Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Πέμπτη, Ιουνίου 16, 2011

ΟΙ ΑΜΦΙΣΗΜΕΣ ΚΑΙ ΑΛΛΗΛΟΓΡΟΝΘΟΚΟΠΟΥΜΕΝΕΣ ΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ

 

ΟΙ ΑΜΦΙΣΗΜΕΣ ΚΑΙ ΑΛΛΗΛΟΓΡΟΝΘΟΚΟΠΟΥΜΕΝΕΣ ΔΗΛΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ
Του Παναγιώτη Τελεβάντου
==============

Ο Σεβασμιότατος Μητροπολίτης Μεσογαίας κ. Νικόλαος είναι εν ενεργεία Μητροπολίτης της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Αρα δεν έχει νόημα να κακίζει την Ιεραρχία επειδή δεν ανέλαβε την πρωτοβουλία για να ξεκαθαρίσει το ζήτημα της ηλεκτρονικής φυλακής.

ΑΜΦΙΣΗΜΑ ΛΕΚΤΙΚΑ ΠΥΡΟΤΕΧΝΗΜΑΤΑ
_________

Αντί να δίνει συνεντεύξεις με αμφίσημα μηνύματα και αλληλογρονθοκοπούμενες θέσεις για διάφορα θέματα, θα μπορούσε κάλλιστα - ως έχει χρέος - να ζητήσει σύγκληση της Ιεραρχίας για να ληφθούν οι ορθές αποφάσεις.

Αφού ολιγωρεί να πράξει το καθήκον του και περιορίζεται να εκτοξεύει αμφίσημα λεκτικά πυροτεχνήματα είναι φυσικό να μην πείθει κανένα και να κάνει όλους να διερωτούνται πού το πάει.

ΔΙΑΨΕΥΔΟΝΤΑΙ ΟΙ ΠΡΟΣΔΟΚΙΕΣ ΜΑΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ
___________

Θέλω να καταστήσω σαφές ότι με κανένα τρόπο δεν συγκαταλέγομαι στους ανθρώπους που έχουν προκατάληψη εναντίον του Σεβασμιότατου Μεσογαίας.

Ισα - ίσα! Ηλπιζα ότι θα τον εξέλεγαν - όπως επιθυμούσε και ο ίδιος - Μητροπολίτη Καισαριανής και ακολούθως όταν ο Αρχιεπισκοπικός θρόνος θα χήρευε σε κάποια στιγμή ότι μια μέρα θα γινόταν Αρχιεπίσκοπος. Τώρα όμως και μετά από πολλές απογοητέυσεις που μας πότισε με τη στάση του για διάφορα θέματα - όπως πλείστοι όσοι πιστοί - διερωτούμαι. Αν ποτέ θέσει υποψηφιότητα για Αρχιεπίσκοπος θα βρεί άλλη ψήφο στην κάλπη εκτός από τη δική του να τον πριμοδοτήσει;

ΑΚΑΤΑΝΟΗΤΗ Η ΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΦΥΛΑΚΗ
_____________

Για το θέμα της ηλεκτρονικής φυλακής δεν έχω ακόμη καταλάβει τι φρονεί. Αν θεωρεί τους φόβους όσων αγωνίζονται εναντίον της ηλεκτρονικής φυλακής υπερβολικούς δεν έχει παρά να το πει στα ίσα, όπως έντιμα και ωραία έχουν κάνει άλλοι ιεράρχες και κληρικοί γνωστοί για την πνευματικότητα και το ήθος τους.

Αν πάλιν πιστεύει ότι με την ηλεκτρονική διακυβέρνηση οδηγούμαστε σε μια Ουργουελιανού τύπου κοινωνία - όπως πιστεύει η Ιερά Κοινότητα του Αγίου Ορους και δεκάδες Μητροπολίτες - δεν υπάρχει κανένας λόγος να κακίζει όσους αγωνίζονται να την αποτρέψουν. Αντίθετα! Εχει αδήριτη υποχρέωση - ως επίσκοπος- να αναλάβει την πρωτοβουλία να ζητήσει σύγκληση της Ιεραρχίας για να ληφθούν οι ορθές αποφάσεις.

Παραθέτουμε στη συνέχεια το σχόλιο που μας έδωσε την αφορμή για τη σύνταξη του πιο πάνω σχολίου.
*****
ΧΘΕΣ - ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΩΝ ΜΑΖΙΚΩΝ ΕΚΔΗΛΩΣΕΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΡΤΑ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ. ΣΗΜΕΡΑ - ΚΑΛΕΙ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΣΤΟ ΠΛΑΙ ΤΩΝ “ΑΓΑΝΑΚΤΙΣΜΕΝΩΝ” Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ
Του ιστολογίου “Ορθόδοξο Παρατηρητήριο”
================
«Αυτό που χρειάζεται ο τόπος, δεν είναι μόνο η αγανάκτηση, αλλά και η επανάσταση. Η αγανάκτηση βγάζει διαμαρτυρία, η επανάσταση δίνει ελπίδα ανατροπής, ανοίγει δρόμους στα αδιέξοδα».
«Θεωρώ ότι αυτή είναι η κατεξοχήν στιγμή που Εκκλησία πρέπει να βρίσκεται δίπλα στο λαό, Εκκλησία που σιωπά και απουσιάζει από την αγωνία του κόσμου αυτοαναιρείται»,
«Είναι η μόνη που μπορεί να μεταμορφώσει την αγανάκτηση σε υγιή επανάσταση, η Εκκλησία συμπαθεί τους πονεμένους, κατανοεί τους αγανακτισμένους, αλλά προχωρεί με τους επαναστατημένους».
Είναι προφανές πως δεν θα διαφωνήσουμε σε τίποτε από όσα δήλωσε ο Σεβασμιώτατος στο πρακτορείο εκκλησιαστικών ειδήσεων "Ρομφαία" σχετικά με τις εκδηλώσεις αγανάκτησης και διαμαρτυρίας του Ελληνικού λαού.
Ωστόσο δεν μπορούμε να ξεχάσουμε τα όσα έλεγε εναντίον μας όταν πριν απο λίγο καιρό χιλιάδες Αντιρρησίες Ορθόδοξης Συνείδησης κατέβαιναν και αυτοί στην πλατεία Συντάγματος αγανακτισμένοι απο την πρόθεση της κυβέρνησης να εφαρμόσει το δικτατορικό και μισάνθρωπο σύστημα της "ηλεκτρονικής διακυβέρνησης" και της "Κάρτας του Πολίτη".
Τότε οι "αγανακτισμένοι αντιρρησίες Ορθόδοξης Συνείδησης", κατά τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Μεσογαίας και Λαυρεωτικής, "έκαναν μεγαλύτερη ζημιά από την ίδια την “Κάρτα του Πολίτη", ενώ ο ζήλος τους οδηγούσε σε εκδηλώσεις "ανεύθυνες και αυθαίρετες".
Σε μας που, από την αρχή, ζητούσαμε την βοήθεια και την στήριξη της Εκκλησίας και των Ποιμεναρχών μας και εκδηλώναμε ειρηνικά και με συγκεκριμένα αιτήματα, επιχειρήματα, υπογραφές και ψηφίσματα τις ΟΡΘΟΔΟΞΕΣ αντιρρήσεις και την αγανάκτησή μας, ο Σεβασμιώτατος "έκλεισε την πόρτα", την οποία όμως σήμερα ανοίγει με προθυμία στους δικαίως αγανακτισμένους συμπολίτες μας.
*****
Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΕΠΙΚΡΙΝΕΙ ΟΣΟΥΣ
ΑΝΤΙΜΑΧΟΝΤΑΙ ΤΗΝ “ΚΑΡΤΑ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ”
======

Κατ’ αρχάς θεωρούμε εξαιρετικά ενδιαφέρουσα την συνέντευξη του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Μεσογαίας και Λαυρεωτικής κ. Νικολάου στον κ. Διονύση Μακρή και μάλιστα μας εξέπληξε με την κριτική που ασκεί στην Ιερά Σύνοδο της Αγίας μας Εκκλησίας καταλογίζοντάς της ευθύνες για την ...βραδύτητα με την οποία κινείται στο ζήτημα της "Κάρτας του Πολίτη".
Η έκπληξή μας όμως δεν ήταν ευχάριστη αφού ο Σεβασμιώτατος δεν θεωρεί αυτή την "αδράνεια" ως "ανησυχητικό φαινόμενο", σε αντιδιαστολή με την "κυβερνητική επιτάχυνση", που παρατηρείται στα θέματα της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης ή όπως συνηθίζουμε εμείς να λέμε της "ηλεκτρονικής δικτατορίας", αλλά διότι εξ αυτής της "αδράνειας", δημιουργήθηκε ένα "κενό" το οποίο κατά την άποψή του καλύφθηκε απο τον "ζήλο του λαού", ο οποίος "ανευθύνως και αυθαιρέτως" ανέπτυξε πρωτοβουλίες οι οποίες τελικά κατά τον Σεβασμιώτατο δείχνουν ασέβεια και διάθεση παρέμβασης στο ποιμαντικό έργο της Ιεράς Συνόδου.
Στο απόσπασμα αυτό της συνέντευξης ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Μεσογαίας και Λαυρεωτικής, επικρίνει κυρίως όλους εμάς που έχουμε διατρανώσει την βούλησή μας να δείξουμε ΑΝΥΠΑΚΟΗ ΣΤΙΣ ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΕΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ, δηλαδή να αρνηθούμε να παραλάβουμε την Κάρτα του Πολίτη και κάθε άλλη "πλαστική χειροπέδα" του μισάνθρωπου, κατά την γνώμη μας, συστήματος της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης (που όπως δηλώνει ο πρωθυπουργός πρέπει να εμφανιστεί παγκοσμίως εδώ και τώρα).
Μας κατηγορεί (αδίκως) ότι δεν σεβόμαστε την Ιερά Σύνοδο και ότι θέλουμε να "καθοδηγήσουμε" την κρίση της και μάλιστα πιο κάτω μας υπενθυμίζει ότι "Ο λαός από κρινόμενος γίνεται κριτής της Συνόδου ".
Στην πραγματικότητα όμως, ο Ορθόδοξος Ελληνικός λαός δεν κρίνει την Σύνοδο, αλλά περιμένει εναγωνίως από αυτήν να τον δεί ως εν Χριστώ "ποιμαινόμενο" και όχι ως "κρινόμενο" για την αντίθεσή του σε πολιτικές αποφάσεις που θα τον οδηγήσουν με το "πιστόλι στον κρόταφο" στην σκλαβιά και την αποστασία, εξ άλλου, όπως ομολογεί και ο ίδιος ο Σεβασμιώτατος Νικόλαος, "...αυτοί που σταδιακά παίρνουν στον έλεγχό τους τη ζωή μας, στην ουσία αυτοί διευκολύνονται να ρουφήξουν τη συνείδησή μας ".
Να λοιπόν γιατί λέμε προς την ΠΟΛΙΤΕΙΑ "όχι στην κάρτα του πολίτη και την ηλεκτρονική διακυβέρνηση", διότι βλέπουμε, όπως πολύ σωστά αναφέρει ο Σεβασμιώτατος Μεσογαίας και Λαυρεωτικής, ότι θέλουν "να ρουφήξουν την συνείδησή μας". Και επειδή ως Χριστιανοί Ορθόδοξοι δεν έχουμε πολλές "συνειδήσεις", αλλά μόνο μία, τους λέμε και το όνομά μας: "ΑΝΤΙΡΡΗΣΙΕΣ ΟΡΘΟΔΟΞΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ".
Συνεπώς αν τώρα δεν ενημερώσουμε τους αδελφούς μας για τους εμφανείς κινδύνους αυτού του πολυπλόκαμου συστήματος ελέγχου και διαχείρισης της ελευθερίας μας και τους επιτρέψουμε "να ρουφήξουν" την μια και μοναδική Ορθόδοξη συνείδησή μας "πιάνοντάς μας στον ύπνο", τότε αναρωτιώμαστε πώς είναι δυνατόν στο μέλλον να ομολογήσουμε Χριστό, αφού δεν θα έχουμε πιά συνείδηση και ως εκ τούτου επιθυμία για κάτι τέτοιο. Είναι λοιπόν ορθότατη αυτή η επισήμανση του Σεβασμιωτάτου για τους αληθινούς σκοπούς εκείνων που μας επιβάλλουν τώρα τις διάφορες ηλεκτρονικές κάρτες και αύριο την “Κάρτα του πολίτη”.
Ε λοιπόν γι’ αυτόν τον λόγο μαζεύουμε υπογραφές, κατεβαίνουμε στους δρόμους, κάνουμε διαρκή και επίπονο αγώνα ενημέρωσης των συμπολιτών μας για τους κινδύνους αυτού του νέου ηλεκτρονικού ολοκληρωτισμού και όχι για να υποδείξουμε στους Ποιμενάρχες μας τι πρέπει να πράξουν αφού εκείνοι ξέρουν πως μπορούν να προστατεύσουν το ποίμνιό τους από αυτούς τους τεράστιους κινδύνους.
Αν πάλι ως μέλη του σώματος της Εκκλησίας της οποίας Κεφαλή είναι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, έχουμε εκφράσει με ευγένεια τις ανησυχίες μας και την...αγωνία μας, δεν είναι γιατί θέλουμε να κατευθύνουμε την Ιερά Σύνοδο ούτε να υποκαταστήσουμε τον ποιμαντικό της ρόλο. Αντιθέτως με υική και μόνο πρόθεση, ως Έλληνες Πολίτες βαπτισμένοι και μυρωμένοι, διαμαρτυρόμαστε προς την πολιτεία και στρέφουμε το βλέμμα μας διαρκώς προς την μητέρα Εκκλησία γνωρίζοντας πολύ καλά ότι μόνο εντός της μπορούμε να σωθούμε και να πορευτούμε προς την Ανάσταση.
Να μην ανησυχούμε όταν πλείστοι εκ της Ιεραρχίας έχουν εκφράσει τις ίδιες ανησυχίες και μάλιστα μερικοί εξ αυτών δηλώνουν με λεβεντιά ότι προτιμούν να υποστούν κάθε διωγμό και δυσκολία από το να πάρουν την Κάρτα του Πολίτη;

