Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Παρασκευή, Μαΐου 27, 2011

Συνέντευξη για τον Γέροντα Κλεόπα Ηλιέ


ΓΕΡΟΝΤΙΚΟΝ 20ου ΑΙΩΝΟΣ
ΚΛΕΙΤΟΥ ΙΩΑΝΝΙΔΗ
Συνέντευξη του κ. Στυλιανού Κεμετζετζίδη Θεολόγου Συγγραφέα και Διευθυντή των Εκδόσεων "Ορθοδόξου Κυψέλης" με θέμα "ο Γέρων Κλεόπας Ηλιέ"

Κ.Ι.: Οι άγιοι Γέροντες είναι η προέκταση του Ευαγγελίου μέσα στον κόσμο, γιατί η Εκκλησία είναι το εργαστήριο της αγιότητος.
 
Η Ορθοδοξία μας έχει προσφέρει διά μέσου των αιώνων μεγάλες άγιες Πατερικές μορφές αλλά και στον αιώνα μας παρουσιάστηκαν, ως δώρα Θεού, τέτοιες Γεροντικές μορφές, οι οποίες στέκουν ως φωτεινά παραδείγματα και καθοδηγούν εμάς τους υπολοίπους, οι οποίοι ευρισκόμαστε εν τω κόσμω και έχουμε το κοσμικό φρόνημα. Κύριε Κεμεντζετζίδη, ας αρχίσουμε από τη γνωριμία σας, με το Γέροντα Κλεόπα. Πώς τον γνωρίσατε και τι μίλησε μέσα σας η παρουσία αυτού του Γέροντος από τη Ρουμανία.
Στ.Κ.: Κατά την παραμονή μας στο Άγιον Όρος ακούγαμε ότι οι Ρουμάνοι μοναχοί διακρίνονται για την καλογερική και την αρετή τους περισσότερο από άλλους Ορθοδόξους που μονάζουν εκεί και ασκούνται. Και το διαπιστώσαμε από πολλά γεροντάκια τα οποία παρουσίαζαν μια προσήλωση στα καθήκοντά τους και μια ευλάβεια ασυνήθιστη.
Κ.Ι.: Αυτό έγινε πότε;
Στ.Κ.: Αυτό από το 1974 μέχρι το 1979. Είχαμε έρθει σε επικοινωνία με Ρουμάνους που υπάρχουν εκεί, γιατί, υπάρχει και σκήτη Ρουμανική, του Τιμίου Προδρόμου, αλλά και πολλά κελλιά που φιλοξενούν Ρουμάνους πατέρες που διακρίνονται για την ευσέβεια τους. Αρκετούς από αυτούς γνώρισε και ο πατήρ Παΐσιος και αναφέρει περιστατικά που δείχνουν τη μεγάλη τους αφοσίωση στο Θεό.
Ο πόθος, λοιπόν, να γνωρίσουμε κάποιους εν Ρουμανία αγίους υπήρχε και ο Θεός έστειλε ευκαιρία μέσω ενός καλού μοναχού της Μονής Γρηγορίου και ιεραποστόλου, του πατρός Δαμασκηνού, ο οποίος έκανε προσκύνημα στα μοναστήρια της Ρουμανίας (που είναι πάρα πολλά, μετά το Βυζάντιο, είναι ένα Άγιον Όρος, θα έλεγα, όλη η Μολδαβία, με εκατοντάδες μοναστήρια παλιά, αλλά και τώρα έχει δύο μοναστήρια που το καθένα του έχει 700 μοναχές).
Κ.Ι.: Πολύ σημαντικό αυτό.
Στ.Κ.: Η ευσέβεια του Ρουμανικού λαού ξεπερνάει εκείνη όλων των Ορθοδόξων της οικουμένης.
Κ.Ι.: Τόσο πολύ;
Στ.Κ.: Είναι κάτι που δεν το βλέπει κανείς πουθενά αλλού. Ιδιαίτερα αυτό ισχύει για κείνους που βρίσκονται στα Καρπάθια όρη. Έχουν μια ζώσα μοναχική παράδοση.
Κ.Ι.: Μα ήσαν εκεί και πολλοί Έλληνες. Μην ξεχνάμε ότι ο Υψηλάντης ξεκίνησε από εκεί την επανάσταση.
Στ.Κ.: Και στο Ιάσιο υπάρχουν πολλοί Έλληνες, στη Βραΐλα και στο Γαλάτσι. Είχαν πολλή επίδραση από το Βυζάντιο.
Κ.Ι.: Και στα χρόνια της Τουρκοκρατίας;
Στ.Κ.: Πάρα πολλοί Ηγεμόνες βοήθησαν το Άγιον Όρος και υπήρξαν κτίτορες μοναστηριών.
Όταν, λοιπόν, πήγε αυτός ο ευλογημένος μοναχός, μέσα σ' ένα μήνα κατόρθωσε κι έμαθε τη γλώσσα και μας πρότεινε να βγάλουμε κάποιο βιβλίο με Ρουμάνους πατέρες, παλαιοτέρους και συγχρόνους. Και βγήκε ένας μεγάλος τόμος Ρουμανικών Γεροντικών. Μέσα εκεί είδαμε πάρα πολλούς. Ακούσαμε και για τους εν ζωή ευρισκομένους και δημιουργήθηκε ο πόθος να τους γνωρίσουμε. Ο Θεός ευδόκησε και το 1990 έγινε η πρώτη επίσκεψη βοηθείας στη χώρα αυτή με ευλογία πνευματικών πατέρων και της Εκκλησίας. Έτσι έγινε στενότερος ο σύνδεσμος. Έκτοτε, αξιωθήκαμε να πάμε 9 φορές και για να πάρουμε πνευματικά βοηθήματα και υλικά, αλλά, και για να τυπωθούν βιβλία στη γλώσσα τους, προς αύξηση της κατά Θεόν γνώσεως, επειδή, επί σειρά πολλών ετών με το αθεϊστικό καθεστώς τα εστερήθησαν.
Έγιναν και 4 μεταφράσεις βιβλίων συγχρόνων ανθρώπων του Θεού στην ελληνική. Όπως το βιβλίο Πνευματικοί διάλογοι με Ρουμάνους Πατέρες, που τα περισσότερα είναι του πατρός Κλεόπα, ένα άλλο βιβλίο Πνευματικοί λόγοι, που είναι εξ ολοκλήρου του πατρός Κλεόπα, ένα άλλο Αντιαιρετικοί διάλογοι, που είναι επίσης εξ ολοκλήρου του πατρός Κλεόπα και διάφορα άλλα σε φυλλάδια.
Κ.Ι.: Ο πατήρ Κλεόπας ήταν λόγιος Γέροντας;
Στ.Κ.: Δεν ήταν με την αντίληψη και εκτίμηση του κόσμου καθόλου λόγιος, αφού δεν πήγε καθόλου στο σχολείο, αλλ' ήταν ο λογιότερος κατά Θεόν ολοκλήρου της Ορθοδόξου Ρουμανικής Εκκλησίας.
Κ.Ι.: Μάλιστα. Είναι και ο πατήρ Δ. Στανιλοάε.
Στ.Κ.: Ναι. Εκοιμήθη. Ήταν λόγιος.
Κ.Ι.: Καθηγητής.
Στ.Κ.: Μάλιστα. Ο πατήρ Κλεόπας ήταν ο πνευματικός πατέρας όλων των μοναστηριών, όλων των κληρικών της χώρας αυτής και στάθηκε ένας ακτινοβόλος σύγχρονος φάρος σοφίας και αγιότητας και ομολογίας.
Θα σας αναφέρω λίγα απ' αυτά που άκουσα όταν βρέθηκα εκεί και που τώρα θυμάμαι.
Κ.Ι.: Πού ακριβώς βρίσκεται;
Στ.Κ.: Βρίσκεται στην περιοχή Μολδαβίας. Να μνημονεύσουμε τη μονή του Παϊσίου Βελιτσκόφσκι που είχε 1000 μοναχούς και διατηρούσε τυπογραφεία και άλλα θαυμαστά. Είναι μια περιοχή που έχει πάρα πολλά μοναστήρια ανδρικά και γυναικεία.
Κ.Ι.: Είναι μακριά από το Βουκουρέστι;
Στ.Κ.: Ναι, είναι κάπου 4 ώρες. Η περιοχή ονομάζεται Ησυχάστρια επειδή ήταν παλιά πολλά ησυχαστήρια. Τώρα έχουν 100 μοναχούς. Είναι ανδρικό μοναστήρι και ο Γέροντας παραιτήθηκε από τα καθήκοντα της Ηγουμενίας για νάναι απερίσπαστος στο έργο εξομολογήσεως και νουθεσίας του λαού, επειδή επί καθημερινής βάσεως έρχονταν εκατοντάδες προσκυνητές, δεκάδες πούλμαν από όλη τη Ρουμανία και τον ακροάζονταν. Καθόταν μέχρι 12-1.00 τη νύκτα και κατά γκρουπ έκανε συνέχεια αυτό το έργο. Αυτό που γινόταν στο Άγιον Όρος με το Γέροντα Παΐσιο, σε μεγαλύτερο βαθμό να το φανταστούμε στη Ρουμανική Εκκλησία από το Γέροντα Κλεόπα. Επειδή είναι δεκαοκτώ τα εκατομμύρια των Ορθοδόξων εκεί, επειδή οι μορφές αυτές είναι όντως μετρημένες, συγκέντρωνε το ενδιαφέρον από όλη τη Ρουμανία, σε καθημερινή βάση.
Απ' ότι μου είπαν ήταν υιός μιας πολυμελούς οικογένειας, κάπου δέκα παιδιά, από τα οποία τα επτά έγιναν κληρικοί, μοναχοί, ιερομόναχοι και μετά έγινε και η μητέρα τους. Όταν ο ίδιος πήγε στο μοναστήρι, σε αυτό που λέγεται Ησυχάστρια, ο Γέροντας που ήταν εκεί δεν τον δέχτηκε.
Παρόλο που ήταν χειμώνας τον έκλεισε έξω και του είπε: «δεν κάνεις». Αυτός παρακαλούσε, ικέτευε κι έμεινε τρία ημερόνυκτα απ' έξω προσευχόμενος και παρακαλώντας χωρίς να του δίδουν προσοχή. Μετά την τρίτη ημέρα του άνοιξε και του είπε: «έλα τώρα μέσα, εδώ έχουμε σκληρή ζωή, χρειάζεται αυταπάρνηση, τέλεια υπακοή και δεν θα μιλήσεις ποτέ με τον αδελφό σου -είχε αδελφό εκεί- επί ένα χρόνο, όπου κι εάν συναντηθείτε». Τα δέχτηκε όλα και του είπε: «το έργο σου θα είναι να βόσκεις πρόβατα». Πράγματι, με πολλή προθυμία έκανε το διακόνημα αυτό προσευχόμενος μέσα στη φύση, διαβάζοντας, θα λέγαμε, το βιβλίο του Θεού της φύσεως, επιμελούμενος της συνειδήσεως, δοξάζοντας το Θεό και μελετώντας τας Γραφάς.
Έτσι περνούσαν οι μέρες του. Όταν πέρασε το έτος και ξανασυναντήθηκε με τον αδελφό του και πάλι δεν συνομίλησαν. Εκεί που ευρίσκετο φιλοσοφούσε τα θεία και μέσα σε λίγα χρόνια κατέστη σοφότατος. Γνώριζε τη Γραφή απ' έξω, πατέρες απ' έξω και έφθασε σε υψηλά μέτρα αγιότητος. Ο Ηγούμενος της Μονής ήταν άνθρωπος σημαιοφόρος και χαρισματούχος και προεγνώρισε το τέλος του. Ο Θεός τον πληροφόρησε ότι ήταν άξιος για να λάβει την καθοδήγηση των αδελφών, ο βοσκός πατήρ Κλεόπας.
Το ανεκοίνωσε στην αδελφότητα και δεν άρεσε σ' εκείνους. Αλλά, είπαν: «να μη λυπήσουμε το Γέροντα. Μετά που θα πεθάνει εμείς θα τα κανονίσουμε. Τώρα θα αφήσουμε ένα βοσκό να καθοδηγεί εμάς που είμαστε τόσα χρόνια εδώ και που είμαστε μορφωμένοι;» Το θεωρούσαν υποτιμητικό και νόμιζαν πως ο Γέροντας έπεσε έξω.
Κ.Ι.: Δεν είχαν ταπείνωση.
Στ.Κ.: Είχαν. Τα ανθρώπινα δεν λείπουν σε κάποιες στιγμές. Ζει ο παλιός άνθρωπος. Τα βλέπουμε με τη λογική μας η οποία δεν είναι πάντοτε ακριβής.
Μετά από λίγο τους κάλεσε και τους είπε: «ετοιμαστείτε, βάλτε εξαπτέρυγα, και πάμε στο βουνό να παραλάβουμε τον πνευματικό μας πατέρα». Πείστηκαν όλοι οι πατέρες, τον αριθμό 100, πήγαν στο βουνό και για μια στιγμή ο πατήρ Κλεόπας βλέπει μπροστά του αυτό το θέαμα χωρίς να ξέρει τι γίνεται. Του λέγουν: «ο Κύριος σε καλεί να αναλάβεις τη διαποίμανση της αδελφότητος». Εκείνος έπεσε στη γη κλαίγοντας και ζητώντας να τον απαλλάξουν απ' αυτήν τη διακονία, επειδή είναι ανάξιος. «Προτιμότερο ν' ανοίξει η γη να με καταπιεί» έλεγε, και ο ηγούμενος του είπε: «εάν δεν δεχθείς την κλήση και την εκπλήρωση του θελήματος του Θεού θάσαι αλλότριος σωτηρίας και εκτός της μάντρας του Χριστού». Άκων και μη βουλόμενος, ακολούθησε την πομπή, έφτασαν στο μοναστήρι, μπήκανε στο ναό, έγινε η δοξολογία, τον ενθρόνησε και κατόπιν του έδωσε μία ράβδο και του λέει: «Τώρα, να απευθύνεις λόγους παραμυθητικούς στο ποίμνιο σου». Στο διάστημα αυτό οι πατέρες -ένα ποσοστό απ' αυτούς- είπαν διάφορα μέσα στο νου τους ο καθένας: «αυτός ο άξεστος, αυτός ο έτσι», χωρίς να κοινοποιούν αυτά που λέγανε.
