεημοσύνης, ἀλλά τόν ἀγαπῶ, διότι 
μέσα του εἶναι ἡ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Εἶναι δέ χαρακτηριστικό, ὅτι ἡ ἔννοια
 τοῦ πλησίον στό Εὐαγγέλιο εἶναι πρωταρχικά ἐνεργητική - ἀγαπητική 
καί ὄχι παθητική. Χωρίς αὐτή τήν κοινωνία μέ τόν πλησίον εἶναι ἀδύνατη
 ἡ κοινωνία μέ τόν Θεό καί ἡ σωτηρία.

Μέσα στήν Ἐκκλησία ὁ πλησίον μᾶς δίνει τήν δυνατότητα νά ξεδιπλωθοῦμε
 καί νά βγοῦμε ἀπό τόν ἑαυτό μας, νά δραστηριοποιηθοῦμε στήν ἀγάπη καί
 νά ξεπεράσουμε τόν φόβο, πού ἔχει μέσα του τήν κόλαση, καί μετά νά 
περάσουμε στό χῶρο τῆς παραδείσιας κοινωνίας. Στό πρόσωπο τοῦ ἄλλου
 ὁ χριστιανός δέν βλέπει τό κακό καί τό δαιμονικό πού μετατρέπει τήν ζωή
 καί τόν κόσμο σέ θάνατο, ἀλλά στό πρόσωπο τοῦ πλησίον καί μάλιστα τοῦ 
"ἐλάχιστου ἀδελφοῦ" βλέπει τήν ἀληθινή ζωή, τόν Χριστό καί τήν Ἀνάσταση.

Γι' αὐτό ἀκριβῶς ὁ ἱερός Χρυσόστομος, ὅταν μιλάει γιά τόν πλησίον, μιλάει 
γιά τό "μυστήριο τοῦ ἀδελφοῦ". Ὁ δέ ἅγιος Ἐφραίμ ὁ Σῦρος, τονίζει μέ ἔμφαση
 πώς ὅποιος δέν μπορεῖ νά ἀγαπήσει εἶναι οὐσιαστικά "βεβλαμμένος
 κατά νοῦν". Ἡ ἀγάπη, λοιπόν, δέν εἶναι ἀδυναμία καί οὔτε δείχνει 
ἀρρωστημένη κατάσταση ψυχῆς. Ἄρρωστος ψυχικά καί πνευματικά 
εἶναι ὁ ἄνθρωπος τῶν "κεκλεισμένων θυρῶν" τοῦ Σάρτρ, ἤ αὐτός πού
 διαχωρίζει τόν ἑαυτό του ἀπό τούς ἄλλους καί ὑψώνοντας τό δικό του
 τεῖχος ἀδιαφορεῖ γιά τό τί γίνεται στόν κόσμο.

Ὅμοια καί μιά ἁγιότητα χωρίς Θεό, μιά ἁγιότητα χωρίς ἀγάπη καί χωρίς
 κοινωνία μέ τόν πλησίον δαιμονοποιεῖ τόν ἄνθρωπο καί τόν καθιστᾶ ξένο
 καί ἀποκομμένο ἀπό τό κοινωνικό σῶμα. Ἡ πραγματική ἁγιοποίηση τοῦ
 ἀνθρώπου εἶναι οὐσιαστικά μιά πράξη ἀδελφοποιήσεως.

Ὁ κόσμος, ὅπως μᾶς παρουσιάζεται στή σύγχρονη ζωή, στή σύγχρονη 
σκέψη καί λογοτεχνία εἶναι ἕνας κόσμος βασικά ἄρρωστος καί
 "βεβλαμμένος κατά νοῦν" καί ζεῖ τό ἄγχος κάποιας πνευματικῆς ἔνδειας. 
Ἕνας κόσμος περιχαρακωμένος, ἔγκλειστος καί φυλακισμένος, πού δέν
 διψάει γιά δικαιοσύνη καί ἐλευθερία, γιά ἁγιότητα καί ἀγάπη.
 Ἕνας κόσμος φυλακῆς καί ἀπομονώσεως, κόσμος αὐτοερωτισμοῦ
 καί αὐτοϊκανοποιήσεως. Ἕνας κόσμος παραφροσύνης καί μηδενισμοῦ,
 αὐτοκαταστροφῆς καί δουλείας.

Ἡ ἀλλοτρίωση πού σήμερα πραγματοποιεῖται σ' ὅλες τίς μορφές τῆς ζωῆς
 εἶναι ἐνδεικτική τοῦ κόσμου πού ἔρχεται. Ἀλλά καί ἀποκαλυπτική τῆς 
ταυτότητος τοῦ ἀνθρώπου τοῦ αὔριο, πού ἀπό σήμερα δημιουργεῖ μιά 
αὐτοσυνειδησία χωρίς Θεό, χωρίς ἀγάπη καί ἐνάντια σέ κάθε ἔννοια
 κοινότητας καί κοινωνίας προσώπων.

Ἡ μόνη διέξοδος εἶναι ἡ ἐκκλησιαστική ζωή καί πράξη, ἡ μυστηριακή ζωή 
τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Γιατί ἡ ζωή μας στόν ὀρθόδοξο χῶρο εἶναι
 προέκταση τῆς Λατρείας. Εἶναι "λειτουργία μετά τήν λειτουργία". 
Ἄν ἡ ζωή μας δέν εἶναι ἄμεσα καί ὀργανικά συνδεδεμένη μέ τήν λατρεία,
 ἄν δέν εἶναι εὐχαριστία καί δοξολογία, δέν μπορεῖ νά ὀνομάζεται 
ὀρθόδοξη ζωή. Τότε ἀποδεικνύεται ὅτι καί ἡ κοινωνική μας ζωή δέν 
εἶναι παρά ἐξωτερική συμβατικότητα, τυπική καί ἀνούσια, πού ἀποβαίνει
 "εἰς κρῖμα καί κατάκριμα καί ὄχι εἰς σωτηρίαν".
Τό εὐαγγέλιο τῆς κρίσεως εἶναι μιά χαρμόσυνη εἴδηση. Κρύβει τήν 
ὑπόσχεση ὅτι ὁ Κύριος θά ἔλθει καί θά περιμαζέψει τά τέκνα του καί ὁ
 πόνος δέ θά ὑπάρξει πιά καί τό κακό θά σβήσει. Τό μέτρο μέ τό ὁποῖο 
θά κριθοῦμε θά εἶναι ἡ ἀπόλυτη καί ἀδυσώπητη δήλωση τοῦ Θεοῦ ὅτι 
μόνο ὁ δρόμος τῆς ἀγάπης καί τῆς προσφορᾶς μετράει καί μάλιστα 
ὁλοκληρωτικῆς καί ἀψεγάδιαστης. Αὐτός εἶναι ὁ δρόμος τοῦ Θεοῦ. 
Ὁ Σταυρός Του μαρτυρεῖ τήν πίστη Του στό ἀνθρώπινο γένος καί 
στόν κάθε ἄνθρωπο ξεχωριστά, μαρτυρεῖ τήν ἀκατάβλητη ἐλπίδα Του.

Ο Φαναρίου Αγαθάγγελος 


 πηγή

  Ἕκαστον μέλος τῆς ἁγίας σου σαρκός ἀτιμίαν δι' ἡμᾶς ὑπέμεινε τὰς ἀκάνθας ἡ κεφαλή ἡ ὄψις τὰ ἐμπτύσματα αἱ σιαγόνες τὰ ῥαπίσματα τὸ στό...