Μήπως όλοι αυτοί οι Επίσκοποι, οι κληρικοί, οι καθηγούμενοι Ιερών Μονών, οι μοναχοί και οι μοναχές και οι συν αυτοίς λαϊκοί, φοβήθηκαν τον Αντίχριστο και απεδύθησαν σε έναν πόλεμο χαρακωμάτων εναντίον του, ή έπραξαν αυτό που τους λέει η Ορθόδοξη συνείδησή τους και εξέφρασαν τις αντιρρήσεις τους σε ένα σύστημα που θέλει να ξεριζώσει τον Χριστό από τις καρδιές τους;
Είναι δείγμα ασέβειας το να δηλώνουμε ότι δεν θα παραλάβουμε την κάρτα του πολίτη ξέροντας ότι εξαιτίας αυτής της επιλογής θα διωχθούμε και θα υποφέρουμε;
Είναι εγωισμός και αλαζονεία να λέμε ότι δεν θα δεχτούμε από κανέναν να μας αφαιρέσει το δώρο της ελευθερίας που μας χάρισε ο Θεός με τη δημιουργία μας;
Αν π.χ η αυθόρμητη συμμετοχή του λαού σε μια πρωτοβουλία συλλογής υπογραφών εναντίον της Κάρτας του Πολίτη, η οποία μάλιστα βασίσθηκε σε δύο νηφάλια και άκρως υποτακτικά στο θέλημα της Αγίας μας Εκκλησίας κείμενα, και οι μεγάλες ΕΙΡΗΝΙΚΕΣ συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας των πιστών μελών της Εκκλησίας μας εναντίον των κυβερνητικών σχεδίων διαχείρισης της ελευθερίας και προσβολής της Ορθόδοξης συνείδησής τους, θεωρούνται απο τον Σεβασμιώτατο ως ένδειξη "ασέβειας" προς την "υπεύθυνη Σύνοδο" και δείγμα "ήθους που ανατρέπει την ισορροπία της σχέσης Συνόδου και λαού" το οποίο μάλιστα "είναι χειρότερο και από την κάρτα του πολίτη", τότε θα ήταν ενδιαφέρον να μάθουμε πώς χαρακτήρισε το ήθος των χιλιάδων πιστών της Μητρόπολής του, που κατέβηκαν στους δρόμους της Κερατέας και ακόμα και σήμερα δίνουν μάχες με τις δυνάμεις καταστολής του καθεστώτος.
Αν δεν απατώμεθα ο Σεβασμιώτατος (προς τιμήν του) βρέθηκε στο πλευρό του μαχόμενου ποιμνίου του και τους υπερασπίστηκε.
Ενα ακόμα σημείο της συνέντευξης του Σεβασμιωτάτου που μας έχει μπερδέψει, είναι και εκείνο στο οποίο λέγει οτι "πολεμώντας την κάρτα σκοτώνουμε την εκκλησιαστική συνείδηση μέσα μας ". Αυτό όμως πώς συμβιβάζεται με αυτό που τόνισε στην αρχή: "Καλύτερα με λιγότερη τεχνολογία ελεύθεροι, παρά με σύγχρονες διευκολύνσεις σκλάβοι. Γιατί αυτοί που σταδιακά παίρνουν στον έλεγχό τους τη ζωή μας, στην ουσία αυτοί διεκολύνονται να ρουφήξουν τη συνείδησή μας. "
Αυτοί που θα μας επιβάλλουν την Κάρτα του Πολίτη "διευκολύνονται να ρουφήξουν τη συνείδησή μας" και ταυτοχρόνως εμείς οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί που αντιδρούμε σε αυτή την μισάνθρωπη πρόθεση, "σκοτώνουμε την εκκλησιαστική μας συνείδηση;”
Πως είναι δυνατόν να "σκοτώνουμε" κάτι που υπερασπιζόμαστε και για χάρη του οποίου θα μείνουμε άνεργοι, ανασφάλιστοι, και απόλυτα περιθωριοποιημένοι;
Οι Επίσκοποι που συμμετείχαν είτε δι’ εκπροσώπου, είτε με μηνύματα σε συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας ήθελαν και εκείνοι να "σκοτώσουν την εκκλησιαστική συνείδηση;"
Ελπίζουμε και ευχόμαστε ο Σεβασμιώτατος να καταλάβει ότι δεν είμαστε απέναντι αλλά εντός της Εκκλησίας και υπό την καθοδήγηση της Ιεραρχίας της από την οποία περιμένουμε να μας ποιμάνει και όχι μόνο να μας κρίνει.
ΠΗΓΗ:
Ορθόδοξο Παρατηρητήριο

Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ ΓΙΑ ΤΟΥ ΚΑΡΚΙΝΟΠΑΘΕΙΣ

   Ο όσιος Γέρων, αντιμετώπιζε με ιδιαίτερη αγάπη και παρακλητική διάθεση τους καρκινοπαθείς. Εξέταζε με προσοχή την περίπτωση τους, προσπαθούσε να προχωρήσει σε δρόμους διαγνωστικούς, και μελετούσε γενικά τη φοβερή αυτή νόσο της εποχής μας. Είχε ο ίδιος προσβληθεί από τον καρκίνο. Μέσα του ήταν διάσπαρτη η νόσος, και όμως, όπως ο ίδιος έλεγε, είχε κατορθώσει να αποκοιμίσει τη φοβερή νόσο για δεκαετίες, χρησιμοποιώντας ως φάρμακο μοναδικό την αδιάλειπτη προσευχή και τη μελέτη της Αγίας Γραφής.Σε μία συζήτηση, πού έκανε ο πατήρ Πορφύριος στο Νοσοκομείο Συγγρού με μία Πανεπιστημιακή γιατρό για θέματα καρκίνου και AIDS, διατύπωσε σημαντικές απόψεις, τις οποίες θυμάται αργότερα και επαναλαμβάνει:
   Έχω κάνει κι εγώ έρευνα για τον καρκίνο και έχω βρει αρκετά στοιχεία. Ο καρκίνος κυρίως βγαίνει σε μπερδεμένες ψυχές, σε αγχώδεις ανθρώπους, σε βασανισμένους από διάφορα γεγονότα, σε καταπιεσμένους. Όταν πάθεις κάτι και σου πουν ότι είναι καρκίνος, πρέπει να δοθείς πολύ στην αγάπη του Θεού. Να ηρεμήσεις, να ησυχάσεις, ν’ αγαπήσεις τον κόσμο, να τ’ αγαπήσεις όλα. Να είσαι όλο αγάπη και δοξολογία στο Θεό και να αγιάσει η ψυχή σου. Κι όταν αγιάσει η ψυχή σου, όταν προσκολληθείς στο Θεό και γίνει ηρεμία, το συμπαθητικό και το παρασυμπαθητικό και όλα τα συστήματα του οργανισμού θα ηρεμήσουν, και τότε ο καρκίνος, αν δεν θεραπευθεί, τουλάχιστον θα μείνει εκεί πού βρίσκεται. 
   Σού είπαν ότι έχεις AIDS. Αλλά, όταν λένε έτσι, πρέπει να είσαι γεμάτος χαρά. Όχι, έχω αυτή την αρρώστια, συνεπώς θα πεθάνω... Τίποτα! Θα μελετήσεις τη Γραφή. Θα δεις ότι δεν υπάρχει θάνατος και ότι όποιος πιστεύει στα λόγια του Θεού δεν πεθαίνει ποτέ! Όχι δεν παίρνω φάρμακα. Προσπαθώ με την προσευχή μου, με το δόσιμο στο Θεό. Παλιά ξέρεις τι δυνατός πού ήμουνα; Εγχείρηση να μου κάνης μπορούσες χωρίς νάρκωση, με τη Χάρη του Θεού. Τώρα τα έχασα όλα αυτά. Πράγματι, αυτό πού έχω είναι πειρασμικό.

(Από τις σελ. 108,109).
Ο ΓΕΡΩΝ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ, Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΠΑΤΕΡΑΣ ΚΑΙ ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ
ΓΕΩΡΓΙΟΥ Σ. ΚΡΟΥΣΤΑΛΑΚΗ
Καθηγητού της Παιδαγωγικής της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών
ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΙΧΝΗΛΑΣΙΑ», 1997

'Αγιος Εφραίμ-Πατριάρχης των Σέρβων


07.jpg
Ήταν υιός ιερέως από τη Βουλγαρία και από νέος πόθησε την ασκητική ζωή. Όταν οι γονείς του θέλησαν να τον νυμφεύσουν, έφυγε για το Άγιον Όρος και, έγινε μοναχός στη μονή Χιλανδαρίου.
Αργότερα επέστρεψε στη Σερβία και ασκήθηκε στην Κλεισούρα του ποταμού Ίμπα και το μοναστήρι του Ντέτσανη. Πατριάρχευσε δύο φορές (1375-1379 και 1389-1392). Την πρώτη φορά παραιτήθηκε οικειοθελώς και επέστρεψε στην ποθητή του έρημο. Μετά από παράκληση του ηγεμόνα Λαζάρου αναλαμβάνει ξανά την πατριαρχεία. Τη φορά αυτή όμως έχει να γευθεί μεγάλη θλίψη, γιατί στις ημέρες του συμπίπτει η πιο ζοφερή περίοδος του έθνους του, η τραγωδία του Κοσσυφοπεδίου (1389), όπου οι Σέρβοι νικήθηκαν από τους Τούρκους, αφού αγωνίσθηκαν μέχρι τέλους υπέρ πίστεως και πατρίδος. Υπήρξε ποιητής Παρακλητικών Κανόνων.
10.jpg
Ο όσιος πατριάρχης κοιμήθηκε σε βαθειά γεράματα και τα οστά του φυλάγονται στο ναό του Αγίου Δημητρίου στο Πέκιο. Το βίο και την ακολουθία του έγραψε, λίγο μετά την κοίμησή του, ο μαθητής του επίσκοπος Μάρκος. Τοιχογραφίες του σώζονται στο Πέκιο, στις μονές Γρατσάνιτσα και Στουντένιτσα. Η αναγνώριση της αγιότητός του έγινε από τη Σερβική Εκκλησία και τιμάται ιδιαίτερα στο Πέκιο, στις 15 Ιουνίου και στις 30 Αυγούστου.

Μία μητέρα που ήξερε να δακρύζει και να γονατίζει!


Η συμβολή των μητέρων των Τριών Ιεραρχών, Έμμέλειας του Μ. Βασιλείου, Νόνας του Γρηγορίου του Ναζιανζηνοϋ καί Άνθούσας Ιωάννη του Χρυσόστομουστην ανάδειξη αυτών των Μεγάλων Πατέρων καί Οίκουμενικών Διδασκάλων της Εκκλησίας υπήρξε αποφασιστική. Καί είναι δίκαιος ό θαυμασμός του εθνικού ρήτορα Λιβάνιου για τη χριστιανή γυναίκα - «Βαβαί, οιαι παρά χριστιανοίς είσι γυναίκες» - στο πρόσωπο της μητέρας του Χρυσόστομου, της νεαρής χήρας με την εκπληκτική πιστότητα στη μοναδική αγά­πη της ζωής της καί την ολοκληρωτική της αφοσίωση στην αγωγή του υπέροχου γιου της. Υπάρχει όμως μια ενδιαφέρου­σα λεπτομέρεια! Καί οι τρεις τους, εξαίρετα πνεύματα, ήταν δεκτικοί, εύάγωγοι ως παιδιά καί νέοι στα άφορώντα τη σχέση τους με τη χριστιανική Αλήθεια καί ζωή!Την Ιδια εποχή στην Εκκλησία του Χρίστου πού παροικεί στη Δύση μια άλλη χριστιανή, ή Μόνικα - χήρεψε κι αυτή νέα -σήκωσε με ανάλογη προς την Ανθούσα πιστότητα το σταυρό της χηρείας της, καί επέδειξε άντόστοιχη αφοσίωση στήν άγωγη του επίσης εξαίρετου στο πνεύμα γιου της, Αύγουστίνου. Μα αυτός, παρά τη σφοδρή επιθυμία καί μεγάλη προσπάθεια της, έδειξε απροθυμία, αδιαφορία για τα άφορώντα τη χριστια­νική Αλήθεια καί ζωή.Καί το χειρότερο, τράβηξε κατά την αντί­περα όχθη, έπεσε σε υπαρξιακό αδιέξοδο, έζησε βίο άστατο, παραδόθηκε σε εξάρτηση αισθησιακή! Καί κείνη έγκαρτέρησε, όχι μια δυο μέρες, ένα ή δύο μήνες, ούτε ένα δυο αλλά δεκαέξι ολόκληρα χρόνια σε μαρτύριο δα­κρύων, δακρύων πού τα γόνατα της μεταποιούσαν σε σταλαγ­ματιές θερμής προσευχής! Καί ελεήθηκε από το Θεό, ευλογή­θηκε από την Αγάπη Του με την ευτυχία να δει το γιο της χρι­στιανό! Κι αργότερα Επίσκοπο Ίππώνος καί κορυφαίο Πατέρα ιδιαίτερα της Δυτικής Εκκλησίας!Δε θα την πω πιο αξιοθαύμαστη από τις μητέρες των Τριών Ιεραρχών. Κρίση σε προσωπικούς σταυρούς δεν χωρεί! Ό Θε­ός γνωρίζει λογισμούς καί διαλογισμούς, διαθέσεις της καρδιάς καί ή Αγάπη Του κρίνει! Θα την πω όμως πιο μαρτυρική! Καί θα διερωτηθώ, τί άραγε θα αναφωνούσε ό Λιβάνιος, αν την είχε κι αυτήν γνωρίσει! Άλλα καί θα προτείνω την προσέγγιση της ιερής μορφής της πού ακολουθεί, ένα μικρό σταχυολόγημα από τα «εκ βαθέων» -«Εξομολογήσεις»- του τελικά λα­μπρού γιου της. Γιατί ή περίπτωση της ενδιαφέρει όχι λίγες μη­τέρες πού σηκώνουν σήμερα ανάλογους σταυρούς.(Διαβάστε την ενδιαφέρουσα συνέχεια) 




Ήταν χριστιανή με πληρότητα και νόημα! «Ή μητέρα μου δεν αγαπούσε το Θεό από υπακοή στους γονείς της, μάλλον υπάκουε σ' αυτούς από αγάπη σ' Εκείνον», γράφει ό Αυγουστίνος. Υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στην αληθι­νή πίστη ως προσωπική αγάπη του Θεού - το «πνεύμα πού ζωοποιεί» - καί την πίστη τυπικό χρέος ή καθήκον - «το γράμμα πού σκοτώνει»Όση άναμεσα σε ελευθερία καί δουλεία-έξάρτηση! «Ό Θεός την είχε στολίσει με εξωτερική, πιο πολύ εσω­τερική ομορφιά, αυτή πού της έδινε τη χάρη ζωντανής μαρ­τυρίας της αλήθειας του...»
, συνεχίζει με τρυφερό κι ανθρώ­πινο θαυμασμό. Ή χριστιανή μάνα δεν είναι ιερότητα παγερή, στεγνή! Ή ομορφιά κι ή χάρη της, θεία δώρα κι αυτά ασκούν ύπαρκτική γοητεία στο παιδί, αν καρπώνονται στο μέσα, της ψυχής το κάλλος. Αυτό προέχει, ενώ ή απουσία του δημιουρ­γεί επικίνδυνο κενό!


