Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Παρασκευή, Μαΐου 27, 2011

Θαύματα Αγίου Ιωάννη του Ρώσου (Επιλογή)

 

 

επιμέλεια:πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου
Το ιερό λείψανο του οσίου Ιωάννου του Ρώσου μεταφέρθηκε στο Νέο Προκόπι της Ευβοίας τον Οκτώβριο του 1924, από τους Πρόσφυγες, . Εκεί εγκαταστάθηκαν οι Έλληνες που ήλθαν από το Προκόπι της Μικράς Ασίας. Το 1930 άρχισε να κτίζεται εκεί ο περικαλλής ναός,  προς τιμήν του Αγίου, ο οποίος ολοκληρώθηκε μετά από πολλούς κόπους των πιστών το 1951. Τότε μεταφέρθηκε ο Άγιος στο νέο Ναό, όπου και εκεί βρίσκεται μέχρι σήμερα. Είναι ένα από τα μεγάλα προσκυνήματα της πατρίδος μας. Οι πιστοί καταφθάνουν από όλα τα μέρη του κόσμου, προσκυνούν τον Άγιο , επικαλούνται την βοήθεια του και τον ευχαριστούν για  τα τόσα θαύματα που επιτελεί .
Κατά την διάρκεια της ζωής του.
Κάποια περίοδο πού ο αγάς – σαν ευσεβής Μουσουλμάνος – είχε φύγει σε ιερή αποδημία – προσκύνημα στη Μέκκα, ή γυναίκα του θέλησε νά καλέ­σει σε φαγητό φίλους και γνωστούς γιά νά ευχηθούν γιά τόν ασφαλή γυρισμό και τήν καλή υγεία του αγά της. Καθώς έφερνε ή κυρία στους συνδαιτυμόνες τό γνωστό φαγητό τής Ανατολής, τό πιλάφι, στράφηκε προς τόν Ιωάννη και του είπε: «Πόση χαρά θα ένιωθε, Γιοβάν, σήμερα ο αφέντης σου, αν γευό­ταν από αυτό τό αγαπημένο του φα­γητό». Ό Ιωάννης με απλότητα ζήτησε ένα πιάτο με πιλάφι. Και με τη δύνα­μη τής αδιάκριτου πίστεως και θερμής προσευχής του τό πιάτο θαυματουρ­γικά απεστάλη στο αφεντικό του! Οι παριστάμενοι δεν πίστεψαν. Γέλασαν… Όταν όμως μετά από καιρό επέστρε­ψε ο αγάς και έφερε πίσω τό πιάτο ά­δειο με τό οικόσημο τής μωαμεθανικής του οικογενείας, τότε πείστηκαν όλοι γιά τη δύναμη τής πίστεως του άκα­κου και φιλάγαθου και φιλάνθρωπου αυτού δούλου.
    Ύστερα και από τό γεγονός αυτό, τό ζεύγος των κυρίων πίεζε περισσότερο τόν Ιωάννη νά μην κατοικεί πια στον ανθυγιεινό στάβλο και του παραχώρη­σαν δωμάτιο γιά νά ζει με αξιοπρέπεια. Αυτός όμως και πάλι – όπως και τήν πρώτη φορά – ευγενικά και σταθερά αρνήθηκε. Προτίμησε νά ζει ως ταπει­νός δούλος Ιησού Χριστού στο «ησυ­χαστήριο» πού τόσα χρόνια είχε αγα­πήσει μένοντας πιστός στα θελήματα του αγά του και στη διακονία και τις περιποιήσεις των άκακων και άλογων ζώων.
    Έφθασε κάποτε και ή ώρα πού ο άγιος Ιωάννης ο Ρώσος επρό­κειτο νά εγκαταλείψει τα εγκόσμια και νά αναχωρήσει γιά τόν ουρανό. Ό Όσιος μας αρρώστησε. Παρέμενε ξα­πλωμένος με υπομονή στον ταπεινό αχυρώνα του στάβλου ευγνωμονώντας τόν Θεό γιά όλα τα δώρα πού του είχε χαρίσει. Κάποια στιγμή αισθάνθηκε ότι πλησιάζει τό τέλος του και ζήτησε με ισχυρό πόθο νά κοινωνήσει τα Άχραντα Μυστήρια. Και επειδή υπήρχε τήν περί­οδο εκείνη ατμόσφαιρα μίσους από φα­νατισμένους Τούρκους ο διακριτικός και ευλαβής ιερέας π. Θεόδωρος Παπαδό­πουλος έφερε τη θεία Κοινωνία με άκρα ευλάβεια μυστικά μέσα σε ένα μήλο. Με ιερή συγκίνηση ο όσιος και ομολογητής του Χριστού Ιωάννης κοινώνησε γιά τελευταία φορά. Και ειρηνικά παρέδω­σε τήν αγνισμένη και φωτισμένη ψυχή του στον αγαπημένο του Κύριο Ιησού Χριστό. Ήταν 27 Μαΐου του έτους 1730. Ή είδηση διαδόθηκε αστραπιαία σε ό­λο τό Προκόπιο. Μεγάλο πένθος απλώ­θηκε σε όλη τήν περιοχή τής Καππα­δοκίας. Ό Όμέρ αγάς τόν τίμησε και τόν έκλαψε.
    Στη συνείδηση όλων, Χριστιανών και Οθωμανών, ο δούλος του Θεού Ιωάννης ήταν ένας άγιος. Είχαν περάσει τριάμισι μόλις χρόνια από τήν κοίμηση του Αγίου. Οι Προκοπιείς έβλεπαν κάθε νύχτα «φώς λάμπον άγιον τω του οσίου μνήματι». Έτσι με θαυμαστή υπόδειξη του Αγίου τό Νοέμβριο του 1733 έγινε ή ανακομιδή των ιερών Λειψάνων του. Έκθαμβοι οι πιστοί Χριστιανοί αντίκρισαν τό ιερό Λείψανο του νέου αυτού ασκητού και όμολογητού «ακέραιο καί εύωδιάζον». Με ιερό δέος τό έναπέθεσαν κάτω από τήν Αγία Τράπεζα του Αγίου Γεωργίου (του ναού πού τόσο είχε αγαπήσει ο Άγιος).
Μετά την οσιακή κοίμησή του.
     Εκατό χρόνια μετά, τό 1832, ο στρατός του Όγλού Οσμάν πορευόμενος σε πο­λεμική αποστολή λεηλάτησε τό Προκό­πιο. Βεβήλωσε και λήστεψε τόν ιερό ναό. Παρέδωσε τό ιερό Λείψανο του άγιου Ιωάννου στις φλόγες. Άλλά ο Άγιος πα­ρουσιάστηκε σε όραμα και φοβέρισε τούς ασεβείς Οθωμανούς. Έντρομοι οι στρατιώτες εγκατέλειψαν αμέσως εκεί ό,τι είχαν κλέψει και έφυγαν διακηρύσσον­τας τό μεγάλο θαύμα. Τό σκήνωμα του Άγιου παρέμενε άθικτο, όμως έμαύρισε επιφανειακά. Τό 1862 με επέμβαση θαυματουργική του Άγιου γλύτωσαν από τό σεισμό είκοσι παιδάκια του ελληνικού σχολείου.
    Ή φήμη του οσίου Ιωάν­νου ως θαυματουργού είχε απλωθεί πλέον σ’ ό­λη τη Μ. Ασία. Πάμπολ­λες είναι οι μαρτυρίες γιά τα θαύματα του. Πλήθη λαού τόν επισκέπτονται και ζητούν θεία προστα­σία και βοήθεια. Τόν ο­νομάζουν «θεραπευτή Ά­γιο». Οι Τούρκοι τόν α­ποκαλούν «κουλέ Γιουβάν», αιχμάλωτο Ιωάννη. Με πίστη και αυτοί λαμβάνουν «τό σιφά σουγιού», τό νερό του αγιάσματος του. Με αυτό θεραπεύονται, ραντίζουν τα χωράφια, σταματούν οι επιδημίες. Μία δοξολογία εξέρχεται από τα χείλη όλων. Ή λάρνα­κα του Οσίου «ίατρείον δέδεικται πάσης ασθενείας». Έκθαμβος ο υμνογράφος τής Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας α­είμνηστος π. Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης θα γράψει: «Ίδόντες σου τήν βιοτήν καί τήν πτωχείαν τήν πολλήν οί Άγαρηνοί, Ιωάννη, σφόδρα ηύλαβήθησαν η­θών σου τήν σεμνότητα». Και σε δόξα­σαν. Και με μεγάλη φωνή διέδιδαν ότι είσαι φίλος και οικείος του Θεού!
Διηγήσεις του Πατρός Ιωάννου Βερνέζου, Προϊσταμένου Ιερέως στον Όσιο Ιωάννη το Ρώσσο, στο Νέο Προκόπι της Εύβοιας
1)Αλλαγή των αμφίων.
“…Ο Άγιος ζητάει μόνος του  να του αλλάξουμε τα άμφια.Τότε μπορούμε να ανοίξουμε και την λάρνακα.Η η λάρνακα  δεν ανοίγει όποτε εμείς θελήσουμε, αλλά όταν θέλει ο Άγιος.
Πως ειδοποιεί γιά την αλλαγή των αμφίων του; Νά, έρχεται π.χ. σε μιά καλή ψυχή και λέει στον ύπνο (σέ διάφορα μέρη, στην Ν. Υόρκη, στην Αυστραλία, στην Θεσσαλονίκη), έλα να με χαιρετήσης, είμαι ο Ιωάννης από την Ρωσία’ έλα στην εκκλησία μου και να πης στον Ιερέα ήρθε ο καιρός να μου αλλάξουν τους χιτώνες. Έτσι έγινε το 1937, το 1955, το 1977 που έγινα αποδέκτης εγώ. Επήρα εγώ τίς πληροφορίες από πιστούς.
Το 2005 ξαναζήτησε ο Όσιος να γίνη αλλαγή αμφίων μετά 28 χρόνια που πέρασαν από το 1977.
Ο κ. Στυλιανός ξέρει ότι εδώ μαζί ξεκινήσαμε στον αγώνα. Μού είπε λευκανθήκαμε. Ο αγαπητός Στυλιανός ειναι πολλά χρόνια στον αγώνα, και να προσεύχεσθε γι’ αυτόν. Εγώ είμαι εδώ 43 χρόνια κληρικός και τρία χρόνια πρίν ως λαίκός, συνολικά 46 χρόνια και έχουμε δεί χιλιάδες και εκατομμύρια πιστούς να περνουν μπροστά από τον Άγιο Ιωάννη.
Τί έχουμε να μαρτυρήσουμε; Τί είδαμε στις αλλαγές; Το συγκλονιστικό είπαμε είναι ότι είδοποιεί ο ίδιος! Ετσι σε μιά κοπέλα είπε:
Να ‘ρθής να δής το μαξιλάρι μου που θα είναι γεμάτο δάκρυα. Κλαίμε για σας τους νέους. Προσευχόμαστε ιδιαίτερα γιά σας στο Θεό να σας στηρίξη.
Όταν το 1977 ανοίξαμε και είδαμε το μαξιλάρι όλο καθαρό ήταν, όμως εδώ δίπλα στούς οφθαλμούς ήταν βρεγμένο με μιά μεγάλη κηλίδα από δάκρυα.
Είδαμε όλη την κεφαλή του Αγίου να κινείται, και ο Σεβασμιώτατος και οι ιερείς.
Συγκλονιστικό! Παίρνουμε την λάρνακα και ερχόμαστε σε δύο τραπέζια και βάζουμε τον Άγιο. Αυτό που σεβάστηκε ο ίδιος ο Θεός, ετίμησε και εχαρίτωσε και εδόξασε, που χάρισε το δώρο της αφθαρσίας ως την Β΄ Παρουσία…”
2) “Θεραπεία ασθενούς που έπασχε από “μυελογενή λευχαιμία.
…Μιά οικογένεια στην Αθήνα δέχτηκε ένα μεγάλο πλήγμα, το παιδί τους ο Βασιλάκης, Ε’ Δημοτικού, ξαφνικά έχασε το κέφι του, κλείστηκε στο σπίτι, άρχισαν εξετάσεις και διαπιστώθηκε «μυελογενής λευχαιμία», μετά από παρακέντηση που έγινε στην σπονδυλική στήλη. Αρχισαν οι χημειοθεραπείες, πέφτουν τα μαλλιά του παιδιού και πρέπει να έχη μεγάλη αντοχή κανείς. Έχανε το παιδί τίς δυνάμεις του.
Μιά βραδιά, μεσάνυχτα, φωνάζει την μητέρα του.
Μανούλα θέλω μιά χάρη. Να με πάτε στον Άγιο Ιωάννη τον Ρώσο.
Πως, παιδί μου, σκέφθηκες τον Άγιον αυτόν ανάμεσα σε τόσους Αγίους;
θυμάσαι που πήγαμε εκδρομή πέρσι; Είχαμε πάρει και το βιβλίο με την Ιστορία και τα θαύματά τον. Απόψε, μόλις τελείωσα να το διαβάζω, άκουσα μέσα μου μιά φωνή, σα να μου είπε’ έλα Βασιλάκη στην εκκλησία μου και θα σε κάνω καλά και σένα.
Ήρθανε. Το παιδί να βλέπατε πως προσπαθούσε να πιαστή από τη ζωή. Πήγε κοντά, προσκύνησε. Άνοιξε τα χεράκια του, προσευχόταν, κατόπιν βάζει το σκουφάκι και τη ζώνη του Αγίου. Και το πιό απλό αντικείμενο μπορεί να μεταφέρη την δύναμη του Θεού. Η μάνα του να κλαίη κοντά στο άγιο λείψανο, και τότε της λέει το παιδί:
Μανούλα μου μήν κλαίς! Μ’ εκανε καλά ο Άγιος Ιωάννης.
Πές μου, παιδί μου, πως;
Σταμάτησε το μούδιασμα στο σώμα και ο πόνος στη μέση μου και, εκτός από αυτό, ήρθε μέσα μου χαρά. Χαίρομαι που θα ξαναγυρίσω στο σχολείο μου.
Φύγανε και δεν είπαν σε κανέναν τίποτα. Γύρισαν στην Αθήνα. Πήγαν στο Νοσοκομείο. Έγιναν νέες εξετάσεις και ο καθηγητής είπε πως, με τα αποτελέσματα της παρακεντήσεως, τώρα πιά σταματάμε τις χημειοθεραπείες γιατί αρρώστεια δεν υπάρχει πλέον. Τότε η μάνα είπε τι είχε ζητήσει και τι είχε κάνει μόνο του το παιδί, και είπε ο γιατρός:
Αυτά είναι πάνω από την επιστήμη, είναι στην σφαίρα της πίστεως. Να ευχαριστήσετε τον Άγιο γιατί το εξιτήριο το υπέγραψε ένας Άγιος.
Τον Ιούνιο τελείωσε το Δημοτικό ο Βασιλάκης και είναι όπως θέλη ο Θεός…”
3)Το λείψανο ίδρωσε στην λιτανεία του 2004.
 Στο τέλος της λιτάνευσης του τιμίου λειψάνου του αγίου Ιωάννου του Ρώσσου το 2004, άφησαν όπως συνηθίζεται το τίμιο λείψανο πάνω σε μια εξέδρα, και όλος ο λαός, χιλιάδες προσκυνητές, πέρασαν από κάτω. Αυτό κράτησε ώρες. Στο τέλος, όταν κατέβασαν το τίμιο λείψανο παρατήρησαν πώς το γυαλί, στο μέρος πάνω από το πρόσωπο του Αγίου, είχε υγρανθή. Η εξήγηση που δόθηκε ήταν ότι ο άγιος ίδρωσε μεταφέροντας τις χιλιάδες, διαφορετικής εντάσεως και ποιότητος, προσευχές των προσκυνητών στον θρόνο του Θεού, όπως και ο ιδρώτας του Προσώπου του Χριστού έρρεε ως “θρόμβοι αίματος” κατά την προσευχή στην Γεθσημανή.”(πηγή. http://www.parembasis.gr/2005/05_05_24.htm)
——————————————————–
4)Θεραπεία συγκύπτουσας γυναικός.
Ιδιαίτερη συγκίνηση προξενεί ένα ταπεινό μπαστουνάκι που παραστέκει δίπλα στην ασημένια λάρνακα του Αγίου. Βουβός μάρτυρας θαύματος. Προέρχεται από τη συγκύπτουσα γερόντισσα Μαρία Σιάκα από το Φρέναρος Αμμοχώστου (Κύπρο), η οποία στις 11.08.78 θεραπεύτηκε εκεί από τον Άγιο και με φωνή πνιγμένη από δάκρυα ευγνωμοσύνης του είπε: «Ίντα (τι) να σου δώσω, παλληκάρι μου; Άγιέ μου, είμαι φτωχιά, θα σου δώσω το μπαστούνι μου, διότι εν μου (δεν μου) χρειάζεται μέχρι να πεθάνω».
5)Παρουσία του Αγίου Στην Σερβία το 1999
Συγκινητική είναι και η παρουσία του Αγίου τον Μάρτιο του 1999 στη Σερβία. Όπως η υπέρμαχος Στρατηγός, η Παναγία μας, ενδυνάμωσε τους στρατιώτες μας το 1940, έτσι και ο άγιος Ιωάννης ο Ρώσος σε οράματα που πολλοί τον είδαν, τους βεβαίωσε: «Πηγαίνω στο Βελιγράδι, γιατί σφαγιάζεται η Ορθοδοξία». Και πράγματι· ντυμένος στρατιωτικά ο Άγιος ενίσχυε πολλούς Σέρβους την περίοδο εκείνη με τη θαυματουργική παρουσία του, όπως το κατέθεσαν αυτόπτες αξιόπιστοι μάρτυρες Σέρβοι.
6)Θαυμαστές κινήσεις του λειψάνου του Αγίου

Υπάρχουν φορές που το Ιερό λείψανο του Αγίου Ιωάννου του Ρώσσου δεν βρίσκεται μέσα στην λάρνακα του και αργότερα εμφανίζεται μέσα. Τούτο το βεβαιώνει ο προϊστάμενος του Ιερού Ναού καθώς και άλλοι. Μάλιστα, την ώρα που διαπιστώνεται πως ο Άγιος Ιωάννης δεν είναι μέσα στη λάρνακα, την ίδια ώρα έχει γίνει μια θαυμαστή ίαση κάποιου που τον επικαλέστηκε.
Άλλες φορές το Ιερό λείψανο του Αγίου «αλλάζει πλευρό»- θέση όπως είναι ξαπλωμένο, ενίοτε και μπροστά στον κόσμο-προσκυνητές- και ακούγεται θόρυβος από εκεί. Μάλιστα, μια από τις φορές που έγινε αυτό, το 1990, ήταν παρών και ο μακαριστός και όσιος γέροντας Ιάκωβος, ηγούμενος της Ιεράς μονής του Οσίου Δαυίδ στην Εύβοια ο οποίος για να καθησυχάσει τον κόσμο που τρόμαξε είπε: «Χριστιανοί μου μη φοβάστε, ο άγιος είναι ζωντανός απλά άλλαξε πλευρό…»
7)Συνομιλία με τον Γέροντα Ιάκωβο Τσαλίκη.
Ο Γέροντας τακτικά επισκεπτόταν τον Άγιο Ιωάννη το Ρώσο: «Κάποτε,
έλεγε, πήγα και βλέπω τον Άγιο ζωντανό μέσα στη λάρνακά του. Του
λέω:
-Άγιε μου πώς περνούσες στη Μικρά Ασία, τι αρετές είχες και αγίασες;
Ο Άγιος μου απάντησε:
-Μέσα στην σπηλιά που ήταν στάβλος κοιμόμουνα και με τα άχυρα
σκεπαζόμουνα τον χειμώνα για να μην κρυώνω. Είχα και την ταπείνωση και την πίστη.
Σε λίγο μου λέει:
-Περίμενε, πάτερ Ιάκωβε, γιατί ήρθαν τώρα δύο άνθρωποι και με παρακαλούν για ένα παιδί άρρωστο. Περίμενε να πάω να το βοηθήσω.
Ξαφνικά άδειασε η λάρνακα γιατί ο Άγιος έφυγε. Σε λίγη ώρα  ξαναγύρισε, δεν τον είδα πώς γύρισε, αλλά τον είδα να τακτοποιείται μέσα στη λάρνακά του σαν ένας άνθρωπος»!

Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Ρῶσος

Διονύσιος Ψαριανός (Μητροπολίτης Σερβίων καί Κοζάνης (+))





Στὶς 27 τοῦ μηνός Μαΐου, ἤ Ἐκκλησία ἑορτάζει καί τιμᾶ τήν ἱερή μνήμη τοῦ ὁσίου καί νέου ὁμολογητῆ Ἰωάννη τοῦ Ρώσου. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης γεννήθηκε στή Ρωσία τό ἔτος 1690, στά χρόνια δηλαδή τοῦ Μεγάλου Πέτρου. Στό ρωσοτουρκικό πόλεμο τό 1711 ὁ Μέγας Πέτρος ἡττήθηκε κι ὁ ἅγιος Ἰωάννης, μαζί μέ χιλιάδες Ρώσους, πιάστηκε αἰχμάλωτος. Πολλοί τότε ἀπό τούς αἰχμαλώτους ἐκείνους, γιά νά γλυτώσουν ἀπό τά δεινά της αἰχμαλωσίας, ἀλλαξοπίστησαν κι ἔγιναν μουσουλμάνοι. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ἀγοράσθηκε ἀπό ἕναν Τοῦρκο ἀγᾶ, στό Προκόπιο τῆς Καππαδοκίας ποὺ τόν ἔβαλε στό στάβλο, γιά νά φυλάγη καί νά περιποιῆται τά ἄλογα. Αὐτή ἦταν μιὰ ἐργασία καί κοπιαστική καί ὑπεύθυνη.

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ἦταν τότε ἕως 22 ἐτῶν, μά ἦταν ἕνας νέος φρόνιμος καί γνωστικός, καί καθώς γράφει ὁ Ἀπόστολος, ἀναθρεμμένος «ἐν παιδείᾳ καί νουθεσίᾳ Κυρίου». Εἶπε ἀπό τήν ἀρχή στόν Τοῦρκο ἀγᾶ, ποῦ τόν παρακινοῦσε νά ἀλλαξοπιστήση, «Ἄφησέ με ἐλεύθερο στήν πίστη μου, καί θά εἶμαι πάντα πρόθυμος στίς διαταγές σου. Ἄν ὅμως μέ βιάσης γιά νά ἀλλαξοπιστήσω, τότε σοῦ παραδίδω τήν κεφαλή μου παρά τήν πίστη μου. Ἐγώ χριστιανός γεννήθηκα καί χριστιανός θά πεθάνω». Βλέποντας τήν πίστη τοῦ Ἰωάννη κι ἀκούοντας τήν ὁμολογία του, ὁ ἀγᾶς μαλάκωσε καί σιγά - σιγά τόν συμπάθησε πολύ περισσότερο, ποὺ τόν ἔβλεπε ὑπομονετικό καί ὁλοπρόθυμο στή δουλειά του.

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης πέρασε τή ζωή του μέσα στό στάβλο, ἀφοσιωμένος στό ἔργο του καί περιποιούμενος μέ στοργή τά ζῶα. Ἡ ἀγάπη πρός τά ζῶα εἶναι κι αὐτή δεῖγμα τῆς ἁγιωσύνης, ποὺ καί τά ζῶα αὐτὴ τήν ἀγάπη τήν καταλαβαίνουν καί γίνονται κι αὐτά φίλοι μέ τούς ἀνθρώπους. Τό ἴδιο ἦταν καί στόν παράδεισο πρίν ἀπό τήν πτώση, ὅπου ὁ ἄνθρωπος καί ἡ δημιουργία δέν ἦσαν ἐπαναστατημένοι καί ἐχθροί μεταξύ τους. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὄχι μόνο ἀγαποῦσε καί φρόντιζε τά ζῶα, ἀλλά καί κοιμότανε καί προσευχότανε μαζί τους. Σέ μία γωνιά τοῦ στάβλου, ἐπάνω στά ξερά χόρτα καί τά ἄχυρα, ἐκεῖ ἦταν τό κρεββάτι του καί τό προσευχητήριό του. Ἡ ἄχνα τῶν ζώων τόν ζέσταινε κι ἦταν σάν θυμίαμα στήν προσευχή καί τήν ψαλμωδία του.

Ἔτσι ὁ ἅγιος Ἰωάννης δέν αἰσθανότανε πὼς ἦταν αἰχμάλωτος, γιατί αἰχμαλωσία καί δουλεία δέν εἶναι τά ἐξωτερικά δεσμά, ἀλλά τά ἐσωτερικά πάθη τοῦ ἀνθρώπου. Γι' αὐτό πάλι ἐλευθερία δέν εἶναι ἡ ἐξωτερική ἄνεση καί ἀσυδοσία, ἀλλά τό ἐσωτερικό φρόνημα τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ἀγαθή συνείδηση καί ἡ μυστική πληροφορία τῆς πίστης, ποὺ κατεργάζεται μέσα μας τήν ὑπομονή καί γεννᾶ τήν ἐλπίδα στό Θεό καί τήν ἀγάπη στούς ἀνθρώπους καί σέ ὅλα τά δημιουργήματα τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὅλ' αὐτά τά ζοῦσε μέσα του, γι' αὐτό, ὅταν ὁ ἀγᾶς κι ἡ γυναίκα του τοῦ ἔδωσαν δίπλα στό στάβλο ἕνα μικρό σπίτι, γιά νά μένη ἐκεῖ, αὐτός προτίμησε τή συντροφιά τῶν ζώων καί τό ἀχυρένιο κρεββάτι του στή γωνιά τοῦ στάβλου.

Σέ ἡλικία σαράντα ἐτῶν, στίς 27 Μαΐου τοῦ 1730, ὁ ἅγιος Ἰωάννης παρέδωσε τήν ψυχή του στά χέρια τοῦ Θεοῦ. Ὅπως διαβάζαμε στήν Παλαιά Διαθήκη καί τό ἀκοῦμε πολλές φορές στήν ἀκολουθία τοῦ Ἑσπερινοῦ, «Εὐάρεστος τῷ Θεῷ γενόμενος, ἠγαπήθη καί, ζῶν μεταξύ ἁμαρτωλῶν, μετετέθη. Ἡρπάγη, μή κακία ἀλλάξῃ σύνεσιν αὐτοῦ ἤ δόλος ἀπατήσῃ ψυχήν αὐτοῦ». Ὁ δίκαιος ἄνθρωπος ἀγαπιέται ἀπό τό Θεό, γι' αὐτό κι ὁ Θεός τόν παίρνει ἀπό τόν κόσμο, μήπως ἡ κακία ἀλλάξη τή φρονιμάδα του ἤ ἡ ψευτιά ξεγελάση τήν ψυχή του. Τό ἱερό σκῆνος τοῦ ἁγίου Ἰωάννη, ὅπως τά σώματα πολλῶν ἁγίων, ἔμεινε στόν τάφο ἀνέπαφο ἀπό τή φθορά καί εἶναι πηγή πολλῶν θαυμάτων στούς πιστούς, ποὺ τιμοῦν τή μνήμη του καί ζητοῦν τήν πρεσβεία του.

Τό 1924, μέ τήν ἀνταλλαγή τῶν πληθυσμῶν, ὅταν οἱ Ἕλληνες τῆς Μικρός Ἀσίας ἦλθαν στή νέα τους πατρίδα, οἱ πρόσφυγες ἀπό τό Προκόπιο τῆς Καππαδοκίας, ἀφήνοντας ἐκεῖ τά σπίτια τους καί τούς τάφους τῶν πατέρων τους, πῆραν μαζί τους τό ἱερό λείψανο τοῦ ἁγίου Ἰωάννη καί τό ἔφεραν στό Νέο Προκόπιο τῆς Εὔβοιας κοντά στή Χαλκίδα. Μέσα σέ ἑξήντα χρόνια ἀπό τότε, κτίσθηκε μεγάλος ναός στό ὄνομα τοῦ ἁγίου Ἰωάννη, ὅπου κατατέθηκε τό θαυματουργό ἱερό λείψανο καί δημιουργήθηκε ἐκεῖ πανελλήνιο προσκύνημα, κάθε μέρα καί στή μνήμη τοῦ νέου ὁμολογητῆ ἁγίου Ἰωάννη τοῦ Ρώσου μαζεύονται στό Προκόπι χιλιάδες προσκυνητές. Δοξάζαμε τό Θεό γιά τή χάρη ποὺ δίνει στούς Ἁγίους, κι ἐπαναλαμβάναμε τά λόγια της θείας Γραφῆς. «Θαυμαστός ὁ Θεός ἐν τοῖς ἁγίοις αὐτοῦ». Ἀμήν

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Ρῶσσος

Μελέτιος Καλαμαρᾶς (Μητροπολίτης Νικοπόλεως καί Πρεβέζης)



Τίποτε γιά τόν ἄνθρωπο, πού ἔχει ἐπίγνωση τοῦ Θεοῦ καί τῆς βασιλείας του, δέν εἶναι δυστύχημα.

Στόν ἅγιο Ἰωάννη συνέβη τό πιό μεγάλο, γιά τούς ἀνθρώπους δυστύχημα. Ἔπεσε αἰχμάλωτος πολέμου. Στούς Τούρκους. Σέ ἡλικία 20 ἐτῶν. Τί χειρότερο;

Καί ἀποδείχτηκε, πώς αὐτή του ἡ ἀτυχία, ἔγινε ἡ πιό μεγάλη ἀφορμή τῆς ἐπιτυχίας του. Ὄχι μόνο ἀπέκτησε τή βασιλεία τοῦ Θεοῦ, τήν μόνη ἀληθινή ἐπιτυχία, ἀλλά καί ἐπέτυχε σέ τέτοιο βαθμό, ὥστε νά μπορεῖ νά σκορπίζει τούς καρπούς τῆς ἐπιτυχίας του καί σέ πολλούς ἄλλους, μέχρι σήμερα. 200 χρόνια μετά τήν κοίμησή του. Σέ κύκλο πού ὅλο καί εὐρύνεται. Γιατί; Πῶς;

Αἰχμαλωτίσθη μαζί μέ μιά ὁλόκληρη ὁμάδα νεαρούς Ρώσσους στρατιῶτες. Καί σέ ὅλους ἐτέθη τό δίλημμα. Γίνεσθε Τοῦρκοι; Ἂν ναί, καλά. Θά ζῆτε ἐλεύθεροι καί μέ ἡδονές καί διασκεδάσεις.

Ἤξεραν, τί ἔκαναν οἱ Τοῦρκοι. Γαργάλισαν τούς νεαρούς μέ τό σέξ. Καί πολλοί ἀπό αὐτούς παρέλυσαν. Κείνους πού στό γαργάλημα τοῦ σέξ ἀντιστάθηκαν τούς ἔβαλαν στά βασανιστήρια. Ἀπειλές πρῶτα. Καί πράξη μετά. Καί ἔτσι παρέλυσαν καί οἱ ἄλλοι. Καί ὑπεχώρησαν. Καί Τούρκεψαν.

Γιατί;

Ὁ ἄνθρωπος θέλει νά ζῆ γλυκά. Μέ γλύκα. Κάθε τι τό γλυκύ τόν εὐχαριστεῖ. Τοῦ ὀμορφαίνει τή ζωή. Καί τό λέει ἡδονή. Ἡ πιό γλυκιά ἡδονή στόν ἄνθρωπο εἶναι τό σέξ καί μάλιστα γιά τούς νεαρούς τῶν 20 χρόνων. Χρειάζεται μετά ἀπό αὐτό νά ἀπορεῖ κανείς, γιατί παρέλυσαν τά Ρωσσάκια καί ἐτούρκεψαν;

Τό πιό γλυκύ εἶναι ἡ ἡδονή. Τό πιό πικρό ὁ πόνος. Τόσο πικρό, τόσο μισητό, ὥστε ὁ ἄνθρωπος, προκειμένου νά τόν ἀποφύγει, ἀφήνει στήν ἄκρη ὅλες μαζί τίς ἡδονές. Καί τίς πιό γλυκές. Ὁ πόνος παγώνει. Ὁλόκληρο τόν ἄνθρωπο. Καί σβήνει ἐντελῶς κάθε ἰδέα καί πόθο ἡδονῆς. Ὅσο πιό μεγάλος τόσο χειρότερα. Ἀπορεῖ κανείς, γιατί μπροστά στόν πόνο τούρκεψαν τά Ρωσσάκια; Ὄχι.

Δέν ἀποροῦμε, ἀλλά καί δέν τά θαυμάζομε. Τά λυπόμαστε. Τά ἐλεεινολογοῦμε. Ἦσαν τά κακόμοιρα ΑΝΘΡΩΠΑΚΙΑ. Τέλεια ΑΝΘΡΩΠΑΚΙΑ. Λεβέντες στό σῶμα, σάν νεαροί, γεροδεμένοι, σφριγηλοί. Ἀνθρωπάκια στήν ψυχή, στή γνώμη, στή θέληση. ΜΗΔΕΝ.

Θυμίζουν τό σκυλί, πού τρέχουν τά σάλια του, ὅταν πάρη τό μεζέ ἀπό τό χέρι τοῦ ἀφεντικοῦ του -δοῦλος τῆς ἡδονῆς- καί τρώει κλωτσιά καί χάνεται, δοῦλος στόν πόνο. Καί ὅσες φορές τό φωνάζει τό ἀφεντικό μέ τήν ὑπόσχεση τοῦ μεζέ, μαζεύεται· τρέχει. Τόσο δοῦλος τῆς ἡδονῆς, ὥστε νά ξεχνᾶ τίς κλωτσιές. Καί τόσο δοῦλος τοῦ πόνου, ὥστε τρώγοντας τήν κλωτσιά νά χάνεται ἀμέσως. Τί κατάντημα γιά τόν ἄνθρωπο, νά εἶναι ΔΟΥΛΟΣ στήν ΗΔΟΝΗ καί ΔΟΥΛΟΣ στόν ΠΟΝΟ;

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης δέν ἦταν ἀνθρωπάκι: δοῦλος στόν πόνο καί δοῦλος στήν ἡδονή. Ἀλλά οὔτε καί ἁπλῶς ἐλεύθερος. Ἦταν κάτι παραπάνω. Ἦταν ἥρωας τῆς ἡδονῆς καί ἥρωας τοῦ πόνου. Σ᾿ αὐτόν δέν ἔπιασε, οὔτε τό γαργάλισμα τοῦ σέξ, οὔτε ἡ ἀπειλή τῶν βασανιστηρίων. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης δέν ἦταν ἀνθρωπάκι. Ἦταν ΗΡΩΑΣ.

Προτίμησε τόν πόνο, ὅσος κι ἄν ἦταν, παρά νά καταντήσει ΑΝΘΡΩΠΑΚΙ. Σκέφτηκε. Τά ἀνθρωπάκια, δέν τά ἐκτιμᾶμε οὔτε ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι, ὅσο κι ἄν εἴμαστε κι ἐμεῖς οἱ ἴδιοι ἀνθρωπάκια. Εἶναι δυνατόν ποτέ νά τά ἐκτιμάει ὁ ΘΕΟΣ;

Μπῆκε ἀπό τή στενή πύλη τοῦ πόνου καί τοῦ κόπου. Ἔζησε στό στάβλο. Ἀλλά ὁ στάβλος ἔλαμψε, ὅπως ἔλαμπε ἡ ψυχή του. Καί μετά τό θάνατό του ἔμεινε καί τό σῶμα του ἄφθαρτο, ὅπως εἶχε μείνει ἄφθαρτο τό φρόνημά του ἀπό τόν ΠΟΘΟ ΤΗΣ ΗΔΟΝΗΣ καί ΤΟ ΦΟΒΟ ΤΟΥ ΠΟΝΟΥ. Ἦταν ἥρωας στό φρόνημα. Ἔδειξε ὁ Θεός ἡρωικό καί τό κορμί του. Γεροδεμένο, ζωντανό, νεανικό μέχρι σήμερα. Καί οἱ ἄλλοι; Ἔλειωσαν ἀπό τόν πόθο τῆς ἡδονῆς, ἔλειωσαν μπροστά στόν πόνο, ἔλειωσαν καί σωματικά. Τί εἶναι σήμερα; ΜΗΔΕΝ.

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης μᾶς λέγει.

-Παύσατε νά εἶστε δοῦλοι τῆς ἡδονῆς, δοῦλοι τοῦ πόνου.

Γίνετε ΗΡΩΕΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΗΔΟΝΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΟΝΟΥ.