Κ.Ι.: Από μέσα τους.
Στ.Κ.: Ναι. Άρχισε ο Γέροντας για αρκετές ώρες και μνημόνευσε από πατέρες, Γραφές, πλείστα όσα θαυμαστά. Εξέπληξε όλους και ταυτόχρονα φανέρωσε τους λογισμούς όλων.
Κ.Ι.: Είχε το χάρισμα;
Στ.Κ.: Μάλιστα. Ο καθένας απ' αυτούς πήγαινε, έβαζε μετάνοια και του έλεγε: «Γέροντα, να με συγχωρέσεις, εγώ είπα για σένα αυτό, εγώ είπα εκείνο». Κι έμεινε ως πνευματικός πατέρας της Μονής την οποία ελάμπρυνε επί σειρά πολλών ετών. Λίγα χρόνια προ της κοιμήσεώς του διέκοψε τη φροντίδα της διοικήσεως για να επιδοθεί απερίσπαστα στο έργο της εξομολογήσεως και καθοδηγήσεως ψυχών.
Κ.Ι.: Είναι πολύ ωραίο αυτό που μας αναφέρατε κ. Κεμεντζετζίδη. Μου γεμίσατε την ψυχή με μεγάλη χαρά. Βλέπουμε αποστολικά αναστήματα και γεγονότα.
Πήραν ένα βοσκό και τον έκαναν ηγούμενο, ποιμένα λογικών προβάτων. Θυμάστε κάποια αισθήματα, κάποια λόγια του;
Στ.Κ.: Να πούμε πρώτα κάτι που έχει σχέση με τον πατέρα Παΐσιο, για να μην το ξεχάσω και μετά επανερχόμαστε.
Ο Γέροντας ποθούσε να πραγματοποιήσει προσκύνημα στα Ιεροσόλυμα και στο Άγιον Όρος. Και πράγματι, ο Θεός ευδόκησε και το 1977 το πραγματοποίησε. Όταν ήρθε στο Άγιον Όρος πήγε σε μερικές μονές σαν ταπεινός και απλός προσκυνητής και συναντήθηκε με το μακαριστό Γέροντα Παΐσιο.
Ο πατήρ Κλεόπας ομιλούσε ρουμανικά, ο πατήρ Παΐσιος καταλάβαινε ελληνικά. Ο πατήρ Παΐσιος ομιλούσε ελληνικά, ο πατήρ Κλεόπας καταλάβαινε ρουμανικά.
Κ.Ι.: Αυτό θυμίζει την Πεντηκοστή.
Στ.Κ.: Μιλούσανε επ' αρκετόν. Κατανόησε ο ένας τον άλλο πλήρως και εν αγάπη και ευφροσύνη χωρίστηκαν λέγοντας: «αυτή η γλώσσα είναι του Αγίου Πνεύματος». Αυτό το γεγονός μου το είπε επίσκοπος, ο οποίος ήταν άμεσος γνώστης αυτής της καταστάσεως. Ο Γέροντας ήταν σοφότατος. Εμείς τον έχουμε και σε κινηματογράφο.
Μεταφέρω κάτι που μας είπε, όταν πήγαμε τη δεύτερη φορά. Έγινε μια συνάντηση όλων των ιεραρχών της Ρουμανικής Εκκλησίας και πολλών παραγόντων της πολιτείας, θα λέγαμε αξιωματούχων, υπουργών, κ.ά. Κοντά στα άλλα έδωσαν το λόγο στον πατέρα Κλεόπα, επειδή τον σέβονταν τα μέγιστα οι πάντες.
Παρόντων κυβερνητικών φορέων, Πατριάρχου, επισκόπων, κ.ά. είπε: «αφού μου δώσατε το ραβδί θα σας κτυπήσω αλύπητα».
Κ.Ι.: Τους εράβδισε;
Στ.Κ.: Ναι. Το θέμα ήταν πώς θα επιτύχουμε πνευματική αναγέννηση στον τόπο. Πώς θα ξαναβρεί ο μοναχισμός την παλιά του αίγλη. Τους είπε: «όλοι ξέρετε ότι εγώ υπήρξα τσοπάνος για δέκα ολόκληρα χρόνια και γνωρίζω πώς γίνεται η καλή φέτα. Χρειάζεται καλή μαγιά. Και καλή μαγιά είναι οι πνευματικοί πατέρες, χωρίς τους οποίους δεν μπορούμε να φτιάξουμε ούτε χριστιανούς, ούτε μοναχούς. Εδώ το αθεϊστικό καθεστώς όταν ήρθε στα πράγματα, εξόρισε βιαίως και αποσχημάτισε 10.000 μοναχούς και κληρικούς και άφησε μόνο ανθρώπους πάνω από 60 ετών και σήμερα έχουμε πολύ νέους -άπειρους δηλαδή- και πολύ γέρους. Εάν δεν βοηθήσουμε να καταρτίσουμε καλούς πνευματικούς οδηγούς, είναι αδύνατο να πετύχουμε την πνευματική αναγέννηση του λαού μας ή του μοναχισμού μας». Αφού τους είπε τα πρέποντα, με γλώσσα ομολογίας και αληθείας και με παρρησία, έδωσε τις πνευματικές του οδηγίες, οι οποίες απ' όλους ήσαν σεβαστές, επειδή ήταν συνείδηση του σύγχρονου ρουμανικού λαού. Ο πατήρ Κλεόπας στάθηκε ως ένας φάρος φωτεινός και ως ένας στάρετς με σημεία αγιότητος και τούτο φαίνεται από την ταλαιπωρία που υπέστη από το καθεστώς. Επί 10 χρόνια ήταν διωκόμενος μέσα στα βουνά των Καρπαθίων και τον προστάτευε ο Θεός, χωρίς θέρμανση, χωρίς τίποτα. Δεν άναβε φωτιά για να μην προδοθεί, τα άγρια θηρία τον υπάκουαν, τον συνόδευαν και η όλη του διαμονή έφερε στη συνείδηση  των πιστών έναν ομολογητή κι ένα σύγχρονο άνθρωπο το Θεού, όπως πραγματικά ήταν.
Κ.Ι.: Αυτή η ιστορία μας θυμίζει τους μεγάλους αββάδες της ερή¬μου κ. Κεμεντζετζίδη.
Στ.Κ.: Μάλιστα.
Κ.Ι.: Ανάλογα αναφέρονται στα συναξάρια και στα Γεροντικά.
Στ.Κ.: Όταν κάποτε πήγαμε και του αφήσαμε πολλά πράγματα απ' αυτά που η αγάπη των πιστών Ορθοδόξων εξ Ελλάδος κι αλλαχού, απέστελναν, σταυρουδάκια, εικόνες κλπ., κλαίγοντας, μας είπε: «κλαίω από χαρά, διότι θα έχω τη δυνατότητα να προσφέρω για πρώτη φορά στους εδώ πιστούς, εικόνες, σταυρουδάκια, που τους γεμίζουν και χαίρομαι από τη χαρά αυτή, που θα πάρουν». Λέγω: «Δεν απευθύνετε κάποια ευχή για να ακούσουν οι αδελφοί που έστειλαν αυτά τα δώρα;» Απάντησε: «να τους φάει ο Παράδεισος».
Κ.Ι.: Υπέροχο.
Στ.Κ.: Δηλαδή, να τους κερδίσει η βασιλεία του Θεού.
Να πω και κάτι που θυμήθηκα τώρα και έχει σχέση με τον πατέρα Παΐσιο, αλλά, και με μια άλλη αγιασμένη μορφή του οποίου όμως τα στοιχεία δεν είναι γνωστά.
Μια μέρα ένας ασκητής από άλλη περιοχή αποφάσισε να πάει στον πατέρα Κλεόπα για να τον συμβουλευθεί. Δεν αναπαυόταν εκεί που ήταν. Είχε πειρασμούς. Στο δρόμο που πήγαινε -σ' ένα δάσος- συνάντησε έναν ασκητή με πολύ παλαιά ρούχα, με σκυμμένο το πρόσωπο, σκεπασμένο μ' ένα κουκκούλι και τα δάκρυα έπεφταν ποταμηδόν. Ο ασκητής του είπε: «καλώς τον». Και του ανέφερε το όνομα. «Πηγαίνεις στον πατέρα Κλεόπα για να του πεις ότι δεν αναπαύεσαι. Ο πατήρ Κλεόπας δεν είναι εκεί. Εγώ πηγαίνω στο μοναστήρι, συναντούμαι μαζί του, χωρίς να με βλέπουν οι αδελφοί. Να γυρίσεις πίσω, να κάνεις προσευχή και θα παρέλθουν οι λογισμοί. Το θέλημα του Θεού είναι να μείνεις εκεί που είσαι». Αυτός έμεινε έκπληκτος. Πείστηκε και του λέει: «ο λόγος που συναντηθήκαμε εδώ δεν είναι άλλος παρά μόνο να μου φέρεις χαρτί, κονδυλοφόρο και μελάνι». «Και πού θα τα βρω;». «Αυτό είναι απόφαση του Θεού. Όταν θα αποφασίσεις να έρθεις, πάλι θα συναντηθούμε». Έμεινε ο μοναχός έκπληκτος. Χαιρετήθηκαν, γύρισε πίσω και μετά από ένα εξάμηνο τούρθαν πάλι λογισμοί και αποφασίζει να ξαναπάει στον πατέρα Κλεόπα. Κατεβαίνοντας από το μοναστήρι θυμήθηκε την υπόσχεση. Πήγε στο διπλανό χωριό, πήρε χαρτί κι όλα αυτά τα σχετικά μήπως συναντήσει αυτόν τον άγνωστο ασκητή.
Πράγματι, πάλι σε κάποιο σημείο τον περίμενε. Τον χαιρετά, τον ευχαριστεί και λέγει: «εσείς ποιος είστε;» Απαντά: «Θα σου πω την ιστορία μου, γι' αυτό κι ήρθες. Θέλω να γράψω μερικά πράγματα που ο Κύριος με διατάζει». «Σε ποιους χρόνους ζούμε; Άνοιξε το Ευαγγέλιο κι αρχίζουν τα γεγονότα της Αποκαλύψεως να πλησιάζουν. Βρισκόμαστε σε αυτούς τους καιρούς». Του ανέφερε το χωρίο, το κεφάλαιο. «Εσείς τι είστε;». «Εγώ, παιδί μου, ήμουν επίσκοπος. Με κάναν με το ζόρι και μετά από λίγο δεν αναπαυόμουνα γιατί με τραβούσε πολύ η έρημος και μετά από μια θεία Λειτουργία, έβγαλα το ωμοφόριό μου, τ' άφησα στην Αγία Τράπεζα, έγραψα ένα σημείωμα και μια νύκτα κρυφά εξαφανίστηκα. Κι αφού περπάτησα 400 χιλιόμετρα μακριά, προς τα Καρπάθια, πήγα και βρήκα ένα μοναστήρι στο οποίο ζήτησα να με δεχτούν ως μοναχό. Με πήραν και είπαν: «Θα είσαι τσοπάνος». Πράγματι, μερικά χρόνια έκανα το επάγγελμα του βοσκού, προσευχόμενος αδιαλείπτως στο Θεό και εργαζόμενος το θέλημα Του. Ένα βράδυ που επέστρεψα μου λέει ο Γέροντας: «Ετοιμάσου, το βράδυ θα γίνεις μοναχός». Εγώ, όμως, ήμουν μοναχός και είπα δεν πρέπει να το μάθει κανείς και σηκώθηκα κρυφά κι έφυγα. Κι εδώ και 20 χρόνια περίπου ζω μέσα στα πανύψηλα βουνά των Καρπαθίων, μόνος με το Θεό, συντροφιά με τα άγρια θηρία, αρκούδες, λύκους και με υπακούουν και με προστατεύουν».
Του λέει: «Πώς μπορούμε να κάνουμε πνευματική ζωή;» Του είπε, υπάρχουν κάπου 12 στάδια. Συνέχισε: «Αυτοί που τρώνε κρέας δεν μπορούν να φτάσουν σε αυτό το στάδιο ποτέ, μπορούν μόνο να φτάσουν σε μια πνευματικότητα τέτοια, εκείνοι που κάνουν αυτό». Ανέφερε όλα και στο τέλος του λέει: «Υπάρχει και η κατάσταση εκείνων που όταν ο άνθρωπος κατακυριευθεί υπό της χάριτος και εν αισθήσει, τότε πλέον δύναται να είναι στη ζωή χωρίς να έχει ανάγκη παντελώς τροφής. Τον τρέφει η αγία Κοινωνία έστω και άπαξ της εβδομάδος ή και η προσευχή ή και η χάρις που τον επισκιάζει και δεν έχει πρόβλημα ούτε από το ψύχος (εκεί έφτανε 40 υπό το μηδέν) ούτε από τον καύσωνα. Ζει ως εν Παραδείσω. Αλλά αυτό το στάδιο δυσκόλως κατορθούται και σε ελαχίστους προσφέρεται».
 