«Παντρεύτηκε τον ειδωλολάτρη πατέρα μου, άνθρωπο οξύθυμο μα αγαθό, του αφοσιώθηκε σαν στο Χριστό... Αντι­μετώπισε με σεβασμό την άλλη πίστη του, δεν επέτρεψε να γίνει το θέμα αυτό αφορμή φιλονικίας μεταξύ τους... Δεν αντιδρούσε με λόγια ή έργα σε ώρα οργής, αλλά την κατάλ­ληλη στιγμή με αγάπη καί λεπτότητα εξηγούσε το λάθος... Δεν έλεγε ούτε μετέφερε λόγο κακό, δεν υποδαύλιζε διχό­νοιες, υποβοηθούσε τη συμφιλίωση, την ειρήνη... Προσευ­χόταν νύχτα καί μέρα, εκκλησιαζόταν τακτικά, τιμούσε τους λειτουργούς της Εκκλησίας, πρόσεχε την ελεημοσύνη... Κέρδισε έτσι γρήγορα την αγάπη, την τρυφερότητα, το σεβα­σμό του πατέρα μου καί τον ίδιο στη χριστιανική πίστη»!«Αυτά συνέβησαν γιατί είχε Εσένα επιστήθιο φίλο καί δι­δάσκαλο στο σχολείο της ψυχής», εξηγεί ό Αυγουστίνος καί προσθέτει ότι ή επιστροφή του πατέρα του είναι «το πρώτο δώρο του Θεού στη μητέρα μου, ό αρραβώνας της δικής μου επιστροφής, πού όμως επρόκειτο να αργήσει»! Με το τελευ-ταίο ρίχνει τη γέφυρα πού μας περνά από τη Μόνικα αληθινή χριστιανή σύζυγο τή Μόνικα αληθινή χριστιανή μητέρα, στην περιπέτεια της δικής του αποστασίας καί επιστροφής.




Και είναι μια μεγάλη αποστασία ή πρώτη φάση της ζωής του. «Ή μητέρα μας ανάθρεψε γεννώντας μας με ώδίνες τοκετού κάθε φορά πού έβλεπε να ξεμακραίνουμε από Σένα...», γράφει για τη χριστιανική αγωγή της μητέρας του στα τρία παιδιά της. Για τον εαυτό του ειδικά προσθέτει: «Από την τρυφερή ηλικία είχα ακούσματα για την αιώνια ζωή. Η μητέ­ρα με σφράγισε με το σημείο του Σταυρού τη στιγμή που μ' έβγαλε άπ' την κοιλιά της. Με πότισε την Αλήθεια του Θεού με το μητρικό της γάλα... Μικρό παιδί κι εγώ, πρίν Σέ γνωρί­σω, σε Σένα εύρισκα στήριγμα καί καταφυγή όταν με μάλω­ναν οι γονείς ή οϊ δάσκαλοι μου...Αρρώστησα βαριά καί ζήτησα με λαχτάρα να βαφτιστώ... Ή μητέρα με μύησε στο Μυστήριο της λυτρώσεως, μου έμα­θε την ομολογία που έπρεπε να απαγγείλω... Καλυτέρεψε όμως ή υγεία μου κι ανέβαλα τη βάφτιση μου. Νικήθηκα από την ιδέα πώς θα ξαναπέσω στην αμαρτία... Ή μήπως καί πήρα αυτή την απόφαση για να είμαι ελεύθερος να την απο­λαύσω»! Καί με την εμπειρία της επιστροφής πια την ώρα αυτού του «εκ βαθέων» του παρατηρεί: «Ίσως το επέτρεψε ό Θεός για να δώσει στην αγνή καρδιά της μητέρας μου τη χα­ρά να κυοφορήσει μακροχρόνια κι επώδυνα τη σωτηρία μου»!Η περιπέτεια της αποστασίας αρχίζει στην Καρχηδόνα, όπου σπουδάζει Φιλολογία καί Ρητορική. Πρωτεύει στις σπουδές, καμαρώνει γι' αυτό, το... εξαργυρώνει με ερωτικές κατακτήσεις! «Αφέθηκα γρήγορα να γίνω έρμαιο φοβερών παθών καί ηδονών... Δε ντρεπόμουν να μπλέκομαι σε περι­πέτειες επιπόλαιων ερώτων... Είχα υποδουλωθεί στη φρε­ναπάτη της ήδονοθηρίας, που ή ανθρώπινη άναισχυντία θε­ωρεί καί προβάλλει ως ελευθερία! Με πυρπολούσε ό πόθος τοϋ έρωτα... Το ν'αγαπώ καί ν'αγαπιέμαι μου ήταν πιο γλυ­κό, όταν απολάμβανα το κορμί του άγαπώμενου προσώπου»!"Ομολογίες ρεαλιστικές αλλά αφοπλιστικά ειλικρινείς σε θέμα πού ή εποχή μας απομυθοποιεί καί είδωλοποιεί συνάμα. «Ή μητέρα μου, αυτή ή ταπεινή δούλη του Θεού, που ή καρ­διά της ήταν εκκλησιά, αληθινή κατοικία του Κυρίου, αγωνιά, τρομάζει με το δρόμο πού πήρα... Με συμβουλεύει... μα δε δίνω την παραμικρή προσοχή... Θεωρώ τίς συμβουλές της απλοϊκές γυναικείες παραινέσεις»! Είναι ή ώρα της μεγάλης φωτιάς, ή ώρα πού ήδονοθήρας αυτός, δε θεωρεί την υπόθε­ση φρεναπάτη, αλλά... ελευθερία. Δεν του περνάει από το νου ότι το τελευταίο δείχνει σαν «φύλλο συκής» της ανθρώπινης άναισχυντίας.Διαβάζει τότε Κικέρωνα, διαβάζει καί Γραφή, μα καταφεύ­γει στην αίρεση των Μανιχαίων! Δεν αργεί βέβαια να διαπι­στώσει ότι πρόκειται «για ανθρώπους, υπερφίαλους, κενόδοξους, φλύαρους, σαρκικούς. Ανθρώπους πού φώναζαν συ­νεχώς, "ή αλήθεια", "ή αλήθεια", μα δεν είχαν μιαν αλήθεια για Σένα, παρά μονάχα πλάνη»! Ωστόσο τους ακολουθεί με πάθος. Γι' αυτό ή αγωνία της μητέρας του κορυφώνεται, μα ή αγάπη της τη φέρνει κοντά του. «Ή μητέρα μου έχυσε εκείνη την περίοδο για μένα δάκρυα πιο πολλά από όσα χύνουν οί μανάδες μπρος στα νεκρά παιδιά τους... Με την πίστη της με έβλεπε σαν νεκρό... Αλλά ή αγάπη της πότιζε τώρα με πιο πολλά δάκρυα προσευχών το χώμα! Αύτη την ξανάφερε κο­ντά μου καί με μήνυμα θεϊκό, παράθυρο ελπίδας»!Παράθυρο ελπίδας από ένα όνειρο, όπου νεανίας γοητευ­τικός, παρότι την έβλεπε σε τόση θλίψη, χαμογελούσε καί της έλεγε: «Ηρέμησε, κοίταξε καί δες, όπου στέκεσαι εσύ, στέ­κεται καί ό γιος σου»! Καί κοίταξε καί βεβαιώθηκε, ήταν αλή­θεια. «Καί είχε τη δύναμη να ζει το όνειρο σαν τη χαρά της δικής μου επιστροφής, πού θα αργούσε πολύ ακόμα! Γιατί στα εννιά χρόνια πού ακολούθησαν κυλίστηκα σε βόρβορου βάραθρα, βυθίστηκα σε άβυσσο ψεύδους. Πάλευα βέβαια να βγω, αλλά βούλιαζα πιο βαθιά ακόμα»!Το ευτύχημα όμως είναι, «ότι όλα αυτά τα χρόνια ή ευσε­βής καί εγκρατής χήρα μητέρα μου τρέφεται με την ελπίδα του ονείρου της! "Οτι δεν σταματά τους ποταμούς των δα­κρύων, τους στεναγμούς της καρδίας στις ατέλειωτες ώρες των προσευχών της για μένα»!


Και

 το ανθρώπινο παράπονο στο Θεό! «Εσύ άκουγες τίς παρακλήσεις της, μα άφηνες να κυλιέμαι σε βόρβορο, να παραδέρνω σε χάος... Να είμαιπλανώμενος καί πλανών, πα­ρασυρόμενος καί παρασύρων». Τόσο πού σοφός Επίσκοπος, δε δεχόταν να του μιλήσει παρά τίς θερμές παρακλήσεις της μητέρας του. «Είναι ισχυρογνώμων, εγωιστής, πνεύμα άντιλογίας, παθιασμένος αιρετικός. Άσ' τον ελεύθερο, της είχε πει, αλλά μη σταματήσεις τίς προσευχές σου, κάποτε θα κα­ταλάβει»! Εκείνη επέμενε να παρακαλεί καί αυτός της είπε: «Πήγαινε στην ειρήνη του Θεού. Καί πίστεψε αυτό πού θα σου πω, ό Θεός δεν θα αφήσει να χαθεί ένα παιδί τόσων δακρύων»!
Μήνυμα αιώνιο αυτό για κάθε αληθινή μητέρα! Μετά την Καρχηδόνα ιδρύει καί στη Ρώμη δική του Ρητορι­κή Σχολή. Εκεί ξεκόβει από τους Μανιχαίους, αλλά δεν έρχε­ται στην πίστη. Αρρωσταίνει πάλι βαριά καί ή μητέρα εντείνει τίς προσευχές της. Ό Θεός δεν έχει σχέδιο να τον πάρει πρίν αναγεννηθεί, να«καταφέρει πλήγμα θανατερό στην ψυχή αυτής της Άγιας Γυναίκας». Γίνεται καλά κι έρχεται καί ιδρύ­ει νέα Ρητορική Σχολή στο Μιλάνο. Κορυφαία μορφή εδώ ό "Αγιος Αμβρόσιος, «ψυχή εκλεκτή, ευσεβής δούλος του Θεού, γνωστός σε όλο τον κόσμο. Τον αγαπώ, όχι όμως ως δάσκαλο της αλήθειας του Χριστού, έχω χάσει πια κάθε ελπί­δα σωτηρίας. Τον αγαπώ ως άνθρωπο πού με έχει συμπαθή­σει».Αυτή είναι ή κορύφωση της τραγωδίας του! Είναι πια πλάι σε μεγάλη πηγή «ύδατος ζώντος»! Άλλα δε νιώθει δίψα έλαφιού «επί τάς πηγάς των υδάτων»,δεν αισθάνεται την ανάγκη ν' αντλήσει «ύδωρ άλλόμενον εις ζωήν αϊώνιον»! Ή μητέρα σπεύδει, από την Αφρική στο Μιλάνο. Χαίρεται πού μαθαίνει πώς ξέκοψε από το Μανιχάίσμό. «Δεν είχα βρεί την αλήθεια ακόμα, όμως είχα απομακρυνθεί από το ψέμα»! Ωστόσο λυπάται πού οϋτε ένας Αμβρόσιος δεν είχε αγγίξει καμιά χορ­δή τήςς ψυχής του. Γνωρίζεται, συζητεί με τον "Αγιο, «διπλα­σιάζει τα δάκρυα καί τίς προσευχές της για μένα».


Ό Αυγουστίνος καί τότε ακόμα δείχνει να γλιστρά πιο πέ­ρα. Μετά από ένα μικρό διάστημα στην αστρολογία, καταφεύγει στο νεοπλατωνισμό, ένα φιλοσοφικό σύστημα της μόδας εκείνα τα χρόνια καί ζει κοινοβιακά με κάποιους φίλους. Πα­ράλληλα όμως δεν τον αφήνουν αδιάφορο ακούσματα για επι­στροφές στην πίστη κάποιων νομομαθών, γοητεύεται από το βίο του Άγιου Αντωνίου, διαβάζει την Αγία Γραφή πιο προσε­κτικά.Ηταν φανερό: το δίχτυ της Αγάπης του Θεού απλωνό­ταν πια για τα καλά πάνω άπ' τη ζωή του, ή αναγέννηση «εξ ύδατος καί πνεύματος» ερχόταν.Καί ήρθε, σε κείνο τον περίπατο, τότε πού περνούσαν μπρος άπ' τα μάτια του ταινία κινηματογραφική τα κρίματά του. Τότε πού εκείνο το ρίγος της μετάνοιας ένιωσε να διαπερνά καί το κορμί του. Αυτό πού είχε κατεργαστεί τα κρίματά της ψυχής του δεκαέξι τόσα χρόνια! Τότε πού ή παιδική φωνή τρα­γουδούσε κι έψαλλε το λυτρωτικό:Tolle et lege'', «άνοιξε καί διάβασε». Τότε πού το βλέμμα του συλλάβισε τον σωτήριο στί­χο: «Ως εν ήμερα εύσχημόνως περιπατήσωμεν, μη κώμοις καί μέθαις, μη κοίταις καί άσελγείαις, μη έριδι καί ζήλω...» (Ρωμ. 14,13). Τότε πού στο τέλος της ανάγνωσης είχαν αλλά­ξει όλα! Είχε αρχίσει το «ένδύσασθε τον Κύριον Ίησούν Χριστόν», είχε γλυκοχαράξει ή ανατολή ενός νέου κόσμου!Καί ή μητέρα ευχαριστούσε το Θεό: «Μου έδωσε ό,τι του ζητήσαμε το παραπάνω»!'Έλεγε το δικό της«νυν απολύεις»! «"Ωρα να φύγω πια από αυτόν εδώ τον κόσμο»'Τό όνειρο της ελπίδας κι ό λόγος του Επίσκοπου ήταν ψηλαφητή αλήθεια. Ό γιος της ήταν πια «στον δικό της τόπο», «ό Θεός δεν είχε αφή­σει να χαθεί ένα παιδί τόσων δακρύων». Καί όχι μόνο, αλλά καί το ανέδειξε Μεγάλο δικό Του, Μεγάλο Πατέρα της Εκκλησίας, με παρουσία αγάπης καί γραφή στη Δύση ανάλογη με κείνη πού αξίωσε στην Ανατολή τους Τρεις Ιεράρχες. Η  Αγία Μόνικα, ή μητέρα του Αγίου Αυγουστίνου, είχε με­
γάλο πρόβλημα με το γιο της, σταυρό βαρύ, ασήκωτο. Το πέρασε όμως άπό μαρτύριο δακρύων, από στεναγμούς καρ­δίας, στα γόνατα ώρες ατέλειωτες δεκάξι τόσα χρόνια. Καί ή απάντηση του Θεού ήρθε! Το υπόδειγμα λέει κάτι ελπιδοφόρο.Σέ πολλές σημερινές μητέρες. 