† ὁ Ν. Μ

Ρωσία-Καππαδοκία-Εύβοια :το δρομολόγιο ενός παλληκαριού τού Χριστού

 

ΙΕΡΟΝ ΣΚΗΝΩΜΑ ΟΣΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΡΩΣΣΟΥ-ΠΡΟΚΟΠΙΟΝ ΕΥΒΟΙΑΣ.jpg
το σκήνωμα του βρίσκεται στο Προκόπι Ευβοίας.
Ο Όσιος Ιωάννης γεννήθηκε σε ένα χωριό της λεγομένης Μικράς Ρωσίας, περί το 1690, από γονείς ευλαβείς και ενάρετους. Όταν έφθασε σε νόμιμη ηλικία στρατεύθηκε, ενώ βασίλευε στη Ρωσία ο Μέγας Πέτρος. Έλαβε μέρος στον πόλεμο που έκανε εκείνος ο τολμηρός τσάρος εναντίον των Τούρκων κατά το 1711, και συνελήφθη αιχμάλωτος από τους Τατάρους. Οι Τάταροι τον πούλησαν σε έναν Οθωμανό αξιωματικό Ίππαρχο, που καταγόταν από το Προκόπιον της Μικράς Ασίας, το οποίο βρίσκεται πλησίον στην Καισάρεια της Καππαδοκίας. Ο αγάς τον πήρε μαζί του στο χωριό του. Πολλοί από τους αιχμαλώτους συμπατριώτες του αρνήθηκαν την πίστη του Χριστού και έγιναν Μουσουλμάνοι, είτε γιατί κάμφθηκαν από τις απειλές, είτε γιατί δελεάστηκαν από τις υποσχέσεις και τις προσφορές υλικών αγαθών.
Ο Ιωάννης, όμως, ήταν από μικρός αναθρεμμένος με παιδεία και νουθεσία Κυρίου και αγαπούσε πολύ τον Θεό και την πίστη των πατέρων του. Ήταν από εκείνους τους νέους, όπου τους σοφίζει η γνώση του Θεού, όπως κήρυξε ο σοφός Σολομών, λέγοντας: «Ο δίκαιος είναι γνωστικός και στη νεότητά του. Διότι τιμημένο γήρας δεν είναι το πολυχρόνιο, ούτε μετριέται με τον αριθμό των ετών. Η φρονιμάδα πιο νέους ανθρώπους είναι σεβάσμια ωσάν να είναι φέροντες και ο καθαρός βίος τους κάνει ωσάν να είναι γέροντες πολύμαθοι».
Έτσι, λοιπόν, και ο μακάριος Ιωάννης, έχοντας την σοφία που δίδει ο Θεός σε εκείνους που τον αγαπούν, έκανε υπομονή στη δουλεία και στην κακομεταχείρηση του αφέντη του και στις ύβρεις και τα πειράγματα των Οθωμανών, οι οποίοι τον φώναζαν «κιαφίρη», δηλαδή άπιστο, φανερώνοντάς του την περιφρόνηση και την απέχθειά τους. στον αφέντη του και σε όσους τον παρακινούσαν να αρνηθεί την πίστη του, αποκρινόταν με σθεναρή γνώμη ότι προτιμούσε να πεθάνει, παρά να πέσει σε τέτοια φοβερή αμαρτία. στον αγά είπε: «Εάν με αφήσεις ελεύθερο στην πίστη μου, θα είμαι πολύ πρόθυμος στις διαταγές σου. Αν με βιάσεις να αλλαξοπιστήσω, γνώριζε ότι σού παραδίδω την κεφαλή μου, παρά την πίστη μου. Χριστιανός γεννήθηκα και Χριστιανός θα αποθάνω».
Ο Θεός, βλέποντας την πίστη του και ακούγοντας την ομολογία του, μαλάκωσε την σκληρή καρδιά του αγά και με τον καιρό τον συμπάθησε. σε αυτό συνήργησε και η μεγάλη ταπείνωση όπου στόλιζε τον Ιωάννη, καθώς και η πραότητά του.
Έμεινε, λοιπόν, ήσυχος ο μακάριος Ιωάννης από τις υποσχέσεις και απειλές του Οθωμανού κυρίου του, ο οποίος τον είχε διορισμένο στον σταύλο του, για να φροντίζει τα ζώα του. σε μία γωνιά του σταύλου ξάπλωνε το κουρασμένο σώμα του και αναπαυόταν, ευχαριστώντας τον Θεό, διότι αξιώθηκε να έχει ως κλίνη τη φάτνη στην οποία ανεκλίθη κατά την γέννησή Του ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός. Ήταν δε αφοσιωμένος στο έργο του, περιποιούμενος με στοργή τα ζώα του κυρίου του, τα οποία αισθάνονταν τόση την προς αυτά αγάπη του Αγίου, ώστε να τον ζητούν όταν απουσίαζε, να τον προσβλέπουν με αγάπη και να χρεμετίζουν με χαρά όταν τα χάιδευε, ωσάν να συνομιλούσαν μαζί του.
Με τον καιρό ο αγάς τον αγάπησε, καθώς και η σύζυγός του, και του έδωσαν για κατοικία ένα μικρό κελλί κοντά στον αχυρώνα. Όμως ο Ιωάννης δεν δέχθηκε και εξακολούθησε να κοιμάται στον σταύλο, για να καταπονεί το σώμα του με την κακοπέραση και με την άσκηση, μέσα στη δυσοσμία των ζώων και στα ποδοβολητά τους. Κάθε νύχτα ο σταύλος γέμιζε από τις προσευχές του Αγίου και η κακοσμία γινόταν οσμή ευωδίας πνευματικής. Ο μακάριος Ιωάννης είχε εκείνο τον σταύλο ως ασκητήριο, και εκεί πορευόταν κατά τους κανόνες των Πατέρων, επί ώρες γονυπετής και προσευχόμενος, κοιμώμενος για λίγο επάνω στα άχυρα, χωρίς άλλο σκέπασμα παρά μία παλαιά κάπα, γευόμενος με διάκριση, πολλές φορές μόνο λίγο ψωμί και νερό, και νηστεύοντας τις περισσότερες ημέρες.
Συνέχεια έψαλλε τους λόγους του ιερού ψαλμωδού: «Ο κατοικών εν βοηθεία του Υψίστου, εν σκέπη του Θεού του ουρανού αυλισθήσεται. Ερεί τω Κυρίω αντιλήπτωρ μου ει και καταφυγή μου, ο Θεός μου και ελπιώ επ Αυτόν. Ότι Αυτός ρύσεταί με εκ παγίδος θηρευτού και από λόγου ταραχώδους. Έθεντο με εν λάκκω κατωτάτω, εν σκοτεινοίς και εν σκιά θανάτου. Εγώ δε προς τον Κύριον εκέκραξα εν τω θλίβεσθαί με και εισήκουσέ μου. Κύριος φυλάξει την είσοδόν μου και την έξοδόν μου από του νυν και έως του αιώνος. Προς σε ήρα τους οφθαλμούς μου Κύριε, τον κατοικούντα εν τω ουρανώ. Ιδού ως οφθαλμοί δούλων εις χείρας των κυρίων αυτών, ούτως οι οφθαλμοί ημών προς Κύριον τον Θεόν ημών, έως ου οικτιρήσαι ημάς». Ψαλμούς σιγόψαλλε και κατά την ώρα που ακολουθούσε πίσω από το άλογο του αφέντη του.
Με την ευλογία που έφερε ο Άγιος στον οίκο του Τούρκου Ιππάρχου, αυτός πλούτισε και έγινε ένας από τους ισχυρούς του Προκοπίου.
Ο Άγιος ιπποκόμος του, εκτός της προσευχής και της νηστείας, που έκανε ως άλλος Ιώβ, πήγαινε τη νύχτα και έκανε όρθιος αγρυπνίες στο νάρθηκα της εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου, η οποία ήταν κτισμένη μέσα σε ένα βράχο και βρισκόταν κοντά στον οίκο του Τούρκου κυρίου του. Εκεί πήγαινε κρυφά τη νύχτα, κοινωνούσε δε κάθε Σάββατο τα Άχραντα Μυστήρια. και ο Κύριος, «ο ετάζων καρδίας και νεφρούς», επέβλεψε επί τον δούλο του τον πιστό και έκανε, ώστε να πάψουν να τον περιπαίζουν και να τον υβρίζουν οι σύνδουλοί του και οι άλλοι αλλόθρησκοι.
Αφού, λοιπόν, ο αφέντης του Ιωάννη πλούτισε, αποφάσισε να υπάγει για προσκύνημα στη Μέκκα, τη ιερά πόλη των Μωαμεθανών.
Αφού πέρασαν αρκετές ημέρες από την αναχώρησή του, η σύζυγός του παρέθεσε τράπεζα και προσκάλεσε τους συγγενείς και τους φίλους του ανδρός της, για να ευφρανθούν και να ευχηθούν να επιστρέψει υγιής στον οίκο του από την αποδημία. Ο μακάριος Ιωάννης διακονούσε στην τράπεζα. Παρέθεσαν δε σε αυτή και ένα φαγητό, το οποίο άρεσε πολύ στον αγά, το λεγόμενο πιλάφι, το οποίο συνηθίζουν πολύ στην Ανατολή. Τότε η οικοδέσποινα θυμήθηκε τον σύζυγό της και είπε στον Ιωάννη: «Πόση ευχαρίστηση θα ελάμβανε, Γιουβάν, ο αφέντης σου, αν ήταν εδώ και έτρωγε μαζί μας από τούτο το πιλάφι!». Ο Ιωάννης τότε ζήτησε από την κυρία του ένα πιάτο γεμάτο πιλάφι και είπε ότι θα το έστελνε στον αφέντη του στη Μέκκα. στο άκουσμα των λόγων του γέλασαν οι προσκεκλημένοι. Αλλά η οικοδέσποινα είπε στην μαγείρισσα να δώσει το πινάκιο με το φαγητό στον Ιωάννη, σκεπτόμενη ή ότι ήθελε να το φάει ο ίδιος μόνος του ή να το πάει σε καμιά φτωχή χριστιανική οικογένεια, όπως συνήθιζε να κάνει, δίδοντας το φαγητό του.
Ο Άγιος το πήρε και πήγε στον σταύλο. Εκεί γονυπέτησε και έκανε προσευχή εκ βάθους καρδίας παρακαλώντας τον Θεό να αποστείλει το φαγητό στον αφέντη του με όποιον τρόπο οικονομούσε Εκείνος με την παντοδυναμία Του. με την απλότητα που είχε στην καρδιά του ο Ιωάννης πίστεψε ότι ο Κύριος θα εισακούσει την προσευχή του και το φαγητό θα πήγαινε θαυματουργικά στη Μέκκα. Πίστευε, «μηδέν διακρινόμενος» κατά τον λόγο του Κυρίου, χωρίς να έχει κανένα δισταγμό ότι αυτό που ζήτησε θα γινόταν. Και, όπως λέγει ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος, «τα υπερφυή ταύτα σημεία συμβαίνουσι τοις απλουστέροις τη διανοία και θερμοτέροις τη ελπίδι», ότι, δηλαδή, αυτά τα υπερφυσικά θαύματα συμβαίνουν σε εκείνους που έχουν απλούστερη διάνοια και είναι θερμότεροι στην ελπίδα την οποία έχουν προς τον Θεό. Πράγματι! το πιάτο με το φαγητό χάθηκε από τα μάτια του Οσίου. Ο μακάριος Ιωάννης επέστρεψε στην τράπεζα και είπε στην οικοδέσποινα ότι έστειλε το φαγητό στη Μέκκα.
Ακούγοντας οι προσκεκλημένοι τον λόγο αυτό γέλασαν και είπαν ότι το έφαγε ο Ιωάννης.
Αλλά ύστερα από λίγες ημέρες γύρισε από την Μέκκα ο κύριός του και έφερε μαζί του το χάλκινο πιάτο, προς μεγάλη έκπληξη των οικίων του. Μόνο ο μακάριος Ιωάννης δεν εξεπλάγη. Έλεγε, λοιπόν, ο αγάς πιο οικίους του: «Την δείνα ημέρα (και ήταν η ημέρα του συμποσίου, κατά την οποία είπε ο Ιωάννης ότι έστειλε το φαγητό στον αφέντη του), την ώρα κατά την οποία επέστρεψα από το μεγάλο τζαμί στον τόπο όπου κατοικούσα, βρήκα επάνω στο τραπέζι, σε έναν οντά (δωμάτιο) όπου τον είχα κλειδωμένο, τούτο το σαχάνι (πιάτο) γεμάτο πιλάφι. Στάθηκα με απορία, σκεπτόμενος, ποίος άραγε είχε φέρει εκείνο το φαγητό και προ πάντων δεν μπορούσα να εννοήσω με τί τρόπο είχε ανοίξει την πόρτα, την οποία είχα κλείσει καλά. μη γνωρίζοντας πως να εξηγήσω αυτό το παράδοξο πράγμα, περιεργαζόμουν το πιάτο μέσα στο οποίο άχνιζε το πιλάφι και είδα με απορία ότι ήταν χαραγμένο το όνομά μου επάνω στο χάλκωμα, όπως σε όλα τα χάλκινα σκεύη της οικίας μας. Ωστόσο, με όλη την ταραχή όπου είχα από εκείνο το ανεξήγητο περιστατικό, κάθισα και έφαγα το πιλάφι με μεγάλη όρεξη, και ιδού το πιάτο που το έφερα μαζί μου, και είναι αληθινά το δικό μας».
Ακούγοντας αυτή τη διήγηση οι οικείοι του Ιππάρχου εξέστησαν και απόρησαν, η δε σύζυγός του, του εξιστόρησε πως ζήτησε ο Ιωάννης το πιάτο με το φαγητό και είπε ότι το έστειλε στη Μέκκα, και ότι, ακούγοντάς τον να λέγει ότι το έστειλε, γέλασαν.
Αυτό το θαύμα μαθεύτηκε σε όλο το χωριό και στη γύρω περιοχή και όλοι θεωρούσαν πλέον τον Ιωάννη ως άνθρωπο δίκαιο και αγαπητό στον Θεό, τον έβλεπαν δε με φόβο και σεβασμό, και δεν τολμούσε κανείς να τον ενοχλήσει. Ο κύριός του και η σύζυγός του τον περιποιούνταν περισσότερο και τον παρακαλούσαν πάλι να φύγει από τον σταύλο και να κατοικήσει σε ένα οίκημα, το οποίο ήταν κοντά στον σταύλο, όμως εκείνος δεν ήθελε να αλλάξει κατοικία. Περνούσε, λοιπόν, τον βίο του με τον ίδιο τρόπο, ως ασκητής, εργαζόμενος όπως πριν στην περιποίηση των ζώων και κάνοντας με προθυμία τα θελήματα του αγά.
Αλλά ύστερα από λίγα χρόνια, κατά τα οποία έζησε ο μακάριος Ιωάννης με νηστεία, προσευχή και χαμευνία, πλησιάζοντας στο τέλος της ζωής του, ασθένησε και ήταν ξαπλωμένος πάνω στα άχυρα του σταύλου, τον οποίο είχε αγιάσει με τις δεήσεις του και με την κακοπάθεια του σώματός του για το όνομα και την αγάπη του Χριστού.
Προαισθανόμενος ο Όσιος το τέλος του, ζήτησε να κοινωνήσει των Αχράντων Μυστηρίων και γι αυτό έστειλε και κάλεσε έναν ιερέα. Αλλά ο ιερεύς φοβήθηκε να μεταφέρει φανερά τα Άγια Μυστήρια στο σταύλο, εξαιτίας του φανατισμού των Τούρκων. Όμως σοφίστηκε, κατά Θεία φώτιση, και πήρε ένα μήλο, το έσκαψε, έβαλε μέσα την Θεία Κοινωνία και έτσι μετέβη στο σταύλο και κοινώνησε τον μακάριο Ιωάννη. Ο Ιωάννης, μόλις έλαβε το Άχραντο Σώμα και το Τίμιο Αίμα του Κυρίου, παρέδωσε την αγία ψυχή του στα χέρια του Θεού, τον Οποίο τόσο αγάπησε. Ήταν το 1730.
Το 1733, το ακέραιο και ευωδιάζον ιερό λείψανο του Οσίου Ιωάννου μεταφέρθηκε, μετά την εκταφή του, αρχικά στη λατομημένη σε βράχο εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, αργότερα στο νεόδμητο ναό του Αγίου Βασιλείου και τέλος στο ναό που ανεγέρθηκε προς τιμήν του. Τοποθετήθηκε σε λάρνακα στο δεξιό μέρος της Εκκλησίας. Εκεί κατέφθαναν αναρίθμητοι προσκυνητές και πάσχοντες από διάφορα νοσήματα που εύρισκαν την θεραπεία τους.
Όταν, κατά το 1832, επί σουλτάνου Μαχμούτ του Β , επαναστάτησε εναντίον του ο αντιβασιλέας της Αιγύπτου Ιμπραχήμ πασάς, ο σουλτάνος έστειλε εναντίον του και τον Χαζνετάρ Ογλού Οσμάν πασά με 1.800 στρατιώτες. Ο Οσμάν πασάς, αφού πέρασε την Καισάρεια της Καππαδοκίας, έφθασε κοντά στο Προκόπιο, όπου σκεπτόταν να αναπαυθεί και να αναχωρήσει την άλλη ημέρα. Επειδή όμως οι περισσότεροι από τους Μουσουλμάνους του Προκοπίου, σαν γενίτσαροι που ήσαν, μισούσαν τον σουλτάνο, συμφώνησαν όλοι να μην δεχθούν τον Οσμάν πασά στο Προκόπι ούτε στα σύνορα.
Οι Χριστιανοί, που ήσαν πιστοί στον σουλτάνο, προσπάθησαν να πείσουν τους συμπατριώτες τους να πειθαρχήσουν στον σουλτάνο και να δεχθούν τον στρατό που ερχόταν από εκείνον, λέγοντας μάλιστα σε αυτούς ότι μπορεί ο Οσμάν πασάς να αγανακτίσει και να καταστρέψει το χωριό. Εκείνοι όμως δεν άλλαζαν γνώμη. Τότε οι Χριστιανοί πήραν τα γυναικόπαιδα και έφυγαν στα γύρω χωριά και στις σπηλιές, για να μην πέσουν θύματα της ανόητης αντιδράσεως των γενιτσάρων.
Πράγματι, την άλλη ημέρα, όταν ο Οσμάν πασάς εισήλθε στο Προκόπι, το λεηλάτησε και το κατέστρεψε. Κάποιοι από τους στρατιώτες εισήλθαν και στο ναό του Αγίου Γεωργίου. Άρπαξαν τα ιερά σκεύη και άνοιξαν τη λάρνακα του Οσίου ελπίζοντας να βρουν και εκεί χρυσαφικά και ασημικά. δεν βρήκαν όμως τίποτε. Από το κακό τους, που βγήκαν γελασμένοι και για να κοροϊδέψουν τη χριστιανική πίστη, αποφάσισαν να κάψουν το ιερό λείψανο.
Το έβαλαν στο προαύλιο, μάζεψαν πολλά φρύγανα, έβαλαν φωτιά και έριξαν με ασέβεια το ιερό σκήνωμα μέσα στις φλόγες. το ιερό λείψανο του Οσίου Ιωάννου όχι μόνο έμεινε άφλεκτο, αλλά και φάνηκε πιο άπιστους ότι ζούσε, τους φοβέριζε και τους έδιωχνε από τον περίβολο της εκκλησίας.
Την επόμενη ημέρα γέροντες Χριστιανοί βρήκαν τα ασημικά, που είχαν αφήσει από τον τρόμο τους οι Τούρκοι στρατιώτες, πήραν με ευλάβεια το ιερό λείψανο και το τοποθέτησαν πάλι μέσα στη λάρνακα.
Το ιερό λείψανο μεταφέρθηκε στην Εύβοια τον Οκτώβριο του 1924 μαζί με τους πρόσφυγες της Μικράς Ασίας από το πλοίο «Βασίλειος Δεστούνης». και ενώ το πλοίο βρισκόταν στη Ρόδο δεν προχωρούσε, αλλά περιστρεφόταν μέσα στη θάλασσα και έμενε στον ίδιο τόπο. Ο κυβερνήτης του πλοίου φοβήθηκε. Τότε ο Παναγιώτης Παπαδόπουλος, που είχε πάρει μαζί του το ιερό λείψανο κρυφά, εξήγησε στον πλοίαρχο ότι μέσα στο πλοίο και μάλιστα στο αμπάρι ήταν το ιερό λείψανο του Οσίου Ιωάννου του Ρώσου. Αμέσως ο κυβερνήτης διέταξε την μεταφορά του ιερού σκηνώματος στο διαμέρισμα του πλοίου, το οποίο χρησιμοποιούταν ως ευκτήριος οίκος, όπου το εναπέθεσαν και άναψαν το καντήλι.
                                       IoannRus.jpg
Σύγχρονη φορητή εικόνα του αγίου Ιωάννου τού ομολογητού,ρωσικής τεχνοτροπίας.
lubov_konush.jpg
Σπηλιά στην Καππαδοκία,χώρος σαν αυτόν του στάβλου  όπου πέρασε ο όσιος Ιωάννης τα χρόνια της αιχμαλωσίας του
lubov_hod.jpg
Νέο Προκόπι Ευβοίας.Το άφθορο,θαυματουργό λείψανο του αγίου λιτανεύεται στους δρόμους του όμορφου χωριού,ανήμερα