Κ.Ι.: Αυτοί γίνονται επίγειοι άγγελοι.
Στ.Κ.: Ο κληρικός, αυτός ο άγνωστος, του φανέρωσε πολλά. Του είπε ότι: «Με συνοδεύουν τα άγρια θηρία μέχρι έξω από το μοναστήρι, μπαίνω μέσα, κοινωνώ, κουβεντιάζω με τον πατέρα Κλεόπα, εξέρχομαι και μετά με παραλαμβάνουν τα άγρια θηρία πάλι και με πάνε». Μέχρι το 1950-1955 είχαν σημεία απ' αυτόν τον ασκητή. Απ' εκεί και πέρα τα έχασαν. Εκοιμήθη.
Κ.Ι.: Αυτός είναι ένας άγνωστος.
Στ.Κ.: Άγνωστος άγιος. Γνωστός ήταν στον πατέρα Κλεόπα.
Κ.Ι.: Μου θυμίζουν, όσα αναφέρουν τα Συναξάρια για τα θηρία, για μεταφορές επί πτερύγων ανέμων των αγίων Γερόντων. Πρόκειται για μια σύγχρονη έρημο, η οποία είναι γεμάτη από θαυμάσια και θαυμαστά.
Στ.Κ.: Να πω και κάτι άλλο που θυμήθηκα κ. Ιωαννίδη. Ήρθαν κάποιοι εξ Αμερικής θεολόγοι, οι οποίοι τον επισκέφθηκαν λόγω της φήμης που είχε ο πατήρ Κλεόπας και θαύμασαν τη σοφία του. Του είπαν: «πόσους θεολόγους έχει η Ρουμανία;» Εκείνος, με πολλή προχειρότητα τους είπε: «δύο εκατομμύρια». Αυτοί έμειναν εκστατικοί: «πού τους έχει δύο εκατομμύρια θεολόγους;» Και απαντά: «όλοι οι κάτοικοι των Καρπαθίων είναι θεολόγοι γιατί γνωρίζουν να προσεύχονται. Αρέσκονται να κάθονται στις Ακολουθίες 4-5 ώρες, χωρίς καθίσματα, σαν νάναι μοναχοί. Γνωρίζουν να εξομολογούνται, νηστεύουν αυστηρώς τις καθιερωμένες νηστείες, ως ασκητές, έχουν Ορθόδοξη συνείδηση και αγωνίζονται να παραστούν μπροστά στο Θεό. Αυτοί είναι θεολόγοι και όχι όσοι σπουδάζουν στα σύγχρονα σχολεία».
Κ.Ι.: Πολύ ωραίο, πάρα πολύ ωραίο.
ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ ΤΟΥ 20ου ΑΙΩΝΟΣ
ΚΛΕΙΤΟΥ ΙΩΑΝΝΙΔΗ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΝΕΚΤ. ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ

Η Ορθοδοξία είναι Αναρχία

-Χριστός Ανέστη!
-Μαγκιά του!

Πέμπτη, Μαΐου 26, 2011

ΤΟ ΑΡΘΡΟ 120 Παρ.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΣΕ ΔΥΣΚΟΛΟΥΣ ΚΑΙΡΟΥΣ

 

Ήρθε η ώρα της Ελλάδας να αποδείξει ότι θριάμβευσε η δημοκρατία και η πρώτη συντακτική βουλή ψήφισε το Σύνταγμα της Ελλάδας. Ήταν τότε το 1975 όταν με ανακούφιση πολλοί αυτοεξόριστοι και άλλοι διωκόμενοι εντός της επικράτειας, έβλεπαν ότι έρχεται η σειρά της πολιτικής ομαλοποίησης. Νωπές οι μνήμες από την επταετία και όπως γίνεται κατανοητό, κάτι έπρεπε να σοφιστεί ο νομοθέτης για να λάβει τα μέτρα της η πολιτεία σε περίπτωση που κάποιος αντιφρονών προσπαθούσε να ανατρέψει εκ νέου τη δημοκρατία. Ανάμεσα στις διατάξεις του ανωτάτου νόμου της χώρας συμπεριλήφθηκε και η τέταρτη παράγραφος του άρθρου 120 του συντάγματος.. ΄΄ Η τήρηση του Συντάγματος επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων, που δικαιούνται και υποχρεούνται να αντιστέκονται με κάθε μέσο εναντίον οποιουδήποτε επιχειρεί να το καταλύσει με τη βία.΄΄


Αν και ενάντια σε εθνικιστικές αντιλήψεις και αποστροφή των νέων της εποχής σε ιδεώδη όπως της έννοιας της πατρίδας, ενσωματώθηκε ο όρος ΄΄πατριωτισμός΄΄ στο κείμενο. Πολλοί θα σκεφτείτε ότι γίνεται αναφορά σε μία αυθαίρετη έννοια που κατά καιρούς έχει παρεξηγηθεί, αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση ο όρος προκαλεί την οιονεί γέννηση πολιτών-πολεμιστών που μέσω της ανάγκης ορθής τηρήσεως του συντάγματος γίνονται αυτόματα δέκτες υποχρεώσεων και δικαιωμάτων όπως ακολουθεί.
Το δικαίωμα και η υποχρέωση, που απορρέουν κατά την πίστη των πολιτών στο πολίτευμα, καταλήγουν στην ΄΄αντίσταση΄΄ από τους ίδιους σε βάρος εκείνου που οδηγεί το πολιτικό σκηνικό σε άλλη κατεύθυνση. Η ΄΄αντίσταση΄΄, μάλιστα, μπορεί νόμιμα να λάβει χώρα με.. ΄΄οποιοδήποτε μέσο΄΄. Η έννοια ΄΄οποιοδήποτε΄΄ επομένως συμπεριλαμβάνει την εξέγερση, την απειλή ή τη χρήση όπλων, την άρνηση εκτέλεσης εντολών και ο,τιδήποτε θεωρητικά οδηγεί σε πράξη βίας, καθώς δεν υπάρχει κάποιος περιορισμός.
Το ζενίθ της ερμηνείας του συγκεκριμένου άρθρου έρχεται στο τέλος της παραγράφου 4, όπου αναφέρεται ότι η προαναφερθείσα αντίσταση στρέφεται εναντίον ΄΄οποιουδήποτε επιχειρεί να το καταλύσει με τη βία΄΄ . Οποιοσδήποτε μπορεί να είστε εσείς, εγώ, ο στρατός, οι πολιτικοί και όποιος μπορείτε να φανταστείτε. Η κατάλυση του συντάγματος με τη βία είναι απλά μια αδιέξοδη ερμηνεία, καθώς η ίδια η έννοια της βίας ανάλογα με τα συμφέροντα που εξυπηρετούνται περιστρέφεται γύρω από διάφορες δράσεις και σκοπούς.
Από τα διεθνή γεγονότα γνωρίζουμε πως βία είναι η κατάρρευση των δίδυμων πύργων, αλλά όχι ο βομβαρδισμός του νοσοκομείου της Βαγδάτης από αεροπορικές επιδρομές των συμμάχων μας. Στα εσωτερικά της χώρας μας και κυρίως από τους εκλεγμένους ηγέτες υπάρχει περίπτωση να θεωρηθεί ως ΄΄βία΄΄ οποιαδήποτε πράξη, η οποία έχει θεσμοθετηθεί μέσω των βουλευτικών εδράνων , καίτοι εναντιώνεται στον ανώτατο νόμο του κράτους;
Εδώ ακριβώς έρχεται το μεγάλο ερώτημα… Αν δεν υπάρχει κάποια σχετική άσκηση ποινικής δίωξης ή ερμηνεία αντισυνταγματικότητας από τη δικαιοσύνη για την κατάλυση του συντάγματος με πράξη δικαίου, τι μπορεί να κάνει ο μέσος πολίτης που κατά το άρθρο 120 π.4 έχει την υποχρέωση να αντισταθεί με κάθε μέσο. Ποιος διασφαλίζει ότι δεν υπάρχει κάποιου είδους διαφθορά πίσω από μια ενδεχόμενη απραξία όλων των φορέων που έπρεπε εκείνοι πρώτοι να αντιδράσουν σε τέτοια περίπτωση;
Μεταβαίνουμε νοερά σε ένα σενάριο, όπου 500 άτομα εξεγείρονται σε βάρος κάποιας κυβέρνησης που με νομιμοφανή τρόπο( συνθήκη παραχώρησης και με διάλογο στη Βουλή) προκάλεσε συνταγματική επιπλοκή ως προς την εφαρμογή του. Άμεσα θα κατηγορηθούν ως προδότες και αντικαθεστωτικοί και επιπλέον θα διωχθούν για παράβαση του άρθρου 134 του ποινικού κώδικα , δηλαδή εσχάτη προδοσία.
Επικίνδυνο; Θέτει το ίδιο το πολίτευμα σε αδιέξοδο; Κάποιοι θα μιλάτε για ένα φαύλο κύκλο ή για μία τάση αυτοκαταστροφής της δημοκρατίας. Όπως και αν προσπαθήσει κάποιος να το εξηγήσει, καταλήγει σε συμπέρασμα που πιο πολύ αποτελεί ένα σύγχρονο ανέκδοτο. Έγινε τόση πάλη και ένα είδος εμφύλιας σύρραξης με σκοπό να δημιουργηθεί μία πολιτική σκηνή, η οποία μέσω νομίμων οδών δύναται να διαγράψει όσα εκείνη θέσπισε και να επανέλθει στην πρότερη αυτής κατάσταση.
Κλείνοντας ας διατυπωθεί ένα αφελές και παράλληλα τραγικό ερώτημα… Είναι τέτοια η δομή του συντάγματος που επιτρέπει σε όποιο κόμμα ή πρωθυπουργό να το καταλύσει και παράλληλα να μην είναι δέκτης αντιδράσεων από κρατικούς φορείς ή πολίτες;