του Αθανασίου Κοτταδάκη(Πειραική Εκκλησία)-Μεταφορά στο διαδίκτυο www.proskynitis.blogspot.com

Τετάρτη, Ιουνίου 15, 2011

Ο Νούς είναι η αιτία - Γέρων Ιωσήφ

Ο μακαριστός Γέρων Ιωσήφ ομιλεί σε σύναξη της αδελφότητας της Μονής Βατοπαιδίου

Γεώργιος Μοναχός (1920-1972)

εώργιος Μοναχός (1920-1972)

του μακαριστού Γέροντα Ιωσήφ
Είναι αφάνταστα τολμηρό να πιστέψει κανείς ότι μπορεί να περιγράψει την ζωήν ενός φίλου του Θεού, ενός πνευματικού ανθρώπου που κατά τη Γραφή ” αυτός μεν πάντας κρίνει υπ’ ουδενός δε κρίνεται “. Εμείς οι ταπεινοί άρα δεν περιγράφουμε αλλά ελάχιστα μέρη της ζωής του μεταφέρουμε στους συνανθρώπους μας, αφού συνέπεσε να γνωρίσουμε με την κατά καιρούς συναναστροφή που είχε μαζί μας.
Ο οσιότατος, όπως ανεπιφύλακτα τον χαρακτηρίζω, αδελφός μας Γεώργιος μοναχός, κατά κόσμον ” Μπράνκο “, Σέρβος, την καταγωγή, πλησίασε τον αείμνηστο Γέροντά μας Ιωσήφ τον ησυχαστή, όταν μέναμε στη Νέα Σκήτη, για πνευματική συμβουλή. Αυτή ήταν και η αιτία που τον γνωρίσαμε και παρετάθη η γνωριμία μας έως των δυσμών του βίου του που ηρπάγη κατά τη Γραφή ενωρίτερα “ίνα μη κακία αλλάξει σύνεσιν αυτού ή δόλος βασκανίας απατήσει την ψυχήν αυτού”. Την αιτία της μεταστροφής του στην ευσέβεια γνωρίζουν καλύτερα οι πατριώται του, οι αδελφοί της ιεράς μονής Χιλανδαρίου και γι’ αυτό αφήνουμε αυτούς να περιγράψουν ενώ εμείς θα αναφερθούμε σ’ αυτά που μας διηγήθηκε ο ίδιος.
Πρέπει να σημειωθεί ότι τα ελληνικά του στην αρχή ήσαν λίγα αλλά και ο ίδιος απέφευγε να λέγει περιττά που δεν ήσαν στο δικό του σκοπό για ωφέλεια πνευματική. Φαινόταν πάντως πυρακτωμένος στον θείο ζήλο, ακριβής φύλακας και των λεπτομερέστερων όρων της μοναστικής μας ιδιότητος. Πολλά εμείς δανειζόμεθα από την αρτία του συμπεριφορά και ιδίως την εσωστρέφεια που ιδιαιτέρως τον χαρακτήριζε. Ένα από τα πρώτα του ερωτηματικά απ’ ότι ενθυμούμαι που ερωτούσε τον Γέροντα ήταν το εξής: Γιατί η θεία χάρις που τον επεσκέφθη στην αρχή για να τον ελκύσει στην ευσέβεια μειώθηκε τώρα που βρίσκεται στον τόπο ειδικά της χάριτος, εννοώντας το Άγιον Όρος που βρισκόταν τότε για να συνεχίσει ως μοναχός τη ζωή του; Τότε ο Γέροντας με πολλή υπομονή και βραδύτητα στην έκφραση γιατί δεν γνώριζε τόσο καλά τα ελληνικά, του ερμήνευσε ότι αυτό είναι η φύση των πραγμάτων και ότι έτσι συνηθίζει η χάρη να ενεργεί σε όσους συνήθως καλεί στο πνευματικό στάδιο. Έλεγε ο ευλογημένος Γεώργιος, μήπως χρειάζεται να ξαναγυρίσει στη Γαλλία – γιατί εκεί σπούδαζε όταν τον επεσκέφθη η χάρις του Θεού και του έδειξε τα δικά της μυστήρια – αφού εδώ που ήλθε για περισσότερη αντίληψη μάλλον εμειώθη. “Δεν εμειώθη παιδί μου” του ερμήνευσε ο Γέροντας, “και ούτε ποτέ θα μειωθεί γιατί είναι αμεταμέλητα τα θεία χαρίσματα. Η αίσθηση της θείας χάρι­τος εκρύβη, όχι η θεία της ενέργεια. Με δύο τρόπους συνήθως η χάρη εκδηλώνεται. Ο ένας είναι και λέγεται ενέργεια και ο άλλος ως αντιληπτός το λέγουμε αίσθηση. Ως ενέργεια η χάρη βρίσκεται πάντοτε στους πιστούς και χωρίς την παρουσία της κανείς δεν θα έμενε πιστός. Ως αίσθηση παρουσιάζεται ή μάλλον εξωτερικεύεται όταν θέλει να παρηγορήσει και να πληροφορήσει τον άνθρωπο είτε κουρασμένο είτε αγνοούντα ή κινδυνεύοντα μέσα στον αγωνιστικό του βίο. Σε σένα τότε επειδή αγνοούσες ή και απορούσες τα μυστήρια της πίστεως και γενικά τον πρακτικό τρόπο της πνευματικής ζωής, για να σε πληροφορήσει αλλά και να ελκύσει στο πνευματικό στάδιο η χάρη σου παρουσιάστηκε αισθητά (αίσθηση) σε πληρέστερο σημείο για να μπορέσεις να αρνηθείς την πρώτη σου συνήθεια και ζωή και να εφαρμόσεις σωστά τον όρο της μετανοίας που ήδη άρχισες. Η πρώτη βαθμίδα είναι η αποταγή και η ξενιτεία. Τώρα συνεστάλη, εκρύβη η αισθητή της παρουσία για να αρχίσεις εσύ με πίστη τώρα την υπακοή στο θείο θέλημα και να κερδίσεις μόνος σου σαν αντίκρυσμα της προσπάθειας σου τη χάρη. Αυτός είναι ο λόγος που τώρα δεν φαίνεται τόσο αισθητά όπως στην αρχή που σε κάλεσε”.
Με αυτά τα λόγια έπεισε τον ευλαβέστατο Γεώργιο ο Γέροντας και όχι μόνο δεν ξανασκέφτηκε την επιστροφή του στη Γαλλία αλλά δεν ξαναχωρίσθηκε από το Γέροντα που τον είχε ως πνευματικό του οδηγό. Έμενε μαζί μας λίγο καιρό όσο ήθελε και πάλι έφευγε ιδίως στο Ρω­σικό μοναστήρι του Αγίου Παντελεήμονος και συγκεκριμένα όχι μέσα στη Μονή, γιατί απέφευγε τους θορύβους, αλλά στο “Παλιομονάστηρο” ψηλά στο βουνό όπου διορίσθηκε από τη Μονή ως φύλακας. Μαζί με την σιωπή κρατούσε ισχυρά και τη νηστεία ο αείμνηστος, που η τροφή του ήταν μόνο παξιμάδι με τσάι, έκτος που όταν επεσκέπετο άλλους αδελφούς ή μονές τότε έτρωγε στη Τράπεζα με πολλή εγκράτεια. Και στην ακτημοσύνη κρατούσε πολλή αυστηρότητα και σχεδόν δεν είχε άλλο τίποτε περίσσευμα εκτός αυτά που φορούσε και αυτά ήσαν πολύ ευτελή και ταπεινά. Κάποτε κάθησε και στη Μονή Αγίου Παύλου, στο κοινόβιο, αλλά το πνεύμα της ησυχίας πάντοτε τον αιχμαλώτιζε και αναζητούσε μέρη αμέριμνα και ήσυχα για να λέγει αδιάλειπτα την ευχή. Υπέφερε αγόγγυστα δύο πληγές στο σώμα του, που συνεχώς τον μάστιζαν χωρίς να φροντίζει καθόλου για τη θεραπεία τους.
Όταν σπούδαζε στην Ευρώπη και φυσικά εργαζόταν ταυτοχρόνως, του συνέβη δυστύχημα αυτοκινητιστικό και τραυματίσθηκαν τα πόδια του στις κνήμες. Φυσικά τότε θεράπευσε κατά το δυνατό την πληγή αλλά τα μέρη αυτά παρέμειναν ευπαθή, και στην μετέπειτα ζωή του με την ορθοστασία και τις κακοπάθειες άνοιξαν πληγές χωρίς να μεριμνά για κάποια περιποίηση. Μόνο έδενε τα πόδια του με ράκη και κουρέλια που τυχόν εύρισκε, όμως τον πονούσαν πολύ, όπως μας έλεγε, αλλά ήταν καταφανής και εξωτερικά η ταλαιπωρία του. Η δεύτερή του πληγή ήταν οι αμυγδαλές του· τόσο ερεθισμένες που εφαίνετο εξωτερικά το πρήξιμο του λαιμού του και ούτε να μιλήσει εύκολα μπορούσε και υπέμενε και αυτή τη δοκιμασία αγόγγυστα χωρίς να κάνει καμία θεραπεία για ανακούφιση και μόνο τύλιγε το λαιμό του με τα λίγα ράκη που είχε.
Στο Παλιομονάστηρο που έμενε -και στην χειμερινή περίοδο με ψύχος, αρκετούς βαθμούς κάτω του μηδενός-, ούτε θέρμανση είχε παρ’ όλο που υπήρχαν σόμπες και ξύλα όσα ήθελε· αλλ’ ούτε και σκεπάσματα κατάλληλα χρησιμοποιούσε. Η αυστηρή φιλοπονία ήταν ο γενικός κανόνας της ζωής του και ουδέποτε χαλάρωσε αύτη την “ανελέητη” ζωή έως του θανάτου του. Κάποτε έφυγε από το Ρωσικό μοναστήρι και έμεινε κοντά μας στη Νέα Σκήτη, αφού του παραχώρησα εγώ το ησυχαστικό κελλάκι μου, κάτω προς τη θάλασσα, πάνω των εκεί ευρισκομένων σπηλαίων περίπου ένα εξάμηνο. Οι πατέρες του Ρωσικού τον αναζητούσαν γιατί χρειαζόταν στο Παλιομονάστηρο φύλακα, ίσως επειδή είναι και αυτοί λίγοι αριθμητικά στα τόσα τους διακονήματα. Κάποτε που τον επισκέφτηκα εκεί στο μικρό του κελί μου είπε πως επιμένουν οι πατέρες να γυρίσει στο Ρωσικό και επειδή δίσταζε να γυρίσει τον αποκαλούσαν πλανεμένο. Εγώ του είπα: ” δεν πειράζει αδελφέ Γεώργιε ας σε αποκαλούν έτσι, μη λυπάσαι όμως κάνε τους υπακοή και θα κέρδισες μισθό γι’ αυτό”. Τότε με αγκάλιασε ο μακάριος και δάκρυσε από συγκίνηση. Μετά πράγματι ξαναγύρισε πίσω στη Μονή και αγωνιζόταν ανένδοτος στη σκληρή φιλοπονία και αυταπάρνηση με το παξιμάδι μόνο και το τσάι χωρίς άλλη παρηγοριά με το λαιμό του φουσκωμένο από τις πυώδεις αμυγδαλές. Ο ύπνος του ήταν μόνο τρείς ώρες, πλαγιάζοντας στο πλευρό και όλες τις υπόλοιπες στεκόταν όρθιος και αυτό το τηρούσε με πολλή επιμονή γι’ αυτό και τα πόδια του ήταν συνεχώς πληγωμένα και έτρεχαν υγρά.
Άλλον αυστηρό τύπο στη ζωή του είχε ο μακάριος και τούτο. Δεν προσερχόταν ποτέ στη θεία κοινωνία (άχραντα μυστήρια) αν δεν έκαμνε πριν πολλή ετοιμασία και ακρίβεια συνειδήσεως. Όταν θα επέστρεφε όπως είπα στο Παλιομονάστηρο από το καλυβάκι του στη Νέα Σκήτη περάσαμε από τον τάφο του Γέροντός μας Ιωσήφ και τον ασπάσθηκε με πολλή ευλάβεια. ”Αν ζούσε ο Γέροντας μας” λέγει “θα ήμουν πάντοτε κοντά του “. Η επαφή του με τον Γέροντα δεν ήταν μία απλή γνωριμία, αλλά ένας σύνδεσμος, ένας πνευματικός δεσμός συγγενείας και αυτό ξέρουν όσοι κοινώνησαν σαν μαθητές με τους δασκάλους τους ή καλύτερα σαν αληθινοί υποτακτικοί με τους πνευματικούς τους πατέρες. Μερικά σημεία που παρακολουθήσαμε στον ευλογημένο τούτο αδελφό μας έπειθαν περί τούτου. Όταν η υγεία του Γέροντα κλονιζόταν επικίνδυνα ο π. Γεώργιος θα βρισκόταν μαζί μας χωρίς να τον ειδοποιήσουμε ποτέ, ούτε καν γνωρίζαμε σε ποιό μέρος βρισκόταν. Τις τελευταίες μέρες της ζωής του Γέροντα βρισκόταν κοντά του και όταν εμείς απελύθημεν από τον Γέροντα ο καθένας στα ίδια, αυτός έμεινε δίπλα του και με ένα μεγάλο χαρτόνι έκανε αέρα στον Γέροντα που υπέφερε από δύσπνοια. Και ήταν ο μόνος πού παρακολούθησε τον αποχαιρετισμό και την κοίμηση του Γέροντα. Διακόνησε στην ταφή του Γέροντα με ευλάβεια και στην ανακομιδή του πάλι βρέθηκε πρώτος να διακονήσει χωρίς καν να τον ειδοποιήσουμε γιατί ούτε οι έγγιστά μας σχεδόν το γνώριζαν. Κράτησε μαζί μας την πνευματική αύτη συγγένεια και αγάπη όπως και εμείς τον αγαπούσαμε ως γνήσιό μας αδελφό. Μόνο ότι εμείς δεν αξιωθήκαμε να βρεθούμε ούτε στο τέλος του ούτε στην ταφή του για τον τελευταίο ασπασμό. Λυπηθήκαμε για το χωρισμό όταν το μάθαμε. Χαρήκαμε όμως αφάνταστα γιατί με πλήρη μαρτυρία αληθινού εργάτου και ζηλωτή Αθωνίτου μοναχού, με τα δείγματα της κατά το δυνατόν ακριβούς πατερικής μας παραδόσεως, ετελειώθη ο μακάριος όντως Γεώργιος, θρίαμβος της Ορθοδόξου μας Εκκλησίας και καύχημα του Αθωνικού μας πολιτεύματος πού αδιάκοπα δίδει τη μαρτυρία της παραδόσεως του. Αλλά και για την πονεμένη και διωγμένη του πατρίδα και τον ευσεβή Σερβικό λαό αποτελεί λαμπρό καύχημα και βεβαία ελπίδα ότι εγγίζει η απολύτρωσή του, χάριτι και ελέει Χριστού του αληθινού ημών Θεού, της Παναχράντου ημών Δεσποίνης και Θεοτόκου Μαρίας και του μεγάλου μας Πατρός Σάββα του αληθινού προστάτου της χώρας αυτής.
Ι. Μ. Βατοπαιδίου, Γέρων Ιωσήφ Μοναχός, Σεπτέμβριος 1988
(Μοναχού Μωϋσέως Αγιορείτου, «Μοναχός Γεώργιος, Ο ΕΡΗΜΙΤΗΣ ΤΟΥ ΑΘΩ»,ΕΚΔ. Μυγδονία)

ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ-Χωρισμός ή συναλληλία ;

Εκκλησία και Πολιτεία


 
ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΖΗΣΗ
Πρωτοπρεσβυτέρου
Καθηγητού Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης
ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑΠρόλογος
Χωρισμός ή συναλληλία ;
Το θέμα των σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας επανέρ­χεται τον τελευταίο καιρό στο επιστημονικό προσκήνιο, διότι συχνά παρατηρούνται τριβές και προβλήματα στην αρμονική συνύπαρξη και συνεργασία των δύο αυτών κορυ­φαίων θεσμών. Η ευθύνη για την δημιουργία των προβλη­μάτων στην νεοελληνική πραγματικότητα δεν είναι ισοβα­ρής και ισομερής· βαρύνει σχεδόν αποκλειστικά την Πολι­τεία, η οποία δεν παραμένει «είσω των οικείων όρων», δεν περιορίζεται στον δικό της ρόλο, που είναι διακριτός και συγκεκριμένος, δεν σέβεται τις αρμοδιότητες της Εκκλη­σίας, όπως και όσο πρέπει. Γι' αυτό και η συμπόρευση και η συνεργασία τους δεν είναι κάτι αυτονόητο και δεδομένο, αλλά ζητούμενο και επιδιωκόμενο.
Το θέμα έχει ευρύτατες διαστάσεις, συνδέεται εν πρώτοις με την ιστορία των σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας, αλλά και με την αναζήτηση του ορθού σχήματος και μοντέλου αυτών των σχέσεων. Έχει ήδη παρατηρηθή από τον καθη­γητή Χρ. Ανδρούτσο ότι περί του «τις η σχέσις Εκκλησίας και Πολιτείας, τούτο πραγματεύεται η Εκκλησιαστική Ιστορία. Τις δε εξ επόψεως ορθοδόξου η ορθή Εκκλησίας και Πολιτείας σχέσις, περί τούτου αποφαίνεται το Κανονικόν Δίκαιον της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Ο περί σχέσεων λοιπόν Εκκλησίας και Πολιτείας λόγος είναι εξ ανάγκης ιστορικός και κανονικός»[1]. Πέραν όμως αυτής της ορθής επι­στημονικά οριοθετήσεως του θέματος, πρέπει να προσθέ­σουμε ότι οι σχέσεις αυτές που περιγράφονται από την Εκκλησιαστική Ιστορία και κανονίζονται από το Κανονι­κό Δίκαιο, πρέπει να ερμηνευθούν και να οριοθετηθούν με βάση την φύση και την αποστολή της Εκκλησίας μέσα στον κόσμο, όπως επίσης με βάση τον ρόλο και τη θέση της Πο­λιτείας μέσα στο σωτηριώδες για τον άνθρωπο σχέδιο του Θεού, μέσα στο μυστήριο της Θείας Οικονομίας[2]. Είναι βέ­βαιο ότι δεν θα υπήρχαν μεγάλες διαφοροποιήσεις ως προς το θέμα, αν η αντιμετώπισή του ήταν καθαρά εκκλησιολογική και σωτηριολογική, όπως αυτή καθορίσθηκε από μεγάλους Αγίους Πατέρες και μεγάλους αγίους βασιλείς, και όπως υλοποιήθηκε και εφαρμόσθηκε κατά κανόνα με από­λυτη επιτυχία στο Βυζάντιο, στη Ρωμανία, υπό το σχήμα της συμφωνίας ή συναλληλίας των δύο εξουσιών.

 1. Ιστορική αναδρομή
Η μετά το σχίσμα του 11ου αιώνος επικράτηση κοσμι­κών κριτηρίων στο δυτικό τμήμα της Χριστιανοσύνης, η διεκδίκηση και κατοχή εκ μέρους του πάπα όχι μόνο της εκκλησιαστικής αλλά και της πολιτικής εξουσίας, με τη γνωστή θεωρία των δύο ξιφών στον αγώνα περί επιβολής, που συνετάραξε τη Δύση μέχρι τον 14ο αιώνα και διεμόρφωσε το σύστημα του Παποκαισαρισμού ή της Ιεροκρατίας, είχε καταλυτικές και διαλυτικές θα λέγαμε συνέπειες. Οδήγησε εν πρώτοις από αντίδραση τους ηγεμόνες της Δύ­σεως, αφού καταργήθηκαν τα όρια και έγινε φυρμός και σύγχυση των εξουσιών εις βάρος της Πολιτείας, να ακο­λουθήσουν και αυτοί την ίδια μέθοδο υποτάσσοντας όμως τώρα τελείως την εκκλησιαστική στην πολιτική εξουσία και διαμορφώνοντας το σύστημα της Πολιτειοκρατίας ή του Καισαροπαπισμού, το οποίο υπό την ηπιότερη μορφή της «νόμω κρατούσης πολιτείας», ανύπαρκτης στην ιστορία και παντελώς αδικαιολόγητης, ταλαιπωρεί την Εκκλησία της Ελλάδος και το νεοελληνικό κράτος, ταλαιπωρεί τον Ελλη­νισμό και την Ορθοδοξία, οι οποίοι στην ιστορική χρι­στιανική τους πορεία διά των αιώνων, εφαρμόζοντας πιστά τις ευαγγελικές και πατερικές παραδόσεις, αλλά ακόμη και τις αρχαιοελληνικές που επλούτισαν την ελληνορθόδοξη παράδοση, δεν θα μπορούσαν να έχουν καμμία σχέση με τα απολυταρχικά μοντέλα σχέσεων του Παποκαισαρισμού ή του Καισαροπαπισμού. Ο τελευταίος μεταφέρθηκε στη χώ­ρα μας από τους Προτεστάντες Βαυαρούς συμβούλους του Όθωνος και μολονότι στη συνέχεια από τα διάφορα συντάγματα έγινε προσπάθεια υιοθετήσεως και εφαρμογής του σχήματος της συναλληλίας ή της συμφωνίας, βρίσκει τον τρόπο η Πολιτεία με αντισυνταγματικούς νόμους μέχρι σή­μερα να παρεμβαίνει με πολιτειοκρατική νοοτροπία και να τορπιλίζει την αρμονική συνεργασία και συμπόρευση των δύο θεσμών.
Ακόμη και η δημιουργία του άλλου συστήματος στις σχέσεις των δύο θεσμών, του χωρισμού Εκκλησίας και Πο­λιτείας, που υιοθέτησαν ήδη πολλά κράτη και τείνουν να υιοθετήσουν τα περισσότερα στην Ευρώπη και στην Αμε­ρική, σύμφωνα με το οποίο η Πολιτεία δεν έχει καμμία σχέ­ση με την Εκκλησία, και οι θρησκευτικές πεποιθήσεις των πολιτών είναι ιδιωτική τους υπόθεση, με τις διάφορες μορ­φές εφαρμογής του συστήματος, είτε του επαχθούς και εχθρι­κού χωρισμού, είτε της πλήρους αδιαφορίας, είτε της ευμε­νούς ουδετερότητος, όπου επιτρέπεται η ανάπτυξη κάποι­ας συνεργασίας και συμπορεύσεως, και το σύστημα λοιπόν του χωρισμού Εκκλησίας και Πολιτείας προήλθε κατά τους πολιτειολόγους ως συνέπεια των κινημάτων της Αναγεν­νήσεως και του Διαφωτισμού που ενίσχυσαν τις ιδέες της ελευθερίας της συνειδήσεως και της θρησκευτικής ελευθε­ρίας και ανεξιθρησκείας. αυτές καταπιέσθηκαν κατά τον Μεσαίωνα και από την Ιεροκρατία και από την Πολιτειοκρατία, που τώρα δίνουν την θέση τους στα κοσμικά ή λαϊ­κά κράτη, τα οποία, για να αποφύγουν τον μονοφυσιτισμό των δύο προηγουμένων συστημάτων, υιοθετούν τον Νεστοριανισμό του χωρισμού και της διαιρέσεως. Δεν είχαν ιστο­ρικά την εμπειρία του ορθοδόξου μοντέλου της ενότητος και συμφωνίας των δύο εξουσιών, οι όποιες είναι και ενωμένες και διακριτές, υπάρχει ένωση ασύγχυτη και αδιαίρετη, που επιτρέπει την συνεργασία και την συμπόρευση.

2. Ο χωρισμός Εκκλησίας και Πολιτείας ξενόφερτο σύστημα
Το αξιοπαρατήρητο είναι ότι στην Ελλάδα, την αμιγώς ορθόδοξη αυτή χώρα, της οποίας ο λαός και ως πολίτες του κράτους και ως μέλη της Εκκλησίας αισθάνονται πως είναι ο ίδιος λαός της Ρωμιοσύνης, που θέλει τους δύο κορυφαί­ους θεσμούς ενωμένους και συνεργαζομένους μέσα στα πλαί­σια των αρμοδιοτήτων τους, τους είδε μέχρι τώρα από το 1821 συχνά σε σύγκρουση, γιατί οι πολιτικοί μας υιοθέτη­σαν την ξενική πολιτειοκρατία, και τους βλέπει τώρα πά­λι με ευθύνη της Πολιτείας να ακολουθούν τον δρόμο του χωρισμού, αφού θέληση και επιδίωξη των πολιτικών σχε­δόν στο σύνολό τους είναι να παύσει η Ελλάδα να είναι ένα ορθόδοξο χριστιανικό κράτος, και να μεταβληθεί σε ένα καθαρά κοσμικό λαϊκό κράτος, ουδέτερο θρησκευτικά και αχρωμάτιστο, γιατί έτσι μόνο ταιριάζει να είναι ως μέλος της Ευρωπαϊκής Κοινότητος, αφού, όπως πρόσφατα διεκήρυξε ανώτατος Ευρωπαίος αξιωματούχος, «Η Ευρώπη τελειώνει εκεί που αρχίζει η Ορθοδοξία».
Γνωρίζω την εύλογη σ' αυτό αντίδραση των ευρωπαϊστών και ευρωπαϊζόντων, οι οποίοι αντιτάσσουν ότι η Ευρώπη δεν είναι μονολιθική και μονοδιάστατη, αλλά πλουραλι­στική και ποικίλη, είναι η Ευρώπη των λαών και των πο­λιτισμών. Είναι ασφαλώς η Ευρώπη των πολιτισμών, όπως όμως οι πολιτισμοί αυτοί προήλθαν τελικά στις διάφορες χώρες από τις πνευματικές διεργασίες που μνημονεύσαμε, όπου πρωταγωνιστούν ο Παπισμός, ο Προτεσταντισμός, η Αναγέννηση, ο Διαφωτισμός, η Γαλλική Επανάσταση, ο Καπιταλισμός, ο Σοσιαλισμός και πολλές άλλες δυνάμεις, από την συνύπαρξη ή σύγκρουση των οποίων προήλθαν τα ισχύσαντα ή ισχύοντα σήμερα πολιτειακά και εκκλησια­στικά μοντέλα. Όλα αυτά επισυνέβησαν ερήμην του Ελλη­νισμού και της Ορθοδοξίας, οι οποίοι δεν έχουν καμμία ανάμειξη και καμμία ευθύνη για τα καλά και τα κακά του ευρωπαϊκού γίγνεσθαι, ιδιαίτερα όμως για το πνευματικό αδιέξοδο του δυτικού πολιτισμού, ο οποίος επαίρεται και στολίζεται και καμαρώνει για τα τεχνικά και υλικά επι­τεύγματά του, για την ευημερία και τα χρηματιστήρια, μέ­νει όμως απλός θεατής μπροστά στις συνέπειες αυτής της ύβρεως, στην καταστροφή του περιβάλλοντος, στις διοξίνες των τροφίμων, στην ανεξέλεγκτη πρόοδο της βιοϊατρικής και στην απαξίωση του ανθρωπίνου προσώπου, στην παγκόσμια και απολυταρχική εξουσία των Μ.Μ.Ε., στην παν­τοδυναμία των οικονομικών μεγαθηρίων, που ισοπέδωσαν πρόσφατα την Ορθόδοξη Σερβία και την αφάνισαν, για να ξοδέψουν ή για να δοκιμάσουν φονικά όπλα και να παραδειγματίσουν όποιον σκέπτεται να αντιδράσει και να αντι­σταθεί, για να περιορισθούμε σε λίγα από τα πολλά επιτεύγματα των Δυτικών, που πλήρωσαν και οι ίδιοι πολλές φορές τον εγωκεντρικό και υλοκρατούμενο πολιτισμό τους και την αίσθηση της παντοδυναμίας, με αδελφοκτόνους πο­λέμους και επαναστάσεις, με τον Χιτλερισμό και τον Φα­σισμό.
Με αυτά τα αρνητικά επιτεύγματα και αυτούς τους καρ­πούς μπορούμε και μεις να συμφωνήσουμε ότι η Ευρώπη τελειώνει εκεί που αρχίζει η Ορθοδοξία, η οποία όντως δεν έχει καμμία σχέση με αυτά και καμμία ευθύνη γι' αυτά, γι' αυτό και αποτελεί αξιόπιστο και ελπιδοφόρο παράγοντα στην αρχή της τρίτης χριστιανικής χιλιετίας. Αν λοιπόν οι πολιτικοί μας εκτιμούν ότι είναι σεβαστοί και αποδεκτοί οι κατά τόπους πολιτισμοί των λαών, τότε δεν χρειάζεται να σπεύδουν να υιοθετούν ξένα σχήματα και μοντέλα στις σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας, είτε πολιτειοκρατικά είτε χωριστικά που δεν ευνοούν την συνεργασία και την συμπόρευση. Υπάρχει δοκιμασμένο το σχήμα της βυζαντινής συναλληλίας ή συμφωνίας, το οποίο παρέμεινε αρκετά ισχυ­ρό σε όλα τα συντάγματα του νεοελληνικού κράτους, παρά τις νομοθετικές πολιτειοκρατικές επεμβάσεις, τραυματίσθηκε όμως και αποψιλώθηκε στην συνταγματική μεταρ­ρύθμιση του 1975. Κατά την σχετική ανάλυση που κάνει στο έργο του «Σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας» ο αντι­πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας κ. Αναστάσιος Μαρίνος, από τη σύσταση του νεοελληνικού κράτους μέχρι και το Σύνταγμα του 1952, «υπήρχεν εις, κατά το μάλλον ή ήττον, στενός δεσμός μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας, χωρίς όμως τούτο να σημαίνη κατ’ ανάγκην και ότι η Ορθοδοξία ήτο η "επίσημος" θρησκεία του Κράτους. Ο όρος "επικρατούσα θρησκεία" είχε την έννοια της θρησκείας οι οπαδοί της οποίας πλειοψηφούν. Ήτο δηλαδή η θρησκεία της πλειοψηφίας των Ελλήνων και διά τον λόγον αυτόν ετύγχανε μιας κατά το μάλλον ή ήττον ευνοϊκωτέρας με­ταχειρίσεως υπό της Πολιτείας εν τω πλαισίω της οποίας κατείχεν ιδιαιτέραν θέσιν. Είς ένδειξιν σεβασμού και ευγνω­μοσύνης προς την Εκκλησίαν αυτήν, όχι μόνον διότι εις τους κόλπους της ανήκεν η πλειονοψηφία του ελληνικού λαού και του ελληνισμού γενικώτερον, αλλά διότι οι λει­τουργοί αυτής πολλάς είχον προσφέρει εις το Έθνος υπη­ρεσίας, ιδία κατά την μακράν και σκοτεινήν περίοδον της δουλείας, ότε εβοήθησαν τον ελληνισμόν να διατηρήση την γλώσσαν του και τον εθνισμόν του ο συνταγματικός νομο­θέτης παρέσχεν εις αυτήν τα ως άνω προνόμια, χωρίς να περιορίση παντάπασιν τας άλλας εκκλησίας ή τας θρησκευτικάς κοινότητας των άλλων θρησκειών. Ουχ ήττον όμως είναι γεγονός ότι η Εκκλησία της Ορθοδοξίας είχε δεσπόζουσα θέσιν εις την ελληνικήν Πολιτείαν, ήτο η πρώ­τη μεταξύ όλων των κατ’ αρχήν ίσων θρησκειών και συ­νεπώς το ελληνικόν κράτος ήτο κράτος "θρησκευόμενον" πόρρω απέχον από του να θεωρείται "κοσμικόν " ή "λαϊκόν κράτος" »[3] .