27 Μαΐου Συναξαριστής

Ἑλλαδίου Ἱερομάρτυρος, Θεράποντος Ἱερομάρτυρος, Ρεστιτούτης Μάρτυρος και τῆς συνοδείας αὐτῆς, Ιουλίου τοῦ Στρατηλάτου, Εὐσεβιώτου Μάρτυρος, Ἀλυπίου Μάρτυρος, Ἰουλιανῆς Μάρτυρος, Εὐτροπίου Ὁσίου, Μελανίας Ὁσίας, Ρανούλφου Μάρτυρος, Βεδέα τοῦ Ὁμολογητοῦ, Βασιλείου Ὁσίου, Μιχαὴλ Ὁσίου, ἀνακομιδὴ ἱερῶν λειψάνων τῶν Ἁγίων Ἰωνᾶ, Φωτίου καὶ Κυπριανοῦ Μητροπολιτών, Φιλίππου Α’ Μητροπολίτου, ἀνακομιδὴ ἱερῶν λειψάνων Ὁσίου Νείλου, Λαζάρου Ὁσίου, Θεράποντος Ὁσίου τῆς Λευκῆς Λίμνης, Θεράποντος Ὁσίου Μόνζας, Ἠλία Ὁσίου, Ἰωάννου τοῦ Ρώσου, Ματθαίου Ὁσίου.


Ὁ Ἅγιος Ἑλλάδιος ὁ Ἱερομάρτυρας
 

Εἶναι ἄγνωστο ἀπὸ ποῦ καταγόταν καὶ πότε ἄθλησε ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Ἑλλάδιος. Ἀφοῦ διέπερεψε στὴν ἀρετὴ καὶ τὴν εὐσέβεια, μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ κατέστη Ἐπίσκοπος.
Γιὰ τὴν ὑπὲρ τοῦ Χριστοῦ δράση του συνελήφθη, καὶ, ἀφοῦ ἀρνήθηκε νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα, ὑποβλήθηκε σὲ σειρὰ σκληρῶν βασανιστηρίων. Ρίχθηκε στὴν πυρά, ἀλλὰ μὲ τὴν Θεία Δύναμη ἐξῆλθε ἀβλαβής.
Μὲ τὰ θαυμάσια αὐτὰ γεγονότα ἔγινε πρόξενος, ὥστε πολλοὶ τῶν παρισταμένων εἰδωλολατρῶν νὰ προσέλθουν στὴν ἀληθινὴ πίστη τοῦ Χριστοῦ.
Τέλος, ἀφοῦ ἐδάρη σκληρὰ μὲ ράβδους καὶ γροθιές, παρέδωσε τὸ πνεῦμα καὶ περιεβλήθηκε τὸν ἀμαράντινο στέφανο τοῦ μαρτυρίου.

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Φερωνύμως ἐδέξω ὡς θεῖον ἔλαιον, ἱερουργίας τὴν χάριν, τῇ ἐπινεύσει Χριστοῦ, καὶ ἱέρευσας σοφῶς Πάτερ Ἑλλάδιε, καὶ Μαρτύρων κοινωνός, δι’ ἀγώνων ἱερῶν, γενόμενος Ἱεράρχα, καθικετεύεις ἀπαύστως, ἐλεηθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.



Κοντάκιο. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Ὥσπερ ἐλαία ἀνεβλάστησας κατάκαρπος, ἀθλητικὴν ἱερουργὲ νέμων χρηστότητα, τοῖς τὸ ἔλεος τοῦ Λόγου προσδεχομένοις. Ἀλλ’ ὡς Μάρτυς καὶ φωστὴρ λαμπρὸς τῆς πίστεως, καθοδήγησον ἡμᾶς πρὸς γνῶσιν ἔνθεον, τοὺς βοῶντάς σοι, χαίροις Πάτερ Ἑλλάδιε.

Μεγαλυνάριο
Ἔλεος Ἑλλάδιε θεϊκόν, ταῖς εὐπροσδέκτοις, μεσιτείαις πρὸς τὸν Θεόν, βλῦσον Ἱεράρχα, τοῖς πίστει εὐφημοῦσι, τῶν σῶν ἀγωνισμάτων, τὴν θείαν ἄθλησιν.




Ὁ Ἅγιος Θεράπων ὁ Ἱερομάρτυρας

Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Θεράπων καταγόταν ἀπὸ τὶς Σάρδεις καὶ ἄθλησε κατὰ τοὺς χρόνους τῶν διωγμῶν τῶν Χριστιανῶν. Λόγῳ τῶν ἀρετῶν, τοῦ ἔνθεου ζήλου, τῶν φιλάνθρωπων αἰσθημάτων καὶ τῆς φωτισμένης διδασκαλίας του,  χειροτονήθηκε πρεσβύτερος Σαρδέων.
Διαβλήθηκε γιὰ τὴν χριστιανικὴ δράση του, συνελήφθη ἀπὸ τὸν ἄρχοντα τῶν Σαρδέων Οὐαλεριανό, ἀρνήθηκε δὲ νὰ ἀποκηρύξει τὴν πατρώα εὐσέβεια, ἀφοῦ βασανίσθηκε σκληρά, καὶ μεταφέρθηκε δέσμιος στὴ Συναὸ καὶ ἀκολούθως στὴν Ἄγκυρα, ὅπου κοντὰ στὸν ποταμὸ Ἀτσαλῆ ὑποβλήθηκε σὲ βασανιστήρια, καὶ κατεγδάρησαν οἱ σάρκες του.
Τέλος, μεταφέρθηκε στὸ θέμα τῶν Θρακησίων, κοντὰ στὸν ποταμὸ Ἕρμο, στὴν Ἐπισκοπὴ Σατάλων, ὅπου καὶ πάλι βασανίσθηκε ἀνηλεῶς καὶ τελειώθηκε διὰ ἀποκεφαλισμοῦ.





Ἡ Ἁγία Ρεστιτούτη τῆς Σόρα ἡ Μάρτυρας και ἡ συνοδεία αὐτῆς

Ἡ Ἁγία Μάρτυς Ρεστιτούτα καταγόταν ἀπὸ ἐπιφανὴ καὶ εὐγενὴ οἰκογένεια τῆς Ρώμης. Λόγῳ τῶν διωγμῶν κατὰ τῶν Χριστιανῶν κατέφυγε στὴν πόλη Σόρα τῆς Καμπανίας τῆς Ἰταλίας καὶ μαρτύρησε, μαζὶ μὲ ἄλλους Χριστιανούς, ἐπὶ αὐτοκράτορα Αὐρηλιανοῦ (270-275 μ.Χ.). Στὴν τέχνη ἡ Ἁγία Ρεστιτούτα εἰκονογραφεῖται μαζὶ μὲ τὸν φύλακα Ἄγγελό της.




Ὁ Ἅγιος Ἰούλιος ὁ Στρατηλάτης ὁ Μάρτυρας

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Ἰούλιος μαρτύρησε ἐπὶ αὐτοκρατόρων Διοκλητιανοῦ (284-305 μ.Χ.) καὶ Μαξιμιανοῦ (285-305 μ.Χ.). Ἐπειδὴ ἦταν Χριστιανός, συνελήφθη τὸ 297 μ.Χ. στὸ Δορύστολο, ἐπαρχία τῆς Κάτω Μοισίας καὶ ὁδηγήθηκε ἐνώπιον τοῦ ἐπάρχου Μαξίμου, ὁ ὁποῖος τὸν προέτρεψε νὰ ἀρνηθεῖ τὸν Χριστὸ καὶ νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα, γιὰ νὰ ζήσει.
Ὁ στρατιώτης Ἰουλιανὸς ὅμως μὲ πνευματικὴ ἀνδρεία ὁμολόγησε τὸ Ὄνομα τοῦ Θεοῦ ἐνώπιον τῶν εἰδωλολατρῶν. Τότε ὁ ἄρχοντας ἔδωσε ἐντολὴ νὰ θανατωθεῖ διὰ ξίφους.
Ὅταν ἔφεραν τὸν Ἅγιο στὸν τόπο τῆς καταδίκης του, τὸν ἀποχαιρέτισαν ὅλοι. Κάποιος Χριστιανός, ποὺ ὀνομαζόταν Ἡσύχιος, τὸν παρακάλεσε νὰ τὸν ἐνθυμεῖται στὶς προσευχές του μαζὶ μὲ τοὺς Μάρτυρες Πασικράτη καὶ Βαλεντίωνα, ποὺ εἶχαν πεθάνει μαρτυρικά (τιμοῦνται 24 Ἀπριλίου).
Στὴν συνέχεια ὁ δήμιος ἐκτέλεσε τὴν ἐντολὴ καὶ ἀποκεφάλισε  τὸν Ἅγιο. Ἔτσι ὁ Ἅγιος Ἰουλιανὸς εἰσῆλθε στὴ χαρὰ τοῦ Κυρίου αὐτοῦ καὶ ἔλαβε τὸν ἀμαράντινο στέφανο τῆς δόξας.




Ὁ Ἅγιος Εὐσεβιώτης ὁ Μάρτυρας

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Εὐσεβιώτης ἢ Εὐβοιώτης τελιώθηκε, ἀφοῦ ρίχθηκε στὴν πυρά.





Ὁ Ἅγιος Ἀλύπιος ὁ Μάρτυρας

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Ἀλύπιος τελειώθηκε, ἀφοῦ τοῦ συνέτριψαν τὴν κεφαλὴ διὰ λίθου.





Ἡ Ἁγία Ἰουλιανὴ ἡ Μάρτυρας

Ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ τὴν μνήμη τῆς Ἀγίας Μάρτυρος Ἰουλιανὴς στὶς 4 Μαρτίου, ὅπου καὶ ὁ βίος της.
Δεν γνωρίζουμε γιατὶ ἐπαναλαμβάνεται ἡ μνήμη της αὐτὴ την ἡμέρα.




Ὁ Ὅσιος Εὐτρόπιος

Ὁ Ὅσιος Εὐτρόπιος γεννήθηκε στὴ Μασσαλία τῆς Γαλλίας καὶ ἔζησε τὸν 5ο αἰώνα μ.Χ. Ἀσκήτεψε θεοφιλῶς σὲ μονὴ τῆς πόλεως Ὀρὰνζ καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ 475 μ.Χ., κατὰ τὴν περίοδο ποὺ ἡ περιοχὴ εἶχε καταστραφεῖ ἀπὸ τοὺς Βησιγότθους.





Ἡ Ὁσία Μελάνη ἡ ἐξ Οὐαλλίας

Ἡ Ὁσία Μελάνη καταγόταν ἀπὸ τὴν Οὐαλλία καὶ γεννήθηκε τὸ 590 μ.Χ. Ἀκολούθησε τὸ μοναχικὸ βίο καὶ ἀσκήτεψε στὴν περιοχὴ τοῦ Μοντγκομερυσάιρ (Montgomeryshire). Ἀργότερα ἵδρυσε μιὰ μικρὴ μοναστικὴ κοινότητα στὴν μακρινὴ περιοχὴ Μελανζέλ, στὴν ὁποία ἔγινε ἡγουμένη. Κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸν 7ο ἢ 8ο αἰώνα μ.Χ.




Ὁ Ἅγιος Ρανοῦλφος ὁ Μάρτυρας

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Ρανοῦλφος ἔζησε τὸν 7ο καὶ 8ο αἰώνα μ.Χ. στὴ Γαλλία καὶ ἦταν πατέρας τοῦ Ἁγίου Ἀδούλφου (τιμᾶται 19 Μαΐου), Ἐπισκόπου τῆς περιοχῆς Ἄρρας – Καμπραὶ τῆς νοτιοανατολικῆς Γαλλίας. Μαρτύρησε γιὰ τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ τὸ 700 μ.Χ.




Ὁ Ὅσιος Βεδέας ὁ Ὁμολογητής

Ὁ Ὅσιος Βεδέας γεννήθηκε στὴ Νορθμπρία τῆς Ἀγγλίας τὸ 673 μ.Χ. Σὲ ἡλικία ἑπτὰ ἐτῶν εἰσῆλθε στὴ μονὴ τοῦ Γιάρροου, ὅπου σπούδασε καὶ παρέμεινε καθ’ ὅλο τὸν βίο του, χωρὶς ποτὲ νὰ ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὰ ὅρια αὐτῆς.
Ὅπως ἐξάγεται ἀπὸ τὰ συγγράμματά του καὶ ἀπὸ ἄλλες μαρτυρίες, ἀνάλωσε τὸν βίο του καὶ ὅλη τὴν ἐνεργητικότητά του στὴν μελέτη τῶν Ἁγίων Γραφῶν, στὴν ἀκριβὴ τήρηση τῶν
Κανόνων τῆς μοναχικῆς πολιτείας, τὴ διδασκαλία καὶ τὴ συγγραφή. Οἱ θεολογικές του ἐργασίες, κυρίως ἑρμηνευτικές, ἦσαν ἐμβριθεῖς καὶ ἐξετιμῶντο πολύ, ἀλλὰ ὁ Ὅσιος Βεδέας κατέστη περίφημος κυρίως ὡς ἱστορικός.
Τὸ ὑπὸ τὸν τίτλο «Ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀγγλίας καὶ τοῦ Ἀγγλικοῦ λαοῦ» ἔργο του, εἶναι ἡ σπουδαιότερη πηγὴ γιὰ τὴν πρὶν ἀπὸ αὐτὸν ἱστορικὴ περίοδο τῆς Βρετανίας καὶ τῆς Ἐκκλησίας αὐτῆς. Συνέθεσε, ἐπίσης, ὕμνους καὶ ἄλλα ποιήματα, ἐπιστολές,  διάφορες ὁμιλίες καὶ συνέθεσε τὸ «Μικρὸν Μαρτυρολόγιον» μὲ ἱστορικὲς σημειώσεις.
Ὁ Ὅσιος Βεδέας ἦταν ὁ πρῶτος, ὁ ὁποῖος συνέγραψε στὴν ἀγγλικὴ γλώσσα. Ἐκτὸς τῶν προσόντων του αὐτῶν ἦταν πρὸ πάντων ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, εὐλαβής, ταπεινός, ἁγνὸς στὴν ψυχή καὶ τὸ σῶμα.
Τὴν τελευταία ἡμέρα τῆς ζωῆς του, ὅταν πλέον εἶχε ἐντελῶς ἐξαντληθεῖ, ἕνας ἀπὸ τοὺς μαθητές του τοῦ ὑπενθύμισε ὅτι ἀπομένει τὸ τελευταῖο κεφάλαιο τοῦ Ἰωάννου πρὸς ἑρμηνεία. «Γράφε, τέκνον μου», εἶπε ὁ Ὅσιος καὶ ἄρχισε νὰ ὑπαγορεύει.
Ὅταν τὸ κεφάλαιο τελείωσε, ὁ ἑτοιμοθάνατος ἀδελφὸς ἀποχαιρέτησε ὅλους τοὺς μοναχούς, στοὺς ὁποίους διένειμε μικρὰ δῶρα ὡς εὐλογία, στράφηκε πρὸς τὸ ναό, ὁπου καθημερινὰ προσευχόταν ἐπὶ ἑξήντα συναπτὰ ἔτη, πρόφερε τοὺς λόγους «Δόξα τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Υἱῷ καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι» καὶ παρέδωσε τὸ πνεῦμα του στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ τὸ 735 μ.Χ.




Ὁ Ὅσιος Βασίλειος ὁ ἐκ Γεωργίας

Ὁ Ὅσιος Βασίλειος ἔζησε τὸν 11ο αἰώνα μ.Χ. στὴ Γεωργία καὶ ἦταν υἱὸς τοῦ βασιλέως Μπαγράτ. Κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.













Ὁ Ὅσιος Μιχαὴλ ἐκ Γεωργίας

Ὁ Ὅσιος Μιχαὴλ Παρεκχέλι ἔζησε καὶ ἀσκήτεψε κατὰ τὸν 13ο καὶ 14ο αἰώνα μ.Χ. στὴ Γεωργία.
Κοιμήθηκε ὁσίως μὲ εἰρήνη.












Ἀνακομιδὴ τῶν ἱερῶν λειψάνων τῶν Ἁγίων Ἰωνᾶ, Φωτίου καὶ Κυπριανοῦ Μητροπολιτών Μόσχας





Ἡ εὕρεσις καὶ μετακομιδὴ τπων ἱερῶν λειψάνων
τῶν ἁγίων Ἱεραρχῶν Ἰωνᾶ (τιμᾶται 31 Μαρτίου),
Φωτίου (τιμᾶται 2 Ἰουλίου) καὶ Κυπριανοῦ
(τιμᾶται 16 Σεπτεμβρίου) ἔγινε στὶς 17 Μαΐου
τοῦ 1472, κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ἀνέγερσης
τοῦ νέου ναοῦ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου
στὸ Κρεμλίνο, ἀπὸ τὸν Μητροπολίτη Μόσχας
Φίλιππο Α’ (τιμᾶται 9 Ἰανουαρίου καὶ 27
Μαΐου) καὶ τὸν μεγάλο πρίγκιπα Ἰβάν III.