Ο Άγιος Αυγουστίνος Επίσκοπος Καντερβουρίας

Όταν ο πάπας άγιος Γρηγόριος Α’ ο Διάλογος [12 Μάρτ.] αποφάσισε να βάλει σέ εφαρμογή το σχέδιο που μελετούσε από καιρό, της αποστολής ιεραποστόλων στους Αγγλοσάξονες της Μεγάλης Βρετανίας, επέλεξε άνθρωπο της εμπιστοσύνης του, τον άγιο Αυγουστίνο, οικονόμο τότε της Μονής Αγίου Ανδρέα που είχε ιδρύσει ο ίδιος στο όρος Κοέλιο, για να κατευθύνει μία ομάδα άπό σαράντα ιεραποστόλους μοναχούς (596). Οί νέοι αυτοί απόστολοι…ξεκίνησαν δια ξηράς και μετέβησαν πρώτα στην Προβηγκία, στην Μονή του Λερίνου, κέντρο της ασκητικής παράδοσης, ή οποία είχε παραληφθεί από την Ανατολή και το οποίο τον προηγούμενο αιώνα είχε υποδεχθεί επίσης τον άγιο Πατρίκιο πού ξεκινούσε για την Ιρλανδία [17 Μαρτ.]. Μαθαίνοντας όμως εκεί για τά άγρια έθιμα τών Αγγλοσαξόνων τους κατέλαβε ο φόβος και όλιγοψύχησαν, έλαβαν δε την απόφαση να ανακρούσουν πρύμναν και έστειλαν τον Αυγουστίνο στην Ρώμη για να πληροφο¬ρήσει σχετικά τον πάπα. Αυτός επέστρεψε μετά από λίγο κομίζοντας τις ένθερμες παροτρύνσεις του αγίου Γρηγορίου να ολοκληρώσουν το έργο πού είχαν αναλάβει με την βοήθεια του Θεού, καθώς καί συστατικές επιστολές απευθυνόμενες στον αρχιεπίσκοπο Αρελάτης καί στους Φράγκους ηγεμόνες. Πήραν πάλι τον δρόμο καί πέρασαν τον χειμώνα στο Παρίσι, εν συνεχεία δέ διέσχισαν την Μάγχη καί προσορμίσθηκαν στην νήσο Θάνετ, ανατολικά του βασιλείου του Κέντ, πού προσέφερε το πιο πρόσφορο έδαφος γιά ευαγγελισμό, επειδή ο βασιλιάς του, άγιος Έθελβέρτος [24 Φεβρ.], ο οποίος ασκούσε τά πρωτεία επί τών άγγλοσαξωνικών βασιλείων του νότου, είχε παντρευθεί μία χριστιανή, την Βέρθα, θυγατέρα του βασιλιά τών Παρισίων. Ό Αυγουστίνος έστειλε αμέσως απεσταλμένο του στον ηγεμόνα, γιά να του αναγγείλει ότι είχε έλθει να του φέρει το Ευαγγέλιο καί την επαγγελία μιας αιώνιας βασιλείας μετά του αληθινού Θεού. Λίγες ήμερες αργότερα, ο Έθελβέρτος ήλθε στο νησί καί ζήτησε από τους μοναχούς να του εκθέσουν την διδασκαλία τους. Εντυπωσιασμένος, τους έδωσε την άδεια να κηρύσσουν στο βασίλειο του καί τους προσέφερε διαμονή στην πρωτεύουσα του, Καντερβουρία.
Οί Ρωμαίοι μοναχοί εισήλθαν εν πομπή στην πόλη, με τον σταυρό καί την εικόνα του Χριστού επικεφαλής, ψάλλοντας τις Λιτανείες, κατά τό εθος πού είχε θεσπίσει στην Ρώμη Ό άγιος Γρηγόριος και εγκαταστάθηκαν σε μία εκκλησία κτισμένη πρίν τις βαρβαρικές εισβολές, στην οποία συνήθιζε να προσεύχεται ή βασίλισσα. Όργάνωσαν έκεί την μοναχική τους ζωή, μιμούμενοι τέλεια τον αδελφικό βίο των Αποστόλων και των πρώτων χριστιανών και άρχισαν να κηρύττουν με τόσο καλά αποτελέσματα, ώστε λίγο αργότερα ο βασιλιάς Έθελβέρτος ζήτησε να λάβει το άγιο Βάπτισμα καλώντας τον λαό του να πράξει το ίδιο. Έτσι, τά Χριστούγεννα του έτους 597, δύο χιλιάδες Αγγλοσάξονες έγιναν χριστιανοί.
Ή νεαρή Εκκλησία αναπτύχθηκε γρήγορα κάτω από την συνετή αυθεντία του αγίου Αυγουστίνου —ο όποιος είχε χειροτονηθεί επίσκοπος από τον άγιο Βιργίλιο Αρελάτης [5 Μαρτ.]— και την βοήθεια του βασιλιά. το 601, έστειλε δύο μαθητές στην Ρώμη γιά να αναφέρουν στον άγιο Γρηγόριο τους πρώτους καρπούς της ιεραποστολής και να ζητήσουν την γνώμη του επί ποιμαντικών ζητημάτων πού προσιδίαζαν στην απομακρυσμένη εκείνη περιοχή. Μαζί με τις απαντήσεις του, εμπλεες σοφίας και διακρίσεως, ο πάπας έστειλε και μία δεύτερη δμάδα δώδεκα ιεραποστόλων πού ήσαν κομιστές του πάλλων -σημείο δικαιοδοσίας του Αυγουστίνου επί όλης της αγγλικής Εκκλησίας— καθώς και ιερών σκευών και λειψάνων. Κατάρτισε επίσης γι αυτούς ένα σχέδιο εκκλησιαστικής οργάνωσης των τοπικών Εκκλησιών. Έτσι το Λονδίνο και ή Υόρκη επρόκειτο να γίνουν μητροπόλεις επικεφαλής δώδεκα επισκοπών πού θά διατελούσαν ύπό μητροπολίτη. Έν τω μεταξύ, ο Αυγουστίνος είχε αναλάβει την οικοδόμηση ενός καθεδρικού ναού στην Καντερβουρία και λίγο πιό εξω από την πόλη ενός μοναστηριού αφιερωμένου στους άγιους Πέτρο και Παύλο (σήμερα Αββαείο του Αγίου Αυγουστίνου), ο ναός της όποιας έν συνεχεία θά φιλοξενούσε τους τάφους των επισκόπων Καντερβουρίας και των βασιλέων του Κέντ.
Όταν έφθασε ο καιρός να επεκταθεί ή ιεραποστολή και στά άλλα ειδωλολατρικά βασίλεια, ο άγιος Αυγουστίνος κάλεσε τους Κέλτες επισκόπους και θεολόγους της Ούαλλίας σέ σύσκεψη, κατά την διάρκεια της οποίας τους πρότεινε να εγκαταλείψουν τις επιμέρους ιδιαιτερότητες πού τους χώριζαν9, προκειμένου να αναληφθεί από κοινού ο εύαγγελισμός τών Αγγλοσαξόνων. Οί Κέλτες θεολόγοι εξέφρασαν τον μεγάλο θαυμασμό τους, όταν εκείνος θεράπευσε ενώπιον τους έναν τυφλό, άλλα ζήτησαν να συμβουλευθούν τον λαό τους πριν απαντήσουν στην πρόταση του. Κατά την δεύτερη συναντηση τους, επτά επίσκοποι, προερχόμενοι από την μεγάλη Μονή Μπάνγκορ, προσήλθαν, αφού συμβουλεύθηκαν έναν ερημίτη, ο όποιος τους συνέστησε να μήν αποδεχθούν τις προτάσεις του Ρωμαίου επισκόπου, παρά μόνο άν έδειχνε την ταπεινοφροσύνη του με τό να σηκωθεί από την θέση του, όταν αυτοί θά έφθαναν. Καθώς ό άγιος Αυγουστίνος βρισκόταν ήδη καθισμένος ό’ταν παρουσιάσθηκαν μπροστά του, εκείνοι συμπέραναν αμέσως ότι ήθελε να τους συμπεριφερθεί αυταρχικά. Έτσι αρνήθηκαν κατηγορηματικά να εγκαταλείψουν τα λειτουργικά έθη τους καί κυρίως να τον αναγνωρίσουν ώς αρχιεπίσκοπο τους, πράγμα πού θά σήμαινε γι’ αυτούς την υποταγή τους στο αγγλοσαξονικό βασίλειο του Κέντ. Ό Αυγουστίνος τους αποκρίθηκε, ότι εφόσον αρνούνταν την ειρήνη των αδελφών τους, θα υφίσταντο τον πόλεμο τών εχθρών τους. Καί πράγματι, οί Άγγλοι κατατρόπωσαν λίγο αργότερα τον βρετονικό στρατό στο Τσέστερ.
Στρεφόμενος, τότε, στους ίδιους τους μαθητές του, ό άγιος Αυγουστίνος χειροτόνησε επίσκοπο τον Μέλλιτο, με σκοπό να κηρύξει στην περιοχή τών Σαξόνων της Ανατολής έχοντας επισκοπική έδρα τό Λονδίνο καί τον Ιούστο επίσκοπο Ρότσεστερ, στο Κέντ, δυτικά της Καντερβουρίας. Αφού συμπληρώθηκε ό ελάχιστος αριθμός τών τριών επισκόπων πού ήταν απαραίτητος γιά τις κανονικές χειροτονίες καί την λειτουργία τών τοπικών συνόδων, ή ιεραποστολή μπορούσε εφεξής να εξαπλωθεί καί στά άλλα βασίλεια. Έτσι, έχοντας βάλει τους σπόρους της νέας Εκκλησίας της Αγγλίας, ό άγιος Αυγουστίνος έκοιμήθη έν ειρήνη στις 26 Μαΐου 604.
Μετά τον θάνατο του άγιου Έθελβέρτου τό 616, ο Μέλλιτος καί ο Ιούστος υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν την Αγγλία. Μόνο τό 633, ό Παυλίνος, αρχιεπίσκοπος Υόρκης, εισήλθε στο Κέντ καί ξανάρχισε τό έργο του ευαγγελισμού. Καί άπό τό 672, ό άγιος Θεόδωρος Καντερβουρίας [19 Σεπτ.] προσέδωσε στην αγγλοσαξονική Εκκλησία το οριστικό οργανωτικό της σχήμα.
Πηγή: Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Εκδόσεις Ίνδικτος

Ο γέρων Πορφύριος «με μια παρέα χίπηδες».

Ο Γέροντας Πορφύριος διηγήθηκε κάποτε: «Μιά φορά με επισκέφθηκε ένας χίπης. Ήταν ντυμένος με κάτι πολύχρωμα, παράξενα ρούχα, φορούσε χαϊμαλιά και κοσμήματα και ζητούσε να με δει. Οι μοναχές ανησύχησαν, ήρθαν και με ρώτησαν και είπα, ας περάσει. Μόλις κάθισε απέναντι μου, είδα την ψυχή του. Είχε καλή ψυχή, αλλά πληγωμένη και γι’ αυτό επαναστατημένη.
Του μίλησα με αγάπη κι εκείνος συγκινήθηκε. Γέροντα, μου λέει, κανείς μέχρι σήμερα δεν μου μίλησε έτσι. Είπα το όνομά του κι εκείνος παραξενεύθηκε, πώς το γνώριζα. Έ, του λέω, ο Θεός φανέρωσε και τ’ όνομα σου και ότι ταξίδεψες μέχρι την Ινδία και γνώρισες εκεί τους γκουρού και τους ακολούθησες. «Απόρησε πιο πολύ. Του είπα κι άλλα πράγματα για τον εαυτό του, κι έφυγε ευχαριστημένος. Την άλλη εβδομάδα, νά σου και καταφθάνει ο ίδιος με μια παρέα χίπηδες.
Μπήκαν όλοι μαζί στο κελί μου και κάθισαν γύρω μου. Ήταν μαζί τους και μια κοπέλα. Τους συμπάθησα πολύ. Ήταν καλές ψυχές, αλλά πληγωμένες. Δεν τους μίλησα για το Χριστό, γιατί είδα ότι δεν ήταν έτοιμοι ν’ ακούσουν. Τους μίλησα στη γλώσσα τους, για πράγματα που τους ενδιέφεραν. Όταν τελειώσαμε και σηκώθηκαν να φύγουν, μου είπαν: Γέροντα, θέλουμε μιά χάρη: να μας επιτρέψεις να σου φιλήσουμε τα πόδια. «Εγώ ντράπηκα, αλλά τι να κάνω, τους άφησα. Μετά μου έδωσαν δώρο μιά κουβέρτα. Θα φωνάξω να τη φέρουν, να την δεις. Είναι πολύ ωραία. «Έπειτα από καιρό με επισκέφθηκε η κοπέλα, η χίπισσα, μόνη της. Την έλεγαν Μαρία.
Είδα ότι η Μαρία ήταν πιό προχωρημένη στην ψυχή από τους φίλους της και της πρωτομίλησα για το Χριστό. Δέχτηκε τα λόγια μου. Ήρθε κι άλλες φορές, έχει πάρει καλό δρόμο. Είπε μάλιστα η Μαρία στους φίλους της: «Βρέ παλιόπαιδα, δεν φαντάσθηκα ποτέ, οτι θά γνώριζα το Χριστό, μέσα από μιά χίπικη παρέα».
Μου έκανε εντύπωση το περιστατικό. Το διορατικό και ποιμαντικό χάρισμα του Γέροντα συνεργάσθηκαν για να ελκύσουν, με την αληθινή αγάπη, τα παραστρα­τημένα, αλλά αξιοσυμπάθητα αυτά παιδιά, που ίσως κάποιοι πιετιστές θα τα αντιμετώπιζαν με περιφρόνηση. Τα παιδιά αυτά ζήτησαν από τό Γέροντα κάτι, που μ’ έκανε να ντραπώ για τον εαυτό μου: Να φιλήσουν τα πόδια του• κι ήταν η πρώτη τους επίσκεψη! «Εγώ τόσα χρόνια πηγαινοερχόμουν και δεν είχα την ταπείνωση να διανοηθώ κάτι τέτοιο. Τα παιδιά, σαν την αμαρτωλή, που έπλυνε τα πόδια του Χριστού με το μύρο και τα σκούπισε με τα μαλλιά της, φίλησαν τα πόδια του Γέ­ροντα και του χάρισαν και μια κουβέρτα. ο Γέροντας χαιρόταν το δώρο τους σαν παιδί, όχι βέβαια για την υλική αξία του, αλλά για ό,τι πνευματικό συμβόλιζε.
Θαύμασα τους απίθανους δρόμους που ακολουθεί η θεία χάρη, για να σώσει ψυχές.
Από την ημέρα εκείνη φιλούσα κι εγώ τα πόδια του Γέροντα, όπως ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι, χωρίς να τον ερωτώ.