3. Το Σύνταγμα του 1975 άνοιξε το δρόμο για το χω­ρισμό Εκκλησίας και Πολιτείας
Από την ανάλυση αυτή μας ενδιαφέρει εδώ να κρατή­σουμε και να επισημάνουμε ότι μέχρι το 1975 υπήρχε στε­νός δεσμός μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας, ότι η ελληνική Πολιτεία εθρήσκευε και δεν είχε καμμία σχέση με το μοντέλο του κοσμικού ή λαϊκού κράτους. Δεν θα σχολιά­σουμε τους λόγους της ευνοϊκής αυτής θέσεως της Εκκλη­σίας, αν οφειλόταν μόνον εις το ότι ήταν η θρησκεία της πλειοψηφίας και εις το ότι οι λειτουργοί της είχαν βοηθή­σει κατά την δουλεία το Γένος, και αν επρόκειτο για πα­ραχώρηση προνομίων από την Πολιτεία στην Εκκλησία. Ίσως στη συνέχεια δοθεί η ευκαιρία να τοποθετηθούμε και σ' αυτά. Σημασία έχει η διαπίστωση, η πολύ σημαντική, που δεν την έχουμε επαρκώς συνειδητοποιήσει, ότι με το σύνταγμα του 1975 η Ελλάδα παύει να είναι «θρησκεύον» χριστιανικό κράτος, παίρνει σαφείς αποστάσεις από την χρι­στιανική ορθόδοξη ταυτότητά της και προσπαθεί να εκκοσμικευθεί, προχωρεί προς την κατεύθυνση του χωρισμού Εκκλησίας και Κράτους. Η προσπάθεια μάλιστα αυτή ήταν τολμηρότερη και ευρύτερη στο κυβερνητικό σχέδιο του Συν­τάγματος, περιορίσθηκε όμως στο τελικό κείμενο μετά από τις αντιδράσεις της Εκκλησίας και άλλων φορέων[4]. Διερω­τάται λοιπόν κανείς πόσα περιθώρια συνεργασίας και συμπορεύσεως υπάρχουν και απομένουν σ' αυτήν την πορεία αποδεσμεύσεως Εκκλησίας και Πολιτείας, η οποία χαρα­κτηρίζεται από ευμενή ή δυσμενή ουδετερότητα της Πολι­τείας ή από πλήρη αδιαφορία της για τα θέματα της Εκκλη­σίας. Αυτό μοιάζει με το να δεχθούμε ότι οι σύζυγοι δεν συνεργάζονται καλά μέσα στο γάμο για το καλό των παιδιών τους, και ότι θα συνεργασθούν καλύτερα, όταν χωρίσουν, τη στιγμή μάλιστα που ούτε η Εκκλησία ως σύνολο πι­στών, ούτε η Πολιτεία ως σύνολο πολιτών ζητούν αυτόν τον χωρισμό, αλλά ωθούν σ' αυτό το διαζύγιο και αναγκάζουν πολιτικοί και τεχνοκράτες, χωρίς να τολμούν να θέσουν το θέμα σε δημοψήφισμα.
Το σύνταγμα του 1975 το κατήρτισε και το εψήφισε δε­ξιά κυβέρνηση, η οποία έτσι έδωσε καλά δείγματα ευρω­παϊκής νοοτροπίας εν όψει της εντάξεως της χώρας στην ΕΟΚ, την οποία τελικώς και επέτυχε. Τολμηρότερο και αποφασιστικώτερο το κυβερνόν σήμερα κόμμα έθεσε το θέ­μα του χωρισμού Εκκλησίας και Πολιτείας στην ιδρυτική του διακήρυξη, όπου τονίζει την ανάγκη του οριστικού χω­ρισμού Εκκλησίας και Πολιτείας. Οι παρατηρήσεις μάλι­στα της ομάδος που συνέστησε τότε το κόμμα για την κρί­ση του κυβερνητικού σχεδίου συντάγματος, εκδεδομένες σε ειδικό τομίδιο, τον πρόλογο του οποίου υπογράφει ο ση­μερινός πρωθυπουργός (Κ. Σημίτης), στην σχετική ενότη­τα περί Κράτους και Εκκλησίας αρχίζουν με την δυσμενή για την Εκκλησία εκτίμηση ότι «Η Ελλάδα είναι σήμε­ρα από τα ελάχιστα ευρωπαϊκά κράτη που έχουν επίσημη θρησκεία, καθορισμένη από το Σύνταγμα της και προνο­μιακά προστατευόμενη σε σχέση με τις άλλες γνωστές θρη­σκείες»[5]. Οι προτάσεις συμφωνούν στα περισσότερα με το κυβερνητικό σχέδιο και πλειοδοτούν στην αποδυνάμωση της θέσεως της Εκκλησίας μέσα στο Κράτος. Δεν αποτολμήθηκε βέβαια από τότε αλλαγή της καταστάσεως. Στις προθέσεις πάντως των κυβερνώντων δεν υπήρχε ευμενής ή ουδέτερος χωρισμός, αλλά δυσμενής και επαχθής για την Εκκλησία, χωρίς περιθώρια συνεργασίας και συμπορεύσεως, όπως φάνηκε από την ψήφιση του νόμου 1700/1987 για την εκκλησιαστική περιουσία, ο οποίος ήγειρε θύελλα αντιδράσεων, όχι μόνο γιατί ουσιαστικά εδήμευε την εκκλη­σιαστική και μοναστηριακή περιουσία, καταπατώντας τους ιερούς κανόνες και το δικαίωμα ιδιοκτησίας των μονών, αλλά και διότι επενέβαινε και στη διοίκηση της Εκκλησίας με τις διατάξεις για τα ενοριακά συμβούλια και την εκλο­γή των επισκόπων[6].
Αναφερθήκαμε στα ανωτέρω όχι για να πολιτικολογή­σουμε υπέρ του ενός ή του άλλου κόμματος. Αυτό δεν έχει νόημα, αφού σχεδόν το σύνολο των κομμάτων συμφωνούν σε γενικές γραμμές για τον χωρισμό Εκκλησίας και Πο­λιτείας. Είναι δυστύχημα για τον ελληνικό πολιτικό βίο, για τον ελληνορθόδοξο πολιτισμό, με εξαίρεση ίσως τον πρώτο κυβερνήτη, τον Ιωάννη Καποδίστρια, που γι' αυτό άλλωστε δολοφονήθηκε, και τον στρατηγό Μακρυγιάννη, πως δεν βρέθηκαν πολιτικοί που θα κουβαλούσαν και θα διέσωζαν μέσα τους τις παραδόσεις, το μεγαλείο της Ρω­μιοσύνης, για να το μετουσιώσουν σε πολιτική πράξη και να προσδιορίσουν ανάλογα το πολιτικό γίγνεσθαι, με συνέπεια ξένες επιρροές και ξένα σχήματα να αλλοτριώνουν το πολιτιστικό μας πρόσωπο. Αν λοιπόν η Ευρώπη είναι Ευρώπη των πολιτισμών, και όχι απλώς Ευρώπη πολιτι­στικών διαφοροποιήσεων του Λατινοφραγκικού πολιτισμού, ας αναλάβουν τα πολιτικά μας κόμματα την ευθύνη όχι της εκκοσμικεύσεως του κράτους με τον χωρισμό Εκκλησίας και Πολιτείας, αλλά της ενδυναμώσεως του δεσμού τους κατά το πρότυπο της βυζαντινής συναλληλίας ή συμφωνίας, που λειτούργησε παραδειγματικά πάνω από χίλια χρόνια.