Ὁ Ἅγιος Φίλιππος Α’ Μητροπολίτης Μόσχας

Ὁ Ἅγιος Φίλιππος ἔζησε τὸν 15ο αἰώνα μ.Χ. καὶ ἦταν ἀπὸ τὸ 1455 Ἐπίσκοπος Σουζδαλίας. Ἐπελέγη ἀπὸ τὸν Μητροπολίτη Μόσχας Θεόγνωστο καὶ τὸν μεγάλο πρίγκιπα Ἰβὰν Γ’ Βασίλιεβιτς (1462-1505), Μητροπολίτης Μόσχας τὸ 1464.
Ὁ νέος Μητροπολίτης ἄρχισε ἀμέσως τὸ θεοφιλὲς ἔργο του καὶ ξεκίνησε τὴν ἀνέγερση τοῦ καθεδρικοῦ ναοῦ τοῦ Οὐσπένσκι. Φρόντισε μὲ ἐπιμέλεια γιὰ τὴν ἐκπαίδευση τῶν κληρικῶν καὶ τὴν καλλιέργεια ἱερατικοῦ ἤθους σὲ αὐτούς. Ἀσθένησε στὶς 4 Ἀπριλίου 1473 καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη. Μετὰ τὴν κοίμησή του ἀποκαλύφθηκε ὁ ἀσκητικός του βίος, ἀφοῦ φοροῦσε ἐπάνω του γιὰ ἄσκηση βαριὲς ἁλυσίδες.




Ἀνακομιδὴ τῶν ἱερῶν λειψάνων τοῦ Ὁσίου Νείλου τοῦ ἐκ Σομπένσκ

Ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ τὴν μνήμη τοῦ Ὁσίου Νείλου στὶς 7 Δεκεμβρίου.
Δὲν ἔχουμε λεπτομέρειες γιὰ τὸ γεγονός.




Ὁ Ὅσιος Λάζαρος τοῦ Πσκώφ

Ὁ Ὅσιος Λάζαρος γεννήθηκε τὸ 1733 ἀπὸ εὐσεβεῖς καὶ φιλόθεους γονεῖς καὶ μεγάλωσε στὴν πόλη Ὄποτσα κοντὰ στὴν περιοχὴ τοῦ Πσκώφ. Ἔγινε μοναχὸς στὴ μονὴ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου τῆς Λαύρας τοῦ Πσκώφ καὶ ἀνέλαβε τὸ 1800 καθήκοντα οἰκονόμου τῆς μονῆς. Διακρίθηκε γιὰ τὴν εὐσέβεια καὶ τὸν ἀσκητικό του βίο καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ 1824.




Ὁ Ὅσιος Θεράπων ἡγούμενος τῆς Λευκῆς Λίμνης

Ὁ Ὅσιος Θεράπων, κατὰ κόσμον Θεόδωρος, γεννήθηκε τὸ 1337 στὴν πόλη Βολοκολάμσκ ἀπὸ τὴν εὐσεβὴ οἰκογένεια Ποσκόχιν. Οἱ γονεῖς του τὸν ἀνέθρεψαν μὲ παιδεία καὶ νουθεσία Κυρίου καὶ ἀπὸ τὴν παιδικὴ ἡλικία ἐξεδήλωσε τὴν κλίση καὶ τὴν ἀγάπη του πρὸς τὸν μοναχικὸ βίο. Γι’ αὐτὸ ἐκάρη μοναχὸς καὶ ἐγκαταστάθηκε βόρεια τῆς Λευκῆς Λίμνης μαζὶ μὲ τὸν Ὅσιο Κύριλλο (τιμᾶται 9 Ἰουνίου), ὅπου ἀσκήτεψε ὡς ἐρημίτης ἀσκούμενος στὴ σιωπή.
Ἡ ἁγιότητα τοῦ βίου του προσείλκυσε γύρω του μαθητὲς ποὺ ὀργάνωσαν ἕνα μοναστήρι, τὸ ὁποῖο ἀργότερα ἔλαβε τὸ ὄνομα τοῦ Ὁσίου.
Τὸ 1398 ὁ Ὅσιος ἀνοικοδόμησε μία ξύλινη ἐκκλησία ἀφιερωμένη στὸ Γενέσιον τῆς Θεοτόκου, ἐνῶ οἱ μοναχοὶ τὸν βοηθοῦσαν στὸ ἔργο αὐτὸ καὶ ἀσχολοῦνταν παράλληλα μὲ τὴν ἀντιγραφὴ ἐκκλησιαστικῶν βιβλίων. Ἀργότερα, περὶ τὸ 1500, στὸν τόπο αὐτὸ κτίσθηκε πέτρινος ναὸς φημισμένος γιὰ τὶς ἁγιογραφίες του, ἔργα τοῦ ἁγιογράφου Διονυσίου καὶ τῶν υἱῶν του Βλαδιμήρου καὶ Θεοδώρου.
Ὁ Ὅσιος ἀπὸ ταπείνωση παραιτήθηκε ἀπὸ τὴν θέση τοῦ ἡγουμένου τῆς μονῆς, ἐμπιστεύθηκε τὴν πνευματικὴ καθοδήγησή του σὲ ἕναν ἀπὸ τοὺς πατέρες αὐτῆς καὶ ἐπέστρεψε στὸν πνευματικὸ σύμβουλό του, Ὅσιο Κύριλλο.
Τὸ 1408 ὁ πρίγκιπας Ἀνδρέας Δημητρίεβιτς ζήτησε ἀπὸ τὸν Ὅσιο Θεράποντα νὰ ἱδρύσει ἕνα νέο μοναστήρι στὴν πόλη Μοζάισκ. Ἐκεῖ, στὸ λόφο Λοῦσχο, ὁ Ὅσιος ἀνήγειρε τὴ νέα μονὴ καὶ ἔλαβε τὸ ὀφφίκιο τοῦ ἀρχιμανδρίτου ἀπὸ τὸν Μητροπολίτη Μόσχας Φώτιο (τιμᾶται 27 Μαΐου καὶ 2 Ἰουλίου). Ἐδῶ ὁ Ὅσιος ἀσκήτεψε γιὰ δέκα ὀκτὼ χρόνια καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ 1426.
Τὸ ἱερὸ λείψανό του ἐνταφιάσθηκε στὸ βόρειο κλίτος τοῦ ναοῦ τοῦ Γενεσίου τῆς Θεοτόκου καὶ βρέθηκε τὸ 1514.




Ὁ Ὅσιος Θεράπων ἡγούμενος τῆς Μόνζας

Ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ τὴν μνήμη τοῦ Ὁσίου Θεράποντος, ἡγουμένου τῆς μονῆς Μόνζας, στὶς 12 Δεκεμβρίου.













Ὁ Ὅσιος Ἠλίας
Ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ τὴν μνήμη τοῦ Ὁσίου Ἠλία, ἐκ Ρωσίας, στὶς 7 Δεκεμβρίου.




Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ὁ Ρῶσος

Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης γεννήθηκε σὲ ἕνα χωριὸ τῆς λεγομένης Μικρᾶς Ρωσίας, περὶ τὸ 1690, ἀπὸ γονεῖς εὐλαβεῖς καὶ ἐνάρετους. Ὅταν ἔφθασε σὲ νόμιμη ἡλικία στρατεύθηκε, ἐνῶ βασίλευε στὴ Ρωσία ὁ Μέγας Πέτρος.
Ἔλαβε μέρος στὸν πόλεμο ποὺ ἔκανε ἐκεῖνος ὁ τολμηρὸς τσάρος ἐναντίον τῶν Τούρκων κατὰ τὸ 1711, καὶ συνελήφθη αἰχμάλωτος ἀπὸ τοὺς Τατάρους. Οἱ Τάταροι τὸν πούλησαν σὲ ἕναν Ὀθωμανὸ ἀξιωματικὸ Ἵππαρχο, ποὺ καταγόταν ἀπὸ τὸ Προκόπιον τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, τὸ ὁποῖο βρίσκεται πλησίον στὴν Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας.
Ὁ ἀγᾶς τὸν πῆρε μαζί του στὸ χωριό του. Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς αἰχμαλώτους συμπατριῶτες του ἀρνήθηκαν τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ καὶ ἔγιναν Μουσουλμάνοι, εἴτε γιατὶ κάμφθηκαν ἀπὸ τὶς ἀπειλές, εἴτε γιατὶ δελεάστηκαν ἀπὸ τὶς ὑποσχέσεις καὶ τὶς προσφορὲς ὑλικῶν ἀγαθῶν.
Ὁ Ἰωάννης, ὅμως, ἦταν ἀπὸ μικρὸς ἀναθρεμμένος μὲ παιδεία καὶ νουθεσία Κυρίου καὶ ἀγαποῦσε πολὺ τὸν Θεὸ καὶ τὴν πίστη τῶν πατέρων του.
Ἦταν ἀπὸ ἐκείνους τοὺς νέους, ὅπου τοὺς σοφίζει ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ, ὅπως κήρυξε ὁ σοφὸς Σολομών, λέγοντας: «Ὁ δίκαιος εἶναι γνωστικὸς καὶ στὴ νεότητά του. Διότι τιμημένο γήρας δὲν εἶναι τὸ πολυχρόνιο, οὔτε μετριέται μὲ τὸν ἀριθμὸ τῶν ἐτῶν. Ἡ φρονιμάδα στοὺς νέους ἀνθρώπους εἶναι σεβάσμια ὡσὰν νὰ εἶναι φέροντες καὶ ὁ καθαρὸς βίος τοὺς κάνει ὡσὰν νὰ εἶναι γέροντες πολύμαθοι».
Ἔτσι, λοιπόν, καὶ ὁ μακάριος Ἰωάννης, ἔχοντας τὴν σοφία ποὺ δίδει ὁ Θεὸς σὲ ἐκείνους ποὺ τὸν ἀγαποῦν, ἔκανε ὑπομονὴ στὴ δουλεία καὶ στὴν κακομεταχείρηση τοῦ ἀφέντη του καὶ στὶς ὕβρεις καὶ τὰ πειράγματα τῶν Ὀθωμανῶν, οἱ ὁποίοι τὸν φώναζαν «κιαφίρη», δηλαδὴ ἄπιστο, φανερώνοντάς του τὴν περιφρόνηση καὶ τὴν ἀπέχθειά τους.
Στὸν ἀφέντη του καὶ σὲ ὅσους τὸν παρακινοῦσαν νὰ ἀρνηθεῖ τὴν πίστη του, ἀποκρινόταν μὲ σθεναρὴ γνώμη ὅτι προτιμοῦσε νὰ πεθάνει, παρὰ νὰ πέσει σὲ τέτοια φοβερὴ ἁμαρτία. Στὸν ἀγᾶ εἶπε: «Ἐὰν μὲ ἀφήσεις ἐλεύθερο στὴν πίστη μου, θὰ εἶμαι πολύ πρόθυμος στῖς διαταγές σου.
Ἄν μὲ βιάσεις νὰ ἀλλαξοπιστήσω, γνώριζε ὅτι σοῦ παραδίδω τὴν κεφαλή μου, παρὰ τὴν πίστη μου. Χριστιανὸς γεννήθηκα καὶ Χριστιανὸς θὰ ἀποθάνω».
Ὁ Θεός, βλέποντας τὴν πίστη του καὶ ἀκούγοντας τὴν ὁμολογία του, μαλάκωσε τὴν σκληρὴ καρδιὰ τοῦ ἀγᾶ καὶ μὲ τὸν καιρὸ τὸν συμπάθησε. Σὲ αὐτὸ συνήργησε καὶ ἡ μεγάλη ταπείνωση ὅπου στόλιζε τὸν Ἰωάννη, καθὼς καὶ ἡ πραότητά του.
Ἔμεινε, λοιπόν, ἥσυχος ὁ μακάριος Ἰωάννης ἀπὸ τὶς ὑποσχέσεις καὶ ἀπειλὲς τοῦ Ὀθωμανοῦ κυρίου του, ὁ ὁποῖος τὸν εἶχε διορισμένο στὸν σταῦλο του, γιὰ νὰ φροντίζει τὰ ζῶα του. Σὲ μία γωνιὰ τοῦ σταύλου ξάπλωνε τὸ κουρασμένο σῶμα του καὶ ἀναπαυόταν, εὐχαριστώντας τὸν Θεό, διότι ἀξιώθηκε νὰ ἔχει ὡς κλίνη τὴ φάτνη στὴν ὁποία ἀνεκλίθη κατὰ τὴν γέννησή Του ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός. Ἦταν δὲ ἀφοσιωμένος στὸ ἔργο του, περιποιούμενος μὲ στοργὴ τὰ ζῶα τοῦ κυρίου του, τὰ ὁποῖα αἰσθάνονταν τόση τὴν πρὸς αὐτὰ ἀγάπη τοῦ Ἁγίου, ὥστε νὰ τὸν ζητοῦν ὅταν ἀπουσίαζε, νὰ τὸν προσβλέπουν μὲ ἀγάπη καὶ νὰ χρεμετίζουν μὲ χαρὰ ὅταν τὰ χάιδευε, ὡσὰν νὰ συνομιλοῦσαν μαζί του.
Μὲ τὸν καιρὸ ὁ ἀγᾶς τὸν ἀγάπησε, καθὼς καὶ ἡ σύζυγός του, καὶ τοῦ ἔδωσαν γιὰ κατοικία ἕνα μικρὸ κελλὶ κοντὰ στὸν ἀχυρώνα.
Ὅμως ὁ Ἰωάννης δὲν δέχθηκε καὶ ἐξακολούθησε νὰ κοιμᾶται στὸν σταῦλο, γιὰ νὰ καταπονεῖ τὸ σῶμα του μὲ τὴν κακοπέραση καὶ μὲ τὴν ἄσκηση, μέσα στὴ δυσοσμία τῶν ζώων καὶ στὰ ποδοβολητά τους. Κάθε νύχτα ὁ σταῦλος γέμιζε ἀπὸ τὶς προσευχὲς τοῦ Ἁγίου καὶ ἡ κακοσμία γινόταν ὀσμὴ εὐωδίας πνευματικῆς.
Ὁ μακάριος Ἰωάννης εἶχε ἐκεῖνο τὸν σταῦλο ὡς ἀσκητήριο, καὶ ἐκεῖ πορευόταν κατὰ τοὺς κανόνες τῶν Πατέρων, ἐπὶ ὧρες γονυπετὴς καὶ προσευχόμενος, κοιμώμενος γιὰ λίγο ἐπἀνω στὰ ἄχυρα, χωρὶς ἄλλο σκέπασμα παρὰ μία παλαιὰ κάπα, γευόμενος μὲ διάκριση, πολλὲς φορὲς μόνο λίγο ψωμὶ καὶ νερό, καὶ νηστεύοντας τὶς περισσότερες ἡμέρες.
Συνέχεια ἔψαλλε τοὺς λόγους τοῦ ἱεροῦ ψαλμωδοῦ: «Ὁ κατοικῶν ἐν βοηθείᾳ τοῦ Ὑψίστου, ἐν σκέπῃ τοῦ Θεοῦ τοῦ οὐρανοῦ αὐλισθήσεται. Ἐρεῖ τῷ Κυρίῳ· ἀντιλήπτωρ μου εἶ καὶ καταφυγή μου, ὁ Θεός μου καὶ ἐλπιῶ ἐπ’ Αὐτόν.
Ὅτι Αὐτὸς ρύσεταί με ἐκ παγίδος θηρευτοῦ καὶ ἀπὸ λόγου ταραχώδους. Ἔθεντο με ἐν λάκκῳ κατωτάτῳ, ἐν σκοτεινοῖς καὶ ἐν σκιᾷ θανάτου. Ἐγὼ δὲ πρὸς τὸν Κύριον ἐκέκραξα ἐν τῷ θλίβεσθαί με καὶ εἰσήκουσέ μου. Κύριος φυλάξει τὴν εἴσοδόν μου καὶ τὴν ἔξοδόν μου ἀπὸ τοῦ νῦν καὶ ἕως τοῦ αἰῶνος.
Πρὸς σὲ ἦρα τοὺς ὀφθαλμούς μου Κύριε, τὸν κατοικοῦντα ἐν τῷ οὐρανῷ. Ἰδοὺ ὡς ὀφθαλμοὶ δούλων εἰς χεῖρας τῶν κυρίων αὐτῶν, οὕτως οἱ ὀφθαλμοὶ ἡμῶν πρὸς Κύριον τὸν Θεόν ἡμῶν, ἕως οὗ οἰκτιρῆσαι ἡμᾶς». Ψαλμοὺς σιγόψαλλε καὶ κατὰ τὴν ὥρα ποὺ ἀκολουθοῦσε πίσω ἀπὸ τὸ ἄλογο τοῦ ἀφέντη του.
Μὲ τὴν εὐλογία ποὺ ἔφερε ὁ Ἅγιος στὸν οἶκο τοῦ Τούρκου Ἱππάρχου, αὐτὸς πλούτισε καὶ ἔγινε ἕνας ἀπὸ τοὺς ἰσχυροὺς τοῦ Προκοπίου.
Ὁ Ἅγιος ἱπποκόμος του, ἐκτὸς τῆς προσευχῆς καὶ τῆς νηστείας, ποὺ ἔκανε ὡς ἀλλος Ἰώβ, πήγαινε τὴ νύχτα καὶ ἔκανε ὄρθιος ἀγρυπνίες στὸ νάρθηκα τῆς ἐκκλησίας τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, ἡ ὁποία ἦταν κτισμένη μέσα σὲ ἕνα βράχο καὶ βρισκόταν κοντὰ στὸν οἶκο τοῦ Τούρκου κυρίου του.
Ἐκεῖ πήγαινε κρυφὰ τὴ νύχτα, κοινωνοῦσε δὲ κάθε Σάββατο τὰ Ἄχραντα Μυστήρια. Καὶ ὁ Κύριος, «ὁ ἐτάζων καρδίας καὶ νεφρούς», ἐπέβλεψε ἐπὶ τὸν δοῦλο του τὸν πιστὸ καὶ ἔκανε, ὥστε νὰ πάψουν νὰ τὸν περιπαίζουν καὶ νὰ τὸν ὑβρίζουν οἱ σύνδουλοί του καὶ οἱ ἄλλοι ἀλλόθρησκοι.
Ἀφοῦ, λοιπόν, ὁ ἀφέντης τοῦ Ἰωάννη πλούτισε, ἀποφάσισε  νὰ ὑπάγει γιὰ προσκύνημα στὴ Μέκκα, τὴ ἱερὰ πόλη τῶν Μωαμεθανῶν.
Ἀφοῦ πέρασαν ἀρκετὲς ἡμέρες ἀπὸ τὴν ἀναχώρησή του, ἡ σύζυγός του παρέθεσε τράπεζα καὶ προσκάλεσε τοὺς συγγενεῖς καὶ τοὺς φίλους τοῦ ἀνδρός της, γιὰ νὰ εὐφρανθοῦν καὶ νὰ εὐχηθοῦν νὰ ἐπιστρέψει ὑγιὴς στὸν οἶκο του ἀπὸ τὴν ἀποδημία.
Ὁ μακάριος Ἰωάννης διακονοῦσε στὴν τράπεζα. Παρέθεσαν δὲ σὲ αὐτὴ καὶ ἕνα φαγητό, τὸ ὁποῖο ἄρεσε πολύ στὸν ἀγᾶ, τὸ λεγόμενο πιλάφι, τὸ ὁποῖο συνηθίζουν πολὺ στὴν Ἀνατολή. Τότε ἡ οἰκοδέσποινα θυμήθηκε  τὸν σύζυγό της καὶ εἶπε στὸν Ἰωάννη: «Πόση εὐχαρίστηση θὰ ἐλάμβανε, Γιουβάν, ὁ ἀφέντης σου, ἄν ἦταν ἐδῶ καὶ ἔτρωγε μαζί μας ἀπὸ τοῦτο τὸ πιλάφι!».
Ὁ Ἰωάννης τότε ζήτησε ἀπὸ τὴν κυρία του ἕνα πιάτο γεμάτο πιλάφι καὶ εἶπε ὅτι θὰ τὸ ἔστελνε στὸν ἀφέντη του στὴ Μέκκα. Στὸ ἄκουσμα τῶν λόγων του γέλασαν οἱ προσκεκλημένοι. Ἀλλὰ ἡ οἰκοδέσποινα εἶπε στὴν μαγείρισσα νὰ δώσει τὸ πινάκιο μὲ τὸ φαγητὸ στὸν Ἰωάννη, σκεπ΄τομενη ἢ ὅτι ἤθελε νὰ τὸ φάει ὁ ἴδιος μόνος του ἢ νὰ τὸ πάει σὲ καμιὰ φτωχὴ χριστιανικὴ οἰκογένεια, ὅπως συνήθιζε νὰ κάνει, δίδοντας τὸ φαγητό του.
Ὁ Ἅγιος τὸ πῆρε καὶ πῆγε στὸν σταῦλο. Ἐκεῖ γονυπέτησε καὶ ἔκανε προσευχὴ ἐκ βάθους καρδίας παρακαλώντας τὸν Θεὸ νὰ ἀποστείλει τὸ φαγητὸ στὸν ἀφέντη του μὲ ὅποιον τρόπο οἰκονομοῦσε Ἐκεῖνος μὲ τὴν παντοδυναμία Του.
Μὲ τὴν ἁπλότητα ποὺ εἶχε στὴν καρδιά του ὁ Ἰωάννης πίστεψε ὅτι ὁ Κύριος θὰ εἰσακούσει τὴν προσευχή του καὶ τὸ φαγητὸ θὰ πήγαινε θαυματουργικὰ στὴ Μέκκα. Πίστευε, «μηδὲν διακρινόμενος» κατὰ τὸν λόγο τοῦ Κυρίου, χωρὶς νὰ ἔχει κανένα δισταγμὸ ὅτι αὐτὸ ποὺ ζήτησε θὰ γινόταν.
Καὶ, ὅπως λέγει ὁ Ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος, «τὰ ὑπερφυῆ ταῦτα σημεῖα συμβαίνουσι τοῖς ἁπλουστέροις τῇ διανοίᾳ καὶ θερμοτέροις τῇ ἐλπίδι», ὅτι, δηλαδή, αὐτὰ τὰ ὑπερφυσικὰ θαύματα συμβαίνουν σὲ ἐκείνους ποὺ ἔχουν ἁπλούστερη διάνοια καὶ εἶναι θερμότεροι στὴν ἐλπίδα τὴν ὁποία ἔχουν πρὸς τὸν Θεό. Πράγματι!
Τὸ πιάτο μὲ τὸ φαγητὸ χάθηκε ἀπὸ τὰ μάτια τοῦ Ὁσίου. Ὁ μακάριος Ἰωάννης ἐπέστρεψε στὴν τράπεζα καὶ εἶπε στὴν οἰκοδέσποινα ὅτι ἔστειλε τὸ φαγητὸ στὴ Μέκκα. Ἀκούγοντας οἱ προσκεκλημένοι τὸν λόγο αὐτὸ γέλασαν καὶ εἶπαν ὅτι τὸ ἔφαγε ὁ Ἰωάννης.
Ἀλλὰ ὕστερα ἀπὸ λίγες ἡμέρες γύρισε ἀπὸ τὴν Μέκκα ὁ κύριός του καὶ ἔφερε μαζί του τὸ χάλκινο πιάτο, πρὸς μεγάλη ἔκπληξη τῶν οἰκίων του. Μόνο ὁ μακάριος Ἰωάννης δὲν ἐξεπλάγη. Ἔλεγε, λοιπόν, ὁ ἀγᾶς στοὺς οἰκίους του: «Τὴν δεῖνα ἡμέρα (καὶ ἦταν ἡ ἡμέρα τοῦ συμποσίου, κατὰ τὴν ὁποία εἶπε ὁ Ἰωάννης ὅτι ἔστειλε τὸ φαγητὸ στὸν ἀφέντη του), τὴν ὥρα κατὰ τὴν ὁποία ἐπέστρεψα ἀπὸ τὸ μεγάλο τζαμὶ στὸν τόπο ὅπου κατοικοῦσα, βρῆκα ἐπάνω στὸ τραπέζι, σὲ ἕναν ὀντά (δωμάτιο) ὅπου τὸν εἶχα κλειδωμένο, τοῦτο τὸ σαχάνι (πιάτο) γεμάτο πιλάφι.
Στάθηκα μὲ ἀπορία, σκεπτόμενος, ποῖος ἄραγε εἶχε φέρει ἐκεῖνο τὸ φαγητό καὶ πρὸ πάντων δὲν μποροῦσα νὰ ἐννοήσω μὲ τὶ τρόπο εἶχε ἀνοίξει τὴν πόρτα, τὴν ὁποία εἶχα κλείσει καλά. Μὴ γνωρίζοντας πῶς νὰ ἐξηγήσω αὐτὸ τὸ παράδοξο πρᾶγμα, περιεργαζόμουν τὸ πιάτο μέσα στὸ ὁποῖο ἄχνιζε τὸ πιλάφι καὶ εἶδα μὲ ἀπορία ὅτι ἦταν χαραγμένο τὸ ὄνομά μουἐπάνω στὸ χάλκωμα, ὅπως σὲ ὅλα τὰ χάλκινα σκεύη τῆς οἰκίας μας.
Ὡστόσο, μὲ ὅλη τὴν ταραχὴ ὅπου εἶχα ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ ἀνεξήγητο περιστατικό, κάθησα καὶ ἔφαγα τὸ πιλάφι μὲ μεγάλη ὄρεξη, καὶ ἰδοὺ τὸ πιάτο ποὺ τὸ ἔφερα μαζί μου, καὶ εἶναι ἀληθινὰ τὸ δικό μας».
Ἀκούγοντας αὐτὴ τὴ διήγηση οἱ οἰκεῖοι τοῦ Ἱππάρχου ἐξέστησαν καὶ ἀπόρησαν, ἡ δὲ σύζυγός του τοῦ ἐξιστόρησε πῶς ζήτησε ὁ Ἰωάννης τὸ πιάτο μὲ τὸ φαγητὸ καὶ εἶπε ὅτι τὸ ἔστειλε στὴ Μέκκα, καὶ ὅτι, ἀκούγοντάς τον νὰ λέγει ὅτι τὸ ἔστειλε, γέλασαν.
Αὐτὸ τὸ θαῦμα μαθεύτηκε σὲ ὅλο τὸ χωριὸ καὶ στὴ γύρω περιοχὴ καὶ ὅλοι θεωροῦσαν πλέον τὸν Ἰωάννη ὡς ἄνθρωπο δίκαιο καὶ ἀγαπητὸ στὸν Θεό, τὸν ἔβλεπαν δὲ μὲ φόβο καὶ σεβασμό, καὶ δὲν τολμοῦσε κανεὶς νὰ τὸν ἐνοχλήσει.
Ὁ κύριός του καὶ ἡ σύζυγός του τὸν περιποιούνταν περισσότερο καὶ τὸν παρακαλοῦσαν πάλι νὰ φύγει ἀπὸ τὸν σταῦλο καὶ νὰ κατοικήσει σὲ ἕνα οἴκημα, τὸ ὁποῖο ἦταν κοντὰ στὸν σταῦλο, ὅμως ἐκεῖνος δὲν ἤθελε νὰ ἀλλάξει κατοικία. Περνοῦσε, λοιπόν, τὸν βίο του μὲ τὸν ἴδιο τρόπο, ὡς ἀσκητής, ἐργαζόμενος ὅπως πρὶν στὴν περιποίηση τῶν ζώων καὶ κάνοντας μὲ προθυμία τὰ θελήματα τοῦ ἀγᾶ.
Ἀλλὰ ὕστερα ἀπὸ λίγα χρόνια, κατὰ τὰ ὁποία ἔζησε ὁ μακάριος Ἰωάννης μὲ νηστεία, προσευχὴ καὶ χαμευνία, πλησιάζοντας στὸ τέλος τῆς ζωῆς του, ἀσθένησε καὶ ἦταν ξαπλωμένος πάνω στὰ ἄχυρα τοῦ σταύλου, τὸν ὁποῖο εἶχε ἁγιάσει μὲ τὶς δεήσεις του καὶ μὲ τὴν κακοπάθεια τοῦ σώματός του γιὰ τὸ ὄνομα καὶ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ.
Προαισθανόμενος ὁ Ὅσιος τὸ τέλος του, ζήτησε νὰ κοινωνήσει τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων καὶ γι’αὐτὸ ἔστειλε καὶ κάλεσε ἕναν ἱερέα. Ἀλλὰ ὁ ἱερεὺς φοβήθηκε νὰ μεταφέρει φανερὰ τὰ Ἅγια Μυστήρια στὸ σταῦλο, ἐξαιτίας τοῦ φανατισμοῦ τῶν Τούρκων.
Ὅμως σοφίστηκε, κατὰ Θεία φώτιση, καὶ πῆρε ἕνα μῆλο, τὸ ἔσκαψε, ἔβαλε μέσα τὴν Θεία Κοινωνία καὶ ἔτσι μετέβη στὸ σταῦλο καὶ κοινώνησε τὸν μακάριο Ἰωάννη. Ὁ Ἰωάννης, μόλις ἔλαβε τὸ Ἄχραντο Σῶμα καὶ τὸ Τίμιο Αἷμα τοῦ Κυρίου, παρέδωσε τὴν ἁγία ψυχή του στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ, τὸν Ὁποῖο τόσο ἀγάπησε. Ἦταν τὸ 1730.
Τὸ 1733, τὸ ἀκέραιο καὶ εὐωδιάζον ἱερὸ λείψανο τοῦ Ὁσίου Ἰωάννου μεταφέρθηκε, μετὰ τὴν ἐκταφή του, ἀρχικὰ στὴ λατομημένη σὲ βράχο ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, ἀργότερα στὸ νεόδμητο ναὸ τοῦ Ἁγίου Βασιλείου καὶ τέλος στὸ ναὸ ποὺ ἀνεγέρθηκε πρὸς τιμήν του. Τοποθετήθηκε σὲ λάρνακα στὸ δεξιὸ μέρος τῆς Ἐκκλησίας. Ἐκεῖ κατέφθαναν ἀναρίθμητοι προσκυνητὲς καὶ πάσχοντες ἀπὸ διάφορα νοσήματα ποὺ εὕρισκαν τὴν θεραπεία τους.
Ὅταν, κατὰ τὸ 1832, ἐπὶ σουλτάνου Μαχμοὺτ τοῦ Β’, ἐπαναστάτησε ἐναντίον του ὁ ἀντιβασιλέας τῆς Αἰγύπτου Ἰμπραχὴμ πασᾶς, ὁ σουλτάνος ἔστειλε ἐναντίον του καὶ τὸν Χαζνετὰρ Ὀγλοὺ Ὀσμὰν πασᾶ μὲ 1.800 στρατιῶτες. Ὁ Ὀσμὰν πασᾶς, ἀφοῦ πέρασε τὴν Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας, ἔφθασε κοντὰ στὸ Προκόπιο, ὅπου σκεπτόταν νὰ ἀναπαυθεῖ καὶ νὰ ἀναχωρήσει τὴν ἄλλη ἡμέρα.
Ἐπειδὴ ὅμως οἱ περισσότεροι ἀπὸ τοὺς Μουσουλμάνους τοῦ Προκοπίου, σὰν γενίτσαροι ποὺ ἦσαν, μισοῦσαν τὸν σουλτάνο, συμφώνησαν ὅλοι νὰ μὴν δεχθοῦν τὸν Ὀσμὰν πασᾶ στὸ Προκόπι οὔτε στὰ σύνορα.
Οἱ Χριστιανοί, ποὺ ἦσαν πιστοὶ στὸν σουλτάνο, προσπάθησαν νὰ πείσουν τοὺς συμπατριῶτες τους νὰ πειθαρχήσουν στὸν σουλτάνο καὶ νὰ δεχθοῦν τὸν στρατὸ ποὺ ἐρχόταν ἀπὸ ἐκεῖνον, λέγοντας μάλιστα σὲ αὐτοὺς ὅτι μπορεῖ ὁ Ὀσμὰν πασᾶς νὰ ἀγανακτίσει καὶ νὰ καταστρέψει τὸ χωριό.
Ἐκεῖνοι ὅμως δὲν ἄλλαζαν γνώμη. Τότε οἱ Χριστιανοὶ πῆραν τὰ γυναικόπαιδα καὶ ἔφυγαν στὰ γύρω χωριὰ καὶ στὶς σπηλιές, γιὰ νὰ μὴν πέσουν θύματα τῆς ἀνόητης ἀντιδράσεως τῶν γενιτσάρων.
Πράγματι, τὴν ἄλλη ἡμέρα, ὅταν ὁ Ὀσμὰν πασᾶς εἰσῆλθε στὸ Προκόπι, τὸ λεηλάτησε καὶ τὸ κατέστρεψε.
Κάποιοι ἀπὸ τοὺς στρατιῶτες εἰσῆλθαν καὶ στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου. Ἅρπαξαν τὰ ἱερὰ σκεύη καὶ ἄνοιξαν τὴ λάρνακα τοῦ Ὀσίου ἐλπίζοντας νὰ βροῦν καὶ ἐκεῖ χρυσαφικὰ καὶ ἀσημικά. Δὲν βρῆκαν ὅμως τίποτε. Ἀπὸ τὸ κακό τους, ποὺ βγῆκαν γελασμένοι καὶ γιὰ νὰ κοροϊδέψουν τὴ χριστιανικὴ πίστη, ἀποφάσισαν νὰ κάψουν τὸ ἱερὸ λείψανο.
Τὸ ἔβαλαν στὸ προαύλιο, μάζεψαν πολλὰ φρύγανα, ἔβαλαν φωτιὰ καὶ ἔριξαν μὲ ἀσέβεια τὸ ἱερὸ σκήνωμα μέσα στὶς φλόγες. Τὸ ἱερὸ λείψανο τοῦ Ὁσίου Ἰωάννου ὄχι μόνο ἔμεινε ἄφλεκτο, ἀλλὰ καὶ φάνηκε στοὺς ἄπιστους ὅτι ζοῦσε, τοὺς φοβέριζε καὶ τοὺς ἔδιωχνε ἀπὸ τὸν περίβολο τῆς ἐκκλησίας.
Τὴν ἐπόμενη ἡμέρα γέροντες Χριστιανοὶ βρῆκαν τὰ ἀσημικὰ, ποὺ εἶχαν ἀφήσει ἀπὸ τὸν τρόμο τους οἱ Τούρκοι στρατιῶτες, πῆραν μὲ εὐλάβεια τὸ ἱερὸ λείψανο καὶ τὸ τοποθέτησαν πάλι μέσα στὴ λάρνακα.
Τὸ ἱερὸ λείψανο μεταφέρθηκε στὴν Εὔβοια τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1924 μαζὶ μὲ τοὺς πρόσφυγες τῆς Μικρᾶς Ἀσίας ἀπὸ τὸ πλοῖο «Βασίλειος Δεστούνης».
Καὶ ἐνῶ τὸ πλοῖο βρισκόταν στὴ Ρόδο δὲν προχωροῦσε, ἀλλὰ περιστρεφόταν μέσα στὴ θάλασσα καὶ ἔμενε στὸν ἴδιο τόπο. Ὁ κυβερνήτης τοῦ πλοίου φοβήθηκε. Τότε ὁ Παναγιώτης Παπαδόπουλος, ποὺ εἶχε πάρει μαζί του τὸ ἱερὸ λείψανο κρυφά, ἐξήγησε στὸν πλοίαρχο ὅτι μέσα στὸ πλοῖο καὶ μάλιστα στὸ ἀμπάρι ἦταν τὸ ἱερὸ λείψανο τοῦ Ὁσίου Ἰωάννου τοῦ Ρώσου.
Ἀμέσως ὁ κυβερνήτης διέταξε τὴν μεταφορὰ τοῦ ἱεροῦ σκηνώματος στὸ διαμέρισμα τοῦ πλοίου, τὸ ὁποῖο χρησιμοποιοῦταν ὡς εὐκτήριος οἶκος, ὅπου τὸ ἐναπέθεσαν καὶ ἄναψαν τὸ καντήλι.




Ὁ Ὅσιος Ματθαῖος ὁ ἐκ Ρωσίας

Ὁ Ὅσιος Ματθαῖος τοῦ Ζαράνσκιυ, κατὰ κόσμον Μητροφάνης Κούζμικ Σβέκωφ, γεννήθηκε, τὸ 1861, στὴν πόλη Βγιάτκα. Ὁ πατέρας του ἦταν ὑποδηματοποιὸς καὶ ὁ Ὅσιος στὴ νεαρὴ ἡλικία του, ἀσχολήθηκε μὲ τὸ ἐμπόριο. Τὸ 1891, ὁ Μητροφάνης κείρεται μοναχὸς στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Ἀλεξάνδρου καὶ λαμβάνει τὸ ὄνομα Ματθαῖος.
Ἐδῶ ἀσκεῖται στὴν ὑπακοὴ καὶ διδάσκεται τὴν ἀδιάλειπτη προσευχή. Ὁ Ἅγιος Θεὸς τοῦ δωρίζει τὸ χάρισμα τῆς θαυματουργίας καὶ τὸ πρόσωπο τοῦ Ὁσίου γίνεται πενυματικὸ καταφύγιο καὶ παρηγοριὰ γιὰ τὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ.
Ἔτσι, ἀφοῦ ἔζησε θεοφιλῶς, ὁ Ὅσιος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ 1927.