Η συζυγική Αγάπη.

 

«Εσείς οι δύο να είστε αγαπημένοι»
Ακούμε πολλές φορές μητέρες και πατέρες να διερωτώνται, ν’ απορούν … και να παραπονούνται » Τα παιδιά μας δεν μας υπακούνε! Εμείς τα συμβουλεύουμε, τα νουθετούμε και αυτά μας αγνοούν… Συνήθως κάνουν τα αντίθετα απο εκείνα που τους συμβουλεύουμε… Τί φταίει;»
Πολλές φορές εκείνο που φταίει είναι … η απουσία της αγάπης.
Μα υπάρχει πατέρας ή μητέρα που να μήν αγαπάνε το παιδί τους;
Αυτό το ερώτημα πρέπει όλοι οι γονείς να το υποβάλουν στον εαυτό τους και κανείς να μη θεωρεί ως αυτονόητη την καταφατική απάντηση.
Η μεγάλη παρανόηση που υπάρχει σ’ αυτό το ζήτημα, είναι οτι οι γονείς βιώνουν την αγάπη τους πρός το παιδί τους … ανεξάρτητα απο την αγάπη που πρέπει να έχουν μεταξύ τους.
Σε μιά περίπτωση, ένας μαθητής είχε μια πάρα πολύ αλλόκοτη και ατίθαση συμπεριφορά στο σχολείο. Εκείνο που έκανε εντύπωση στους καθηγητές ήταν οτι τόσο ο πατέρας όσο και η μητέρα έδειχναν πολύ ενδιαφέρον και αγάπη για το άτακτο παιδί τους! Ένας εκπαιδευτικός ανέλαβε να ερευνήση την περίπτωση σε βάθος. Διεπίστωσε οτι η ρίζα του προβλήματος ήταν η επικοινωνία των γονέων μεταξύ τους. Ο πατέρας αγαπούσε το παιδί του. Η μητέρα αγαπούσε το παιδί της. Όμως πατέρας και μητέρα δεν ήσαν αγαπημένοι μεταξύ τους … Και αυτό είχε σοβαρότατο αρνητικό αντίκτυπο στον ψυχισμό και τη συμπεριφορά του παιδιού.
Ακόμη και στην σωματική υγεία του παιδιού έχει αρνητικό αντίκτυπο η κακή σχέση μεταξύ των συζύγων. Κάποτε επισκέφθησαν τον γέροντα Πορφύριο δύο γονείς αναστατωμένοι, διότι το παιδί τους παρουσίαζε ένα σοβαρό πρόβλημα στους πνεύμονες, αλλά οι γιατροί δεν μπορούσαν να ανακαλύψουν την αιτία του.
Ο γέροντας έκανε μια διάγνωση που τους αιφνιδίασε. «Το πρόβλημα» τους είπε, «βρίσκεται στη σχέση σας: όσο εσείς πεισμώνετε, μένετε ανυποχώρητοι στο θέλημά σας, τσακώνεσθε και ψυχραίνεσθε μεταξύ σας, το παιδί θα παρουσιάζει αυτό το πρόβλημα. Αν ταπεινωθείτε και βρείτε την παλιά σας αγάπη, την αμοιβαία εμπιστοσύνη και τον αλληλοσεβασμό, το παιδί θα βρεί την υγεία του.»
Αν υπήρχε τρόπος να εκφράσουν αυτό που νιώθουν στο βάθος της ψυχής τους τα παιδιά και οι έφηβοι, θα έλεγαν : «Αγαπητοί μας γονείς• δέν αρκεί να μας δείχνει ο καθένας ξεχωριστά την αγάπη του. Εμείς κυρίως θέλουμε να βλέπουμε και να νιώθουμε οτι μεταξύ σας εσείς οι δύο, ο πατέρας μου και η μητέρα μου, είστε αγαπημένοι..»
Είναι αλήθεια οτι είναι κάποτε δύσκολος ο αγώνας για να διατηρηθεί η συζυγική αγάπη. Δύο είναι, ίσως, οι μεγάλες δυνάμεις που διατηρούν αυτή την αγάπη: η υποχωρητικότητα και η συγχωρητικότητα. Όταν αυτά τα δύο δεν υπάρχουν στη σχέση των συζύγων, αρχίζει να μειώνεται και η μεταξύ τους αγάπη.
Ένας πατέρας που από τη μιά λέει ότι αγαπά το παιδί του και απο την άλλη δεν συγχωρεί τη γυναίκα του για κάποιο σφάλμα της, είναι υποκριτής.
Ομοίως, δεν έχει πραγματική αγάπη για το παιδί της, η μητέρα που απο τη μιά θυσιάζεται γι’ αυτό, απο την άλλη όμως δεν έμαθε να υποχωρεί και να θυσιάζει το θέλημα της και το εγώ της, για χάρη της συζυγικής αρμονίας και αγάπης.
Να προσευχηθούμε όλοι μας, ώστε ο Μεγάλος Διδάσκαλος της Αγάπης, Κύριος μας, να δίνει αγάπη στους γονείς προς τα παιδιά, και στα παιδιά προς τους γονείς, αλλά κυρίως να δίνει αγάπη μεταξύ των συζύγων, διότι, ίσως αυτή η τελευταία αγάπη, να είναι το θεμέλιο των άλλων δύο .. Αμήν.
π. Τέλλος Σ. Παπαδόπουλος

ΑΠΑΘΕΙΑ



 ΓΕΡΟΝΤΙΚΟΝ
          Κάποιος ασκητής είχε ζήσει πενήντα χρόνια στην έρημο χωρίς να τρώγει ψωμί και να βάλει κρασί στο στόμα του κι’ έλεγε πως είχε νεκρώσει εντελώς τα πάθη της σαρκός καθώς και τη φιλαργυρία και την κενοδοξία.
          Σαν τα’ άκουσε ο Αββάς Αβραάμ, πήγε μια μέρα να βεβαιωθεί.
Είπες τέτοιο λόγο, αδελφέ, τον ρώτησε.
Ναι, αποκρίθηκε με πεποίθηση εκείνος.
Ας υποθέσουμε, του είπε τότε ο Γέροντας, πως, μπαίνοντας ξαφνικά στο κελλί σου, βρίσκεις μια γυναίκα στο στρώμα σου. Έχεις την δύναμη να σκεφθείς πως δεν είναι γυναίκα;
Όχι βέβαια, αναγκάστηκε να ομολογήσει ο Ερημίτης. Μα αγωνίζομαι να διώξω την κακή επιθυμία.
Βλέπεις πως ζη ακόμη μέσα σου το πάθος; Δεν έχει νεκρωθεί, μόνο που το έχεις περιορίσει. Ας πούμε τώρα πως στο δρόμο που πηγαίνεις, βλέπεις λιθάρια και όστρακα κι’ ανάμεσα τους χρυσάφι. Είσαι σε θέση να το περιφρονήσεις σαν εκείνα;
Όχι, αποκρίθηκε πάλι ο Ερημίτης. Αντιστέκομαι μόνο στο λογισμό μου και δεν το εγγίζω.
Να που κι’ η φιλαργυρία ζη ακόμη μέσα σου, αλλά κι’ αυτή είναι δεμένη.
Υπόθεσε τώρα πως δύο άνθρωποι έρχονται να σε επισκεφτούν και ξέρεις, πως ο ένας σ’ επαινεί διαρκώς, ενώ ο άλλος σε κακολογεί. Μπορείς να έχεις και τους δύο το ίδιο;
-Καθόλου, είπε πάλι με ειλικρίνεια ο Ασκητής. Θα προσπαθήσω όμως να φερθώ με καλοσύνη και σ’ εκείνον που με κακολογεί.
-Τότε, αδελφέ μου, τον συμβούλεψε ο Αββάς, πάψε να νομίζεις και να λες πως έφτασες σε απάθεια. Ζουν μέσα σου τα πάθη, γι’ αυτό χρειάζεσαι αγώνα ως το τέλος της ζωής σου.

Γονείς, Μην προκαλείτε το φθόνο στις καρδιές των παιδιών


Επισκόπου Αικατερινμπούργκ Ειρηναίου 

Αυτό συμβαίνει συχνά όταν οι γονείς έχουν ιδιαίτερες συμπάθειες μεταξύ των παιδιών τους. Για τους χριστιανούς γονείς αυτό είναι απαράδεκτο. Αυτοί έχουν υποχρέωση να αγαπούν όλα τα παιδιά τους εξ ίσου και να τα αντιμετωπίζουν με τον ίδιο τρόπο, γιατί διαφορετικά αυτοί οι ίδιοι θα προκαλέσουν τον φθόνο στις καρδιές των παιδιών που θεωρούν τον εαυτό τους αδικημένο.
Στην τροφή, στα ρούχα, στα δώρα, κανένα παιδί δεν πρέπει να προτιμάται ιδιαιτέρως, αλλά όλα τα παιδιά να απολαμβάνουν εξ ίσου τα αγαθά αυτά.
Κοινά μέτρα πρέπει να υπάρχουν επίσης στον έπαινο και στην επίπληξη, στην αμοιβή και στην τιμωρία: ας μην συγχωρούμε στο μικρό παιδί εκείνο για το οποίο τιμωρούμε τα μεγαλύτερα αδέλφια.Πόσο θλιβερά επακόλουθα μπορούν να προκληθούν από την άνιση μεταχείριση των παιδιών, το βλέπουμε στην περίπτωση των αδελφών του Ιωσήφ. Η ιδιαίτερη αγάπη του πατέρα τους προς αυτόν, τόσο σκλήρυνε την καρδιά τους, ώστε στην αρχή αποφάσισαν να τον σκοτώσουν, μετά δε τον πούλησαν σαν δούλο.

Patras Greek Revolution....αλλά Μαδρίτη!