4. Πρότυπο σχέσεων η βυζαντιακή συναλληλία
Και μια και αναφερθήκαμε στην συναλληλία ή συμφω­νία, η οποία επιτρέπει και ευνοεί και ενισχύει την αρμονι­κή συνύπαρξη και συνεργασία των δύο θεσμών, πρέπει να διαλύσουμε εδώ μια παρεξήγηση επιστημονική, η οποία κυριαρχεί στους κύκλους των νομικών και των φιλολόγων-βυζαντινολόγων, με ελάχιστες εξαιρέσεις. Σύμφωνα με την παρεξήγηση αυτή στο Βυζάντιο δεν έχομε το σύστημα της συναλληλίας ή συμφωνίας ή ομοταξίας ανάμεσα στην Εκκλη­σία και στην Πολιτεία, αλλά άκρατο και σκληρό Καισαροπαπισμό, πλήρη υποταγή της Εκκλησίας στην Πολιτεία, αφού ο αυτοκράτωρ ουσιαστικά είναι ο αρχηγός και της Εκκλησίας και επεμβαίνει σ' όλα τα ζητήματα ακόμη και στα δογματικά. Πρόκειται για εσφαλμένη και ανακριβή ιστορική εκτίμηση, η οποία πλάσθηκε και διατυπώθηκε στη Δύση και εξυπηρετούσε ομολογιακές αλλά και πολιτειολογικές σκοπιμότητες των Δυτικών. Σε όλα πράγματι τα σχετικά έργα των Ρωμαιοκαθολικών θεολόγων η αντίθεση μεταξύ Παλαιάς και Νέας Ρώμης, Ανατολής και Δύσεως, που κράτησε επί αιώνες, πριν από το σχίσμα και μετά από αυτό, εξηγείται κατά μεγάλο μέρος ως προσπάθεια των παπών να κρατήσουν την Εκκλησία ελεύθερη από τα δε­σμά και την υποταγή στον αυτοκράτορα, ο οποίος συνεχί­ζοντας τη ρωμαϊκή αυτοκρατορική παράδοση συνένωνε, ως Pontifex Maximus, στο πρόσωπό του την ιερατική και πο­λιτική εξουσία, και χρησιμοποιούσε ως υπαλλήλους τους πατριάρχες, τους οποίους ανέβαζε και κατέβαζε από τους θρόνους, όταν αντιδρούσαν στις αποφάσεις του. Στην θεο­λογική λοιπόν δυτική βιβλιογραφία κυριαρχικά έχει πε­ράσει η εικόνα πως στο Βυζάντιο η Εκκλησία είναι υπο­ταγμένη στην Πολιτεία, και πως μόνο ο πάπας αγωνιζόταν για μία ελεύθερη ανεξάρτητη και αυτόνομη από την Πολι­τεία Εκκλησία, και επομένως οι σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας στο Βυζάντιο δεν αποτελούν καλό πρότυπο, για­τί εντάσσονται δήθεν στον Καισαροπαπισμό.
Η εικόνα αυτή διευκόλυνε τους επιστημονικούς κύκλους της Αναγεννήσεως και του Διαφωτισμού να εντάξουν στον σκοτεινό Μεσαίωνα, τον οποίον εγνώρισαν και εδοκίμασαν στη Δύση, και το Βυζάντιο, το οποίο όμως δεν είχαν γνω­ρίσει και το είχαν παρεξηγήσει. Γι' αυτούς και ο δυτικός Παποκαισαρισμός και ο ανατολικός Καισαροπαπισμός ήσαν απολυταρχικά συστήματα, που παραβίαζαν την ελευθερία της συνειδήσεως και έπρεπε να εγκαταλειφθούν, ώστε στα κοσμικά λαϊκά κράτη, που προτάθηκε να δημιουργηθούν, οι θρησκευτικές πεποιθήσεις των πολιτών να μη παίζουν κανένα ρόλο, και η Εκκλησία να περιορισθεί καθαρά στα λατρευτικά ή ευρύτερα στα δικά της έργα.
Αυτήν την εικόνα παρέλαβαν από τη δυτική βιβλιογρα­φία, που ταξινομεί και σχηματοποιεί τα συστήματα σχέ­σεων Εκκλησίας και Πολιτείας, και οι δικοί μας νομικοί και βυζαντινολόγοι στην πλειονότητα τους.
Είναι όμως αυτή η εικόνα ορθή, αληθινή και ακριβής; Υπάρχουν πάμπολλα κείμενα βυζαντινών αυτοκρατόρων που καθορίζουν αυτές τις σχέσεις, όχι απλώς ως σχέσεις συναλληλίας και ισοτιμίας των δύο εξουσιών, αλλά υπεροχής της Εκκλησίας, λόγω μεγαλυτέρας εγγύτητός της προς τον Θεό, ο οποίος θεωρείται ως πηγή και της πολιτικής εξου­σίας. Ο αυτοκράτωρ, παρά την εξέχουσα θέση του στην Πολιτεία, δεν είναι ποιμήν, αλλά ποιμαινόμενος, δεν ασκεί ιε­ρατικό λειτούργημα[7]. Η βασιλεία είναι πολύ κατώτερη από την Ιερωσύνη. Δεν έχει καμμία αρμοδιότητα και κανένα δικαίωμα να επεμβαίνει ο βασιλεύς εις τα της Εκκλησίας.
Όσες φορές αυτό επιχειρήθηκε, ως εξαίρεση του κανόνος της συναλληλίας και συμφωνίας, συνήντησε ισχυρή αντί­δραση εκ μέρους ισχυρών και θαρραλέων εκκλησιαστικών ηγετών που ανακαλούσαν τον αυτοκράτορα στη θέση του. Είναι π.χ. γνωστό πώς απήντησε ο Όσιος Κορδούης στον γιό του Μ. Κωνσταντίνου Κωνστάντιο το 356 όταν πίεζε τους επισκόπους να δεχθούν τον Αρειανισμό: «Μη τίθει σεαυτόν εις τα εκκλησιαστικά, μηδέ συ περί τούτων ημίν παρακελεύου, αλλά μάλλον παρ' ημών συ μάνθανε ταύτα. Σοι βασιλείαν ο Θεός ενεχείρισεν, ημίν τα της Εκκλησίας επίστευσε. Και ώσπερ ο την σην αρχήν υποκλέπτων αντιλέγει τω διαταξαμένω Θεώ, ούτω φοβήθητι, μη και συ τα της Εκκλησίας εις εαυτόν έλκων υπεύθυνος εγκλήματι μεγάλω γένη. Απόδοτε, γέγραπται, τα Καίσαρος Καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ[8]». Ανάλογες είναι οι απαντήσεις των αγίων Μαξίμου Ομολογητού, Ιωάννου Δαμασκηνού και Θεοδώρου Στουδίτου[9]. Από τα πολλά δε αυτοκρατορικά κείμενα που καθορίζουν αυτές τις σχέσεις συναλληλίας αρκεί εδώ να μνημονεύσουμε όσα λέγει ο αυτοκράτωρ Ιουστι­νιανός στην ΣΤ' Νεαρά του: «Μέγιστα εν ανθρώποις εστί δώρα Θεού, παρά της άνωθεν δεδομένα φιλανθρωπίας, ιερωσύνη τε και βασιλεία, η μεν τοις θείοις υπηρετουμένη, η δε των ανθρώπων εξάρχουσά τε και επιμελομένη, και εκ μιας τε και της αυτής αρχής εκατέρω προϊούσα και τον ανθρώπινον κοσμούσα βίον».
Είναι λοιπόν αξιοσημείωτο ότι οι θεολόγοι ερευνηταί, ιστορικοί, βυζαντινολόγοι, κανονολόγοι, που γνωρίζουν καλά την εκκλησιαστική γραμματεία, σχεδόν στο σύνολό τους διαπιστώνουν ορθώς ότι στο Βυζάντιο στις σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας υπάρχει το σχήμα συναλληλίας ή συμφωνίας και επικρίνουν την άποψη περί Καισαροπαπισμού[10]. Έτσι εκ των παλαιοτέρων ο Χρ. Ανδρούτσος, αφού διαπιστώσει ότι «οι αλλογενείς κριτικοί παρηρμήνευσαν έκπαλαι τα πράγματα, πολλή δε εν αυτοίς η ομί­χλη η επισκοτίζουσα την ορθήν των πραγμάτων αντίληψιν», καταλήγει συμπερασματικά λέγοντας τα εξής: «Μεταξύ λοιπόν Εκκλησίας και Πολιτείας παρά τοις Βυζαντιακοίς υπάρχει όχι μόνον αντίθεσις, αλλ’ ένωσις και συμμαχία, ως εκ της οποίας ούτε διενοήθησαν ώστε να υποδουλώσουσιν αλλήλας, ούτε επί ρητόν ή απροσδιόριστον χρόνον προδιέγραψαν τας ιδίας σχέσεις καταρτίσασαι τας λεγομένας συμ­βάσεις (Concordata), ούτε αιματηροί μεταξύ αυτών προεκλήθησαν αγώνες, ως εν τη Δύσει»[11]. Εκ των νεωτέρων ο καθηγητής Βλ. Φειδάς στο έργο του «Βυζάντιο» παρατηρεί επίσης σχετικώς: «Οι συνήθως υποστηριζόμενες αντιλήψεις περί καισαροπαπισμού σε διαλεκτική αντίθεση προς τον πα­ποκαισαρισμό της Δύσεως είναι ξένες προς την πραγματι­κή προβληματική της σχέσεως των δύο εξουσιών στο Βυ­ζάντιο. Η συνεργασία και αλληλοβοήθεια των εκπροσώ­πων των δύο εξουσιών, όχι μόνον δεν ανατρέπουν τα θε­σμικά πλαίσια, αλλά και τονίζουν πολύ περισσότερο την ενότητα της αποστολής και την ανάγκη αλληλοσυμπληρώσεως για την εκπλήρωσή της, όταν βεβαίως αυτή δεν αλλοιώνει τον ιδιαίτερο χαρακτήρα κάθε εξουσίας· γι' αυτό και δεν νομιμοποιήθηκε ποτέ παρέμβαση του αυτοκράτο­ρα στον εσώτερο κύκλο της πνευματικής αποστολής της Εκκλησίας»[12].
Ευτυχώς που αυτά διαπιστώνονται πλέον και από σο­βαρούς βυζαντινολόγους μη θεολόγους, ώστε να μη ισχύει πιθανή εκτίμηση μεροληπτικής κρίσεως. Ο Η. Gregoire στο συλλογικό έργο των Baynes και Moss, «Βυζάντιο. Εισαγω­γή στο Βυζαντινό Πολιτισμό», γράφει: «Έχομε υποστηρί­ξει ότι τίποτε δεν μπορεί να είναι περισσότερο εσφαλμένο παρά η κατηγορία του καισαροπαπισμού, η οποία γενικά εκτοξεύεται κατά της Βυζαντινής Εκκλησίας, η κατηγορία ότι η Εκκλησία υπάκουε πειθήνια στις διαταγές του αυτο­κράτορα ακόμη και στη θρησκευτική σφαίρα. Είναι αλή­θεια ότι ο αυτοκράτορας πάντοτε ενδιαφερόταν για τα εκκλησιαστικά πράγματα: προσπαθούσε να διατηρήση ή να επιβάλη ενότητα στο δόγμα, αλλά όπως είδαμε με κανένα τρό­πο οι απαιτήσεις του δεν γίνονταν αποδεκτές πάντοτε δου­λικά». Και αφού αναφέρει αποτυχούσες προσπάθειες των βασιλέων να επιβάλουν στην Εκκλησία αιρετικές διδα­σκαλίες, επιλέγει τα εξής επίκαιρα και κατάλληλα ως προς την πιθανολογούμενη επίσκεψη του πάπα στην Ελλάδα και την καλλιέργεια φιλενωτικού κλίματος: «Κατά το δέκατο τρίτο, δέκατο τέταρτο και δέκατο πέμπτο αιώνα οι αυτο­κράτορες ήταν, δυστυχώς, ανίσχυροι να εξασφαλίσουν την αναγνώριση από τον κλήρο της ενώσεως με τη Ρώμη και οι τελευταίοι Παλαιολόγοι ήταν τόσο λίγο καισαροπαπικοί, ώστε οι ίδιοι, μαζί με λίγους μόνο άλλους εκλεκτούς, ανήκαν στην ενωτική ελληνική ομάδα. Συνέβαινε κάτι ανάλογο με ωρισμένους νεώτερους αρχηγούς, οι οποίοι ήταν ξένοι προς την θρησκευτική πίστη της πλειονότητος των υπηκόων τους»[13].
Θα μνημονεύσουμε ακόμη στη συνάφεια αυτή τον ελλη­νικής καταγωγής Αμερικανό βυζαντινολόγο Κωνσταντίνο Γιαννακόπουλο, ο οποίος στο έργο του «Βυζαντινή Ανα­τολή και Λατινική Δύση» έχει περιλάβει ως δεύτερο κεφά­λαιο μελέτη του με τίτλο «Εκκλησία και Κράτος στη Βυ­ζαντινή Αυτοκρατορία. Αναθεώρηση του προβλήματος του Καισαροπαπισμού». Διαπιστώνει ότι «πρωταρχικός λόγος για την παλαιά χρήση του "Καισαροπαπισμού", που είναι νεόκοπη σύγχρονη δυτική έκφραση και δεν απαντιέται που­θενά στις βυζαντινές πηγές, είναι γιατί οι μελετητές προσπάθησαν πολύ συχνά να καθορίσουν τη βυζαντινή πολιτική θεωρία με βάση τη δυτική άποψη». Αναφέρει από την Επαναγωγή του Βασιλείου Μακεδόνος ή του Λέοντος ΣΤ' του Σοφού το πολύ ενδιαφέρον κείμενο: «Της πολιτείας εκ μερών και μορίων αναλόγως τω ανθρώπω συνισταμένης, τα μέγι­στα και αναγκαιότατα μέρη βασιλεύς έστι και πατριάρχης· διό και η κατά ψυχήν και σώμα των υπηκόων ειρήνη και ευδαιμονία βασιλείας εστί και αρχιερωσύνης εν πάσιν ομοφροσύνη και συμφωνία». Παραθέτει επίσης και δήλωση του αυτοκράτορος Ιωάννου Τσιμισκή που την διασώζει ο Λέ­ων ο Διάκονος: «Δύο τας εν τώδε τω βίω γινώσκω (αρχάς) και τη κάτω περιφορά, ιερωσύνην και βασιλείαν, ων τη μεν την των ψυχών επιμέλειαν, τη δε την των σωμάτων κυβέρνησιν ενεχείρισεν ο Δημιουργός, ως αν μη τούτων χωλεύσοιτο μέρος, άρτιόν τε και ολόκληρον διασώζοιτο». Και σχολιάζοντας τα κείμενα αυτά γράφει: «Οι παραπάνω δη­λώσεις, που εύκολα μπορούν να πολλαπλασιασθούν, εκφρά­ζουν την ιδεώδη σχέση μεταξύ του imperium και του sacerdotium, σα να ήταν μία συμφωνική διωδία ανάμεσα σε δύο θεσμούς, που έχουν θεία προέλευση και πρωταρχικό σκοπό να δια­τηρήσουν την αρμονία ακολουθώντας το παράδειγμα της θείας τάξης στον ουρανό. Αυτός ο δεσμός, δύο θεία διορι­σμένων και με κάποια έννοια παράλληλων εξουσιών, είναι φανερό πως απέχει πολύ από την αντίληψη του Καισαροπαπισμού ή την ολοκληρωτική υποταγή της μιας δυνάμε­ως στην άλλη»[14].

Επίλογος - Συμπέρασμα
Το συμπέρασμα από την μέχρι τώρα ανάπτυξη ποιο είναι; Δεν προλάβαμε εν πρώτοις να θεμελιώσουμε εκκλησιολογικά και σωτηριολογικά τη φύση και την αποστολή της Εκκλησίας και της Πολιτείας, απ' όπου βγαίνει επίσης ευχερώς η ανάγκη συνεργασίας και συμπορεύσεως. Ούτε την εικόνα της διαδοχής των σχημάτων κάτω από τα οποία πορεύθηκε η Εκκλησία στην ιστορία δεν κάναμε απολύτως σαφή. Χωρισμός εχθρικός τους τρεις πρώτους αιώνες, συν­αλληλία μέχρι της πτώσεως της Κωνσταντινουπόλεως, αναγκαστικός χωρισμός λόγω δουλείας επί Τουρκοκρα­τίας, συναλληλία συνταγματική στο νεώτερο ελληνικό κρά­τος με πολιτειοκρατικές νομοθετικές επεμβάσεις, απαρχή χωρισμού Εκκλησίας και Πολιτείας με το σύνταγμα του 1975, κατά κοινήν σχεδόν των πολιτικών δυνάμεων αποδοχήν. Πρέπει να επισημάνουμε ότι ο χωρισμός των τριών πρώτων αιώνων δεν ήταν ελεύθερη αποδοχή, αλλά αναγκαστική, όπως και επί Τουρκοκρατίας. Και στις δύο περι­πτώσεις η Εκκλησία έδειξε ότι δεν έχει ανάγκη τον Καί­σαρα, μπορεί να επιβιώσει ακόμα και διωκομένη. Αυτόν τον αναγκαστικό χωρισμό, τον μη εκούσιο, τώρα προσπα­θούμε να τον κάνουμε εκούσια επιλογή· θεωρούμε καλή απαρχή το σύνταγμα του 1975 που πρέπει να προχωρήσει και να ολοκληρωθεί[15], αντιγράφοντας ξενικά πρότυπα και επηρεαζόμενοι από τις άδικες και ανακριβείς εκτιμήσεις των ξένων ειδικών για το Βυζάντιο. Οι περισσότεροι όμως από τους Έλληνες Ορθοδόξους δεν βλέπουν απ' έξω το Βυ­ζάντιο, ζουν από μέσα το Βυζάντιο, όσο και αν έχουν αλλά­ξει οι καιροί, μολονότι η εκκοσμίκευση απειλεί όχι μόνο το Κράτος αλλά και την Εκκλησία και τον Μοναχισμό ακό­μη. Δεν θέλουν τους δύο θεσμούς να συνεργάζονται και να συμπορεύονται χωρισμένοι και απομακρυσμένοι. Τι είδους άλλωστε συνεργασία και συμπόρευση θα είναι αυτή; Τους θέλουν ενωμένους κάτω από την κοινή ορθόδοξη πίστη με στόχο και αποστολή την διακονία των βιωτικών, αλλά κυ­ρίως των πνευματικών αναγκών, ως ένα καλό μοντέλο σχέ­σεων και για την Ευρώπη, στην οποία ο Παπισμός υπέκυ­ψε στον πειρασμό της δυνάμεως και της εξουσίας, δεν είπε «ύπαγε οπίσω μου Σατανά», με συνέπεια όλη η δεύτερη χι­λιετία, ερήμην της Ορθοδοξίας, να κυριαρχηθεί από ένα εγκόσμιο εκκοσμικευμένο Χριστιανισμό και να οδηγήσει στα κοσμικά και λαϊκά κράτη, που δεν έχουν τίποτε κοινό με το άγιο, θεοκεντρικό, θεανθρώπινο Βυζάντιο, με την πα­νώρια Ρωμιοσύνη.