Ο πλησίον



 
Ο Αυστριακός Φρίτς Κράισλερ (1875-1962) υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους βιολιστές όλων των εποχών. Η δεξιοτεχνία του στο βιολί είχε καταπλήξει τα ακροατήρια των συναυλιών του. Αν και θα μπορούσε να απαιτήσει υπέρογκες αμοιβές, δεν το έκανε. Γι’ αυτό ποτέ του δεν έγινε πλούσιος.
Ο Κράισλερ είχε κάποτε δηλώσει: -Ποτέ δεν βλέπω τα χρήματα που κερδίζω σαν «δικά μου». Είναι μόνο ένα κεφάλαιο που μου εμπιστεύθηκαν για να το δαπανήσω καταλλήλως.
Μιλώντας για τη σύζυγό του και τον εαυτό του είπε: -Αισθάνομαι ηθικά ένοχος, αν παραγγείλω ένα πολυτελές και δαπανηρό γεύμα, γιατί έτσι στερώ από κάποιον άλλον μια φέτα ψωμί, και ίσως από κάποιο παιδί ένα ποτήρι γάλα… Σόλα αυτά τα χρόνια των επιτυχιών μου στην μουσική, δεν φτιάξαμε δικό μας σπίτι. Σκεφτόμαστε, ότι υπάρχουν τόσοι άστεγοι στον κόσμο!
  Σίγουρα πρόκειται για απόψεις πρωτοφανείς για την σύγχρονη καταναλωτική κοινωνία μας, όπου κυριαρχεί το σύνθημα «φάγωμεν και πίωμεν. αύριο γάρ αποθνήσκομεν».
  Μας χρειάζονται όμως τέτοιες φωνές, για να ξυπνήσουμε από τον λήθαργο της υλικής και πνευματικής μας αυτάρκειας.
  Ο μεγάλος αυτός μουσικός αισθανόταν ως πλησίον του κάθε άνθρωπο που πάσχει και υποφέρει. Γι’ αυτό και εφάρμοζε προς όλους αδιακρίτως τους ανθρώπους την εντολή του Χριστού: «Να αγαπήσεις τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου» .
  Υπάρχει όμως και κάτι περισσότερο από αυτό που αισθανόταν και έπραττε ο Κράισλερ: Να δείχνουμε αγάπη προς τον πλησίον, όχι μόνον όσο άφορα τα υλικά πράγματα, μα κυρίως τα πνευματικά.
  Τα υλικά αγαθά μια ημέρα θα τα εγκαταλείψουμε οπωσδήποτε. Τα πνευματικά, δηλαδή κάθε τι που έχει σχέση με την σωτηρία της ψυχής μας και την ένωσή μας με το Χριστό θα μας συνοδεύουν πάντοτε. Και πριν και μετά το θάνατο.
  Μακάρι, να μπορούμε όλοι μας να κάνουμε προβλήματά μας τα προβλήματα των αδελφών μας. Να χαίρουμε, όταν χαίρουν· και να λυπόμαστε, όταν εκείνοι είναι στενοχωρημένοι και λυπημένοι.
  Και μακάρι να ενδιαφερόμαστε, όχι μόνο για την σωματική τους πείνα, αλλά και για την πνευματική τους πείνα για αληθινό νόημα ζωής, για αληθινή ελπίδα και παρηγοριά, που μόνο ο Λόγος του Θεού μπορεί να τους δώσει.

(Αρχιμ. Νίκων Κουτσίδης, «Μαρτυρίες φωτός». Ι.Μ.Προφήυου Ηλιού-Πρέβεζα) 

«Ξέρεις ολοκληρώματα ή διαφορικές εξισώσεις;

 undefined
Πριν από αρκετά χρόνια με πλησίασε κάποιος νεαρός φοιτητής. Με πολλή διστακτικότητα, αλλά και με την ένταση του απαιτητικού αναζητητή , μου δήλωσε ότι είναι άθεος, που όμως θα ήθελε πολύ να πιστέψει, αλλά δεν μπορούσε. Χρόνια προσπαθούσε και αναζητούσε, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Συνομίλησε με καθηγητές και μορφωμένους, αλλά δεν ικανοποιήθηκε η δίψα του για κάτι σοβαρό. Άκουσε για μένα και αποφάσισε να μοιρασθεί μαζί μου την υπαρξιακή ανάγκη του. Μου ζήτησε μια επιστημονική απόδειξη περί υπάρξεως Θεού.
«Ξέρεις ολοκληρώματα ή διαφορικές εξισώσεις;», τον ρώτησα.
«Δυστυχώς όχι», μου απαντά, «είμαι της Φιλοσοφικής».
«Κρίμα, διότι ήξερα μια τέτοια απόδειξη», είπα εμφανώς αστειευόμενος.
Ένιωσε αμήχανα και κάπως σιώπησε για λίγο.
«Κοίταξε»,του λέω, «συγνώμη που σε πείραξα λιγάκι. Αλλά ο Θεός δεν είναι εξίσωση ούτε μαθηματική απόδειξη. Αν ήταν κάτι τέτοιο, τότε όλοι οι μορφωμένοι θα Τον πίστευαν. Να ξέρεις, αλλιώς προσεγγίζεται ο Θεός. Έχεις πάει ποτέ στο Άγιον Όρος; Έχεις ποτέ συναντήσει κανένα ασκητή;».
«Όχι πάτερ, αλλά σκέπτομαι να πάω, έχω ακούσει τόσα πολλά! Αν μου πείτε, μπορώ να πάω και αύριο. Ξέρετε κανένα μορφωμένο να πάω να τον συναντήσω;».
«Τί προτιμάς; Μορφωμένο που μπορεί να σε ζαλίσει ή άγιο που μπορεί να σε ξυπνήσει;».
«Προτιμώ τον μορφωμένο. Τους φοβάμαι τους αγίους».
«Η πίστη είναι υπόθεση της καρδιάς. Για δοκίμασε με κανέναν άγιο. Πώς σε λένε ;»,ρωτώ.
«Γαβριήλ»,μου απαντά.
Τον έστειλα σε έναν ασκητή. Του περιέγραψα τον τρόπο πρόσβασης και του έδωσα τις δέουσες οδηγίες. Κάναμε κι ένα σχεδιάγραμμα.
«Θα πας»,του είπα,«και θα ρωτήσεις το ίδιο πράγμα: Είμαι άθεος, θα του πεις, και θέλω να πιστέψω. Θέλω μια απόδειξη περί υπάρξεως Θεού».
«Φοβάμαι, ντρέπομαι». μου απαντά.
«Γιατί ντρέπεσαι και φοβάσαι τον άγιο και δεν ντρέπεσαι και φοβάσαι έμενα;», ρωτώ. «Πήγαινε απλά και ζήτα το ίδιο πράγμα».
Σε λίγες μέρες, πήγε και βρήκε τον ασκητή να συζητάει με κάποιο νέο στην αυλή του. Στην απέναντι μεριά περίμεναν άλλοι τέσσερις καθισμένοι σε κάτι κούτσουρα. Ανάμεσα σε αυτούς και ο Γαβριήλ βρήκε δειλά τη θέση του. Δεν πέρασαν περισσότερα από δέκα λεπτά και η συνομιλία του γέροντα με τον νεαρό τελείωσε.
«Τί γίνεστε παιδιά;», ρωτάει. «Έχετε πάρει κανένα λουκουμάκι; Έχετε πιει λίγο νεράκι;».
«Ευχαριστούμε, γέροντα», απάντησαν με συμβατική κοσμική ευγένεια.
«Έλα εδώ», λέγει απευθυνόμενος στον Γαβριήλ και ξεχωρίζοντάς τον από τους υπόλοιπους. «Θα φέρω εγώ το νερό, πάρε εσύ το κουτί αυτό με τα λουκούμια, και έλα πιο κοντά να σου πω ένα μυστικό: Καλά να είναι κανείς άθεος, αλλά να έχει όνομα αγγέλου και να είναι άθεος; Αυτό πρώτη φορά μού συμβαίνει».
Ο φίλος μας κόντεψε να πάθει έμφραγμα από τον αποκαλυπτικό αιφνιδιασμό. Πού γνώρισε το όνομά του; Ποιός του αποκάλυψε το πρόβλημά του; Τί τελικά ήθελε να του πει ο γέροντας;
«Πάτερ, μπορώ να σας μιλήσω λίγο;», μόλις που μπόρεσε να ψελλίσει.
«Κοίταξε, τώρα σουρουπώνει· πάρε το λουκούμι, πιες και λίγο νεράκι και πήγαινε στο πιο κοντινό μοναστήρι να διανυκτερεύσεις».
«Πάτερ μου, θέλω να μιλήσουμε, δεν γίνεται;».
«Τί να πούμε, ρε παλικάρι; Για ποιόν λόγο ήλθες;».
«Στο ερώτημα αυτό ένιωσα αμέσως να ανοίγει η αναπνοή μου», αφηγείται, «η καρδιά μου να πλημμυρίζει από πίστη, ο μέσα μου κόσμος να θερμαίνεται· οι απορίες να λύνονται χωρίς κανένα λογικό επιχείρημα, δίχως καμία συζήτηση, χωρίς την ύπαρξη μιας ξεκάθαρης απάντησης. Γκρεμίσθηκαν μέσα μου αυτομάτως όλα τα αν, τα γιατί, τα μήπως και έμεινε μόνο το πώς και το τί από δω κι εμπρός».
Ό,τι δεν του έδωσε η σκέψη των μορφωμένων, του το χάρισε ο ευγενικός υπαινιγμός ενός αγίου, αποφοίτου μόλις της τέταρτης τάξης του δημοτικού. Οι άγιοι είναι πολύ διακριτικοί. Σου κάνουν την εγχείρηση χωρίς αναισθησία και δεν πονάς. Σου κάνουν τη μεταμόσχευση χωρίς να σου ανοίξουν την κοιλιά. Σε ανεβάζουν σε δυσπρόσιτες κορυφές δίχως τις σκάλες της κοσμικής λογικής. Σου φυτεύουν την πίστη στη καρδιά, χωρίς να σου κουράσουν το μυαλό.
(Νικολάου, Μητροπ. Μεσογαίας και Λαυρεωτικής, «Φωνή αύρας λεπτής», εκδ. Εν πλω).Γ

Ω, τι εφιάλτης η επικαιρότητά μας!(Aρχιμ.Σωφρονίου)


undefined
… Είναι φοβερά επικίνδυνο και δύσκολο να διασχίσει κάποιος τους δρόμους των μεγάλων πόλεων από το πλήθος των αυτοκινήτων, την τρελή ταχύτητα με την οποία όλοι επιθυμούν να τρέχουν.
Σχηματίζεται εικόνα φοβερής απομονώσεως όλων από όλους. Είναι αδύνατη η ήσυχη επαφή, και πουθενά σχεδόν δεν υπάρχει ήρεμο μέρος. Ο γενικός ρυθμός της ζωής είναι αφύσικα γρήγορος. Οι άνθρωποι χάνουν την ικανότητα για ήρεμη ανάπαυση, απλή φιλία, ανιδιοτελή επικοινωνία μεταξύ τους… Τόσο πολλοί πάσχουν από μοναξιά. Καμία κοινωνική εξασφάλιση ή υπηρεσία δεν τους σώζει από το αίσθημα της φοβερής απομόνωσης, και πολλές χιλιάδες πέφτουν στο φρικτό κενό, οδηγούνται στο αδιέξοδο της απόγνωσης. Δεν είναι καθόλου εύκολο να τους βοηθήσει κανείς. Λόγια για έμπνευση, για την κλήση μας να υπερνικήσουμε τον κόσμο, να τον περιλάβουμε στη συνείδηση μας ως προσωπική μας ζωή, σπάνια βρίσκουν απήχηση σε νεκρές ψυχές. Σε αυτό μπορούμε να προσθέσουμε τον εφιάλτη των ακατάπαυστων αλληλοεξοντώσεων, των πολέμων, των ληστειών, των εγκλημάτων και τα παρόμοια. Συμβαίνει κάποτε να συναντούμε ανθρώπους που δεν έχουν πλέον δυνάμεις να υποφέρουν το θέαμα αυτό. Μετά από τέτοιες σύντομες “εξορμήσεις” στον κόσμο από το ήσυχό μας μέρος της προσευχής και της Λειτουργίας, μπορείς να εκτιμήσεις το δώρο αυτό του Θεού ακόμη περισσότερο. Τώρα βεβαίως έχω ακόμη μεγαλύτερη απομόνωση στο νέο μου “ερημητήριο”. Να, τώρα όλα γύρω είναι τόσο ήσυχα. Έφτασε η νύκτα και
θυμάμαι εσένα και όλους, όλους, ευλογώντας όλο τον κόσμο από την Ανατολή ως τη Δύση, από τον Βορρά ως τον Νότο. Και μολονότι είμαι εντελώς πεπεισμένος ότι καμία προσευχή, δηλαδή η ενέργειά της, δεν εξαφανίζεται χωρίς ίχνη στον κόσμο, γνωρίζω ωστόσο επίσης ότι είναι αδύνατο κάποιος να παρεμποδίσει έστω και ένα κακό θέλημα του ανθρώπου, και ως εκ τούτου δεν διατίθεμαι να παρηγορηθώ με περιττή αισιοδοξία.
ΙΑρχιμ. Σωφρονίου, «Γράμματα στη Ρωσία», εκδ. Ι.Μ.Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ)

Ε Κ Τ Α Κ Τ Ο --ΟΛΟ ΤΟ ΔΡΑΜΑΤΙΚΟ ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΤΑΚΤΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΑΡΧΗΓΩΝ ΠΟΥ ΖΗΤΗΣΕ Ο Κ. ΠΑΠΟΥΛΙΑΣ

ΟΛΟ ΤΟ ΔΡΑΜΑΤΙΚΟ ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΤΑΚΤΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΑΡΧΗΓΩΝ ΠΟΥ ΖΗΤΗΣΕ Ο Κ. ΠΑΠΟΥΛΙΑΣ

Δραματικές και ιδιαίτερα κρίσιμες είναι οι τελευταίες ώρες για την Ελλάδα. Επίσημα, τον ασκό του αιόλου άνοιξε η σημερινή ξαφνική πρωτοβουλία του Προέδρου της Δημοκρατίας Κάρολου Παπούλια για έκτακτη συνάντηση όλων των πολιτικών αρχηγών αύριο στις 12 και μισή το μεσημέρι. Ανεπίσημα οι εξελίξεις έχουν ξεκινήσει εδώ και αρκετά 24ωρα όταν ο πρωθυπουργός δεν έλαβε τη συναίνεση που ζητούσε από τον Αντώνη Σαμαρά. Σημείο – κλειδί όμως, είναι η χθεσινή συνάντηση Γ. Παπανδρέου – Χ. Κλίντον.


Εκεί, ο πρωθυπουργός προφανώς ενημερώθηκε για τις αποφάσεις στην άλλη άκρη του Ατλαντικού και έπειτα έδωσε το “πράσινο φως” στον Κάρολο Παπούλια να συγκαλέσει την έκτακτη συνάντηση.
Να θυμίσουμε ότι χθες η συνάντηση Παπούλια – Παπανδρέου στο Μέγαρο Μαξίμου, διήρκησε πάνω από μιάμιση ώρα.
Ο λόγος που έγινε αυτή η κίνηση, δεν έχει κανένα άλλο σκοπό παρά μόνο την ύπαρξη πρακτικών!
Με άλλα λόγια, ο πρωθυπουργός θέλει να έχει γραπτά όλες τις απαντήσεις των πολιτικών αρχηγών.
Έτσι, το βάρος πέφτει στους ώμους του Αντώνη Σαμαρά. Αν δεν συναινέσει και η Ελλάδα δεν πάρει την επόμενη δόση, θα αποδοθούν σε αυτόν οι ευθύνες της κατάρρευσης της χώρας!
Από το περιβάλλον του πρωθυπουργού διαρρέεται έντονα, ότι είναι διατεθειμένος να φτάσει στο θέμα “μέχρι το τέλος”, ενώ σκέφτεται επίσης να κάνει και υποχωρήσεις σε ό,τι αφορά το θέμα του φορολογικού, που αποτελεί βασικό σημείο απόκλισης με τη ΝΔ.
Ανοιχτό είναι και το ενδεχόμενο να υπάρξει και πρόταση για εξωκοινοβουλευτικά πρόσωπα κοινής αποδοχής σε θέσεις – κλειδιά, ακόμα και σε Υπουργεία!
Σημαντικές όμως, είναι και οι εξελίξεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Ο Πρόεδρος του Eugoroup Ζαν Κλόντ Γιούνκερ ανέφερε ότι η 5η δόση της Ελλάδας βρίσκεται κυριολεκτικά στον “αέρα”!
Ο λόγος είναι ότι το ΔΝΤ σύμφωνα με το καταστατικό του, για να εκταμιεύσει την επόμενη δόση για την Ελλάδα, θα πρέπει η χώρα μας να έχει εξασφαλίσει την αναχρηματοδότηση των δανείων της για τους επόμενους 12 μήνες, κάτι που δεν έχει γίνει ως τώρα.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο Υπουργός Οικονομικών της Ολλανδίας ο οποίος είπε ότι αν δεν υπάρξει πολιτική συναίνεση στην Ελλάδα, η χώρα του δεν θα εκταμιεύσει την επόμενη δόση.
Ακριβώς γι’ αυτό η τρόικα πιέζει για τις αποκρατικοποιήσεις και τις μεταρρυθμίσεις, που απαιτούν την συναίνεση όλων των πολιτικών κομμάτων της χώρας. Μάλιστα, στα γραφεία της Συγγρού πήγε ο σκληρός πυρήνας της τρόικα που έδωσε ξεκάθαρο μήνυμα στη ΝΔ για συναίνεση!
Να θυμίσουμε ότι οι αποκρατικοποιήσεις ύψους 50 δις, θα αποτελέσουν εγγύηση για τους δανειστές μας να μας δώσουν και νέο δάνειο 50 – 60 δις για να καλύψουμε τις δανειακές μας ανάγκες μετά το 2013. Το γεγονός ότι οι αγορές θα μείνουν κλειστές για την Ελλάδα και το 2012, ενισχύουν τους φόβους και ασκούν νέες πιέσεις στην Ελλάδα.
Έτσι, πλέον θα τεθεί το δίλημμα ΜΝΗΜΟΝΙΟ ΙΙ ή ΠΤΩΧΕΥΣΗ.