Πλήθος κόσμου κατέκλυσε την κεντρική πλατεία της Πάτρας, την Πλατεία Γεωργίου!
Άτομα όλων των ηλικιών συγκεντρώθηκαν ειρηνικά κυρίως από προσκλήσεις μέσω facebook για να διαδηλώσουν ενάντια στο πολιτικό και χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Όπως αναφέρουν οι νεαροί διοργανωτές:"Ας αρχίσουμε την ειρηνικη επανάσταση στην πόλη μας. Έξω από κόμματα, χωρίς φασαρίες, χωρίς κουκούλες, χωρίς βία, στα χνάρια των Ισπανών αδελφών μας!
patrasevents.gr


ΠΗΓΗ: http://www.pentapostagma.gr/2011/05/patras-greek-revolution.html#ixzz1NP8OyEYX

Ο Θεός δεν νοιάζεται για τον τόπο. Ζητάει μόνο θερμότητα καρδιάς και αγνότητα ψυχής.(Αγ. Ι.Χρυσοστόμου)

 



 
Πολλοί μπαίνουν στην εκκλησία, λένε διάφορες προσευχές και βγαίνουν. Βγαίνουν, χωρίς να γνωρίζουν τι είπαν. Τα χείλη τους κινούνται, αλλά τ’ αυτιά τους δεν ακούνε. Εσύ ο ίδιος δεν ακούς την προσευχή σου, και θέλεις να την ακούσει ο Θεός; “Γονάτισα”, λες. Γονάτισες, αλλά, ενώ το σώμα σου ήταν μέσα, ο νους σου πετούσε έξω. Με το στόμα έλεγες την προσευχή και με τη σκέψη λογάριαζες τόκους, έκανες συμβόλαια, πουλούσες εμπορεύματα, αγόραζες κτήματα, συναντούσες τους φίλους σου. Γιατί ο διάβολος, που είναι πονηρός και γνωρίζει ότι στον καιρό της προσευχής μεγάλα πράγματα κατορθώνουμε, τότε ακριβώς έρχεται και σπέρνει λογισμούς μέσα μας. Να, πολλές φορές είμαστε ξαπλωμένοι στο κρεβάτι, και τίποτα δεν συλλογιζόμαστε· πάμε στην εκκλησία για να προσευχηθούμε, και τότε χίλιες σκέψεις περνούν από το νου μας. Έτσι χάνουμε τους καρπούς της προσευχής, φεύγοντας από το ναό με άδεια χέρια. Το ίδιο, βέβαια, γίνεται και όταν προσευχόμαστε στο σπίτι μας ή οπουδήποτε αλλού.
Κάθε φορά, λοιπόν, που, καθώς προσευχόμαστε, συνειδητοποιούμε ότι ο νους μας έχει φύγει από το Θεό κι έχει στραφεί σε βιοτικά πράγματα, ας τον φέρνουμε πίσω, αναγκάζοντάς τον να μένει σταθερά και προσεκτικά προσκολλημένος στα νοήματα της προσευχής. Ας επαναλαμβάνουμε, μάλιστα, την προσευχή από την αρχή. Κι αν παθαίνουμε πάλι και πάλι το ίδιο, ας την επαναλαμβάνουμε και για τρίτη και για τέταρτη φορά. Ας μη σταματάμε, πριν πούμε ολόκληρη την προσευχή, από την αρχή ως το τέλος, με άγρυπνη διάνοια και αδιατάρακτο λογισμό. Και όταν ο διάβολος αντιληφθεί ότι δεν καταθέτουμε τα όπλα, θα σταματήσει πια κι αυτός να μας πολεμάει.
Όταν παρουσιαζόμαστε για οποιοδήποτε ζήτημά μας σ’ έναν επίγειο άρχοντα, είμαστε τόσο προσεκτικοί και αυτοσυγκεντρωμένοι, ώστε δεν βλέπουμε ούτε εκείνους που βρίσκονται δίπλα μας. Μέσα στο νου μας δεν υπάρχουν παρά ο άνθρωπος, μπροστά στον οποίο βρισκόμαστε, και το θέμα, για το οποίο θέλουμε να του μιλήσουμε. Το ίδιο, πολύ περισσότερο, δεν πρέπει να κάνουμε, όταν βρισκόμαστε μπροστά στον ύψιστο Θεό, εμμένοντας σταθερά στην προσευχή μας και μην περιφέροντας το νου εδώ κι εκεί; Αν η γλώσσα μας προφέρει προσευχητικά λόγια και η διάνοιά μας ονειροπολεί, τίποτα δεν έχουμε να ωφεληθούμε. Απεναντίας, θα κατακριθούμε, επειδή ακριβώς με μεγαλύτερη υπομονή και εντατικότερη προσοχή μιλάμε σε ανθρώπους παρά στον Κύριό μας. Στο κάτω-κάτω, κι αν ακόμα δεν πάρουμε τίποτε απ’ Αυτόν, το να βρισκόμαστε σε διαρκή επικοινωνία μαζί Του μικρό καλό είναι; Αν ωφελούμαστε πολύ, όταν συζητάμε μ’ έναν ενάρετο άνθρωπο, πόσο θα ωφεληθούμε, αλήθεια, συνομιλώντας με τον Πλάστη, τον Ευεργέτη, το Σωτήρα μας, έστω κι αν δεν μας δίνει ό,τι Του ζητάμε;
Γιατί, όμως, δεν μας δίνει; Θα το τονίσω γι’ άλλη μια φορά: Γιατί συνήθως Του ζητάμε πράγματα βλαβερά, νομίζοντας πως είναι καλά και ωφέλιμα. Δεν γνωρίζεις, άνθρωπέ μου, το συμφέρον σου. Εκείνος, που το γνωρίζει, δεν εισακούει την παράκλησή σου, γιατί φροντίζει περισσότερο από σένα για τη σωτηρία σου. Αν οι γονείς δεν δίνουν πάντα στα παιδιά τους ό,τι τους ζητούν, όχι βέβαια επειδή τα μισούν, μα επειδή, απεναντίας, υπερβολικά τα αγαπούν, πολύ περισσότερο θα κάνει το ίδιο ο Θεός, ο οποίος και περισσότερο από τους γονείς μας, μας αγαπά και καλύτερα απ’ όλους γνωρίζει ποιο είναι το καλό μας.Όταν, λοιπόν, αποκάνεις ικετεύοντας τον Κύριο, κι Εκείνος δεν σου δίνει σημασία, μην παραπονιέσαι. Ξεχνάς, άλλωστε, πόσες φορές εσύ άκουσες κάποιον φτωχό να σε παρακαλάει και δεν του έδωσες σημασία; Και αυτό το έκανες από σκληρότητα, ενώ ο Θεός το κάνει από φιλανθρωπία. Ωστόσο, ενώ δεν δέχεσαι να κατηγορήσουν εσένα, που από σκληρότητα δεν άκουσες τον συνάνθρωπό σου, κατηγορείς το Θεό, που από φιλανθρωπία δεν σε ακούει.
Είπα όμως προηγουμένως, ότι κι όταν ακόμα δεν σε ακούει, η ωφέλειά σου από την προσευχή είναι μεγάλη. Γιατί είναι αδύνατο ν’ αμαρτήσει ένας άνθρωπος που προσεύχεται πρόθυμα και αδιάλειπτα, ένας άνθρωπος που συντρίβει την καρδιά του, ανεβάζει το νου του στον ουρανό και ομολογεί ταπεινά στον Κύριο τα αμαρτήματά του. Γιατί, ύστερα από μία τέτοια προσευχή, πετάει μακριά κάθε φροντίδα για τα γήινα, αποκτάει φτερά, γίνεται ανώτερος από τ’ ανθρώπινα πάθη.
Τα δροσερά νερά δεν δίνουν στα φυτά τόση θολερότητα, όση δίνουν τα δάκρυα στο δέντρο της προσευχής, κάνοντάς το ν’ ανεβαίνει ψηλά, ως το θρόνο του Θεού. Έτσι, μάλιστα, Εκείνος εισακούει την προσευχή μας. Και πώς να μην εισακούσει την προσευχή μιας ψυχής, που στέκεται μπροστά Του με αυτοσυγκέντρωση, με κατάνυξη, με ταπείνωση; Μιας ψυχής που έχει μεταφερθεί νοερά από τη γη στον ουρανό; Μιας ψυχής που έχει διώξει κάθε ανθρώπινο λογισμό, κάθε βιοτική μέριμνα, κάθε εμπαθή προσκόλληση, κι έχει αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στη μυστική και πανευφρόσυνη κοινωνία με τον Κύριό της;
Ναι, έτσι πρέπει να προσεύχεται ο χριστιανός. Αφού συγκεντρώσει και εντείνει όλη του τη σκέψη, τότε να ικετεύει το Θεό έμπονα. Δεν χρειάζεται να λέει ατέλειωτα λόγια, φτάνουν τα λίγα και απλά. Η ανταπόκριση του Κυρίου στην προσευχή δεν εξαρτάται από το πλήθος των λόγων, αλλ’ από τη νήψη του νου και της καρδιάς. Και αυτό μπορεί να το διαπιστώσει κανείς απ’ όσα λέει η Γραφή για τη στείρα Άννα, τη μητέρα του προφήτη Σαμουήλ. «Κύριε», έταξε η Άννα, «αν σκύψεις πάνω από τη θλίψη της δούλης σου και με θυμηθείς και μου δώσεις παιδί, τότε εγώ θα το αφιερώσω σ’ εσένα για όλη του τη ζωή» (Α’ Βασ. 1:11). Είναι πολλά τα λόγια αυτά; Όχι. Και όμως, επειδή με νήψη και προσοχή έκανε αυτή τη μικρή προσευχή, κατόρθωσε όσα ηθέλησε: Και την ανάπηρη φύση της διόρθωσε και την κλεισμένη μήτρα της άνοιξε και από την περιφρόνηση των ομοεθνών της λυτρώθηκε και από την άγονη γη θέρισε σιτάρι πλούσιο.
Όποιος προσεύχεται, λοιπόν, ας μη λέει περίσσια λόγια. Και ο Χριστός και ο Παύλος, άλλωστε, μας σύστησαν να προσευχόμαστε συχνά, αλλά με συντομία και μικρά διαλείμματα. Γιατί, μακραίνοντας την προσευχή, είναι δυνατό να χάσεις την προσοχή. Κι έτσι δίνεις την ευκαιρία στο διάβολο να σε πλησιάσει και να σου υποβάλει τους δικούς του λογισμούς. Αν, όμως, οι προσευχές σου είναι σύντομες και συχνές, τότε θα μπορείς εύκολα να τις κάνεις με προσοχή και νήψη, καλύπτοντας μ’ αυτές όλο τον διαθέσιμο χρόνο σου.
Θέλεις κι εσύ να μάθεις άγρυπνη προσευχή και προσοχή του νου και διαρκή παραμονή κοντά στο Θεό; Πήγαινε στην Άννα και μάθε τι έκανε εκείνη. Σηκώθηκαν, λέει, όλοι από το τραπέζι. Ωστόσο, η Άννα δεν πήγε ούτε να κοιμηθεί ούτε ν’ αναπαυθεί. Έτρεξε στη Σκηνή του Μαρτυρίου για να προσευχηθεί. Απ’ αυτό συμπεραίνω πως, ακόμα κι όταν έτρωγε, δεν παραφόρτωνε το στομάχι της. Διαφορετικά, δεν θα μπορούσε να προσευχηθεί, και μάλιστα με τόσα δάκρυα. Αν εμείς, όταν είμαστε νηστικοί, με δυσκολία κατορθώνουμε να προσευχηθούμε, ενώ ύστερα από τα συμπόσια ποτέ δεν προσευχόμαστε, πολύ περισσότερο εκείνη, μια γυναίκα, δεν θα προσευχόταν μ’ αυτόν τον τρόπο μετά το συμπόσιο, αν είχε καλοφάει.
Ας ντραπούμε εμείς, οι άνδρες, που παρακαλάμε για τη βασιλεία των ουρανών και συνάμα χασμουριόμαστε, ας ντραπούμε, λέω, εκείνη τη γυναίκα, που παρακαλούσε κι έκλαιγε. Δες την ευλάβειά της κι από τούτο: «Μιλούσε από την καρδιά της· τα χείλη της μόλις που κινιόνταν και η φωνή της δεν ακουγόταν καθόλου». Έτσι παρουσιάζεται μπροστά στο Θεό όποιος θέλει να κατορθώσει κάτι: όχι με κινήσεις και φωνές, ούτε όμως και βαριεστημένος ή νυσταγμένος και αποχαυνωμένος.
Μήπως, όμως, δεν μπορούσε ο Θεός να δώσει παιδί στην Άννα και δίχως προσευχή; Μήπως δεν γνώριζε την επιθυμία της και πριν Του το ζητήσει; Ναι, αλλ’ αν της έδινε το παιδί πριν το ζητήσει με την προσευχή, δεν θα φαινόταν η προθυμία της, δεν θα φανερωνόταν η αρετή της, δεν θα έπαιρνε τόση αμοιβή.