[1] Χρήστου Ανδρούτσου, Εκκλησία και Πολιτεία εξ επόψεως Ορθοδόξου, Θεσσαλονίκη 1964, σελ. 4. Θαυμάσια ιστορικοκανονική ανάπτυξη και θεολογική διερεύνηση, με καλή και σύγχρονη βιβλιο­γραφική υποστήριξη βρίσκει κανείς στο έργο του Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Μεταλληνού, Εκκλησία και Πολιτεία στην Ορθόδοξη Παράδοση, Αθήνα 1977, εκδ. Ι. Μητροπόλεως Μεσσηνίας.
[2] Για το θέμα αυτό βλ. Πρωτοπρεσβυτέρου Θεοδώρου Ζήση, Η σωτηρία του ανθρώπου και του κόσμου κατά τον Άγιον Ιωάννην Χρυσόστομον, Θεσσαλονίκη 19973, σελ. 163-167, όπου σε ιδιαίτε­ρη ενότητα με τίτλο «Η πολιτεία και οι λοιπαί μορφαί εξουσίας» αναπτύσσεται η σχετική προβληματική, ως και την μελέτη του καθη­γητού Κ. Μουρατιδου, Η ουσία και το πολίτευμα της Εκκλησίας κατά την διδασκαλίαν Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Αθήναι 1958.
[3] Αναστασίου Μαρίνου, Σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας (υπό το Σύνταγμα του 1975 και τον νέον Καταστατικόν Χάρτην της Εκκλησίας της Ελλάδος), Αθήναι 1984, σελ. 16-17.
[4] Βλ. ενδεικτικώς Παναγιώτη Χριστινακή, Αι εις βάρος της Ορθοδόξου Εκκλησίας «καινοτομίαι» του νέου Συντάγματος, Αθήναι 1975. Κ. Μουρατιδου, Εκκλησία-Πολιτεία-Σύνταγμα, Αθήναι 1975. Μητροπολίτου Φιλίππων, Νεαπόλεως και Θάσου Προκοπίου, Εκκλησία και Σύνταγμα, Καβάλα 1985. Του αυτού, Συστήματα σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας. Μορφαί του χωρισμού, Καβά­λα 1987.
[5] 5. Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα, Σύνταγμα για μια Ελλάδα δημοκρατική. Εισηγήσεις της ομάδας Επιστημόνων του ΠΑ.ΣΟ.Κ., Αθήνα 1975, Κέδρος, σελ. 13.
[6] Βλ. σχετικώς Πρωτοπρεσβυτέρου ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΖΗΣΗ, Η αλήθεια για την εκκλησιαστική περιουσία. Η αρχαία πράξη για την εκκλησια­στική περιουσία και οι παραβάτες της, Θεσσαλονίκη 1977, εκδ. Αδελφότητος «Λυδία». Του αυτού, Οι λαϊκοί στην Ορθόδοξη Εκκλη­σία, Θεσσαλονίκη 1989. Κ. ΜΟΥΡΑΤΙΔΟΥ, «Εάλω η Εκκλησία;», Κοινωνία α’ τεύχος 1987 και ανάτυπο. Γ. ΚΟΝΙΔΑΡΗ-ΕΜΜ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ-ΠΑΝ. ΜΠΟΥΜΗ-ΠΑΝ. ΧΡΙΣΤΙΝΑΚΗ, «Γνωμοδότησις περί της αντικανονικότητος και αντισυνταγματικότητος του Ν. 1700/87», ανάτυπο του περιοδικού Εκκλησία, Αθήναι 1987. Βλ. επίσης Βλ. ΦΕΙΔΑ, «Γνωμοδοτήσεις για τις διατάξεις του Νόμου 1700/87», ανάτυπο του περιοδικού Εκκλησία, Αθήναι 1987.
[7] Γιά τις σχέσεις ιερωσύνης και βασιλείας βλ. Π. χρηστου, «Ο βασιλεύς και ο ιερεύς εις το Βυζάντιον», Κληρονομία 3 (1971) 1-25.
[8]  Την επιστολή προς τον Κωνστάντιο (356) διέσωσε ο Μ. Αθανάσιος, Ιστορία Αρειανών 44, PG 25, 744-748.
[9] Βλ. Μαξίμου Ομολογητού, Εξήγησις της κινήσεως PG 90, 117: «Και ουδείς των βασιλέων ηδυνήθη μέσαις φωναίς πείσαι τους θεηγόρους πατέρας συμβιβασθήναι τοις επί αυτών αιρετίζουσι· αλλά ταις τραναίς και κυρίαις και καταλλήλοις τω ζητουμένω δόγματι εκέχρηντο, λέγοντες προφανώς, ότι ιερέων εστί το ζητείν και ορίζεσθαι περί των σωτηρίων δογμάτων της καθολικής Εκκλησίας. Και είπας· Τι ουν; Ουκ έστι πας βασιλεύς Χριστιανός και ιερεύς; Και είπον· Ουκ έστιν ουδέ γαρ παρίσταται θυσιαστηρίω, και μετά τον αγιασμόν του άρτου υψοί αυτόν, λέγων· Τα άγια τοις αγίοις. Ούτε βαπτίζει, ούτε μύρου τελετήν επιτελεί, ούτε χειροθετεί και ποιεί επισκόπους και πρεσβυτέρους και διακόνους· ούτε χρίει ναούς, ούτε τα σύμβολα της ιερωσύνης επιφέρεται, ωμοφόριον και το Ευαγγέλιον, ώσπερ της βα­σιλείας τον τε στέφανον και την αλουργίδα». ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ, Περί των αγίων εικόνων 12, PG 94,1296: «Ου βασιλέων εστί νομοθετείν τη Εκκλησία... Βασιλέων εστίν η πολιτική ευπραξία. η δε εκκλη­σιαστική κατάστασις ποιμένων και διδασκάλων». Του αυτού, αυτόθι 16, PG 94,1301-1304: «Ου δέχομαι βασιλέα τυραννικώς την ιερωσύνην αρπάζοντα... ου πείθομαι βασιλικοίς κανόσι διατάττεσθαι την Εκκλησίαν, αλλά πατρικαίς παραδόσεσι, εγγράφοις τε και αγράφοις». Για τον άγιο Θεόδωρο Στουδίτη ο Βίος Νικήτα ηγουμένου της Μονής Μηδικίου, Acta Sanctorum, Aprilis 3, σ. XXIX διασώζει την εξής απάντηση προς τον αυτοκράτορα Λέοντα Ε': «Μη παράλυε, ω βασιλεύ, εκκλησιαστικήν κατάστασιν· είρηκε γαρ ο Απόστολος, και ους μεν έθετο ο Θεός εν τη Εκκλησία, πρώτον αποστόλους, δεύτερον προφήτας, τρίτον ποιμένας και διδασκάλους, προς τον καταρτισμόν των α­γίων, ουκ είρηκε βασιλείς. Σοι μεν, ω βασιλεύ, επιστεύθη η πολιτι­κή κατάστασις και το στρατόπεδον· τούτων φρόντιζε, και την Εκκλησίαν έασον ποιμέσι και διδασκάλοις κατά τον Απόστολον». Βλ. σχε­τικώς Β. ΤΣΙΓΚΟΥ, Εκκλησιολογικές θέσεις του Αγίου Θεοδώρου του Στουδίτου. Αυθεντία και πρωτείο, Θεσσαλονίκη 1999, σελ. 238.
[10] Εξαίρεση αποτελεί ο Ν. ΜΑΤΣΟΥΚΑΣ, ο οποίος στη μελέτη του Κόσμος, άνθρωπος, κοινωνία κατά τον Μάξιμο Ομολογητή, Αθήνα 1980, σελ. 317,υποσημ. 12 γράφει τα εξής: «Αρκετοί ορθό­δοξοι θεολόγοι έχουν την περίεργη θεωρία ότι στο Βυζάντιο δεν υπάρχει κανένας καισαροπαπισμός. Η άποψη αυτή γίνεται ακόμη πιο περίεργη και ίσως χάνει τη σοβαρότητά της, όταν χρησιμο­ποιείται για λόγους πολεμικής κατά της Δύσεως, η οποία έχει όλα τα αμαρτήματα στους ώμους της απέναντι στο καθαρό και αμόλυν­το Βυζάντιο!».
[11] Ένθ' ανωτ., σελ. 11 και 13.
[12]   Βλ. Φειδα, Βυζάντιο. Βίος – Θεσμοί – Κοινωνία – Εκκλησία – Παιδεία – Τέχνη, Αθήναι 1997, σελ. 150.
[13]   n.h.baynes-h.st.l.b.moss,   Βυζάντιο. Εισαγωγή στο Βυζαντινό Πολιτισμό,   Αθήναι 1983, σελ. 202-203. 
[14]  κ. γιαννακοπουλου, Βυζαντινή Ανατολή και Λατινική Δύση! Δύο κόσμοι της Χριστιανοσύνης στο Μεσαίωνα και στην Αναγέννηση. Μελέτες στην Εκκλησιαστική και Πολιτιστική Ιστορία, Αθήναι 1966, σελ. 93-94.
[15] Βλ. π.χ. την απροσδόκητη θέση του Αν. Μαρίνου στο μνημονευθέν έργο του, σελ. 19: «Το Κυβερνητικόν σχέδιον δεν έμεινεν ανέπαφον. Η Εκκλησία και διάφοροι άλλοι παράγοντες αντέδρασαν και το τελικόν κείμενον το οποίον ενεκρίθη υπό της Βουλής έλαβεν άλλην μορφήν, η οποία δεν παύει ουχ ήττον να αποτελή απαρχήν εκκοσμικεύσεως του Κράτους, αν και όχι εις οίαν έκτασιν προέβλεπε ταύτην το Κυβερνητικόν σχέδιον. Εν πάση όμως περιπτώσει αποτελεί μίαν καλήν αρχήν». Στην επομένη σελ. 20: «Ούτω η ωραία προσπάθεια του Κυβερνητικού σχεδίου να προσανατολίση κατά τρόπον αποφαστιστικόν και οριστικόν το Κράτος προς εν καθεστώς εκκοσμικεύσεως ( état la¨que, secular state) δεν επέτυχε του σκοπού της. Έγιναν τα πρώτα βήματα».

Ανακοινωθέν της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου

Η Ιερά Σύνοδος παρακολουθεί με αγωνία τις εξελίξεις που συντελούνται στο εθνικό, κοινωνικό και οικονομικό γίγνεσθαι και οι οποίες καταπονούν τον Ελληνικό Λαό.

Αυτή την ώρα της ευθύνης, η Ιερά Σύνοδος αισθάνεται την υποχρέωση να απευθυνθεί με πατρική αγάπη προς τον Ελληνικό Λαό για να τονίσει και υπογραμμίσει ότι :

Α. Στην κλίμακα των αξιών της ζωής, δεσπόζουσα θέση έχει η αγάπη προς την Πατρίδα. Γι’ αυτό η Ιερά Σύνοδος, εκφράζει την αποδοκιμασία της προς όσους έδρασαν εναντίον των συμφερόντων της Πατρίδος και της ευημερίας του Λαού της, της εθνικής αξιοπρέπειας και του φιλοτίμου των πολιτών.

H Εκκλησία δεν υπηρετεί κόμματα και παρατάξεις. Υπηρετεί με το πνευματικό, κοινωνικό και φιλανθρωπικό έργο της τον Λαό, για τις ανάγκες του οποίου πάντοτε νοιαζόταν και τις οποίες και σήμερα, καθημερινά αγωνίζεται να ικανοποιήσει, στο μέτρο του δυνατού, κάτω από δύσκολες συνθήκες.

Αυτή την αξία της αγάπης προς την Πατρίδα πρέπει να υπηρετήσουμε όλοι, για να αντιμετωπισθούν τα προβλήματα που προέκυψαν.

Β. Ο Λαός μας στο παρελθόν συμπεριφέρθηκε με θαυμαστή ωριμότητα, επιδεικνύοντας κοινωνική αλληλεγγύη, σε δύσκολες φάσεις της ιστορίας του. Σήμερα, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, έχουμε ανάγκη από αυτή την αλληλεγγύη για να στηριχθούν οι αδύναμοι, να ανακουφισθούν οι άνεργοι και να μην ολιγοψυχίσουν οι εμπερίστατοι και οι παντοειδώς πληττόμενοι από αυτή την πρωτοφανή κρίση, και ιδίως οι νέοι.

Γ. Οφείλουμε να ατενίζουμε προς το μέλλον με ελπίδα και αισιοδοξία. Όλοι, όσοι έχουν ευθύνη και αρμοδιότητα, επιβάλλεται να διαμορφώσουν τις συνθήκες εκείνες, που θα δώσουν όραμα και ελπίδα για το μέλλον, με τις αρχές της δικαιοσύνης, της αξιοκρατίας και αξιοποιήσεως όλου του υλικού και πνευματικού πλούτου του τόπου.

Δ. Ας μην λησμονούμε ότι Κύριος της ζωής και της ιστορίας είναι και παραμένει ο Ζων και Αληθινός Θεός. Αυτός δεν εγ­κα­τα­λεί­πει τον κό­σμο και κυ­ρίως αυτούς που ελ­πί­ζουν σε Αυ­τόν και του εμ­πι­στεύ­ον­ται τη ζωή τους.
Προς Αυ­τόν στρε­φό­μα­στε, ζη­τών­τας προ­στα­σία και βο­ή­θεια

Άκουσον τους λόγους μου αγαθέ μου Υιέ

undefined

ΕΠΙ ΤΟΝ ΙΟΡΔΑΝΗΝ ΔΡΑΜΩΜΕΝ!

  « Τήν Βηθλεέμ ἀφέμενοι, τό καινότατον θαῦμα, πρός Ἰορδάνην δράμωμεν, ἐκ ψυχῆς θερμοτάτης, κἀκεῖσε κατοπτεύσωμεν τό φρικτόν Μυστήριον· θεοπ...