Ἁγία Γραφή, Παράδοση καὶ Ἐκκλησία

 



Ὁ κάθε γνώστης τοῦ Βυζαντινοῦ λειτουργικοῦ ἤθους ἤ ὁποιασδήποτε ἄλλης παραδοσιακῆς τελετουργίας, Δυτικῆς ἤ Ἀνατολικῆς, γνωρίζει τὸν εἰλικρινῆ καὶ ἱερὸ σεβασμὸ τῆς Βίβλου ποὺ αὐτὲς οἱ τελετουργίες χρειάζονται. Αὐτὸς ὁ σεβασμὸς σημαίνει κάτι περισσότερο ἀπὸ τὴν ἱεροπρεπῆ ἀνάγνωση βιβλικῶν κειμένων, ἤ τὴ συνεχῆ ἐπανάληψη στίχων ἀπὸ τοὺς ψαλμούς, ἤ τὴν καθημερινὴ ψαλμωδία ὕμνων παρμένων ἀπὸ τὴν Παλαιὰ ἤ Καινὴ Διαθήκη. Σημαίνει ἀναμφίβολα τὸ σεβασμὸ τῆς Ἁγίας Γραφῆς, καὶ εἰδικώτερα τοῦ Εὐαγγελίου, σὰν βιβλίου. Αὐτὴ εἶναι ἡ σημασία τοῦ θυμιατίσματος καὶ ἀσπασμοῦ τοῦ Εὐαγγελίου, τῶν λειτανειῶν κατὰ τὶς ὁποῖες τὸ Ἱερὸ Βιβλίο κατέχει θέση τιμητικὴ καὶ ἀντιπροσωπεύει τὸν ἴδιο τὸ Χριστὸ ἀποκαλυπτόμενο ἀπὸ τὸ Λόγο Του.

Μοναδικὸς σκοπὸς αὐτοῦ του Λειτουργικοῦ σεβασμοῦ τῆς Ἁγίας Γραφῆς εἶναι νὰ ὑποδηλώσει στὸν πιστὸ ὅτι ἡ Ἁγία Γραφὴ περιέχει τὴν πραγματικὴ Ἀλήθεια τῆς Ἀποκάλυψης τὴν ὁποία ἡ Ἐκκλησία κατέχει ἐπακριβῶς σὲ μία δοθεῖσα γραπτὴ μορφή. Εἶναι σημαντικὸ νὰ τονισθεῖ ἀναφορικὰ μὲ αὐτὸ ὅτι, ὁποιαδήποτε ἀξία κι ἂν ἀποδίδεται στὴν Παράδοση καὶ στὴν ἀντίληψη τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τὸ ἀναλλοίωτο τῆς Ἀλήθειας καὶ τοῦ ἀλάθητου τῆς Ἐκκλησίας, ἡ Χριστιανικὴ Ἐκκλησία οὐδέποτε πρόσθεσε στὴν Ἁγία Γραφὴ δικούς της δογματικοὺς ὅρους. Θεμελιωμένη πάνω στὸ ἀποστολικὸ κήρυγμα, ἡ Ἁγία Γραφὴ περιλάμβανε, παράλληλα μὲ τὰ θεόπνευστα κείμενα τῶν Ἑβραίων, τὴ γραπτὴ μαρτυρία μόνο ἐκείνων ποὺ εἶχαν δεῖ τὸν ἐγερθέντα Κύριο μὲ τὰ ἴδια τους τὰ μάτια καὶ οἱ ὁποῖοι μποροῦσαν νὰ καταγράψουν γιὰ τὴν Ἐκκλησία αὐτούσια τὰ λόγια τοῦ Διδασκάλου, καὶ νὰ ἀποδώσουν πιστὰ τὴ διδασκαλία Του. Τὸ μόνο ποὺ ἔκαμε ἡ Ἐκκλησία ἦταν νὰ καθορίσει τὸν «κανόνα», καὶ ὄχι νὰ συνθέσει θεόπνευστα κείμενα γιατί οὐδέποτε ἀποδέχθηκε μία «συνεχῆ ἀποκάλυψη», ἀλλὰ μία μοναδικὴ ἱστορικὴ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, ποὺ πραγματοποιήθηκε μιὰ καὶ γιὰ πάντα στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ.

Τὰ κείμενα ὀφείλουν τὴν αὐθεντικότητά τους στὸ γεγονὸς ὅτι εἶχαν συγγραφεῖ ἀπὸ αὐτόπτες μάρτυρες τοῦ Χριστοῦ. Τὸ μόνο ποὺ μποροῦσε νὰ κάμει ἡ Ἐκκλησία ἦταν νὰ ἐπιβεβαιώσει τὴν αὐθεντικότητά τους μὲ τὴν καθοδήγηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ποὺ εἶχε ὑποσχεθεῖ ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς, καὶ ὄχι νὰ δημιουργήσει αὐτὴν τὴν αὐθεντικότητα. Βέβαια αὐτὴ ἡ αὐθεντικότητα πρέπει νὰ γίνει ἀντιληπτὴ μὲ μία εὐρύτερη ἔννοια, καὶ νὰ ἀναφέρεται ἀσφαλῶς στὸ περιεχόμενο καὶ ὄχι κατ’ ἀνάγκη στὴ μορφὴ τῶν Ἁγιογραφικῶν κειμένων. Τὰ Εὐαγγέλια τοῦ Μάρκου καὶ τοῦ Λουκᾶ, γιὰ παράδειγμα, ἐθεωροῦντο ἀπ’ τὴν ἀρχὴ σὰν μέρος τοῦ κανόνα, ἂν καὶ δὲν εἶχαν συγγραφεῖ ἀπὸ μέλη τῆς ὁμάδας τῶν Δώδεκα, ἀλλὰ τὸ περιεχόμενο τοῦ κηρύγματός τους ἀποδιδόταν παραδοσιακὰ στὴ μαρτυρία τοῦ Πέτρου καὶ τοῦ Παύλου. Ὁ Ὠριγένης καὶ οἱ ἄλλοι πρωτοχριστιανοί, ποὺ ἀμφέβαλλαν γιὰ τὴν Παύλειον αὐθεντικότητα τῆς πρὸς Ἑβραίους, δὲν ἐννοοῦσαν ὅτι αὐτὴ ἡ ἐπιστολὴ πρέπει νὰ ἀπορριφθεῖ ἀπὸ τὸν κανόνα, ἐπειδὴ δὲν ἀμφέβαλλαν γιὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ ἐπιστολὴ ἐκαλύπτετο ἀπὸ τὴν Παύλειον αὐθεντικότητα μὲ κάποια εὐρύτερη ἔννοια ἀπὸ τὴν ἄμεση συγγραφή. Ἐξ ἄλλου, κανένας δὲν εἰσηγήθηκε ποτὲ ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ συμπεριληφθεῖ στὸν κανόνα ὁτιδήποτε ἐκτὸς τῶν ἀποστολικῶν συγγραμμάτων. Καὶ εἶναι αὐτὴ ἡ γενικὴ ἀρχὴ ποὺ καθόρισε τὴν ἀπόρριψη τοῦ «Ποιμένα τοῦ Ἐρμᾶ», καὶ τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Βαρνάβα ἀπὸ τὸν Κανόνα τῆς Ἁγίας Γραφῆς.

Ἔτσι ἡ Ἀποστολικότητα παρέμεινε τὸ βασικὸ κριτήριο στὴν ἱστορία τῆς διαμόρφωσης τοῦ Κανόνα γιατί ἦτο ἐπίσης τὸ μόνο ἀληθινὸ χαρακτηριστικό τοῦ πραγματικοῦ Χριστιανικοῦ κηρύγματος. Ἡ παρέμβαση καὶ κρίση τῆς Ἐκκλησίας ἀφοροῦσε μόνο στὰ «ὅρια» τῆς ἀληθινῆς Ἀποκάλυψης· καὶ γιὰ νὰ ἐξασκήσει αὐτὴν τὴν κρίση ἡ Ἐκκλησία χρειαζόταν ἕνα ἐξωτερικὸ ἀλλὰ ὄχι ἀνεξάρτητο ἀπὸ τὶς Γραφὲς κριτήριο. Αὐτὸ τὸ κριτήριο εἶναι ἡ καθοδήγηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος διὰ τοῦ ὁποίου πραγματοποιήθηκε ἡ Ἐνσάρκωση καὶ τὸ ὁποῖο ἐνοικεῖ τόσο στὸν ἴδιο τὸ Χριστὸ ὅσο καὶ στὸ σῶμα του, τὴν Ἐκκλησία. Ἡ Ἐκκλησία, σὰν ἡ κοινωνία ἐκείνων ποὺ ἔχουν δεχθεῖ τὴ Σωτηρία τὴν ἐνεργηθεῖσαν διὰ συγκεκριμένων ἱστορικῶν γεγονότων, δὲν μπορεῖ νὰ ἔχει ἄλλο θεμέλιο ἐκτὸς «τῶν ἀποστόλων καὶ προφητῶν» (Ἐφ. 2:20) οἱ ὁποῖοι μαρτυροῦν «ὅ ἀκηκόασι, ὅ ἑωράκασι τοῖς ὀφθαλμοῖς αὐτῶν, ὅ αἱ χεῖρες αὐτῶν ἐψηλάφησαν» ( Ἰωὰν 1:1), ἀλλὰ αὐτὴ ἡ Σωτηρία, τῆς ὁποίας αὐτοὶ εἶναι μάρτυρες, ἔχει ἐπακριβῶς τὸ ἐπακόλουθο νὰ φέρνει τὸ Θεὸ νὰ κατοικεῖ ἀνάμεσά μας καὶ νὰ κάμνει τὸ Πνεῦμα «ὁδηγεῖν ἡμᾶς εἰς πᾶσαν τὴν Ἀλήθειαν» (Ἰωάν. 16:13).

Μόλις ἔχομε ἀναφέρει ὅτι ἡ Ἁγία Γραφὴ περιέλαβε τὴν ὁλότητα τῆς Ἀποστολικῆς μαρτυρίας. Ὅμως αὐτὴ ἡ ὁλότητα δὲν εἶναι κατὰ γράμμα ὁλότητα, ἀκριβῶς ὅπως ἡ αὐθεντικότητα τῶν βιβλικῶν κειμένων δὲν εἶναι κατ’ ἀνάγκη μορφολογικὴ ἤ φραστικὴ αὐθεντικότητα. Ὁ Λόγος τῆς Ζωῆς δὲν εἶναι θεολογικὴ ἐγκυκλοπαίδεια ποὺ μπορεῖ ἁπλῶς νὰ ἀνοιχθεῖ στὴν κατάλληλη σελίδα γιὰ νὰ ἐξευρεθεῖ ἡ ἀναζητούμενη πληροφορία λεπτομερῶς διατυπωμένη. Ὅπως, γιὰ παράδειγμα, ἔχουν καταδείξει οἱ ἐργασίες τοῦ Oscar Cullmann ἤ τοῦ Joachim Jeremias, ἡ σύγχρονη ἑρμηνευτικὴ ἀνακαλύπτει ὅλο καὶ περισσότερο ὅτι βασικὲς Χριστιανικὲς ἀλήθειες, ὅπως τὸ δόγμα τῶν μυστηρίων, οἱ ὁποῖες ἂν καὶ δὲν ἀντιμετωπίζονται ἀπ’ εὐθείας ἀπὸ τοὺς θεόπνευστους συγγραφεῖς, θεωροῦνται ὅμως ἀπ’ αὐτοὺς σὰν αὐτονόητες. Τὰ λόγια τοῦ Ἰησοῦ γιὰ τὸν Ἄρτον ἐξ Οὐρανοῦ, τὴν Ἄμπελον ἤ τὸ Ὕδωρ τὸ ἀλλόμενον εἰς ζωὴν αἰώνιον — καὶ ἂν ἀκόμη ἡ μυστηριακὴ ἑρμηνεία αὐτῶν τῶν χωρίων δὲν εἶναι ἡ μόνη δυνατὴ — δὲν μποροῦν νὰ γίνουν πλήρως κατανοητὰ ἂν ἀγνοηθεῖ τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ Χριστιανοὶ τοῦ πρώτου αἰώνα τελοῦσαν τὸ βάπτισμα καὶ τὴ θεία Εὐχαριστία. Αὐτὸ διασαφηνίζει πλήρως τὸ ὅτι ἡ Γραφή, ἐνῶ εἶναι πλήρης καθ’ ἑαυτήν, προϋποθέτει τὴν Παράδοση, ὄχι σὰν μία προσθήκη ἀλλὰ σὰν ἕνα μέσο διὰ τοῦ ὁποίου καθίσταται κατανοητὴ καὶ πλήρης νοήματος. Σὲ μία ἐποχὴ ποὺ δὲν εἶχε ἀκόμα προκύψει ὁποιαδήποτε συζήτηση γιὰ «τὸν ἀριθμὸ τῶν πηγῶν» τῆς Ἀποκάλυψης, ὁ Ἅγιος Βασίλειος ἀπὸ τὴν Καισαρεία, μὲ γλώσσα ἁπλὴ καὶ σχεδὸν ἀφελῆ, ἀναφέρεται στὴν ἀλληλοεξάρτηση καὶ οὐσιώδη ἑνότητα τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ τῆς Παράδοσης, σὲ ἕνα σπουδαῖο χωρίο τῆς Πραγματείας του γιὰ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. «Ἀνάμεσα στὰ δόγματα καὶ τὶς διδασκαλίες ποὺ διατηρήθησαν ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, μερικὰ τὰ πήραμε ἀπὸ γραπτὲς πηγὲς καὶ ἄλλα τὰ συναθροίσαμε ὅπως μεταδόθησαν ἀπὸ τὴν ἀποστολικὴ παράδοση σὲ μία ἀσαφῆ μορφή. Ἔχουν ὅλα τὴν ἴδια ἀξία. Γιατί ἂν προσπαθούσαμε νὰ παραμερίσουμε τὶς ἄγραφες παραδόσεις σὰν νὰ μὴ εἶχαν μεγάλη ἰσχύ, θὰ ἀποδυναμώναμε ἐν ἀγνοίᾳ μας τὸ Εὐαγγέλιο στὴν οὐσία του. Ἐπὶ πλέον θὰ μετατρέπαμε τὸ κήρυγμα σὲ ἁπλὲς λέξεις». Καὶ συνεχίζει κάνοντας εἰδικὴ ἀναφορὰ στὶς τελετὲς τῆς Χριστιανικῆς μύησης καὶ τῆς θείας Εὐχαριστίας.

Δὲν μπορεῖ ἑπομένως νὰ τεθεῖ ζήτημα γιὰ «δυὸ πηγὲς» Ἀποκάλυψης. Στὴν πραγματικότητα Ἀποκάλυψη δὲν εἶναι μία τυπικὴ ὑπαγόρευση στὴν ἀνθρώπινη διάνοια ὁρισμένων τυπικὰ καθορισμένων ἀληθειῶν. Ἡ Ἀποκάλυψη διὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ εἶναι μία νέα κοινωνία μεταξὺ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου ποὺ ἐγκαθιδρύθηκε μιὰ καὶ γιὰ πάντα. Εἶναι μία συμμετοχὴ τοῦ ἀνθρώπου στὴ θεία ζωή. Ἡ Ἁγία Γραφὴ δὲν δημιουργεῖ αὐτὴ τὴ συμμετοχή. Εἶναι μία μαρτυρία, σὲ μία τελικὴ καὶ πλήρη μορφή, τῶν ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ διὰ τῶν ὁποίων ἔγινε πραγματικότητα ἡ συμμετοχὴ αὐτή. Γιὰ νὰ γίνει πλήρως κατανοητή, ἡ Βίβλος χρειάζεται τὴν πραγματικότητα τῆς κοινωνίας ποὺ ὑπάρχει μέσα στὴν Ἐκκλησία. Παράδοση εἶναι ἡ μυστηριακὴ συνέχεια μέσα στὴν ἱστορία τῆς κοινωνίας τῶν Ἁγίων. Κατὰ κάποιο τρόπο εἶναι ἡ ἴδια ἡ Ἐκκλησία.

Οἱ Ὀρθόδοξοι πιστεύουν ἀκράδαντα στὸν ἀπόλυτο, ὀργανικὸ καὶ ἀλάθητο χαρακτήρα αὐτῆς τῆς συνέχειας, καὶ τὴ βλέπουν σὰν συνέπεια τῆς ἴδιας τῆς φύσης τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Ἂν αὐτὴ ἡ συνέχεια διακοπτόταν, ἡ Ἁγία Γραφὴ θὰ ἔχανε τὴ σημασία της, καὶ ἐκεῖνο ποὺ ὁ Θεὸς ἐπιθυμοῦσε νὰ κάμει διὰ τῆς Ἐνσαρκώσεως, στὴν πραγματικότητα θὰ ἀποτύγχανε. Ἀποτυχίες ἀσφαλῶς συμβαίνουν στὴν ἰδιωτικὴ ζωὴ τῶν ἀτόμων καὶ στὴ ζωὴ ὁλοκλήρων ἐθνῶν καὶ κοινωνιῶν. Ἀλλὰ ἡ Ἐκκλησία, σὰν δῶρο Θεοῦ, δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἀποτυχία, γιατί ὁ Θεὸς θέλει «ἵνα παραστήσῃ αὐτὴν ἑαυτῷ ἔνδοξον, μὴ ἔχουσαν σπίλον ἤ ρυτίδα ἥ τι τῶν τοιούτων, ἀλλ’ ἵνα ᾗ ἁγία καὶ ἄμωμος». (Ἐφ. 5:27) Ἡ ὕπαρξη αὐτῆς τῆς Ἐκλλησίας εἶναι καθ’ ὁλοκληρίαν δῶρο Θεοῦ καὶ τὸ ἀλάθητό της δὲν τὸ συμμερίζονται μὲ ὁποιανδήποτε ἔννοια ἐκεῖνοι ποὺ τὴν ἀποτελοῦν, ἀλλὰ εἶναι ἀποκλειστικὴ συνέπεια τοῦ γεγονότος ὅτι ὁ Θεὸς ἐνοικεῖ εἰς αὐτήν. Ὅλα τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας, κάθε Χριστιανικὴ κοινότητα, εἶναι δυνατὸ νὰ ἁμαρτήσουν καὶ νὰ σφάλλουν. Ἀλλὰ ἐξ αἰτίας αὐτοῦ τοῦ γεγονότος ἀποκόπτουν τοὺς ἑαυτοὺς των ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία καὶ πρέπει νὰ ἐπανενωθοῦν ἐκ νέου διὰ τῆς μετανοίας.


Μετάφραση: ΧΡΙΣΤΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...