Ας δούμε τώρα και τη φιλοσοφία της γυναίκας. Άκου τι είπε στον αρχιερέα Ηλί, που την πέρασε για μεθυσμένη: «Όχι, κύριέ μου, δεν είμαι μεθυσμένη. Μια γυναίκα καταπικραμένη είμαι, που ξεχύνω τον πόνο της ψυχής μου μπροστά στον Κύριο. Μη θεωρήσεις τη δούλη σου καμιά τιποτένια· αν προσευχήθηκα ως τώρα, ήταν από τον πολύ μου πόνο». Αυτό είναι γνώρισμα πραγματικά συντριμμένης καρδιάς: Το να μην οργίζεται και να μην αγανακτεί εναντίον εκείνων που την αδικούν ή την προσβάλλουν, αλλά με πραότητα και σεμνότητα ν’ απολογείται. Αλήθεια, τίποτα δεν κάνει την ψυχή τόσο φιλόσοφη, όσο η θλίψη.
Σηκώθηκε, λοιπόν, από το τραπέζι η Άννα κι έτρεξε να προσευχηθεί. Ας τ’ ακούσουν όσοι από μας ούτε πριν ούτε μετά το φαγητό προσεύχονται. Ας τ’ ακούσουν και ας παραδειγματιστούν. Όλοι μας, τόσο πριν όσο και μετά τα γεύματα, οφείλουμε να δοξάζουμε και να ευχαριστούμε το Θεό. Όποιος είναι προετοιμασμένος γι’ αυτό, ούτε θα παραφάει ούτε θα μεθύσει ποτέ. Έχοντας ως χαλινάρι του λογισμού του την αναμονή της προσευχής, θα γευθεί απ’ όλα με μέτρο και θα έχει πολλή ευλογία και στο σώμα και στην ψυχή. Με προσευχή, κοντολογίς, ας αρχίζει και ας τελειώνει κάθε γεύμα μας.
Παράλληλα, ας μην παραλείπουμε να συμμετέχουμε στο πασχάλιο δείπνο της ευχαριστιακής συνάξεως, που γίνεται τακτικά στο ναό, αλλά και σε κάθε εκκλησιαστική ακολουθία, αν είναι δυνατόν. “Μα έχω τόσες φροντίδες και ασχολίες!”, θα μου πεις. Γι’ αυτό ακριβώς έλα στο ναό, για να ελκύσεις με την εδώ παρουσία σου την εύνοια του Θεού, κι έτσι να φύγεις ασφαλισμένος· για να Τον έχεις βοηθό στις υποθέσεις σου, κι έτσι να γίνεις ακατανίκητος από τους δαίμονες και τους μοχθηρούς ανθρώπους. Γιατί, συμμετέχοντας στη θεία λειτουργία και στην κοινή λατρεία, θα ενισχυθείς από τον παντοδύναμο Θεό, θα πάρεις τα δικά Του όπλα, κι έτσι ούτε ο διάβολος ούτε οι άνθρωποι θα μπορέσουν να σε βλάψουν.
Και μη μου πεις, ότι, καθώς είσαι συνέχεια απασχολημένος με τα προβλήματα της ζωής, δεν μπορείς να τρέχεις κάθε τόσο στην εκκλησία ούτε να προσεύχεσαι όλη μέρα. Στην εκκλησία, έστω, δεν μπορείς να πηγαίνεις. Όπου κι αν βρίσκεσαι, όμως, μπορείς να στήσεις το θυσιαστήριό σου. Ούτε ο τόπος ούτε η ώρα σε εμποδίζουν. Κι αν δεν γονατίσεις, κι αν δεν κλάψεις, κι αν δεν υψώσεις τα χέρια σου στον ουρανό, η προσευχή σου θα είναι τέλεια, εφόσον θα έχεις διάνοια θερμή. Εσύ που βαδίζεις στο δρόμο, εσύ που βρίσκεσαι στην αγορά, εσύ που ταξιδεύεις στη θάλασσα, εσύ που κάθεσαι στο εργαστήριό σου, εσύ που μαγειρεύεις στο σπίτι σου, εσύ που καλλιεργείς το χωράφι σου κι εσύ που σε κάποιαν άλλη εργασία καταγίνεσαι, όταν δεν μπορείτε να έρθετε στην εκκλησία, κάντε, εκεί που είστε, προσευχή εκτενή και προσεκτική. Ο Θεός δεν νοιάζεται για τον τόπο. Ζητάει μόνο θερμότητα καρδιάς και αγνότητα ψυχής. Να, και ο απόστολος Παύλος προσευχήθηκε όχι σε ναό όρθιος ή γονατιστός, αλλά μέσα σε φυλακή πεσμένος ανάσκελα, καθώς τα πόδια του ήταν σφιγμένα στην ξυλοπέδη. Επειδή, όμως, προσευχήθηκε με θέρμη, αν και πεσμένος, και τη φυλακή έσεισε και τα θεμέλια σάλεψε και το δεσμοφύλακα τράβηξε στην αληθινή πίστη μαζί με όλη την οικογένειά του .
Ο άρρωστος Εζεκίας ούτε όρθιος ούτε γονατιστός, αλλά πεσμένος στο κρεβάτι παρακάλεσε για τη θεραπεία του το Θεό, που με τον προφήτη Ησαΐα του είχε προαναγγείλει το θάνατό του. Και κατόρθωσε με την καθαρότητα και τη θερμότητα της καρδιάς του να μεταβάλει τη θεϊκή απόφαση. Ο ληστής, πάλι, καρφωμένος πάνω στο σταυρό, με λίγα λόγια κέρδισε τη βασιλεία των ουρανών. Και ο Ιερεμίας μέσα στο λάκκο με τη λάσπη  και ο Δανιήλ μέσα στο λάκκο με τα θηρία και ο Ιωνάς μέσα στην κοιλιά του κήτους, όταν προσευχήθηκαν θερμά, απομάκρυναν τις συμφορές, που τους είχαν βρει, και βοηθήθηκαν από το Θεό.
“Και τί θα λέω, όταν προσεύχομαι;”, θα με ρωτήσεις. Θα λες ό,τι και η Χαναναία του Ευαγγελίου. «Ελέησέ με, Κύριε!», παρακαλούσε εκείνη. «Η θυγατέρα μου βασανίζεται από δαιμόνιο». “Ελέησέ με, Κύριε!”, θα παρακαλάς κι εσύ. “Η ψυχή μου βασανίζεται από δαιμόνιο”. Γιατί η αμαρτία είναι μεγάλος δαίμονας. Ο δαιμονισμένος ελεείται, ενώ ο αμαρτωλός αποδοκιμάζεται. “Ελέησέ με!”. Μικρή είναι η φράση. Και όμως, γίνεται πέλαγος φιλανθρωπίας, καθώς, όπου υπάρχει έλεος, εκεί υπάρχουν όλα τα αγαθά.
Και όταν βρίσκεσαι έξω από την εκκλησία, φώναζε μυστικά: “Ελέησέ με!”. Φώναζε με τη σκέψη σου, χωρίς να κινείς τα χείλη σου. Γιατί ο Θεός μας ακούει και όταν σωπαίνουμε. Δεν απαιτείται τόσο τόπος, όσο τρόπος προσευχής. Και στο λουτρό αν είσαι, να προσεύχεσαι. Όπου κι αν είσαι, να προσεύχεσαι. Όλη η κτίση είναι ναός του Θεού. Εσύ ο ίδιος είσαι ναός του Θεού, και ψάχνεις τόπο για να προσευχηθείς;
Η θάλασσα απλωνόταν μπροστά. Οι Αιγύπτιοι έρχονταν από πίσω. Και ο Μωυσής βρισκόταν στη μέση. Ζητούσε από το Θεό βοήθεια, χωρίς να λέει ούτε λέξη· τόση ήταν η αμηχανία του. Και μολονότι δεν ακουγόταν η φωνή του, ο Κύριος του είπε: «Τί μου φωνάζεις;». Τον άκουγε, λοιπόν, αν και δεν μιλούσε. Έτσι κι εσύ, όταν σου έρχεται πειρασμός, να ζητάς καταφύγιο στο Θεό, να καλείς μυστικά σε βοήθεια τον Κύριό σου. Αυτός είναι πάντα κοντά σου, γι’ αυτό δεν χρειάζεται να Τον αναζητήσεις σε ορισμένο τόπο, όπως κάνεις με τους ανθρώπους. «Θα φωνάξεις στο Θεό, κι Εκείνος θα σ’ ακούσει», όπως λέει ο προφήτης Ησαΐας. «Εσύ ακόμα θα προσεύχεσαι, κι Εκείνος θα σου απαντήσει: “Να, εδώ είμαι, δίπλα σου!”». Αν αγωνίζεσαι να διατηρείς την καρδιά σου καθαρή από την κακία, ο Κύριος σ’ ακούει πάντα και παντού.
Με όλα αυτά, βέβαια, δεν θέλω να υποτιμήσω την προσευχή που γίνεται από τους χριστιανούς στο ναό. Όχι. Γιατί είναι μεγάλη, πολύ μεγάλη η δύναμη της κοινής προσευχής των αδελφών στην εκκλησία. Θέλεις να μάθεις πόση; Άκου: Κάποτε ο απόστολος Πέτρος ήταν φυλακισμένος και αλυσοδεμένος. Μα «η Εκκλησία προσευχόταν αδιάκοπα στο Θεό γι’ αυτόν». Και η προσευχή του εκκλησιάσματος τον ελευθέρωσε θαυματουργικά από τη φυλακή κι από τις αλυσίδες. Τί, λοιπόν, είναι δυνατότερο από την προσευχή, που έσωσε το στύλο και τον πύργο της Εκκλησίας;
Και όσο για τους κατηχουμένους, βέβαια, δεν επιτρέπεται να προσεύχονται μαζί με τους πιστούς στο ναό, γιατί δεν έχουν αποκτήσει ακόμα μεγάλη παρρησία. Όσο για μας, όμως, μας έχει δοθεί η παραγγελία να προσευχόμαστε για την οικουμένη και για την Εκκλησία, που έχει απλωθεί ως τα πέρατα της γης. Συνειδητοποιείτε πόσο υψηλό και τιμητικό για τη μικρότητά μας είναι το να προσερχόμαστε εδώ και να παρακαλάμε το Θεό για τόσο λαό; Το να παρακαλάει ένας για τους πολλούς, είναι πολύ τολμηρό και χρειάζεται μεγάλη παρρησία. Γιατί, αν εγώ ο ίδιος δεν τολμώ να παρακαλέσω για τον εαυτό μου, πολύ περισσότερο για τους άλλους· αυτό μόνο οι δίκαιοι μπορούν να το κάνουν, όχι ένας αμαρτωλός σαν κι εμένα. Όταν, όμως, συγκεντρωμένοι όλοι μαζί κάνουν δέηση για έναν, το πράγμα δεν φαίνεται άπρεπο.
Είναι, βέβαια, δυνατόν, όπως είπα πριν, να προσευχόμαστε και στο σπίτι μας και σε κάθε τόπο, όχι πάντως όπως προσευχόμαστε στην εκκλησία, όπου κοινή ικεσία κλήρου και λαού απευθύνεται στο Θεό. Δεν εισακούεσαι τόσο από τον Κύριο, όταν Τον παρακαλάς μόνος, όσο όταν βρίσκεσαι μαζί με τους αδελφούς σου. Γιατί στην κοινή προσευχή υπάρχουν περισσότερα: η ομόνοια και ο δεσμός της αγάπης και οι ευχές των ιερέων. Οι ιερείς γι’ αυτό ακριβώς βρίσκονται εδώ, για να ενισχύσουν με τις ισχυρές ευχές τους τις αδύναμες προσευχές του λαού, βοηθώντας τες ν’ ανέβουν στον ουρανό. Να, λοιπόν, πως κατόρθωσε να βγάλει από τη φυλακή τον απόστολο Πέτρο η προσευχή της Εκκλησίας. Η απόσταση ενός τόπου, βλέπεις, δεν εμποδίζει την ενέργεια της προσευχής, όπως άλλωστε δεν μειώνει και τη δύναμη της αγάπης. Όσο η βαθειά αγάπη συνδέει ακατάλυτα, άλλο τόσο και η ζωντανή προσευχή ωφελεί υπερβολικά ανθρώπους που βρίσκονται μακριά.
Ο Μωυσής δεν βρισκόταν σωματικά στο πεδίο της μάχης, όταν οι Ισραηλίτες πολεμούσαν με τους Αμαληκίτες, ωστόσο συνέβαλε στη νίκη πολύ περισσότερο από τους πολεμιστές, υψώνοντας τα χέρια του στον ουρανό και παρακαλώντας το Θεό για το έθνος του. Έτσι έσωσε έναν ολόκληρο λαό. Υπάρχει κατόρθωμα μεγαλύτερο απ’ αυτό, από την ωφέλεια δηλαδή των συνανθρώπων και αδελφών μας; Όχι. Κι αν νηστεύεις κι αν κοιμάσαι καταγής κι αν κλαις σ’ όλη σου τη ζωή, τίποτε το μεγάλο δεν κατορθώνεις, εφόσον δεν ωφελείς κανέναν άλλο. Να, κι από τον Μωυσή έγιναν πολλά θαύματα και σημεία. Κανένα απ’ αυτά, όμως, δεν τον έκανε τόσο μεγάλο, όσο η ικετευτική κραυγή του προς τον Κύριο για τη συγχώρηση των Ισραηλιτών, που είχαν πέσει στο βαρύ αμάρτημα της ειδωλολατρίας: «Αν θέλεις, συγχώρησε την αμαρτία τους· αν πάλι όχι, τότε εξαφάνισε κι έμενα!».
Και ο βασιλιάς Δαβίδ, όταν, για μια του αμαρτία, ο Θεός παραχώρησε να πέσει θανατικό στους Ισραηλίτες, έδειξε την ίδια διαγωγή. «Εγώ είμαι εκείνος που αμάρτησε», είπε. «Εγώ, ο ποιμένας, έκανα το κακό. Αυτά τα πρόβατα τι έκαναν; Χτύπα, λοιπόν, εμένα και την οικογένειά μου».
Του αποστόλου Παύλου η φιλαδελφία, όμως, ήταν  η πιο μεγάλη και πιο θαυμαστή: Ευχόταν ακόμα και να χωριστεί από το Χριστό, αν έτσι θα πήγαιναν κοντά σ’ Εκείνον οι ομοεθνείς αδελφοί του. Ο Μωυσής ζητούσε να εξαφανιστεί κι αυτός μαζί με τους άλλους· ο Παύλος δεν ζητούσε να χαθεί μαζί τους, αλλά, για τη σωτηρία τους, να χάσει μόνο αυτός την ασύλληπτη δόξα του παραδείσου!
Οι προσευχές τέτοιων αγίων, βέβαια, φέρνουν αγαθά αποτελέσματα, όταν κι εμείς οι ίδιοι βοηθάμε. Όταν αυτό δεν συμβαίνει, ούτε κι εκείνων η βοήθεια ωφελεί. Σε τί ωφέλησε, λ.χ., η προσευχή του Ιερεμία τους Ιουδαίους; Τρεις φορές παρακάλεσε ο προφήτης το Θεό και τρεις φορές άκουσε: «Μην προσεύχεσαι πια για το λαό αυτό και μη μου ζητάς να τους ελεήσω, γιατί δεν θα σε ακούσω!» (Τερ. 7:16). Σε τί ωφέλησε τον Σαούλ ο Σαμουήλ, που προσευχόταν και πενθούσε γι’ αυτόν ως την τελευταία μέρα, και σε τί ωφέλησε τους Ισραηλίτες; «Ποτέ δεν θα κάνω το αμάρτημα να διακόψω την προσευχή μου για τη σωτηρία σας», τους είπε. Και όμως, όλοι χάθηκαν. Γιατί; Το εξηγεί ο Θεός με το στόμα του προφήτη Ιερεμία: «Αν ακόμα και ο Μωυσής και ο Σαμουήλ σταθούν μπροστά μου και προσευχηθούν γι’ αυτούς, δεν θα τους λυπηθώ, γιατί έχει αυξηθεί υπερβολικά η κακία τους».
Ώστε, λοιπόν, σε τίποτα δεν ωφελούν οι προσευχές; Ωφελούν και πολύ μάλιστα, αλλά, όπως είπα, όταν κι εμείς βοηθάμε, θυμηθείτε τον εκατόνταρχο Κορνήλιο, που αξιώθηκε να γνωρίσει την αληθινή πίστη, επειδή «έδινε πολλές ελεημοσύνες και προσευχόταν αδιάλειπτα στο Θεό». Θυμηθείτε και τη δίκαιη Ταβιθά, που «έκανε πολλές αγαθοεργίες και ελεημοσύνες» και, όταν πέθανε, αναστήθηκε με την προσευχή του αποστόλου Πέτρου. Αλλά και στα χρόνια του βασιλιά Εζεκία, ο Θεός έσωσε την Ιερουσαλήμ από τους Ασσυρίους. Γιατί; Επειδή ο Εζεκίας ήταν δίκαιος και προσευχήθηκε θερμά για την πόλη και το λαό του. «Εγώ θα υπερασπίσω τούτη την πόλη», είπε ο Κύριος στον καλό βασιλιά. Κι έτσι ακριβώς έκανε.
Όλα αυτά τα παραδείγματα, και πολλά άλλα πα­ρόμοια, που βρίσκουμε μέσα στις Γραφές, τί μας δείχνουν; Ότι οι προσευχές των αγίων για μας, αλλά και οι δικές μας προσευχές, εισακούονται από το Θεό, όταν είμαστε δίκαιοι, ενάρετοι, ελεήμονες, φιλάνθρωποι. Όταν, απεναντίας, και με τα χέρια και με τα πόδια και με τη γλώσσα και με το νου και με την καρδιά διαπράττουμε την αμαρτία, παραβαίνοντας τον θείο νόμο, πώς τολμάμε ν’ απευθυνόμαστε στον Κύριο, ζητώντας Του βοήθεια ή ευεργεσία; Και πώς τολμάμε να ζητάμε τις πρεσβείες των αγίων;
Πριν υψώσουμε, λοιπόν, ικετευτικά τα χέρια μας στον ουρανό, ας βάλουμε αρχή μετάνοιας. Άλλωστε, επειδή με τα χέρια εκτελούμε πολλές πονηρές πράξεις, γι’ αυτό ακριβώς έχει καθιερωθεί να τα υψώνουμε, όταν προσευχόμαστε, ώστε η υπηρεσία που προσφέρουν για την προσευχή, να τα εμποδίζει από την κακία και να τ’ απομακρύνει από την αμαρτία. Έτσι θα θυμάσαι, δηλαδή, όταν πρόκειται ν’ αρπάξεις κάτι ή να χτυπήσεις κάποιον, ότι αυτά τα χέρια θα τα υψώσεις στο Θεό ως συνηγόρους σου και ότι μ’ αυτά θα Του προσφέρεις την πνευματική θυσία της προσευχής. Γι’ αυτό μην τα μολύνεις, μην τα ντροπιάζεις, μην τα κάνεις ανάξια εμφανίσεως στο Θεό, με την τέλεση οποιασδήποτε ανομίας. Καθάριζέ τα με την ελεημοσύνη, με τη φιλανθρωπία, με την καλοσύνη, κι έτσι καθαρά ύψωνέ τα σε προσευχή. Αν δεν προσεύχεσαι ποτέ με χέρια λασπωμένα, πολύ περισσότερο μην το κάνεις με χέρια λερωμένα από την αμαρτία. Γιατί κακό δεν είναι το να υψώνεις χέρια άπλυτα προς τον Κύριο· το να υψώνεις, όμως, χέρια καταμολυσμένα από αναρίθμητα αμαρτήματα, αυτό είναι φοβερό και προκαλεί την οργή του Θεού.
Αλλά μόνο έτσι παροργίζουμε τον Πατέρα μας; Με πόσους τρόπους, αλήθεια, αμαρτάνουμε, ακόμα και μέσα στην εκκλησία, την ώρα της λατρείας! Αναπολόγητοι θα είμαστε, αν ο Θεός λογαριάσει τους αισχρούς λογισμούς που έχουμε στο νου μας, τις πονηρές επιθυμίες που έχουμε στην καρδιά μας, τις κατακρίσεις που ξεστομίζουμε καθημερινά για τον πλησίον μας, τα ψεύδη και τις συκοφαντίες, τις πανουργίες και τις δολοπλοκίες, τις κακότητες και τις αδικίες μας. Λύπη μας προξενεί η προκοπή των άλλων, ακόμα και των φίλων μας. Ευχαρίστηση δοκιμάζουμε, όταν ο συνάνθρωπός μας υποφέρει, θεωρώντας τη συμφορά εκείνου ως παρηγοριά για τη δική μας δυστυχία. Ασύνετα ζητάμε από το Θεό πράγματα φθαρτά κι ανώφελα, πράγματα που Εκείνος πρόσταξε να τα περιφρονούμε. Αθεόφοβα καταριόμαστε τους αδελφούς μας, ενώ έχουμε εντολή να δίνουμε ευχές και στους εχθρούς μας.
Τί κάνεις, άνθρωπε μου; Ζητάς από το Θεό να σε σπλαχνιστεί, κι εσύ καταριέσαι τον άλλο; Μη γελιέσαι. Αν δεν συγχωρήσεις, δεν θα συγχωρηθείς. Το ξέρεις.
Και όμως, όχι μόνο δεν συγχωρείς, αλλά παρακαλάς και το Θεό να μη συγχωρήσει! Αν, όμως, δεν συγχωρείται εκείνος που δεν συγχωρεί, πώς θα συγχωρηθεί εκείνος, που και τον Κύριο παρακαλάει να μη συγχωρήσει; Αν είναι κακό να έχεις εχθρούς, σκέψου πόσο χειρότερο είναι να τους κατηγορείς και να τους καταριέσαι. Εσύ πρέπει να δώσεις λόγο για το ότι έχεις εχθρούς, και κατηγορείς εκείνους; Πώς θα σου δώσει άφεση ο Θεός, όταν Του ζητάς να βλάψει άλλους, την ώρα που Τον παρακαλείς για τα δικά σου αμαρτήματα κι έχεις ανάγκη από μεγάλο έλεος; Όταν μάλιστα, προσεύχεσαι για τον εαυτό σου, γυρίζεις τη ματιά σου δεξιά κι αριστερά, χασμουριέσαι και φέρνεις στο νου σου χίλιους δυο λογισμούς. Όταν, όμως, προσεύχεσαι εναντίον των εχθρών σου, το κάνεις με μεγάλη αυτοσυγκέντρωση και διαύγεια σκέψεως. Γνωρίζει, βλέπεις, ο διάβολος πως, όταν ζητάμε το κακό των άλλων, στρέφουμε το ξίφος εναντίον μας, γι’ αυτό τότε δεν διασπά την προσοχή μας και δεν τραβάει το νου μας εδώ κι εκεί.
Ξέχασε, λοιπόν, τις ξένες αμαρτίες, για να ξεχάσει και ο Κύριος τις δικές σου. Γιατί αν πεις, “Τιμώρησε τον εχθρό μου”, έκλεισες το στόμα σου. Έχασε πια η γλώσσα σου το δικαίωμα να μιλάει στο Θεό. Πρώτα-πρώτα επειδή εξαρχής Τον παρόργισες, κι υστέρα επειδή ζητάς πράγματα που είναι αντίθετα στον ίδιο το χαρακτήρα της προσευχής. Αφού, δηλαδή, προσέρχεσαι για να ζητήσεις συγχώρηση αμαρτημάτων, πώς μιλάς για τιμωρία; Το αντίθετο έπρεπε να κάνεις, να παρακαλάς για τους άλλους, ώστε στη συνέχεια να παρακαλέσεις με παρρησία και για τον εαυτό σου.
Αν προσευχηθείς για τους συνανθρώπους σου, τα πέ­τυχες όλα, έστω κι αν δεν πεις το παραμικρό για τις δικές σου αμαρτίες.
Δεν υπάρχει τίποτα πιο ζοφερό από μια ψυχή που μνησικακεί και μισεί. Δεν υπάρχει τίποτα πιο ακάθαρτο από μια γλώσσα που κακολογεί και καταριέται. Άνθρωπος είσαι, μη γίνεσαι θηρίο. Το στόμα σου δόθηκε όχι για να δαγκώνεις, αλλά για να παρηγορείς με τα λόγια σου. Ο Θεός σε πρόσταξε να συγχωρείς, κι εσύ Τον παρακαλάς να καταργήσει τη δική Του εντολή; Δεν σκέφτεσαι ότι ευχαριστιέται και γελάει ο διάβολος, όταν ακούει μια τέτοια προσευχή; Δεν συλλογίζεσαι ότι, από το άλλο μέρος, λυπάται ο Θεός, ο Πλάστης σου, ο Ευεργέτης σου, ο Σωτήρας σου;
“Μα αδικήθηκα”, λες, “και είμαι πικραμένος”. Τότε, λοιπόν, προσευχήσου εναντίον του διαβόλου, που μας αδικεί περισσότερο από κάθε άλλον. Γιατί αυτός δημιουργεί και τους εχθρούς και τις έχθρες, αυτός είναι ο μεγάλος και μοναδικός εχθρός σου, με τον οποίο δεν είναι δυνατό να συμφιλιωθείς ποτέ. Ο συνάνθρωπος, απεναντίας, όσα κι αν σου κάνει, είναι αδελφός σου. Γι’ αυτό οφείλεις να προσεύχεσαι για το καλό του, για την ευτυχία του, για τη μετάνοια και τη σωτηρία του.
Ας φροντίσουμε λοιπόν, αγαπητοί μου, να ζούμε και να ενεργούμε σύμφωνα με τις εντολές του Κυρίου, για να είναι καρποφόρα η προσευχή μας και να πετύχουμε τη βασιλεία των ουρανών.

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...